© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Έθιμα και πανηγύρια της Στενημάχου Ημαθίας

Κωδικός Ιστορίας
12667
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελένη Γιουννάκη (Ε.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/06/2020
Ερευνητής/τρια
Σοφία Τσίρη (Σ.Τ.)
Σ.Τ.:

[00:00:00]Καλησπέρα.

Ε.Γ.:

Καλησπέρα.

Σ.Τ.:

Θα μας πείτε τ’ όνομά σας;

Ε.Γ.:

Λέγομαι Ελένη Γιουννάκη.

Σ.Τ.:

Είναι Παρασκευή 26 Ιουνίου του 2020, βρισκόμαστε στο Στενήμαχο Ημαθίας με την κυρία Ελένη Γιουννάκη. Εγώ ονομάζομαι Σοφία Τσίρη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, σήμερα με την κυρία Ελένη θα μιλήσουμε για τον Άγιο Τρύφωνα που έχουν εδώ πέρα στο χωριό, για το πανηγύρι, για τα έθιμα που έχουν σχέση με όλα αυτά. Καταρχάς, πότε είναι η γιορτή;

Ε.Γ.:

Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα είναι 1η Φεβρουαρίου.

Σ.Τ.:

Τον χειμώνα δηλαδή.

Ε.Γ.:

Τον χειμώνα, στην καρδιά του χειμώνα, ναι.

Σ.Τ.:

Και τι έθιμα κάνετε για τον εορτασμό του;

Ε.Γ.:

Για τον εορτασμό του Αγίου Τρύφωνα έχουμε μια έτσι ιεροτελεστία να το πούμε, ένα έθιμο που κάνουμε, από παλιά βρέθηκε αυτό το έθιμο. Κανονικά να σας πω ότι το έθιμο αυτό ήρθε από την Ανατολική Ρωμυλία, από κει ήρθαν οι χωριανοί μου το ’22 και εκεί είχαν τον Άγιο Τρύφωνα, τον είχανε στη Στενήμαχο, όπως και πάντα τον έβαζαν έτσι ψηλά σε βουναλάκι, πάντα, κι εκεί το ίδιο πράγμα ήταν ψηλά σε βουναλάκι [Δ.Α.] και το έθιμο εκείνο ήρθε εδώ. Κάναν την εκκλησία αυτή οι χωριανοί. Να μη σας πω ότι με προσωπική εργασία έγινε η εκκλησούλα μας αυτή όλη, με δωρεές από δω από κει, και μετά συνέχισε το έθιμο εκείνο, συνέχισε και στην Ελλάδα. Τώρα παλιά, πιο παλιά, θα πω πώς γινόταν πιο παλιά. Το αγόραζε η επιτροπή της εκκλησίας και ορισμένοι ήτανε και... θέλαν να βοηθήσουν στην εκκλησία και πήγαιναν κι αυτοί έτσι, χωρίς να είναι μες την επιτροπή, και αγόραζαν ένα δαμάλι το λέγαμε. Δεν ξέρω πόσα κιλά ακριβώς, 100, 200, μεγάλο μοσχάρι ωραίο, θρεμμένο, περιποιημένο από κει που το παίρναν, έπρεπε να ’ναι θρεφτάρι. Το παίρνανε, στα κέρατά του βάζαν λουλούδια πολύ όμορφα, τα πλέκαν πάρα πολύ όμορφα, εδώ έτσι όμορφα τριανταφυλλάκια μες στο νχυμό εδώ, κορδέλες διάφορες απ’ το σώμα του έπεφταν εδώ, εκεί και το γυρίζαν μέσα σ’ όλο το χωριό να το δει ο κόσμος το έθιμο, με τραγούδια, παιδιά από πίσω χαμός, τα σκυλιά από πίσω χαμός, τι να σας πω! Μια ιεροτελεστία όμορφη. Μπορεί να ακούγεται τώρα λίγο έτσι παράδοξη, αλλά ήταν πάρα πολύ όμορφη. Τη θυμάμαι απ’ τα μικρά μου χρόνια και τη νοσταλγώ, αλήθεια σας λέω. Τέλος πάντων, αυτό το δαμάλι μετά το κάνανε 2 μέρες πριν τη γιορτή του Αγίου Τρύφωνος. Την παραμονή του Αγίου Τρύφωνος το σφάζανε και το τεμαχίζανε και το βάλαν σε μεγάλα καζάνια ωραία, καθαρά, γανωμένα, το βράζαν. Όλη μέρα κι όλη νύχτα εκεί μαζεύονταν όλο το χωριό, το χωριό μας, ήταν και λίγο του ποτηριού οι άντρες και γινόταν χαμός, τραγούδια, κακό! Πω, πω τι να σας πω! Όλη τη νύχτα οι δρόμοι πηγαινοερχόταν ο κόσμος. Και το ξεψαχνίζαν την παραμονή, το ξεψαχνίζαν  κι εμείς οι γυναίκες πηγαίναμε και βοηθούσαμε. Καθαρά ταψιά ωραία, γανωμένα, τα βάζαμε στα ταψιά, τα σκεπάζαμε όμορφα. Τότε δεν υπήρχαν τα τούλια, ούτε αυτά τα σύγχρονα πράγματα. Και παίρναμε κι από τα σπίτια μας ελαφρά σεντονάκια, καθαρά ρούχα, τα σκεπάζαμε για να μην πάει καμιά μύγα, κάτι, να είναι καθαρά, κι επειδή τον Άγιο Τρύφωνα τον είχαμε με τα σταφύλια, με τ’ αμπέλια κάπως, ήταν κλαδευτής, με το κλαδευτήρι τον έχουμε στην εκκλησία, η εικόνα του είναι.

Σ.Τ.:

Είναι προστάτης των αμπελουργών;

Ε.Γ.:

Έτσι λένε. Την ευχή που διαβάζει ο παπάς έξω, έτσι λέει μια μεγάλη προσευχή, ευχές για τα διάφορα ζουζούνια που τσιμπούν και κάνουν και ράνουν τον καρπό. Και κρατούσε ο κόσμος στα σπίτια του σταφύλια, με τα ξυλάκια τα δένουν όμορφα-όμορφα τα τσαμπιά, και τα δέναν σε τουλπάνια, να μην τα τσιμπήσουν και σαπίσουν, σε δροσερά μέρη εδώ και καθένας έφερνε το τσαμπί του. Τι όμορφα χρόνια, Σοφία! Τα νοσταλγώ! Το τσαμπί του κάθε νοικοκύρης το είχε καμάρι που πήγαινε τα σταφύλια στον Άγιο Τρύφωνα. Τώρα όμως που τα χρόνια είναι έτσι, αγοράζουν φρέσκα. Υπάρχουν όλο τον χρόνο, δροσερά και ωραία, απλώς με τα ψαλιδάκια παν οι γυναίκες, τώρα παν τα κορίτσια πιο νέες, με το ψαλιδάκι τα κόβουν έτσι μπουκετάκια-μπουκετάκια να σας πω, και τα μοιράζουνε, τα βάζουνε στα σακουλάκια καθαρά με το συρραπτικό «τρακ, τρακ, τρακ». Έτσι και το γκουρμπάνι, μπαίνει μέσα σε σακουλάκι, με το συρραπτικό δεμένο, ενώ παλιά στη χαρτοπετσετούλα σ’ το δίναν κι αν υπήρχε. Και παίρνεις το κρεατάκι σου, παίρνεις και το σταφυλάκι σου και δίπλα είναι το αντίδωρό σου και πιο εκεί έχει ένα πανέρι, δίνεις[00:05:00] ένα δώρο για τα όλα έξοδα αυτά που έχουν γίνει.

Σ.Τ.:

Ένα χρηματικό ποσό δηλαδή.

Ε.Γ.:

Ό,τι θέλει ο κάθε ένας! Μπορεί να δώσεις και 100 ευρώ άμα θέλεις εσύ. Ό,τι θέλει ο κάθε ένας. Είναι το πανέρι εκεί και ρίχνει άλλος 5, άλλος 10, άλλος 1, ό,τι μπορεί να δώσει. Και παίρνει αυτά που σου είπα και φεύγει. Αλλά όμως κάνουμε και κάτι άλλο ακόμα για να μπορούν να διατηρήσουν το πανηγύρι. Παραγγέλνουν στο κοτάδικο καμιά εκατοστή κότες, τις καθαρίζουμε εμείς οι νοικοκυρές όλες όμορφα-όμορφα όλες να είναι πεντακάθαρες, τις βάζουμε σ’ αυτές τις λαμαρίνες που έχουν οι φούρνοι τις μεγάλες και τις πάνε στον φούρνο. Εκεί ο φούρναρης θα τις αλατίσει, θα τις τακτοποιήσει, ό,τι χρειάζεται, και θα τις έχει την ημέρα του πανηγυριού 12 η ώρα ζεστές να παν να τις πάρουν. Είναι αυτές όμως, Σοφία, σε ένα ξυλάκι καθαρό από μουριάς ξυλάκι, το ξύνουν να είναι άσπρο, ωραίο, καθαρό, τόσο, περνάει η κότα, να το μπορεί να το κρατήσει το κάθε παιδάκι και γυρίζει. Το πανηγύρι μας μαζεύει πολύ κόσμο, πάρα πολύ, ας είναι και χειμώνας, και γυρίζει μέσα και λέει: «Αυτό από τη Σοφία 50 ευρώ, αυτό από την κυρα-Λένη 20 ευρώ». Χτυπιέται δημοπρασία και πάλι βγάζει η εκκλησία κάποια χρήματα. Αλλά όλοι λίγο πολύ θα αγοράσουν μια κοτούλα, είτε έχουν είτε δεν έχουν, κάνουν κουμάντο για τον Άγιο Τρύφωνα. Βγαίνει και μια λαχειοφόρος αγορά κι αυτή τα ίδια, για ενίσχυση της εκκλησίας, και μετά αρχίζουν τα όργανα, ο χορός. Χορεύει ο κόσμος πάρα πολύ, χαίρονται, όμορφα, καν. Μόνο όταν τυχαίνει πάρα πολύ κρύο ή χιόνι που τυχαίνει πολλές φορές, μόνο τότε διαλύει γρήγορα. Κι ένα άλλο έθιμο έχουμε από την ώρα που έκανε ο Μπουτάρης τα εργοστάσιά του εδώ. Κάθε χρόνο δίνει στον Άγιο Τρύφωνα το κρασί να είναι δωρεάν, όσο θέλει να πιει ο κόσμος. Τα βαρέλια πάνε από την παραμονή εκεί να κατακάτσουν, να είναι ήσυχα, όσο θέλει κρασί να πιει ο κόσμος. Τα ποτήρια είναι εκεί όλα έτοιμα, παίρνουν, με την κοτούλα τους, και μετά ο Στενήμαχος. Ξεφεύγω γρήγορα;

Σ.Τ.:

Όχι, όχι, πείτε.

Ε.Γ.:

Ναι. Ο Στενήμαχος, από κει που ήρθε, έφερε και μια δόση που κάνουμε λουκάνικα.

Σ.Τ.:

Δηλαδή;

Ε.Γ.:

Μία δόση που είναι πολύ νόστιμα και τα λεν τα στενημαχιώτικα λουκάνικα και τα προτιμάει κι ο κόσμος πολύ. Τώρα, όμως, ο κρεοπώλης μας δεν μπορεί να κάνει. Κι αυτά τα παίρνουν, τα κάνουνε, πόσα κιλά, κι ανάβουνε τις φωτιές μεγάλες, έχουμε – θα δεις εκεί, θα σ’ το δείξω – ωραίο μέρος και, με βροχή και με χιόνι, μέσα είναι αυτοί σκεπαστοί. Ανάβουν τις φωτιές και ψήνουν τα λουκάνικα και το παίρνεις το λουκάνικό σου μέσα σε 2 φέτες ψωμάκι ή σε σαντουϊτσάκι, το παίρνεις και τρως ζεστό-ζεστό εκείνη την ώρα, πάρα πολύ ωραία, και γίνεται έτσι ένα τζερτζελές που λέει. Κρασί ο Μπουτάρης, από δω τα λουκάνικα, από κει οι κοτούλες, από κει ο χορός, γίνεται ένα πολύ ωραίο ξεφάντωμα και χαίρεται ο κόσμος. Τα παιδάκια του σχολείου εκείνη την ημέρα δεν έχουν σχολείο, τ’ ανεβάζουν οι δάσκαλοι πάνω. Έχουμε και το χορευτικό που κάνει και χορευτικό με τη στολή της Ανατολικής Ρωμυλίας τον χορό και έτσι περνάει η μέρα ευχάριστα, πολύ όμορφα.

Σ.Τ.:

Πόσες μέρες διαρκεί το πανηγύρι;

Ε.Γ.:

Μία, μία, την πρώτη του μηνός, μία. Το πρωί ξεκινάει και πολλές φορές κρατάει και ως τ’ απόγευμα, αυτοί που κάνουν το κέφι τους επάνω εκεί διασκεδάζουν. Ως το απόγευμα κρατάει πολλές φορές, τις πιο πολλές φορές. Αυτά.

Σ.Τ.:

Τι τραγούδια λέτε εκείνη τη μέρα; Θέλω να πω, έχετε κάποιο συγκεκριμένο ναουσαίικο που τραγουδάτε;

Ε.Γ.:

Όχι, όχι, εμείς με τη Νάουσα δεν έχουμε καμιά σχέση, το πανηγύρι μας, καμιά. Είχαν παλιά, είχανε Στενημαχιώτικα τραγούδια που τα ’φεραν απ’ την πατρίδα τους, αλλά, ως επί το πλείστον, αυτοί περισσότερο καντάδα τραγουδούσανε, πολύ ωραίες καντάδες, πάρα πολύ ωραίες καντάδες. Αλλά εδώ τώρα, τραγουδάνε αυτά τα τραγούδια τα ελληνικά, ό,τι, ό,τι, ό,τι... Γερακίνα είναι, νησιώτικα είναι, τα πάντα όλα.

Σ.Τ.:

Αυτά που λεν στα πανηγύρια.

Ε.Γ.:

Στα πανηγύρια, τα χορευτικά αυτά, ναι.

Σ.Τ.:

Θυμάστε κάποιο από αυτά που λέτε τις καντάδες, τα παλιά; Όχι ολόκληρο, ένα στίχο, ας πούμε, κάτι.

Ε.Γ.:

Λέει τώρα, ποιο; «Τι κακό είναι να αγαπάει ένας νέος... Τι κακό είναι να αγαπάει ένας νέος και να μην έχει αγάπη πιστή». Το ξέχασα, Σοφία. «Τι κακό είναι», θα κλάψω, το ‘λεγε ο πεθερός μου», να αγαπάει ένας νέος... Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ την αγάπη αυτή να αρνηθείς». Αλλά είναι ωραία τραγούδια. Κι ένα άλλο πάλι είναι: «Δύο πουλάκια ήμασταν, τα δυο αγαπημένα, και πέρασε ένας κυνηγός και σκότωσε το ένα. Πανάθεμά σε, κυνηγέ, που σκότωσες το ένα και δε μας σκότωνες τα δυο να πάμε αγκαλιασμένα». Κι αυτό ωραίο.

Σ.Τ.:

Αυτά πώς συνδέονται; Ενώ έχουν, ας πούμε, το ερωτικό στοιχείο μέσα, πώς συνδέονται με το πανηγύρι;

Ε.Γ.:

Καμία σχέση, καμία σχέση.

Σ.Τ.:

Απλά είναι παραδοσιακά.

Ε.Γ.:

Αυτά στις βεγγέρες που μαζευόμασταν αντρόγυνα. Εγώ τώρα είμαι 79 χρονών γεμάτα[00:10:00], plus, και ο άντρας μου με περνούσε 10 χρόνια. Και η παρέα μου όλη ήταν μεγαλύτεροι από μένα αρκετά. Αλλά, όμως, τα τραγούδια αυτά τα άκουγα από μικρό παιδάκι μες στο χωριό μου και τα είχα μάθει κι εγώ. Πολύ ωραία τα τραγουδούσαμε όλη η παρέα. Κι όταν κάναμε τις βεγγέρες μας, αυτά ήταν τα τραγούδια μας, δεν τραγουδούσαμε ούτε ζεμπέκικο, ούτε αυτά του Καζαντζίδη, καθόλου. Πολύ ωραία τραγούδια. Ποιο να θυμηθώ και να σου πω που τα ξέχασα, Σοφία, ένα κι ένα καντάδες ωραίες, έτσι που λες. Γυρίζαμε το χωριό όλο αντρόγυνα, όλο παντού, παντού, μέσα όλοι καντάδες, άνοιγαν τα παράθυρα να μας βλέπουν, 10 ζευγάρια, 5 ζευγάρια, χάθηκαν αυτά.

Σ.Τ.:

Γνωρίζετε την ιστορία τού πώς ήρθανε εδώ πέρα στο Στενήμαχο, από κει από την Ανατολική Ρωμυλία που είπατε και εδώ πέρα σε ποια μέρη εγκαταστάθηκαν αυτοί που ήρθαν;

Ε.Γ.:

Κοίταξε τώρα, η ιστορία τους είναι... Τότε γινόταν με τον Βενιζέλο η ανταλλαγή σε πολλά μέρη, όπως και η πεθερά μου ήρθε από την Κωνσταντινούπολη. Αυτοί ήρθαν, είπαμε, απ’ την Ανατολική Ρωμυλία. Εκεί ήταν πολύ ωραία με τα σπίτια τους, με τα όλα τους και τους αποζημιώσανε ένα μέρος από κει, οι Βούργαροι για να φύγουν να ’ρθουν εδώ. Αλλά και από δω φύγαν Βούργαροι και πήγαν εκεί. Απ’ την Ξάνθη, απ’ όπου υπήρχαν Βούργαροι. Στο χωριό μας δεν υπήρχαν Βούργαροι, το χωριό μας ήταν βλαχοχώρι, υπήρχαν Βλάχοι εδώ, Ρουμανόβλαχοι. Και όταν γινότανε αυτές οι ανταλλαγές, οι Βλάχοι αυτοί θελήσαν να παν στην πατρίδα τους. Πολλοί έμειναν, έχουμε κάμποσες οικογένειες, άλλες στη Νάουσα, άλλες στην Κατερίνη έχουν φύγει...

Σ.Τ.:

Βλάχων.

Ε.Γ.:

Βλάχων. Και αυτό το χωριό τώρα είχε αδειάσει. Έμειναν τα βλάχικα τα σπίτια αυτά κι είχε αδειάσει το χωριό. Ήρθε το κράτος και το ’κανε μια ωραία ρυμοτόμηση –αν πρόσεξες έχουμε ωραία ρυμοτόμηση, δρόμους ωραίους– και έχει χαράξει οικόπεδα. Το κάθε οικόπεδο είναι γύρω στα 600 τετραγωνικά μέτρα. Και από κει οι άνθρωποι που ήρθαν, τους παραχώρησε από ένα οικόπεδο και έφτιαχνε ο εποικισμός ένα σπιτάκι με 2 δωματιάκια και στη μέση ένα χoλάκι. Ναι, έτσι νομίζω, αν θυμάμαι καλά. Δηλαδή αυτοί που είχαν λεφτά από κει, τα έλεγαν ομόλογα, τα λέγαν ομολογίες, που τους δώσαν οι Βούργαροι τα λεφτά τους, οι πιο πλούσιοι από κει, ήρθαν κι αγόρασαν τα βλάχικα σπίτια που ήταν μεγάλα σπίτια, πέτρινα, πολύ ωραία. Εδώ υπήρχαν πλούσιοι Βλάχοι. Κι αγόρασαν αυτά τα σπίτια με τα χρήματά τους, αλλά δεν ξέρω πώς τους αποζημίωσε το κράτος, ελληνικό κράτος. Κι έτσι έγινε το χωριό μας. Και μετά, λεγόταν παλιά το όνομά του Χωροπάνι, ο Βλάχοι το είχαν Χωροπάνι, δεν ήταν Στενήμαχος. Και μετά από κάμποσα χρόνια, οι Στενημαχιώτες υπερτερούσαν. Θέλησαν να βγάλουν το όνομα της πατρίδας τους από κει που ήρθανε και έκαναν κάποια διαβήματα στο κράτος, τους το έκρινε και τ’ ονομάσανε Στενήμαχο. Τώρα συνεχίζουμε να ’μαστε Στενημαχιώτες και Βλάχοι κι έχουμε και λίγους Ποντίους και λίγους Σαρακατσαναίους και είμαστε όλοι Στενημαχιώτες.

Σ.Τ.:

Αυτοί οι πληθυσμοί δεν εγκαταστάθηκαν μόνο στο Στενήμαχο, θέλω να πω, έχει κι άλλα χωριά στην Ημαθία;

Ε.Γ.:

Παντού, παντού.

Σ.Τ.:

Τέτοιας καταγωγής;

Ε.Γ.:

Πολλούς Στενημαχιώτες. Το Κιλκίς, έχει πάρα πολλούς στο Κιλκίς, έχει ο Αλμυρός Βόλου, έχει... Σέδες που λέγαμε. Τους Σέδες τώρα, πώς τους λεν; Έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη;

Σ.Τ.:

Δε γνωρίζω.

Ε.Γ.:

Πρέπει να γνωρίζεις, γιατί είναι πολύ κοντά, έχει πάρα πολλούς Στενημαχιώτες. Πώς λέγονται τώρα οι Σέδες... Και μετά, πάνω απ’ τη Θεσσαλονίκη, ένα χωριό που έχει πολλούς Στενημαχιώτες, στη Δράμα έχει πολλούς Στενημαχιώτες, ο ένας θείος μας εκεί πήγε, του πεθερού μου αδερφός, στη Δράμα. Και στην Αθήνα πήγαν πάρα... Αυτοί που ήταν από κει μορφωμένοι κι ευκατάστατοι, δεν ήρθαν στα χωριά, πήγαν κατευθείαν σε μεγάλες πόλεις. Πήγαν στην Αθήνα, στον Πειραιά, έχουμε εκεί... Ο Δοξιάδης, ο γιατρός παλιά... Να πηδήξω απ’ το ένα στο άλλο; Μπορώ;

Σ.Τ.:

Ναι, ναι, φυσικά.

Ε.Γ.:

Στην πατρίδα τους παλιά υπήρχε ένας Απόστολος Δοξιάδης, γιατρός. Κι όταν ήρθαν στην Ελλάδα, ήταν πάρα πολύ καλός γιατρός, τον πήρε ο βασιλιάς τότε Παύλος ατομικό του γιατρό. Και κατοικούσε στην Αθήνα κι είχε κάνει τρεις γιους: τον Σπύρο, που ήτανε οικονομολόγος και είχε σχολή οικονομικών... Ο Σπύρος... Δε θα τους θυμηθώ...

Σ.Τ.:

Δεν πειράζει, ας μη θυμάστε και τα ονόματα.

Ε.Γ.:

Ναι, τρεις γιους κι ο ένας ήτανε βουλευτής και Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και επειδή εδώ υπήρχανε Στενημαχιώτες, τον καλέσανε σαν Υπουργό να[00:15:00] ’ρθει να δει το χωριό μας και σαν πατριώτης να βοηθήσει. Και μας έφτιαξε πάνω ένα πάρα πολύ ωραίο παιδικό σταθμό. Σήμερα, όμως, υπάρχει και ένας Απόστολος Δοξιάδης που είναι συγγραφέας, απ’ αυτή τη γενιά των Δοξιάδων, αλλά η Αθήνα έχει πολλούς επώνυμους Στενημαχιώτες, που δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματά τους. Και τώρα δεν ξέρω αν ζούνε οι γονείς τους, τα παιδιά τους.

Σ.Τ.:

Μ’ αυτές, μ’ αυτούς τους Στενημαχιώτες που είπατε ότι βρίσκονται στο Κιλκίς, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, μοιράζεστε γενικώς τα ίδια έθιμα;

Ε.Γ.:

Κι εκεί έχουν Άγιο Τρύφωνα, βέβαια.

Σ.Τ.:

Όπου υπάρχουν Στενημαχιώτες;

Ε.Γ.:

Βέβαια, βέβαια, βέβαια! Δεν ξέρω για όλο το Κιλκίς, έχει Άγιο Τρύφωνα, βέβαια.

Σ.Τ.:

Γνωρίζετε αν κάνουν τα ίδια, ας πούμε, πράγματα;

Ε.Γ.:

Τα ίδια, Σοφία μου, τα ίδια και καλύτερα θα κάνουν στις πόλεις. Κι ο Άγιος, οι Σέδες που σου είπα, κι οι Σέδες έχουν Άγιο Τρύφωνα. Πώς λέγεται, βρε, οι Σέδες τώρα; Πώς λέγονται οι Σέδες που είναι έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη; Έχει κι αρχαία εκεί..

Σ.Τ.:

Δεν ξέρω. Γνωρίζετε πώς συσχετίσθηκε ο Άγιος Τρύφωνας με το αμπέλι και το κρασί; Πώς έγινε ας πούμε;

Ε.Γ.:

Αυτό δεν το γνωρίζω, δεν το γνωρίζω. Ήταν λέει χηνοβοσκός, βοσκούσε χήνες και, μες στον χειμώνα, έπρεπε να κλαδευτούν τ’ αμπέλια. Και κλάδευε κάποιος και πήρε το κλαδευτήρι του –αυτό τώρα μπορεί να ’ναι και μύθος– και πήρε το κλαδευτήρι του κι άρχισε να κλαδεύει και λέει ο άλλος ο αγρότης, λέει: «Όχι, Τρύφωνα, δεν κλαδεύει» και κάνει έτσι, και τον πήρε τάχα τη μύτη του Αγίου Τρύφωνα. Τώρα, πόσο είναι αλήθεια, πόσο παραμύθι, δεν ξέρω. Αλλά, έτσι, ήταν χηνοβοσκός και βρέθηκε μες στους αγρότες κι εμείς τον έχουμε με τα σταφύλια στο χέρι, έτσι εικόνα τον έχουμε και με το κλαδευτήρι που κλάδευε.

Σ.Τ.:

Όταν ήρθανε από εκεί οι πληθυσμοί, αλλά και σήμερα, με τι ασχολούνται, με τι ασχολούνταν περισσότερο οι άνθρωποι;

Ε.Γ.:

Με τ’ αμπέλια. Όταν ήρθαν από τη Βουλγαρία, δηλώσαν αμπελουργοί, γιατί κι εκεί αμπέλια είχανε. Δηλώσαν αμπελουργοί και τους δώσαν κτήματα για να κάνουν αμπέλια κι είχαν αμπέλια, κι ακόμα συνεχίζει το χωριό μας να ’χει αμπέλια.

Σ.Τ.:

Δηλαδή εδώ πέρα οι περισσότεροι ασχολούνται με τ’ αμπέλια.

Ε.Γ.:

Τώρα δεν ξέρω αυτόν τον καιρό, να σου πω. Κάθε ένας έχει το αμπελάκι του για το σπίτι του, για να το κάνει κι εμπόριο είναι λίγο δύσκολο, γιατί πώς να τα προμηθεύσεις να παν πιο παραπέρα να τα πουλήσεις; Αλλά κάποτε είχαμε πολλά αμπέλια, είχαμε και το εργοστάσιο του Μπουτάρη, έφευγαν. Λίγα αμπελάκια υπάρχουν, λίγα. Η Νάουσα έχει αμπελώνες, ο Τρίλοφος έχει αμπελώνες και οι Βαρβάρες με το αμπέλι καταγίνονται... Όλοι αυτοί που υπήρχαν από κει που ήρθανε ασχολούνται με τα αμπέλια, ασχολιόταν οι άνθρωποι.

Σ.Τ.:

Πάντως η Νάουσα φημίζεται για τα κρασιά της και τα σταφύλια και όλα αυτά.

Ε.Γ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι. Βέβαια, βέβαια. Βέβαια, ναι, είναι τόπος που καλλιεργεί αμπέλια.

Σ.Τ.:

Εσείς ασχολείστε οικογενειακώς;

Ε.Γ.:

Ναι, ο γιος μου έχει αμπέλια. Κυριάκος Γιουννάκης.

Σ.Τ.:

Και βγάζετε το δικό σας, ας πούμε, κρασί;

Ε.Γ.:

Και βγάζει κρασάκι ωραίο.

Σ.Τ.:

Και τσίπουρο κι όλα αυτά;

Ε.Γ.:

Ωραίο, για την παρέα του, για τους φίλους του, για τα σπίτια τους, σε συγγενείς θα δώσει δώρο εδώ, εκεί... Βγάζει καλά κρασιά, πολύ καλά.

Σ.Τ.:

Τα έθιμα που είπαμε από τον Άγιο Τρύφωνα τα κάνετε μέχρι και σήμερα;

Ε.Γ.:

Βέβαια, όλα! Όλα αυτά, εκτός μόνο το δαμάλι που δεν παίρνουμε.

Σ.Τ.:

Γιατί;

Ε.Γ.:

Ε, τώρα να, αυτό τα παλιά… Ξέχασα να σου πω. Τα παλιά σιγά-σιγά οι νέοι άρχισαν… Τα θέλουνε; Ενώ γίνεται το γκουρμπάνι όπως που αγοράζουν το κρέας, θα το βράσουν ωραία, θα ξεψαχνίσουν, θα το πάρουν σε κομμάτια, το ξεψαχνίζουν. Τα σταφύλια θα ’ρθουν, θα τα καθαρίσουν, θα τα βάλουν στα σακουλάκια, όπως σας είπα όλα. Ετοιμάζουν την εκκλησία, την καθαρίζουν, τη στολίζουνε πολύ όμορφα. Αρτοκλασία γίνεται το πρωί μεγάλη, μαζεύεται ο κόσμος. Και ένα άλλο έθιμο είχαμε παλιό, που κι εκείνο τώρα δε γίνεται, κι εκείνο είχε έτσι, σεργιάνι να το πω.

Σ.Τ.:

Ποιο έθιμο;

Ε.Γ.:

Αυτό το έθιμο ήταν που ήρθε από κει από την Ανατολική Ρωμυλία. Μετά όλο αυτό τον τζερτζελέ που είχε το πανηγύρι, γινόταν μια πάλη. Δυο άντρες, δυο ζευγάρια, δύο άντρες, έκαναν μια πάλη –πώς να την πω, βρε Σοφία;– ψεύτικη, τεχνική, ναι. Αλλά ήταν πάρα πολύ ωραία. Η μουσική έπαιζε τον ρυθμό αυτής της πάλης. Αυτοί είχαν δυο κοντάρια σαν να παρουσιάζαν όπλο, καθαρά, όμορφα τα κοντάρια τους, και είχαν έναν ειδικό τρόπο που παλεύανε, μεγάλοι. Αυτοί, Σοφία μου, οι άνθρωποι που ήρθανε απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, το 80% ήτανε γύρω στα 2 μέτρα να μην πω, αλλά στο 1,95 ήταν οι άντρες όλοι από κει που ήρθαν, τόσο ψηλοί άνθρωποι, ναι. Και γεροδεμένοι, και άξιοι, και δουλευταράδες. Κι ακόμα το χωριό μας είναι δουλευταράδικο χωριό. Και γινόταν αυτή η πάλη, Σοφία, δύο ζευγάρια, ο ένας ο χορός γινόταν από δω, ο άλλος ο χορός γινόταν από κει και το ένα ζευγάρι πάλευε εκεί, το άλλο ζευγάρι πάλευε εδώ. Και ώσπου στο[00:20:00] τέλος τον κάρφωνε τάχα με το κοντάρι και έπεφτε ο άλλος κάτω, τον πατούσε και με το πόδι του εδώ στο στέρνο και τελείωνε το πάλεμα, πέθαινε ο ένας και τελείωνε το πάλεμα.

Σ.Τ.:

Αυτό γιατί το έκαναν; Σήμαινε κάτι;

Ε.Γ.:

Δεν ξέρω τι σήμαινε αυτό, δεν το ξέρω να σ’ το εξηγήσω.

Σ.Τ.:

Ήταν απλώς ένα έθιμο που το είχατε του Αγίου Τρύφωνα.

Ε.Γ.:

Ήταν που το περιμέναμε. Τώρα θα παλέψουν, τώρα θα παλέψουν, τώρα θα παλέψουν. Γινόταν ένα θέαμα, ποιος να μπει γύρω-γύρω για να βλέπει.

Σ.Τ.:

Ντυνόσασταν, ντύνεστε μάλλον ακόμα και αυτοί που πάλευαν, αλλά και οι υπόλοιποι που οργανώνουν το πανηγύρι, παραδοσιακά;

Ε.Γ.:

Όχι, μόνο το χορευτικό ντύνεται την παραδοσιακή στολή, και τ’ αγόρια και τα κορίτσια της Ανατολικής Ρωμυλίας που ήρθαν από κει. Χορεύουν διάφορους χορούς, τους δικούς μας, τους θρακιώτικους, πολύ ωραίους και αυτά.

Σ.Τ.:

Πώς είναι η στολή; Μπορείτε να μας την περιγράψετε;

Ε.Γ.:

Αχ, τώρα πώς να σ’ την περιγράψω... Καμιά φορά στην τηλεόραση που βλέπεις έτσι είναι πλουμιστή, έχει πολλά χρώματα και δεν είναι πολύ μακριά, είναι ως εδώ λίγο πιο κοντά ξέρω γω...

Σ.Τ.:

Στο γόνατο;

Ε.Γ.:

Υφαντή, λίγο πιο κάτω, ως εδώ, υφαντή, πολύ όμορφη κι εδώ πάνω κεντήματα, φλουριά μπροστά... Τσεμπέρι φοράν λουλουδάτο, σαν Βουργαρίτσες που λένε: «Αχ αυτή η Βουργαρίτσα που λες κόκκινη ποδιά, πω πω η Βουργαρίτσα». Ακριβώς οι στολές μας μοιάζουν με Βουργαρίτσα, έτσι ακριβώς, γιατί ήρθαν κι από κει ίσως, επηρεασμένοι από τα χρώματα τα βουργάρικα και συνεχίσαν και δω. Στη Θράκη τα ’διναν και τα ύφαιναν και τα ’φτιαχναν. Στη Θράκη, στον Έβρο, βέβαια στον Έβρο, εκεί ακριβώς, από κει ερχόταν οι στολές μας. Και οι αντρικές και οι γυναικείες. Τα πόδια τους κάτω οι άντρες ήταν με τσαρούχια από δέρμα χοίρου, τα ποδοπάνια αυτά που λένε εδώ, που τυλίγουν στα πόδια. Οι γυναίκες ωραία με το παπουτσάκι τους όμορφα, με τις καλτσούλες τους. Δεν είναι χονδροειδέστατη στολή, είναι όμορφη, μ’ αρέσει που τη βλέπω. Όμορφη στολή είναι, γιατί έχει πολλές η πατρίδα μας, αλλά εμένα μ’ αρέσει αυτό. Αλλά πιο ωραία η ναουσαίικη. 

Σ.Τ.:

Από τη στενημαχιώτικη;

Ε.Γ.:

Ναι, η στενημαχιώτικη είναι πιο λαϊκή στολή. Ενώ της Νάουσας είναι πιο αρχοντική στολή. Εκείνες οι Ναουσαίες είναι πολύ... Και τραχηλιά και το καπέλο τους και τα όλα τους, είναι όμορφη στολή. Νομίζω δεν υπάρχει πουθενά σαν της Νάουσας τη στολή, είναι πολύ όμορφη, ήτανε. Κι αυτοί κρατάν την παράδοσή τους, αλλά... Αυτά, Σοφία, τι άλλο να θυμηθώ;

Σ.Τ.:

Έχετε καμία σχέση εσείς...

Ε.Γ.:

Έχουμε κι ένα άλλο έθιμο αν θες να σ’ το πω.

Σ.Τ.:

Ναι, πείτε μας.

Ε.Γ.:

Που έχει σχέση με το χωριό μας δηλαδή, όχι με τον Άγιο Τρύφωνα, το θέλεις;

Σ.Τ.:

Ναι, φυσικά.

Ε.Γ.:

Τώρα δεν πέρασε ο Άγιος Γιάννης, που λέμε, ο Κλήδονας;

Σ.Τ.:

Ναι.

Ε.Γ.:

Κάνουνε του Άγιου Γιάννη, από το βράδυ, απ’ την παραμονή, μαζεύονται κορίτσια και αγόρια κι έχουν ένα κουβαδάκι που κλείνουν κάποιου κοριτσιού τα μάτια και ρίχνουν μέσα διάφορα σημάδια. Διάφορα, ό,τι θέλει ο καθένας, το κάθε κορίτσι και το κάθε αγόρι. Και την άλλη μέρα του Αϊ-Γιαννιού ντύνουν ένα κοριτσάκι νυφούλα με δυο παράνυφες από δίπλα και τα αγόρια φυλάγουν άλλα αγόρια μην μπουν και πειράξουν τα κορίτσια. Με τα κοντάρια από δίπλα οι φύλακες κι οι άλλοι προσπαθούν τάχα να χωθούν, τάχα να πειράξουν και γίνεται ένας σαματάς ωραίος. Γυρίζουν όλο το χωριό, λεν κι ένα τραγουδάκι: «Καλλινίτσαμ’ στολισμένη, Γιάννουμ’ 12 χρονών, με 12 χρονών σε πήρε ο Γιάννος κι ο Γενίτσαρος, να πα’ να μάσετε λουλούδια, λουλούδια κι αγροστέφανα να στεφανώσετε τον Γιάννη και τη Μαριγώ». Τώρα αυτό το τραγουδάκι είναι. Και γυρίζουν όλο το χωριό, βγαίνουμε, τα καμαρώνουμε, τα χαιρόμαστε τα παιδάκια και καταλήγουν πάνω στην Άγιοι Ανάργυροι, είναι όμορφο το δάσος εκεί. Αυτά μια κομπανία μεγάλη γίνεται, η νυφούλα αυτή, έχει τα κορίτσια... Αυτό το τραγουδάκι το λένε άλλες που κάνουν αέρα, η άλλη κρατάει την ομπρέλα στη νύφη, οι άλλες δυο από δίπλα φυσάνε με τις βεντάλιες, και επειδή είναι μες στο καλοκαίρι και μετά εκεί κάθε οικογένεια, παίρνει τα φαγητά του, θα πάρει, θα στρώσει κάτω στο χώμα όμορφα τα χαλιά του, θα καθίσουν, θα βγάλουν τα φαγητά, τέτοια του κι εκεί γίνεται και χορός και τραγούδια και πολύ όμορφα.

Σ.Τ.:

Αυτό είναι του Κλήδονα είπαμε.

Ε.Γ.:

Αυτό είναι του Κλήδονα.

Σ.Τ.:

Σ’ αυτά τα έθιμα συμμετέχουν και οι Βλάχοι και οι υπόλοιποι που κατοικούν εδώ πέρα;

Ε.Γ.:

Κοίταξε...

Σ.Τ.:

Εκτός απ’ τους Στενημαχιώτες;

Ε.Γ.:

Τώρα, κάποτε ναι, κάποτε. Τώρα το χωριό μας, τόσο όμορφο χωριό, άρχισε και φθείρεται, δεν υπάρχει τόσα σπίτια, δεν υπάρχουν τόσος κόσμος. Τα παιδιά προτιμούν τις πόλεις, δεν ξέρω γιατί, αλλά παλιά εγώ, που ήμουν στην ηλικία τη δική μου, δεν ξεχωρίζαμε ποιος θα είναι στην παρέα μας –Βλάχος, Πόντιος, Σαρακατσάνος–, όλοι κλείναμε. Σοφία, «Θα γίνω, εγώ θα γίνω νύφη», έλεγες, «θέλω παρέα». «Εγώ, Σοφία, θα ρθώ[00:25:00] μ’ εσένα», κλίκες γινόταν έτσι; Τώρα, όμως, φέτος δεν έγινε καθόλου και λόγω κορονοϊού. Πέρσι είχε γίνει πολύ ωραία. Και μετά στο σχολείο γινόταν μια εκδήλωση, έχουμε τοπικό σύλλογο λαογραφικό κι εκεί γινόταν τραγούδια, χορός, ερχόταν μουσικές, πολύ ωραία κι εκεί ήτανε. Τα σουβλάκια ψηνόταν, ο κόσμος σε τραπέζια καθόμασταν να φάμε, να πιούμε και τα παιδιά πάλι χορεύανε, ντυνόταν και την παραδοσιακή τη θρακιώτικη στολή τους. Φέτος, όμως, δεν έγινε αυτό το πράγμα, λόγω κορονοϊού, δεν επιτρεπότανε. Άλλο κάτι να έχουμε, δεν έχουμε Σοφία, όχι αυτά είναι, σου τα είπα όλα.

Σ.Τ.:

Παρατηρείτε πάντως ότι δεν τα κάνουν όπως τα ’καναν παλιά και όσο τα ’καναν παλιά.

Ε.Γ.:

Ο Άγιος Τρύφωνας, εκτός το μοσχάρι, γίνεται πάρα πολύ ωραίο ο Άγιος Τρύφωνας. Πάρα πολύ ωραία.

Σ.Τ.:

Εννοώ οι νέοι δεν ασχολούνται τόσο πολύ όσο παλιότερα.

Ε.Γ.:

Όχι, και η επιτροπή που μπαίνουν ασχολούνται, δεν μπορώ να πω ότι δεν ασχολούνται. Το πανηγύρι μας το τιμούνε και πηγαίνουν, κι εκείνη τη μέρα δε θα παν και στη δουλειά τους. Ο Μπουτάρης εκείνη τη μέρα κλείνει, δε δουλεύει, τον τιμάει και ο Μπουτάρης. Ο Κυριάκος ο δικός μου καμιά ωρίτσα αν πεταχτεί. Αν είναι Σάββατο και Κυριακή έχει πολύ κόσμο, και η Νάουσα κατεβαίνει, τα χωριά όλα έρχονται εδώ. Θέλουν το πανηγύρι μας, γιατί έχει τζερτζελέ, λουκάνικα, κρασιά, κοτούλες, αυτά τα θέλει ο κόσμος, κατάλαβες;

Σ.Τ.:

Ναι.

Ε.Γ.:

Χορός... όμορφα είναι. Έχουμε πολύ μεγάλα υπόστεγα. Βρέχει, χιονίσει είναι καλυμμένος, δεν έχει και πάρα πολύ κρύο, το φράζουν και με νάιλον για να μπορεί ο κόσμος να κρατηθεί μέσα ώσπου να τελειώσει η λειτουργία.

Σ.Τ.:

Ωραία!

Ε.Γ.:

Ωραία.

Σ.Τ.:

Αυτά!

Ε.Γ.:

Πολύ όμορφα πράγματα, ναι, ναι, να μην τ’ αφήσουνε. Οι νέοι να ασχοληθούν μ’ αυτά και να μην τ’ αφήσουνε, είναι πολύ όμορφα. Μπορεί να τα βλέπουν τώρα παράξενα αυτά που ήρθαν από έξω. Τα ελληνικά είναι όλα όμορφα, να μην πάρουμε τα αμερικάνικα και τα χαζά τους, αυτά είναι πάρα πολύ όμορφα. Μαζεύονται πάνω αγόρια, κορίτσια, όμορφα, τι να σου πω τώρα, ντυμένα, στολισμένα, ποιος θα φορέσει τα καλά του τα ρούχα, πανηγύρι. Και ο χορός, γινόταν χορός και βλέπονταν και τ’ αγόρια και τα κορίτσια εκεί, ποια ήταν πιο όμορφη, ποιο παλικάρι πιο όμορφο, να πιαστούν απ’ τα χεράκια λίγο!

Σ.Τ.:

Ωραία χρόνια!

Ε.Γ.:

Ωραία χρόνια, ωραία. Εμένα μου θυμίζουνε όμορφα.

Σ.Τ.:

Ωραία, ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη!

Ε.Γ.:

Τίποτε, να ’σαι καλά!