© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ο Αντώνης απ' την Ατσίτσα που γύρισε τον κόσμο
Κωδικός Ιστορίας
12271
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αντώνιος Καλημέρης (Α.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/02/2022
Ερευνητής/τρια
Γιώργος Γεωργούδης (Γ.Γ.)
[00:00:00] Σάββατο σήμερα, 12 Φεβρουαρίου 2022, εγώ είμαι ο Γιώργος Γεωργούδης και βρίσκομαι με τον Αντώνη τον Καλημέρη στην Ατσίτσα, στο σπίτι του. Λοιπόν, Αντώνη, μίλησέ μου σε παρακαλώ για τη ζωή σου, πες μου λίγα πράγματα για σένα.
Ναι. Εγώ από τότες που άνοιξα τα μάτια μου, επειδής υπήρχε μεγάλη φτώχεια τη δεκαετία του ’50, γιατί είμαι το ’49 γεννηθείς, η δεκαετία του ’50 ήτανε πολλά φτωχά τα χρόνια, πολλή φτώχεια, μεγάλη οικογένεια είχαμε. Πεινάγαμε. Απ’ τα 10 μου χρόνια πήγαινα μεροκάματο στα πεύκα. Πελεκάγαμε πεύκα. Μάζευα, βοηθούσα δηλαδή τους μεγάλους από πίσω μ’ έναν τενεκέ να μαζεύω κι εγώ τη ρετσίνα, να τους βοηθάω. Είχα τον Γιώρη τον Κυριαζή, είχα πάλι δουλέψει -συγχωρεμένος αυτός αλλά πάση περιπτώσει- και πολλούς άλλους εδώ. Με τον Γιώρη τ’ Αβεκλούρη είχαμε δουλέψει, κι αυτός μεγάλος στην ηλικία. Επειδή ήτανε κουραστική η δουλειά, το καλοκαίρι όμως όλοι δουλεύαμε στα πεύκα, αλλά τον χειμώνα ο πατέρας μου μ’ είχε και στα πρόβατα. Πήγαινα με άλλους μεγάλους τσοπαναραίους, όπως ο παππούς μου ο Βαρσάμος, κατάλαβες; Που ‘τανε στα Παγιά. Είχε πάει ο πατέρας μου τότε τα πρόβατά του που ‘χε, γιατί δω δυστυχούσανε, τα πήγε κει να ζήσουνε. Όλο τον χειμώνα τα πρόβατα κει, το καλοκαίρι τα φέρναμε εδώ και μετά πεύκα. Μέχρι που απελπίστηκα και σηκώθηκα κι έφυγα και πήγα στα βαπόρια. Αλλά θυμάμαι εδώ οι ανθρώποι όλοι, να μη πω για τη δική μου ατομική ακόμα ζωή, θυμάμαι τότες η Ατσίτσα εδώ ήτανε χωριό. Εδώ πήγαινα σχολείο εγώ, στο πέτρινο αυτό που ‘χουνε οι Εγγλέζοι τώρα ξενοδοχείο, ήτανε τα γραφεία της εταιρείας του σιδήρου. Και το ‘χε ο παππούς μου καφενείο, Φεργάδης, ο παππούς μου ο Φεργάδης, ο Μανώλης ο Φεργάδης, το ‘χε καφενείο. Λοιπόν, μαζευότανε όλος ο κόσμος. Εδώ, Σαββατοκύριακο, ήτανε χωριό. Είχε σιδηρουργείο ο Γιωργής, ο συγχωρεμένος ο Γιωργής, που ‘ναι ο γιος του ο Γιάννης ο Γιωργής τώρα, εδώ ξεκίνησε, αποδώ ξεκίνησε, μπορεί να μην είχε γεννηθεί ακόμα ο γιος του. αποδώ ξεκίνησε κι έφτιαχνε τα σκεπάρνια για να πελεκάνε τα πεύκα ο κόσμος, τα τσεκούρια. Τα εργαλεία, τα πρώτα εργαλεία που ‘χε ο κόσμος για να βγάζει μεροκάματο, ήτανε αναγκαία. Και είχανε σιδηρουργείο. Μαζευότανε πάρα πολύς κόσμος εδώ. Ερχότανε καΐκι από τη Χαλκίδα για να πάρει τη ρετσίνα και έφερνε τρόφιμα. Και όλη η Σκύρος αποδώ ερχότανε και ψώνιζε. Τα ψώνια τους, τα κυριότερα ψώνια τους ποια ήτανε; Ρέγγες, ελιές και σανό για τα μουλάρια. Γιατί τι θε να τρώγανε τα μουλάρια; Οι αγωγιάτες που κουβαλούσανε τη ρετσίνα, κατάλαβες; Κι έβλεπες εδώ μια κίνηση, Σαββατοκύριακα ειδικά, πάρα πολύς κόσμος. Μαζευότανε 100-200 άτομα, ρετσινοκαλλιεργητές. Λοιπόν, εγώ αυτή η δουλειά δεν μ’ άρεσε, και κουραστική για μένα τότε σαν παιδί, αποφάσισα να φύγω με το καΐκι το ρετσινάδικο, αυτό που κουβάλαγε τη ρετσίνα, ήμουνα 14 χρονών, 14 μισό. Στα 15 μού βγάζαν φυλλάδιο τότες. Και ο πατέρας μου του λέει, παρακαλούσε ο καπετάνιος να με πάρει, του λέει: «Πάρ’ τονα, αλλά να του βγάλεις φυλλάδιο». Ήμουνα μόλις δεκατεσσάρων μισό. Κι έκατσα 6 μήνες μες στο καράβι, μες στο καΐκι, ένα ξύλινο σαπιοκάικο. Και μόλις ενηλικιώθηκα έβγαλα φυλλάδιο. Μόλις έβγαλα φυλλάδιο μπαρκάρισα. Με πήρε ένας μάγειρας, αποδώ Σκυριανός.
Πώς τον είπες;
Ένας Σκυριανός ήτανε μάγειρας που με πήρε βοηθό του. Κουτσούπης λεγότανε.
Το Σαρρή λες, τον Γιάννη;
Όχι. Έχει πεθάνει ο άνθρωπος αυτός τώρα. Έχει πεθάνει, είναι μεγάλος στην ηλικία, πιο μεγάλος από μένα ήτανε. Εγώ ήμουνα 15, αυτός ήτανε 30. Με πήρε μαζί του, γιατί ήτανε σαν κηδεμόνας, δεν μπορούσες να μπαρκάρεις αν δεν είχες κηδεμόνα. Φύγαμε, πήγαμε κατευθείαν Αγγλία, από Αγγλία Αμερική, γυρίσαμε όλο τον κόσμο. Εγώ έκατσα, ο άνθρωπος αυτός πέθανε, γιατί ναυαγήσαμε και έπαθε καρδιά. Ναυαγήσαμε στα –πεντέμισι μήνες είχαμε μαζί– και βούλιαξε το καράβι, ένα «Liberty» αμερικάνικο που λένε, ξέρεις, αυτά τα βαπόρια που κουβαλούσανε τα πυρομαχικά από την Αμερική στην Ευρώπη εκείνα τα χρόνια. Τα «Liberty» που τα λέγανε, με τέτοια ήμαστε. Βούλιαξε στους πεντέμισι μήνες. Ο άνθρωπος έπεσε μέσα στη θάλασσα, αυτός δεν ήξερε και μπάνιο, έπαθε καρδιά και μετά από 2-3 χρόνια νομίζω, δεν ξέρω πόσο κράτησε, πέθανε από καρδιά. Εγώ συνέχισα, γιατί πιο καλά… δεν με ένοιαζε τότε, παιδί, δεν καταλάβαινα από κίνδυνο, και συνέχισα μ’ άλλο καράβι της εταιρείας, καινούργιο. Έκατσα 3 χρόνια μέσα. Όταν ήρθα δω είχανε αλλάξει τα πάντα, είχανε τελειώσει και τα ρετσίνια, είχανε σταματήσει πια τα ρετσίνια, δεν δουλεύανε ο κόσμος. Λίγα δηλαδή δουλεύανε, πολύ λίγοι, ελάχιστοι. Παρακαλάγανε τον κόσμο να ‘ρθει να δουλέψει. Ενώ είχε και τιμή τότες η ρετσίνα μετά. Μετά είχε μεγάλο κέρδος η ρετσίνα, δώνανε λεφτά. Αλλά ο κόσμος άρχισε να φεύγει στο εξωτερικό, να πηγαίνει Γερμανία, δω-κει, φεύγανε ο κόσμος. Ρημάξανε, δεν βρίσκανε εργάτες. Μέχρι που τα σταματήσανε τελείως τα πεύκα. Λοιπόν, εγώ στα 30 μου αποφάσισα να βγω έξω απ’ τα βαπόρια, αρκετά είχα κάτσει, 15 χρόνια σχεδόν. Βγήκα έξω, παντρεύτηκα την κυρά Μαρία δω, την ξεγέλασα βέβαια και την πήρα, την έφερα στην Ατσίτσα. Αλλά είχα φτιάξει όμως εδώ, είχα κάνει εγκατάσταση όταν την πήρα. Είχα κάνει μαγαζί εδώ. Ενώ δούλευα όμως σαν οδηγός στο αεροδρόμιο, πήγα όταν ήρθα εδώ, είχα βγάλει δίπλωμα επαγγελματικό και πήγα στο αεροδρόμιο.[00:05:00] Ήτανε η εταιρεία. Μας έσωσε που ‘τανε η εταιρεία του αεροδρομίου, που ‘χανε ‘ρθει ο «Ποσειδώνας», η ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ…
Η ΜΟΜΑ;
Όχι, η ΜΟΜΑ ήτανε η πρώτη που ξεκίνησε, έβαλε την υποδομή, τους δρόμους. Μετά ήρθανε οι εταιρείες, η ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ, που ‘τανε κατασκευαστική εταιρεία, που ‘φτιαξε τα καταφύγια. Ήτανε ο Κούρος, ήτανε ο Καλογιάννης που ‘φτιαξε το κρηπίδωμα να πάει κάτω. Μεγάλο έργο αυτό να μπαζώσει… γιατί ήτανε ένα νησάκι μπροστά στο αεροδρόμιο, η «Αλώνη» που λέγανε. Ήτανε ένα νησάκι, το μπαζώσανε και το κάνανε, επεκτείνανε τον διάδρομο, τον κάνανε πιο μεγάλο. Λοιπόν, δουλέψαμε 8 χρόνια μέσα κει. Εντάξει, κονομήσαμε και αποκεί. Μετά, αφού έφυγε η εταιρεία, εγώ τι να κάνω; Αναγκαστικά γύρισα, έμεινα δω στο σπίτι με την κυρά, να δουλεύουμε το καλοκαίρι βέβαια, 2 μήνες, τον τουρισμό, δεν είναι παραπάνω. Αλλά σαν θαλασσινός εγώ πήρα ένα καΐκι. Έκανα τον ψαρά. Λοιπόν, όλο τον χειμώνα ψάρευα, και το καλοκαίρι φυσικά για το μαγαζί, κι αυτό μ’ ανέβασε και πάρα πολύ. Γιατί δεν αγόραζα τις πρώτες ύλες, αυτά που λένε, τα ψάρια που χρειαζόταν το μαγαζί και ό,τι άλλα, τυριά και τέτοια που είχα απ’ την παραγωγή μου, γιατί είχα και πρόβατα. Έχω και αμπέλι, 3 στρέμματα. Λοιπόν, αμπελουργός είμαι, κτηνοτρόφος είμαι, γεωργός είμαι, ψαράς είμαι, ξενοδόχος δεν θέλω να το λέω! Δεν θέλω να το λέω καθόλου! Ούτε ταβερνιάρης! Γιατί είναι τα χειρότερα επαγγέλματα που ‘χω κάνει. Απ’ όλα τα επαγγέλματα τα χειρότερα είναι να είσαι με τουριστικές επιχειρήσεις, ξενοδόχος ή εστιάτορας.
Γιατί το λες;
Το λέω γιατί πάντοτε ο πελάτης έχει δίκιο. Δεν μπορώ να το πω, το έχει πάντα δίκιο. Αλλά δεν μπορείς να ‘σαι κι εσύ τόσο τέλειος. Ποτέ δεν μπορείς να ‘σαι τέλειος! Κάτι, μια έλλειψη θα σου βρούνε, κάτι το παραμικρό, σε θάψανε, τελείωσε! Δεν σε υπολογίζουνε καθόλου δηλαδή. Σκόνταψες; Τελείωσες!
Δε συγχωρνάει ο κόσμος.
Ναι. Σου βρήκε τρίχα στο φαΐ; Κάηκες, στο ‘κλεισε το μαγαζί! Κατάλαβες; Δεν σου συγχωρνάει, γι’ αυτό δεν τα θέλω αυτά. Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει. Δόξα τω Θεώ, η ζωή μου όμως καλυτέρεψε μετά, γιατί ο τουρισμός αυξήθηκε, κατάλαβες; Δεν έμεινε στα 10, 20 μέρες, 30, που ήτανε σαν αρχικώς. Κάνανε τους δρόμους, γιατί εδώ δεν υπήρχε δρόμος. Δρόμος δεν υπήρχε όταν ξεκίνησα δω το μαγαζί, δεν υπήρχε δρόμος. Ούτε νερό ούτε τηλέφωνο ούτε ρεύμα!
Πότε μιλάς τώρα;
Μιλάμε τη δεκαετία του ’80. Μετά το ’90 ξεκινήσανε να ‘ρχονται το ρεύμα. Νερό, καλά, δεν φέρανε ακόμα, με γεωτρήσεις είμαστε. Δεν μας νοιάζει και το νερό, γιατί η Ατσίτσα έχει πολύ νερό. Η Ατσίτσα έχει πολλά νερά. Αλλά…
Έχει πηγές εδώ πέρα;
Ναι, με γεωτρήσεις… και πηγές έχει. Και πηγές έχει και με γεωτρήσεις έχουμε κάνει όλοι τα κουμάντα μας τέλος πάντων, όλοι…
Έχει, καλά αυτό δεν έχει μωρέ, εντάξει. Αλλά ο καθένας, όλα τα σπίτια δω έχουν από μια γεώτρηση. Έχουν ανοίξει μια τρύπα μέσα στη γη και βγάζουνε το νερό τους. Δεν έχει ανάγκη κανένας. Τώρα λέει ο δήμαρχος θα μας το φέρει… να δούμε πότε θα το φέρει, τέλος πάντων. Ναι, αλλά εγώ όταν ξεκίνησα εδώ δεν υπήρχε ούτε δρόμος. Παρακαλέσαμε τότες τον Στεφανίδη. Εγώ πήγαινα τότε στο αεροδρόμιο, είχα το αυτοκινητάκι που πήρα, το διέλυσα για να το πηγαίνω και να φεύγω, ένα κατσικόδρομο είχε. Αλλά σαν οδηγός που ‘μουνα, φόρτωνα κάθε βράδυ το αυτοκίνητό μου, της εταιρείας δηλαδή, πέτρες, χαλίκι, τέτοιο, άμμο, από την Αραπίνα κι έστρωνα όπου έχει λάκκο μεγάλο τουλάχιστον για να περνάνε τα αυτοκίνητα. Ευτυχώς που επενέβη ο Στεφανίδης ο συγχωρεμένος, τότε που ‘τανε βουλευτής. Και όταν κάνανε τον άσφαλτο απ’ το αεροδρόμιο να κατεβεί στο λιμάνι, λένε οι κακές γλώσσες ότι κλέψανε τα υλικά αποκεί και τα φέρνανε μέχρι την Ατσίτσα. Εμένα δεν με ενδιαφέρει αν τα κλέψανε ή τα αγοράσανε, με ενδιαφέρει ότι κάνανε άσφαλτο στην Ατσίτσα και σωθήκαμε απ’ τη μια μεριά, κατάλαβες; Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει. Σιγά σιγά μας φέρανε και το ρεύμα και, δόξα τω Θεώ, μας βάλανε και το τηλέφωνο. Τώρα έχουμε και ίντερνετ, έχουμε και WiFi, ποιος μας πιάνει τώρα! Τώρα δεν μας πιάνει κανένας! Μάθαμε και το WiFi τώρα, κατάλαβες; Κάθονται όλοι οι Εγγλέζοι απ’ έξω, καμιά πενηνταριά Εγγλέζοι το βράδυ μέχρι που πάω και τους το βγάζω απ’ την πρίζα, γιατί δεν μπορώ να τους βλέπω δω απ’ έξω μεριά μ’ ένα κινητό στα χέρια όλοι και να μιλάνε με την Αγγλία. Τέλος πάντων οι ανθρώποι, εντάξει. Εντάξει, τώρα γίναμε πολύ δηλαδή…
Μ.Κ.: Εξέλιξη.
Μεγάλη εξέλιξη η Ατσίτσα, έχει σχεδόν τελειοποιηθεί σαν τουριστική περιοχή. Έχει καλύψει τα πάντα, δεν έχει ανάγκη δηλαδή. Εντάξει, άμα μας φέρει κι ο δήμαρχος νερό που λέει… γιατί το δικό μας το νερό είναι λίγο, έτσι, έχει λίγο θάλασσα μέσα! Ένα 10%, 20%, έχει λίγο θάλασσα. Εντάξει, αλλά… δεν το πίνουμε, αλλά κάνουμε τις λάντζες μας, κάνουμε τα πάντα μας, εντάξει, δεν είναι πρόβλημα. Και δόξα τω Θεώ δεν έχουμε τώρα ανάγκη τίποτα. Άμα έχεις αυτοκίνητο, τηλέφωνο, ρεύμα είσαι πλούσιος, δεν θέλεις τίποτα άλλο. Εντάξει, μια χαρά είσαι. Λοιπόν, τώρα, εντάξει…
Εσύ σαν παιδί μεγάλωσες στην Ατσίτσα;
Ναι, μέχρι τα 14 μου, μέχρι τα 14 μισό.
Χειμώνα καλοκαίρι;
Χειμώνα καλοκαίρι εδώ, δεν έφυγα. Ούτε σχολείο. Εδώ πήγαινα. Σχολείο, εδώ ήτανε το σχολείο το ’62, δεν θυμάμαι τώρα, ’62-’63 ήρθε; Το ’64 έφυγα γω αποδώ. Το ’64 εγώ έφυγα αποδώ, μπαρκάρισα.
Τότε, Αντώνη, πόσα παιδιά ήσασταν εδώ πέρα το χειμώνα;
Τον χειμώνα δεν ήμαστε πολλά παιδιά. Αλλά το καλοκαίρι θυμάμαι, όταν πρωτοήρθε ένας δάσκαλος, Γεώργιος Αετόπουλος [00:10:00]απ’ τη Λάρισα, Θεός σ’χωρέσ’ του, αν ζει δεν ξέρω, είχαμε επικοινωνία μέχρι πέρσι, δεν ξέρω τώρα φέτος αν… δεν με πήρε και φοβάμαι. Τέλος πάντων. Όταν πρωτοήρθε δάσκαλος απ’ τη Λάρισα, αρχικώς στην πρώτη χρονιά, εγώ πήγαινα πέμπτη τάξη, πέμπτη δημοτικού. Και μας φωνάζει λοιπόν, ήμαστε 15 παιδιά δεν ήμαστε, εδώ, ντόπιοι. Μας φώναξε λοιπόν, με τους γονείς όλους, μας έβαλε μες στο σχολείο, λέει: «Να δείτε τα παιδιά σας τι μόρφωση έχουνε», λοιπόν σήκωνε ένα-ένα στον πίνακα να γράψει το όνομά του. Σήκωσε κι εμένα και το έγραψα λάθος, φαντάσου! Πήγαινα πέμπτη τάξη και δεν ήξερα να γράψω το όνομά μου, γιατί; Γιατί στη Σκύρο που πήγαινα η δασκάλα με έστελνε κάθε πρωί με ένα τσαντάκι…
Φαΐ, να πάω στον άντρα της που ‘τανε μετεωρολόγος. Η κυρία Πίτσα η συγχωρεμένη, Θεός σ’χωρέσ’ τηνε. Λοιπόν, τι γράμματα να μάθω; Μέχρι την πέμπτη τάξη το ‘παιρνα με το «5» κάθε χρόνο, αλλά γράμματα δεν ήξερα καθόλου. Όταν ήρθε δω ο Αετόπουλος, μσς σηκώνει στον τοίχο και λέει: «Γράψτε το όνομά σας», γράφουμε το όνομά μας λάθος, λέει: «Λοιπόν, από αύριο όσα λάθη κάνετε, τόσες ξυλιές θα τρώτε». Λοιπόν, σ’ ένα χρόνο έγινα ξεφτέρι, εκεί που δεν ήξερα την προπαίδεια έμαθα και διαίρεση! Τα πάντα! Λοιπόν, Θεός σ’χωρέσ’ του, να πούμε, ο άνθρωπος, έμαθε γράμματα τα παιδιά. Αλλά στον χρόνο, τον επόμενο χρόνο, μαζευτήκαμε 47 παιδιά.
Χειμώνα εδώ;
Το καλοκαίρι. Την άνοιξη που ερχότανε οι ρετσινάδες. Καλλιεργητές. Τα δηλώνανε όλοι. Ερχότανε, εν τω μεταξύ, απ’ τις Μπάρες, σχολείο δω.
Απ’ το Τραχύ, απ' τον Πεύκο, απ’ τον Αϊ-Φωκά, του Μοίρου, του Μοίρου κάτι παιδιά ερχότανε εδώ, ο Γιώργης και ο Μήτσος. Και πάρα πολλοί ρετσινάδες που ήτανε απ’ τα Ψαχνά. Τα δηλώνανε τα παιδιά και τα γράφανε ερχότανε εδώ, γιατί ερχότανε απ’ τον Μάρτη. Ερχότανε και καλλιεργούσαν τα πεύκα, κάνανε προετοιμασία να τα πελεκήσουνε, να τα καθαρίσουνε τους δρόμους. Τα πεύκα μέσα είχανε μονοπάτια, απ’ το ένα πεύκο στο άλλο είχε δρόμο. Τώρα μπορείς να μπεις μες στο δάσος; Τώρα δεν μπορείς να μπαίνεις μες στο δάσος, τελείωσε, πάει, αυτό ήτανε.
Εν τω μεταξύ, τότε αυτοί οι ρετσινάδες, αυτό που λες τώρα για τα μονοπάτια, ταυτόχρονα προσέχανε και το δάσος, έτσι;
Ε, βέβαια προσέχανε! Να του το κάψεις το δάσος ή να του κόψεις το πεύκο που καλλιεργούσε; Κάηκες! Τώρα είναι ανεξέλεγκτα, παίρνουνε με το πριόνι και τα κόβουνε, ρίχνει 50 πεύκα ο άλλος κάτω λέει για να ‘χει το χειμώνα να κάψει. Δεν του μιλάει κανένας. Κι εγώ το ίδιο κάνω δηλαδή, τι; Αφού… Εντάξει, ανανεώνεται κάθε... Αλλά πρέπει να ξέρει και ο καθένας τι κόβεις, πού το κόβεις. Να ‘ναι παλιός ο πεύκος, να τον κόψεις. Άμα είναι νέος γιατί τον κόβεις; Κατάλαβες; Είναι να ξέρει ο καθένας και τι κόβει. Αυτό είναι το κακό.
Παλιά ναι, υπήρχανε και αγροφύλακες. Υπήρχανε και δασοφύλακες. Τους καταργήσανε τους δασοφύλακες, από τότες το δάσος είναι ανεξέλεγκτο, τελείωσε. Θα μπορούσανε να το καλλιεργήσουνε. Υπάρχουν παιδιά, εγώ ξέρω παιδιά που θέλανε να μπούνε μέσα να το καλλιεργήσουνε και δεν τους άφησε το δασαρχείο.
Δασοφύλακες πόσα χρόνια δεν υπάρχουνε τώρα, είναι πολλά;
Φφφ! 20 χρόνια και…Πάνω από 20 χρόνια έχουνε σταματήσει να βάζουνε δασοφύλακες.
Αυτό. Μετά βάλανε, όσοι φύγανε από τη ΜΟΜΑ και δεν είχανε τι δουλειά να κάνουνε, ο Γιάννης ο Σαρρής με τον Κατσαρέλια τον Θοδωρή, δεν ξέρω τι τους είχανε, αγροφύλακες τους είχανε, αγροφύλακες. Φύγανε, εντάξει, πήρανε τη σύνταξη οι ανθρώποι, τελείωσαν κι αυτά.
Να σε ρωτήσω, είπες το ’62 ότι έγινε το σχολείο εδώ πέρα…
Πιο πριν, μπορεί να ‘ναι και πιο πριν, επί Γεώργιου Παπανδρέου.
Εσύ πήγαινες στο Χωριό αλλιώς;
Παλιά ναι, στο Χωριό με τα πόδια.
Τι ώρα έφευγες αποδώ πέρα;
Φφφ! 05:00 η ώρα το πρωί! Νύχτα απάνω! Με έπαιρνε ο πατέρας μου, μας σήκωνε, παίρναμε μια σάκα, θυμάμαι και βιβλία, δεν είχε τίποτα μέσα, ούτε βιβλία, ούτε…Και μόλις φτάναμε απάνω στον Αϊ-Μύρωνα και βλέπαμε το Χωριό, γυρίζαμε πίσω…Γιατί έβρεχε! Ερχόμαστε. «Γιατί δεν πήγατε σχολείο ρε;» «Αφού έβρεχε στο Χωριό!» «Έβρεχε; Και γυρίσατε πίσω;» «Και τι να κάνουμε;». Λοιπόν, εντάξει… Εντάξει μωρέ, δεν γίναμε και καθηγητές, αλλά σωθήκαμε, ζήσαμε, εντάξει. Τα γράμματα είναι μεγάλη υπόθεση, τέλος πάντων.
Εδώ πέρα Αντώνη που ‘σασταν τόσα πολλά παιδιά, εντάξει, πέρα από το σχολείο ή τις βοήθειες που κάνατε στους γονείς σας, είχατε και παιχνίδια και τέτοια;
Τι παιχνίδια να ‘χομε; Τον «Τενεκέ» παίζαμε, τον βάζαμε ένα τενεκέ πά’ στ’ αλώνι και του δίναμε μια κλωτσιά και παίζαμε το «Κρυφτό». Και μέχρι να πάει να φέρει ο άλλος τον τενεκέ εμείς κρυβόμαστε και όποιον έβρισκε πρώτο τα φύλαγε, κατάλαβες; Είχαμε παιχνίδια που δεν τα ‘χετε. Το «Ξυλάκι», βάζαμε ένα ξύλο κάτω με μια… και βρίσκαμε μια τάβλα και το χτυπάγαμε κει να σηκωθεί απάνω και το πετάγαμε να πάει μακριά. Κάτι τέτοια παιχνίδια είχαμε. «Γυαλένιοι», τέτοια. «Σβούρα», άμα είχαμε καμιά σβούρα ου χαρά! Άμα μας έφερνε ο πατέρας μας καμιά σβούρα απ’ το Χωριό… πήγαινε χαρά μεγάλη!
Ο κόσμος τότε που ‘τανε δω πέρα κάτω στην Ατσίτσα, φαντάζομαι δεν ήτανε με λεφτά ξέρω γω…
Κανένας δεν ήτανε, όλοι οι ανθρώποι ζούσανε με τα γίδια τους. Με τα γιδοπρόβατα ζούσαν όλοι. Όσοι είχαν γιδοπρόβατα δεν πεινάγανε. Εντάξει, γι’ αυτό φύγαν όλοι. Όλοι, όσοι ξέρω ‘γώ, εδώ αυτούς, όλοι αυτοί που ζούνε σήμερα εδώ έχουν έρθει ξανά πίσω με τη σύνταξή τους και ζούνε. Όλοι, Μελέτηδες, όλοι γύρω γύρω. Είχανε φύγει από παιδιά, πήρανε τη σύνταξή τους και ξαναγυρίσανε τώρα και μένουν εδώ. Κατάλαβες;
Και στα δεκατέσσερα μισό, λοιπόν, αποφασίζεις να... με το ρετσινοκάικο…
Με το ρετσινοκάικο να μπαρκάρω.
Να πηγαίνεις Σκύρο-Ψαχνά, πού πήγαινε αυτό;
Αποδώ πήγαμε, Χαλκίδα πηγαίναμε, [00:15:00]Χαλκίδα βασικά. Ξεφορτώναμε στον Άγιο Στέφανο εκεί τα ρετσίνια. Αλλά τον χειμώνα, επειδή δεν είχε δω ρετσίνια, είχαμε πάει Χίο, Καρδάμυλα είχα πάει πάρα πολύ, στην Πάρο είχαμε πάει, Σκιάθο, Σκόπελο, γύρω γύρω δηλαδή. Απ’ το Λευκαντί φορτώναμε τούβλα, τούβλα εκείνα τα χρόνια… Ήταν το μοναδικό μέσο για τα νησιά τότες, και λιμάνια δεν υπήρχανε. Στην Πάρο, θυμάμαι, πήγα και δεν υπήρχε λιμάνι. Τώρα πήγα τελευταία και τρελάθηκα να πούμε! Στα Καρδάμυλα δεν υπήρχε μουράγιο να πιάσει δίπλα το καΐκι να βγάλει και πήγαμε τούβλα. Στην Αλόννησο τα ίδια, δεν υπήρχε μουράγιο. Μια αμμουδιά ήτανε κει και πέφταμε δίπλα. Μόλις πέφταμε δίπλα το καΐκι ξεφόρτωνε. Και 60 τόνοι καΐκι δεν ξεφορτώναμε σε ένα λιμάνι. Απ’ τη Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, σε 3 λιμάνια πιάσαμε για να τα ξεφορτώσομε, φαντάσου τι κίνηση υπήρχε τότες! Δηλαδή, 60 τόνοι καΐκι τι να χωρέσει μέσα; Μια νταλίκα δηλαδή. Τούβλα; Τα ξεφορτώναμε σε 3 λιμάνια.
Εσύ είχες εμπειρία απ’ τη θάλασσα ή…
Κοίταξε, από μικρός εγώ, μόλις γεννήθηκα, μ’ άρεσε πολύ η θάλασσα. Κι όταν φορτώναμε το καΐκι, γι’ αυτό μπαρκάρισα κιόλας εγώ. Όταν φορτώναμε το καΐκι με είχε ο πατέρας μου, ο πατέρας μου ήταν μες στη μαούνα, είχε μια μαούνα, το καΐκι έμενε πιο ανοιχτά, δεν έπεφτε δίπλα, εδώ. Δεν είχε μουράγιο κι εδώ. Φορτώναμε τη μαούνα και την πηγαίναμε πά’ στο καΐκι και με το βίντσι το φορτώναμε το καΐκι. Λοιπόν, μ’ είχε ο πατέρας μου 12 χρονών μέσα στη βάρκα και τραβάγαμε το σκοινί, τράβαγα το σκοινί και πήγαινα απέναντι. Και θυμάμαι που έγινε καβγάς γι’ αυτό, γιατί μ’ είχανε εμένα και έπαιρνα τότες 150 δραχμές μεροκάματο και οι απ’ έξω που ήτανε στους λάκκους εδώ και στα κασόνια που μεταφέρνανε με ένα καρότσι, με ένα βαγόνι που ‘χε πέρα, παίρνανε 120. Και λέει: «Ο πιτσιρικάς να παίρνει 150 κι εμείς 120;». Και τσακωνότανε πίσω. Και λέει ο πατέρας μου: «Ελάτε, όποιος θέλει να μπει μέσα. Θα τον βγάλω έξω εγώ τον μικρέ». Και μπήκε ένας μπάρμπας –να μη λέω ονόματα τέλος πάντων– αλλά το πρώτο δρομολόγιο, το δεύτερο, ζαλίστηκε, έκανε εμετό. Και πετιέται έξω, δεν ξαναμπήκε μέσα! Κι απ’ αυτό δεν έμπαινε κανένας! Κατάλαβες; Και λέει: «Να γιατί βάζω τον πιτσιρικά εγώ, γιατί δεν ζαλίζεται». Ενώ οι άλλοι μόλις μπήκανε στη βάρκα ζαλιζότανε! Δεν μπορούσαν… Βρόμαγε το νέφτι, η ρετσίνα βρόμαγε, είχε νέφτι πολύ, μύριζε. Τελείωσε.
Ο Αντώνης είναι;
Θα τα βγάλω μετά.
Τι να τα βγάλεις να τα κάνεις!
Α! Τα πεύκα που πελεκούσα, ναι.
Ναι, ναι.
Πού να τα βρεις αυτά; Πάει, τελείωσε.
Και στα 15 λοιπόν, αφού μεγαλώνεις, αποφασίζεις να πας…
Στα βαπόρια.
Να μπαρκάρεις.
Μου ‘βγαλε φυλλάδιο ο καπετάνιος αυτός, που είχα μέσα κει. Πιτσιρικάς εγώ βέβαια, δεν μπορούσα να βγάλω φυλλάδιο. Λεφτά ο πατέρας μου τότες πού να βρει; Ήθελες ενάμισι χιλιάρικο, πού να τα βρει; Ενάμισι χιλιάρικο να βγει να πάρει φυλλάδιο; Λέει ο καπετάνιος: «Άσ’ τον, θα του βγάλω εγώ». Με κράτησε 6 μήνες ο άνθρωπος κι αποκεί…Τότες, εκείνα τα χρόνια, ήταν ανθρώποι, ρε παιδί μου, ενώ τώρα δεν βρίσκεις τέτοιους ανθρώπους, οικογενειάρχες. Με κράτησε 6 μήνες, μου ‘βγαλε φυλλάδιο. Αμέσως εγώ μόλις μου ‘βγαλε φυλλάδιο έφυγα από μέσα κει. Ήρθα δω, λέω του πατέρα μου: «Καράβι να μπαρκάρω». Βρήκε έναν Γεραντώνη, πέρα απ’ το Καλικρί, κι ήτανε μάγειρας. Στα πανηγύρια, λοιπόν, που σμίγανε εκείνα τα χρόνια στον Αϊ-Μάμα, ένα βράδυ πώς τα κανονίσανε, «Θα τον πάρω εγώ μαζί μου τον μικρέ, θα τον πάρω εγώ μαζί μου τον μικρέ». Με παίρνει ο άνθρωπος, Θεός σ’χωρέσ’ του, μπαρκάραμε. Βρεθήκαμε στην Αγγλία, στο Μάντσεστερ. Λοιπόν, αποκεί Νέα Υόρκη, από Νέα Υόρκη Λος Άντζελες, Ιαπωνία. Μόλις γυρίζουμε ξανά Λος Άντζελες δεύτερο δρομολόγιο, δεν προλάβαμε να πάμε Ιαπωνία, βούλιαξε το καράβι. Λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός δεν ήξερε και μπάνιο, αλλά φόραγε το σωσίβιο και σώθηκε να πούμε. Έπεσε μες στη θάλασσα με το σωσίβιο και τον σώσαμε.
Πώς σου φάνηκε 15 χρονών να…
Εγώ δεν με στεναχώρησε αυτό το πράγμα.
Όχι, θέλω να πω τι εντυπώσεις σου προκάλεσε το Μάντσεστερ, η Νέα Υόρκη;
Ε, βέβαια! Κοίταξε να δεις, απ’ την Ατσίτσα τώρα να βρεθείς στη Νέα Υόρκη, μεγάλη υπόθεση! Αφού δεν καταλαβαίνει κανένας. Να πας να δεις εκεί, μόνο τους μαύρους που ‘βλεπα τους χάζευα, έλεγα: «Τι ανθρώποι είναι αυτοί ρε μέσα κει;». Είχα πάει στα γραφεία της εταιρείας εκεί, γιατί είχε η εταιρεία γραφεία εκεί, και ο κόσμος τότε βγαίνανε έξω, εγώ δεν ξέρω πώς, δεν μ’ άρεσε να μείνω έξω. 17 άτομα φύγανε απ’ το καράβι εκείνη την… Μόλις πήγαμε εκεί, 17 άτομα την κοπανήσανε, φύγανε.
Εντελώς;
Ναι, ψάχναμε να τους βρούμε. Πάει, τελειώσανε αυτοί, μείνανε στην Αμερική! Κι έτσι κάνανε κεινα τα χρόνια ο κόσμος. Βρίσκανε ευκαιρία να φύγουνε να πάνε στην Αμερική; Τελείωσε, δε ξαναγυρίζανε πίσω! Πολλοί μένανε κει. Για να ζήσουνε οι ανθρώποι. Εντάξει, μένα δε… Επειδή μ’ είχε κι ο μάγειρας αυτός σαν παιδί του να πούμε μέσα κει στο καράβι κι εγώ… Κοίταξε, εδώ πείναγα. Στο καΐκι που πήγα, μη τα λέμε, ο άνθρωπος ό,τι και να ‘χε, μες στο καΐκι τι να σου ‘χει να φας; Πείναγα. Όταν πήγα στο καράβι και είδα πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό, καταλαβαίνεις τώρα. Βούτυρο με μαρμελάδες, τέτοια πράγματα, ένα παιδάκι εγώ τώρα 15-16 χρονών, τρελάθηκα, λέω: «Εγώ βρήκα τη ζωή μου δω. Μια χαρά είμαι στα βαπόρια, πού να πάω στη Σκύρο;». Μετά από 3 χρόνια ήρθα πίσω.
Το ναυάγιο πώς έγινε, τι, πού πέσατε;
Το ναυάγιο πέσαμε σε κυκλώνα. Γιατί εκείνα τα χρόνια, τότε μάχονται το μεγάλο να πάνε πιο βόρεια, βόρεια, το καράβι… παλιοκάραβο τώρα, παλιοσίδερα φορτωμένο απ’ το Λος Άντζελες της Αμερικής να πάμε στην Ιαπωνία. Βρεθήκαμε ανοιχτά της Χονολουλού, 700 μίλια βόρεια. Πολύ βόρεια πάνω, γιατί όσο πιο βόρεια πας, ξέρεις, πιο κοντινό το δρομολόγιο. Όσο πιο κεντρικά πας πιο μακρινό είναι. Γλιτώνεις μέρες δηλαδή πιο βόρεια. Και κάργα πιο βόρεια, κάργα πιο βόρεια… Αντέχανε αυτά τα βαποράκια; Δεν αντέχανε τα καημένα. Άνοιξε στη μέση!
Και πώς σωθήκατε, ήτανε από πίσω…
Ήρθε και… πίσω από μας ακολουθούσε ένα άλλο της εταιρείας.
Είχατε και τύχη.
Ναι. Είχε μια μέρα καθυστέρηση ένα άλλο καραβάκι της εταιρείας και ήρθε και μας έπιασε, μας μάζεψε. Αλλά πλακώσανε κι οι Αμερικάνοι με «Ντακότα» από πάνω και μας ρίξανε βάρκες φουσκωτές, [00:20:00]μας ρίξανε εφόδια πολλά. Οι Αμερικάνοι απ’ τη Χονολουλού. Είχε βάση στη Χονολουλού η Αμερική και μόλις ακούσαν το «SOS», ήρθαν οι βάρκες, μας ρίξανε βάρκες κει με μια «Ντακότα», μπήκανε μέσα.
Μεγάλο πλήρωμα ήσασταν;
37 άτομα.
Εκεί φοβηθήκατε καθόλου ξέρω γω;
Καλά, κλαίγανε! Όλοι κλαίγανε! Και ό,τι είπα προηγουμένως, ότι η θάλασσα είναι μυστήριο πράγμα! Όλοι που μπήκανε μες στη βάρκα ζαλιστήκανε, κάνανε εμετό όλοι, από καπετάνιο μέχρι… Εγώ ήμουνα με τον καπετάνιο, γιατί στη μια βάρκα είχε μπει ο καπετάνιος, στην άλλη βάρκα είχε μπει ο δεύτερος καπετάνιος. Στη βάρκας μας ήτανε ο δεύτερος ο μηχανικός, στην άλλη ήτανε ο πρώτος μηχανικός. Λοιπόν, μόλις μπήκαμε μες στις βάρκες, ζαλιστήκανε όλοι και κάνανε εμετό! Λέει ο καπετάνιος: «Ρε παιδιά, έλεος! Τι διάολο; Πού είσαστε και;…». Κι όμως δεν μπορεί, το στομάχι του ανθρώπου δεν… με την αλλαγή.
Εν τω μεταξύ, πριν μου έλεγες ότι με τα καράβια τότε στα μπαρκαρίσματα, πού ήσουνα, στην Αίγυπτο ή στο Ισραήλ;
Α, ναι. Μετά κάναμε… Έφυγα απ’ τα υπερατλαντικά δρομολόγια που πήγαινα Ιαπωνία, Ατλαντικό-Ειρηνικό αποκεί, ήρθα δω στη Μεσόγειο. Τελευταία μου φορά λέω: «Ας πάω και δω μέσα στη Μεσόγειο καλύτερα». Το Λευκαντί που είχε την ξυλεία είχε δικά του καράβια. Και πηγαίναμε Ακτή Ελεφαντοστού φορτώναμε ξυλεία κι ερχόμαστε εδώ. Κι αποδώ φορτώναμε διάφορα και πήγαμε Αλεξάνδρεια. Και μόλις πήγαμε Αλεξάνδρεια έγινε ο «Πόλεμος των 7 ημερών». Και αρχίσανε και ρίχνανε βόμβες οι Αιγύπτιοι μέσα στο λιμάνι. Όλη τη νύχτα ρίχνανε δυναμίτη για να μη ‘ρθούνε βατράχια του Ισραήλ και τους σαμποτάρουνε, κατάλαβες; Εμ, μπορούσαμε να κοιμηθούμε; Έναν μήνα κει δεν μας αφήναν να φύγουμε, με τίποτα! Κάθε 1-2 ώρες άκουγες από κάτω και ακουγότανε μέσα στο…γινότανε χαμός! Τέλος πάντων, εντάξει αποκεί. Μόλις ήρθαμε δω πιάνουμε Θεσσαλονίκη. Πάμε Θεσσαλονίκη, με το που βγαίνουμε έξω έχουνε διαδήλωση για τη Χούντα. Είχε μαζευτεί κόσμος και πηγαίνανε να διαμαρτυρηθούνε στην Αμερικάνικη πρεσβεία. Πώς ανακατευτήκαμε μέσα κει κι εμείς πλήρωμα, δεν ξέρω, περνώντας; Πώς ανακατευτήκαμε μέσα στη διαδήλωση κει, βρεθήκαμε και κάναμε «Ου! Ου!» απ’ έξω απ’ την Αμερικάνικη πρεσβεία και πλακώνουνε τα ΜΑΤ, για πότε βρεθήκαμε στο καράβι δεν κατάλαβα! Τέλος πάντων. Κι είχα κι αυτή την εμπειρία, ναι. Με τη Χούντα. Αλλά μετά έφυγα, πήγα ξανά έξω στα βαπόρια, η Μεσόγειος δεν μ’ άρεσε. Δεν μ’ άρεσε η Μεσόγειος. Πήγα έξω, Βραζιλία. Μέχρι την Αλάσκα έχω φτάσει η χάρη μου. Βόρεια στην Αλάσκα, το βορειότερο λιμάνι της Αμερικής, στο Κίτιματ θυμάμαι πήγαμε και ήτανε ένα λιμανάκι σαν την Ατσίτσα. Είχε 300 άτομα και οι 300 ήτανε Έλληνες απ’ την Αλεξανδρούπολη. Αλλά ήτανε μουσουλμάνοι, Έλληνες μουσουλμάνοι. Αλλά μόλις είδανε την ελληνική σημαία τρελαθήκανε αυτοί. Μας αγκαλιάσανε, το βράδυ να μας βγάλουν έξω να μας πάνε, θυμάμαι, χιόνι… Το χιόνι… Μια τρύπα μες στο χιόνι, λέμε «Πού μας πάνε ρε;». Σταματήσαμε σε μια πλατεία, έριχνε χιόνι αλλά δεν κόλλαγε κάτω, το έπαιρνε ο αέρας. Ήτανε τόσο σφιχτό, σαν σαπούνι Tide ήτανε. Και στις άκρες όμως όπου απάγκιαζε γινότανε χαμός. Μες στο χιόνι μια τρύπα. Μπαίνουμε μέσα, μια μπυραρία, Παναγία μέσα κει! Τι παιχνίδι ήθελες; Ποδοσφαιράκια, χαμάδες, τι παιχνίδι ήθελες τα είχε μέσα. Όλοι με τις φανέλες, γυμνοί. Μες στη μέση ένα μπαρ και φτιάχνανε τοστ, φτιάχνανε τέτοια και πήγαινες κι έπαιρνες άμα ήθελες. Πάω κι εγώ να πάρω. Μου ‘πε αυτή στα εγγλέζικα «Θέλεις τσίλι;», εγώ δεν κατάλαβα, της είπα, το 'καμα το κεφάλι «Ναι». Μου κοπανάει τσίλι μέσα, πάω να το φάω, ζεματίστηκα! Λέω «Γαμώτο!». Της λέω «Βάλε ένα λουκάνικο, τοστ με λουκάνικο». «Ωραίο» λέω, νόμιζα ότι ήτανε σάλτσα. Μου λέει «Να σου βάλω τσίλι;» «Βάλε» της λέω. Ε, ρε Παναγία μου, λωλάθηκα! Αλλά από τότες έμαθα και τρώω την πιπεριά! Αλλά αυτό μου ‘χει μείνει εμένα στη ζωή μου, που ‘χω γυρίσει όλον τον κόσμο! Όλον τον κόσμο τον έχω γυρίσει.
Σ’ αρέσανε τα ταξίδια;
Μ’ αρέσανε τα ταξίδια, πολύ! Γκαζάδικα δεν πήγαινα. Δεν πήγαινα; Γιατί δεν καθότανε στο λιμάνι, ξεφορτώνανε πολύ γρήγορα. Δεν έβλεπες, δεν πατούσες στεριά. Ενώ τα φορτηγά καθότανε, τουλάχιστον μια βδομάδα θα καθότανε.
Οπότε προλάβαινες να δεις.
Προλάβαινες να βγεις έξω, να πας. Στην Αμερική τελευταία, τώρα τελευταία οι Αμερικάνοι είχανε εξευγενιστεί πολύ. Στέλνανε βανάκια και σε παίρνανε και σε πήγαιναν σε εκκλησίες. Η καθολική εκκλησία, κατάλαβες; Ναι, ξέρανε 06:00 η ώρα εμείς σχολνάγαμε το απόγευμα κι έβλεπες ένα βανάκι από κάτω και λέει «Παιδιά όποιος θέλει να ‘ρθεί να πάει στην εκκλησία να προσκυνήσει» ξέρω γω. Πηγαίναμε στην εκκλησία αλλά δεν μπαίναμε μέσα, ούτε κερί να ανάψουμε, στρίβαμε εμείς! Είχε η Αμερική εξελιχθεί πολύ τώρα τελευταία, δεν ξέρω. Τώρα βέβαια έχω 40 χρόνια να πάω.
Απ’ αυτά τα 15 χρόνια που ‘σουνα στα καράβια, ποια χώρα ή ποιο ταξίδι σου ‘χει μείνει έτσι πιο πολύ στο μυαλό να σου αρέσει;
Κοίταξε, όταν… σαν παιδί πιο μπροστά, όταν ξεκινήσαμε ναυαγήσαμε και πήγαμε στην Ιαπωνία. Η Ιαπωνία κει σε τρελαίνει. Η Ιαπωνία έχει μεγάλη διαφορά απ’ τους Ευρωπαίους και από τους Αμερικάνους. Πήγαινες σε μπαράκι να πιεις καφέ, με το που έμπαινες μέσα σου ‘δινε πετσέτα. Αποστειρωμένη, μες σε νάιλον. Το χειμώνα ήτανε ζεστή, καυτή, και το καλοκαίρι ήτανε παγωμένη. Και έκανες το πρόσωπό σου, σκουπιζόσουν. Περιποίηση, τα πάντα. Όταν πήγα γω το ’64, πεινάγανε. Ερχότανε στο καράβι, κει στην κουζίνα που ήμουνα βοηθός μαγείρου και [00:25:00]ζητιανεύανε οι ανθρώποι. Πετάγαμε τα απορρίμματα εμείς που ‘χαμε πίσω στο καράβι, ένα βαρέλι και το αδειάζανε, και πέφτανε όπως πέφτουνε οι γλάροι. Όπως πέφτανε οι γλάροι πέφτανε στο βαρέλι για να φάνε οι άνθρωποι. Το ’64. Όταν πήγα το ’72, τελευταία φορά που πήγα, δεν καταδεχόταν να τους δώσεις τσιγάρο! Τσιγάρο να τους έδινες δεν παίρνανε! Καταλαβαίνεις, πολύ περήφανος λαός, πολύ, πώς το λένε, υπάκουοι. Ό,τι λέει ο νόμος, ό,τι λέει, τα πάντα. Πού οι Ευρωπαίοι; Από τότες εγώ θυμάμαι που φοράγανε μάσκες. Έμπαινα σε λεωφορείο και μερικοί φοράγανε μάσκες. Και ρωτάω: «Γιατί φοράνε μάσκες ρε αυτοί;», «Γιατί είναι άρρωστοι και να μην κολλήσουνε τους άλλους» λέει. Ενώ εμείς άμα είμαστε άρρωστοι την πετάμε την μάσκα για να κολλήσουμε και τους άλλους, αυτό κάνουμε εμείς! Έτσι είμαστε εμείς. Άλλη νοοτροπία αυτοί!
Άρα λοιπόν η Ιαπωνία ήταν αυτή που σου ‘χει μείνει περισσότερο…
Πολύ μεγάλη χώρα, ναι, πάρα πολύ η χώρα αυτή η Ιαπωνία ήτανε.
Έχεις πέσει και σε πειρατές και σε τέτοια;
Έχουμε πάθει πειρατεία… Όχι, δεν θα το έλεγα πειρατεία, αλλά στη Βενεζουέλα - Νέα Ορλεάνη που έκανα 2 χρόνια ταξίδια, πήραμε ένα πλήρωμα απ’ τη Βενεζουέλα, απ’ το Πόρτο Καβέλιο, δεν θυμάμαι τώρα. Πολλούς παίρναμε, είχαμε πλήρωμα, απ’ αυτούς. Γιατί τελευταία τα βαπόρια αυτό είχανε πάθει, πιο πολλοί ήτανε οι ξένοι παρά οι Έλληνες. Κι εγώ όταν έφτασα λοστρόμος, να πούμε, στα βαπόρια ήξερα 7 γλώσσες. Για να συνεννοείσαι με το προσωπικό, κατάλαβες; Τι θέλεις, Αιγύπτιους, Πακιστανούς, Λατινοαμερικάνους; Τι ήθελες μέσα; Ό,τι ήθελες. Λοιπόν, πώς πήραμε πλήρωμα αποκεί απ’ τη Βενεζουέλα, απ’ το Πόρτο Καβέλιο, δεν προλάβαμε να φύγουμε. Σουρούπωμα έφυγε το καράβι, τα μεσάνυχτα 12:00 η ώρα να πλακώσει ένας και να βάζει μπροστά μας πυρομαχικά, φωτιστικά, να σταματήσει το καράβι. Σταματάει το καράβι, μας κάνανε σινιάλο να γυρίσουμε πίσω. Γυρίζουμε πίσω, πλακώσανε εκεί μέσα ο στρατός, γιατί Χούντα είναι, η Λατινική Αμερική όλη Χούντα έχει. Πλακώνει ο στρατός μέσα κει λέμε κι εμείς: «Πω!», είχαμε κρύψει τσιγάρα μας, γιατί όλοι κρύβαμε τα τσιγάρα μας. Καλά, ορισμένοι μπορεί να ‘χανε και χασίσια αλλά τέλος πάντων. Όλοι είχαμε κούτες τσιγάρα κρυμμένα, για το τελωνείο να μη μας τα πάρουνε. Λέμε: «Ε, τους πούστηδες, για τα τσιγάρα έρχονται», αλλά αυτοί ήρθανε απάνω, μας μαζέψανε στην τραπεζαρία. Πήρανε αυτόν που είχαμε μπαρκάρει και μας αφήσανε και φύγαμε, τελείωσε. Τώρα τι ήτανε αυτός, κατάσκοπος ήτανε, τι ήτανε, ανεπιθύμητος ήτανε, τι ήτανε δεν ξέρω. Δεν μάθαμε.
Για να σου κάνω άλλη μια ερώτηση έτσι για τα καράβια. Καββαδία διαβάζατε;
Δεν διαβάζαμε εμείς, αλλά… Δεν διαβάζαμε, δεν είχαμε ποτέ, με την Ελλάδα τότε δεν είχε τα μέσα. Η Χούντα όμως, η Χούντα που λέγανε η Χούντα, υποχρέωνε τον Μαρκώνη τότες κάθε πρωί να μας βγάζει εφημερίδα, δηλαδή τα δικά τους νέα, κατάλαβες; Η Χούντα. Μας έστελνε κάθε πρωί ο Μαρκώνης, μας έφερνε 10-20 λέξεις να πούμε για τα νέα της Ελλάδος. Τίποτα, πού να τα μάθουμε εμείς αυτά;
Ωραία. Και το 1980 λογικά, άμα τα βγάζω σωστά, γυρνάς στη Σκύρο.
Το ’79, ναι.
Γιατί αποφάσισες να σταματήσεις τα καράβια;
Ε, ήμουνα σχεδόν 30 χρονών. 28 χρονών ήμουνα. Για τα καράβια, πρώτον δεν έβρισκες Έλληνες μέσα, οι Έλληνες ήτανε αξιωματικοί και πάνω, εγώ ήμουνα λοστρόμος, κατώτερο πλήρωμα. Λοιπόν, κοιμόσουνα, έτρωγες με αραπάδες, ο διάδρομος μέσα βρώμαγε κρεμμύδια. Αυτοί οι Αιγύπτιοι ειδικά τους αρέσει πολύ το κρεμμύδι και μαγειρεύανε και σκυλοβρόμαγε το καράβι. Δεν μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί τους. Άρχισες πια να φοβάσαι και για τη ζωή σου. Πού να του μιλήσεις να του πεις ή να του πεις ότι δεν έκανες καλά τη δουλειά αυτή; Ή «Πήγαινε δω να κάνεις αυτή τη δουλειά» και «Γιατί στέλνεις εμένα και δεν στέλνεις τον άλλον;» και παράπονα, κατάλαβες; «Εμένα με βάζεις πά’ στο άλμπουρο και δεν βάζεις τον άλλον;». Και λες: «Τι τα θέλω; Δεν πάνε στο διάολο να φύγουνε». Αφού ήρθα εδώ λοιπόν και πήγα και στο τσιμεντάδικο Χαλκίδος τελευταία αφού…
Στο;
Στο τσιμεντάδικο Χαλκίδος. Και έπιασα 1 χρόνο εκεί έκατσα. Δούλεψα εκεί συντηρητής μηχανημάτων. Λάδωνα, γράσωνα τα μηχανήματα που είχε το τσιμεντάδικο μέσα, 1 χρόνο. Στον χρόνο απάνω ήρθα δω για καλοκαίρι και ήτανε η εταιρεία εδώ, η ΜΟΜΑ. Ήταν η ΜΟΜΑ, το ’77, ΄78 ήτανε; Δεν θυμάμαι ακριβώς. Εν πάση περιπτώσει. Και πήγα κι έπιασα δουλειά εκεί στη ΜΟΜΑ σε συνεργείο. Έφυγε η ΜΟΜΑ, αλλά έβγαλα εγώ στη Χαλκίδα που ήμουν δίπλωμα οδήγησης, επαγγελματικό δίπλωμα. Και δούλευα και κει, καμιά αγγαρεία έκανα στα τσιμεντάδικα. Κι έρχομαι εδώ και μόλις ήρθε η ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ πήγα και έπιασα οδηγός, μέσα δω. Κι έκατσα μέχρι το ’90 σχεδόν, πότε έφυγε ο «Ποσειδώνας»; 8 χρόνια έκατσα. 8 χρόνια έκατσα μέσα κει οδηγός. Το ’88 που βγήκε το ΠΑΣΟΚ, πότε βγήκε το ΠΑΣΟΚ το ’85-‘86; Μέσα εκεί. Ο «Ποσειδώνας» ήτανε Νεοδημοκράτες, ο Καλογιάννης ήταν αφεντικό. Ο «Καλπογιάννης» που λέγανε, που ‘κλεψε την κάλπη, αυτός ήτανε αφεντικό.
Κι εδώ πέρα τι; Φτιάχνανε τους δρόμους ξέρω γω; Τα κτήρια;
Αυτοί, ο Καλογιάννης έκανε το κρηπίδωμα κάτω.
Α, ναι. Το κρηπίδωμα μου ‘πες με το νησί, το είπες πριν, συγγνώμη.
Η ΕΔΟΚ ΕΤΕΡ έφτιαχνε τα καταφύγια. Πολλά τσιμέντα εκεί, μπετά, πολλά. Ο Κούρος έφτιαχνε αγωγούς, για αποχετεύσεις που χρειαζότανε. Είχε πολλές εταιρίες μέσα, ναι. Είχε πολλή δουλειά. Το αεροδρόμιο δουλεύανε…300 άτομα θα δουλεύανε μέσα κει. Πολλά άτομα. Από ξένοι βέβαια, όλοι ξένοι, όλοι ξένοι.[00:30:00]
Είχατε προτάσεις, δεν ξέρω, ρωτάω, να γίνετε στρατεύσιμοι τίποτα τέτοιο;
Όχι, όχι, δεν ήταν. Πολιτικά ήταν όλοι αυτοί εκεί μέσα, δεν ήτανε. Η ΜΟΜΑ διέλυσε καταρχήν.
Διαλύθηκε, ναι.
Διαλύθηκε η ΜΟΜΑ, γι’ αυτό είναι το κακό. Ήτανε μεγάλη ζημιά για την Ελλάδα, δεν έπρεπε να τη διαλύσουνε τη ΜΟΜΑ. Αυτή, βέβαια, ήρθε εδώ, ξεκίνησε τους δρόμους. Εδώ το αεροδρόμιο δεν είχε δρόμο, από το λιμάνι τώρα δω κάτω που είναι η Κυρά Παναγιά ξεφορτώνανε τα μηχανήματα αρχικώς για να πάνε απάνω. Δεν υπήρχε δρόμος, αυτή την άνοιξε, η ΜΟΜΑ τον άνοιξε. Θυμάμαι κάτι παιδιά που βάζανε δυναμίτες, και μου βάλανε κι εμένα να ανοίξω το πηγάδι εδώ γιατί δεν είχα, δεν είχαμε νερό. Με τα χέρια προσπαθούσαμε να ανοίξουμε, βρήκαμε βράχια, δεν μπορούσαμε. Κι αποκεί πήρα τη ΜΟΜΑ, ένα συνεργείο, και έρχεται κει βάλανε δυναμίτες και ανοίξαμε το πηγάδι, αλλιώς δεν θα ‘χαμε ούτε νερό.
Γινότανε δουλειά δηλαδή.
Γινότανε λέει; Μεγάλη δουλειά η ΜΟΜΑ, πάρα πολύ! Πάρα πολλή δουλειά! Κι έβγαζε και τεχνίτες. Πιτσιρίκια από 15 χρονών τα προσλάμβανε και τα μάθαινε χειριστές, τα μάθανε μηχανικούς, τα μάθαινε τα πάντα.
Η ΜΟΜΑ ήτανε το πρώτο άνοιγμα, άμα ισχύει τώρα αυτό που θα πω, δεν ξέρω, τουριστικό σε ό,τι αφορά να έχει και τον χειμώνα…
Είχε, ναι, αφού είχε εργαζόμενους. Και βγαίνανε έξω οι ανθρώποι, πού να βρούνε εστιατόρια τότες; Δεν υπήρχανε. Δυο εστιατόρια υπήρχανε, ο «Καμπανέρα» ο Τσελεπής ο Γιώργης, η Άννα Παπαγρηγόρη είχε στο κέντρο ένα της αγοράς εκεί, δεν υπήρχανε εστιατόρια. Αλλά είχε και μέσα στο αεροδρόμιο μετά δημιουργήθηκε εστιατόριο. Και ο Μαυρίκος μετά απ’ έξω μεριά. Μετά τους βγάζανε απ’ έξω απ’ το αεροδρόμιο, απ’ έξω απ’ το αεροδρόμιο ήτανε ένας Μαυρίκος, έχει πεθάνει κι αυτός τώρα, κι αυτός το ‘χε κάνει εστιατόριο.
Ο Κουνούσος το ‘χε κάνει εστιατόριο μέσα κει. Υπήρχανε εστιατόρια γιατί είχε ανάγκες ο κόσμος. Είχε κόσμο, πολύς κόσμος! Πιο πολλοί ήταν εργένηδες.
Εκεί ξεκίνησε δηλαδή να φτιάχνονται δωμάτια;
Μετά αρχίσαμε να κάνουνε, ναι. Αφού ξαπλώνανε κι αυτοί, φέρναν και τους δικούς τους. Κι εγώ αναγκάστηκα και τ’ άνοιξα μαγαζί εδώ, δεν θα το ‘κανα εγώ ποτέ μαγαζί.
Πότε το άνοιξες;
Εγώ... Μόλις παντρεύτηκα και μετά. Το ’81 παντρεύτηκα.
Α, τότε παντρευτήκατε;
Ναι, το ’81.
Μα ερχότανε δω και δεν μπορούσες να κοιμηθείς το μεσημέρι. Ερχότανε «Καφέ», «Μακαρόνια». Σκέτα μακαρόνια τους τα βάζαμε και τα τρώγανε, καταλαβαίνεις. Αβγά; «Πού 'ν' τα;» λέει. Ερχότανε τουρίστες δηλαδή. Με τα πόδια πιο πολύ, δεν υπήρχε δρόμος τότες.
Εδώ οι «Αντρικόπουλοι» που λέμε, πότε ξεκινήσανε;
Ναι, το ’84 έφερε το πρώτο γκρουπ.
Άρα εσύ που ‘χες γυρίσει, κοσμογυρισμένος, δεν σου ‘κανε και τρομερή εντύπωση φαντάζομαι μετά;
Για τον τουρισμό; Όχι! Ούτε τον ήθελα εγώ τον τουρισμό, δεν ήθελα. Αλλά μ’ αναγκάσανε. Κι αφού έβλεπα ότι αφήνανε και 5 φράγκα, εντάξει, το κέρδος πάντα ο καθένας το εκτιμάει. Άρχισα, αφού μένανε κάτι κέρδος, άρχισα να κάνω δωμάτια. Έκανα δωμάτια από πάνω, σκοτωμός να τα νοικιάσουνε! Πιάνω βγάζω απέναντι κάτι άλλα δωμάτια, σιγά σιγά το ‘κανα, τέλος πάντων, 20 και δωμάτια εκεί απάνω. Και δόξα τω Θεώ καλά πάει, εντάξει.
Θέλω να πω όμως ότι, απ’ όσο βλέπω κι εγώ που ‘ρχομαι δω πέρα στην Ατσίτσα τα τελευταία χρόνια τα καλοκαίρια, την προσέχουνε την παραλία και…
Οι Εγγλέζοι είναι πολύ…Κοίταξε, τους έχουνε βγάλει «Το τρελάδικο», έτσι το λένε, άμα ακούσεις όλους τους Σκυριανούς, «Το τρελάδικο» το λένε. Μα δεν είναι τρελάδικο, εδώ είναι άνθρωποι, όλοι, μορφωμένοι. Όλοι. Και με ονόματα σοβαρά που ‘μείς δεν τα ξέρουμε, περασμένα σε μεγάλες τέτοιες. Τέλος πάντων. Οι ανθρώποι μαζεύουν από μια σακούλα κάθε πρωί και μαζεύουν τα σκουπίδια μέσα απ’ τους δρόμους. Ήρθε ποτέ ο δήμαρχος να καθαρίσει τον δρόμο εδώ; Εδώ, ας βρεθεί ένας δήμαρχος απ’ όσους έχουνε περάσει, να πω ότι ήρθε και σκούπισε τον δρόμο ή την παραλία. Κανένας δήμαρχος δεν περνά. Μόνο τα φώτα, μόλις τους πεις ότι «Δεν έχω φώτα» έρχονται και τ’ αλλάζουνε. Αυτή η δημαρχία, η προηγούμενη δεν πέρναγε. Ούτε φώτα. Εγώ πήγα και αγόραζα λάμπες και προσπαθούσα να τις αλλάξω. Αυτή η δημαρχία, τώρα, για τα φώτα ειδικά θέλω να πω ότι είναι πάρα πολύ ωραίοι, μπράβο τους.
Εκεί λοιπόν το ’81 που παντρευτήκατε και κάνεις και το μαγαζί ξεκίνησε και τα ψαρέματα;
Ναι, ψαρέματα ναι, πήγαινα. Ένα βαρκάκι είχα, χωρίς κουπιά! Είχα ένα βαρκάκι χωρίς κουπιά και αναγκάστηκα και πήγα σε έναν μάστορα εδώ, μαραγκό, και του λέω: «Ρε ‘σύ φίλε θέλω κουπιά να φτιάξω, έχω μια βάρκα» και μου λέει: «Πόσα μέτρα είναι;», λέω: «Πώς να την μετρήσω;», «Πάρε ένα σκοινί», δεν είχα μέτρο. Και παίρνω ένα σκοινί και του το πήγα και του λέω: «Αυτά είναι τα μέτρα» και μου ‘κανε κουπιά! Κατάλαβες; Λοιπόν, τότες όμως είχε πολλά ψάρια ρε παιδί μου, δεν ξέρω. Πάω και ζητιάνεψα τότες ένα δίχτυ, από έναν μπάρμπα κει κάτω στο Μώλος, τον Κοντοβράτση, και μου ‘δωσε ένα δίχτυ που το ‘χε για ξήλωμα, όχι για να ψαρεύει. Και μου λέει: «Θα μου φέρεις τα φελομόλυβα». Κι εγώ πήγαινα και το ‘ριχνα εδώ λοιπόν με τα κουπιά κι έβγαζα ψάρια, όχι αστεία! Έβγαζα ψάρια και έτρωγα και πούλαγα. Λοιπόν, μετά άρχιζα «Κάτσε να μάθω και τη δουλειά» να πούμε, άρχιζα να μεγαλώνει η δουλειά μου. Αγόρασα καΐκι, αγόρασα βάρκα με μηχανή, βάρκα αρχικώς με μηχανή, μετά αγόρασα [00:35:00]ένα καΐκι από έναν μπαρμπα-Αποστόλη από κάτω κει απ’ το Μώλος. Αλλά δεν ήξερα να αρματώνω, να μπαλώνω δίχτυα. Και πήγα, ήρθανε… Ήτανε τότε εκείνα τα χρόνια εδώ, μέσα στο λιμάνι εδώ, έβλεπες το καλοκαίρι 10 καΐκια Αλοννησιώτικα. Οι Αλοννησιώτες φάγανε τη Σκύρο, τη φάγανε από αστακούς και από ψάρια, την καταστρέψανε! Αφήνανε τα δίχτυα κάτω και φεύγανε πηγαίνανε στην Αλόννησο 3 μέρες και μετά από 3 μέρες γυρίζανε. Καταλαβαίνεις τώρα τι φθορά γινότανε απάνω εκεί. Τα βράδια πίναμε εδώ κάνα κρασί και τους παρακάλεσα να μου δείξουνε πώς αρματώνουνε και πώς μπαλώνουνε. Και βοηθήσανε και ορισμένοι Σκυριανοί γιατί, να μη λέω ποιοι και ποιος. Ερχότανε κάτω πίναμε κάνα κρασί και μου παραγγέλνανε και πώς να τα φτιάξω. Σιγά σιγά έμαθα και τώρα, φέτος, έφτιαξα 2 χιλιάδες οργιές δίχτυα, μόνο φέτος, άσε… Όλα μου τα χρόνια έχω φτιάξει δεν ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες οργιές δίχτυα, εν πάση περιπτώσει. Πήρα δεύτερο καΐκι, μεγάλο, 10 μέτρα, ξύλινο. Αλλά ο Κατρούγκαλος με ανάγκασε και το πούλησα.
Φόρος;
Φόρους; Από 600 ευρώ που πληρώναμε τον χρόνο, το ‘χανε πλαφόν, να πούμε, 600 ευρώ το σκάφος, κατάντησα να πληρώνω 6 χιλιάδες!
Τον χρόνο;
Τον χρόνο. Γιατί από 600 το ‘καμε τρεις χιλιάδες. Και τρεις η προκαταβολή που έβαλε; Εκεί ήτανε η μεγάλη ζημία και η καταστροφή! Δεν τον έφτανε που το έκανε από 600 τρεις χιλιάδες, έβαλε να πληρώνουμε προκαταβολή και για τον επόμενο χρόνο. Και πώς θα ζω, ξέρω ρε αν θα ζήσω τον επόμενο χρόνο και μου βάζεις άλλα τρία; Κι έγινε 6 χιλιάδες. Πού να βγει; Αναγκάστηκα και το πούλησα το μεγάλο καΐκι. Κι έχω τώρα ένα άλλο πλαστικό, το ‘χω δω απ’ έξω αραγμένο, ο γιος δηλαδή το ‘χει, γιατί ‘γώ τα παράτησα όλα, τώρα βγήκα σε σύνταξη, τελείωσε.
Η θάλασσα έχει αλλάξει;
Πάρα πολύ! Πάρα πολύ. Με 100 οργιές δίχτυα βγάζαμε τότε να πούμε 100 κιλά ψάρια, τώρα για να βγάλεις 100 κιλά ψάρια πρέπει να βάλεις 10 χιλιάδες οργιές δίχτυα! Πάρα πολύ.
Και γενικά και η καθαρότητά της, ξέρω γω…
Και η καθαρότητά της… μπορώ να σου πω από σκουπίδια δεν είναι όσο τα παλιά χρόνια που πετάγανε ανεξέλεγκτα τα καράβια που περνάγανε απάνω κάτω. Έχει ακόμα άμα δεις νάιλον σακούλες και τώρα, αλλά όχι όπως πιο παλιά. Τα παλιά χρόνια, δηλαδή θυμάμαι εγώ, πάρα πολλή πίσσα. Τα λάδια τα πετάγανε μες στη θάλασσα τότες τα βαπόρια. Εμ μπορούσες να κάνεις μπάνιο απ’ την πίσσα, απ’ τα λάδια; Τώρα οι σακούλες τα νάιλον, αυτά, εντάξει έχει ακόμα πολλά, δεν μπορείς να πεις. Σακούλα έχει πάρα πολύ. Αλλά την πίσσα δεν, σταματήσανε οι πίσσες που δεν μπορούσες να κάνεις στην παραλία μπάνιο. Πού να κάνεις μπάνιο;
Αυτό που είπες πριν για τους αστακούς, γενικά υπάρχει μια υπεραλίευση, δεν υπάρχει τα τελευταία χρόνια;
Ναι, υπεραλίευση υπάρχει ακόμα και σήμερα. Υπάρχουν ορισμένοι, τι να τους πεις δεν ξέρω, γιατί…
Υπήρχε τα παλιά τα χρόνια ένας νόμος. Εγώ θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, πριν 50 χρόνια, πριν 40 χρόνια, απαγορευότανε ο αστακός από 15 Αυγούστου μέχρι 15 Μαρτίου, τώρα αυτό έχει εκλείψει. Δεν το υπολογίζει κανένας!
Απ’ όσο γνωρίζω τώρα, από 1η Σεπτέμβρη…
1η Σεπτέμβρη, λένε, απαγορεύεται. Πού απαγορεύεται; Μετά απ’ τα 6 μίλια επιτρέπεται!
Α, ναι; Α, δεν το ‘ξερα!
Ε, βέβαια! Στα 6 μίλια, λέει, είναι διεθνές τα ύδατα.
Να ‘χουμε να λέμε δηλαδή.
Ναι. Και πάμε δηλαδή εμείς με τους αστακοί στο λιμάνι και λέει: «Πού τους έπιασα; Στα 6 μίλια ανοιχτά, πού να τους βρω;». Τι να του πεις;
Ρε συ Αντώνη, παλιά, γιατί τώρα ο αστακός έχει γίνει πολύ «γκουρμεδιάρικο» πιάτο, παλιά τον είχανε, άμα θυμάσαι σαν παιδί κι εσύ, ξέρω γω.
Δεν τον ξέρανε.
Δεν τον τρώγανε δω πέρα οι ανθρώποι;
Δεν τον ξέρανε!
Πότε ξεκίνησε όλος αυτός ο ντόρος;
Σιγά σιγά ο τουρισμός, ο ένας με τον άλλονε μάθανε αστακομακαρονάδα. Αλλά δεν ξέρουνε και πώς τη φτιάχνουνε, κανένας δεν ξέρει, ο καθένας τη φτιάχνει όπως θέλει. Εγώ θυμάμαι τα καΐκια που ερχότανε, σου λέω τότε παλιά, μικρός, πιτσιρικάς εδώ, πριν να ‘ρθούνε οι Αλοννησιώτες ακόμα, πιτσιρικάς. Κι ερχότανε με τα βαρκάκια εδώ, όχι με μηχανές, με τα κουπιά ερχότανε, από πάνω οι Μωλιότες, κατεβαίνανε δω με τα κουπιά να ψαρέψουνε οι ανθρώποι κι είχανε από ένα διχτάκι. Ένα διχτάκι είχε ο καθένας μες στη βάρκα του και βγάζανε αστακοί, βγάζαν αστακοί και όσοι ήτανε κομμένοι κομμάτια, σπασμένοι, τους ρίχνανε μες σε ένα καζάνι κι έναν πιτσιρικά βάζανε κει –γιατί αυτοί είχανε δουλειά– να τα νετάρουνε τα δίχτυα. Και όποιοι ήταν πιτσιρικάδες, γιατί από 10 χρονών τα παίρνανε τα παιδιά τους μαζί, ανάβανε φωτιά κει απ’ έξω, βάζανε ένα καζάνι και ρίχνανε τα κομμάτια, ό,τι ήταν κομμάτια, αστακοί μέσα και ρίχνανε και τα μακαρόνια τα ανακατεύανε, λίγο κρεμμύδι…
Ή μανέστρα, τι είχανε οι ανθρώποι, ό,τι είχανε, ναι. Ζυμαρικό ό,τι είχανε.
Και μόλις νετέρνανε να φάνε το μεσημέρι οι ανθρώποι, αυτό ήτανε το φαΐ τους, η αστακομακαρονάδα. Όχι από…τους καλούς, τους γερούς τους βάζανε, είχανε μάντρα εδώ, εδώ στη γωνία από κάτω, κει πέρα, είχανε αστακόμαντρα.
Για πότε μιλάς;
Μιλάμε το ’55.
Άρα και τότε ψαρεύανε, και το ’50 ψαρεύανε, αστακούς εννοώ.
Ναι, αυτό λέμε. Με αστακούς δουλεύανε. Παλιά και οι δικοί μας να φεύγουνε να πηγαίνουν στα Λιαδρόμια, απέναντι, να ψαρεύουνε, όχι εδώ.
Τα Λιαδρόμια ποια είναι;
Απέναντι, τα ακατοίκητα που είναι τα νησιά, εδώ. Σκάτζουρα, Κυρα-Παναγιά, Γιούρα, αυτά εδώ απέναντι. Εκεί πηγαίναν και ψαρεύανε όλοι. Είχε μια ανεμότρατα, μια μηχανότρατα και τους τα ‘παιρνε τα ψάρια. Αστακοί τους βάζανε… ψαρεύανε αστακοί, γιατί δεν χαλάγανε. [00:40:00]Τα ψάρια τι να τα κάνανε; Χαλάγανε. Και είχανε μια αστακόμαντρα εδώ πέρα. Και θυμάμαι μια φορά που ήμουνα πιτσιρικάς κάποιος έβαλε, μπήκε ένα χταπόδι μέσα και ψοφήσανε όλοι! Και μας τους χαρίζανε δω απ’ έξω και είχαμε θέρος, θυμάμαι, και φάγαμε για πρώτη φορά. Δηλαδή εγώ έφαγα στο θέρος αστακό! Και μου ‘χανε δώσει ένα κόκκαλο και το ‘γλειφα. Ήμουν πιτσιρικάς. Αλλά θυμάμαι μες στο χωράφι που φάγαμε, γιατί ο παππούς μου ήτανε καφετζής σου λέω εδώ και πηγαίνανε, όλοι εκεί καταλήγανε και τον γνωρίζανε και του τα δίνανε έτσι να τρώνε. Του δίνανε αστακούς, του δίνανε ψάρια, τα πάντα.
Εσύ σαν ψαράς εδώ στη Σκύρο γύρω γύρω πας ή πας και αλλού σε άλλα νησιά;
Ναι, δεν προλαβαίνω να πάω. Κι εδώ από τον Άγιο Φωκά μέχρι τις Ποδιές, εδώ Αμφιτρίτη. Εδώ γύρω γύρω, δεν μπορώ να πάω μακριά εγώ, δεν προλαβαίνω γιατί δεν είμαι καθαρός επαγγελματίας εγώ. Εγώ για το μαγαζί δουλεύω πιο πολύ, εντάξει. Αλλά τη δουλειά τη μάθαμε τέλεια δηλαδή, εντάξει, τώρα έχουμε σύγχρονα εργαλεία. Τώρα βλέπεις μέσα βυθόμετρα που σου δείχνει και που είναι ο ψάρι. Λοιπόν, τι ψάχνεις να βρεις τώρα;
Γενικά, από μέρους σου, όλη αυτή την ανάπτυξη του τουρισμού στη Σκύρο πώς τη βλέπεις;
Καταστροφή της γης! Εντάξει, καλό είναι, όλος ο κόσμος ευημερεί με αυτό το πράγμα, με τον τουρισμό, αλλά είναι και πώς να πούμε ρε παιδί μου, ξέρω ‘γώ, τι να πούμε; Τι να πω; Καλά είναι, αλλιώς πώς θα ζώσαμε άμα δεν υπήρχε ο τουρισμός; Είναι όπως λένε αυτοί «Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδος», εντάξει. Αν δεν είχε τουρισμό θα πεινάγαμε, γιατί θα πεινάγαμε; Γιατί η φύση δεν πάει καλά. Δεν αποδίδουν τώρα πλέον τα χωράφια όπως εκείνα τα χρόνια. Θα μου πεις, γιατί δεν καλλιεργείς το χωράφι σου να ζήσεις; Μα δε, και να το καλλιεργήσω τώρα, δεν ζεις. Γιατί δεν αποδίδει η φύση, έχει καταστραφεί η φύση! Έτσι, κατάλαβες; Έχω 3 στρέμματα αμπέλια πάνω στο Τριφάδι το καλλιεργώ όσο μπορώ, το σκάβω, το περιποιούμαι, το δείχνω. Παλιά μου ‘βγαζε 5 τόνοι κρασί, τώρα θα μου πεις, γέρασε κιόλας, εντάξει, εγώ το ανανεώνω κάθε χρόνο το αμπέλι. Και τώρα μου βγάζει ενάμιση τόνο. Γιατί δεν βρέχει, τον Απρίλιο Μάιο δεν βρέχει. Τι να σου αποδώσει αυτό το πράγμα; Δηλαδή από τώρα αν θα σταματήσουν οι βροχές μέχρι τον Σεπτέμβρη που θα το τρυγήσω εγώ δεν πίνει νερό, πώς να σου αποδώσει; Για να γίνεις κτηνοτρόφος, να γίνεις αγρότης δηλαδή. Κτηνοτροφία; Πρέπει να τ’ αγοράσεις για να ταΐσεις, αλλιώς δεν έχει η φύση να φάνε, πού να τα πας; Και να πας να τα αγοράσεις; Πέρσι το κριθάρι είχε 13 το τσουβάλι, φέτος πήγε 18! Πού να βγεις;
Παντού αύξηση.
Αν δεν βάζανε κι αυτή την επιδότηση που δίνουνε κάνα χιλιάρικο; Ήτανε όλος κόσμος… Όλος ο κόσμος είναι για απελπισία. Ο τουρισμός είναι αυτός που αποδίδει. Θα μου πεις έχει και τα κακά του, αλλά εμείς τα κακά του δεν τα βλέπουμε, βλέπουμε τα καλά του, εντάξει. Πολύ καλά.
Εσύ είπες έχεις και πρόβατα, έχεις και αμπέλια, καταπιάνεσαι…
Τα πάντα λέω! Έχω πρόβατα, 50 και, έχω 3 στρέμματα αμπέλι, έχω δω το καΐκι, έχω τα δωμάτια, δω το ξενοδοχείο, έχω την ταβέρνα. Και πάλι τα φέρνω δύσκολα. Γιατί; Γιατί οι εφορίες ρε παιδί μου! Αυτές οι εφορίες σε ρημάζουνε. Το ρεύμα; Το ρεύμα άσε που μου ‘καψε προχτές. Έπεσε ένας κεραυνός και φέρνω τον ηλεκτρολόγο κάτω γιατί κάηκε το ένα ψυγείο, κάηκε το μοτέρ της γεώτρησης, και τι μου λέει; «Εδώ έχετε πειράξει το ρολόι» λέει. «Τι λες ρε; Πείραξα εγώ το ρολόι και καήκανε τα ψυγεία μου; Σοβαρολογείς;» του λέω. «Ναι, έχετε βάλει χέρι εδώ». Και λέει στον συνέταιρο: «Πήγαινε ρε σήκωσε το ουδέτερο». «Τι είν’ το ουδέτερο ρε;» του λέω. «Έχει πέσει μια φάση» λέει. «Ε, και φταίω εγώ που έπεσε η φάση με τον κεραυνό;» Κατάλαβες; Τέτοιοι, τέλος πάντων.
Και μου ‘ρχεται και ένα κοντύλι, 1.400 ευρώ! Πού το ‘καψα 1.400 ευρώ ρεύμα; Το καλοκαίρι, τον Αύγουστο, 450 πλήρωνα, τώρα 1 χιλιάρικο απάνω; Δεν ξέρω, τι να τους πεις; Η ΔΕΗ βάζει όσα θέλει!
Να γυρίσω έτσι λίγο στο παρελθόν. Μου ‘πες ότι ο παππούς σου ήτανε καφετζής.
Καφετζής, ναι. Εδώ ήτανε...
Χειμώνα καλοκαίρι δηλαδή εδώ ο παππούς; Είχε το καφενείο χειμώνα καλοκαίρι;
Ναι, εδώ! Είχε κι αυτός γιδοπρόβατα, είχε τα μελίσσια του. Εκείνα τα χρόνια με τέτοια ανακατευότανε. Δεν έφυγε από εδώ.
Αυτοί οι άνθρωποι τότε, πέρα από τις δουλειές τους, πέρα απ’ όλα αυτά, είχανε χρόνο για διασκέδαση και για τέτοια, γλεντούσαν καθόλου;
Πολύ πιο καλή από μας! Πολύ περισσότερη από μας! Όπου βρίσκανε κρασί δεν το αφήνανε, καθότανε και δυο μέρες! Ναι, γλεντάγανε οι ανθρώποι, γιατί δεν είχανε κι άλλες έννοιες, το πώς θα ζήσουν τα γιδοπρόβατά τους, πού θα τα αφήσουνε να πάνε να γλεντήσουνε. Τις Απόκριες, ειδικά, φεύγανε απ’ τα χωριά οι γυναίκες και εγκαθιστότανε στο Χωριό. Όλη η εξοχή. Όλοι αυτοί που ζούσανε στην εξοχή είχανε σπίτια και στη Σκύρο μέσα. Και στέλνανε τις γυναίκες τους απ’ τις πρώτες Απόκριες εκεί και μένανε μόνιμα οι γυναίκες εκεί και οι άντρες ερχότανε το πρωί. Γιατί εγώ τότες ήμουν ακόμα λεύτερος και τους κουβαλούσα, είχα πρωτοπάρει κι ένα αυτοκινητάκι και γέμιζα τσοπαναραίους και ερχόμουνα κάτω το πρωί να ταΐσουμε, να ποτίσουμε και να ξαναπάμε να πάμε απάνω. 15 μέρες γλεντάγανε ο κόσμος! Είχανε χρόνο; Δεν ξέρω. Είχανε χρόνο, γιατί δεν είχανε οικοδομή, δεν είχανε μεροκάματο πουθενά αλλού να πάνε. Τα πράματά τους. Αφού τα βολεύανε τα πράματά τους, τα ταΐζανε, τα ποτίζανε, φεύγαν και πηγαίναν στο Χωριό και καθόντανε και γλεντάγανε. Και πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι όλοι! Τώρα να πας σε σπίτι άλλου; Ο ένας στο σπίτι του άλλου δεν μπαίνει, για να μη το λερώσει! [00:45:00]Πάει η γυναίκα και λέει «Όλοι έξω!». Και έξω τι να πας να γλεντήσεις; Πού να γλεντήσεις; Αφού οι πιο πολλοί είναι τουρίστες! Να πάω τώρα ‘γώ να πω σκυριανά τραγούδια, τα ξέρει κανένας;
Τραγουδάς;
Ε, άμα βρω παρέα, τραγουδάω. Τα σκυριανά εγώ ξέρω, δεν ξέρω…
Τα σκυριανά, ναι.
Τα σκυριανά, ναι…
Εσάς η διασκέδασή σας ποια ήτανε; Και τις Απόκριες και γενικά, πανηγύρια, γλέντια, γάμοι.
Όλα τα πανηγύρια τα γυρίζαμε, δεν αφήναμε πανηγύρι για πανηγύρι! Τα γυρίζαμε εμείς κάποτε, ναι. Αλλά μετά εγώ με τη γυναίκα μου ειδικά, κάθε χρόνο πηγαίναμε και τον τουρισμό μας εμείς. Παίρναμε το αυτοκίνητο εμείς… Εγώ από μικρός είχα αυτοκίνητο, από τότες που παντρεύτηκα δηλαδή είχα αυτοκίνητο. Και πηγαίναμε 15 μέρες, 10-15 μέρες πηγαίναμε. Έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα. Από Θεσσαλονίκη, Καστοριά, Βόλο, Γιάννενα, Πελοπόννησο, τα έχουμε γυρίσει όλα.
Το πιο ωραίο, έτσι, ανάμνηση που έχεις από διακοπές στην Ελλάδα;
Η Πελοπόννησος είναι πολύ ωραία. Πελοπόννησο κάτω, όπου και να πας, είναι πολύ ωραία. Έχει τα κάστρα της, έχει τα… μες στα σπήλαια αυτά που ‘χαμε πάει. Πολύ ωραία!
Ναι, τα πάντα τα ‘χουμε γυρίσει, εντάξει. Αλλά η Σκύρος τη διασκέδαση που ‘κανε δεν την κάνει τώρα, η νεολαία δεν ξέρει. Πάνε μες στα μπαράκια… ούτε βλέπεις, ούτε ακούς. Βουίζει ένα πράγμα, τι διασκέδαση είναι αυτή, τι είναι αυτά τα πράγματα; Ενώ εκείνα τα χρόνια ήτανε καφενεία και πηγαίνανε ο κόσμος και γλένταγε, τραγούδαγε σκυριανά, άκουγες τα τραγούδια.
Οικογένειες, ναι. Τώρα τι να πάω εγώ, να πάω πού; Πού να πάω! Όπου να πας ξένοι θα ‘ναι που δεν ξέρουνε. Άμα τραγουδάς σε κοιτάνε με ανοιχτό το στόμα και σου λέει: «Να το λέω μόνος μου; Τι να το πω;». Εμείς εκείνα τα χρόνια το έλεγα εγώ το γύρναγε ο άλλος, γινότανε νταβαντούρι, κατάλαβες; Γινότανε… Πού να πας τώρα, στα μπαράκια μέσα; Ένα ντάπα-ντούπα ακούς μέσα εκεί, μια βοή, δεν καταλαβαίνεις τίποτα.
Εδώ το καλοκαίρι… Εδώ, βασικά, έχει κάποιο πανηγύρι στην Ατσίτσα; Δεν έχει απ’ όσο γνωρίζω.
Έχει στον Άγιο Αντρέα. Ο Άγιος Αντρέας εδώ είχανε πανηγύρι εδώ μεγάλο. 3 μέρες καθότανε και πίνανε. Ο Άγιος Αντρέας εδώ είχε πανηγύρι. Αλλά είναι μοναστηριακή. Και από τότες που ‘ρθε αυτός ο παππάς…
Ο καινούργιος.
Ο καλόγερος, ο Γερόντιος;
Τα σταμάτησε αυτά. Ο καλόγερος, ναι, τα σταμάτησε. Εμείς κάναμε το τραπέζι εδώ. Αλλά τον έδιωξε τον κόσμο απ’ την εκκλησία, δεν ξέρω, εγώ νομίζω ότι τον έδιωξε.
Ο τρόπος του, δεν ξέρω.
Μετά εσείς μοναχοί σας δεν μπορούσατε να το…
Εμείς κάνουμε κάθε χρόνο! Εδώ τους φίλους μου, ό,τι γνωστοί μου ‘ρθούνε, τους λέω: «Ελάτε να σπερίσουμε κει, να πιούμε ένα κρασί». Αλλά όλοι βλέπεις τώρα είναι κουμπωμένοι, ρε παιδί μου.
Ρώτα να δεις τι έχουμε τραβήξει εδώ μέσα, έχουμε γλεντήσει εδώ…Να βλέπεις 30 άτομα εδώ μέσα. Βέβαια…
Ο αγαπημένος σου, έτσι ας πούμε, σκοπός, ποιος είναι; Σκυριανός. Άμα έχεις.
Όπως το φέρει, ναι. Είναι όλα ωραία τα σκυριανά τραγούδια, όλα ωραία είναι!
Δεν σου έρχεται έτσι κανένα τώρα;
Τώρα… Καταρχήν άμα δεν πιω εγώ δεν τραγουδάω. Πρέπει να πιω. Άμα πιω και ‘ρθω στα κέφια, εντάξει. Το «Αμυγδαλάκι τσάκισα και μέσα σε ζωγράφισα…» είναι πολύ ωραίο τραγούδι. Τα ‘χουμε πει πόσες φορές… Εντάξει…
Σε ποιον σκοπό, στον «Μανώλαρε»;
Όχι, όχι, δεν είναι στον «Μανώλαρε».
Εδώ μέσα είχαμε τραπέζι… Ναι. Ναι.
Τις Αποκριές;
Τις Απόκριες πού να πας να τραγουδήσεις;
Όχι, τότε εσείς βγαίνατε, κάνατε…
Τότες δεν σταματάγαμε εμείς!
Και «Γινομένοι» γινόμασταν. Όλοι, ρε παιδί μου, τραγουδάγανε ο κόσμος εκείνα τα χρόνια…
«Γέρος» γινόσουνα;
Και «Γέρος» είχα γίνει στα νιάτα μου, βέβαια! Πολλές φορές! Και τα ‘χω και φωτογραφίες. Αλλά που παντρεύτηκα και μετά δεν ξαναγίνηκα.
Α, πήγαινες και στην «Τράτα»;
Και στην «Τράτα» είχα πάει, ναι! Νέοι, είχαμε πάει, βέβαια… Ακολουθούσαμε τα έθιμα τότε, τα ίδια και τα ίδια και τα ακολουθούσαμε.
Τώρα τι βλέπεις; Μια «Τράτα» φτιάχνουνε, τίποτα άλλο. Τι κάνουνε τώρα; Μια «Τράτα», μουντζουρώνονται εκεί και λένε. Εντάξει, καλά είναι κι αυτό.
Γενικά σε όλα αυτά τα χρόνια που είσαι στη Σκύρο και… Πώς τη βλέπεις τη Σκύρο να οδεύει; Αν μπορείς να…
Το χειρότερο… Πώς το λένε; Ξεχνάει τα ήθη και τα έθιμα που ‘χε. Σβήνουνε σιγά σιγά, όλα αυτά τα ήθη και τα έθιμα που είχε.
Δυστυχώς. Γιατί νομίζω ότι πλακώσανε και οι ξένοι πιο πολύ. Μα πας σε ένα καφενείο και βλέπεις ξένοι όλοι, είναι αεροπορία ειδικά. Η αεροπορία έχουνε παντρευτεί εδώ όλοι οι πιο πολλοί, έχουνε κάνει οικογένειες. Και είναι οι εργένηδες οι πιο πολλοί, γεμίζουνε τα καφενεία εσύ πού να πας με την οικογένειά σου; Πού να πας; Δεν υπάρχει τώρα καφενείο, πουθενά. Διάλυσε δηλαδή η Σκύρος, μπασταρδεύτηκε με λίγα λόγια. Δεν έχει γνήσιους Σκυριανούς. Όπου να πας θα δεις μισοί μισοί.
Τα παλιά τα χρόνια παντρευότανε και με ξένους που λες;
Σπάνια. Σπάνια να φύγει αποδώ απ’ τη Σκύρο να πάει να παντρευτεί ξένη. Άμα πήγαινε κανένας στην Κύμη, πηγαίνανε…και δεν τον έπαιρνε κανένας εδώ πηγαίνανε στην Κύμη και βρίσκανε γυναίκα. Τα παλιά παλιά χρόνια, ναι.
Ωραία. Λοιπόν, να σε ρωτήσω, έτσι, [00:50:00]ακόμα κάτι. Είσαι 72 χρονών, έτσι βάζοντας τα κάτω όσο μπορείς να τα βάλεις στο μυαλό σου τα πράγματα, τα πιο γλυκά πράγματα που σου ‘χουνε μείνει μέχρι στιγμής στη ζωή, οι πιο γλυκές οι θυμήσεις, οι αναμνήσεις;
Ε, τι αναμνήσεις γλυκές; Εντάξει, καλά πέρασα, δόξα τω Θεώ. Εντάξει, δεν είχα απ’ τη ζωή μου παράπονο. Απ’ τη στιγμή που ήρθα κι εγκαταστάθηκα εδώ, πέρασα δύσκολες εποχές καμιά φορά. Δύσκολα τα πράγματα, γιατί είπαμε δεν είχαμε ρεύμα, δεν είχαμε νερό, δεν είχαμε μεροκάματο. Στην αρχή ήτανε λίγο δύσκολα, αλλά μετά αφού ευημερούσαμε και είχαμε, περισσεύανε και κάμποσα φράγκα, δόξα τω Θεώ με τη γυναίκα μου γλεντάγαμε, δηλαδή περνάγαμε και πηγαίναμε και κάναμε τον τουρισμό μας 10-15 μέρες και ξαναγυρνάγαμε. Εντάξει, δεν είχα… Δόξα τω Θεώ καλά πάμε.
Ο γάμος πώς έγινε, παραδοσιακά;
Παραδοσιακά, ναι.
Με «Αλλαμένα»;
Βέβαια!
Και χιόνι, 11 Ιανουαρίου! Με το ζόρι η πεθερά… Με παντρέψανε με το ζόρι δηλαδή, η πεθερά με το ζόρι! Μου λέει «Ή την παίρνεις ή στην παίρνω!», «Βρε αμάν!», τίποτα! Ε, τι να κάνω; Χιόνι, χιόνι 1 μέτρο! Τι να ‘κανα; Το ’81.
«Αλλαμένα» είχες βάλει;
«Αλλαμένα», ναι.
Κι εσύ «Τσοπάνικα»;
Εγώ είχα κουστούμι, ναι. Αλλά είχε «Βρακάδες» παιδιά, πολλοί.
Με τον καιρό, ε;
Κι όμως, εκεί! Τώρα πάνε στη δημαρχία υπογράφουνε λένε «Είμαστε παντρεμένοι!»
Και να τραγουδάνε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, 2-3 μέρες! Πιάσανε απ’ την Παρασκευή μέχρι την Κυριακή.
Και βίρα «Δυο ήλιοι δυο φεγγάρια» και βίρα να πούμε, τραγουδάγανε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ όλοι εκεί. Φέρνανε όμως ο κόσμος όλος καλαθιάτικα . Γίδες, ολόκληρη γίδα! Και τη σφάζανε κατευθείαν μόλις τη φέρνανε, την τεμαχίζανε, τη βάζανε στο καζάνι. Ερχότανε λοιπόν να χαιρετήσουνε, πλακώνανε το φαΐ και το κρασί αυτοί, μπαίνανε κει, χαμός έβλεπες γινότανε, άλλοι σηκωνότανε, άλλοι ερχότανε.
Νταβαντούρια, αυτά είναι! Πού είναι αυτά; Ούτε θα ξαναγυρίσουνε ξανά πίσω αυτά, τελειώσανε αυτά, δεν τα κάνει κανένας…
Τώρα δεν βρίσκεις και όργανα τώρα, δεν βρίσκεις όργανα.
Ε, τώρα εντάξει, δεν έχει πολλά η αλήθεια είναι. Ο Νικόλας ο Σκαφίδας…
Είναι επαγγελματίες αυτοί οι ανθρώποι, εντάξει.
Ωραία. Είναι, Αντώνη, έτσι, κάτι άλλο που θα ήθελες να αναφερθούμε, να πούμε;
Όχι μωρέ, εντάξει, τι να πω; Δεν θυμάμαι τώρα και τίποτα άλλο. Δεν ξέρω τι να σας πω…
Τώρα τα γεράματα, άμα δεν ήτανε τα γεράματα! Τα ρημάδια τα γεράματα, γερνάμε και… Ψηλώσαν τα βουνά και δεν μπορώ να τα φτάσω! Έχουν πάει για τα πρόβατα, ανεβαίνουν πάνω κει στη ράχη, άντε να ανέβεις εκεί! Πότε ψηλώσαν τα βουνά τόσο πολύ, ρε παιδί μου! Νέος δεν μ’ ένοιαζε, πήγαινα, τώρα… Θα τα σταματήσω κι εγώ. Ο γιος δεν τα θέλει να τα βλέπει. Λοιπόν, ακόμα φέτος, τώρα του χρόνου θα τα καταργήσουμε κι εμείς κι αυτά, τι να κάνουμε; Τι να τα κάνουμε…
Ωραία… Αντώνη σε ευχαριστώ πάρα πολύ, Μαρία σε ευχαριστώ πάρα πολύ!
Τίποτα μωρέ, δεν είπαμε και τίποτα, την ιστορία μας είπαμε, εντάξει.
Να ‘στε καλά!
Ναι μωρέ, γιατί εγώ ούτε τηλεόραση είχα όταν ξεκίνησα.
Εκείνα τα χρόνια όλοι πίνανε.
Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση ήτανε όταν μας φέρανε το ρεύμα εδώ, εντάξει.
Μια χαρά ήταν τότες…
Ναι, όταν ξεκίνησα γω δεν υπήρχε δρόμος και τέτοια, όταν ερχότανε λοιπόν το ρεύμα, ανάσταση! Σα να βλέπεις, ξέρεις… Μεγάλη υπόθεση. Είχα 2 μηχανές και κάθε χρόνο επισκευή. Λοιπόν, όταν ήρθε το ρεύμα σωθήκαμε! Όταν ήρθε η άσφαλτος «Ω ρε Παναγιά μου!». Όλα αυτά για εμένα, το τηλέφωνο, είχα δωμάτια και δεν είχα τηλέφωνο. Κι έρχεται ένας αεροπόρος και μου λέει: «Έχουνε βγει κάτι κινητά ρε, δεν πας να πάρεις ένα;».
Ναι! Και πάω. Δεν υπήρχανε στη Χαλκίδα μέσα, δεν υπήρχε μαγαζί να πουλάει κινητά. «Στο Σχιστό θα πας» μου λέει. Πάω στο Σχιστό βρίσκω έναν του λέω: «Φίλε, πουλάς κινητά;» «Πουλάω» λέει. «Πόσα θέλεις;» 350 χιλιάδες δραχμές ήτανε τότες, εγώ όλο μου το καλοκαίρι [00:55:00]500 χιλιάδες είχα μαζέψει! Και δίνω 350 χιλιάδες δραχμές να πάρω ένα Motorola, θυμάμαι, ένα μεγάλο, για να μπαίνει μες στ’ αυτοκίνητο στην πρίζα, γιατί εδώ δεν είχα ρεύμα. Πώς να φόρτιζε να μιλάμε δηλαδή; Και δεν έπιανε εδώ, πήγαινα πά’ στην Ελιά!
Πού είναι οι πυροσβέστες; Εκεί πάνω πήγαινα για να πιάσω το τηλέφωνο! Κι όμως, εγώ έκανα τη δουλειά μου, πήγαινα κει απάνω και επικοινωνούσα με όλους και ό,τι ήθελα, κατάλαβες; Μεγάλη υπόθεση, αλλά άμα δεν τα ‘χεις ζήσει δεν μπορείς να τα καταλάβεις! Ξέρεις τι είναι να έχεις επιχείρηση και να μην έχεις τηλέφωνο; Και σήμερα… Μόλις το ίντερνετ χθες το βράδυ έκοψε και τρελαθήκαμε! Καταλαβαίνεις… Για μια ώρα έκοψε το ίντερνετ και τρελαθήκαμε… Γιατί θέλουμε να στείλουμε στην τράπεζα λεφτά, θέλουμε υποχρεώσεις που έχουμε οτιδήποτε, μέσα απ’ το κινητό τα κάνω. Σταμάτησα εγώ να πηγαίνω και στην τράπεζα, σταμάτησα να πηγαίνω παντού. Μέσω του κινητού κάνω όλες μου τις υποχρεώσεις. Λοιπόν, δεν έχει ίντερνετ τρελαίνεσαι!
Εξυπηρετικό...
Εξυπηρετικό, μεγάλη υπόθεση!
Εντάξει…
Ναι, ισχύει. Αυτό που λέγαμε για τα παιδάκια εκεί…
Ναι μωρέ, ναι…
Ωραία, σας ευχαριστώ!
Εντάξει; Τα πήγαμε...