«Ήμασταν παιδιά του χωριού»: Όταν η ποντιακή καταγωγή διαμορφώνει την ταυτότητα
Ενότητα 1
Η ποντιακή καταγωγή, έθιμα και διάλεκτος - η εγκατάσταση στην Τριανταφυλλιά και οι συνθήκες ζωής
00:00:00 - 00:22:08
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μπορείς να μου πεις το ονοματεπώνυμό σου; Παπαδόπουλος Πέτρος. Σήμερα, 22 Φεβρουαρίου του 2022, βρισκόμαστε στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλον… Όπως συμβαίνει στον Πόντο για παράδειγμα. Που σ’ αυτές τις περιοχές που είπα, τα ορεινά της Τραπεζούντας ας πούμε μιλάνε ποντιακά ακόμα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Tags
Ενότητα 2
Η εργασία στα καπνά, όταν έκλεινε το σχολείο, τα υπόλοιπα στάδια και το σχολείο
00:22:08 - 00:26:13
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θέλεις να μου μιλήσεις για το σχολείο σου; Μου είπες ότι το σχολείο ρε παιδί μου πήγαινες… και έκανες ένα διάλειμμα απ’ τα καπνά, οπότε φαντ…ούτα από του τάδε το χωράφι και τέτοια, το μυαλό μας σ’ αυτά ήτανε. Ήμασταν παιδιά του χωριού. Ψημένα παιδιά. Και στη δουλειά, και σε όλα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 3
Ο απαγορευμένος κινηματογράφος και τα χρόνια της Χούντας
00:26:13 - 00:32:37
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μου είπες πριν ότι πηγαίνατε σινεμά. Είχε σινεμά στο χωριό σου; Ήτανε δύο αδέρφια. Το σινεμά είχε το όνομα του ενός. Οι οποίοι κάναν και …. Αυτοί προφανώς κάνανε ή τελείωσε η άσκησή τους ή κάναν διάλειμμα, ποιος ξέρει τι ας πούμε, κατεβήκανε στο χωριό. Και το θυμάμαι έντονα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 4
Η μετάβαση από το χωριό στις δυτικές συνοκίες της Θεσσαλονίκης
00:32:37 - 00:46:05
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
9 χρονών μου είπες έφυγες απ’ το χωριό. Ναι. Οικογενειακώς. Και ήρθες στη Θεσσαλονίκη. Ναι. Σταυρούπολη. Πώς ήταν αυτή η μετάβ…. Τ’ αγαπάω το χωριό μου. Κυρίως όταν λείπω απ’ αυτό. Όχι όταν είμαι από κει, όταν είμαι εκεί. Όταν είμαι εκεί με ενοχλούν πολλά πράγματα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 5
Η ποντιακή γλώσσα και το προσκύνημα στις πατρογονικές εστίες του Πόντου
00:46:05 - 00:53:23
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θέλω να σε ρωτήσω αν υπάρχουνε πράγματα, στοιχεία ας πούμε της ποντιακής κουλτούρας που έχεις διατηρήσει εσύ ο ίδιος. Ανά τα χρόνια δηλαδή κ…θα το ξανάκανες αυτό το ταξίδι… Σίγουρα! Και θα το ξανακάνω, δεν υπάρχει περίπτωση. Ωραία. Ευχαριστώ πάρα, πάρα πολύ για τη συζήτηση.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 1
Η ποντιακή καταγωγή, έθιμα και διάλεκτος - η εγκατάσταση στην Τριανταφυλλιά και οι συνθήκες ζωής
00:00:00 - 00:22:08
[00:00:00]Μπορείς να μου πεις το ονοματεπώνυμό σου;
Παπαδόπουλος Πέτρος.
Σήμερα, 22 Φεβρουαρίου του 2022, βρισκόμαστε στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Εγώ είμαι η Νένα Παπαδοπούλου και παίρνω συνέντευξη για το Istorima απ’ τον κύριο Παπαδόπουλο Πέτρο, με τον οποίο θα μιλάμε στον ενικό. Θέλεις να μου πεις κάποια… βασικά στοιχεία σου, ας πούμε πότε γεννήθηκες, από πού είσαι;
Γεννήθηκα στις 17 Ιανουαρίου του ‘64. Στο χωριό μου, στην Τριανταφυλλιά Σερρών. Από κει είμαι. 9 χρονών έφυγα, ήρθαμε Θεσσαλονίκη οικογενειακώς. Και έμεινα εδώ.
Και σήμερα πού βρίσκεσαι;
Σήμερα ζω στο Ωραιόκαστρο. Εδώ και… 28 χρόνια. 29, 28. Ναι… Στο Ωραιόκαστρο ήρθα παντρεμένος και με ένα παιδί. Και τα άλλα δύο γεννηθήκαν εδώ.
Ωραία τώρα θα σε πάω… όταν ήσουν εσύ παιδί. Θέλεις να μου πεις λίγο για την οικογένειά σου, την καταγωγή σου εκεί;
Η καταγωγή μας είναι ποντιακή, 100%. Από παππούδες, από παντού. Ήμασταν τρία αδέρφια, οικογένεια… νορμάλ, του χωριού. Δύο αδερφές μεγαλύτερες και εγώ. Εντάξει η ζωή στο χωριό διαφορετική από τη ζωή της Θεσσαλονίκης. Άλλοι ρυθμοί, με άλλο μάτι τα βλέπαμε κιόλας γιατί ήμουνα παιδί. Έως 9 χρονών. Τώρα κάτι συγκεκριμένο…
Είπες ότι είναι 100% ποντιακή η καταγωγή σου, τι εννοείς;
Εννοώ ότι οι παππούδες και οι τέσσερις… ήρθαν από τον Πόντο.
Πότε ήρθανε;
Το ‘22. Τώρα αν ήταν ‘23 δεν ξέρω. Πώς ακριβώς γινόταν τότε. Γιατί εμείς δεν είχαμε… δεν ξέρω αν μπήκανε σε καράβι ή αν ήρθανε ξέρω ’γώ με κάρα ή οτιδήποτε, μεγάλη απόσταση. Πάντως, όταν έγινε η ανταλλαγή. Το ‘22.
Σου έχουν πει ποτέ… η οικογένειά σου ιστορίες για το πώς έφτασαν στην Ελλάδα;
Όχι, αυτό θα ‘πρεπε να μου το πουν οι παππούδες. Οι οποίοι παππούδες φύγανε νωρίς σχετικά, σε σχέση με την ηλικία μου αλλά και πάλι σαν παιδί εμείς αυτά δεν τα ρωτούσαμε. Όταν μεγαλώνεις αρχίζεις και ψάχνεσαι για την καταγωγή σου, αλλά είναι αργά, γιατί έχουν φύγει. Δηλαδή…
Ξέρεις μήπως…
Ιστορίες απ’ τον Πόντο δηλαδή, γενικά δεν ξέρω.
Ξέρεις πότε πήγαν στο χωριό, στις Σέρρες;
Αρχικά… αρχικά, του πατέρα μου, ο πατέρας μου ας πούμε, από το σόι του πατέρα μου πήγαν στην Καλαμαριά. Στην Καλαμαριά τούς ειδοποίησαν, τότε ήταν όλοι πρόσφυγες εκεί. Τους ειδοποίησαν ότι έχει αδειάσει ένα χωριό, ονόματι Φλαμούρι. Στο Βερτίσκο, στο βουνό. Λοιπόν πήγε αντιπροσωπεία τότε που ήταν κι ο παππούς μου και είδαν ότι το χωριό είναι όπως ακριβώς αφήσανε το χωριό στον Πόντο. Κι έτσι ειδοποίησαν τους άλλους και… πρωτοκατοικήσανε το Φλαμούρι. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου όμως, επειδή το Φλαμούρι ήταν μέσα στα βουνά, και συχνά περνούσαν αντάρτες από κει… ανεφοδιάζονταν δεν ξέρω τι δηλαδή… η κυβέρνηση τούς έδιωξε από κει πέρα. Και χωρίσανε σε 4, 5 χωριά όλοι τους. Ένα μεγάλο κομμάτι πήγε στην Τριανταφυλλιά. Αυτό, σ’ αυτό ήτανε κι ο πατέρας μου.
Αυτή την ιστορία την ξέρεις από τον πατέρα σου;
Ναι. Γενικά… απ’ τον πατέρα μου, απ’ τους θείους, από, από όλον τον κόσμο αυτούς. Στο χωριό όλοι λίγο πολύ ξέρουμε ο καθένας από πού κρατάει η σκούφια του. Άλλοι ήρθαν απ’ αλλού. Οι δικοί μου είχαν έρθει απ’ το Φλαμούρι, του πατέρα μου. Στης μητέρας μου το σόι αρχικά είχαν εγκατασταθεί στο, σ’ ένα παλιό χωριό, το οποίο είναι δίπλα στην Ευαγγελίστρια Θεσσαλονίκης. Και Ευαγγελίστρια δεν εννοώ τη συνοικία της Θεσσαλονίκης, εννοώ ένα χωριό, επίσης στο Βερτίσκο. Το χωριό το λέγανε «Καράτζαλη». Και αργότερα[00:05:00] ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου δηλαδή, ο Πιστοφίδης, ήρθε στην Τριανταφυλλιά. Αφήσανε συγγενείς βέβαια εκεί στην Ευαγγελίστρια. Αλλά πλέον ήταν στην Τριανταφυλλιά.
Και πώς και ήρθε στην Τριανταφυλλιά;
Για ποιο λόγο; Κοίταξε τώρα… είναι δύο διαφορετικά χωριά, η Ευαγγελίστρια είναι ένα ορεινό χωριό. Αυτοί μπορούσαν να ζήσουνε περισσότερο με κτηνοτροφία ας πούμε και λιγότερο με χωράφια. Η Τριανταφυλλιά ήτανε… πιο καμπίσιο, όχι εντελώς κάμπος, αλλά ήτανε πιο, οπότε ήτανε πιο πρόσφορο ας πούμε ίσως. Βέβαια ο παππούς μου από τη μάνα μου είχε ένα εμπορικό πνεύμα τέλος πάντων… μαγαζιά έφτιαχνε, για χρόνια υπήρχε παντοπωλείο στο κέντρο του χωριού που ήταν της γιαγιάς. Πιθανόν οικονομικοί λόγοι τους οδήγησαν εκεί.
Υπήρχαν δηλαδή περισσότερες ευκαιρίες για γεωργία, κατά κάποιον τρόπο.
Για γεωργία σίγουρα υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες… Δεν αρκέστηκαν σ’ αυτό, βέβαια ήτανε ενεργοί στη γεωργία γιατί την εποχή που στην Τριανταφυλλιά, άρχιζε η καλλιέργεια του αμύγδαλου, που αυτή τη στιγμή είναι κατά 70% αμύγδαλα… και καλής ποιότητας μάλλον, φημισμένα απ’ ότι λένε. Τότε ο παππούς μου ήτανε πρωτοπόρος σ’ αυτό το πράγμα. Ήταν απ’ τις οικογένειες δηλαδή που είχαν πάρα πολλά αμύγδαλα, δεν κάναν καπνά. Την εποχή εκείνη κάναν καπνά όλος ο κόσμος, ο παππούς μου δεν έκανε καπνά. Μ’ αυτά ασχολήθηκε.
Για το χωριό σου είπες ότι… είχε πάει διάφορος κόσμος που όλοι είχαν την καταγωγή τους από διάφορα μέρη…
Απ’ τον Πόντο. Κυρίως απ’ τον Πόντο, ναι.
Αλλά αυτό, ναι.
Οι περισσότεροι είναι Πόντιοι. Οι περισσότεροι όταν λέμε σχεδόν όλοι απλά είναι κάτι ξώφαλτσοι ας πούμε, κάτι γαμπροί, κάποιος Κρητικός, κάνα δυό Θρακιώτες. Κι αυτοί ήρθανε εκεί πέρα για κάποιο λόγο τέλος πάντων που έχει να κάνει με Πόντο. Είτε γαμπροί είτε οτιδήποτε.
Δηλαδή θα έλεγες ουσιαστικά ότι το χωριό, η Τριανταφυλλιά έγινε από πρόσφυγες.
Ναι! Η Τριανταφυλλιά χτίστηκε… γύρω στο ’30 κάτι. Τότε έγινε. Υπήρχανε δυο τρία χωριά πιο πάνω, τούρκικα τα οποία πρωτομείνανε εκεί. Τα λέγανε Μαχμουτλί, Πεαζλί. Τέτοια ονόματα. Και αργότερα κατέβηκαν πιο κάτω και χτίσανε. Αυτή ήταν η Τριανταφυλλιά που χτίσανε. Γιατί όλοι οι πρόσφυγες ας πούμε λίγο πολύ πήγανε στα σπίτια των Τούρκων. Σε όλη την Ελλάδα, σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα τουλάχιστον.
Λόγω ανταλλαγής.
Ναι βρήκανε έρημα, κάπου έπρεπε να μείνουνε, πρόσφυγες ήτανε. Κι έτσι ναι… αναπτύχθηκαν.
Μου είπες πριν για το παντοπωλείο.
Ναι.
Τι θυμάσαι απ’ το παντοπωλείο, το είχες προλάβει με τη γιαγιά σου;
Τα πάντα, τα πάντα. Είχα ήδη… είχα ήδη γίνει 20 χρονών κι αυτό υπήρχε ακόμα. Καταρχάς ήτανε κάτω από το σπίτι μου. Στον πάνω όροφο μέναμε εμείς η οικογένεια 5 άτομα, κι από κάτω ήτανε το παντοπωλείο του θείου μου όμως, όχι δικό μας. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι το κρατούσε η γιαγιά μου, η οποία ήτανε πανέξυπνη! Μέχρι τα 80 χρονών ας πούμε κρατούσε μαγαζί. Που είχε τα πάντα. Είχα ελεύθερη πρόσβαση στα πάντα. Διότι εγγονός. Αργότερα βέβαια έμαθα ότι όλα αυτά τα πλήρωνε η μάνα μου. Αλλά εγώ νόμιζα ας πούμε ότι μ’ αγαπούσε πολύ η γιαγιά μου ας πούμε και…
Το παντοπωλείο είπες ότι… ήταν και του θείου ας πούμε, της γιαγιάς και του θείου-
Του θείου ήτανε! «Παναγιώτης Πιστοφίδης» έγραφε απ’ όξω.
Η δική σου οικογένεια τι έκανε, πώς βιοποριζόταν;
Με αγροτικά. Καπνά κάναμε. Πηγαίναμε στα καπνά και τα, σαν παιδιά εμείς δηλαδή από 10 χρονών ήδη ξεκινούσαμε και πηγαίναμε κι εμείς. Είναι δύσκολη δουλειά που ξεκινάει για μας τα παιδιά απ’ τον Ιούνιο και βγαίνει όλο το καλοκαίρι. Έχει κι άλλες εργασίες δύσκολες που εμείς δε συμμετείχαμε, γιατί πηγαίναμε σχολείο. Ευτυχώς. Και… Ναι κυρίως τα καπνά, αργότερα… Ο πατέρας μου έχτιζε σπίτια όμως, ήτανε μάστορας καλός. Έχτιζε σπίτια αλλά αυτό το παλιό στυλ, του χωριού. Δηλαδή που παίρνω απ’ τα θεμέλια και το τελειώνω. Κάνω και τα πλακάκια και τα… Τώρα αυτή τη στιγμή ας πούμε, και στις πόλεις γενικ[00:10:00]ά ο χτίστης, ο οικοδόμος δηλαδή έχει μια ειδικότητα. Ένας κάνει τούβλα, τον λένε, αυτός είναι ο τουβλάς, ας πούμε. Ή ο άλλος είναι πλακάς, κάνει τα πλακάκια. Ο πατέρας μου τα κανε όλα. Απ’ την αρχή ως το τέλος. Και τον βοηθούσα κι εγώ, ας πούμε, ως νέος.
Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για τα καπνά που δούλευες κι εσύ ως παιδί; Δηλαδή μου είπες ότι ήταν απ’ τον Ιούνιο και περνούσε όλο το καλοκαίρι. Τι κάνατε;
Εντάξει, ήταν βασανιστικό, ήταν… Έπρεπε να ξυπνάς 4 η ώρα το πρωί, ή 3. Ανάλογα την εποχή, ανάλογα το πόσα καπνά είχες. Εμείς ήμασταν λίγο αριστοκράτες ευτυχώς σ’ αυτό το πράγμα. Κάποιες οικογένειες είχανε τρελά καπνά και… Έχανες τον ύπνο σου. Εμείς ήμασταν νέοι τώρα έτσι; Δηλαδή πότε να κοιμηθούμε; Έχανες τον ύπνο σου, φορούσες ρούχα… τα οποία δούλευες τις άλλες μέρες, που όσο και να τα ‘πλενες έμενε η μυρωδιά από το ζεφύρι το λέγαμε, απ’ τα καπνά, και προκαλούσε αναγούλα. Πολλές φορές δηλαδή, πρωί πρωί, έκανα εμετό. Από τη μυρωδιά, μετά το συνήθιζες. Και… η δουλειά στα καπνά ήταν δύσκολη, γονατισμένος να σπάσεις τα καπνά, να τα μαζεύεις, να τα κάνεις. Μετά βγαίνουν τα κουνούπια, την ώρα του… που ο ήλιος άρχιζε λίγο να κάνει… βγαίνουν τρελά κουνούπια. Αργότερα ήταν το μπούρλιασμα, αυτό δεν ήταν τόσο δυσάρεστο, γιατί όπως είπα το σπίτι μου είναι στο κέντρο του χωριού και όλοι λίγο πολύ περνάνε εκεί, οπότε το να κάθεσαι να μπουρλιάζεις είναι σαν να κάθεσαι στο καφενείο, το ίδιο πράγμα. Εγώ δεν συμμετείχα τόσο στο μπούρλιασμα, γιατί υπήρχε κόσμος να μπουρλιάζει απλά…. πήγαινα μετά και κρεμούσα τα καπνά. Στα αντίσκηνα για να ξεραθούν. Αυτή ήταν η δουλειά μου.
Το μπούρλιασμα τι ακριβώς είναι;
Βελόνιασμα. Μπούρλιασμα το λέγαμε στο χωριό τώρα. Μάλλον ποντιακά το λέγαμε τίζεμα. Μπούρλιασμα το λέγαν οι ντόπιοι. Περνούσαμε σε βελόνες τα καπνά, που μαζεύαμε. Αυτά… απ’ την πίσω πλευρά της βελόνας σε ράμματα. Και τα ράμματα τα κρεμούσαμε στα αντίσκηνα για να ξεραθούν.
Και το κάνατε αυτό στο σπίτι σας.
Ναι στο σπίτι μας, σε μια αυλή ενός άλλου γείτονα είχαμε το αντίσκηνο, τα μαζεύαμε. Μετά τα ‘φτιαχνε ο πατέρας μου, σαντάλια τα λέγανε, τα ράμματα από ξεραμένα καπνά, με γάντζους και τα κρεμούσαμε στην αποθήκη. Αργότερα είχε άλλη δουλειά το… ο καπνός αφού ξεραίνονταν για τα καλά ας πούμε. Υπήρχε το παστάλιασμα, που αυτό γινόταν χειμώνα και αυτό δεν αφορούσε εμάς πλέον. Τους μικρούς. Διότι πηγαίναμε σχολείο. Μαζεύονταν παρέες από το χωριό. Ποτέ δεν παστάλιαζε μια οικογένεια μόνο. Συνήθως δύο, το συνηθισμένο. Όπου υπήρχε και η σχετική… καζούρα ας πούμε και το σχετικό γέλιο. Αυτά με λίγα λόγια για τα καπνά.
Δηλαδή ήταν κάτι που ασχολούνταν η πλειοψηφία του χωριού, όπως είπες πριν.
Ναι. Τι ποσοστό να έλεγα ας πούμε; 80% σίγουρα. Μπορεί και 90%. Εκείνο τον καιρό, έτσι; Αρχές δεκαετίας του ‘70 ας πούμε ή τέλη του ‘60.
Πέρα απ’ τα καπνά, θυμάσαι μια… πώς ήταν η καθημερινότητά σου ως παιδί στο χωριό;
Ως παιδί, ειδικά στο χωριό αφού έφυγα 9 χρονών, ας πούμε, αλλά και αργότερα τα καλοκαίρια εκεί ήμουνα… Το μόνο που έχεις μυαλό είναι τα παιχνίδια. Δεν έχεις τίποτα άλλο. Το γήπεδο ήτανε κοντά. Μαζεύονταν όλο το χωριό και γινότανε χαμός. Ζούσαμε για κείνο, για κείνες τις ώρες. Και το βράδυ με τους φίλους ας πούμε εκεί πέρα. Ήτανε κι αυτές ωραίες ώρες. Όλο το καλοκαίρι έβγαινε έτσι. Δεν ξέραμε τι θα πει θάλασσα. Εγώ τη θάλασσα την είδα 21 χρονών. Εννοείται ότι δεν ξέρω μπάνιο. Ναι δεν… Σαν παιδί ας πούμε σκέφτεσαι άλλα πράγματα, δεν έχεις έγνοιες, δεν έχεις τίποτα. Τώρα το να δυσαρεστείσαι το ότι θα πας στο χωράφι ας πούμε είναι, κι αυτό το ξεπερνούσαμε δεν ήταν τίποτα, παιδιά ήμασταν. Όλα τα χωνεύαμε. Περνούσαμε καλά. Μπορώ να πω σε γενικές γραμμές η ζωή ήταν πιο δύσκολη, από ότι ενός παιδιού της πόλης. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι δεν το συζητάμε. Αλλά ήταν καλά, ήταν το χωριό σου. Ήταν ωραία. Και ακόμα και οι φίλο[00:15:00]ι ας πούμε σήμερα, εγώ τουλάχιστον που έχω, είναι παιδιά του χωριού. Αυτά κρατήσαν.
Το χωριό σου που ήτανε ποντιακό χωριό, διατηρούντανε πράγματα απ’ την ποντιακή κουλτούρα; Φαγητά ας πούμε…
Λοιπόν στο χωριό μου υπήρχε πανσπερμία ποντιακών φυλών. Ήμασταν από πολλά διαφορετικά μέρη. Αυτοί που κρατήσανε, κυρίως… τα ποντιακά έθιμα ξέρω ‘γώκ.τ.λ., ήταν αυτοί που είχαν την καταγωγή απ’ τη Γαλίαινα του Πόντου. Είναι περιοχή της Ματσούκας. Στο νομό Τραπεζούντας να το θέσω έτσι… απλά. Τα ορεινά της. Αυτοί κρατήσανε τα έθιμα όσο ξέρω εγώ και όσο μπορούσαν να τα κρατήσουνε. Οι υπόλοιπες φυλές ας πούμε δεν είχανε τόσο πολύ ας πούμε γιατί είχαμε από παντού. Ορντούν και ξέρω 'γώ, Καρσλήδες, τα πάντα, Σανταίους. Οι Γαλιανίτες δηλαδή, αυτοί που ήρθαν απ’ το Φλαμούρι δηλαδή όπως είπα πριν, αυτοί είναι που κρατήσανε και τα περισσότερα.
Γιατί έτσι;
Κάτι Καρναβάλια στην Πρωτοχρονιά θυμάμαι μικρός, κάτι τέτοια πράγματα ας πούμε τα θυμάμαι με χαρά ας πούμε, έτσι; Είναι έθιμα του Πόντου ας πούμε αυτά που τα είχαν ακόμα κρατημένα.
Γιατί τα κράτησαν μόνο αυτοί που ήρθαν απ’ τη Γαλίαινα;
Αυτό είναι… σ’ όλη τη Μακεδονία φαινόμενο. Όσοι έχουνε καταγωγή απ’ τη Ματσούκα, έχουνε κρατήσει τα πάντα. Και ο κύριος λόγος πιστεύω ότι είναι, ότι η Ματσούκα κατοικούνταν από 70% Έλληνες. Ειδικά ας πούμε κάποιες περιοχές όπως η Γαλίαινα, ας πούμε… Τα 19 χωριά τα 17 ήταν ελληνικά. Οπότε υπήρχε ένα πιο, ήταν πιο Ελλάδα εκεί πέρα στην Τραπεζούντα. Από ότι ήταν στη Σαμψούντα ας πούμε που οι Έλληνες ήτανε μειοψηφία. Πιστεύω ότι αυτή είναι η αιτία που κράτησαν, για παράδειγμα τα χωριά της Κοζάνης ας πούμε που κατά κανόνα έχουνε κρατήσει τα πάντα. Μωμόγερους ξέρω ‘γώ όλα αυτά τα έθιμα. Είναι αυτά που γινόντουσαν στη Ματσούκα ας πούμε, όλα.
Πες μου κάποια απ’ τα έθιμα αυτά αν θυμάσαι.
Κάποια απ’ αυτά τα έθιμα… Κυρίως τα μουχαμπέτια είναι τ’ αυτά, όπως είπα και πριν, τα Καρναβάλια ας πούμε την Πρωτοχρονιά που παραμονές πηγαίνανε στα σπίτια ντυμένοι αρκούδες και διάφορα τέτοια ας πούμε. Κι αυτό ήταν ένα έθιμο. Αλλά κυρίως τα μουχαμπέτια, όλα τα μουχαμπέτια τα ποντιακά γινόντουσαν με τους Γαλιανίτες κυρίως ας πούμε, γιατί άμα πούμε ας πούμε ότι στο χωριό παίζαν τέσσερα άτομα λύρα εκείνο τον καιρό, όλοι αυτοί ήταν Γαλιανίτες. Που στο χωριό ήτανε ένα ποσοστό 15%, αλλά ήτανε όλοι από κει. Οι οργανοπαίκτες.
Δηλαδή στα μουχαμπέτια παίζανε μουσική…
Παίζαν λύρα. Παίζαν λύρα και ποντιακά τραγούδια. Στα καφενεία κ.τ.λ. Οι λυράρηδες ήτανε συγκεκριμένοι. Τώρα που τους έχω στο μυαλό μου δηλαδή, τέσσερις παίζανε λύρα ήταν όλοι Γαλιανίτες. Κάνα δυό μουσικούς ακόμα έχει το χωριό μας, αλλά σε κλαρίνο και σε τέτοια που δεν έχουνε, δεν έχει κάποια παράδοση ας πούμε το ποντιακό εκεί, ιδιαίτερη.
Δεν κατάλαβα ακριβώς πριν που είπες αυτήν τη σύνδεση με την Ελλάδα, ότι λόγω μεγάλου ποσοστού ελληνικού πληθυσμού στην Τραπεζούντα, διατηρήθηκαν τα έθιμα τα ποντιακά εδώ…
Ναι. Ναι.
Δεν το κατάλαβα πολύ αυτό, τι εννοείς;
Δηλαδή η Ματσούκα, ας πούμε, είχε 70% Έλληνες. Περίπου τώρα λέω εγώ, έτσι; 70%. Εκεί δηλαδή τα χωριά, οι Έλληνες επικρατούσανε. Κι όταν επικρατείς σε ένα χώρο ας πούμε ξέρω ’γώ έχεις τα δικά σου έθιμα. Τα οποία τα τηρείς. Κι όπως ανέφερα το παράδειγμα της Σαμψούντας για παράδειγμα, οι άλλες περιοχές του δυτικού Πόντου, δεν είχανε αυτό το ποσοστό ας πούμε, ήτανε μειοψηφία οι Έλληνες. Οπότε, πιθανόν εκεί λέω εγώ τώρα, πιθανολογώ, έτσι; Δεν το ξέρω αυτό στάνταρ. Ότι αυτή είναι η αιτία ας πούμε που αυτοί κρατήσανε όλα τα έθιμα. Το ότι ζούσαν σαν Έλληνες ακόμα από κει.
Υπήρχε δηλαδή η επανάληψη η οποία συνεχίστηκε κι εδώ πέρα, μετά την προσφυγιά.
Ναι. Έτσι ζούσανε εκεί, έτσι ζούνε κι εδώ. Οι άλλοι πιθανόν δε ζούσαν έτσι, δηλαδή όχι σε τέτοιο βαθμό. Εκείνη όμως η… η περιοχή της Ματσούκας όπως είπα είναι τα ορεινά της Τραπεζούντας, από το 15ο χιλιόμετρο και μετά είν[00:20:00]αι Ματσούκα εκεί πάνω, ήτανε γεμάτο. Τώρα να σκεφτείς τώρα εκεί στον Πόντο, οι μεγάλες μονές, οι τρεις μεγάλες μονές που είναι ξακουστές ας πούμε, η Παναγία Σουμελά, Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος και Άγιος Γεώργιος Περιστερώνας ήταν στη Ματσούκα. Και οι τρεις. Δηλαδή εκεί ήτανε πραγματική Ελλάδα ας πούμε, κανονική.
Η ποντιακή γλώσσα; Μιλούσαν στο χωριό ποντιακά;
Πάλι κυρίως από τους Γαλιανίτες. Δηλαδή εγώ έχω τέτοια αυτά, μιλάω, στο χωριό όταν είμαι μιλάω, με τους μεγάλους ποντιακά μιλάω, είναι κυρίως με τους Γαλιανίτες. Αυτοί μιλάνε, αυτοί μιλούσανε ανέκαθεν. Όπως για παράδειγμα, είναι και ένα άλλο χωριό, πάνω στο βουνό που είναι… επίσης από Φλαμουρινούς που πήγαν εκεί πέρα, που μιλάνε όλοι ποντιακά εκεί πέρα. Εκεί είναι ακόμα… πιο πιστοί στα έθιμα ας πούμε. Το Κεφαλοχώρι. Έτσι για την ιστορία.
Δηλαδή θυμάσαι και… απ’ όταν ήσουνα παιδί κόσμο που δεν μιλούσε και ποντιακά;
Ναι! Ναι, καταρχάς οι φίλοι μου ας πούμε δεν μιλούσαν ποντιακά. Δηλαδή μιλούσαν, μπορούσαν να μιλήσουν, δεν μιλούσανε. Ούτε στα σπίτια μιλούσανε.
Άρα το εντοπίζεις στη γενιά σου;
Δεν κατάλαβα;
Το εντοπίζεις αυτό στη γενιά σου, στα εγγόνια των προσφύγων;
Το ότι αρχίζει να εκλείπει δηλαδή; Αρχίζει να εκλείπει, όπως και να ‘χει. Τώρα, οι γάμοι όλοι ας πούμε στη Βόρειο Ελλάδα είναι μεικτοί. Είναι σπάνιο, δηλαδή παλιότερα παντρεύονταν πιο συχνά ο Πόντιος την Πόντια. Δεν ξέφευγε απ’ το χωριό ή οπουδήποτε. Τώρα σιγά σιγά αρχίζουν να εκλείπουν όλα αυτά. Η ποντιακή γλώσσα πιστεύω θα χαθεί. Εκτός αν υπάρχει συμπαγής πληθυσμός και το συνεχίζει έτσι. Όπως συμβαίνει στον Πόντο για παράδειγμα. Που σ’ αυτές τις περιοχές που είπα, τα ορεινά της Τραπεζούντας ας πούμε μιλάνε ποντιακά ακόμα.
Ενότητα 2
Η εργασία στα καπνά, όταν έκλεινε το σχολείο, τα υπόλοιπα στάδια και το σχολείο
00:22:08 - 00:26:13
Θέλεις να μου μιλήσεις για το σχολείο σου; Μου είπες ότι το σχολείο ρε παιδί μου πήγαινες… και έκανες ένα διάλειμμα απ’ τα καπνά, οπότε φαντάζομαι ότι ήταν κάτι ευχάριστο για σένα;
Το σχολείο δεν έχει σχέση με τα καπνά, τα καπνά ήταν καλοκαίρι, σχολείο είναι σχολείο. Ήτανε απ’ το Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο ξέρω ‘γώ, Μάϊο.
Εννοώ ότι δεν, δεν… συμμετείχατε στις διαδικασίες που γίνονταν μετά…
Ναι υπήρχαν δουλειές στα καπνά που εμείς δεν συμμετείχαμε, ναι. Όπως η φυτεία που είναι η πιο δύσκολη δουλειά. Ποτέ δεν έχω πάει σε φυτεία. Λένε ότι είναι η πιο δύσκολη. Ή πιο πριν που… τα καπνά είναι, τα ‘χουνε στα, στους κήπους τους ας πούμε με… Οι Πόντιοι τα λέγανε χασλαμάδες, εμείς τα… οι ντόπιοι. Εμείς τα λέμε παρνίκια. Όπου είναι τα φυτά, τα καπνά, νεογνά ακόμα κι αρχίζουν και βγαίνουνε, τα ποτίζουνε κάθε μέρα. Αυτά τα παίρνουνε, τα πάνε μετά στα μηχανήματα στα τραχτέρ, και αρχίζει η περίοδος φυτείας. Κι όταν κάποια στιγμή αρχίζουν και μεγαλώνουν, αρχίζει το σπάσιμο που εκεί συμμετέχουμε. Όπως και αργότερα το παστάλιασμα που είναι μες το χειμώνα και δεν το…
Ωραία. Τι θυμάσαι απ΄ το σχολείο; Ας πούμε στο χωριό.
Τι θυμάμαι απ’ το σχολείο; Τότε τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά έτσι; Από ό, τι είναι σε ένα σημερινό σχολείο ή ακόμα και σε ένα σχολείο του ’90, ας πούμε, να σου πω. Έπεφτε ξύλο. Με βέργα. Ο δάσκαλος συχνά πυκνά, ιδιαίτερα για κάποιους μαθητές, ατίθασους ξέρω ’γώ κ.τ.λ., έπεφτε ξύλο. Τα παιδιά μέναν στην ίδια τάξη. Πολλές φορές. Εγώ βέβαια δεν συμμετείχα σ’ όλα αυτά, γιατί ήμουνα ο καλύτερος της τάξης, κατά σύμπτωση και έτσι… αυτά τα γλίτωνα. Αλλά υπήρχε αυτό το πράγμα, δηλαδή χαρακτηριστικά πράγματα της εποχής. Το πρωί Δευτέρα στην προσευχή. Μαζεύεται όλο το σχολείο. Έβγαινε ο δάσκαλος ας πούμε, όποιος δάσκαλος ήτανε: «Ποιος πήγε εκκλησία; Ποιος δεν πήγε εκκλησία;». Βγαίνανε δυο τρεις θαρραλέοι ας πούμε. Μπροστά. «Ποιοι πήγανε σινεμά προχτές —ας πούμε— χθες;». Πότε ήταν το σινεμά, γιατί είχαμε και τέτοιο. Βγαίνανε άλλοι δυο τρεις θαρραλέοι. Αυτοί οι… οι έξι ας πούμε ήταν σίγουρο ότι θα φάνε βεργιές. Από το δάσκαλο. Αλλά υπήρχαν και οι χαφιέδες μαθητές ας πούμε που μετά μιλούσανε στο δάσκαλο και λέγανε: «Και ο τάδε, και ο τάδε, και ο τάδε», αυξάνονταν πάντα ο αριθμός[00:25:00]. Και συνέβαινε αυτό. Έτσι ήταν το αυτό, υπήρχε ο φόβος. Υπήρχε ο φόβος. Στο δάσκαλο. Παίζαμε ας πούμε απόγευμα, που δεν είχαμε σχολείο, στο γήπεδο, και στο γήπεδο παλιά όπως ήταν είχε τούμπες διάφορες, χωμάτινες τούμπες. Κι από… κάποιος μας ειδοποιούσε ότι: «Κατεβαίνει ο τάδε!», μην πω όνομα ας πούμε, ο δάσκαλος. «Έρχεται ο τάδε!». Και κρυβόμασταν πίσω απ’ τις τούμπες για να μην μας δει ότι παίζουμε. Δηλαδή είχαμε τέτοια πράγματα.
Η εκκλησία που είπες, που σας ρωτούσανε, ήτανε υποχρεωτική;
Όχι υποχρεωτική δεν ήτανε.
Αλλά τρώγατε ξύλο.
Αλλά αν δεν πας στην εκκλησία, έτρωγες ξύλο. Στο σχολείο. Από το δάσκαλο. Εμείς δεν ήμασταν και φαν της εκκλησίας, κανένας δεν ήτανε. Ποιο παιδί θέλει να πηγαίνει εκεί στην εκκλησία; Εμείς εκεί πέρα ήμασταν τσαρλατάνοι όλοι. Στα ρέματα ήμασταν και… στο να κλέβουμε φρούτα από του τάδε το χωράφι και τέτοια, το μυαλό μας σ’ αυτά ήτανε. Ήμασταν παιδιά του χωριού. Ψημένα παιδιά. Και στη δουλειά, και σε όλα.
Μου είπες πριν ότι πηγαίνατε σινεμά. Είχε σινεμά στο χωριό σου;
Ήτανε δύο αδέρφια. Το σινεμά είχε το όνομα του ενός. Οι οποίοι κάναν και περιοδείες σε όλον το Νομό Σερρών. Κυρίως στα χωριά του Σιδηροκάστρου πάνω πηγαίνανε, λόγω του ότι κάποιος παντρεύτηκε από κει. Ένας απ’ τα δύο αδέρφια. Αλλά συχνά πυκνά, όταν ξέρω ’γώ αλλάζαν τις ταινίες παίζανε και στο χωριό. Οι χώροι αλλάζανε. Αν ήταν χειμώνας εννοείται κλειστός, αν ήταν καλοκαίρι ανοιχτός. Όπου υπήρχε έτσι ένα είδος αλάνας στο κέντρο ας πούμε, χρησιμοποιούνταν από τους κινηματογραφιστές. Και εντάξει το σινεμά ήτανε, δηλαδή απαγορευότανε στους μικρούς, κάποιες ταινίες ας πούμε το παραμικρό που τώρα τα βλέπουν όλα ας πούμε, εκεί μας τα απαγορεύανε. Κάποια πολεμική ταινία, ας πούμε, δύσκολα μας αφήναν να το δούμε. Δεν μας αφήναν γενικά, εμάς τους μικρούς, αλλά εμείς τρυπώναμε και με κάποιο τρόπο μπαίναμε πάντα.
Δεν σας αφήναν στο σινεμά ή οι γονείς;
Στο σινεμά, και οι γονείς. Και οι γονείς.
Και πώς τρυπώνατε; Θυμάσαι μια ταινία, που τρύπωσες;
Τώρα… Συγκεκριμένες ταινίες; Ελληνικές ταινίες κυρίως ήτανε. Γιατί εντάξει ο κόσμος, πολύς κόσμος προφανώς δεν ήξερε και να διαβάζει εκείνον τον καιρό, ας πούμε, για να βλέπει υπότιτλους. Συγκεκριμένες ταινίες, το Βέγγο θυμάμαι, ας πούμε, σε μια ταινία… Να αναφέρω ποια ταινία δηλαδή; Που παίζει με τον: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται»; Όχι. Έτσι το λέγανε; Που είναι κουρέας, έχει ένα… ονοματεπώνυμο το οποίο, γεμίζει ένα τετράδιο, ας πούμε. Τον Παπαγιαννόπουλο, και μετά που ήρθαν οι Γερμανοί ας πούμε για να σκάψουν να βρούνε στο οικόπεδό του κάποια χρυσαφικά κ.τ.λ. Αυτή την ταινία τη θυμάμαι χαρακτηριστικά ας πούμε. Και πάντα πριν από κάθε ταινία είχε επίκαιρα. Τα επίκαιρα αφορούσαν ας πούμε ειδήσεις εκείνου του καιρού, τον Παττακό να κόβει κάποια κορδέλα εγκαίνια και τέτοια πράγματα. Της Χούντας πράγματα. Αυτά. Η Χούντα φτουρούσε τότε στα χωριά.
Εσύ ήσουν παιδί τότε. Αλλά θυμάσαι ας πούμε… Υπήρχαν κάποια σκηνικά ας πούμε στο χωριό σου, που μπορεί να θυμάσαι, που να συνδέονταν έτσι μ’ αυτό το, το δικτατορικό καθεστώς;
Μ’ αυτό το, ναι… 21η Απριλίου γινόντουσαν γλέντια. Το θυμάμαι αυτό. Ο μπαμπάς μου ήτανε φιλικός προς τη Χούντα, λόγω ονοματεπώνυμου, Γεώργιος Παπαδόπουλος. Στη ζωή του ήταν ο πιο δημοκρατικός άνθρωπος ας πούμε, ο τρόπος ζωής του ας πούμε. Αλλά λόγω του ονοματεπώνυμου ας πούμε, κι επειδή οι Γαλιανίτες όλοι ήταν δεξιοί. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό. Είχανε πολλά γλέντια στην 21η Απριλίου, ή θυμάμαι ένα επεισόδιο ας πούμε που, ας πούμε το σόι της μάνας μου ήτανε πάντοτε του… στο χώρο του κέντρου. Παπανδρέου και τέτοια. Που η θεία μου έβγαλε τα μάτια του Παπαδόπουλου από μια φωτογραφία και έγινε σκάνδαλο μεγάλο. «Ποιος το βγαλε και ποιος το ‘βγαλε;». Αργότερα μάθαμε. Γιατί τότε δεν μπορούσες να πεις ότι: «Το ‘κανα εγώ». Είχε[00:30:00]ς συνέπειες. Αστυνομία, αυτά, ιστορίες. Διάφορα τέτοια. Βέβαια… το χωριό είχε απ’ όλα, ας πούμε. Έγινε ένα κομμάτι του χωριού μας, είναι συνοικισμοί. Το μικρό το κομμάτι που λέγεται Τριανταφυλλιά και παίρνει το όνομα όλο το χωριό, σε εκείνο το κομμάτι μένουνε Σανταίοι. Στην καταγωγή. Υπόψιν ότι εγώ από τη μάνα μου, είμαι καταγωγή Σανταίος. Αυτοί κατά παράδοση φαίνεται, το κουβαλήσαν απ’ τον Πόντο, ήταν αντάρτες. Σε όλα τους τα αυτά. Στον Εμφύλιο ήτανε πάνω στο βουνό. Με τους αντάρτες. Κι όλοι τους έχουνε κάνει ξερονήσια κ.τ.λ. Δηλαδή αυτοί βιώσανε αλλιώς τη Χούντα, αλλιώς τη βιώσαν άλλοι. Είχε απ’ όλα εκεί πέρα.
Αλλά εσύ, ας πούμε, τα θυμάσαι αυτά σαν παιδί.
Σαν παιδί. Εγώ, εμάς δεν μας επηρεάζαν αυτά εδώ πέρα. Δεν ξέραμε καν τι σημαίνουνε. Τα ακούγαμε, θυμάμαι και στο σχολείο που ένα πρωί, με το δάσκαλο εκεί με τ’ αυτά, όλο το σχολείο, κατεβάσαμε την κορώνα από τη σημαία. Που σημαίνει ότι ήτανε η μέρα που έδιωξε το Βασιλιά, ο Παπαδόπουλος, τότε. Είχε κατέβει η κορώνα απ’ τ’ αυτό και, θυμάμαι και αργότερα και το δημοψήφισμα. Ναι ή όχι. Κάποια άλλα πράγματα έτσι παιδικά, έντονα ας πούμε. Αυτό πρέπει να… δηλαδή πάνω από τέσσερα χρονών δεν πρέπει να ‘μουνα, που έγινε μια άσκηση ΝΑΤΟϊκή στα βουνά τα δικά μας, εκεί πάνω του Βερτίσκου. Και μπήκανε στο χωριό, μια μέρα… υποθέτω, με το μάτι τώρα ας πούμε πως το έχω την εικόνα όλη, ότι πρέπει να ‘τανε εποχή Νοεμβρίου, ας πούμε. Πρέπει να είχε βρέξει πριν, γιατί είχε πολλές λάσπες. Και μπήκανε μες το χωριό πάρα πολλά άρματα. Τώρα εμείς είμαστε από ένα χωριό, το οποίο δεν είναι πέρασμα. Δεν είδαμε ποτέ μας άσφαλτο. Και ξαφνικά βλέπεις να γεμίζει όλο το χωριό άρματα και μαύρους στρατιώτες. Πω πω αυτό ήτανε δηλαδή εξωπραγματικό για την εποχή εκείνη! Μας δίναν σοκολάτες, μας βάζανε μες τα άρματα ξέρω ‘γώ. Υπήρχε ένα πανηγύρι. Αυτοί προφανώς κάνανε ή τελείωσε η άσκησή τους ή κάναν διάλειμμα, ποιος ξέρει τι ας πούμε, κατεβήκανε στο χωριό. Και το θυμάμαι έντονα.
9 χρονών μου είπες έφυγες απ’ το χωριό.
Ναι. Οικογενειακώς.
Και ήρθες στη Θεσσαλονίκη.
Ναι. Σταυρούπολη.
Πώς ήταν αυτή η μετάβαση;
Εμένα ήτανε, μάλλον… Είναι σαν να ήρθες σε έναν άλλο κόσμο. Εντελώς. Σταυρούπολη. Εκεί μείναμε. Άλλο ρε παιδί μου, και, και η γεύση του ψωμιού είχε άλλη γεύση! Το θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό ήτανε, μπήκες σε έναν άλλο κόσμο. Έβγαινες στο μπαλκόνι και έβλεπες μια πόλη απέναντι, βλέπαμε την Ηλιούπολη. Και έλεγες: «Τι χάος, ας πούμε, είναι αυτό;». Και μετά στο σχολείο, ας πούμε, ο καλός μαθητής του χωριού κ.τ.λ., χάθηκε. Έπαψε να είναι καλός. Ήτανε, για μένα ήτανε ας πούμε… μία από τις πιο καταλυτικές ημερομηνίες της ζωής μου. Με έκανε έναν άλλον άνθρωπο, άλλος θα ήμουνα αν έμενα στο χωριό και άλλος έγινα εδώ πέρα. Σίγουρα 100%. Ακόμα και το σχολείο κι ο τρόπος διδασκαλίας κι όλα αυτά, τα παιδιά που ήταν πάρα πολλά. Βάρδιες, πρωινή και απογευματινή. Όλα αυτά ήτανε κάτι καινούριο για μένα. Αλλά… εκείνο, το μόνο που μ’ άρεζε ας πούμε που… θυμάμαι δηλαδή ότι μ’ άρεζε να το κάνω ας πούμε είναι ότι έπαιρνα τους δρόμους. Ήμουνα καλός σ’ αυτά. Έπαιρνα τους δρόμους περπατούσα σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη και τη μάθαινα. Πού είναι οι Αμπελόκηποι, πού είναι η Μενεμένη, τα περπατούσα όλα και τα γύριζα. Ήξερα δηλαδή πολύ μικρός ακόμα όλη τη Θεσσαλονίκη, όπως ξέρουν οι ταξιτζήδες την πόλη. Κάπως έτσι. Δεν είχα πρόβλημα να πάω οπουδήποτε. Αυτό με ευχαριστούσε. Αυτά.
Περπατούσες δηλαδή από το ένα μέρος στο άλλο, τι αποστάσεις έκανες;
Μεγάλες. Μεγάλες. Θυμάμαι ένα επεισόδιο, για παράδειγμα. Επεισόδιο όταν λέω, όχι επεισόδιο. Μια φάση που έγινε ας πούμε. Οι δικοί μου με έδιναν χαρτζιλίκι, ένα δίφραγκο δεν ξέρω τι, τότε… Πόσο ήτανε το, ή ένα τάλιρο. Κάποια [00:35:00]στιγμή ήθελα κάτι να αγοράσω. Και ρωτάω τις αδερφές μου: «Πού είναι ο μπαμπάς και η μαμά;». Μου λένε: «Στη Μενεμένη στου θείου του Γιάγκου». Εγώ είχα πάει εκεί, μαζί τους, σε μια άλλη επίσκεψη. Και ξεκίνησα από τη Σταυρούπολη να πάω στη Μενεμένη και να βρω το σπίτι και να… Δηλαδή ήταν τρελό ας πούμε. Το σπίτι δεν το βρήκα τελικά. Βρήκα το γεφυράκι που πέρασα, πρέπει να ήταν ο Δενδροπόταμος εκείνος, που τώρα είναι μια λεωφόρος ας πούμε. Και όλα αυτά αλλά το σπίτι δεν το βρήκα. Γύρισα άπρακτος, αλλά ήτανε μια εμπειρία ας πούμε ξεχωριστή.
Πώς ήταν εκεί η γειτονιά σας; Βλέπεις διαφορές με το σήμερα…
Η γειτονιά μου στη Σταυρούπολη; Η γειτονιά μου στη Σταυρούπολη αποτελούνταν από κατοίκους, από χωριά της Βορείου Ελλάδος. Όλοι μαζί σε ένα αυτό. Δεν διέφερε από ένα χωριό, οι σχέσεις ξέρω ‘γώ κ.τ.λ. Εκεί υπήρχανε σχέσεις του γείτονα, του απέναντι, του διαγωνίως απέναντι, του άλλου ξέρω γω. Υπήρχανε παρέες, υπήρχαν αυτά, δεν είναι όπως στις πολυκατοικίες, δεν ήμασταν έτσι. Ήμασταν ένα τεράστιο χωριό εκεί. Οι συνήθειες των μεγάλων ήταν ίδιες, πηγαίναν στα τοπικά καφενεία εκεί στην περιοχή του Σταυρουπόλ… Και θυμάμαι επίσης την πρώτη μου επιστροφή στο χωριό, Νοέμβριος εκλογές Κάτι τέτοιο πρέπει να ‘τανε. Δηλαδή μετά από 4 μήνες στην πόλη, 5 ίσως, πώς μου φάνηκε το χωριό μετά. Ένα άδειο, μελαγχολικό, έψαχνα να βρω παιδιά δεν έβρισκα, ήτανε και Νοέμβριος ας πούμε. Κι κάπως λέω: «Μάλλον —λέω— τελείωσα από το χωριό», πρέπει να το είπα μέσα μου, τότε λέω ότι: «Τελείωσα μάλλον από δω. Η ζωή μου πλέον είναι κάτω».
Είχε φύγει κι άλλος κόσμος απ’ το χωριό;
Φεύγανε πάντα. Φεύγανε πάντα… Το χωριό μας ιδιαίτερα με τη Θεσσαλονίκη, έχει μεγάλη αυτή. Έχει πάρα πολλές οικογένειες. Ιδιαίτερα η Σταυρούπολη. Υπήρχε συγκεκριμένη γειτονιά ας πούμε που είχε 20, 30 οικογένειες. Σε μια απόσταση ας πούμε ακτίνα 1 χιλιόμετρο. Οι οποίοι βρίσκονταν… πάρα πολλοί Τριανταφυλλιώτες. Και πιο πριν, κατά κύματα φεύγανε για τη Γερμανία, κι εκεί είχαμε κόσμο πολύ. Γενικά υπήρχε μια τάση, επειδή το χωριό μας δεν είχε ποτιστικά χωράφια, κι αυτό επηρέαζε αυτό. Δηλαδή τα έσοδα για έναν αγρότη, ήταν πολύ λιγότερα από τα έσοδα των άλλων χωριών του νομού Σερρών. Που ήταν όλα ποτιστικά, ήταν πιο εύκολα. Σε μας ήταν δύσκολη δουλειά, χωρίς πολλά κέρδη. Και αναγκάζονταν ο κόσμος να πάει στην ξενιτιά ή στη Θεσσαλονίκη, για δουλειές. Κυρίως στη Θεσσαλονίκη, όχι στις Σέρρες.
Δικοί σου φίλοι είχαν φύγει επίσης; Από το χωριό; Όταν φύγατε κι εσείς ή πάνω κάτω…
Αυτοί φεύγανε τώρα, σε τι διαστήματα, εκείνη τη δεκαετία του ‘70 είχανε πάει όλοι αυτοί που, στο χωριό ας πούμε οι περισσότεροι, είχανε κατέβει στη Θεσσαλονίκη, μένανε σε διάφορες, άλλες περιοχές. Άλλος έμενε Νεάπολη, άλλος έμενε Αμπελόκηπους. Ξέρω ’γώ αργότερα όταν γίναμε 15, 16 χρονών και αρχίσαμε να κυκλοφοράμε, λίγο πιο πολύ, από τη γειτονιά μας ας πούμε κ.τ.λ., βρισκόμασταν πλέον και ξανασμίγαμε, πώς να σου πω; Αλλά τώρα υπόψιν ότι στο χωριό, παρέα έκανα κυρίως με της γειτονιάς μου τα παιδιά. Από πάνω. Τους άλλους τους ήξερα σαν χωριανούς, ας πούμε, κι είχαμε και καλές σχέσεις, αλλά δεν κάναμε τόσο παρέα. Εδώ στη Σαλονίκη είναι που βρεθήκαμε πιο κοντά, οι χωριανοί που δεν βρισκόμασταν στο χωριό. Ήταν ένα διάστημα ειδικά ας πούμε το ’79, σίγουρα, που ‘μασταν 6-7 άτομα ας πούμε, κάθε βράδυ στο μαγαζί κάποιου, είχε ένας με παιδικά ρούχα, με… με παιχνίδια, όχι παιδικά ρούχα. Και συχνάζαμε εκεί, κάθε βράδυ. Εγώ πήγαινα με τα πόδια από τη Σταυρούπολη στη Νεάπολη και μετά ξαναγύριζα.
Και πώς περνούσατε;
15, 16 χρονών; Τι να… Όλα ήτανε πλάκα. Δεν έχεις άγχος για τίποτα. Ούτε το μέλλον σκέφτεσαι, ούτε τίποτα. Γι’ αυτό λέμε καμιά φορά: «Ωραία χρόνια». Τα χρόνια δεν είναι ωραία, τα νιάτα μας ήταν ωραία. Η ανεμελιά ήταν ωραία! Τα χρόνια δεν το συζητάμε,[00:40:00] μπορείς να ζήσεις χωρίς ψυγείο; Εγώ πρόλαβα το χωριό μου χωρίς ρεύμα. Θυμάμαι τη μέρα που βάζαν τις κολονες, να ένα ακόμα επεισόδιο του χωριού. Που περνούσαν το ρεύμα. Και πόσο με εντυπωσίαζε εκείνο το κλικ που ανάβεις το φως. Γιατί άμα ήθελες φως το βράδυ άναβες τη λάμπα. Δηλαδή εντάξει. Στην ηλικία μου οι περισσότεροι δεν το ζήσαν αυτό το πράγμα. Ακόμα και σε χωριά. Εμείς στο χωριό μας επειδή ήμασταν πάντα τελευταίοι, σε όλα. Το ‘78 μας κάναν άσφαλτο. Δηλαδή ως το ‘78, άμα έβρεχε, με λάσπες πήγαινες και ερχόσουνα, οπουδήποτε. Πολύ πίσω. Και κάπου το ‘70 νομίζω μας είχαν βάλει το ρεύμα, ή το ‘69 δεν θυμάμαι. Κοσμοϊστορικό γεγονός. Οι κουλούρες, οι τρύπες που ανοίγανε, οι κολόνες στη σειρά όλες, σ’ όλο το μήκος του δρόμου. Ήτανε κάτι εκείνο. Παλιότερα θυμάμαι στα καφενεία που φέρναν τις παγοκολόνες. Τότε δεν υπήρχε ρεύμα, φέρνανε παγοκολόνες για τα καφενεία. Με τους γάντζους πώς τα πιάνανε και τα κάνανε. Κι εμάς μας άρεζε όταν έπεφτε ο πάγος κάτω… στις γωνίες θρυμματίζονταν και μας άρεζε να παίρνουμε τον πάγο και να τον βάζουμε στο στόμα ας πούμε, να τον λιώνουμε. Εντάξει. Ένα παιδί του χωριού είναι, εντελώς διαφορετικό. Μες στα χώματα ήμασταν, χώματα τρώγαμε.
Στην πόλη πώς περνούσες γενικά; Δραστηριότητες…
Στην πόλη, όπως είπα και πριν, έπαψα να είμαι ο καλός μαθητής. Άρχισα να πηγαίνω στο γήπεδο με τον Π.Α.Ο.Κ. Να μας απασχολεί πολύ περισσότερο στη ζωή μας απ’ ότι έπρεπε, εκείνο τον καιρό. Γιατί κάποιες φορές ένιωσα και λίγο αποξενωμένος από φίλους ας πούμε. Πηγαίναμε στο γήπεδο είτε του Π.Α.Ο.Κ. είτε του Μακεδονικού να βλέπουμε μπάλα. Μακεδονικό πήγαινα λόγω γειτονίας ας πούμε γιατί μ’ άρεσε εκεί πέρα. Ήταν κοντά στο σχολείο μου. Αυτά, μετά, μετά γύρισα πιο πολύ στο χωριό, όταν τελείωσα το σχολείο. Άρχισα να ξαναπηγαίνω πιο πολύ στο χωριό. Κι επειδή συμβάδιζε κιόλας εκείνη η περίοδος με μια ομάδα που ‘ναι πάρα πολύ καλή του χωριού, που… που έπαιζε τέλειο ποδόσφαιρο, να την ακολουθάμε και ξέρω ’γώκ.τ.λ. και άρχισε, γύρισε η ζωή μας και έπειτα ήρθε ο στρατός. Κατευθείαν. Πλέον έγινα Τριανταφυλλιώτης ξανά. Νομίζω ότι ανέκαθεν ήμουν Τριανταφυλλιώτης. Δηλαδή, όσες φορές κι αν με ρώτησαν: «Από πού είσαι;», ενώ έμενα Θεσσαλονίκη τόσα χρόνια ας πούμε, έλεγα: «Τριανταφυλλιά» πάντα, ποτέ δεν έλεγα Θεσσαλονίκη. Ναι. Θεσσαλονίκη ήταν ένα μέσο, για να ‘χουμε δουλειά, ένα μέσο για να μεγαλώσουμε οικογένεια. Ένα μέσο. Δεν ένιωσα ποτέ αυτή την πόλη δική μου. Ποτέ. Φιλοξενούμενος ήμουνα. Βάλε με εσύ στο θέμα.
Άρα λες ότι… ποτέ δεν ένιωθες τη Θεσσαλονίκη σαν το σπίτι σου ας πούμε, ήταν πάντα το χωριό.
Ναι, δεν… δεν το ένιωσα ποτέ έτσι. Δηλαδή Πάσχα… εκλογές, καλοκαίρια, πάντα στο χωριό.
Παρόλο που είπες ότι την πρώτη φορά που πήγες στο χωριό, αφού ήρθατε στη Θεσσαλονίκη…
Ναι… Που μου φάνηκε εντελώς έρημο. Ναι και ήταν έρημο γιατί ήταν η εποχή τότε, ο Νοέμβριος, απλά με φάνηκε πολύ παράξενο. Πολύ παράξενο, δεν το θυμόμουν έτσι το χωριό, λες και έλειπα πάρα πολλά χρόνια και λέω: «Τι έγινε εδώ;». Έτυχε, δεν είναι αυτό. Το χωριό εκείνο τον καιρό ακόμα είχε κόσμο. Ακόμα και τώρα που… τα σπίτια είναι περισσότερα απ’ τους κατοίκους πλέον, εκεί, τα καλοκαίρια έχει κόσμο, δηλαδή έχουν αυτή τη συνήθεια πάνε τα παιδιά εκεί. Είναι ζωντανό χωριό. Ευτυχώς. Ναι, Θεσσαλονίκη δεν την ένιωσα ποτέ έτσι. Πραγματικά ας πούμε. Περισσότερο ας πούμε αγάπησα τις δυτικές συνοικίες, που έζησα, απ’ ότι όλο το υπόλοιπο της Θεσσαλονίκης, που ήμουνα. Ενώ δούλεψα δεκαπέντε χρόνια στο κέντρο της πόλης. Τραπεζικός που ήμουνα ας πούμε, δεν μ’ άρεζε ποτέ… Και γενικά οι άνθρωποί της δεν έχουν καμία σχέση με τις δυτικές συνοικί[00:45:00]ες, δυτικές συνοικίες είναι όλα τα χωριά εδώ μαζεμένα. Πιο ωραία πράγματα.
Ένιωσες δηλαδή, στις δυτικές συνοικίες πιο στο σπίτι σου σε σχέση με το κέντρο.
Ναι. Ναι σίγουρα. Είχανε διαφορά τώρα. Με το μεγαλύτερο κομμάτι, όλο το κέντρο της πόλης. Όλο το κέντρο και, ακόμα πιο πέρα, μέχρι την Καλαμαριά ας πούμε, υπάρχουνε πάρα πολλοί σε όλα τα σπίτια, να μην πω 95%, που δεν ξέρουνε ποιος μένει δίπλα τους. Για τέτοια πράγματα, ή εκεί στο… στη Σταυρούπολη ξέραμε τους πάντες και τα πάντα. Όλους. Με τα ονοματεπώνυμά τους και με τα… ό,τι θέλεις. Γιατί ήμασταν χωριό.
Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο πάντα κουβαλάς ας πούμε το χωριό μέσα σου.
Ναι ναι. Τ’ αγαπάω το χωριό μου. Κυρίως όταν λείπω απ’ αυτό. Όχι όταν είμαι από κει, όταν είμαι εκεί. Όταν είμαι εκεί με ενοχλούν πολλά πράγματα.
Θέλω να σε ρωτήσω αν υπάρχουνε πράγματα, στοιχεία ας πούμε της ποντιακής κουλτούρας που έχεις διατηρήσει εσύ ο ίδιος. Ανά τα χρόνια δηλαδή και μεγαλύτερος.
Όχι, πέρα απ΄ τη γλώσσα. Δηλαδή καμία φορά θα τσαντιστώ και θα πω κάτι ας πούμε, θα το πω στα ποντιακά. Ή μπορεί να σκεφτώ. Καμιά φορά που σκεφτόμαστε, και σκέφτομαι… με την ποντιακή γλώσσα. Δεν έχει κάτι άλλο, ας πούμε, που τηρούμε τέλος πάντων. Αν υπάρχουνε κάποια έθιμα, τα οποία αυτά τα τηρούν οι σύλλογοι κυρίως, ας πούμε.
Δεν μιλάω τόσο για έθιμα, μιλάω περισσότερο, ας πούμε για τη μουσική, για συνταγές.
Η μουσική ναι. Ακούω και ποντιακά, μ’ αρέσουνε. Μ’ αρέσουνε. Και μ’ αρέσουν μάλιστα τα ποντιακά τα… αυτά που λέμε τα παραδοσιακά. Δηλαδή αν… η υπέρτατη διασκέδαση για μένα, είναι να βρεθώ σε ένα καλό μουχαμπέτι. Και έχω βρεθεί, ας πούμε, έχω πολύ καλές αναμνήσεις, όπου το γέλιο πάει σύννεφο, με τα αστεία που λένε όλοι ξέρω ’γώ κ.τ.λ. Και η λύρα και το τραγούδι, με επιτραπέζια τραγούδια, όχι χορευτικά, μέχρι το πρωί ας πούμε. Είναι η υπέρτατη διασκέδαση. Νομίζω θα ‘μουνα ευτυχισμένος, άμα το ζούσα, ας πούμε, απόψε το βράδυ. Ή κάθε βράδυ.
Και τέλος θέλω να σε ρωτήσω ποια θεωρείς ότι είναι η πιο σημαντική στιγμή που έχεις επιχειρήσει να επανασυνδεθείς κάπως μ’ αυτές τις ρίζες, τις ποντιακές.
Καλά, υπήρξε ένα ταξίδι ας πούμε το οποίο, δεν επανασυνδέεσαι στην ουσία. Είναι ένα, αυτό το ταξίδι, πώς να το πεις; Δεν είναι… είναι ταξίδι προσκυνήματος. Που πήγαμε στον Πόντο. Δηλαδή κατάφερα και πήγα στον Πόντο, αυτό το λέω με καμάρι. Και θέλω να ξαναπάω απλά δεν είναι οι εποχές κατάλληλες για Τουρκία τώρα. Και σχεδίαζα να ξαναπάω, ας πούμε, με το… όταν είχα τζιπ. Γιατί τα μέρη της μάνας μου κυρίως, θέλουν τζιπ.
Στα βουνά που είπες και πριν;
Όχι αυτά τα βουνά. Αυτά είναι σε πιο πολιτισμένη αυτή… Η μάνα μου κατάγεται απ’ τη Σάντα. Η Σάντα στον Πόντο, είναι ένα μέρος στα 2.000 μέτρα υψόμετρο. Το τοπίο είναι αλπικό. Δεν φυτρώνουν δηλαδή, τα έλατα είναι πιο χαμηλά από τα σπίτια και τα χωριά, ας πούμε. Και είναι εγκατελειμμένα τώρα τα χωριά, μόνο κάτι τσοπαναραίοι Τούρκοι μένουνε εκεί πέρα. Και τα χρησιμοποιούν. Εκεί πάνω θέλεις τζιπ, γιατί ο δρόμος είναι μία, σε μία ώρα θα κάνεις 10 χιλιόμετρα.
Πες μου γι’ αυτό το ταξίδι. Δηλαδή πότε πήγατε, ποιοι ήσασταν;
Αυτό το ταξίδι οργανώθηκε εδώ από το σύλλογο του Ωραιοκάστρου και κάποιους, με κάποιους άλλους γιατί δεν συμπληρώνανε. Ήταν δύο πούλμαν στο σύνολο, με Πολιχνιώτες και Ωραιοκαστρινούς. Εμείς είμαστε Ωραιοκαστρινοί. Τέλος πάντων… πήγαμε εκεί με παρέα, με γνωστούς κ.τ.λ.. Ήτανε και μια θεία, που δεν ξέρω πώς βρέθηκε εκεί πέρα, με το θείο μου. Δηλαδή θεία μου όταν λέω, αδερφή της μάνας μου. Σαντέτσα, με λίγα λόγια. Και… πήγαμε και ήταν, ας πούμε, συγκινησιακά πολύ φορτισμένο. Δηλαδή σε πολλές φάσεις δάκρυσα, ας πούμε. Όταν λ[00:50:00]έγανε κάποιο τραγούδι συγκεκριμένα, και βλέποντας τα όποια μέρη βλέπαμε. Φανταστικά μέρη. Γι’ αυτό κλαίγαν οι δικοί μας με μαύρο δάκρυ. Αλλά κυρίως με εντυπωσίασε η Σάντα. Η Σάντα έχει μια ιστορία στον Πόντο. Επειδή ήταν αμιγώς ελληνική. Και επειδή είχανε κάποια προνόμια αυτοί, απ’ το Σουλτάνο ακόμα, από παλιά, επειδή όλοι τους ήτανε… φημισμένοι χτίστες. Παντού. Είχαν ένα αυτοδιοίκητο. Δικάζονταν μόνοι τους. Και είχαν αυτό το… πώς να πω; Την ανεξαρτησία ας πούμε. Αργότερα, στα χρόνια τα κρίσιμα ας πούμε είχε αντάρτικο, το πιο ξακουστό, ας πούμε. Εκεί πάνω σίγουρα ας πούμε ένιωσα κάπως. Το κακό ήταν ότι, επειδή δεν ζήσαμε τους παππούδες μας, να μας λέγανε ποιο είναι το σπίτι, ποιο είναι το ένα, τι είναι το άλλο, δεν ξέραμε ποιο είναι το σπίτι μας. Αλλά να πας τώρα, ας πούμε, στην εκκλησία, τη μισογκρεμισμένη που βαφτίστηκε ο παππούς σου, είναι κάτι…
Μετάνιωσες δηλαδή κάπως, ας πούμε, ήθελες να τα ξέρεις αυτά;
Σίγουρα ήθελα να τα ξέρω, δεν είναι θέμα όμως να μετανιώσεις για κάτι. Εμείς ήμασταν μωρά. Κυρίως ο παππούς μου ο ένας, όχι ο Σανταίος, ο άλλος ο Γαλιανίτης έφυγε 36 χρονών από τον Πόντο, που σημαίνει ότι έζησε μια ζωή. Εκείνος θα μου λεγε χίλια δυο πράγματα. Αλλά αυτός πέθανε όταν εγώ ήμουν 4 χρονών, κι αυτός 82. Υπήρχε μια τεράστια διαφορά ηλικίας παππού-εγγονού. Για να μπορέσουμε να… αλλά ακόμα και 20 χρονών να ‘μουνα, 20 χρονών έχεις άλλα μυαλά, δεν σε ενδιαφέρει ο Πόντος κ.τ.λ. Αυτά έρχονται με το πλήρωμα του χρόνου ας πούμε. Λες: «Για να δω ρε φίλε από πού κρατάει η σκούφια μου», ας πούμε. Ήταν ένα πολύ ωραίο ταξίδι, μια ξεχωριστή εμπειρία. Διαφέρουν οι άνθρωποι εκεί. Διαφέρουν, ας πούμε, στην Τραπεζούντα σε κοιτούσαν όλοι, οι περισσότεροι, με μίσος. Το νιώσαμε αυτό. Ενώ στα γύρω χωριά, ας πούμε, να ανοίξουν τις πόρτες τους, και να κάνεις ό,τι θέλεις εκεί πέρα. Τέτοια αγάπη δηλαδή, μόνο που μας άκουγαν, που άκουσαν ότι ήρθαν Έλληνες, Πόντιοι… στο αυτό, έρχονταν οι γέροι ας πούμε με δάκρυα στα μάτια. Να σε πούνε: «Γιατί μας αφήσατε και φύγατε;». Αυτούς αν τους πεις Τούρκους παρεξηγιούνται, αυτοί λένε: «Είμαστε Μαυροθαλασσίτες, δεν είμαστε Τούρκοι». Γενικά είχε πολλή συγκίνηση αυτό το ταξίδι. Ήτανε ξεχωριστό. Λες, πας ταξίδια σε ωραία μέρη ξέρω ’γώ κ.τ.λ., στην Ευρώπη δεξιά αριστερά, ας πούμε. Αυτό ήταν μια κατηγορία μόνο του. Κι από ομορφιά, μέρη δεν το συζητάμε. Η Ελλάδα δεν έχει τέτοια.
Και λες ότι θα το ξανάκανες αυτό το ταξίδι…
Σίγουρα! Και θα το ξανακάνω, δεν υπάρχει περίπτωση.
Ωραία. Ευχαριστώ πάρα, πάρα πολύ για τη συζήτηση.
Περίληψη
Πρόκειται για μια αφήγηση επικεντρωμένη σε στοιχεία που έχουν διαμορφώσει τον αφηγητή. Ο αφηγητής ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια στην Τριανταφυλλιά Σερρών, αποδίδοντας μια εικόνα του χωριού στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, καθώς και στην επακόλουθη μετάβαση της οικογένειάς του από το χωριό στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για να τονιστεί εν τέλει η συναισθηματική βαρύτητα που έχει για αυτόν το χωριό του. Παράλληλα θίγονται και στοιχεία σχετικά με τις ποντιακές ρίζες του με την αφήγηση να αρχίζει με την καταγωγή του και να ολοκληρώνεται με ένα ταξίδι στον τόπο, όπου γεννήθηκαν μεγάλωσαν οι παππούδες του.
Αφηγητές/τριες
Πέτρος Παπαδόπουλος
Ερευνητές/τριες
Νένα Παπαδοπούλου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/02/2022
Διάρκεια
53'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Ο αφηγητής είναι ο πατέρας της ερευνήτριας.
Η ερευνήτρια παρέλειψε να ρωτήσει τον χρόνο διεξαγωγής του ταξιδιού στον Πόντο, που ήταν το 2015.
Περίληψη
Πρόκειται για μια αφήγηση επικεντρωμένη σε στοιχεία που έχουν διαμορφώσει τον αφηγητή. Ο αφηγητής ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια στην Τριανταφυλλιά Σερρών, αποδίδοντας μια εικόνα του χωριού στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, καθώς και στην επακόλουθη μετάβαση της οικογένειάς του από το χωριό στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για να τονιστεί εν τέλει η συναισθηματική βαρύτητα που έχει για αυτόν το χωριό του. Παράλληλα θίγονται και στοιχεία σχετικά με τις ποντιακές ρίζες του με την αφήγηση να αρχίζει με την καταγωγή του και να ολοκληρώνεται με ένα ταξίδι στον τόπο, όπου γεννήθηκαν μεγάλωσαν οι παππούδες του.
Αφηγητές/τριες
Πέτρος Παπαδόπουλος
Ερευνητές/τριες
Νένα Παπαδοπούλου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/02/2022
Διάρκεια
53'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Ο αφηγητής είναι ο πατέρας της ερευνήτριας.
Η ερευνήτρια παρέλειψε να ρωτήσει τον χρόνο διεξαγωγής του ταξιδιού στον Πόντο, που ήταν το 2015.