© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

98 χρόνια ταξίδι, τραβώντας τα Κύθηρα μπροστά: Ο ζωντανός θρύλος του νησιού αφηγείται

Κωδικός Ιστορίας
13067
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Εμμανουήλ Δαπόντε (Ε.Δ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
05/07/2022
Ερευνητής/τρια
Μαργαρίτα Κορωναίου (Μ.Κ.)
Μ.Κ.:

[00:00:00]Είναι Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022, είμαι η Μαργαρίτα Κορωναίου, Ερευνήτρια στο Istorima, και είμαι μαζί με τον κύριο Μανόλη Δαπόντε στα Κύθηρα. Οπότε, κύριε Δαπόντε, θέλετε να μας πείτε εσείς αρχικά λίγα λόγια για την ζωή σας;

Ε.Δ.:

Την ζωή μου... Δεν νομίζω ότι ήτανε διαφορετική από την ζωή των άλλων συνομηλίκων Κυθηρίων τότε. Υπάρχουνε κάτι μικροδιαφορές αλλά δεν υπάρχει λόγος να τις πούμε.

Μ.Κ.:

Εσείς αρχικά γεννηθήκατε πότε; Πού;

Ε.Δ.:

Γεννήθηκα στις 21 Ιουλίου του '24, '924, εδώ στα Κύθηρα, εδώ στην Χώρα.

Μ.Κ.:

Και πώς ήταν να μεγαλώνει κάποιος εδώ τότε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, κι αυτά τα γράφω. Μ' άρεσε, ήμουνα και πώς το λένε, έτσι, συντροφικό άτομο. Μ' άρεσε οι παρέες, συντροφιά, οι πιτσιρικάδες, τους έκανα όλους παρέα. Και είχε και λιγάκι τον τρόπο του ο πατέρας μου εκείνα τα χρόνια, οπότε μου έπαιρνε τα παιχνίδια, τα οποία τα μοιραζόμουνα με τους άλλους, όλους. Όπως ένα ποδηλατάκι, που κι αυτό το γράφω σε ένα βιβλίο. Και λοιπά. Από κει και πέρα τι να σου πω τώρα; Εκείνα τα χρόνια ένα... Καλά, την εποχή που δεν είχαμε σχολείο οι περισσότεροι πιτσιρικάδες της περιόδου εκείνης κυνηγούσαν με την σφεντόνα. Το κυνήγι ήτανε μόνιμη κατάσταση διότι είχε πάρα πολλά πουλιά τότε. Έχει γραφτεί και μία ρίμα απ' τον Ιερώνυμο τον Στάη για το κυνήγι, αλλά δεν θα πούμε και την ρίμα του Στάη. Έχει πλάκα αλλά έχει πολύ ιδιωματισμό και δεν θα καταλαβαίνουνε οι τρίτοι τι ακούνε. 

Μ.Κ.:

Αν μας εξηγείτε κιόλας έχει ενδιαφέρον

Ε.Δ.:

Ναι, κοίτα να δεις. Να την πούμε; Να την πούμε. Λέει ο Ιερώνυμος, τρόπον τινά σατιρίζει την διαδικασία, λέει:  «Καλώς μας ήρθαν οι βροχές που φέρνουν το ραδίκι, Να πάψουνε τα ψέματα που λένε για το ορδύκι». -Το ορτύκι το λέγανε τότε ορδύκι- «Να πάψουν οι σαρανταρίες» -περιγραφές για σαράντα σκοτωμένα- «Να πάψουνε οι σαρανταρίες, οι φουσκωμένες τσάντες, των κυνηγών τα ψέματα και των τρανών οι γιάντες Βάστα χειμώνα όσο μπορείς κι ας πλημμυρίσει η χώρα, δεν έχει πλέον ψέματα, -όρια- των κυνηγών η μπόρα, -η φόρα- Γραμματείς και φαρισαίοι...» -πώς το λέει, κάτι λέει, ας το πηδήξουμε- «Μικροί γραμματείς και Φαρισαίοι» -α γαμώτο μου, το έχω μου φαίνεται σε ένα βιβλίο. Για να δω. Να την πάμε μέσα τώρα γιατί σκάλωσα. Κοίτα να δεις τώρα τι...  «Τραπεζίτες και δασκάλοι, Γραμματείς και Φαρισαίοι, Μικροί υπάλληλοι, μεγάλοι, νεαροί και γεραλαίοι Ποιος ολίγον, ποιος πολύ, όλοι βγήκαν στο κλαδί» -Εννοεί στο κυνήγι- «Και θα σας πω λίγα εδώ για κυνηγούς στην Χώρα σε όλους δεν θα αναφερθώ, τα λέμε κι άλλη ώρα Κατεβαίνει λυσσαλέος απ' το κάστρο ο Κοντολέος» -Κοντολέων. Στο κάστρο ήταν οι δύο τελευταίες οικογένειες, στο κάστρο, και αυτός στον οποίο αναφέρεται ήταν ο Μανολάκης ο Κοντολέων ο χειρουργός. Λοιπόν- «Κατεβαίνει λυσσαλέος απ' το κάστρο ο Κοντολέος με σκυλιά σπάνιο σόι, κόκερ κι ένα πρώτο μπόι και μ' όλα τα εφόδια που βρίσκει στην Αθήνα και με ντουφέκι νταλ αντί για καραμπίνα Ο Κλεομένης ήτανε δάσκαλος σοβαρός σαν άντρας των σχολείων τρανός, καλός το όντι κυνηγός αλλά όχι και βραβείων εφέτος θα έχει ευτυχώς και ένα παιδί μαζί του και έτσι δεν θα λανθάνεται στην αριθμητική του Ο Μίμης που είναι τακτικός πάντοτε στο σοβάλι προχθές αντί για τρίγωνα έφερε ένα τσουβάλι ο Καρνό που είναι όλο γλύκα» -τύποι της Χώρας τώρα εκείνου του καιρού- «που είναι όλο γλύκα, μιδιόν και προσηνής με ωραία καρκατζίκα» -καρκατζίκα είναι η τσάντα που τα βάζαν τα πουλιά μέσα- «με ωραία καρκατζίκα και όπλων υψηλής τιμής όλους μας καλημεριζει με το ύφος του σεμνόν κι ο καθείς αναγνωρίζει ευπατρίδη σοβαρόν είναι στα λευκά ντυμένος σαν Ιγγλέζος παραλής και τσιγάρα φορτωμένος της ευλογημένης γης» -Είχε έρθει απ' την Αίγυπτο αυτός τότε και τα λοιπά- «ο Μπομπός που θα είχε φέτος» -είναι και το τοπικό όνομα του Παναγιώτη ο Μπομπός, δεν ξέρω αν το ξέρεις. Εδώ τον Παναγιώτη τον λένε «Μπομπό», ήτανε πολλοί Μπομποί Παναγιώτηδες τότε- «Ο Μπόμπός λοιπόν θα είχε φέτος το σκυλάκι του Χαστά και εξαιτίας του θα κάνει δίχως άλλο σκεπαστά ο πονηρός που στο βουνό στέκει σαν κυπαρίσσι και δεν γλιτώνει το πουλί όπου κι αν το χτυπήσει Και ο Μιμίκος ο τρανός που η κάθε του στιβάνα Μυρίζει σαν βασιλικός και φρέσκια μαντζουράνα Κι έχει ένα παλιοντούφεκο απ’ το εικοσιένα Όλα τα βάνει στον ντορβά, δεν του γλιτώνει ένα». Πάμε παρακάτω. Τέλος η ρίμα για τους κυνηγούς.

Μ.Κ.:

Κι εσείς τι παιχνίδια παίζατε τότε;

Ε.Δ.:

Παιχνίδια... Λοιπόν, παιχνίδια που επικρατούσανε και που έχουν χαθεί τώρα και δεν υπάρχουνε και δεν τα ξέρουν και τα παιδιά, ήτανε το ένα –όχι, αυτό που θα πω το πρώτο το ξέρανε κι αλλού το παίζανε, μπορεί με διαφορετικά ονόματα– το «Κλέφτες και Χωροφυλάκοι», που γινόμαστε δυο ομάδες, οι μεν ήτανε χωροφύλακοι και οι άλλοι ήτανε κλέφτες, τους κυνηγούσανε και γυρίζαμε όλο τον κόσμο για να κρυφτούμε και να μας πιάσουνε, αυτοί που παίζανε τον κλέφτη. Παίζαμε κάτι άλλα παιχνίδια που δεν τα θυμάμαι, απλά, «αμάδες» τα λέγανε. Βάζανε την μια πέτρα πάνω στην άλλη και πέταγε την άλλη πέτρα ο άλλος απ' την άλλη με προσπάθεια να τις πετάξει τις πέτρες που ήτανε στοίβα. Αυτές ήταν οι αμάδες. Δεν τα θυμάμαι, είναι κι άλλα, το «Ψησείο» το λέγανε, κυνηγητό, κρυφτό, τα παίζουνε κι άλλοι, αυτά εκεί τα παίζανε κι άλλοι. Δεν θυμάμαι άλλα.

Μ.Κ.:

Και τα σχολικά χρόνια πώς ήταν; Και τα σχολεία πώς ήταν εδώ πέρα;

Ε.Δ.:

Το σχολείο δεν είχε ούτε τουαλέτες, παρά πηγαίναμε σε ένα χωράφι παρακάτω. Ύστερα, ένας δάσκαλος που ήρθε στην πορεία έφτιαξε τουαλέτα στο σχολείο. Μία. Δίχωρη βέβαια, αγόρια-κορίτσια. Κοίταξε να δεις, δεν υπήρχε και η ύδρευση τότε, ήταν μεγάλο πρόβλημα το νερό. Το οποίο νερό, που δεν υπήρχε, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα από πλευράς καθαριότητος και σωματικής αλλά και γενικά. Τώρα, να βγάζεις απ' την στέρνα ή απ' το πηγάδι ένα-ένα κουβά νερό κρύο, παγωμένο, να πλυθείς. Πώς να πλυθείς; Κρύωνες, ειδικά τα πιτσιρίκια. Πώς να; Οπότε, το 'λεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου ότι: «Πλενόμαστε -λέει- σαν την γάτα». Το λέει κι ο Πάνος, που λέει: «Και λυγδιασμένα σαν γουρούνια ημάς ήτανε σκολιταρούνια», λέει κι ο Πάνος. Το ίδιο πράγμα λέει. Τα σχολεία δύσκολα, οι δρόμοι όλοι όλο πέτρες, αυτοκίνητο δεν υπήρχε τότε. Μέσο μεταφοράς ήταν ο γάιδαρος. Οπότε τι να κουβαλήσει το παιδί γάιδαρο και τι να τον έκανε στο σχολείο; Με τα πόδια, όπως το είπαμε και το λέει και στο ποίημα. Όχι, δεν το λέει στο ποίημα, που λέω τριάντα παιδιά απ' το Πούρκο κάθε πρωί, όπως τα λέει ο Πάνος, ξυπολητάκια, δίχως ρούχα και λοιπά, κι άλλα τριάντα απ' το Καψάλι. Κι αυτά ξυπολητάκια, όλα. Πιο μεγάλη... Τον Γιώργο τον Κασιμάτη τον καθηγητή τον ξέρεις; Αυτός μας λέει ότι απ' το Λιβάδι που έμενε ερχόταν με τα παπούτσια κρεμασμένα στον ώμο και τα φοράγανε εδώ τα παπούτσια για να πάνε από εδώ και κάτω. Διάφορα, διάφορες δυσκολίες εκείνον τον καιρό. 

Μ.Κ.:

Και μετά, όταν... Κάποια στιγμή φύγατε από δω πέρα έτσι;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, εγώ εδώ έβγαλα και την Δευτέρα Γυμνασίου και πήγα Σιβιτανίδειο, τα λέω κι αυτά. Εντάξει, εκεί στην Αθήνα η ζωή ήτανε διαφορετική. Οπωσδήποτε πιο πολιτισμένη. Βέβαια δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί ο ηλεκτρικός θερμοσίφωνας. Κάποια σπίτια που είχανε θερμοσίφωνα ήτανε με ξύλα. Οπότε, το μπάνιο ήτανε δύσκολο να γίνει, γιατί έπρεπε να ανάψεις τον θερμοσίφωνα, να του βάλεις ξύλα να ζεστάνει το νερό και λοιπά. 

Μ.Κ.:

Εμένα μου έκανε εντύπωση που –βέβαια θα τα πούμε και μετά– αλλά ήσασταν και στην Νεολαία του Μεταξά μετά–

Ε.Δ.:

Ναι, ναι.

Μ.Κ.:

Και μετά στην ΕΠΟΝ.

Ε.Δ.:

Ναι

Μ.Κ.:

Θέλετε να μας πείτε έτσι δύο λόγια, τι κάνατε, πώς έγινε όλο αυτό;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, στην νεολαία του Μεταξά ήμασταν υποχρεωτικά. Ήτανε νόμος του κράτους. Όλα τα παιδιά του σχολείου ήτανε στην νεολαία. Και είχε και στολή, είχαμε τότε, οι Φαλαγγίτες και οι Επονίτες, και οι Φαλαγγίτισσες και οι Επονίτισσες, χαιρετούσαμε φασιστικά. Αυτά. Αυστηρότητα και στα σχολεία. Στην ΕΠΟΝ μετά, στην ΕΠΟΝ, ήτανε θέμα νοοτροπίας η Αντίσταση, γενικά. Γιατί η ΕΠΟΝ έγινε αργότερα. Όποιος είχε το κουράγιο, το θάρρος και την επιθυμία να οργανωθεί σε κάποια οργάνωση, οργανωνόταν. Κι ό,τι μπορούσαμε κάναμε. Βέβαια υπήρχε, ήταν οργάνωση, υπήρχε η ηγεσία, υπήρχε, υπήρχαν ανώτεροι οι οποίοι δίνανε κατευθύνσεις και λοιπά. Αυτά με την ΕΠΟΝ και την Αντίσταση γενικά. Εθελοντές ήμασταν, δεν μας επέβαλλε κανείς να πάμε και όπως λέω, το 'χω πει και κάπου αλλού, και δεν είναι και ανάγκη να το πούμε, ο στρατός που έγραψε το Έπος της Αλβανίας ήταν επιστρατευμένοι. Αυτοί οι ίδιοι μετά ήρθανε και φτιάξανε την Αντίσταση. Αυτοί οι ίδιοι δεν το βάλανε κάτω, είχανε, είχε προηγηθεί το Έπος της Αλβανίας, είχανε μίσος μέσα τους για τους κατακτητές, και οι περισσότεροι βγήκανε στην Αντίσταση. Όπως, αν έχεις ακουστά τον Ταγματάρχη Τασλά, που ήταν επικεφαλής ενός τάγματος που κράτησε το ύψος[00:10:00] 731, στο οποίον ύψος 731 πέσανε είκοσι πέντε βλήματα στο κάθε τετραγωνικό μέτρο. Από όλμους, πυροβόλα, οβίδες, σφαίρες. Και το κράτησε το όπλο αυτό στην εαρινή επίθεση της, γίναν αυτά. Γιατί τα είπαμε αυτά; Για να πούμε για την ΕΠΟΝ, την Αντίσταση γενικά, και τα λοιπά. Εθελοντές αυτοί όλοι. Επιστρατευμένοι στην Αλβανία.

Ε.Δ.:

Θα έχεις ακουστά και θα έχεις διαβάσει, ότι ο Άρης, «ο Αρχηγός των ατάκτων» που λέει ο Χαριτόπουλος, δημιούργησε τον μεγαλύτερο εθελοντικό στρατό στην ιστορία της Ελλάδας και μία ελεύθερη Ελλάδα με σκλαβωμένη Ευρώπη. Ο Άρης. Τον οποίο αναγκάσαν να αυτοκτονήσει. Κι όλοι αυτοί οι αγωνιστές τότε, τους περιγράφει ο Χαριτόπουλος, ήρωες. Ήρωες όλοι. Ο Νικηφόρος. Θα τον έχεις ακουστά. Τις άλλες πέθανε η πιο μικρή του αδελφή, η, έχω κι ένα βιβλίο της εδώ, πώς το λέγανε; Την είχα γνωρίσει, πήγαινα σπίτι της, η Λέλα Λελούδα Τύμπα-Δημητρίου είναι το όνομά της. Τύμπας ήταν ο άντρας της. Δημητρίου ήταν το οικογενειακό όνομα. Του Νικηφόρου το όνομα ήταν Δημήτρης Δημητρίου-Νικηφόρος. Αυτός ήταν απ' αυτούς που βρέθηκε σχολή Ευελπίδων τελειόφοιτος όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος και τους ονομάσανε λοχίες και τους στείλανε στο μέτωπο. Έτσι κι ο Δημητρίου. Ήρθε με τα πόδια πίσω, απ' το μέτωπο, όπως ήρθανε οι περισσότεροι, σχεδόν όλοι, και μόλις πήγε στο χωριό του, μπήκε σε μία ομάδα και αμέσως κάναν αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Αμέσως. Κι όταν μάθανε οι κατακτητές ότι ο πατέρας του, ο Νικόλαος Δημητρίου, ήτανε δημοδάσκαλος, είχε δύο παιδιά στην Αντίσταση, τον εφυλακίσανε. Και πήγε ο Νικηφόρος, ο Δημήτρης, και άνοιξε τις φυλακές και τους έβγαλε. Και μάλιστα πήρε και άδεια από τον Άρη, πήγε να πάρει άδεια στον Άρη και του λέει ο Άρης: –στην Λιβαδειά ήτανε, στις φυλακές στην Λιβαδειά– «Ρε τρελέ, θα πας στην Λειβαδιά μέσα σε τετρακόσιους Ιταλούς, τέσσερις χιλιάδες Ιταλούς να ανοίξεις φυλακές;». Λέει: «Δώσμου εσύ την άδεια και μην σε νοιάζει, είναι δικιά μου δουλειά». Ο Δημητρίου είχε, -τώρα μπορεί να μην έχουνε σχέση αυτά που λέω με–

Μ.Κ.:

Έχει πολύ ενδιαφέρον.

Ε.Δ.:

Έχει. Λοιπόν, είχανε προσχωρήσει στην Αντίσταση πάρα πολλοί χωροφύλακες. Ολόκληρα τμήματα πήγανε στο αντάρτικο και δώσανε τα όπλα τους και ενταχθήκανε και πολεμούσανε κι αυτοί. Από αυτούς είχε πάρει πληροφορίες για τις φυλακές της Λιβαδιάς ο Άρης, ο Νικηφόρος, και όταν του είπε ο Άρης: «Πήγαινε -λέει- θα θες και αντάρτες». Λέει: «Ναι». Λέει: «Πάρε όποιους θέλεις». Λέει: «Τους αντάρτες θα τους επιλέξω εγώ γιατί είναι δύσκολη επιχείρηση και πρέπει να είναι ένας κι ένας». Πήγανε λοιπόν την νύχτα, αυτός ήξερε πού θα βρει τα κλειδιά των κελιών, ήξερε ότι ο διοικητής της φυλακής δεν κοιμάται μέσα, γνώριζε γενικά τι φρουρά υπάρχει και πού θα συναντηθούνε και λοιπά, και πήγε στην Λειβαδιά, μπήκανε στην φυλακή, ανοίξαν τα κελιά, ελευθέρωσε και τον πατέρα του. Ήτανε σύμπτωση, στο τελευταίο κελί, δεν τον έβρισκε. Όποιο κελί άνοιγε: «Είναι εδώ ο δάσκαλος;» Δάσκαλος ο πατέρας του. Δεν ήτανε, στο τελευταίο τον βρήκαν. Και όταν τελείωσε η επιχείρηση, πήγε στο γραφείο του διοικητή και του άφησε ένα σημείωμα τεράστιο «Ευχαριστούμε που μας αφήσατε απόψε και κάναμε την δουλειά σας. Την δουλειά μας. Σας περιμένουμε εις το βουνό. Υπογραφή, Νικηφόρος». Τι έγραψε αυτή η Αντίσταση τότε! Αυτά είναι, μου φαίνεται, δεν ξέρω αν τα γράφει ο Χαριτόπουλος, σε άλλα βιβλία το είχα διαβάσει. Γιατί εγώ δεν ήμουνα εκεί–

Μ.Κ.:

Αυτό ήθελα να ρωτήσω, εσείς από βιβλίο του Χαριτόπουλου το γνωρίζετε;

Ε.Δ.:

Ναι, ναι. Όχι δεν είναι απ' του Χαριτόπουλου. Δεν θυμάμαι αν ο Χαριτόπουλος –γιατί είναι και χίλιες διακόσιες σελίδες ο Χαριτόπουλος– και δεν θυμάμαι αν το γράφει. Εκείνο που γράφει ο Χαριτόπουλος είναι για τον Γοργοπόταμο, που κι αυτός ήτανε ένα έπος, αλλά δεν θυμάμαι αν γράφει για το φυλακές. Νομίζω αυτό το γράφει η αδερφή του, η Λούλα. 

Μ.Κ.:

Άρα από εκείνη το μάθατε.

Ε.Δ.:

Ναι, ναι.

Μ.Κ.:

Με την οποία πώς είχατε γνωριστεί;

Ε.Δ.:

Για την;

Μ.Κ.:

Με την Λούλα, πώς είχατε γνωριστεί;

Ε.Δ.:

Την Λούλα. Κοίταξε να δεις. Διάβασα καταρχήν για την Λούλα, έβγαλε κι ένα βιβλίο αυτή, το «Μέσα απ' τα δικά μου μάτια», το οποίο είναι, παρουσιάστηκε κάπου και έγινε ντόρος όπου το άκουσαν. Είχε πάει στην παρουσίαση του βιβλίου αυτουνού μέχρι, αυτός που γράφει την Μηχανή του Χρόνου, πώς το λένε; Ναι, ήτανε παρών αυτός, έχει και φωτογραφίες η Λούλα. Κάτσε να δω αν το βρω εύκολα το βιβλίο αλλά θα μετακινηθώ πάλι. Τώρα αυτά που είπα τα τελευταία δεν μπήκανε, πειράζει; Να τα επαναλάβω;

Μ.Κ.:

Πού ψάξατε; Δεν υπάρχει πρόβλημα.

Ε.Δ.:

Εντάξει.

Μ.Κ.:

Οπότε, πώς είχατε γνωριστεί; Είχατε διαβάσει το βιβλίο;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο, νομίζω αυτό, και είχα γνωρίσει μία κοπέλα απ' το Facebook, την Κατερίνα Μυρτιά, της οποίας δεν είναι αυτό το επώνυμο, έχει βάλει λέει το βαφτιστικό της σαν επώνυμο στο Facebook. Είναι μία πολύ διαβασμένη κοπέλα, η οποία έκανε καταπληκτικές ομιλίες στις εκδηλώσεις της Αντίστασης, των αντιστασιακών, σε επετείους και λοιπά, την έβαζαν και μιλούσε. Και είδα μία ομιλία της σε μία εφημερίδα της Αντίστασης. Αυτήν είχα γνωρίσει από τα δημοσιεύματά της, αυτή μου είπε για την Λούλα Λελούδα και λοιπά και με πήγε αυτή σπίτι της και με γνώρισε με την–

Μ.Κ.:

Την θυμάστε εκείνη την μέρα που γνωριστήκατε;

Ε.Δ.:

Βεβαίως, δεν είναι πολύ μακριά, δεν είναι πολλά χρόνια. Αυτή η γυναίκα ήτανε μεγάλη τότε και πέθανε πρόσφατα. Τώρα, μήνες πριν πέθανε. Είχα την διεύθυνση, μάλλον δεν την θυμάμαι, την έχω κάπου γραμμένη του σπιτιού της, είναι πάνω στα Τουρκοβούνια. Θυμάμαι πηγαίναμε απ' την σχολή Ευελπίδων, τραβούσαμε τον ανήφορο, βόλτες, ταξί, ιστορίες, εκεί απάνω ήτανε το σπίτι. Άσχετο αυτό με την κουβέντα μας.

Μ.Κ.:

Δεν έχει... Και πώς, δηλαδή, ωραία μπήκατε μες στο σπίτι, τι, πώς;

Ε.Δ.:

Πήγα με την Κατερίνα Μυρτιά την πρώτη φορά, με συνέστησε ότι είμαι αντιστασιακός. Εγώ πραγματικά αισθάνθηκα δέος όταν μπήκα εκεί μέσα. Μνημείο το σπίτι. Και φωτογραφίες και, και. Ε και γνωριστήκαμε και πήγαινα πότε πότε και την έβρισκα, τα λέγαμε. Την Λούλα. Πάει κι αυτή. Απεδήμησε εις Κύριον. 

Μ.Κ.:

Θυμάστε κάποια συζήτηση έτσι που κάνατε, που σας έχει μείνει;

Ε.Δ.:

Μου έχει περιγράψει το περιστατικό με το άνοιγμα των φυλακών. Επίσης, τα έγραψε στο βιβλίο της, επίσης γράφει που όταν γύρισε ο αδελφός της από το μέτωπο, ήταν αυτή 6 χρονών, την πήρε στην αγκαλιά του και ήτανε ξυπολητάκι αυτή. Εδώ τα ξυπολητάκια ήτανε πιο μαλακά τα πράγματα λόγω κλίματος. Εκεί, στα όρη απάνω της Στερεάς Ελλάδος που ζούσαν αυτοί, δεν θυμάμαι πώς το λέγανε το χωριό, ήτανε, δεν θυμάμαι πώς το λέγανε, θα το βρω, αν θέλουμε να το βρούμε θα το βρούμε. Εκεί ζούσανε αυτή η οικογένεια, έξι παιδιά, ο δάσκαλος ο πατέρας τους. Ε, αυτά είναι γραμμένα και είναι πραγματικά ιστορικά κομμάτια της περιόδου. Όχι γραμμένα στον Χαριτόπουλο, αλλά είναι γραμμένα στο βιβλίο της Λούλας, είναι γραμμένα στο βιβλίο του αδελφού της του Νικηφόρου, είναι τρεις τόμοι εκείνο, χίλιες πεντακόσιες σελίδες, του Νικηφόρου. Είναι όλη η ιστορία γραμμένη του Δημήτρη. Αυτός είχε δώσει τριάντα πέντε μάχες με τους Γερμανούς και τις κέρδισε όλες. Καμία δεν έχασε. Ήτανε και εκπαιδευμένος απ' την σχολή Ευελπίδων και ήτανε επικεφαλής ομάδας, καμιά τριανταριά. Καμία μάχη δεν έχασε. Λοιπόν, παρακάτω. Τα δικά μας γιατί ξεφύγαμε πάλι απ' το θέμα.

Μ.Κ.:

Δεν υπάρχει θέμα. Εγώ θέλω να μου πείτε εδώ πέρα τις μνήμες σας.

Ε.Δ.:

Μνήμες Τσιρίγου εκείνον τον καιρό ήταν οι δουλειές του πατέρα μου, που ήτανε τυραννίες. Τυραννία ήτανε και το ελαιοτριβείο που είχαμε. Μεγάλη τυραννία. Δύσκολη δουλειά, σκληρή δουλειά, πολύωρη δουλειά. Τα ελαιοτριβεία εκείνον τον καιρό δουλεύανε από δεκαέξι, από δεκαοχτώ μέχρι και είκοσι, είκοσι δύο ώρες το εικοσιτετράωρο. Έτσι ήτανε. Ήτανε άγνωστα τα οχτάωρα τότε άλλωστε. Ο εργάτης πληρωνότανε με ποσοστά. Και τον συνέφερε, όσο πιο πολύ δούλευε τόσο πιο πολύ έπαιρνε. Βέβαια πρωτόγονα και όχι ακριβά. Κοίτα να δεις τώρα, σ' ένα βιβλίο που έχω γράψει για τα ελαιοτριβεία, γράφω και για την... Τι να σου πω τώρα, φύγαμε από το θέμα αλλά αξίζει–

Μ.Κ.:

Δεν υπάρχει–

Ε.Δ.:

Ναι. Κοίτα να δεις, εδώ στα Κύθηρα, αυτό το γράφει ο Γιάννης ο Κασιμάτης, το ξέρεις αυτό το βιβλίο του; Το «Από την παλαιά και σύγχρονη Κυθηραϊκή ζωή;» Δεν το ξέρεις. Πολύ αξιόλογο βιβλίο. Εγώ αυτό το βιβλίο λέω πρέπει να το βγάλει η εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών γιατί είναι, έχει χαθεί, έχει εξαντληθεί. Αυτός το τύπωσε το '57 και γράφει τα πάντα για τα Κύθηρα, δεν υπάρχει κάτι που να μην το 'χει αναφέρει. Γιατί θυμηθήκαμε τον Κασιμάτη;

Μ.Κ.:

Ήμασταν στο ελαιοτριβείο.

Ε.Δ.:

Α ναι. Γράφει ο Κασιμάτης ότι το νησί δεν είχε ελιές παλιά. Τις ελιές τις φέρανε οι Άγγλοι και συγκεκριμένα ο Μάκφιλντ, ο τοποτηρητής του νησιού την δεκαετία του '820. Γράφει, λοιπόν, ο Κασιμάτης ότι τότε, ο μεγαλύτερος παραγωγός του νησιού έβγαζε μία έως δύο λαΐνες λάδι την χρονιά. Που σημαίνει έξι έως δώδεκα οκάδες. Οι ελιές ήταν ελάχιστες, οι πιο πολλές ήτανε βρώσιμες και τις ελιές τις έφερε ο Μάκφιλντ την δεκαετία του '820 και επιδότησε τους χωρικούς που φυτέψανε ελιές. Η επιδότηση ήταν, σου χάριζε, αγγαρεία για να τις φυτέψουν. Αυτές οι ελιές λοιπόν, που φυτευτήκανε την δεκαετία του '820, μεγαλώσανε ύστερα από τριάντα χρόνια –[00:20:00]η ελιά ξέρεις αναπτύσσεται πολύ αργά–, άρχισαν να βγάζουνε λάδι, οπότε αναγκαστήκαν να κάνουνε τα πρώτα χειροκίνητα ελαιοτριβεία. Φύγαν απ' τον κύλινδρο που τελειώνανε και τις πατούσανε όταν ήταν έξι έως δώδεκα οκάδες σε έναν στίφτη επάνω και ρίχνοντας ζεστό νερό. Τα 'χω γραμμένα όλα σ' αυτό το βιβλίο, να στο δώσω; Ή θες να τα πούμε;

Μ.Κ.:

Εσείς εδώ πέρα, με το ελαιοτριβείο εδώ, πώς το λειτουργήσατε;

Ε.Δ.:

Λοιπόν, κοίταξε να δεις, τα ελαιοτριβεία τα πρώτα –το πιάσαμε απ' την αρχή το θέμα– για το πρώτο πρώτο έγινε το 1848. Είχανε μεγαλώσει οι ελιές, δεν μπορούσανε πια με το παλιό σύστημα να τις κάνουνε λάδι κι έγινε το πρώτο το οποίο έγινε εδώ στο Μανιτοχώρι και το έκανε η οικογένεια Καλούτση. Σιγά σιγά αυτά, με το πάροδο του χρόνου, γίνανε τριάντα χειροκίνητα στο νότιο νησί κι άλλα τριάντα στο βόρειο, χειροκίνητα ελαιοτριβεία, έχω και τις φωτογραφίες τους στο βιβλίο. Ύστερα που, με την βιομηχανική ανάπτυξη και τα λοιπά, γίνανε τα δεκαοχτώ μηχανοκίνητα, με υδραυλικά πιεστήρια πια, γιατί τα χειροκίνητα είχανε χειροκίνητα πιεστήρια, και σήμερα –αυτά τα δεκαοχτώ τότε βγάζανε την παραγωγή του νησιού που ήτανε περίπου 600 τόνοι λάδι την χρονιά– σήμερα είναι τέσσερα μόνο φυγοκεντρικά, σούπερ εξελιγμένα και είναι και περισσότερη η παραγωγή αλλά την βγάζουνε, την αντιμετωπίζουνε αυτά τα τέσσερα φυγοκεντρικά. Λοιπόν, το ελαιοτριβείο ήτανε μία τυραννία τότε. Μεγάλη τυραννία, σκληρή δουλειά, σου λέω γύρω στις είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο. Δυσκολίες μεγάλες, δυσκολίες και ταλαιπωρίες. Ήτανε μία δραστηριότητα αυτή που μας τυραννούσε, μας παίδευε. Τι άλλο θες; Για την περίοδο εκείνη. Εμείς είχαμε και μία βιοτεχνία αεριούχων ποτών. Άλλη ταλαιπωρία κι αυτή. Γιατί κι εκεί υπήρχανε δυσκολίες. Δεν υπήρχε ύδρευση και το νερό το βγάζαμε απ' τα πηγάδια, των οποίων πηγαδιών, των οποίων όλων των πηγαδιών το νερό δεν ήτανε πόσιμο κι αυτό το μη πόσιμο το χρησιμοποιούσαμε για να απλώνουμε τα μπουκάλια, άλλο μαρτύριο. Και το πόσιμο, είχαμε έναν γείτονα εδώ που είχε ένα βρυθικό πηγάδι που θεωρείτο πόσιμο και καθαρό το νερό της βρύσης και μας το έφερνεμε δύο-δύο γκαζοτενεκέδες –πρωτόγονα πράγματα όλα– αυτός κι ο γιός του και του πληρώναμε 1 δραχμή τον γκαζοτενεκέ. Αεριούχα ποτά. Τώρα κοίταξε να δεις, εκείνα τα χρόνια ό,τι μπορούσε ο κόσμος έκανε. Ο πατέρας μου ξεκίνησε από έμπορος. Ήτανε, είχε βγάλει μια εμπορική σχολή που υπήρχε τότε στο Γύθειο και ήρθε εδώ και άνοιξε ένα εμπορικό –κι αυτά είναι γραμμένα– κι έφερε υφάσματα ευρωπαϊκά. Ως τότε ο κόσμος ντυνότανε με υφαντά στον αργαλειό από τρίχα απ' τις προβατίνες και λοιπά. Έφερε λοιπόν ευρωπαϊκά υφάσματα κι έναν ράφτη και ράβανε κοστούμια. Κι έτσι ο Τσιριγώτης έφυγε από την βράκα, και πήγε, όποιοι μπορούσανε, στο κοστούμι το ευρωπαϊκό. Από κει, και πήγε πάρα πολύ καλά με αυτή την δουλειά. Ταυτόχρονα είχε δυο-τρεις αντιπροσωπείες τραπεζών, δεν υπήρχε τράπεζα ακόμα στα Κύθηρα τότε και είχε και κάνα-δυο, πρακτόρευε κάτι βαπόρια τα οποία παίρναν τους μετανάστες τότε για εξωτερικό, κυρίως Αμερική. Αυτές τις δουλειές έκανε και πήγαινε πάρα πολύ καλά. Αλλά κάποια στιγμή έγινε μία παραγωγή ελαιών –το '24 αν θυμάμαι καλά– πολύ μεγάλη, και πήγε και νοίκιασε, φοβόντουσαν ότι δεν θα προλάβουν τα υπάρχοντα ελαιοτριβεία να επεξεργαστούνε αυτή την μεγάλη παραγωγή, και πήγε και νοίκιασε ένα παροπλισμένο ελαιοτριβείο, το δούλεψε, κέρδισε, ενθουσιάστηκε, και ξεκίνησε κι έκανε το ελαιοτριβείο το χειροκίνητο, το μηχανοκίνητο από κάτω εδώ. Εδώ, σ' αυτό το κτίριο ήτανε από κάτω. Δύσκολες δουλειές όλες αυτές. 

Μ.Κ.:

Η συγκοινωνία πώς ήταν τότε;

Ε.Δ.:

Συγκοινωνία... Και τα καλά τα χρόνια παλιότερα λίγο, πριν βγούνε τα ατμόπλοια που πηγαίνανε με τα πανιά, και ήμουνα, και τελευταία εγώ στα μικράτα μου θυμάμαι που, ειδικά στην Κατοχή, σταματήσαν τα βαπόρια, με τα πανιά πηγαίναν στον Πειραιά. Τα ιστιοφόρα. Είχε και στην Πελαγία έναν που δεν θυμάμαι το όνομά του, ζούνε οι απόγονοί του, Κάπονας παρατσούκλι, νομίζω Μεγαλοκονόμος επώνυμο, που υπήρχε ένα καΐκι και πήγαινε στον Πειραιά με τα πανιά. Και στην Κατοχή αυτά, ξαναήρθαν τα πανιά γιατί δεν υπήρχε πετρέλαιο για τα μηχανοκίνητα που είχανε γίνει κάνα-δύο. Η συγκοινωνία, και τότε βέβαια με τα πανιά για να πας στον Πειραιά έκανες μια βδομάδα. Και με τα μηχανοκίνητα που είχανε στην αρχή ατμομηχανές και όχι ντιζελομηχανές. Εγώ θυμάμαι το, αυτό το «Μυρτιδιώτισσα» που πρωτοπλεύρισε εδώ στο Καψάλι είχε ατμομηχανή στην αρχή. Μετά την αλλάξανε. Με καζάνι, λέβητα, και τα λοιπά. Αργοκίνητες αυτές οι μηχανές, τσουφ τσαφ, τσουφ τσαφ. Και έκανε το «Μυρτιδιώτισσα» τότε να έρθει από τον Πειραιά εδώ στα Κύθηρα είκοσι δύο ώρες. Είκοσι δύο ώρες. Και γιατί ήτανε αργοκίνητο, αλλά και γιατί έπιανε πάρα πολλά λιμάνια, επειδή τότε δεν υπήρχανε δρόμοι. Ας πούμε Κυπαρίσσι-Γέρακα που έπιανε το βαπόρι, εξυπηρετούσε το βαπόρι. Μετά γίνανε οι δρόμοι. Μονεμβασία, είχε η Μονεμβασία δρόμο. Νεάπολη-Ελαφόνησο. Η Ελαφόνησος δεν είχε δρόμο. Και εκεί που δεν είχε καθόλου δρόμους και έπιανε όλο το Ταίναρο, ήταν ένα σωρό λιμάνια από κει τα οποία δεν υπήρχανε δρόμοι και πήγαινε το βαπόρι, το οποίο από το Γύθειο για να γυρίσει πίσω έκανε είκοσι τέσσερις ώρες να γυρίσει στον Πειραιά. Πέρναγε όλα.

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, τότε είχε γυριστεί το έργο «Το παιδί με το δελφίνι» στην Ύδρα, με την Σοφία Λόρεν, και είχε απογειώσει την Ύδρα τουριστικά. Και σκεφτόμουνα, λέω: «Να βρούμε κανέναν τρόπο κι εμείς να κάνουμε ντόρο για το νησί, να ακουστεί το νησί και τα λοιπά». Και σκέφτηκα να κάνω την Σχολή Θαλασσίου Σκι. Είχαμε αρχίσει και πρωτύτερα. Το σκι εγώ το αγαπούσα γιατί, πριν έρθει το σκι στην Ελλάδα έκανα πατινάζ, τότε που ήμουνα στην Σιβιτανίδειο, όπου στην Αθήνα υπήρχανε τρία ή τέσσερα πατινάζ; Τρία. Ήτανε ο Πρωτέας στο Κουκάκι, ήτανε τα Πεύκα στο Ζάπειο και ήτανε και το Πανελλήνιο στην λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκεί λοιπόν περνάγαμε τα σκασιαρχεία μας απ' το σχολείο και τρώγαμε τα χαρτζιλίκια μας. Και ήτανε κάτι που το είχα, ήταν πρωτοξαδέρφι τώρα το πατινάζ με το σκι. Κι όταν απέκτησα το πρώτο μου ταχύπλοο, λέω να κάνουμε σκι, και τα λοιπά. Και είναι γραμμένα κι αυτά στο πρώτο βιβλίο. Γιατί το είπαμε το σκι; 

Μ.Κ.:

Για το, εσείς στην ουσία φτιάξατε την σχολή.

Ε.Δ.:

Λοιπόν, κοίταξε να δεις, γυρίστηκε το έργο που είπαμε στην Ύδρα. Απογείωσε την Ύδρα τουριστικά. Και λέω: «Να βρούμε κι εμείς κάτι να φέρουμε τουρίστες» και σκέφτηκα να κάνω την Σχολή Θαλασσίου Σκι. Και συμπτωματικά βρέθηκε κι ο Χρήστος ο Λαμπράκης εδώ τότε, ένα Πάσχα, κι όταν του το είπα τρελάθηκε και βέβαια θέλησε να βοηθήσει. Και η βοήθειά του ήτανε, ξέρεις, μου λέει: «Πού θα βρεις κόσμο;». Του λέω: «Κοίταξε να δεις κύριε Λαμπράκη, εγώ δεν το κάνω για να φέρω κόσμο, το κάνω για να ακουστεί το νησί». «Όχι ρε παιδάκι μου, μια και το κάνεις να βρούμε και κόσμο, θα σου φέρω εγώ κόσμο». Και έρχεται την άλλη μέρα, ήτανε μία βδομάδα εδώ, και μου λέει: «Θα κάνεις το τμήμα της περιηγητικής -ένα τμήμα της περιηγητικής- αυτό είναι το ανθρωποκάζανο που θα σου φέρνει κόσμο». Δεν έφερε άνθρωπο η περιηγητική, κανένανε, γιατί είπαμε το βαπόρι είκοσι δύο ώρες να 'ρθει τότε, ο τουρισμός δεν είχε αναπτυχθεί. Πού να φέρει κόσμο η περιηγητική; Ούτε κι αυτοί κάνανε καμία εκδρομή στα Κύθηρα τότε εκείνη την περίοδο. Πώς να 'ρθουνε στα Κύθηρα με είκοσι δύο ώρες ταξίδι; Και μου λέει: «Και πού θα τους κοιμίζεις;». «Στο ξενοδοχείο της μάνας», είχαμε ξενοδοχείο εμείς εδώ, το πρώτο. «Που είναι είκοσι κρεβάτια και είναι πάντα γεμάτα; Πρέπει να βρούμε τρόπο». Κι έρχεται την άλλη μέρα και μου λέει: «Σου βρήκα τρόπο». Ήταν τότε ένας θεσμός, Το Ξενοδοχείο του Χωριού. Ήσουν αγέννητη εσύ. Αυτό το Εθνικό Ίδρυμα τότε, για να δημιουργήσει μια κίνηση στην επαρχία την ελληνική και λοιπά, μοίραζε εξοπλισμό για να γίνουνε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Κι ο εξοπλισμός ήτανε τότε, είχαμε πάρει το τελευταίο δάνειο του προγράμματος, το πρόλαβε ο Λαμπράκης. Μου λέει: «Το έχουν εγκρίνει για την Πορταριά αλλά η Πορταριά έχει πάρει κι άλλο, οπότε αυτό θα το πάρετε εσείς». Και το πήραμε εμείς. Και ήτανε εξοπλισμός για να δημιουργηθούνε πενήντα δύο κρεβάτια, είκοσι έξι δίκλινα δωμάτια. Τα μοιράσαμε λοιπόν αυτά τότε –είναι γραμμένα στο βιβλίο– σε διαφόρους, όσους θέλανε, κι έτσι ξεκίνησε το ενοικιαζόμενο. Το ενοικιαζόμενο. Και γλυκαθήκανε και άλλοι, είδανε ότι βγαίνουνε λεφτά από το ενοικιαζόμενο και κάνανε και άλλοι, έχει γεμίσει ο τόπος τώρα ενοικιαζόμενα. Αυτά. 

Μ.Κ.:

Και μάθατε και κολύμπι στα Τσιριγωτάκια;

Ε.Δ.:

Μετά έκανα τον Όμιλο. Ο Όμιλος, με οδήγησε η Σχολή Θαλασσίου Σκι να κάνω τον Όμιλο. Γιατί αυτά τα παιδιά που ερχόντουσαν δεν ήταν Τσιριγωτάκια, για να μάθουν σκι, ήτανε δελφινάκια στην θάλασσα, και τα δικά μας ήτανε τελείως αγράμματα από πλευράς κολύμβησης και θάλασσας. Και γι' αυτό έκανα τον Όμιλο, για να μαθαίνουν τα Τσιριγωτάκια κολύμπι και τα οποία μάθανε κολύμπι, διότι ο Όμιλος λειτούργησε είκοσι χρόνια περίπου και κατάφερνα κι έφερνα καλούς προπονητές δασκάλους. Αυτό πώς το καταφέρναμε. Κοίταξε να δεις, είχαμε βγάλει πρωταθλητάς στον Όμιλο, στα Κύθηρα. Πρωταθλητάς Ελλάδος. Κι έτσι μας επιδοτούσε η Γενική Γραμματεία, γιατί η Γενική Γραμματεία ήθελε –Αθλητισμού– ήθελε πρωταθλητισμό. Και μας δίνανε 400 χιλιάρικα την χρονιά με τα οποία πληρώναμε προπονητάς, λεωφορεία και κουβαλούσαν τα πιτσιρίκια και τα έξοδα για τις, τα άλλα τμήματα τα πληρώναμε απ' την τσέπη μας, θαλάσσιο σκι και ιστιοπλοΐα που[00:30:00] φέρνανε πρωταθλητές Ελλάδος. Κι έτσι έχει μάθει ένα μεγάλο νούμερο των παιδιών στο Τσιρίγο θα πω. Όλα θα πω, γιατί τα στέλναν όλα. Στέλνανε δυο λεωφορεία την ημέρα και φέρνανε διακόσια παιδιά κάθε μέρα στο Καψάλι. Αργότερα στέλναμε τους προπονητάς το απόγευμα και στην Αγία Πελαγία και στον Αυλέμονα κα κάνανε κι εκεί το απόγευμα μαθήματα κολύμβησης. Κι όπως λέω, σήμερα το Τσιρίγο, τα Τσιριγωτάκια είναι τα πιο καλογυμνασμένα παιδιά της Ελλάδος στην θάλασσα. Και ενώ η Ελλάδα είναι πρώτη στους πνιγμούς στην Ευρώπη και δεύτερη στον κόσμο, στο νησί εδώ δεν έχει πνιγεί κανένα παιδί τα τελευταία χρόνια. Κανένα. Έχουνε γίνει κάνα-δυο πνιγμοί αλλά όχι Τσιριγωτάκια. Τσιριγώτες. Ξένοι πνιγήκανε κάνα δυο-τρεις τελευταία εικοσαετία-τριακονταετία. Τσιριγωτάκι κανένα. Είναι δελφινάκια όλα. Εμένα μου 'χει τύχει, τώρα ύστερα από χρόνια είχα φύγει και γύρισα, και είδα παιδί στην θάλασσα και με πήραν τα κλάματα απ' την τελειότητα που κολυμπούσε. Γιατί φέραμε προπονητάς, όχι δασκάλους κολύμβησης, προπονητάς. Και μαθαίνανε το κολύμπι ολόσωστα. Όλες, τις τρεις κατηγορίες. Πρόσθιο, ελεύθερο και, ποιο άλλο είναι; Ελεύθερο είναι το λεγόμενο κρόουλ. Δελφίνια. Πρόσθιο και Ύπτιο. Όλα. Γιατί οι προπονητές τα μαθαίνανε όλα. Αυτά. Σε έπρηξα.

Μ.Κ.:

Τους προπονητές πώς τους είχατε βρει;

Ε.Δ.:

Προπονητές; Από άλλους Ομίλους.

Μ.Κ.:

Είχατε κατέβει ο ίδιος; Είχατε ανέβει μάλλον.

Ε.Δ.:

Εγώ ήδη είχα φύγει στην Αθήνα. Τον Όμιλο τον ίδρυσα το '68 και το '75, σε εφτά χρόνια πήγαμε στην Αθήνα, γιατί είχανε μεγαλώσει τα παιδιά, έπρεπε να σπουδάσουνε. Και εκεί, συμπτωματικά, στο σπίτι μου απέναντι ήταν μια πισίνα της φοιτητικής εστίας, της φοιτητικής εστίας Πατησίων, και από κει βρήκα τον πρώτο προπονητή και με τον πρώτο μετά βρήκα κι άλλους πολλούς. Ήταν ο Μουδάτσος ο Αντώνης. Ήτανε προπονητής σε αυτή την πισίνα. Σύμπτωση που ήταν απέναντι απ' το σπίτι μου η πισίνα της φοιτητικής εστίας. 

Μ.Κ.:

Και οι πρώτοι σας μαθητές; Πώς είχαν έρθει;

Ε.Δ.:

Λοιπόν, τους πρώτους μαθητές τους μαθαίναμε μόνοι μας. Το συμβούλιο του Ομίλου. Εντάξει, το 'χαμε πει, το είχαμε διαδώσει, στείλανε παιδιά, δεν στείλανε πολλοί, λίγοι στείλανε, και είχα υποχρεώσει τους συναδέλφους, τους συνεργάτες στο συμβούλιο να κατεβαίνουνε δύο απ' αυτούς την Δευτέρα, δύο άλλοι την Τετάρτη και δύο άλλοι την Παρασκευή. Εγώ ήμουνα κάθε μέρα. Και κάναμε εμείς τα μαθήματα τα πρώτα στα παιδιά, τα οποία πρώτα μαθήματα τότε, δεν ήμασταν κι εμείς κολυμβητές, δεν τα ξέραμε καν τα, όλα αυτά τα τυποποιημένα. Απλά τα μαθαίναμε να πλέουνε, να κολυμπούνε και λοιπά. Και τα μαθαίναμε. Ύστερα, αρχίσαμε να φέρνουμε τους προπονητές που έγινε η σωστή δουλειά. Ναυτικός Όμιλος Κυθήρων. Έκανε τα Κύθηρα από άγνωστα πασίγνωστα, γιατί χρόνια ολόκληρα γράφανε οι εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδος για τον Ναυτικό Όμιλο Κυθήρων. Όπου πηγαίναμε τότε για αγώνες και ακούγανε Κύθηρα, μας ρωτάγανε: «Πού είναι τα Κύθηρα;». Τώρα τα Κύθηρα τα ξέρει όλη η Ελλάδα απ' τον Όμιλο. Που κάναμε πρωτιές, γράφανε εφημερίδες, περιοδικά και ιστορίες. Αυτά με τον Ναυτικό Όμιλο.

Μ.Κ.:

Θυμάστε κάποιον αγώνα που σας έχει μείνει;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, θυμάμαι αρκετούς αγώνες, αλλά εκείνοι οι αγώνες που μένανε ήταν οι αγώνες που παίρναμε πρωταθλήματα. Περιγράφονται κι αυτοί στο βιβλίο. Όπως στον Βόλο, τότε που είχε πάρει τους πανελληνίους ο Βόλος και φέραμε 1ο-3ο, κι έγραψα, θα το 'χεις διαβάσει, ναι. Κι άλλοι αγώνες εδώ στον Σαρωνικό με άλλες κατηγορίες σκαφών, κι αργότερα που φύγανε απ' τα Optimist οι δικοί μας οι πρώτοι δύο, ήρθαν κι άλλοι πιτσιρικάδες, πηγαίνανε κι αυτοί καλά. Αυτά.

Μ.Κ.:

Κι ένα ατύχημα υπήρχε κάποια στιγμή–

Μ.Κ.:

Τι πράγμα;

Μ.Κ.:

Ένα ατύχημα υπήρχε κάποια στιγμή, είχε κακό καιρό νομίζω;

Ε.Δ.:

Α ναι, ήτανε στους πανελληνίους του Βόλου μια μέρα. Έγινε ένας χαμός. Δεν ήταν την χρονιά που πήραμε το πρωτάθλημα, ήταν μια επόμενη χρονιά, μεθεπόμενη, δεν θυμάμαι, όπου αυτοί τότε φυλάγανε τους πρωταθλητές. Απ' αυτούς κινδυνεύανε. Και προσπαθούσαν να δημιουργούν εμπόδια στους πρωταθλητές. Λοιπόν, ένα εμπόδιο ήταν ότι εμένα δεν με αφήσανε να μπω στο πλοίο επιτροπής. Με στείλανε με ένα ψαράδικο, ήμουν συνοδός. Στο πλοίο επιτροπής μπήκανε ατζαμήδες κι έγινε το μπουρίνι και δεν το πήραν χαμπάρι και έγινε το ατύχημα που σπάσανε όλα τα σκάφη του αγώνα. Ευτυχώς δεν έγινε σοβαρότερο ατύχημα, να πνιγεί παιδί και λοιπά.

Μ.Κ.:

Τι ατύχημα δηλαδή;

Ε.Δ.:

Τι πράγμα;

Μ.Κ.:

Τι ατύχημα δηλαδή;

Ε.Δ.:

Κοίταξε, πήρε ένα μπουρίνι 10 μποφόρ και ανέτρεψε όλα τα σκάφη και τα έσπασε κιόλας τα σκάφη. Οι πιτσιρικάδες βγήκανε κολυμπώντας όλοι, αλλά τα σκάφη τα έσπασε, τα 'ριξε στις στεριές έξω, στις πέτρες και λοιπά και γίνανε μπίλιες. Αυτό ήταν το ατύχημα. Γράψανε οι εφημερίδες τότε, και οι απαισιόδοξοι και οι αισιόδοξοι. Και μου φέρνανε τότε αποσπάσματα, τα 'χω κι αυτά στο βιβλίο.

Μ.Κ.:

Εσείς εκείνη την στιγμή πώς αντιδράσατε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, ήμουνα στο ψαράδικο. Εγώ είδα ότι ο καιρός χαλάει και θα γίνει ο χαμός και του λέω του ψαρά, λέω: «Μάζευέ τα να φύγουμε». Και φύγαμε. Αλλά μας έπιασε στον δρόμο το μπουρίνι, τον βοήθησα, καπακώσαμε όλα τα καπάκι των αμπαριών, του σκάφους και τα λοιπά, κι έτσι βγήκαμε όπου μας πήγε ο αέρας. Ήτανε το λιμανάκι της Αρετσούς, το 'χανε μαρίνα αυτό, βγήκαμε εκεί. Εκεί βγήκανε και κάτι δικοί μας, εκεί με σπασμένα σκάφη, ευτυχώς γεροί και από κει πήγαμε, με όποιο μέσο βρήκαμε στον Όμιλο που ήτανε 3-4 χιλιόμετρα και τα λοιπά. Εκεί βρήκα τον Αντώνη που ήτανε πρωταθλητής της Ελλάδος έξω. Είχε έρθει, είχε φέρει το σκάφος, με σκισμένο μεν πανί, αλλά το έφερε και βγήκανε, οι πέντε-έξι πρώτοι βγήκανε με τα σκαφάκια τους έξω. Των υπολοίπων όλων τα 'σπασε τα σκάφη τους ο καιρός. Και βρήκανε μετά καινούρια άλλα σκάφη και συνεχίστηκε ο αγώνας. Όπου ερωτηθήκαμε εμείς οι αρχηγοί των ομάδων αν θα συνεχίσουμε και οι πρώτοι που είπαμε ότι θα συνεχίσουμε ήμασταν τα Κύθηρα. Και άλλα πολλά. Επόμενη ερώτηση.

Μ.Κ.:

Εσείς, μετά πώς σταμάτησε ο Ναυτικός Όμιλος;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, είχα τάξει στον εαυτό μου ένα μεγάλο σκάφος το οποίο το έφτιαξα, το έχω φωτογραφία εκεί επάνω, το «Κατερίνα», έχω γράψει και βιβλίο για το «Κατερίνα». Οπότε το «Κατερίνα» μού πήρε όλο μου τον χρόνο, δεν είχα πια χρόνο να ασχολούμαι με ιστιοπλοΐα, και ακόμα σκέφτηκα, λέω: «Για βάστα ρε. Δεν είμαι μόνο εγώ ο μπαμπάς, είναι κι άλλοι μπαμπάδες, να ασχοληθούνε κι άλλοι». Κι έτσι ατόνησε η ιστορία. Οι μπαμπάδες δεν είναι λολοί όλοι. Τρελοί. Είναι γνωστικοί και τα εγκαταλείψαμε. Κρίμα. 

Μ.Κ.:

Νομίζω ότι αξίζει να πούμε λίγο για το λιμάνι στο Καψάλι.

Ε.Δ.:

Ναι. Είναι κι αυτό γραμμένο εκεί, με πλήρεις λεπτομέρειες. Αυτό που σου γράφω.

Μ.Κ.:

Τι υπήρχε αυτή την εποχή αρχικά; Γιατί δεν το γνωρίζουμε.

Ε.Δ.:

Τι είχε; Είναι φωτογραφίες όλα. Πρώτα εκεί ήτανε... Να τι ήτανε. Ήταν ένα μολάκι μικρό που είχε γίνει νομίζω το 1910 και την κατασκευή του είχε αναλάβει ο πατέρας του Λουράντου, του χρηματοδότη του καινούριου έργου, και είχε δουλέψει και ο Λουράντος εκεί πιτσιρικάς πριν φύγει στη Αυστραλία και κάνει τα λεφτά. Λοιπόν, έτσι ήταν η κατάσταση. Σταματούσε το βαπόρι ανοιχτά, βγαίναν οι βάρκες να πάρουν τους επιβάτες. Αυτά. Όπου κάποια μέρα τελειώσαν οι βαρκάρηδες. Όπως το γράφω. Τελειώσανε οι βαρκάρηδες γιατί κανένας μπαμπάς δεν έκανε το παιδί του βαρκάρη. Ή στο εξωτερικό τα στέλνανε μετανάστες ή στα βαπόρια μπαρκάρανε ναυτικοί. Είναι γραμμένο αυτό κεφαλαία και λέει πώς πιάστηκε η ιδέα, που τελειώσανε οι βάρκες και πήρε ο πράκτορας έναν φίλο του καφετζή με ένα μικρό βαρκάκι και τους βγάλανε δύο-δύο. Ε και μου 'ρθε η ιδέα, λέω να κάνουμε έναν μόλο να πιάνει το βαπόρι. Και από εκεί ξεκινώντας έγινε ο μόλος. Με πολύ τεράστιες δυσκολίες, αλλά έγινε. Αυτά είναι γραμμένα εδώ. τώρα να στα πω; Για να γραφτούνε στο...

Μ.Κ.:

Αρχικά θέλω να ρωτήσω, ήτανε φαντάζομαι πολύ δύσκολο η μεταφορά με τις βάρκες, έτσι; Ήταν επικίνδυνο μάλλον.

Ε.Δ.:

Όπως γράφω, εκείνο που φοβότανε ο επιβάτης τότε, την βάρκα φοβότανε. Δεν φοβότανε το ταξίδι είκοσι ώρες. Την βάρκα. Ήτανε φοβερή δυσκολία η βάρκα, ειδικά όταν ήτανε φουρτούνα, που ήτανε ακόμα μεγάλος κίνδυνος να μπει η σκάλα του βαποριού, γιατί η βάρκα πήγαινε κοντά στο βαπόρι στην σκάλα. Όταν λοιπόν ήτανε φουρτούνα, ήταν κίνδυνος μεγάλος να μπει η σκάλα στην βάρκα και να την βουλιάξει. Κι έτσι τότε όπως το γράφω, τους επιβάτες τους μπαινοβγάζανε από το μπαρκαρίζο, ήτανε μια πορτούλα μικρή για τα εμπορεύματα στο πλάι του, κι από κει τους μπάζανε και λέω: «Άρχιζε -γράφω- ένα μακάβριο μπάσκετ. Μπασκετμπολίστες οι βαρκάρηδες και μπάλα οι επιβάτες», τους πετάγανε, πεταχτούς, δηλαδή μιλάμε μαρτύρια. Αυτά. 

Μ.Κ.:

Είχε γίνει κάποιο ατύχημα;

Ε.Δ.:

Όχι, ευτυχώς δεν είχε γίνει. Δεν είχε γίνει, παρά τον κίνδυνο. Και ήτανε προσεκτικοί οι βαρκάρηδες, τα ξέρανε καλά, ήταν εκπαιδευμένοι. Και έτσι δεν είχε γίνει τίποτα.

Μ.Κ.:

Είχε τύχει να έρθει μέχρι εδώ πέρα το πλοίο και να μην μπορέσει τελικά να γίνει η μεταφορά;

Ε.Δ.:

Αυτό γινόταν πολλές φορές, να μην μπορέσει να «πιάσει» το βαπόρι όπως λέγαμε. Είχε γραφτεί κι ένα ωραίο άρθρο παλιά. Κοίταξε να δεις, στην Αγία Πελαγία που έπιανε τότε, με βοριά δεν έπιανε. Οπότε κατέβαινε, ερχότανε Καψάλι, και τύχαινε και με σιροκάδα στο Καψάλι να μην πιάσει,. Περνούσε, σφύριζε και τραβούσε για την επόμενη, για τον επόμενο σταθμό. Βεβαίως. Αλλά αυτά ο κόσμος τα είχε μάθει πια, τα ήξερε καλά και έτσι, όταν ήτανε βοριάς ερχόντουσαν όλοι εδώ και περιμένανε το βαπόρι [00:40:00]και όταν ήταν σιρόκος πηγαίναν όλοι στην Πελαγία και μπαίναν από κει ή βγαίνανε. Είχε έρθει και το αυτοκίνητο επιτέλους. Υπήρχε και περιστατικό, που το γράφει ένας Αργυρόπουλος, ωραίος άνθρωπος, που ήτανε, ένα μήνα γυρίζανε από Καψάλι, Αβλέμονα και λοιπά γιατί δεν ξέρανε αν θα πιάσει και πού θα πιάσει το καΐκι τότε. Τότε. Και ήτανε με τα μπαγκάζια τους, πότε εδώ και πότε εκεί και πότε παρακεί για να σταματήσει το βαπόρι να μπούνε μέσα. Δεν ήτανε βαπόρι, καΐκια τότε, με τα πανιά.

Μ.Κ.:

Και τελικά σας έρχεται η ιδέα.

Ε.Δ.:

Ναι. Ναι μου ήρθε η ιδέα αυτή, λέω να κάνω έναν μόλο να πηγαίνει το βαπόρι και άρχισε... Είναι γραμμένα τα πάντα. Είναι τι να σου πω τώρα, να στα πω όλα πάλι, να τα επαναλάβω;

Μ.Κ.:

Πείτε μου–

Ε.Δ.:

Στις συνελεύσεις του Συνδέσμου ερχόντουσαν είκοσι άτομα, ήρθανε διακόσια! Υπήρχανε και αντιδραστικοί. Είχανε κυκλοφορήσει και σλόγκαν, όπως λέω. Λέγανε ότι ο «Σιγουρομανόλης -το καλλιτεχνικό μου- ελέλεψε -ξέρεις τι είναι το ελέλεψε, ναι- και θέλει να πάρει τα λεφτά του Συνδέσμου να τα πετάξει στην θάλασσα». Έγινε χαμός. Τέλος πάντων, δεν τολμήσαμε να πάρουμε, δεν μπορέσαμε να πάρουμε τις 200 χιλιάδες. Μας δώσανε όμως 60 χιλιάδες, μας δανείσανε, για να πάρουμε την μπετονιέρα και τα καροτσάκια τα οποία, χωρίς τα οποία δεν μπορούσε να ξεκινήσει τίποτα. Μας το είπε ο Κόκσμα αυτό. Τον έχεις ακουστά τον Κόκσμα; Ο Κόκσμα ήταν ένας μηχανικός, πολιτικός μηχανικός, τον είχε στείλει εδώ το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, και έκανε διάφορα κοινωφελή έργα και λοιπά. Και τον χρησιμοποιήσαμε τον Κόκσμα. Μας είπε λοιπόν: «Παιδιά, χωρίς μπετονιέρα και καροτσάκι δεν μπορούμε να κάνουμε μπρος καθόλου». Και πήραμε αυτά τα 60 χιλιάρικα με τα οποία αγοράσαμε, 84 χιλιάρικα δώσαμε για τα καροτσάκια και την μπετονιέρα, τα βάλαμε απ' την τσέπη μας τα υπόλοιπα, και τα πήραμε, και ήρθαμε κάτω και ξεκινήσαμε. Είχαμε πει και κάτι άλλο, γιατί είχε δημιουργηθεί μία τεράστια αντίδραση στον Σύνδεσμο, λόγω του ότι θέλαμε να πάρουμε αυτά τα λεφτά, είχε γίνει χαμός από αντίδραση. Τους είπαμε λοιπόν, το 'φερε η κουβέντα, ότι: «Εμείς, από την ώρα που θα ξεκινήσουμε, σε λιγότερο από τρεις μήνες και με λιγότερα από 250 χιλιάδες θα πλευρίσει το βαπόρι». Καλά καλά ούτε εμείς δεν το πιστεύαμε. Όμως το βαπόρι πλεύρισε σε ογδόντα εννέα μέρες. Σε τρεις μέρες λιγότερο από όσο είχαμε υποσχεθεί. Και με 235 χιλιάδες μόνο.

Μ.Κ.:

Πώς, από το νησί ποια ήταν η αντίδραση; Βοηθούσανε;

Ε.Δ.:

Υπήρχανε λίγοι. Καταρχήν, αυτοί τότε που αντιδράσανε, που δεν θέλαν να δώσουν τα λεφτά, που φοβόντουσαν ότι θα αποτύχουμε, δεν είχανε κάνει εκλογές στον Σύνδεσμο. Έπρεπε να 'χουνε κάνει εκλογές από μήνες πριν και δεν τις είχανε κάνει. Τους είπα λοιπόν τότε, λέω: «Παιδιά κάντε τις εκλογές, να βγει ένα καινούριο συμβούλιο και θα δούμε τι θα γίνει». Κάνανε εκλογές, δεν μας ψηφίσανε εμάς όλους. Βγήκανε, είναι γραμμένα όλα, στο συμβούλιο τέσσερις απ' την παλιά σχολή που ήταν εναντίον, που δεν πιστεύανε ότι μπορεί να κάνουμε λιμενικό έργο, και τρεις από μας. Είχαν την πλειοψηφία, γι' αυτό δεν μας δώσανε λεφτά, μας δώσανε μόνο τις 60 χιλιάδες, μας τις δανείσανε. Και στα πρακτικά, που τα 'βρα μετά στην πορεία, γράψανε ότι την μπετονιέρα που αγοράσαμε και τα καροτσάκια τα θέλουνε για να αποτελειώσουν την αίθουσα. Δεν πιστεύανε με καμία δύναμη ότι θα επιτύχουμε κάτω. Και δεν είπανε ότι τα δανείσανε για να κάνουμε τον μόλο, παρά τα δανείσανε, τα διαθέσανε για να γίνει η αίθουσα. Τέλος πάντων. Έγινε μια πολύ μεγάλη αντίδραση τότε από πολύ κόσμο. Δεν πιστεύανε ότι είναι δυνατόν να κάνουμε λιμενικό έργο. Και γι' αυτό αντιδράσανε. Λοιπόν, τι άλλο να σου πω τώρα; Κάτι πήγαμε να πούμε αλλά φύγαμε από το θέμα. 

Μ.Κ.:

Πώς ξεκινήσανε οι εργασίες;

Ε.Δ.:

Πήραμε τις προφορικές οδηγίες, κι αυτά είναι γραμμένα και είναι και φωτογραφημένα. Μας είπε ο Πίπας τότε, ο λιμενολόγος, πώς θα εργαστούμε, τα εφαρμόσαμε όλα βέβαια όσα μας είπε με προσοχή και επιμέλεια και μάλιστα εγώ, όπως γράφω, έβαλα κι κάτι παραπάνω. Δηλαδή ο Πίπας είναι... Όλα αυτά είναι γραμμένα, κάτσε λίγο θα τα βρούμε. Να τα. Εδώ είναι, είναι η πρώτη μέρα που ξεκινήσαμε. Μας είπε, λοιπόν, ο Πίπας: «Θα κόβετε βράχια. Με την πέτρα που θα βγαίνει απ' το κόψιμο των βράχων θα χτίσετε έναν τοίχο, ξερολιθιά», τον οποίο και χτίζαμε. «Και όταν πηγαίνετε 50 μέτρα, θα ντύνετε τον τοίχο αυτόν από πάνω και μπροστά με 30 πόντους μπετόν». Εμείς δεν βάλαμε μόνο 30, βάλαμε 50 πόντους μπετόν. Και κάναμε και άλλα δικά μας για σιγουριά, η οποία απέδωσε πάρα πολύ γιατί το έργο δεν έπαθε ποτέ τίποτα. Φτάσαμε σε τρεις μήνες στο σημείο να πλευρίσει το βαπόρι. Σε τρεις μήνες. Να, βλέπω εδώ, δείχνω τα πρώτα κομμάτια που κάναμε. Δεν μας αφήσανε να πάρουμε και αμμοχάλικο απ' την παραλία τότε για αντίδραση, παρά το πληρώσαμε σε νταμάρι, 100 θυμάμαι, 104 δραχμές τότε το κυβικό. Σε είκοσι οχτώ μέρες το βαπόρι, σε τρεις μέρες λιγότερο από τρεις μήνες το βαπόρι πλεύρισε. Το είχαμε πει. Και με κόστος λιγότερο από 250 χιλιάδες, μερίδες, τα λέμε όλα αυτά. Και τώρα έγινε και κάτι άλλο. Έγινε το εξής. Μας βγάλανε κάτι λεφτά για το λιμενικό ταμείο, 105 χιλιάδες και πήγε κάποιος κερατάς και είπε ότι κάνουμε αηδίες, ότι ο πρώτος σιρόκος θα τα πάρει και δεν μας τα έστελναν τα λεφτά. Είχε φτάσει 20-, Χριστούγεννα της χρονιάς εκείνης, τώρα '62, '61, δεν θυμάμαι τι από τα δύο, και τα λεφτά δεν ερχόντουσαν και αν δεν τα παίρναμε ως το τέλος του χρόνου, γυρίζανε πίσω. Πήρα λοιπόν άλλους δυο, πήγαμε στην Νομαρχία που ήτανε τότε στο Κολωνάκι, ήτανε Αναγνωστοπούλου, κι όπως λέω, ο προϊστάμενος της Νομαρχίας ο Σταμπούζος δεν μας δέχτηκε. Ο Γκενεράλης, ο Διευθυντής, δεν μας δέχθηκε. Μας έστειλε στον Σταμπούζο. Είχε πάει κάποιο κάθαρμα από δω και τους είπε ότι τα πετάξαμε τα λεφτά στην θάλασσα, θα τα πάρει η πρώτη φουρτούνα, ιστορίες. Όταν λοιπόν πήγαμε στον Σταμπούζο, τον προϊστάμενο Τεχνικών Υπηρεσιών, άρχισε και μας έβριζε, κανένα δεκάλεπτο. Τον άφησα. Ασ' τον να λέει. Κάποια στιγμή τελείωσε, του λέω: «κύριε Σταμπούζο, απ' όσα είπατε, σωστά είναι τα μεγέθη που είπατε. Όντως το έργο έχει τόσο μήκος, τόσο βάθος, τόσο πλάτος. Κι εγώ -λέω- θα σου πω ένα νούμερο -λέω- κι εσύ θα μου πεις τι κάναμε». Λέει: «Τι θα μου πεις;». Λέω: «Θα σας πω ότι πήγανε 5,5 χιλιάδες σακιά τσιμέντο». Πήρε το λογαριθμικό κανόνα, τότε δεν υπήρχανε κομπιουτεράκια, κάνει κάτι κινήσεις, λέει: «Παιδιά φρούριο κάνατε». Λέμε: «Ναι κύριε Σταμπούζο, κάναμε φρούριο». Πήγε στον άλλο που δεν μας είχε δεχτεί, τον Γκενεράλη, του τα 'πε. Ο Γκενεράλης, Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της νομαρχίας, πήρε τηλέφωνο τον Διευθυντή λιμενικών έργων του υπουργείου –ήταν ενήμεροι όλοι– του τα 'πε. Λέει: «Στείλε μου τους από δω». Και πήγαμε από κει, μας ζήτησε να του κάνουμε μία περιγραφή, λέει: «Θα 'ρθω κάτω να τα δω κι αν είναι όπως τα λέτε θα σας βγάλω και 300 χιλιάδες για να προχωρήσετε». Εγώ εκείνη την ώρα του λέω: «Δώσε μας τα 300 και να χρωστάμε». «Α, δεν κατάλαβες -λέει-, Τα 300 χιλιάρικα είναι για να προχωρήσετε, είναι για να κάνετε μπλόκια και τέτοια, δεν είναι για να απλώσετε βερεσέ». Και ήρθαν όντως ο Γκενεράλης κάτω –έχω και φωτογραφία– το φωτογράφισε το έργο. Και όπως γράφω, είχε την φωτογραφία στον τοίχο του γραφείου του, μια τεράστια μεγέθυνση, όλος ο τοίχος, και την είχε, την είχανε χαρακτηρίσει έργο του Υπουργείου. Κάτσε να δούμε αν θα τα βρούμε. Μου φαίνεται ότι... Ήρθε ο Γκενεράλης, τα είδε, του αρέσανε, μας έβγαλε τα 300 χιλιάρικα όπως είπαμε, κάναμε τα μπλόκια με αυτά τον χειμώνα και τον άλλο χρόνο ήρθε ο γερανός και τα ρίξανε. Σημειωτέον ότι τον γερανό αυτόν επάλευε ο κακομοίρης ο μακαρίτης ο Πουλάκης, πάλευε στην Πελαγία αυτός, πάλευε δέκα χρόνια. Του είχε στείλει και ένας Γεωργόπουλος του Πουλάκη από την Αμερική, ένας Γεωργόπουλος, Τσιριγώτης απ' τα Λογοθετιάνικα, του είχε στείλει λεφτά και είχε κάνει ογδόντα τέσσερα μπλόκια. Τα είχε δέκα χρόνια στην παραλία, τα είχε, είχανε θαφτεί στην άμμο και δεν μπορούσανε να φέρουνε γερανό. Κι όταν πήγα στην Αθήνα και πήγα στον Γκενεράλη, στον Αγγελίδη, και του 'πα ότι είμαστε έτοιμοι, μου λέει: «Πάρε ένα μολύβι -μου λέει-, πάρε ένα χαρτί και γράφε», και μου υπαγορεύει να κάνω μια αίτηση στο... Μου λέει, ήτανε τότε το Ειδικό Ταμείο Μηχανημάτων Ειδικών Έργων. Είχε τα μηχανήματα δηλαδή, τα ρυμουλκά, τους γερανούς και τα λοιπά. Και μου λέει και γράφω για δέκα μέρες. Λέω: «Κύριε Γκενεράλη -λέω- δέκα μέρες;». «Γράφε. Κοίτα να δεις -μου λέει- αν τα ζητήσουμε για παραπάνω, τα λεφτά που έχουμε 300 χιλιάδες είναι για δέκα μέρες, δεν θα μας στείλουνε. Λοιπόν, γράψε για δέκα και όταν έρθουν κάτω τα μηχανήματα ας έρθουν να τα πάρουν, εμείς είμαστε εδώ». Και τα κρατήσαμε εξήντα τέσσερις μέρες. Τριάντα δύο στο Καψάλι, τα τέλειωσε όλα, τους στείλαμε και στην Πελαγία, έριξε τα μπλόκια του Γεωργόπουλου, έκανε εκεί και λιθορριπή προστασίας, άλλες τριάντα δύο μέρες, και έφυγε με ένα χρέος το Λιμενικό Ταμείο 800 χιλιάδες. Εντάξει, τα πλήρωσε στην πορεία το Λιμενικό Ταμείο, σιγά σιγά. Κι έτσι γίνανε αυτοί. Και στην Πελαγία έγινε ένα ωραίο κομμάτι τότε, αλλά η Πελαγία είχε την κατάρα της προσάμμωσης. Κάνανε δέκα χρονάκια τώρα, το καλοκαίρι, τον χειμώνα το κουκούλωνε η άμμος. Δεν ξέρανε αυτήν την λεπτομέρεια. Και πάλευε ο κακομοίρης ο Πουλάκης κάθε χρόνο ένα κομμάτι, το κουκούλωνε η άμμος. Και βγήκανε και αυτοσχέδιοι τότε λιμενολόγοι. Κάμποσοι τότε είχανε πει να κάνουν μια τρύπα να περνάει η θάλασσα να ξεπλένει την άμμο, να φεύγει, αλλά η τρύπα βούλωσε σε μία βδομάδα. Ύστερα είχανε κάνει εκείνα τα βράχια με τους ογκολίθους, μπορεί να τα είχες δει, στην παραλία, κάθε τόσο. Κι αυτά, βουλώσανε κι αυτά γιατί η προσάμμωση είναι ένα φαινόμενο γνωστό στους ειδικούς, η οποία λέει –και έτσι συμβαίνει– όταν το βάθος του κόλπου είναι λιγότερο από 10 μέτρα και ο κόλπος είναι αμμώδης, με τις φουρτούνες σηκώνεται η θάλασσα, η άμμος, και όταν μπονατσάρει πάει και κάθεται όπου έχει απανεμίδα. Έτσι γινόταν η προσάμμωση. Η οποία γινόταν, υπήρχε τρόπος να μην γίνε[00:50:00]ται, αλλά έπρεπε να πάνε πάνω από 10 μέτρα. Και για να πάνε πάνω από 10 μέτρα, σχεδόν ήταν αδύνατο, ήταν πολύ, πανάκριβο το έργο. Αυτό που λέω τώρα έχει γίνει στον Φλοίσβο, που υπέφερε ο Φλοίσβος από προσάμμωση. Αλλά πήγανε στα βαθιά, κάναν το έργο, θα έχεις πάει και πάνω και θα έχεις περπατήσει εκεί, ενδεχομένως, και δεν προσαμμώθηκε ποτέ, ήτανε πάνω από 10 μέτρα. Εδώ πώς να γίνει τέτοιο πράγμα; Αυτά σχετικά. Άλλο;

Μ.Κ.:

Θέλετε να μας εξηγήσετε λίγο και για τα μπλόκια, τι είναι;

Ε.Δ.:

Α, είναι τεχνητοί ογκόλιθοι, οι οποίοι είναι φωτογραφημένοι εδώ. Μας έστειλε τεχνίτες τότε ο Αγγελίδης εδώ και μας φτιάξαν τα καλούπια. Να τους οι ογκόλιθοι. Ποντισμένοι στην θάλασσα με τον γερανό, ο οποίος είπαμε ήρθε, δεν ξέρω αν το είπαμε, ο γερανός αυτός τότε –να τα– και πήγαινε από την Αλεξανδρούπολη που είχε τελειώσει ένα έργο... Αυτοί ήτανε τρία πλεούμενα, δηλαδή ήτανε ένα μεγάλο ρυμουλκό που τραβούσε τον γερανό και το μικρό στο πέλαγος, ήταν ένα μικρό ρυμουλκό που τραβούσε τον γερανό και τον πήγαινε μες στο λιμάνι και έκανε τις μανούβρες να πάει πιο δω, να πάει πιο κει και λοιπά, τα 'χω. Κάναμε πενήντα τέσσερα μπλόκια. Τόσα, είχανε κάνει μελέτη αυτοί και είχανε βγάλει λεπτομέρειες, και πενήντα τέσσερα μπλόκια τον χειμώνα. Έχει κι άλλες λεπτομέρειες, δεν χρειάζεται και να τα πούμε. Είχαμε γεμίσει την παραλία μπλόκια. Πενήντα τέσσερα κομμάτια. Τόσα έλεγε η μελέτη. Τα 'χω φωτογραφία κάπου μου φαίνεται. Λοιπόν, μην την βρούμε την φωτογραφία, δεν πειράζει αφού αρνείται. 

Μ.Κ.:

Θα τα βρω εγώ έτσι κι αλλιώς μετά, μην ανησυχείτε έτσι κι αλλιώς. Θα το ξεψαχνίσω–

Ε.Δ.:

Μάλλον η άλλη έκδοση που έχεις εσύ είναι καλύτερη, αυτή είναι μουντζούρα. Πάμε παρακάτω.

Μ.Κ.:

Ακόμα καλύτερα. Πώς αλλιώς είχατε μαζέψει λεφτά; Κάτι ξέρω και για έναν θίασο ερασιτεχνικό. 

Ε.Δ.:

Ναι. Με τον θίασο, όπως γράφω, είχαμε πιάσει 65 χιλιάδες για το λιμενικό έργο. Είχαμε παίξει όλο το ρεπερτόριο του Ψαθά, το οποίο είχαμε επιλέξει επειδή είχε ολιγοπρόσωπο θίασο. Εδώ στο Τσιρίγο πού να βρεις ανθρώπους; Κι έτσι περιοριστήκαμε στον Ψαθά που είχε, σε όλα του τα εργάκια είχε έξι άντρες, έξι γυναίκες. Οριακά τούς βρίσκαμε, τους έβρισκα αυτούς, κι έτσι παίξαμε τον Ψαθά. Τα έχω στο βιβλίο φωτογραφίες. Ό,τι λολάδα υπήρχε την έκανα. 

Μ.Κ.:

Έτσι χωρίς να ξέρετε; Πώς το–

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, το θέατρο μ' άρεσε. Στην Αθήνα, που βρέθηκα και ως σπουδαστής και λοιπά, πήγαινα θέατρο. Και ήμουνα ένας τύπος που φωτογράφιζα. Και είχα πάρει εικόνες τις οποίες αξιοποίησα. Έτσι εκπαιδεύσαμε και τους άλλους και τα βγάλαμε τα... Είχαμε και έναν δάσκαλο. Έναν καταπληκτικό γιατρό, τον Κασάπη, ο οποίος, είχα παίξει μαζί τότε, το 'χω στο βιβλίο κι αυτό. Είχα παίξει μαζί του δυο-τρεις φορές, με είχε προσλάβει, και είχαμε πάρει μια κάποια αρχική εμπειρία. Πήγαμε πολύ καλά με τον θίασο. Έχω και τον Κασάπη εδώ φωτογραφία και τα λέω αυτά. Αλλά δεν υπάρχει είπαμε λόγος, θα τα βρεις μόνη σου. Ο κακομοίρης ο Κασάπης, ωραίος τύπος. Να 'τονε ο Κασάπης. Αυτός εδώ είναι. Αυτόν τον άνθρωπο, κι εδώ είναι, είναι σκηνή από το έργο, και μου φαίνεται είναι πριν κάνουμε τον θίασο εμείς, τότε που είχε θίασο κάνει ο Κασάπης. Αυτόν τον άνθρωπο τον είχε φέρει ο... Με τον Εμφύλιο, εδώ είχανε στείλει πάνω από εφτακόσιους πενήντα εξορίστους. Είχε γεμίσει ο τόπος. Αυτοί λοιπόν πήγανε στον τότε πρόεδρο, τον Στάη, και του ζητήσανε ένα κέντρο υγείας. Ήτανε εφτακόσιοι πενήντα άνθρωποι, θέλανε γιατρό. Και τους έκανε το κέντρο υγείας ο Στάης και έφερε τον Κασάπη εδώ για γιατρό. Ιεραπόστολος ο Κασάπης. Ωραίος άνθρωπος, ωραίος γιατρός. Την γυναίκα του δε που ήτανε νοσηλεύτρια την είχε εκπαιδεύσει και την χρησιμοποιούσε για αναισθησιολόγο. Χειρουργήσανε κόσμο τότε ο Κασάπης. Κόσμο. Το νησί αυτό ήτανε τελείως ακάλυπτο από ιατρική περίθαλψη. Και χειρουργούσε δέκα-δεκαπέντε την βδομάδα. Ό,τι βάλει ο νους σου. Κήλες περισφιγμένες, σκωληκοειδίτιδες, κοψίματα ποδιών και τόσα άλλα. Σε περιπτώσεις μολύνσεων και τέτοια που πρέπει να φύγει ένα κομμάτι πόδι, ο Κασάπης. Μάλιστα μου έχει πει, δεν ξέρω αν την ξέρεις την παπαδο-Ελένη, την ξέρεις; Την Ελένη Χάρου-Κορωναίου. Την ξέρεις. Λοιπόν, η Ελένη Χάρου-Κορωναίου μάς λέει ότι οι μικροί τότε πηγαίναν από την κλειδαρότρυπα και βλέπανε τον Κασάπη που έκανε τις επεμβάσεις και είχανε δει μια επέμβαση ενός από τον Κάλαμο που του κόψαν το πόδι, και το έκοψε ο Κασάπης με το πριόνι. Και τα έβλεπε η Ελένη. Πρωτόγονα μεν, αποτελεσματικά όμως. Ανθρωπάκι, ωραίος τύπος ο Κασάπης ήταν. Πολύ ωραίος. Αυτός ήτανε γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη και είχε σπουδάσει γιατρός στην Γερμανία. Εκεί γνώρισε και την γυναίκα του, την Φραντζέσκα που πήρε, την Φρανγκίσκα, με την οποίαν ήρθε εδώ όταν τον έφερε ο Στάης, εγκαταστάθηκε, εδώ πέθανε. Αυτά. Άλλο που σε ενδιαφέρει. Εγώ τι να ξέρω τι θέλεις;

Μ.Κ.:

Τους εξορίστους εδώ πέρα πού τους είχανε;

Ε.Δ.:

Λοιπόν, οι εξόριστοι, ένας μεγάλος αριθμός που δεν είχανε οικονομική άνεση, κοιμόντουσαν στα κτίρια του κάστρου. Τότε αυτά ήτανε, τα περισσότερα ήτανε στα πόδια τους, δεν είχανε πέσει. Και κοιμόντουσαν εκεί. Άλλοι που είχαν λίγα λεφτά, νοίκιαζαν εδώ δωμάτια, σπίτια, και μένανε σ' αυτά. Επί Χούντας φέρανε και στην Αγία Πελαγία εφτακόσιους πενήντα, αλλά η Πελαγία ήδη είχε οργανωθεί. Είχε ξενοδοχεία και τέτοια. Είχε ξεκινήσει την οργάνωση η Πελαγία την περίοδο της Χούντας. 

Μ.Κ.:

Οι ντόπιοι πώς φέρονταν στους εξορίστους;

Ε.Δ.:

Εντάξει, δεν υπήρχε καμία, ούτε περιφρόνηση ούτε τίποτα. Και παρέα τούς κάνανε και...

Μ.Κ.:

Φύλακες να τους προσέχουνε; Φύλακες.

Ε.Δ.:

Όχι. Η αστυνομία. Είχε τον νου της η αστυνομία. Δεν είχε προκύψει θέμα. Δεν επιχείρησε κανένας να το σκάσει. Ε, απλά είχανε ανησυχήσει λίγο τους αστυνομικούς του τμήματος και τίποτα άλλο. 

Μ.Κ.:

Πριν κλείσουμε για το λιμάνι λοιπόν, τον μόλο.

Ε.Δ.:

Τον μόλο. Πραγματικά, όπως λέω, αυτό το έργο είναι για βιβλίο Γκίνες. Είναι απίστευτο πώς μπορέσαμε και το φτιάξαμε τότε και το φτιάξαμε και τόσο γερό. Ούτε λιμενολόγοι ήμασταν, ούτε οικοδόμοι ήμασταν, ούτε τίποτα από αυτά. Αλλά με τα λίγα που μας είπε ο Πίπας έγινε ό,τι έγινε. 

Μ.Κ.:

Θυμάστε όταν ξεκινήσατε, φαντάζομαι ξεκίνησε μια μικρή ομάδα να κάνει το έργο. Μετά, στην συνέχεια ήρθανε κι άλλοι να βοηθήσουνε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, πληρώναμε εργάτες. Κόσμο. Θυμάμαι δουλεύανε περίπου τριάντα την ημέρα. Και τους πληρώναμε από την τσέπη μας. Διότι δεν υπήρχε καμία δραχμή ως τότε σταλεί, πουθενά. Και μάλιστα, κι εγώ σαν βλάκας, τα δικαιολογητικά πληρωμών, κάθε Σάββατο, αντί να τα κρατάω σπίτι μου αφού είχα πληρώσει εγώ, τα πήγαινα του... Και όταν ήρθανε λεφτά και πήγα να του πω τα δικαιολογητικά και τα λοιπά, λέει: «Ποια δικαιολογητικά; Δεν ξέρω», λέει. Κουμπάρος. Και τα φάγανε τα δικαιολογητικά. Και μου 'κοψε πάλι κι έβαλα έναν εργάτη που είχαμε, έναν τρόπον τινά μάστορα απ' τον Κάλαμο και μου 'κανε ένα τιμολόγιο, το κανε αυτός όλο το έργο, ήτανε 250 χιλιάδες. Κι έτσι πήραμε τα λεφτά. Αλλιώς οι άλλοι που ήτανε μέσα στα σπλάχνα μας Χούντα πήγαν να μας, να χάσουν τα λεφτά. Ασ' τα, μην τα ρωτάς. Αυτά όλα. Είχε δημιουργηθεί μία περίεργη αντιπαλότητα και ο λόγος ήτανε ότι τους βγάλαμε απ' το συμβούλιο του... Δεν τους βγάλαμε, ο κόσμος μας ψήφισε. Αλλά με όλη αυτή, το πρόγραμμα που είχανε κάνει μας ψήφισε και τους έβγαλε. Κι αυτούς που έβγαλε, γίνανε άσπονδοι εχθροί και πολέμιοι. Αυτά.

Μ.Κ.:

Εθελοντές;

Ε.Δ.:

Κοίταξε, όλοι αυτοί που βοηθήσανε εθελοντές ήτανε. Δεν ήτανε πολλοί όμως. Όλοι εργάτες αυτοί, καμιά τριανταριά την ημέρα είχαμε, πληρωνόντουσαν όλοι. Εθελοντής θα ήτανε, ήτανε μόνο ο πράκτορας, ο λεγόμενος Ντόντος, ο αδερφός μου κι εγώ, δεν υπήρχε άλλος. Κανένας. 

Μ.Κ.:

Ερχόμαστε και λίγο στην ημέρα–

Ε.Δ.:

Στο πρώτο πλεύρισμα.

Μ.Κ.:

Αυτό.

Ε.Δ.:

Το περιγράφω.

Μ.Κ.:

Τι κλίμα υπήρχε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, κανείς, σχεδόν κανείς δεν πίστευε ότι το βαπόρι θα πλευρίσει. Και είχε κατεβεί –τα γράφω– είχε κατεβεί κόσμος κάτω, και όπως λέω, οι εχθροί να μας προγκάρουνε, να μας αποδοκιμάσουνε, και οι φίλοι να μας χειροκροτήσουνε. Και το βαπόρι πλεύρισε. Όλα αυτά είναι γραμμένα. Το πρώτο πλεύρισμα. Το περιγράφω. 

Μ.Κ.:

Κινηματογράφος, εδώ στο νησί, πώς ήρθε θυμάστε;

Ε.Δ.:

Προπολεμικά, αρκετά χρόνια πριν και ήταν και βωβός. Και ήτανε τότε ένας εξόριστος εδώ, ο οποίος έκανε ό,τι θέλημα ήτανε δυνατόν για να πάρει μια δραχμή να πάρει ψωμί να φάει, ο Πολύβιος. Του αναθέτανε λοιπόν, έκανε και τον κήρυκα, τον ντελάλη όπως λέμε εδώ στο Τσιρίγο. Του γράφαμε σε ένα χαρτί τι θα λέει κι αυτός προσέθετε. Κι αυτό είναι γραμμένο. «Ομιλών διακιτικός», έλεγε, έλεγε θα παίξει το τάδε έργο, τέτοια, τέτοια, τέτοια. Στο τέλος έβαζε «Ομιλών διακιτικός». Δεν ήταν ομιλών ο κινηματογράφος. Θεόμουγκος ήτανε. Κάπου το έχω γράψει κι αυτό. Μου φαίνεται στο δεύτερο βιβλίο, όχι στο πρώτο. Αυτήν την μηχανή που την είχαμε φυλάξει και τα λοιπά, όταν ήμουνα φαντάρος βρέθηκα με έναν φίλο –τον έκανα και φίλο, πολύ καλό φίλο, έχει πεθάνει τώρα– ο οποίος ήτανε κινηματογραφιστής. Και όταν του είπα για την μηχανή, μου λέει: «Φέρ' την να την δούμε» και την πήγα σαν βλάκας. Και την πήγα σε ένανε: «Φέρ' την -λέει- να την πουλήσουμε, να την κάνουμε», πώς το λε[01:00:00]γε, «τιτλέζα» την λέγανε, να ρυθμίζει τους τίτλους. Στην αρχή, αν θυμάσαι, ο κινηματογράφος που δεν ήτανε πλήρως ομιλών, πέταγε τίτλους. Και του την πήγα και μου την φάγανε. Εξαφανίσθη. Μουσειακό στοιχείο ήταν αυτή. Τον προβολέα είχαμε κάμποσα χρόνια και τον ανάβαμε, ήτανε βολταϊκό τόξο κι έφεγγε μέχρι τα Αντικύθηρα, πέταγε την δέσμη. Κι αυτός εξαφανίσθη, τι έγινε ούτε ξέρω. Κι άλλα πράγματα εξαφανιστήκανε. Τέλος πάντων.

Μ.Κ.:

Φέρατε και τα πρώτα ραδιόφωνα εδώ;

Ε.Δ.:

Ναι

Μ.Κ.:

Πώς το κάνατε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, στον στρατό την δεύτερη φορά που πήγα, την πρώτη εκπαιδεύτηκα ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, την δεύτερη που πήγα, αγνοήθηκε η πρώτη μου ειδικότητα και με κάνανε τεχνίτη τηλεπικοινωνίας στις διαβιβάσεις. Τεχνίτης τηλεπικοινωνίας ίσον ραδιοτεχνίτης. Και μια κι έμαθα όλη αυτή την ιστορία, έφερα και τα ραδιόφωνα και τα πρώτα μικρόφωνα και τα πρώτα μεγάφωνα. Έχω και φωτογραφία εδώ κάπου.

Μ.Κ.:

Ποια ήταν η αντίδραση του κόσμου όταν φέρατε το ραδιόφωνο;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, πήρανε ραδιόφωνο αμέσως. Γιατί το ήθελε το ραδιόφωνο ο κόσμος για ενημέρωση. Και όπως είχα εγώ και την ευκολία, είχαμε την ηλεκτρική της φόρτισης των μπαταριών, λόγω αυτού του γεγονότος έπαιρνα 15 ευρώ τον μήνα –δραχμές τότε– και τους είχα, είχανε δύο μπαταρίες, τους είχα φουλ από μπαταρία πάντα. Όταν άδειαζε η μία, μου την φέρνανε να την φορτίσω και δουλεύανε με την άλλη κ.ο.κ. Ήτανε λοιπόν μια μεγάλη ευκολία για μένα αυτή η φόρτιση των μπαταριών. Ρεύμα δεν υπήρχε τότε και τα ραδιόφωνα ήτανε με μπαταρίες. Είχα, είχα εντοπίσει και μία πάρα πάρα πολύ καλή μάρκα, εγγλέζικα, τα Murphy, τα οποία καταναλώνανε πάρα πολύ λίγο ρεύμα από την μπαταρία. Κρατούσε κάπου δεκαπέντε μέρες και ήτανε και πολύ ωραία ραδιόφωνα, πολύ ωραία απόδοση και λοιπά. Είχε φέρει κι άλλος ένας κάτι ραδιόφωνα, τα οποία ήτανε κι αυτά αγγλικά. Εμένα ήτανε Murphy, αυτουνού ήτανε... Δεν θυμάμαι τώρα τι μάρκα ήτανε. Δεν θυμάμαι. Ήτανε κι αυτά, και από πλευράς καταναλώσεως μπαταρίας οικονομικά, και από απόδοση, καλά ραδιόφωνα κι αυτά. Πώς τα λέγανε ρε γαμώτο; Raymond. Κι αυτά εγγλέζικα. Μέχρι που έγινε το ρεύμα, η ηλεκτροδότηση εικοσιτετράωρη βάση και πήρανε ρεύματος και καταργήθηκαν αυτά, τα βάλανε μουσείο. Τα μπαταρίας. 

Μ.Κ.:

Θέλετε να πάμε λίγο πίσω;

Ε.Δ.:

Ό,τι θέλεις. Εγώ δεν κάνω κουμάντο, εσύ κάνεις.

Μ.Κ.:

Την ημέρα της επίθεσης των Ιταλών εσείς ήσασταν στην Αθήνα. 

Ε.Δ.:

Ναι.

Μ.Κ.:

Την θυμάστε εκείνη την μέρα;

Ε.Δ.:

Βεβαίως. Είναι κι αυτά γραμμένα κάπου. Τώρα σε ποιο, μήπως στο δεύτερο βιβλίο. Κοίταξε να δεις, καταρχήν, όπως γράφω, μας ξυπνήσανε σειρήνες νύχτα, πριν ξημερώσει. Δεν είχαμε ξανακούσει σειρήνες. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα που έπρεπε να φύγω από το σπίτι –έμενα Πειραιά τότε– να πάω στην Σιβιτανίδειο. Έφυγα στην ώρα μου, ο Ηλεκτρικός δούλευε, ανέβηκα με τον Ηλεκτρικό στην Καλλιθέα, όπου η σχολή. Πήγα στην σχολή, ήμασταν περίπου χίλιοι πεντακόσιοι μαθητές σε όλα τα τμήματα, αλλά δεν μας μπάσανε στις αίθουσες, παρά μας είχανε και περιμέναμε στο προαύλιο. Το προαύλιο δεν ήτανε προαύλιο. Ήτανε γύρω-γύρω τα κτίρια και μες στην μέση ήτανε η αυλή. Μεγάλη, τεράστια. Και κάποια στιγμή ήρθε ο Διευθυντής της σχολής και μας είπε ότι πήρανε εντολή από το Υπουργείο να διακόψουνε τα μαθήματα. Όσοι φύγουμε για επαρχίες να αφήσουμε κάποιον φίλο να μας ενημερώσει όταν ξαναρχίσει η σχολή. Κι εγώ ήρθα εδώ, Τσιρίγο. Αμέσως. Και με ολίγον τι κινηματογραφικό τρόπο, διότι δεν υπήρχανε συγκοινωνίες. Πήραμε ένα ταξί, μας κατέβασε στο Γύθειο, αγκαζέ, πέντε-έξι μαζευτήκαμε, κι από εκεί ναυλώσαμε ένα καϊκάκι και μας έφερε εδώ. Αργότερα η σχολή λειτούργησε. Με έστειλε... Άφησα έναν φίλο και με ειδοποίησε και πήγα μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων. Κοίταξε να δεις, όταν λοιπόν πήγαμε σχολή μετά τα, τις γιορτές των Χριστουγέννων, μας είπανε ότι όσοι από εμάς θέλουμε θα πάμε στην αεροπορία. Είχε τμήματα αεροπορίας, πολεμικής αεροπορίας η σχολή μέσα. Είχε ένα τμήμα που εκπαίδευε μηχανοσυνθέτες, ένα άλλο ηλεκτροτεχνίτες κι ένα τρίτο φωτογράφους. «Όσοι λοιπόν από εσάς θέλετε θα πάτε στην αεροπορία και όσοι δεν πάτε στην αεροπορία θα πάτε στην πολεμική μηχανή, θα βγάζετε πολεμικό υλικό». Εγώ διάλεξα το δεύτερο και πήγα σε ένα εργοστάσιο του Μποδοσάκη στην Ελευσίνα όπου βγάζαμε πολεμικό υλικό. Κι αυτά τα περιγράφω. Μέχρι που ήρθαν, μπήκανε οι Γερμανοί κι ένα απόγευμα μάς κάνανε προσκλητήριο και μας είπανε ότι οι Γερμανοί είναι στην Θήβα, ότι η σχολή θα διακόψει και το διαλύσαμε. Και βρήκαμε και τρόπο και πήγαμε στην Αθήνα με φορτηγό τότε και λοιπά, εγώ με κάνα-δυο φίλους. Όλοι με ό,τι τρόπο μπορέσανε

Μ.Κ.:

Όταν χτυπούσε κάποιος συναγερμός, πώς αντιδρούσατε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, Κόντεψα να βρω κι έναν διαολομπελά, πολύ χοντρό διαολομπελά τότε, διότι μπορούσα και έκανα την σειρήνα. Και μου μπαίνει ο διάολος μια μέρα, μες στην ώρα του φουλ του οχταώρου και κάνω την σειρήνα και κόβουνε το ρεύμα από το εργοστάσιο και μπλοκάρουνε όλα τα μηχανήματα. Αν με πιάνανε; Ακόμα δεν θα είχα βγει. Εκεί θα πέθαινα. Ευτυχώς δεν με πιάσανε. Ευτυχώς δεν με πιάσανε, δεν είπε κανείς ποιος ήτανε. Έγινε μεγάλος έλεγχος ποιος ήτανε. Δεν με πιάσανε και τα λοιπά. Τώρα γιατί το είπαμε αυτό;

Μ.Κ.:

Για τις σειρήνες.

Ε.Δ.:

Ναι.

Μ.Κ.:

Εσείς πώς αντιδρούσατε;

Ε.Δ.:

Κοίταξε, όταν είναι πραγματικός συναγερμός, γιατί ερχόντουσαν αεροπλάνα, και στην Ελευσίνα θυμάμαι βομβαρδίζανε, πυροβολούσανε, πηγαίναμε στο καταφύγιο. Σταματούσε το εργοστάσιο, χωνόμασταν στο καταφύγιο ώσπου να φύγουν τα αεροπλάνα, να σταματήσει ο συναγερμός, τον οποίον, του οποίου την λήξη πάλι σειρήνες τη δίνανε. Ήτανε στην αρχή διακοπτόμενο σήμα και στο τέλος ένα συνεχόμενο σήμα, που ήτανε λήξη.

Μ.Κ.:

Και μέσα στο καταφύγιο;

Ε.Δ.:

Περνάγαμε ωραία. Τα γράφω κι αυτά, τα διάβασες; Εκεί, στου Παπαστράτου, που πήγαινα όταν έμενα στον Πειραιά... Τα γράφω τώρα, να στα ξαναλέω;

Μ.Κ.:

Να μου τα πείτε.

Ε.Δ.:

Μας άρεσε αυτή η φάση πάρα πολύ γιατί με το στριμωξίδι βρίσκαμε και τις πιτσιρίκες που είχαμε συμπάθεια και αυτές προς εμάς και εκεί τα λέγαμε με άνεση και ευκολία. Ενώ έξω πού να τα πεις; Δεν ήτανε όπως τώρα που βγαίνεις ελεύθερα. Τότε πού να βγεις; Ούτε να δεις.

Μ.Κ.:

Και μετά, όταν ήρθαν οι Γερμανοί πήγατε, κατεβήκατε Κύθηρα;

Ε.Δ.:

Στάσου ένα λεπτάκι. Όχι. Συνέχισε η σχολή και με τους Γερμανούς. Και μου έκανε εντύπωση εμένα, και ίσως να το γράφω κι αυτό, πως η σχολή ήτανε ημερήσιας λειτουργίας. Δηλαδή ήτανε δεκάωρο και το μεσημέρι τρώγαμε μέσα. Είχε ωραίο μαγειρείο, καλούς μαγείρους και συνέχισε το μαγειρείο να λειτουργεί και επί Γερμανών. Και μάλιστα το λέω, πού βρίσκανε και μας το λειτουργούσανε, δηλαδή τρόφιμα και λοιπά. Δεν αποκλείεται να είχανε βοηθήσει και οι Γερμανοί. Γιατί οι Γερμανοί θέλανε να βγει τεχνικός κόσμος και μπορεί να βοηθούσανε. Εσύ από ό,τι βλέπω τα 'χεις διαβάσει τα βιβλία, έχεις πάρει σημειώσεις από κει και επεξηγήσεις.

Μ.Κ.:

Ναι. Θυμάστε την πρώτη φορά που είδατε Γερμανούς;

Ε.Δ.:

Ναι. Την θυμάμαι.

Μ.Κ.:

Πώς ήτανε;

Ε.Δ.:

Θα το 'χεις διαβάσει. Όπως έχω γράψει, με είχε στείλει ένας θείος, στου οποίου το σπίτι έμενα, πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, να πάω ένα σημείωμα από το σπίτι μας που ήταν Ασωμάτων και Πειραιώς γωνία, σε έναν φίλο του στην οδό Μοσχονησίων, η οποία είναι πρώτη παράλληλος της Πατησίων, μετά την, τέλος πάντων, πριν την πλατεία Αμερικής λίγο. Είχα λόγους να πάω από Πατησίων. Μπορούσα να πάω από κάτω, να πάω από Αχαρνών και λοιπά και να ανεβώ απάνω, αλλά πήγα, γιατί όπως λέω είχαμε μία συμπάθεια με μία μικρά και προτίμησα την Πατησίων. Κι εκεί όπως πήγαινα, στο βάθος στον δρόμο είδα τις πρώτες μοτοσικλέτες. Όπου συνέβησαν αυτά που γράφω. Ψυχοπλάκωμα, κατάθλιψη. Όπως λέω, ύστερα από αυτό, το Έπος της Αλβανίας, σε είκοσι μέρες μέσα να βρεθούνε Γερμανοί στην Αθήνα. Όλος ο κόσμος κρύφτηκε τότε. Όλοι τρυπώσαμε όπου βρήκαμε. Γερμαναράδες. Με μοτοσικλέτες οι πρώτοι. Οι πρώτοι ήταν με μοτοσικλέτες. Χίτλερ. Και ναζισμός.

Μ.Κ.:

Η Κατοχή πώς ήτανε;

Ε.Δ.:

Εγώ ήμουνα εδώ. Όχι, ήμουνα και στην Αθήνα ένα-δυο χρόνια. Αλλά πρώτον, έμενα σε ένα σπίτι που είχανε μία άνεση. Ήτανε κι ένας γιος του σπιτονοικοκύρη, ήτανε ποτοποιός, και τα ποτά τότε είχανε μεγάλη πέραση με τους Γερμανούς. Επιπλέον, εγώ από εδώ μου στέλνανε το λάδι, το οποίο λάδι τότε ήτανε κινητήριος δύναμις ήταν. Άμα είχες λάδι, τα είχες όλα. Κι έτσι δεν υποφέραμε σ' αυτό το σπίτι που έζησα αυτόν τον καιρό. Αυτοί, οι απόγονοι, με παρακαλέσανε, γιατί δεν είχα γράψει λεπτομέρειες για ένα μέλος της οικογενείας, ήταν εδώ εξόριστος. Ήτανε ένα μέλος της οικογενείας, ήτανε, σπούδαζε δικηγόρος αλλά είχε εμπλακεί στο κομμουνιστικό κίνημα και τον στείλανε εξορία εδώ. Και τα κατάφερε όταν μπήκανε οι Γερμανοί, το έσκασε και ήρθε στον Πειραιά. Τα γράφω στις λεπτομέρειες. Μία μέρα από όλες με είχε φωνάξει και κατεβήκαμε σε ένα υπόγειο και γυρίζαμε τον πολύγραφο και βγάζαμε τον Ριζοσπάστη. Σχήμα Α4 μονοσέλιδο. Κι άλλη μία φορά μού ανέθεσε να μεταφέρω κάτι εκρηκτικά, τα οποία μετέφερα. Και άλλα. Δεν με εμπιστευότανε κι εγώ του το ζητούσα, λέω: «Ανάθεσέ μου κάτι να κάνω, ό,τι θέλεις, πες μου». Τέλος πάντων, μου 'δωσε μια μέρα ραντεβού στο Ζάππειο, πήγα εκεί και με πήρε και πήγαμε στην οδό... Πώς διάολο λέγεται, πίσω από τον λόφο του Μετς ένας δρόμος, τον γράφω στο βιβλίο,[01:10:00] δεν θυμάμαι. Προχώρησα με τα πόδια, χώμα τότε αυτός ο δρόμος. Γαμώτο, πώς τον λένε. Δεν πειράζει, είναι γραμμένο στο βιβλίο και θα το 'χεις δει. Και μπήκαμε σ' αυτό το, μία αποθήκη, ένα παραμελημένο τελείως δωμάτιο, μαγαζί παλιό, δεν ξέρω τι, σκάψαμε κάτω εκεί και αποκαλύψαμε κάτι εκρηκτικά, πυρομαχικά και ιστορίες. Ολοκαίνουρια. Και μου γέμισε μία βαλίτσα και μου λέει: «Θα την πάρεις και θα πας στην πύλη του Ανδριανού, θα σταθείς εκεί, στις 2:00 η ώρα θα περάσει μία μοτοσικλέτα να την πάρει. Δεν θα σου μιλήσουνε, δεν θα τους μιλήσεις». Και περάσαν όντως και την πήραν την βαλίτσα, και όπως γράφω, τι έγινε δεν ξέρω. Κι όπως επίσης γράφω, αυτά τότε ούτε λεγόντουσαν ούτε ρωτιόντουσαν. Κι επίσης, όπως λέω, έγινε, σε κάνα-δυο μέρες έγινε μία φοβερή έκρηξη στον Πειραιά αλλά δεν ξέρω αν έγινε με το υλικό αυτό ή με κάποιο άλλο. Στάθης. Τον φάγανε οι ίδιοι οι δικοί τους τον Στάθη. Αυτό δεν το ξέρεις. Δεν είναι, πρόσφατα το έγραψα. Αυτός είχε στρίψει από κομμουνιστής, είχε προσχωρήσει στο κίνημα του Τρότσκι. Υπήρχε μεγάλη φαγωμάρα Τρότσκι-Στάλιν, και τον καθαρίσανε. Και το είχα ανακαλύψει κιόλας αυτό από ένα δημοσίευμα σε μία εφημερίδα. Ένα δημοσίευμα με τον τίτλο «Το πόρισμα των επτά». Και μέσα στην λίστα που ήτανε οι σκοτωμένοι ήτανε και ο Στάθης. Τον είχανε χαμένο κάνα δυο-τρία χρόνια. Δεν ξέρανε πού είναι και πού τι έγινε και πού πήγε. Ο Ευστάθιος Μεγαλοκονόμος.

Μ.Κ.:

Εσείς πώς είχατε νιώσει όταν μεταφέρατε τα εκρηκτικά;

Ε.Δ.:

Όπως γράφω, κοιτούσα αλλού. Συνάντησα και Γερμανούς και Ιταλούς και λοιπά. Είχα στον νου μου την βαλίτσα και πήγαινα, εντάξει, σαν να μην τρέχει τίποτα. Ε τι να κάνεις τώρα; Να τους κοιτάς περίεργα και φοβισμένα, είναι χειρότερα. 

Μ.Κ.:

Αλλά φοβόσασταν;

Ε.Δ.:

Δεν νομίζω. Δεν φοβόμουνα. Καθόλου δεν φοβόμουνα. Με πολύ μεγάλη άνεση τα πήγα και τα παρέδωσα. Και μην ξεχνάς ότι ήμασταν και παιδιά τότε. Δηλαδή αυτά που γίνανε περίπου '42, ήμουνα 18 χρονών. Τι να φοβάσαι τότε; Πιτσιρικάδες.

Μ.Κ.:

Και ο μαύρος χειμώνας του–

Ε.Δ.:

'41. 

Μ.Κ.:

Εκεί;

Ε.Δ.:

Έχω και φωτογραφίες. Δράμα δραμάτων. Δράμα δραμάτων. Έμενα Αγιά Σοφιά, όπως γράφω, και απ' τον Ηλεκτρικό για να πάω είναι κανένα χιλιόμετρο. Το απόγευμα που σχολάγαμε, 5:00 το απόγευμα σχολάγαμε και περνούσα, ήτανε ετοιμοθάνατοι. Ετοιμοθάνατοι. Και την άλλη μέρα το πρωί ήτανε πεθαμένοι. Τέτοια συμφορά πέρασε η Ελλάδα. Που δεν ξέρω τι του έκανε του Χίτλερ, αλλά σάμπως μόνο στην Ελλάδα; Όλη την Ευρώπη ο κερατάς ταλαιπώρησε.

Μ.Κ.:

Αλληλεγγύη υπήρχε;

Ε.Δ.:

Όχι σε πανύψηλο βαθμό, γιατί κοίταξε, η αλληλεγγύη πρέπει και να 'χεις. Αλλά επειδή δεν είχε ο κόσμος τότε, πώς να έχει αλληλεγγύη; Κοίταγε έτσι τότε να οικονομήσει μια μπουκιά ψωμί να φας, να δώσεις το μισό; Πώς;

Μ.Κ.:

Ξέρω ότι είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ένα σκηνικό στην Κατοχή με τους σαλταδόρους. Τι είχε γίνει τότε;

Ε.Δ.:

Με παρακάλεσε η ανιψιά του Στάθη σε ένα μνημόσυνο που κάναμε στον θείο της να περιγράψω εκεί σε μια συγκέντρωση που έγινε μετά το μνημόσυνο, μαζεύονται και πίνουν κανέναν καφέ και λοιπά, να περιγράψω αυτό το περιστατικό. Τελικά δεν, υπήρχε μεγάλη βαβούρα και μιλούσαν όλοι ανά δύο οπότε δεν έγινε η περιγραφή. Κοίταξε να δεις, ήμασταν μία μέρα 10:00 το πρωί περίπου στην πόρτα του ποτοποιείου, Αρτεμισίου 44. Δεν ξέρω αν τονε ξέρεις τον Πειραιά. Τονε ξέρεις; Καλά; Η Αρτεμισίου είναι στην Αγιά Σοφιά, όπως λένε, ήταν ο κινηματογράφος τότε, πώς τον λέγανε; Το γράφω στο βιβλίο, δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε, ένας κινηματογράφος απέναντι. Και ήταν η οδός Παλαμηδίου που ήτανε μεγάλη η κίνηση, ήτανε κεντρικός δρόμος η Παλαμηδίου. Εγώ με τον Στέλιο, τον πατέρα της κοπέλας, αδερφό του Στάθη, ήμασταν στην πόρτα του ποτοποιείου. Περνάει ένα κομβόι γερμανικά, σαλτάρουνε οι σαλταδόροι επάνω και πετάγανε πράγματα κάτω. Σ' αυτή την φάση, έρχεται ένα άλλο κομβόι από απέναντι, βλέπει τον χαμό, σταματάνε, κατεβαίνουν, αρχίζει το πιστολίδι, και βέβαια οι σαλταδόροι όλοι αυτοί εξαφανιστήκανε προς πάσα κατεύθυνση. Κι εμείς, όταν είδαμε τους Γερμανούς και τις τουφεκιές και το κακό και όλα αυτά, μπαίνουμε μέσα. Μας βλέπει ο Γερμανός, νομίζει ότι είμαστε κι εμείς σαλταδόροι και έρχεται. Ήρθανε δύο Γερμανοί, εμείς χωθήκαμε, αυτή ήτανε, όπως έλεγα ήτανε μία οριζόντια πολυκατοικία. Ήταν οι αυλές τότε, αν έχεις υπόψη σου. Ήτανε μία μεγάλη αυλή, καμιά δεκααριά διαμερίσματα γύρω-γύρω. Πολλές φορές είχανε κοινόχρηστη κουζίνα, κοινόχρηστη τουαλέτα. Ο Λευτέρης Ο Παπαδόπουλος έχει ζήσει σε μια τέτοια αυλή και έχει περιγράψει σε ένα βιβλίο του, αν τα διάβασες του Παπαδόπουλου τα βιβλία. Φύγαμε μέσα, προς τα μέσα, αρχίσαμε να περνάμε από το ένα διαμέρισμα στο άλλο. Εν τω μεταξύ η κυρά Ρεγγίνα, η μάνα του Στέλιου, που ήτανε μία Τσιριγώτισσα κωλοπετσωμένη όπως λένε, τσακάλι, ήτανε μια Γερμανίδα απέναντι, την λέγανε Κρέτσμαν, η οποία Γερμανίδα αυτή δεν είχε τηλέφωνο και ερχόταν τηλεφωνούσε εκεί. Ξαμολιέται λοιπόν η κυρά Ρεγγίνα, πάει στην Κρέτσμαν, την κατεβάζει κάτω, και όταν εμείς κυνηγημένοι από τους Γερμανούς φτάσαμε στο μαγαζί μπροστά που ήταν η Κρέτσμαν με την κυρά Ρεγγίνα, πήγαμε και χωθήκαμε πίσω από την κυρά Ρεγγίνα και την Κρέτσμαν και η κυρά Ρεγγίνα ανέλαβε να λύσει το πρόβλημα. Είπε ότι είμαστε γνωστά της παιδιά, ότι δεν και τα λοιπά και έτσι οι Γερμανοί φύγανε χωρίς να μας πειράξουν. Κι απ' τον φόβο μας –το γράφω κι αυτό;– καβαλήσαμε το τραμ το 21 και πήγαμε στα Βοτσαλάκια για μπάνιο. Μπήκαμε στην θάλασσα και πήγαμε και ανοιχτά. Πανικός. 

Μ.Κ.:

Αυτό δεν το γράφετε.

Ε.Δ.:

Δεν το γράφω.

Μ.Κ.:

Πώς επικοινωνούσατε με την οικογένειά σας όταν ήσασταν στην Αθήνα τότε;

Ε.Δ.:

Κοίτα να δεις, τότε ήταν το γράμμα. Η αλληλογραφία. Φαντάρος, δεν ξέρω αν έχεις δει αυτό, όταν ήμουν στις διαβιβάσεις τούς μιλούσα από ένα ασύρματο του στρατού, τον οποίον συντονίζαμε απάνω στον σταθμό ενόπλων δυνάμεων τότε που σταματούσε το μεσημέρι στις 2:00. Και μόλις σταματούσε ο σταθμός των ενόπλων δυνάμεων, ανοίγαμε τον ασύρματο και μιλάγαμε. Τους λέγαμε: «Ελάτε», ότι θέλαμε. Βέβαια οι άλλοι δεν μπορούσαν να μιλήσουν, δεν είχαν ασύρματο. Μας απαντούσανε με επιστολή. Είχα σταματήσει να γράφω γράμματα τότε, τα 'λεγα... Και ήρθε ένας Τσιριγώτης αξιωματικός, από δω, απ' το Λιβάδι, και μας ξήλωσε την κεραία ο κερατάς. Την οποία κεραία ο προηγούμενος αξιωματικός, ο διοικητής της σχολής, ένας Μπάνος, Κερκυραίος, μας την είχε αφήσει. Πηγαίναμε εμείς, οι εκπαιδευτές, όλοι, το μεσημέρι που σταματούσε στων ενόπλων δυνάμεων και μιλάγαμε σπίτια μας. Αυτό ήρθε επί τη ευκαιρία για το θέμα της επικοινωνίας, έτσι. Μία λεπτομέρεια άσχετη. Το γράμμα ήταν τότε. Είχανε βγει και τραγούδια για τα γράμματα τότε. Δύο τραγούδια θυμάμαι. Το ένα είναι που λέει: «Το φανταράκι απόψε πάλι έχει μεράκια και τα 'χει πιεί γιατί έχει μέρες να λάβει γράμμα απ' το κορίτσι του και ανησυχεί». Είναι το ένα. Και το άλλο είναι, νομίζω, το: «Έχω να λάβω γράμμα σαράντα μέρες τώρα». Πάλι την ίδια περίοδο και για τον ίδιο λόγο. Γράμμα. Τώρα το γράμμα πέθανε τελείως. Τώρα είναι το ακίνητο, το, πώς το λένε, το κινητό τηλέφωνο και τόσα άλλα που έχουν έρθει. Πού να ξαναγράψεις; Κλείσαν τα ταχυδρομεία. 

Μ.Κ.:

Υπήρχε και τηλέγραφος, έτσι;

Ε.Δ.:

Παλιότερα. Παλιότερα. Και υπήρχε και οπτικός με τα Αντικύθηρα. Ο οπτικός ήταν ένα μηχάνημα που άναβε ένας προβολέας μέσα και ανοιγόκλεινε με τον ρυθμό του αλφαβήτου Μορς ένα φράγμα που αναβόσβηνε, δηλαδή έκλεινε το φως και το ξαναελευθέρωνε. Και άμα υπήρχε καλή ώρα τότε τονε στήναν αυτόν τον οπτικό στο Γυμνάσιο και υπήρχε άλλος οπτικός στα Αντικύθηρα που μεταβιβάζανε τηλεγραφήματα. Με τον οπτικό τηλέγραφο. 

Μ.Κ.:

Να έρθουμε στα Κύθηρα;

Ε.Δ.:

Και δεν ερχόμαστε;

Μ.Κ.:

Αρχικά εσείς σε ένα ταξίδι σας στα Κύθηρα είχατε μιλήσει για έναν πιτσιρικά που ήταν μαζί σας από τον Καραβά.

Ε.Δ.:

Ναι ο φουκαριάρης, που έγλειφε τα κόκκαλα όλο το ταξίδι. Τον φουκαριάρη.

Μ.Κ.:

Τι είχε γίνει;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις. Μας έπιασε κακοκαιρία και σταματήσαμε στην Δοκό, ένα νησάκι απέναντι από την Ύδρα, εκεί ανάμεσα Ύδρα-Ερμιόνη. Εκεί λοιπόν ήταν ένα κατοικούμενο σπίτι από έναν καπετάνιο που είχε και δύο ανιψιές. Και επειδή μείναμε πολλές μέρες και πεινάσαμε, παρακαλέσαμε τον καπετάνιο και βρήκε έναν γνωστό του τσοπάνη που ήταν εκεί και του δώσαμε ό,τι μπορούσαμε, θυμάμαι είχαμε ένα ρύζι βρεγμένο από ναυάγιο, μία επίσης ζάχαρη που την βγάλανε κι αυτή από ναυάγιο απ' τον πάτο της θάλασσας και ήταν κι αυτή βρεγμένη και λοιπά. Του δώσαμε λοιπόν από αυτά και μας έδωσε ένα αρνί. Το ψήσαμε το αρνί, το φάγαμε. Ο πιτσιρικάς ήταν ασυνόδευτος, δεν είχε κανέναν, ούτε δραχμή, τίποτα, και του βγάλαμε την μερίδα του βέβαια αλλά αυτός μάζεψε κι όλα τα κόκκαλα του αρνιού και τα έβαλε κάπου εκεί σε μια τσάντα κι όλο το ταξίδι έγλειφε κόκκαλα ο κακομοίρης ο πιτσιρικάς. Το υπόλοιπο ταξίδι. 

Μ.Κ.:

Και ο φαντάρος ο Ιταλός;

Ε.Δ.:

Που του τραγούδαγα... Στην πλώρη αυτός. Ήταν εδώ, «Η μικρή χωριατοπούλα» τότε το τραγουδούσανε και οι Ιταλοί, La campagnola bella, το ίδιο όπως λέγαμε εμείς μικρή χωριατοπούλα, αλλά είχε βγάλει και η Βέμπω «Κορόιδο Μουσολίνι, κανείς σας δεν θα μείνει» και τα λοιπά. Του 'λεγα λοιπόν εγώ, τραγούδαγα με τον Ιταλό που είχε ενθουσιαστεί κι αυτός γιατί νόμιζε ότι τον σιγοντάρω στο τραγούδι.

Μ.Κ.:

Πού ήσασταν αρχικά;

Ε.Δ.:

Τι πού ήμασταν; Στο καΐκι ήμασταν και ερχόμασταν Τσιρίγο. Ένας ναύτ[01:20:00]ης του καϊκιού αυτουνού, χρόνια, όπου με έβλεπε μου έλεγε «Κορόιδο Μουσολίνι», από αυτό το τραγούδι και από αυτό το περιστατικό. Μου φαίνεται τα γράφω λιγάκι, που έλεγα: «Κορόιδο βαζελίνη, κανείς σας δεν θα μείνει» και όπου υπήρχε λέξη που ήτανε δυνατό να γίνει κατανοητή από τον άλλο την άλλαζα με οτιδήποτε εκεί ταίριαζε. Άλλοτε έλεγα κορόιδο βαζελίνη, και τέτοια. Ιταλιάνοι.

Μ.Κ.:

Κι αυτός πώς αντιδρούσε;

Ε.Δ.:

Ενθουσιαζότανε γιατί νόμιζε ότι τον σιγοντάρω στο τραγούδι, ότι λέω το τραγούδι που λέει κι αυτός. Όταν λοιπόν τα έγραφα αυτά τα βιβλία δεν είχα υπόψη μου το πόσο μεταδίδεται, μεταδίδονται τα κείμενα που είναι γραμμένα μέσα. Βρεθήκανε άνθρωποι που δεν το πίστευα ότι τα 'χουνε διαβάσει και τα λοιπά, και ήρθανε, όπως εσύ τώρα, και μου κάνανε ερωτήσεις. Κι ένα τέτοιο ζευγάρι ήτανε ο καπετάν Γιώργος ο Μουτσάτσος που θυμότανε ολόκληρη ζωή του και όπως, και όποτε τον έβλεπα πάντα μέχρι να, που πέθανε, αντί για καλημέρα μου έλεγε «Κορόιδο Μουσολίνι».

Μ.Κ.:

Και ποιο ήταν το σύνθημα αυτό εδώ πέρα, το τραγούδι πώς το είχατε αλλάξει; Εδώ πέρα το γράφετε.

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις εγώ, είπα, στο είπα προηγουμένως, αντί να πω «Κορόιδο Μουσολίνι» έλεγα «Κορόιδο βαζελίνη» ή «Κορόιδο ναφθαλίνη».

Μ.Κ.:

Ναι; Και μετά τι άλλο έλεγε;

Ε.Δ.:

Ναι. «Και όταν θα μπούμε μέσα ακόμα και στην βρώμη -αντί για Ρώμη- γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία ελληνική». Και τα λοιπά. Αυτό έλεγα του Ιταλού εκεί, ο οποίος νόμιζε ότι το σιγοντάρω το τραγούδι και ενθουσιαζόταν κιόλας. Σαν τώρα το θυμάμαι. Καθότανε στην πλώρη μπροστά αυτός, πήγαινα εγώ κοντά του, μήπως σιγοψιθύριζε το «La campagnola bella» αυτός και έμπαινα κι εγώ και του έλεγα... 

Μ.Κ.:

Είχανε διαφορά οι Ιταλοί με τους Γερμανούς;

Ε.Δ.:

Είχανε. Και μάλιστα τώρα τελευταία έμαθα μια πολύ μεγάλη διαφορά, απίστευτη. Ήτανε όταν ήρθανε οι πρώτοι Ιταλοί εδώ, πρωτόρθανε λέει Γερμανοί οι οποίοι φύγανε και τους διαδεχτήκανε οι Ιταλοί, οι οποίοι ήταν τετρακόσιοι εδώ στην χώρα, ήτανε κι άλλοι εκατόν εβδομήντα στον Ποταμό. Είχανε έναν διοικητή εδώ στην Χώρα, τον Μαντσίνι, αν θυμάμαι καλά το όνομα, τον Φαλτσιονέλι, ο οποίος Φαλτσιονέλι ήτανε εκπαιδευτικός στην πατρίδα του, ήτανε δάσκαλος καθηγητής κάτι. Είχε υπόψη σου ότι οι Ιταλοί δεν ήτανε σύμφωνοι με τον Ντούτσε, τον Μουσολίνι, δεν ήτανε φασίστες οι Ιταλοί, κι εγώ νομίζω και το λέω τώρα τελευταία αυτό, ότι οι Ιταλοί γι' αυτό δεν πολεμήσανε στην Αλβανία, δεν ήτανε φασίστες. Τον πόλεμο τον έκανε ο Μουσολίνι με τον Χίτλερ και μου φαίνεται ότι, εντάξει, καλοί πολεμιστές και οι δικοί μας αλλά πολύ καλοί πολεμιστές και οι Ιταλοί, αλλά δεν πολεμήσανε, γι' αυτό έγινε ό,τι έγινε. Λοιπόν, τώρα γιατί το είπαμε αυτό;

Μ.Κ.:

Μου λέγατε για τον Φαλτσελίνι;

Ε.Δ.:

Ναι, ο Φαλτσιονέλι, ο Φαλτσιονέλι που ήτανε διοικητής έβραζε, έβγαζε καζάνι φαγητό και το πήγαινε το μοίραζε στο Δημοτικό σχολείο. Δεν τα ξερα. Μου λέει η αδερφή μου, έχει και φωτογραφίες. Και την άλλη φορά που ξεφύλλιζα ένα άλμπουμ στην αδελφή μου ήτανε ο Φαλτσιονέλι με μία ομάδα Ιταλούς που είχανε βγάλει ένα καζάνι και μαγείρευε λέει για τα πιτσιρίκια του σχολείου κάθε μέρα. Και είχε πει ο Φαλτσιονέλι τότε, ο οποίος δεν ήτανε καθόλου στρατιώτης, καθόλου, δάσκαλος 100%, έλεγε ότι: «Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν περάσετε καμιά φορά από την πατρίδα να ερχόσασταν σπίτι μου» κι έδινε την διεύθυνση. Αυτά.

Μ.Κ.:

Εδώ λοιπόν, στα Κύθηρα, με την Κατοχή πώς ήταν τα πράματα;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, ειδικά πείνα μόνο τον πρώτο χρόνο λίγο υπήρχε. Θυμάμαι στο σπίτι λίγες μέρες, τώρα εμείς δεν ξέρω πώς και τι, αλλά θυμάμαι ότι λίγες μέρες, μήνα σίγουρα όχι, έφερνε λίγο ψωμί ο πατέρας μου σπίτι και το έκοβε και το μοίραζε κομματάκι κομματάκι σε μας όλους. Αλλά αυτό έναν χειμώνα μόνο, τον πρώτο, και λίγο διάστημα. Μετά βρίσκαμε ευκολότερα. Τώρα υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια που δεν έχει σχέση με την Κατοχή. Εγώ τότε είχα συνεταιριστεί με έναν φίλο ψαρά και ψαρεύαμε και έφερνα σπίτι οκάδες ψάρια κάθε βδομάδα, κάθε εξόρμηση, τα οποία τα μοιράζαμε σε φιλικές οικογένειες και λοιπά και αυτές πάλι ό,τι είχανε μας δίνανε. Υπήρχε αυτό τότε, δεν ήτανε, δεν υπήρχανε χρήματα, ήταν το μέγεθος. Έπαιρνες, έδινες είδος.

Μ.Κ.:

Εσείς πώς οργανωθήκατε στην Αντίσταση εδώ πέρα;

Ε.Δ.:

Είχα αυτή την προ-εμπειρία ας πούμε στην Αθήνα με τον Στάθη, τον Ριζοσπάστη και την βαλίτσα με τα εκρηκτικά, και όταν ήρθα έψαξα να δω αν υπάρχει κάτι εδώ και βρήκα, στον Ποταμό είχανε οργανωθεί κάποιοι. Τα γράφουνε παλιοί αντιστασιακοί, έχουνε γράψει κάτι βιβλία, όπως ο Γιώργος ο Χλαμπέας, ο Γιώργος ο Πανάρετος. Είχανε πρωτοστείλει στην Αθήνα όταν μάθανε ότι είχε γίνει κάποια οργάνωση, είχανε στείλει τον λεγόμενο Καβόγιαννη, τον έχεις ακουστά; Ο Καβόγιαννης ήτανε ένας κομμουνιστής ο οποίος εξέδιδε και μία εφημερίδα. Ήταν ένας τύπος, έτσι, ένας παράγοντας θα έλεγα αξιόλογος. Τον στείλαν λοιπόν αυτόν πρώτο να βρει αλλά δεν βρήκε τίποτα και γύρισε πίσω άπραγος και στείλανε μετά τον Πανάρετο ο οποίος μπόρεσε και συνεδέθη –αυτά γράφει ένα βιβλίο ο Χλαμπέας και τα γράφει μέσα– και έφερε οδηγίες. Του είπανε λέει όμως από την Αθήνα οι άνθρωποι στις οργανώσεις να συνδεθούμε με το 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που δρούσε στον Πάρνωνα λόγω αποστάσεως και δυνατότητας επαφών ευκολότερα. Κι έτσι συνδεθήκαμε με τον Πάρνωνα. Ξεκίνησε η Αντίσταση, μπήκα από τους πρώτους εγώ όπως και όσοι άλλοι μπήκανε. Εδώ απ' την Χώρα δεν υπήρχε Αντίσταση, και γιατί ήτανε ο κόσμος δεξιόστροφος πολύ και είχε κυκλοφορήσει ότι η Αντίσταση που δημιουργείται είναι αριστερή, αλλά και γιατί ήτανε φοβικοί, λόγω του ότι εδώ ήτανε οι κατακτητές. Φοβόντουσαν, σου λέει: «Αν μας πάρουνε χαμπάρι μας σφάξανε». Και δεν είχε γίνει, τα γράφει και ο Κασιμάτης, όλοι τα γράφουνε. Εγώ μπήκα στην Αντίσταση, πήγαινα και με τα πόδια δυο φορές την βδομάδα στον Ποταμό για επαφή κι επικοινωνία και τα λοιπά. Μία από αυτές τις φορές με στείλανε στον Πάρνωνα –το γράφω αυτό; Το γράφω μάλλον– στον Πάρνωνα τότε, στο χωριό Νιάτα, είχε προγραμματιστεί να γίνει η Πρώτη Περιφερειακή Συνδιάσκεψη της ΕΠΟΝ και με στείλανε να πάρω μέρος για να έρθω πίσω να οργανώσω την ΕΠΟΝ στα Κύθηρα, παρόλο που ήμουν μικρός τότε, 18 χρονών. Πήγα, πήρα μέρος, εντυπωσιάστηκα, κάπου το 'χω γραμμένο αυτό, σε αυτό μάλλον το δεύτερο βιβλίο, μάλλον. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος λειτουργίας αυτής της συνδιάσκεψης που ήτανε με προεδρείο, δίνανε, παίρνανε τον λόγο, καταπληκτικοί ομιλητές γιατί ήτανε όλα τα παιδιά σχεδόν φοιτητές, ήρθα εντυπωσιασμένος πίσω. Αλλά τους είπα αυτών που με στείλανε, λέω: «Ρε παιδιά εγώ δεν αισθάνομαι τις δυνάμεις μου επαρκείς για να κάνω την ΕΠΟΝ στα Κύθηρα. Φέρτε μου παιδιά απ' το κάθε χωριό να του πω τι να κάνει και τι μου είπανε κι εγώ να αναλάβω την Χώρα». Έτσι και εγένετο, ανέλαβα την Χώρα. Τους καλώ ένα βράδυ στο Γυμνάσιο που ήτανε άδειο, γιατί αυτά γίνανε μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, και, και τους είπα ότι: «Παιδιά -λέω- αυτό που σας καλώ να κάνετε είναι επικίνδυνο και σίγουρα οι γονείς μας δεν θα μας αφήσουνε. Αλλά είναι η μόνη περίπτωση που δεν θα ακούσουμε τους γονείς μας». Δύο από αυτούς ακούσανε μόνο αυτό και πήγανε την άλλη μέρα και είπανε ότι: «Ο Σιγουρομανόλης μας κάλεσε να μας πει να μην ακούμε τους γονείς μας», κι ύστερα από αυτό ΕΠΟΝ στην Χώρα δεν έγινε. Αυτοί και οι δύο ζουν ακόμα. Χούντα. Νοοτροπία χούντας αυτοί. «Μας φώναξε -λέει- να μας πει να μην ακούμε τους γονείς μας».

Μ.Κ.:

Εσάς ποιος σας είχε στείλει σε εκείνη την συνδιάσκεψη;

Ε.Δ.:

Κοίταξε, στον Ποταμό δεν πήγα μια μέρα, εγώ πήγαινα δύο φορές την βδομάδα για σύνδεση μεταξύ της μικρής αντιστασιακής ομάδας της Χώρας και των άλλων στον Ποταμό. Και μία από τις φορές που πήγα, μου λένε: «Φεύγεις γραμμή για τον Πάρνωνα». Λέω: «Ρε παιδιά, για όνομα του Θεού ρε παιδιά, δεν το ξέρει ούτε η μάνα μου, δεν έχω ένα μαντίλι μαζί μου». «Φεύγα. Κατέβα στην Αγία Πελαγία να μπεις στο καΐκι του ΕΛΑΝ που είναι κάτω και περιμένει, να πας να πάρεις μέρος στην Συνδιάσκεψη». Και κατέβηκα στην Πελαγία και μπήκα στο καΐκι του ΕΛΑΝ, ξέρεις το ΕΛΑΝ. Ήτανε μάλιστα καπετάνιος εκεί τότε ένας άνθρωπος, ο Κουμής ο Λιάρος, ο οποίος Κουμής Λιάρος αμέσως μετά τον πόλεμο ήτανε καμαρότος στο «Μυρτιδιώτισσα», αυτό το βαπόρι της εποχής εκείνης.

Μ.Κ.:

Μισό λεπτάκι.

Ε.Δ.:

Μπράβο. Μωριατόγιαννης και ο Κοσμάς ο Παστός. Έτσι λεγόντουσαν αυτοί οι δύο κύριοι. «Μας φώναξε -λέει- να μας πει να μην ακούμε τους γονείς μας». Τι να τους πεις τώρα; Οπωσδήποτε αντιδραστικοί. Δεν ήτανε, δεν ήτανε και πολέμιοι αντιδραστικοί αλλά ήτανε αδρανείς. Πανικός σκέτος. Φοβόντουσαν. «Παναγία μου! Θα μας σκοτώσουν οι Γερμανοί. Τι πάνε να κάνουν αυτοί; Θα μας κάψουν τα σπίτια». Αυτοί ήτανε. Πολλοί Τσιριγώτες αυτοί ήτανε. 

Μ.Κ.:

Προδότες υπήρχαν εδώ;

Ε.Δ.:

Κοίτα να δεις, δεν είχαμε ευτυχώς. Δεν είχαμε. Συνεργάτες προδότες δεν είχαμε. Ένας βρέθηκε, ο οποίος ήτανε βοηθός σε ένα αυτοκίνητο που είχανε οι Γερμανοί και ήτανε συνέχεια μαζί τους κι αυτός όταν φύγαν οι Γερμανοί πήγε μαζί τους και δεν ξαναήρθε στα Κύθηρα ποτέ.

Μ.Κ.:

Αρχικά, στον Ποταμό είπατε πηγαίνατε με τα πόδια, έτσι;

Ε.Δ.:

Ναι. Με τι να πας; Με τα πόδια. 

Μ.Κ.:

Πόση ώρα δηλαδή κάνατε;

Ε.Δ.:

Τέσσερις να πάμε και τέσσερις να γυρίσουμε. Είχα κι έναν άλλον συνήθως παρέα, αλλά ο άλλος ήτανε και αντιστασιακός, ήτανε και κ[01:30:00]ομμουνιστής. Αλλά είχε μια φιλενάδα στον Ποταμό κι αυτό ήτανε το κυριότερο κίνητρο που ερχότανε να πάμε στον Ποταμό παρέα, την οποία και την παντρεύτηκε μετά. Η Φρωσούλα από τα Τριφυλλιάνικα ήταν αυτή. 

Μ.Κ.:

Και υπήρχε και ο αδερφός σας, έτσι;

Ε.Δ.:

Ναι. Μεγάλο θράσος. Ειδικά με τις προκηρύξεις. Θα σου δώσω μία προκήρυξη, θέλεις;

Μ.Κ.:

Έχετε;

Ε.Δ.:

Ναι.

Μ.Κ.:

Εννοείται.

Ε.Δ.:

Αυτός τότε, δεν ξέρω γιατί, η μία πλευρά δεν βγήκε καλά στο όποιο φωτοτυπικό τις φωτοτύπησε τότε, είναι μουντζούρα. Αλλά έχει, έχει την ερμηνεία και γράφει εκεί και τις υπογραφές των Γερμανών που είχανε υπογράψει, γιατί οι Γερμανοί καλούσανε τους συναδέλφους να παραδοθούνε. Κάτσε να την πιάσω.

Μ.Κ.:

Θα μου τη, μισό λεπτάκι, θα μου την δώσετε μετά. Να μην το κάνουμε πάλι.

Ε.Δ.:

Ναι.

Μ.Κ.:

Να μου πείτε λίγο τι έγινε εκείνη την μέρα. 

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις αυτός, ερχόντουσαν οι Γερμανοί, είχε μάθει κάτι γερμανικά, τους έκανε τον φίλο. Κι όταν ερχόντουσαν από το φυλάκιο του Τράχηλα στην Χώρα κάνα-δυο φορές τη βδομάδα, ερχόντουσαν, κάνανε μια βόλτα πάνω κάτω και φεύγανε. Πέντε-έξι ερχόντουσαν. Αυτός λοιπόν τους έκανε τον φίλο κι όταν ερχόντουσαν, είχε ψιλομάθει και κάτι λίγα γερμανικά, και πήγαινε μαζί τους. Όπως λοιπόν πήγαινανε κάτω, αμόλαγε προκηρύξεις αυτός από την τσέπη του. Όταν γυρίζανε πίσω τις βρίσκανε οι Γερμανοί και γινότανε κάγκελο το μαλλί τους. Τις μαζεύανε οι Γερμανοί. Αλλά στην επιστροφή πάλι προκηρύξεις. Οπότε δεν αντέχανε παραπάνω από δυο-τρεις βόλτες γιατί νομίζανε ότι η Χώρα είναι γεμάτη αντάρτες και πετάνε προκηρύξεις. Αυτό είναι το... Κάτσε να σου βρω μία αλλά όταν σηκωθώ. Μην το ξεχάσουμε μόνο. 

Μ.Κ.:

Θα το θυμηθώ εγώ. Και μου είπατε ότι υπήρχαν και Γερμανοί που υπέγραφαν; 

Ε.Δ.:

Γερμανοί την γράψανε τη... Ήταν οχτώ Γερμανοί. Αυτοί είχανε παραδοθεί και γράφανε, θα την δεις, είναι, έχει μετάφραση. Είναι στα ελληνικά. Το κείμενο στα γερμανικά δεν βγήκε καλά αλλά δεν μας νοιάζει. Έγινε μία μουντζούρα. Δεν ξέρω γιατί. Τι άλλο; Μία άλλη χοντρή χειρονομία που είχε κάνει ο Βύρων –πέθανε τις άλλες– μέγας θρασύτατος ο Βύρων. Αυτός πήδηξε μια μέρα σε ένα γερμανικό αυτοκίνητο που μετέφερε πολεμικό υλικό και πήρε ένα κιβώτιο χειροβομβίδες αγκαλιά, πήδηξε κάτω, ήτανε και μικρός, αυτός τότε ήτανε 15 χρονών. Τρία χρόνια πιο μικρός από μένα, 18 αυτός, 15 εγώ. Αυτός. 18 εγώ, 15 αυτός. Και τις πήγε στους αντάρτες τις χειροβομβίδες. Και προδόθηκε αυτό στους Γερμανούς. Και είχανε πάει μια μέρα ένα τσούρμο Χωραΐτες, γιατί θέλανε οι Γερμανοί να κόψουν τις καμάρες και τα στενά της Χώρας να περάσει ένα μηχάνημα. Και πήγε ένα τσούρμο Χωραΐτες, πενήντα, ογδόντα πήγε μαζί τους ο Βύρων. Κι άμα τον είδε ο Γερμανός λέει: «Εσένα θα σε σκοτώσω». Και του μπήκε ο άλλος με τα ελάχιστα γερμανικά που είχε μάθει του έβαλε και χέρι του Γερμανού. Μεγάλο θράσος μιλάμε. Αλλά όχι μόνο θράσος και άλλα. Τέλος πάντων.

Μ.Κ.:

Και το πιστόλι; 

Ε.Δ.:

Το πιστόλι από το αεροπλάνο.

Μ.Κ.:

Τι είχε γίνει;

Ε.Δ.:

Το γράφω; Κοίταξε να δεις. Το αεροπλάνο αυτό χτύπησε σε έναν βράχο και τρύπησε και το γκάζωσε ο πιλότος και του έκατσε στην παραλία και μαζέψανε όσους βρήκανε εκεί τριγύρω να κουβαλάνε αμμοχάλικο για να κάνουνε τσιμέντο με... Είχανε μαζί τους τα αεροπλάνα ταχείας πήξεως, ήτανε υδροπλάνα, δεν ήταν αεροπλάνα, ταχείας πήξεως τσιμέντο για να μπαλώνουν ενδεχόμενη τρύπα, γι' αυτόν τον λόγο. Βάλανε λοιπόν όσους βρήκανε εκεί να κουβαλάνε αμμοχάλικο. Ήτανε κι ο Βύρων. Μπαίνει μέσα μία, μπαίνει δεύτερη, και βλέπει κρεμασμένη σε μια κρεμάστρα μια ζωστήρα με ένα πιστόλι επάνω ολοκαίνουριο. Βουτάει το πιστόλι, το βάζει στον κόρφο, βγαίνει έξω, πάει το κρύβει σε ένα σκίνο, ξαναμπαίνει μέσα, μέσα όξω, μέσα όξω εκεί συνέχεια, κι άμα τελείωσε η ιστορία πήγε στο σκίνο, πήρε το πιστόλι και το 'φερε σπίτι. Αυτό το πιστόλι έχει ιστορία. Το ξέρεις; Κοίτα να δεις, αυτό το πιστόλι... Ζούσε εδώ μία οικογένεια τότε, ένας Κασινίκος γραμματέας του ειρηνοδικείου, ο οποίος είχε τρία-τέσσερα παιδιά. Αυτά τα παιδιά, είχε πεθάνει ο πατέρας τους, ήτανε με την μάνα τους και οπωσδήποτε δεν είχανε μεγάλη έτσι επίβλεψη και λοιπά και αλητεύανε από δω κι από κει. Όταν χτυπούσαμε τους Γερμανούς εμείς επί τέσσερις μέρες – ο Βύρων ήταν στην ομάδα του κάστρου, εγώ ήμουνα σε άλλη ομάδα, ο Βύρων είναι ο αδερφός μου– είχε το πιστόλι του εκεί. Έρχονται κάτι αεροπλάνα και τους πολυβολούνε, κάνανε πίσω αυτοί, δεν το πήρε μαζί του το πιστόλι και πηγαίνει ένα Κασινικάκι που τριγυρίζανε και βουτάει το πιστόλι. Γύρισε ο άλλος πίσω, δεν το βρήκε, έμεινε εκεί η ιστορία. Αυτά τα παιδιά, τα Κασινικάκια, τα είχε αναλάβει σαν κηδεμόνας ένας φίλος του πατέρα τους που ήταν εδώ αγρονόμος τότε, ονόματι Ελπιδοφόρος Μουστάκας, άκου όνομα τώρα. Και του το πήγαν το πιστόλι του Μουστάκα και ο Μουστάκας όταν μετετέθη και βρέθηκε στην Αθήνα για ένα διάστημα, κάπου συναντήθηκε με έναν αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού και το πούλησε. Ο αξιωματικός αυτός υπηρετούσε στο Υπουργείο, το οποίο τότε ήταν στην πλατεία Κλαυθμώνος, το Υπουργείο Ναυτικών. Στο Υπουργείο Ναυτικών τότε ένας νεαρός από δω, μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο πήγε στην Αθήνα να βρει δουλειά, να κάνει κάτι, ξέρω 'γω τι, και διορίστηκε ένα μικρό διάστημα, δεν ξέρω πώς τότε ήτανε οι συμβάσεις, δεν ξέρω, στο Υπουργείο Ναυτικών. Ακούει Τσιριγώτης ο τύπος και του το δίνει, λέει: «Πάρτο -ήξερε την ιστορία του πιστολιού-, θα τον βρεις τον άνθρωπο αυτόν, θα το θέλει, κάνει τόσο, πούλησέ του το». Και ήρθε το έφερε κάτω ο αεροπόρος το πιστόλι –έγινε αεροπόρος αυτός αργότερα– αλλά δεν άφησα τον αδερφό μου να το πάρει. «Ρε συ -του λέω- έχουμε φάει το ξύλο της χρονιάς μας από τους επόμενους για τα πιστόλια και γενικά την οπλοκατοχή. Θα το πάρουμε πάλι πιστόλι να φάμε πάλι ξύλο; Μην το πάρεις», και δεν το πήρε. Δεν ξέρω τι έγινε, χάθηκε το πιστόλι. Αφού σου λέω το κατέβασε από την ζωστήρα του Γερμανού και το άρπαξε. Ήτανε πολύ θρασύς αυτός ο αδερφός μου, που πέθανε τις άλλες. 

Μ.Κ.:

Και είχατε μέσα στο σπίτι σας ένα πιστόλι;

Ε.Δ.:

Ναι, ναι, είχαμε το πιστόλι. Δεν είχαμε μόνο το πιστόλι. Είχαμε κι ένα όπλο. Όπλο της εποχής εκείνης και ήταν ωραίο και τα λοιπά. Το οποίο είχαμε βρει σε ένα μνήμα μέσα. Προφανώς αυτό το τουφέκι θα είχε μείνει από την, τον πόλεμο, την διάρκεια του πολέμου, τότε που φεύγαν οι Εγγλέζοι κάποιος θα το εγκατέλειψε –και θα σου πω κι ένα ωραίο ανέκδοτο τώρα σχετικό– και το πήρε, αλλά μετά στην Κατοχή πήγε και το έκρυψε μέσα στο μνήμα και το βρήκαμε εμείς. Το ανέκδοτο είναι το εξής. Τότε περνούσε από δω ο κόσμος. Χιλιάδες. Όλοι αυτοί οι οπισθοχωρούντες, ειδικά Εγγλέζοι. Και σταματούσαν εδώ και περιμέναν να βρεθεί κανένα βαπόρι να τους πάρει να φύγουνε. Οπότε, μόλις συνέβαινε να υπάρξει κάποιο βαπόρι τα παρατάγανε όλα σύξυλα και φεύγανε. Ζούσε τότε εκείνα τα χρόνια ένας στο Καψάλι, ο Γιάννης ο Λαγός, και ήτανε κι ένας τύπος εδώ ο γερο-Άντζελος, φοβερός φαρσέρ και τέτοια. Έρχεται λοιπόν ο Γιάννης στην Χώρα από το Καψάλι, του λέει: «Μωρέ Γιάννη -ο φαρσέρ- ηύρατε μωρέ πράγματα;». «Ηύραμε μπρε, ηύραμε», έτσι μιλούσε ο Γιάννης. Λέει: «Δεν μου λες, καπότες ηύρατε;». Λέει: «Νιντσεράδες;» λέει ο άλλος. «Όχι βρε, καπότες». «Μουσαμαδιές; Ηύραμε δύο». O τύπος, δεν είχε ιδέα. Και δεδομένης της συνωνυμίας, γιατί το λέγανε καπότο στο Τσιρίγο το κάποιο παλτό, πανωφόρι, τέτοια, το λέγανε καπότο, το καπότο, την κάπα, είχε και κουκούλα, εκείνα τα χρόνια και ήτανε και υφαντή στον αργαλειό με τρίχα κατσίκας, χοντρή ύφανση και θα έλεγα και αφιλόξενη. Αυτό ήταν το καπότο. Σου είπα και το ανέκδοτο. Λοιπόν, παρακάτω.

Μ.Κ.:

Κινδυνεύσατε να βρούνε το όπλο μέσα στο σπίτι σας οι Γερμανοί;

Ε.Δ.:

Όχι. Δεν κινδύνευσα αλλά κινδύνευσα μια άλλη φορά κι απορώ πώς διάολο ζω. Απορώ, μα τω Θεώ. Είχε γίνει μια διαδρομή απέναντι. Ήτανε, εγώ τότε που πήγα στα Νιάτα στον Πάρνωνα στην Συνδιάσκεψη της ΕΠΟΝ, ήτανε όλο αυτό το κομμάτι της Πελοποννήσου απελευθερωμένο. Στους Μολάους μέσα κυκλοφορούσαν οι αντάρτες με τα όπλα τους κανονικά, ήταν ανοιχτά όλα τα σπίτια και τα εστιατόρια από την Αλληλεγγύη για φαγητό, τα σπίτια από τους, απ' τον κόσμο να κοιμηθούν οι αντάρτες, γιατί περνούσε πολύς κόσμος από τους Μολάους. Εγώ τότε είχα μείνει σε ένα σπίτι, σε ένα σαλόνι διπλάσιο από αυτό, ήμασταν 60 παιδιά στρωματσάδα κάτω, δίπλα μας κορίτσια και δεν πήγε ο νους μας καθόλου ότι έχουμε δίπλα κορίτσια. 

Μ.Κ.:

Πώς κινδυνεύσατε;

Ε.Δ.:

Λοιπόν, έγινε μια φοβερή επιδρομή τότε από τους Γερμανούς με ταγματασφαλίτες μαζί, έξι χιλιάδες κόσμος για να εκκαθαρίσουν αυτό το κομμάτι της απελευθερωμένης Ελλάδας, Μολάους, όλο αυτό το κομμάτι το νοτιοανατολικό της Πελοποννήσου, και ήταν να περάσουνε κι εδώ. Εδώ όλη η Αντίσταση είχε πανικοβληθεί κατά κάποιον τρόπο. Λέει: «Άμα έρθουν αυτοί μας φάγαν όλους». Είχαμε εδώ μία ομάδα επικεφαλής από κάποιους ανθρώπους εδώ, οι οποίοι ήτανε δύο γυμναστές, ένας φιλόλογος, ένας οφθαλμίατρος κι ένας δάσκαλος. Ήτανε η ηγετική ομάδα. Με φωνάζουνε λοιπόν εκείνο το βράδυ και μου λένε: «Θα πάρεις αυτό το όπλο, θα πας απ' το φυλάκιο του Τράχηλα -ήτανε εξήντα Γερμανοί στον Τράχηλα- και θα κρυφτείς σε ένα σχίνο και αν όποια περίπολο, όποια περίπολος επιχειρήσει να 'ρθει προς στην Χώρα θα τους ρίξεις στο ψαχνό. Στο ψαχνό». Πήγα εγώ. Πώς να μην πας; Και μπαίνω σε ένα σχίνο μέσα –υπάρχει ακόμα, την άλλη φορά τα έλεγα μιας φιλενάδας μου και της έδειχνα και το σχίνο– με το όπλο επί σκοπόν και το δάχτυλο στην σκανδάλη, και ήρθε η περίπολος, είχα τεράστια τύχη. Μπροστά μπροστά μου στα 3 μέτρα καμιά δεκααριά φορές όλη νύχτα. Τους άκουγα από μακριά «γκρούπου γκραπ γκραπ», τα υποδήματα που φορούσανε[01:40:00], φτάνανε μπροστά μου, επί σκοπόν εγώ με το δάχτυλο στην σκανδάλη, και καμία φορά δεν πέρασαν γιατί αν περνούσαν έπρεπε να τους ρίξω. Κι αν τους έριχνα δεν θα ήμασταν εδώ, δεν θα ήμουνα εδώ τώρα να μιλάμε γιατί αυτοί είχανε αυτόματα. Αυτόματα. Κι εμείς εκείνον τον αραμπά, βολή κατά βολή, και τα λοιπά. Ήτανε μια πολύ δύσκολη ιστορία αυτή τότε. Ευτυχώς, φαίνεται είχα μέρες και γλίτωσα και δεν χρειάστηκε να πυροβολήσω και δεν χρειάστηκε να με καθαρίσουν οι άλλοι, που θα μ' αφήνανε «μπαμ». Δεν μου έτυχε άλλη τέτοια δύσκολη αποστολή. Μια άλλη λιγότερο δύσκολη ήταν όταν μπήκαμε στο Καψάλι που τους χτυπάγαμε τους Γερμανούς τέσσερις μέρες από τρία σημεία. Εδώ έχει και λιγάκι εισαγωγή το κομμάτι, αλλά θα είναι γραμμένο, δεν ξέρω, θα είναι γραμμένο. 

Μ.Κ.:

Για πείτε μας κιόλας γιατί–

Ε.Δ.:

Κοίτα να δεις.

Μ.Κ.:

Δεν ξέρουν όλοι για τα Κύθηρα και την μάχη–

Ε.Δ.:

Μας είχαν αναθέσει 3 Επονίτες. Επικεφαλής εγώ. Και οι άλλοι δύο ήταν ένα παιδί ενός μαραγκού εδώ παρακάτω, ο Τάκης ο Κουσούρης και ο αδερφός μου. Και μας είχανε δώσει εντολή να παρακολουθούμε κατά πόδα τους Γερμανούς και να ενημερώνουμε. Ήτανε στα τελευταία τους και περιμένανε εξελίξεις. Πηγαίναμε λοιπόν στο κάστρο δυο φορές τη μέρα, μία φορά στις 10:00 το πρωί και άλλη μία το απόγευμα και βλέπαμε τους Γερμανούς. Πάμε ένα απόγευμα και βλέπουμε φωτιές, εκρήξεις και μία αλυσίδα Γερμανών να κατεβάζουνε πράγματα από το φυλάκιο στην παραλία όπου ήτανε πλευρισμένο ένα καϊκάκι και το φορτώνανε. Λέμε: «Οι Γερμανοί φεύγουνε, να ειδοποιήσουμε τους δικούς μας». Οπότε, δεν θα φεύγαμε όλοι, είπαμε να μείνουμε οι δύο να συνεχίσουμε παρατηρήσεις και να πάει ένας. Ήτανε τότε ένα κλιμάκιο του εφεδρικού ΕΛΑΣ Κυθήρων στις Καρβουνάδες εγκατεστημένο σε ένα σπίτι, ήτανε πενήντα αντάρτες. Έπρεπε να πάει εκεί όποιος θα πήγαινε. Έτυχε λοιπόν ο κλήρος στον Βύρωνα, έφυγε ο Βύρων τροχάδην. Υπολογίσαμε τον χρόνο να πάει και να γυρίσει και εκτιμήσαμε ότι κατά τις 6:00 το βράδυ, ήταν ακόμα 3:00 η ώρα, θα πρέπει να έχει πάει να έχει ειδοποιήσει και να είναι περίπου στο Λιβάδι. Και φύγαμε την κατάλληλη ώρα εμείς, πήγαμε στο Λιβάδι, ενωθήκαμε όλοι και πήγαμε μέσω Καλάμου –τα ξέρεις τα μέρη εδώ λιγάκι– πήγαμε στα σημεία που βλέπουμε Καψάλι, γιατί εκεί είχανε συμπτυχθεί οι Γερμανοί. Το πρώτο βράδυ πήγαμε στον Αϊ-Γιάννη τον Εγκρεμνό, τον ξέρεις, εκεί από πάνω πήγαμε όλοι. Και μόλις πήγαμε, ήτανε ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ τότε ονόματι Μπέχον, ψευδώνυμο ήταν, ξέρεις ότι όλοι αυτοί τότε ήτανε τα ψευδώνυμα. Ο Μπέχον λοιπόν ανεβαίνει έξω-έξω στον βράχο να δει τι γίνεται κάτω, είδε τον χαμό που ήτανε γεμάτο οι Γερμανοί όλοι κάτω στο Καψάλι και τραβάει με ένα αυτόματο που είχε μια ριπή και από κάτω που είχανε στήσει περίπου σαράντα ταχυβόλα και ορισμένα βαριά των σαράντα τα είχανε στήσει όλα και βλέπανε τα βουνά, πέφτει μία ομοβροντία. Κάναμε ένα σάλτο πίσω, κρυφτήκαμε πίσω από τα βράχια, δεν έπαθε κανείς τίποτα, και όταν σταμάτησε από κάτω ο χαμός, κάναμε από ένα μετερίζι ο καθένας, χωθήκαμε από πίσω και αρχίσαμε από εκείνη την ώρα να πυροβολούμε Καψάλι. Αυτό το βιολί κράτησε τρεις μέρες. Τέσσερις μέρες. από τις 28 Αυγούστου το βράδυ στις 8:30 που πήγαμε εκεί μέχρι στις 4 Σεπτέμβρη, το πρωί στις 10:00 που ήρθανε κάτι πλωτά να τους πάρουνε. Γράφουνε δύο ντόπιοι συγγραφείς, αυτοί μόλις ήρθαν τα πλωτά, ήτανε μαζεμένα όλα στο Καψάλι, τρέχανε του σκοτωμού να μπουν μέσα να φύγουνε. Γράφει λοιπόν ότι: «Οι Γερμανοί έφυγαν -λέει- κακήν κακώς -γράφει ο ένας, ο Κασιμάτης- κακήν κακώς, ακόμα και κολυμπώντας». Και ένας άλλος γράφει ότι: «Έφυγαν σαν κυνηγημένα σκυλιά, ακόμα και κολυμπώντας». Και όντως, αυτοί οι τελευταίοι που φύγανε κολυμπώντας ήταν αυτοί που μείνανε να ανατινάξουν το φυλάκιο που είχανε στο Καψάλι. Αυτοί φύγανε κολυμπώντας. Αυτή τη μέρα, που ήταν 10:00 το πρωί, είχανε φέρει αεροπλάνο να τους καλύψουνε για να φύγουνε να μπούνε στα βαπόρια γιατί δεν μπορούσαν να βγούνε από τα σπίτια που ήτανε μέσα, τα οποία είχανε τρυπήσει και κυκλοφορούσαν από το ένα στο άλλο. Δεν μπορούσαν να βγούνε έξω. Έπεφτε βροχή από πάνω. Από τρία σημεία. Κάστρο, Άγιο Γιάννη Γκρεμό και ένα, το λένε τον Πόρο της Κάπενας, πιο ανατολικά. Εκεί ήμουνα εγώ. Ο Βύρων ήτανε στο κάστρο, που του πήρε το πιστόλι ο άλλος. Το είπαμε για το πιστόλι. Ερχόντουσαν λοιπόν αεροπλάνα. Καλέσαν αεροπλάνο, τους στείλανε από την Κρήτη και μας πολυβολούσαν εμάς για να μπορέσουν να μπουν στα βαποράκια. Σε μία τέτοια φάση, μόλις έφυγε το αεροπλάνο, είχα κάνει κι έναν φίλο τότε από την Σπάρτη, ένα παιδί, Δημήτρη Μπεκράκο, ήμασταν παρέα κάθε μέρα, λέω: «Μπεκράκο πάμε να δούμε τι έγινε. Φύγαν τα αεροπλάνα». Και βλέπουμε κάτω και καιγότανε το φυλάκιο. Το φυλάκιο καιγότανε. Και του λέω: «Δημήτρη, οι Γερμανοί καίγονται, πάμε κάτω». Πάμε κάτω. Παιδεία εμείς στρατιωτική. Κι αν δεν είχανε φύγει οι Γερμανοί και ήτανε κάτω δεν θα ήμουνα εδώ να μιλάμε τώρα. Πήγαμε όμως κάτω. Σε κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό που κάνουμε είναι άκρως επικίνδυνο. Ήξερα ότι είναι σε ένα σπίτι κάτι Καψαλιώτες μαζεμένοι, είχανε φύγει, από το μπρος λιμανάκι, είχανε φύγει όλοι. Είχανε μαζευτεί εκεί, είχανε κοπαδιάσει που λέμε. Ήτανε σε ένα σπίτι μέσα, το ήξερα γιατί περνούσανε και πηγαίνανε στον Κάλαμο για εφόδια. Οι Καψαλιώτες δεν παράγουν τίποτα. Μόνο ψάρια. Ψάρια τότε δεν βγαίνανε και πηγαίνανε ό,τι βρουν να φάνε. Και ήξερα ότι είναι μαζεμένοι εκεί. Τους φωνάζω. Τίποτα. Δεν απαντούσανε. «Ρε Καψαλιώτες». Τίποτα. Ρίχνω μια τουφεκιά σε μια απόσταση από το σπίτι, μην σκοτώσω κα κανέναν. Πεταχτήκανε όξω: «Εμείς είμαστε». Λέω: «Το ξέρω, οι Γερμανοί φύγανε;». Δεν ξέρανε. Δεν ξέρανε διότι αυτό το μέρος, ο πίσω γιαλός που λέμε με το μπρος είναι στο ίδιο επίπεδο. Ανάμεσα είναι τα σπίτια. Πού να ξέρουν τι έγινε μπροστά; Δεν ξέραν τίποτα. Συνεχίζουμε. Κάποια στιγμή βλέπω στο Λαζαρέτο, το ξέρεις το Λαζαρέτο, έναν με κοντά παντελονάκια. Λέω: «Ρε τον πούστη, Γερμανός είναι ρε; Που βρέθηκε ο Γερμανός στο Λαζαρέτο;». Βάζω τις φωνές: «Ποιος είσαι ρε;». «Εγώ είμαι ρε», απάντηση. Ήταν ένας φίλος μου ο οποίος δεν ξέρω πώς βρέθηκε στο Λαζαρέτο και του είπα, λέω: «Βρες μια σημαία ελληνική και βάλε την σε ένα κοντάρι και πάρε μας από πίσω». Ήρθε. Λέω: «Από πού θα μπούμε;». Ήταν συρματοπλεγμένο το κομμάτι αυτό. Αλλά είχαν αφήσει ένα σημείο που το 'ξερε ο άλλος σαν πόρτα, λέει: «Ξέρω πού θα μπούμε, θα πάμε, θα σας εμπάσω». Και πήγαμε από αυτήν την πόρτα, μπήκαμε μέσα. Μόλις μπήκαμε μέσα και είδαμε ότι είναι σχεδόν άδειο το Καψάλι, τον έστειλα να βάλει την σημαία στον Άγιο Γεώργιο. Αυτήν την εκκλησούλα που είναι ξέρεις, αυτόν τον λοφίσκο. Και αρχίσαμε τώρα, άρχισαν. Ήταν και ο Μπεκράκος μαζί από πίσω, ήμουνα μεγαλύτερος εγώ και με είχε πάντα μπροστά, αυτός ακολουθούσε, ο Δημήτρης. Είχα μία αραβίδα, μου είχανε δώσει εκείνες τις μέρες, ιταλικιά, κοντή, με καμένο το κομμάτι το ξύλινο, μισοκαμένο, και ένα πιστόλι, περίστροφο. Την αραβίδα στο ένα χέρι, το πιστόλι στο άλλο, κλωτσιά στην πόρτα: «Αλτ». Ευτυχώς άδειο το πρώτο. Άδειο το δεύτερο, άδειο το τρίτο, άδεια όλα, και γι' αυτό είμαι εδώ και μιλούμε, αλλιώς δεν θα ήμουνα. Και πήγαμε, όταν διαπιστώσαμε ότι είναι όλα άδεια, βρήκαμε σε ένα καφενείο, από τα τρία που είχε τότε το Καψάλι, ένα τεράστιο μπουγαδοκάζανο γεμάτο φλισκούνι αφέψημα. Αργότερα μάθαμε ότι οι Γερμανοί δεν πίναν νερό ποτέ. Πίναν ή οινοπνεύματα ή αφεψήματα. Και πήραμε το φλισκούνι με το καζάνι με τον Μπεκράκο, πήγαμε το ρίξαμε σε κάτι λάστιχα ενός μηχανήματος που είχανε φέρει και δεν μπορούσανε να το φέρουνε στο φυλάκιό τους, και καιγότανε, ρίξαμε τα πρώτα, μετά πήγαμε το γεμίσαμε με θάλασσα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, μετά πήγαμε και ρίχναμε νερό από την τρύπα που ένωνε το φυλάκιό τους με το διπλανό κτίριο. Σου είπα, είχανε κάνει τρύπες και πέρναγαν από το ένα στο άλλο. Αρχίσαμε, τα σβήσαμε όλα. Ήρθανε και οι άλλοι από το κάστρο εν τω μεταξύ. Αυτοί αργήσανε γιατί τα αεροπλάνα απ' το κάστρο περάσανε στο τέλος. Αφού φύγαν από μας και πήγανε και στο άλλο βουναλάκι που ήτανε οι άλλοι, χτυπήσανε κι αυτούς, χτυπήσανε και το κάστρο και φύγανε για Κρήτη. Αυτά. Ήρθανε κι άλλοι απ' το κάστρο, φύγανε τα αεροπλάνα, αρχίσανε κι αυτοί με ό,τι βρήκανε, κουβάδες και τέτοια, νερό, και τα σβήσαμε όλα και μετά αρχίσαμε, οι πολλοί αρχίσανε το πλιάτσικο. Εγώ δεν ασχολήθηκα με το πλιάτσικο, βρήκα όμως μια ζωστήρα γερμανικιά με δύο μπαλάσκες, την φόρεσα και όπως γράφω, τα γράφω, κορδονόμουνα κιόλας λόγω της ζωστήρας. Αυτά και εν συνεχεία φύγαμε σιγά σιγά, ήρθαμε στην Χώρα. Ένας από δω απ' την Χώρα είχε ένα μαγαζί, ψιλικατζίδικο και μας κέρασε λουκούμια όπως περνάγαμε. Και πήγα στο σπίτι, ήταν η μάνα μου, Μικρασιάτισσα, Σμυρνιά, κεντούσε καταπληκτικά κεντήματα, και κεντούσε. Εν τω μεταξύ λοιπόν, όταν φύγαμε, όταν φύγανε όλοι, στείλανε σε λίγο αεροπλάνα και βομβαρδίζανε, προσπαθούσαν να γκρεμίσουν το Γυμνάσιο γιατί νόμιζαν ότι το 'χαμε στρατώνα το Γυμνάσιο. Και το Γυμνάσιο το τρυπήσανε, ρίξανε δυο-τρεις βόμβες απάνω, τρύπησε, ήτανε άχρηστο δυο-τρία χρόνια και τα παιδιά κάνανε μάθημα στα σχολεία, σε εκκλησίες. Κάποια στιγμή βρέθηκα στο παράθυρο του δωματίου, το οποίο είναι βορινό, και είχα και το όπλο μου ακόμα, δεν το είχα αφήσει, και βλέπω ένα αεροπλάνο και έρχεται πάνω από το, έναν λοφίσκο που έχουμε απέναντι, κάνει στροφή και κάνει σχεδόν μια κάθετη εφόρμηση για να ρίξει βόμβα στο Γυμνάσιο. Εν τω μεταξύ, λέω της μάνα μου, λέω: «Μην τρομάξεις -λέω- ετοιμάζονται να ρίξουν βόμβα». Την είδα κιόλας την βόμβα που 'πεφτε. Και ευτυχώς δεν τουφέκισα το αεροπλάνο, γιατί αν το τουφέκιζα θα μας καίγανε. Γιατί ήτ[01:50:00]ανε τόσο πολύ εύκολο να σημαδευτεί όπως κατέβαινε, ήταν σαν να μην κινείται. Και καλό όπλο, ευτυχώς το σκόπευσα, το 'πιασα στην σκοπευτική γραμμή, δεν το χτύπησα ευτυχώς. Πέσανε κάτι βόμβες και κοντά στο σπίτι μας, σπάσανε όλα τα τζάμια της περιοχής. Όλα. Όλα τα τζάμια κάτω. Η μία ήτανε 50 μέτρα μακριά. Και έκανε κι ένα, ένα πηγάδι τεράστιο, και σε διάμετρο και σε βάθος. Και ύστερα από χρόνια, όταν ανοίγανε τον περιφερειακό, βρήκανε καμιά δεκαριά τέτοιες ρουκέτες. Ναι αυτά. Τα είπαμε όλα ή έχουμε κι άλλα;

Μ.Κ.:

Έχω κάνει εικόνα την μάχη. Τρεις μέρες, τέσσερις;

Ε.Δ.:

Από τις 31 Αυγούστου το βράδυ στις 8:30 που φέραμε τους αντάρτες, μέχρι το πρωί τις 4 Σεπτέμβρη που φύγανε. Και τώρα κάναμε ένα μνημείο στο Καψάλι γι' αυτό το γεγονός. Ευτυχώς βοήθησε ο Δήμαρχος και θα γράψει απάνω, θα μπει τώρα, σε λίγες μέρες θα μπει και θα το αποκαλύψουμε. Με παρακάλεσε ο Δήμαρχος να κάνω εγώ τα αποκαλυπτήρια. Λέω:, «Γιατί ρε;», του λέω. Λέει: «Εσύ θα τα κάνεις τα αποκαλυπτήρια» και μου έβαλε και όρο. Γράφουν απάνω «Τα Κύθηρα είναι το πρώτο ελληνικό έδαφος που απελευθέρωσαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ στις 4 Σεπτεμβρίου του '44». Και έγραψε λέει και δικά του έμαθα ο Δήμαρχος πάνω. Τώρα τι δικά του έγραψε δεν ξέρω. Και σκοπεύει να φέρει και την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στα αποκαλυπτήρια. Ευτυχώς. Ευτυχώς. Είναι μία, θα έλεγα κάποια δικαίωση ύστερα από τόσα χρόνια.  Να σου πω και ένα περιστατικό ακόμα που είναι εντελώς προσωπικό αλλά που έγινε τότε. My wife. Είναι εκείνη η μεγάλη η λίντερ η φωτογραφία. Δεν ξέρω αν την έχεις δει ποτέ. Δεν γνωριζόμασταν, πρώτη φορά συναντιόμαστε. Αυτή λοιπόν η κοπέλα ήτανε, είχε γονείς Μικρασιάτες. Στην καταστροφή, που φύγαν όλοι κακήν κακώς και είχε πιαστεί ο πατέρας της αιχμάλωτος, η μάνα της μόνη της, με ένα παιδί στην αγκαλιά που το 'φερε εδώ, την πρώτη κόρη, Μαρία την λέγανε, κι ένα παιδί στην κοιλιά, έτρεχε προς το λιμάνι να βρει κάτι να φύγει, όπως όλοι τότε. Όπως έτρεχε με το μωρό στην αγκαλιά της, της δίνει μια κλωτσιά ένας Τούρκος και κάνει αποβολή. Εκεί. Και όπως ήτανε από την αποβολή με τα αίματα, μπήκε σε ένα βαπόρι, την έβγαλε Σαλονίκη. Ύστερα από κάνα-δυο μήνες ο άντρας της, ο πεθερός μου, απολύθηκε. Μπήκε σε ένα βαπόρι κι αυτός, το οποίο τον έβγαλε Πειραιά. Ρωτώντας και λοιπά και ψάχνοντας και λοιπά κάποιοι του είπανε ότι πρέπει να είναι στη Σαλονίκη, πήγε και την βρήκε. Τους βρήκε και τους κατέβασε στην Αθήνα, τους κατέβασε στην Νέα Ιωνία. Έχει και συνέχεια το έργο. Να στην πω; Δύσκολη συνέχεια. Αυτά τα, αυτή η οικογένεια, τότε, ήδη τους είχανε δώσει ένα προσφυγικό σπιτάκι, που ήταν όλα τα ίδια και ήτανε ένα δωμάτιο, ένας διάδρομος, μία κουζίνα και μια τουαλέτα απ' έξω. Εκεί ζούσανε κι εκεί ήτανε τότε αυτά τα δύσκολα, τις δύσκολες περιόδους. '41 αρχή, πείνα. Ήτανε λοιπόν γεννημένη και η γυναίκα μου και ο αδερφός της και μια αδερφή της και την μεγάλη κόρη την έπαιρνε ο μπαμπάς, ο πεθερός μου, και πηγαίνανε στο Χιλιομόδι που είχε κάτι γνωριμίες, να βρει κανά μπουκιά ψωμί να τους φέρει να φάνε. Ώσπου να πάει και να 'ρθει, που έκανε κανά μήνα με τα πόδια, με τι να πάει τότε; Με τα πόδια. Σε ένα από τα ταξίδια αυτά όταν γύρισε, και έκανε βλακεία ο άνθρωπος αυτός γιατι έπρεπε να κατεβάσει όλη την οικογένεια στο Χιλιομόδι και να τους βάλει εκεί σε σπίτια να δουλεύουνε, να κάνουνε ό,τι μπορούνε, να μην πεθάνουνε από την πείνα. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια λοιπόν, πέθανε απ' την πείνα η μάνα της, η πεθερά μου. Απ' την πείνα. Γιατί άμα οικονομούσε κανένα ψιχουλάκι το έδινε στα παιδιά, δεν το έτρωγε η ίδια. Και πέθανε απ' την πείνα μπροστά στα μάτια τους. Σκέψου τώρα, σκληρές ώρες. Και την άλλη μέρα την πετάξανε απ' το καρότσι της δημαρχίας γυμνή. Έτσι τους πετάγανε τότε. Γυμνούς. Γιατί τους παίρναν τα ρούχα οι άλλοι να ντυθούνε οι ζωντανοί. Εγώ είχα δει κάρα τέτοια με πτώματα μέσα γυμνά δεκάδες, στο σπίτι που έμενα στην, στον Πειραιά, γιατί περνάγανε προς το νεκροταφείο του Πειραιώς περνάγανε μπροστά από τον δρόμο, μπροστά μου. Αργότερα που την πήρα, που την γνώρισα και τα έμαθα, λέω: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μην παντρευτώ αυτήν την κοπέλα που είχε αυτήν την δραματική τύχη». Πράγμα που έγινε. Και τα λοιπά. Έχει και λοιπά, αλλά ασ' τα τα λοιπά. 

Μ.Κ.:

Πώς γνωριστήκατε;

Ε.Δ.:

Την είχα γνωρίσει σε ένα πάρτυ που το κάνανε κάτι εξαδέλφες της πρώτες που μένανε τότε στο Πολύγωνο. Το Πολύγωνο ήτανε προσφυγικός συνοικισμός με παράγκες. Στις παράγκες μένανε κάτι ξαδέρφισσές της, κάτι έγινε εκεί ένα παρτάκι, την είχανε καλέσει και βρέθηκα κι εγώ δεν ξέρω πώς εκεί κι εκεί την γνώρισα. Κι άμα έμαθα αυτήν την ιστορία είπα: «Αφού ήταν τυχερό και την γνώρισα, δεν θα την προδώσω, θα την πάρω». Και την πήρα. Και ζήσαμε 63 χρόνια μαζί, και τα λοιπά. 63 years. Η κακομοίρα πέθανε από καρκίνο στομάχου. Είναι τώρα δέκα χρόνια, δώδεκα. Δώδεκα χρόνια. Όλοι θα πεθάνουμε κάποια μέρα. Δεν την γλιτώνει κανένας. Είναι το μόνο πράγμα που δεν θα το γλιτώσει κανείς. Μωρέ δεν πήρες ένα βερυκοκάκι, θα στεγνώσεις, να σου φέρω παγωμένο νερό να πειίς από το νερό τουλάχιστον; Ε; Φάε κανένα κερασάκι, πετροκέρασο, τα πήρα προχθές από τον Μαρινόπουλο, πώς τον λένε αυτόνε, ΑΒ Βασιλόπουλος.

Μ.Κ.:

Ωραία, μόλις κλείσουμε υπόσχομαι ότι θα φάω.

Ε.Δ.:

Ωραία.

Μ.Κ.:

Έτσι κάτι μικρό δηλαδή, ήθελα να ρωτήσω, γιορτάσατε μετά; Πώς μαθεύτηκε για τους Γερμανούς που έφυγαν;

Ε.Δ.:

Κοίταξε να δεις, θα έλεγα εδώ δεν έγινε τίποτα. Και δυστυχώς δεν έγινε και τίποτα όλα αυτά τα χρόνια έκτοτε. Και με χίλια βάσανα εγώ είχα καταφέρει έναν προηγούμενο Δήμαρχο και είχε αναγνωρίσει την Εθνική Αντίσταση και είχε κάνει μία απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να γιορτάζουμε στις, να γιορτάζουμε την αντίστοιχη ημερομηνία, 4 Σεπτέμβρη. Γιορτάστηκε κάνα-δυο φορές και την τρίτη που είχανε βάλει τον αδερφό μου να κάνει μια ομιλία, και την οποία ομιλία αυτός στήριξε στις προκηρύξεις, μόλις άρχισε την ομιλία, πιάνει μια κατακλυσμιαία βροχή, διαλυθήκαμε όλοι, τρυπώσανε όπου βρήκανε γύρω, τράπεζες, παντού, και δεν έγινε τίποτα. Και έκτοτε σταμάτησε αυτή η ιστορία, δεν ξανάγινε εορτή. Όμως, με χίλια βάσανα εγώ έχω καταφέρει τον Δήμαρχο και κάναμε ένα μνημείο στο Καψάλι, στο 'πα και πρωτύτερα ναι. Λέει: «Εντάξει, δεν θα γιορτάζουμε». Με ρώτησε κάτω, λέει: «Γιατί δεν γιορτάστηκε αργότερα μετά;». Και τώρα λάθος του 'πα, σωστά του 'πα, λέω: «Γιατί; Γιατί κάποιοι αντιδρούσανε». Και λέει: «Τότε θα κάνουμε ένα μνημείο» και γίνεται τώρα το μνημείο, έχει παραγγελθεί, έχει βγει πίστωση, έχει ανατεθεί σε εργολάβο να το κάνει και λοιπά. Και θέλει ο Δήμαρχος να το αποκαλύψω εγώ με το ζόρι και με όρκισε κιόλας. Γιατί αυτό το, η επιθυμία να κάνω τα αποκαλυπτήρια; Καλά, το ότι είμαι ο τελευταίος επιζών της περιόδου, είμαι ο τελευταίος. Αλλά εντάξει, άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Τέλος πάντων.

Μ.Κ.:

Όταν λέτε αντιδρούσανε; Για το, να το γιορτάσουνε.

Ε.Δ.:

Ναι άκου να δεις, οι Τσιριγώτες, και τα 'χω γραμμένα αυτά, έχω ράψει ένα βιβλίο σχετικό, κάμποσα είναι και σ' αυτό το δεύτερο. Κοίταξε να δεις, οι Τσιριγώτες δεν ήτανε προδότες, ήτανε όμως χέστες όπως λέω, φοβιτσιάρηδες. Και δεν θέλανε να βγούνε στην επιφάνεια αυτά γιατί θα τους ρωτούσαν: «Εσείς τι κάνατε;». Τι να πούνε; «Φοβόμαστε;». Και ντρέπονται να πούνε φοβόμαστε και δεν, αυτοί αντιδρούσανε.

Μ.Κ.:

Δηλαδή τι λέγανε;

Ε.Δ.:

Να μην γίνει καμία επέτειος, καμία αναφορά, τίποτα. Μυστήριες καταστάσεις. τι να πούμε. Είχαμε και κάμποσους εδώ που αντιδράσανε και δυναμικότερα. Από φόβο κι αυτοί. Αυτοί, ένα βράδυ που ερχότανε μια ομάδα αντάρτες απ' τον Ποταμό να πάει να δει αν μπορεί να χτυπήσει το φυλάκιο της Αγίας Ελέσσας –ήτανε το φυλάκιο του Τράχηλα και της Αγίας Ελέσσας– να πάρει τα όπλα των Γερμανών και λοιπά, τους στήσανε ενέδρα με κυνηγετική και τους χτυπήσανε στον δρόμο. Τους αντάρτες. Τους χτυπήσανε με κυνηγετικά. Και παρόλο που έστειλε το 8ο Σύνταγμα κάτω έναν αξιωματικό να βρει τους πρωταιτίους και να τους κάψει τα σπίτια, αυτός ο άνθρωπος ήτανε πολύ έτσι ήπιος άνθρωπος και έκαψε μόνο τρία σπίτια. Και είχε κι έναν μαλάκα, και φυλάκισε βέβαια τους συγγενείς αυτών των πρωταιτίων που τους κάψανε τα σπίτια, τους είχανε φυλακίσει καμπόσες μέρες. Και ήτανε ένας μαλάκας τώρα και είχε το αποφυλακιστήριο της μάνας του. Του λέω: «Κακομοίρη -του λέω- εξαφάνισέ το και μην το ξαναδείξεις διότι οι αντάρτες φυλακίζανε τους προδότες και τους συνεργάτες των Γερμανών. Λοιπόν, δείχνοντας αυτό θα πεις ότι η μάνα σου ήτανε συνεργάτης των Γερμανών. Θες να το πεις; Εξαφάνισέ το». Το εξαφάνισε. Αλλά πρόλαβα και του πήρα μία φωτοτυπία, την οποίαν έχω. Θες να την δεις; Το αποφυλακιστήριο; Λύσε με να φύγω.

Μ.Κ.:

Όταν θα το κλείσουμε θα μου το δείξετε.

Ε.Δ.:

Α μετά. Εντάξει. Και την προκήρυξη τότε να θυμηθούμε.

Μ.Κ.:

Δεν το ξεχνάω. 

Ε.Δ.:

Λοιπόν.

Μ.Κ.:

Μία ερώτηση έχω για την μάχη. Τέσσερις μέρες. Πώς; Ήσασταν με βάρδιες; Τι κάνατε; Κοιμόσασταν; Πώς...

Ε.Δ.:

Λοιπόν, κοίταξε να δεις, όχι. Απλά φεύγαμε κάμποσες ώρες. Θυμάμαι πηγαίναμε στον Κάλαμο κάτι να φάμε, γιατί δεν είχαμε και επιμελητείες και τέτοια, δεν είχαμε τίποτα. Εμείς του φυλακίου από εκεί, το ανατολικό, που ήμασταν στον Πόρο, της Κάπενας όπως λέγεται το σημείο[02:00:00]. Οι άλλοι εδώ δεν ξέρω τι κάνανε αυτοί στον Αϊ-Γιάννη τον Γκρεμνό και στο Κάστρο. Ήτανε κοντά τώρα στην Χώρα, ερχόντουσαν εδώ σπίτια τους; Δεν ξέρω τι κάνανε. Δεν έχω ρωτήσει καμιά φορά. Εμείς πηγαίναμε στον Κάλαμο, κάτι βρίσκαμε εκεί, τσιμπάγαμε κάτι, γυρίζαμε. Τώρα ύπνο; Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι. Αν κοιμόμαστε και πότε. Γιατί σίγουρα κοιμόμαστε, δεν μπορεί τέσσερις μέρες ξύπνιοι. Αλλά μπορεί και στο μετερίζι εκεί επιτόπου να γλαρώναμε που λέμε. Δεν θυμάμαι. 

Μ.Κ.:

Οι γονείς σας ξέρανε για την αντιστασιακή σας δράση;

Ε.Δ.:

Τα ξέρανε και μου έκανε εντύπωση, μεγάλη εντύπωση πώς, πώς δεν αντέδρασε κανένας. Ήτανε ωραίοι ανθρώποι. Και η μάνα μου Σμυρνιά και ο πατέρας μου πολεμιστής των Αλβανικών πολέμων, εφτά χρόνια φαντάρος. Ίσως αυτά παίξανε ρόλο και δεν αντιδράσανε καθόλου, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Αφού αναρωτιέμαι κι εγώ, λέω πώς διάολο μάς αφήνανε. Αλλά μας αφήνανε. Καμία αντίδραση, τίποτα. Κουβέντα. 

Μ.Κ.:

Και το τέλος, έτσι, υπάρχει η απελευθέρωση και μετά έρχονται οι Σύμμαχοι. Τι έγινε; Θυμάστε πώς είχε, τους είχατε υποδεχτεί;

Ε.Δ.:

Κάτι γράφω. Θα τα έχεις διαβάσει, γι' αυτό ρωτάς. Είχαμε γράψει συνθήματα στους τοίχους: «Καλωσήρθατε ηρωικά μας αδέρφια», ηρωικοί μας, δεν θυμάμαι τώρα, και από κάτω «ΕΑΜ». Και πηγαίνανε αυτοί και κλωτσάγανε το «ΕΑΜ» να σβήσει και τότε είπα: «Παναγία μου τι μας περιμένει;». Και προέκυψε θέμα στην συνέχεια, μετά, και Δεκεμβριανά και όλα τα άλλα. Αυτά. Αυτοί, της Μέσης Ανατολής, περιέργως ήτανε επηρεασμένοι από το παλάτι. Και ήτανε όλοι βασιλόφρονες. Ίσον εμάς μας θεωρούσανε κομμουνιστάς και υπήρχε κάθετος διαφορά. 

Μ.Κ.:

Τώρα εγώ δεν έχω κάτι άλλο να ρωτήσω, δεν ξέρω εσείς άμα θέλετε να πείτε.

Ε.Δ.:

Τι να πω; Εκείνο που μπορώ να πω και μπορεί να το γράφω και στο βιβλίο, το γράφω. Ήμουνα κλάσεως 45 και νόμιζα ότι θα πάω στα γεράματά μου φαντάρος γιατί ήτανε τρεις-τέσσερις κλάσεις αγύμναστες λόγω πολέμου. '42-'43-'44 αγύμναστοι. Και έλεγα θα πάω γέρος φαντάρος. Λοιπόν, και ω του θαύματος μια μέρα βγαίνει μια ανακοίνωση από τις αρμόδιες αρχές να παρουσιαστούνε οι απόφοιτοι τεχνικών σχολών του Νομού Πειραιά, του νομού Αττικής, Αθηνών τι ήτανε τότε, Αττικής. Και είμαι μέσα. Είμαι πρώτος πρώτος. Αυτό την άνοιξη του '46. Με επιλέγουνε ηλεκτρολόγο αυτοκινήτων, είχα βγάλει την σχολή, εκπαιδεύομαι, έχω έρθει πρώτος, με προορίζουνε για εκπαιδευτή και με έχουνε ετοιμάσει να πάω στην Μέση Ανατολή μετεκπαίδευση για να γίνω εκπαιδευτής. Και χτυπάει η σάλπιγγα μια μέρα, ήμασταν σε έναν στρατώνα που τον λέγανε «Τεχνική Βάση Αθηνών» και ήτανε απέναντι, είναι απέναντι από τον Ευαγγελισμό. Όλο αυτό το κομμάτι που ήτανε ιδιοκτησία της Ριζαρίου ήτανε στρατώνας. Είναι το Χίλτον τώρα, είναι το Πολεμικό Μουσείο τώρα. Τότε ήτανε ένας ατελείωτος στρατώνας. Εκεί παρουσιαστήκαμε, εκεί ήμασταν. Και όπως περιμένω να 'ρθουνε να μας πάρουνε για Μέση Ανατολή, χτυπάει ένα μεσημέρι συναγερμός, έρχονται καμιά εκατοστή καμιόνια, μας φορτώνουνε, μας λένε: «Να ετοιμάσετε τα πράγματά σας». Νομίζαμε ότι πηγαίναμε για Μέση Ανατολή και μας παίρνουνε και μας πάνε στο Λιόπεσι, όπου ήτανε... Σε ποια ερώτηση το θυμήθηκα αυτό;

Μ.Κ.:

Αυτό, εσείς τώρα μου λέτε την...

Ε.Δ.:

Λοιπόν, τέλος πάντων. Μας μαζεύουνε λοιπόν μας πάνε στο Λιόπεσι, έχουνε ετοιμάσει μια πολύ μεγάλη έκταση με αντίσκηνα και μας βάζουνε εκεί και μας λένε: «Ανήκετε στο 1ο Τάγμα Σκαπανέων». Το 1ο Τάγμα Σκαπανέων ήταν το ιδρυτικό τάγμα της Μακρονήσου. Αυτά είναι γραμμένα και στο Facebook αν θες στο βγάζω, στο πέι μπουκ. Είναι ουσιαστικά, το πέι μπουκ είναι ένα φύλλο μητρώου, στρατιωτικού. Είναι όλα γραμμένα. Μας πήγανε εκεί λοιπόν και μας είπανε: «Ανήκετε στο 1ο Τάγμα Σκαπανέων». Δεν ξέραμε εμείς τι θα πει 1ο Τάγμα Σκαπανέων τότε. Έχουμε μείνει καμιά εικοσαριά μέρες εκεί και κατεβαίνει, είναι γραμμένο αυτό εκεί μέσα, εγώ δε το θυμόμουνα, μου το θύμισε ένας φίλος: «Το 'χεις γραμμένο» λέει. Ερχεται ο διοικητής του –σου 'πεσε το μολυβάκι, δεν πειράζει– έρχεται ο διοικητής του Τάγματος, χτυπάνε προσκλητήριο, μας μαζεύουνε και λέει: «Όσοι είναι παντρεμένοι από σας να βγούνε στην άκρη». Στην αρχή βγήκανε κάπου διακόσιοι πενήντα. Λέει: «Προσέξτε, θα γίνει έλεγχος στα χαρτιά σας και όποιος βρεθεί να λέει ψέματα θα βρει άσχημο μπελά». Φεύγουν οι μισοί. Εγώ εκεί, ακούνητος. Έγινε αυτό δυο-τρεις φορές και στο τέλος μείναμε είκοσι πέντε. Και λέει: «Πόσοι από σας θέλουν να...», δηλώσαμε παντρεμένοι ψευδώς, είχα τεράστια πείρα από την Σιβιτανίδειο. Η Σιβιτανίδειος ήταν στρατώνας. Και είχα αποκτήσει και θράσος και θάρρος κι απ' όλα. Παντρεμένος λοιπόν, μένουμε είκοσι πέντε στο τέλος, λέει: «Ποιοι θέλουν απολυτήριο από σας;», πέταξα το καπέλο μου: «Εγώ», χαμός. Και πήρα απολυτήριο και πήγα σπίτι μου, όπου οι άλλοι όλοι αυτοί που μείνανε που δεν είχανε προβλήματα και παρελθόν, υπηρετήσανε πενήντα τέσσερις μήνες τότε με τον Εμφύλιο κι εγώ έκανα μόνο τριάντα δύο, γιατί έμεινα με την αναβολή ως ακατάλληλος. Όταν μας πήρανε πια με την 7η ΕΣΟ ήτανε, είχε πώς το λένε, σβήσει το μεσαίο κομμάτι το οποίο το υπηρετήσανε οι άλλοι. Αυτά. 

Μ.Κ.:

Και μετά, στον στρατό, νομίζω κάπως είχατε καταφέρει και γλιτώνατε. Προσφερόσασταν για να κάνετε πράγματα;

Ε.Δ.:

Μα αυτό ήτανε πριν συμβούν αυτά που είπα τώρα.

Μ.Κ.:

Πριν;

Ε.Δ.:

Ναι. Ήτανε την δεύτερη φορά που με πήρανε. Την δεύτερη. Που με επιλέξανε τεχνίτη τηλεπικοινωνίας και που... Εδώ είναι το θράσος του κερατά. Αλλά δεν ήτανε και όλο θράσος. Διότι μπαίνει μια μέρα, μας πήγανε στις διαβιβάσεις, μας ντύσανε Μεγάλη Δευτέρα και στις διαβιβάσεις πήγαμε της Αναλήψεως. Τόσο ήτανε τότε η βασική εκπαίδευση. Καμιά σαρανταριά μέρες. Νομίζω ότι όταν μας ντύσανε έγινε αυτό που θα πω τώρα. Περιμέναμε, Μεγάλη Δευτέρα και δεν μας δίνανε λόγω των εορτών και ήμασταν κάθε μέρα στον θάλαμο ξάπλα στα κρεβάτια εκεί. Οπότε ακούω εκεί που μισοκοιμόμουνα, μες στον ύπνο μου τον ελαφρό, ένα ζευγάρι ανθρώπους να μετράνε τζάμια: «Να τ' αλλάξουμε κι αυτό, να τ' αλλάξουμε κι εκείνο, να τ' αλλάξουμε και τ' άλλο». Κι άμα τελειώσανε, λέει: «Κανάς τζαμάς;» Πετάγομαι πρώτος απάνω, πετάγομαι λέω: «Τζαμάς». Λέει: «Τζαμάς;». «τζαμάς». «Τι έχεις, τζαμάδικο;». Λέω: «Ναι». «Πού το έχεις;». «Στην οδό Αθηνάς». Ψέματα, ήξερα ένα τζαμάδικο στην Αθηνάς και χρησιμοποίησα αυτό, δήθεν δικό μου. Λέει: «Πάρε τα μέτρα και φύγε». Το πιο πολύ που με ένοιαζε εμένα τότε ήταν η διανυκτέρευση κυρίως. Και έφυγα την άλλη μέρα, έφυγα το βράδυ, έμεινα έξω, πήγα την άλλη μέρα το πρωί, πήρα τα τζάμια, τα αγόρασα και τον στόκο, και όλα όλα όλα, ήξερα τι πρέπει να αγοράσω και τα πήγα μέσα και λέει: «Βάλ' τα». Και βρήκα έναν φίλο εκεί, απ' την πρώτη φορά γνωστό, τον Καλαδάμη, ήτανε η δουλειά του. Λέω: «Καλαδάμη βάλε τα τζάμια, να γνωριστείς κι εσύ με την ομάδα». Τα έβαλε τα τζάμια ο... Ύστερα από κάνα-δυο μέρες -α, πρωτοζητήσανε οργανοπαίκτες για το Πάσχα και είπα ότι παίζω κιθάρα, ψέματα. Γιατί σκέφτηκα, λέω: «Τώρα θα μαζευτούμε καμιά δεκαπενταριά-είκοσι, που θα θυμούνται αυτοί πόσοι είπανε ότι έχουν όργανα κι ότι παίζουνε;». Και πήγα και βρήκα ένα σαράβαλο κιθάρα ερείπιο, ερείπιο, την έβαλα σε ένα τσουβάλι, την έφερα, την έβαλα μόλις μπήκα κάτω από το κρεβάτι, την άφησα εκεί, ούτε μου την ζήτησε κανείς ούτε μου είπε κανείς ότι: «Πήγαινε στο συγκρότημα». Τίποτα. Εκεί έμεινε η κιθάρα και τέλειωσε και το Πάσχα, όλα. Ύστερα, ξανάρθανε μια μέρα και ζητάνε ηλεκτρολόγο και μου λένε, όταν είπα ηλεκτρολόγος, λέει: «Για βάστα ρε παιδάκι μου, εσύ τι πρωτοείσαι; Τζαμάς, οργανοπαίκτης για ηλεκτρολόγος;». Λέω: «Όσο για ηλεκτρολόγος είμαι». Και βγάζω τις άδειες απ' την τσέπη που τις είχα, λέω: «Ιδού». Κι έβγαλα όλη την βασική εκπαίδευση, την έβγαλα στο σπίτι του λοχαγού, του κάναμε την εγκατάσταση και τα λοιπά. Και βρήκα και έναν, εκείνον τον Καλαδάμη που ξανανέφερα με τα τζάμια, ήτανε μαστοράντζα αυτός, τονε ππήραμε παρέα, μαζί με τον Μουζάκη που ήτανε κι αυτός ηλεκτρολόγος και μας έφερνε κάθε μέρα ο λοχαγός την άδεια εκεί, βγαίναμε την διανυκτέρευση έξω κα δουλεύαμε την άλλη μέρα το πρωί. Είχα να πάω σαράντα μέρες μέσα, στο στρατόπεδο. Ή μάλλον πήγαινα μια φορά την βδομάδα κι έπαιρνα ξηρά τροφή και τα τσιγάρα. Τα οποία, εντάξει, δεν ήτανε υποχρεωτικό αλλά πήγαινα και τα έπαιρνα. Πήγαινα τα έπαιρνα και για τους άλλους. Εκεί βγάλαμε την βασική εκπαίδευση. Στο σπίτι του λοχαγού που τονε λέγανε Δότσιο. Θυμάμαι και το όνομα. Είχε έρθει αυτός από το Αγρίνιο νομίζω μετάθεση, ήθελε να μείνει, ήθελε σπίτι για να μείνει η οικογένειά του και βρήκε αυτό το οποίο ήτανε ερείπιο και μας έβαλε να του το φτιάξουμε. Το φτιάξαμε το σπίτι. Έμπαινε μέσα. Ως την ώρα μας μάθανε και όλοι οι άλλοι αξιωματικοί οι οποίοι, ήμασταν κάθε μέρα απόντες και λέγανε: «Είναι στου λοχαγού το σπίτι». Μάθανε ότι είμαστε ηλεκτρολόγοι και αρχίσανε μετά αυτοί, ο ένας κεραίες, ο άλλος πρίζες, ο άλλος το άλλο κι έτσι δεν κάναμε καθόλου βασική εκπαίδευση, παρά την βγάλαμε στα διάφορα σπίτια. Αυτά. Πιθανόν να τα έχεις διαβάσει. Τα 'χεις διαβάσει;[02:10:00]

Μ.Κ.:

Τα 'χω διαβάσει.

Ε.Δ.:

Τα λέω εγώ. Τα 'χω γραμμένα να μην μείνουν, να μην χαθούνε. Και μετά, αυτό ήτανε στην βασική, Κέντρο Βασικής Εκπαιδεύσεως Αθηνών γίναν αυτά. Μετά πήγαμε στις διαβιβάσεις, απέναντι το ένα στρατόπεδο από το άλλο στο Χαϊδάρι και εκεί, με την πρώτη μέρα που πήγαμε, και φοβόμουνα κιόλας, λέω: «Τώρα θα δεις με το παρελθόν που έχουμε στην Αντίσταση και τα λοιπά θα σκυλοβρούμε τον μπελά μας» και μόλις πήγαμε και μας βάλανε στην σειρά, φωνάζουνε: «Δαπόντες, Μουζάκης, Λουρίδας», που είμαστε και οι τρεις με παρελθόν. «Ω ρε γαμώτο -λέω- πάλι τα ίδια», είπα. Ήρθανε λοιπόν τώρα δυο αξιωματικοί, ένας υπολοχαγός κι ένας λοχαγός και ήτανε αυτοί, ήτανε, πώς το λένε, ήτανε διοικητές του Τμήματος Συντηρήσεως Κτιρίων. Και μας θέλανε, λέει: «Είστε ηλεκτρολόγοι» και πήγε η ψυχή μας στον τόπο της. Και μας θέλανε, λέει, να αναλάβουμε την συντήρηση του στρατοπέδου. Μας ρώτησαν αν δεχόμαστε. Λέω: «Δεχόμαστε». Και αναλάβαμε την συντήρηση του στρατοπέδου και την βγάλαμε πολύ λαδερή, διότι δεν πηγαίναμε ούτε σε προσκλητήρια ούτε πουθενά. Μας είχανε δώσει ένα τόσο δωμάτιο και μέναμε και είχαμε το εργαστήριο, τα εργαλεία μας, τα πάντα και βάζαμε και δυο ράντζα και κοιμόμαστε όταν ήμασταν την νύχτα μέσα. Γιατί ήμασταν μία μέρα μέσα μία έξω. Από εκεί απολύθηκα. Απ' το Τμήμα Συντηρήσεως Κτιρίων ως ηλεκτρολόγος στρατοπέδου. Είχαμε όμως μπόλικη δουλειά, γιατί το στρατόπεδο ήτανε και μεγάλο, είχε και εναέρια δίκτυα, εξωτερικούς φωτισμούς, εξωτερικά φώτα, ιστορίες. Είχε δουλειά, είχε αρκετή συντήρηση. Αλλά εμείς παιδιά τότε δεν, ούτε μας κούραζε ούτε μας ένοιαζε. Τα φτιάχναμε όλα και το βράδυ σπίτι μας. Μια μέρα ο ένας, μια ο άλλος. Αυτά. Έχεις διαβάσει και άλλα; Που κοντεύω να μην τα θυμάμαι εγώ. 

Μ.Κ.:

Όλα τα θυμάστε. Ωραία. 

Ε.Δ.:

Τελειώσαμε; Τελειώσαμε.

Μ.Κ.:

Θα μου δείξετε εμένα τις φωτογραφίες.

Ε.Δ.:

Α, τις προκηρύξεις.

Μ.Κ.:

Όλα αυτά.

Ε.Δ.:

Και τι άλλο είπαμε;

Μ.Κ.:

Και το, θα το κλείσουμε και θα μου τα δείξετε–

Ε.Δ.:

Το βιβλίο μήπως; Μήπως το βιβλίο;

Μ.Κ.:

Θα το κλείσουμε και θα μου τα δείξετε.

Ε.Δ.:

Να το κλείσουμε.

Μ.Κ.:

Ωραία, λοιπόν σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Ε.Δ.:

Να 'σαι καλά.