© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ο βιοκαλλιεργητής που μας θύμισε ότι «η Γη δεν είναι μιας χρήσης»

Κωδικός Ιστορίας
12220
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Βασίλης Χατζηκοντίδης (Β.Χ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/06/2020
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνος-Χρυσοβαλάντης Κοτσώνης (Κ.Κ.)
Κ.Κ.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Είναι Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020, και βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Είμαι εδώ μαζί με τον Βασίλη τον Χατζηκοντίδη και είμαστε έτοιμοι για μία αρκετά ενδιαφέρουσα συνέντευξη. Καλησπέρα, Βασίλη.

Β.Χ.:

Καλησπέρα.

Κ.Κ.:

Θα ήθελες, έτσι, για να σπάσει λίγο ο πάγος, να μου πεις πού και πότε γεννήθηκες;

Β.Χ.:

Γεννήθηκα Θεσσαλονίκη, 6/11 του 1958.

Κ.Κ.:

Μεγάλη οικογένεια;

Β.Χ.:

Πατέρας, μητέρα, αδελφή, αδελφός. Τέσσερα άτομα, δηλαδή στην οικογένεια.

Κ.Κ.:

Κατάλαβα.

Β.Χ.:

Οι παλιές οικογένειες είχαν πολλά –Ο πατέρας μου είχε εφτά-οχτώ αδέλφια, η μητέρα μου είχε εφτά-οχτώ αδέλφια, αλλά από ‘κει και μετά οι νεότεροι έχουνε συνήθως την τετράδα. Παλιά οι μεγάλοι κάναν πολλά παιδιά, για να δουλεύουνε στα χωράφια. Οπότε, μετά τα μηχανήματα, που βγήκανε, δεν χρειάζονταν να έχεις πολλά χέρια, οπότε λιγότερα παιδιά.

Κ.Κ.:

Και έμενες μέσα στη Θεσσαλονίκη; Μεγάλωσες μέσα στη Θεσσαλονίκη;

Β.Χ.:

Όχι. Γεννήθηκα Θεσσαλονίκη, αλλά μεγάλωσα Καλοχώρι Θεσσαλονίκης.

Κ.Κ.:

Και πώς ήταν τότε τα πράγματα στο Καλοχώρι;

Β.Χ.:

Στο Καλοχώρι τότε, απ’ ό,τι θυμάμαι, χώμα, δεν υπήρχανε καταστήματα, τίποτε. Υπήρχε μόνο ένα παλιό ζαχαροπλαστείο, που μοίραζε ο γαλατάς τα γάλατα. Και από ‘κει και μετά, ντάξει, από διασκεδάσεις και τέτοια, δεν υπήρχαν. Τότε, βέβαια, ήμασταν και σε μικρή ηλικία. Από ‘κει και μετά, όταν μεγαλώσαμε πιο πολύ, το Γυμνάσιο το ξεκινήσαμε Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στο 4ο Γυμνάσιο, στη Συγγρού πηγαίναμε. Μετά από ‘κει πήγαμε, επειδή έγιναν πολλά τα παιδιά, στα Νέα Ξυλάδικα και απ’ τα Νέα Ξυλάδικα μας μεταφέρανε στο Γυμνάσιο-Λύκειο Δενδροποτάμου, όπου τελειώσαμε εκεί. Ήμασταν εμείς η πρώτη σειρά που ήμασταν Γυμνάσιο και έγινε το Λύκειο. Εμείς, δηλαδή, βγάλαμε, οι πρώτοι ήμασταν που βγάλαμε το Λύκειο.

Κ.Κ.:

Κατάλαβα. Νομίζω έχει ενδιαφέρον να μας πεις πώς ήταν το Καλοχώρι όχι μόνο από άποψη καταστημάτων, αλλά από άποψη περιβαλλοντική, αφού σήμερα είναι μία περιοχή με πολύ έντονη, έτσι, βιομηχανία και αρκετή υποβάθμιση περιβαλλοντική. Τότε πώς ήταν απ’ αυτή την άποψη;

Β.Χ.:

Τότε σίγουρα δεν υπήρχε βιομηχανία. Το Καλοχώρι –υπάρχει και μια άλλη ονομασία που λέγεται Κασκάρκα–

Κ.Κ.:

Συγγνώμη, πώς;

Β.Χ.:

Πώς λέγεται; Κασκάρκα. Είναι η παλιά ονομασία του Καλοχωρίου, όπως και η δίπλα, η Σίνδος λεγόταν Τέκελι, το Καλοχώρι λεγότανε Κασκάρκα. Λέγεται ότι η Κασκάρκα βγαίνει από το «κας» και «κάρκα», που είναι η «περιοχή της πάπιας». Παλιά, δηλαδή, το Καλοχώρι υπήρχαν τόσες πολλές πάπιες και χήνες που τις πιάναν με τα χέρια. Και στην αρχή που ιδρύθηκε το Καλοχώρι, μάλιστα, και στην περιοχή της Λαχαναγοράς της Θεσσαλονίκης υπήρχανε πολλές καλαμιές κι είχε μέσα και αγριογούρουνα. Βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε τότε ότι υπήρχε βιομηχανία, γιατί δεν υπήρχαν. Τότε υπήρχανε τα κάρα, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και η οικονομία βασικά ήτανε αγροτική. Κάθε οικογένεια 4-5 γελάδες στο σπίτι, μερικές κότες, έναν κήπο, λίγα χωράφια, τα οποία –Τότε ξεκινήσαν να σπέρνονται τα ρύζια, τα οποία αυτά μας σηκώσανε αρκετά από τότε και τώρα η περιοχή από Καλοχώρι μέχρι τη Χαλκηδόνα, όλη αυτή η πεδιάδα σπέρνεται πιο πολύ με ρύζι, το οποίο είναι, μάλιστα, και ποιοτικώς απ’ τα καλύτερα, γιατί υπάρχει μία αλατότητα σ’ αυτή την περιοχή. Αυτή η περιοχή έγινε με τις προσχώσεις του Αξιού. Για αυτό κι ο Αξιός άλλαξε την κοίτη, για να μην κλείσει τον κόλπο.

Κ.Κ.:

Πολύ ενδιαφέρον αυτό.

Β.Χ.:

Και μάλιστα, λέγεται ότι το ρύζι αυτό της περιοχής είναι απ’ τα καλύτερα του κόσμου. Αλλά κι ό,τι βγαίνει, δηλαδή κι από λαχανικά κτλ., λόγω της αλατότητος –Όπως και τα καρπούζια. Βάζουμε καρπούζια κι είναι απ’ τα καλύτερα, απ’ τα πιο γλυκά που υπάρχουνε, κι οτιδήποτε άλλο κηπευτικό μας λένε άλλοι που σπέρνουν κηπευτικά, και στη Μαγνησία, που είναι η περιοχή των κηπευτικών, και στο Έλλη Αξιού. Έλλη Αξιού λέγεται η περιοχή από το Καλοχώρι μέχρι τη Χαλκηδόνα, γιατί παίρνουν νερό από τον Αξιό. Αλλά, από ‘κει και μετά, κάθε περιοχή έχει και το όνομά της. Εμείς στο Καλοχώρι το λέμε Τσαλίκοβο. Οι Σινδιώτες μπορεί να την λένε κάπως αλλιώς. Αλλά όλη η περιοχή αυτή είναι τα Έλλη Αξιού. Τα καρπούζια είναι τα πιο γλυκά, αλλά επαναλαμβάνω ότι μας λεν’ μερικοί με κηπευτικά, όταν βάζουμε κηπευτικά στη Μαγνησία και τα πηγαίνουμε στην αγορά, υπάρχει διαφορά απ’ αυτά που βάζουμε στα Έλλη Αξιού, γιατί ο κόσμος μας λέει: «Αυτά είναι πολύ καλύτερα» –Στην ποιότητα, εννοείται. Πιο νόστιμα.

Κ.Κ.:

Από αυτά που μου λες κατάλαβα ότι ασχολήθηκες, ασχολείσαι με τη γη;

Β.Χ.:

Ναι. Βασικά είμαι… Από πολύ μικρός βοηθούσα τον πατέρα μου στις αγροτικές δουλειές. Ο πατέρας μου ήτανε γεωργός και συνέχισα εγώ. Και μάλιστα τώρα, λόγω του –Απ’ το ’86 που άρχισα να ασχολούμαι με την Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης, που έγινα μέλος κι είχαμε διάφορες εκδηλώσεις και οργανώσεις κτλ. ασχολούμαι και με τη βιοκαλλιέργεια.

Κ.Κ.:

Και, προτού ενταχθείς στην Κίνηση, πώς προέκυψε αυτό το ενδιαφέρον για το περιβάλλον;

Β.Χ.:

Το περιβάλλον… Ούτως ή άλλως, εγώ ήμουν Πρόεδρος στον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Νέων Καλοχωρίου. Όπως ακούς την ονομασία «Εκπολιτιστικός Σύλλογος Νέων Καλοχωρίου», αυτή η λέξη –το «Νέων»– είχε μια δέσμευση που λέει ότι στα 31, όταν γίνεται 31 ετών, αναγκαστικά φεύγεις, γιατί είναι Εκπολιτιστικός Σύλλογος Νέων. Δεν είναι Εκπολιτιστικός Σύλλογος Καλοχωρίου και μπορεί να είναι ένας 50 χρονών κτλ. Το ’86… Το ’86 πρέπει να ήταν και η μεγάλη πυρκαγιά της Jetoil, τα πετρέλαια, που οι πιο πολλοί την θυμούνται στο Καλοχώρι. Αν δεν θυμούνται πολλοί, τότε με την πυρκαγιά αυτή σκάσανε μερικές δεξαμενές της Jetoil, που τότε ο αέρας παρέσερνε τα σωματίδια από τα καμένα πετρέλαια και μόλυνε σε μεγάλη έκταση την περιοχή και αναγκάστηκαν οι παραγωγοί να καταστρέψουνε τις καλλιέργειες, γιατί δεν μπορούσανε να πουληθούν για βρώση, για τροφή, δηλαδή. Κάθε… Ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα είχαν πάνω σωματίδια, σε σμίκρυνση, από κάρβουνο, απ’ τα καμένα πετρέλαια. Και φυσικά, αν το έπλενες αυτό το είδος του λαχανικού, θα γινότανε στο χέρι σου ένα είδος λίπους, το οποίο δεν μπορούσες να το φας, εν πάση περιπτώσει. Τότε που έγινε αυτή η κατάσταση, ήρθαν τα παιδιά απ’ την Οικολογική Κίνηση και για να δουν τι γίνεται και αφού η Οικολογική Κίνηση είναι οργάνωση για τη προστασία του περιβάλλοντος, να πουν καμιά ιδέα στον Πρόεδρο, τι θα γίνει, γιατί είχανε, μάλιστα, μαζευτεί, πολλά καμένα υλικά, τα οποία ήθελαν να τα θάψουνε έξω απ’ το Καλοχώρι, τα οποία, φυσικά, όταν θα θάψεις, μ’ ένα τέτοιο προϊόν, είναι ευνόητο ότι μια ζωή θα συνεχίσει να ρυπαίνει το περιβάλλον προς τα κάτω, προς τα πάνω κτλ. Τότε ήταν η πρώτη φάση που γνωρίστηκα με τα παιδιά. Οπότε, μόλις πήρα «σύνταξη» από τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο, επειδή δεν είμαι άνθρωπος του καφενείου, πήγα στην Κίνηση και άρχισα κι εγώ να –Επειδή δεν είμαι, όπως είπα, άνθρωπος του καφενείου, λέω: «Κάτι πρέπει να κάνουμε, δεν μπορούμε να καθόμαστε». Πήγα. Τότε τα παιδιά ήτανε στην Παύλου Μελά και είχανε μεταφερθεί εκείνες τις μέρες στη Φιλίππου 51, όπου ήταν τα γραφεία της Οικολογικής Κίνησης Θεσσαλονίκης. Αλλά, υπήρχανε πάρα πολλές ομάδες τότε. Υπήρχαν πολλοί φοιτητές από πολλά μέρη της Ελλάδος στα Πανεπιστήμια και ερχόταν όποιος ήθελε. Υπήρχε, μάλιστα, μια ελευθερία. Ερχόσουν μέσα και έφκιανες μια ομάδα. Βέβαια, σκεφτόσουν ότι υπήρχε ένα πρότυπο που θα ακολουθούσες. Εγώ ήθελα να δημιουργήσω την ομάδα ανακύκλωσης. Τη δημιούργησα. Ήξερα ότι υπήρχαν και κάποιες κόκκινες γραμμές, τις οποίες δεν πρέπει να παραβείς. Κάποιοι φοιτητές –πολλοί ήταν από την Κρήτη, μάλιστα, απ’ ό,τι θυμάμαι– δημιούργησαν την ομάδα για τις χελώνες. Δηλαδή, στόχος η μελέτη και η προστασία της καρέτα-καρέτα. Υπήρχε η ομάδα της άγριας φύσης, μια ομάδα, δηλαδή, που ασχολούντανε με τα πουλιά, με τα ζώα, με τα βουνά, τα λαγκάδια, τα δάση κτλ. Μελέτες προστασίας και τέτοια πράγματα. Υπήρχε η Αντιγόνη που –νομίζω την Αντιγονή την ξέρεις– υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει και ασχολείται με την μη βία, με την προστασία των γυναικών, μειονοτήτων και πολλά άλλα. Υπήρχε η ομάδα των αντιρρησιών συνείδησης. Υπήρχε το Κέντρο Προστασίας Άγριων Ζώων, το οποίο πάλι υπάρχει και μάλιστα ο Δήμος Δέλτα. Καλοχώρι-Σίνδο μεταξύ υπάρχει νοσοκομείο, στο οποίο, βέβαια, συμμετέχω κι εγώ κι οτιδήποτε άγριο ζώο μας έρθει το θεραπεύουμε και το αφήνουμε από τον τόπο τον οποίο το έχουμε πάρει. Και στις αρκούδες, μάλιστα, μπορώ να πω ότι ήμασταν εμείς οι πρώτοι που κάναμε ομάδα για τις αρκούδες. [00:10:00]Και μάλιστα τότε σε κάποια σημεία, εκείνη την εποχή, υπήρχε Η Αρκούδα του Γάλλου σκηνοθέτη… Πώς λεγόταν αυτός ο σκηνοθέτης; Πολύ γνωστός. Εν πάση περιπτώσει, και τότε στους κινηματογράφους που έπαιζε Η Αρκούδα, πήραμε άδεια από τους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων, εγώ είχα ντυθεί αρκούδα και με μια ομάδα της ομάδος για την αρκούδα μοιράζαμε φυλλάδια για την προστασία της αρκούδας. Μιλάμε τώρα για εποχές ’86, ’87, ’88, κάπου κατά ‘κει. Τώρα, βέβαια, υπήρχαν κι άλλες ομάδες, αλλά όλες δεν τις θυμάμαι. Εν πάση περιπτώσει, κάθε ομάδα μπορούσε να κάνει κάποια δουλειά μέσα στα πρότυπα της οικολογίας.

Κ.Κ.:

Πριν προχωρήσουμε στις ομάδες, νομίζω θα είχε ενδιαφέρον να μας πεις αν και η οικογένειά σου έχασε, είχε προβλήματα από την Jetoil στις σοδειές της.

Β.Χ.:

Εμείς είχαμε… Τότε ασχολούμασταν με ρύζι. Μεγαλύτερη ζημιά έγινε στους λαχανόκηπους. Μιλάμε για περιοχή Μαγνησίας, έξω απ’ το Καλοχώρι, όπου υπήρχαν –Στο Καλοχώρι δεν είχε πολλούς να ασχολούνται με τα κηπευτικά, γιατί τα κηπευτικά θέλουνε δουλειά και οι Καλοχωρίτες λίγο τεμπέληδες είναι, να λέμε την αλήθεια. Αλλά τότε υπήρχε βροχή, υπήρχαν αέρηδες, που δεν βοήθησαν να πάνε προς τους ορυζώνες. Οι ορυζώνες είναι γύρω στα 3 χιλιόμετρα προς τον Αξιό από το Καλοχώρι, οπότε ήταν μια μεγάλη απόσταση στην οποία ελπίζουμε κι υποθέτουμε ότι δεν είχανε φτάσει αποκαΐδια και διάφορα απόβλητα από την Jetoil. Ούτως ή άλλως, φαινότανε αυτά. Οπότε, δεν είχαμε δει τέτοια και σίγουρα δεν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα.

Κ.Κ.:

Άρα, ήσασταν τυχεροί.

Β.Χ.:

Κατά κάποιο λόγο τυχεροί. Είχανε τα σπίτια μαυρίσει, είχανε οι κήποι... Όσοι είχανε κότες, κοτόπουλα έπρεπε να τα κρύψουνε, να τα κλείσουν μέσα σε κοτέτσια, για να μην φάνε τροφές που –Αν πετάξεις κάτω στάρι, μαζί με το στάρι θα φαν’ και τα πετρέλαια, τα υπολείμματα απ’ τα πετρέλαια. Είχανε ζώα κτλ. Εντάξει, υπήρχαν, σίγουρα προβλήματα υπήρχανε. Δεν μπορώ να ξεχάσω τη μέρα που έσκασε η μία δεξαμενή και πρέπει να έκανε λίγο κρύο και να ήταν ο καιρός βροχερός. Όλοι άρον-άρον, άλλος με το κάρο, άλλος με τ’ αυτοκίνητα, πίσω στις καρότσες των αγροτικών αυτοκινήτων, με ένα μουσαμά σκεπασμένοι απ’ τη βροχή και τρέχανε από την άλλη πλευρά του Καλοχωρίου να εξαφανιστούν όλοι, όσο πιο μακριά γίνεται. Και τότε ήμουν εγώ Αντιπρόεδρος, νομίζω, στην Οικολογική Κίνηση; Είχαμε μείνει μερικοί στην Κοινότητα, γιατί, λέμε: «Θα πρέπει, αφού φύγαν όλοι, να μείνουν κάποιοι σε συνεργασία με τον Κοινοτάρχη κτλ. να βλέπουνε στο χωριό, γιατί μπορεί άλλος να πάει να κάνει λεηλασίες σε σπίτι, μπορεί να δημιουργηθούν κάποια προβλήματα». Κι είχαμε μείνει πάνω, στην Κοινότητα μερικοί και κόβαμε βόλτες, αλλά το χωριό είχε αδειάσει.

Κ.Κ.:

Ωραία. Για να έρθουμε και στις οργανώσεις, λοιπόν, νομίζω θα ‘τανε χρήσιμο να μας πεις, όταν ξεκινούσες όλες αυτές τις ομάδες –ή ξεκινούσατε, καλύτερα, γιατί δεν ήσουν μόνος σου προφανώς– τι νοοτροπίες συναντούσατε στην αρχή απ’ το μέσο Θεσσαλονικιό για την προστασία των ζώων, για την ανακύκλωση, στην οποία θα ‘ρθουμε και πιο συγκεκριμένα μετά;

Β.Χ.:

Κοιτάξτε. Τότε στο ραδιόφωνο ερχόταν πάρα πολλοί δημοσιογράφοι και μας παίρνανε συνεντεύξεις για αυτά που φτιάχναμε. Εάν πούμε, μάλλον, πούμε ότι είχαμε ένα αρνητικό τηλέφωνο, τότε με την αρκούδα, που δεν το ξεχνάω. Γράφαμε στο φυλλάδιο, κοντά σ’ όλα τ’ άλλα, ότι: «Οι τσιγγάνοι σκοτώνουνε τη μεγάλη την αρκούδα και παίρνουνε το μικρό, για να το μάθουνε να χοροπηδάει στην καμένη τη λαμαρίνα, για να χορεύει». Σε κάποια φάση, όμως, έγραφε το χαρτί ότι: «Όταν δεν βρίσκει αρκούδα, μπορεί να βρει από έναν αγρότη, ξέρω ‘γώ, που βρήκε το μικρό να έχει πεθάνει η μαμά, πήρε το μικρό». Αυτό το μικρό έχει γύρω στα 400 χιλιάρικα κοστολόγιο και πήρε ένας τηλέφωνο και λέει: «Ρε παιδιά, γιατί λέτε ότι έχει τόσο ακριβό κοστολόγιο το ζώο; Γιατί, μπορεί τώρα που το μαθαίνουνε πολλοί να παν’ να σκοτώνουν τη μαμά, για να πάρουν το μικρό να το δίνουν στους τσιγγάνους». Από ‘κει και μετά, ο κόσμος πιο πολύ ήταν θετικοί. Ζητούσανε πιο πολύ ενημέρωση, βοήθεια σε μερικά πράγματα. Αν κι εγώ σε μερικά πράγματα, δεν ξέρω, μερικές φορές έπαιρνα –θα το πω χωριάτικα– τις ανάποδες, γιατί πολλοί ζητούσαν μια ενημέρωση, ζητούσανε κάποια πληροφόρηση, κάποια βοήθεια σε κάτι, αλλά σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου δεν δικαιολογούμαστε να υπάρχουνε μικρές ομάδες για την προστασία του περιβάλλοντος και να τρέχουνε πενήντα-εξήντα-εκατό άτομα και οι υπόλοιποι εννιακόσιοι ενενήντα εννιά χιλιάδες, όλοι απλώς να κάθονται και να λέν’: «Τρέξτε εσείς για εμάς».

Κ.Κ.:

Σωστό. Οπότε, κάποια στιγμή έρχεται και το κομμάτι της ανακύκλωσης. Πες μας λίγο περισσότερα για αυτό. Πώς ξεκίνησε και ποιες ήταν οι πρώτες σας δράσεις;

Β.Χ.:

Εγώ όταν πήγα στην Οικολογική Κίνηση, αφού γνώρισα τα παιδιά –Βέβαια, το κλίμα πάντα σε πολύ θερμή κατάσταση. Θαρρείς και γνωρίζεσαι, όταν έμπαινες τότε, θαρρείς και γνωρίζουσαν χρόνια με τα παιδιά. Αγκαλιές, φιλιά, ουδεμία αποξένωση από κανέναν. Όλοι ίσοι προς ίσους, εν πάση περιπτώσει, και πήγα σε μερικές συνεδριάσεις. Υπήρχε κάθε βδομάδα συνεδρίαση. Έλεγε η ανακοίνωση έξω: «Τη Δευτέρα κάνει η ομάδα της άγριας φύσης. Την Τρίτη κάνει η ομάδα τάδε. Την Τετάρτη η ομάδα τάδε. Την Πέμπτη η ομάδα τάδε». Μια φορά έκανα μια βόλτα σ’ όλες τις ομάδες και, επειδή –Και να λέμε και την αλήθεια, τα πιο πολλά παιδιά ήμασταν σ’ όλες τις ομάδες. Ο καθένας από ‘μας ήτανε μέλος σε όλες. Οπότε, το έκανα κι εγώ. Λέω: «Ας μπω κι εγώ σ’ όλες κι όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, να βοηθήσουμε, κι όπου μπορούμε να κάνουμε κάτι, να κάνουμε». Στο θέμα της ανακύκλωσης το '86, νομίζω, ήταν το Ευρωπαϊκό Έτος Περιβάλλοντος. Τότε υπήρχε ήδη η ομάδα ανακύκλωσης, αλλά δεν είχε κάνει κάτι δραστικό, έτσι, για να το ευχαριστηθούμε, ας πούμε. Είχε βγάλει μερικά φυλλάδια η ομάδα όπου έλεγε τι είναι ανακύκλωση, τι ζημιές γίνονται, τι καλό για το περιβάλλον κτλ. Μερικά φυλλάδια να μοιραστούνε σε σχολεία, μερικά φυλλάδια να μοιραστούνε σε παιδιά και από ‘κει και μετά, όμως, δεν έγινε καμιά και πρακτική δουλειά και τίποτε άλλο. Οπότε, εγώ πήγα μια φορά, πήγα δυο, πήγα τρεις. Λέω: «Τι να κάνουμε, τι να κάνουμε;». Και λέω: «Ρε παιδιά, για να γίνει αυτό το πράγμα γνωστό θα πρέπει να το κάνουμε συζήτηση μεγάλης διαρκείας. Αυτό το πράγμα μπορεί να γίνει με τα σχολεία. Γιατί», λέω, «να μην μπορούμε να πάμε να μιλήσουμε στα σχολεία;». Πήγα στην τότε Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας, Τριτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, πήγα στους Διευθυντές και τους λέω: «Κύριοι, αυτό κι αυτό. Θέλουμε να κάνουμε μια ενημέρωση στα σχολεία για αυτό το πράγμα». Οι Διευθυντές, δεν ξέρω, μας είδανε –όχι, μόνος είχα πάει–, οι υπόλοιποι λέγανε: «Ο κάθε ένας μπορεί να τρέξει, να κάνει ό,τι θέλει», όπως είπα και πιο μπροστά, «αρκεί να μην περάσει κάποια κόκκινη γραμμή. Θέλεις να το κάνεις αυτό; Καν’ το». Οπότε, το έκανα κι εγώ. Πήγα στις Διευθύνσεις. Λέω: «Θέλουμε αυτό κι αυτό κι αυτό, ένα έγγραφο που να λέει ότι δίνουμε άδεια στον Βασίλη να κάνει την ενημέρωση στα σχολεία για αυτό το πράγμα». Και όχι μόνον μας δώσανε το έγγραφο αμέσως, αλλά: «Μπράβο παιδιά, κάτι τέτοιο μας έλειπε». Και αυτό το πράγμα συνεχίστηκε στο 98% των σχολείων. Μάλιστα, σ’ ένα, στην Κλεάνθους ένα κτίριο, Γυμνάσιο και Λύκειο μαζί, μόλις πήγαμε μαζί –Στην ομάδα ήτανε ένας γνωστός, ο Σταύρος, ο Υφαντής, που είχε τυπογραφεία εδώ στα Λουλουδάδικα τότε. Τώρα έχει νομίζω ταβερνάκι στην Άνω Πόλη. Ήταν ένας γνωστός πνευμονολόγος στο νοσοκομείο του Κιλκίς, ο Υάκινθος, ο Παπαδόπουλος. Αυτός έφτιαχνε, όταν κάναμε μαθήματα, όταν γινόταν το διάλειμμα του σχολείου –θα το πω αυτό κι ας με συγχωρέσει εκεί που είναι, Θεός σχωρέσ’ τον–, στην ώρα των διαλειμμάτων –στο Γυμνάσιο πήγες– όταν κάνανε τα Γυμνάσια διαλείμματα, οι καθηγηταί πηγαίναν στην αίθουσα των καθηγητών. Πηγαίναμε εμείς στην αίθουσα των καθηγητών, μιλούσαμε για μερικά πράγματα και, όταν χτυπούσε το κουδούνι, μπαίναμε στην αίθουσα και κάναμε κανονικά, αντί για μάθημα, την ανακύκλωση. Κι ο φίλος μας, ο Υάκινθος, θυμάμαι, μια φορά έλεγε τους [00:20:00]καθηγητές: «Όταν», λέει, «καπνίζετε, υπάρχει από το διοξείδιο του άνθρακος μόνιμα 10% δέσμευση στην αιμοσφαιρίνη του αίματος». «Μπράβο», λέω, «γιατρέ. Καλά τα λες». Αλλά, δυστυχώς, μας άφησε από τέτοιες αιτίες, από το πολύ το τσιγάρο και το πολύ το οινόπνευμα, ο φίλος μας, ο γιατρός. Και εν πάση περιπτώσει, κλείνουμε την παρένθεση, σ’ αυτό το συγκρότημα που πήγαμε, λέμε το Διευθυντή ότι ήρθαμε για αυτό το πράγμα και πετάχτηκε ο Διευθυντής πάνω. Εγώ τρόμαξα, λέω: «Ωχ! Θα φάμε ξύλο, γιατί μπορεί να μην θέλει να μιλήσουμε ο άνθρωπος. Λέει: ‘‘Μας παίρνεις την ώρα’’ κτλ.». Σηκώνει τα χέρια ο άνθρωπος και λέει: «Παναγία μου!». Ξανατρομάξαμε εμείς. Και μετά συνεχίζει και λέει: «Πού μπορέσατε και ήρθατε και μας βρήκατε; Τέτοια πράγματα», λέει, «εμείς τα ψάχνουμε εδώ και καιρό! Δεν μπορούσαμε να τα βρούμε!». Και μας αγκάλιασε και λέει: «Θα μιλήσετε», λέει, «όχι», λέει, «στο σχολείο γενικά» –Γιατί εμείς μιλούσαμε 10 λεπτά έξω στο σχολείο, πώς μαζευόμασταν μετά την προσοχή; Την προσευχή, συγγνώμη. Λέμε: «Θα μιλήσουμε 10 λεπτά και μετά γεια, πάμε σ’ άλλο σχολείο». Και καθίσαμε όλες τις ώρες –τις 5-6, πόσο ήταν;–, μιλήσαμε και οι άνθρωποι, στα δεκαπενταμελή: «Παιδιά, ενημέρωση», φυλλάδια, είχαμε και τα λίγα φυλλάδια, αυτά που τυπωθήκανε, και στα πιο πολλά σχολεία ήταν αυτό το κλίμα. Και συνεχίστηκε αυτή η δουλειά για 1 χρόνο, 1,5. Μάλιστα, στην ομάδα μας ήτανε κι ο Παναγιώτης, ο Σαϊνατούδης, ο οποίος είναι γνωστός, έχει την τράπεζα σπερμάτων στο Νευροκόπι. Είναι ο μοναδικός που έχει μαζέψει –Είναι πάρα πολύ, είναι γνωστός πολύ και στο ίντερνετ. Μαζεύει παραδοσιακούς σπόρους. Άφησε την ομάδα ανακύκλωσης και δημιούργησε την ομάδα σπόρων, αυτήν εδώ πέρα. Είναι αρκετά γνωστός. Ήταν, μάλιστα, ο Λεπενιώτης από το Πανεπιστήμιο των Τρικάλων και, εν πάση περιπτώσει, βοήθησαν κι άλλοι. Αλλά, συνεχίσαμε μετά οι υπόλοιποι λίγοι. Αφού κάναμε ομιλίες για ένα χρόνο –Παρένθεσις, σ’ αυτό το χρόνο λέω: «Καλά κάνουμε τις ομιλίες, αλλά θα πρέπει να έχουμε και παραπάνω στοιχεία». Η προηγούμενη ομάδα, τα παιδιά που ήταν στην προηγούμενη ομάδα είχανε πάρα πολλά στοιχεία για το χαρτί, για το πλαστικό, για τα μέταλλα, τι κερδίζουμε, τι γλυτώνουμε, τι ζημιά γίνεται στο περιβάλλον, τι οφέλη υπάρχουν. Αυτά ήταν όλα γραμμένα. Οπότε, πήγαμε στην Ένωση Αλουμινίου, πήγαμε στο Βαλαβάνη, την υαλουργία –στη Λάρισα, νομίζω, είναι το εργοστάσιο–, καθώς και στον Σύνδεσμο Χαρτοβιομηχάνων. Τους παρακαλέσαμε, τους δείξαμε τη δουλειά μας και τους ζητήσαμε ενίσχυση, για να βγάλουμε φυλλάδια. Και πράγματι, όλοι αυτοί οι Σύνδεσμοι, η Ελληνική Ένωση Αλουμινίου, ο Σύνδεσμος Υαλουργών και ο Σύνδεσμος Χαρτοβιομηχάνων μας είχαν δώσει 300.000, τα οποία ήταν και μεγάλο το ποσό, και τα βγάλαμε όλα εξ ολοκλήρου φυλλάδια, τα οποία λέγαν για την ανακύκλωση και τα μοιράζαμε στα σχολεία. Οπότε, η δουλειά πήγε σε πιο καλύτερα πόστα.

Β.Χ.:

Σπάσανε τα τηλέφωνα για, ήθελαν για πληροφόρηση, για ενημέρωση, για την ανακύκλωση γενικώς, αλλά, εντάξει. Λες μερικά πράγματα, αλλά από ‘κει και μετά τι γίνεται; Τότε δεν υπήρχαν ούτε μπλε κάδοι, δεν υπήρχανε υποδομές, δηλαδή τίποτε. Το μόνο πράγμα που υπήρχε τότε από απόψεως ανακύκλωσης ήτανε τα μέταλλα, τα οποία τα μαζεύανε οι τσιγγάνοι –και μάλιστα πολλές φορές με περισσότερο ενδιαφέρον, να μην πούμε τη λέξη, αφαιρούσανε απ’ τα σπίτια, χωρίς να το πάρουν είδηση οι ιδιοκτήτες, και ευγενή μέταλλα, μπας και… Λίγοι ασχολούνταν τότε με τη συλλογή χαρτιού. Από ‘κει και μετά, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Η χαρτοποιία τότε δούλευε συγκεκριμένα σε συνεργασία με εργοστάσια που βγάζανε μεγάλα υπολείμματα χαρτιού, τα οποία τα πηγαίναν κατευθείαν στη χαρτοποιία και κάπως έτσι γινόταν η κατάσταση. Οπότε, εγώ σκέφτηκα το εξής: Kαλό θα ήτανε, ορμώμενος –Μια φορά περνούσα, τώρα, ή από την Καρόλου Ντηλ ή από την Ικτίνου. Στην Καρόλου Ντηλ τότε ήτανε το 3ο Γυμνάσιο Θηλέων, απ’ ό,τι θυμάμαι, πρέπει, στην Ικτίνου πρέπει να ήταν το 2ο Γυμνάσιο Αρρένων; Δεν ξέρω εσύ αν θυμάσαι τίποτα απ’ αυτά.

Κ.Κ.:

Υπάρχουν και τα δύο σχολεία, αλλά είναι μικτά πλέον.

Β.Χ.:

Μάλιστα. Τότε, εμείς, δεν υπήρχαν μικτά Γυμνάσια. Ήτανε τα Αρρένων και των Θηλέων. Και σε κάποια φάση είχανε κλείσει τα σχολεία και στην Καρόλου Ντηλ –τότε απέναντι ήταν ο Πετρίδης, απ’ ό,τι θυμάμαι– ήτανε –απ΄ ό,τι ξέρω, οι σακούλες που βγάζει ο Δήμος για τα σκουπίδια ήτανε κόκκινο χρώμα–, ήτανε γεμάτες πολλές σακούλες με βιβλία. Έκλεισαν τα σχολεία, αφήσανε οι μαθητές τα βιβλία στο Γυμνάσιο, μαζέψανε οι επιστάτες –τότε υπήρχε ο επιστάτης που βαρούσε το κουδούνι, γιατί δεν υπήρχαν ηλεκτρικά κουδούνια στα σχολεία. Βαρούσε το κουδούνι, για να μπούμε μέσα. Είχε και το ΚΨΜ, συγγνώμη, το κυλικείο κι είχε και την καθαριότητα. Έμασε ο άνθρωπος τα βιβλία, τα έβαλε στις σακούλες για τα σκουπίδια και τα έβγαλε έξω, στο δρόμο πάνω, για να περάσει το απορριμματοφόρο να τα πάει στα σκουπίδια. Κι εγώ λέω: «Τι κατάσταση είναι αυτή; Μπορούνε να πάνε πίσω για επαναχρησιμοποίηση τα βιβλία. Μπορούνε να… Και ή για ανακύκλωση ή για να δοθούν σε άλλους μαθητές». Σπάω το κεφάλι μου, 1,2,3,4 μέρες, στο τέλος λέω: «Γιατί να μην έχουμε εμείς ένα φορτηγάκι να μαζεύουμε εμείς τα βιβλία, να τα πηγαίνουμε εμείς στις εταιρείες για ανακύκλωση;». Πηγαίνουμε στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών. «Α», λέει, «εσείς σαν οργάνωση δεν δικαιούστε να έχετε φορτηγάκι, γιατί πρέπει να είστε επαγγελματίες». «Τι να κάνουμε, τι να κάνουμε;». Τότε, μάλιστα, μετά από πολλή σκέψη ζύγωναν τα καρναβάλια και μια ομάδα είχαμε ντυθεί καρναβάλια στη Θεσσαλονίκη. Κάναμε μερικές βόλτες στην πόλη και λέμε: «Δεν πάμε και στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης» –τότε ήτανε Υπουργείο Βορείου Ελλάδος, απ’ ό,τι θυμάμαι– «να πούμε μερικά πράγματα και στον Υπουργό και να δούμε τι μπορεί να γίνει;». Πάμε εφτά-οχτώ άτομα. Πάμε στην πόρτα. Λέει ο φύλακας: «Παιδιά, ο Υπουργός», λέει, «έμαθε ότι θα ‘ρθείτε εδώ πέρα. Περιμένει μόνον έναν». Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Σαϊνατούδης, ο Παναγιώτης, για τον οποίον σας μίλησα πιο μπροστά. Λέει: «Θα πάω εγώ», και του λέω: «Κοίταξε, πες τον και για την ανακύκλωση μήπως μπορούμε να βρούμε τρόπο για τ’ αυτοκίνητο». Μπήκε μέσα. Περιμένουμε εμείς απ’ έξω. Έρχεται ο Σαϊνατούδης και μου φέρνει το χαρμόσυνο νέο: «Θα πας στην Αθήνα, θα πας κατευθείαν στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και θα βολευτεί η δουλειά». Πηγαίνουμε στην Αθήνα. Για να κάνω και μια παρένθεση, πιο μπροστά μας είχαν πει: «Θα πάτε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για να σας δώσουνε άδεια». Πήγαμε με το Μιχάλη, τον Τρεμόπουλο, που ήταν τότε Πρόεδρος στην Οικολογική Κίνηση, όχι στο Συμβούλιο Επικρατείας, όχι στη Βουλή, όχι στα Υπουργεία από ‘δω κι από ‘κει. Άκρη δεν βρήκαμε. Ήρθαμε πίσω στη Θεσσαλονίκη άπραγοι και τελικά, μετά απ’ αυτό, πήγα μόνο στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών στην Αθήνα. Μας περίμεναν οι παρακαθήμενοι εκεί πέρα στον Υπουργό. «Παιδιά, τι θέλετε;». «Αυτό κι αυτό κι αυτό κι αυτό». «Είμαστε ενημερωμένοι. Μας πήρε» –Τότε, νομίζω, πρέπει να ήταν οικουμενική κυβέρνηση και πρέπει εδώ Υπουργός Βόρειας Ελλάδας να ήταν ο κύριος Δεληγιάννης, νομίζω. Εν πάση περιπτώσει. Μας δίνουν ένα χαρτί. Με κείνο το χαρτί πήγαμε κάπου αλλού που μας στείλανε –δεν θυμάμαι. Τώρα μιλάμε για το ’86, ’87;– και, σε κάποια στιγμή, έρχεται ένα έγγραφο από το Υπουργείο Συγκοινωνιών, το οποίο έλεγε: «Κατ’ εξαίρεσιν των κειμένων διατάξεων, σας χορηγείται άδεια φορτηγού αυτοκινήτου, με μοναδικό σκοπό να συγκεντρώνει χαρτιά και βιβλία από τα σχολεία και να ασχολείται καθαρά με θέματα ανακύκλωσης». Οπότε, με αυτό το χαρτί αγοράσαμε ένα μεταχειρισμένο φορτηγάκι και, φυσικά, όταν πηγαίναμε στα σχολεία και κάναμε τις ομιλίες, έλεγα με τους Διευθυντές: «Παιδιά, στο τέλος της χρονιάς –αν θέλετε και πιο μπροστά–, μπορούμε να ‘ρθουμε να πάρουμε τα βιβλία που θα πείτε τους μαθητές να τα συγκεντρώσουνε και θα σας δώσουμε εμείς και τα χρήματα, μάλιστα».

Κ.Κ.:

Τα χρήματα απ’ την επαναχρησιμοποίηση εννοείτε;

Β.Χ.:

Απ’ την ανακύκλωση. Εμείς παίρναμε τα βιβλία, τα πηγαίναμε στο εργοστάσιο. Το εργοστάσιο μας έδινε χρήματα. Οπότε, μας έδινε, ξέρω ‘γώ, ένα κατοστάρικο, λέω ‘γώ στο Διευθυντή: «Κάψαμε 5» –ας το πούμε σε ευρώ, σε ελληνικά, σε ευρώ– «5 ευρώ βενζίνα, πήραμε 100 ευρώ, πάρτε τα 95 εσείς να τα βάλετε, να μαζέψτε χρήματα». Άλλο σχολείο μπορεί να βάλει για βιβλιοθήκη, άλλα σχολεία, θυμάμαι, βάψανε το σχολείο, άλλα κάνανε κάτι με τα κομπιούτερ, άλλα βοηθήθηκαν για εκδρομή. Πάντως, σίγουρα τα λεφτά πιάσανε τόπο, απ’ ό,τι θυμάμαι. [00:30:00]Μάλιστα, τότε τα κυλικεία είχανε αναψυκτικά. Λέμε: «Καλό θα είναι να μαζεύουμε και τα κουτάκια απ’ τα αναψυκτικά». Τότε υπήρχε η Ένωση Αλουμινίου στη Θεσσαλονίκη, έκανε πρόγραμμα ανακύκλωσης και είχανε πάρα πολύ μεγάλη τιμή. Δυστυχώς, έκλεισε αυτή η μονάδα εδώ και υπάρχει μόνο στην Αθήνα. Να σου πω ένα παράδειγμα: Αυτή τη στιγμή το κουτάκι του αλουμινίου, αυτό των αναψυκτικών, έχει 1 ευρώ το κιλό στην Αθήνα, εδώ έχει 0,30 λεπτά. Εκεί επιδοτείται κι εδώ, όταν ήτανε, είχε 1 ευρώ. Ήταν, δηλαδή, πάρα πολύ μεγάλη η αξία του κουτιού. Για να τα μαζέψουμε πάλι χρειαζόταν τρόπος. Ευτυχώς, υπήρχανε πάρα πολλοί που μας βοηθήσανε. Πήγα στην εταιρεία, στην 3Ε. Αυτοί φέρνανε τότε χυμούς από έξω σε μεταλλικά βαρέλια. Μας δίνανε τα βαρέλια, τα πήγαμε σε μηχανουργείο, μας έφκιαναν μία τρύπα που να χωράει το κουτάκι του αναψυκτικού, βάζαμε μέσα στο βαρέλι μια μεγάλη σακούλα πλαστικιά, κλείναμε το καπάκι. Οπότε, ο μαθητής έπινε το αναψυκτικό, πετούσε στο βαρέλι το κουτάκι. Όταν γέμιζε το βαρέλι, βγάζαμε το καπάκι, δέναμε τη σακούλα από πάνω. Η σακούλα ήταν έτοιμη. Παίρναμε εμείς τα κουτάκια και τα δίναμε στην Ένωση Αλουμινίου για ανακύκλωση. Αυτό το πράγμα προχώρησε πάρα πάρα πολύ καλά και μάλιστα –τότε δεν υπήρχε και τηλεόραση– πάλι μέσω ραδιοφώνου έγινε γνωστό, τηλέφωνα από επιχειρήσεις, από πολλά σπίτια, από πολλές πολυκατοικίες τότε. Μόνος μου, θυμάμαι, μια φορά κατέβασα ένα πλυντήριο από τον έκτο όροφο. Μου βγήκε η μέση. Περιοχή Καλαμαριάς. Δεν προλαβαίναμε να πηγαίναμε σε σπίτια. Περιοχή Ωραιοκάστρου. Πήγαμε Φλώρινα. Πήγαμε στο Γυμνάσιο Κασσάνδρας. Πήγαμε στην Όλυνθο, Γυμνάσιο; Πήγαμε με την ομάδα άγριας φύσεως για προστασία πουλιών και μιλήσαμε, βέβαια, και ανακύκλωση. Καβάλα, Σέρρες, σε πολλά άλλα μέρη. Και μάλιστα, έγινε και μια συνεργασία –στη Χίο Πανεπιστήμιο υπάρχει; Τι υπάρχει; Πανεπιστήμιο νομίζω.

Κ.Κ.:

Ναι, νομίζω.

Β.Χ.:

Τι κάναμε τότε; Πήραν τηλέφωνο τα παιδιά: «Μαζεύουμε πολλά κουτάκια. Θα πρέπει να τα δώσουμε για ανακύκλωση. Τι μπορούμε να κάνουμε;». Πήγα στην πλοιοκτήτρια εταιρεία: «Σας παρακαλούμε, κύριοι, να μας κάνετε μια δωρεά». «Τι δωρεά;». «Μεταφορά κουτιών για αλουμινίου». Βέβαια, όπου πηγαίναμε τους έδινα και φυλλάδιο, διαβάζαν οι άνθρωποι και λεν’: «Α, μπράβο, να βοηθήσουμε κι εμείς». Τα παιδιά απ’ το Πανεπιστήμιο –ας πούμε ότι ήταν Πανεπιστήμιο. Δεν μπορώ να θυμηθώ, γιατί μιλάμε για το ’87– βάζανε σε μεγάλα τσουβάλια τα κουτάκια που μαζεύανε, τα βάζανε στο πλοίο. Το πλοίο μετέφερε τα κουτάκια. Εγώ ήξερα τι ώρα θα ‘ρθεί το πλοίο. Πήγαινα με το φορτηγάκι, έπαιρνα τα κουτάκια, τα πήγαινα στην ΑΛΜΕΤ –είναι η εταιρεία τα Ελληνικά Καλώδια που είναι τώρα– που έπαιρνε τα κουτάκια για αυτό το πρόγραμμα. Έπαιρναν τα κουτιά αυτοί, μας δίναν τα χρήματα και ‘γώ τα χρήματα, μέσω ταχυδρομείου, τα στέλναμε στο Πανεπιστήμιο κι ήτανε όλοι ευχαριστημένοι. Απ’ ό,τι θυμάμαι –εγώ θα πω πιο μικρό το ποσόν–, πρέπει να δώσαμε γύρω στα 6 εκατομμύρια τότε σε σχολεία από χαρτιά, από μέταλλα, βιβλία, ξέρω ‘γώ, κτλ. Ό,τι, εν πάση περιπτώσει, μας δίναν τα σχολεία και πολλοί ιδιώτες που μας έλεγαν ότι: «Αυτά τα χρήματα δώστε τα σε κάποιο σχολείο». Και πιστεύω ότι για το ’93 ήταν το ποσό –Επαναλαμβάνω ότι το ποσό, τα 6 εκατομμύρια, που λέω, είναι πιο μικρό από την πραγματικότητα, γιατί, εγώ συνήθως έδινα, βέβαια, και κάποια απόδειξη, να ξέρουμε και τι γίνεται, αλλά το αρχείο μας, με τη μετακόμιση απ’ τη Φιλίππου στη Συγγρού –στην Πτολεμαίων, μάλλον, είναι η οδός, η Οικόπολις– χαθήκανε, οπότε δεν μπορώ να έχω πλήρη στοιχεία. Από ‘κει και μετά… Βέβαια, το βασικό θέμα παρέμεινε η ενημέρωση. Έρχεται –θυμάμαι μια φάση– ένας νεαρός απ’ τη Νεάπολη. «Τι να κάνω εγώ για να βοηθήσω στην ανακύκλωση;». Και του λέω: «Κοίταξε. Δεν μπορώ εγώ ακριβώς να σου πω τι να κάνεις, γιατί ήδη σκέφτομαι τόσα πολλά που ό,τι και να σου πω μπορεί κάποιο απ’ αυτά να το ξέρεις. Δες μόνος σου τι μπορείς να κάνεις και ο Θεός βοηθός. Αν ζητήσεις κάποια βοήθεια κάπου, να βοηθήσουμε». Μετά από 3 μήνες με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει: «Θα ‘ρθεις», λέει, «στη Νεάπολη να πάρεις κάτι πράγματα;». Πηγαίνω. Βγάλανε σαν πολυκατοικία το λέβητα. «Αυτό», λέει, «είναι για πέταμα. Μπορεί να πάει σαν μέταλλο για ανακύκλωση;». Λέω: «Ναι». Μου λέει: «Παραδίπλα», λέει, «έχει» –ο πατέρας του νομίζω– «καφενείο». Μου λέει: «Κοίταξε τι έκανα». Μου δίνει 5 τσουβαλάκια μεγάλα, τα οποία είχαν μέσα τα καπάκια από τα αναψυκτικά, τις ρετσίνες και τις μπίρες που έπιναν οι θαμώνες. Το παιδί τα μάζευε όλα, γέμισαν 5 μεγάλα τσουβάλια και τα ‘δωσε για ανακύκλωση. Κι εγώ το σκέφτομαι: «Το παιδί», λέω, «σκέφτηκε μόνο του –και μπράβο του–, έκανε αυτό το πράγμα. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να κάνει ο καθένας από ‘μας για να βοηθήσει για την προστασία του περιβάλλοντος και, φυσικά, στην ανακύκλωση». Κι αυτό το σκεφτόμουν πάρα πολλές φορές, γιατί σε κάποια φάση δούλεψα σ’ ένα ονομαστό καφενείο στην Προξένου Κορομηλά, στον «Παπαγάλο». Δεν ξέρω αν το ξέρεις εσύ, αν σου έτυχε κάτι. Ήταν τότε το Αμερικάνικο Προξενείο στην Προξένου Κορομηλά. Απέναντι ήταν το «Snoopy» και στην απέναντι γωνία ήτανε ο «Παπαγάλος». Κείνον τον καιρό, οι κύριοι που ακούν τις ηλικίες μου θα θυμούνται ότι η Προξένου Κορομηλά ήταν κλειστή από οχήματα, όχι γιατί έκλεινε κάποιος το δρόμο, αλλά τότε οι νεαροί, που ήμασταν εμείς, μαζευόμασταν όλοι στην Προξένου Κορομηλά κι όλος ο δρόμος ήταν με νεολαία. Δεν μπορούσες να πετάξεις καρφίτσα. Πού να περάσει και αυτοκίνητο; Εάν θα περνούσε ένα αυτοκίνητο θα έφκιανε 2 ώρες να περάσει. Έπρεπε να έμπαινε από το Αμερικάνικο Προξενείο, να έστριβε πάνω στην Προξένου Κορομηλά, να έβγαινε στη Μητρόπολη, και θα έφκιανε 2 ώρες, 2 ώρες, ένα έβγαινε. Θα έμενε εκεί, γιατί δεν, έβλεπαν το αυτοκίνητο οι νεαροί τότε, που ήμασταν, και δεν κουνιόνταν καθόλου. Σε λέει: «Φίλε, εφόσον ξέρεις ότι υπάρχει εδώ κόσμος, γιατί μπαίνεις με τ’ αυτοκίνητο μέσα;». Τότε ήταν κι η πιο πολλή διασκέδαση. Μετά τις 01:00 το βράδυ τότε, είχε βγει μια διαταγή από το Δήμο Θεσσαλονίκης: «Τα απορριμματοφόρα βγαίνουνε αργά το βράδυ», για να μην κυκλοφορούν στην πόλη και δημιουργούνε κυκλοφοριακό πρόβλημα. Άκουγα, όταν δούλευαν τα απορριμματοφόρα – Ήτανε, η Προξένου Κορομηλά τότε όλα τα καταστήματα ήτανε υγειονομικού ενδιαφέροντος: Μπαράκια, σαντουιτσάδικα και τέτοια. Βγάζαν έξω τα μπουκάλια μιας χρήσεως, τα σκουπίδια κτλ. Άκουγα το θόρυβο που μπαίναν τα μπουκάλια μέσα στο απορριμματοφόρο –μπαμ, μπουμ, κρας κρουτς!– και έβγαινα κι έβλεπα τα μπουκάλια και λέω: «Τι χαμός γίνεται! Γιατί να μην μπορούν αυτά να μαζευτούνε;». Και κοντά στα μιας χρήσεως –Αν δείτε τώρα όλα, μπίρες κτλ. γράφουνε από πίσω: «Επιστρεφόμενη φιάλη». Εμείς απ’ ανέκαθεν, από αρχή, σαν Οικολογική Κίνηση ήμασταν υπέρ των πολλαπλών χρήσεων. Δηλαδή, αντί να πάρουμε μπουκάλι μιας χρήσεως, θα πάρουμε το μπουκάλι που επιστρέφεται, γιατί το μπουκάλι μιας χρήσεως, και αν ανακυκλώνεται, πάλι έχει πολύ μεγαλύτερα έξοδα σαν υλικό, όχι μόνο για το μπουκάλι, για το γυαλί, αλλά και γενικά για όλα τα πράγματα. Και βέβαια, τότε ήμασταν κατηγορηματικά αντίθετοι για τα πλαστικά και ειδικά για τα πλαστικά μιας χρήσεως και σ’ αυτό, μάλλον, δικαιωνόμαστε σιγά-σιγά, γιατί τώρα κι εσείς ακούτε τι γίνεται με τα πλαστικά. Τότε, μάλιστα, που εγώ άρχισα να μιλάω στα σχολεία για την ανακύκλωση –Βέβαια, τότε δεν υπήρχαν και πλαστικά μπουκάλια. Τότε ήταν τα μπουκάλια όλα γυάλινα. Αναψυκτικά… Ή τα κουτάκια είχανε βγει και τα μπουκάλια ήταν όλα γυάλινα και μάλιστα επιστρεφόμενα. Ήταν, όμως, στα σκαριά τα πλαστικά που άρχισαν να βγαίνουν και τότε ο Μιχάλης, ο Τρεμόπουλος, σαν εκπρόσωπος της Οικολογικής Κίνησης, σε συνεργασία με το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών, άρχισαν κι αυτοί να κάνουνε μαθήματα ενημέρωσης στα σχολεία για το πλαστικό, για τη χρήση του, που ήταν, βέβαια, επαναλαμβάνω, κατηγορηματικά αντίθετοι. Και τώρα βλέπουμε ότι υπάρχει κάπου ένα νησί από πλαστικά, αλλού άλλο νησί από πλαστικά και το μεγαλύτερο λάθος που ακούς στην τηλεόραση, που λεν’ ότι, όταν μιλάν για τα σκουπίδια, που λένε ότι: «Το χαρτί σε 1 μήνα διασπάται, το ξύλο σε 1 χρόνο διασπάται, το γυαλί σε 1.000 χρόνια διασπάται». Το γυαλί δεν μπορεί να διασπαστεί σε 1.000 χρόνια. Το γυαλί είναι κατασκεύασμα ανθρώπινο. Μπορεί μέσω τριβής να μείνει μισό. Θα υπάρχει, όμως. Και θα υπάρχει κάπου και θα το βλέπεις εσύ σε ένα δάσος που μπορεί να πάρει, απ’ το γυαλί, αν θα δημιουργηθεί με τον ήλιο φακός, να πάρει φωτιά το δάσος. Μπορεί να το βλέπεις σε μια θάλασσα και θα σου δημιουργεί μια ασχήμια οικολογική, γιατί σου λέει: «Γιατί να ‘ναι αυτό το μπουκάλι σαν σκουπίδι εδώ πέρα;».

Β.Χ.:

[00:40:00]Μια παρένθεση να κάνω. Προχθές –σου είπα ότι είμαι βιοκαλλιεργητής– τσάπιζα και βρήκα ένα μπουκάλι πλαστικό. Παλιά ήταν η βιομηχανία του ΑΓΝΟ και ο γαλατάς μοίραζε τα μπουκάλια στην αρχή σε γυάλινα και μετά σε πλαστικά μπουκάλια και γράφαν ΑΓΝΟ, και βρήκα ένα μπουκάλι πλαστικό γάλακτος που έγραφε ΑΓΝΟ και ήτανε ολοκαίνουργιο. Δεν είχε καμία αλλοίωση. Μιλάμε πολύ πριν πάω εγώ στην Κίνηση, από το ’87. Μπορεί τώρα, δηλαδή, αυτό να ήταν 50 χρονών, 60 χρονών κι ήταν ολοκαίνουργιο. Εν πάση περιπτώσει, αυτοί που ξέρουν από χημεία θα δουν ότι τα πλαστικά είναι ένα πολυμερές με έναν σιδηρόδρομο από πίσω και για αυτό είμαι κατηγορηματικά αντίθετος. Λεν’ αυτοί: «Το πλαστικό, ανάλογα με το είδος, άλλο διασπάται σε 50, άλλο διασπάται σε 500». Διασπάται, σ’ αυτό συμφωνώ, αλλά, δυστυχώς, παραμένουνε τα λεπτότερα ινίδια που υπάρχουνε και αυτά, δεν μπορούν αυτά να διασπαστούν. Μπαίνουν στη θάλασσα, το τρώει το ψάρι –διατροφική αλυσίδα– και το τρώει ο άνθρωπος. Έχω ακούσει –τώρα, αλήθεια, ψέματα, δεν ξέρω– στην Αμερική οι έγκυες γυναίκες δεν τρώνε ψάρια, για να μην φάνε τα πλαστικά, γιατί τη στιγμή που τρώει το πλαστικό το ψάρι μένει μέσα του, μετά το τρώει ο άνθρωπος και το πλαστικό μένει στον άνθρωπο. Τώρα, πόσο καιρό θα μείνει στον άνθρωπο, πόσο ποσότητα χρειάζεται για να μας βγει κάποιος καρκίνος ή κάποιο άλλο πρόβλημα αυτό ακόμα δεν το ξέρουμε, γιατί δεν έχει προφανώς γίνει μελέτη. Πάντως, βλέπουμε ότι αρχίζουν τα πλαστικά σιγά-σιγά να τα απαγορεύουν: «Όχι πλαστικά μιας χρήσεως» και πράγματι και τα πλαστικά μιας χρήσεως… Πίνεις το νερό, πετάς το μπουκάλι. Πας στο πάρτι, τρώμε όλοι στα πλαστικά, τα ποτήρια και στα πιάτα και πίνουμε στα ποτήρια. Μόλις φεύγουν όλοι, αμέσως μαζεύονται στα σκουπίδια! Δεν είναι μόνο ότι –είπαμε ότι αυτά γίνονται από πετρέλαιο– σπαταλούνται πρώτες ύλες του πλανήτη, αλλά γεμίζουμε και σκουπίδια. Αλλάξαμε τη μια –Παλιά, ήμουν μικρός τότε, 7-8 χρονών, τα σκουπίδια ερχόταν στο Καλοχώρι. Γέμισε η περιοχή που ήταν από σκουπίδια. Τώρα την βλέπουμε, αυτή είναι σκεπασμένη και πάνω είναι νεκρή. Δεν έχει ούτε ένα δέντρο, δεν έχει τίποτα. Είπαν ότι θα την αξιοποιούσανε. Δεν έγινε. Πήγε μετά στους Ταγαράδες. «Βγάζουμε», λέει, «το βιοαέριο. Δίνουμε ενέργεια από ‘κει, κάνουμε το άλλο». Να κι οι Ταγαράδες, για να μην μολύνουμε τη Σουρωτή, ξέρω ‘γώ τι έγινε, πάμε πιο μακριά. Μετά πήγαιναν στο Δερβένι τα σκουπίδια, νομίζω, τώρα πήγαμε πιο μακριά και, αν θα γεμίσουνε κι εκεί, τι θα γίνει; Ο κόσμος αυξάνεται. Θα πρέπει να μάθουμε να μειώνουμε τα σκουπίδια, πρώτα να χρησιμοποιούμε ένα υλικό πολλές φορές και μετά να προσπαθήσουμε να δούμε εάν είναι για ανακύκλωση. Αυτά, βασικά, είναι και τα προγράμματα που κάνουμε και, βασικά, συνεχίζουμε και πάλι ομιλίες σε σχολεία για αυτό εδώ το σύστημα. Βέβαια, τώρα εμείς είμαστε σε λίγο πιο μειωμένο πρόγραμμα, γιατί υπάρχουν οι μπλε κάδοι, υπάρχουνε πολλές εταιρείες που έχουνε αναπτυχθεί στην φάση της ανακύκλωσης. Βέβαια, όσο προχωράει η εξέλιξη υπάρχουν και πιο δύσκολα υλικά προς ανακύκλωση. Μιλάμε για τα τοξικά, για επικίνδυνα, για νοσοκομειακά απόβλητα κτλ., τα οποία, βέβαια, υπήρχαν και πιο παλιά, αλλά υπήρχαν σε πολύ μικρή έκταση. Τώρα αυξάνονται σε πάρα πολύ μεγάλη έκταση. Πριν 2-3 χρόνια –Να σας πω, τώρα οι μπλε κάδοι, το σύστημα, τι είναι; Μαζεύονται το υλικό, μετά, με φορτωτή, αδειάζει το υλικό σε ταινία. Στην ταινία απ’ τη μια πλευρά υπάρχουνε οι εργάτες κι από την άλλη άλλοι εργάτες. Ο καθένας μαζεύει το υλικό το οποίο έχει λεχθεί. Εσύ το πλαστικό, εγώ το γυαλί, ο άλλος το χαρτί, ο άλλος το τάδε υλικό, ξέρω ‘γώ. Στο τέλος –Μάλλον, είπα για το γυαλί, το γυαλί δεν το μαζεύουνε. Στο τέλος το γυαλί, σαν πιο βαρύ, φεύγει, σπάει, γίνεται τρίμμα και πηγαίνει για ανακύκλωση κατευθείαν, χωρίς να το πιάνει κανείς. Τα μέταλλα, συνήθως υπάρχουν μαγνήτες για τα σιδηρούχα, ξεχωρίζονται έτσι. Τα υπόλοιπα, όπως τα παίρνει ο καθένας, τα πετάει πίσω σε κάδο, γίνονται μεγάλες μπάλες και πηγαίνουνε στη βιομηχανία για δουλειά. Πριν 2 χρόνια, 3 χρόνια, νομίζω, μια εργαζόμενη και, νομίζω, νεαρή ήταν, από νοσοκομειακό απόβλητο, από ένεση, έπαθε σοκ και, δυστυχώς, πέθανε, που συνεπάγεται ότι θα πρέπει πάντα να βοηθάμε –Η ανακύκλωση με το μπλε κάδο δεν έχει σταματήσει. Πρέπει πάντα να βοηθούμε. Πρέπει πάντα να βάζουμε καθαρό υλικό στο μπλε τον κάδο και όχι άλλα υλικά. Για να σου πω, σε μια πολυκατοικία υπάρχουνε δέκα οικογένειες. Εάν οι εννιά οικογένειες βάζουνε μόνον υλικό για ανακύκλωση και στο τέλος, όταν θα γεμίσει ο κάδος, πάει η τελευταία οικογένεια και πετάξει τη σακούλα με τις μπανανόφλουδες και τις πατατόφλουδες, αυτό το υλικό, δυστυχώς, πολλές φορές θα πάει στα σκουπίδια και πάει άδικα και ο κόπος των προηγούμενων. Από ‘κει και μετά, δεν ξέρω τι άλλο, αν θα χρειαστούμε κάποιες, να ρωτήσεις να απαντήσουμε. Εγώ τώρα συνεχίζω την ανακύκλωση μέσα στο Δήμο Δέλτα, σε μερικές μεγάλες επιχειρήσεις και από ‘κει και μετά, αν κάποιος χρειάζεται πληροφόρηση, όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, βοηθάμε. Όπου μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, προσπαθούμε πάντα να βοηθήσουμε και, φυσικά, το τηλέφωνο είναι πάντα στη διάθεσή όλων και για ενημέρωση και για βοήθεια.

Κ.Κ.:

Τέλεια. Όποιος το ακούει αυτό ελπίζω να το θυμάται. Έχω κάποιες ερωτήσεις. Η μία είναι, έτσι, λίγο πιο ιδιαίτερη: Εκείνο το φορτηγάκι τι απέγινε;

Β.Χ.:

Το φορτηγάκι, δυστυχώς, το πήραμε μεταχειρισμένο και σε κάποια φάση διαλύθηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσαμε να το κυκλοφορήσουμε, παρόλο που –θα το πω– τα παιδιά από τα ΚΤΕΟ κάναν φιλότιμες προσπάθειες και λένε: «Επειδή σας την έδωσε την άδεια το Υπουργείο Συγκοινωνιών, θα βοηθήσουμε και εμείς λίγο, μερικά δευτερεύοντα προβληματάκια, θα σας τα χαρίσουμε, αρκεί να συνεχίσετε να κάνετε αυτή τη δουλειά». Αλλά, δυστυχώς, έπαθε τόσο μεγάλες ζημιές –ήταν και παλιό το μοντέλο– και, δυστυχώς, πήγε το ίδιο για ανακύκλωση. Έχει μείνει στη φωτογραφία. Είχαμε μερικούς πολύ καλούς ζωγράφους. Ζωγραφίσανε τους ήλιους της Οικολογικής Κίνησης που έλεγε – Είχαμε παλιά, ας το πούμε, ένα σήμα: «Η Γη δεν είναι μιας χρήσεως». Έχουμε τη Γη και είναι σαν το κουτάκι του αναψυκτικού με τον κρίκο. Να ανοίξεις τον κρίκο, δηλαδή, να πιείς το αναψυκτικό και να το πετάξεις. Έτσι έχουμε τη Γη. Είχαμε τον ήλιο, που πάντα ήμασταν υπέρ της ηλιακής ενέργειας, και γύρω-γύρω από τον ήλιο γράφαμε: «Ατομική ενέργεια; Όχι, ευχαριστώ». «Ανακύκλωση; Ναι, ευχαριστώ». «Πλαστικά; Όχι, ευχαριστώ». Είχαμε πολλά τέτοια συνθήματα και τα οποία υπάρχουν ακόμη αυτά, βέβαια.

Κ.Κ.:

Okay. Τώρα, σχετικά με το σήμερα, σήμερα πώς θα χαρακτήριζες την ευαισθητοποίηση του κράτους και των πολιτών γύρω απ’ την ανακύκλωση; Έχουμε κάνει βήματα και πόσο;

Β.Χ.:

Είναι μία πολύ δύσκολη ερώτηση και η απάντηση είναι τρομερά δύσκολη. Δηλαδή, είναι δύσκολες οι ερωτήσεις από την πλευρά του ότι η πολιτεία λέει ότι κάνει πολλές φιλότιμες προσπάθειες. Οι πολίτες, να σου πω –Θα κάνω μια παρένθεση: Με πήρε ένας τηλέφωνο, κύριος, στα γραφεία της Οικολογικής Κίνησης. Σηκώνω το τηλέφωνο. Ρίχνει ένα κατεβατό γλήγορα, ρίχνει τα σχετικά βρισίδια του. Εντάξει, ήθελε να βρίσει κάπου. Και να με πάρει τηλέφωνο ένας και να με βρίσει, εγώ δεν με πειράζει. Λέω: «Τουλάχιστον θα ξεθυμάνει ο άνθρωπος και δεν θα έχει τα ψυχολογικά του και δεν θα χρειαστεί να πληρώνει ψυχίατρο». Και λέει στο τέλος: «Εγώ άλλη φορά, εάν θα πετάξω κάτι στο μπλε τον κάδο, θα σας δείξω εγώ εσάς που τρώτε όλα τα λεφτά! Άμα με δείτε εμένα σε μπλε κάδο, να με τρυπήσετε τη μύτη!». Είπε και κάτι άλλες βρισιές και με τα νεύρα του αυτά έκλεισε το τηλέφωνο και τελείωσε η φασαρία. Τώρα, αυτός ο άνθρωπος προφανώς ήτανε αγανακτισμένος, είτε γιατί –Μας παίρναν πολλοί τηλέφωνο και μας λεν’: «Κύριοι, το απορριμματοφόρο των σκουπιδιών παίρνει το μπλε κάδο και τον πάει στα σκουπίδια». Αυτός, ίσως, είναι μια περίπτωση που είπα πιο μπροστά, ότι κάποιοι πετάξανε κάποια τελείως ακατάλληλα σκουπίδια στο μπλε τον κάδο και τον κάδο της ανακύκλωσης τον άνοιξαν –γιατί πάντα τον ανοίγουνε, για να τον αδειάσουν– και σου λέει: «Αυτό το πράγμα δεν το παίρνουμε με τίποτε». Και το κακό ποιο είναι; Επειδή ο οδηγός του απορριμματοφόρου απαγορεύεται να πάρει τον κάδο το μπλε, πολλές φορές θα μείνει ο μπλε, θα γεμίσει και θα γίνει, μέχρι να παρθεί εντολή να αδειάσει ο κάδος, στο απορριμματοφόρο, γίνεται το κακό συναπάντημα, που συνεπάγεται ότι φταίει η πολιτεία, φταίμε εμείς σαν πολίτες, που δεν βοηθάμε, δηλαδή. Καταρχάς, ένα απλό πράγμα. Λέει κάτω ο κάδος: «Θα πρέπει τα σκουπίδια» –και πολλές φορές και το [00:50:00]TV100 το διαφημίζει–, «θα πρέπει τη σακούλα να την αδειάζουμε». Τα υλικά πρέπει να είναι χύμα. Είπα πιο μπροστά ότι είναι ταινία. Αν στην ταινία είναι η σακούλα δεμένη, θα πρέπει ο εργαζόμενος να πιάσει τη σακούλα, να παιδευτεί να την σκίσει. Εάν δεν προλάβει να την σκίσει, θα πρέπει –η ταινία περπατάει!– τα άλλα υλικά που έρχονται ή να τ’ αφήσει να παν στην ευχή του Θεού ή να τα ξεχωρίσει, όπως θα πρέπει. Οπότε, αναγκαστικά παίρνει τη σακούλα, είτε έχει κάτι, είτε δεν έχει, και την πετάει στα σκουπίδια και συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του. Με αυτό το σύστημα, δυστυχώς, τα σκουπίδια βγαίνουνε πάρα πολλά στα εργοστάσια ανακύκλωσης. Και επειδή μάλλον, μάλιστα, δεν πληρώνουν αυτοί από ό,τι ξέρω, δεν πληρώνουνε στο Δήμο, τα πληρώνει ο Δήμος. Γιατί, ο Δήμος, ξέρετε, όταν θα πάει να ζυγίζει το απορριμματοφόρο, να αδειάσει στην, ας το πούμε, εμείς το λέμε χωματερή –Χώρος Υγειονομικής Ταφής το λένε κάποιοι–, όταν πάει το απορριμματοφόρο να αδειάσει, ζυγίζεται, το ραβασάκι πάει στο Δήμο και ο Δήμος πληρώνει για να πετάξουμε τα σκουπίδια.

Β.Χ.:

Οπότε, λέμε: «Όσο πιο λιγότερα σκουπίδια υπάρχουνε, ο Δήμος τόσο πιο λίγα χρήματα θα πληρώσει». Για αυτό, λέμε και τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι κι ότι τη στιγμή που θα παν λιγότερα σκουπίδια, λιγότερα χρήματα. Πιο πολλά σκουπίδια, πιο πολλά χρήματα θα πληρώσει ο Δήμος. Αλλά τώρα –στην ερώτηση επανέρχομαι και στην απάντηση– είναι τα πράγματα δύσκολα. Εάν ήτανε οι πολίτες συνεπείς –Περπατάμε σε έναν δρόμο. Δεξιά-αριστερά ο δρόμος είναι γεμάτος κουτάκια και μπουκάλια από νερό κι από ‘κει και μετά έχει και το άλλο κακό συναπάντημα: Ηλεκτρικές συσκευές. Δεν πηγαίνουνε όλες στο σύστημα άσπρων κάδων. Πάει ο γυρολόγος, ο τσιγγάνος, παίρνει την οθόνη, σπάει από πίσω –Όπως ξέρουμε από παλιά, οι παλιές οι οθόνες, από το Γυμνάσιο τότε που πήγαινα, εμείς, θυμάμαι στη Φυσική, σωλήνας Braun, ο σωλήνας αυτός που… Της οθόνης. Στην άκρη μικραίνει κι έχει ένα πηνίο. Αυτό το πηνίο είναι χάλκινο. Σπάνουν όλη την από πίσω, την οθόνη, είτε είναι τηλεόραση, είτε είναι κομπιούτερ, για να πάρουν αυτό το πηνίο και, δυστυχώς, όλο το άλλο πηγαίνει στα σκουπίδια, γιατί η εταιρεία πια δεν το παίρνει για ανακύκλωση. Και πολλές φορές βλέπουμε στους δρόμους, δεξιά-αριστερά, πεταμένες αυτές τις οθόνες. Γιατί; Η εταιρεία σου λέει: «Κύριε, εμείς την θέλουμε ολόκληρη», όπως θέλουν ολόκληρο και το ψυγείο και το πλυντήριο. Τώρα, κάποιες μεγάλες εταιρείες μαζεύουνε αυτά. Σου λέει: «Θα αγοράσεις ψυγείο, θα πάρουμε το παλιό και θα στο επιδοτήσουμε». Αυτός, όμως –και μην μου πει κανείς εμένα ότι λέω ψέματα, γιατί είμαι κάτοικος Καλοχωρίου, όπως είπα πιο πολλά–, αυτές οι πιο πολλές εταιρείες εδρεύουνε στο Καλοχώρι. Έχουνε μερικούς Αλβανούς εργάτες και, όταν δεν βλέπει ο Διευθυντής, ο Αλβανός ξηλώνει τα καλώδια, τα τραβάει ένα κάψιμο. Τρέχω εγώ να πιάσω αυτούς που καίνε τα καλώδια, για να τους κοπανήσω 3 χιλιάρικα πρόστιμο, αλλά, δυστυχώς, μας την κοπανάνε. Και οι συσκευές πάλι πηγαίνουνε στην εταιρεία λεηλατημένες. Βέβαια, οι πιο πολλές παν’ στο εξωτερικό για ανακύκλωση, γιατί εκεί ανακυκλώνονται πλήρως.

Κ.Κ.:

Εσύ με ποια ιδιότητα βάζεις το πρόστιμο;

Β.Χ.:

Εγώ παίρνω τηλέφωνο σαν κάτοικος Καλοχωρίου–

Κ.Κ.:

Καταγγέλλεις.

Β.Χ.:

Παίρνω τηλέφωνο στο Δήμο, δίνω στοιχεία και κάνει ο Δήμος, ο Δήμος κάνει τη μήνυση κι εγώ πηγαίνω σαν μάρτυρας στο δικαστήριο–

Κ.Κ.:

Κατάλαβα.

Β.Χ.:

Έχουμε κάνει αρκετά δικαστήρια, αλλά, δυστυχώς, αυτοί όλο ξεφεύγουν. Καταρχάς, το δικαστήριο γίνεται μετά από 5 χρόνια.

Κ.Κ.:

Ναι.

Β.Χ.:

Μια φορά θυμάμαι συγκεκριμένα μέσα στο Γαλλικό πήγε ένα μεγάλο φορτηγό και πετούσανε σάπια πορτοκάλια. Εγώ, τυχαία, σαν κάτοικος Καλοχωρίου, έκανα βόλτα. Βλέπω, λέω: «Ρε σεις, γιατί τα πετάτε τα σκουπίδια;». «Άι άσε μας, ρε!», κάνει μια. Εγώ τότε τι κάνω; Πηγαίνω μπροστά στη θέση του οδηγού, παίρνω τα κλειδιά από το αυτοκίνητο, τα πηγαίνω στην κοινότητα και λέω: «Θα ‘ρθουν να σας ζητήσουν τα κλειδιά, κύριε Πρόεδρε, από φορτηγό. Είναι αυτοί που πετούσανε σκουπίδια. Θα τους κάνουμε μήνυση και μετά θα τους δώσεις τα κλειδιά». Και μου λέει η Αστυνομία μετά: «Αυτό που έκανες, θα μπορούσε ο άλλος να σου κάνει μήνυση, γιατί του πήρες τα κλειδιά». Εγώ λέω: «Τους το είπα!». «Δεν έχει σχέση. Έπρεπε», λέει, «να μην τα έπαιρνες». Εν πάση περιπτώσει, έγινε το δικαστήριο μετά από 5 χρόνια. Δεν πάτησε κανείς, ούτε αθώος, ούτε ένοχος ο δράστης.

Κ.Κ.:

Ξεχάστηκε.

Β.Χ.:

Δυστυχώς.

Κ.Κ.:

Okay. Και πώς αισθάνεσαι –γιατί κι αυτό θα ‘ναι αύριο-μεθαύριο ένα ιστορικό, ας πούμε, μια ιστορική δήλωση, ίσως–, όταν βλέπουμε τις προβλέψεις –γιατί προς το παρόν είναι προβλέψεις, αλλά τα ζούμε κιόλας ήδη– για την κλιματική αλλαγή, πώς αισθάνεσαι;

Β.Χ.:

Δυστυχώς, αυτά εμείς τα απ’ το ’86-’87. Εάν δείτε τα αρχεία μας –έχουμε φυλλάδια–, από τότε λέγαμε ότι λιώνουνε τα χιόνια, λιώνουν οι πάγοι –Ντάξει, τα χιόνια λιώνουνε φυσιολογικά, αλλά οι πάγοι θα μας δημιουργήσουν πρόβλημα σε 50 χρόνια, σε 100 χρόνια. Κάποιες παράκτιες πόλεις θα… «Αυτά τα λένε οι γραφικοί, χαζοί, οικολόγοι», λέγανε πολλοί και τώρα δεν ξέρω πόσοι μπορούν να το πουν αυτό ακόμη. Αλλά, το πώς αισθάνομαι;­ Τι να πω; Ελπίζω ότι τα προβλήματα τα μεγάλα θα αρχίσουνε μετά που θα φύγουμε εμείς, γιατί εγώ ήδη είμαι το ’58, όπως σας είπα, είμαι 62 χρονών. Δεν πιστεύω τα μεγάλα προβλήματα… Βέβαια, προβλήματα υπάρχουνε. Εγώ στο Καλοχώρι πριν 1 χρόνο; Είδα ανεμοστρόβιλο. Αυτά που τα βλέπω στην τηλεόραση. Μια φορά ήμουν στο χωράφι. Το χωράφι, όταν το κάνουμε φρέζα, το κάνεις πεντακάθαρο. Και βλέπω στα 2-3 μέτρα, βέβαια, η βάση του ήταν όπως είναι το ποτήρι κι έφτασε σε 1 μέτρο; Ένα ύψος 15-20 μέτρα. Το είδα και μετά από κάποιες μέρες είχε γίνει και κάτι αντίστοιχο στην Κέρκυρα πολύ δυνατό κι είχε πάρει κεραμίδια, στέγες κι έκανε μεγάλες ζημιές. Αλλά εγώ στο Καλοχώρι, που το είδα αυτό το πράγμα και το είδα και δεύτερη φορά σε πιο μικρό, λέω: «Για να είναι τώρα αυτό σ’ αυτό το μέγεθος, εμείς τα βλέπουμε αυτά που γίνονται στην Αμερική τεράστια και σηκώνουνε τη νταλίκα, μήπως θα μεγαλώσουνε και μήπως φταίει η κλιματική αλλαγή; Δεν σίγουρα πρέπει να προβληματιστούμε για αυτό το πράγμα;». Αλλά, το θέμα είναι εμείς οι απλοί πολίτες πόσο θα μπορούμε να αγωνιζόμαστε για αυτά τα πράγματα. Θα πρέπει να βοηθήσουνε και κάποιοι άλλοι που είναι υπεύθυνοι, οι άμεσα υπεύθυνοι.

Κ.Κ.:

Ναι.

Β.Χ.:

Εμείς, δυστυχώς… Βέβαια, υπάρχει η δύναμη του πολίτη. Μποϊκοτάζ σε προϊόντα που ξέρεις ότι μία επιχείρηση ρυπαίνει. Αυτό δεν το κάνουμε εμείς. Αλλού γίνεται.

Κ.Κ.:

Είναι μεγάλη κουβέντα, τώρα, η ευθύνη του πολίτη σίγουρα, του τι μπορεί να κάνει ο καθένας και νομίζω όλη η ιστορία που μας περιέγραψες είναι–

Β.Χ.:

Τώρα–

Κ.Κ.:

Αυτό το πράγμα.

Β.Χ.:

Άμεσα σίγουρα δεν απάντησα στην ερώτηση, έμμεσα, όμως, κάποιοι μπορεί να προβληματιστούν. Κάποιοι μπορεί να σκεφτούν ποια θα είναι η απάντηση που είχες κάνει πιο μπροστά.

Κ.Κ.:

Ωραία. Νομίζω ότι είμαστε okay, αν δεν έχεις κάτι να προσθέσεις, κάποιο περιστατικό άλλο, κάποια ανάμνηση, κάποια δήλωση.

Β.Χ.:

Περιστατικά… Ένα περιστατικό μπορούμε να πούμε. Εμείς σαν Οικολογική Κίνηση, παλιά οι ομάδες, κάναμε πάρα πολλές εκδηλώσεις. Μια φορά πρέπει να ήταν η Μέρα του Περιβάλλοντος και να είχαμε κάνει μια εκδήλωση στην Παραλία, παραδίπλα από το Λευκό Πύργο. Βέβαια, νόμιμα, με άδειες απ’ το Δήμο κτλ. Πάντοτε γίνεται η εκδήλωση καλοκαιράκι, έχεις και το ΚΨΜ –συγγνώμη, το κολλήσαμε από το στρατό το–

Κ.Κ.:

Ναι, ναι.

Β.Χ.:

ΚΨΜ που λέει–, το κυλικείο. Βαρέλι με πάγο και πουλούσαμε και μπίρες, για να βγουν και κάποια έξοδα της συναυλίας, γιατί πάντα οι εκδηλώσεις είχανε και συναυλία. Μόλις τελείωσε η εκδήλωση, η συγκεκριμένη, γύρισα εγώ κι έμασα όλα τα κουτάκια που πίνανε μπίρες κτλ. και καθάρισα και το χώρο, βέβαια. Τα έμασα όλα μπροστά σ’ εκείνα τα κατασκευάσματα που έχουν γίνει –τώρα, πώς τα λένε;– από τη μέσα μεριά της Παραλίας, γύρω στα 50 μέτρα απ’ τη θάλασσα, κάπου κατά ‘κει, και λέω: «Αυτά είναι πολλά. Τι να κάνω, τι να κάνω να τα μικραίνω;». Λέω: «Τα αδειάζω μπροστά, κάτω στην παραλία, παίρνω το φορτηγάκι της Οικολογικής Κίνησης και κάνω πίσω-μπρος, πίσω-μπρος, πατάω τα κουτάκια». Γιατί, αν το πατήσεις το κουτάκι, μειώνεις 1/5 περίπου, νομίζω, τον όγκο. Οπότε, αντί για 50 τσουβάλια, θα είχα 10. Γίνοντας αυτό εδώ πέρα το πράγμα, που τράβηξε λίγη ωρούλα, έρχεται ξαφνικά, περνούσανε περιπολία η Αστυνομία. Έρχεται ένας αστυνομικός, έρχεται στο αυτοκινητάκι, στο φορτηγάκι και έρχεται από μακριά: «Επ, τι γίνεται εκεί; Τι κάνετε;». Κι έρχεται σε μένα κατευθείαν. Το βλέπει ο Τρεμόπουλος. Πάγωσε. Σε λέει: «Ωχ, κάνουμε καμιά παρατυπία και δεν το ξέρουμε;». Έρχεται ο αστυνομικός στην πόρτα. Μου λέει: «Τι γίνεται εδώ πέρα;». Κι εγώ τρόμαξα, γιατί είδα τον Τρεμόπουλο που λίγο πάγωσε. Φοβήθηκα. [01:00:00]Λέω: «Να βρούμε και κάνα μπελά τώρα. Τα Μέσα Ενημέρωσης θα μας κάνουν ρεζίλι κτλ.», και δεν είπα τίποτα, αλλά είχα στο κάθισμα τα φυλλάδια που μοιράζουμε στα σχολεία. Παίρνω ένα φυλλάδιο, ειδικό για την Ένωση Αλουμινίου, ήταν για τα κουτάκια. Λέω… Χωρίς να μιλήσω, του δίνω το φυλλάδιο της ανακύκλωσης. Ανοίγει ο αστυνομικός το φυλλάδιο, βλέπει ανακύκλωση αλουμινίου, κουτάκια κτλ. Κλείνει το φυλλάδιο, το παίρνει: «Μπράβο, μπράβο», και σηκώνεται φεύγει. Ο Τρεμόπουλος ακόμη έμεινε παγωμένος, ο κύριος Πρόεδρος. Εν πάση περιπτώσει. Ε, άλλο, έτσι, τίποτε δεν… Είχα μιλήσει στο Δημαρχείο των Αθηνών. Είχα πάει να μιλήσω για την ανακύκλωση. Και τελικά κάνα-δυο ενδιαφερθήκανε και για την οικολογική γεωργία. Είχαμε στις ομάδες μέσα –Και μάλιστα κάναμε και μαθήματα, το Εργαστήρι Οικολογική Πρακτικής, στην Οικολογική Κίνηση, που έφκιανε μαθήματα οικολογικής γεωργίας. Ήμουν και εκεί μέλος και τα παιδιά ήταν γεωπόνοι και κάποια αναφορά έγινε στο Δημαρχείο και μερικοί ήθελαν κάποια ενημέρωση και το ξεκινήσαμε. Και μάλιστα, για την οικολογική γεωργία η ανακύκλωση είναι ένα από τα βασικά, γιατί η οικολογική γεωργία θεωρεί ότι η ενέργεια που φεύγει πρέπει να μπαίνει από τους ίδιους πόρους. Οπότε, όταν βγάζουμε τα κηπευτικά, τα υπολείμματα, όπως και τα χόρτα, τα οποία τα ξεβοτανίζουμε, δεν τα ραντίζουμε με χημικά, για να τα κάψουμε, τα μαζεύουμε, τα βάζουμε σε κάδους ή σε δικιάς μας κατασκευής συστήματα, τα οποία μετατρέπονται σε κομπόστ, σε θρεπτικό υλικό, και το ξαναρίχνουμε μέσα στα κηπευτικά. Οπότε, είναι βασική αρχή της οικολογίας η ανακύκλωση, η κομποστοποίηση, που λέμε. Τώρα, άλλο τίποτε, δεν ξέρω, αν έχεις κάποια ερώτηση εσύ άλλη. Αλλά, υπάρχουν σίγουρα πολλά περιστατικά. Μια φορά, θυμάμαι, είχε στην ομάδα άγριας φύσης. Μας πήραν τηλέφωνο. Μου λέν’: «Τρέχα», λέει, «στο Καλοχώρι. Έχει», λέει, «μια φώκια». Τρέχω κι εγώ, βλέπω τη Φώκια. Μέχρι να βρω κτηνιάτρους, μέχρι να βρω υπεύθυνους κτλ. ήρθαν 2-3 κανάλια. Μας πήρανε, την άλλη μέρα σπάσαν τα τηλέφωνα. Αυτό θα ήθελα να το τονίσω, πάνω σ’ αυτό να πω κάτι, όπως και για λύκους. Ένας κυνηγός σκότωσε τη λύκαινα, πήρε τα λυκάκια και το έβαλε αναγγελία, ότι: «Πουλιούνται λυκάκια». Ένας πήρε τηλέφωνο στα γραφεία μας και λέει: «Παιδιά, κάποιος πουλάει λυκάκια». Παίρνουμε τον εισαγγελέα, πάμε. Ο εισαγγελέας τον πιάνει, μέσα, και τα λυκάκια, αφού τα μεγαλώσαμε στο νοσοκομείο, τα αφήσαμε έξω, ελεύθερα. Θέλω να πω ότι και μερικοί κάνουνε κάποιες πράξεις που δεν στέκονται και μάλιστα τις κοινοποιούν. Τώρα, αυτός να γράψει αγγελία ότι: «Πουλούνται λύκοι». Βέβαια, πρέπει να ξέρουμε ότι τα άγρια ζώα απαγορεύεται η κατοχή και η εμπορία. Τώρα, θα μου πεις εσύ: «Πόσα άγρια ζώα έχει ο καθένας κρυμμένα!». Άλλος έχει κροκόδειλο, άλλος έχει… Και τι δεν έχει. Άλλος στο Φίλυρο ήρθε, μου έπιασε: «Να, εγώ θα γίνω μ’ εσάς, είμαι οικολόγος» και στο Φίλυρο είχε δηλητηριώδη ερπετά, είχε κροκόδειλους, είχε χιμπατζήδες, είχε και τι… Μόνο ελέφαντες δεν είχε! Βέβαια, τον κυνηγήσαμε απ’ τα γραφεία και τελικά δεν ξέρω τι έγινε μ’ αυτόν τον άνθρωπο. Αυτό που θα ήθελα να πω, μάλιστα, για την απελευθέρωση των λύκων: Υπάρχει μια φήμη. «Οι οικολόγοι», λέει, «σ’ εκείνο το μέρος αφήσανε οχιές». Είναι… Λογικά εγώ κάποιος μου το είπε και λέω: «Δημοτικό έβγαλες; Γράμματα έμαθες; Είχες κάποια λογική κτλ.; Είναι δυνατόν εγώ τώρα ν’ αφήσω τη δουλειά μου, να ανοίξω εργοστάσιο που να εκτρέφω οχιές ή, εν πάση περιπτώσει, κάποιο άλλο είδος που είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο κι όταν μεγαλώσει να το πιάσω και να πάω να το αφήσω κάπου;». Εμείς η θεωρία μας είναι: Παίρνει κάποιος τηλέφωνο: «Παιδιά έχουμε έναν αετό». Έστω, ας είναι και φίδι. Το παίρνουμε, το θεραπεύουμε και, αν θεραπευτεί και δεν μας «αφήσει», πηγαίνουμε, το αφήνουμε στο μέρος που το έχουμε πιάσει εμείς ή μας το έχουν υποδείξει κάποιοι άλλοι και το πιάσαμε. Οπότε, δεν υπάρχει περίπτωση να έχουμε αφήσει κάπου οχιές, για να κάνουμε κάποιο κακό. Τώρα, εάν σε κάποιο μέρος –Δεν ξέρω αν θυμάσαι, πριν αρκετά χρόνια, πολλοί Θεσσαλονικείς, όμως, πρέπει να το θυμούνται. Η παραλία είχε τόσες πολλές πασχαλίτσες. Όταν πήγαινες να περάσεις από τον Ερυθρό Σταυρό μέχρι το Λευκό Πύργο, έπρεπε να δούλευες υαλοκαθαριστήρες, γιατί ήταν τόσες πολλές οι πασχαλίτσες και δεν μπορούσες να δεις. Αυτό έγινε γιατί ένας οργανισμός, όταν βρει κάπου φαΐ, γεννάει και μαζεύεται εκεί που είναι το φαΐ. Τα δέντρα που ήταν στην παραλία είχαν γεμίσει ψείρες. Η ψείρα είναι το φαΐ της πασχαλίτσας. Μαζευτήκαν όλες οι πασχαλίτσες, για να φαν’ τις ψείρες. Τώρα, εάν σε κάποια σημεία βρέθηκαν πολλά ποντίκια, είναι ευνόητο να μαζευτούν πολλά φίδια, για να φάνε τα ποντίκια. Είναι, δηλαδή, νόμος της φύσης. Όπου υπάρχει για ένα έμβιο ζώον φαΐ, θα μαζευτούνε για να φάνε το φαΐ. Οπότε, αν είδαν κάπου πολλές οχιές, μπορεί να μαζευτήκαν κάπου ποντίκια ή κάποιο άλλο, ξέρω ‘γώ, ζώο που να τους πείραξε. «Αφήσαμε», λέει, «λύκους». Ο λύκος, εντάξει, είναι μεν και προστατευόμενο ζώο, έχει κάνει ζημιές. Τώρα τους μαζεύει ο Αρκτούρος, ο οποίος έχει και τις αρκούδες, αλλά σίγουρα –Για τις αρκούδες, νομίζω, δίνεται κάποια αποζημίωση κι οι λύκοι… Εμείς σίγουρα δεν έχουμε αφήσει. Γιατί, σας είπα ότι είμαι και μέλος του Κέντρου Περίθαλψης Άγριων Ζώων. Μέχρι στιγμής, μια φορά ήταν να μεταφέρω εγώ προσωπικά μ’ αυτό το φορτηγάκι των Οικολόγων ένα λεοντάρι από εδώ στην Αθήνα. Μερικές φορές στα τσίρκα κάναμε πολλές διαμαρτυρίες. Είμαστε εναντίον των ζώων αυτών, ελέφαντες κτλ. για τα τσίρκα.

Κ.Κ.:

Ναι.

Β.Χ.:

Και κάναμε και πολλές ενέργειες. Για αυτό και πολλά τσίρκα τώρα είναι χωρίς ζώα. Τώρα, τι άλλο κάναμε. Έχουμε κάνει τόσες–

Κ.Κ.:

Καταλαβαίνω.

Β.Χ.:

Που δεν μπορώ να…

Κ.Κ.:

Ναι, ναι, ναι. Νομίζω ότι είπαμε υπεράρκετα και για τα ζώα και την ανακύκλωση και για την αντίληψη, γενικά. Οπότε, νομίζω είμαστε okay.

Β.Χ.:

Αν θέλει κάτι κάποιος πιο πολύ εξειδικευμένο, εάν μπορούμε, είπαμε, να βοηθήσουμε, βοηθάμε πληροφοριακώς. Βέβαια, πάντα υπάρχουνε οι δυσκολίες, πάντα υπάρχουνε… Κάθε μέρα η τεχνολογία εξελίσσεται, οπότε, αν θα υπάρξει κάποια ερώτηση –Εγώ είχα σπουδάσει ηλεκτρονικός. Μας έλεγε ο καθηγητής: «Παιδιά, κάθε μέρα θα πρέπει να μελετάτε στα ηλεκτρονικά, γιατί κάθε μέρα υπάρχει εξέλιξη», όπως και στην ιατρική. Και εκεί υπάρχει κάθε μέρα εξέλιξη. Δεν είναι ένα πράγμα που θα το αφήσεις μια βδομάδα. Εάν το αφήσεις μια βδομάδα, είσαι πίσω.

Κ.Κ.:

Έτσι.

Β.Χ.:

Οπότε, σίγουρα θα υπάρχουν και πράγματα που δεν τα ξέρουμε.

Κ.Κ.:

Έτσι. Θα τα μάθουμε, όμως.

Β.Χ.:

Ελπίζουμε.

Κ.Κ.:

Έτσι. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.

Β.Χ.:

Κι εμείς ευχαριστούμε. Σας χαιρετούμε.