© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Μια ζωή γεμάτη ροκ μουσική και ταξίδια: ο Κώστας Τσούκαρης αφηγείται
Κωδικός Ιστορίας
11782
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Κωνσταντίνος Τσούκαρης (Κ.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/06/2022
Ερευνητής/τρια
Θεοδώρα Αμπατζή (Θ.Α.)
[00:00:00]Καλημέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Κωνσταντίνος.
Είναι Κυριακή, 19 Ιουνίου του 2022, βρίσκομαι με τον κύριο Κωνσταντίνο — το επώνυμό σας;
Τσούκαρης.
Στο σπίτι του στη Σαλαμίνα, ονομάζομαι Αμπατζή Θεοδώρα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Κύριε Κωνσταντίνε, θα μας μιλήσετε για τη ζωή σας, θα μας πείτε δύο λόγια;
Από ποιο σημείο και μετά;
Θα ξεκινήσετε από όπου θέλετε εσείς. Aπό τα παιδικά σας χρόνια εγώ θα πρότεινα, ό,τι θέλετε.
Ήμουνα άτακτος κι έτρωγα ξύλο πολύ.
Πού γεννηθήκατε; Πού περάσατε τα πρώτα χρόνια της ζωής σας;
Στη Νίκαια. Στη Νίκαια, στο νοσοκομείο των Αμερικανίδων Κυριών.
Θα μας πείτε λίγα χρόνια για τη ζωή σας εκεί;
Μεγαλώσαμε στη Νίκαια, ο πατέρας μου είχε ένα καφενείο στη Νίκαια και πηγαίναμε, βοηθάγαμε εκεί με τη μαμά. Ε, σχολεία… Γυμνάσιο με διώξανε, τι να γίνει! Ήμουνα ζωηρός και η μητέρα μου φρόντισε και με προώθησε να πάω σε τεχνική σχολή, τη Σιβιτανίδειο συγκεκριμένα. Τι άλλο;
Πώς πήρατε την απόφαση για τη Σιβιτανίδειο;
Έβλεπε η μητέρα μου ότι της χάλαγα τα ρολόγια, τα ξεβίδωνα και μετά δεν μπορούσα να τα μοντάρω πάλι, έτρωγα το ξύλο μου και μ' έστειλε. Κατάλαβε ότι κάτι με μηχανές και μηχανήματα μπορώ να κάνω, μ’ αρέσει.
Η γειτονιά σας στη Νίκαια;
Χωματόδρομος, και μια αλάνα που παίζαμε διάφορα παιχνίδια και ερχόντουσαν οι μανάδες εκεί και φωνάζανε: «Κωστάκη», «Δημητράκη»... Τέλος πάντων, εκεί τη βγάζαμε. Ε, μετά που μεγαλώσαμε, πήγαινα και βοηθούσα τον πατέρα μου στο καφενείο και μετά πηγαίναμε στα σχολεία.
Το καφενείο του πατέρα σας;
Ήτανε σ’ ένα δρόμο, που εκεί κοντά είχε και μαγαζιά που τραγουδούσανε διάφορες της εποχής φίρμες, γυναίκες και άντρες, και πηγαίνανε και ακούγανε εκεί μουσική, λαϊκή μουσική. Ε, όταν είχαμε χρόνο…
Θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια κάποιο περιστατικό, που να σας έχει μείνει;
Πρέπει να σκεφτώ... Θυμάμαι που θα ‘ρχότανε ο νονός μου και καθόμουνα έξω από το σπίτι στην πόρτα και κοίταγα πότε θα ‘ρθει. Κοίταγα, κοίταγα, μέχρι που τον βλέπω. Κουβάλαγε κι έφερνε ένα αυτοκινητάκι με πετάλια. Αυτό δεν το ξεχνάω!
Μιλήστε μου για τη ζωή σας, ό,τι θέλετε εσείς.
Η ζωή μας;
Αργότερα…
Ναι... Είχα έναν φίλο, ο οποίος δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο και δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ζύμες αρτοποιίας, στον Πειραιά. Ήτανε γνωστό, μεγάλο εργοστάσιο, ΖΑΑΕ λεγότανε. Κανονίσαμε και με πρότεινε να με πάρουνε κι εμένα, αφού πήρα το πτυχίο από τη σχολή. Βέβαια, εγώ είχα σπουδάσει μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά γενικά μηχανικός τα κατάφερνα σε πολλά πράγματα. Έτσι σχετικά νωρίς βρέθηκα στο εργοστάσιο και είχε ενδιαφέρον για μένα, γιατί μάθαινα πολλά πράγματα που μ’ αρέσανε και έκανα πράγματα που μ’ αρέσανε. Οπότε, πρέπει να ‘μουνα 16-17 χρονών σίγουρα — δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς χρονολογίες — αλλά ξεκίνησα να δουλεύω και μου άρεσε η δουλειά, δηλαδή το συγκεκριμένο αντικείμενο. Μάλιστα.
Εκεί-
Να συμπληρώσω ότι παράλληλα σπούδασα και άλλα, μερικές ειδικότητες: ψυκτικός και κάτι άλλα, δεν τα θυμάμαι. Οπότε είχα, ας πούμε γνώριζα πολλά πράγματα και μπορούσα να ανταπεξέλθω, ας πούμε, σε πολλές βλάβες κι εγκαταστάσεις μηχανών και τα λοιπά.
Τώρα, από εκεί και πέρα για τη μουσική...
Ασχοληθήκατε με τη μουσική;
Είναι ένα κεφάλαιο της ζωής κι αυτό, της ζωής μου. Θυμάμαι όταν πήγαινα να βοηθήσω στο καφενείο τον πατέρα μου, είχε κι ένα ράδιο που έπαιζε συνέχεια λαϊκά άσματα και ακούγανε ο κόσμος. Εγώ πήγαινα και το άλλαζα το ράδιο τότε, τον σταθμό. Είχε εδώ στο παλιό αεροδρόμιο της Αθήνας, υπήρχε μία βάση Αμερικανών στρατιωτών και εκεί είχανε ράδιο και έπαιζε μόνο αμερικάνικα, αγγλικά τραγούδια που ήτανε της μόδας εκείνη την περίοδο από Αγγλία, Αμερική και έτσι γίναμε «γιεγιέδες». Τι είναι οι γιαγιέδες ε; Γελάς... Εμείς που μας άρεσαν αυτά τα τραγούδια τα εγγλέζικα, τα αμερικάνικα, μας λέγανε «γιεγιέδες». Ε, δεν ήτανε κακό αλλά δεν ήτανε και φυσιολογικό, τέλος πάντων. Λοιπόν, έτσι είχαμε μία κλίση προς το είδος της μουσικής αυτής. Τότε ήτανε οι Rolling Stones, ήτανε οι — πολλά συγκροτήματα — οι Beatles αργότερα. Εμείς, μας άρεσε η μουσική που δεν... Ήμασταν παρέα τώρα, είχαμε πάρει κιθάρες και κάναμε ότι παίζαμε ή προσπαθούσαμε να παίξουμε και είχε ενδιαφέρον, ας πούμε, μας άρεσε αυτό το πράγμα. Οπότε αναγκαστήκαμε να σοβαρευτούμε και πήγαμε να μάθουμε μουσική σε έναν δάσκαλο. Έγινε κι αυτό. Στον Κορυδαλλό ήτανε ο δάσκαλος, εκεί που έμενε κι ο Λευτέρης, ο φίλος μου και ένας άλλος φίλος, ο Μίμης και στην αρχή κάναμε καντάδες. Ε, μετά σιγά-σιγά μάθαμε και μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε, ας πούμε, σ’ ένα instrumental κομμάτι των Shadows, οι οποίοι μόνο έπαιζαν, δεν είχαν τραγουδιστή. Έπαιζαν μόνο μουσικά κομμάτια. Η δουλειά συνεχιζόταν, εγώ τη δουλειά δεν την άλλαζα με τίποτα. Προχωρήσαμε, πήγαμε… Τότε ήτανε ο Καραμανέας, ένας δημοσιογράφος εκεί, πώς να το πω, που έκανε παραστάσεις με συγκροτήματα και τέτοια — ήτανε πολλοί γιατί ήτανε η μόδα τότε — [00:10:00]και έχουμε μια εμπειρία και, ας πούμε, μάθαμε κιόλας, πώς να το πούμε, δοκιμάσαμε και το ξεκίνημα, το να παίζεις σε κόσμο. Καλά πήγανε όλα, αλλά τη δουλειά δεν την αλλάζαμε. Μετά είπαμε... Μας ζητήσαν να πάμε να παίξουμε σε κλαμπ, οπότε τις μέρες που δεν δουλεύαμε νύχτα στο εργοστάσιο — γιατί δούλευα βάρδιες, πρωινή βάρδια, απογευματινή και νυχτερινή ήτανε οι βάρδιες — και όταν δεν δουλεύαμε τη νύχτα, πηγαίναμε, ξεκινήσαμε και παίζαμε σε κλαμπ. Μετά αλλάξαμε δύο κλαμπ, γύριζα στο σπίτι γύρω στις 5:00- 5:30 η ώρα το πρωί. Ο πατέρας μου εκείνη την ώρα κατέβαινε απ’ τις σκάλες για να ανοίξει το καφενείο, ερχόμουνα κι εγώ, του ‘λεγα «καλημέρα», κούναγε το κεφάλι του. Τέλος πάντων, κοιμόμουνα καμιά ώρα και μετά πήγαινα για δουλειά. Παίζαμε και πολύν καιρό μετά στο Πασαλιμάνι, σ’ ένα night club που υπήρχε. Δεν θυμάμαι τώρα τα ονόματα, το «Σινικόν» λεγόταν; Το «Σινικόν» μου φαίνεται, και σε άλλες περιπτώσεις πηγαίναμε και παίζαμε, περισσότερο όχι για να βγάλουμε χρήματα αλλά γιατί μας άρεσε. Μετά να πω ότι απ’ αυτή την ιστορία βγήκε ένα πολύ καλό. Ήμουνα πολύ τυχερός και κάτι έμαθα, εκτός αυτά που έμαθα και τα διασκέδαζα και περνάγαμε καλά, γνώρισα και τη σύζυγό μου και αυτό ήτανε... Ήμουνα τυχερός, μπορούμε να πούμε, γιατί αφού με άντεξε τόσα χρόνια — και εγώ, βέβαια — ό,τι πιο καλό, έχουμε κάνει την οικογένειά μας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, και ήτανε αίτιο αυτό το πράγμα, η μουσική. Αν δεν είχα ασχοληθεί με τη μουσική, δεν θα την γνώριζα. Έτυχε να είναι στο Rex, είχαμε μια παράσταση και ήτανε μια κοπέλα μπροστά και κοπανιότανε να πούμε, τέλος πάντων. Εντάξει, φυσιολογικό αυτό. Εν τω μεταξύ, ήρθαν οι φωτογραφίες από την παράσταση. Κοιτάω, τη βλέπω εκεί πέρα, εντάξει, δεν μου ‘κανε εντύπωση αλλά ήτανε κι αυτή εκεί πέρα πρώτη σειρά στις φωτογραφίες. Μετά ένα διάστημα κάναμε μία... Παίξαμε σ’ έναν κινηματογράφο της Νίκαιας, μια Κυριακή κάναμε παράσταση και να τη πάλι, την είδα στην πρώτη σειρά. Δηλαδή αυτά δεν γίνονται τα πράγματα, συμπτώσεις περίεργες. Ε, τελειώσαμε, κατέβηκα κάτω, πήγα, της λέω... Χαιρετηθήκαμε, της λέω: «Έχω μια φωτογραφία σου». Ανησύχησε, τη βλέπω ότι... Λέω: «Έχω μια φωτογραφία σου», «Πού ‘ν’ τη;». Λέω: «Να ‘ρθω, να κανονίσουμε να συναντηθούμε να στη δείξω, να στη δώσω», ξέρω ‘γω. Ε, αυτή ήταν η αρχή της υπόθεσης και εξελίχθηκε καλά, πολύ καλά. Είμαι ευτυχισμένος γι’ αυτό.
Με το συγκρότημα πώς συνέχισε η ιστορία;
Το συγκρότημα... Μετά μεγαλώσαμε, έπρεπε να διαλέξουμε ή δουλειά ή μουσική, δεν γινότανε. Οπότε είχαμε κάνει το κέφι μας, είχαμε περάσει καλά και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τη δουλειά μας γιατί θα έπρεπε να κάνουμε οικογένεια και έβλεπα τους καλλιτέχνες μία καλή, μία... Δεν ήτανε, ας πούμε, δεν είχανε σταθερή εργασία. Και μάλιστα, μετά από δεκαετίες, όταν ταξιδεύαμε, κάναμε διακοπές στο εξωτερικό, το καράβι Ιταλία και μετά έβρισκα φίλους μουσικούς που παίζανε πιάνο στο πλοίο, πουλάγανε και CD και δεν ήτανε ας πούμε, δεν είχανε εξασφαλίσει μια εργασία και δεν το μετάνιωσα που τα παράτησα. Περάσαμε ωραία και είμαι ευχαριστημένος με τις επιλογές που έκανα.
Έχετε κάποια στιγμή να θυμάστε ιδιαίτερα από το συγκρότημα;
Ναι, αυτό δεν το ξεχνάς, δεν ξεχνιέται αυτό! Ήτανε μία ευχάριστη περιπέτεια και ήτανε κι απολαυστική, γιατί και άκουγες μουσική και τραγούδια... ‘Ντάξει, μας λέγανε γιεγιέδες τότε.
Θυμάστε τα μαγαζιά, κάποια μαγαζιά όπου παίξατε;
Δεν θυμάμαι τώρα. Παίζαμε σε κάμποσα μαγαζιά, παίζαμε. Τώρα δεν θυμάμαι ούτε τα ονόματα σχεδόν. Ήτανε κλαμπ νυχτερινά με μουσική. Μιανής ηθοποιού ήτανε ένα στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι, στην... Απάνω εκεί που είναι... Δεν θυμάμαι τώρα πώς το λέγανε, τέλος πάντων. Έχουνε περάσει δεκαετίες πολλές.
Το συγκρότημα πώς ονομαζόταν; Δεν είπαμε.
Το συγκρότημα, είδαμε και πάθαμε. Μας το έδωσε ο Καραμανέας, εμείς δεν είχαμε κάτι στο μυαλό μας. Αυτοί θέλανε, όμως, να μας δώσουν ένα όνομα για να μας σερβίρουνε στον κόσμο. Και μας είπε ο Καραμανέας: «Nobles». Στα αγγλικά ξέρεις τι σημαίνει; Δεν ξέρω, ήμασταν τόσο ευγενείς, ας πούμε; Εγώ προσπαθώ, είμαι έτσι... Μπορώ να ξεγελάσω μερικούς ότι είμαι ευγενής. Και εντάξει, αυτός μας βάφτισε.
Μπορείτε να βρείτε ποια ήταν η καλύτερη στιγμή της καριέρας σας;
Όταν κάναμε τη συναυλία στο «Καραϊσκάκη», στο στάδιο, νομίζω ήτανε. Βέβαια, είχε κι άλλα συγκροτήματα, αλλά εκεί νομίζω ότι ήτανε... Το ευχαριστηθήκαμε.
Θα μου μιλήσετε γι’ αυτό;
Τι να πω ακριβώς;
Πώς συνέβη;
Πώς;
Για ποιον λόγο πήγατε στο «Καραϊσκάκη»;
Κάποιος... Τότε κάνανε συναυλίες τέτοιου είδους, ούτε θυμάμαι ποιος ήτανε. Ήτανε κι άλλα συγκροτήματα. Είναι πολλά χρόνια τώρα κι εδώ ξεχνάμε και τι φάγαμε χθες.
Το συγκρότημα από ποιους αποτελούνταν;
Ήτανε ο Δημητράκης Αλιμαντίρης, ο [00:20:00]ντράμερ. Ο Λευτέρης ήτανε μπασίστας, δεν τα κατάφερνε καλά στην κιθάρα, οπότε τον προωθήσαμε εκεί και σπούδασε το μπάσο που ήτανε έτσι πιο εύκολο, με λιγότερα...
Κινήσεις.
Ναι. Ο Μίμης έπαιζε κοπανιαμέντο. Εγώ ήμουνα ο σολίστας. Τέλος πάντων, ‘ντάξει, ο ένας βοηθούσε τον άλλονε, αλλάζαμε κιόλας μερικές φορές, κάπως έτσι.
Τραγουδιστή είχατε;
Τραγουδιστή δεν είχαμε. Ασχοληθήκαμε μόνο με instrumental μουσικά κομμάτια και μας άρεσε αυτό. Ε βέβαια, έπρεπε να βρούμε κι έναν τραγουδιστή. Βρήκαμε έναν, τον Γιώργο, ο οποίος όλο ίσιωνε το μαλλί του ας πούμε, το θυμάμαι. Ήτανε πολύ καλός, μας βόηθησε κι αυτός και είχαμε ένα διάστημα. Ε μετά, είχανε γίνει πολλοί... Πολλά συγκροτήματα, ήτανε της μόδας και σιγά-σιγά αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, κάναμε το κέφι μας, περάσαμε ωραία, βρήκαμε και νύφη, τι άλλο θέλαμε; Οπότε, δεν γινόταν τώρα να ‘σαι μουσικός και θα πα’ να παντρευτείς. Ο πεθερός σου τι θα πει; Τι δουλειά κάνεις; Οπότε και στη δουλειά μου ήμουνα ευχαριστημένος και τα κατάφερα μέχρι το τέλος, πήρα τη σύνταξή μου κι απολαμβάνω τώρα τα εγγόνια μου.
Μου μιλήσατε για τη δουλειά σας. Μπορείτε να μου πείτε περισσότερες λεπτομέρειες;
Ένα εργοστάσιο τροφίμων έχει... Είναι σοβαρή η κατάσταση. Δηλαδή πρέπει να δουλέψεις, να τηρήσεις πολλές προδιαγραφές. Ε, εντάξει, εγώ είχα και λίγα αγγλικά, διάβαζα, κάναμε εγκαταστάσεις μηχανημάτων και συντήρηση του αυτόματου εξοπλισμού. Κάποια στιγμή έκλεισε το κατάστημα αυτό, το εργοστάσιο, στον Πειραιά που ήτανε και έμεινα άνεργος ένα διάστημα και μετά πήγα με την προϋπερεσία που είχα, είχα γίνει πλέον πρώτος μηχανικός, πέρασα τα στάδια όλα και πήγα στη ΔΕΛΤΑ και τους είπα ότι θέλω να δουλέψω. Είχα αυτή την προϋπηρεσία και με στείλανε στο εργοστάσιο που έφτιαχνε τα γιαούρτια και εκεί — μ’ άρεσε η δουλειά μου, πάντα μ’ άρεσε η δουλειά μου — και εκεί τελείωσα την καριέρα μου και ήμουνα πολύ ευχαριστημένος και γι’ αυτά που έμαθα, γι’ αυτά που έκανα και για τις απολαβές μου. Αυτά.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το περιβάλλον εργασίας;
Στο πρώτο εργοστάσιο ήτανε και τα χρόνια, δεν ήτανε άσχημα. Απλώς, μετά που πήγα στη ΔΕΛΤΑ, είδα πολύ διαφορετική, ας πούμε, κατάσταση. Μεγάλη καθαριότητα και πολύ ενδιαφέρουσα... Τα μηχανήματα ήτανε από Σουηδία, από Γαλλία, ερχόντουσαν μηχανικοί που τα εγκαταστούσαν και μίλαγα και μ’ αυτούς. Έμαθα πολλά πράγματα, μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά. Και όταν τους είπα ότι φεύγω, στεναχωρηθήκανε. Και τους λέω: «Πρέπει να δουλέψουνε και νεώτεροι, εγώ έχω συμπληρώσει». Κι έτσι έφυγα. Και γίναμε συνταξιούχοι και το ρίξαμε μετά στα ταξίδια, που όταν δουλεύεις, δεν μπορεί να ταξιδέψεις και να το ευχαριστηθείς, να το απολαύσεις. Όταν είσαι συνταξιούχος, είσαι θεός, σε εισαγωγικά έστω. Γιατί μπορείς να κάνεις αυτά που θέλεις να κάνεις. Άλλο ένα καλό με τις νυχτερινές βάρδιες ήτανε ότι διάβαζα, πολλά πράγματα. Περισσότερο μ’ άρεσε η Ιστορία, η Γεωγραφία και τέτοια. Και είχα έτσι μία εικόνα για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τις οποίες ας πούμε… «Μετά πού θα πάμε; Θα πάμε στην Ισπανία». Γιατί είχα διαβάσει και ήθελα, ας πούμε, να δω ορισμένα πράγματα. Αυτό με βόηθησε, δηλαδή, στο να κάνω την επιλογή, το πού θα ταξιδέψουμε και τι θα κάνω. Θα κάνω διακοπές σε χιονοδρομικά κέντρα ή σε πόλεις και χωριά, παραδείγματος χάριν. Κάτι τέτοιο.
Ποιο ήταν το πρώτο σας ταξίδι; Και πότε;
Είχα ένα Wartburg station wagon και είχαμε και δύο αγόρια ζωηρά. Και το πρώτο μας ταξίδι εκτός ήτανε Δαλματικές Ακτές, από την άκρη μέχρι πάνω, πάνω απ’ την Αλβανία μέχρι απάνω την... Αυτό ήτανε το πρώτο ταξίδι και περάσαμε ωραία βέβαια, υποφέραμε λίγο από τα αγόρια που ήτανε ζωηρά αλλά εντάξει, προσαρμοστήκανε κι αυτοί σιγά-σιγά. Αυτό όταν δούλευα ήτανε ακόμα, αλλά έπαιρνα έναν μήνα άδεια. Οπότε τον μήνα άδεια αυτό πήγε όλος για ξεκούραση, που λέει ο λόγος. Η σύζυγός μου, το Μαράκι μου, ο αδελφός της δούλευε στη Γερμανία κι είχε παντρευτεί μία Σπανιόλα. Και μια χρονιά την πήγανε ο αδερφός της στην Ισπανία και μου το ‘λεγε, ορισμένα πράγματα και μου άρεσε, ας πούμε, κι εγώ φανταζόμουνα... Ήξερα για την ιστορία της Ισπανίας, τον εμφύλιο πόλεμο, τα προβλήματα που είχανε και με τους Άραβες και με τους Μουσουλμάνους και με χίλια δυο πράγματα. Ήτανε κι ο El Cid τότε της μόδας στο σίνεμα και είχαμε διαβάσει κιόλας, οπότε κάποια στιγμή, αφού ήμασταν ελεύθεροι και μόνοι μας οι δύο, τα παιδιά πγαίνανε στα σχολεία τους, στις δουλειές τους, είπαμε να πάμε στην Ισπανία. Και ξεκινήσαμε. Πήγαμε ένα μήνα με σκηνή γιατί μ’ άρεσε πολύ το κάμπινγκ, μας άρεσε και πήγαμε στην Ισπανία. Αυτό είναι μεγάλη ιστορία, ήταν το πρώτο ταξίδι από τα τρία που κάναμε τελικά. Αυτά...
Θα μου μιλήσετε γι’ [00:30:00]αυτό το ταξίδι;
Όχι, θα σας μιλήσω για το προηγούμενο.
Πείτε μου.
Που πήγαμε προς τη Γιουγκοσλαβία τότε. Είχε πεθάνει ο Τίτο πριν, τον προηγούμενο χρόνο. Λοιπόν, φεύγουμε και πάμε τώρα, φτάνουμε στα σύνορα, μείναμε στην Καστοριά σε κάτι φίλους το βράδυ, ένα βράδυ. Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε, πήγαμε απάνω στη Βόρεια Μακεδονία που λέμε σήμερα, ήθελα να παρακάμψω τα Σκόπια και την Αλβανία και να πάω στη θάλασσα κι από εκεί να ξεκινήσουμε την περιήγηση. Μόλις φτάσαμε σ’ ένα σημείο, βλέπω μπροστά αστυνομικούς, στρατιώτες, τανκς και αυτόματα. «Γεια σας», «Γεια σας». Ευγενικοί, χαμογελαστοί, «Πού πάτε;», λέω: «Πάμε Makarska Riviera». «Και πώς θα πάτε;», μου λέει. Λέω: «Θα πάω έτσι απ’ την Αλβανία», «Όχι -λέει- δεν θα πας από ‘κει. Θα πάτε στο Βελιγράδι κι από ‘κει θα κατεβείτε στις Δαλματικές Ακτές». Γιατί είχανε προβλήματα με τις... Οπότε βρεθήκαμε στο Βελιγράδι. Πάμε με τη σκηνή στο κάμπινγκ, ήτανε κοντά στον ποταμό. Αλλά εκεί ψιχάλιζε και έβρεχε όλη τη νύχτα. Λοιπόν, σηκωθήκαμε το πρωί, εμείς κοιμόμασταν μέσα. Στην τέντα της σκηνής που έκλεινε κιόλας, είχαμε βάλει σε μια άλλη σκηνούλα τα δυο αγόρια μας τότε. Βγαίνω έξω κι όπως σηκώνομαι, χτυπάω το κεφάλι μου απάνω λες και χτύπησα κάτω σε κάποια τσιμεντένια σκάλα. Το κεφάλι μου πήγε να σπάσει. Τι έγινε; Κοιτάω, είχε βρέξει και είχε κρατήσει νερό. Και ήτανε τόσο βαρύ, δηλαδή, τόσο δυνατό το χτύπημα, νόμιζα ότι είχα κουτουλήσει στο τσιμέντο. Τέλος πάντων, μπαίνω εκεί, βγαίνω. Έβαλα τα παπούτσια μου και το παντελόνι μου, βγαίνω έξω από τη σκηνή, μέχρι το γόνατο πήγε η λάσπη. «Αμάν -λέω- τι θα κάνουμε τώρα;». Ήτανε οργανωμένο κάμπινγκ και είχε θέσεις για τροχόσπιτα, είχε πολλούς Γερμανούς, οι οποίοι κάνανε πρωινό περπάτημα στα πεζοδρόμια μέσα στο κάμπινγκ εκεί. Εγώ ήμουνα μέχρι τα γόνατα λασπωμένος. Και αυτοί οι άνθρωποι, ευγενικοί καθώς ήταν, «guten morgen» και «guten morgen»! Τι «guten morgen»; Αχ Παναγίτσα μου! Οπότε, όταν γυρίσαμε στην Αθήνα — στον Πειραιά μάλλον, γιατί είμαστε Πειραιώτες — όταν γυρίσαμε στον Πειραιά, το πρώτο πράγμα που έκανα, πήγα και πήρα ένα τροχόσπιτο. Αυτό ήταν το αίτιο και όλα μας τα ταξίδια γίναν με το τροχόσπιτο. Το πρώτο, όμως, ήταν με σκηνή στην Ισπανία.
Στην Ισπανία ή στις Δαλματικές Ακτές;
Όχι. Οι Δαλματικές Ακτές είναι Βαλκάνια.
Όχι, όχι. Με τη σκηνή πού πήγατε, στην Ισπανία ή στις Δαλματικές Ακτές;
Όχι, είχαμε πάει με τη σκηνή. Όταν γυρίσαμε πήραμε το τροχόσπιτο. Αλλά στην Ισπανία που πήγαμε για πρώτη φορά, δεν πήγαμε με το τροχόσπιτο. Ήθελα να ‘χα πολλή ευελιξία, δεν ήξερα, ας πούμε, δεν είχα εξοικειωθεί κιόλας και πήγαμε με τη σκηνή. Οπότε το πρώτο μας ταξίδι στην Ιβηρική χερσόνησο ήτανε με σκηνή.
Πόσες φορές πήγατε στην Ισπανία;
Το ’94 πήγαμε αν δεν κάνω λάθος την πρώτη, το πρώτο ταξίδι. Ναι, το ’94. Και μετά ακολουθήσανε κι άλλα, γιατί είχε πολύ... Αντικείμενα να δεις, ήτανε πολύ ενδιαφέρουσα. Πήγαμε και στην Πορτογαλία τη δεύτερη φορά, την τρίτη φορά πήγαμε περνώντας απ’ τη... Αλλάζαμε πάντα διαδρομές για να βλέπουμε νέους τόπους. Πήγαμε στη Λούρδη, στην Παναγία της Λούρδης, κάτι το οποίο είναι και συναρπαστικό και... τι να πω, απ’ τα πιο ωραία μέρη που έχουμε πάει και πήγαμε και στη... γιατί κάθε φορά πηγαίναμε σε άλλα μέρη βέβαια και πάλι δεν τα είδαμε όλα με τις τρεις αυτές εξόδους που κάναμε. Πήγαμε, περάσαμε από τη Λούρδη και μετά πήγαμε στο Santiago de Compostela. Εκεί ήτανε ο Άγιος Ιάκωβος θαμμένος, που είναι πια μεγάλη ιστορία αυτή. Μεγάλη ιστορία και συναρπαστική! Και όταν ξαναπήγαμε, το τελευταίο ταξίδι πήγαμε πάλι από τη Λούρδη, γιατί είχε ξεχειλίσει... Είχε το ποτάμι... Είχε η πόλις, είχε καταστραφεί. Και ήθελα να την δω πώς είχε γίνει και πήγαμε δια μέσω της Λούρδης, μετά περάσαμε από ένα τούνελ τα Πυρηναία και πήγαμε πάλι στην Ισπανία μας που την είχαμε αγαπήσει τόσο πολύ, για να δούμε μέρη που δεν τα ‘χαμε δει. Βαρκελώνη και άλλα. Μάλιστα…
Στη Λούρδη... Θα μου μιλήσετε για τη Λούρδη;
Είναι κάτι το συναρπαστικό, αλλά καταρχήν βλέπεις όλες τις φυλές του κόσμου: Κινέζοι, Αφρικανοί, Νοτιοαμερικάνοι, οι οποίοι έρχονται με τις λαμπάδες τους, τις οποίες τις βαστάνε στον ώμο σαν τα... Δηλαδή πολύ, ας πούμε έτσι... Όχι ότι είναι θρήσκοι, είναι πολύ τυπικοί και σωστοί. Το μέρος είναι φανταστικό. Εμείς σαν μουσικοί, κι εγώ περισσότερο, πάω στην εκκλησία μόνο αν δεν είναι φάλτσος ο ψάλτης. Οπότε μας άρεσε πάρα πολύ η Λειτουργία, η συμπεριφορά τους, ότι στην εκκλησία δεν ακούς τίποτα, ότι όταν είναι να κοινωνήσουν, σηκώνονται κι ο ένας χαιρετάει τον άλλον και μετά κοινωνεί. Το Santiago de Compostela έχει μια ιδιαίτερη... Έχει ένα καμπαναριό, το οποίον είναι μοναδικό στον κόσμο. Είναι τεράστιο, το σηκώνουνε στη μέση της εκκλησίας με γερανό, τραβώντας και μετά αυτό που... Το λιβανιστήρι είναι σαν ένα, εκεί που βαφτίζουνε τα παιδιά, ένα τέτοιο μεταλλικό-
Κολυμπήθρα.
Μια κολυμπήθρα, ναι, τόσο μεγάλο. Λοιπόν, κι αφού φτάσει ψηλά πάνω, μετά αρχίζουνε, τραβάνε τα σχοινιά και πηγαίνει από την είσοδο της εκκλησίας μέχρι το Ιερό απάνω στον ουρανό! Το βλέπεις και είναι πολύ ενδιαφέρον.
Γιατί το σήκωναν αυτό, ξέρετε;
Το λιβανιστήρι; Γιατί πρέπει να κάνει μια διαδρομή, την οποία είναι όλη η εκκλησία που είναι τεράστια. Τέλος πάντων, αυτό είναι, θέλω να πω είναι μια ενδιαφέρουσα επίσκεψη για οποιονδήποτε. Είναι δεν είναι Χριστιανός, είναι δεν είναι Καθολικός, δεν έχει σημασία καθόλου. Έχει κι ένα ποτάμι πολύ ωραίο και έχουμε περάσει... Tη [00:40:00]δεύτερη φορά πετύχαμε σε λιτανείες και είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον.
Μου είπατε και για τη διαδρομή του El Cid που κάνατε.
Ο El Cid… Ο El Cid, τώρα δε θυμάμαι ακριβώς τις πόλεις γιατί είναι πλήθος πόλεων, ναι, από το μέρος που γεννήθηκε μέχρι που πήγε κάτω και πολέμησε με τους Άραβες. Το είχα δει όταν ήμουνα μικρός στο σινεμά και είχα διαβάσει και σχετικά, οπότε πήγαμε και στο σπίτι του. Στο Burgos είναι το σπίτι του, αν δεν κάνω λάθος. Εν τω μεταξύ, στο Santiago de Compostela ο κόσμος πάει με τα πόδια για να... Κι εγώ τώρα ανατριχιάζω τώρα που το λέω. Πήγαμε, τότε που πήγαμε στο Santiago, πήγαμε στο κάμπινκ, παρκάραμε το τροχόσπιτό μας, έρχονται και κάτι Ιταλοί με ένα βαν, μου λένε: «Είσαστε…», πώς το λένε; Αυτός που πιστεύει και είναι…
Προσκυνητές;
Προσκυνητές! Μπράβο, συγχαρητήρια. Έκανε καλή επιλογή ο Αποστόλης. «Είστε προσκυνητές;», λέω: «Ναι». Ε, μου λέει, αυτοί είχανε έρθει... Θα αφήναν το αυτοκίνητο εκεί, θα παίρναν ένα λεωφορείο, θα πηγαίναν 200 χιλιόμετρα πίσω για να γυρίσουν με τα πόδια! Εν τω μεταξύ, υπάρχουνε διάδρομοι και οδοί σε χάρτη, που μπορείς να τον κάνεις ξεκινώντας και από την Κωνσταντινούπολη και από τη Ρώμη και να περάσεις τα Πυρηναία και να πας με τα πόδια. Αυτοί... Πώς να πω; Ότι είναι πιο Χριστιανοί απ’ τους άλλους; Πολύς κόσμος πάει με τα πόδια. Εν τω μεταξύ, είχε μία πολύ μεγάλη καμπάνα στην εσωτερική αυλή των κτισμάτων που είχανε... Της εκκλησίας — γιατί έχει και μουσείο, έχει και άλλα πράγματα — και αυτή η καμπάνα μετά που διάβασα, την επόμενη φορά, ήτανε πάνω στην εκκλησία. Οι Ισπανοί είχανε περίπου… Πολλά χρόνια, 80 χρόνια, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, είχανε τους Μαυριτανούς, είχανε φτάσει μέχρι το Santiago, δηλαδή στα σύνορα με τη Γαλλία και όταν πήγανε εκεί, τους πήρανε την καμπάνα και τα βάλανε σε κάρα και τους σκλάβους, τους Σπανιόλους εκεί, την τραβάγανε και την πήγανε στον Νότο. Δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς ποια πόλη, γιατί είναι πολλές που έγιναν οι τελευταίες μάχες με τους Μαυριτανούς. Λοιπόν, όταν ο El Cid τους κατατρόπωσε και τους διώξανε και πήρε τα βασίλεια που είχανε κάνει εκεί, τους έβαλε τους ίδιους τους Μαυριτανούς, να πάνε την καμπάνα αυτή πάλι στο Santiago de Compostela. Είναι πολύ... Δεν μπορούσα να το… Δηλαδή συναρπαστικό και οπότε, δεν την βάλανε όμως πάλι να τη στολίσουνε στα καμπαναριά, γιατί ήταν τεράστια, πολύ μεγάλη, και είναι τώρα εκεί. Πολλά λέω μάλλον, ε;
Πολύ ωραία τα λέτε.
Να πω και κάτι τελευταίο. Το Santiago… Εμείς πήγαμε πρώτα, την πρώτη φορά που πήγαμε, τη δεύτερη το απολαύσαμε περισσότερο. Έχει πολλές λεπτομέρειες που είναι συναρπαστικές. Πήγαμε, ανεβήκαμε στο μουσείο της εκκλησίας, δεν θυμάμαι τι μέρα ήτανε, είδαμε τα αυτά που είχαμε εκεί, τα... Μέχρι είδαμε σε τάματα, ελληνικά νομίσματα, παλαιά, πολύ παλιά. Είχε κι ένα καμπαναριό, υπήρχε εκεί, το οποίο το... Στο μουσείο. Ε, κι εγώ με τη φωτογραφική μου μηχανή ήθελα να βγάλω φωτογραφία το καμπαναριό γιατί είναι πώς να το πούμε; Το ξέρουνε πολλοί... Πασίγνωστο. Ε, ήτανε ο φύλακας εκεί, δεν μ’ άφηνε, δεν μ’ άφηνε από τα μάτια του. Τι μπήκα σε κάτι έτσι, πίσω, να μην φαίνομαι, τίποτα! Δεν μπόρεσα να το φωτογραφίσω. Τέλος πάντων, τελειώσαμε, πάμε τώρα, μπαίνουμε στο αίθριο της εκκλησίας. Στην εκκλησία... Πήγαμε στην εκκλησία πριν πάμε στο μουσείο, ήτανε άδεια η εκκλησία, ‘ντάξει είχε προσκυνητές που ανάβανε κεριά και τέτοια, ε, και πήγαμε να πάμε στο μουσείο. Μόλις πήγαμε μέσα, μπήκαμε στο αίθριο της εκκλησίας, είδα ότι ψήνανε κάτι με κάρβουνα. Λέω τι, μεσημεριανό θα ψήσουνε; Τίποτα εκεί σουβλάκια να φάμε, ξέρω ‘γω! Ε, βγαίνει ένας, πάω κοντά, βγαίνει ένας — παπάς ήτανε; Διάκος ήτανε; Τι ήτανε; Με μαύρα εκεί ρούχα, ιερέας ήτανε, και μόλις πάω κοντά ακούω ψαλμωδίες. Λέω τι έγινε... Του λέω: «Τι έγινε;», μου λέει: «Έχει…», πώς το λένε, μωρέ; Όχι λιτανεία...
Λειτουργία;
Ναι, έχει εκκλησία, ναι, ναι. Άνοιξε η εκκλησία ας πούμε, ψέλνουνε. Λέω: «Να πάμε» λέω, λέει: «Θα πάτε…». «Μπορούμε να μπούμε από ‘δω -του λέω- να μπούμε στην εκκλησία;». «Όχι -λέει- θα πάτε a la vuelta», γύρω. Εγώ με είχε πιάσει αγωνία, λέω θα προλάβω; Πού θα πάω γύρω; Από πού; Από ‘κει; Του λέω: «Σε παρακαλώ πολύ», του λέω, μιλάγαμε αγγλικά, ισπανικά εκεί, λίγο απ’ όλα. Του λέω: «Είμαστε -λέω- από την Ελλάδα». «Θέλω να πάω να δω τη λειτουργία» του λέω, «Άμα πάω γύρω θα...». Με κοιτάει... Οι Ισπανοί όταν ακούνε Ελλάδα, ανοίγουνε τα πάντα, οι πόρτες, τα πορτοφόλια τους, δεν μπορείς να φανταστείς. Είναι μεγάλη ιστορία αυτή κι έχω πολύ μεγάλη εμπειρία και πολλά περιστατικά. Λοιπόν, μας πιάνει και μας πάει και μας περνάει... Μπήκαμε σ’ έναν θάλαμο που είχανε τα ρούχα, είχανε αλλάξει οι άνθρωποι, οι παπάδες κι είχανε τις τσάντες τους, τα λεφτά τους ξέρω ‘γω και κατάλαβα ότι ο άνθρωπος κακώς μας... Και μας πήγε, τον ευχαρίστησα, λόγω ότι ήμασταν Έλληνες μας εξυπηρέτησε. Μπαίνω μέσα στην εκκλησία απ’ την πλαϊνή πόρτα μπαίνουμε, γεμάτη η εκκλησία, ξεχειλισμένη. Κι εκείνη την ώρα ξεκινάγανε να φτιάξουνε την καμπάνα. Οπότε την είδαμε όλη τη διαδικασία.
Τα κάρβουνα ήταν για το θυμιατό δηλαδή;
Ναι.
Τα έβαζαν μέσα;
Τέλος πάντων, τι είναι... Είναι πολλά πράματα αυτά τώρα, άσε!
Η σχέση των Ισπανών με τους Έλληνες που μου είπατε;
Ναι, εγώ δεν μπορώ να την εξηγήσω αυτή τη συμπάθεια, να την πω έτσι. Αν και δεν την αξίζουμε, τέλος πάντων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Όταν πάνε στο σχολείο πρώτη τάξη αρχίζουνε την αλφαβήτα να μάθουνε. A B C, το C είναι «θε». Όταν φτάσουνε στο Υ λένε A B C και τα λοιπά και φτάσουν στο Υ λένε «Υ griegos», το Υ το ελληνικό. Οπότε — τώρα ανα[00:50:00]τριχιάζω που το λέω αυτό — όλα τα παιδάκια με το που θα πάνε στο σχολείο, κάποια στιγμή, πολύ σύντομα, μαθαίνουν την αλφαβήτα, μαθαίνουνε την Ελλάδα, ακούνε την Ελλάδα! Τέλος πάντων. Κι αυτό μας έχουνε τύχει πολλά περιστατικά, να δίνεις το διαβατήριό σου, ας πούμε, να σε γράψουν εκεί στο ξενοδοχείο ή στο κάμπινγκ και τα λοιπά, κοιτάει... Και να σου λένε: «Έχει ελληνικά γράμματα εδώ!», «Ναι- Sί!» και πολλά άλλα. Τέλος πάντων. Αυτά, Ντόρα μου.
Είχατε πάει σ' έναν γάμο στην Ισπανία;
Ααα... Ήμαστε τυχεροί, τι να πω άλλο; Τυχερός από πολλές πλευρές. Λοιπόν, η Μαίρη είχε πάει με τον αδερφό της στην Ισπανία και ήταν πολύ ωραία, είπαμε να πάμε κι εμείς πρώτη φορά. Έχει εκεί συγγενείς γιατί ο αδερφός της έχει παντρευτεί μία Σπανιόλα, έχουνε κόσμο και τους οποίους τους είχε γνωρίσει η Μαίρη και ήθελε, ας πούμε, όταν θα πάμε μαζί να τους δει πάλι, να πάει ξέρω 'γω. Και πήραμε ένα τηλέφωνο και τους λέμε ότι θα ‘ρθουμε στις τάδε του μηνός, γιατί ήτανε προγραμματισμένα τα πάντα. Ένα μήνα, θα είμαστε στη Cerceda ας πούμε, που είναι το χωριό τους, πάνω απ΄τη Μαδρίτη 30 χιλιόμετρα. Και: «Θα είσαστε εκεί;» και η απάντηση ήτανε: «Εμείς δεν πάμε διακοπές, θα είμαστε εδώ αλλά στην τάδε του μηνός», δεν θυμάμαι την ημερομηνία, είναι γραμμένη κάπου αλλά δεν την θυμάμαι. «Μπορεί να μην είμαστε σπίτι, γιατί παντρεύεται μια γειτόνισσά μας». Οπότε εμείς κανονίσαμε την παραμονή του γάμου να είμαστε στη Cerceda, στην Asunción με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τελικά ζήσαμε και είδαμε πολλά πράγματα.
Πώς ήταν ο γάμος;
Ο γάμος, σαν τους ελληνικούς γάμους είναι. Μετά γίνεται το τραπέζι. Α, όχι σαν τους ελληνικούς. Σ’ έναν βαθμό. Η εκκλησία που πήγαμε, περισσότερο ο ιερέας κάνει μια σύντομη λειτουργία και δίνει πολλές, ας πούμε, λέει πώς να συμπεριφέρεται ο γαμπρός στη νύφη και η νύφη στον γαμπρό, ο σύζυγος στη γυναίκα του και η σύζυγος στον άντρα της. Μου ‘κανε εντύπωση αυτό το πράγμα. Δεν ήξερα, αλλά μου μεταφράσανε μερικά πράγματα. Τώρα είναι... Κάνουνε τα τραπέζια κι αυτοί όπως κι εμείς, απλώς μου δώσανε και πρόσκληση και στην πρόσκληση έγραφε και το μενού που θα υπάρχει μετά που θα γίνει το τραπέζι. Πήγαμε σ’ αυτό, σ’ ένα πολύ ωραίο μέρος, σε βουνά πάνω ήτανε και μπήκαμε... Μας πήγανε στις θέσεις μας, όλος ο κόσμος ήτανε καθισμένος, υπήρχανε τα σερβίτσια και περιμέναμε να ‘ρθουν το ζεύγος. Το ζεύγος όταν φτάνει, υπάρχει ένα κορδόνι, το οποίο κλείνει την είσοδο και ανοίγει μόνο για να μπούνε το ζευγάρι και πηγαίνουν, κάθονται στο τραπέζι τους. Εκεί ήρθαν, σερβίρανε. Η μερίδα ήταν ένα μπούτι ολόκληρο εκτός τα όλα τα άλλα πράγματα και τα λοιπά. Είναι το τραπέζι με τους παντρεμένους, με τη μαμά τους, τον μπαμπά τους κι εκεί γίνονται τα εξής: πάνε οι φίλες της νύφης και μπαίνουνε, τη βάζουνε στη μέση τη νύφη, της βγάζουνε το φόρεμα και φοράει μία κορδέλα, πώς φοράνε στο μπούτι σε κάτι χορούς; Λοιπόν, βγάζουνε την κορδέλα αυτή και την κόβουνε σε κομματάκια με τα ψαλίδια και γυρίζουνε μετά σε όλους τους καθημένους, τους καλεσμένους και τους δίνουν από ένα κομματάκι κι αυτοί δίνουνε τον οβολό τους.
Α, μάλιστα.
Παίρνουνε τα χρήματα αλλά παίρνουν ένα κομματάκι απ’ τη... Όσο για τον γαμπρό, δε σου λέω τίποτα. Του βγάζουνε το σλιπ, όλο το παίρνουνε, αλλά δεν το κυκλοφοράνε. Μετά... Δεν μιλάμε, εντάξει φάγαμε αλλά μετά ήτανε οι χοροί, δεν σου λέω τίποτα. Σπανιόλοι. Και ήτανε και της μόδας τότε το «Macarena».
Α, μάλιστα.
Κάτι θα θυμάσαι σ’ αυτό.
Ναι, ήμουνα στα πάρτυ τα παιδικά το χορεύαμε.
Τους λέω: «Τι έγινε; Αυτό, καινούριο πράγμα;», «Όχι -μου λέει- είναι πάρα πολύ παλιό, παραδοσιακό» και κατά διαστήματα, ας πούμε, το θυμόνται πάλι και γίνεται σουξέ.
Τι λέτε τώρα!
Είναι παλαιό τραγούδι, πολύ παλιό η «Macarena».
Τι λέτε τώρα! Αυτό δεν το ήξερα.
Ε ούτε εγώ το ‘ξερα! Ωραία. Πολλά είπαμε για την Ισπανία. Γιατί είναι ατελείωτη.
Έχετε πάει και αλλού στην Ευρώπη...
Όχι. Έχουμε πάει τα Βαλκάνια και Ιταλία, Νότια Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία. Θα ήθελα να πάω και πιο βόρεια αλλά είναι συναρπαστικό το να είσαι στην Ιβηρική γιατί είναι μουσική, είναι χορός, είναι τα πάντα! ‘Ντάξει δεν θα ξαναπάω τώρα, έχουμε πάει και Σικελία έχουμε πάει και Νότια Ιταλία. Μια άλλη Ελλάδα.
Θα μου μιλήσετε για τη Νότια Ιταλία;
Για τι να σου μιλήσω για τη Νότια Ιταλία;
Βλέπω τη φωτογραφία πίσω.
Όχι, αυτή είναι η Ακρόπολη.
Δεν είναι ο ναός στον Τάραντα;
Όχι όχι, ο Τάραντας ε; Είναι μια άλλη Ελλάδα, μια άλλη Ελλάδα. Δεν μπορώ να σου μιλήσω, θέλει πολλή εισαγωγή, θέλει... Α, ένα περιστατικό μόνο! Περιμένουμε στις Συρακούσες τη σειρά μας για τουαλέτα. 50 λεπτά είναι το... Σε όλη την Ιταλία και στη Σικελία, που Ιταλία είναι κι εκεί, κι έχουμε το πενηνταράκι στην τσέπη μας και περιμένουμε. Έρχεται ένας κύριος: «Είσαστε Έλληνες;», λέω; «Ναι!», «Io vero Greco! Ο πατέρας μου όταν ήταν μικρός μου διάβαζε την Οδύσσεια. Μου διάβαζε αυτό, μου διάβαζε εκείνο». Δηλαδή πας σε ανθρώπους που σε βλέπουνε σαν συμπατριώτη τους. Το συναρπαστικό είναι ότι... Είναι πολλά εκεί, είναι πάρα πολλά. Έχουμε πάει δύο φορές. Στον Τάραντα εκεί, να δεις τη νύχτα που έχει... είναι η θάλασσα, μετά είναι τα χωράφια, μετά είναι η αρχαία πόλις και πιο πάνω είναι η καινούρια πόλη. Κάθεσαι στην άκρη της πόλης, μέσα στους βράχους και βλέπεις ας πούμε Παρθενώνες, βλέπεις τα πάντα. Είναι 5-6 ναοί που είναι [01:00:00]εκεί στημένοι σε μεγαλύτερο χώρο απ’ ό, τι είναι η Ακρόπολη και αυτά είναι τρομερή εικόνα την ώρα που σκοτεινιάζει και ανάβουνε οι λάμπες. Τι να σου πω, δεν υπάρχουνε λόγια! Τελευταία φορά που φεύγαμε — τη δεύτερη φορά που πήγαμε, γιατί είχαμε πάει και με γκρουπ να δω τα πράγματα πώς είναι και μετά πήγαμε μόνοι μας — να σου πω ότι δάκρυσα που φεύγαμε την τελευταία φορά απ’ τον Τάραντα. Έχω, ευτυχώς έχω τα αρχεία μου, τις φωτογραφίες. Τέλος πάντων, ‘ντάξει.
Εκτός Ευρώπης έχετε πάει;
Στον Καναδά πήγαμε ένα μήνα, σ’ έναν συγγενή μας. ‘Ντάξει, θέλω να πάω, μ’ αρέσει πολύ αλλά ήδη έχω τόσο υλικό που υπάρχει πρόβλημα δηλαδή. Και να πάω... Μάλλον δεν θα πάω. Για πολλούς λόγους. Και μεγαλώσαμε και δεν... Μας κόψανε και τα αυτά που δουλεύαμε τόσα χρόνια, και τις συντάξεις μας. Τα προλάβαμε όμως, 3- 4 χρόνια περάσαμε καλά. Μετά, ‘ντάξει. Και τώρα καλά περνάμε και δεν έχουμε και παράπονο απ’ τη ζωή μας κανένα.
Με τα ταξίδια που έχετε κάνει ποια είναι η άποψή σας για τη διαφορά του εξωτερικού με την Ελλάδα; Αν υπάρχει διαφορά.
Κοίταξε να δεις, σημασία έχει πώς βλέπεις ένα μέρος, δηλαδή δεν μπορείς να... Κανένας δεν βλέπει τα ίδια πράγματα. Το μόνο που θυμάμαι ότι όποτε γυρίζαμε από έξω, μόλις φτάναμε στο Σχιστό και έβλεπα τα σπίτια έτσι πώς ήτανε στον Πειραιά, κέντρο και τα λοιπά, μ’ έπιανε... Μόνο που δεν έκλαιγα. Τέλος πάντων. Ίσως να είναι υπερβολικό αυτό, αλλά ‘ντάξει. Πάντως είναι... Τα ταξίδια είναι κάτι που αξίζει. Είναι επένδυση.
Γι’ αυτό μπήκατε και σε ένα γκρουπ, στους «Ταξιδιάρηδες»;
Ε, ναι. Απλώς ψάχνοντας εκεί, βρήκα στο ίντερνετ τους «Ταξιδιάρηδες» και το είχε δημιουργήσει ένας φίλος, ο οποίος ήμασταν την ίδια περίοδο στη Βαρκελώνη. Και λέω, μου ‘κανε εντύπωση αυτό και τον γνώρισα και ήτανε… ‘Ντάξει, περάσαμε καλά αλλά δυστυχώς δεν έζησε πολύ αυτός ο άνθρωπος και άλλαξε η κατάσταση. Εντάξει δεν... Ωραία ήτανε, γιατί και μάθαμε και μάθανε κι άλλοι ορισμένα πράγματα.
Τι κάνετε σ’ αυτό το γκρουπ;
Τώρα; Τώρα έχω σταματήσει...
Όταν ήσασταν.
Γράφαμε, ας πούμε, ταξίδια. Πού πήγαμε, τι είδαμε. Ήτανε κάπως οργανωμένα έτσι για να έχει και ενδιαφέρον, να ακολουθείτε και φωτογραφίες που υπήρχανε... Ναι. Φιέστες πολλές, πανηγύρια δηλαδή κοινώς. Δεν σου λέω τίποτα. Είναι και θέμα τύχης, αλλά ήμασταν τυχεροί πολύ.
Άρα τώρα μένετε στη Σαλαμίνα.
Μάλιστα.
Η ζωή πώς είναι τώρα;
Η ζωή είναι όμορφη, είναι ήσυχη, έχουμε τις ευκολίες μας, όλα, εντάξει, τα παιδιά μας τα βλέπουμε∙ είμαστε καλά. Καλά είμαστε, δεν είμαστε διαμαρτυρόμενοι. Τι να κάνουμε, Σαλαμίνα. Έχουμε καθαρό αέρα, καμία σχέση με το άστυ.
Επιστρέφετε στη Νίκαια όμως, όπου γεννηθήκατε.
Ε ναι, έχουμε τη σχέση μας με τη Νίκαια, δεν θα τελειώσει. Εμείς θα τελειώσουμε! Έχουμε εδώ φίλους, έχουμε επενδύσει... Μη γελάς! Εδώ βρήκαμε νύφη να μας προσέχει, ξέρω ‘γω, να μας διαβάζει…
Μάλιστα. Κλείνοντας θα σας ρωτήσω απλώς τι έχετε αποκομίσει από όλα αυτά τα ταξίδια- μένω στα ταξίδια.
Τι έχουμε αποκομίσει; Μία ευτυχία η οποία είναι βαθιά και ατελείωτη. Όταν στεναχωρηθείς ή ζοριστείς, κλείνεις τα μάτια και λες: «Τι άλλο να θέλουμε απ’ τη ζωή μας;. Εκτός να ‘ναι καλά τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, δεν θέλουμε τίποτα άλλο».
Μάλιστα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη!
Να είσαι καλά.