© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ο κλάδος της εστίασης και ο κορωνοϊός
Κωδικός Ιστορίας
11992
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Κατσούλης (Γ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
29/09/2022
Ερευνητής/τρια
Αγγελική Αλβανού (Α.Α.)
[00:00:00]Λοιπόν, για πες μου το όνομά σου.
Γιώργος Κατσούλης.
Είναι Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022, βρισκόμαστε στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας, είμαι με τον Γιώργο Κατσούλη, ονομάζομαι Αγγελική Αλβανού, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, Γιώργο, θέλω να μου πεις για αρχή λίγο πού γεννήθηκες και πού μεγάλωσες, έτσι, ένα πλαίσιο της ζωής σου.
Ναι, έχω γεννηθεί στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας το ‘81, τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου έζησα στον τόπο μου, πήγα σχολείο και στο Κομπότι και στο Αγρίνιο, έζησα και κάποια χρόνια στην Αθήνα, δούλεψα σε μεγάλες εταιρείες κατασκευαστικές στον τομέα του ηλεκτρολόγου και παράλληλα τα απογεύματα και τα βράδια ειδικά δούλευα στην εστίαση που ήταν το επάγγελμα το οποίο μεταλαμπάδευσε ο πατέρας μου σ' εμένα. Είμαστε η δεύτερη γενιά. Αυτό ξέραμε να το κάνουμε έμφυτο από την μέρα που γεννηθήκαμε. Και κατά την περίοδο περίπου του στρατού που ήμουν, πριν απολυθώ, έχασα τον πατέρα μου και ξαναγύρισα στα πατρικά μου να ασχοληθώ με τη δουλειά του πατέρα μου.
Οπότε τώρα ασχολείσαι με αυτό.
Αυτά, καθαρά με αυτό, εδώ και… Έχω είκοσι δύο χρόνια δικό μου μαγαζί, τα τελευταία πέντε χρόνια έχω δύο. Ένα καλοκαιρινό θα έλεγα, γιατί είμαστε κοντά στην θάλασσα και ένα χειμωνιάτικο το οποίο ανοίγουμε ελάχιστες μέρες τον χρόνο και κυρίως προσπαθούμε να δώσουμε βάση στις εκδηλώσεις. Δηλαδή σε εκείνο το μαγαζί, επειδή ανοίγει λίγες μέρες, προσπαθούμε να πιάσουμε κάποιες εκδηλώσεις. όπως είναι η βάφτιση, κάποιοι μικροί γάμοι, κάποια live. Και καθημερινά ασχολούμαστε με το καλοκαιρινό, το οποίο, εντάξει, έχει φόρτο εργασίας το καλοκαίρι και τον χειμώνα αιμορραγούμε.
Λοιπόν, μου είπες ότι από μικρός ήσουνα μέσα σε αυτό τον τομέα λόγω του πατέρα σου, από ποια ηλικία ξεκίνησες να εργάζεσαι με τον μπαμπά σου, ας πούμε;
Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου εργάζομαι, προφανώς τα πρώτα χρόνια της ζωής μας νομίζουμε ότι εργαζόμαστε, απλά βοηθάμε τους γονείς μας. Δυνατή ανάμνηση που έχω είναι ότι είμαι πολύ μικρός, είμαι κοντά στα πέντε και ήθελε ο πατέρας μου να μου βγάλει μία ποδιά, γιατί τώρα ξανά έγινε μόδα η ποδιά στους σερβιτόρους. Παλιά φορούσαν στα καφενεία οι μπακάληδες που τους λέγαμε, φορούσαν ποδιά και πάλευε ο πατέρας μου κοντά πέντε χρονών να μου βγάλει μία λευκή ποδιά μικρή και εγώ ντρεπόμουν, οπότε μου κάνει μία μικρή ποδιά, τον βοήθαγα εγώ, πήγαινα κάνα ούζο, κάνα φυστίκι, κάνα μεζέ, κάνα σουβλάκι. Θυμάμαι την πρώτη βραδιά δεν μπορούσα να περπατήσω από τα κέρματα που είχαν μαζευτεί στην ποδιά από τα μπουρμπουάρ που μου έδιναν οι πελάτες. Εννοείται τότε αγόρασα το πρώτο μου πατίνι. Και εννοείται ότι γλυκάθηκα, ήθελε με αυτόν τον τρόπο ο πατέρας μου να μου μάθει πώς δουλεύοντας και είσαι καλός στη δουλειά σου, ευγενικός και η εικόνα, μπορείς να αποκομίσεις χρήματα από αυτό, γιατί μέχρι τότε δεν είχα κίνητρο, σαν παιδάκι βαριόμουν, ήθελα και εγώ να παίξω με τους φίλους μου μπάλα, ενώ ο πατέρας μου ήθελε βοήθεια. Με αυτό κατάλαβα ότι, ωπ, εδώ κάτι έχουμε.
Λοιπόν, και πώς ήταν η δουλειά της εστίασης εκείνα τα χρόνια;
Εκείνα τα χρόνια όλος ο κόσμος έβγαινε έξω, υπήρχε μία… Το καθιερωμένο. Οι μεγαλύτεροι θα βγουν στο καφενείο, οι οικογένειες θα πήγαιναν οπωσδήποτε για σουβλάκι, θα πήγαιναν τη βόλτα τους, αργότερα για παγωτό έγινε πιο πολύ μόδα αυτό, οι καφετέριες ανέβηκαν αργότερα. Βέβαια, ήταν οι τιμές χαμηλές, αλλά αυτό ήρθε να εξισορροπήσει με το ότι υπήρχε κατανάλωση. Όπως και στο δικό μου το κομμάτι τώρα που είμαι στην εστίαση και είμαι σε πιο, απευθύνομαι σε πιο χαμηλά στρώματα, δεν ξέρω πώς να το πω, δεν πουλάω δηλαδή ακριβά πιάτα, θέλουμε κατανάλωση. Οπότε τότε, ναι μεν δούλευε πολύ ο κόσμος, αλλά ήξερες ότι στο μαγαζί σου θα μπούνε ογδόντα-εκατό άτομα, οπότε πήγαινες για την κατανάλωση. Δεν σε ένοιαζε και τόσο πολύ η τιμή, αυτό βέβαια είχε πολλή κούραση από τους γονείς μου, δούλευαν ασταμάτητα, δεν ξέραμε τι πάει να πει εκδρομή, βόλτα με τους γονείς μας, δεν θυμήθηκα ποτέ κάτι τέτοιο, δεν έχω πάει ποτέ με το σχολείο που πήγαιναν τα άλλα παιδιά με τους γονείς, δεν μπορούσαν και δεν τόλμαγες να αρρωστήσεις, όπως συμβαίνει και τώρα.
Και παρόλα αυτά εσύ διάλεξες να ασχοληθείς με αυτό.
Δυστυχώς, η κατάρα των γονιών μας, δυστυχώς. Αφού αυτό έμαθες από μικρός, αυτό ξέρεις να κάνεις. Δεν έχεις καταλάβει ότι ξέρεις να το κάνεις καλά, το καταλαβαίνεις όταν πνίγεσαι και κάπου θέλεις να πιαστείς για να δουλέψεις, οπότε εκείνη τη στιγμή σου έρχεται στο μυαλό, έχεις ενηλικιωθεί, χρειάζεσαι χρήματα, μπορεί να σου συμβεί και κάτι ατυχές όπως συνέβη σ' εμένα που έχασα τον πατέρα μου σε μικρή ηλικία, οπότε το πρώτο που μου βγήκε ασυναίσθητα ήταν να παρατήσω τα πάντα και να κάνω ακριβώς αυτό που μου είχε μάθει ο πατέρας μου και η μάνα μου, χωρίς ακριβώς να με διδάσκουν. Απλά από τις εικόνες που είχα καθημερινά, έγινα επαγγελματίας και το κατάλαβα μέσα σε μία νύχτα, δηλαδή μες σε μία νύχτα, μόλις ανέλαβα μετά το μαγαζί του πατέρα μου και είπα να το εξελίξω κατάλαβα ότι, ωπ, αυτήν τη δουλειά την ξέρω, ξέρω ποιο είναι το σωστό, ξέρω τι πρέπει να κάνω με τον πελάτη, ξέρω τι πρέπει να ψωνίσω, ξέρω πώς πρέπει να χρησιμοποιήσω την πρώτη ύλη. Μέχρι τότε ήμουν ακόμα παιδί, δεν το είχα καταλάβει και απλά ήρθε αυτό το ατυχές γεγονός, όπου χάνεις την εφηβεία σου, χάνεις τα πάντα και προσγειώνεσαι στον πλανήτη γη που πρέπει να αντεπεξέλθεις στις δυσκολίες.
Πώς ήταν ο πρώτος καιρός σε αυτήν τη δουλειά μόνος σου πια;
Πώς ήταν; Δύσκολο. Ειδικά άμα ξεκινάς από μικρή ηλικία, αλλά και μεγαλύτερη να ξεκινήσεις. Ξεχνάς τι πάει να πει πενθήμερο, ξεχνάς τι πάει να πει οκτάωρο, ξεχνάς τι πάει να πει έξοδοι. Άμα είσαι μικρός που ήμουν εγώ, ξεχνάς τι πάει να πει να βγεις με τους φίλους σου να κάνεις τις τρέλες σου, να πεις ένα βράδυ ήπια, βγήκα, ξεχνάς τι πάει να πει θέλω να πάω μία μονοήμερη για μπάνιο, όταν είσαι πιτσιρικάς. Άμα είσαι μεγαλύτερος και ξεκινήσεις αυτό το επάγγελμα, ξεχνάς τι πάει να πει οικογένεια. Ξεχνάς, δεν υπάρχει… Δουλεύεις, δεν υπάρχει οκτάωρο, γιατί ακόμα και το πρωί που μπορεί να μην είσαι στο μαγαζί σου, θα πας για ψώνια, θα πας εφορία, θα πας μια τράπεζα και αυτά πρέπει να πιαστούνε και αυτά στο κομμάτι της εργασίας Όταν είσαι έξω από το μαγαζί σου πέντε ώρες και τρέχεις για άλλες δουλειές και μετά πας και δουλεύεις άλλες δώδεκα ώρες, λείπεις από το σπίτι σου δεκαεπτά ώρες. Υπάρχουν πάρα πολλά ζευγάρια, πραγματικά πάρα πολλά ζευγάρια, συγκεκριμένα φέτος και έναν κύριο που τον είχα στην κουζίνα για δουλειά, αρκετά μεγαλύτερο από μένα, χώρισε για αυτόν τον λόγο, είχε χωρίσει γιατί η οικογένειά του αγανάκτησε. Δεν τον έβλεπε καθόλου και μετά από είκοσι πέντε χρόνια γάμου χώρισε για αυτό και είχε τέλεια σχέση με τη γυναίκα του, απλά λέει ότι: «Δεν αντέχω άλλο με τη ζωή που κάνεις». Αυτά δεν τα ξέρει κανένας, ότι η οικογένειά μας δεν μας βλέπει καθόλου ή βάζεις και τη γυναίκα σου μες στη δουλειά, αναγκαστικά, γιατί δεν βγαίνουν τα έξοδα, να κόψεις προσωπικό, να τα βγάλεις πέρα. Ερχόμαστε τώρα σε ένα τρίτο κακό, δεν υπάρχει καμία προστριβή στο ζευγάρι όταν είναι αγαπημένο και όταν τα βρίσκουν, πέραν της δουλειάς. Οι μόνοι λόγοι που τσακωνόμαστε τα ζευγάρια στην εστίαση είναι για τη δουλειά, δεν, αυτό είναι νόμος, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τσακωθείς για τη δουλειά. Εμείς, όμως, παιδιά σαν εμένα που είμαστε δεύτερη γενιά, έχουμε μάθει όταν πάμε σπίτι να την αφήνουμε τη δουλειά έξω από την πόρτα. Δυστυχώς οι γυναίκες μας που γνωριστήκαμε σε μεγαλύτερη ηλικία, δεν το έχουν μάθει αυτό και εμένα η γυναίκα μου όταν πηγαίναμε σπίτι που ήταν σκασμένη, «Κι έλα να σου πω τι έγινε ή τι έκανε ένας σερβιτόρος, ή τι έκανε ένας πελάτης, ή τι έκανε ο delivery, ή…». Εγώ δεν μπορώ να τα ακούω αυτά, κλείνει η πόρτα μου, τέλειωσε η δουλειά, τελείωσε. Ξέρω τα άγχη είναι εκεί, τα προβλήματα είναι εκεί, προσπαθώ να μην τα σκέφτομαι γιατί μετά από τόσα χρόνια σίγουρα παίρνεις χαπάκια για το στομάχι, σίγουρα έχεις τραβήξει κάνα δύο χειρουργεία κάτι έχεις πάθει, μα υπερκόπωση. Εγώ στη δική μου δουλειά παθαίνω συνέχεια θερμοπληξία, συνέχεια, δηλαδή φέτος έπαθα δύο, πέρσι έπαθα τρεις φορές, δεν υπάρχει περίπτωση. Φέτος ήταν η καλύτερη σεζόν έχασα μόνο δώδεκα κιλά, ήταν η καλύτερη, έχω χάσει μέχρι δεκαεννιά. Πρόπερσι έχασα δεκαεννιά, πέρυσι δεκαεπτά, φέτος δώδεκα. Άντε να πας και σπίτι και να συζητάς όλα αυτά, δηλαδή τίποτα, θες να πηδήξεις από το παράθυρο, δεν αντέχεις άλλο. Εντάξει, αλλά καταλαβαίνεις ότι με τον καιρό καταλαβαίνουν και μιλάω για πολλά παιδιά, δεν μιλάω μόνο για εμένα. Καταλαβαίνουν και οι σύζυγοί μας ότι δεν γίνεται αυτό. Πάμε σπίτι, τα αφήνουμε, χαιρόμαστε το παιδάκι μας, το σπίτι μας, χαλαρώνουμε και τα αφήνουμε όλα απ' έξω, γιατί δεν, θα τρελαθούμε, δεν γίνεται, θα τρελαθούμε. Οπότε τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, τουλάχιστον ήξερα εγώ τη δουλειά. Δεν χρειάστηκε να μου τη μάθει κάποιος, αυτό ήταν και καλό και κακό, γιατί δεν είχα ανάγκη ποτέ κανέναν. Όποιον έπαιρνα για δουλειά, πολλές φορές δεν αποτελούμαστε και από καλή φάρα ανθρώπων, όσοι εργάζονται στην εστίαση και ειδικά στην κουζίνα. Και αυτό έχει αρχίσει και κάνει με την αμοιβή, θα ακουστώ λίγο κακός με αυτό που λέω, αλλά η κουζίνα έχει καλή αμοιβή. Όσο και αν λένε πολλοί ψέματα, έχει καλή αμοιβή. Εκεί, λοιπόν, μες στην κουζίνα μπήκαν πάρα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν είχαν σχέση. Επειδή είναι δύσκολη δουλειά όμως, έχει υψηλές θερμοκρασίες, έχει απαιτήσεις, έχει πολλές ώρες ίσως, τις οποίες τις πληρώνεσαι προφανώς. Μάθανε σε υψηλό μισθολόγιο, μάθανε να έχουν μία ηγετική θέση μέσα σε ένα εστιατόριο, γιατί πάντα ο μάγειρας, ο ψήστης, ο τυλιχτής, έχει πιο ηγετική φυσιογνωμία μέσα σε ένα εστιατόριο από ό,τι ένας σερβιτόρος ή ένα νέο παιδί. Οπότε έχουν μάθει και να μην δέχονται μύγα στο σπαθί τους και να μην δέχονται παρατήρηση και να θέλουν και υψηλή αμοιβή. Δεν είναι όλοι έτσι, για όνομα του Θεού, απλά ένα μεγάλο κομμάτι. Εμένα τουλάχιστον αυτό με γλύτωσε, γιατί την ήξερα τη δουλειά και δεν είχα ανάγκη κανέναν, από τη στιγμή που εγώ ήμουνα ο μάστορας δεν εξαρτιόμουν από κανέναν. Πάρα πολλά παιδιά τα οποία ασχολήθηκαν με την εστίαση και δεν την ήξεραν τη δουλειά, έκλεισαν για αυτόν τον λόγο, γιατί στηρίχθηκαν σε ξένες πλάτες, δεν την ήξεραν τη δουλειά και παρότι επένδυσαν, πήραν δάνεια, φαλίρισαν από αυτόν τον λόγο, γιατί κάθε φορά άλλαζαν μαγείρους, ψήστες και κάθε φορά… Έχω ακούσει για αλκοολικούς, έχω τύχει πάρα πολλά κι εγώ. Έχω τύχει να έχω άνθρωπο να είναι αγενέστατος προς τους πελάτες, έχω τύχει ανθρώπους να τους παρακολουθούμε μην κλέψουν, πολλά, κακοί χαρακτήρες γενικά. Υπάρχει γενικά λίγο κακό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια τα νέα παιδιά που βλέπω, ξεκινάνε και φτιάχνουν το επίπεδο, βελτιώνεται. Οπότε, εντάξει, εγώ το ατού μου το μεγάλο ήταν ότι ήξερα τη δουλειά και δεν χρειάστηκε να στηριχτώ πάνω σε κανέναν. Αυτό.
Θυμάσαι, έτσι, κάποιο σοβαρό ατύχημα που έχεις πάθει στη δουλειά;
Ναι, ασφαλώς, έχω κάνει… Εκκρεμούνε δύο χειρουργεία να κάνω, έχω κάνει άλλα δύο. Έχω κάνει δύο χειρουργεία στη μύτη, τα έχω αφαιρέσει σχεδόν όλα από πολύποδες, από τα κάρβουνα και από τα λίπη, εδώ, στην περιοχή του ιγμόρειου. Μου έχει αφήσει "κουσούρι", σε εισαγωγικά, μετεγχειρητικό, έχει κλείσει ο [00:10:00]οφθαλμικός πόρος. Πρέπει να κάνω τρίτο χειρουργείο να βάλω σωληνάκι σιλικόνης μέσα εδώ στη μύτη μου για έξι μήνες για να ξαναβρώ τον οφθαλμικό πόρο. Και τώρα τον Οκτώβρη θα κάνω δύο χειρουργεία καρπιαίου, από τη λαβίδα, από την τσιμπίδα στην κουζίνα και επίσης ο πολύποδας θα βγαίνει κάθε έξι-εφτά χρόνια, θα κάνω χειρουργεία, λόγω από τα λίπη. Άλλο, σαφώς καίγομαι, κόβομαι ασταμάτητα. Μία φορά σε αυτό το κόψιμο που φαίνεται εδώ στο δάχτυλο, δεν σταμάταγε, το έχω κολλήσει μέχρι και με logo, απίστευτο, δεν σταμάταγε το αίμα με τίποτα. Δεν γινόταν, έπρεπε να συνεχίσω να δουλεύω, έχω δουλέψει άπειρες φορές με πυρετό που δεν το κατάλαβε κανένας, παθαίνω άπειρες φορές θερμοπληξία. Δεν υπάρχει περίπτωση, δηλαδή το καλοκαίρι επί τρεις μήνες δουλεύω σίγουρα με εξήντα πέντε βαθμούς. Φέτος έπαθα δύο φορές θερμοπληξία, ελάχιστοι το έχουν καταλάβει, με βλέπουν γιατί απλά έχω ανατριχιάσει. Οπότε, όταν παθαίνεις θερμοπληξία, ξεκινάει να το νιώθεις από την ραχοκοκαλιά σου, σαν να σε περπατάει ένα ερπετό, είναι απίστευτο το συναίσθημα, οπότε μόλις το καταλάβεις αυτό το συναίσθημα, είναι σαν να περπατάει κάτι στην πλάτη σου, λες: «Ωχ», μόλις πεις το «ωχ», κατάλαβες, ξεκινάς, ιδρώνεις, κρυώνεις και ανατριχιάζεις. Ζαλίζεσαι, κόπωση, θες υγρά εκεί, πρέπει να φύγεις οπωσδήποτε από την κουζίνα να δροσιστείς. Φέτος το έπαθα δύο φορές. Εντάξει, ατονία, κούραση, τίποτα, ρίχνεις νερό στο κεφάλι σου, δροσίζεσαι και συνεχίζεις να δουλεύεις, γιατί δεν γίνεται. Έχεις μόνο έναν μήνα, ενάμιση, να ζήσεις όλον τον χρόνο και να ζήσεις και την οικογένειά σου από αυτό. Οπότε δεν γίνεται. Ρώτησα μία φορά ένα σερβιτόρο που δουλεύουμε μαζί δεκαέξι χρόνια, τον Γιάννη, του λέω: «Γιάννη, με θυμάσαι πότε άρρωστο;», σκέφτεται λίγο, μου λέει «Όχι, αλλά προφανώς θα ήσουνα, αλλά δεν το κατάλαβα ποτέ». Είκοσι δύο χρόνια δεν με θυμάται, δουλεύουμε δεκαεννιά με αυτό το παιδί μαζί, δεν με θυμάται ποτέ άρρωστο. Μόνο όταν έλειπα στα χειρουργεία, στο νοσοκομείο για τα χειρουργεία.
Γιατί επέλεξες να μπεις μέσα από την κουζίνα, εφόσον η επιχείρηση ήταν δική σου, γιατί πολλοί δεν το κάνουν.
Ναι, σωστά, σωστά. Γιατί προφανώς όταν ξεκίνησε η επιχείρηση… Όταν πήρα την επιχείρηση του πατέρα μου, ήταν καθαρά οικογενειακή, δούλευε αυτός με τη μάνα μου και καμιά φορά έπαιρναν και έναν σερβιτόρο ή έπαιρναν καμία κοπέλα εποχιακά να τους βοηθάει στην κουζίνα. Οπότε έτσι ξεκίνησα και εγώ, με τη μητέρα μου, ίσως και με κάποιον άνθρωπο να μας βοηθάει στο service ή στα delivery. Βασικός παράγοντας, δεν το συζητάω, ό,τι φαγητό βγαίνει στον πελάτη πρέπει να το ελέγχω. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγει, θα μου πεις δεν μπορείς να είσαι έξω να ελέγχεις, μπορείς, αλλά προτιμώ να περνάει από το χέρι μου. Θες βίτσιο, θες οτιδήποτε, γιατί οι περισσότεροι μάγειρες νομίζουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, αυτό το έχουμε λίγο. Πιστεύουμε ότι τα κάνουμε καλύτερα από τους άλλους. Βέβαια, όταν είναι δικό σου το μαγαζί, το κάνεις όντως καλύτερα από τους άλλους, γιατί το πονάς, γιατί ζεις από αυτό, αυτό είναι αλήθεια. Η επιχείρηση μετά άρχισε λίγο να μεγαλώνει, οπότε στο πατρικό μου το μαγαζί που βρήκα από τον πατέρα μου, μετά από πέντε χρόνια περίπου έκανα μια μικρή ανακαίνιση, αγόρασα έναν μικρό χώρο από τον αδερφό του πατέρα μου, επέκτεινα το μαγαζί. Κατάφερα και πήρα ένα βραβείο από τον ΕΟΤ, Ελληνική Παραδοσιακή Κουζίνα, ήταν όλα τα προϊόντα δικά μας. Κάναμε σταθερά βήματα ανά πενταετίες, οπότε αυτό μας βοήθησε να πάρουμε κι άλλον έναν σερβιτόρο, να πάρουμε κι ένα άτομο μόνιμο κουζίνα, δεν ήταν ακόμα γόνιμο το έδαφος να βγω απ' έξω. Το προσπάθησα μια χρονιά, δεν μπορώ να πω ότι βγήκε τόσο πολύ σε καλό. Έχει τύχει να δουλεύουμε και δέκα άτομα σε αυτό το μαγαζί, ίσως και παραπάνω. Ακόμα είμαι στην κουζίνα, απλά το μόνο που προσπαθώ να είμαι σίγουρα στον φόρτο εργασίας στην κουζίνα και με το που χαλαρώνει η δουλειά, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να βγω στον κόσμο, να ρωτήσω, αν και το κάνουν και τα παιδιά που τα έχω πολλά χρόνια για δουλειά, το κάνει και η γυναίκα μου, το κάνει και η μητέρα μου που βοηθάει και αυτή. Οπότε προσπαθούμε να έχουμε επαφή με τον πελάτη και έξω και μέσα. Δηλαδή ακόμα και στα delivery πολλές φορές εγώ το σηκώνω το τηλέφωνο να δω ποιος είναι, που τους ξέρω, ξέρω τι τρώνε όλοι, αν έχουν κάποιο παράπονο. Τα πάντα, δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να 'ρθείς για φαγητό να μην με βρεις στο μαγαζί. Και να μην με βρεις, θα έχω ειδοποιήσει τον κόσμο ότι θα λείπω αυτές τις μέρες. Μεγάλωσε ο πατέρας μου τα παιδιά του από αυτή τη δουλειά, μεγάλωσε εμένα, εγώ μεγαλώνω τα δικά μου, Όπως σου είπα, έχουμε πάρει δύο ήδη βραβεία από τον ΕΟΤ, δεν σκοπεύω να αφήσω αυτήν την δουλειά, αυτό ξέρω, μακάρι να επεκταθούμε κι άλλο. Καλώς ή κακώς, αυτό. Οπότε αποφάσισα να είμαι στην κουζίνα, είναι το στοιχείο μου, μου αρέσει, δεν ξέρω καμιά φορά. Και το έξω μου αρέσει βέβαια, και τα δύο. Αλλά προτίμησα να τα ελέγχω όλα.
Και πώς πήγαν τα πράγματα τουλάχιστον μέχρι πριν λίγο καιρό, πριν κλείσουν δηλαδή τα μαγαζιά λόγω κορωνοϊού; Πώς πήγαιναν;
Πολύ μεγάλη συζήτηση, μεγάλη από πολλές απόψεις. Έδειχνε, ειδικά την πρώτη καραντίνα έδειχνε ότι θα είναι το καλύτερο καλοκαίρι που θα είχαμε ποτέ. Ήταν δηλαδή απίστευτες οι ενδείξεις που είχαμε. Έγινε ένα απίστευτο ντόμινο, απίστευτο. Θέλω να σταθώ πάρα πολύ, γιατί έχει γίνει μεγάλος ντόρος και το ακούω πάρα πολύ και στις τηλεοράσεις, γιατί εμένα μου έρχονται email και από το επιμελητήριο, πόσα άτομα ζητάνε στα νησιά για δουλειά, πόσα ζητάμε εμείς. Πέρα από ότι έχουμε μαγαζί είμαστε και εμείς πελάτες, πάμε και εμείς αλλού για φαγητό, πάμε αλλού για καφέ και όλοι οι συνάδελφοί μου έχουν διαπιστώσει το ίδιο πράγμα, υπάρχει τεράστια έλλειψη προσωπικού, τεράστια. Αν πω πραγματικά αυτά που νιώθω μέσα μου, θα ακουστώ πάρα πολύ κακός. Εγώ είμαι στο κομμάτι της ανεργίας. Το κομμάτι της ανεργίας στον τομέα μας υπάρχει. Δηλαδή, όπως έχω πει και άλλες φορές, μπορεί και η γυναίκα μου, π.χ., που έχει τελειώσει οικονομολόγος, δεν βρίσκει στο στοιχείο της, είναι δύσκολο, ειδικά στην επαρχία, αλλά χωρίς εργασία να βγάλει τα προς το ζην, να βρει το μεροκάματο που λέμε, δεν υπάρχει περίπτωση να μην βρεις, δεν υπάρχει περίπτωση. Ένα κομμάτι. Δεύτερον, δεν θέλει κανένας ασφάλεια, κανένας. Δεν μπορώ να ακούω ηλιθιότητες και συγγνώμη που το λέω έτσι. Το ενενήντα τοις εκατό με αυτούς που έχω συνεργαστεί ή μάλλον που, έχω βάλει μέχρι και αγγελίες και Facebook και σε εφημερίδες, παντού, το πρώτο που μου έλεγαν: «Δεν θέλω ασφάλεια, γιατί παίρνω επιδόματα». Το πρώτο που ακούς, το πρώτο. Θα τους κοπεί το ΚΕΑ, θα κοπεί το μειωμένο ρεύμα, θα κοπεί τα τρόφιμα. Παρένθεση, υπάρχουν πραγματικά άνθρωποι που το έχουν ανάγκη. Εννοείται και εμείς μέσα από τη δουλειά μας, εννοείται ότι βοηθάμε κάποιες οικογένειες στον χώρο μας, δεν το συζητάμε. Αφιλοκερδώς, βοηθάμε τους συλλόγους, βοηθάμε τις ομάδες, δεν το συζητάμε αυτό το πράγμα. Και όχι βοηθάμε και αφιλοκερδώς, σε μια κλειστή κοινωνία όπως είναι ο τόπος μας, έχω πάρει παιδί για δουλειά, το οποίο ο πατέρας του οικονομικά ήταν ασθενής, έχασε την μητέρα του. Αυτό το παιδάκι να το πάρεις δεκατρία-δεκατέσσερα χρονών για δουλειά, προφανώς δεν το παίρνεις για δουλειά, τον παίρνεις για να τον βοηθήσεις. Προφανώς το παίρνεις για να βγει από το σπίτι του, προφανώς το παίρνεις για να του δώσεις κάποια χρήματα να συντηρηθεί. Δηλαδή δεν θέλω να ακουστώ, λοιπόν, κακός ως προς αυτούς που παίρνουν τα επιδόματα. Υπάρχουν λοιπόν αυτοί που παίρνουν τα επιδόματα, υπάρχουν και αυτοί που για εμένα δεν τα δικαιούνται. Και ξεκινάει και σου λέει: «Θα κάνω δέκα-δεκαπέντε μεροκάματα μαύρα, να μην κουράζομαι κιόλας, να βγάλω και τα tips μου, να έχω και το φαΐ μου, να έχω και το ποτό μου». Πρώτη κουβέντα: «Πόσα μου δίνεις;», όχι τι ξέρεις να κάνεις. Ξεκινάμε με αυτό το κομμάτι, όταν βγάζεις μια αγγελία ζητάς ένα άτομο, δεν ήρθε ποτέ κανένας να πει: «Ξέρεις κάτι, φίλε, εγώ ξέρω αυτό κι αυτό και αυτό, πόσα τραπέζια θες να αναλάβω; Δέκα, δώδεκα, δεκατρία, τα αναλαμβάνω εγώ εξ ολοκλήρου, θα με δεις, θα είμαι καθαρός, περιποιημένος, ευγενικός, ξέρω να γράφω, ξέρω να πουλάω, ξέρω, ξέρω, ξέρω...». Το πρώτο που λένε όλοι: «Πόσα δίνεις;». Τι ξέρεις; Και θα δεις και τι θα σου δώσω. Οπότε ξεκινάμε, οι περισσότεροι θέλουν τουλάχιστον δέκα μεροκάματα, δεκαπέντε, μαζί με τα προγράμματα είναι μια χαρά, υπάρχει, και στην Ελλάδα το ξέρουμε πολύ καλά η βοήθεια των γονιών και δόξα τω Θεώ που υπάρχει, γιατί και εμείς τέτοιοι γονείς είμαστε, βοηθάμε τα παιδιά μας και θα τα βοηθάμε πάντα, ας υπάρχει και αυτό, ας μην χαθούμε. Οπότε υπάρχει και η βοήθεια από τη γιαγιά, από τον παππού, οπότε ξεκινάει το μεγάλο πρόβλημα του προσωπικού. Έχω στραφεί σε νεολαία, μήπως λέω τα νέα παιδιά να θέλουν να μάθουν, να, να, να... Όχι, έπεσα στο κενό. Έχω στραφεί σε οικογενειάρχες που λέω καμιά φορά: «Βρε παιδί μου, αυτός έχει ένα, δυο παιδιά, τρία, θα θέλει να δουλέψει». Όχι, όσα περισσότερα παιδιά έχει ο άλλος, τόσο κοιτάει να πάρει περισσότερο επίδομα και δεν τον νοιάζει, πραγματικά είναι απίστευτο αυτό το πράγμα. Αλλά όπως είπα και πριν, έχω και παιδιά, εννοείται, που δουλεύουν δεκαεννιά χρόνια, δέκα χρόνια, γιατί προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα team. Είναι σαν μια ομάδα ποδοσφαίρου ή σαν μία ομάδα μπάσκετ, σαν την Εθνική Ελλάδος ή οτιδήποτε, καλύτερα να φτιάξεις έναν κορμό, παρά να ψάχνεις κάθε χρόνο για διαφορετικά άτομα. Και τα διαφορετικά άτομα δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάρεις τρία, τέσσερα άτομα, να μην σου βγει ο ένας περίπτωση. Αυτά που λέγαμε πριν. Ειδικά το μεγάλο πρόβλημα που έχω μετά από τόσα χρόνια είναι κακός χαρακτήρας. Και ερχόμαστε τώρα και λέμε: «Έλα, φίλε μου, ζήτα δουλειά, δεν με ενδιαφέρει τι ξέρεις να κάνεις. Είσαι καλό παιδί, είσαι καλός άνθρωπος, κανένας δεν γεννήθηκε να τα ξέρει όλα, ούτε εγώ, ούτε εσύ, ούτε κανένας». Θα μάθουνε, θέλεις; Ναι; Καταρχάς δεν έχω απασχολήσει παιδί ποτέ οκτάωρο, ποτέ, εφτάωρο πάντα. Όποιος δουλέψει πάνω από οκτώ ώρες, εννοείται θα πληρωθεί, εννοείται. Και έρχομαι τώρα στο κομμάτι του μισθού. Θα του πεις του αλλουνού, ναι: «Πόσο είναι;». «Το βασικό και την πλήρη ασφάλειά σου». Το πρώτο που θα σου πει: «Σιγά μην πάω για δουλειά για εξακόσια πενήντα, εφτακόσια ευρώ», δεν υπάρχει περίπτωση να 'ρθεί κανένας, δεν υπάρχει περίπτωση να 'ρθεί κανένας, δεν υπάρχει, θα το πόσες όσες φορές χρειαστεί, όσες φορές χρειαστεί. Θα σου πει ο άλλος: «Να πάρω τετράωρο, να πάρω καλύτερο μισθό;». Δεν υπάρχει περίπτωση, λοιπόν, να δώσεις κάτω από χίλια ευρώ σε σερβιτόρο, εφτάωρο. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτό το παιδί να μην βγάλει σίγουρα τετρακόσια ευρώ, πουρμπουάρ. Εγώ προσωπικά το φαγητό τους το έχω ελεύθερο, γιατί οι δυσκολίες που έχουμε περάσει στη δουλειά αυτή, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την πείνα. Η φτώχεια παλεύεται, η πείνα δεν παλεύεται. Όπως σου είπα, είναι και παιδιά τα οποία μπορεί ο άλλος να μην έχει μάνα στο σπίτι, μπορεί, μπορεί. Ο άλλος να είναι φοιτητής, μπορεί. Αυτό που προσπαθώ να υπάρχει ένας περιορισμός είναι στο ποτό, γιατί έχω τύχει μέχρι και σε αλκοολικό σερβιτόρο, εκεί λοιπόν προσπαθώ να το σταματάω. Αυτό λοιπόν ξεκινάει κατευθείαν με το που έρχεται ο άλλος, «Πόσα θα πάρω, πόσα θα πάρω, θα πάρω χίλια, θα πάρω χίλια διακόσια;». Η δε κουζίνα μπορεί μέχρι να διπλασιαστεί μέχρι και ο μισθός, δηλαδή έχω δώσει μέχρι, εγώ προσωπικά, μέχρι χίλια οχτακόσια σε παιδί που είναι στην κουζίνα. Παρόλα αυτά με κρέμασε, με παράτησε πάνω στον φόρτο εργασίας. Αυτό συμβαίνει που έλεγα κακοί χαρακτήρες στη δουλειά μας. Οπότε, λοιπόν, ξεκινάς και λες, κάθε φορά ρωτάω, τον βλέπω, τον τσεκάρω, καλό χαρακτήρα. Πώς θα μάθει; Θα μάθει. Θα [00:20:00]έχεις δυο τρεις παλιούς στους οποίους έχεις εμπιστοσύνη, αυτοί θα παίρνουν τις παραγγελίες, αυτοί θα δουλεύουν, αυτοί θα ρολάρουν και οι άλλοι θα είναι οι βοηθητικοί. Όταν είσαι βοηθητικός, δεν έχεις άγχος, δεν έχεις λογαριασμούς, δεν έχεις να κάνεις με λεφτά, δεν έχεις να κάνεις τίποτα. Πού λοιπόν είναι το δύσκολο, είτε τα νέα τα παιδιά δεν θέλουν να εργαστούνε. Εγώ, ρε παιδιά, δεν ξέρω, το βρίσκω ικανοποιητικό, εγώ δηλαδή πέρα από το κομμάτι της εστίασης, όταν έκανα και το κομμάτι που σας είπα πριν το, σε έργα, δηλαδή δούλευα στο αεροδρόμιο στα Σπάτα, δούλευα σε άλλα έργα και, ξέρετε, τα πρώτα χρόνια μου έλεγε ο μάστορας: «Δεν πληρώνεσαι, σου μαθαίνω τη δουλειά». Αν αυτό το πεις σε κάποιον τώρα, θα σε βρίσει. Δεν θέλω να το κάνω ασφαλώς αυτό το πράγμα, έχω μάθει παιδί τη δουλειά και πληρωνόταν κανονικότατα. Και επίσης ένας φίλος μου, τώρα που το θυμήθηκα, ένα παιδί, αδελφικός μου φίλος, μεγαλώσαμε μαζί, δούλευε στην Αθήνα, σούπερ μάρκετ από 'δώ κι από 'κεί και το παιδί αποφάσισε να κάνει στροφή καριέρας και μου λέει: «Θέλω να με μάθεις κουζίνα». Ερχόταν επί ένα μήνα, ενάμιση, αρνιόταν να πληρωθεί, ήθελε απλά να τον μάθω, προσπάθησα απεγνωσμένα να του βρω μαγαζιά στην Αθήνα να εργαστεί, να μάθει, δεν ήθελε κανένας να τον πάρει, κανένας. Γιατί σου λέει: «Δεν μπορώ να το πληρώσω και να του βάλω ασφάλεια και να την ξέρει τη δουλειά μόνο ένα-ενάμιση μήνα». Αγχώθηκα πάρα πολύ, όταν τον είδα και του μάθαινα τη δουλειά, γιατί κουραζόταν, ίδρωνε απίστευτα, δεν άντεχε τις θερμοκρασίες και στεναχωριόμουν που αυτό το παιδί ήταν παντρεμένο και είχε και ένα παιδί κι έλεγα: «Πώς να του πω ότι δύσκολα θα τα καταφέρεις». Και αυτό το παιδί να έχουμε μεγαλώσει μαζί. Δόξα τω Θεώ, λοιπόν, βρήκε ένα μικρό μαγαζάκι, ξεκίνησε από ένα μικρό μαγαζί, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά και τώρα παίρνει σχεδόν δυόμισι μισθούς. Αυτή η δουλειά έχει λεφτά σαν, δηλαδή αυτό που λέγαμε πριν, ο μάγειρας, ο τυλιχτής, ο ψήστης, έχει. Πολλές φορές εποχιακό, όχι όλη τη χρονιά. Σίγουρα όμως θα πάρεις πολύ μεγαλύτερο μισθό από ό,τι να δουλεύεις σε σούπερ μάρκετ ή να δουλεύεις σε μία αποθήκη, να δουλεύεις σε μία κάβα. Δηλαδή βλέπω τα παιδιά εδώ που μου φέρνουν κάβα πραγματικά τα λυπάται την ψυχή μου και αυτά. Τώρα σαράντα πέντε βαθμούς να κουβαλάνε ένα σωρό πράγματα και να τους ρωτάς και να σου λένε: «Παίρνω πεντακόσια εβδομήντα κι εξακόσια» και να σου λέει: «Δουλεύω εξάωρο», ε, όχι, ρε φίλε. Και να τους λες: «Εδώ πέρα τώρα ψάχνω για εφτάωρο και δίνω το λιγότερο χίλια ευρώ» και δεν έρχεται κανένας, αφήνουν, σε κρεμάνε, σε παρατάνε, «Α, μυρίζει. Α, έχει ζέστη. Α, έχει τσίκνα, έχει μυρωδιά, έχει κούραση, έχει θερμοκρασίες». Δεν ξέρω, εγώ δεν ανήκω σε αυτή τη γενιά. Εγώ βίωσα δύσκολα χρόνια, οπότε μου φαίνονται για γέλια αυτά, για γέλια. Τέλος πάντων, το θεωρώ ακόμα και στο χωριό σου από ένα μικρό περιβάλλον, να ψάχνεις να βρεις ένα παιδί να έρχεται με τα πόδια στη δουλειά, να βγάζει σίγουρα χίλια διακόσια, χίλια τριακόσια ευρώ τον μήνα, να είναι δεκαέξι, δεκαεπτά, δεκαοκτώ χρονών, να παίρνεις υπογραφή από τον πατέρα του για να τον ασφαλίσεις, απίστευτο, και να μη θέλουν να 'ρθούνε. Όλα ξεκινάνε από την οικογένεια και αυτό που είπα, τα επιδόματα. Ναι μεν, να τα πάρουν αυτοί που τα αξίζουν και διπλά. Όχι απλά να μοιράσουμε παντού, για να κατευνάσουμε τον κόσμο, να μην μιλάει. Το κομμάτι λοιπόν, ένα αυτό, της εστίασης με τον κορονοϊό ήταν αυτό. Δεύτερο κομμάτι είναι, πέθαναν όλα. Είναι λυπηρό, δηλαδή τώρα που καθόμαστε εδώ και μιλάμε βλέπω ένα, δύο, τρία μαγαζιά τα οποία κλείνουν για πάντα, κλείνουν για πάντα. Όταν σε ένα μικρό τουριστικό παραθαλάσσιο μέρος είμαστε δέκα καταστήματα, δεκατρία και ο άλλος κάνει τη βόλτα του, βλέπει τον κόσμο σε μια καφετέρια, βλέπει στην ψαροταβέρνα, βλέπει σε μεζεδοπωλείο, υπάρχει μια κίνηση, υπάρχει ένα συναίσθημα ότι είμαι διακοπές, είμαι σε ένα παραθαλάσσιο μέρος. Όταν το ένα μαγαζί ξεκινάει να κλείνει το ένα πίσω από το άλλο και βλέπεις ξαφνικά μαυρίλα, δεν υπάρχει περίπτωση σε αυτόν τον τόπο να 'ρθεί ο περαστικός, ο ταξιδιώτης, ο τουρίστας μόνο για πέντε-έξι μαγαζιά. Δεν θέλουμε λοιπόν να κλείνουν και, σε εισαγωγικά, εμείς να κρατάμε τον άλλο κόσμο. Θέλουμε να ανοίγουμε να δημιουργηθεί η λεγόμενη πιάτσα, θέλουμε να είμαστε πολλά, να είναι μία απίστευτη περατζάδα, να υπάρχει ανάπτυξη. Δεν θέλουμε να κλείνει ο ένας πίσω από τον άλλο. Και ας είναι και στον ίδιο τομέα, ας μην υπάρχει μία ψαροταβέρνα, να υπάρχουν πέντε, να μην υπάρχει ένας στον τομέα του κρέατος, να υπάρχουν τρεις, τέσσερις, πέντε. Να μην υπάρχει ένα μεζεδοπωλείο, να μην υπάρχει μία καφετέρια, να υπάρχουν πολλά. Δημιουργείται ο πόλος έλξης για τον πελάτη. Όπως είπα, τώρα που βλέπω, βλέπω τρεις που κλείνουν, ιστορικά μαγαζιά τα οποία είναι πάνω από πενήντα χρόνια, δεν πρόκειται να ξανανοίξουν. Υπερδιπλασιασμός τιμών. Έχουν εκτοξευτεί, μία με κορωνοϊό, μία με τη λεγόμενη ενεργειακή κρίση, στο πάσαραν έτσι, και μετά ήρθε ο πόλεμος της Ουκρανίας. Πώς να τα χαρακτηρίσουμε τώρα όλα αυτά που συμβαίνουν, τέλος πάντων, όπου υπάρχει υπερδιπλασιασμός της τιμής της πρώτης ύλης. Τι τιμή θα βάλεις εσύ στον πελάτη, πόσο θα πουλήσεις, δηλαδή πόσο θα αυξήσεις εσύ ένα πιάτο, ένα πιάτο το οποίο ήταν στα έξι ευρώ, ποσό πρέπει να το πας; Όταν έχει υπερπλασιαστεί το γκάζι, όταν έχει υπερπλασιαστεί το ρεύμα, έχει το λάδι, το αλεύρι, το αλεύρι που ζυμώνεις ψωμί, το αλεύρι που περιέχει ή στις ζωοτροφές που τρώει το κρέας το οποίο εσύ επεξεργάζεσαι, όταν εσύ επεξεργαστείς το κρέας, έχει ακριβύνει το κάρβουνο, έχει ακριβύνει το γκάζι. Το ρεύμα που βλέπεις για να επεξεργαστείς το κρέας έχει ακριβύνει, τα πάντα. Τι τιμή θα βάλεις εσύ, τι θα πεις στον πελάτη, ντρέπεσαι να το πεις. Πόσες φορές έχουμε απορροφήσει ακρίβειες που ο πελάτης δεν τις ήξερε, δεν τις γνώριζε και όταν καμιά φορά κάνεις αύξηση, σου λέει: «Πάλι το ακρίβυνες». Τι θα πει, με το δίκιο του ξεσπάει σε εσένα, όπως κι εγώ ξεσπάω στους προμηθευτές και οι προμηθευτές με το δίκιο τους λένε: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Αλυσίδα είναι αυτό το πράγμα. Όπως και εσύ θα πας στο σούπερ μάρκετ και θα βρεις ένα έρημο παιδί που δουλεύει εκεί πέρα και του λες: «Πω, πήγαν τα μακαρόνια τόσο», τι φταίει και το παιδί που είναι εκεί; Τι φταίω και εγώ. Μα δεν θέλω εγώ να πουλήσω ένα πιάτο, π.χ., δέκα ευρώ, μπορώ να το πουλήσω πέντε και να πουλήσω τρία πιάτα; Η κατανάλωση φέρνει τον παρά, δεν θέλω να πουλήσω ένα ακριβό, θέλω να πουλάω εκατό και πιο φθηνά. Εκεί θα έρθει το κέρδος, ειδικά στο δικό μου το κομμάτι εγώ θέλω κατανάλωση, δεν ανήκω σε ένα ρεστοράν που θα μπει κάποιος και θα φάει μέσα εκατό ευρώ το άτομο. Ανήκω στα φθηνά φαγητά, στο γρήγορο φαγητό, άρα θέλω κατανάλωση. Άρα όσο ανεβαίνει η πρώτη ύλη, όσο ανεβαίνουν τα πάγια έξοδα, πέφτει η καθημερινή κατανάλωση, πέφτουν τα delivery, πέφτουν οι όρθιοι, πέφτουν η παρεούλα που θα βγει έξω για το φθηνό φαγητό, γιατί δεν μπορεί. Σκέφτεται το ρεύμα, σκέφτεται το σούπερ μάρκετ που πρέπει να πάει, σκέφτεται τα πάντα. Οπότε μας έχει κάνει μεγάλη ζημιά.
Και μετά έρχεται ο κορωνοϊός και η καραντίνα.
Η καραντίνα.
Και το κράτος υποχρεώνει τα καταστήματα εστίασης να κλείσουν, πώς ήταν αυτή η κατάσταση για εσάς;
Έχει πάρα πολλή πλάκα, θυμάμαι ένα, την πρώτη μέρα που έγινε, πραγματικά ήταν λες και ξέσπασε επιστράτευση, όπως βλέπουμε τώρα στην τηλεόραση με Ρωσία που γίνονται απίστευτα λάθη. Η εφημερίδα της κυβερνήσεως ήταν ξεκάθαρη. Θυμάμαι ότι διαβάζαμε με τη σύζυγό μου και έλεγε ότι: «Όσοι έχουν ΚΑΔ», ο ΚΑΔ για τον κόσμο ο οποίος δεν ξέρει είναι σε τι ΚΑΔ ανήκεις, δηλαδή τι επάγγελμα κάνεις, άλλα υπαγόμαστε εμείς, άλλα οι καφετέριες, άλλα οτιδήποτε άλλο. «Όποιος, λοιπόν, έχει ΚΑΔ για delivery, μπορεί να μείνει ανοιχτός να εξυπηρετεί διανομή». Περνούσε αστυνομία: «Κλείστε, φύγετε και σε μία ώρα μην δεν είστε εδώ». Να προσπαθείς τώρα να συνεννοηθείς με τις αρχές ότι: «Καλέ μου άνθρωπε, έχω ΚΑΔ, μπορώ να εξυπηρετήσω delivery, εγώ θα είμαι κλειστός, ένα μηχανάκι, λοιπόν, με όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό, με το αντισηπτικό του το παιδί, με τη μάσκα του, με τα γάντια του κιόλας να πάει διανομή», «Όχι». Είχε πάρα πολλή πλάκα αυτό, τώρα έχει πλάκα, γιατί τότε νευριάζαμε. Φτάσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο μέχρι και τα κεντρικά της αστυνομίας στο Αγρίνιο και μετά από τρεις-τέσσερις φορές που τους λέγαμε ότι έχουμε ευπαθή προϊόντα, έχουμε ψωνίσει για σαββατοκύριακο αρκετά χρήματα, δεν θα μιλήσω για την κάβα, δεν πάει χαμένη, δεν έπαθε τίποτα, δεν θα μιλήσω αν έχει ζάχαρες και τέτοια, δεν παθαίνει τίποτα, αλλά όταν έχεις κοτόπουλα, όταν έχεις χοιρινά, όταν έχεις πατάτες καθαρισμένες, όταν έχεις μαναβική, αυτά θα πάνε τη Δευτέρα όλα για πέταμα. Και δεν είναι μόνο ούτε πόσο τα ψώνισες ούτε μόνο που έχεις το ρεύμα που είναι να συντηρηθούν σε ψυγεία, γιατί εμείς δεν έχουμε οικιακά ψυγεία, μην φαντάζεται ο κόσμος κάτι τέτοιο, έχουμε θαλάμους, οι οποίοι θάλαμοι είναι τριφασικοί, καίνε πάρα πολύ ρεύμα, είναι πολλά τα έξοδα. Είναι και το κέρδος που έχασες και μετά ήρθε και να μου πει: «Πάρε οχτακόσια ευρώ», οχτακόσια ευρώ σ' εμένα και οχτακόσια ευρώ και στο παιδί το οποίο εργάζεται, θα πάμε σε αυτό το κομμάτι σε λίγο. Φτάσαμε λοιπόν να παίρνουμε τηλέφωνο μέχρι και την αστυνομία στα κεντρικά στο Αγρίνιο και να σου λέει: «Κλείσ' το». Στο τρίτο τηλέφωνο δεν μας σήκωναν καν το τηλέφωνο, έβλεπαν τον αριθμό και δεν μας το σήκωναν και παίρναμε από άλλο κινητό και το σήκωναν και μας έλεγαν: «Έχω τροχαίο, μην μας παίρνετε» και μας το έκλειναν, λες και δεν έχουν τηλεφωνικό κέντρο, έχουν μόνο ένα τηλέφωνο. Φτάσαμε να πάρουμε μέχρι και τον Δήμαρχο και ο Δήμαρχος μας ζήτησε μία χάρη: «Κλείστε, βρε παιδιά, να είστε καλά και θα δούμε αύριο τι θα γίνει». Ένα απόλυτο μπάχαλο, πραγματική επιστράτευση, λες και πηγαίναμε σε πόλεμο. «Μην σε πιάσω να είσαι ανοιχτός και να εξυπηρετείς delivery, θα σε πάω μέσα», για γέλια. Κλείσαμε λοιπόν εκείνη τη μέρα, ανοίξαμε μετά την επόμενη και, παρένθεση, είχαμε τυπωμένο, είχαμε τυπώσει και με τη γυναίκα μου θυμάμαι, την εφημερίδα της κυβερνήσεως που ήταν ξεκάθαρος ο νόμος όπου έλεγε ότι όσοι έχουν ΚΑΔ διανομή είναι ανοιχτοί. Δηλαδή, τι να πω, γελοία πράγματα. Τέλος πάντων, ανοίγουμε την επόμενη μέρα, εντάξει, ένας πανικός, όλος ο κόσμος ήταν τρομοκρατημένος, τι θα έρθει. Σκηνές πολλές, πρώτος πανικός, δεύτερον, για τον κόσμο άγχος, τρίτο, ένας πανικός από τους εργαζόμενους και από εμάς, τι θα κάνουμε. Έρχεται μετά μια ηρεμία, σε εισαγωγικά, από τους εργαζόμενους ότι... Δεν το κατάλαβαν το κακό που έρχεται, στην αρχή νόμιζαν: «Ωραία, πάρτε». «Καθόμαστε και παίρνουμε οκτακόσια ευρώ». Εκεί ήταν το μεγάλο λάθος, δεν κατάλαβαν αυτά τα παιδιά τι κακό θα ακολουθήσει μετά. Το μόνο που σκέφτηκαν ότι, π.χ.: «Δουλεύω εγώ, δουλεύει και η γυναίκα μου, ωραία, θα πάρουμε χίλια εξακόσια ευρώ, π.χ., και αυτόν τον μήνα θα αράξουμε σπίτι. Ωραιότατα, να αράξουμε σπίτι». Αργότερα τι θα γίνει το σκέφτηκε κανένας; Και όχι χίλια εξακόσια και δύο και δυόμισι χιλιάδες να τους πάρει. Ο αντίστοιχος συνάδελφός μου στη Γερμανία έπαιρνε σαράντα χιλιάδες ευρώ και δυόμισι χιλιάδες ευρώ, αν θυμάμαι καλά, κάθε υπάλληλος. Τέλος πάντων. Παίρνει, λοιπόν, το παιδί το οποίο εργάζεται, είτε εργαζόταν δίωρο, είτε εργαζόταν οκτάωρο, έπαιρνε οχτακόσια ευρώ. Ωραία, εμένα λοιπόν που έχω και νοικιασμένο μαγαζί, που δουλεύω και εγώ, δούλευε και η [00:30:00]γυναίκα μου που δεν φαίνεται, δούλευε και η μητέρα μου που δεν φαίνεται, πήραμε οχτακόσια. Εμείς αυτά τα οχτακόσια έπρεπε και το ενοίκιο να πληρώσουμε-. Παρένθεση, σε αυτό που έλεγε ότι: «Μειώσαμε τα ενοίκια», εμένα δεν μου το μείωσε, ο λόγος ήταν ο εξής. Εμένα, βάζω τον εαυτό μου γιατί είναι και πάρα πολλοί σαν εμένα, γιατί φαινόταν υποκατάστημα. Οπότε σου λέει: «Φίλε μου, αφού εσύ έχεις υποκατάστημα δεν δικαιούσαι μείωση», το κεντρικό είναι δικό μου, το υποκατάστημα είναι νοικιασμένο. Ναι, το κεντρικό όμως βάση τζίρου φαίνεται ότι είναι κλειστό δύο χρόνια ή φαίνεται ότι ανοίγει τέσσερις, πέντε, δέκα, είκοσι μέρες τον χρόνο, δηλαδή δεν έχει καθόλου εισόδημα το κεντρικό. Ζω από το υποκατάστημα, πώς λοιπόν δεν μου επιδοτείς το ενοίκιο, άρα όπως έπαιρνα την επιδότηση, θα έπρεπε να πάω να το δώσω στο ενοίκιο. Αφού δίνεις οχτακόσια ευρώ σε έναν υπάλληλο, να ζήσει το παιδί αυτόν τον μήνα, δώσ' μου κι εμένα τα πάγια έξοδά μου και οχτακόσια ευρώ σ' εμένα. Ας έχω εγώ περισσότερο άγχος, περισσότερα έξοδα, εργάζομαι περισσότερο, ας δουλεύει η γυναίκα μου, ας, ας, ας, δεν πειράζει. Δώσ' μου το ενοίκιο, δώσ' μου, με τιμολόγια, γιατί πάμε και στο κομμάτι της φοροδιαφυγής. Ψώνισες μαύρα; Καλά να πάθεις, να μην το πληρωθείς. Τα έχεις τα τιμολόγια σου; Αποζημίωσέ μου τα ευπαθή προϊόντα, αποζημίωσέ μου το ενοίκιό μου και το ρεύμα μου, γιατί κάποια ψυγεία ίσως πρέπει να μείνουν ανοιχτά. Κάποιος καταψύκτες πρέπει να μείνουν ανοιχτοί. Αποζημίωσέ μου, λοιπόν, το ρεύμα, το ενοίκιο και δώσε μου και μένα οκτακόσια, δεν βαριέσαι, και εγώ μεροκάματο είμαι, ούτε αυτό έγινε, για γέλια. Έρχεται τώρα το κομμάτι τα παιδιά τα οποία εργάζονται, δεν κατάλαβαν ότι αυτό είναι ένα ντόμινο και από τη στιγμή που, εισαγωγικά, εργοδότης δεν είμαι εγώ, εργοδότης είναι το μαγαζί που ζούμε όλοι. Άρα, όταν λέω εργοδότης, εννοώ το μαγαζί και όχι εμένα. Από τη στιγμή που ο εργοδότης σου θα ξεκινάει να έχει μία πτωτική πτώση, θα χάσεις και εσύ τη δουλειά σου. Θα πέσει η δουλειά σου, θα πέσουν οι ώρες σου, θα πέσουν τα tips σου. Που όταν πάμε στην εστίαση, ο πολύς ο κόσμος δεν ξέρει ότι πάμε πολλές φορές σε καταστήματα τα οποία έχουν και καλά tips. Μπορεί να μην είναι καλός ο μισθός, μπορεί κάπου να παίρνεις χίλια και κάπου να παίρνεις οχτακόσια, αλλά κάπου θα βγάλεις διακόσια tips και κάπου θα βγάλεις εξακόσια. Υπάρχει μία βαθμίδα, η βαθμίδα είναι ξεκινάς στις καφετέριες, έχει χαμηλά tips ή τα take away δεν έχει, ξεκινάς μία… Ταβέρνες οι οποίες και εστιατόρια ασχολούνται με κρέας και πας μια μεγαλύτερη βαθμίδα, μπορεί να είναι οι ψαροταβέρνες ή να δουλεύεις σε ξαπλώστρα σε παραλία. Αυτά είναι βαθμίδες τα tips, τα παιδιά τα οποία το κάνουν χρόνια αυτό το πράγμα το κοιτάνε. Μπορεί να πάω κάπου με λιγότερο μισθό, αλλά παίρνω καλύτερα tips. Τα οποία, κακά τα ψέματα, είναι στην τσέπη σου, καλά λεφτά και στην τσέπη σου. Κάποιοι ζουν από αυτό. Οπότε, λοιπόν, δεν κατάλαβαν τα παιδιά ότι αυτό θα είναι ένα domino που θα ακολουθήσει αργότερα. Αφού λοιπόν ξεπερνάω αυτό το πράγμα, η χαρά ότι πήραμε οχτακόσια ευρώ και αράξαμε σπίτι και εγώ και η γυναίκα μου και οτιδήποτε, ωραία, ξεκινάει ότι, εντάξει, ξαφνικά γίναμε όλοι αθλητές, έτσι; Όλοι περπατάγανε πάνω κάτω και καλά έκανε ο κόσμος. Έτρεμε η ψυχή μας, μας κυνηγούσαν, πραγματικά δεν ξέρω, αν ήμουν ο Ρωχάμης, ο Κοεμτζής, δεν ξέρω, τον έχω γνωρίσει και τον άνθρωπο. Δεν ξέρω και ήμασταν, έτρεμε η ψυχή μας μην μπει κανένας χωρίς μάσκα, να πάρει μια πιτούλα στα όρθια, έτρεμε… Δεν μπορώ να σου περιγράψω, θυμάμαι ένα σκηνικό πολύ αστείο. Έχει σταματήσει δίπλα από το μαγαζί μου ακριβώς γιατί είναι γωνία, ένα κλουβάκι της αστυνομίας και ένα περιπολικό, έχουν βγει από το κλουβάκι νομίζω έξι άτομα και τρεις από το περιπολικό, εννιά άτομα, πραγματικά νόμιζα ότι γίνεται κάποια επιχείρηση για σύλληψη ναρκωτικών. Οι τέσσερις πήγαν στο δίπλα κατάστημα, τέσσερις-πέντε μπήκαν σ' εμένα. Λέω: «Παναγιά μου, τι έγινε;». Μπαίνουν μέσα, να ψάχνουν αποθήκες, μην είναι κανένας, ναι, ναι, τουαλέτα, μου ζήτησαν πιστοποιητικό, το αστείο ποιο ήταν; Μου ζήτησαν πιστοποιητικό τα πάντα, με σκάναραν όλα, όλα. Ήταν ένα παιδί το οποίο έπαιρνε πίτα στα όρθια, αυτό το παιδί είχε πιστοποιητικό το οποίο δεν κατάλαβε ποτέ κανείς και δεν εξήγησαν στον κόσμο, την ώρα που λήγει το πιστοποιητικό έχει ένα σταυρό συν, συν δύο ώρες, αυτό δεν το εξήγησαν ποτέ στον κόσμο. Όταν, λοιπόν, τον σκάναρες με το GOV, μπορεί να έδειχνε κόκκινο, αλλά δικαιούσαι συν δύο ώρες. Το χαρτί του, το πιστοποιητικό το γράφει πάνω, ακόμα και η εφαρμογή που το κατεβάζεις το γράφεις. Οπότε ο αστυνομικός ο οποίος σκάναρε το παιδάκι του έλεγε: «Είσαι κόκκινος, για ποιο λόγο βγήκες έξω και θα γράψω και αυτόν που σε σέρβιρε και δεν σε σκάναρε». Εγώ έπρεπε να σκανάρω και τον πελάτη, έπρεπε να γίνω και μπαμπούλας. Έπρεπε να προσλάβω ένα άτομο να κάθεται εδώ στην πόρτα, ποιο είναι αυτό το άτομο, δεν ξέρω, από τη στιγμή που δεν είχα τραπέζια, το ένα το άλλο, έπρεπε να προσλάβω εγώ όμως άτομα και να το έχω εδώ όρθιο να σκανάρει άτομα. Αυτό το παιδί ήταν νόμιμα εδώ, ήθελαν να πάνε μέχρι κι εμένα μέσα. Ο συγκεκριμένος αστυνομικός ο οποίος σκάναρε το παιδί και ήθελε να μας πάει όλους μέσα, όταν άνοιξε η εστίαση, ήταν ο ίδιος που ήρθε και έφαγε και ήταν και ανεμβολίαστος. Για γέλια. Συγγνώμη, γιατί πήγα να τον σκανάρω και τον είδα ότι ήταν, δεν ήταν με πιστοποιητικό και καλά έκανε, δικαίωμα του καθε μιανού [ενός] αν θα το κάνει το εμβόλιο ή όχι. Αλλά δεν χρειάζεται τόσο υπερβάλλων ζήλος, όταν και εσύ δεν είσαι καν εμβολιασμένος, εντάξει, δεν χρειαζόταν αυτό. Την επόμενη Κυριακή ξανάρθε ο ίδιος και ρώτησε και έμαθε ότι από τη στιγμή που λήγει το πιστοποιητικό δικαιούσαι συν δύο ώρες. Όποιος θέλει μπορεί να το ψάξει πάνω να το δει, γράφει ένα συν δύο. Λοιπόν, γινόταν σκηνικά απείρου κάλλους, μας κυνηγούσαν, τι να σου πω; H μητέρα μου έγραφε χαρτί, ήθελε να πάει στην αδερφή της, μία γυναίκα που δεν τελείωσε ούτε το δημοτικό, έγραφε χαρτάκι: «Πάω στην αδερφή μου». Τι να γράψει αυτή η γυναίκα, ότι: «Βγήκα έξω για τζόκιν» ή να στείλει μήνυμα; Η μητέρα μου εβδομήντα δύο χρονών, αν την έπιαναν στον δρόμο, τι θα έκανε; Αυτός ο άνθρωπος δηλαδή θα μπορούσε να κατέβει να 'ρθεί να φάει σ' εμένα, να το πάρει takeaway, να το πάρει στο χέρι; Με τίποτα, με τίποτα. Κατά τα άλλα σου λέει, λοιπόν: «Όχι, σε άνοιξα, σε άνοιξα για όρθιους και σε άνοιξα και για delivery». Όλοι ξέρουν και όσοι έχουν ασχοληθεί στο κομμάτι της εστίασης δεν είναι ούτε το delivery, ούτε το όρθιο. Εμείς τον πελάτη τον θέλουμε να έρθει να κάτσει, γιατί να καθίσει, γιατί εμείς το κέρδος μας είναι από τα ορεκτικά, είναι από τα πρώτα, θα δει ένας γνωστός τον άλλον ειδικά σε κλειστές κοινωνίες, θα κεράσει τον άλλον. Το να πας το κυρίως πιάτο απλά στο σπίτι είσαι ίσα βάρκα ίσα πανιά. Αν δεν καθίσει ο άλλος να πάρει το αναψυκτικό του, να πάρει την μπίρα του, να πάρει τη σαλάτα του, να πάρει το τζατζίκι το οτιδήποτε, εκεί έρχεται το κέρδος, αλλά κατά τα άλλα σου λέει το κράτος: «Σε άνοιξα». Ωραία, «Σε άνοιξα». Επιστρεπτέα. Εντάξει, ακούσαμε από κάποιους κάποιες στιγμές τρελαθήκαμε, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Δεν είμαι ούτε εφοριακός, άκουσα κάτι τιμές απίστευτες, επιχειρήσεις στον τόπο που λέει πήραν εκατό χιλιάδες, εκατόν πενήντα, δεν τα ξέρω τι είναι αυτά. Ξέρω, εντάξει, αλλά δεν είμαι, δεν τον έψαξα, άλλο τι άκουσα, φήμες πολλές. Εμείς λοιπόν πήραμε δύο επιστρεπτέες, από χίλια ευρώ, σου λέει: «Ας ήσουν επικερδής, ας ήσουν έτσι, ας ήσουν αλλιώς, να πάρεις». Συγγνώμη που είμαι οικογενειακή επιχείρηση, συγγνώμη που παλεύω με τη γυναίκα μου και τη μάνα μου, ακόμα και την ανήλικη κόρη μου, δεκατρεισήμισι χρόνων πολλές φορές να σερβίρει ή να μαζεύει πιάτα το παιδί, συγγνώμη που αντί να κάνει καλοκαιρινές διακοπές το χώνω να εργαστεί, συγγνώμη λοιπόν που δεν δουλεύω για το ΦΠΑ σας, συγγνώμη, για το 24% σας, για το λιμενικό ταμείο, για τα δημοτικά τέλη, συγγνώμη που είμαι οικογενειακή επιχείρηση και έφτασα να πάρω χίλια ευρώ επιστρεπτέα και συγγνώμη τώρα μου τη ζητάτε πίσω. Οξύμωρο μέσα στην καραντίνα. Αφού, λοιπόν, μαζευτήκαν οι καρέκλες και τα τραπέζια, ένα άλλο απλό παράδειγμα. Απέναντι έχουμε νοικιασμένα πόσα τετραγωνικά από το λιμενικό ταμείο, αποτελούνται από δεκατρία τραπέζια δίπλα, έρχεται το λιμενικό ταμείο, όταν ανοίγει η εστίαση, και μας λένε: «Αραιώστε τα τραπέζια, να κρατήσετε τις αποστάσεις που χρειάζονται». Αντί λοιπόν για δεκατρία τραπέζια, αυτά έπρεπε να γίνουν δέκα, μία απλή πράξη μαθηματική. Τρία τραπέζια την ημέρα, δεν θα σου βάλω το καλοκαίρι, θα σου βάλω τριάντα μέρες, που τον Αύγουστο περιμένεις εκείνο τον μήνα να δουλέψεις και είσαι γεμάτος. Αυτά τα τρία τραπέζια θα γεμίσουν δύο φορές, άρα μιλάμε για έξι παρέες την μέρα, άρα πόσες παρέες μιλάμε τον μήνα; Εκατόν ογδόντα παρέες, να βάλουμε πόσα λεφτά θα ήταν αυτά; Σαράντα-πενήντα ευρώ να βάλεις μέσο όρο, βάλε πόσα λεφτά έχασες έναν μήνα που από αυτόν τον μήνα περιμένεις να ζήσεις όλο τον χρόνο και έρχεται λοιπόν το λιμενικό ταμείο και σου λέει: «Αραίωσε τα τραπέζια σου, για να έχουμε αποστάσεις», τα αραιώνεις τα τραπέζια σου, τα βγάζεις. Αυτά τα τραπέζια τα έχεις μαζεμένα οκτώ μήνες και έρχεται το λιμενικό ταμείο και σου λέει: «Τώρα που σου επέτρεψα να βάλεις τραπέζια θα μας πληρώσεις όλη τη χρονιά» και τους λες εσύ με το απλό σου το μυαλό: «Βρε παιδιά μου, οκτώ μήνες τα είχα μαζεμένα, γιατί να σας πληρώσω για όλη τη χρονιά; Δεν πρέπει να σας πληρώσω για τέσσερις μήνες;». «Τι να κάνουμε, τώρα, όμως, σου επιτρέπουμε, αν θέλεις πάρε τα τέσσερα τραπεζάκια και βάλ' τα κάπου παραπέρα, να μην είναι συνωστισμένα». «Ωραία, τα τέσσερα, τρία τραπεζάκια τα παίρνω και τα πάω παραπέρα, αλλά μου απομένουν εκατόν είκοσι μέρες να εργαστώ, ενώ εσύ μου ζητάς να σε πληρώσω για τριακόσιες εξήντα μέρες». Να ένα απλό παράδειγμα, παράλογο. Λοιπόν, εσύ έχεις χάσει όλα αυτά τα λεφτά και έρχεται το κράτος και σου λέει: «Δικαιούσαι δύο επιστρεπτέες από τις έξι. Δύο χιλιάδες ευρώ και τώρα γύρνα τα πίσω». Και ό,τι πρόγραμμα βγαίνει, τώρα που βγαίνει ένα πρόγραμμα το οποίο κοιτάμε να εξελιχθούμε και εμείς στη δουλειά μας, να παίρνουμε παραγγελίες ηλεκτρονικά, ίσως να φτιάξω μια σελίδα, το πρώτο που σε ρωτάνε: «Τι επιστρεπτέες πήρες;». Το πρώτο που πρέπει να συμπληρώσεις. Μια παράνοια, δηλαδή δεν ξέρω πού να αρχίσω και πού να τελειώσω με αυτό το πράγμα, μια παράνοια, μια τρέλα, μια τρέλα. Και μετά από αυτή την καραντίνα, εννοείται ότι έρχεται αλυσίδα, πολύς κόσμος έχασε τη δουλειά του, αυτοί οι οποίοι δούλευαν σε σούπερ μάρκετ πέθαναν, πέθαναν στη δουλειά τα παιδιά, έχω απίστευτες ομιλίες που έκανα με παιδιά τα οποία δουλεύουν, που σου λένε ότι δουλεύαν ατελείωτες ώρες και τους έδιναν δύο μπουκάλια κρασί ή στην καλύτερη εκατόν πενήντα ευρώ δωροεπιταγή, αυτά πήραν από τα σούπερ μάρκετ. Δούλεψαν, λοιπόν, οι μεγάλες αλυσίδες, δούλεψαν τα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Ωραία; Και ο απλός ο εργαζόμενος έγινε πιο φτωχός, έχασαν πάρα πολλοί τη δουλειά τους, πάρα πολλά παιδιά έμειναν άνεργα από το κομμάτι της εστίασης, αλλά τώρα για να μην διαστρεβλώνω τα λόγια μου, είναι παιδιά τα οποία ζούσαν από αυτό το κομμάτι και άξιζαν και αποφάσισαν να αλλάξουν τελείως ρότα επαγγελματική, γι’ αυτόν τον λόγο και ζητάγαμε φέτος άτομα και δεν βρίσκαμε, γιατί κάποια παιδιά αγανάκτησαν, κουράστηκαν και λένε: «Ξέρετε κάτι, ζούσα από αυτό το επάγγελμα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, τι, θα μας κλείσουν πάλι, τι θα κάνω; Θα δουλεύω τρεις μήνες και θα κάθομαι τους υπόλοιπους; Και πότε θα προλάβω να μαζέψω τα ένσημα και πότε θα προλάβω να βγω ταμείο και πότε πότε;». Και αναγκάστηκαν τα παιδιά και πήγαν σε σούπερ μάρκετ και εμείς ψάχναμε εστίαση. Και είναι λοιπόν και αυτοί οι οποίοι δεν θέλουν να εργαστούν, είναι δύο. Ή θέλουν να εργαστούν ελάχιστα ή δεν θέλουν ευθύνες, θέλουν καλά λεφτά, λίγες ώρες και πάει λέγοντας. Αυτά τα δύο, είναι τα παιδιά που άξιζαν που τα χάσαν και είναι και αυτοί που μπορεί να μην θέλουν και είναι [00:40:00]αυτοί που το παλεύουν ακόμα. Οπότε λοιπόν, πάρα πολλά άτομα έχασαν τη δουλειά τους, πάρα πολλές οικογένειες έπεσε πάρα πολύ το βιοτικό τους επίπεδο, που εμείς απευθυνόμαστε, όπως σου είπα, σε χαμηλό επίπεδο. Ο άλλος θα πάρει τηλέφωνο, θα πάρει δύο πίτες, θα 'ρθεί να φάει με την οικογένειά του με είκοσι ευρώ μπορεί να φάει, να πάρει από δυο πίτες, οτιδήποτε. Τρως με είκοσι ευρώ, στο δικό μου μαγαζί βγαίνεις με είκοσι ευρώ, οικογένεια με τέσσερα άτομα και τρώει. Και όμως δεν μπορεί, δυσκολεύεται. Βλέπεις ότι φέτος δεν έφευγε ποτό καθόλου, με το νερό, σου ζήταγαν κανάτα νερό. Δεν βλέπεις ότι κάτι πάει λάθος; Θέλει πολύ; Δεν θέλει. Δεν βλέπεις ότι δεν φεύγουν τα ορεκτικά; Κοιτάει ο άλλος να πάρει ένα κυρίως, να χορτάσει και να πάει σπίτι του, δεν είναι ντόμινο αυτό; Δεν θα πάρω λιγότερα άτομα εγώ για δουλειά; Δεν θα διώξω νωρίτερα; Θα μπορέσω τον χειμώνα να κρατήσω άτομα; Όχι. Τι έκανα; Ξεκίνησα να κλείνω μέρες τον χειμώνα. Γιατί; Για να μειώσω τα έξοδά μου, γιατί δεν βγαίνει το ρεύμα, να κλείσω κάνα ψυγείο. Ό,τι μπορώ να εξοικονομήσω, να μην καίγεται το γκάζι, να μην καίει το κάρβουνο, δεν γίνεται, πρέπει να κλείσω μέρες. Δηλαδή αντί να σκεφτόμαστε πια, πώς θα ανοίξω το τόξο της εργασίας, πώς θα εξελιχθώ επαγγελματικά, πώς θα ελκύω κόσμο, βλέπεις ότι αυτό το πράγμα πέθανε, ό,τι και να κάνεις δεν μπορώ να τους βγάλω έξω. Τι μπορώ να κάνω, να μειώσω τα έξοδά μου, όταν τα έξοδά σου ήδη εκτοξεύονται. Ήδη το λάδι τριπλασιάστηκε, το ρεύμα πενταπλασιάστηκε, το γκάζι διπλασιάστηκε, από ένα ευρώ το γκάζι έχει φτάσει δύο, από εννέα ευρώ που παίρναμε το δεκάλιτρο το λάδι έφτασε μέχρι τριάντα οκτώ και τώρα το παίρνουμε είκοσι τέσσερα. Όταν εγώ έχω πέντε φριτέζες, γέμιζα κάποτε με σαράντα τέσσερα ευρώ και τώρα γεμίζω τις φριτέζες για τρεις μέρες με εκατόν ογδόντα, πόσο να την πουλήσεις την πατάτα. Πόσο; Μια μερίδα πατάτες, θα έρθει μια οικογένεια και θα πάρει το παιδάκι, πόσο να του πεις τη μερίδα την πατάτα; Πρέπει να του πεις δέκα ευρώ, εννοείται δεν θα παραγγείλει ποτέ, θα σε μουτζώξει και θα φύγει. Θα σε πει και κλέφτη και απατεώνα, τι να του πεις αυτού του ανθρώπου, ότι τρεις φριτέζες είναι με γκάζι και δύο είναι με ρεύμα; Την ανοίγεις τηγανιά και θέλει δίευρο. Τι να του πεις; Τέλος πάντων, τι να πω. Τι άλλο να πω;
Ο κόσμος πώς ένιωθε που εσείς είχατε πάρει έναν ρόλο αστυνομίας, όταν έμπαιναν μέσα; Θυμάσαι έτσι κάποιο σκηνικό που να τσακώθηκες ή να τσακώθηκε κάποιος;
Ναι, ναι, ναι. Τσακώθηκα, τσακώθηκα. Δεν τσακώθηκα, αυτοί εκνευρίστηκαν με εμένα, θυμάμαι ένα σκηνικό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, δεν το περίμενα, ακόμη και από συγγενικά μου πρόσωπα. Δηλαδή θυμάμαι όταν άνοιξε η εστίαση που έπρεπε να μπούνε μέσα μόνο οι εμβολιασμένοι, θυμάμαι ότι έχουν έρθει δύο ξαδέρφια μου με τις γυναίκες τους και έναν φίλο, πέντε άτομα, έχουμε πάρει, έχουμε δώσει εντολή, όλοι είπαμε στο μαγαζί ότι δεν υπάρχει περίπτωση, δεν θα παίξω το κεφάλι μου για κανέναν, ας είναι και η αδερφή μου η ίδια, ας είναι και η μάνα μου η ίδια, και το παιδί μου το ίδιο, δεν με ενδιαφέρει. Εγώ προσωπικά το παιδί μου, το οποίο είναι και ανήλικο, όπως είπα, το ένα από τα δύο, τα έχει κάνει τα εμβόλια. Δεν γίνεται λοιπόν εγώ να πήρα το ρίσκο ως ο κακός και το παιδί μου δεκατριών χρονών να έχει κάνει τα εμβόλια και εσύ να θες να πάρω εγώ το ρίσκο για το πρόστιμο, για το αυτόφωρο, για το οτιδήποτε, να με πάνε μέσα γιατί εσύ απλά θες να φας. Και δεν θες να το κάνεις, δικαίωμά σου μην θες να το κάνεις, σεβάσου όμως και εμένα που δεν είμαι μπαμπούλας, προσπαθώ απλά να επιβιώσω. Αν εγώ πάω σπίτι μου και πω στη γυναίκα μου: «Ξέρεις κάτι; Σήμερα με έγραψαν δέκα χιλιάδες ευρώ, γιατί άφησα κάποιον μέσα να 'ρθεί να πιει μια μπίρα». Με τι μούτρα θα πάω και εγώ σπίτι μου και θα δούμε ότι το σπιτικό μας φτώχυνε κατά δέκα χιλιάδες ευρώ για μια μπίρα. Όχι, λοιπόν, δεν το παίρνω αυτό το ρίσκο, δεν συμφωνώ με το μέτρο της κυβέρνησης, είναι για γέλια, δεν πέρασα σε καμία σχολή αστυνομίας, δεν έδωσα για αξιωματικών, δεν έκανα τίποτα, έμαθα να είμαι μάγειρας, έμαθα να είμαι αυτό το πράγμα, αφήστε με να κάνω αυτό το πράγμα. Αν θες εσύ, βάλε εσύ ελεγκτικό μηχανισμό. Ούτε λοιπόν θα βάλω άτομο στην πόρτα, που δυστυχώς έγινα εγώ ο ίδιος αστυνομικός. Ήρθαν, λοιπόν, αυτά τα πέντε άτομα, κάθισαν. Μια παρένθεση, υπήρχε περίπτωση να μπει μέσα έλεγχος, οι άνθρωποι να έχουν καθίσει, εσύ το πρώτο που κάνεις είναι στρώνεις στον κόσμο, τους χαιρετάς και μετά τους λες: «Γεια σας, παιδιά, να δούμε τα πιστοποιητικά». Οπότε ο ένας μπορεί να είναι τουαλέτα ή ο ένας μπορεί να είναι όρθιος να μιλάει ή να δει τι έχει η κουζίνα και υπάρχουν και αυτοί που λέγαν ψέματα. Υπάρχουν και αυτοί οι οποίοι έμπαιναν μέσα και κοίταγαν να σκανάρεις τους άλλους και αυτοί κοίταγαν με κάποιο τρόπο να ξεφύγουν και εσύ τους κυνήγαγες από πίσω σαν τον μπαμπούλα. Έπρεπε να σκεφτείς κι αυτά. Υπήρχε, λοιπόν, περίπτωση να μπει κάποια στιγμή ένας έλεγχος μέσα και να τους πιάσουν αυτούς με στρωμένο τραπέζι, άντε να αποδείξεις εσύ ότι δεν πρόλαβα να τους σκανάρω και ότι δεν έχουν πιστοποιητικά. Γιατί έξω καθόντουσαν με πιστοποιητικό με covid, με τεστ, με τα rapid. Μέσα, λοιπόν, έπρεπε να καθίσουν ή με νόσησης ή με εμβολιασμού. Άντε εσύ να αποδείξεις ότι δεν πρόλαβα ή σου έκατσαν τέσσερις παρέες μαζί. Όταν έχεις πληγεί οικονομικά, πόσο προσωπικό θα έχεις; Δέκα άτομα; Εννοείται το προσωπικό σου έχει μειωθεί, αυτό το παιδί, λοιπόν, το ένα, τα δύο που είναι έξω έπρεπε να τρέχουν σαν τρελοί. Να μπει ένας έλεγχος μέσα και άντε να αποδείξεις εσύ ότι δεν πρόλαβα να τους ελέγξω ή ο ένας είναι τουαλέτα, μόλις βγήκε. Δεν θα σε πιστέψει κανένας. Από μάγειρας θα γίνεις μάγειρας στον Κορυδαλλό. Θα έβρισκες εκεί δουλειά. Τέλος πάντων, γίνεται αυτό το κομμάτι, έρχονται, λοιπόν, τα πέντε άτομα, ένα από τα πολλά είναι αυτά. «Γιώργο, καθόμαστε;». «Όχι, παιδιά, λυπάμαι, δεν γίνεται». Εντωμεταξύ ένα κομμάτι. Όλοι, λοιπόν, προσπαθούνε να αποφεύγουν τους σερβιτόρους και πάνε πάντα στον υπεύθυνο και πάνε πάντα σε αυτόν που έχει το μαγαζί λες και αυτός δεν δουλεύει να συντηρήσει οικογένεια. «Τι θα μας κάνεις;». «Δεν μπορώ να σας κάνω τίποτα εγώ, δεν σας έφερα εγώ σε αυτή την κατάσταση, δεν ήρθα και εγώ σε αυτή τη κατάσταση. Μας έφεραν άλλοι, μην λοιπόν μου απευθύνεις τον λόγο "τι θα μας κάνεις", πες ένα "τι μας έκαναν, Γιώργο" και δεν έπρεπε καθόλου να μπεις μες σε αυτή την πόρτα και να με φέρεις σε δύσκολη θέση». Γιατί και εγώ πάω σπίτι μου και στεναχωριέμαι που ήρθαν οι συγγενείς μου να με στηρίξουν, να με βοηθήσουν, να φάνε από εμένα και εγώ αναγκάστηκα να τους πω, σε εισαγωγικά, εγώ τους διώχνω. Δεν τους διώχνω εγώ, τους έδιωξε το σύστημα, αλλά εμένα το σύστημα με βάζει με το, χωρίς να θέλω μπροστά. Αναγκάστηκα λοιπόν εγώ να τους πω: «Παιδιά, λυπάμαι, δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω», ναι, εννοείται κάποιοι σου κράτησαν μούτρα για πάντα, εννοείται κάποιοι τους έχασες για πάντα. Οπότε έρχεσαι κι εδώ και έχεις πάλι απέναντί μου το κράτος, πάλι το κράτος με… Γιατί, ξέρετε, δεν είναι πόλη που όλα είναι απρόσωπα πολλές φορές, που περνάει ο ξένος που παίρνει ένα καφέ, που πάει ο άλλος, τρως και δεν τον βλέπεις. Δεν αποτελείται η Ελλάδα μας μόνο από την Αθήνα, γιατί ακόμα και η Θεσσαλονίκη επαρχία την θεωρώ εγώ. Η Αθήνα είναι απρόσωπη που έζησα κι εκεί, η υπόλοιπη Ελλάδα μας αποτελείται από γνωστούς, φίλους, συγγενείς, συμφοιτητές, συμμαθητές, παιδιά που μεγαλώσατε μαζί, δουλεύεις με αυτούς, δουλεύεις με αυτούς, με ανθρώπους που πήγες μαζί σχολείο, που μεγάλωσες μαζί, που είναι συγγενείς σου. Σε αυτούς τους ανθρώπους εγώ πέντε άτομα τους έδιωξα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, παραγγέλνουν ασταμάτητα, όταν τους έχεις σπίτι, όταν είμαστε κλειστοί και αυτοί οι άνθρωποι σε βοηθάνε ενώ είσαι κλειστός να συντηρήσεις και εσύ την οικογένειά σου και βγήκαν αυτοί έξω και εσύ αναγκάζεσαι να τους πεις: «Με συγχωρείτε, παιδιά, πρέπει να φύγετε» και μετά πεισμώνουν. Θα μου πεις καλώς-κακώς πείσμωσαν και εγώ στεναχωριέμαι όταν πάω σπίτι μου, δεν στεναχωρήθηκα; Δηλαδή είναι μόνο το οικονομικό κομμάτι στην μέση, γιατί μιλάμε μόνο για τα οικονομικά, το ανθρώπινο κομμάτι δεν είναι στη μέση, που πας σπίτι σου και είναι το στομάχι σου μαυρισμένο; Έχεις διώξει τους συγγενείς σου, δεν έχεις διώξει απλά ξένους. Ένα αυτό και θυμάμαι ένα σκηνικό πάλι που με πείραξε, πώς έγινε με αυτόν τον άνθρωπο γίναμε και φίλοι. Έχει έρθει ένα παιδί, βρέχει, χειμώνας, έχει έρθει με δυο παιδιά του ανήλικα και με τον πατέρα του, φαινόταν ότι ήταν πατέρας του, ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος και έξω έβρεχε. Πάω να τους σκανάρω, τα παιδάκια δεν χρειαζόταν, έχουν από το σχολείο, ο πατέρας του είχε εμβόλιο, ο κύριος, λοιπόν, ήταν τουαλέτα. Ενώ πήγε τουαλέτα τον περίμενα να βγει, πήγα να τον σκανάρω, μου είπε ότι δεν έχει εμβόλιο, ε, εντάξει εννοείται του είπα: «Δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω. Αν θέλετε εσείς να τα πάρετε πακέτο, μπορώ να εξυπηρετήσω τον πατέρα σας και τα παιδιά». Τον βλέπω βγήκε από το μαγαζί, έβαλε κουκούλες στα παιδάκια, δεν είχε ομπρέλες, δεν είχε τίποτα και πήγαν ακριβώς απέναντι μες στην βροχή και προσπαθούσε με πέντε-έξι χαρτοπετσέτες, χαζό και θλιβερό σαν εικόνα, να σκουπίσει τις καρέκλες να βάλει τα παιδάκια του τα οποία ήταν έξι και εφτά χρονών να καθίσουν να φάνε. Καταρχάς δεν μπορούσε να φτάσει πιάτο έξω, γιατί θα γινόταν μούσκεμα από την βροχή. Δεν γινόταν να το πας να φας. Μου λέει ο σερβιτόρος, μου λέει: «Γιώργο, κοίτα τι γίνεται», μου λέει, «ο άνθρωπος προσπαθεί να καθίσει απέναντι». Εννοείται ότι έβρεχε έξω, ήταν όλα μούσκεμα. Βγαίνω έξω, του λέω: «Καλέ μου άνθρωπε, τι κάνεις, που τα πας τα παιδάκια;». «Τι να κάνω;», μου λέει, «είναι 11 τη νύχτα, δεν τα έχω ταΐσει, πρέπει να φάνε». Δεν γινόταν τα παιδιά να τα αφήσω, δηλαδή θα τους έκανα και το τραπέζι, δεν γινόταν, δεν ήθελα λεφτά, προφανώς κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει, τέτοια ώρα να ψάχνει φαγητό. Εδώ έχει ένα μικρό σκέπαστρο, τον έβαλα κάτω από το σκέπαστρο αυτόν, έφαγαν ο πατέρας του και τα παιδιά μέσα, αυτός έκατσε εδώ απ' έξω. Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, συνέχισε αφού έφτιαξε ο καιρός και τα πάντα να έρχεται, λοιπόν, τις Κυριακές. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα παιδί το οποίο έρχεται από Αθήνα σχεδόν τρεις φορές τον μήνα, είναι χωρισμένος το παιδί, τα παιδιά του ζουν εδώ και έρχεται να δει τα παιδάκια του ο άνθρωπος. Κι έρχεται ο άνθρωπος τρεις φορές και τα έξοδά του και την ταλαιπωρία του και τα βλέπει κι ελάχιστες ώρες. Μια απλή καθημερινή ταλαιπωρία που αυτός ο άνθρωπος έχει ξεκινήσει από Αθήνα, κατάφερε τα παιδάκια του να τα δει οκτώ τη νύχτα, κατάφερε να τα πάρει να τα δει λίγες ώρες και έπρεπε να ταξιδέψει κατευθείαν για Αθήνα. Κι ήρθε σε ένα μαγαζί, που αυτός με το μαγαζί του είπε: «Σήκω, φύγε». Πού να ξέρεις τι σταυρό κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος και αυτός ο άνθρωπος αγανάκτησε τόσο πολύ για να δει τα παιδιά του που είπε: «Θα τα βγάλω έξω στη βροχή». Με αυτό το παιδί γνωρίστηκα, λοιπόν, μετά γιατί συνέχισε να έρχεται και μου το είπε όλο αυτό το σκηνικό και αισθάνθηκα τόσο άσχημα που δεν μπορούσε να περάσει δύο ώρες με τα παιδιά του. Αποφάσισε να τα βγάλει έξω στη βροχή και να κάθονται με κουκούλες μες στη βροχή. Αυτός ο άνθρωπος έκανε εφτακόσια χιλιόμετρα αυθημερόν για να τα βλέπει τα παιδιά του. Μας έκαναν δηλαδή όχι ανθρώπους, απάνθρωπους, γιατί να μπω εγώ σε αυτή τη διαδικασία να τον διώξω εγώ τον άνθρωπο; Δεν με νοιάζει, βρες ελεγκτικό μηχανισμό, δεν με νοιάζει τι θα κάνεις. Δηλαδή ο πατέρας μου αν αυτή τη στιγμή ζούσε και είχε μαγαζί, συνέχιζε να έχει μαγαζί, που είχε ένα καφενείο ο άνθρωπος, τι θα έκανε ο πατέρας μου ογδόντα χρονών; Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κινητό ή η μητέρα μου που ζει ακόμα, εβδομήντα δύο, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κινητό και να σκανάρει τον κόσμο, είχε ένα καφενείο η μητέρα μου, τι θα έκανε; Δεν ξέρει καν να χειριστεί το τηλέφωνο που της έχουμε τα κουμπάκια. Θα μπορούσε να πάρει smartphone και να σκανάρει κόσμο; Να σκανάρει τι; Τους συνταξιούχους; Ή αν ο άλλος είναι κάτω από εξήντα πέντε ή εξήντα, δικαιούται να τον σκανάρεις, ο υπερήλικας όχι; Ήταν γελοία όλα αυτά. Ατελείωτες ιστορίες, ατελείωτες. Και όλα αυτά είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, οικονομικό πρόβλημα, νεύρα, μας έβλεπαν σαν μπαμπούλες πάρα πολλοί, μας κράτησαν κακία: «Αυτός κάποτε δεν με έβαλε μες στο μαγαζί του», αυτό ακούς, «Αυτός τα οικονόμησε, αυτός [00:50:00]έχει, μας έδιωχνε», τα κλασικά, κάποιοι καταλάβαιναν και ολα αυτα άφησε ουλές και κατάλοιπα στην ψυχή μας πέρα από την τσέπη μας.
Άρα τη μετά covid εποχή πώς τη βλέπεις; Πέρα από την οικονομική κρίση που έχουμε τώρα, γενικά ο κόσμος μετά την καραντίνα πώς ήταν;
Μετά την καραντίνα ο κόσμος ήθελε να βγει, ήθελε να βγει, είχε μπουχτίσει, κάνουμε και μία χαζή παρένθεση πάλι, θα πω ότι δεν είναι και τυχαίο που εκτοξεύτηκαν και οι γυναικοκτονίες τόσο πολύ των γυναικών, κάθισε ο κόσμος σπίτι και σκοτώθηκαν, προφανώς και αυτό κάποιον ρόλο παίζει στην ψυχολογία μας. Ο κόσμος ήταν μπουχτισμένος, ήθελε να βγει, είχε αγανακτήσει, οικονομικά είχε πέσει πάρα πολύ για να χαρεί τις διακοπές, τα καλοκαίρια του, τη βόλτα του, άρα προσπαθούσαν να το κάνουν με οικονομικό τρόπο. Άρα έβλεπες ότι προσπαθούσε να το κάνει με βόλτα, όχι να καθίσει, προσπαθούσε να πάρει για το παιδί του και αυτός ας μην φάει, προσπαθούσε να του πάρει κάτι στα όρθια, να μην πιάσει τραπέζι, γιατί δεν έβγαινε οικονομικά. Φόβος. «Τι θα γίνει μόλις έρθει ο Σεπτέμβρης;», άκουγε τα πάντα. Εννοείται αυτοί που τα κάνουν, ξέρουν τι κάνουν, γιατί γνωρίζουν ότι σαν μεσογειακός λαός που είμαστε μας αρέσει το καλοκαιράκι, μας αρέσει η βόλτα, δεν το κόβει ο Έλληνας αυτό. Δεν μπορεί να το κόψει, θα έρθει το καλοκαίρι, θέλει να πάει τη βόλτα του, θέλει να καθίσει έξω, δεν είμαστε βόρειος λαός, μας αρέσει η θάλασσα, ο ήλιος, η συναναστροφή με τον κόσμο μας αρέσει, αυτό είναι στην κουλτούρα μας. Είδα ότι πάρα πολύ δούλεψε, δεν ξέρω, δεν έχω, οι άνθρωποι που είχαν θα μπορεί να μας το πούνε, η ξαπλώστρα. Ο άλλος πήγαινε για ένα μπάνιο, έπαιρνε έναν καφέ και θα την έβγαζε εκεί πέρα πέντε ώρες, έξι, σου λέει: «Θα πληρώσω ένα καφέ δυόμισι, τρία ευρώ και θα πω ότι έκανα έξοδο. Τι έκανα; Ήρθα δύο η ώρα για μπάνιο και σηκώθηκα εφτά-οχτώ να πάω σπίτι μου». Αυτός ο άνθρωπος θα ξαναντυθεί να βγει στις εννιά-δέκα για φαγητό; Όχι. Δεν υπάρχει περίπτωση. Άρα η εύκολη λύση και στον τόπο μας κιόλας και, δόξα τω Θεώ, δεν χρεώνουν και την ξαπλώστρα, οπότε σου λέει: «Τι έχω να πάρω, εγώ και η γυναίκα μου, τι; Εγώ και το παιδί μου», δυο καφέδες, πέντε ευρώ, πέντε ώρες στην ξαπλώστρα. Δεν ξαναέβγαινε το βράδυ. Γιατί φοβάται αυτό… ή θα έβγαινε μόνο για βόλτα, πάνω-κάτω βολτούλα, χαιρετάει κόσμο, μιλάει και πάλι όπως είπα για το παιδί του θα έπαιρνε μόνο κάτι, μόνο για το παιδί του. Γιατί φοβόταν αυτό το οποίο θα επακολουθούσε τον Σεπτέμβρη. Φοβόταν αυτό το οποίο θα 'ρθεί. «Τι θα γίνει τον Σεπτέμβρη, θα μας κλείσει πάλι, θα μείνουμε χωρίς δουλειές, δεν θα μας κλείσει», ένα μπάχαλο. Γενικά πλανιέται στον αέρα ένας φόβος τι θα γίνει για το αύριο. Γιατί κανένας δεν έχει εμπιστοσύνη, δεν ήταν τα μέτρα νορμάλ. Μια κάνε αυτό, μια κάνε το άλλο, ένα μπέρδεμα. Όπως έγινε την πρώτη μέρα που έκλεισα εγώ, «Κλείσε, μην κλείνεις, κλείσε, μην κλείνεις». Έτσι επικρατούσε και στον πελάτη, αλλά και ο πελάτης συνέχισε να πηγαίνει σούπερ μάρκετ, να βλέπει τις ακρίβειες, καταλάβαινε ότι και το μαγαζί θα κάνει αυξήσεις, καταλάβαινε ότι η ταβέρνα θα κάνει, καταλάβαινε ότι όλα θα πάνε στον Θεό. Οπότε υπήρχε ένας φόβος, να κρατήσω ό,τι χρήματα μπορώ, να βγάλω τον χειμώνα μου. Φόβος για τον κορωνοϊό από ελάχιστους πλέον έβλεπα, μπούχτισε, βαρέθηκε, κουράστηκε ο κόσμος, πάρα πολλοί τον πέρασαν, πάρα πολλοί κουράστηκαν, οι περισσότεροι πλέον που ακούω δεν θέλουν να κάνουν το τέταρτο εμβόλιο και από παιδιά τα οποία συνεργάζομαι, δεν θέλουν, κουράστηκαν και φοβάμαι ότι θα φέρει και αυτό ένα ντόμινο προβλημάτων και στην εστίαση, γιατί πάρα πολλοί δεν θα θέλουν να κάνουν το τέταρτο εμβόλιο, άρα θα χαθεί, αν ξαναέρθει ο νόμος με το πιστοποιητικό εμβολιασμού να μπούνε στους εσωτερικούς χώρους, κάποιοι θα το χάσουν, όπως και εγώ είμαι τρεις φορές εμβολιασμένος, αν και εγώ δεν το κάνω, δεν θα μπορώ και εγώ να μπω σε κάποιον χώρο κλειστό. Και φοβάμαι ότι αυτό θα… Είναι ο φόβος που επικρατεί σε όλους τους συναδέλφους μου, ότι θα 'ρθεί και άλλο ένα ντόμινο. Ξανά, πάλι το ίδιο πράγμα, είχαμε μια χρονιά, είχαμε δύο χρονιές, φοβάμαι ότι θα έρθει πάλι. Αυτός ο φόβος επικρατεί σε όλους τους συναδέλφους που βρισκόμαστε σε μεγάλα καταστήματα που ψωνίζουμε για τα μαγαζιά μας και τα συζητάμε μεταξύ μας, όλοι λέμε τα ίδια πράγματα. «Ωχ, τι θα έρθει, ωχ, τι θα γίνει, ωχ, δεν βγαίνει» και πάλι αυτό που έκανα και εγώ το κάνουν πάρα πολλοί, ξεκινάνε να κλείνουν μέρες, για να γλιτώσουν τα έξοδα πολλοί το κάνουν αυτό.
Εσένα σε φοβίζει περισσότερο το να έρθει μια δεύτερη καραντίνα, μια τρίτη, μια τέταρτη τέλος πάντων, έχω χάσει το μέτρημα ή αυτό που γίνεται με την ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό;
Ναι, δεν τα είχα ζυγίσει ποτέ στο μυαλό μου, αν και πιστεύω το ένα θα φέρει το άλλο, δηλαδή και οι καραντίνες οικονομική κρίση έφερε. Από τη στιγμή που χάθηκαν οι θέσεις εργασίας, από τη στιγμή που έπεσαν τα έσοδα τα δικά μου, έπεσαν και αυτουνού που εργάζεται, μια αλυσίδα είναι αυτό το πράγμα, έπεσαν σε όλους. Με τον πληθωρισμό, με τον πόλεμο και την πρώτη ύλη που, όπως είπα και πριν, για το λάδι, για το αλεύρι και όλα αυτά που εκτοξεύτηκαν, θα φτάσει η στιγμή που δεν θα ξέρω και δεν θα μπορώ να βγάλω άκρη τι τιμή να βάλω σε ένα πιάτο και η τιμή που βγαίνει απλά για να συντηρηθώ, όχι καν να έχω κέρδος, θα είναι τόσο απαγορευτική που να την πάρει και ο πελάτης. Το αστείο ήταν, θυμάμαι με το παιδί το οποίο προμηθεύομαι πατάτες, το οποίο είναι και το παιδί έχει οικογένεια, συντηρεί την οικογένειά του, συντηρείται και ο πατέρας του και ο αδερφός του από αυτή τη δουλειά, είναι οικογενειακή επιχείρηση και αυτή. Το παιδί είχε τρελαθεί, γιατί σου έλεγε: «Το λάδι ανέβηκε, το ρεύμα ανέβηκε, εγώ ο καημένος με τις πατάτες, γιατί κοντεύω να κλείσω που λένε όλοι ότι θα κοπεί η τηγανιτή πατάτα;». Δηλαδή, κοίτα ένα ντόμινο, το παιδί δεν ήταν εξαρτημένος από το λάδι ούτε τόσο πολύ από… Το ρεύμα ανέβηκε μετά, στην αρχή που έγινε ο ντόρος ο μεγάλος με το λάδι. Το παιδί είχε πατάτα, σου έλεγε: «Εγώ θα κλείσω, επειδή το λάδι εκτοξεύτηκε», δεν θα κλείσει ο προμηθευτής με το λάδι, θα κλείσει ο προμηθευτής με την πατάτα. Να η αλυσίδα που λέγαμε πως δεν είναι όλοι. Οπότε πιστεύω και το κομμάτι του πληθωρισμού θα φτάσει η τιμή απαγορευτική στο οποιαδήποτε πιάτο, αυτό που λέγαμε, πόσο θα πουλήσεις την πατάτα, πόσο θα πουλήσεις ένα… Δηλαδή, ένα παράδειγμα, θυμάμαι το κοτόπουλο, ο κόσμος δεν ξέρω αν το ξέρει, πήρε εν μια νυκτί χωρίς το ΦΠΑ 1,40 αύξηση. 1,40, ξεπέρασε τα έξι ευρώ για εμάς ανεξαρτήτως τι κάνει ο κόσμος, έξι ευρώ είτε τεμαχισμένο, φιλέτα κτλ. Όταν εσύ έχεις πάρει αύξηση 1,40 και όταν κάθε μέρα μπορεί να έχεις αγορά εκατό κιλά κοτόπουλο σε κάθε παραγγελία σου, πήρες αυτομάτως εκατόν σαράντα ευρώ χωρίς το ΦΠΑ πάνω. Τι αύξηση να κάνεις, πόσα θα απορροφήσεις; Πόσα; Αυτά, λοιπόν, θα φύγουν από το κέρδος και κάποια στιγμή γι’ αυτό ακούς ο ένας κλείνει πίσω από τον άλλο, γι' αυτούς κάποια στιγμή… Όσοι κλείνουν εντωμεταξύ χρωστάνε στους προμηθευτές, αυτό είναι νόμος, εκεί φτάνεις να κλείσεις, κλείνεις γιατί χρωστάς. Κλείνεις γιατί η ΔΕΗ σου έχει πάει δέκα χιλιάδες ευρώ, κλείνεις γιατί χρωστάς στον προμηθευτή με τα κάρβουνα, με τα κρέατα, με τα τυριά, με τα αλεύρια, οπότε και κλείνεις και σε αυτούς που χρωστάς δεν θα τα πάρουν ποτέ τα λεφτά τους, γιατί άπαξ και κλείσει ένα μαγαζί, ο εξοπλισμός ξεφτιλίζεται τελείως. Δηλαδή δεν είναι ίδιος ένας εξοπλισμός με εκατό χιλιάδες ευρώ, όταν κλείσεις πλέον αυτός αξίζει τριάντα, ούτε, γιατί δεν υπάρχει και ζήτηση, γιατί ο άλλος να ανοίξει νέο μαγαζί; Αφού δεν θα ανοίξει νέο μαγαζί, άρα δεν υπάρχει ζήτηση στον επαγγελματικό εξοπλισμό. Άρα ο επαγγελματικός εξοπλισμός χάνει αξία. Δηλαδή εγώ, ας πούμε, έχω ένα επαγγελματικό ψυγείο… Επαγγελματικό πλυντήριο που όταν το αγόρασα, το αγόρασα εφτάμισι χιλιάδες ευρώ, μεταχειρισμένο αυτό μέχρι πέρυσι έκανε τεσσεράμισι, φέτος πουλιέται δυόμισι. Εμένα σαν ελεύθερο επαγγελματία που έχω επενδύσει στην ζωή μου για να μεγαλώσω τα παιδιά μου και ο εξοπλισμός των μαγαζιών μου είναι κληρονομιά μου. Δηλαδή, αν μια μέρα πω ότι: «Ξέρεις κάτι, την σταματάω αυτή τη δουλειά». Γιατί; Γιατί από τα χειρουργεία δεν μπορώ να δουλέψω πια. Να πω στη γυναίκα μου: «Αλλάζουμε επάγγελμα, πάμε να φύγουμε εξωτερικό». Κάποτε σκεφτόμουν ότι αν πουλήσω τον εξοπλισμό των καταστημάτων μου, έχω εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ εξοπλισμό πίσω. Πλέον αυτό πέθανε. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλά μαγαζάκια που κλείνουν και πάνε απελπισμένοι άνθρωποι και τα σκοτώνουν, έχουν μπει και στο κομμάτι της δουλειάς μας κάποιοι, καρχαρίες τους λέω εγώ. Κάποιοι απρόσωποι που χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτα, σε κάτι αποθήκες πουλάνε από το Facebook πάρα πολύ εξοπλισμό, το βλέπουμε όλοι στο Market Place και πάει λέγοντας. Αυτοί, λοιπόν, είναι καρχαρίες που πάνε σε ένα απελπισμένο παιδί σαν εμένα, νέο παιδί που έκλεισε, του δίνουν μια προκαταβολή τρεις χιλιάδες ευρώ, του παίρνουν τον εξοπλισμό και το υπόλοιπο δέκα χιλιάδες δεν του τα δίνουν ποτέ. Οι περισσότεροι είναι μαφιόζοι, υπάρχουν και αυτοί, όλοι το ξέρουν, δεν είμαστε, όλοι με τα κινητά μας είμαστε στο χέρι και τα βλέπουμε όλοι τις αγγελίες μέσα στο facebook. Έτσι; Οι περισσότεροι λοιπόν δεν είναι παιδιά που έκλεισαν, είναι καρχαρίες που έχουν εκμεταλλευτεί ένα παιδάκι που έκλεισε, πάει να βγάλει είκοσι χιλιάδες ευρώ να βουλώσει καμιά τρύπα γιατί έκλεισε και να ξεκινήσει τη ζωή του και του τα τρώνε. Και αφού, λοιπόν, εσύ έχεις κλείσει, χρωστάς σε αυτόν που σου έφερνε πατάτες, σε αυτόν που σου έφερνε τυριά, χρωστάς, άρα ένα ντόμινο. Εκείνος, λοιπόν, που ένα μαγαζί είχε πεντακόσια ευρώ χρέος, έχουν κλείσει τρία μαγαζιά, τέσσερα, ξαφνικά χρεώθηκε ο άνθρωπος που προμηθεύει πατάτες τρεις χιλιάδες ευρώ, τέσσερις χιλιάδες ευρώ, πέντε μαγαζιά που έκλεισαν. Λοιπόν, ας μην συνεχίσω παρακάτω, το καταλαβαίνουμε τι πάει να πει ντόμινο. Και τα δύο λοιπόν είναι… Δεν μπορώ εγώ να τα βάλω στη ζυγαριά αυτή τη στιγμή. Δεν μπορώ να τα ζυγίσω, δεν μπορώ να δω το μέλλον. Δεν μπορώ να το δω, δεν ξέρω πραγματικά τι είναι πιο δύσκολο. Που ήμασταν κλειστοί ή που πήγαμε μια μέρα-. Κυνηγιόμασταν σε σούπερ μάρκετ για να πάρουμε δέκα κιλά λάδι. Έφτασα σε σημείο να μην έχω λάδι και να λέω θα πάρω από το σπίτι μου το air fryer να βάζω πατάτες να τις κάνω στον αέρα. Απίστευτα πράγματα, κυνηγιόμασταν, ζήταγα από τη δίπλα παρέα, από την πίσω παρέα, παρέα… Συνήθειο του καταστήματος, τους πελάτες του σούπερ μάρκετ, «Σας παρακαλώ, αγοράστε τρία λίτρα λάδι και σας τα πληρώνω εγώ, κόψτε εσείς αποδείξεις για να δουλεύω». Λες και ερχόταν ο πόλεμος και δεν βρίσκαμε λάδι; Να σου λέει: «Δικαιούσαι πέντε λίτρα λάδι», τι να δουλέψω εγώ με δύο μαγαζιά με πέντε λίτρα λάδι; Είναι σαν να με έκλεισες. Φταίμε εμείς που στηρίξαμε τη δουλειά μας πάνω σε κάποια πρώτη ύλη; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να αλλάξω δυστυχώς εγώ τον κόσμο. Θα σκαρφιστούμε ιδέες, άμα φτάσει στο αμήν. Είναι αυτό που σου είπα, κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η πατάτα πλέον να μην γίνεται σε λάδι, να γίνεται σε air fryer, αντί για πέντε φριτέζες να έχουμε πέντε air fryer, θα το δεχτεί ο πελάτης; Θα δείξει υπομονή; Θα δείξει ότι η πατάτα αντί να βγει σε δώδεκα λεπτά θα βγει σε είκοσι δύο; Δεν θα είναι με λάδι, θα είναι σαν φούρνου; Θα το καταλάβει; Δεν ξέρω. Μπορεί αν το δοκιμάσουμε να γίνει. Βέβαια και εκεί έρχεται το κομμάτι του ρεύματος, όπως είχες πέντε φριτέζες, θα έχεις πέντε air fryer, [01:00:00]πάλι το ρεύμα στον Θεό θα είναι. Οπότε δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο. Ενός κακού μύρια έπονται.
Ωστόσο, εσύ στα παιδιά σου θα πρότεινες να ασχοληθούν με αυτήν τη δουλειά;
Όχι, όχι, όχι. Σε προλαβαίνω, θυμάμαι τη μητέρα μου όταν έφυγα για Αθήνα, μου λέει: «Παιδί μου, βρες μια δουλειά και μην την κάνεις ποτέ». Δεν την άκουσα, ρίχνω ευθύνη στους γονείς μου, δεν ζει και ο πατέρας μου να του τα πω, δεν πρόλαβα να του τα πω. Γιατί είδες τι λάθος έκανα, τι σου είπα πριν; Βάζω και εγώ την κόρη μου, όταν δεν έχω δουλειά, να βοηθάει. Όταν αυτό το παιδί, που εγώ ξεκίνησα πολύ πιο μικρός, κάποια στιγμή πνιγεί και κρατηθεί από τα μαλλιά, ο πνιγμένος για να σωθεί θα κάνει αυτό που έμαθε υποσυνείδητα. Αυτό, λοιπόν, που έκαναν το λάθος οι γονείς μας, αφού μου την έμαθες αυτή τη δουλειά σιγά-σιγά, μέρα-μέρα, βήμα-βήμα, πώς μια μέρα μου λες μην ασχοληθώ. Αφού έχω φτάσει δεκαεπτά, είκοσι χρονών και είμαι μάστορας. Πώς να μην ασχοληθώ, πως μου λες, π.χ., και εγώ να πάω σε μια δουλειά, αν ήταν τα ευρώ τότε γιατί εγώ πρόλαβα και δραχμή, θα πήγαινα σε μια δουλειά για πεντακόσια ευρώ. Μα μπορώ να πάω σε μια κουζίνα τότε και να πάρω δύο χιλιάδες ευρώ, όπως και τα είχα πάρει. Πως μου λες να πάω με πεντακόσια. Μα, με έμαθες να μπορώ να βγάλω δύο, σε ευχαριστώ που με έμαθες, αλλά από την άλλη μου άφησες μια κατάρα. Γιατί εμείς λέμε αυτοί με τα εστιατόρια, με τα μαγαζιά, οτιδήποτε και αυτός που έχει πρόβατα, ζωντανά, οτιδήποτε, είναι σκλαβιά. Δεν τολμάς να αρρωστήσεις, δεν τολμάς να πας κάπου, δεν τολμάς να κλείσεις. Δεν μπορείς. Και πάλι μιλάω για τη μικρομεσαία επιχείρηση, μιλάω για την οικογενειακή, σαν εμάς. Ο μεγάλος, δεν δουλεύει ο μεγάλος, δουλεύουν άλλοι για αυτόν. Εγώ, λοιπόν, θέλω να πάω σε έναν γάμο, δεν μπορώ, θα πάει η γυναίκα μου τώρα στην Κέρκυρα, μια υποχρέωση που έχουμε. Δεν μπορώ να φύγω, δεν μπορώ να πληρώσω δύο άτομα επιπλέον για τη δουλειά που κάνω εγώ για δύο μέρες. Δεν μπορώ. Να πάρω άλλα δύο άτομα, να τα ασφαλίσω για δύο μέρες, να τα πληρώσω για δύο μέρες και εγώ να λείπω. Μα, δεν ξέρουν αυτά τα δύο άτομα να κάνουν αγορές, βασικό να μεταποιήσουν το κρέας, την πρώτη ύλη μου, το τυρί, το ένα, το γιαούρτι μου, οτιδήποτε. Δεν μπορούν να κάνουν τις συνταγές μου, να πάρω δύο άτομα, «Ελάτε εδώ, καθίστε, πάω σε έναν γάμο». Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Δεν γίνεται εκ φύσεως, όποιος, λοιπόν, διοικεί κάτι καμιά φορά αναρωτιέμαι και το λέω συνέχεια, αυτοί οι άνθρωποι που είναι Υπουργοί Οικονομικών, που είναι Υπουργός, οτιδήποτε, έχουν δουλέψει αυτοί οι άνθρωποι ποτέ για μεροκάματο; Έχουν κάνει ελεύθερο επάγγελμα, πραγματικά είναι απίστευτο αυτό το πράγμα. Είναι απίστευτο.
Μεγάλη κουβέντα.
Μεγάλη κουβέντα, επειδή στα μαγαζιά, λοιπόν, τα οποία έχουμε όλοι οι υποψήφιοι περνάνε για χαιρετούρες, μα έχουν εκλεγει, μα θα εκλεγούνε περνάνε όλοι, όλοι, όλοι. Θυμάμαι ένα σκηνικό στο κεντρικό κατάστημα που έχω είχε περάσει ένας ο οποίος διετέλεσε και Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, δεν θυμάμαι, θυμάμαι θα άλλαζε τότε το ΦΠΑ θα πήγαινε στο είκοσι τρία. Και του λέω: «Υπουργέ, μην κάνετε κάποιο λάθος από δεκατρία και το πάτε είκοσι τρία, καταστραφήκαμε», μου λέει, επειδή αυτός ερχόταν από όταν ξεκίνησε η πολιτική του καριέρα, το είχε βρει κομβικό σημείο τα μαγαζιά και ερχόταν πότε για το δικό μου, μου λέει: «Δεν υπάρχει περίπτωση, Γιώργο». Δεν πέρασαν δύο-τρεις μήνες, λοιπόν, έγινε είκοσι τρία. Λέω το απλό αυτό με το ΦΠΑ. Ξανακάν' το πάλι εννιά, η εφορία περνάει σαν κομάντο, απίστευτο πράγμα είναι, έχουμε βαρεθεί, «Καλώς τα παιδιά» Είναι γελοίο, μην αρχίζω να λέω για την εφορία, μην λέω για ΙΚΑ, δεν χρειάζεται. Λοιπόν, έρχεται λοιπόν μια φορά η εφορία και λέω: «Βρε παιδιά, κάντε το πάλι εννιά τοις εκατό, πόση είναι η απόδειξη; Διακόσια πενήντα ευρώ. Δεν θέλω, ρε φίλε, διακόσια πενήντα ευρώ πρόστιμο, κάν' το εννιά τοις εκατό, αν με πιάσεις μία φορά κόψε μου δύο χιλιάρικα πρόστιμο τρία, αν με πιάσεις δεύτερο, κλείσ' το το τσαρδάκι μου για τρεις μήνες, αν με πιάσεις τρίτη, κλείσ' το μου για πάντα». Να δεις εκεί κόβονται τα πάντα; Και εδώ ρωτάω, σου λέει ο άλλος φοροδιαφυγή, εγώ είμαι φοροδιαφυγή που μπορεί να μου ξεφύγει μια μπίρα ή μπορεί να μην τη κόψω; Εγώ κλέβω το κράτος; Σκέφτηκε ποτέ κανένας, αυτό που λέγαμε στην μικρομεσαία επιχείρηση, όταν εγώ θα πάρω ένα τελάρο μπύρες με είκοσι μπίρες μέσα, πραγματικά νομίζει κανένας που θα μας ακούσει ή κάποιος που δεν κάνει το επάγγελμα ότι πουλάμε είκοσι μπίρες; Μα δεν πουλάμε, εννοείται θα πουλήσουμε δεκαπέντε, υπάρχει περίπτωση ο άλλος να πιει δύο μπίρες και να μην τον κεράσεις; Υπάρχει περίπτωση; Δεν είναι Goody’s, υπάρχει περίπτωση να μην κάνεις τραπέζι σε ένα φιλικό ζευγάρι; Υπάρχει περίπτωση να 'ρθεί ο φίλος σου, ο ξάδερφός σου, ο συμμαθητής σου και να πεις: «Καλώς τα παιδιά, η μπίρα είναι από εμένα, καθίστε, παιδιά». Ποιος το αναρωτήθηκε ποτέ αυτό το πράγμα; Κανένας. Βάλ' το εννιά τοις εκατό το ΦΠΑ. Τώρα με την ενεργειακή κρίση, τώρα με την κρίση με τα πάντα και πες: «Φίλε, εγώ στο κάνω εννιά τοις εκατό, σε βοηθάω, σε βοηθάω με προσωπικό, σε βοηθάω τα πάντα. Αν, όμως, σε πιάσω χωρίς απόδειξη, φίδι που σε έφαγε που λέει και η μάνα μου. Ναι, φίδι που σε έφαγε».
Πρέπει να είναι και αυτοί εντάξει με εμάς για να είμαστε και εμείς εντάξει με αυτούς.
Έτσι, έτσι.
Γιώργο, πώς νιώθεις που τα έβγαλες από μέσα σου;
Τα βγάζω με πολλούς πελάτες, βγάζω την αγανάκτησή μου, για να μην τα βγάζω σπίτι, όπως είπαμε. Εντάξει, ξέρω δεν θα ακουστώ, δεν πειράζει. Αν μπορώ, αν μπορώ έστω, αν μπορώ έστω ένα-δύο παιδιά νέα που σκέφτονται να ασχοληθούνε, γιατί όπως είπα εγώ γεννήθηκα μέσα σε μαγαζί. Δηλαδή η μητέρα μου φανταστείτε, δεν το είπα πριν, λάντζα έκανε καλοκαίρι και την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε ακριβώς στο τζάκι το οποίο έχουμε, στο τζάκι του μαγαζιού, γέννησε σε ένα ράντζο του μαγαζιού. Πραγματικά γεννήθηκα στην κατσαρόλα που λέμε εμείς στη δουλειά μας. Εύχομαι, λοιπόν, σε ένα νέο παιδί αν το ακούσει, γιατί το έχω πει και σε δυο, τρεις φίλους μου και μια φορά κάποιος το παρεξήγησε, όταν σκεφτεί να ασχοληθεί με αυτό το επάγγελμα, το παρεξήγησε ένας φίλος μου, γιατί του είπα: «Φίλε Κώστα, μην το κάνεις αυτό και αυτό και αυτό και δεν στο λέω από θέμα ανταγωνισμού, στο λέω ότι μπορεί τώρα να ακολουθείς και εσύ ταχυφαγείο όπως έχω και εγώ, σε άλλο κομμάτι ταχυφαγείο, αλλά μην το κάνεις εδώ αυτό, πήγαινε κάν' το εκεί. Σ' το λέω από την εμπειρία μου που έχω δύο μαγαζιά, που δούλεψα σε πόλη, που δούλεψα σε χωριό, που έχω έναν κύκλο, που είμαι δεύτερη γενιά, βρήκα και μια πελατεία από τον πατέρα μου. Δηλαδή εγώ έχω και κάποια ατού, εσύ δεν έχεις, κάν' το εκεί, αδερφέ μου, μην πας χαμένος». Δεν με άκουσε. Εγώ λοιπόν δεν θέλω να… Θέλω να επηρεάσω λίγο τον πελάτη να σκεφτεί, όταν πας και παραγγέλνεις, όταν πας και βλέπεις έναν άνθρωπο, μια επιχείρηση, δεν ξέρεις τι κρύβεται πίσω από την επιχείρηση. Αν κάποιος άνθρωπος μπορεί να βλέπεις να έχει τρία, τέσσερα άτομα για δουλειά, αλλά και αυτός ο άνθρωπος ζει για να ζήσει μια οικογένεια και αυτός δουλεύει για αυτό και αυτός συντηρεί μια οικογένεια, δεν ξέρεις πόσα του μένουν και τι χρέη και τι άγχη και τι προβλήματα έχει και αν δουλεύει άρρωστος, αδυνατισμένος, αφυδατωμένος, ειδικά τρέφω μεγάλο σεβασμό, όπως είπα για τα παιδιά τα οποία δουλεύουν στην κουζίνα, ειδικά καλοκαιριάτικα, έτσι; Ο πελάτης να το ξέρει αυτό το πράγμα τι κρύβεται από πίσω. Αν το παιδί που σε σέρβιρε, δεν ξέρεις αν όντως το παιδί που έχει το μαγαζί το πήρε δεκατριών χρονών για δουλειά γιατί δεν είχε ο πατέρας του, γιατί έχασε τη μάνα του, για οτιδήποτε, γιατί όπως είπαμε τα κάναμε αυτά. Δεν ξέρεις τι σταυρό κουβαλάει ο καθένας, άρα να είσαι πιο ευγενικός απέναντι σε αυτόν ο οποίος έρχεσαι σε πρώτη επαφή, δεν είναι υπηρέτης σου. Εργάζεται, αξίζει τον σεβασμό μας. Είπε κάποιος γνωστός στην τηλεόραση αυτές τις μέρες: «Άμα θες να δεις τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου, δες τον πώς μιλάει σε ένα σερβιτόρο, πώς συμπεριφέρεται». Ένα κομμάτι είναι αυτό και αν μπορώ να επηρεάσω κάποιο παιδί το οποίο θέλει να ασχοληθεί με το κομμάτι της εστίασης, θέλω να το επηρεάσω σε δύο του κομμάτια. Πρώτον, αυτό που ήξεραν το παλιακό ότι κάνουμε κάτι, τι θα ανοίξουμε, το πρώτο που περνάει από τον Έλληνα είναι τι θα ανοίξουμε; Κρεπερί, καφέ take away, σουβλατζίδικο, χαμπουργκεράδικο. Παιδιά, αυτά που ξέρατε ξεχάστε τα. Ή θα είσαι σωστός στη δουλειά σου, ή θα είσαι επαγγελματίας, ή μην το κάνεις καθόλου. Όπως είπα από τα είκοσι πέντε μου, είναι το μόνο βραβείο που μπορώ να παινευτώ είναι ότι εγώ τουλάχιστον πήρα βραβείο. Και δεν πήρα από like στο Facebook, που βάζουμε τους γνωστούς και φίλους να πάρω γνωστό, φίλο και τέτοια, δεν ασχολούμαι καθόλου. Πήρα από κρατικό φορέα, ο οποίος πέρασα αρκετές φορές από έλεγχο από κρατικούς φορείς που δεν λαδώνονται. Πήρα από σεφ, πήρα από άνθρωπο νομαρχίας, πήρα τα πάντα. Το βραβείο που πήρα ήταν ποιότητας, δεν είχε σημασία τι επένδυση είχες κάνει, εγώ, π.χ., από εκατόν εβδομήντα επιχειρήσεις βγήκα ένατος με βαθμολογία ενενήντα τρία τοις εκατό και κάποιος άλλος με ενενήντα τέσσερα τοις εκατό που με πέρασε είχε επενδύσει στην επιχείρησή του δύο εκατομμύρια ευρώ. Είναι στο Αγρίνιο μια πολύ μεγάλη επιχείρηση που κάνει και γάμους και τα λοιπά. Οπότε, λοιπόν, μπορώ να παινευτώ αυτό, γιατί το πήρα δύο φορές το βραβείο για την ποιότητά μου. Οπότε, αν ένα παιδί που θα ασχοληθεί να ξεχάσει αυτά που ήξεραν, σε εισαγωγικά, οι μετανάστες, πήγαιναν στην Γερμανία και άνοιγαν μια ταβέρνα, γιατί έχω γυρίσει τον κόσμο για να φάω. Να δω τι τρώει ο κόσμος, κουλτούρες, τα πάντα. Όταν ταξιδεύω και κάνω διακοπές, παράλληλα πηγαίνω στο κομμάτι της εργασίας μου να δω το φαγητό, πρέπει να εξελίσσομαι. Πήγαιναν, λοιπόν, οι μετανάστες και άνοιγαν ταβέρνες, οι περισσότεροι σέρβιραν σαβούρα και έλεγαν: «Έλα, μωρέ, σαν τα νησιά είναι». Όχι. Ο πελάτης ξέρει πού δίνει τα λεφτά του, τα μετράει όλα, όπως μετράει τι θα πάρει στο σούπερ μάρκετ, έτσι μετράει και πού θα φάει. Δεν τον πειράζει τον πελάτη να δώσει ένα ευρώ παραπάνω, μην κοιτάμε πάντα το φθηνό, κοιτάει όμως πού θα φάω καλά, ποιότητα, εξυπηρέτηση, ευγένεια, καθαριότητα και τα λοιπά. Όποιο παιδί, λοιπόν, θέλει να ασχοληθεί να ξεχάσει ότι θα κάνει αρπαχτή, δεν υπάρχει αρπαχτή. Ή αυτό που κάνεις θα το κάνεις καλά ή μην το κάνεις καθόλου. Ένα αυτό. Δεύτερον, και όποιο παιδί πραγματικά δεν ξέρει και νομίζει ότι θα ανοίξει ένα μαγαζί και θα πλουτίσει, μην το κάνει καθόλου. Τουλάχιστον αν με ακούν αυτοί οι τρεις κλάδοι, ο πελάτης πώς θα φέρεται, ένα παιδί που ξεκίνησε τώρα και ένα παιδί που δεν είναι έτοιμος. Μην το κάνεις. Μην το κάνεις. Αποτρέπω τον κόσμο να ασχοληθεί με το ελεύθερο επάγγελμα; Όχι, δεν τον αποτρέπω. Κουράστηκα να ακούω κι εγώ από μικρό παιδί, το πρώτο που θα κάναμε μόλις τελειώναμε το Λύκειο είναι να μπούμε στο δημόσιο. Όχι κουράστηκα, δεν έχω κάνει χαρτιά ποτέ για το δημόσιο, ποτέ, κουράστηκα. Ναι, να γίνουμε ελεύθεροι επαγγελματίες. Ο ελεύθερος επαγγελματίας, για να μην ακουγόμαστε ότι κλαιγόμαστε, σου δίνει τη δυνατότητα κάποια στιγμή να εξοικονομήσεις και περισσότερα χρήματα. Αλλά από εκεί και πέρα, όμως, έχει και τον κίνδυνο κάποια μέρα να φαλιρίσεις οικονομικά. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, εσύ διαλέγεις και παίρνεις. Πλούσιος δε θα γίνω ποτέ, το ξέρω. Αλλά από την εμπειρία μου μετά από τόσα χρόνια και από τη γενιά μου, αυτό που έμαθα από τον πατέρα μου είναι ότι τουλάχιστον, πιστεύω ότι τα χέρια μου και οι εμπειρίες μου και το μυαλό μου και οι γνώσεις μου και αυτό το μαγαζί και το άλλο να κλείσω, δεν θα πεινάσει η οικογένειά μου ποτέ. Και αλλού να πάω, ξέρω τις γνώσεις μου, έχω, ξέρω ότι θα φέρω στο σπίτι μου φαγητό. Ξέρω ότι θα το συντηρήσω. Αυτό δεν μαζεύεται ούτε όταν είσαι δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, όχι. Αυτό μαζεύεται με χρόνια εμπειρία. Γι’ αυτό, λοιπόν, και ένα παιδί για να φτάσει το δικό μου το κομμάτι, εμένα με έκανε και λίγο η ζωή που έχασα και απότομα τον πατέρα μου και αναγκάστηκα να πέσω μες στα βαθιά, γιατί μπορεί κι εγώ να έκανα dolce vita, δεν ξέρω. Ένα παιδί, λοιπόν, πρέπει να έχει μεγάλη θέληση, κουράστηκα, ένα αυτό και κουράστηκα αυτό που ακούω είκοσι, είκοσι δύο, είκοσι τρία χρονών, αυτό που ακούω ότι όλοι είναι σεφ, κουράστηκα με όλα [01:10:00]αυτά τα σεφ, δεν αντέχω πιά, δεν ξέρουν να κόβουν ένα κρεμμύδι. Και είναι αυτό που λέω, έρχονται, «Πόσα δίνεις; Είμαι μάγειρας, δούλεψα εδώ κι εκεί». Δεν είναι δυνατόν να είσαι σεφ είκοσι δύο - είκοσι τριών χρονών, δεν έχεις ξεκινήσει από τα χαμηλά στρώματα και να ανέβεις, άρα δεν είσαι σεφ. Σε νοιάζει πώς θα βγάλεις για δύο - τρεις μήνες λεφτά. Οπότε, λοιπόν, οι πελάτες αυτό, σεβόμαστε τον κόσμο, τα νέα παιδιά να είναι σίγουροι γι' αυτό που θα κάνουν, να εξελίσσονται, να διαβάζουν και να δοκιμάζουν. Και να μην ντρέπονται να πάνε και σε άλλα μαγαζιά που είναι ίδια με τα δικά τους και να βλέπουν, τι κάνει καλό ο άλλος; Τι κάνω λάθος εγώ; Να δοκιμάσω, όχι κακιά κριτική. Τι καλό κάνει ο άλλος, κάνει καλό αυτό, να πάω να το φάω, να πάω να το δοκιμάσω. Εξελισσόμεθα. Αυτά είχα να πω.
Σωστά.
Έτσι, βέβαια.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, Γιώργο.
Κι εγώ, Αγγέλα μου, να είσαι καλά.
Τα είπες ωραία, ελπίζω να ακούσουν οι επόμενες γενιές τι περάσαμε με την καραντίνα και ειδικά ο κλάδος της εστίασης.
Έτσι. Θα είμαστε τα παιδιά της καραντίνας, θα το λέμε στα παιδιά μας αυτό.
Πλάκα-πλάκα, τα παιδιά των λουλουδιών και τα παιδιά της καραντίνας.
Ναι, κάποιοι το πέρασαν με καναπέ και φαγητό και θα λέμε: «Πω πω, τι πέρασα εγώ». Και εμείς παλεύαμε να φέρουμε μεροκάματο στο σπίτι.
Αυτό. Αυτό. Ευχαριστώ πολύ.
Και εγώ, Αγγέλα μου, να είσαι καλά.