Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
«Το σημείο που έχω τρακάρει, θα είναι η δική μου μικρή ιστορία»
Ενότητα 1
Βιογραφικά στοιχεία, το χρονικό του ατυχήματος και το νοσοκομείο
00:00:00 - 00:12:17
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Εγώ λέγομαι Μαρίνα Καζόλη, σήμερα είναι 20 Ιανουαρίου 2022 και είμαστε- '23. '23. Πήγε '23. Και είμαστε στο Ανδρ… δεν έχω και, είπα μπας και χάσω κάνα κιλό, αλλά μπα, τζάμπα, μόνο δυόμισι κιλά έχασα, τίποτα. Άστα να πάνε, δράμα. Αυτό, ναι, είναι δράμα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Περίοδος αποκατάστασης κι αποδοχή από το περιβάλλον
00:12:17 - 00:22:25
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πώς ήτανε η περίοδος αποκατάστασης; Η περίοδος αποκατάστασης. Όταν, στο νοσοκομείο πέρασα πάρα πολύ ωραία, όσο και αστείο και γελοίο να φαν…ει ούτε αυτός. Καμιά φορά ο άντρας μου αυτό μου λέει: «Ούτε ο Χάρος», μου λέει, «δεν σε ήθελε, φαντάσου», αναποδιά στην αναποδιά. Παρακαλώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Επικοινωνία με ομοιοπαθούντες και κρατική μέριμνα
00:22:25 - 00:25:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είπες πριν, όταν βρήκα μία κυρία, να- Να με βοηθήσει. Έψαξες, κάποιους άλλους ανθρώπους που έχουν πάθει κάτι αντίστοιχο- Ναι. Έτσι ώστε … γιατί όλοι μας, οι άλλοι, είμαστε όλοι εμείς. Κάποιος άλλος θα μας λέει κι εμάς άλλους. Οπότε πρέπει να λειτουργούμε, ομαδικά. Έτσι είναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Εργασία κι εθελοντισμός. Συμβουλές
00:25:58 - 00:34:50
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Στο κομμάτι της δουλειάς, πώς- Στη δουλειά τώρα. Κοίτα να δεις, εγώ είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει πάρα πολύ η δουλειά. Παθιάζεται με τ…τά, μετά. Θα σου πω μετά. Εντάξει! Εντάξει, έγινε. Καλό σου μεσημέρι- Ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ- Να είσαι καλά, αγάπη μου, να είσαι καλά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Εγώ λέγομαι Μαρίνα Καζόλη, σήμερα είναι 20 Ιανουαρίου 2022 και είμαστε-
'23.
'23. Πήγε '23. Και είμαστε στο Ανδρώνι της Λήμνου με τη Ράνια. Ράνια, θα μας πεις το όνομά σου;
Ράνια είναι το καλλιτεχνικό μου. Ναι. Σαρίδου Ουρανία. Είμαι γεννημένη 09/02/1971 στην Πτολεμαΐδα. Ποντιακής καταγωγής, γιατί πάντα πρέπει να το λέμε, την καταγωγή μας-
Α, ωραία, ωραία. Θέλεις να μας πεις λίγα πράγματα για σένα;
Θα ξεκινήσω πάλι με χιούμορ, γιατί ως συνήθως η αντιμετώπισή μου σε όλα είναι χιουμοριστικά. Κοίτα, είμαι πενήντα δύο χρονών. Έχω, μπορώ να πω αυτά τα βασικά, έχω δύο παιδιά-
Ναι.
Είκοσι πέντε και είκοσι ένα χρόνων. Πριν τρία χρόνια, αυτό που με σημάδεψε, δεν θα το πω ότι με σημάδεψε ακριβώς, σαν άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος που ήμουνα, ο άνθρωπος ο ίδιος παραμένω, ήταν ένα ατύχημα που είχα κι έχασα το χέρι μου. Το τραγικό ήταν τις ώρες που ήμουν εκεί, αλλά είχα γενικώς μια ζωή, έτσι ήρεμη και παραμένει φυσικά ήρεμη, δεν έχω κανένα πρόβλημα.
Θέλεις να μας πεις λίγα πράγματα για τη ζωή σου, πριν το ατύχημα;
Πριν το ατύχημα.
Και μετά να πιάσουμε-
Αχ, πάρα πολύ ωραία. Ήμουν στην Πτολεμαΐδα πρώτα. Μετά που γεννήθηκε ο γιος μου, ήρθαμε στη Λήμνο για πιο καλό, για πιο καλή ατμόσφαιρα και λόγω υγείας του γιου μου. Έχω κάνει πολλές δουλειές, η καλύτερη δουλειά που έχω κάνει είναι σε ενοικιάσεις αυτοκινήτων, η οποία μου έμαθε πάρα πολλά, μου έμαθε βασικά τους ανθρώπους. Και από πάντα αυτό που μου άρεσε εμένα, ήτανε να παρατηρώ τους ανθρώπους. Πώς είναι η συμπεριφορά τους με αυτόν, πώς είναι η συμπεριφορά τους με τους άλλους. Και μέσα από αυτό, βοήθησα τον εαυτό μου στο να ψυχολογήσω τον εαυτό μου και να ξέρω τι θέλω, παρατηρώντας τους ανθρώπους. Και φυσικά έτσι καταλαβαίνω ποιος μπορεί να μου πει ψέματα, ήταν μία ζωή όμως πολύ όμορφη, χαρούμενη και πάντα με γέλιο και πάντα σατίριζα τον εαυτό μου, γιατί αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου, για μένα, και η αγάπη προς τον άνθρωπο, όσο περίεργο και αν ακούγεται, γιατί δεν είναι επιφανειακό, πίστεψέ με, είναι αληθινό.
Πότε ήρθες στη Λήμνο;
Ήρθα, το '97 γεννήθηκε ο γιος μου, το 2000. Έχω είκοσι δύο χρόνια εδώ. Δεν μου έκανε αλλαγή, η αλλαγή δεν μου έκανε εντύπωση, δηλαδή και τώρα, αυτήν τη στιγμή, να μου πεις: «Πήγαινε να ζήσεις πάνω στο βουνό», θα βρω κάτι καλό πάνω στο βουνό, και θα επιβιώσω και θα μου αρέσει πάρα πολύ. Δηλαδή παντού θα είμαι ευτυχισμένη. Και τώρα να μου πεις: «Φύγε», έχω φύγει. Δεν είναι κάτι που με δένει, ή με τον τόπο, να πω ότι έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους, επικοινωνιακό και τέτοια, δηλαδή εδώ με δεχτήκανε πάρα πολύ εύκολα, αφού τον σύζυγό μου, δεν τον φωνάζουν το όνομά του, τον λένε «ο άντρας της Ουρανίας», αν και είναι Λημνιός. Πέρασα πάρα πολύ ωραία, με δέχτηκαν οι άνθρωποι και τους δέχτηκα κι εγώ, πολύ εύκολα. Γιατί μου αρέσει, μου αρέσουν οι άνθρωποι. Μέσα από τους ανθρώπους μαθαίνεις πολλά πράγματα, μαθαίνεις διάφορους χαρακτήρες, τις ιστορίες τους, που είναι πάρα πολύ σημαντικές οι ιστορίες τους. Να κάτσεις όμως και να τους ακούς, γιατί αυτό που έχω μάθει και παρατηρώ τους ανθρώπους, όλοι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη, κάποιον να τους ακούει. Όχι λέγοντας κάτι, να λέει: «Αχ, κι εγώ. Αχ, εγώ να δεις». Τον αφήνεις να πει την δικιά του ιστορία. Γιατί κάθε φορά, κάθε άνθρωπος, έχει τη δική του, ξεχωριστή ιστορία και ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Και μία ζωή μου άρεσαν οι άνθρωποι. Να παρατηρώ τους ανθρώπους. Τώρα θα μου πεις γιατί δεν έκανες το επάγγελμα του ψυχολόγου; Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα. Αλλά και τώρα, δεν, τζάμπα συνεδρίες κάνω. Με τους φίλους των παιδιών μου. Δηλαδή και με του γιου μου και με της κόρης μου, οι φίλοι τους, κι ακόμα και τώρα, θα με πάρουν τηλέφωνο να με συμβουλευτούν, όταν είχαν προβλήματα οικογενειακά, θα ερχόντουσαν και θα προσπαθούσα να τους τα λύσω εγώ. Μου αρέσει όλο αυτό το επικοινωνιακό. Δηλαδή εμένα άμα με βάλεις να μην επικοινωνώ, έστω με τα ζώα, έστω, δεν μπορώ, θα τρελαθώ, δηλαδή, ναι. Αλλά φυσικά, υπάρχουν στιγμές που θέλω τον χρόνο μου και τον χώρο μου, για να επανέλθω, για να κάνω επανεκκίνηση. Γιατί δεν είναι όλοι, με όλη συνέχεια τριαλαλό και τραλαλά. Υπάρχουν στιγμές που καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ, τραβιέμαι λίγο πίσω, παίρνω τον χώρο μου και τον χρόνο μου και ξανακάνω επανεκκίνηση.
Ήσουν πάντα δηλαδή, θετικός άνθρωπος.
Πάντα, πάντα. Δηλαδή, από οτιδήποτε, αυτό που με έμαθε ο μπαμπάς μου. Και βασικά αυτό που λέω πάντα ότι, είμαστε, αυτό που μας έχουνε μάθει. Κουβαλάμε την παιδική μας ηλικία. Όχι την εφηβεία μας, την παιδική μας ηλικία. Αυτό που έλεγε ο μπαμπάς μου, και τώρα κόλλησε το μυαλό μου, από τα εγκεφαλικά είναι, μην δίνετε σημασία, από οτιδήποτε άσχημο, βγαίνει πάντα κάτι θετικό. Από οτιδήποτε άσχημο, θα το σκέφτεσαι και θα βλέπεις το θετικό. Πάντα κάτι βγαίνει θετικό. Οπότε θα κρατάς το θετικό σαν σανίδα σωτηρίας. Γιατί πάντα υπάρχει σανίδα σωτηρίας. Δηλαδή, πέθανε ο μπαμπάς μου και ήμασταν παρέα έξω και γελούσα και θυμόμουν τον μπαμπά μου, όλα τα καλά του. Δηλαδή γιατί πρέπει να μιζεριάσουμε; Έφυγε, ήρθε η ώρα του να φύγει, ήταν χαρούμενος άνθρωπος, έτσι ήθελε να τον τιμήσω και έτσι θα τον τιμώ πάντα. Είναι, από οτιδήποτε, από οτιδήποτε άσχημο, αν το καλοσκεφτεί κάποιος, πάντα βγαίνει κάτι θετικό.
[00:05:00]Σε αυτό το άσχημο που σου συνέβη, πάμε λίγο εκεί. Θέλεις να μου δώσεις ένα χρονικό του ατυχήματος;
Αχ, ναι, μου αρέσει να μιλάω για αυτό και τώρα αν το διακωμωδήσω, δεν πειράζει, αλλά έτσι το βλέπω εγώ. Σχόλασα από τη δουλειά, γιατί δούλευα σε κουζίνα 2:30 η ώρα το βράδυ και ήταν να πάω να πάρω τον σύζυγό μου από ένα κλαμπ που είχε βγει έξω, γιατί έχει πιει. Κι επειδή είχα ακόμη περιθώριο, λέω ας κάνω μία βόλτα στον περιφερειακό, εκεί για κάποιον λόγο έφυγε το αυτοκίνητο από την πορεία του, και έπεσε σε χαντάκι, το οποίο στηριζόταν σε κάτι σίδερα. Τέλος πάντων, πέφτει το αυτοκίνητο στο χαντάκι μαχαίρι και κόβεται το χέρι μου, με πολλή δυσκολία, πολύ γερό δέρμα, πολλή ελαστικότητα μιλάμε, για αυτό δεν έχω και ραγάδες. Κόβεται το χέρι μου, μένει πάνω το χέρι μου και πέφτω με το αυτοκίνητο εγώ κάτω. Προσπαθώ να βγω από το αυτοκίνητο, κολλάω, έχω χάσει τον προσανατολισμό μου, κολλάω μες στις λάσπες, σφηνώνομαι μέσα στις λάσπες, ήταν η πιο κρύα νύχτα του χειμώνα εκείνη την ημέρα, έβρεχε και πάρα πολύ, έσπασε ο σωλήνας του δήμου με κρύο νερό κι έπεφτε πάνω μου, πάρα πολύ ωραία, καταπληκτικά, καταπληκτικά, δεν μπορώ να πω. Αλλά για καλή μου τύχη, μετά από τρεις ώρες, άντεξα τρεις ώρες με κομμένο το χέρι, τρεισήμισι, πέρασε ένα αυτοκίνητο του Δήμου, ήταν ένα μαύρο αυτοκίνητο, σταματήσανε, αλλά ευτυχώς είχα τις αισθήσεις μου ακόμα κι άρχισα να φωνάζω: «Βοήθεια, γρήγορα, το χέρι μου», εντάξει, με βρήκανε. Το κακό, κακό; Τέλος πάντων, σιγά. Ήταν να γίνει, από το ασθενοφόρο, από τον πανικό τους και από όλα αυτά, ξεχάσανε να πάρουν το χέρι μου, που ήταν, κείτονταν παράμερα, και το βάλανε οι άνθρωποι από τον Δήμο, σε μία σακούλα μαύρη και το πήγαν στο νοσοκομείο, οπότε και να σωθεί, τέλος πάντων. Με έκαναν εδώ, δεν μπορώ να πω, τα καλύτερα, με πήραν Θεσσαλονίκη, που έπεσα σε πάρα πολύ καλούς γιατρούς και ανθρώπους. Γιατί εμένα δεν με ενδιαφέρει, πόσα πτυχία έχει ο άλλος, με ενδιαφέρει η ψυχή του ανθρώπου, γιατί αν δεν έχεις ψυχή και καρδιά για μένα δεν μετράνε τα πτυχία. Δέκα ώρες χειρουργείο, προσπάθησαν να το συγκολλήσουνε, αλλά δεν, και μετά θα μου το κόψανε. Αλλά πέρασα πάρα πολύ ωραία στο νοσοκομείο. Το λέω δηλαδή ότι πέρασα πάρα πολύ ωραία στο νοσοκομείο και γελάνε. Πέρασα πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Δηλαδή, κι έχω ακόμα σχέσεις, αφού να φανταστείς, όταν συνήλθα από την εντατική, όταν βγήκα κι όλα αυτά, ήρθε ο γιατρός, με πιάνει στον ώμο μου λέει: «Θηρίο μου, να σε πω κάτι», πιάνω το χέρι μου εγώ, λέω: «Εντάξει, κόπηκε το χέρι μου, έχεις να μου πεις κάτι άλλο;», λέει: «Πρέπει να το συζητήσουμε», λέω: «Άσε με να βγω να πιώ έναν καφέ, δεν μπορώ, θέλω να πιώ καφέ». «Μα, βρε αγάπη μου, θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι σημαντικό», λέω: «Κόπηκε το χέρι μου, δεν θα κάνω σαν τον Βουτσά, δεν έχω θείο, καρδιά μου, εγώ θα λέω δεν έχω χέρι, καρδιά μου, δεν έχω χέρι, τελείωσε. Θα ξανακολλήσει άμα κλάψω;», μου λέει: «Όχι». «Θα ξανακολλήσει άμα τσιρίζω και χτυπιέμαι;», μου λέει: «Όχι». «Ε, ωραία, άσε με να πάω να βγω, να πάω να πιώ καφέ». Ο άνθρωπος λέει: «Αυτή δεν είναι καλά, δεν υπάρχει περίπτωση». Έφερε έναν ψυχίατρο. Τον καημένο τον Γιώργο. Έρχεται μέσα, μου λέει, με ρώτησε αν έχω προβλήματα και όλα αυτά, λέω: «Όχι», και τέτοια, λέει: «Μήπως έχεις τάσεις αυτοκτονίας;». Και του λέω: «Άντε, να σου πω ότι εγώ είχα τάσεις αυτοκτονίας, θα πήγαινα μέσα στο χαντάκι, βραδιάτικα; Δεν θα πήγαινα στον Άγιο Νικόλαο, ψηλά-ψηλά, είναι ο Άγιος Νικόλαος, να έκανα μία θεαματική έξοδο, ένα κάτι;». Τέλος πάντων, μου λέει, λέει, τους λέει τους έξω όλους που ήτανε: «Μία χαρά είναι, σας δουλεύει κανονικότατα, αφήστε την να βγει για καφέ. Δεν χρήζει ψυχιατρικής, τέτοιας». Δεν, όχι, δεν πήρα κανένα χάπι. Δηλαδή και μετά που γύρισα στη Λήμνο, μου είπανε ότι πρέπει να πάω ξανά σε ψυχίατρο, για να βεβαιώσει ότι δεν, ότι είμαι καλά. Αλλά ήμουν μία χαρά, δεν χρειάζομαι. Δηλαδή, σκέφτηκα, δεν έχω χέρι. Το μόνο πράγμα που με ενόχλησε λίγο στην αρχή, ήταν ότι δεν μπορούσα να αγκαλιάσω τα παιδιά μου και με τα δύο τα χέρια μου. Πράγμα, όχι ότι δεν θα μπορώ να, τίποτα. Το μόνο που δεν θα αγκαλιάζω τα παιδιά μου, με τα δύο μου τα χέρια. Αυτό μόνο. Δεν έκλαψα ποτέ. Δεν είπα: «Γιατί σ' εμένα, Θεέ μου;», το θεωρώ τη χειρότερη, το χειρότερο που μπορείς να ευχηθείς. Δηλαδή, να μην τύχει σε εσένα, να τύχει σε κάποιον άλλον; Όχι, είμαι ζωντανή, δεν-. Και είπα ότι, με τον εαυτό μου όταν μιλούσα, έλεγα: «Θα κάνεις τα πράγματα, όπως ακριβώς τα έκανες. Δε θα πάρεις χέρι, να βάλω πρόσθετο μέλος, θα κάνεις τα πράγματα όπως τα έκανες. Δεν θα αλλάξεις κάτι στο σπίτι σου, θα τα κάνεις όπως τα έκανες. Δε θα πάρεις άλλο αυτοκίνητο, θα-». Δηλαδή, και τα πάντα, τα έκανα, όπως ακριβώς τα έκανα κι έχω φτάσει στο σημείο δηλαδή που κάνω τα πάντα. Κεντάω, πλέκω, κάνω, ράνω, σηκώνω βάρη, δηλαδή δεν έχω θέμα, όχι. Είμαι καλά. Είμαι πολύ καλά. Δεν αφήνω τίποτα να με πτοήσει.
Πριν περάσουμε στο, μετά το ατύχημα, εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη στιγμή που μου είπες ότι περίμενες τρεις ώρες. Μπορούσες να καταλάβεις; Πώς ένιωθες δηλαδή; Πώς ήταν, πώς μπορείς να περιγράψεις εκείνες τις στιγμές;
Κοίτα να δεις, το είχα καταλάβει ότι το χέρι μου, γιατί το κόκκαλο είχε φύγει, είχε κοπεί, δεν είχε κοπεί ομοιόμορφα, το κόκαλο τριβόταν στο τσιμέντο και, εντάξει, ο πόνος ήταν... Δεν βαριέσαι, ένα χτυπηματάκι ήταν, πάρα πολύ. Φυσικά ήτανε ώρες που λιποθυμούσα και ξανασυνερχόμουν. Επειδή εγώ πιστεύω πολύ στην Αγία Παρασκευή, την έχω προστάτιδά μου, κάποια στιγμή φώναζα, γιατί φώναζα εκεί, και δεν με άκουγε κανένας, γιατί ήταν στην ερημιά. Μόνο ένα σκυλί γάβγιζε συνέχεια, που ήταν, υπήρχε ένα μαγαζί εκεί κοντά, κι επειδή έβρεχε πολύ, ο άνθρωπος δεν βγήκε έξω να δει γιατί γαβγίζει το σκυλί. Αλλά [00:10:00]εγώ φώναζα και τσίριζα. Και είδα σαν όραμα τώρα, γιατί το είχα ανάγκη; Τέλος πάντων, την Αγία Παρασκευή, και μου λέει ότι: «Μην ανησυχείς, όλα καλά θα πάνε, πίστεψέ τον εαυτό σου». Έπεφτα μες στις λάσπες, πήγαινα να σηκωθώ, έπεφτα. Μετά πήγα λίγο κάτω από το αμάξι για να προφυλαχτώ από τη βροχή. Πονούσα. Πονούσα. Αλλά μετά από κάποια στιγμή και μετά, προφανώς είχε παγώσει, είχε κάνει. Ήταν τραυματικές εκείνες οι… Αλλά σκεφτόμουνα μόνο να είμαι ζωντανή, γιατί δεν θα άντεχαν τα παιδιά μου χωρίς εμένα. Και το ξέρω ότι δεν θα άντεχαν. Θα μου πεις ποιο παιδί αντέχει χωρίς τη μάνα του; Επειδή τα έχω μεγαλώσει κι αυτά με ψυχή και με καρδιά και με όλα αυτά, και, τέλος πάντων, δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς τα παιδιά μου κι έλεγα: «Όχι, Ουρανία, θα ζήσεις, θα ζήσεις, τα παιδιά σου σε χρειάζονται», αυτό. Γιατί βασικά άνθρωπος που κόβει τέτοια αρτηρία, τρεις ώρες είναι πάρα πολύ. Πάρα πολύ κι έπρεπε να είχα πεθάνει. Αφού οι γιατροί εδώ δεν περίμεναν να ζήσω, περίμεναν να πεθάνω. Αλλά μπα, σιγά μην τους κάνω το χατίρι, μπριτς. Το δικό μου θα γίνει.
Το κρύο πιστεύεις ότι βοήθησε;
Όχι, όχι.
Σου είπαν αργότερα τι, για ποιον λόγο-
Ο γιατρός εδώ, είπε ότι είχε κρύο και ίσως. Αλλά ο γιατρός μου στη Θεσσαλονίκη, αυτός ο [Δ.Α.], μου είπε επειδή το χέρι μου, έτσι όπως έχει κοπεί, είχε μείνει πολύ δέρμα και το δέρμα ήρθε και κάλυψε την πληγή και δημιουργήθηκε σαν αιμοστατικό. Αλλά και πάλι ήταν κομμένη η κεντρική αρτηρία. Και πάλι, για αυτό με λέει: «Θαύμα και θηρίο». Ό,τι και να γινόταν, δεν-. Αν αργούσαν λίγο ακόμα να με βρουν, θα πέθαινα από το κρύο. Θα πέθαινα, μισή ώρα, ας πούμε, ακόμη, θα πέθαινα κι από το κρύο και από την αιμορραγία. Όταν με βρήκανε, ήμουνα μαύρη, μελανιασμένη, γιατί, φανταστείτε τώρα να βρέχει, να κάνει την πιο κρύα μέρα του χειμώνα, να τρέχει και ο σωλήνας με το νερό πάνω μου, που κόντεψα να πνιγώ, δηλαδή το κεφάλι μου το είχα έξω, κάποια στιγμή, γιατί η λάσπη και το νερό, ερχόντουσαν προς τα μένα και δεν μπορούσα να βγω, γιατί ήταν η λάσπη τόσο πολλή που είχα κολλήσει. Αν δεν με βρίσκανε, στο μισάωρο θα είχα διαβεί. Οπότε τι να σκεφτώ, δηλαδή τι να σκεφτώ, να σκεφτώ αρνητικά, δεν μπορώ. Δηλαδή δεν, το θεωρώ αμαρτία να σκεφτώ αρνητικά. Όχι. Σιγά, δεν έχω και, είπα μπας και χάσω κάνα κιλό, αλλά μπα, τζάμπα, μόνο δυόμισι κιλά έχασα, τίποτα. Άστα να πάνε, δράμα. Αυτό, ναι, είναι δράμα.
Πώς ήτανε η περίοδος αποκατάστασης;
Η περίοδος αποκατάστασης. Όταν, στο νοσοκομείο πέρασα πάρα πολύ ωραία, όσο και αστείο και γελοίο να φανεί. Φυσικά οι διπλανοί μου δεν πέρασαν πολύ ωραία, γιατί και τους φώναζα κι έβριζα κι έβλεπα οράματα, έβλεπα μαϊμούδες, έβλεπα παπαγάλους, έβλεπα χίλια δυο, δεν ήξερα ότι ήμουνα στη Θεσσαλονίκη, έλεγα διάφορα, τέλος πάντων. Όταν άρχισα να γίνομαι καλά, λέω ότι: «Το μόνο πράγμα που δεν θα κάνεις όταν πας στη Λήμνο, να περπατάς με σκυφτό το κεφάλι. Το κεφάλι θα το έχεις ψηλά, δεν θα αφήσεις σε κανέναν το δικαίωμα να σε λυπηθεί, σε κανέναν. Όπως ήσουν, θα είσαι, και τις δυσκολίες θα τις αντιμετωπίσεις». Τον πρώτο καιρό, εντάξει, επειδή, εν τω μεταξύ και ακόμα πονάω απ' το φάντασμα, αλλά αυτό είναι άλλο σκέλος, πονούσα πάρα πολύ, δεν μπορούσα. Αλλά μετά, σιγά-σιγά, ας πούμε, έκανα πράγματα. Μου έλεγαν όλοι για πρόσθετο μέλος, δεν ήθελα να βάλω πρόσθετο μέλος. Ο κόσμος στην αρχή, ξέρεις, επειδή ήμουνα πολύ δραστήριο άτομο κι ανακατευόμουν με πάρα πολλά, έλεγαν όλοι ότι δεν θα το αντέξω, ότι αυτό θα με καταρρακώσει. Όχι. Προσπαθούσα. Αφού το σπίτι μου είναι λίγο μακριά και μου έλεγαν, ας πούμε, ο γιατρός μου έλεγε: «Μην κατεβαίνεις με τα πόδια, γιατί, επειδή έχασες το χέρι σου, χάνεις το κέντρο ισορροπίας σου. Και είναι σαν να ξαναμαθαίνεις να περπατάς από την αρχή». Για να κατέβω κάτω, έκανα και δύο ώρες. Ζαλιζόμουν, πήγαινα να πέσω, στηριζόμουν. Έλεγα: «Όχι, δεν θα γίνει το δικό σου, θα γίνει το δικό μου, θα προσπαθήσω». Και σιγά-σιγά, προσπάθησα. Γιατί τι λέω τώρα, που, ένας. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, η οικογένειά μου, έτσι; Αλλά, εννοείται, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί ο άλλος να καταλάβει απόλυτα αυτό που θέλεις. Δηλαδή δεν μπορεί να καταλάβει ότι δεν μπορείς να σηκώσεις το παντελόνι σου, κι από τη μία και από την άλλη. Και το ότι δεν ήθελα να τους, ούτε να τους στεναχωρήσω ούτε να δείξω ότι δεν μπορώ και προσπαθούσα μόνη μου, αυτό με βοήθησε να μάθω κι άλλα πράγματα. Δηλαδή μέσα σε δύο μήνες καθάριζα τις πατάτες και τα πορτοκάλια σαν να μην ήταν τίποτα. Δεν φώναξα γυναίκα να μου καθαρίσει το σπίτι. Εντάξει; Το καθαρίζω και τώρα δηλαδή ακόμα, που κάνω δουλειές, δεν μου λείπει το άλλο το χέρι. Αισθάνομαι ότι έχω δύο χέρια. Δεν, όχι, είμαι πάρα πολύ καλά. Ναι, αυτό. Όχι. Μόνο το φάντασμα που με ενοχλεί, που με ενοχλεί πάρα πολύ όμως.
Τι φάντασμα είναι αυτό;
Είναι το μέλος που λείπει, αυτό λέγεται «μέλος φάντασμα», και έχει μείνει στο σημείο που μου το έχουνε ράψει και πονάει. Θα σου πω ένα περιστατικό, συγγνώμη λίγο. Τις προάλλες με πονούσε πάρα πολύ όμως, πάρα πολύ, έκλαιγα από τον πόνο. Και πάω στο νοσοκομείο. Μου λέει η κοπέλα: «Τι έχεις;», λέω: «Το χέρι μου, δεν μπορώ, πονάω πολύ». «Πάμε να σου το βγάλουμε ακτινογραφία». Τι να την πω τώρα, ότι με πονάει το κομμένο το χέρι; Ποιο χέρι να βγάλω ακτινογραφία; Ότι με πονάνε τα δάχτυλα; Ότι σπάσανε τα δάχτυλά μου; Και λέω: «Όχι», λέω, ας πούμε, «θέλω να μου κάνεις μία ένεση κάτι». Μου λέει: «Πάμε να βγάλουμε ακτίνες». «Βρε αγάπη μου γλυκιά, πού να βγάλεις [00:15:00]ακτίνες, στο χέρι που δεν υπάρχει;». Αλλά αυτή η συμπεριφορά μου κάνει τους άλλους, να μην βλέπουν για το χέρι μου. Όταν είχα πάει για μια επέμβαση πάλι, πολύ έτσι μικρή, απλή, με κοντομάνικο, φαινόταν το χέρι που μου λείπει, μου λέει η νοσοκόμα: «Δώσε μου το αριστερό το χέρι γιατί, δεν μπορώ να βρω φλέβα στο δεξί, φλέβα». Λέω: «Δεν μπορείς, αγάπη μου, να βρεις φλέβα στο αριστερό, δεν θα βρεις φλέβα», εγώ να γελάω. Μου λέει: «Μα, θα μου μάθεις τη δουλειά μου; Δώσε μου το αριστερό το χέρι, γιατί δεν μπορώ να βρω…», «Βρε αγάπη μου γλυκιά, δεν θα βρεις φλέβα στο αριστερό», να λέω εγώ, αυτή να επιμένει. Της λέω: «Εντάξει, άμα θα βρεις φλέβα εσύ, εγώ τι να σου πω;». Και μετά μου λέει: «Ωχ, δεν το είδα». Η συμπεριφορά μου όλη αυτή δεν σου δείχνει το χέρι. Όχι, Όχι.
Πρακτικά υπάρχει κάτι, που δεν μπορείς να κάνεις, από αυτά που έκανες πριν;
Πρακτικά. Κάτσε να σκεφτώ. Οδηγάω; Οδηγάω. Κεντάω; Κεντάω. Πλέκω; Πλέκω. Κάνω γενική; Άνετα. Κουβαλάς αυτά που είναι να κουβαλήσεις, τα βαριά; Αφού μέχρι και μια συρταριέρα μεγάλη, θα βρεις τρόπο, πάντα υπάρχει τρόπος. Θα βγάλεις συρτάρι, θα το πιάσεις, δηλαδή, υπάρχει πάντα τρόπος. Και τώρα είναι ακόμη ένας κύριος που έχει κι αυτός ακρωτηριασμένο χέρι και θέλουμε να ανεβάζουμε βιντεάκια στο YouTube για ανθρώπους που έχουν πρόβλημα στο χέρι. Δηλαδή κι εγώ όταν έπαθα το ατύχημα, έψαχνα συνέχεια μήπως βρω βίντεο να με βοηθήσουν για το πώς, ας πούμε, θα δένω τα κορδόνια. Αυτό που με στεναχώρησε όσον αφορά τα κορδόνια τώρα, άμα επιτρέπεται να πω, ήτανε μία κυρία που όντως είχε κομμένη την παλάμη, δεν είχε παλάμη, και την πήρα τηλέφωνο να με βοηθήσει, για το πώς θα δένω τα κορδόνια. Πρόβλημά μου θα μου πεις, όλα τα προβλήματα τα είχες λύσει, τα κορδόνια σε μάραναν; Ναι. Η οποία δεν με βοήθησε. Δηλαδή, εδώ στη Λήμνο αυτό που με στενοχωρεί και αυτό που είπα ότι: «Φτάνει, μέχρι εδώ ήταν», ότι την αναπηρία τους την κρύβανε. Εγώ ήθελα να τη δείξω. Δηλαδή και χειμώνα θα κυκλοφορήσω με κοντομάνικα. Τα παιδάκια που με έβλεπαν στην αρχή περίεργα, τώρα το βλέπουν φυσιολογικό. Δηλαδή όλο αυτό για κάποιους είναι ανούσιο, αλλά για μένα ήταν πολύ σημαντικό, ότι θα με δει ένα παιδάκι και δεν θα τρομάξει, να με κοιτάξει περίεργα, θα το θεωρήσει φυσιολογικό. Γιατί οι άνθρωποι πρέπει να κρύψουν τις αναπηρίες τους; Όχι. Οι αναπηρίες είναι για να φαίνονται. Δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο που πρέπει να ντρεπόμαστε, να αισθανόμαστε άσχημα. Όχι.
Σε αντιμετώπισε κανείς περίεργα; Ή-
Περίεργα-
Με ποιον τρόπο δηλαδή σε αντιμετώπισαν στην αρχή;
Αχ, στην αρχή, αχ, περίμενε. Κατέβηκα κάτω, να το πάρω έτσι με τη σειρά. Εγώ χιουμοριστικά πάντα κορόιδευα τον εαυτό μου, ξέρω εγώ, με κοιτούσαν, επειδή δεν ξέρανε, πώς θα ήμουνα, η αντίδρασή μου, δηλαδή θα ήμουνα λυπημένη, θα ήμουνα τέτοιο, διστάζανε να μου μιλήσουνε στην αρχή, τους έβλεπα, ο ένας κοιτούσε από 'κεί, ο άλλος έκανε ότι έκανε κάτι. Πολύ γέλιο, γελάω με αυτά. Πήγα στο καφέ που πάω, στη Βίκυ, και μπήκα μέσα, πήγα να καθίσω κάπου, δεν μπορούσα, γιατί ζαλιζόμουνα, ακόμα δηλαδή, για δύο χρόνια ζαλιζόμουνα, στην αρχή ήταν όλοι διστακτικοί, έτσι ξέρω 'γώ, μετά όμως, όταν άρχιζα πλέον να διακωμωδώ τον εαυτό μου, μετά από λίγο καιρό κι αυτοί, άρχιζαν και διακωμωδούσαν. Δηλαδή τις προάλλες ας πούμε, ο ένας μου λέει: «Βρήκα δουλειά, τι θα κάνεις». «Τι δουλειά;», «Τον κουλοχέρη». Κατάλαβες δηλαδή; Φοβερό; Αλλά πρώτα εγώ διακωμωδούσα τον εαυτό μου και μετά και οι άλλοι και οπότε είμαι μια χαρά, όχι είμαι πάρα πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά. Ποτέ δεν έχω κλάψει. Να πω: «Αχ, το…», ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ.
Θα σε ρωτήσω κάτι, αν θέλεις μου απαντάς. Ε-
Πώς είμαι τόσο όμορφη;
Και αυτό.
Α!
Τα παιδιά σου πώς αντέδρασαν;
Αχ, τα παιδιά μου. Όταν ήρθαν τα παιδιά μου Θεσσαλονίκη, μόλις είχα βγει από την εντατική, την κόρη μου επειδή την έλεγα να με αφήσει να βγω έξω, δεν με άφηνε κι έβλεπα, είχε, ήταν μαζί ο νονός της, αλλά εγώ νόμιζα ότι ήταν κάποιος άλλος και την φώναζα, η καημένη φοβόταν. Βασικά γενικώς φοβόταν, με φοβόταν, κι έκανε πίσω, δηλαδή δεν μπορούσε να με, ακόμα και τώρα δεν πιάνει το χέρι μου, η κόρη μου. Ο γιος μου, επειδή με ξέρει ότι με τη μουσική ηρεμώ, μου έβαζε μουσική, αλλά είναι αυτός που το διακωμωδεί από την αρχή και το πήρε πιο θετικά από όλους, πιο θετικά από την άποψη: «Έχω τη μαμά μου. Δεν με νοιάζει για το χέρι της. Έχω τη μαμά μου». Η κόρη μου, τώρα άρχισε να το συνειδητοποιεί. Δηλαδή, έλεγα ότι είμαι ΑμεΑ και ανάπηρη και δεν μπορούσε να το δεχτεί. Δεν ξέρω γιατί, νομίζει ότι έχανα τις δυνάμεις μου, ότι αποκλείεται η δικιά μου η μαμά. Όταν είδε και κατάλαβε ότι η μαμά της είναι το ίδιο πράγμα, δηλαδή πάω στα ΙΕΚ, πάω στον εθελοντισμό, κάνω πράγματα, πάω στη δουλειά μου, σου λέει: «Η μαμά μου, είναι η μαμά μου». Οπότε τώρα δεν έχει πρόβλημα. Ο άντρας μου το, πολλές φορές το ξεχνάει, όπως οι περισσότεροι, και λέω καμιά φορά, ξέρω 'γώ, θέλω να σηκώσω κάτι, λέω: «Έλα λίγο να με βοηθήσεις», «Αμάν, δύο χέρια σου έδωσε ο Θεός, ξέρω 'γώ, σήκωσέ το». «Βρε, δύο χέρια μου έδωσε ο Θεός», του λέω, «αλλά… Εσένα δεν σου έδωσε μυαλό, π.χ., δεν-». Όχι, όχι, η κόρη μου ήταν λίγο, αλλά, στην αρχή δεν ήθελε να με βλέπει, γιατί, με άκουγε που σπάραζα από τους πόνους, σπάραζα όμως, γιατί σπάραζα από τους πόνους και στεναχωριόταν, τη στεναχώρια της δεν μπορούσε να τη δεχτεί, αλλά τώρα όλα καλά.
Πιστεύεις ότι το ατύχημα σε έκανε να κερδίσεις κάτι σαν [00:20:00]χαρακτήρας; Να ανακαλύψεις μια καινούργια δύναμη, ας πούμε;
Να σου πω τώρα την αλήθεια. Τώρα αν πω: «Όχι», θα φανώ ψυχρή και τέτοιο; Όχι, γιατί ο χαρακτήρας που ήμουνα, ο θετικός, ο χαρακτήρας είμαι. Δηλαδή, δεν είναι μετά το ατύχημα και λέω: «Αχ, δόξα τω Θεώ», δηλαδή πάντα έλεγα, πάντα με ενδιέφερε, η ψυχή, ξέρεις, δεν, δεν είπα: «Αχ», όχι, όχι. Μπορεί να φανεί γαϊδουριά αυτό που θα πω, αλλά, όχι. Την ίδια δύναμη που αισθανόμουν, την ίδια δύναμη αισθάνομαι, γιατί τα πράγματα που πίστευα, τα πράγματα τα ίδια πιστεύω κιόλας. Απλά, ίσως, μπορώ, αν και πάλι το έκανα, δηλαδή προσπαθώ να βρω λόγους που δεν είναι ίδιοι, ότι μπορώ να μπω στη θέση του άλλου, αλλά δεν, δηλαδή πάντα βοηθούσα τον κόσμο, δεν έμεινα ανάπηρη και βοηθάω τον κόσμο. Δηλαδή, ποτέ δεν πάρκαρα σε θέσεις ΑμεΑ, και αν θα δω κάποιον που θα παρκάρει σε θέσεις ΑμεΑ, μπορεί να κάνω και φασαρία. Πάντα το έκανα αυτό. Σεβόμουν τους ανθρώπους, πάντα το έκανα αυτό. Οπότε δεν έχει αλλάξει κάτι. Δεν έχει αλλάξει τίποτα, πραγματικά. Δηλαδή λείπει ένα χέρι, μείον δυόμισι κιλά, αλλά πάλι έφτασα στα καλά, δεν τα άφησα εγώ να χαθούνε, όχι.
Γύρισες ποτέ στον τόπο του ατυχήματος;
Με το που ήρθα, το πρώτο πράγμα που είπα, να σταματήσουμε στο μέρος του ατυχήματος, είδα τις μπάρες που ήταν κάτω, είχε ακόμα γυαλιά μέσα στο χαντάκι, αυτό. Και πήγα φυσικά να δω το αυτοκίνητο, πώς ήταν, σε τι κατάσταση, όντως με βοήθησε. Δηλαδή ο ουρανός, είχε σπάσει η κολώνα κι είχε, πώς γλύτωσε το κεφάλι μου και δεν άνοιξε στη μέση, πώς βγήκα από εκεί, πραγματικά ήτανε τεράστιο. Δηλαδή ήταν όλα σπασμένα, έπρεπε να βάλω τα πόδια μου να σηκωθώ, να βάλω τα πόδια μου στην ταχύτητα, ήταν πολύς κόπος, αλλά ήταν… Το θεωρούσα δικό μου κομμάτι. Δηλαδή αυτό το σημείο που έχω τρακάρει, θα είναι το δικό μου κομμάτι. Θα είναι η δική μου μικρή ιστορία. Δηλαδή πολλές φορές περνάω και κάθομαι και το κοιτάω. Κάθομαι, πίνω τον καφέ μου και κάθομαι και το κοιτάω. Γιατί είναι, θα πω κάτι… Είχα ένα μηχανάκι και το, όταν το είχα πάρει, είκοσι πέντε χρόνια, τον έβγαλα «Χαρούλη». Και μου λέγαν όλοι: «Τι Χάρο και Χάρο τον έχεις βγάλει;», λέω: «Χάρο, γιατί όταν θα έρθει να με πάρει ο Χάρος θα του πω: "Έλα βρε, τόσα χρόνια είχα…"», δηλαδή καμιά φορά λέω: «Κοίτα να δεις πως έρχονται τα πράγματα». Χαρούλης, Χαρούλης, μου την έκανε τη χάρη ο Χαρούλης, δεν με θέλει ούτε αυτός. Καμιά φορά ο άντρας μου αυτό μου λέει: «Ούτε ο Χάρος», μου λέει, «δεν σε ήθελε, φαντάσου», αναποδιά στην αναποδιά. Παρακαλώ.
Είπες πριν, όταν βρήκα μία κυρία, να-
Να με βοηθήσει.
Έψαξες, κάποιους άλλους ανθρώπους που έχουν πάθει κάτι αντίστοιχο-
Ναι.
Έτσι ώστε να ανταλλάξετε πληροφορίες.
Να μου πουν πράγματα, γιατί ήμουνα καινούργια, δεν ήξερα, ας πούμε, πώς να χειριστώ, πώς να πλένω το ποτήρι, πώς να πάρω την κατσαρόλα από το τέτοιο, γιατί, εντάξει, με το χέρι το ένα δεν μπορείς, πολλά πράγματα. Και βρήκα μία, δηλαδή εμένα το θέμα μου ήταν θα μου πεις τα κορδόνια μου, για τις αρβύλες, γιατί φοράω αρβύλες και ήταν το θέμα μου τα κορδόνια μου. Την πήρα δύο φορές τηλέφωνο, την είπα: «Σε παρακαλώ, θέλω να μου δείξεις πώς δένουν τα κορδόνια», δεν με βοήθησε. Βρήκα μέσω του Facebook μία ομάδα που είναι, βρήκα δύο άτομα που όντως είχανε, είχαν το ίδιο πρόβλημα με μένα, το ένα το παλικάρι έρχεται, κάνει καταδύσεις στη Λήμνο, δηλαδή είναι δραστήριος. Και η άλλη η κοπέλα, εκείνη πονάει πάρα πολύ, γιατί της έκαναν ζημιά οι γιατροί, είδες τελικά πόσο ρόλο παίζουν οι γιατροί; Της κόψανε νεύρα κι ακόμα και τώρα ταλαιπωρείται μόνο με ενέσεις και με τέτοια, δεν σταματάει λεπτό. Το ένα το παλικάρι, ήταν λίγο, εντάξει, σαν άντρας τώρα λίγο πιο τέτοιος, πιο περίεργος. Αυτός μου είπε για το πρόσθετο μέλος, μου λέει ότι: «Εγώ προσπάθησα να βάλω, αλλά το ξαναπέταξα, γιατί δεν με βόλευε καθόλου», δεν βολεύει. Και η άλλη κοπελιά το ίδιο, δηλαδή. Και μία άλλη ακόμα που μίλησα κι εκείνη με βοήθησε πάρα πολύ και γελούσαμε πάρα πολύ, κοροϊδεύαμε τα χάλια μας, δηλαδή πάρα πολύ. Παντού γέλιο, δεν υπάρχει περίπτωση. Ξέρεις τι μου κάνει, όμως, εντύπωση; Ότι, ξέρεις, όλοι στην αρχή, αυτοί οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα, μιλάνε, ξέρεις, σοβαρά και τέτοια, μόλις ακούνε ότι εγώ το διακωμωδώ όλο αυτό, αρχίζουν και λύνονται και γελάνε και αυτοί. Και μου είπες πριν ότι αν άλλαξε κάτι, όχι δεν άλλαξε. Δηλαδή και είμαι στο Facebook, σε ομάδες αυτές, θα βρω κάποιον, θα του στείλω προσωπικό μήνυμα, θα κάνω πράγματα για αυτόν που τα ζητάει, πάντα το έκανα αυτό, δεν θα το κάνω τώρα. Πάντα ο άνθρωπος έχει ανάγκη. Δηλαδή δεν μπορείς να κρίνεις τον άλλον. Εγώ μωρό θυμόμουν ότι γελούσα, από μέσα μου όμως έκλαιγα. Αλλά δεν ήμουν μόνο εγώ ή δεν είμαι μόνο εγώ. Είναι κι άλλοι που είναι έτσι. Που όσο πιο χαμογελαστό πρόσωπο βλέπεις, τόσο πιο θλιμμένο μπορεί να είναι από μέσα του. Για αυτό δεν θα κρίνεις ποτέ τους ανθρώπους. Πήγα σε άλλο θέμα; Δεν πειράζει.
Κρατικά, πιστεύεις ότι υπάρχει επαρκής ενημέρωση;
Απαπαπα. Συγγνώμη. Δεν υπάρχει τίποτα. Στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν ξέρουν τίποτα. Πραγματικά. Ό,τι έμαθα για το κομμάτι αυτό, το ανακάλυψα μόνη μου. Είναι τραγικό. Κάποιοι άνθρωποι σε αντιμετωπίζουν, λες και θες να πάρεις είτε τα λεφτά τους είτε να μάθεις, θες να μάθεις κάποια πράγματα, [00:25:00]έμεινα ανάπηρος, δεν ήμουν ανάπηρος, δεν ξέρω. Δηλαδή πρέπει να με βοηθήσεις εσύ. Αν δεν χτυπήσω τη δικιά σου την πόρτα, πού θα χτυπήσω; Δεν ξέρουν τίποτα, όχι. Όχι, δεν ξέρουν τίποτα. Πραγματικά, ήταν πολύ δύσκολο. Βασικά για να βγει το επίδομά μου έκανε δύο χρόνια. Ήταν, γιατί το έστελναν, για να φανταστείς δηλαδή, το διπλανό γραφείο και το έστελνε με ταχυδρομείο, δεν μπορούσε να κάνει το χέρι του έτσι να το δώσει στο διπλανό γραφείο. Έπαιρνα, ξαναέπαιρνα τηλέφωνο, ειρωνεία, στην ειρωνεία, στην ειρωνεία, στην ειρωνεία, κάποια στιγμή λέω: «Δύο χρόνια, εντάξει, δεν γίνεται» και αναγκάστηκα να πάρω στο γραφείο του πρωθυπουργού, να μιλήσω λίγο άσχημα, συγγνώμη κιόλας, όχι από την αρχή, και την άλλη μέρα έγινε η δουλειά μου. Και ποιο είναι, δεν τους είπα: «Ευχαριστώ» που έγινε δουλειά μου, τους έβρισα που έγινε η δουλειά μου. Δηλαδή λέω με ένα τηλέφωνο και η δουλειά μου έγινε μέσα σε ένα τέταρτο. Δηλαδή κάποιοι άνθρωποι που δεν μπορούν να πάρουν, δηλαδή, θα μου πεις πάντα, ναι, πάντα τους άλλους σκέφτομαι, γιατί όλοι μας, οι άλλοι, είμαστε όλοι εμείς. Κάποιος άλλος θα μας λέει κι εμάς άλλους. Οπότε πρέπει να λειτουργούμε, ομαδικά. Έτσι είναι.
Στο κομμάτι της δουλειάς, πώς-
Στη δουλειά τώρα. Κοίτα να δεις, εγώ είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει πάρα πολύ η δουλειά. Παθιάζεται με τη δουλειά. Αυτό είναι που λέω. Δηλαδή οι ανάπηροι, ναι, οι, αυτοί που δεν με βλέπουν σαν ανάπηρη, καλό. Αλλά το κακό είναι ότι όταν είναι για θέμα, για δουλειάς, εκεί με βλέπουν ανάπηρη. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Δηλαδή, μπορώ να κάνω όλες τις δουλειές. Και καθαρίστρια ακόμα, σε ξενοδοχείο, δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση, όλα μπορώ να τα κάνω. Δεν έβρισκα δουλειά. Δεν μπορούσα χωρίς δουλειά, εγώ θα τρελαινόμουν χωρίς δουλειά. Έπρεπε να βρω δουλειά οπωσδήποτε. Υπάρχει ένα πρόγραμμα στον ΟΑΕΔ για τα ΑμΕΑ, για τον Δήμο. Ένα χρόνο, πήγαινα, ερχόμουν, πήγαινα, ερχόμουν, με, στην αρχή με καλό, αλλά μετά μπορώ να πω, με άγριο τρόπο. Ναι, οφείλω να το ομολογήσω. Γιατί ήταν κάτι που το δικαιούμουν. Δηλαδή εγώ θα γίνω θηρίο, αν κάτι το δικαιούμαι και δεν μου το δώσεις. Εκεί θα γίνω, κι όταν έχω δίκιο και μόνη μου έτσι; Δεν θα βάλω κανέναν να πολεμήσει μαζί μου. Θα πολεμήσω μόνη μου. Κι έναν χρόνο παιδευόμουν πάρα πολύ. Τέλος πάντων, μετά από έναν χρόνο έγινε ότι έγινε. Οι συνάδελφοί μου, εντάξει, στην αρχή έλεγαν: «Εντάξει, μην το κάνεις, γιατί, μήπως δεν μπορείς, μήπως κάνεις», αλλά με είδαν ότι εγώ νευριάζω όταν μου λένε: «Μήπως δεν μπορείς» και εκεί δηλαδή τρελαίνομαι και είμαι μια χαρά τώρα. Αλλά στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορείς να βρεις δουλειά εύκολα. Όχι, δεν μπορείς να βρεις δουλειά. Δυστυχώς όχι. Και αν και το Κράτος δεν μεριμνήσει, νομίζω ότι, λένε ότι είναι κοντά στα ΑμεΑ, αλλά, όχι, δεν είναι κανένας κοντά στα ΑμεΑ. Όχι. Γιατί αν ήμασταν κοντά στα ΑμεΑ, θα γινόμασταν και ένα νησί, τουλάχιστον εδώ, ευπρόσδεκτο για τα ΑμεΑ. Νομίζω είναι το πιο δύσκολο νησί, για τα ΑμεΑ. Ναι. Δεν μπορεί, ας πούμε, ένα καροτσάκι. Εγώ είπα του Δημάρχου: «Δηλαδή, για να δεις πόσο δύσκολο είναι, πάρε ένα καροτσάκι και κάνε μία βόλτα, πήγαινε μέχρι το "Μαρούλα". Μπορείς να πας στον καροτσόδρομο; Μπορείς να πας στο πεζοδρόμιο που έχει μόνο δέντρα; Δεν μπορείς». Έχεις μία θέση πάρκινγκ. Το καλοκαίρι, εκεί που δουλεύω κάτω, έχει μία θέση πάρκινγκ. Κι έβλεπα αυτοκίνητα, άλλα, τέλος πάντων. Έβαλα ένα σημείωμα, λέω: «Δεν είμαστε ανάπηροι, τις ώρες που δεν θέλετε εσείς. Πάντα είμαστε ανάπηροι». Γιατί είχα δει έναν πατέρα που είχε πάει το παιδί του, έχει παρκάρει μακριά και πήρε το παιδί του αγκαλιά. Γιατί αυτός ο πατέρας να μην έχει το πάρκινγκ εκεί μπροστά; Θα γίνω Τούρκος. Θα γίνω Τούρκος. Θα σε βρίσω, θα σε κάνω ρεζίλι. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν με ενδιαφέρει. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη. Αυτό μας έχει φάει σαν κοινωνία. Κοιτάμε μόνο εμείς, «Είμαστε καλά; Τι με νοιάζει εμένα; Ας πεινάει ο άλλος». Όχι, παιδιά, δεν είναι έτσι. Θα κάνω, δεν θα κάνω για μένα, θα κάνω για τον άλλον, δηλαδή, μπορεί να μην έχει ο άλλος άνθρωπος βοήθεια. Θα σου πω κάτι άλλο. Άσχετο. Μπορεί και άσχετο, δεν ξέρω. Στο νοσοκομείο, κάποια στιγμή είχε έρθει η μάνα μου η συχωρεμένη και την πήγα στο νοσοκομείο, γενικές εξετάσεις. Ήταν δύο γιαγιάδες μέσα, μεγάλης ηλικίας, που ήταν ανύπαντρες. Εντάξει, το γέλιο της αρκούδας. Να τις κάνω κοτσιδάκια, να μιλάμε, να γελάμε, να τις πλένω, να τις κάνω. Αφού η μία, η καημένη, το πουλάκι μου, μου λέει: «Σε παρακαλώ, πάρε με στο σπίτι σου, δεν θα πιάσω χώρο, τίποτα, εκεί σε μία γωνιά και ό,τι περιουσία έχω, θα σου τη δώσω», και λέω: «Δεν υπάρχει περίπτωση. Να σε πάρω εγώ σπίτι μου και να παρακαλώ πότε θα πεθάνεις; Δεν υπάρχει περίπτωση». Μου λέει: «Έλα, βρε, δεν…». Και δεν την πήρα, όχι, δεν την πήρα. Την έβαλαν στο γηροκομείο, πήγα στο γηροκομείο, την έβλεπα, και μου λέει: «Να, τι κατάλαβες; Θα είμαι μαζί σου στο γηροκομείο». Μου αρέσουν τόσο πολύ να βοηθάω τον κόσμο, γιατί είναι άνθρωποι που πραγματικά έχουν ανάγκη κι όχι τα μεγάλα, το να τους πιάσεις την πλάτη και να τους πεις: «Πες μου, θα σε ακούσω». Δηλαδή μια γιαγιά, ένας παππούς, θέλει να μιλήσει. Άσ' τον να μιλήσει, άσ' τον να σου πει τη δικιά του ιστορία με τη δικιά του εκδοχή, μην τον απορρίπτεις.
Ασχολείσαι και με τον εθελοντισμό, για αυτό το-
Ναι. Με τον εθελοντισμό ασχολούμαι, πρέπει να ήμουν και η πρώτη εθελόντρια στη Λήμνο. Από τότε που ήρθα, ναι. Βασικά ασχολούμουν με τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων. Από τότε δηλαδή που πήγαν τα παιδιά μου στο σχολείο και τα δύο, ήμουν πρόεδρος στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων. Από το νηπιαγωγείο μέχρι και το λύκειο που τέλειωσαν. Όταν ξεκινήσαμε με τον αθλητισμό, κάναμε μία ομάδα με εθελοντές κι ήμουνα η πρώτη. Και φυσικά, και μετά το ατύχημα, πάλι ήμουνα τέτοιο, και τώρα πάω σε μία σχολή για νοσηλευτές, στους εθελοντές στον Ερυθρό Σταυρό. Και πάω και σχολείο στα ΙΕΚ. [00:30:00]Κάνω πράγματα, ναι, θέλω, να δώσω και για Πανεπιστήμιο, γιατί όχι; Ναι, πολύ ωραία. Γιατί, με κοιτάς πουλάκι μου; Είμαι πολύ όμορφη. Το ξέρω.
Σίγουρα είσαι πολύ όμορφη. Ένα ακόμα, έτσι που σκεφτόμουν, θα ήθελα να σε ρωτήσω είναι, αν συνάντησες ποτέ, αν κάποιος σε πρόσβαλε, με κάποιο τρόπο, ακόμα και άθελά του.
Μισό λεπτό. Εννοείς από το ατύχημα και μετά;
Ναι.
Για την αναπηρία. Αν με πρόσβαλε. Ναι, μπορώ να το πω, ότι εκεί που βρήκα δουλειά, τέλος πάντων, ένας άνθρωπος που ήτανε μέσα στη δουλειά, όχι εκεί που δουλεύω εγώ, αλλά στον Δήμο τέλος πάντων, με αντιμετώπισε ότι και καλά: «Έλα, μωρέ, κι εσύ ανάπηρη τώρα, εντάξει, δηλαδή», κάπως έτσι δηλαδή, δεν ήταν η συμπεριφορά του, κι εκεί είπα κακία όντως κι ακόμα και σήμερα τη σκέφτομαι την κακία που είπα, γιατί είπα κακία, μου βγήκε όλο το ότι εγώ δεν ήμουν ανάπηρη, έγινα ανάπηρη. Για αυτό ποτέ μην απορρίπτεις κάτι, δηλαδή τι ζήτησα; Α! Έχω έξι μήνες απλήρωτη. Και όταν άρχισαν να μην με πληρώνουν, λέω: «Τι θα γίνει, ρε παιδί μου; Γιατί να πάω εγώ να βρω εγώ δουλειά αλλού, να πάω να γίνω καθαρίστρια, δεν με πειράζει. Βρες μου μια δουλειά, να πάω να δουλέψω» και με ειρωνεύτηκε κάπως εκεί, και λέω «Να θυμάσαι ότι δεν ήμουν ανάπηρη, έγινα ανάπηρη». Για αυτό, ποτέ δεν ξέρεις σε τι θέση μπορείς να βρεθείς. Και ακόμα και τώρα, όμως, την σκέφτομαι αυτήν την κακία που είπα, ναι. Από μόνη μου την πήρα πίσω, αλλά αυτόν δεν τον ζήτησα συγνώμη, όχι.
Ε, κάτι που θα ήθελες να πεις σαν, σαν συμβουλή, σαν, από όλη αυτή την εμπειρία που έχεις πάρει;
Σαν συμβουλή. Σαν συμβουλή. Μπορώ να πω ολόκληρο βιβλίο, με συνταγές. Με συνταγές; Όχι, συνταγές αποκλείεται να έχω, σίγουρα, δεν υπάρχει περίπτωση. Ε, αυτό που πάντα έλεγα, όλα μπορούν να αλλάξουν τον άνθρωπο. Η δουλειά, η καριέρα, το διάβασμα, η μουσική, η ψυχή του ανθρώπου δεν αλλάζει. Για αυτό κρατήστε την ψυχή σας όσο πιο καθαρή γίνεται. Να κοιμάστε το βράδυ και να μην σκέφτεστε: «Α, εκείνο». Και το άλλο που με διακατέχει είναι ότι τα λέω όλα μπροστά. Έχω όμως θέμα σε αυτό, ότι νομίζουν ότι κάνω πλάκα. Όχι, κρατήστε την ψυχή σας. Όσο πιο αγνή είναι. Βοηθήστε τον κόσμο, είναι ωραίο πράγμα να μπορείς να βοηθάς. Δεν είστε εσείς σε εκείνη την θέση. Μπορεί να έρθετε. Είναι κάποιος άλλος που έχει ανάγκη. Την ψυχή σας καθαρή, την ψυχή σας καθαρή. Και την αδυναμία να τη μετατρέπετε σε δύναμη. Αυτό δεν είναι εύκολο. Είναι πολύ δύσκολο. Αλλά πρέπει να μιλήσετε με τον εαυτό σας αληθινά. Αν δεν πεις την αλήθεια στον εαυτό σου, γιατί οι περισσότεροι από εμάς νομίζουμε ότι έχουμε μιλήσει με τον εαυτό μας, αλλά δεν νομίζω ότι πολλοί τολμάνε να πουν την αλήθεια στον εαυτό τους. Πρέπει να είμαστε αληθινοί πρώτα-πρώτα τον εαυτό μας και όπως βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας στον καθρέφτη, έτσι μας βλέπει κι άλλος. Αν εμείς τον βλέπουμε σαν θύμα, σαν θύμα θα μας βλέπει και ο άλλος. Αν, εγώ ας πούμε π.χ., εγώ. Εγώ. Το εγώ πώς ακούγεται. Θα βγω έξω, έτσι; Μπορεί να αισθάνομαι άσχημα και αμήχανα σε ένα μαγαζί, όταν θα μπω. Αλλά, όταν θα μπω, θα μπω με τέτοιον αέρα, από μέσα μου μπορεί να λέω: «Αχ, θα με κοιτάξουν», αλλά δεν πρόκειται να το δείξω πουθενά. Και όλοι νομίζουνε ότι... Δεν θα δώσεις κανένα το δικαίωμα. Όπως θα βλέπεις εσύ τον εαυτό σου στον καθρέφτη, θα σε βλέπει και ο άλλος. Τον βλέπεις ωραίο; Ωραίο θα σε βλέπει κι ο άλλος. Τον βλέπεις δυνατό; Δυνατό θα σε βλέπει κι ο άλλος. Μην αφήσετε κανένας να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες σας. Πάντα και πάντα, πάντα, το λέω και στα παιδιά μου, να κρατάτε πάντα μία σανίδα σωτηρίας για εσάς. Πάντα θα κρατάτε κάτι δικό σας, και θα είναι μόνο δικό σας. Σαν σανίδα σωτηρίας, όταν δεν θα αντέχετε και θα έρχονται προβλήματα, να κρατάτε την σανίδα και να ξαναβγαίνετε στην επιφάνεια. Γιατί αν δεν κρατήσεις κάτι για σένα, που είναι δικό σου, δεν θα μπορείς να βγεις εύκολα στην επιφάνεια. Θέλει κότσια εκεί. Αλλά πρέπει να την κρατάς. Αυτό που έλεγα κάποια στιγμή, πάντα, πάντα, δεν μπορείς να τα λες όλα. Αυτό, το μοναδικό που θα σε κρατάει δυνατή, θα το ξέρεις μόνο εσύ. Γιατί κάποιος άλλος μπορεί να μην, να το εκμεταλλευτεί ή να μην του δώσει τη σημασία που του δίνεις εσύ. Γιατί για σένα μπορεί να είναι μια χαρτοπετσέτα, αλλά για σένα είναι σημαντική χαρτοπετσέτα. Θα την κρατήσεις για σένα. Και θα την κρατήσεις για σανίδα σωτηρίας. Σαν σωσίβιο, για να μπορείς να επιπλεύσεις και να μπορείς να βγεις στη στεριά, για να πατήσεις στα πόδια σου. Τι είπα; Τι είπα;
Ράνια, σε ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ, γιατί είναι σαν εξομολόγηση αυτό που κάνετε. Βασικά βοηθάς και εσύ με τη συμπεριφορά σου και με τον τρόπο σου, γιατί τα βλέπεις όλα ενδιαφέροντα κι αγαπάς τους ανθρώπους, γιατί αν έβλεπα κάτι άλλο, σίγουρα δεν θα το έκανα όλο αυτό, οπότε εγώ ευχαριστώ.
Ευχαριστούμε πραγματικά.
Πόσα θα μου δώσεις στην επιταγή;
Ε, μετά, μετά. Θα σου πω μετά.
Εντάξει! Εντάξει, έγινε. Καλό σου μεσημέρι-
Ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ-
Να είσαι καλά, αγάπη μου, να είσαι καλά.
Φωτογραφίες

Ράνια Σαρίδου
Η αφηγήτρια στο μπαλκόνι του σπιτιού της
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Ράνια είναι από την Πτολεμαΐδα και ζει τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια στη Λήμνο. Πριν μερικά χρόνια έπαθε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα κι έχασε το ένα της χέρι. Μας περιγράφει τις στιγμές της αναμονής στον τόπο του δυστυχήματος, το νοσοκομείο, αλλά και την περίοδο αποκατάστασης. Αναλύει πώς με το χιούμορ και τη θετική της ενέργεια καταφέρνει να συνεχίσει τη ζωή της όπως πριν. Είναι δραστήρια, όπως και πριν το ατύχημα. Το ότι της λείπει ένα μέλος δεν την αποκλείει από τίποτα. Αυτοσαρκάζεται, αγαπάει και βοηθάει τους ανθρώπους κι αυτό είναι το μυστικό της.
Αφηγητές/τριες
Ουρανία Σαρίδου
Ερευνητές/τριες
Μαρίνα Καζόλη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/01/2023
Διάρκεια
34'
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Η Ράνια είναι από την Πτολεμαΐδα και ζει τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια στη Λήμνο. Πριν μερικά χρόνια έπαθε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα κι έχασε το ένα της χέρι. Μας περιγράφει τις στιγμές της αναμονής στον τόπο του δυστυχήματος, το νοσοκομείο, αλλά και την περίοδο αποκατάστασης. Αναλύει πώς με το χιούμορ και τη θετική της ενέργεια καταφέρνει να συνεχίσει τη ζωή της όπως πριν. Είναι δραστήρια, όπως και πριν το ατύχημα. Το ότι της λείπει ένα μέλος δεν την αποκλείει από τίποτα. Αυτοσαρκάζεται, αγαπάει και βοηθάει τους ανθρώπους κι αυτό είναι το μυστικό της.
Αφηγητές/τριες
Ουρανία Σαρίδου
Ερευνητές/τριες
Μαρίνα Καζόλη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/01/2023
Διάρκεια
34'