© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Χοροί, γκάιντες και παγωτά

Κωδικός Ιστορίας
12956
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Φώτιος Κέκης (Φ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
16/07/2020
Ερευνητής/τρια
Κέκη Μαρία (Κ.Μ.)
Κ.Μ.:

[00:00:00]Καλησπέρα

Φ.Κ.:

Καλησπέρα.

Κ.Μ.:

Είναι 17 Ιουλίου του 2020. Εγώ είμαι η Κέκη Μαρία και είμαι ερευνήτρια του Istorima.

Φ.Κ.:

Και εγώ είμαι ο Φώτης Κέκης.

Κ.Μ.:

Βρισκόμαστε στην Άρνισσα-

Φ.Κ.:

Άρνισσα.

Κ.Μ.:

-και θα συνεχίσουμε τη συνέντευξή μας. Τι θέλεις να μου πεις-

Φ.Κ.:

Γεννήθηκα το 1939 το Δεκέμβρη. Γεννήθηκα στην Άρνισσα. Εκείνα τα χρόνια ήρθε η Κατοχή. Μετά που φύγανε οι Γερμανοί, ήμουν μικρός δεν τους γνώρισα καλά. Μετά από αυτούς, άρχισε ο Εμφύλιος ο Πόλεμος. Ήτανε πείνες. Φοβόμασταν να βγούμε έξω. Αλλά μετά, όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, πήραν εξορία τους μπαμπάδες και αναγκαστήκαμε να… Ζοριζόμασταν. Πηγαίναμε στα χωράφια, θερίζαμε με τα δρεπάνια, μαζεύαμε το ψωμί για όλη τη χρονιά, το σιτάρι το βάζαμε στα αμπάρια. Κάνει διακοπές όταν σταματάω;

Κ.Μ.:

Μην αγχώνεσαι. Πες μου από παλιά. Πώς περνούσατε όταν ήσασταν νέοι; Πού μαζευόσασταν;

Φ.Κ.:

Παλιά ήμασταν, κάναμε παρέα, παρέες, γυρίζαμε στις γιορτές. Όλα τα παιδιά παρέες-παρέες και γυρίζαμε στις ονομαστικές τις γιορτές. Τα Χριστούγεννα παίρναμε όργανα, χορεύαμε. Και με μείον 15 έχω χορέψει γκάιντα και ξυπόλητος.

Κ.Μ.:

Ποιο ήταν το αγαπημένο σου τραγούδι να χορεύεις;

Φ.Κ.:

«Έβγα στο παραθύρι κρυφά από τη μάνα σου»

Κ.Μ.:

Αυτό σου άρεσε;

Φ.Κ.:

Αυτό τραγουδούσα. Γιατί σταματάει το μυαλό;

Κ.Μ.:

Δεν πειράζει. Πες μου, τα Χριστούγεννα τι έθιμα είχατε; Τι κάνατε εδώ;

Φ.Κ.:

Τα Χριστούγεννα; Μόλις ερχόταν ο Δεκέμβρης, της Αγίας Βαρβάρας ανάβαμε φωτιές. Παιδιά, μαζεύαμε χόρτα και ανάβαμε φωτιές της Αγίας Βαρβάρας και τα Χριστούγεννα και το νέο έτος, παραμονές.

Κ.Μ.:

Και μαζευόταν εκεί το χωριό;

Φ.Κ.:

Κάθε παρέα ήμασταν. Η κάθε παρέα χώρια. Ανάβαμε φωτιές και σηκωνόμασταν από τα μεσάνυχτα, τραγουδούσαμε στα σπίτια, δεν μας ενδιέφερε αν μας δώσουν λεφτά, μας δίνανε ξερά σύκα και κουλουράκια ζυμωμένα από το σπίτι. Αλλά είχαμε το τέτοιο, το μεράκι, να τραγουδήσουμε. Της Αγίας Βαρβάρας, παραμονή Χριστουγέννων και το νέο έτος.

Κ.Μ.:

Και εδώ το έθιμο που είχατε τα Φώτα, που κάνουνε στο χωριό; Ξέρεις για αυτό το έθιμο; Για τα Τζαμαλάρια που λένε;

Φ.Κ.:

Τα Φώτα παίζαμε Τζαμαλάρια, είχαμε έθιμο με όργανα. Ντυνόταν καρναβάλια και γυρίζαμε όλο το χωριό. Αλλά πρωί-πρωί στην εκκλησία, πηγαίναμε, ρίχναμε το σταυρό. Κολυμπούσανε, όσο κρύο και να κάνει. Εγώ δεν έχω κολυμπήσει αλλά άλλοι κολυμπούσαν για να πάρουν το σταυρό. Ύστερα, στις γειτονιές μαζευόμασταν, στα σπίτια όπου είχε γέρους, ανάβαμε το τζάκι. Τζάκι όχι σαν τώρα, αυτά τα τζάκια που τα έχουνε. Τα παλιά, τα τέτοια. Και μας λέγαν παραμύθια.

Κ.Μ.:

Θυμάσαι κανένα παραμύθι;

Φ.Κ.:

Ε, τώρα δεν θυμάμαι, γιατί σε άλλη γλώσσα μάς τα λέγανε.

Κ.Μ.:

Σας τα λέγανε στα ντόπια;

Φ.Κ.:

Στα ντόπια. Δεν ξέρανε ελληνικά. Εμείς θέλαμε να μάθουμε τη γλώσσα την ελληνική για να πάμε σχολείο, αλλά στο σπίτι μας μιλούσαμε εντόπικα.

Κ.Μ.:

Τα κάλαντα σε τι γλώσσα τα λέγατε;

Φ.Κ.:

Ντάι μι μπάμπω κολάτσε, ντα τι σιβι γιούνατσε [Daj mi babo kolace, da ti sivi junace].

Κ.Μ.:

Στα ντόπια ήταν και τα κάλαντα;

Φ.Κ.:

Ναι.

Κ.Μ.:

Και στα Τζαμαλάρια ποιο ήτανε το έθιμο; Τι είχε; Τι ντυνόντουσαν;

Φ.Κ.:

Ντυνόντουσαν καρναβάλια, νύφη, γαμπρός, με τα όργανα γυρίζανε στο χωριό και τώρα ακόμα γυρίζουν. Ο σύλλογος…

Κ.Μ.:

Το κρατάνε ακόμα…

Φ.Κ.:

Συνεχίζουν το έθιμο. Ήταν φτωχικά χρόνια αλλά ζούσαμε καλά. Γιατί σταματάει το μυαλό μου τώρα;

Κ.Μ.:

Δεν πειράζει. Θα σε ρωτάω εγώ για να σε βοηθάω. Τον Δεκαπενταύγουστο είχατε κανένα πανηγύρι, κάνατε εδώ [00:05:00]στο χωριό;

Φ.Κ.:

Το Δεκαπενταύγουστο τότες παίρναμε όργανα τα παιδιά και στην πλατεία του χωριού χορεύαμε. Τώρα ο σύλλογος συνεχίζει το ίδιο έθιμο, το έχει. Έχουμε πανηγύρι, γιορτάζει η παλιά η εκκλησία.

Κ.Μ.:

Όταν ήσουν εσύ μικρός, ποιες εκκλησίες είχε εδώ στο χωριό;

Φ.Κ.:

Εκκλησία είχε την παλιά εκκλησία της Παναγίας και την Αγία Τριάδα. Η Παναγία ακόμα οι Τούρκοι όταν ήταν εδώ, οι παππούδες τη χτίσανε νύχτα. Ο φρούραρχος που ήταν ο Τούρκος, τους επέτρεψε, τους είπε: «Αν μπορείτε χωρίς να σας πάρουν είδηση να τη χτίσετε».

Κ.Μ.:

Και εσύ έπαιζες κάποιο όργανο ή χόρευες μόνο;

Φ.Κ.:

Χόρευα.

Κ.Μ.:

Ήσουν χορευτής.

Φ.Κ.:

Με άρεσε, χόρευα. Το αγαπημένο μου χορό ήταν η γκάιντα. Και ζάικο κοκοράικο.

Κ.Μ.:

Και τι έκανες, έτσι, όταν γλεντούσατε εκεί; Με τους χορούς σου; Είχατε κάποια έθιμα; Δηλαδή κάποιοι χοροί είχανε συγκεκριμένα έθιμα;

Φ.Κ.:

Ε, κοίταξε έθιμα ήτανε, εδώ χορεύαμε τα παλιά τα τέτοια, τους χορούς.

Κ.Μ.:

Για πες, μετά όταν άρχισες να κάνεις…

Φ.Κ.:

Την Μίρκα την χορεύαμε, την Μάικα Μακεντόνια [Majka Makedonia].

Κ.Μ.:

Χορεύατε το τραγούδι για τη Μίρκα;

Φ.Κ.:

Ναι. Ε τέτοια, τα όργανα, τέτοια τραγούδια.

Κ.Μ.:

Την θυμόσασταν, δηλαδή, εσείς εδώ στην περιοχή τη Μίρκα, το τραγούδι;

Φ.Κ.:

Ναι.

Κ.Μ.:

Και μετά όταν ξεκίνησες τις δουλειές σου, να δουλεύεις, έτσι, και να έχεις το επάγγελμά σου, τι δουλειές είχες κάνει;

Φ.Κ.:

Πρώτα–πρώτα, τότες γινότανε, κάνανε βόλτα η νεολαία. Στη βόλτα πουλούσα σπόρια και φιστίκια. Το καλοκαίρι παγωτά έφτιαχνα, πάλι πουλούσα παγωτά.

Κ.Μ.:

Πώς το έφτιαχνες το παγωτό;

Φ.Κ.:

Το έφτιαχνα εγώ ο ίδιος. Πρώτα από μένα φάγανε παγωτό εδώ.

Κ.Μ.:

Ποια ήταν η συνταγή; Τι έβαζες;

Φ.Κ.:

Ε τώρα, θυμάμαι, γάλα γνήσιο πάντως έβαζα. Βανίλιες, διάφορα μυρωδικά αλλά δεν τα θυμάμαι τώρα. Είναι 65 χρόνια τώρα.

Κ.Μ.:

Και το πάγωνες; Κουβαλούσες πάγο και το έβαζες μέσα;

Φ.Κ.:

Κουβαλούσα πάγο και τον πάγο τον έβαζα σε ένα βαρέλι ξύλινο, το γύριζα με τα χέρια γύρω-γύρω. Πάγο όχι μέσα στο τέτοιο, στο παγωτό. Το πάγο το έβαζα γύρω-γύρω στο δοχείο που το γύριζα μετά, το ανακάτευα και γινόταν σαν μαστίχα. Ήμουν καλός τεχνίτης.

Κ.Μ.:

Τους άρεζε το παγωτό σου εδώ;

Φ.Κ.:

Τους άρεζε. Δεν είχαν φάει παγωτό. Πρώτα από μένα φάγανε παγωτό. Μετά βγήκε ΕΒΓΑ και τα άλλα παγωτά. Στην εκκλησία της Παναγίας, στην εκκλησία πήγαινα με παγωτά, τα παιδιά τρέχανε με μισή δραχμή, ένα κουταλάκι από δω, ένα από κει, άδειαζα όλο το βαρέλι. Και το καλοκαίρι και στις εκκλησίες πήγαινα.

Κ.Μ.:

Και μετά τα παγωτά τι δουλειά έκανες;

Φ.Κ.:

Μετά τα παγωτά με το γαϊδουράκι πρώτα ξεκίνησα, πουλούσα γύρω-γύρω στο χωριό διάφορα πράγματα. Μετά πήρα μηχανάκι, τρίκυκλο σαν τους τσιγγάνους. Άρχισα να πουλάω και ψάρια. Γύριζα τα κοντινά χωριά, το χειμώνα πήγαινα στην Αριδαία, στο παζάρι, με σάμαλι και φοινίκια, δεν έχει ζαχαροπλαστεία τότες. Ο αγώνας ήταν σκληρός. Αλλά κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Τότες τα παιδιά υποχρεωτικά στο σχολείο πηγαίνανε στην εκκλησία. Και μόλις, καθόμουν εγώ, έλεγα το πάτερ ημών, έβγαινα έξω με το κασόνι, τρέχανε, περνάνε σπόρια, φιστίκια. Στον αγώνα ήμουν. Στον αγώνα.

Κ.Μ.:

Από μικρός βρήκες τρόπους να δουλεύεις ε;

Φ.Κ.:

Μετά πήρα ένα Toyota. 48.000 δραχμές το πήρα. Τώρα πού να πάρεις με 48.000; Πήρα ένα Toyota αμάξι, πουλούσα στη γύρα με το χειμώνα πορτοκάλια, το καλοκαίρι οι σαρδέλες, ψάρια, τσιρόνια από τη λίμνη.

Κ.Μ.:

Τα ψάρια εδώ τα αγόραζες από τους ψαράδες του χωριού;

Φ.Κ.:

Από τους ψαράδες, από τη Θεσσαλονίκη ψάρια θαλασσινά και περνούσα καλά. Τότες η ζωή ήταν πιο καλή. Είχε και φίλους είχε και… Αλλά ήταν φτώχεια.

Κ.Μ.:

Εδώ τι αλλά έθιμα θυμάσαι έτσι από παλιά; Είχατε κάνα έθιμο για τους γάμους, για κάποιες ημέρες κάνατε κάποια πράγματα, ας πούμε; Ή για τις Απόκριες; Αν είχατε κάποια έθιμ[00:10:00]α;

Φ.Κ.:

Τις Απόκριες, γυρίζαμε παιδιά, καρναβάλια γινόμασταν και πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Εκεί που είχε κορίτσια πηγαίναμε να μην μας γνωρίζουν, κάναμε καλαμπούρι. Εγώ μία φορά ήρθα από φαντάρος, πήγα σε ένα σπίτι να ντυθώ καρναβάλι και να πάμε μαζί στον μπαμπά μου να του κάνουμε έκπληξη. Τότες μας παρακολουθούσαν. Εκεί που πήγα, ήτανε κομμουνιστής αυτός και όταν πήγα στο Τάγμα, με φώναξαν στο Α2. Μου λένε: «Γιατί πήγες και δεν βγήκες καθόλου από εκείνο το σπίτι;». Του λέω: «Βγήκα καρναβάλι εγώ!».

Κ.Μ.:

Δεν σε γνώρισαν δηλαδή αυτοί που παρακολουθούσαν το σπίτι;

Φ.Κ.:

Δεν με γνώρισαν, γιατί βγήκαμε, πήγα μόνος φαντάρος και γύρισα με άλλους ντυμένος.

Κ.Μ.:

Τους ξεγελάσετε…

Φ.Κ.:

Ναι. «Έκατσες μέχρι το πρωί εκεί. Τι κάνετε;». Λέω: «Γιατί; Δεν είδες ότι σβήσανε τα φώτα εκεί;». Γυρίζαμε στα σπίτια, όπου είχε μεγάλο… Να μας συγχωρέσουν, τις Απόκριες. Στους παππούδες, θείους. Όχι μόνο τότες, ακόμα και όταν παντρευτήκαμε.

Κ.Μ.:

Πώς το λένε αυτό το έθιμο, για πες μου για αυτό το έθιμο της συγχώρεσης, που λέτε;

Φ.Κ.:

Προυστένιε.

Κ.Μ.:

Και τι κάνατε σε αυτό το έθιμο;

Φ.Κ.:

Γυρίζαμε στα σπίτια, στους μεγάλους, τους παππούδες, όπου είχε καμία αδερφή ο μπαμπάς, η μαμά. Δεν αφήναμε κανέναν. Και τους λέγαμε: «Άι ντα ναμ πρόστιτε». Δηλαδή, να μας συγχωρείτε άμα κάναμε κάτι, κάνα τέτοιο. Μας κερνούσανε από το σπίτι κάνα γλυκό, κανά... Και βγαίναμε ύστερα.

Κ.Μ.:

Τότε κάνετε και το έθιμο της Λάμκας εκείνη την ημέρα;

Φ.Κ.:

Της Λάμκα κάναμε τα Φώτα.

Κ.Μ.:

Όχι, την Λάμκα, με το αυγό αυτό το έθιμο.

Φ.Κ.:

Α.

Κ.Μ.:

Αυτό ποτέ το κάνατε το έθιμο;

Φ.Κ.:

Προλαβαίνει, δεν μπορεί…

Κ.Μ.:

Για πες μου για το έθιμο με το αυγό.

Φ.Κ.:

Με το αυγό εμείς δεν κάναμε τέτοιο έθιμο. Το βράζαμε και το τρώγαμε απευθείας. Αλλά και τα Φώτα, κάναμε τέτοιο, πίτες με λεφτό, άχυρο και κλωστή. Όποιος έβρισκε το άχυρο, γινόταν γεωργός, όποιος έβρισκε την κλωστή, γινόταν τσομπάνος.

Κ.Μ.:

Και όποιος έβρισκε το λεφτό;

Φ.Κ.:

Παραλής γινόταν. Τότες λεφτά δεν είχε όπως τώρα. Και οι παππούδες δεν παίρνανε ούτε σύνταξη. Αναγκαζόταν και κάνανε, καθόταν με τους… Όλοι μαζί, παππούδες, νύφη, πεθερά, σε ένα δωμάτιο με μία σόμπα μέσα με ξύλα, ούτε καλοριφέρ είχε ούτε τίποτα. Και ψωμί από το σπίτι. Μαζεύαμε το σιτάρι στο αμπάρι, κάναμε το αλεύρι και οι γυναίκες ζύμωνανε στο σπίτι, σπιτικό τέτοιο ψωμί. Άλλο, ρώτα τώρα.

Κ.Μ.:

Εδώ είχατε ζώα στις αυλές; Είχατε γουρούνια, αγελάδες, και τέτοια;

Φ.Κ.:

Είχε το κάθε σπίτι από μία αγελάδα, δύο αγελάδες, κότες. Το τυρί, το γάλα το είχαμε. Το σιτάρι από το σπίτι το είχαμε. Περιμέναμε να γεννήσει κάνα αυγό η κότα, να πάμε να πάρουμε χαλβά. Δεν είχε. Ήταν στριμωγμένα τα πράγματα.

Κ.Μ.:

Εσύ τι θυμάσαι έτσι, που να σου έχει αρέσει πιο πολύ από εκείνη τη ζωή; Ποτέ περνούσες πιο καλά;

Φ.Κ.:

Εγώ, μου άρεσε το γλέντι. Πάντα. Δεν έχω παράπονο από τη ζωή. Γυρίζαμε σε… Αν γινόταν γάμος, μπροστά ήμουνα. Πανηγύρια, τέτοια.

Κ.Μ.:

Πηγαίνετε και σε πανηγύρια σε άλλα χωριά εδώ τριγύρω;

Φ.Κ.:

Πηγαίναμε με τα πόδια μέχρι στο Γραμματικό, στον Άγιο Θανάση, στην Παναγίτσα. Παιδιά.

Κ.Μ.:

Όποτε είχε κάποια γιορτή, πηγαίνετε εκεί δηλαδή;

Φ.Κ.:

Ναι.

Κ.Μ.:

Ποιο χωριό είχε το πιο ωραίο γλέντι;

Φ.Κ.:

Όλα τα χωριά είχανε γλέντι, καλό γλέντι. Στο τέτοιο, στον Άγιο Θανάση είχε καλό γλέντι του Αγίου Γεωργίου, στη Ζέρβη της Αγίας Παρασκευής. Στην Παναγίτσα δεν πηγαίναμε πολύ γιατί ήθελαν ποινικό μητρώο να… Στο Γραμματικό πηγαίναμ[00:15:00]ε, στον Περαία, στην Έδεσσα γινόταν Ανθεστήρια, πηγαίναμε και εκεί ήταν καλή. Δεν λειτουργεί το κομπιούτερ.

Κ.Μ.:

Μια χαρά τα λες. Μη στεναχωριέσαι. Θέλεις κάτι άλλο να μου πεις; Έχεις κάτι που θυμάσαι, που θέλεις να πεις;

Φ.Κ.:

Αγωνίστικα στη ζωή μου πολύ. Μετά, το 1970, πήρα άλλο αμάξι, πιο μεγάλο, Mercedes. 150.000 δραχμές το πήρα, ντούκου. Τότες ήταν φθηνά. Η δραχμή είχε αξία. Άρχισα να κάνω το φρουτοεμπόριο. Έπαιρνα τα… Και εδώ βάλανε δέντρα και είχε και μήλα. Το ‘90 έκανα κι ένα ψυγείο, για να βρεθεί και για τα παιδιά μια βοήθεια, να έχουν δουλειά. Γιατί δεν ήθελα να ζοριστούν όπως…

Κ.Μ.:

Εντάξει, δεν πειράζει. Σε ευχαριστώ πολύ για αυτά που είπες. Πολύ καλά τα είπες!