© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

«Η κουκλίτσα η καημένη που ήτανε καλομαθημένη»: Η ζωή μιας κοπέλας από τη Νεμέα

Κωδικός Ιστορίας
12219
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Κυριακούλα Κελλάρη Θεοδώρου (Κ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/03/2023
Ερευνητής/τρια
Κυριακή Θεοδώρου (Κ.Θ.)
Κ.Θ.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Είμαι η Κυριακή Θεοδώρου για το Istorima και είμαι εδώ, στη Στιμάγκα Κορινθίας, με την αγαπημένη μου γιαγιά. Γιαγιά, θες να μας πεις το όνομά σου;

Κ.Κ.:

Κυριακούλα Κελλάρη. Κυριακούλα.

Κ.Θ.:

Ωραία. Γιαγιά, για πες μου, γεννήθηκες στη Νεμέα Κορινθίας;

Κ.Κ.:

Στη Νεμέα Κορινθίας.

Κ.Θ.:

Πότε;

Κ.Κ.:

Το 1947.

Κ.Θ.:

Το 1947. Και ήσουνα η πρώτη από τα παιδιά;

Κ.Κ.:

Ήμουνα η πρώτη. Κι έχω έναν αδελφό.

Κ.Θ.:

Πώς ήταν η καθημερινότητά σου στη Νεμέα;

Κ.Κ.:

Στη Νεμέα, καλά ήτανε, πήγαινα στο σχολείο, είχα φιλενάδες. Τα χρόνια ήσανε δύσκολα, φτωχά. Έκανα δουλειές στο σπίτι. Μόλις σχόλαγε το σχολείο μαζευόμασταν όλα τα κορίτσια και πηγαίναμε στα χωράφια και παίρναμε φαγητά και τρώγαμε, κάναμε σαν να πηγαίναμε σαν εκδρομή, πικ νικ.

Κ.Θ.:

Με τις συμμαθήτριές σου;

Κ.Κ.:

Με τις συμμαθήτριές μου. Μία φίλη μου η οποία ήτανε πλούσια τότε. Εμείς είμαστε σε κατάσταση πολύ πιο φτωχά τα χρόνια. Και μου είχε αφήσει ο πατέρας μου και η μητέρα μου απάνω στο τζάκι –γιατί είχαμε τζάκι τότε, ήτανε φτωχά τα σπίτια– λεφτά. Και όταν σχόλαγε το σχολείο, μας είχε αφήσει, λέει: «Θα πάτε να πάρετε τυρί», με τον αδελφό μου, «και ψωμί να φάτε». Γυρνώντας εμείς απ’ το σχολείο, πήγα να πάρω τα χρήματα μαζί με τη φιλενάδα μου –η οποία, Καίτη το όνομά της, το θυμάμαι– και πάω να πάρω τα λεφτά. Λείπανε απ’ το τζάκι. Δεν πήραμε τίποτα, μείναμε νηστικά κι εγώ κι ο αδελφός μου. Έρχεται η μητέρα μου το βράδυ από το χτήμα: «Φάγατε παιδιά;» «Δε φάγαμε, γιατί τα λεφτά λείπανε». «Για να σου πω», μου λέει η μητέρα μου, «ποια κοπέλα πέρασε, ποια φιλενάδα σου πέρασε απ’ το σπίτι;» Λέω: «Η Καίτη». Λοιπόν, φεύγει η μητέρα μου, πάει στο σπίτι της και βλέπει τη, συναντάει τη μαμά της και της λέει: «Μαρία, η κόρη σου, ρώτησέ τηνε, πέρασε απ’ το σπίτι και πήρε τα λεφτά της κόρης μου και μείνανε νηστικά. Ρώτησέ τηνε τα λεφτά τι γινήκανε, τα πήρε η κόρη σου;» «Σώπα», της λέει της μάνας μου, «κυρία Γιωργία. Θα την πιάσω εγώ με το καλό και θα τη ρωτήσω». Την πιάνει, της λέει: «Έλα εδώ, Καίτη. Πήρες εσύ τα λεφτά της Κυριακούλας απ’ το τζάκι;» Λέει: «Ναι». «Και πού τα έχεις;» Τα είχε κρύψει μέσα στο λινό. Ο λινός ήταν αυτά που πατάγαμε τα σταφύλια εκείνα τα χρόνια. Τρυγάγαμε και είχαμε ένα λινό και τα βάζαμε μέσα τα σταφύλια και τα πατάγαν οι γονείς μας με τα πόδια τότε. Και τα πήρε τα λεφτά και της λέει η μητέρα μου: «Καλά», της λέει, «βρήκατε εμάς που ήμασταν φτωχή οικογένεια να πάρει τα λεφτά; Εσείς τουλάχιστον είχατε τον τρόπο». Μετά, ντάξει, πήραμε τα λεφτά.

Κ.Θ.:

Εσύ πώς ένιωσες που το έμαθες ότι…

Κ.Κ.:

Εγώ στεναχωρήθηκα, γιατί μείναμε νηστικά κείνη την ημέρα. Δε φάγαμε τίποτα.

Κ.Θ.:

Κι ήταν κι ο αδερφός σου πιο μικρός;

Κ.Κ.:

Κι ήταν κι ο αδερφός μου πιο μικρός δύο χρόνια.

Κ.Θ.:

Μάλιστα. Οι γονείς σου τι δουλειά έκαναν, θες να μας πεις;

Κ.Κ.:

Ήσανε αγρότες οι γονείς μου. Δουλεύανε στα χτήματα. Είχαμε ένα γαϊδουράκι, δεν είχαμε άλλα μέσα τότε, με τα πόδια πηγαίναμε στις δουλείες. Ο πατέρας μου με τη μητέρα μου όταν μαζεύαμε ελιές με κόβαν απ’ το σχολείο και πήγαινα και βοηθούσα στα χτήματα, στις ελιές.

Κ.Θ.:

Πόσων χρονών ήσουνα τότε που πήγαινες στα κτήματα;

Κ.Κ.:

Τότε ήμουνα δώδεκα χρονών, στο δημοτικό σχολείο πήγαινα. Το σχολείο το έβγαλα στη Νεμέα.

Κ.Θ.:

Και πώς βοηθούσες στα χτήματα, τι έκανες;

Κ.Κ.:

Βοηθούσαμε, τρυγάγαμε, μαζεύαμε τις ελιές, αυτές τις δουλειές που κάνουν οι αγρότες. Μικρά ήμασταν. Οι δάσκαλοι τότε δε μιλούσανε, ότι, ξέρεις, απουσίες και τέτοια. Ήτανε άλλη η ζωή τότε και πηγαίναμε στα χτήματα. Όχι συνέχεια, βέβαια, αλλά, εντάξει, πολλές φορές.

Κ.Θ.:

Το σχολείο το θυμάσαι πώς ήταν να μου πεις;

Κ.Κ.:

Το σχολείο ήτανε ένα παλιό σχολείο, είχε προαύλιο, ωραίο ήτανε τα χρόνια αυτά.

Κ.Θ.:

Τι έκανες στο σχολείο;

Κ.Κ.:

Τι εννοείς τι έκανα;

Κ.Θ.:

Τι μαθήματα κάνατε; Με τις φίλες σου τι έκανες;

Κ.Κ.:

Τα πάντα κάναμε. Τα μαθήματα αυτά που, τα μαθήματα που κάναμε, που κάνουνε και τώρα. Θυμάμαι συγκεκριμένα, πέρναγε ο καστανάς τότε, είχε ένα καλάθι και μέσα είχε τα κάστανα βρασμένα και τότε τρία κάστανα δίναμε… και πολλές φόρες –πόσο; δε θυμάμαι την τιμή· φτωχικά χρόνια– και συγκεκριμένα δεν είχαμε εμείς τον τρόπο να παίρναμε κάθε μέρα κάστανα. Φώναζε ο καστανάς, ερχόταν στο σχολείο. Ο παγωτατζής με τα παγωτά. Ένα παγωτό, το μοιράζαμε στο σπίτι μου εμείς, εγώ κι ο αδελφός μου, με μια… σοκολάτα τότε, το ξυλάκι, εγώ κι ο αδελφός μου. Ένα παγωτό. Ερχότανε, πέρναγε κάθε απόγευμα ο παγωτατζής από τη Νεμέα και φώναζε, κάθε απόγευμα βγαίναμε έξω. Είχε, είχε μιάμιση δραχμή νομίζω, αν θυμάμαι καλά, το παγωτό τότε, το ξυλάκι.

Κ.Θ.:

Μάλιστα.

Κ.Κ.:

Ναι.

Κ.Θ.:

Και τι άλλο σου άρεσε να κάνεις, θες να μας πεις;

Κ.Κ.:

Να κάνω σαν τι δηλαδή; Μ’ άρεσε η οικοκυροσύνη στο σπίτι.

Κ.Θ.:

Μου έχεις πει ότι σου άρεσε ο χορός, σου άρεσε να τρέχεις, θες να μου πεις αυτά;

Κ.Κ.:

Ναι, ο χορός μου άρεσε.[00:05:00] Ήμουνα… Στο σχολείο έτρεχα πολύ, ήμουνα στη σκυταλοδρομία πρώτη, έτρεχα πολύ.

Κ.Θ.:

Είχες μια κλίση για τον αθλητισμό δηλαδή.

Κ.Κ.:

Στον αθλητισμό ήμουνα πρώτη. Κι όταν ήτανε που μαζευόσαν τα κορίτσια για να… και έπαιρνα εγώ τη σκυτάλη φωνάζανε «Κυριακή, Κυριακή» για να βγαίναμε πρώτοι εμείς, γιατί ήμασταν σε ομάδες.

Κ.Θ.:

Ωραία.

Κ.Κ.:

Ναι, κάναμε σκυταλοδρομία τότε.

Κ.Θ.:

Και θέλεις να μου πεις, απ’ ό,τι μου ’χεις πει, μετά έφυγες κάποια στιγμή και πήγες στην Οικοκυρική Σχολή;

Κ.Κ.:

Μετά έφυγα, έφυγα μόλις έβγαλα το σχολείο, δώδεκα χρονών. Ένα χρόνο έμεινα στη Νεμέα, δεκατρία, και στα δεκατέσσερά μου χρόνια έφυγα και πήγα στην Τεγέα σε μια σχολή οικοκυρική, η όποια έμενα μέσα. Πληρώναν οι γονείς μου, τότε ήταν… δε θυμάμαι πόσο ήταν, και μέναμε μέσα, ήμουνα οικότροφη. Είχαμε τη διευθύντρια, μια πολύ αυστηρή διευθύντρια. Ήμασταν πολλά κορίτσια τότε, πάρα πολλές ήσαν απ’ την Τρίπολη – η Τεγέα υπάρχει, είναι στην Τρίπολη σ’ ένα μέρος. Και τώρα υπάρχει ακόμα, αλλά τώρα είναι μουσείο, το ’χουνε κάνει μουσείο. Εμείς τότε εκεί κεντούσαμε –πώς το λένε;– κεντήματα και τα εκθέταμε στον τοίχο κι ερχόσαν απ’ την Τρίπολη και κάνανε διαγωνισμό, κάναμε διαγωνισμό, ντάξει, ωραία ήσανε. Εγώ ήμουνα μικρή, βέβαια, ήσαν οι άλλες κοπέλες πολύ πιο μεγάλες από μας, ήσανε, μένανε μέσα όλες εκεί. Κάθε Κυριακή μάς πηγαίνανε στην εκκλησία στην Επισκοπή. Γυρνώντας από την Επισκοπή, μας πηγαίνανε βόλτα, γιατί έχει ένα δάσος εκεί η Τεγέα, μας πηγαίνανε εκεί και μόλις γυρνάγαμε στο… στη σχολή μάς κερνούσανε μια σοκολατίνα τότε, θυμάμαι. Είχανε σοκολατίνα, ωραία φαγητά. Αλλά είχα φτιάξει ένα ωραίο, ένα –πώς το λένε;– κέντημα· όχι κέντημα, μια καρφίτσα με όλο χάντρες και το θυμάμαι. Αλλά την έχασα. Αυτή την καρφίτσα είχε μεγάλη αξία, την είχα φτιάξει εγώ μόνη μου τότε μες στη σχολή. Αν τη φύλαγα, τώρα θα την έδινα στην εγγόνα μου. Αλλά δυστυχώς.

Κ.Θ.:

Την είχες φτιάξει σε μάθημα;

Κ.Κ.:

Εγώ. Όλο χάντρες, ναι, πολύ ωραία καρφίτσα. Αυτά μας μαθαίνανε. Μας μαθαίνανε τρόπους καλής συμπεριφοράς, πώς να φερνόμαστε, όλα αυτά.

Κ.Θ.:

Και πόσων χρονών ήσουνα όταν πήγες, θυμάσαι;

Κ.Κ.:

Ήμουνα δεκατέσσερα.

Κ.Θ.:

Δεκατεσσάρων χρονών. Ήσουνα, οι υπόλοιπες κοπέλες ήταν της ηλικίας σου;

Κ.Κ.:

Ήσαν μεγάλα, μεγάλα κορίτσια.

Κ.Θ.:

Και πώς ένιωθες που ήσουνα η πιο μικρή;

Κ.Κ.:

Εντάξει, μικρό ήμουνα. Αυτές ήσανε προχωρημένες σε όλα, και στα… στους έρωτες. Είχαν αγόρια ερχόσαν απ’ έξω τα αγόρια απ’ το προαύλιο και φωνάζανε, βγαίναν τα κορίτσια έξω. Τότε έτσι ήταν η ζωή αυτή εκεί πέρα, περνούσαμε.

Κ.Θ.:

Φίλες είχες εκεί;

Κ.Κ.:

Είχα μια κοπελίτσα η όποια ήταν εδώ, απ’ το Καλαμάκι. Απ’ την Κόρινθο ήμουν εγώ κι άλλη μια κοπέλα. Οι άλλες ήσαν όλες απ’ την Τρίπολη, απ’ τα γύρω χωριά της Τριπόλεως. Ωραία ήσανε.

Κ.Θ.:

Και να σε ρωτήσω, πώς αποφασίστηκε να πας στην Οικοκυρική Σχολή, θυμάσαι;

Κ.Κ.:

Ναι, αποφασίστηκε να πάω γιατί εγώ ήρθα σαν ψυχοκόρη σε μια οικογένεια εδώ, στη Στιμάγκα, και επειδή ήμουνα μικρή… Είχανε πάρει και το αγόρι –τον άντρα μου τον οποίο έχω τώρα– και για να με παντρέψουνε έπρεπε να ’ρθω σε κάποια ηλικία, δεν μπορούσα να παντρευτώ απ’ τα δεκατέσσερα χρόνια. Με πήγανε εκεί, κάθισα δυο χρόνια, μεγάλωσα και στα δεκαέξι μου παντρεύτηκα. Γι’ αυτό πήγα στη σχολή εκεί.

Κ.Θ.:

Και σου το είπανε ότι θα πας στη σχολή, σου το ανακοινώσανε;

Κ.Κ.:

Βεβαίως.

Κ.Θ.:

Και πώς ένιωσες όταν σου το είπαν, τι σου είπανε, θυμάσαι;

Κ.Κ.:

Εντάξει, δε θυμάμαι, απλώς πήγα άνετα, νέα ήμουνα, λέω: «Θα ’ταν ωραία η ζωή εκεί». Αλλά ήτανε μια ζωή στρατιωτική.

Κ.Θ.:

Θυμάσαι την πρώτη μέρα που πηγές στη σχολή;

Κ.Κ.:

Τι να θυμάμαι; Άσχημα ήτανε μέσα εκεί, λες και μπήκες φυλακή. Δεν ήταν να πας έξω, να βγεις, ήμασταν… πώς είν’ ο στρατός;

Κ.Θ.:

Είχατε αυστηρό πρόγραμμα δηλαδή;

Κ.Κ.:

Αυστηρό πρόγραμμα. Δεν υπήρχε εκεί, εκεί ήτανε νόμοι.

Κ.Θ.:

Θες να μου περιγράψεις δηλαδή μια μέρα; Τι ώρα ξυπνούσατε, ας πούμε;

Κ.Κ.:

Το πρωί. Ξυπνούσαμε το πρωί, φτιάναμε το κρεβάτι μας σαν φάκελο, όπως το κάνουν στο στρατό, όλα έτοιμα, τακτοποιημένα. Δίναμε, κάναμε προσευχή, δίναμε παρών. Εμείς πάντα, ντάξει, ήσανε πολλά κορίτσια μεγάλα, που λείπανε, που φεύγανε γιατί είχανε δεσμό και ήσανε μεγάλα τα κορίτσια αυτά και φεύγανε.  Εγώ ήμουνα μικρό βέβαια, δεν πολυκαταλάβαινα τότε, ναι.

Κ.Θ.:

Και τρώγατε όλες μαζί;

Κ.Κ.:

Ναι, είχαμε–

Κ.Θ.:

Μαγειρεύατε εσείς;

Κ.Κ.:

Όχι, όχι, δε μαγειρεύαμε εμείς, ήτανε μαγείρισσα. Και είχαμε συγκεκριμένη ώρα και τρώγαμε όλοι σε μια τραπεζαρία μεγάλη.

Κ.Θ.:

Θυμάσαι την πρώτη μέρα τι έφαγες όταν έφτασες εκεί;

Κ.Κ.:

Τι έκανα;

Κ.Θ.:

Τι έφαγες όταν έφτασες εκεί, θυμάσαι;

Κ.Κ.:

Δε θυμάμαι αυτό τώρα, να σ’ το πω.

Κ.Θ.:

Δεν το θυμάσαι.

Κ.Κ.:

Την ημέρα τι φάγαμε; Ντάξει.

Κ.Θ.:

Τα μαθήματα που έκανες την πρώτη μέρα τα θυμάσαι ή δεν έκανες μαθήματα;

Κ.Κ.:

Μαθήματα δεν κάναμε του γυμνασίου. Κάναμε μαθήματα όπως είναι το savoir vivre, ας πούμε. Πώς, όταν θα παντρευτούμε πώς θα ήμασταν καλοί, οικογένεια πώς θα αποκτήσουμε, πώς θα φερνόμαστε. Τρόπους καλής συμπεριφοράς, αυτό μας μαθαίνανε.

Κ.Θ.:

Είχατε καθηγήτριες, γιαγιά;

Κ.Κ.:

[00:10:00]Ήμασταν, είχαμε τρεις: Ήτανε μια η διευθύντρια και άλλες δύο. Μαγείρισσα είχαμε. Μπάνιο κάναμε όλες μαζί, που εγώ ντρεπόμουνα τότε, μια φορά –δε θυμάμαι πόσες φόρες– την εβδομάδα μας κάνανε μπάνιο, με γραμμή. Μας βάζανε στη γραμμή, γδυνόμασταν και μας πλένανε. Γδυνόμασταν.

Κ.Θ.:

Ντρεπόσουν που ήσουνα η πιο μικρή;

Κ.Κ.:

Εγώ ντρεπόμουνα που ’μουνα μικρή, ναι.

Κ.Θ.:

Κι έβλεπες τις άλλες κοπέλες…;

Κ.Κ.:

Μεγάλες αυτές, ήτανε ώριμες, είχανε μπει στη ζωή, διαφορετικές, ήσανε είκοσι χρονών, είκοσι δύο. Αλλά αυτές πώς μπήκανε τώρα εκεί στη σχολή δεν ξέρω, τα χρόνια αυτά που ήσανε τόσο…

Κ.Θ.:

Κι εκτός από μαθήματα, με τις άλλες κοπέλες στον ελεύθερο χρόνο τι κάνατε, κάνατε καμιά βόλτα ή ήσασταν…;

Κ.Κ.:

Δεν… Πηγαίναμε πάντα μαζί, όλα τα κορίτσια, κορίτσια μόνο, μόνο μαζί, δεν πηγαίναμε. Μας αφήνανε έξω, ας πούμε, στο προαύλιο, μας παρακολουθούσανε γιατί ήσανε πολλά κορίτσια μεγάλα και πηδάγανε τα κάγκελα και βγαίναν έξω, γιατί περιμένανε τ’ αγόρια τους τότε. Εμείς, όμως, που ήμασταν πιο μικρά δεν πηγαίναμε πουθενά, ήμασταν μέσα, φοβόμασταν.

Κ.Θ.:

Κι υπήρχαν και τιμωρίες, γιαγιά, άμα έκανες κάτι που δεν έπρεπε;

Κ.Κ.:

Τιμωρία; Δεν το θυμάμαι αυτό, δεν το θυμάμαι αυτό.

Κ.Θ.:

Μάλιστα.

Κ.Κ.:

Εκκλησία μάς πηγαίναν με γραμμή.

Κ.Θ.:

Κι εκεί πόσο καιρό έκατσες στη σχολή;

Κ.Κ.:

Δυο χρόνια. Δυο χρόνια, μέσα.

Κ.Θ.:

Και την τελείωσες δηλαδή;

Κ.Κ.:

Ήταν η σχολή τέσσερα. Εγώ στα δύο χρόνια έφυγα.

Κ.Θ.:

Στα δύο χρόνια έφυγες.

Κ.Κ.:

Γιατί ήρθα μετά.

Κ.Θ.:

Και γύρισες στο χωριό, εδώ, στη Στιμάγκα;

Κ.Κ.:

Γύρισα στη Στιμάγκα, δεν ξαναπήγα μετά στη Νεμέα. Ήρθα στη Στιμάγκα και παντρεύτηκα τον άντρα μου.

Κ.Θ.:

Άρα όταν γύρισες απ’ τη σχολή, παντρεύτηκες κατευθείαν;

Κ.Κ.:

Ναι. Κάθισα ένα χρόνο και μετά παντρεύτηκα στα δεκαέξι. Στα δεκαεφτά έκανα τον πρώτο μου γιο.

Κ.Θ.:

Ήσουνα μικρή δηλαδή όταν έκανες το…

Κ.Κ.:

Μικρή ήμουνα, ναι.

Κ.Θ.:

Και πώς ήταν αυτό; Θες να μου πεις; Πώς ήτανε η εμπειρία του να έχεις παιδί σ’ αυτή την ηλικία; Πώς ένιωθες;

Κ.Κ.:

Δεν ήτανε καλή εμπειρία αυτή, να ’χεις τόσο μικρά, να ’σαι τόσο μικρή και να ’χεις… Σκλαβιά ήτανε. Βρήκα δυο γέρους εδώ, χτήματα. Αλλά μετά μεγαλώσαν τα παιδιά, ήτανε ωραία η ζωή. Μετά, στα δεκαοχτώ χρόνια, είχα κάνει και τον άλλο μου γιο, έχω δύο αγόρια. Και μετά η ζωή άλλαξε. Πέρασα ωραία εδώ στη Στιμάγκα, δε στερήθηκα τίποτα. Είχανε, δεν ήτανε τα χρόνια τα φτωχικά που πέρασα στη Νεμέα. Πέρασα πολύ πλούσια μετά, πολύ ωραία.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις για τους παππούδες εδώ που λες ότι υπήρχαν στο χωριό;

Κ.Κ.:

Οι παππούληδες, για ποιους παππούληδες μιλάς; Εδώ, στην οικογένειά μας;

Κ.Θ.:

Ναι, ναι. Όταν ήρθες στο χωριό, είπες ότι ήταν δύο παππούδες εδώ πέρα.

Κ.Κ.:

Δυο παππούληδες. Λοιπόν, ο δε παππούλης που έζησε, ο ψυχοπατέρας μου εννοείται που ήρθα εδώ. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου στη Νεμέα δε θέλανε να με δώσουν ψυχοκόρη γιατί δεν ήμασταν και τελείως στο δρόμο. Αλλά επειδή δεν είχανε παιδιά, ήτανε η θεία εδώ –η θεία μου ήταν αδελφή της μαμάς μου– και παρακάλεσε τη μαμά μου και της είπε ότι: «Θα μου δώσεις το κορίτσι γιατί, ούτως ή άλλως, θα παντρευτεί, θα φύγει. Λοιπόν, γιατί να μην το δώσεις σ’ εμένα;» Τέλος πάντων, και η μητέρα μου σαν… το θεώρησε σωστό και μ’ έδωσε εδώ, στη Στιμάγκα. Λοιπόν, αλλά ο παππούς εδώ ήτανε πολύ της θρησκείας τότε. Της θρησκείας…; Δεν… Τότε υπήρχε η Φαντασία, το περιοδικό, δε μ’ άφηνε να διαβάσω το βιβλίο. Δε φόρεσα… Φόρεσα, ντύθηκα ωραία, ήμουνα πάντα μες στη μόδα, αλλά πάντα συντηρητικά. Δεν ήθελε να φορέσω μίνι, γιατί τα χρόνια αυτά ήταν το φουρό, ήτανε το μίνι, ήτανε η ζωή τότε διαφορετική. Μιλάμε για το ’64 αυτό, έτσι; Το ’64 τότε. Το ’65 έκανα το γιο μου το μεγάλο, τον πρώτο. Λοιπόν, όλ’ αυτά τα στερήθηκα λίγο. Μετά, μόλις παντρεύτηκα, άλλαξε η ζωή. Ανέλαβε ο άντρας μου και άλλαξε η ζωή μου πια.

Κ.Θ.:

Άρα εδώ ήτανε η θεία σου;

Κ.Κ.:

Η θεία μου, η οποία ήταν αδελφή της μαμάς μου.

Κ.Θ.:

Με τον άντρα της;

Κ.Κ.:

Με τον άντρα της.

Κ.Θ.:

Οπότε εσύ εδώ έπρεπε να φροντίζεις..;

Κ.Κ.:

Να φροντίζω τους δύο γέρους. Γέροι τότε, ντάξει, δεν ήσανε γέροι, ήσανε μεγάλοι ανθρώποι.

Κ.Θ.:

Και θες να μου πεις πώς ήταν η καθημερινότητα με τους παππούδες;

Κ.Κ.:

Τίποτα, δύσκολα. Σηκωνόμουνα το πρωί, ετοίμαζα τον παππού, τη γιαγιά, τα παιδιά και μετά στο χτήμα, δουλειά. Αγροτική ζωή.

Κ.Θ.:

Πήγαινες και βοηθούσες, δηλαδή;

Κ.Κ.:

Στα χτήματα, τον άντρα μου.

Κ.Θ.:

Τις ελιές και τα σταφύλια πάλι;

Κ.Κ.:

Τις ελιές και τα σταφύλια, ναι.

Κ.Θ.:

Ωραία. Θέλω να γυρίσουμε λίγο πίσω, γιαγιά μου, και να μου πεις για το πρώτο σου παιδί.

Κ.Κ.:

Ναι. Να πω τι;

Κ.Θ.:

Να μου πεις πώς ήταν που ήσουνα έγκυος, πώς ένιωθες;

Κ.Κ.:

Το πρώτο μου παιδί, δεν υπήρχανε τότε γιατροί, πηγαίναμε μια φορά το μήνα στους γιατρούς. Και μπορώ να πω ότι όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί, ο άντρας μου είχε πάει στο χτήμα. Και να φανταστείτε τι καταστάσεις ήτανε τότε, ναι. Και πήγα με τη θεία εδώ, με τ[00:15:00]ην, που έζηγα στο σπίτι αυτό, και γέννησα.

Κ.Θ.:

Πού γέννησες, στην Κόρινθο;

Κ.Κ.:

Στο Κιάτο, στο Κιάτο.

Κ.Θ.:

Στο Κιάτο.

Κ.Κ.:

Στον Μιχαλόπουλο συγκεκριμένα, αυτό το νοσοκομείο υπήρχε τότε.

Κ.Θ.:

Και μετά πώς κατάφερνες να τα συνδυάζεις όλα;

Κ.Κ.:

Λοιπόν, ναι. Εγώ να σας πω ένα περιστατικό τότε – τώρα το λένε λοχεία, που η νέα επιστήμη. Τα τότε χρόνια, που γέννησα εγώ και ήμουνα στο νοσοκομείο –τώρα δεν τα πιστεύουνε οι νέοι και, ντάξει, ούτε και…– σαράντα μέρες εμείς δε βγαίναμε έξω, οι λεχώνες. Μας φυλάγανε, γιατί… δεν ξέρω, ήσανε, γινόσανε πράγματα άσχημα. Κι ένα βράδυ που ήμουνα στο νοσοκομείο, ήμουνα την τρίτη μέρα που γέννησα, ήτανε καλοκαίρι –γιατί το γιο μου τον έχω κάνει Ιούνιο– και γέννησα και την τρίτη μέρα, όπως ήταν το παράθυρο ανοιχτό, μου φάνηκε ότι κάποιος μου τράβηξε τα πόδια, έτσι, ειλικρινά, τα πόδια και μου είπε η θεία μου, λέει: «Μη φοβάσαι», μου λέει, «δεν είναι τίποτα». Και μετά έπιασε κι έβαλε μαχαίρι, έβαλε ψωμί, δηλαδή θέλανε οι Μοίρες, που λένε. Είδες που λέει: «Σε μύρωσε η Μοίρα»; Και ο γιος μου ο μεγάλος στο μέτωπό του, στη μύτη του, πιο ψηλά, ακριβώς στο μέτωπο, είχε ένα μελανό σημάδι. Απ’ την ημέρα αυτή που μου φανήκαν να μου τραβήξανε τα πόδια –η Μοίρα– λοιπόν, είχε ένα μελανό σημάδι, πράγματι. Και το σημάδι αυτό άργησε να του φύγει, του έφυγε στο δημοτικό σχολείο. Ένα μελανό σημάδι κατά εδώ.

Κ.Θ.:

Δηλαδή, η θεία σου έβαλε το μαχαίρι και το ψωμί για να σε προστατέψει;

Κ.Κ.:

Έβαλε μαχαίρι, ψωμί για να προστατέψει, να φάνε οι Μοίρες. Είδες που λέει: «Τον μύρωσε η Μοίρα»;

Κ.Θ.:

Ωραία. Οπότε μετά, αφού γέννησες, γύρισες εδώ στο χωριό;

Κ.Κ.:

Στο χωριό. Μεγάλωσα, γύρισα εδώ στο χωριό, δεν είχαμε, τα μέσα που ’χαμε τότε, ούτε πλυντήρια ούτε μπεϊμπιλίνα ούτε τίποτα.

Κ.Θ.:

Οπότε τι κάνατε;

Κ.Κ.:

Ούτε θέρμανση είχαμε. Επαίρναμε το μωρό, το βάζαμε στην κούνια και πάνω απ’ την κούνια βάζαμε μια κουβέρτα για να μην κρύωνε το μωρό. Αυτά. Άσχημα. Δεν είχαμε τα μέσα τότε, ούτε πλυντήρια ούτε τίποτα.

Κ.Θ.:

Κι εσύ τότε που είχες κάνει το πρώτο σου παιδί, συνέχιζες να πηγαίνεις στο χτήμα;

Κ.Κ.:

Όχι.

Κ.Θ.:

Δεν πήγαινες.

Κ.Κ.:

Δεν πήγαινα στο χτήμα.

Κ.Θ.:

Καθόσουν εδώ και φρόντιζες…

Κ.Κ.:

Φρόντιζα τους γέρους και φρόντιζα και τα παιδιά. Μετά ήρθε και το δεύτερο παιδί κι ήμουνα στο σπίτι. Δεν πήγαινα στα χτήματα.

Κ.Θ.:

Το δεύτερο παιδί θέλεις να μου πεις πόσων χρονών το έκανες;

Κ.Κ.:

Το δεύτερο ήτανε… δεκαεννιά.

Κ.Θ.:

Και, γιαγιά, να σε ρωτήσω, ήτανε η δεύτερή σου εγκυμοσύνη, ήτανε διαφορετική;

Κ.Κ.:

Η δεύτερή μου εγκυμοσύνη ήτανε πολύ δύσκολη. Η πρώτη ήτανε πάρα πολύ καλή, γιατί ήτανε πολύ μικρό το παιδί και βγήκε, γέννησα κανονικά, φυσιολογικά. Ενώ το δεύτερο παιδί ήτανε μεγάλο και μου είχε πιάσει όλες τις φλέβες. Τις φλέβες, είχα αίματα στις φλέβες και ήτανε δύσκολο τότε, η εγκυμοσύνη μου αυτή.

Κ.Θ.:

Ήταν όλη η διάρκεια της εγκυμοσύνης;

Κ.Κ.:

Όλη, όλη.

Κ.Θ.:

Πονούσες δηλαδή;

Κ.Κ.:

Πονούσα, ναι, και μετά μόλις μεγάλω… δε θυμάμαι, μετά από κάνα χρόνο, πήγα έκανα εγχείριση, χειρουργείο, και έβγαλα τις φλέβες όλες. Γιατί είχανε μείνει οι φλέβες στα πόδια μου και φαινότανε, από αισθητικής άποψης μετά. Είχα πάει στο νοσοκομείο.

Κ.Θ.:

Μάλιστα. Και για πες μου, πώς ήτανε να μεγαλώνεις δύο αγόρια εκείνη την εποχή;

Κ.Κ.:

Είχα και βοήθεια, από τη θεία εδώ. Ντάξει, μαζί τα μεγαλώσαμε. Τα μεγαλώσαμε μαζί, δε στερήθηκαν τίποτα.

Κ.Θ.:

Ο άντρας σου ήτανε…

Κ.Κ.:

Ήταν γραμματέας, γραμματικός, υπάλληλος στην κοινότητα, είχε τις δουλειές του. Εγώ τα παιδιά και τους παππούληδες.

Κ.Θ.:

Και πήγανε, τα παιδιά πήγανε σχολείο εδώ στο χωριό, στη Στιμάγκα;

Κ.Κ.:

Στο χωριό, στη Στιμάγκα πήγανε, ναι. Βγάλανε το σχολείο εδώ και μετά πήγανε στο Βέλο, στο Κιάτο, τελειώσαν το σχολείο τους. Ο δεύτερός μου γιος το έβγαλε το σχολείο στο Βέλο, ο πρώτος πήγε και στο Κιάτο Κορινθίας.

Κ.Θ.:

Και όλα αυτά τα χρόνια εσύ ήσουνα μαζί με τους παππούδες εδώ πέρα;

Κ.Κ.:

Ναι, όλα τα χρόνια μαζί εδώ, τους κοιτάξαμε. Όλα τα χρόνια μαζί.

Κ.Θ.:

Και πώς ήτανε η συγκατοίκηση τόσα χρόνια όσο μεγάλωνες κι εσύ;

Κ.Κ.:

Εντάξει, λίγο δύσκολα ήτανε, αλλά δεν μπορούσαμε να κάναμε και διαφορετικά τότε.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις γιατί ήταν δύσκολα; Μου είπες ότι ο παππούς ήτανε…

Κ.Κ.:

Ήτανε παράξενος, ναι, αλλά η υπομονή… κάναμε υπομονή, τι μπορούσαμε να κάναμε τα χρόνια αυτά; Δεν είχαμε άλλη… πού να πηγαίναμε; Είχαμε κτήματα, είχαμε τη δουλειά μας, δεν μπορούσαμε να φύγουμε, να πάμε κάπου αλλού τότε. Και μείναμε στο χωριό.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις για τη θεία σου; Θέλεις να μου πεις πώς ήτανε;

Κ.Κ.:

Ήτανε λίγο ιδιότροπη, τι να[00:20:00] πω τώρα; Μια λέξη άσχημη; Δε λέγονται αυτές.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις ένα περιστατικό, ας πούμε;

Κ.Κ.:

Ένα περιστατικό. Ήτανε παράξενη πάρα πολύ, ρε παιδί μου. Δεν ήτανε, πάντα με γκρίνιαζε, φώναζε. Δεν είχε παιδιά και δεν είχε νιώσει τη μητρότητα της μάνας να καταλάβει. Εγώ ήμουνα μικρή, δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά. Δεν είχε καταλάβει, δεν ήξερε τη μητρότητα της μάνας για να καταλάβει τα αισθήματα απέναντι το παιδί με τη μάνα τότε.

Κ.Θ.:

Και με τα μωρά μέσα στο σπίτι, με τα παιδιά μέσα στο σπίτι, πώς ήτανε οι παππούδες;

Κ.Κ.:

Καλά. Όχι, εντάξει, εντάξει, ήτανε πολύ… δεν μπορώ να πω, καλά, δεν είχαμε… Τα μεγαλώσαμε μαζί, εντάξει, όσο ήσανε μικρά. Μετά μεγαλώσαν, τα πράγματα ηρεμήσανε. Άλλαξε η ζωή, αλλάξαν τα χρόνια, ήτανε διαφορετικά. Όσο πέρναγε ο καιρός, άλλαζε η ζωή.

Κ.Θ.:

Ωραία. Γιαγιά, εσύ όταν, αφού μεγάλωσαν δηλαδή τα παιδιά και ξεκίνησαν σχολείο, εσύ συνέχιζες να πηγαίνεις στο χτήμα;

Κ.Κ.:

Στα χτήματα, ναι, στα χτήματα πηγαίναμε, βοήθαγα τον άντρα μου σ’ όλες τις δουλειές: αλώνια, θερίζαμε τότε σιτάρια, βρώμη, είχαμε και δυο κατσίκες τότε, αρμέγαμε τις κατσίκες, φτιάναμε γάλα, φτιάναμε τυρί αυτά τα χρόνια.

Κ.Θ.:

Και, θυμάμαι, μου έχεις πει ότι πηγαίνατε και στη λαϊκή;

Κ.Κ.:

Στη λαϊκή με τον παππού πήγαινα τα τελευταία χρόνια, που ήσανε τα παιδιά πια στο γυμνάσιο. Πηγαίναμε λαϊκή πολλά χρόνια.

Κ.Κ.:

Και πώς ήταν αυτό; Θες να μου πεις και γι’ αυτό;

Κ.Θ.:

Πηγαίναμε, πήγαινα μόνη μου και ο άντρας μου ήτανε γραμματικός. Και συγκεκριμένα θέλαμε να βάζαμε το καλοριφέρ στο σπίτι. Είχαμε, το γκρεμίσαμε το σπίτι και το φτιάξαμε το ’72 και θέλαμε να βάζαμε το καλοριφέρ και μας ζητούσανε τότε… δε θυμάμαι, ένα ποσό. Και λέει ο άντρας μου: «Θες να πάρω άδεια», λέει, «από το γραφείο και να πάμε τα σταφύλια λαϊκή να βάλουμε το καλοριφέρ;» Και λέω: «Εντάξει». Πήρε άδεια και πήγαινα σ’ ένα χτήμα μόνη μου. Δεν υπήρχαν τότε, δεν υπήρχε μέσον, ούτε οδηγούσα ούτε αυτοκίνητο. Μπορώ να πω ότι ήταν… πόσο; πέντε χιλιόμετρα; Με τα πόδια. Πήγαινα μόνη μου, πολύ μακριά απ’ το χωριό. Δε φοβόμασταν τότε, δεν υπήρχανε κίνδυνοι. Μόνη μου, τρύγαγα είκοσι δύο κιβώτια, τα σκέπαζα με πανί και έπαιρνα μετά το δρόμο και πήγαινα προς το χωριό, μόνη μου. Μετά ερχότανε απ’ τη λαϊκή ο άντρας μου, πηγαίναμε πάλι στο χτήμα, τα φορτώναμε και την άλλη μέρα πάλι λαϊκή. Αυτό γινότανε πολλά χρόνια.

Κ.Θ.:

Και πηγαίνατε στην Αθήνα;

Κ.Κ.:

Στην Αθήνα, στον Πειραιά.

Κ.Θ.:

Ωραία. Γιαγιά μου, να σε γυρίσω λίγο πίσω να μου πεις κάτι ακόμα. Μου είπες ότι έφυγες, μετά την Τεγέα έφυγες από τη Νεμέα και ήρθες κατευθείαν στη Στιμάγκα. Τους γονείς σου τους έβλεπες;

Κ.Κ.:

Ναι, βεβαίως τους έβλεπα. Αλλά, ντάξει, όχι τακτικά.

Κ.Θ.:

Πήγαινες εσύ εκεί;

Κ.Κ.:

Πήγαινα εγώ. Οι γονείς μου δε ’ρχόσανε εδώ στο χωριό, γιατί δεν υπήρχαν και τα μέσα τότε. Πώς, με τι να ’ρχόσανε; Ένα γαϊδουράκι είχαμε τότε, δε ’ρχόσανε. Κι ήταν ένα, ένας απ’ τη Στιμάγκα, απ’ το χωριό, που ’χε ένα ταξί και αυτό πήγαινε μια φορά στη Νεμέα τη βδομάδα.

Κ.Θ.:

Οπότε πήγαινες εσύ μ’ αυτό;

Κ.Κ.:

Οπότε πήγαινα εγώ, ναι. Και τους έβλεπα και γύριζα.

Κ.Θ.:

Και πώς ήτανε, πώς ένιωθες που ήσουνα μακριά απ’ τους δικούς σου;

Κ.Κ.:

Άσχημα ένιωθα, ένιωθα άσχημα. Τους έχω, δηλαδή, τους γονείς μου δεν τους έχω ζήσει. Δεν τους έχω ζήσει, να πεις ότι έζησα πολλά χρόνια μαζί τους. Έφυγα μικρή, παντρεύτηκα, ανέλαβα ευθύνες, ανέλαβα οικογένεια. Δεν έζησα, δεν τους έζησα.

Κ.Θ.:

Θυμάσαι όμως κάτι να μου πεις από αυτούς; Απ’ τον μπαμπά σου θυμάσαι κάτι;

Κ.Κ.:

Ο μπαμπάς μου, τι να πω; Ο μπαμπάς μου ήτανε, είχαμε ένα φορτηγό τότε κείνα τα χρόνια. Δούλευε, πήγαινε έβαζε κρασί και πήγαινε στο Άργος με τον αδελφό μου και πωλούσανε το κρασί. Γυρνάγανε και είχε κι ένα μεγάλο μεγάφωνο και φώναζε, γύρω γύρω στα χωριά του Άργους, και βγαίνανε έξω οι αυτοί κι έπαιρναν το κρασί – γιατί τότε η Νεμέα έχει κρασί, σταφύλια, τα αγιωργίτικα. Κι από κείνα τα χρόνια, θυμάμαι που τα πατάγαμε στο λινό –ήμουνα εκεί στο χωριό, στη Νεμέα, εκείνα τα χρόνια– μαζί με τον αδελφό μου και πηγαίνανε και μοιράζανε τα κρασιά στα χωριά του Άργους και, συγκεκριμένα, πήγαινε και στην Αθήνα. Απ’ ό,τι μας έλεγε ο πατέρας μου, μας έχει διηγηθεί ιστορία, η Κακιά Σκάλα δεν περνούσανε αυτοκίνητα τότε διπλά, μένανε στην άκρη και δίνανε σήμα να περάσει το άλλο στην Κακιά Σκάλα. Με το φορτηγό, με έναν καρνάβαλο, το λέγαμε τότε το αυτοκινητάκι μας που είχαμε, που είχε ο πατέρας μου, ναι. Μετά γέρασε, το έδωσε, αλλά δούλευε φορτηγατζής, φορτηγά. Έκανε τη δουλειά αυτή και είχαμε και λίγα χτηματάκια, ντάξει, κι έτσι[00:25:00] πέρασε η ζωή.

Κ.Θ.:

Κι από τη μαμά σου τι θυμάσαι;

Κ.Κ.:

Η μαμά μου δεν έχει τίποτα, η μαμά μου ήταν από το Λιόντι (Λεόντιο), από ένα χωριό της Νεμέας, απ’ το Λιόντι. Στο χωριό τους είχανε γουρούνια, φύλαγε γουρούνια στα… έξω, στα χωράφια. Μετά, απ’ ό,τι μας έλεγε, παντρεύτηκε, πήρε τον πατέρα μου, ήρθε στη Νεμέα. Η μάνα μου είναι απ’ το Λιόντι, από ένα χωριό που είναι κοντά στο Γυμνό.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις αυτό το τραγούδι που σου είχε μάθει, που μου το λες κι εμένα;

Κ.Κ.:

Να σ' το πω, αλλά δεν το θυμάμαι όλο όμως.

Κ.Θ.:

Δεν πειράζει.

Κ.Κ.:

Λοιπόν, ήμουνα μικρό και μου τραγούδαγε η μητέρα μου και μου έλεγε: Η κουκλίτσα η καημένη Που ήτανε καλομαθημένη Που έτρωγε ένα σωρό Κοτολέτες και ροσμπίφ Μπακλαβά και κανταΐφ Και ρυζόγαλο και κρέμα Και μπριτζόλα με το αίμα Μα έλα τώρα που όλα τα εσιχάθη Να κι ένας γιατρός εχάθη Να γιατρέψει το στομάχι Της μικρούλας μου κουκλίτσας Που δεν μπορεί η κακομοίρα

Κ.Θ.:

Αυτό σου το έλεγε όταν ήσουνα…

Κ.Κ.:

Μου το έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουνα εγώ μικρό, μου το τραγούδαγε. Και η μητέρα μου έχει περάσει δύσκολα, γιατί όταν ήμουνα εγώ μικρό ο πατέρας μου είχε φύγει, είχε πάει φαντάρος τότε στην Αλβανία τότε –δε θυμάμαι χρονολογία ακριβώς– κι ήμουνα εγώ τότε δύο χρονών μικρό κι αρρώστησα. Αρρώστησα, κάτι έβγαλα στο πόδι, στο νύχι χαμηλά. Τότε με παίρνει η μητέρα μου και με πάει στην Αθήνα στο νοσοκομείο, ο πατέρας μου έλειπε, ούτε μέσον είχε, αυτοκίνητο, να… Τράβηξε πολύ άσχημα για να με, να μου φτιάξει το πόδι τότε. Μόνη της. Δε θυμάμαι πώς με πήγε, εγώ ήμουνα μικρό, δύο χρονών ήμουνα τότε.

Κ.Θ.:

Και θες να μου πεις και λίγο για τον αδερφό σου; Πώς ήταν να μεγαλώνετε μαζί;

Κ.Κ.:

Ο αδελφός μου είναι δυο χρόνια μικρότερος.  Ο αδελφός μου πέρασε καλά. Ο αδελφός μου έβγαλε το σχολείο – εγώ δεν προχώρησα, μέχρι την έκτη δημοτικού. Ο αδελφός μου προχώρησε, επήγε στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Μετά από δυο χρόνια είχε αλλάξει λίγο η ζωή. Έφυγα εγώ, εντωμεταξύ, απ’ τη Νεμέα, έμεινε μόνο ο αδελφός μου. Πήγε στη Σιβιτανίδειο Σχολή, εσπούδαξε, εδούλεψε στην Αθήνα, έδωσε, πέρασε, μετά μπήκε στην ΕΡΤ, και μεγάλωσε, παντρεύτηκε και πήρε σύνταξη πια απ’ την ΕΡΤ. Δούλεψε ο αδελφός μου, πέρασε πολύ καλά.

Κ.Θ.:

Τον θυμάσαι μικρό;

Κ.Κ.:

Δεν τον θυμάμαι πολύ μικρό, γιατί ο αδελφός μου, εγώ έφυγα, δεν… Το μόνο που θυμάμαι τώρα, τώρα που μεγαλώσαμε, μου λέει: «Αδελφή, εάν εγώ ήμουνα πιο μεγάλος από σένα δε μου άρεσε να σ’ έδινα ψυχοκόρη. Θα σε βάσταγα στη Νεμέα». Γιατί, εντάξει, μετά άλλαξε η ζωή, δεν ήμασταν και τελείως στο δρόμο, αλλά ήσαν τα χρόνια λίγο φτωχικά. Αυτό μου το έχει πει και το λέει, μου το λέει ακόμα, ότι «Δε θα σ’ άφηνα, αλλά εγώ ήμουνα μικρός δεν μπόρεσα να…» Γιατί δεν το κατάλαβε.

Κ.Θ.:

Ωραία, γιαγιά μου, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ. Θες να μου πεις κάτι άλλο; Έχεις να προσθέσεις κάτι;

Κ.Κ.:

Τι άλλο να πούμε; Τώρα, καλά είμαστε, έχω δύο αγόρια, ωραία παλικάρια. Ένας είναι δάσκαλος, άλλος είναι αγρότης. Έχω τέσσερα εγγόνια. Η μια η εγγόνα μου είναι, έχει τελειώσει Αρχιτεκτονική, η άλλη μου εγγόνα έχει τελειώσει Ψυχολογία, ο άλλος μου ο έγγονας είναι, τελειώνει Γεωπονική και ο άλλος σπουδάζει στην Αγγλία στο... σπουδάζει στην Αγγλία στο... Το έχω ξεχάσει τώρα πώς το λέμε... Στο animation, είναι στο animation της Αγγλίας, δουλεύει στο πανεπιστήμιο εκεί, έχει πιάσει δουλίτσα. Έχω τέσσερα εγγόνια υπέροχα.

Κ.Θ.:

Ωραία. Ευχαριστώ πάρα πολύ, γιαγιά.

Κ.Κ.:

Κι εγώ ευχαριστώ, να είσαι καλά.