© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ιστορίες από το Καταφύγι Κοζάνης

Κωδικός Ιστορίας
12055
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δημήτριος Δημόκας (Δ.Δ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
29/10/2020
Ερευνητής/τρια
Νικολέτα Μπάκα (Ν.Μ.)
Ν.Μ.:

[00:00:00]Να πούμε ότι είναι Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020, είμαι με τον κύριο Δημήτρη Δημόκα, τον κύριο Τάκη, και βρισκόμαστε στην Κατερίνη, στην περιοχή Καταφιώτικα συγκεκριμένα. Εγώ ονομάζομαι Νικολέτα Μπάκα και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Καλησπέρα.

Δ.Δ.:

Καλησπέρα.

Ν.Μ.:

Θα μας πεις το όνομά σου;

Δ.Δ.:

Ονομάζομαι Δημήτριος, Τάκης Δημόκας, είμαι γεννημένος στο Καταφύγι Κοζάνης. Εκεί είναι η γενέτειρά μου. Και το Καταφύγι, βέβαια, ονομάστηκε Καταφύγι, γιατί κατέφυγαν οι Καταφυγιώτες. Τη χιλιετία του 1611, από κάποιον μητροπολίτη που ξεσήκωσε τον ελληνισμό εκεί πέρα, στη δυτική Ελλάδα, κάποιον μητροπολίτη, τον έλεγαν οι Τούρκοι με ένα παρατσούκλι, ένα παρατσούκλι «Σκυλόσοφο», γιατί δεν τον χώνευαν, αυτός ξεσήκωσε τον ελληνισμό εκεί της περιοχής, αλλά απέτυχε και μετά απ’ αυτό κατέφυγαν οι δικοί μας, οι μετά Καταφυγιώτες, από τα Γιάννενα, Άρτα και διάφορα άλλα μέρη. Μέχρι το Σούλι κάτω είχαν ξεσηκωθεί οι Έλληνες και φύγαν προς τα βόρεια. Και στα Άγραφα, κι απ’ τα Άγραφα φύγαν κόσμος. Λοιπόν, και στην αρχή θέλησαν να μείνουν στο Ποδαρικό. Πώς ήταν το ποτάμι, ο Αλιάκμονας, πριν γίνει η λίμνη, ανάμεσα στα Σέρβια και στο Βελβεντό. Τα Σέρβια… Επειδή τα Σέρβια κατοικούνταν το 70% από Τούρκους, εκείνη την εποχή, δεν μπόρεσαν να κρατηθούν εκεί οι Έλληνες, γιατί ήταν προοδευτικοί, με αμπέλια, με αυτά, και τους απομυζούσαν, τους έπαιρναν μεγάλη… τα δέκατα λέγαν τότε, τη φορολογία. Δεν μπόρεσαν να αντέξουν εκεί πέρα κι έφυγαν κι από κει. Και πήραν τα βουνά προς τα πάνω, προς τα Πιέρια. Τότε ήταν... δεν κατοικούνταν τα Πιέρια, δεν έβλεπες ανθρώπους καθόλου, κι εκεί πήγαν και φώλιασαν, δηλαδή κρύφτηκαν, για να μην μπορούν να τους φτάσουν οι Τούρκοι, να ζουν ελεύθερα τουλάχιστον. Εκεί υπήρχε ένα δασωμένο μέρος. Πολύ δάσος, με πεύκη απ’ αυτήν τη σουηδική, που λέμε, είναι ευγενής ξύλο, ευγενής δέντρο. Αυτό το λέγαμε λιάχα, είναι, pinus sylvestris λέγεται στα λατινικά, είναι η δασική πεύκη, κατά την ονομασία τη δασολογική. Λοιπόν, θέλοντας και μη όμως, οι κάτοικοι τότε, οι πρώτοι κάτοικοι, έπρεπε να μάθουν να δουλεύουν την ξυλεία. Θέλοντας και μη, γιατί δεν υπήρχε κάποια άλλη ύλη να κάνουν σπίτια κι αυτό. Υπήρχαν βράχια, βουνά με χόρτα και λοιπά. Έκαναν τα πρώτα σπίτια, μετά δεν υπήρχε… Ζούσαν με κτηνοτροφία και υλοτομία. Το κυρίως επάγγελμα ήταν υλοτόμοι. Οι υλοτόμοι δεν έχουν τώρα καμιά σχέση με τους δασεργάτες τους σημερινούς. Οι σημερινοί δασεργάτες είναι μια απλή δουλειά και εύκολη, δεν είναι τεχνικοί όπως οι υλοτόμοι. Να κάνουν σανίδια, να κάνουν καδρόνια. Οι τωρινοί κάνουν... ξεφλουδίζουν τον κορμό, το φορτώνει ο γερανός και φεύγει. Τότε εμείς κάναμε λεπτομέρειες, σανίδια να βγάζεις δύο πόντους, ενάμισι πόντο, που κάναν τις σκεπές και λοιπά, έπρεπε να είσαι καλός τεχνίτης, μετά από τρία χρόνια μπορούσες να γίνεις σωστός υλοτόμος. Να φανταστείς, πήγαιναν... έφτασαν μέχρι στην Βλαχιά Ρουμανίας, κάναν οι υλοτόμοι εφτά χρόνια ταξίδι, παντρεμένοι ή ελεύθεροι, για να γυρίσουν πίσω. Δηλαδή η πιο χρονοβόρα... το πιο χρονοβόρο ταξίδι ήτανε μέχρι εφτά χρόνια. Ναι. Γινόταν και ευτράπελα, δηλαδή έχουν κι ένα τραγούδι που λέει: «Κίνησαν τα καράβια τα ζαγοριανά, κίνησε κι ο καλός μου, πάει στην ξενιτιά. Κι ούτε γράμμα μου στέλνει κι ούτε απηλοεά». Απηλοεά είναι απολογούμαι. Λοιπόν, ναι. «Μον’ στέλνει ένα μαντήλι με τέσσερα φλουριά». Και λέει τώρα ο ξενιτεμένος: «Κορίτσι μου εδώ που βρίσκομαι, εγώ έχω παντρευτεί. Κοίτα να βρεις κι εσύ τον δικό σου άνθρωπο, να κάνεις τη ζωή». Γινόταν τέτοια πράγματα. Η φήμη του υλοτόμου Καταφυγιώτη έχει περάσει και στην ιστορία με τον Ζορμπά. Ο Ζορμπάς, ο Αλέξης Ζορμπάς του Καζαντζάκη, είναι... ήταν υλοτόμος. Το λέει και στον Βίο και πολιτεία. Ότι είχαν αγοράσει κάτι ξύλα από κάτι μοναστήρια και έκανε έναν αεροσιδηρόδρομο, δηλαδή κατέβαζε τους κορμούς σε ένα συρματόσκοινο. «Την κλίση, μου φεύγει η κλίση», έλεγε τον Καζαντζάκη, «δεν μπορώ να καταλάβω την κλίση». Έριξαν τους κορμούς και κάτω τα ‘κανε σμπαράλια όλα, τα γκρέμισε όλα. Εκεί που κάναν την αυτήνα, τον αγιασμό οι παπάδες και με τον πρώτο κορμό, βαρύς, τον έσπρωξαν από πάνω να κατεβεί με τέτοια φόρα, που τρόμαξαν και οι παπάδες, έφυγαν από την αυτήν, από τον χώρο της δοξολογίας και λοιπά. Και ήταν πραγματικά ενδιαφέρον τότε με τον... Μετά οι αυτοί, οι Καταφυγιώτες, το 1800, ξεκίνησαν... Επειδή υπήρχε τουρκοκρατία ακόμα στα μέρη τα δικά μας, η Μακεδονία λεγόταν Τουρκάι από κάτω, έτσι; Και ένα διάστημα θέλησαν να μαζέψουν τους Έλληνες, να τους επιστρατεύσουν στην Τουρκία. Κι αυτό δεν το δέχτηκαν οι Καταφυγιώτες, σηκώθηκαν κι έφυγαν για την Αμερική. Πάλι ως υλοτόμοι. Στο Ντουλούθ Μινεσότα άφησαν εποχή οι Καταφυγιώτες υλοτόμοι. Εκεί φτιάξαν, για τα πρώτα τρένα που κύλησαν στο Ντουλούθ Μινεσότα, τις τραβέρσες. Κάτι ξύλα που στρώνουν και πάει απάνω η ράγια. Αυτά έπρεπε να είναι πελεκημένα, έτσι φτιαγμένα, που να πατάνε οι ράγες και να βιδώνονται. Αυτά τα ‘φτιαχναν με τις πελέκες, με τα τσεκούρια, οι υλοτόμοι κι επειδή ήταν πολύ καλοί, είχαν πάρει καλή φήμη επάνω εκεί, στο Ντουλούθ Μινεσότα.

Δ.Δ.:

Λοιπόν, αν φύγουμε από εκεί τώρα, μπορούμε να πάμε στην καταστροφή του Καταφυγίου. Στην καταστροφή, όταν μας κάψαν το χωριό. Οι Γερμανοί. Τώρα τελευταία δηλαδή, το 1943. Εγώ ήμουν εννιά μηνών. Στην αγκαλιά της μητέρας μου. Ειρήνη. Είχε ειπωθεί από τους… Είχαν διαμαρτυρηθεί, μάλλον, οι Γερμανοί, μέσον ενός αξιωματικού, Γερμανού από το Βελβεντό, ήρθε με τα πόδια και με μια συνοδεία κι έναν διερμηνέα στο χωριό και κάλεσε τον πρόεδρο του Καταφυγίου με τους συμβούλους του και του είπε: «Κοιτάξτε να δείτε, το χωριό σας είναι πανέμορφο και θα ‘ταν κρίμα να καταστραφεί. Εδώ κρύβονται αντάρτες. Και οι αντάρτες για μας είναι εχθροί. Έως ότου φωλιάζουν αυτοί εδώ πέρα, εμείς δεν θα το ανεχθούμε και αν δεν τους διώξετε από εδώ...» Γιατί είχαν φωλιάσει για τα καλά οι αντάρτες και κοιμόταν εκεί, είχαν τις φιλενάδες τους, με μπομπότα και κεφτέδες, τα καλά τα φαγητά που φτιάχναν οι Καταφυγιώτισσες, και δεν θέλαν να φύγουν, το ‘χαν πάρει και επάνω τους. Μάλιστα, όταν ήρθε ο Γερμανός και μέσον του διερμηνέως είπε ότι πρέπει να φύγετε, οι Γερμανοί, να τους διώξετε... οι αυτοί, οι αντάρτες, να τους διώξετε, αλλιώς θα σας κάψουμε το χωριό, συμφώνησε ο πρόεδρος της κοινότητας. «Θα κάνουμε τις προσπάθειες» είπε. Φεύγοντας, «Σας δίνω μια βδομάδα διορία» λέει. «Αν θα γυρίσω την άλλη εβδομάδα και θα σας βρω πάλι έτσι» λέει «λυπάμαι, αλλά το χωριό θα το χάσετε». Έφυγε αυτή η εβδομάδα… Α, είπε ο πρόεδρος ότι «Ξέρετε, παιδιά…», κάλεσε τους αντάρτες το βράδυ, τα βράδια ερχόταν αυτοί. Ήταν σαν –πώς λέγεται; Θή[00:10:00]λακας. Δηλαδή, όταν είναι γύρω-γύρω κατειλημμένο το έδαφος από εχθρικά... απ’ τους εχθρούς και μέσα φωλιάζει... θήλακας λέγεται, όπως λέμε τη θηλιά. Θηλάζω. Αυτοί είχαν το χωριό μας σαν θήλακα. Και περνούσαν καλά, αλλά τους είπε ο πρόεδρος: «Εντάξει, παιδιά, να μας σώσετε το χωριό, γιατί από σας εξαρτάται. Αν παραμείνετε εδώ πέρα, θα καεί το χωριό». «Εμείς δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, είμαστε εξοπλισμένοι μια χαρά και, αν τους βαστάει, ας έρθουν οι Γερμανοί. Από εδώ δεν το κουνούμε ρούπι». Ο πρόεδρος, κι αυτός φοβήθηκε, γιατί δεν αστειεύονταν και τη νύχτα ερχόνταν και κάναν ζημιές μετά. Και στο Βελβεντό, αλλά περισσότερο και στο Καταφύγι, γιατί ήταν πιο μακριά το Καταφύγι και δεν το φτάναν εύκολα οι Γερμανοί. Οι περισσότεροι ήτανε στο Βελβεντό. Περνάει η εβδομάδα κι ήρθε με τον διερμηνέα πάλι ο αξιωματικός και λέει: «Μάθαμε ότι δεν κρατήσατε τον λόγο σας. Και εμείς οι Γερμανοί, όταν δίνουμε την υπόσχεση, κρατούμε τον λόγο μας. Γιατί, κύριε πρόεδρε;» Αυτός είπε: «Εμείς είπαμε, αλλά δεν φεύγουν» λέει. «Μάλιστα είπαν ότι δεν έχουμε ανάγκη εμείς και ας κάνουν οι Γερμανοί ό,τι θέλουν». Λοιπόν, έφυγε ξανά ο Γερμανός με τον διερμηνέα, ξανά κάτω και λέει: «Είναι η τελευταία προθεσμία. Πριν τα Χριστούγεννα». Περνάει μια βδομάδα, μαθαίνει ότι οι αντάρτες αλωνίζουν ακόμα το χωριό, δε φεύγουν. Ενώ μπορούσαν να πουν... μπορούσε να τους πει ο πρόεδρος: «Κοιτάχτε, φευγάτε, να δείξουμε ότι σας διώξαμε, κι εμείς κρυφά θα σας τροφοδοτούμε και με ρούχα και με ψωμί και λοιπά και με τα μουλάρια». Ήρθαν αυτοί, οι Γερμανοί, ξανά και είδαν ότι δεν υπάρχει βελτίωση και παραμονές Χριστουγέννων ήρθαν από κάτω και κάτι ψυλλιάστηκαν οι δικοί μας οι αντάρτες και βάλαν έναν φύλακα. Ήρθαν με τα πόδια, τότε δεν υπήρχε αυτοκινητόδρομος σε μας. Ζούσαμε με τα μουλάρια, με τα αυτά, οι μεταφορές. Και μάθαμε ότι ξεκίνησαν νύχτα να ‘ρθουν επάνω, τρεις ώρες δρόμο προς τα πάνω. Και βάλαν ένα, το πιο φτωχό παιδί, να φυλάξει σκοπός στην άκρη του χωριού, άμα τους δει να έρχονται από τα καγκέλια –υπήρχε μία πολύ δύσκολη οδός, ένα μονοπάτι, δηλαδή, που πήγαινε ζιγκ ζαγκ. Η πιο δύσκολη περίπτωση ήταν σε εκείνο το τοπίο, σε εκείνη την μεριά. Και κατά τις τέσσερις τα χαράματα, έστειλαν τον Γιάννη –σας είπα προηγουμένως ότι– έστειλαν τον Γιάννη τον Τάτση, ο οποίος ήτανε ο πιο φτωχός. Οι προύχοντες του Καταφυγίου, τώρα, έστειλαν ένα φτωχό παιδί, δεκατέσσερα ή δεκαέξι χρονών. Έφηβος ήταν. Τι ήξερε αυτός από όπλο; Ή από πολιτική; Και πήγε κάτω απ’ το νεκροταφείο, υπήρχε ένα μέρος και φύλαγε εκεί πέρα τους Γερμανούς, πότε θα ‘ρθουν, να τουφεκίσει, για να πάρουν μυρωδιά οι αντάρτες, για να ρίξουν κι αυτοί. Δηλαδή να αντισταθούν, στην πραγματικότητα. Μόλις είδε τους Γερμανούς να έρχονται, ντουφεκάει προς τα κάτω το παιδί. Τώρα πού πήγε η σφαίρα… Οι Γερμανοί δεν έχασαν δευτερόλεπτο. Γυρνούν με τα μυδράλια, ξέρεις, [Δ.Α.], είναι μηχανή που πάει γρήγορα, το βλήμα πάει τρρρτ, γίνεται δηλαδή... Με το που είδαν τη φλόγα που βγήκε από τον Γιάννη, έριξαν κατά κει και σκοτώνουν, ογδόντα μέτρα επάνω στο βουνό, τον σκότωσαν οι Γερμανοί το δικό μας το παιδί. Δίπλα ήταν άλλος ένας Γιάννης, Δανιήλ λεγόταν –πρόσφατα πέθανε κι αυτός– και μόλις είδε ότι σκότωσαν τον Γιάννη, το ‘βαλε στα πόδια ο καημένος, έφυγε. Μόλις μπαίνουν στο χωριό οι Γερμανοί, οι καπεταναίοι και οι θαρραλέοι αντάρτες το ‘βαλαν στα πόδια κι άφησαν το γυναικόπαιδο πίσω απ’ αυτούς. Η θεια μου η Φερονίκη και η μάνα μου μου τα διηγούνται πολλές φορές και τα ‘χω χωνέψει πολύ καλά, δηλαδή σαν να τα βλέπω. Βέβαια εγώ δεν καταλάβαινα, ήμουν εννιά μηνών παιδί. Αλλά έτσι που μου τα είπαν, είναι σαν να τα ζω.  Οι αντάρτες λοιπόν ξεκίνησαν… Α, πριν, μυρίστηκαν και οι Καταφυγιώτες ότι θα ‘ρθουν οι Γερμανοί και φρόντισαν οι καημένοι τα προικιά και τα αξιόλογα πράγματα που είχαν, νοικοκυριό και λοιπά, να τα θάψουν στους μπαχτσέδες. Και ένας που πήρα συνέντευξη, ο μπαρμπα-Ανθίτσης, ήταν 92 χρονών, είχε χάσει σχεδόν το φως του και πήγα να τον πάρω συνέντευξη. Σ’ αυτά ήμουν έτσι μερακλής και ήθελα να κρατήσω την παράδοση και από χειροπιαστά πρόσωπα, ας πούμε, δηλαδή ανθρώπους που τα έζησαν οι ίδιοι, γιατί εγώ, όπως σου είπα, εννιά μηνών ήμουν τότε, δεν ήξερα. «Εγώ, Τάκη» λέει «μυρίστηκα ότι θα ‘ρθουν, κι έσφαξα το γουρούνι». Γιατί 23 Δεκεμβρίου του 1943, πριν τα Χριστούγεννα δυο μέρες. «Παίρνω το γουρούνι και το σφάζω και το θάβω μέσα στον μπαχτσέ» λέει «έκανα μια γούβα, γιατί, μήπως αν ζήσουμε, να έχουμε κάτι να φάμε». Γιατί τότε υπήρχε η πείνα, το '40. Λοιπόν, άλλοι πάλι μου διηγήθηκαν πώς κάηκε η μάνα τους παράλυτη μέσα στο σπίτι. Ο μπαρμπα-Γούλας –στο επίθετο δεν θέλω να τον πω– είδε ότι καίγονταν το σπίτι τους και πήγε να τη σώσει τη μάνα του. «Πάρτε με, βρε, από δω, θα με κάψει, καίγομαι». Είχε βγει στο σκαλοπάτι εκεί στο πλατύσκαλο κι οι φλόγες την έκαιγαν την καημένη, δεν μπορούσε να την τραβήξει, έρχονταν κι από πίσω οι Γερμανοί να τον σκοτώσουν και άφησε τη μάνα του και κάηκε μες στο σπίτι. Λοιπόν, τώρα ας έρθουμε στη μητέρα μου. Η μητέρα μου είχε την πεθερά της και την θεία μου, δηλαδή την κουνιάδα της, η οποία ήταν παντελώς αόμματη. Ήταν όμως μπρατσωμένη και μπορούσε και έσκιζε ξύλα και αυτό, πήγαινε με τα βήματα, μετρούσε τα βήματα και έφερνε νερό από την Μπάλτα, από τη βρύση και λοιπά. Αυτή όμως άκουγε τη μάνα της, τη γιαγιά, παπαδιά, δηλαδή ο άντρας της ήταν παπάς. Αυτός είχε πεθάνει από... όχι τύφο, τον άλλον, που λέμε, δεν θυμάμαι τώρα την αρρώστια. Φυματίωση. Από φυματίωση, στα 40. 40 χρονών παπάς, πέθανε. Λοιπόν, κι έμεινε χήρα εκεί και την είχε ο πατέρας μου, αλλά ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης εκείνον τον καιρό. Όσοι είχαν χάσει τον πόλεμο, που ήρθαν μετά, από την Αλβανία και από εδώ από πάνω, τα… Ρούμπελης; Κάπως. Από την ανατολική πλευρά, όταν έσπασαν οι Γερμανοί τα σύνορά μας. Και μετά έφυγαν, ο στρατός ο δικός μας διαλύθηκε, αλλά δεν ήρθαν στο χωριό, γιατί ήταν οι Γερμανοί. Έφυγαν στα βουνά οι δικοί μας στρατιώτες. Η μάνα μου παρακαλούσε την πεθερά της, την παπαδιά: «Πάμε να φύγουμε, θα μας σκοτώσουν κι εμάς». Γιατί είχαν αρχίσει να καιν τα σπίτια και φλόγες παντού. Αφού οι φλόγες, οι καπνοί, φαινόταν πολύ μακριά, στην Κοζάνη και λοιπά. Ολόκληρο χωριό να καίγεται είναι μεγάλη υπόθεση.  «Εγώ δεν πάω πουθενά» λέει η γιαγιά. «Εγώ είμαι παπαδιά και θα με σεβαστούν.» Τάχα θα τη σεβαστούν οι Γερμανοί. Κάποτε έρχονται δυο, είχαν κάτι ιδιαίτερα όπλα, που μόλις πυροβολούσαν ήταν όπως οι μολότοφ, έμπαινε μέσα από το παράθυρο αυτό και γινόταν δηλαδή η πυρκαγιά αυτομάτως. Έμπαινε μέσα η φλόγα και γινόταν η πυρκαγιά πολύ γρήγορα, σε όλο το σπίτι. Λέει: «Πάμε να φύγουμε, ρε μάνα» την έλεγε. «Εγώ δεν φεύγω» λέει. «Άμα θες, φεύγα εσύ». Εμένα με είχε στην αγκαλιά. Έρχονται δύο Γερμανοί στη γειτόνισσά μας, την Κατερίνα Γκουτζιάνα, η οποία ήταν μάνα ενός καπετάνιου αντάρτη. Και κάποιος προδότης είπε: «Πηγαίνετε σ’ αυτήνα, αυτή έχει γιο καπετάνιο, αντάρτη». Ήρθαν από πάνω, την πιάνουν τη γιαγιά, ήταν και σχεδόν παράλυτη, δεν μπορούσε να περπατήσει, την πιάνουν σέρνοντας προς τα κάτω, στην Μπάλτα, απέναντι από κάποιο σπίτι που είναι γνωστό. Λοιπόν, και φώναζε η καημένη: «Πού με πάτε βρε;»  Ελληνικά μιλούσε. «Πού [00:20:00]με πάτε, βρε, τι έκανα; Τι σας έκανα;» Δεν ανταποκρίνονταν οι Γερμανοί, σου λέει... άσε που δεν καταλάβαιναν, αλλά αυτοί είχαν τον σκοπό τους, να τη σκοτώσουν. Αυτό το βλέπει η μητέρα μου τώρα. Με εμένα στην αγκαλιά. Την παν δίπλα, από πίσω, που ήτανε μια… Μπάλτα τη λέμε, από πίσω μεριά ήτανε ένας μικρός όχτος που κρύβονταν. Τη στήσαν στον όχτο και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άκουσε ένα μπαμ. Εκείνη την ώρα προφανώς είχαν σκοτώσει την γιαγιά την Κατερίνη, τη μάνα του καπετάνιου. Φεύγουμε από εκεί, πάμε ξανά στη μάνα μου. Βλέπει η μάνα μου να έρχονται άλλοι δυο Γερμανοί. Είχαν σκορπίσει σε όλο το χωριό και καίγαν συνέχεια. Φτάνουν εκεί στην αυλή τη δικιά μας, εγώ τώρα, η μάνα μου με είχε στην αγκαλιά, έρχεται ένας κοντός μελαχρινός και πάει να βιάσει τη μητέρα μου. Την έπιασε απ’ το στήθος. Αλλά χάρη σε κάποιον από πίσω ξανθό –Γερμανός προφανώς αυτός, είχε και παιδιά, όπως εξήγησε μετά– και τον δίνει ένα σπρώξιμο τον μελαχρινό –προφανώς ήταν Ιταλός αυτός, τότε ήταν μαζί με την Ιταλία ο πόλεμος– και του είπε κάτι, τον μάλωσε και λέει στη μάνα μου, λέει: «Τρεις ώρες –έδειξε με τα δάχτυλα– το χωριό» λέει «καπούτ». Σε τρεις ώρες θα είναι καμένο το χωριό. «Εσύ απ, απ». Αυτήν τη λέξη τη θυμόταν όλα τα χρόνια. Και μου λέει εμένα το «απ, απ». Πηγαίνοντας εγώ στη Γερμανία μετανάστης, λέω στους Γερμανούς: «Τι θα πει το απ, απ;» Καταφατικά. «Φύγε, τσακίσου, φύγε». Λοιπόν, και της είπα τη μάνα μου, λέω: «Κατάλαβες καλά τι εννοούσαν». Έφυγε η... πάει να φύγει η μάνα μου, να πάρει και την πεθερά της και την τυφλή Ελένη, και με τίποτα, τους σβάρνιζε να φύγουν και δεν. Μόλις γινόταν αυτή η προσπάθεια να πάρει η μάνα μου τους δικούς της παράμερα, να μην τους σκοτώσουν… Και μ’ έλεγε η μάνα μου: «Εγώ, Τάκη» λέει «εσύ μ’ έσωσες» λέει. «Σε είχα στην αγκαλιά» λέει «και λυπήθηκε ο Γερμανός. Είπε: "Κι εγώ πίκολο τρία"». Και είχε κατανόηση ο Γερμανός. Φτάνουν άλλοι δύο, ο ένας πολύ άγριος, ανεβαίνει επάνω στον δεύτερο όροφο και βλέπει τη φωτογραφία του παπά. Την παίρνει, την χτυπάει κάτω και την πατάει με τα πόδια και τη σπάζει. Βλέπει και μια ζωστήρα στρατιωτική του πατέρα μου, την παίρνει και την ζώνει αυτός και καλά. Και φωνάζει ο άλλος από πίσω: «Φύγε» λέει, κατέβηκε ο άλλος και έριξε την ριπή της αυτής, της μολότοφ και άρχισε να βγάζει φλόγες απ’ τα παράθυρα το σπίτι μας. Εκείνη την ώρα η μάνα μου δεν άντεξε. Έφυγε με εμένα, τσιρίζοντας, έφυγε με μένα στην αγκαλιά και πάει προς τα νότια του χωριού, να κρυφτεί έξω απ’ το χωριό, σε ένα ρεματάκι. Εκεί λεγόταν Κουτσομίλι. Εκείνη την ώρα που έφευγε, στα τελευταία σπίτια, βλέπει τον μπαρμπα-Στέργιο τον Βαρβαρέζο. Αυτός ήταν ένα ιδιαίτερο άτομο. Αυτός ήταν ο καλύτερος μαραγκός τότε. Είχε έναν ποδοκίνητο τόρνο, με τα πόδια, κι έφτιαχνε αριστουργήματα. Ρομβώδεις ποδαρικά, κρεβατοκάμαρες, δηλαδή τον ζήλευαν κι απ’ τα περίχωρα. Αυτός δε ήταν και… κρατούσε στατιστική. Για το χωριό. Πόσοι τσελιγκάδες ήρθαν και βόσκησαν, πόσοι υλοτόμοι φύγαν φέτος, το 1800-τόσο και πόσοι γύρισαν, μετά από πόσον καιρό, τι ξυλεία υλοτομήθηκε… Δηλαδή ήταν πολύ προχωρημένος, διαβασμένος και ήταν απλός άνθρωπος. Είχε δε φτιάξει και τα… Ήταν και ζωγράφος. Και ποιητής. Είχε κάνει τα φέρετρα της γυναίκας του και το δικό του και τα 'κρυψε επάνω στο νταβάνι. Όταν πεθάνει να τα… Είχε γράψει και τα ποιήματα που έλεγε αυτός τότε. Έγραψε δε ένα ποίημα, που εγώ πιστεύω ότι μόνος του το έγραψε, μπροστά στο καμπαναριό, μπαίνοντας στο νεκροταφείο. Κι αυτό λέει ως εξής…  Το ‘γραψε με λαδομπογιά σε μια λαμαρίνα, έτσι ρομβώδες. «Η γη είν’ εν μνήμα. Και ο κόσμος είν’ εν θύμα. Νεκροθάπτης ο καιρός. Άνθρωπε, εις παν σου βήμα, βαδίζεις προς το μνήμα». Τέτοιο πράμα δεν ξαναείδα, τόσο πετυχημένο στην καθημερινότητα του ανθρώπου, που δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας για ό,τι γράφει. Αυτόν τον άνθρωπο, η μάνα μου όταν κατέβαινε να κρυφτεί, τον είδε με ένα τσαπί στον ώμο και με ένα ταλαγάνι καφέ και πήγαινε να κρύψει το τσαπί μες στην αποθήκη στο σπίτι του. Εκείνη την ώρα που παρουσιάζεται ένας Γερμανός, μόλις μπήκε μέσα, τραβάει με το πιστόλι και παίρνει φωτιά μέσα, κάηκε μέσα ο άνθρωπος. Α, τον ρώτησε πριν η μάνα μου: «Μπαρμπα-Τσέλιο, πού να πάω να κρυφτώ;» Με μένα στην αγκαλιά. Και έκλαιγε, και εγώ και η μάνα μου. Ήθελε βοήθεια, δεν είχε κανέναν. Οι άλλοι είχαν σκορπιστεί. Η θειά μου είχε πάρει τα τέσσερα, τρία κορίτσια... μάλλον, ναι, τα τρία κορίτσια, είχε πάρει και ένα μπούγιο με αυτό και έβαλε την μικρότερη, τεσσάρων χρονών θυγατέρα, κι έφευγε προς τα πάνω. Και περνούσαν οι σφαίρες, λέει, αυτές που ήταν, δηλαδή σαν φλογοβόλες, που τις έβλεπες κι έκαναν όπως ο αναπτήρας, τσαφ, τσαφ, τσαφ, περνούσαν δίπλα απ’ τα πόδια λέει και δεν… Τάχα τι είναι αυτά; Δεν ήξεραν ότι είναι σφαίρες. Και γλίτωσε. Λέει ο μπαρμπα-Τσέλιος – επανέρχομαι πάλι στον μπαρμπα-Τσέλιο τον Βαρβαρέζο: «Αυτού εκεί κάτ’ πήγαινε, Ειρήνη» λέει. «Στο Κουτσομίλι. Θα ‘ρθω κι εγώ». Μόλις πάει να ξεκινήσει, εκείνην την ώρα έριξαν οι Γερμανοί μέσα και τον έκαψαν. «Ωχ, μπαρμπα-Τσέλιο, πάει, εγώ τι να κάνω τώρα;» Και φεύγει μόνη της προς τα κάτω, πάει σε ένα σημείο και φοβήθηκε. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και λέει: «Θα γυρίσω πίσω, στον κήπο μας». Εκεί είχαμε παλούκια, που κάναμε, τον χειμώνα τα βάζαμε έτσι στη μηλιά, είχαμε μια μεγάλη μηλιά, τα στήναμε έτσι σαν καλυβάκι, για να χύνεται το νερό, να μην παγώσουν και σαπίσουν τα ξύλα και εκεί σκέφτηκε –πώς το σκέφτηκε– να τρυπώσει μέσα, να κάνει μια φωλιά, όπως το αγρίμι. Με μένα στην αγκαλιά, μέσα και χώθηκε εκεί μέσα. Εγώ να κατουριέμαι. Να την κατουρήσω στα πόδια. Να τσουχτεί αυτή, εγώ να τσουχτώ, να... να φωνάζω, είχα πεινάσει κιόλας, η μάνα μου, είχε κοπεί το γάλα από τον φόβο. Είχε αρκετό γάλα, αλλά από το αυτό, δεν μπόρεσε, κόπηκε το γάλα. Λοιπόν, και είχε ένα παράκλι ψωμί. Το ξέρεις τι είναι παράκλι. Είναι η άκρη απ’ το πλαστό και ήταν σκληρό, ξέρεις τώρα, ζύμωναν δέκα πλαστά και κρατούσε μια βδομάδα. Τι να σου κάνει τώρα, στις 7-8 μέρες το ψωμί θα γίνει σαν πέτρα. Το μασούσε η μητέρα μου και το ‘βαζε στο στόμα το δικό μου, για να το μασήσω, έτσι σαλιωμένο, για να μην κλαίω. Περνάει όλη η νύχτα… Γιατί αλλιώς, άμα έκλαιγα, θα ερχόταν οι Γερμανοί να μας έβρισκαν. Και ήταν και παράμερα, κάτω απ’ το σπίτι. Λοιπόν, το πρωί ξημέρωσε, είχανε ησυχάσει, είχαν σιγήσει τα πράγματα, φαίνεται τα περισσότερα τα ‘χανε βάλει φωτιά και σταμάτησαν να κάνουν διάλειμμα οι Γερμανοί. Έρχεται ένα σκυλί, εμείς είχαμε κυνηγόσκυλα. Ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός κυνηγός. Η Βέρα. Η Βέρα ήρθε με ένα κομμάτι, με ένα χέρι, από δω μέχρι κάτω, κι ήταν και το δαχτυλίδι. Έρχεται, σαν έπαθλο, τ’ αφήνει μπροστά, εκεί που ήταν κρυμμένη η μάνα μου στα παλούκια, και μόλις το είδε η μάνα μου το χέρι, κατάλαβε ποιανής ήταν, γιατί η Βέρα τη γνώρισε. Της γιαγιάς της Κατερίνης του Δήμου, του καπετάνιου η μάνα. Μόλις τ’ άφησε το δάχτυλο, το χέρι εκεί πέρα με την παλάμη, από τον αγκώνα μέχρι όλο… Και σε μια συνέντευξη που είχα κάνει το 2004 ανάφερα αυτό το γεγονός κι ένας απ’ τους χωριανούς μου, μου λέει: «Αυτό που είπες, Τάκη, είναι γεγονός και είναι αλήθεια. Γιατί το χέρι… Την γιαγιά την Κατερίνη, μετά από τρεις μήνες –ένας Κώστας Τζιλίνης λέγεται– πήγαμε να δούμε τι γίνεται με το χωριό και βρήκαμε την γιαγιά αυτήνα έξω, μισοφαγωμένη απ’ τα σκυλιά. Της έλειπε μάλιστα και το χέρι το δεξί, το χέρι το δεξί της έλειπε». Αυτό το χέρι είχε πάει στη μάνα μου και το γνώρισε. Εμάς δε… Α, τους μάζεψαν μετά… Μόλις είχαν φύγαν αυτοί, οι πονηροί οι Γερμανοί νόμισαν εμείς, ότι εμείς, πίστεψαν ότι θα γυρίσουν πίσω και καιροφυλακτ[00:30:00]ούσαν πάλι στις άκρες του χωριού. Είναι μια τοποθεσία που λέγεται Σταυροδρόμι, εκεί σταμάτησαν και, μόλις γυρνούσαν πίσω, έκαψαν τι έκαψαν οι Γερμανοί και «Θα γυρίσουμε να δούμε τι θα βρούμε». Μόλις κατέβαιναν, τους μάντρωναν οι Γερμανοί. «Πηγαίντε στο σχολείο. Πηγαίντε στο αστυνομικό τμήμα...» Βέβαια, δεν υπήρχε τίποτα δικό μας μέσα, τους μάντρωσαν εκεί. Τα δε γυναικόπαιδα τα μάντρωσαν πάλι εκεί στο ταπητουργείο. Εδώ τώρα έγινε ξενώνας. Ένα μεγάλο ξενοδοχείο... αυτό, κτίριο που επεξεργάζονταν, κάνανε, ύφαιναν τάπητες τότε. Υπήρχε και ημιγυμνάσιο, που δεν υπήρχε στην περιοχή, ήταν ανεβασμένο το χωριό τότε, είχε αναπτυχθεί. Λοιπόν, τους μάντρωσαν εκεί τα γυναικόπαιδα. Ε, και λέει τώρα, θα μας σκοτώσουν την άλλη μέρα. Είχε νυχτώσει. Τους δε άντρες που τους έβαλαν μέσα στο αστυνομικό τμήμα, ήταν τόσο στενά, που δεν μπορούσαν να καθίσουν, ήταν όρθιοι. Πολλοί, μου είπε αυτός ο Κώστας που είδε το χέρι απ’ τη γιαγιά… Α, δεν σας είπα ότι τη γιαγιά μετά πήραν φράχτες αυτές, με τη μύτη, έσκαψαν λίγο εκεί τον μπαξέ, ήταν και φρεσκοοργωμένο από πατάτες, και κάπως την σκέπασαν να μην πηγαίνουν τα σκυλιά να… Αυτός ο ίδιος μου είπε: «Όταν μας μάντρωσαν μέσα, εγώ κατουρήθηκα» λέει «και έπρεπε  να... Δεν μπορούσα να σηκώσω το χέρι να πω να βγω όξω. Κατουριόμασταν επάνω μας». Τέτοια φρίκη! Την άλλη μέρα τους μάζεψαν στο σχολείο, στο προαύλιο, για να τους εκτελέσουν. Αφού τους συγκέντρωσαν εκεί, είπαν τον παπά να πει τη συγχωρητική ευχή. Έτσι λέγεται. Τελευταία στιγμή να πουν, ας πούμε, να προσευχηθούν. Λοιπόν, τα παιδιά στην αγκαλιά των μανάδων να κλαίνε, κατάλαβαν τι συμβαίνει, είχαν στήσει έξι μυδράλια από απέναντι, απ’ τον τοίχο προς τα κάτω, προς το προαύλιο του σχολείου. Ε, και είπαν ότι θα μας τελειώσουν τώρα. Φώναξαν τον παπά να διαβάσει τη συγχωρητική ευχή, παπα-Γκουρμάνος λεγόταν αυτός, ένας, θηρίο, μεγάλος, σωματώδης ο παπάς. Εκεί που άρχισε να λέει τη συγχωρητική ευχή, άκουσαν έναν πυροβολισμό στο μαγαζί του Μιρλεούντα, ένα μαγαζί που δεν του έλειπε τίποτα. Ερχόνταν από τα άλλα μέρη και ψώνιζαν από μας. Είχε και του πουλιού το γάλα, που λέμε. Είχε από πέταλα αλόγων, που πεταλώνουμε τα μουλάρια, μέχρι κλωστές DMC. Αυτό το είπα ακριβώς και στη διάλεξη που έκανα το 2004. Και εκεί πέρα είχε πάει ένας αξιωματικός να κάνει πλιάτσικο, γιατί ήταν πλούσιο το μαγαζί. Ακουμπάει το περίστροφο ή μπιστόλι, τι ήταν, επάνω σε ένα σεντούκι, για να κάνει το πλιάτσικο. Εκεί ήταν ο γιος του μπακάλη, ο Παύλος ο Μιρλεούντας. Αυτουνού η αδελφή, την βίασαν οι Γερμανοί. Και είχε μία μανία, δεν μπορούσε να ανεχτεί τίποτα γερμανικό. Και κείνην την ώρα που άφησε αυτός, ήταν έξω φρενών βέβαια, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Άρχισε να ψαχουλεύει για λίρες μέσα στα άλλα σεντούκια. Εκείνη την ώρα θόλωσε ο Παύλος –ήταν κάπου 28, 29 χρονών– παίρνει το μπιστόλι και το βάζει στο αυτί και τον σκοτώνει τον αξιωματικό. Πετιέται το αίμα μέχρι πέρα, αυτός, άρχισε να κλαίει και αυτός ο ίδιος ο Παύλος. Έσκυψε, τον αγκάλιασε τον Γερμανό κι έκλαιγε και αυτός μαζί. Ο Γερμανός είχε τελειώσει αμέσως. Άκουσαν τον πυροβολισμό οι άλλοι που ήταν εκεί στο προαύλιο για να τους σκοτώσουν και σου λέει, κάτι γίνεται εκεί. Πετάχτηκαν οι αξιωματικοί εκεί πέρα, οι Γερμανοί, βλέπουν τον Γερμανό, τον συνάδελφό τους, σκοτωμένο και πλημμυρισμένο το μαγαζί από αίματα, παίρνουν τον Παύλο... Ο Παύλος ήταν ακόμα αγκαλιασμένος με τον Γερμανό και έκλαιγε. Δεν ήθελε, αλλά έτσι έπρεπε να κάνει. Τον πήραν από κει και μες στην πλατεία, ακριβώς στη μέση είχαμε μια μεγάλη ιτιά. Εκεί έριξαν το σκοινί και τον κρέμασαν αμέσως τον Παύλο. Αυτά τα βλέπαν οι άλλοι, οι δικοί μας, τα γυναικόπαιδα απ’ το προαύλιο. Λοιπόν, για καλή τους τύχη, δεν ξέρω τι συνέβη… Κάποιος –ασύρματο τότε, δεν υπήρχαν τηλέφωνα– τους είπε προφανώς να μην τους εκτελέσουν. Αλλά να τους εκτοπίσουν, γιατί δεν είχαν, δεν υπήρχαν σπίτια για να κοιμηθούν το βράδυ. Τον παπα-Γκουρμάνο, επειδή ήταν αυτό, χειροδύναμος και αντρειωμένος, τον κρέμασαν μία ραπτομηχανή singer, από αυτές τις ποδοκίνητες, βαριά, στον λαιμό, να την κουβαλήσει μέχρι στο Βελβεντό, τρεις ώρες δρόμο. Στο λαιμό. Και είπαν στους άλλους: «Λοιπόν,  θα σας χαρίσουμε τη ζωή, τώρα θα σας στείλουμε κάτω, στο Βελβεντό», τρεις ώρες δρόμο. Είχε κατεβεί κι απ’ το βουνό και η θειά μου η Φερονίκη με τα τρία κορίτσια και κάνουν τώρα εκείνον τον δύσκολο δρόμο, τα καγκέλια που λέμε, για να κατεβούν κάτω. Μου λέει ο μπαρμπα-Γούλας ο Κουστιάνης, αυτός που κάηκε η μάνα του και δεν μπορούσε να την πάρει: «Φτάνοντας κάτω στο λάκκο, θέλησα να πάω να πιω νερό». Είναι ένα βρυσάκι ωραίο, το καλύτερο νερό της περιοχής. Στη Γέφυρα, που λέμε. Αυτός δεν κατάλαβε και τον χτύπησε με τον υποκόπανο τον μπαρμπα-Γούλα και του λέει: «Άντε τράβα» του ‘πε μετά, κατάλαβε ότι ήθελε να πιει νερό. Μόλις ήπιε νερό, γυρνώντας, λέει, του ‘δωσε και τσιγάρο ο Γερμανός μετά. Η θειά μου η Φερονίκη είχε τα δυο κορίτσια πιασμένα απ’ το χέρι, τη Μαίρη επάνω στον μπούγο – μπούγιος δεν λέγεται αυτό με την κουβέρτα; Μαζεύει οτιδήποτε χρήσιμο και το βάζει στον ώμο και πάνω στον μπούγο έβαλε την Μαίρη, τεσσάρων χρονών. Μέχρι εκεί συνόδευαν και οι Γερμανοί με τα όπλα αποδώ και αποκεί, να μη φύγει κανένας, απ’ το μονοπάτι. Τη λυπήθηκε τη θεια τη Φερονίκη και της λέει: «Δώσε με τουλάχιστον το κορίτσι αυτό» λέει. «Κι εγώ τρία παιδιά έχω. Δωσ’ μου τη Μαίρη» έκανε νόημα, «να το βάλω εγώ στην πλάτη μου» λέει. Το κατέβασε μέχρι το Βελβεντό ο Γερμανός. Υπήρχαν και καλοί άνθρωποι, ειδικά αυτοί που είχαν οικογένεια. Και παιδιά. Το κατέβασε μέχρι το Βελβεντό. Η θειά μου η Φερονίκη είπε ευχαριστώ, κατάλαβε ο Γερμανός ότι ευχαρίστησε και είπε τους Βελβεντινούς... Είπαν η διοίκηση: «Θα τους φιλοξενήσετε ώσπου υπάρχει η δυνατότητα. Γιατί αυτοί τώρα ξεσπιτώθηκαν». Ε, κι έτσι μείναμε εμείς, οι Καταφυγιώτες, ένα μεγάλο μέρος των πατριωτών μας εκεί, γιατί δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω, δεν είχαμε σπίτια. Πολλοί έφυγαν σε άλλα χωριά, εδώ, στον Κολινδρό, στα περίχωρα εδώ πέρα, να βρουν δουλειά. Ειδικά με την ξυλεία, οι υλοτόμοι έκοβαν, έσχιζαν σανίδια, καδρόνια, για να ξανακάνουν και άλλα σπίτια, γιατί είχαν κάψει και άλλα χωριά. Και είχαν δουλειά, ας πούμε με την ξυλεία. Έκοβαν καραγάτσια, πτελέας λέγεται το καραγάτσι. Πτελέας, σκληρό ξύλο, κάναν νταβάνια, κάναν αυτό.

Δ.Δ.:

Λοιπόν. Και μετά είδε ο πατέρας μου ότι δεν γίνεται τίποτα, είχαν πάει στο Αιγίνιο, Λιμπάνοβο το λέγαν τότε, Λιμπάνοβο. Είναι μια λέξη σλάβικη. Λοιπόν, και γύρισε στο Βελβεντό. Γιατί είχαμε πολλές φιλίες, εμείς ψωνίζαμε συνέχεια απ’ το Βελβεντό γιατί ο δρόμος, ο κυρίως δρόμος ήταν προς το Βελβεντό. Ο άλλος ο δρόμος που ήταν 5 ώρες μακριά, 5 ώρες μακριά με τα ζώα, ήταν το Ελατοχώρι. Δεν συνέφερε να πα’ να ψωνίσεις εκεί. Κάθε Σάββατο, κάθε Σάββατο πηγαίναμε στο Βελβεντό και ψωνίζαμε. Τα πιο αναγκαία, κάτι που δεν παρήγαγε το χωριό. Μετά από... απ' αυτήν την καταστροφή και το... που ζητούσαν οι δικοί μας να βρουν δουλειά στα περίχωρα, κατέληξαν πολλοί στο Βελβεντό πάλι. Ο πατέρας μου είχε μεγάλες φιλίες στο Βελβεντό και κατέβηκε στο Βελβεντό, αλλά ξανανέβηκε πάλι ανάμεσα στο ’46, με τα αντάρτικα, που επρόκειτο να φύγουν μετά, να τελειώσουν τα αντάρτικα, δυο χρόνια νωρίτερα όμως. Εκεί πήγαινε και υλοτομούσε στο δάσος και μια μέρα τον έπιασαν οι αντάρτες. Ήταν ακόμα στα δάση οι αντάρτες. Και του λεν: «Εσύ» λέει «γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;» «Τι να σας πω, ρε παιδιά; Εγώ έχω» λέει «τρία παιδιά –τότε δεν είχε γενν[00:40:00]ηθεί ακόμα η μικρή αδελφή μας– τρία παιδιά, έχω τη μάνα μου, έχω και την αδελφή μου. Άμα τους αφήκω κι έρθω σε σας, άμα τους αφήσω, πώς θα ζήσουν αυτοί;» Να κι έρχεται κι ο καπετάνιος. Και ποιος λες να ήταν ο καπετάνιος; Ο Δήμος ο Γκουτζιάνας, πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου, αυτόν που σκότωσαν την μάνα του. Ο πατέρας μου τον είχε πρώτο ξάδελφο. Λέει: «Φύγετε εσείς, θα τον κανονίσω εγώ» λέει ο Δήμος. Αλλά ήταν άνθρωπος ο Δήμος, γλίτωσε πολλούς δεξιούς. Είχαν να λεν για τον Δήμο, ήταν ανθρωπιστής. Λοιπόν, και ήξερε, είχε μάθει ότι σκότωσαν τη μάνα του. Τότε. «Έλα εδώ, ρε ξάδελφε. Τώρα θα μου πεις…» Οι άλλοι ήταν πιο πίσω και δεν καταλάβαιναν τι έλεγε ο καπετάνιος στον πατέρα μου. Γιατί έπρεπε να υποκριθεί ο καπετάνιος, για να μην του λεν, το μέσον, γιατί δεν τον σκοτώνεις; «Να τον σκοτώσουμε;» έλεγαν οι άλλοι. «Γιατί... Να τον σφάξουμε» έλεγεν ο άλλος. «Να τον σφάξουμε, γιατί οι σφαίρες είναι κυρογυρεμένες, μας χρειάζονται οι σφαίρες. Με το μαχαίρι δεν έχουμε έξοδα». Ε, του λέει ο πατέρας μου, λέει: «Γούλα –Γούλα ήταν το Γιώργος– τώρα πες μας» λέει «τι θα κάνεις. Ή με αυτούς, ή με εμάς. Ναι ή όχι». «Βρε αφού σου λέω. Έχω, ξέρεις, τη θεια σου την παπαδιά,  έχω την αδελφή μου αόμματη, έχω και τρία παιδιά. Έχω και τη γυναίκα. Πού να τους αφήσω αυτούς;» Σκέφτεται, το 'δωσε δίκιο, το ήξεραν από μέσα, αλλά έπρεπε να τον μαλώσει για να ακούσουν οι άλλοι. «Φύγε, τσακίσου από εδώ» του λέει «και να μη σε ξαναδώ!» Τα άκουσαν οι άλλοι και μετά το ‘καναν λόγο, γιατί δεν τον σκότωσες; Ε, τα μπάλωσε, ποιος ξέρει τι είπε αυτός. Δεν τον ξαναείδε ο πατέρας μου. Ερχόντας στο χωριό, είχε μείνει ένα σπίτι άκαγο, μισοκαμμένο και εκεί γεννήθηκε η δεύτερη αδελφή μου. Στο καμένο το σπίτι. Και, λέει: «Τώρα, Ειρήνη, θα φύγουμε κι απ’ το χωριό, γιατί σήμερα παρά λίγο θα με σκότωναν οι αντάρτες». Τα μαζεύουν κι από εκεί, κατεβαίνουν ξανά στο Βελβεντό. Εκεί χτυπούσαν... Τον προφύλαξαν όμως μετά, αφού είδαν ότι δεν πήγε με τους αντάρτες, τον πλησίασαν η χωροφυλακή, οι δεξιοί μετά. Αν και ο πατέρας μου δεν ήταν με κανέναν, ήταν αρχηγός των ΤΕΑ. Τότε τα ΤΕΑ ήταν μια ομάδα φυλάκων των χωριών και λοιπά και βοηθούσαν τους δεξιούς περισσότερο. Έβαλαν τον πατέρα μου αρχηγό. Ο πατέρας μου όμως, για να δείξει ότι δεν είναι χούντα –πώς τους λέγαμε τότε, δεξιός– έδινε την πρώτη χλαίνη… Χλαίνη είναι το μακρύ, το στρατιωτικό το παλτό. Την πρώτη χλαίνη την έδινε έναν αριστερό του Καταφυγίου, ο οποίος είχε οικογένεια. Και έλεγε ο Φώτης: «Εγώ δεν πιστεύω ότι ο Δημόκας είναι δεξιός και χουντικός. Ο Δημόκας είναι ανθρωπιστής πάνω απ’ όλα». Έτσι που λες μέχρι τότε, κατέβηκαν στο Βελβεντό. Εγώ ήμουν, όταν φύγαμε από τον Βελβεντό… Α, πριν φύγουμε ζήσαμε κι εκεί φριχτά πράγματα. Από τους δεξιούς τώρα, τους εθνικόφρονες που λέγαν τότε, στους αριστερούς. Το χωριό Αγία Κυριακή δίπλα, ήταν πολύ φτωχό, ζούσαν από τη ρίγανη και τα δαδιά που κάναν. Και έπιασε μια φορά μία Σκουλιαριώτισσα, από εκεί, με το παιδί, έσκαβε, κάτι έσκαβε εκεί πέρα. Και επειδή την προηγούμενη μέρα ρώτησαν, η αυτή, η εθνοφυλακή: «Ποιον έδωσε ψωμί;» «Τους αντάρτες». Την παίρνουν από κει με το τσαπί και με το παιδί, με τα χώματα και την παίρνουν στην κεντρική εκκλησία του Βελβεντού. Μεγάλη, ωραία εκκλησία και το καμπαναριό δίπλα. Εκεί ήταν φωλιασμένοι πάλι οι εθνοφύλακες. Είχαν κι έναν παπά, παπα-Τσούτσενο τον έλεγαν. Τσούτσενος είναι μικρός. Αυτός τελικά σκοτώθηκε, πέρασε ένα σύρμα και από κάτω ήταν παγιδευμένο και σκοτώθηκε. Τους έβριζε ο παπάς τους αντάρτες. Πώς τους έλεγε; «Παλιόπαιδα, ξέστε... ψειριάρηδες, ξέστε απ’ τα ντβάρια», δηλαδή ξύνονταν, απ’ τις ψείρες, ξύνονταν από τα ντουβάρια, όπως τα μουλάρια. Λοιπόν, ερχόταν το βράδυ οι αντάρτες και χτυπούσαν στο καμπαναριό. Εμείς… Εγώ ήμουν τότε τριών χρονών, η αδελφή μου δυο χρόνια μικρότερη κι η άλλη πάλι δυο χρόνια μικρότερη. Εκεί γεννήθηκε, στο ξένο σπίτι, η μικρότερη αδελφή μου, η Νίνα. Μας έπιανε. «Πάμε, Γούλα, να φύγουμε». Μόλις νύχτωνε ερχόταν απ’ τα χωριά που ήταν αριστεροκρατούμενα, δηλαδή ήταν... αριστεροκρατούμενα, λάθος. Δηλαδή ήταν αριστεροί. Λοιπόν, και χτυπούσαν με τα όπλα που είχαν κι αυτοί το καμπαναριό και ήμασταν δίπλα απ’ το καμπαναριό εμείς στο σπίτι. Μας έσπασαν τζάμια, τα βλήμματα. Να παίρνει εμένα: «Τη σαρμάντζα, Γούλα, τη σαρμάντζα». Σαρμάντζα είναι η κούνια, αλλά η κούνια όχι όπως σήμερα, η παραδοσιακή. Το παίρναν το μικρό, το γενιτσάρικο που λέμε, και κατεβαίναν σε μία, καταβόθρα ήταν πριν και είχε στεγνώσει και κατέβαιναν εκεί και κρυβόταν. Ήταν ένα πράμα τρία μέτρα διάμετρο και κάπου δύο μέτρα βάθος. Και το κλείναν με μια... γκλαβανή τη λέγανε, μία καταπακτή. Εκεί πέρασαν πολλές βραδιές, ώσπου, μόλις ξημέρωνε, φεύγαν οι αντάρτες, για να μην γίνονται αντιληπτοί. Να αναφερθώ στη Σκουλαριώτισσα, τη μάνα με το παιδί που έσκαβε και… Την είχαν στήσει στον τοίχο της εκκλησίας μέρες. Νηστικιά. Το παιδί έκλαιγε και είχε κρεμάσει το κεφάλι ο καημένος, μην μπορώντας να στηριχτεί. Είδαμε άλλο ένα… Α, και τη χτυπούσαν, κάθε μέρα τη χτυπούσαν. Ακούγαμε και τις φωνές, επειδή ο δρόμος μας χώριζε γύρω στα 4 μέτρα απ’ το προαύλιο και τον φράχτη, τον σιδερένιο φράχτη της εκκλησίας. Άλλο ένα φριχτό πάλι που είδαμε… Μαζευόμασταν εμείς οι μικροί εκεί, στην ηλικία μου, πέντε, έξι, εφτά χρονών, τριών και κοιτούσαμε από περιέργεια τι τους κάνουν οι εθνοφύλακες τους αριστερούς, τους αντάρτες. Είχαν πιάσει έναν τραυματισμένο στα Πιέρια όρη. Αυτός είχε ξεμείνει ο καημένος, είχε τραυματιστεί και δεν μπορούσε να φύγει με τους άλλους έξω, απ’ τα σύνορα να φύγει έξω. Και τον κατέβασαν εκεί στο καμπαναριό. Το καμπαναριό είχε σκάλες μπροστά για να ανεβείς στο αυτό και τον στήσαν εκεί και τον περιγελούσαν και τον χλεύαζαν. Για μια στιγμή ένας –«μπουλαντάς» τους έλεγαν τότες, παλικάρι δηλαδή, έκανε τον παλικαρά– παίρνει φόρα και τα παπούτσια, ξέρεις, τα ντοκ, με το αυτό, βαριά παπούτσια, τον χτυπάει μες στα μούτρα, αυτός ήτανε μισολιποθυμισμένος, πλημμυρισμένος στα αίματα. Μόλις τον χτύπησε με το αυτό, αμέσως πήγαινε να ξεψυχήσει. Αυτήν την εικόνα την είδαμε εμείς, τα παιδιά απ’ τα κάγκελα και μας φαινόταν ένα συνηθισμένο πράγμα. Τι κάνουμε εμείς; Μετά από καμιά βδομάδα μας λέει ο αρχηγός ο δικός μας τώρα, τα παιδιά: «Πάμε κι εμείς να χτυπήσουμε τα κορίτσια» λέει «με τις βέργες;» Και οργανωνόμαστε, ήμουν κι εγώ μαζί, και κάθε κοριτσάκι που περνούσε το χτυπούσαμε με τις βέργες. Χωρίς κανέναν λόγο. Τι είναι η διαφώτιση, ε; Λοιπόν… Μετά που είδαμε, με έναν άλλον φίλο μου, ότι χτυπάμε τα κορίτσια, μικρότερα κι από εμάς –χαρά στην αντρειοσύνη μας– και λέμε ο ένας στον άλλον: «Ρε συ, άμα ήταν οι αδελφές μας –γιατί κι αυτός είχε αδελφή– θα σ’ άρεσε εσένα;» Και δεν ξαναπήγαμε, δεν τους κάναμε παρέα. Και γινόταν δηλαδή τρομερά πράγματα, που δεν μπορώ να τα ξεχάσω αυτά, ειδικά όταν τον χτύπησε με το ντοκ στα μούτρα και έπεσε έτσι κάτω, τον σκότωσε με την κλωτσιά αυτός. Αυτός ίσως με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν κάπου τραυματισμένος που μπορούσε να ζήσει. Λοιπόν, πέρασαν τα χρόνια, ο πατέρας μου είχε φιλίες με πολλούς, δούλευε στα… Α, τον ξαναμάζεψαν στη Φλώρινα στρατιώτη. Τότε ήταν ο στρατός εναντίον των ανταρτών και φυλούσαν σκοπιές και λοιπά, στη Φλώρινα. Έπρεπε να υπηρετήσει άλλα δυο χρόνια. Και να κλαίει η μάνα μου, πώς τη θυμάμαι, έπαιρνε τη φωτογραφία, τη φιλούσε, του πατέρα μου, και έκλαιγε. Και γυρνούσε προς την άλλη μεριά να μην βλέπω εγώ τα δάκρυα της μάνας μου. Εγώ ήμουν μεγαλύτερος απ’ τις αδελφές μου και καταλάβαινα. Έπαιρνε γράμματα και ώσπου να το διαβάσει το πλημμύριζε από δάκρυα. «Πότε θα σε δω, Γούλα;» και «Πότε θα σε δω;» Έτσι ψιθύριζε και την ακού[00:50:00]γαμε. Λοιπόν, τελείωσε ο στρατός από κει και πήγαινε ο πατέρας μου, δούλευε έτσι, υλοτόμος στα χωριά, κάνανε ξυλεία χρήσιμη και βρισκόμασταν κάπως καλά. Είχαμε και το σπίτι, μας το ‘δωσαν ενοίκιο κάποιος Ζορμπάς. Δεν πληρώναμε ενοίκιο. Τέσσερα, πέντε χρόνια δεν μας ζήτησαν ενοίκιο, αυτοί οι Βελβεντινοί. Η οικογένεια. Κι αυτούς τους είχε σκοτώσει, τον Λεωνίδα, οι Γερμανοί τον σκότωσαν. Ήταν χήρα η καημένη η νοικοκυρά. Είχε δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, την Κατερινούλα. Αλλά ζούσαμε σαν μια οικογένεια. Δεν ζήτησαν καθόλου λεφτά. Ό,τι μπορούσε κι ο πατέρας μου τους έδινε και... και φτώχεια πικραμένη. Και κάθε βράδυ ερχόταν απ’ τις άκρες του Βελβεντού, γιατί τους έφταναν καλά οι αντάρτες και τους έκαναν ζημιές, μπορεί να τους σκότωναν κιόλα. Ερχόταν εκεί στο κέντρο που είναι το καμπαναριό και φύλαγαν, ας πούμε, οι εθνοφρουροί και ερχόταν κι ένας, μάθαινε κλαρίνο. Και τελευταία ήταν πολύ, τώρα τελευταία, τη δεκαετία του '70, είχε γίνει άριστος κλαριντζής. Ο πατέρας μου ήταν πολύ καμπαρετής, αστείος, έλεγε πολλά αστεία. «Άντε ρε, άμα γίνω εγώ αεροπόρος» λέει «θα γίνεις κι εσύ κλαριντζής». Μαζευόμασταν στρωματσάδα όλοι. Δηλαδή μέσα σ’ αυτό το σπίτι, αν ήταν 70 τετραγωνικά, διώροφο, είκοσι οικογένειες, από δυο τρία άτομα, δηλαδή πίτα. Αλλά μόλις ξημέρωνε έφευγαν, άλλος στο χωράφι, άλλος… Και είχαμε τέτοια ζωή. Έρχεται το 1950 και λέει ο πατέρας μου: «Τώρα ούτε πολλές νάρκες έχει...» γιατί έβαζαν νάρκες οι αντάρτες όταν έφευγαν, στα μονοπάτια, να τις πατήσουν οι εθνοφρουροί, αυτοί. «Θα πάμε στο χωριό». Πριν όμως πάμε στο χωριό, έγινε άλλο ένα μακελειό με δυο Καταφυγιώτες, οι οποίοι πάλι πρόδωσαν τους αντάρτες σε ένα βουνό, Τσούκα λέγεται, προς τη Σκούλιαρη. Οι οποίοι είχαν φωλιάσει εκεί πέρα και μαγείρευαν εκείνην την ημέρα, μέσα σε ένα καζάνι κάτι, δεν ξέρω, τσάι, φασολάδα, τι ήταν. Και τους πρόδωσε κάποιος δικός μας. Αυτήν την γειτόνισσα εδώ πέρα που είναι, ο άντρας της, ας μην πούμε το όνομα, και κάποιος άλλος. Λοιπόν, αυτούς τους τρεις τους σκότωσαν μετά από μια βδομάδα. Από το Βελβεντό προς τα πάνω, είπαμε, είναι τρεις ώρες ανηφόρα. Φανταστείτε, φαντάσου, το Βελβεντό είναι 400 μέτρα υψόμετρο, 420. Και το χωριό μας είναι 1.430. Χίλια μέτρα πιο πάνω το δικό μας, σε ανηφόρα. Λοιπόν, εκεί που λέγαν ότι «θα πάμε στο χωριό», έγινε ένα μακελειό με τον Πλάτων, που μετά διηγούνταν ο πατέρας μου σ’ αυτόν που μας πήγαινε με τα μουλάρια και την οικογένεια επάνω. Ήταν ο Πλάτων, ο οποίος ήταν καλός και κυνηγός και γερός άντρας, είχε κι αυτός έναν μύλο και δριστέλα στο χωριό. Δριστέλα είναι η υδροτριβή. Λοιπόν, εδώ λέει, επάνω, στο Χάνι, στην τοποθεσία Χάνι… Υπήρχε κάποτε χάνι, δεν ξέρω, πάντως δεν υπάρχουν ίχνη από χάνι, μια βρύση είναι εκεί πέρα και μια κοπάνα, μια λεκάνη, για να πίνουν τα ζώα. Επάνω προς την  πλαγιά τον πήραν τον Πλάτωνα οι αντάρτες και πριν τον σκοτώσουν, το ‘βγαζαν τα νύχια με την πένσα. Το ‘βγαλαν τα νύχια. Όταν πήγαν και τον πήραν, τον βρήκαν τα νύχια βγαλμένα. Πιο πάνω σκότωσαν έναν Ζησιό. Εκεί τον θάψαν, κι εμείς όταν, μετά… όταν ανεβήκαμε πάνω και καθίσαμε απ’ το '50 μέχρι το '70, 20 χρόνια, οι εβδομήντα οικογένειες από τριακόσιες πενήντα που υπήρχαν, μόνο εμείς οι εβδομήντα οι πατριώτες ανεβήκαμε απάνω. Ο πατέρας μου, μην το ‘λεγες να φύγει απ’ το Καταφύγι. Ήταν και καλός κυνηγός και υπήρχε και κυνήγι εκεί και το ήθελε πολύ το Καταφύγι. Λοιπόν, εκεί έθαψαν τον Ζησιό και μετά από λίγες μέρες, αυτοί που πρόδωσαν, οι τρεις που σου λέω, είναι αυτή η οικογένεια απέναντι. Λοιπόν, και είπαν: «να πάμε να σκοτώσουμε τον Θανάση». Το ‘ξερε η γυναίκα του, το ξέρει και το λέει, ας πούμε. Πήγαν, τον πήραν. Α, τον πήραν απ' το σπίτι και του λέει, τώρα: «Έλα» του λέει ο ένας «να σε φτιάξουμε νοικοκύρη». Δεν το πήρε είδηση αυτός. «Και δώσε μας και τα μουλάρια». Είχε τρία τέσσερα μουλάρια αυτός. Τα ‘καναν κατάσχεση, τα παίρναν οι αντάρτες μαζί, για να κουβαλάν τρόφιμα και λοιπά. Βγαίνοντας αυτός να δώσει τα μουλάρια, πάει ένας από πίσω με το μαχαίρι και τον χτυπάει στον λαιμό εδώ, ξέρεις, κάπου τον χτυπάει, έπεσε κάτω και τον σκέπασαν με ένα που σκεπάζουνε τα ζώα. Λοιπόν, βγήκε η γυναίκα να δει πού είναι ο Θανάσης, ξεσκεπάζει, τι να δει; Πλημμυρισμένος με αίματα. Κι ήταν έγκυος η γυναίκα, έγκυος. Και βάφτισε το παιδί πάλι στον άντρα της.

Δ.Δ.:

Λοιπόν, αυτά μέχρι στιγμής μπορώ να θυμηθώ. Άλλα γεγονότα που θυμάμαι… Όταν ανεβήκαμε πάνω, βρίσκαμε χειροβομβίδες, μικρός τώρα, 7 χρονών, 6, 6 στα 7 ήμουν. Και μου λέει: «Θα πάμε στο Καταφύγι, Τάκη». Τακούλα μ’ έλεγε, ήμουν μοναχογιός, τα άλλα ήταν όλα κορίτσια, και η μάνα μου και... δηλαδή οι μόνοι άντρες ήμασταν ο πατέρας μου κι εγώ. Λοιπόν, ήρθε η ώρα που λες να ξεκινήσουμε για πάνω… Και μετά να σου πω πώς ζήσαμε στο χωριό όταν ήμουν έφηβος. Τι βιώματα έχω. Λοιπόν, είχε έναν φίλο ο πατέρας μου, λεγόταν Γιάννης... Γιάννης, ας μην πούμε το επίθετο. Αυτός είχε ωραία, μεγάλα μουλάρια. Είχε αμπέλια και λοιπά. Αλλά και πήγαιναν μαζί στο κυνήγι, ήταν καλοί φίλοι. Τον λένε Γιάννη Καραντάς. Να το πω γιατί αξίζει τον κόπο. Ήρθε και μας όργωσε απάνω στο Καταφύγι να βάλουμε πατάτες, από κάτω, τρεις ώρες, ήρθε με τ’ αλέτρι, να μπορέσουμε να βγάλουμε τον χειμώνα με πατάτες. Τόσο φτώχεια είχαμε στην αρχή.

Ν.Μ.:

Πώς το είπατε το όνομά του;

Δ.Δ.:

Γιάννης Καραντάς. Βελβεντινός. «Τι θες, να πάμε στο Καταφύγι; Να πάμε. Ξέρεις, έχω τώρα τρία παιδιά... τέσσερα παιδιά τώρα». Γιατί είχε γεννηθεί και η Νίνα, λοιπόν, χωρίς μαμή, χωρίς, μέσα εκεί στο πλήθος όπως ήταν. Μάλιστα άνοιξε και την πόρτα ένας μπάρμπας να μπει εκεί μέσα, άθελα, και τον έσπρωχναν για να τον... γεννούσε η μάνα μου! Λοιπόν «Πότε θέλεις να ‘ρθω να φύγουμε απάνω;» «Έλα» λέει «το Σάββατο, να έχουμε το σαββατοκύριακο ελεύθερο». Ήρθε αυτός με κάτι κασόνια, τα κασόνια αυτά τα φορτώναμε εδώ κι εκεί, ήταν σ’ αυτό το μέγεθος, 40 επί 1 μέτρο, βάθος 40 πόντους. Εκεί μέσα έβαζαν τα σταφύλια αυτοί και τα ‘φερναν στα καζαναριά τα λέγαμε, πώς τα λέμε αλλιώς; Τα καζαναριά; Αποστακτήρια. Λοιπόν, ήρθε εκεί με τα μεγάλα μουλάρια, στρώσαμε μια βελέντζα, ξέρεις τι είναι η βελέντζα, φλοκάτη, κάτω για να μην πονάν τα παιδιά, κάτω στα σανίδια. Και βάλαμε τη μικρή τη Νίνα με τη Φιλιώ στο ένα. Στο άλλο το αυτό τη μεγαλύτερη, την Αλεξάνδρα, εκεί και διάφορα άλλα πράγματα, δυο μουλάρια όλη η οικοσκευή που είχαμε. Λοιπόν και ξεκινάμε τώρα προς τα πάνω. Η Ελένη τώρα αόμματη, πώς να… Ήταν τροχάλια, δηλαδή ο δρόμος ήταν με πέτρες, ξέρεις στο βουνό τώρα τι υπάρχει. Λοιπόν, η γιαγιά 70 χρονών. Και ξεκινήσαμε προς τα πάνω. Λέει ο πατέρας μου, ήταν... έτσι του άρεσε να λέει κι αυτός ιστορίες, διηγούνταν στον Γιάννη και ξενάγηση το ‘κανε. «Κοίταξε, Γιάννη» λέει «εδώ στο...» Πού τελειώνει ο κάμπος του Βελβεντού κι αρχίζει το βουνό, είναι ένα μέρος, πριν αρχίσει το βουνό, κάτω στους πρόποδες του βουνού, υπάρχει μία έκταση που την είχαν οι Καταφυγιώτες αγορασμένη για κρασί. Οι Καταφυγιώτες μιμούνταν τους αρχαίους. Έδιναν μεγάλη σημασία στο κρασί. Φαντάσου τώρα, από τόσο μακριά να φέρνουν με τα μουλάρια τα σταφύλια και... Είχαμε τέσσερα αποστακτήρια. Ένα ήταν δικό μας, του Δημόκα. Εκεί που αρχινάει ο κήπος ο δικός μας ήταν, φαίνονται τα ερείπια ακόμα. Λοιπόν, κι άλλα τρία. Και απ[01:00:00]ορώ κι εγώ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν τώρα, αφού υπήρχαν αποστακτήρια και στον Βελβεντό. Και περνούσαν 3 ώρες τον δρόμο, όχι σε κάσες, όπως έγινε τώρα με τον Γιάννη, μεταπολεμικά, που μας ανέβασε επάνω, σε προβιές. Πώς είναι η γκάιντα, στον λαιμό στούπωναν τα τσαμπιά μέσα και το ‘σφιγγαν επάνω, το φόρτωναν απ’ τη μια μεριά, φόρτωναν άλλο ένα απ’ την άλλη μεριά και προς τα πάνω, γλούκου, γλούκου, γλούκου, γινόταν δυο δουλειές. Και μεταφορά και, αντί να το πατήσουν με τα πόδια, ξυπόλυτοι, χτυπιούνταν με την κίνηση του μουλαριού. Λοιπόν, όπως ανέβαιναν προς τα πάνω, το ‘λεγε ο πατέρας μου: «Γιάννη, εδώ λέγεται έτσι». Αυτός ο μπλατσάς είχε έναν φύλακα, έναν αμπελοφύλακα, ο οποίος ήταν πολύ μάστορας στο ψέμα. Έλεγε πολλά ψέματα. Δηλαδή δε θα... δε... Ξεχνούσε ότι τα ‘λεγε και πριν και τα επαναλάμβανε. «Μια φορά» λέει «από εκεί απέναντι, στη Σκούλιαρη, κάποτε» λέει «4 χιλιόμετρα, γινόταν γάμος» λέει αυτός, ο αμπελοφύλακας. «Και εμένα μου κακοφάνηκε, γιατί οι άλλοι να χορεύουν» λέει «κι εγώ να φυλάγω τ’ αμπέλια εδώ; Είχα μια μπροστολίμη...» Ξέρεις, ένα όπλο που το γεμίζαμε μπροστά, το πιο καθυστερημένο, δηλαδή με άκαπνη μπαρούτη, που βγάζει μπροστά καπνό λες και είναι λοκομοτίφ. Λοιπόν. «Συγκιάζω καλά –συγκιάζω θέλει να πει σημαδεύω– συγκιάζω καλά…» Είχαν λαμπιά τότε, δεν ήταν, ήταν λάμπες πετρελαίου, στον γάμο. Σαν από εδώ δηλαδή, σας λέω, δυο χιλιόμετρα. Δυο χιλιόμετρα, τρία χιλιόμετρα μπορεί να ήταν απόσταση. Αυτό δεν πήγαινε ούτε εκατό μέτρα, το βλήμα. «Με το τσακμάκισμα που ‘κανα, με το πυρ που έβαλα» λέει «βλέπω, η λάμπα σπάζει. Τους χάλασα το γάμο. Τους χάλασα το γάμο» λέει. Έλεγε πολλά ο... Σιαματάς τον λέγανε, Σιαματάς. Προς τα πάνω υπήρχε άλλη μία περίπτωση με τα δέκατα που προηγούμενα είπα, τα δέκατα, η φορολογία των Τούρκων, τα λέγαν δέκατα. Είχε ένα στενό και λέγεται ακόμα η τοποθεσία Γραφτιάεδες, αυτοί που έγραφαν. Οι... πώς τους λέμε τους... Οι τελώνες. Που περνούσαν τελωνείο. Όποιο φορτίο περνούσε, ή με αλεύρι ή με σταφύλια, το κοστολογούσαν τόσο, από τόσο τόσο, δέκα τοις εκατό και κρατούσαν ή σταφύλια, αν δεν είχε να πληρώσει, με είδος, ή λεφτά. Είχαν δε, ο βράχος πήγαινε έτσι και το μονοπάτι περνούσε σύριζα, από κάτω ήταν γκρεμός. Εκεί σταματούσε, θέλει δεν θέλει, σταματούσε το ζώο. Για να τους πιάσει όπως τα διόδια σε μας. Εκεί κρατούσαν τα αυτά οι γραφτιάεδες, τα λεφτά, τα δέκατα. Του εξήγησε ο πατέρας μου του Γιάννη: «Να, εδώ ήταν οι γραφτιάεδες και περνούσαν... και περνώντας από κει, δεν μπορούσαν να περάσουν εύκολα και τους σταματούσαν οι Τούρκοι και τους έπαιρναν τα δέκατα». Πιο πάνω φτάνουν στο Χάνι. Και εκεί στο Χάνι υπάρχουν πολλές… δέντρα με κράνα, κρανιές. Και περνούσαμε, ήταν ένα ίσιωμα έτσι, ωραίος δρόμος και δροσερός, με τα δέντρα, ήταν Αύγουστος μήνας, θαρρώ. Και περνούσαμε κάτω απ’ τα… τα κράνα δεν είχαν γίνει, τα κράνα γίνονται Οκτώβριο, αργά. Και του ‘λεγε ο πατέρας μου: «Αυτά είναι κρανιές...» Ήταν κι αυτός ηλικιωμένος, αλλά δεν κατείχε απ’ το χωριό μας. Παρόλο που ήταν φίλοι και πήγαιναν στο κυνήγι, αλλά πήγαιναν προς τα κάτω αυτοί. Φτάνοντας εκεί, εκεί έδειξε μετά ο πατέρας μου: «Να, το βλέπεις αυτό το σημείο; Εκεί έχει μικρά δέντρα από δρυς. Εκεί μέσα σκότωσαν τον Πλάτω και του ΄βγαλαν τα νύχια. Πριν τον σκοτώσουν». Ε, αυτός ο Γιάννης άκουγε μόνο. «Πιο πάνω δε, εδώ πέρα πιάνουν πέρδικες και λαγοί». Λέει: «Να πάμε καμιά μέρα». Πετιούμαι κι εγώ από το αυτό –εγώ με το πόδι, δεν ανέβηκα στα ζώα, με το πόδι, εξήμισι, εφτά χρονών ήμουν. «Θα ‘ρθω κι εγώ, μπαμπά!» «Εσύ έλειπες τώρα» λέει. Ο πατέρας μου με μάλωσε, επειδή είπα, θα πήγαινα κι εγώ μαζί τους, επειδή πήγαινα πολλές φορές, ήθελα να πάω πολύ στον πατέρα μου κοντά. Τον θαύμαζα τον πατέρα μου, ήταν, τι να σας πω, τι να σου πω, ήταν πολύ, έτσι, αγαπητός στον κόσμο. Έπαιζε μαντολίνο, ήταν κονφερασιέ, δηλαδή έλεγε αστεία, ποιήματα, ήταν και μαθητής σ’ αυτόν τον Βαρβαρέζο που έκανε τα έπιπλα, ήταν μαθητής εκεί πέρα. Λοιπόν, πού είχαμε σταματήσει τώρα, στο;... 

Ν.Μ.:

Ήσασταν στην ανάβαση, ανεβαίνατε για το χωριό.

Δ.Δ.:

Στην ανάβαση, ναι.

Ν.Μ.:

Περάσατε το Χάνι.

Δ.Δ.:

Στο Χάνι, ναι. Μετά το χάνι είπαμε για τον Πλάτων, που τον σκότωσαν, λοιπόν, και του κάναν τα νύχια, παραπάνω βλέπουμε μια, ένα μνήμα, δεν είχε σταυρό, απλώς ένα σκεπασμένο πράμα: «Να, εδώ» λέει «είναι ο Ζησιός. Γι’ αυτό κι αυτό τον σκότωσαν, ας πούμε, πρόδωσε τους αντάρτες και οι αντάρτες σε αντίποινα σκότωσαν αυτόνα. Και τον άλλον με τα μουλάρια. Όταν είπαν "έλα να σε κάνουμε νοικοκύρη"». Λοιπόν, φτάνοντας, πιο πάνω είναι μια τοποθεσία, λέγεται «στα τζάκια». Τα τζάκια είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Όταν... Ήταν κοκκινόχωμα και είναι ακόμα. Όταν, σε μια ορειβασία που κάναμε στο Καταφύγι απ’ το Βελβεντό με τους ορειβάτες, τους έδειξα αυτά τα σημεία και τους έκανα κι εγώ την ξενάγηση όσο μπορούσα. Σχηματίζεται, είναι μια πέτρα έτσι, πλακατερή, έτσι; Μια πλάκα. Βρέχει από δω κι από κει και γίνεται ένα πράγμα σαν τζάκι. Εφόσον η πλάκα σταματάει επάνω, προστατεύει το χώμα να μην αλλοιωθεί, να μην διαβρωθεί και γίνεται τζάκι. Εκεί, λέει ο πατέρας μου τον αυτόν, τον Γιάννη: «Κοίτα τώρα να δεις ένα πράμα» λέει «που δεν το είδες». Αυτό είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Σταμάτησαν. Η Ελένη η τυφλή, είχαν χαλάσει και τα σαντάλια, γιατί σκόνταβε, δεν έβλεπε να... σκόνταβε, είχαν ματώσει κιόλας και τα πόδια της. Σταμάτησαν να δουν. «Κοίταξε τώρα» λέει «κοιτάζεις, μάνα, κι εσύ;» έλεγε τη μάνα του. Δεν ρώτησε όμως την Ελένη. Η Ελένη δεν είπε τίποτα η καημένη. Μόλις τ’ άκουγα, ας πούμε, συγκινούμουν κι εγώ. Να στέκονται τώρα όλοι να βλέπουν το φαινόμενο και αυτή να μη λέει τίποτα, τι να πει, «το βλέπω κι εγώ»; Πιο πάνω, περνάμε από κει και φτάνουμε στον λάκκο. Εκεί που χτύπησε ο άλλοςξ το... με τον υποκόπανο, να πάει να πιει νερό. Κατεβαίνεις τρία τέσσερα σκαλιά και είναι η βρυσούλα αυτή. Είναι σαν νέκταρ το νερό, λεν ότι το ‘χουν μετρήσει κιόλας και το βρήκαν, λέει, το καλύτερο της περιοχής. Δεν είναι πολύ όμως. Κι εκεί είναι η γέφυρα, μια γέφυρα αναλόγως μεγάλη, γιατί έφεραν τις ράγες σέρνοντας από κάτω, απ’ το Βελβεντό, με τα μουλάρια. Δηλαδή 7-8 μέτρα σίδερο. Έζευαν δυο τρία μουλάρια και τα τραβούσαν προς τα πάνω. Έγινε αξιόλογη γέφυρα και περνώντας απέναντι αρχινούσαν τα καγκέλια, εκείνο το δύσκολο σημείο. Δηλαδή από κει μέχρι εκεί επάνω στο χωριό πρέπει να ήταν 600 μέτρα. Η ανηφόρα. Κι ήταν καλιγωμένη, δηλαδή, τη λέμε, πετρωμένη με... πώς το λένε... Καλντερίμι. Γιατί το χειμώνα ήταν και παγωνιά, για να μη γλιστράν τα ζώα. Κάναν και ένα πέταλο έτσι γυρισμένο, τακούνι. Λοιπόν, βγήκαν επάνω, φτάσαν στο χωριό απάνω. Πρώτα βλέπεις το νεκροταφείο. Το οστεοφυλάκιο.  Πλησιάζουν,για να δουν τώρα τι γίνεται στο χωριό, αν… πήγε κανένας; Δεν πήγε; Ένας σκελετός όλο το χωριό. Ερείπια. Άκουγες μόνο πουλιά. Τα πουλιά κελαηδούσαν. Δεν είχαν ανάγκη. Λοιπόν, πλησιάζοντας προς το σπίτι, έλεγε ο πατέρας μου: «Να δεις, Τάκη, τι ωραία είναι απάνω στο Καταφύγι, έχουμε τον καλύτερο κήπο, κερασιές, μηλιές, να δεις τώρα που…» Ήταν άνοιξη τώρα; Μάλλον τον Αύγουστο, Αύγουστος ήταν. Είχαν γίνει τα φρούτα και φτάνοντας εκεί, τι να δούμε; Το σπίτι μας το ‘χαν… Μας έδωσαν της υπηρεσίας, όπως έδωσαν εδώ τα έτοιμα απ’ το κράτος, το σχέδιο Μάρσαλ, δεν ξέρω αν το ‘χεις ακουστά. Ένας Αμερικάνος είχε βγάλει το σχέδιο, βοήθεια απ’ την Αμερική. Στα χαρτόνια είχε μία, έτσι μια, ένα αυτό, αν το είδες.

Ν.Μ.:

Μια χειραψία.

Δ.Δ.:

Μια χειραψία. Κι από εκεί μας έστειλαν μερικά δέματα, αλλά θα σ' τα πω μετά τα δέματα. Φτάνοντας στο σπίτι εκεί, βλέπουμε το σπίτι μικρό, όχι αρχοντικό, όπως ήταν τότε το δικό μας. Ήταν όπως... δεν ξέρω αν πήγες τώρα και το είδες, ε, Νικολέτα; Να πω το όνομα;

Ν.Μ.:

Ναι, αμέ.

Δ.Δ.:

Λοιπόν, αγαπητή Νικολέτα, το σπίτι ήταν 12... 18 τετραγωνικά όλο. Και έπρεπε να ζούνε μέσα οχταμελής οικογέν[01:10:00]εια. Αυτοί που πήραν το σχέδιο, το βοήθημα απ’ την Αμερική… Κι αυτό βέβαια το ξαναπληρώσαμε αργότερα, και εμείς οι απλοί άνθρωποι. Ήταν ακόμα ατέλειωτο, παράθυρα, πόρτες κι αυτά δεν είχαν φτιάξει. Ούτε νταβάνι. Το νταβάνι δεν ήταν. Όταν κοιμόμασταν μέσα μ’ άρεζε αυτό το λοξό, τα σανίδια και μου φαίνονταν ψηλό, σαν καμπαναριό από μέσα. Μετά ήρθε ένας φίλος μας πατριώτης με τον πατέρα μου και το νταβάνιασαν και μου φαίνονταν μικρό, χαμηλό. Κι είναι χαμηλό πραγματικά, είναι ένα τριάντα πέντε ύψος. Λοιπόν, απογοητεύτηκαν κι οι αδελφές μας. «Μα αυτό το σπίτι είναι τώρα... Πώς θα μείνουμε εδώ;» κ.λπ. «Έλα να σου δείξω» λέει «τα αχούρια που έβαζαν οι παππούδες τα γελάδια». Δίπλα, απέναντι, στρωμένο με τέτοια σανίδια, παχιά, δαδερά, να μη σαπίζουν. Τέτοια έβαζαν και κρεμούσαν τις καμπάνες. Άμα πας τώρα απάνω στον Άγιο Νικόλαο, υπάρχουν οι καμπάνες, είναι και η άλλη εκκλησία, σκαλωμένες επάνω σε μαχιές, σε δοκάρια από δαδί. Το δαδί είναι σαν εμποτισμένο, δεν σαπίζει καμιά φορά. Λοιπόν, και εκεί που μπήκαμε μέσα, είδα πώς ήταν τα παχνιά, πριν από 100 χρόνια, ε; Αυτά ήταν από τότε. Και μετά... Αυτό δεν το κάψαν οι Γερμανοί. Εκεί είχαν κρυφτεί η γιαγιά με την Ελένη. Όταν έβαλαν φωτιά το σπίτι, δεν μπόρεσε να τους πάρει η μάνα μου, τους σβάρνισε, δεν μπόρεσε κι έφυγε. Και αυτή που είπε ότι «δεν θα με πειράξουν εμένα, θα... είμαι παπαδιά εγώ», κρύφτηκε μετά σ’ αυτά τα αχούρια μέσα. Με την Ελένη την τυφλή. Βρίσκουμε που λες... με ξεναγούσε ο πατέρας μου σ’ αυτά τα υπόλοιπα που είχαν μείνει, βρίσκουμε ένα κυπρί, κυπρί είναι ένα κουδούνι, από αυτά τα μεγάλα με γλώσσες, με δυο γλώσσες. Και το χτυπάει. Νικολέτα, τέτοιον ήχο, τον έχω ακόμα στ’ αυτιά μου. Ερημιά στο Καταφύγι, δεν ακουγόταν τίποτα. Και ν’ ακουστεί ένα νταααννν, μακρόσυρτο, τόσο... δηλαδή με συνεπήρε αυτή η λαλιά, της αυτής, δεν την ξεχνώ. Λοιπόν, ε, τελικά ο Γιάννης ξεφόρτωσε τα νοικοκυριά, την οικοσκευή μας, τι είχαμε, λοιπόν και λέει: «Γιώργη, εγώ θα πάω κάτω στο Βελβεντό, επειδή δεν έχεις μουλάρια εσύ, δεν μπορείς να οργώσεις, δεν μπορείς να κάνεις πατάτες, να καλλιεργείς και λοιπά, θα ‘ρθω εγώ να σε βοηθήσω για να βάλεις πατάτες να έχετε να τρώτε το χειμώνα». Λοιπόν, και ήρθε πραγματικά, έβαλε. Εμείς... Όργωσε και βάλαμε εμείς πατάτες. Εμείς παίζαμε τώρα, παιδιά. Υπήρχαν ακόμα χειροβομβίδες κρυμμένες. Συγκεκριμένα με τον Ανέστη, τον συνομήλικό μας, βρήκαμε μέσα σε ένα σπίτι δυο. Και παίρνει ο ένας τη μία και ο άλλος: «Λαϊνούλια, λαϊνούλια!» Λαγήνια δηλαδή, μικρά σαν λαγήνια. Μας είδαν οι μεγάλοι και μας τις άρπαξαν απ’ τα χέρια. Κάναμε... παίζαμε με τις κονσέρβες από τον στρατό, που είχε έρθει μετά, στον εκκαθαρισμό των ανταρτών, είχαν... πού είναι μια εκκλησία η Αγία Βαρβάρα, ένα εκκλησάκι, εκεί είχαν κατασκηνώσει οι αυτοί, οι στρατιώτες μετά το '50 και είχαν αφήσει κονσέρβες. Και κάναμε εμείς δήθεν βανίλια μέσα, δήθεν… Παίζαμε. Ναι. Δεν είχε έρθει ακόμα ο δρόμος, ακόμα δεν ήταν ο δρόμος στο Καταφύγι, ο αυτοκινητόδρομος. Λοιπόν, τώρα εγώ έζησα με τον πατέρα μου μέχρι το '56. Α, να σου πω για τα σχολεία. Με το σχολείο να δεις τι πάθαμε.

Ν.Μ.:

Κύριε Τάκη, δηλαδή όταν είχατε πάει εσείς ξανά για να ζήσετε στο χωριό, δεν υπήρχαν άλλοι κάτοικοι; Ήρθαν αργότερα;

Δ.Δ.:

Πολύ λίγοι, πολύ λίγοι, 70 ήταν, αλλά στην αρχή ήμασταν οι πρώτοι. Ήμασταν 15 οικογένειες, ε, ο ένας φώναζε τον άλλον και σιγά σιγά μαζευτήκαμε 70. Οι άλλοι από εδώ φώναζαν: «Βρε ελάτε κάτω, είναι καλύτερα, εκεί δεν έχετε πόρους ζωής». Και λέγαμε: «Θα ζήσουμε με την υλοτομία». Και μείναμε εκεί, λίγες πατάτες, φασόλια, γίγαντες κάναμε καλούς, και με την ξυλεία. Άλλος κρατούσε πρόβατα, γίδια κ.λπ. και περάσαμε.

Ν.Μ.:

Οπότε σιγά-σιγά άρχισε να ακμάζει κι εκεί ο τόπος. Να ζείτε καλά.

Δ.Δ.:

Ναι, ναι. Ναι, είχαμε, στην αρχή, ωσότου δεν καταργήθηκε η υλοτομία, γιατί το '59… το '63, το '63, καταργήθη η υλοτομία, η παραδοσιακή, που έχω κάνει και τα έργα τέχνης, γιατί είχε ιδρυθεί η ΚΕΔ, Κρατική Εκμετάλλευση Δασών. Αυτοί άνοιξαν δασόδρομο με το αυτοκίνητο, πλησίαζαν τα δέντρα στο δάσος, τα κόβαν, τότε δεν υπήρχε το αλυσοπρίονο, έστω με κουριαστή, και τα φόρτωναν με τα χέρια, τώρα τελευταία οι γερανοί και δεν χρειαζόμασταν εμείς. Δηλαδή το πήγαιναν στρόγγυλο, όπως ήταν κορμό, το βάζαν στο πρεστήριο και το ‘κοβαν κατευθείαν.  Εμάς μας βγάλαν απ’ έξω. Λοιπόν κι έτσι ξεκίνησε το χωριό να ξεριζώνεται. Φύγαμε το 1963, τον Οκτώβριο, Οκτώβριο, ναι. Και από τότε ανεβαίνουμε τα καλοκαίρια, έτσι, για παραθέριση, επειδή τ’ αγαπάμε. Εγώ τ’ αγαπάω πάρα πολύ το Καταφύγι, έχω αναμνήσεις καλές, οι πρώτοι μου έρωτες, έφηβος πώς ήμαν. Λοιπόν, και νομίζω ότι οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι ξέγνοιαστες και τις θυμάσαι πιο έντονα. Τώρα δηλαδή, που πέρασαν τα χρόνια, δεν τις θυμάμαι τόσο έντονα όσο… Δηλαδή τις παιδικές τις θυμάμαι πιο έντονα απ’ ό,τι τις φρέσκιες, ναι. Λοιπόν, τι άλλο να σ’ έλεγα για το χωριό, έχω πολλά να σου πω. Τότε είχαμε και μία, και πριν, και πριν τον πόλεμο, μια τοποθεσία, Μπασαρά. Μπασαρά είναι ένα… η λέξη μαρτυρεί απλωσιά, ένα ξέφωτο. Λοιπόν, εκεί, αν και ήταν λίγο πλαγιά, είχε μια σκάλα τώρα, ήταν μια σκάλα εκεί πέρα, ήταν το νυφοπάζαρο. Εκεί κάναμε βόλτες, αλλά κορίτσια με κορίτσια και αγόρια με αγόρια. Παρεξηγούνταν να πας... αν δεν ήσουν συγγενής. Αν ήσουν ξάδελφος ή ξαδέλφη κάπως γινότανε. Και εκεί γινόταν τα πρώτα σκιρτήματα τα ερωτικά, με τα μάτια πρώτα. Λοιπόν, εκεί πρωτοερωτεύτηκα, εντελώς ανώμαλα έπεσα. Δεν ξέρω πώς έγινε και ήμουν, τότε που ο τυφώνας χτύπησε το δάσος και το γκρέμισε… Μια μεγάλη έκταση. Ξερίζωσε τη δική μας κορομηλιά που ήταν στα λιβάδια, ένα οροπέδιο, και την πήρε πολλά μέτρα. Και τα πεύκα τα πήρε πίσω απ’ το βουνό. Δηλαδή, μπορούμε να πούμε, όπως μαρτυρούν οι άλλοι από πίσω απ’ τη Ρητίνη, γύρω στα ένα δυο χιλιόμετρα μακριά. Δέντρο, θεόρατο, το ξερίζωσε και το πήρε. Τώρα αναδασώθηκε, μετά από λίγα χρόνια. Εκεί μας δώσαν ξυλεία, την ξεριζωμένη, για ατομικές ανάγκες που χρειαζόμασταν και να τα εμπορευτούμε. Για να έχουμε πόρο να ζούμε. Μου λέει: «Τακούλα, τώρα…» «Θα ‘ρθω κι εγώ, μπαμπά, θα ‘ρθω κι εγώ να πελεκώ, να αυτό, να...» Ήθελα πολύ να… Τον θαύμαζα τον πατέρα μου, ήταν το πρότυπο. Ο πιο όμορφος, ο πιο ψηλός, με κατσαρά μαλλιά, τότε τα κατσαρά μαλλιά ήταν περιζήτητα. Λοιπόν, και με λέει: «Είσαι μικρός ακόμα, ρε Τάκη, γιατί να σε παιδεύω;» Όπως ήταν ψάθα, έτσι, γκρεμισμένα τα δέντρα, πήγαμε όλο το χωριό, αυτοί που μείναμε, οι 70, ήρθαν και οι υλοτόμοι από εδώ απ' το... γιατί, όταν καταστράφηκε το χωριό, το 80% κατοικήθηκε από τους Καταφυγιώτες υλοτόμους εδώ πέρα. Και ήρθαν και μας βοήθησαν να τελειώνει η υλοτομία να καθαρίζει το δάσος. Ε, με πήρε και μένα. Τότε είχαμε, μας είχε δώσει, η Ούντρα, ένα μουλάρι, Ούντρα είναι κι αυτό μία καλής θελήσεως, πώς τη λέμε; Επιτροπή; Ένας σύλλογος, τέλος πάντων. Και το δικό μας ήταν απ’ την Κύπρο το μουλάρι. Ήταν πολύ μικρό, δηλαδή όχι μικρό, μικρό στα χρόνια. Ψηλό πολύ. Και με πήρε καβάλα εκεί, πήγαμε στο δάσος, ήμουν 11 χρονών. Αυτό γίνεται το '54. Λοιπόν, τη δεύτερη μέρα, εκεί που εγώ θα κλάδευα τον κορμό κι ο πατέρας μου θα το τετραγώνιζε με την πελέκα. Πελέκα είναι αυτή εκεί πέρα, που σας έδειξα προχτές. Και πίσω σου είναι εκεί τρεις. Λοιπόν, εκεί που κλάδευα τα αυτά, χτύπησε –ε, αδύνατο παιδί ήμουνε– χτύπησε το τσεκουρ[01:20:00]άκι μου σε ένα κλαδί που λαστιχάρησε, σαν ελατήριο, και γύρισε πίσω και από πίσω γύρισε επάνω στο πόδι, τακ τακ δηλαδή. Και μπαίνει στο αριστερό πόδι 4 εκατοστά μέσα. Απ’ το μικρό το δάχτυλο του ποδιού, μέσα έτσι, 4... «Αχ, ρε μπαμπάκα, κόπκα!» Λοιπόν, ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα πιο κάτω. «Τι, βρε παιδί μου, κόπηκες, για να ‘ρθω». Ξεσκίζει αμέσως το πουκάμισο ο πατέρας μου, με δένει, με βάζει επάνω στο μουλάρι καβάλα. Αλλιώς κόβαμε καυσόξυλα για να πάμε για το χειμώνα, αλλά εκείνη την ώρα δεν κοίταξε ο πατέρας μου καυσόξυλα. Με πάει στο σπίτι, τρόμαξαν και στο σπίτι, άρχισαν να κλαιν: «Βρε τι έπαθε ο Τάκης, τι έπαθε ο Τάκης;» «Τίποτα δεν...» Είχε κάτι αλοιφές ο πατέρας μου, την έβαλε, τώρα ήταν καλή, δεν ήταν; Κάτι αρρωστικά τέτοια, φαρμακοτρίφτες, που λέμε, τα μεταχειρίζονταν ο πατέρας μου. Μετά από δυο τρεις μέρες ήθελα ξανά να πάω. «Ε, μόνο να σε βλέπω, ρε μπαμπά, να δουλεύεις, μόνο να σε βλέπω». Εγώ τι έγινε; Ήταν των Αγίων Αποστόλων, που ερχόταν αυτοί οι... πώς τους λέγαμε; Παραθερισταί. Καθόταν τρεις μήνες. Τότε δεν είχε αυτοματοποιηθεί η υπόθεση εδώ, να είναι με τα μαγαζιά και με άδειες και ελεύθεροι και λοιπά, που παίρναν άδειες. Ήταν, ερχόταν τρεις μήνες, απ’ των Αγίων Αποστόλων μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο καθόταν. Και κατά τον Σεπτέμβρη έφευγαν. Και νέες κοπέλες, οι οποίες ήταν... ε, εδώ δούλευαν λίγο με τα καπνά κι ερχόταν στο πανηγύρι, που γινόταν το πανηγύρι εδώ πέρα. Λοιπόν... Πού είχαμε μείνει τώρα, στο;...

Ν.Μ.:

Ότι θέλατε να πηγαίνετε για να βλέπετε τον πατέρα σας στα ξύλα.

Δ.Δ.:

Ναι, ναι. Και τότε ερχόταν οι παραθερισταί. Κι εγώ, με είχε αρέσει μία γυναίκα, μία, ήταν… Αυτή θα ήταν, εγώ ήμουν 11, αυτή θα ήταν 20, 18; Και μια μέρα μ’ έπιασε να κλαίω. Έκλαιγα, ε; Γοερά. Έκλαιγα και με πήρε χαμπάρι ο πατέρας μου. Ήμουν παράμερα. «Γιατί, ρε Τάκη, κλαις; Τι έχεις παιδί μου;» Λέω: «Δεν μπορώ να σου πω, μπαμπά, δεν μπορώ». Δεν μπορούσα να του κρύψω τίποτα όμως. Μου φέρονταν πολύ καλά. Λέει: «Πες μου, εμένα τον μπαμπά δεν θα πεις; Τον μπαμπά τώρα, ε; Ξέρω περίπου» λέει «τι έχεις». Πώς με κατάλαβε; 11 χρονών, το '56 ήταν... Το ‘54. Το ‘56 σκοτώθηκε. Το '54 είχα πλατωνικό έρωτα με αυτήν, την, Αννούλα τη έλεγαν, Κουλουκάτση. Και του ‘πα. Λέω: «Ρε μπαμπά» λέω «σαν να αγαπώ» λέω «δεν ξέρω, η αγάπη είναι…» Δεν είχα ξαναερωτευτεί. Λέω: «Σαν να αγαπώ μια». «Ποια κοπέλα αγαπάς ρε; Πες μου εμένα, πες μου, θα σε βοηθήσω εγώ». Τάχα θα με βοηθούσε! Λέω: «Να, την Αννούλα του Κουλουκάτση» λέω. «Ποια, ρε, αυτήν; Αυτή» λέει «αυτή είναι μεγάλη, ρε, για σένα». «Ναι, αλλά εγώ την αγαπώ» λέω. «Την αγαπώ και είναι και ένας που δεν τον χωνεύω» λέω «χορεύουν όλο μαζί βαλς και συρτά». Είχε βγει κι ένα τραγούδι: «Όποιο φουστάνι κι αν φορείς, στο σώμα σου πηγαίνει, φουστανάκι με καρό…» κ.λπ. Και είχε αυτή το φουρό, η μόδα ήταν φουρό. Και ήμουν φουλ ερωτευμένος, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Και λέει: «Τάκη, άμα μεγαλώσεις, θα γελάς με τον εαυτό σου. Σιγά-σιγά θα την ξεχάσεις». «Ναι, αλλά αύριο φεύγουν, ρε μπαμπά. Αύριο φεύγουν, παν στην Κατερίνη, εγώ τι θα κάνω;» Τα ‘λεγα έτσι, μου ερχόταν πολύ δύσκολο να φύγει. Ο πρώτος έρωτας και πλατωνικός, από μακριά, η γυναίκα δεν ήξερε τίποτα. Γυναίκα πια, 18, 19 χρονών. Αυτά με τους έρωτες τους μικρούς. Μετά έγινε κι άλλη αυτή, κι άλλοι έρωτες, μεγαλώνοντας βέβαια, ώσπου έφυγα για τη Γαλλία. Έφυγα για τη Γαλλία ως υλοτόμος. Θέλαν υλοτόμους Καταφυγιώτες, μερακλήδες. Και δεν ήταν η υλοτομία να είναι τετραγώνισμα, ξύλο όπως κάναμε εμείς, λεπτοδουλειά. Ήταν αποφλοίωση, με ξύστρες. Τον κορμό. Πήγαμε στη –να μην τα πολυλογώ– πήγαμε κι από δω 20 άτομα, μπορέσαμε, κρατηθήκαμε τρεις μήνες. Τρεις μήνες με το ζόρι κρατηθήκαμε, γιατί δεν μας έφτανε το μεροκάματο να φάμε. Πήγα μια μέρα στο... πήγαμε με μια παρέα κάτω στο Λόνγκιερς, στο Μιλό... Μιλάου, είναι κοντά στη Μασσαλία. Λοιπόν και παραγγείλαμε να φάμε. Εγώ δεν ήξερα τι να παραγγείλω, έδειξα έτσι, για να μην ντροπιαστώ, έδειξα στον κατάλογο αυτό. Και μου φέρνουν κρέας μισοψημένο. Έβγαινε το αίμα, έβλεπες το αίμα όπως, ξέρεις, η... πώς το λέμε αυτό; Κοτλέτα το λέμε; Κοτολέτ, κοτλέτ το λεν οι Γερμανοί μου φαίνεται. Ναι. Μόλις το είδα εγώ έτσι, λέω: «Ξέχασες να το ψήσεις» του λέω. Στα ελληνικά. Δεν με κατάλαβε ο Γάλλος. Αλλά θέλω να σου πω, το μεροκάματο ήταν 6 nouveau francs, νέα φράγκα γαλλικά, τα οποία αντιστοιχούσαν σε 6 δραχμές. Και εμείς βγάζαμε γύρω στα 80 κυβικά εκατοστά, δηλαδή γύρω στα 80 δραχμές, 80 δραχμές ελληνικές. 80 δεν έφταναν καλά να φας, εκεί ήταν πιο ακριβή η ζωή. Εκεί ήταν πάλι ένα θλιβερό γεγονός, μας πέταξαν σε έναν λόγγο, έναν λοφίσκο, ο οποίος ήταν σκεπασμένος με πλάκες. Πέτρες. Παραδοσιακός, παλιός. Κάτω ήταν γουρούνια. Και επάνω ήταν το πάτωμα, να φανταστείς, ήταν με πέτρες χοντρές, πλάκες. Δεν ήταν πάτωμα ξύλινο. Επειδή ήταν βουνό, όχι ψηλό βουνό, αλλά ήταν έτσι...

Ν.Μ.:

Λόφος.

Δ.Δ.:

Λόφος. Δεν έβρεχε, δεν είχε νερό να χτυπήσουν, να βγάλουν νερό. Ξέρεις, πάντα, όταν είναι επάνω στη μύτη του βουνού, δεν έχει νερό. Αυτοί είχαν κάνει… Κατοικούνταν αυτό, ήταν χωριό, αλλά εγκαταλειμμένο σχεδόν. Υπήρχαν μόνο αυτοί που είχαν γουρούνια, κάτι υλοτόμοι απ’ την Πορτογαλία και είχανε το νερό έτσι που απ’ τη βροχή πήγαινε στα λούκια και κατέβαινε σ΄ ένα πηγαδάκι. Μες στο σπίτι. Εμείς τώρα το επανδρώσαμε είκοσι-τριάντα άτομα, υλοτόμους. Και βγάζοντας με το κουτί, με το σκοινί, με το σκοινί, για μια στιγμή, μετά από  μια βδομάδα βλέπουμε μέσα στον κουβά σκουλήκια και σκόνες... και λούνη. Το στραγγίζαμε σε τούλι για να το βάλουμε στη φασολάδα να... Ούτε έτοιμο νερό είχαμε ούτε τίποτα, φιάλες. Και εκεί μου ‘ρθε έτσι… Επειδή όταν έφυγα απ’ το χωριό είχα τέτοια αισιοδοξία, λέω: «Θα γυρίσω, θα πάρω και μοτοσυκλέτα, θα πάρω, μπορεί να έχω και κανένα αυτοκίνητο». Έκανα όνειρα, σαν παιδί. 19 χρονών. Ήμουνα απ’ όλη την παρέα ο πιο νέος. Και εμένα έστελναν, τάχα ήξερα εγώ... Γαλλικά δεν ήξερα. Αλλά, σου λέει, ο Τάκης έχει... είναι πιο νέος, τολμάει. Πήγαινα να τους κόψω εισιτήρια, την παρέα, να τους διευκολύνω. Εκεί όμως που… Είχα έναν απ’ το Καταφύγι, ο οποίος ήταν παντρεμένος με μία δική μας, ήταν χωροφύλακας. Από τη Μυτιλήνη. Γκαμπούρης Στυλιανός. Έφυγε από την... αγάπησε αυτήν τη δική μας τη Μαριγούλα, η οποία είχε αδελφό στο αντάρτικο. Και φαντάσου έκαναν δηλαδή λόγο, ότι γιατί αυτός να πάρει μία από σόι αντάρτη; Δεν τον άφησαν να… «Ή θα σε σχολάσουμε από χωροφύλακα ή θα την αφήσεις». Και προτίμησε να φύγει απ’ τη χωροφυλακή και την παντρεύτηκε. Αυτός ο καημένος, από χωροφυλακή τώρα, πού να ξέρει αυτός. Να ροζιάσουν τα χέρια με το πελέκημα, ξέρεις, τραντάζεται το στυλιάρι και βγάζει... πώς τις λεν; Φουλτακίδες τις λέμε εμείς. Λοιπόν και τον πήρα μαζί μου. Δηλαδή εγώ ήξερα καλύτερα απ’ αυτόν, παρόλο που ήμουν δεκαεννιάχρονος τώρα, είχα αναπτυχθεί καλά, δυνατός και στο τσεκούρι, τροχούσα και το πριόνι, ήμουν πολύ καλός. Επειδή κοιτούσα τον πατέρα μου συνέχεια πώς τα κάνει κι όλο τον ρωτούσα, τον ρωτούσα και μ’ έλεγε. Το 'λεγε, έλεγε η μάνα μου: «Μην τον ενοχλείς συνέχεια με ερωτήσεις». «Άσ' τον να ρωτάει. Άσ' τον να ρωτάει να μαθαίνει» έλεγε ο πατέρας μου για μένα. Λοιπόν, επειδή ήταν πολύ άσχημη η κατάσταση στη Γαλλία, απογοητεύτηκα. Είχα τα όνειρα αυτά που σου είπα προηγουμένως. Για μια στιγμή θόλωσα και ανέβηκα σε έναν βράχο να πέσω κάτω. Αλλά πώς είναι ο άνθρωπος… Εκείνην την ώρα σκέφτηκα τις αδελφές μου, τη μάνα μου… Ο πατέρας μου είχε φύγει. Θα σου πω τώρα πώς έφυγε ο πατέρας μου. Και δεν μπόρεσα να εκτελέσω το ανδραγάθημα. Φύγαμε από εκεί. Α, εγώ[01:30:00] τους ξεσήκωσα. Και βγαίνει ένας δικός μας εκεί πέρα, ένας εξυπνάκιας και λέει: «Κάτσε εδώ, πιτσιρικά» λέει «κι άσε τις παλαβομάρες» λέει. «Είσαι μικρός ακόμα, δεν ξέρεις τίποτα». Και το φινάλε ποιο ήταν; Να με ακολουθήσουν όλοι. Στη Γερμανία. Να τους βγάλω κι εισιτήρια και να τους περάσω και στα σύνορα στο Στράσμπουργκ που μας περίμενε η ξαδέρφη μου, η Κατίνα Πασχάλη. Ήταν διερμηνέας στο Τσουφενχάουζεν, κοντά στη Στουτγάρδη. Μετά φύγαμε. Εγώ πλήρωσα ο καημένος... Δεν είχαμε βγάλει… ένα... 100 νέα φράγκα είχαμε βάλει στην μπάντα για να φύγουμε, να μας φτάσουν τα εισιτήρια να μπούμε στη Γερμανία τουλάχιστον. Είχα γράψει στην ξαδέρφη μου που ήταν διερμηνέας, Πασχάλη λεγόταν, Κατερίνα. Έχει κι αυτή μια ιστορία! Αυτήνα την ερωτεύτηκε ένας Γερμανός. Την παντρεύτηκε και μετά από 4 χρόνια ήταν, ζήλευε τόσο πολύ, επειδή μιλούσε αυτή η διερμηνέας, σου λέει, αισθάνονταν κατώτερος, ποιος ξέρει πώς και μια νύχτα ξυρίζει το κεφάλι… Σκοτώνει στο κρεβάτι την Κατίνα και σκοτώνει και το παιδί, το κοριτσάκι τεσσάρων χρονών. Και το πιάνει το ξυράφι και ξυρίζει τα μαλλιά. Από γινάτι. Και της μάνας και της θυγατέρας. Και πάω εγώ να τη δω και λέω: «Katina ist hier?» Και με κοιτάει η νοικοκυρά. Λέει… Με κοιτούσε έτσι παράξενα, λέει, δεν ξέρει τίποτα; Μετά μου είπε. Κι έμεινα μόνος μετά κι εγώ, δεν ήξερα τη γλώσσα. Αλλά όσο να περάσουμε τα σύνορα, ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή. Από τη μια μεριά ήθελα να αυτοκτονήσω απ’ το βράχο, απ’ την άλλη μεριά, μπαίνοντας μες στη Γερμανία, στο Στράσμπουργκ ήταν τα σύνορα, αλλά όσο να φτάσουμε, νόμιζα, μπαίνω στον παράδεισο. Στην πορεία για το Στράσμπουργκ περάσαμε τη Λιόν και τις πόλεις αυτές που πρέπει να έχουμε περάσει, δεν είχαμε... οι βαλίτσες, ξέρεις, ήτανε κάτι πάνινες καρό και δεν είχαμε κλείσει και θέσεις. Και ήμασταν στο διάδρομο και καθόμασταν απάνω στις βαλίτσες. Είχαν γίνει σαν σέλα οι βαλίτσες! Είχαν γίνει σαν σέλα. Καθόμασταν εκεί, τι να κάναμε, τόσες ώρες ορθοστασία, δεν αντέχαμε κιόλας, δεν είχαμε και καλό φαγητό πριν. Φτάνοντας στο αυτό, μου είχε γράψει η Κατερίνα. Η Κατερίνα, μετά τη σκότωσε, αφού γινόταν αυτή η συνεννόηση. «Άμα φτάσετε στα σύνορα, θα πεις: «Besuch meine Kusine». Δηλαδή: «Επίσκεψη την ξαδέλφη μου». «Και πιστεύω να σας αφήσει» λέει. Τότε δεν ήταν τόσο σφιχτά τα πράγματα. Έπαιρναν και τουρίστες μέσα. Και ειδικά άμα έρχονταν απ’ τη Γαλλία. Απ’ την Ελλάδα έπρεπε να πας με σύμβαση, με κοντράτο και λοιπά. Λοιπόν, φτάνοντας εκεί, πω πω, λέω, τώρα, άμα μας πει raus, κατεβείτε κάτω… Ένα πενηντάρι είχα, με είχε μείνει, θα πρέπει να τους έλεγα: «Βάλτε με σε τίποτα κοπριές να καθαρίζω στάβλους, να πλένω πιάτα, να μπορέσω να φτιάσω τα εισιτήρια για να γυρίσω στην πατρίδα». Δεν είχα, δεν μας έφταναν τα λεφτά. Λοιπόν, φτάνοντας στο Στρασβούργο έρχεται ο Schaffner, ο σταθμάρχης: «Pass bitte, Pass, Reisepass». «Το διαβατήριο, παρακαλώ!» Ένας αυστηρός. Όσο δεν θέλαμε να είναι αυστηρός, τόσο μας ήρθε. Λέω, τώρα θα μας κατεβάσει αυτός. Είχα άλλους δυο, αυτός ο ένας που με κορόιδευε «να στρώσεις στ’ αυγά σου, να δουλέψεις», αυτός με ακολούθησε μετά. Και φτάνοντας εκεί, μόλις ήρθε, εγώ μπροστά, ο παλικαράς από πίσω, κρυμμένος σε μένα, τι θα πω εγώ να πει κι αυτός. Μόλις λέει «Pass, Passs» του δείχνω το Pass. Λέω: «Meine Kusine Besuch» λέω «Tourist». «Μμ» με κάνει έτσι. «Πάρ' το» λέει, «εντάξει». Δεν έκανε τίποτα. Ούτε υπόγραψε, τίποτα. Λέει... Γυρνάει στον Γιάννη πίσω, στον παλικαρά. «Pass!» Λέει: «Κι εγώ...» είπε στα ελληνικά. «Κι εγώ Kusine, Kusine... meine Kusine». Ε, είπε όπως τα ’πε, το ‘δωσε. Και ο πίσω πάλι τα ίδια. Μόλις ξεκινάει και μπαίνουμε στο έδαφος το γερμανικό, μέθυσα! Όλα μου φαίνονταν μαλαματένια. Να βλέπω τα αυτοκίνητα έξω απ’ τα εργοστάσια αραδιασμένα, χιλιάδες αυτοκίνητα. Δρόμοι ολοκάθαροι, δηλαδή εντελώς… Οι Γάλλοι δεν είναι τόσο όσο οι Γερμανοί. Είναι όμως πιο δημοκράτες οι Γάλλοι. Και η γλώσσα τους είναι πιο πλούσια και δεν μπόρεσα να τη μάθω όμως, για τρεις μήνες τι να μάθεις; Πήγα μετά στην Κατερίνα, βγήκαμε μια φωτογραφία, είμαι σα... ήμουν αδύνατος, 19 χρονών παιδί, δεν ξέρω αν είχα 50-60 κιλά. Λοιπόν, βγάζουμε και μια φωτογραφία, την έχω, τη μόνη φωτογραφία που έχω απ’ την Κατερίνα, την Κατίνα. Της είχαμε δε τον παππού, τον πατέρα της, τον παππού τον Λιόλιο, τον είχαμε στο σπίτι, επειδή δεν είχε πού να πάει. Η γυναίκα του ήταν μαζί με την Κατερίνα και αυτή βοήθησε στο να μην καεί δυο σπίτια στη Γερμανία. Ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα η γυναίκα του. Και κάτι τους είπε στα γερμανικά και δεν κάψαν δυο σπίτια. Δυο που έμειναν, ο Άγιος Νικόλαος που έμεινε και του Ζαρκαντζά, από πάνω μεριά από τον Άγιο Νικόλαο. Έχει ένα έμβλημα στο σπίτι μπροστά, που λέει: «Ν», Νικόλαος, «Ζαρκαντζάς». Σε μεγάλα. Το Ν είναι ναζί. Έτσι; Συνέπεσε να ταιριάζει με το ναζί. Δηλαδή τους Γερμανούς οι οποίοι ήταν οι πιο αυστηροί. Και λένε τώρα οι χωριανοί. Πήγαν να το κάψουν και λέει: «Δεν ντρέπεστε» λέει «θα κάψετε» λέει «το δικό σας έμβλημα;» λέει. «Δεν βλέπετε εδώ, Νατσιονάλ, Ναζί. Αυτά είναι δικά σας γράμματα» λέει. «Α, ναι, καλά». Και δεν το ‘καψαν. Άλλος ένας λέει πάλι ότι χτύπησε ένας με το πιστόλι να κάψει τον Άγιο Νικόλαο και μαρμαρώθηκε εκεί. Αυτά εγώ δεν τα πιστεύω, βέβαια, είναι λίγο παρατραβηγμένα. Ότι δεν κάηκε, δεν κάηκε, τώρα από ποιο... ποιος ο λόγος δεν ξέρω, μπορεί να το σεβάστηκε κι ο ίδιος ο Γερμανός.

Δ.Δ.:

Λοιπόν, όταν γύρισα… Όχι, προτού γυρίσω απ’ τη Γερμανία, στη Γερμανία είχα άλλες περιπέτειες με έρωτες κι αυτά πάλι. Άμα καθίσεις, νέο παιδί ήμουνα. Λοιπόν, όταν ζούσαμε ακόμα στο χωριό, ζούσε κι ο πατέρας μου, το χίλια εννιακόσια… πέφτουμε πάνω στην περίπτωση του χαμού του πατέρα μου. Μόλις μας είχαν δώσει κάτι ατομικών αναγκών ξυλεία, για δικές μας ανάγκες, αλλά εμείς τα πουλούσαμε, γιατί είχαμε ανάγκες από πρώτη ύλη, ας πούμε. Αλεύρι, δεν παρήγαμε, παπούτσια, δεν είχαμε, πορτοκάλια, ένα ψαρικό, δεν είχαμε, άσε που ψάρι δεν βλέπαμε καθόλου. Τα ‘λεγε «μπουλοβίτσια» η γιαγιά. Μπουλοβίτσια είναι τα τσιρόνια. Μια λεξολογία! Λοιπόν, και τα πουλούσαμε αυτά τα ξύλα στη μαύρη. Για να έχουμε προς το ζην. Αφού δεν είχαμε... Είδα έναν χωροφύλακα να πλένει τα δόντια με κολινό ["Kolynos"]. Κι είχε βγάλει αφρές! Εγώ ήμουν τότε μικρός ακόμα, ζούσε ο πατέρας μου. Πρέπει να ήμουν 11 τότε; Με τα κοψίματα και τα... Kαι λέω τον πατέρα μου και μύριζε ωραία, από μέντα. Ω ρε κι εγώ: «Ρε μπαμπά, πάρε με απ’ το Βελβεντό» λέω «κολινό». Κολινό. Δεν ήξερα να πω οδοντόκρεμα και τέτοια. Και μ’ έλεγε: «Θα σε πάρω, παιδί μου». 12 δραχμές κόστιζε. Δεν μπόρεσε να μου πάρει. Απ’ την ανέχεια. Έλεγε στη μάνα μου: «20 δραχμές έχω, ρε Ειρήνη. Πώς να ξεκινήσω για το Βελβεντό;» Ήταν ντέγκια αλεύρια τότε, με 60 οκάδες. Αυτό φορτώσαμε τελευταία με το... και σκότωσε τον πατέρα μου το μουλάρι. 60 οκάδες είναι 70 και κιλά. Που λες, πριν αυτό όμως, είχε… όραμα να το πω; Πρόγνωση; Κάπως, του ‘ρθε, ήξερε ότι θα φύγει απ’ τη ζωή. Έλεγε, εκεί που πηγαίναμε έξω στο δάσος και κόβαμε τα προσημαδεμένα ξύλα, που μας τα προσήμανε το δασαρχείο, κρύβαμε τα εργαλεία, την κόφτρα, τις πελέκες, να μην τα κουβαλούμε μια ώρα στο χωριό και το πρωί πάλι ξανά. Και τα ‘βαζε κάτω μαστορεμένα ο πατέρας μου, κρυμμένα, μήπως περάσει κάνας ξένος και μας τα πάρει, δε θα μπορούσαμε να δουλέψουμε ύστερα. «Κοίτα πού βάζω τα εργαλεία». Τα ‘λεγε έτσι, αυστηρά. «Θα πεθάνω και [01:40:00]δεν θα τα βρίσκεις». Ε, μια μέρα το ‘λεγε, δυο μέρες το ‘λεγε,. «Πω, ρε, γιατί το λέει αυτό το πράγμα;» Είχα αρχίσει να κλαίω και δεν τον άφηνα να με βλέπει, έκλαιγα κρυφά. Πηγαίνοντας για το χωριό μια μέρα, πρέπει να ήταν δυο μέρες τρεις πριν σκοτωθεί, πριν σκοτώσει το μουλάρι τον πατέρα μου. «Το βλέπεις αυτό το ντουφεκούλι;» Το ντουφεκάκι. Ήταν ένα Saint Etienne δίκαννο, το οποίο το είχε αγοράσει από έναν Γάλλο. Saint Etienne ήτανε μια πολύ καλή μάρκα, δίκαννο. Και πώς το αγόρασε; Είχε το δικό του το παλιό στο Βελβεντό, όταν ήμασταν κάτω, πριν το '50, και βρήκε τον Γάλλο αυτόνα με δυο πάπιες. Τότε πέφταν πάπιες, ήταν ποτάμι ο Αλιάκμονας, δεν είχε γίνει ακόμα λίμνη. Και του λέει… Μόλις είδε το όπλο ο πατέρας μου, μερακλώθηκε, ήταν πολύ μερακλής. Έπαιρνε βραβεία στον στρατό σαν ελεύθερος σκοπευτής. Ήταν πολύ μερακλής στα όπλα. Λέει: «Το όπλο, να το αγοράσω». «Ε, τι να το αγοράσεις» λέει «το δικό σου;» λέει. Αυτός είχε χτυπήσει 15 πάπιες. «Θα σου δώσω» λέει ο πατέρας μου «όλες τις πάπιες. Δωσ’ μου εσύ» λέει «το δίκαννο, να σου δώσω κι εγώ το δίκαννο με τις πάπιες μαζί». Και το ‘κανε τράμπα, που λέμε, αλλαγή, και έτσι έμεινε το ντουφέκι αυτό, ήταν παράδειγμα στο χωριό, ήταν πολύ καλό. Και λέει: «Τάκη, αυτό το ντουφέκι» λέει «άμα πεθάνω, εσένα θα τ’ αφήσω». Και εγώ πάλι, πάλι ο νους μου πάει, κάτι θα πάθει, λέω, ο πατέρας μου, για να λέει συνέχεια. «Αλλά ξέρεις, άμα πεθάνω» λέει «να μου βάλεις πέντε φυσίγγια στο φέρετρο». Ε, ήρθε το Σάββατο και το μουλάρι είχε τσουχτεί στο λαιμό. Από όταν ήταν γυμνό, απ’ το τρίψιμο του σαμαριού, είχε βγάλει σπυράκια με τις πρώτες βροχές, ήταν όξινη η βροχή και έβγαλε σπυράκια. Μόλις του βάλαμε το σαμάρι για να το φορτώσουμε, από εντελώς σαν πρόβατο ήταν ήμερο, γινόταν θηρίο. Σηκώνονταν στα δυο κι ήταν ψηλό, ένα απ’ τα ψηλότερα μουλάρια. Λέω: «Άσε να πάω εγώ στο Βελβεντό». «Όχι, δεν θα πας εσύ» λέει «θα πάω εγώ» λέει «γιατί θα... είναι άγριο το μουλάρι, να μη σε χτυπήσει». «Ε, καλά!» Πήγε αυτός στο Βελβεντό. Εμείς, ο πατέρας μου όταν έφευγε, εγώ έβαζα στο μάτι το δίκαννο, ήμουν τώρα δεκατριών χρονών. Με έναν γείτονα εκεί πέρα, λέω: «Πάμε για πέρδικες». Βουνίσιες, αυτές οι... ξέρεις, με το γιορντάνι εδώ πέρα. Και ήταν κοντά, στην πλαγιά απέναντι, πού είναι ένας λοφίσκος απέναντι απ’ το σπίτι μας; Φτάνοντας απάνω, πρρρ, πετιούνται ένα κοπάδι. «Σκότωσ’ την, σκότωσ’ την!» λέει ο φίλος μου εκεί. Την τραβάω, η πρώτη ντουφεκιά που έριξα στο φτερό, στον αέρα. Πέφτει. Τι γέλια κάναμε και τι χαρές! «Άιντε, αμα ‘ρθει ο πατέρας μου» λέω «ποιος ξέρει τι, θα του λέω ότι χτύπησα πέρδικα στο φτερό, θα με καμαρώνει». Παίρνω το μαντολίνο κι άρχισα να το παίζω κι εγώ, γιατί είχα αρχίσει να παίζω κι εγώ λίγο μαντολίνο, στα 11, 12, 13 ήμουν. 13. Κι εκεί που το ‘παιζα το μαντολίνο, το βράδυ, είχε νυχτώσει. Έρχεται ένας Γιώργος Γκούντης και: «Τι! Παίζεις μαντολίνο; Σήκω γρήγορα» λέει. «Σκό...» Όχι σκότωσε. «Χτύπησε βαριά τον πατέρα σου το μουλάρι. Ζει δεν ζει». Ω ρε, τ’ ακούει η μάνα μου και να φύγει με τα τερλίκια, ξέρεις ποια είναι τα τερλίκια; Τα βάζεις απάνω, σαν παπούτσι είναι, αλλά είναι χοντρές κάλτσες, χοντρές κάλτσες, ναι. Χοντρά. Από κάνουρα. Και κάνει προς τα κάτω να κλαίει. Μες στα τρόχαλα εκεί στον Άγιο Δημήτριο, προς τα κάτω τον αυτό, την σταμάτησαν εκεί γιατί «Πού πας; Δεν τον προλαβαίνεις» λέει. Όταν ερχόταν πάλι η νοή, που λέμε, όταν ερχόταν από κάτω, απ’ το Βελβεντό, το ‘χαν φορτώσει ντέγκια αλεύρι, πάνω από 150 κιλά. Χωριστά τα φρούτα και αυτά που είχε επάνω, θα ήταν 200 κιλά. Σε κιλά, τότε υπήρχαν οκάδες. Φτάνοντας εκεί στη γέφυρα, πού είναι το καλό το νερό και η γέφυρα η μεγάλη, πριν τη γέφυρα, πλησίαζε στον θάνατο κι εκεί τον είπε έναν χωριανό μας, τον μπαρμπα-Αλέξη τον Φαρφάρα, λέει: «Ρε Αλέξη» λέει «μ’ έρχεται να πάω ένα ταξίδι μεγάλο» λέει «αλλά δεν ξέρω κατά πού. Τι λες εσύ;» λέει. «Τι να σου πω εγώ;» λέει. «Εσύ τα βλέπεις, εσύ τα φαντάζεσαι αυτά». «Όχι» λέει «μ’ έρχεται και γρήγορα κιόλας» λέει «να πάω ένα μεγάλο ταξίδι». Ε, δεν είπεν κι ο Αλέξης τίποτα. Φτάνουν μετά από 10 λεπτά, η Ρούσα αυτή… έτσι λέγαμε το μουλάρι, το ‘χω και στο βιβλίο μέσα, είμαι απάνω καβάλα. Δεν ξέρω αν το… Κράτησέ το ξανά να τα δεις, έχουν νόημα όλα. Λοιπόν, είχε σταματήσει. Απέναντι απ’ τη γέφυρα αρχινούν τα καγκέλια, εκείνος ο δύσκολος δρόμος. Και βοσκούσε σε κάτι χόρτα εκεί μπροστά, είχε έναν όχτο με χόρτα. Είχε σουρουπώσει. Αλλά όπως ανεβαίναμε πολλοί προς τα πάνω, ήταν κι άλλοι, ήταν κι ο Αλέξης, ήταν ο Λιόλιος, οι χωριανοί που ανεβαίναμε τα Σάββατα, μετά τα ψώνια απ’ το Βελβεντό ανεβαίναμε στο χωριό. Αλλά ο πατέρας μου με το πολύ το λέγε-λέγε με τους φίλους εκεί, έφυγε απ’ τους τελευταίους για το αυτό. Δεν ήθελε να τους αποχωριστεί, είχε φιλία ακόμα. Κι έφυγε απ’ τους τελευταίους. «Φτάνουμε εκεί» λέει «στο αυτό, στο σημείο που ήταν το μουλάρι και βοσκούσε». Αυτό το πατούσε το μουλάρι ο σβέρκος με τέτοιο βάρος και δεν μπορούσε να σηκωθεί στα δυο, γιατί ήταν βαρύ το φορτίο. Φτάνοντας εκεί, δεν την είδε τη Ρούσα ο πατέρας μου και τη χτυπάει στα καπούλια, πίσω. «Άιντε, Ρούσα!» Έτσι, χαϊδευτικά. Με το «Άιντε, Ρούσα» αυτό, είδε τώρα ότι θα πονέσει πολύ στην ανηφόρα και σ' τον τραβάει, σηκώνεται στα πίσω τα δυο, τον χτυπάει εδώ πέρα, το ‘κοψε στον κρόταφο το κεφάλι, κι όπως ήταν κατηφόρα κάτω, πέφτει με το πίσω μέρος του κεφαλιού, το κρανίο, απάν’ στον βράχο. Με φόρα, δηλαδή φαντάσου να είναι έτσι και να πέσει έτσι, απάνω στην κατηφόρα με φόρα, με δύναμη. Φτάνοντας ο Λιόλιος εκεί, είδε τον πατέρα μου πεσμένον, γιατί όλοι, ένας, κοντά του ερχόταν και πάει να τον σηκώσει. Πιάνοντας πίσω το κρανίο, κρακ, κρακ, έκανε, ήταν σπασμένο το κρανίο. Είχε αρχίσει να βγάζει αίμα απ’ τη μύτη, απ’ τα αυτιά, και έκανε μόνον ένα «α», ένα βογγητό έβγαζε. «Βρε Γούλα, βρε Γιώργη, βρε Γούλα!» Έρχεται ένας άλλος που είχε πάει κάτω στο Βελβεντό να κάνει μαλλί για αυτό, να υφάνουν μαλλί. Ξέρεις, το γραίνουν. Και αυτό το μαλλί το ‘βγαλε – ήταν πολύ καλός και στον πατέρα μου αυτός ήταν, βοηθούσε πολύ κι ο πατέρας μου. Ήταν, είχε πρόβατα αυτός. Και τον βάζουν στη σκάλα αυτή που... είχαν μια σκάλα θεόρατη. Για τη γέφυρα, να την κάνουν, τα ξύλα ήταν βαριά, πιο βαριά απ’ τον πατέρα μου, η σκάλα. Τον εξάπλωσαν κάτω, ήρθαν κι άλλα παιδιά νέα κι έβαλε αυτός το μαλλί να μην τον χτυπάει το ξύλο. Γιατί, ξέρεις, τα ξύλα είναι άλλα τριάντα πόντους. Και πηγαίνει ένας και ειδοποιεί στο χωριό: «Γρήγορα, κατεβείτε, χτύπησε το μουλάρι τον… Ζει δε ζει». Ένας φίλος μου ήταν, που πάει στο καφενείο και είπε ένας από κει: «Γρήγορα, κατεβείτε κάτω» λέει «να τον πάρετε να τον πάτε στον Βελβεντό». Σηκώνουν τη σκάλα τώρα, οι μισοί από δω, τρεις και τρεις, έξι. Να τον παν στο Βελβεντό, δυο ώρες και. Γιατί τα καγκέλια παραπάνω από μισή ώρα ήταν δεν ήταν. Ήταν δυο ώρες για να φτάσουν κάτω στο αυτό. Ειδοποιούν και τον γιατρό, τον μοναδικό γιατρό απ’ το Βελβεντό, να βγει προς τα πάνω να τον προλάβει να τον κάνει κάποια ένεση να σταματήσει την αιμορραγία και τα λοιπά. Αυτός στο διάστημα όλο μόνο βογκούσε, έτσι: «Ααα, αα». Τίποτα δεν έκανε. Φτάνει στο Χάνι, εκεί που, είπαμε, υπήρχαν τα δεντρύλλια με τα κράνα, και να κι ο Ιπποκράτης ο γιατρός. Όνομα και πράμα, γιατρός και Ιπποκράτης. Λοιπόν, του κάνει μια ένεση, αλλά είπε, λέει: «Τι να σας πω, παιδιά» λέει «εγώ θα κάνω το χρέος μου» λέει. Νύχτα κι αυτός βγήκε απάνω με έναν σύντροφο, με έναν... Αλλά τον ήξερε τον πατέρα μου. Λοιπόν, φτάνοντας κάτω στο Μετόχι, είναι ένα εξοχικό, κέντρο διασκέδασης και είναι κι ένα μοναστήρι παλιό το οποίο δεν κατοικείται. Εκεί τον περίμενε ένα τριών τετάρτων στρατιωτικό αυτοκίνητο απ’ τα Σέρβια. Τον βάλαν εκεί απάνω, κατευθείαν στο νοσοκομείο Κοζάνης. Μόλις τον πήγαν εκεί, την άλλη μέρα η μάνα μου ξεκίνησε να πάει με τα πόδια, ξυπόλυτη πάλι κάτω. Εμείς, τι μας λες, πώς να ξημερώσουμε; Να κλαίει ο ένας απάνω στον άλλον. Έρχονταν οι γειτόνοι εκεί πέρα και μας παρηγορούσαν. «Έλα, θα γένει καλά, μη στεναχωριέστε, θα γένει καλά». Εγώ, όταν ξεψύχησε ο πατέρας μου, μετά από τρεις μέρες, με πήραν… Θα τον ανέβαζαν στο μουλάρι στη μεριά φορτωμένο η κάσα, το φέρετρο, πάλι τρεις ώρες να τον βγάλουν απάνω. Αλλά… Πώς περιμέναμε, τι περιμέναμε τώρα, να ‘ρθει ζωντανός; Δεν μας έλεγαν. Ότι δήθεν θα γίνει καλά και… Με πήρε ένας μπαρμπα-Γιάννης της Ρένας να κόψουμε δήθεν καυσόξυλα με την κόφτρα. Εκείνη την ώρα άκουσα... τ[01:50:00]ην καμπάνα να χτυπάει πένθιμα και… έβαλα στα κλάματα. Πετιούνται και τα κορίτσια –τώρα ήταν μεγάλες, αυτές ήταν τριαντάρες– να με αγκαλιάσουν, να με φιλούν. Μ’ έδωσαν και δικές τους κάλτσες. Και με οδήγησαν στο σπίτι. Εκεί είδα τις αδερφές μου με μαύρα μαντίλια. Η Ελένη δεν έβλεπε. Στην εκκλησία του νεκροταφείου δεν είχε σκεπή, ήταν καμένη. Τον έβαλαν απάνω στα χώματα, στα μπάζα, στα χαλάσματα. Καθάρισαν εκεί πέρα – δεν τον έφεραν στο σπίτι, γιατί θα ήταν χειρότερα για μας. Ένα συγκινητικό πάλι στιγμιότυπο είναι… η Ελένη ποτέ δεν τον έβλεπε, τον χάιδευε στα μάτια, στο πρόσωπο, να θυμάται τη μορφή του. Αυτό μ’ έμεινε έτσι στη μνήμη. Τον θάψαμε εκεί τον πατέρα μου. Τα φυσίγγια δεν μπόρεσα να τα βάλω, με την αυτήνα… με τη στεναχώρια. Μετά έπρεπε ν’ αναλάβω τη θέση του πατέρα μου, να κόβω χόρτα με την κόρσα –αυτήνα να, την κόρσα τέτοια. Να πελεκάω. Η αστυνομία... είχε καλές σχέσεις ο πατέρας μου και με την αστυνομία., μας έφερε ο αστυνόμος ένα... μια σακούλα απ’ αυτές τις… σκοτινιές τις... μανέστρα. Μία οκά –οκάδες ήταν τότε– μια οκά ζάχαρη και μία οκά ελιές. Και τα βάλαμε επάνω στο παράθυρο, εκεί μπροστά, στην πουλίτσα, που λέμε. Μ’ αυτόν το... Μ' αυτό και με 150 δραχμές που μας έστειλαν οι… μία καλής θελήσεως... πώς τη λένε; Μία... σύλλογος κυρίων και δεσποινίδων Κοζάνης. 150 δραχμές. 150 δραχμές. Με τις 150 δραχμές, με τα φασόλια... όχι τα... τα φασόλια που βγάζαμε εμείς απ’ τον κήπο και μ’ αυτά που μας έφερε η αστυνομία, αναγκάζονταν η μάνα μου... Τα δυο τα ντένκια τ’ αλεύρια που έφερε το ζώο απάνω τα κρατήσαμε, για να έχουμε τον χειμώνα. Τα τελευταία αλεύρια που μας έφεραν. Η μάνα μου έβαζε, έβραζε πατάτες και τις ζύμωνε και τις έβαζε στ’ αλεύρι να πληθαίνει το ψωμί.

Δ.Δ.:

Εγώ δούλευα όσο μπορούσα. Πήγαινα… Είχα αντρέψει, δεν ξέρω, η μοίρα το ‘χε; Μας λυπήθηκε και το Δασαρχείο Σερβίων και... Είχε φίλο ο πατέρας μου τον δασονόμο. Εκεί απάνω στου παπα-Δήμου το χωράφι, ήταν του παπά, του παππού μου, που έχω τ’ όνομά του. Αυτός ήταν τόσο καλός παπάς, δεν έπαιρνε λεφτά από… δεν υπήρχε μισθός τότε. Είχε τα δυο βόδια που είχαμε στα αχούρια μέσα, και τα ‘ζευε και έκανε χωράφι επάνω εκεί. Πήγαινε μια ώρα με το ξυλάλετρο στον ώμο, τα βόδια μπροστά, να πάει απάνω στο χωράφι, να οργώσει οχτώμισι στρέμματα... Τότε ήταν... αλλιώς λεγόταν τα στρέμματα. Τέλος πάντων. Θέλω να σου πω, πήγαινα κι εγώ και δούλευα. Στον δρόμο, ανοιγόταν ο δρόμος τότε, ο καινούριος δρόμος, ο αυτοκινητόδρομος από το Βελβεντό στο Καταφύγι. Λοιπόν, και εκείνη τη χρονιά, το ’58 ήμουν 15 χρονών εγώ, μας δώσαν ξυλεία, 12 κυβικά, για να τα εμπορευτώ. Και γράψαν κιόλας – το γράφω και στο βιβλίο: «Λόγω της καταστάσεως της οικογένειας Δημόκα και... –διότι το κτήμα αυτό δεν είχε αναγνωριστεί ακόμα ότι ήταν χωράφι, έπρεπε να γίνουν αεροφωτογραφίες κ.λπ.– και γνωρίζοντας ότι το κτήμα αυτό είναι ιδιοκτησία του Δημόκα, αλλά δεν αναγνωρίστηκε, και επειδή η κατάσταση είναι θλιβερή και θα πρέπει να βοηθήσουμε, παραχωρούμε στην οικογένεια Δημόκα…» Ειρήνη Δημόκα περισσότερο, εγώ ήμαν ανήλικος, 15 χρονών. «Παραχωρούμε 12 κυβικά ξυλεία, να τα εμπορευτεί.» Η κορώνα, αυτή που χτυπούσα με το σφυρί. Η κορώνα, ήταν θησαυρός για μας. Χίλια τριακόσια το κυβικό, ενώ τα λαθραία που δίναμε, εξακόσιες δραχμές. Λοιπόν, έβγαλα, τα πελέκησα μόνος μου. Και μόνο στη ρίψη, επειδή χρειαζόταν δεύτερο άτομο, πήρα έναν και τον έδινα περισσότερο – γιατί θα ‘παιρνα εγώ λεφτά απ' τα... πήγαινα, ο ξυλέμπορας ήξερε και τον πατέρα μου, τα αγόρασε και τα πλήρωσε καλά. Ράμας Νικόλαος λεγότανε. Και επειδή τώρα θα έπρεπε να τον πάρω, τον πλήρωνα 80 δραχμές μεροκάματο, ένας φίλος μου ήταν απ’ το χωριό, κι αυτός νεαρός ήταν, λίγο μεγαλύτερος από μένα, δυο χρόνια. Και στον δρόμο, που το κράτος πλήρωνε 57 δραχμές, με τον κασμά ν’ ανοίγουμε δρόμους, να κάνουμε χαντάκια, να ξεπετρίζουμε, να φτιάχνουμε, να βοηθούμε την μπουλντόζα. Κάθισε μία βδομάδα αυτός. Να σου πω τώρα τι έγινε με άλλη, άλλη λαχτάρα εκεί. Ήταν Αύγουστος μήνας. Όταν άρχισα εγώ, έφυγε αυτός, άρχισα να πελεκάω μόνος μου και να φτιάξω ένα καλυβάκι από κλώνους, πεύκινους κλώνους. Αύγουστος ήταν, λέω, πότε θα βρέξει; Δεν βρέχει. Ξέρεις, άμα βρέξει, δεν, τι, οι [Δ.Α.] δεν κρατάν. Δύο επί δύο ήταν, όσο με χωρούσε εμένα και κάναν επισκέπτη, άμα ερχόταν. Και στο μαξιλάρι από κάτω είχα βάλει το δίκαννο. 15 χρονών. Στα 17 μ’ έδωσε το δασαρχείο άδεια κυνηγιού, που δεν επιτρέπονταν. Γιατί ήξεραν και μένα και τον πατέρα μου. Λοιπόν, όταν σουρούπωνε, πήγαινα με το μουλάρι –είχα πάρει, είχαμε αγοράσει άλλο ένα μουλάρι, πιο κοντό, το οποίο το ‘κανα ζάπτι, το ‘κανα κουμάντο, δηλαδή μπορούσα και το φόρτωνα βαρύτερα ξύλα. Γιατί το άλλο ήταν ψηλό, πού να το σηκώσεις το φορτίο να το φορτώσεις; Λοιπόν, και κείνη την εποχή είχε λιποτακτήσει κάποιος... πώς τον λέμε; Όχι Αγάς… Θα το θυμηθώ μετά. Και είχε έρθει προς τα βουνά τον Πιερίων. Βρήκε στον δρόμο μία – είχε όπλο μαζί, λιποτάκτησε. Χοντζάς. Χοντζάς, τον έλεγαν. Ποιος ξέρει, πώς τον ονόμασαν εκεί οι στρατιώτες, που έφυγε. Βρήκε δύο τουρίστες, ένα αντρόγυνο σε μια σκηνή και τους σκότωσε μέσα, για να μην τον βρουν, για να μην τον πιάσουν. Μόλις μάθαμε εμείς ότι σκότωσε ένα αντρόγυνο, μετά μάθαμε ότι ήταν στο σημείο, εκεί που ήμουν εγώ, μόνος μου. Πριν απ’ αυτό, ρίχνει μια βροχή με αστραπές και βγαίνει η μάνα μου με τους υπόλοιπους –ο πατέρας μου είχε σκοτωθεί– και να κλαίνε στη βεράντα εκεί, μπροστά στο σπίτι. «Εγώ σε γλίτωσα απ’ τους Γερμανούς, βρε Τάκη, και να σε πάρει τώρα ο χάρος» λέει «με τις αστραπές!» Έπεφτε ακριβώς εκεί δίπλα στα αυτά, οι αστραπές. Και ξέρεις οι αυγουστιάτικες είναι... χαμός. Τελικά, έγινε μούσκεμα, βέβαια, μέσα, έμπαινε η βροχή απ' το καλυβάκι που ‘χα φτιάξει, αλλά δεν με σκότωσαν οι κεραυνοί. Με τον Χοντζά αυτόνα είχα πάθει τρόμο. Πήγαινα, είναι ένα ρυάκι πιο πέρα, κάπου 10 λεπτά με το ζώο, που πήγαινα, έπινε το ζώο νερό κι έβαζα και στη φτσέλα, στην μπούκλα, στο ξύλινο το παγούρι. Ήταν τόσο μεγάλη, μ’ έφτανε δυο μέρες εμένα. Έβαζα... Κρυονέρι λεγόταν το... πραγματικά κρύο νερό. Πήγαινα όμως το σούρουπο, να μην με βρει ο Χοντζάς και με σκοτώσει. Είχα το δίκαννο κάτω από το αυτό, δεν το ‘παιρνα μαζί μου. Έλεγα, τώρα, άμα είμαι εδώ ταμπουρωμένος και ‘ρθει, αυτός έχει πολύ πιο ισχυρό όπλο. Το πολεμικό είναι, πάει και έχει μεγαλύτερη αυτό, δυνατότητα να χτυπήσει άνθρωπο σε μακρινή απόσταση. Και έτσι, δεν κοιμόμουν ήσυχα. Δεν άναβα και φωτιά, γιατί… Άλλες μέρες άναβα φωτιά, ζεσταινόμουν το βράδυ, και σε τέτοιο υψόμετρο μες το δάσος είχε κρύο. Η τροφή μου ήταν καμιά κονσέρβα, ελιές, χαλβά. Με τον χαλβά έτρωγα καλά. Κι έτσι την έβγαζα. Λοιπόν, φτάνω στο σημείο να τελειώσω τα ξύλα και, επειδή δεν έφταναν, αυτά που έγραψαν αυτοί, που προσήμαναν, δεν έφταναν τα 12 κυβικά, και λέω: «Θα συμπληρώσω απ’ έξω, θα κάνω και γω μια παρανομία. Αφού για 12 μ’ έγραψαν». Και πήγαινα πιο πάνω και θα έπρεπε να είναι τρία φορτία απ’ τα μουλάρια, έξι-οχτώ κομμάτια τετραγωνισμένα και θα συμπλήρωνα. Στο προτελευταίο, όπως κατέβαινα, δεν είχα άνθρωπο κανέναν. Κατεβάζαμε, όταν ξεφόρτωνα, ξεφορτώνεις το ένα το ξύλο, τη μαχιά, πατάει κάτω στο έδαφος, για να μη γείρει το σαμάρι. Πήγα και από την άλλη μεριά, ξεφορτώνω το άλλο, αλλά δεν είχα σταθεροποιήσει καλά με το φόρτωμα επάνω στο κοτσάκι που δένεται εκεί και, ποιος ξέρει, κουνήθηκε το μουλάρι, κι όπως βάζω εγώ τώρα την κολώνα επάνω στο[02:00:00]... –κολώνα τα λέγαμε τα πελεκητά– επάνω στην πέτρα, ξελυέται το άλλο το... και με χτυπάει στο κεφάλι. Αναίσθητος εγώ. Δεν ξέρω πόση ώρα. Σηκώθηκα και βλέπω το μουλάρι πιο πέρα με τα φορτώματα και τα σχοινιά σβάρνα. Και λέω, τι έγινε; Πού είμαι; Ποιος είμαι; Δεν ήξερα. Ανεβαίνω καβάλα στο μουλάρι και πάω για το χωριό. Φτάνοντας στο σπίτι, είχα τέτοια... πώς το λένε; Όχι τρακ.

Ν.Μ.:

Αναστάτωση;

Δ.Δ.:

Όχι, είχα φοβηθεί τόσο πολύ… Πανικό. Είχα πάθει πανικό. Νόμιζα, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. Είχα πάθει διάσειση εγκεφάλου. Κι αρχίζω να τρέχουμε, να τρέχω από κάτω, πού είναι το δικό σου το σπίτι, μέχρι απάνω, να τρέχω και να παραλαλώ. Και να βγαίνουν τώρα οι γείτονες εκεί πέρα και να λένε: «Τι έγινε; Τρελάθηκε ο Τάκης; Τι έγινε;» Φωνάζουν την αστυνομία, με παίρνει κάποιος Κούτρας Γιώργος με το μουλάρι πάλι καβάλα και με πήγε στο Βελβεντό, από κει μ’ έστειλαν στην Κοζάνη, σε έναν... δεν υπήρχαν αυτό, ακτίνες και... στην Κοζάνη τότε. Πώς τα λέμε, τα μηχανήματα που βγάζουν ακτινογραφία και τέτοια; Και πήγα σ’ έναν ακτινολόγο. Και μου λέει… Μόνος μου, δεν με συνόδευσε κανένας, ρώτησα εκεί πέρα. «Τώρα, άμα την πάθω» λέω «στον δρόμο και πέσω, ε, έπεσα. Θα με σηκώσουν». Ε, μου λέει: «Έπαθες… 20 μέρες δεν θα κινηθείς απ’ το κρεβάτι. Θα είσαι κρεβατωμένος». Εγώ, εκείνη την εποχή παίζαμε και μπάλα κι είχα φέρει και βέργες, όχι βέργες, κοντάρια, κι έφτιαξα το γκολπόστ. Και με είχαν αρχηγό εκεί πέρα. Να είμαι εγώ κρεβατωμένος και να μην πάω να παίξω μπάλα; Έπαιζα και τερματοφύλακας, έπαιζα και… Και αρχινάω να παίζω μπάλα, να κουρσίζω με την κόρσα τον μπαχτσέ εκεί πέρα για χόρτο για τα ζώα. Δεν... Την πέρασα καλά όμως, δεν έπαθα τίποτα. Εκείνον τον καιρό, μόλις τελείωσα την ξυλεία και την πάω να την παραδώσω, έρχεται ένας απατεώνας, χωριανός, το γράφω και στο βιβλίο, ο οποίος καιροφυλαχτούσε, επειδή εγώ είχα το ελεύθερο να υλοτομώ και να ακούγεται το τσεκούρι «πατ, τακ, τακ»… Μέχρι το χωριό ακουγόταν. Ήρθε αυτός, σου λέει, θα καλυφθώ μ’ αυτόνα, θα φτιάξω δικά μου. Αλλά δεν ήρθε να… Ήρθε να ζητήσει και τη βοήθεια τη δικιά μου. Με δικά μου εργαλεία να συμβάλω και να του φέρω και τρόφιμα απ’ το χωριό. Και με φοβέριξε, μου λέει: «Πρόσεξε, κερατά, αν πεις κάτι στο χωριό ότι κόβουμε ξύλα και σε ζορίζω, θα σε σκοτώσω» λέει. «Να το ξέρεις, θα σε σκοτώσω. Εγώ θέλω να φτιάξω» λέει «τα εισιτήρια για την Αμερική και πρέπει να φτιάξω 20 φορτώματα» πόσο με είπε… Άλλα τόσα όσα είχα φτιάξει εγώ σ’ έναν μήνα. Κι επειδή ήταν λίγο άτσαλος κι αυτό, έφτιαξε όπως-όπως τα ξύλα, μάζεψε τα μουλάρια του χωριού και όπως-όπως τα κατέβαζε και τα χτυπούσε προς τα κάτω να κατεβούν τα ξύλα στο Βελβεντό, να τα βάλει σε μια αχυρώνα μέσα, να τα πουλήσει, για να πάρει τα εισιτήρια να πάει στην Αυστραλία ή στην Αμερική. Του ‘χαν στείλει μια φωτογραφία αυτόνα και θα τον γνώριζε κατεβαίνοντας απ’ το καράβι. Ήταν πολύ μαγκιόρος, κατέβηκε στο... κατεβαίνοντας απ’ το καράβι, η κοπέλα στεκόταν η καημένη με τη φωτογραφία: «Τζόρτζ, Τζόρτζ!» Είπε κάτι ξένα, δήθεν ξένα, και την άφησε κι έφυγε. Το φινάλε ποιο ήταν; Αυτοί, με τον αδελφό του τον Γιάννη στην Αμερική, τσακώθηκαν μια μέρα –δεν ήταν καλοί... ο άλλος ήταν καλύτερος, αυτός δεν ήταν καλός χαρακτήρας– τσακώθηκαν με τη μάνα... τα δυο αδέλφια, δεν ξέρω, περιουσιακά, τι είχαν, στην Αμερική σ’ ένα μπαλκόνι. Πάει η μάνα να τους χωρίσει και έσπρωξε τη μάνα του κάτω και σκοτώθηκε η μάνα του. Η μάνα τους. Τέτοια μαντάτα.

Ν.Μ.:

Κύριε Τάκη, πολλές περιπέτειες!

Δ.Δ.:

Ναι, ναι...

Ν.Μ.:

Εγώ θα ήθελα να σας ρωτήσω...

Δ.Δ.:

Και πάντα όταν τα λέω, συγκινούμαι. Ήταν τραγικά, ήταν… Είναι και κάτι άλλα, τώρα να δούμε αν…

Ν.Μ.:

Εγώ, πριν κλείσουμε ήθελα να σας ρωτήσω και κάτι άλλο που δεν είπαμε. Δεν έχουμε πάρα πολύ χρόνο, αλλά να το πούμε κι αυτό. Λίγο για το σχολείο ήθελα να μου πείτε.

Δ.Δ.:

Α, ναι!

Ν.Μ.:

Εντάξει, πάμε λίγο πιο πίσω τώρα.

Δ.Δ.:

Αυτό, ναι, αυτό ήθελα να… Τα χρόνια... Εγώ πρώτη τάξη έκανα στο Βελβεντό. Μάλλον νήπια πρέπει να ήταν και δεν μου το ‘χαν πει κι εγώ νόμιζα είναι η πρώτη τάξη. Και μόλις μου είπαν στα τελευταία: «Θα ‘ρθεις πάλι του χρόνου, Δημόκα, να σου δώσουμε το ενδεικτικό». Ω ρε, και πατάω ένα πείσμωμα. Και πάω στη μάνα μου εκεί κι είχα εκείνα τα τάσια, κάτι νικελένια κύπελα, τα οποία είχαν μία κορώνα βασιλική επάνω στάμπα. Και μας έδιναν το πρωί γάλα, κακάο, με σταφιδόψωμο. Τι πράμα ήταν εκείνο, ρε παιδί μου. Όπως γύρισα, που λες, πατάω ένα πέταμα εκεί το κύπελο στη σκάλα, εκεί που μέναμε όλοι μαζί. Λοιπόν. «Τι; Δεν με πέρασαν;» Αμάν να με δώσει να καταλάβω ότι «ήσαν στα νήπια». Τώρα, το ’50, που ανεβήκαμε πάνω, είχαμε μαζευτεί γύρω στα 20-25 παιδιά δημοτικού. Από την πρώτη μέχρι την πέμπτη ήταν ή δεν ήταν τα παιδιά. Έκτη δεν ήταν κανένα, γιατί η έκτη κατέβαινε στην πέμπτη, γιατί δεν είχε βγάλει την προηγούμενη χρονιά κάτω στο Βελβεντό. Θα τους έκοβε στη μέση. Δεν ξέρω αν πήγες στον Άγιο Νικόλαο, επάνω έχει ένα νάρτηκα, όχι νάρτηκα, γυναικείο, έτσι το λέμε, στο γυναικείο. Λοιπόν, μ ε ψάθες μπροστά, όπως... παραδοσιακά. Εκεί πέρα, δεν ήταν... 40 τετραγωνικά ήταν δεν ήταν. Άμα πάμε καμιά φορά θα σ' το δείξω. Και ήμασταν όλοι οι μαθηταί εκεί πέρα. Δικά μας σκαμνιά μαζεύαμε. Δεν είχαμε δάσκαλο ούτε δασκάλα και ναυλώσαμε μία –ναυλώσαμε πραγματικά– μία Όλγα από Βελβεντό. Την έδωσαν βέβαια και… και το κράτος μερίμνησε σ’ αυτό. Και τη φέρναμε με το μουλάρι από κάτω απ’ το Βελβεντό τρεις ώρες απάνω, καθόταν μια βδομάδα σε εμάς, την περιποιούμασταν, την κοιμίζαμε, την ταΐζαμε, που λέμε. Στα... πόσα παιδιά είχες; Είχες δυο, ας πούμε, μαθητούδια, δυο μέρες. Κατάλαβες; Και περνούσε την εβδομάδα και το Σάββατο την κατεβάζαμε πάλι κάτω. Παντός καιρού. Λοιπόν, εκεί ήταν όπως το κρυφό σχολειό. Τι γράμματα να μάθεις εκεί πέρα; Τι γράμματα να μάθεις; Είχαμε κι έναν δάσκαλο. Είχε ερωτευτεί τη γειτόνισσα και ήταν όλο στο παράθυρο και κοιτούσε όξω, δεν έδινε σημασία σε μας. Αλλά η Όλγα ήταν καλή δασκάλα. Μετά έγινε το... στην πέμπτη-έκτη με πρόλαβε το καινούριο το σχολείο, αυτό το μεγάλο, που το ανακαίνισαν, αλλά τα μπάζα που έπεσαν απ’ τη σκεπή κάτω στο υπόγειο, να φανταστείς, τα κουβαλήσαμε εμείς, πέμπτης κι έκτης τάξης δημοτικού, με καζάκες. Καζάκες είναι όπως το φορείο. Δεν είχαμε καροτσάκια. Λοιπόν, βάζαμε τον άμμο, τα κεραμίδια τα σπασμένα και τα πηγαίναμε, πού είναι κάτι λεύκες, πού είναι τα αποχωρητήρια αριστερά. Δουλέψαμε με την ψυχή μας. Δεν είχαμε... Και βλέπαμε μετά στα τελευταία, που πέρασαν και τη σκεπή, μια πλάκα μαρμάρινη: «Ίδρυμα βασιλικής οικογένειας, Φρειδερίκη». Ότι αυτή έδωσε τα λεφτά κι έγινε το σχολείο. Λοιπόν... Μετά, που βγήκαμε απ’ το σχολείο, έγιναν αυτά τα… που χτύπησε ο πατέρας μου το... το μουλάρι τον πατέρα μου, έκανα αυτά που έκανα, αντικατέστησα τον ρόλο του πατέρα. Και μετά βγήκα στο εξωτερικό.

Ν.Μ.:

Εντάξει, κύριε Τάκη, για να μην το αφήσουμε κι αυτό απ’ έξω, εγώ θέλω να μου πείτε λίγα λόγια και γι’ αυτό. Λίγα λόγια για τα έργα που φτιάχνετε. Αυτές τις κατασκευές. Τι αναπαριστούν; Να πούμε λίγα λόγια και γι’ αυτό.  

Δ.Δ.:

Ήταν η αγάπη του χωριού μου, που συνδέεται με την υλοτομία. Όπως σου είπα προηγουμένως, η καλλιτεχνία έγκειται στο που ήξερα από υλοτομία και συμπίπτει οι κινήσεις να είναι τέτοιες, που βρήκα κάποιο εξάρτημα αυτοκινήτου, και δίνω την κίνηση, 20 παλινδρομικές κινήσεις στο λεπτό. Είναι περίπου οι κινήσεις του υλοτόμου, είτε στο πριόνι είτε στην πελέκα. Αν το είδες καμιά φορά, είναι έτσι όπως το περιγράφω. Βέβαια, το μεράκι είναι μεράκι. Εγώ όταν ήρθα απ’ τη Γερμανία – έμαθα πολλά και στη Γερμανία. Εγώ παραδέχομαι τους Γερμανούς στην... στο discipline, που λένε, στην πειθαρχία. Και στην... ότ[02:10:00]αν υπόσχονται, κρατούν τον λόγο τους και είναι συνεπείς στο ραντεβού. Σε ό,τι υπόσχονται. Φαντάσου τώρα, να είμαστε άμαθοι εμείς στην Ελλάδα, να χτυπάς κάρτα. Μόλις χτυπούσε εφτά και δυο λεπτά, τα δυο κοκκίνιζαν τις γραμμές, σε κοιτούσε ο μαέστρος λοξά. Άμα το ‘κανες συνέχεια, θα σ’ έκανε παρατήρηση. Λοιπόν, φαντάσου τώρα που μερικοί χτυπούν την κάρτα των αλλουνών. Λοιπόν, εκεί έμαθα πολλά μηχανικά πράγματα. Είδα μηχανές, κινήσεις, στράντζες. Εκεί ήμουν συγκολλητής, πονταδόρος. Δηλαδή πατούσες το πεντάλ και ενώνονταν δυο... δυο... σαν βλήματα ήταν, από μπακούρι. Τα οποία κολλούσαν τη λαμαρίνα το ένα τ’ άλλο. Το τι σβελτάδα ήτανε, το ‘χα μάθει. Αφού πέρασε ένας επισκέπτης και κοιτάζει εμένα και λέει τον μαέστρο: «Τι ‘ναι αυτός, ρε;» λέει. «Άσ' τον, τον ξέρω, είναι καλός». Εμένα να μ’ αγαπάει τ’ αφεντικό, να μου φέρνει κάρβουνα, αυτά τα κόλιν, που είναι σα αυγά το μέγεθος. Εδώ δεν υπάρχουν, εκεί… Είχε και τ’ άλλα που είναι σαν σαπούνι. Και κάναμε γλάστρες, [Δ.Α.] λεγόταν. Είχε να κάνει με λαμαρινοδουλειές. Αλλά γλάστρες κεντητές, με πατρόν, με αυτά, ήταν ωραία σχήματα. Μετά βγήκε το πλαστικό και έπρεπε να σταματήσει. Αλλά 8 μήνες κάθισα εκεί, όταν πρωτοπήγα. Δεν μπόρεσα να πάρω παναμονή, γιατί μπήκα απ’ τη Γαλλία και δεν είχα... Δεν... Αν πήγαινα με κοντράκτ, με συμβόλαιο, θα έπαιρνα αυτομάτως… Θα έπρεπε να δουλέψω όμως έναν χρόνο στη φίρμα, για να πάρω την παραμονή και την άδεια εργασίας, για περαιτέρω χρόνο. Και δεν μπόρεσα, αν και προσπάθησαν τ’ αφεντικά να με κρατήσουν εκεί, θα... Ήταν καλά, είχα όνειρα. Κατέβασα μια μοτοσυκλέτα. Και επάνω στη μοτοσυκλέτα ήθελα να πάρω ένα αλυσοπρίονο, να δείξω στους υλοτόμους στον συνεταιρισμό πόσο πιο προχωρημένη είναι η Ευρώπη με το αλυσοπρίονο. Δηλαδή μ’ αυτό θα δούλευα για 20 άτομα. Άμα κατέβαζα το αλυσοπρίονο, θα δούλευα όσο 20 άτομα τη μια μέρα. Θα τους... Αλλά τότε, όταν τους είπα, όταν ήρθα το ’63, ξαναέφυγα το ’65, τους είπα: «Είδα ένα τέτοιο μηχάνημα». Και οι δικοί μας οι μεγάλοι τώρα, οι γνωστοί: «Ποιο, αυτό; Αυτό θα σε κάψει τα μάτια, ρε! Αυτό είναι δηλητήριο. Δεν ξέρεις, αυτός ο καπνός που βγαίνει θα σε κάψει, ρε». Κατάλαβες; Δεν ήθελαν να παραδεχθούν την εξέλιξη.  Λοιπόν, ερχόντας εδώ, πρώτα βολιδοσκόπησα τι πρέπει να κάνω. Πώς θα πορευτώ. Είχα παντρευτεί την Άννα, το ’73 τον Μάιο, στις 5 Μαΐου. Και ήταν κι αυτή σύμφωνη μετά από έναν χρόνο, κάναμε την Ειρήνη το ’74. Και το ’75 ήρθαμε εδώ πέρα, με σκοπό να αγοράσω έναν γερανό ξυλείας, ο οποίος θα φόρτωνε τους κορμούς που σου είπα προηγουμένως, ότι κατέρρευσε η υλοτομία. Θα φτουρούσε. Ένα αυτοκίνητο το φορτώναμε τότε με τα χέρια σε τρεις μέρες και τώρα το φόρτωνα σε είκοσι λεπτά. Και κατεβήκαμε το ’75. Αγόρασα αυτόν τον γερανό. Δούλεψε πολύ καλά στον ΟΣΕ, στο εμποτιστήριο εδώ, πού είναι εδώ το φουγάρο; Κι αυτό έχει την ιστορία του. Ήρθαν οι Γερμανοί να το κάψουν και ένας γείτονας τους λέει: «Ποιο θα κάψετε, ρε; Αυτό είναι δημιούργημά σας». Δεν θα 'χαν δουλειά οι... Δούλευε πολύ προσωπικό εκεί πέρα. Πισσώναμε τους στύλους ΔΕΗ και ΟΤΕ. Και το άφησαν, δεν το γκρέμισαν. Και είναι ακόμα τώρα, είναι σαν μνημείο, το ‘χουν σαν μουσείο. Εκεί, με βοήθησαν, βοήθησα εγώ τη φίρμα – ήταν εργοστάσιο μικρό. Και με επισκέπτονταν Γερμανοί, έχω πολλές φιλίες με Γερμανούς εγώ και ο ένας... Μαθαίνω και πολλά πράγματα. Κάνω παρέα με ανθρώπους που με περνούν στη μόρφωση, για να κερδίζω κι εγώ κάτι. Αυτός είναι Sozialarbeiter, δηλαδή πώς λέμε; Να, ξέχασα τώρα το Sozialarbeiter. Κοινωνικός λειτουργός. Και μόλις είδε το εργοστάσιο... Αυτό είναι, πριν τον πόλεμο οι Γερμανοί το ΄καναν και με την προϋπόθεση ότι θα κάνουν τηλεφωνικές εγκαταστάσεις στον πόλεμο. Να κάνουν... Είχαν προπεί ότι... προϋπολογίσει πώς θα χειριστούν το θέμα άμα καταλάβουν την Ελλάδα. Και λέει ο Τόμας, αυτός ο Sozialarbeiter, ο κοινωνικός λειτουργός… Ξέρεις, δεν μπορείς εύκολα… Ξεχνάω κιόλας τις λέξεις, αν και καλλιεργώ τη γλώσσα, καθημερινά θα ανοίξω το λεξικό. Και τους λέει: «Αυτό το εργοστάσιο, ρε παιδιά, πώς έχει, existir, πώς υπάρχει; «Αυτό» λέει... «Τα εργοστάσια που κάναν… το εργοστάσιο αυτό, έχουν εκλείψει εδώ και καιρό, τα γκρουπ». Και κάτι άλλες φίρμες που με είπε. Αυτά που κάναν τα τανκς και τα τρένα, τα πρώτα εργοστάσια στη Γερμανία, είχαν φτιάξει κι αυτό. Και... «Πού βρήκαν τα ανταλλακτικά, γιατί έχει φθορά και το εργοστάσιο, ένα ανταλλακτικό μπορεί να σπάσει, να χαλάσει. Πώς κάνανε;…» «Ε, κάναν οι δικοί μας κάτι δικά τους πράγματα, που μπορούσαν και το κράτησαν μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Λοιπόν. Τους έλειπε ένα παρέμβασμα, που στουπώνει το καζάνι. Το καζάνι ήταν 18 μέτρα μάκρος. Και έμπαιναν μέσα 18 μέτρα κολώνες, ξυλεία. Και έπρεπε να εμποτίζεται με 8 ατμόσφαιρες πίεση, για να πιέζει το λάδι δύο εκατοστά μέσα στο ξύλο, στο στρόγγυλο. Ούτως ώστε να μη σαπίζει στο χώμα. Αυτό το παρέμβασμα είναι η τσιμούχα, που λέμε. Είναι ένας δακτύλιος που στεγανοποιεί το στόμιο που κλείνει. Λοιπόν, αυτοί τα ‘χαν τελειώσει αυτά, ήταν ακριβά, δεν φρόντιζαν κι οι Αθηναίοι από κάτω να… γιατί ήταν το μοναδικό εργοστάσιο που εμπότιζε. Και λέει, υποφέρουμε... Α, τον ξενάγησα εγώ τον Τόμας. Και του είπαν εκεί οι εργάτες που δούλευαν στο καζάνι αυτό, λέβητας ήταν αυτός: «Ρε, πες του» λέει «δεν έχουμε τσιμούχα!» «Θα του το πω» λέω «να δούμε τι μπορεί να κάνει». Αλλά πολύ φιλέλληνας αυτός ο Γερμανός. Μπορεί να τους κατηγορούμε μερικές φορές, αλλά εγώ διάλεγα ανθρώπους που μας αγαπούν. Και πραγματικά, έχει, είναι πολύ φιλέλληνας και ήρθε για 25 φορές! Στο Φλάμπουρο τον ανέβασα απάνω, στο Καταφύγι. Το Καταφύγι το αγαπάει πολύ. Κι όταν ήρθε πρώτη φορά, του λέω: «Θα σε πάω στο χωριό». «Πολύ το επαινείς το χωριό, ρε, τόσο καλό είναι;» Δεν του είχα πει όμως ότι το κάψαν οι Γερμανοί. Για να μην τον στεναχωρήσω. Μόλις τον πήγα εκεί και άρχισαν οι δικοί μας να λεν: «Α, αυτοί που μας κάψαν! Α, αυτοί…» «Τι λένε, Τάκη; Τι λένε, Δημήτρη;» λέει εκεί. Λέω: «Να, δεν θα ‘θελα να σ' το πω» λέω. «Αυτά τα ερείπια που βλέπεις…» Γιατί υπήρχαν ερείπια ακόμα τότε, τα πρώτα χρόνια που ήρθε. Λέω: «Είναι δικό σας δημιούργημα». Έτσι γελαστά του το ‘πα, για να μην τον προσβάλω. «Ε, λοιπόν» λέει «άμα μου το ‘λεγες απ’ την Κατερίνη, παρόλο που θα το ‘θελες πολύ να ‘ρθω, δεν θα ‘ρχόμουν! Δεν ξέρω για πόσον καιρό, μπορεί και καθόλου.» Ντροπιάστηκε. Αλλά μετά το ‘δωσαν θάρρος οι... κάτι θειες. «Α, Γερμανός είσαι, γιε μ'; Ελάτε να φάμε, φέρ' τον να φάμε!» Ενθουσιάστηκε, λέει: «Εμείς να τους κάνουμε τέτοιο κακό» λέει «και να με κερνούν κιόλας;» λέει. Και είναι κρεμασμένος σε μας τώρα, είναι πολύ φιλέλληνας, σου λέω, και ήθελε φέτος πάλι να ‘ρθει, λόγω κορωνοϊού δεν μπόρεσε. Έχουμε αλληλογραφία. Και με άλλους πολλούς.

Ν.Μ.:

Κατάλαβα.

Δ.Δ.:

Ναι, ναι.

Ν.Μ.:

Εντάξει, κύριε Τάκη, εντάξει, δε θα σας ρωτήσω περισσότερα για τους γερανούς και για τις δουλειές που κάνετε εδώ, είναι άλλες ιστορίες αυτές.

Δ.Δ.:

Ναι, αυτό...

Ν.Μ.:

Για το Καταφύγι, νομίζω, τα είπαμε τα πιο σημαντικά. Εγώ αυτά ήθελα να σας ρωτήσω.

Δ.Δ.:

Για τα έργα δεν ξέρω αν…

Ν.Μ.:

Για τα έργα δεν είπαμε πολλά, είναι η αλήθεια.

Δ.Δ.:

Δεν είπαμε πολλά.

Ν.Μ.:

Θέλετε εσείς κάτι να προσθέσετε πριν κλείσουμε; Πείτε μου, ναι.

Δ.Δ.:

Ναι, απλώς θέλησα να μιμηθώ το επάγγελμα το παραδοσιακό. Και επειδή είχαν διαπρέψει οι Καταφυγιώτες υλοτόμοι, θέλησα να το κρατήσω στη μνήμη και των νέων, αλλά και πολλούς... προς το τέλος της ζωής τους είναι τώρα, τα βλέπουν και δακρύζουν. Θυμούνται τα νιάτα τους. Αυτό εμένα με κάνει μεγάλη εντύπωση. Και τώρα πρόκειται να κάνουμε ένα μουσείο, με τη βοήθεια παραγόντων όπως ο δήμος και λοι[02:20:00]πά. Για να κάνουμε εδώ στα Καταφυγιώτικα, στο κτίσμα, ένα μουσείο του υλοτόμου Καταφυγιώτη. Και άλλες φορές, αν θέλεις κάτι να σου πω για οτιδήποτε…

Ν.Μ.:

Όταν τα βγάλουμε φωτογραφίες θα μου τα περιγράψετε καλύτερα!

Δ.Δ.:

Α, ναι. Ναι.

Ν.Μ.:

Ξεχωριστά το καθένα.

Δ.Δ.:

Ευχαρίστως, ναι, ευχαρίστως να τα περιγράψουμε. Γιατί μ’ αρέσουν αυτές οι ιστορίες, μ’ αρέσουν. Ναι. Ειδικά αυτό το ποίημα του Βαρβαρέζου. Δεν μπόρεσα να το δω όλο. Σ’ το ‘πα προηγουμένως; Δεν το συγκράτησες, γιατί είναι δύσκολο, είναι, δεν ξέρω αν το συγκράτησες, αλλά θα σ’ το πω ακόμη μια φορά. «Η γη είν’ εν μνήμα. Και ο κόσμος είν’ εν θύμα. Νεκροθάπτης ο καιρός. Άνθρωπε, εις παν σου βήμα, βαδίζεις προς το μνήμα.» Δεν το είδα όλο. Δεν το είδα όλο. Αυτός... Έχω κάνει αιτήσεις και παρακάλια στη ΜΕΚ, στη Μορφωτική Ένωση Καταφυγιωτών, να πάμε να κάνουμε μια ανασκαφή. Μπορούσαμε να βρούμε το βιβλίο που κρατούσε στατιστική, γιατί το ‘χε με λαμαρίνα τα εξώφυλλα, για να μην αλλοιώνεται. Και τον τόρνο. Και τα οστά του. Είναι ντροπή, να είναι καμένος μέσα και να… Και πολλοί, ξέρεις, πολλοί που κάηκαν μέσα δεν μπόρεσαν να βρουν τα κόκαλα, τα οστά. Και έγινε η... Είναι μερικοί που έκαναν σπίτι επάνω, μην μπορώντας να… Ναι.

Ν.Μ.:

Δεν το ξεχάσατε αυτό ποτέ.

Δ.Δ.:

Μακάβρια ιστορία, ε;

Ν.Μ.:

Όταν είμαστε στο χωριό, θα μου δείξετε εκεί, θα μου κάνετε και εμένα μια ξενάγηση.

Δ.Δ.:

Α, ναι! Ιδίοις όμμασι, που λέμε, ναι.

Ν.Μ.:

Εντάξει, κύριε Τάκη, εγώ αυτά ήθελα να σας ρωτήσω.

Δ.Δ.:

Δεν ξέρω κατά πόσον το ευχαριστήθηκες.

Ν.Μ.:

Ναι. Ναι, ναι. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Δ.Δ.:

Αν και λυπάμαι που συγκινήθηκα, δεν μπορούσα να κρατηθώ. Το ζω, αυτό που λέω το ζω. Γι' αυτό.

Ν.Μ.:

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, κύριε Τάκη.

Δ.Δ.:

Να ‘σαι καλά, κορίτσι μου, ευχαρίστως το ‘κανα, γιατί κι εσύ, βλέπω, έχεις μεγάλη θέληση και όρεξη για αυτά τα πράγματα. Και εύχομαι να διαπρέψεις. Να διαπρέψεις.

Ν.Μ.:

Ευχαριστώ πολύ!