© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Φωταροί: Ένα υπέροχο έθιμο στα Λαγυνά Θεσσαλονίκης
Κωδικός Ιστορίας
11644
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Νικόλαος Γιαννούδης (Ν.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/02/2022
Ερευνητής/τρια
Ειρήνη Αντωνίου (Ε.Α.)
[00:00:00]Τέλεια! Λοιπόν, έχω ανοίξει το καταγραφικό. Εγώ ονομάζομαι Αντωνίου Ειρήνη, είμαι ερευνήτρια του Istorima και βρισκόμαστε σήμερα, είναι Σάββατο 19 Φεβρουαρίου του 2022, πρωί, στα Λαγυνά, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη, στο Δήμο Λαγκαδά. Είμαι μαζί με τον κύριο Νικόλαο Γιαννούδη. Θέλετε να μου πείτε λίγα πράγματα για τον εαυτό σας; Να μου πείτε το όνομά σας;
Λοιπόν, ονομάζομαι Γιαννούδης Νικόλαoς, του Σωτηρίου και της Όλγας, είμαι 65 χρόνων, του '57 γεννηθείς. Γεννήθηκα εδώ πέρα. Μεγάλωσα δω. Και εγώ μεγάλωσα και το χωριό μας μαζί μεγάλωσε. Γιατί παλιά ήτανε μικρότερο, σιγά-σιγά αναβαθμίστηκε.
Τέλεια! Θέλετε να μου πείτε λίγο μερικά πράγματα για τη ζωή σας;
Πώς μεγάλωσα;
Ναι.
Στη ζωή στο χωριό μας; Για τα Λαγυνά; Πώς μεγαλώσαμε... Ήταν ένα χωριό, το οποίο ήταν οι δρόμοι ακόμα χωματόδρομοι. Είχε τα ρέματα... Όλος ο Λαγυνάς είχε– Δηλαδή, αν ήτανε διακόσιες οικογένειες, οι εκατόν ογδόντα είχανε αγελάδια, περίπου από δύο ο καθένας, τρία. Και οι άνθρωποι ζούσανε με αυτό. Μετά, πολλοί άνθρωποι, επειδή το χωριό μας δεν είχε πάρα πολλά κτήματα, ο Λαγυνάς, πηγαίνανε στον Άγιο Βασίλειο με τις βάρκες τους να ψαρεύουνε. Άλλοι πηγαίνανε το καλοκαίρι και μαζεύανε ραδίκια, για ραδίκια, για να τα πηγαίναν στη Θεσσαλονίκη, γιατί ο Λαγυνάς απ' τη Θεσσαλονίκη απέχει περίπου 13 χιλιόμετρα. Πηγαίναν με τα κάρα τους και πουλούσανε ραδίκια στην πόλη. Δεν είναι όπως τώρα, έχει τις λαϊκές και έχει τα πάντα χειμώνα-καλοκαίρι. Τότε, για σαλάτα, ο κόσμος αγόραζε τα ραδίκια. Μετά, οι άνθρωποι αρχίσανε να βάζουνε ντομάτες στα χωράφια τους. 2 στρέμματα, 3 στρέμματα, αναλόγως πόσα είχανε. Και πηγαίναν με τα κάρα και καλλιεργούσανε τα κτήματά τους. Μετά, αρχίσανε να βάζουνε σιτάρια, τριφύλλια και σιγά-σιγά, σιγά-σιγά αναπτυσσότανε. Αργότερα, ο Λαγυνάς, άνοιξαν δουλειές στη Σαλονίκη, στις οικοδομές. Πηγαίναν πάρα πολλά παιδιά στην οικοδομή και φέρνανε χρήματα για τους γονείς τους. Ανοίξανε κάποια εργοστάσια, δουλεύαν πάρα πολλές κοπέλες στα εργοστάσια. Ανοίξαν εργοστάσια και επιπλάδικα. Πηγαίναν πάρα πολλά παιδιά εκεί. Αργότερα, ο Λαγυνάς άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο. Να πηγαίνει, μέχρι την Κρήτη να φτάνει, μέχρι τη Ρόδο, μέχρι τον Έβρο, να πουλάει προίκα για τα κορίτσια. Τώρα έχει σταματήσει αυτό, λίγοι μείνανε, δεν ασχολούνται, γιατί άλλαξαν τα χρόνια. Αυτός είναι ο Λαγυνάς για το πώς περνούσε απ' το '57 που γεννήθηκα εγώ, μιλάω απ' το '63 και μετά.
Τέλεια. Δεν θα σταματάμε το καταγραφικό, δηλαδή αυτό θα τρέχει κι εσείς θα μιλάτε κανονικά.
Ναι, ναι. Τα 'πα καλά;
Τέλεια τα λέτε.
Τι να πω άλλο;
Τα λέτε πολύ ωραία. Εσάς η οικογένειά σας με τι ασχολούτανε;
Όταν μεγάλωσα εγώ, ο πατέρας μου είχε δύο αγελάδια. Είχαμε το παλιό το σπίτι. Τα γελάδια τα είχαμε δίπλα στο σπίτι. Πολλοί άνθρωποι στο Λαγυνά ήτανε διώροφα, παλιά σπίτια, ξύλινα, κάτω είχανε τα ζώα τους και πάνω κοιμόνταν αυτοί. Επίσης και ζεσταινότανε. Τα ζώα, επειδή ήταν σανίδια το πάτωμα, πήγαινε ζέστη. Είχαμε αγελάδια, πήγαινε ο πατέρας μου στο χωράφι, εμείς με τον αδερφό μου, μικροί, πηγαίναμε –είχαμε κι ένα πατίνι– πηγαίναμε, βάζαμε ένα καζάνι και πηγαίναμε, παίρναμε απ' τη βρύση νερό, μαζεύαμε νερό στο σπίτι για να ποτίσουμε τα ζώα μας. Δεν είχαμε βρύσες στα σπίτια μας, ήτανε κεντρικές βρύσες. Μία λεγότανε Μπούλα, μία Κιούγκι, μία... Στη μέση, στην πλατεία. Από κει πήγαινε ο κόσμος και παίρναν νερό για τα ζώα. Αφού μεγαλώσαμε, είχαμε τα ζώα, μετά πηγαίναμε στα χωράφια, βοηθούσαμε. Αργότερα, εγώ προσωπικά τι έκανα; Το '72 φτιάξαμε έναν οπωρώνα, με δέντρα. Αχλάδια, μήλα και ροδάκινα. Πηγαίναμε και στον οπωρώνα μας. Εγώ μετά, όταν έγινα 15 χρονών, 14 χρόνων, πήγα στην οικοδομή σαν ελαιοχρωματιστής. Αυτό ήταν το κυρίως επάγγελμά μου, αλλά στη ζωή μου έκανα συγχρόνως πολλές δουλειές. Και στα χωράφια πήγαινα, καλαμπόκια βάζαμε, τριφύλλια βάζαμε, στον οπωρώνα πηγαίναμε, κλάδευα με το χέρι μου τόσα δέντρα, με το χέρι τα κλάδευα. Μετά, ήρθε το ρεύμα, εκεί, πήρα μηχανή που είναι του αέρος, με τον αέρα και μηχάνημα αέρος. Πόσο μεγάλη αλλαγή έγινε... Και πηγαίναμε στα χωράφια, μέχρι και προχθές πηγαίναμε στα χωράφια και δουλεύαμε πάνω στη δουλειά, στον ελαιοχρωματισμό. Άλλο.
Η γειτονιά σας πώς ήταν όταν ήσασταν παιδί;
Λοιπόν, οι γειτονιές στο χωριό μας, όλες, ήταν η περίφραξη τους, ήτανε, συνήθως αγκαλιές, ας το πω έτσι, με πουρνάρια. Γιατί τα πουρνάρια τα χρειαζόταν οι άνθρωποι, όπως κι εμείς στο σπίτι μας έτυχε να έχουμε έναν φούρνο –κι άλλοι είχανε κάποιους φούρνους– και βάζανε τον φούρνο για να ψήσουν το ψωμί. Και, σιγά-σιγά, τα πουρνάρια φεύγανε και ήταν ανοιχτές οι αυλές. Δεν ήταν περιφραγμένες τότε, τότε ήταν ανοιχτά. Ο κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Να μην ξεχάσουμε να πούμε, τότε δεν είχαν και τόσο αμάξια και συνήθως ο κόσμος πήγαινε με τα πόδια, είτε να πάει στο μαγαζί να ψωνίσει... Και συναντιόνταν και αλλάζανε κουβέντες, τώρα αλλάζουν τα αυτοκίνητα κουβέντες με ένα κορνάρισμα.
Ωραία, τέλεια! Εσείς πού μένατε τότε, μένατε αλλού;
Όχι, απ' το '57 έμενα στο ίδιο σπίτι, κάτω απ' την εκκλησία. Το '57 το 'χαμε φτιάξει. Αργότερα, το '72 το ξαναφτιάξαμε, γιατί ήτανε άλλης εποχής, το είχε φτιάξει ο παππούς μου.
Τότε δεν υπήρχε η μεγάλη εκκλησία;
Όχι, ήταν η παλιά εκκλησία, η οποία ήτανε σοβατισμένη γύρω-γύρω. Τώρα, οι ιερείς την παλιά εκκλησία την καθαρίσανε, βρέθηκε η πέτρα, τη σοβατίσανε και την κάναν σαν αρχαίο μουσείο να μείνει.
Θυμάστε τότε πόσοι περίπου ήταν οι κάτοικοι στο χωριό, όταν ήσασταν παιδί;
Λέγανε ότι ήταν περίπου διακόσιες οικογένειες, σε μένα. Πιο μπροστά ήταν λιγότερες.
Και τι σχέσεις είχατε μεταξύ σας;
Οι σχέσεις μεταξύ μας, επειδή ήταν όλοι συγγενείς κατά κάποιο λόγο, ήμασταν εντόπιοι. Δεν είχαμε εμείς πρόσφυγες στο χωριό μας. Μόνο δυο-τρεις οικογένειες που ήρθανε, οι Βλάχοι. Ήρθανε Σαρακατσιάνοι δυο-τρεις οικογένειες και δυο-τρεις οικογένειες απ' τον Πόντο, τον Καύκασο, δεν ξέρω πού ήρθανε. Αυτοί είχαμε σαν εκτός του Λαγυνά. Όλοι ήμασταν εντόπιοι, ήταν συγγενείς. Ήταν συγγενείς, γιατί κάθε οικογένεια είχε από εφτά παιδιά, τα οποία αυτά τα παιδιά πολλαπλασιαστήκανε.
Σχολείο που πηγαίνατε;
Σχολείο πήγαμε εδώ, στο Λαγυνά. Ήταν τότε το σχολείο μας αυτό που υπάρχει ακόμη, ήτανε καινούριο. Μόνο δημοτικό έχουμε πάει, δεν πήγαμε στο γυμνάσιο. Τότε τα παιδιά σπάνια πηγαίναν στο γυμνάσιο. Δηλαδή, αν ήμασταν τριάντα παιδιά, δεκαπέντε και δεκαπέντε πες, κορίτσια και αγόρια, δύο απ' τα κορίτσια, ένα απ' τα αγόρια πήγαινε στο γυμνάσιο. Δεν πηγαίναμε, δε συνεχίζαμε στο γυμνάσιο.
Αδέρφια εσείς είχατε;
Έναν αδερφό έχω.
Κι αυτός το ίδιο; Μεγαλύτερος ή μικρότερος;
Είναι μεγαλύτερος πέντε χρόνια. Και αυτός απ' τα 14 τα χρόνια, όταν έγινε, πήγαινε με ένα κάρο, δίτροχο, κι ένα άλογο και πήγαινε στη Θεσσαλονίκη, πουλούσε τα προϊόντα που βγάζαμε και τις ντομάτες ή έκανε μετά μαναβική. Τότε, ευδαιμονούσανε οι μανάβηδες. Γυρνούσανε στην πόλη, Ηλιούπολη, Σταυρούπολη, εδώ κοντά μας, και πουλούσανε πορτοκάλια, μανταρίνια, αναλόγως την εποχή που ήτανε.
Μου είπατε, λοιπόν, ότι πήγατε μόνο δημοτικό.
Ναι.
Και μετά, αφού τελειώσατε το σχολείο, τι κάνατε;
Μόλις τέλειωσα το σχολείο, βοηθούσα πρώτα στα χωράφια κάνα χρόνο και μετά πήγα, πρώτα δούλεψα σ' έναν στην Σαλονίκη που έφτιαχνε σουβλάκια, που είχε, δούλεψα 4 μήνες και μετά πήγα σε οικοδομή. Δούλευα στην οικοδομή. Για να φανταστείς, έναν τενεκέ ασβέστη, ας πούμε, για να τον πάω στις σκάλες στην οικοδομή, στη τετραώροφη που είχε στον Λαγκαδά, την πήγαινα με δύο χέρια, σκαλί-σκαλί, μετά με ένα χέρι, μετά… Σήκωνα και πολύ ψηλά. Σαν μικρός, χέρι-χέρι πήγαινα. Δηλαδή, σκαλί-σκαλί τον πήγαινα τον τενεκέ επάνω. Και πήγαινα στη Σαλονίκη στις οικοδομές. Τότε ήτανε που άνοιξαν οι οικοδομές, οι αντιπαροχές και η Θεσσαλονίκη είχε πάρα πολλή ανοικοδόμηση. Είχε πάρα πολλές οικοδομές, που δουλεύανε πάρα πολλοί άνθρωποι και βγάζανε μεροκάματο. Το μεροκάματο τότε στη Θεσσαλονίκη, μέχρι το '77 που δούλεψα –μετά έφυγα στρατιώτης– ήτανε 150 δραχμές του μάστορα και 75 δραχμές του βοηθού. Αυτά ήταν η τιμή που πληρώνανε εκείνη την εποχή. Για να πάμε στη Σαλονίκη δίναμε 5,5 δραχμές το λεωφορείο, να πάμε, και 2,5 δραχμές το αστικό και 2,5 να γυρίσουμε, πάλι 5,5 να γυρίσουμε. Αυτή ήταν η διαδρομή.
Δεν ασχοληθήκατε καθόλου με τα ζώα του μπαμπά σας;
Τα είχαμε μέχρι που ζούσε ο πατέρας μου. Μέχρι το 2000 τα είχαμε τα γελάδια. Τα κάναμε παραπάνω, οκτώ. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε παραπάνω, γιατί ο σταβλισμός ήταν αυτός. Τα είχαμε... Μετά το 2000, γιατί τα είχαμε μες το χωριό τα ζώα, όλος ο Λαγυνάς τα είχε μες το χωριό. Σιγά-σιγά, αρχίσαμε να ομορφαίνει το χωριό μας και σιγά-σιγά τα γελάδια απομακρυνθήκανε. Έκλεισε και το ΑΓΝΟ και μείναμε... Άσε και δεν θα συνέχιζε κάνεις τα ζώα, γιατί δεν πάνε οι άνθρωποι στα γελάδια σήμερα, αν δεν έχεις φάρμα μεγάλη.
Για το ΑΓΝΟ θέλετε να μου πείτε κάτι;
Το ΑΓΝΟ, όταν ήμουνα μικρός και πηγαίναμε το γάλα, ήταν στη Σταυρούπολη. [00:10:00]Ήταν ένα παλιό κτήριο και ερχότανε τότε με το αμάξι, το παίρνανε. Αργότερα, έκαναν εδώ στην περιοχή, Λαγυνά με Λαγκαδά, ένα υπερσύγχρονο εργοστάσιο, με υπερσύγχρονα τα πάντα και είπα: «Α, τι ωραία». Αλλά, ήταν συνεταιρισμός και σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά έκλεισε. Εφόσον έκλεισε αυτό, έκλεισαν και οι σταυλισμοί με τα ζώα. Μείνανε λίγοι και πήγανε σε ιδιώτες το γάλα, ναι.
Είχε γενικά διάφορες βιομηχανίες στο χωριό, έτσι, μικρές μονάδες.
Είχαν έρθει οι βιομηχανίες, ήρθανε τα επιπλάδικα, ήρθε ένα κλωστοϋφαντουργείο που δουλεύανε, δεν ξέρω τι έκανε. Πηγαίναν κάποιες κοπέλες και κάνανε, ράβανε παντελόνια. Είχε στην περιοχή μας για τα κορίτσια να πάνε να δουλέψουν. Αυτά που δεν πήγαιναν στο γυμνάσιο και δεν σπουδάζανε, δουλεύανε. Είχαν ανοίξει δουλειές. Συνήθως, οι δουλειές ανοίξανε το '75, το '77. Μετά έχασα την μπάλα, το '77 πήγα στρατιώτης, γύρισα το '81, το '80, μετά από τριάντα μήνες που υπηρέτησα.
Πολύ ωραία. Τώρα που είπατε και «υπηρέτησα», θέλετε να μου πείτε λίγο μερικά λόγια για το έθιμο των Φωταρών;
Λοιπόν, τι ήτανε το έθιμο των Φωταρών. Εκείνη την εποχή, που ήμασταν και μικρότερο το χωριό, τα παιδιά που φτάνανε στα 19, όταν γίνονταν 19 χρονών, η σκέψη τους ήταν πότε θα 'ρθει η μέρα, τα Θεοφάνεια, για να γυρίσουνε το χωριό, να τραγουδήσουνε το έθιμο που υπήρχε. Και το περιμέναμε με λαχτάρα, γιατί ήτανε κάτι το ωραίο. Γιατί μαζευόμασταν μετά απ' το σχολείο, όλοι μαζί παρέα, ετοιμαζόμασταν και πού να πάμε, σπίτι για σπίτι. Εκείνη την εποχή με το σήμερα ήταν διαφορετικά, διότι τα σπίτια, που θα πηγαίναμε να τραγουδήσουμε τα κάλαντα, αυτά που υπήρχανε, τα γνωρίζαμε τον καθένα, το κάθε σπίτι τι είχε μέσα. Πόσα παιδιά έχει, αν είχε παιδιά, αν ήτανε μόνο οι γονείς, αν τα παντρέψαν τα παιδιά τους. Και ξέραμε και για το κάθε σπίτι που πηγαίναμε, αναλόγως το τι παιδιά είχε, το πώς ήτανε, λέγαμε το ανάλογο τραγούδι. Αυτό προϋπήρχε, που προϋπήρχε απ' τους παππούδες μας.
Τέλεια. Θυμάστε πρώτη φορά πώς μάθατε εσείς για το έθιμο; Πότε ακούσατε πρώτη φορά;
Αυτό το ακούσαμε το έθιμο, το καταλάβαμε ακόμα απ' τα 13 μας χρόνια, γιατί τότε ξέρανε οι άνθρωποι από ένα χωριό ποιοι θα παν στο στρατό. Τώρα δεν ξέρουμε, γιατί υπάρχουνε κάποιες διαφορές. Γιατί άρχισε ο Λαγυνάς, τώρα που μεγάλωσε κι ήρθαν πάρα πολλοί από άλλες περιοχές και κατοικούν στον Λαγυνά, έχουν τα παιδιά, τα οποία είναι με τα δικά μας τα παιδιά. Μπορεί τα παιδιά περισσότερα να είναι αυτά που ήρθαν και κατοικήσαν εδώ πέρα, από μικρά που μεγαλώσανε, απ' ό,τι είναι τα δικά μας. Αλλά όλα αυτά πάλι ακολουθούν το έθιμο, αλλά ποια παν στρατό, ποια δεν παν, δεν ξέρουμε. Αλλά το έθιμο το κάνουνε, είτε πάνε κανονικά στρατό, στη θητεία τους, ή έχουν πάρει αναβολή.
Εσάς σας το 'πε αυτό ο μπαμπάς σας, ας πούμε, ή τους είδατε πρώτη φορά; Πότε είδατε πρώτη φορά, ακούσατε ότι έρχονται;
Δεν μας είπε κανείς, αλλά το περιμέναμε. Τότε, τα σπίτια ήταν ανοιχτά, αυλές δεν είχαν, όπως είναι η περίφραξη, να χτυπάς κουδούνι, να κάνεις. Έμπαινες απευθείας στην πόρτα. Και το 'ξερες, δηλαδή, το σπίτι και τραγουδούσες. Δηλαδή, το καταλαβαίναμε, γιατί μικροί το ακούγαμε και το περιμέναμε.
Τους θυμάστε που ερχόντουσαν;
Βεβαίως τους θυμάμαι πως ερχόντουσαν, όταν ήτανε μέχρι τις 12:00 η ώρα. Γιατί αυτό ξεκινούσε απ' τις 11:00 και πήγαινε μέχρι το πρωί να τελειώσουνε. Άμα ήμασταν ξύπνιοι, τους ακούγαμε ή μας ξυπνούσαν για να τους ακούσουμε τους Φωταρούς. «Φουταροί» λέγονται...
Φουταροί...
Γιατί είναι, τα Φώτα τραγουδάνε και πήραν την ονομασία «Φωταροί».
Το περιμένατε, δηλαδή, το έθιμο να έρθουνε;
Το περιμέναμε με νοσταλγία, γιατί δεν είναι που τραγουδούσαμε το έθιμο, αλλά μαζεύαμε και την άλλη μέρα, το πρωί, μετά τον αγιασμό που κάνανε στην εκκλησία, πηγαίναμε, γυρίζαμε στα σπίτια και φωνάζαμε: «Και του χρόνου και του χρόνου», να μας δώσουν λεφτά. Τα λεφτά τα μοιραζόμασταν, τα λεφτά, συνήθως όλοι μαζί. Δεν τα μοιραζόμασταν να... Λέγαμε μαζέψουμε αυτά τα χρήματα, να πάρουμε τι αντιστοιχεί στον καθένα. Αλλά πηγαίναμε σ' ένα χωριό, Τζουμαγιά λέγεται, πιο πέρα. Έτσι κάναν και οι άλλοι, μέχρι σε εμάς ήταν, μετά άλλαξαν τα χρόνια. Και φέρναμε νταούλια στην πλατεία του χωριού, που έχει και μια πλατεία, ένα κατάστημα, το οποίο τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν λειτουργεί. Εκεί πηγαίναμε και γλεντούσαμε. Τότε, ένα γλέντι ή ένας γάμος που γινότανε, ένα γλέντι που κάναμε, ο κόσμος δεν είχε τότε άλλο εκτός που ερχόταν σινεμάδες και παίζαν στο χωριό... Ήτανε σαν γλέντι. Όταν χορεύαν τα παιδιά, μαζευότανε παιδάκια, κοριτσάκια, μικρότεροι, μεγαλύτεροι γύρω-γύρω να βλέπουν πώς γλεντάνε οι άνθρωποι, γιατί θα φεύγαν φαντάροι, στον στρατό θα πάνε. Και έτσι περνούσε... Έτσι, τα λεφτά τα διασκεδάζαμε. Δεν είναι μόνο που τραγουδούσαμε με τους Φωταρούς σαν έθιμο, αλλά είχαμε και αμοιβή τα λεφτά που συγκεντρώναμε να τα γλεντήσουμε. Ήτανε το τελευταίο μας γλέντι πριν βρεθούμε στη στρατιωτική μας θητεία.
Αν το περιγράφατε το έθιμο, έτσι, με μία φράση, να μου εξηγήσετε τι είναι, πώς θα το περιγράφατε;
Υπέροχο το έθιμο! Είναι κάτι... Τώρα, δεν ξέρω πώς αισθάνονται τα παιδιά σήμερα, που παν και τραγουδάνε, αλλά τότε ήταν το κάτι... Και σαν διασκέδαση και ένα έθιμο πάρα πολύ καλό, το οποίον από χρόνια και μέχρι σήμερα συνεχίζεται.
Πόσα χρόνια είναι περίπου που γίνεται;
Δεν μπορώ να προσδιορίσω, αλλά εγώ είπα, είναι παλιό. Κάτω από '60, ξέρω 'γω; Από όταν, μπορεί, απ' την ημέρα που δημιουργήθηκε το χωριό μας. Δεν σε είπα ακριβώς την ίδια μέρα, αλλά κάποια στιγμή το φτιάξανε.
Έχετε εικόνα πώς ξεκίνησε;
Όχι, δεν έχω εικόνα, ούτε και τα γραπτά γράφουν πώς ξεκίνησε.
Εσείς ποια χρονιά συμμετείχατε σαν Φωταρός;
Το '76 με '77. Τότε, τα παιδιά που τραγουδούσανε, σε τρεις μήνες τους παίρνανε φαντάρους, φεύγανε. Μάλλον τον Μάρτιο φεύγαμε. Όπως φύγαμε, έτυχε η σειρά μας... [Δ.Α.] Τότε φύγαμε, δηλαδή. Τραγουδήσαμε τα καλύτερα μας χρόνια. 20 χρόνων φύγαμε και γυρίσαμε 22 και μισό, 23.
Τι προετοιμασία είχατε κάνει για το έθιμο;
Τι προετοιμασία κάναμε... Πριν το έθιμο, πηγαίναμε και μεταφέραμε τον επιτάφιο. Μεταφέραμε τον επιτάφιο γύρω-γύρω απ' το χωριό, τα παιδιά που θα παν στο στρατό. Έτσι καθιερώθηκε, δεν ξέρω πώς και τι, πηγαίναμε. Μετά, όταν ήμασταν, ήμασταν έτοιμοι. Γιατί όταν τραγουδάμε το έθιμο αυτό, μπορεί να βρέχει ή να χιονίζει. Είναι χειμώνας, είναι τα Φώτα. Απλώς ετοιμαζόμασταν, κάποια παιδιά που δεν ξέραν τα τραγούδια, είχαμε εμείς. Εμείς τι κάναμε; Εμείς τα 'χαμε γράψει σε ένα χαρτί, επειδή ήμασταν δεκαπέντε παιδιά τότε, χωριστήκαμε σε δύο ομάδες. Ξεκινήσαμε απ' την εκκλησία, κάτω απ' την εκκλησία, τότε, στην πλατεία εκεί πάνω και πήραμε και ξεκινήσαμε. Επειδή το χωριό ήταν μικρό, μικρό, το καταφέρναμε όλο. Δεν αφήναμε σπίτι χωρίς να μην τραγουδήσουμε. Σήμερα, όπως καταλαβαίνετε, τα παιδιά δεν τραγουδάνε, γιατί δεν ξέρουνε. Είναι πολλά τα σπίτια, δεν ξέρουν το κάθε σπίτι τι έχει μέσα. Τότε ξέραμε.
Μου είπατε για τον επιτάφιο, ότι πρώτα κάνατε μια μεταφορά. Και μετά τι κάνατε; Γινότανε κάποια διαδικασία πριν βγείτε να κάνετε γύρα στο χωριό;
Να τραγουδήσουμε;
Πριν τραγουδήσετε.
Όχι! Σήμερα κάνουν κάποια διαδικασία, τους μαζεύει ο σύλλογος. Τώρα υπάρχει ο σύλλογος, τα τελευταία χρόνια, και ο σύλλογος τους ετοιμάζει. Τότε δεν είχαμε εμείς συλλόγους, από μόνοι μας ξέραμε ποια μέρα θα τραγουδήσουμε. Τότε είχαμε... Το ξέραμε, πώς να σ' το πω. Ήταν ένα πράγμα που έπρεπε να γίνει. Δεν είχαμε αντίρρηση, δεν λέγαμε να μην πάει κανείς. Και όπως σήμερα, μέχρι σήμερα, πάει. Λέμε τώρα, εγώ πήγα το '76-'77 και φτάσαμε, τι χρονολογία έχουμε, 2022, ακόμα συνεχίζεται.
Τα τραγούδια πώς τα μαθαίνατε τότε;
Τα μαθαίναμε, γιατί ήτανε... Κάποια τραγούδια τα μαθαίναμε κι απ' τους γονείς μας, γιατί θέλαμε να τα μάθουμε, γιατί θα 'ρθει η ώρα που θα πάμε να τραγουδήσουμε για να τα ξέρουμε. Γιατί είναι νύχτα το έθιμο αυτό, τραγουδιέται, και οπότε και να είχαμε... Ούτε και φακό δεν είχαμε, να φέγγουμε, να δούμε τι γράφει. Τότε εκεί ήταν το μικρό το χωριό και δεν είχε τόσο φωτισμό το χωριό μας. Πολλά σπίτια τότε δεν είχαν και ρεύμα. Και έπρεπε αναγκαστικά να τα μάθουμε απ' έξω.
Θυμάστε να τα διαβάζετε, έτσι, να τα μαθαίνετε απ' έξω;
Δεν είναι πολλά. Είναι, τέσσερα-πέντε είναι. Είναι περίπου πέντε.
Θα μου το δείξετε μετά το βιβλίο.
Ναι, ναι. Είναι περίπου πέντε οι στίχοι για πέντε διαφορετικές οικογένειες, αναλόγως τι έχει ο καθένας. Οπότε, άμα τα πεις μια-δυο-τρεις-τέσσερις φορές, τα μαθαίνεις απέξω.
Κάνατε πρόβα όλοι μαζί;
Κάναμε πρόβα, μία. Τραγουδήσαμε όλοι μαζί μία, να πάρουμε το αυτό και είπαμε, μπήκαμε σε δύο ομάδες, βάλαμε δύο, ας πούμε, αρχηγούς και πήγαμε. Και είπαμε: «Από εδώ θα ξεκινήσουμε, απ' την άλλη πλευρά, εκεί θα βρεθούμε. Ξανά πάλι και τελειώνουμε». Αλλά την άλλη μέρα που πηγαίναμε για τα χρήματα, όσα μας δίναν τότε εκείνη την εποχή, το περιμέναν οι άνθρωποι, γιατί τους τραγουδούσαμε. Τώρα, ο άλλος θυμώνει, γιατί τα παιδιά δεν ξέρουν, τραγουδάνε, και λέει: «Αυτός δεν τραγούδησε σε μένα, δε τραγούδησε στον άλλον» και δεν έχουνε... Παρακάτω.
Μισό λεπτό, να μην κάνουμε καμιά ζημιά. Μου είχατε πει στο τηλέφωνο για κάτι νταούλια, για πριν.
Τα νταούλια, είπαμε. Όταν τραγουδούσαμε, την άλλη μέρα, αφού συγκεντρώναμε τα χρήματα, ήταν συνήθως Κυριακή –έτυχε σε μας να 'ναι Κυριακή– μαζέψαν τα χρήματα και μετά, κάποιοι που γνώριζαν, πήραμε τηλέφωνο, δεν ξέρω πώς, δεν θυμάμαι τώρα, και ήρθανε δύο, ένα νταούλι, μια σφυρίχτρα εκεί και χτυπούσανε. Αλλά είχαμε και το ηλεκτρόφωνο, που είχε τα τραγούδια.
Πόσα άτομα ήσασταν εκείνη την ημέρα;
Ήμασταν δεκαπέντε.
Φίλοι όλοι;
Στο χωριό φίλοι ήμασταν, δεν ήμασταν εχθροί, γνωριζόμασταν. Μαζί παίζαμε, που λένε.
Θέλετε να μου περιγράψετε λίγο εκείνη την ημέρα; Πώς ήτανε;
Εκείνη την ημέρα είχε και λίγο κρύο. Φορούσαμε αυτά τα ρούχα που υπήρχαν εκείνη την εποχή, να μην κρυώναμε και πηγαίναμε σπίτι σε σπίτι. Είχε πολλά σπίτια, όσο ήταν νωρίς, μας περιμένανε. Άνοιγαν και την πόρτα, για να μας κεράσουνε. Μας δίνανε κάποια καρύδια, άλλος μας έδινε ένα μπουκάλι, τότε ήταν το βερμούτι, ναι. Δηλαδή κάποια σπίτια ανοίγαν την πόρτα, άλλοι, εντάξει, δεν ανοίγανε. Γιατί τα σπίτια δεν ήταν διώροφα τότε, ήταν απευθείας έμπαινες στην αυλή, στο σπίτι. Τώρα είναι διώροφα να πας, να χτυπήσεις τα κουδούνια, να κάνεις, έχει μια διάφορα με τότε.
Θέλετε να μου πείτε λίγο, έτσι για να υπάρχει, την ημερομηνία, την ώρα πώς ήταν; Πότε έγινε αυτό;
Το 1977 πήγα στρατό. Εκεί πριν 3 μήνες, ξέρω 'γω πόσο ήτανε; Κάπως έτσι. Το '76-'77 εκεί μέσα.
Παραμονή των–
Παραμονή των Φώτων.
Είχε κρύο;
Ήταν. Το βράδυ τότε, που θα τραγουδούσαμε Φωταροί εμείς, ήταν τα αγόρια του χωριού που πρόκειται να πάνε στο στρατό για τη θητεία τους. Γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια του χωριού, τραγουδούν ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας και αρχίζοντας τη κάθε οικογένεια το μέλος που είχε, τραγουδούσανε. Σε άλλους είχε κρύο, σε άλλους είχε χιόνι, σε άλλους ήταν καλή ημέρα.
Σε εσάς τι είχε εκείνη την ημέρα;
Ήταν καλή η μέρα, ούτε βροχή, ήταν, λίγο κρύο είχε, αλλά ήταν ωραία μέρα, δεν είχαμε προβλήματα.
Και πόση ώρα ήσασταν έξω και γυρνούσατε;
Πέντε ώρες; Πέντε ώρες, γιατί είχε και δυο σπίτια μακριά, να πάμε μέχρι εκεί κάτω, να γυρίσουμε, περνούσε κανένα μισάωρο. Περίπου πέντε ώρες.
Από τι ώρα βγήκατε;
Βγήκαμε απ' τις 11:00 το βράδυ. Τότε ήτανε πολύ νύχτα το βράδυ, 11:00. Τώρα 12:00 ή 01:00 είναι μικρές οι ώρες. Για εκείνη την εποχή, 11:00 η ώρα ήταν πολύ νύχτα. Πολύ βράδυ, πώς να σου πω, ήτανε νύχτα, δεν κυκλοφορούσε και πολύς κόσμος.
Και όταν βγαίνατε, τι κάνατε τότε; Ξεκινούσατε, τι έγινε, έτσι, πρώτα;
Στα σπίτια όταν πηγαίναμε; Το πρώτο σπίτι που ξεκινούσαμε, το πιο απομακρυσμένο –και πιο κοντά, τώρα, γιατί βγήκαν άλλα σπίτια πιο μακριά– ήταν ένα σπίτι που είχε ένας κύριος τρεις, όπως λέει κι η παροιμία, τρεις θυγατέρες. Έπρεπε– Να το πω, τώρα...
Θέλετε να μου τραγουδήσετε;
Ναι. Είχε τρεις θυγατέρες, τρεις κόρες, ας πούμε, τρία κορίτσια. Ένας, ο μοναδικός που είχε τότε τρία κορίτσια. Και είχε πάρει και τραγούδι. Να το τραγουδήσω, θέλετε;
Ναι, ναι, βεβαίως.
Και ξεκινούσαμε με αυτό το τραγούδι, γιατί ήταν ένα, αυτό μόνο, σε αυτή την οικογένεια το λέγαμε. Καλότυχη αυτή την κυράτσα μας που 'χει τρεις θυγατέρες την μια τη δίνει γραμματικό την άλλη τη δίνει ράφτη την τρίτη τη μικρότερη την δίνει καβαλάρη καβάλα κι αν εχαίρεται πεζή να καμαρώνει Ήτανε για την οικογένεια που είχε τρία κορίτσια. Αν πάμε σε άλλο σπίτι, που είχε μία οικογένεια μία κόρη, εκεί λέγαμε: Μία την έχει η μάνα της και μία χαϊδεμένη στα σύννεφα την έκρυβε να μη τη βρουν οι Τούρκοι, και σπάραξαν τα σύννεφα και φάνηκε το παπούτσι, με το αργυρό τακούνι και πάλι μετά σπάραξαν και φάνηκε το ποδάρι της Αν ένας, μία οικογένεια είχε έναν γιο, στην οικογένεια, ή αν είχε δύο, τον μεγαλύτερο τραγουδούσαν και λέγανε: Μάνα ένα γιό εστόλισε να πάει να αρραβωνιάσει να φέρει νύφη από μακριά πολύ μακριά απ' τα ξένα να 'ναι ψηλή, να 'ναι λιγνή να 'ναι μαυροματούσα Κάθε τραγούδι που λέγαμε στην οικογένεια, λέγαμε: «Και του χρόνου». Αν ένα σπίτι είχε ένα μικρό μωρό, νιόπαντρο ζευγάρι, λέγαμε: Αυτό το αστρούδι το μικρό τ[00:20:00]ο μικροχαϊδεμένο να το χαρεί η μανούλα του ο μπαμπάς του να το κερδίσει Κι όταν πηγαίναμε σε ένα σπίτι που ήτανε μόνο οι μεγάλοι γονείς –τα παιδιά παντρευόνταν και φεύγανε– λέγαμε: Αφέντη μ' στο τραπέζι σου χρυσή καντήλα φέγγει φεγγείν εδώ φεγγείν εκεί, φέγγει στη γειτονιά σου και από τα παράθυρα σου φέγγει τον μαχαλά σου Αυτά ήταν τα τραγούδια, τα πέντε, που λέγαμε στις οικογένειες και αυτό είχανε, ένα παιδάκι, ένα γιο, τρία κορίτσια... Κι έτσι τα τραγουδούσαμε. Ας πούμε, λέγαμε στο πρώτο τραγούδι, ας πούμε, τραγουδώντας: Αφέντη μ' στο τραπέζι σου χρυσή καντήλα φέγγει, χρυσή καντήλα φέγγει φεγγείν εδώ, φεγγείν εκεί φέγγει στη γειτονιά σου, φέγγει στη γειτονιά σου και απ' τα παράθυρά σου. φέγγει το μαχαλά σου, φέγγει το μαχαλά σου. Και λέγαμε: «Και του χρόνου» και φεύγαμε. Έτσι τα τραγουδούσαμε.
Σαν κάλαντα.
Ναι, έτσι τα τραγουδούσαμε, δεν κάναμε κουβέντα. Τα τραγουδούσαμε με όλη τη φωνή μας.
Μου είπατε πριν ότι διαλέγατε και σε κάθε ομάδα έναν αρχηγό, ας πούμε. Αυτόν πώς τον διαλέγατε;
Τον διαλέγαμε γιατί είχαμε και δύο παιδιά που πήγαν λίγο στο γυμνάσιο και είχαν το χαρτί και, επειδή γνώριζαν, όπως εγώ γνώριζα τότε, και να ξεκινάει. Για να μάθουν στους άλλους. Αλλά επειδή ήμασταν δεκαπέντε και δεν ήμασταν από μία γειτονιά όλοι, ήμασταν χωρισμένοι απ' όλο το χωριό, οπότε γνωρίζαμε ότι στο κάθε σπίτι τι έχει η οικογένεια, ποιος είναι, τι είναι και πόσα παιδιά έχει.
Άρα τον διαλέγατε μεταξύ σας;
Ναι, μεταξύ μας τον διαλέγαμε. Δεν κάναμε ψηφοφορία. Λέγαμε: «Εσείς οι 7 θα έχετε...» Εντάξει, είναι η αρχή, μετά, όλοι αρχηγοί ήτανε.
Και τι ρόλο έπαιζε ο αρχηγός εκεί;
Τίποτα, στην αρχή. Ξεκινούσαμε, για να υπάρχει ένας άνθρωπος. Γιατί λέγαμε: «Θα πάμε απ' αυτή τη γειτονιά, θα πάμε απ' την άλλη τη γειτονιά», για να είναι μπροστά, να πηγαίνουμε. Να μη σκορπάμε στο δρόμο, να μη μαλώσουμε και στο δρόμο ντε.
Στα τραγούδια γιατί το έλεγε πρώτα; Πώς τα τραγουδούσατε;
Όπως τραγούδησα το πρώτο. Θες να τραγουδήσω κι άλλο;
Τα τραγουδούσατε όλοι μαζί ταυτόχρονα;
Ναι, όλοι μαζί, έβγαινε μία φωνή.
Μια φωνή.
Ναι.
Επειδή τώρα τραγουδάει ένας πρώτα και μετά οι άλλοι.
Όχι, όλοι μαζί. Δεν ξέρω πώς τραγουδάνε τώρα, αλλά νομίζω όλοι μαζί. Τι, μπορεί να τραγουδάει ο ένας; Δεν θα το κάνουμε και... Είναι ένα έθιμο που τραγουδιέται όλοι μαζί, δεν θα το κάνουμε διαφορετικά.
Μου είπατε και για τα κεράσματα, ότι σας βγάζανε βερμούτ. Θέλετε να μου πείτε για τα κεράσματα; Τι βγάζαν τότε;
Κάποιες οικογένειες, που ήτανε λίγο μεγάλοι σε ηλικία, οι οποίες το ευχαριστιότανε, δεν ξέρω πώς το 'χανε, όταν πηγαίναμε νωρίς εκεί, να μας δώσουν κάποια καρύδια, κάτι φοντάνια και όποιος είχε και ένα μπουκάλι βερμούτι, δεν είχε τότε ουίσκια ή άλλα ποτά, μας το έδινε, να το πιούμε. Αφού τα παίρναμε όλα αυτά, αφού τελειώναμε, μόλις το βράδυ τελειώναμε, κάναμε και κάποιες, έτσι, πώς το λένε, κάποιες ζημιές. Ζημιές ήτανε, παίρναμε κάποια, που ήτανε στην περίφραξη, τα πουρνάρια, που είπαμε και πριν, παίρναμε δύο αγκαλιές πουρνάρια, τα βάζαμε εκεί στην πλατεία –είχε ένα άνοιγμα– βάζαμε φωτιά, για να δημιουργήσουμε ένα ντόρο. Όχι ότι να κάνουμε κάτι κακό, αλλά κάποιες γλάστρες μετακινούσαμε και κάποιοι διαμαρτυρότανε. Έπρεπε κάτι να κάνουμε, όπως γίνεται. Αυτό κάναμε.
Γιατί έπρεπε;
Ε, δεν ξέρω. Επειδή κάνανε οι άλλοι, κάναμε και εμείς.
Τι ταραξίες είχατε κάνει;
Είπαμε, πήραμε, παίρναμε δύο αγκαλιές πουρνάρια από κάνα σπίτι εκεί κοντά και βάζαμε μία φωτιά, επειδή έκανε και κρύο και να ζεσταθούμε... Και να καταλάβουμε ότι στο έθιμο μας υπάρχουν και λίγο... Δεν είναι μόνο ευχάριστα, υπάρχουν και λίγο, τέτοιο, ατασθαλίες.
Σας μάλωσαν καμία φορά;
Όχι, δεν μας μαλώναν, δεν μαλώνανε, γιατί δεν κάναμε κάτι κακό. Δύο αγκαλιές πουρνάρια παίρναμε, από έναν γείτονα εκεί πέρα.
Μεταξύ σας είχατε καμία φασαρία, έτσι, τα αγόρια;
Το ποιος θα κουβαλάει τα πράγματα που μας δίνανε. Αλλά συνήθως το μπουκάλι το βερμούτ, αν είχαμε δύο-τρία, όχι πολλά, τέσσερα, συνήθως μερικοί τα πίναν στο δρόμο και οπότε, στο τέλος, δεν είχε να πιει άλλος.
Το κλίμα πώς ήτανε τότε μεταξύ σας; Περιγράψτε μου λίγο, δηλαδή να καταλάβω πώς ήταν η αίσθηση εκεί που βγαίνατε έξω.
Είπαμε, η αίσθηση μας ήτανε το περιμέναμε και ήταν ευχάριστο, γιατί νιώθαμε, γιατί τότε λέγανε, όταν πας στον στρατό γίνεσαι και άντρας, από παιδάκι. Γιατί στο στρατό ξεκινούσαν να ξυρίζονται τα παιδιά και αφήνανε μουστάκια. Όταν ερχόταν με άδεια, αφήνανε μουστάκι να φαίνονται ότι είναι, τώρα δεν έχει, γιατί με στρατιωτικά ερχόσουνα, να φαίνεται ότι ήτανε και ότι μεγαλώσανε. Όχι, ήταν ευχάριστο και πιστεύω και σήμερα τα παιδιά το περιμένουνε.
Η πιο αστεία στιγμή που είχε γίνει εκείνη την ημέρα θυμάστε ποια ήταν;
Ε, τώρα δεν μπορώ να θυμάμαι, πέρασαν και τόσα χρόνια, πέρασαν σαράντα χρόνια, δεν θυμάμαι τώρα και πολλά. Τώρα, επειδή έτσι λίγο τα 'βαλα στο μυαλό μου, δεν ξέρω, δεν είχε. Α, είχαμε πάει σε ένα σπίτι μακρινό το βράδυ που τραγουδούσαμε εκεί, αλλά δεν μας άκουσε, είπε. Την άλλη μέρα που πήγαμε να μας δώσει χρήματα γιατί ήταν, πρέπει να πάμε σε αυτόν, γιατί έχει και λίγα χρήματα παραπάνω. Αν μας δίνανε 50 δραχμές, 20 δραχμές, αυτός μας έδινε κατοστάρικο, ας το πούμε, δεν θυμάμαι και καλά, λέμε κάτι παραπάνω. Αλλά μας είπε, είπε τότε: «Τι έγινε ρε παιδιά;», ήταν ένας μεγάλος 70 χρονών, έτσι ψηλός ένας. «Τι έγινε ρε παιδιά; Τι είστε;», μας είπε. Λέμε: «Φωταροί». Κάνει: «Α, δεν σας άκουσα», λέει και μας έβαλε, τον τραγουδήσαμε 2 φορές το Αφέντη μ' στο τραπέζι σου. Αυτό ήταν το πιο αστείο που θυμήθηκα τώρα.
Πιο συγκινητικό; Είχε καμία στιγμή που ήσασταν, έτσι, πιο συγκινημένοι;
Όχι, δεν μπορώ να ξέρω, ήταν νύχτα. Άμα συγκινήθηκε κανείς, δεν μπορώ να καταλάβω.
Θέλετε να μου πείτε κάποια, έτσι, έντονη ανάμνηση που είχατε από εκείνη την ημέρα;
Η έντονη ανάμνηση ήτανε, όταν θα πηγαίναμε να χορέψουμε, επειδή ήμασταν όλοι μαζί εκεί στην πλατεία, που θα μαζευόταν τότε οι κοπέλες, τα κοριτσάκια την εποχή εκείνη και να κάνουμε τις φιγούρες μας. Κάτι άλλο δεν ξέρω.
Πείτε μου λίγο για αυτό. Πότε ήταν αυτό;
Όταν τραγουδήσαμε, μετά το βράδυ που πήραμε τα όργανα, μην πούμε όλο νταούλια, τα όργανα που πήραμε και χορεύαμε εκεί, μαζευότανε. Και ότι, νομίζαμε ότι μας βλέπανε. Και βλέπανε, δεν είχανε κάτι να κάνουνε.
Την ημέρα, την παραμονή των Φώτων ή την–
Όχι, την άλλη μέρα, αφού τραγουδήσαμε, την άλλη μέρα. Μαζέψαμε τα χρήματα την Κυριακή, Κυριακή πρέπει να ήτανε, μαζέψαμε τα– Κυριακή πρέπει να ήτανε, γιατί παίξαμε και μπάλα, είχαμε και ποδόσφαιρο, ήμασταν και ποδοσφαιρισταί ντε. Και παίξαμε και μπάλα το απόγευμα και μετά πήγαμε και διασκεδάσαμε, γιατί έπρεπε να πάμε στην ομάδα μας, τον «Εθνικό Λαγυνών», να παίξουμε και μπάλα. Τέσσερις-πέντε παίζαμε μπάλα στην ομάδα. Και πήγαμε εκεί. Ένας, τον είπαμε, τα μέτρησα– Όταν τελειώσαμε, καθίσαμε κάτω στο παρεκκλησάκι του σχολείου, εκεί απέναντι, εκεί βρήκαμε το κατάλληλο μέρος και μετρήσαμε τα χρήματα και είπαμε σε πόσους αντιστοιχούν τα χρήματα. Το πόσο ο καθένας. Δε θυμάμαι τώρα τον αριθμό. Οι δύο, τρεις, τέσσερις δεν θέλανε να συμμετέχουν στο γλέντι. Τα πήραν τα χρήματά τους. Αλλά μετανιώσανε μετά, γιατί σε λέει «δεν πήγαμε κι εμείς να γλεντήσουμε εκεί».
Πώς ήταν το γλέντι;
Το γλέντι ήταν ευχάριστο. Ήταν τότε η εποχή μπύρα. Πίναμε την μπύρα μας, σπάγαμε τα μπουκάλια. Ήταν, έτσι, μια μόδα να σπάμε τα μπουκάλια μέχρι το '80. Μετά δεν ξέρω αν σπάγανε στα μαγαζιά μπουκάλια, δεν ξέρω. Σπάγαν μπουκάλια τότε. Γιατί, άμα σπάσεις ένα μπουκάλι, νομίζανε ότι ήσαν κάτι. Όχι μόνο επειδή εμείς, οι Φωταροί, που τραγουδήσαμε και τα μαγαζιά που είχαμε έτσι κάνανε. Κι άλλο έχει;
Θέλετε να μου πείτε κάτι άλλο για εκείνη την ημέρα;
Ε τι να πω; Τα είπα όλα για εκείνη την ημέρα. Δεν έχει κάτι να πω εκεί άλλο.
Την ημέρα, τώρα, που είπατε τα κάλαντα, την παραμονή, αφού τελειώσατε, τι κάνατε;
Μόλις τελειώσαμε, τραγουδήσαμε, πήγαμε στα σπίτια μας. Όχι. Τελειώσαμε, ξημέρωσε μετά, πήγαμε μετρήσαμε τα λεφτά, είπαμε πόσα μαζέψαμε, πόσο αντιστοιχεί στον καθένα και επειδή πήγε, τα λεφτά, πήγε 02:00 η ώρα... Μάλλον, το πρωί που ξεκινήσαμε, γιατί περίμενε να σχολάσει η εκκλησία, γιατί πήγαμε να πάρουμε κι αγιασμό, ήταν η μέρα των Θεοφανείων. Και μετά, αφού περιμέναμε να πάει και κόσμος στα σπίτια του, πήγαμε μαζέψαμε τα χρήματα, είχαμε κάτι κουτιά, βάζανε οι γυναίκες τα χρήματα μέσα. Όλοι μας δίνανε, δεν είχε κάποιος να κρυφτεί. Πηγαίναμε και στα καφενεία μέσα κι από κει που βρίσκαμε τους ανθρώπους και μαζεύανε. Ένας που δεν ήθελε να δώσει, έλεγε: «Απ' το σπίτι δεν περάσατε, ρε;», για να δώσει η γυναίκα, αλλά ήθελε πονηρά. Σε λέει: «Απ' το σπίτι δεν περάσατε;» Ε, λέγαμε εμείς: «Περάσαμε».
Τα χρήματα που μαζέψατε μετά τι τα κάνατε;
Είπαμε, μαζέψαμε τα χρήματα, τα μετρήσαμε, είδαμε πόσο αντιστοιχεί στον καθένα. Είπαμε, τρία-τέσσερα παιδιά τα θέλανε τα χρήματα. Ήμασταν δεκαπέντε, όπως είπαμε. Τα θέλανε τα χρήματα. Δεν ξέρω για ποιος σκοπός ήτανε ή δεν ήθελαν να συμμετέχουνε. Οπότε τους τα δώσουμε τα χρήματα αυτά που ήτανε και, μετά, οι υπόλοιποι τα γλεντήσαμε. Μη νομίζεις, τα λεφτά που μαζέψαμε δεν φτάσανε. Βάλαμε κι απ’ την τσέπη μας να πληρώσουμε τα ποτά που ήπιαμε, το πώς το λένε αυτοί, τα όργανα. Αλλά ήτανε καλό, ήταν ευχάριστο, γιατί το κάναν κι άλλες σειρές πιο μπροστά από εμάς. Μετά από μας, μετά το '80, τα παιδιά που τραγουδάνε, νομίζω, πηγαίνανε τότε σ’ ένα μαγαζί εδώ πέρα και διαφορετικά γλεντούσανε. Στον Πασσιά, ας πούμε, ένα μαγαζί εδώ πέρα, μια καφετέρια. Εκεί πίναν ουίσκι, αλλιώς, διαφορετικά. Εμείς ήτανε πιο παραδοσιακό, κάτω από το '80. Κάναμε αυτό που κάναν οι άλλοι.
Επειδή ξέρω ότι τα χρήματα αυτά κάποιοι τα κρατάνε για το φανταρικό τους, κάποιοι.
Ήταν ακόμα... Αργούσε για να πάνε για φαντάροι, άρα τελείωναν.
Εκείνη την ημέρα πώς νιώσατε, λοιπόν; Πώς σας έχει μείνει η ανάμνηση;
Κοίταξε, είχαμε κι άλλες αναμνήσεις. Επειδή παίζαμε, συνήθως στη σειρά μου, κάποια παιδιά παίζαμε και μπάλα. Είχαμε και εκεί ωραίες αναμνήσεις. Όταν παίζαμε ποδόσφαιρο, να πω για αυτό λίγο, και ήταν να μας βγάλουνε φωτογραφίες η ομάδα, για να κάνουνε το Χριστουγεννιάτικο, πώς το λένε, ημερολόγιο, εκεί πηγαίναμε, τότε ήταν η εποχή τα μαλλιά, τα μεγάλα είχαμε, ήτανε μια εποχή. Πηγαίναμε πρώτα χτενιζόμασταν, γιατί λέμε θα πάρουν οι πατεράδες ημερολόγια, όταν είμαστε 17 χρονών, να το δουν τα κορίτσια στο σπίτι. Χτενιζόμασταν, ετοιμαζόμασταν, ήταν και αυτή μια χαρά. Αλλά, είπαμε, αυτό μας άρεσε, γιατί μπαίναμε στα σπίτια. Τα σπίτια των κοριτσιών, των γονιών το[00:30:00]υς, ας πούμε. Πηγαίναμε κοντά. Τότε ήταν διαφορετικά, δεν μπορούσες να πειράξεις εύκολα και κορίτσι, γιατί ήταν άλλα τα χρόνια. Τώρα, τα κορίτσια είναι, διαφορετικά είναι σήμερα, τότε δεν ήταν εύκολο, έτσι, πράγμα. Είχε το χωριό μας και βόλτα τότε. Κάνανε και βόλτα. Κάνανε, ας πούμε, την Κυριακή το πρωί, μετά την εκκλησία, πηγαίνανε κάπου δεξιά στο δρόμο. Μετά, το απόγευμα, κάναν αριστερά απ' το δρόμο βόλτα. Το βράδυ κάναν την κεντρική βόλτα που ήταν πάνω στον κεντρικό δρόμο. Δεν είχαμε άλλο. Και ήτανε τότε, κρατούσε μέχρι στις 11:00 η ώρα, 11:30. Μετά όλοι φεύγανε.
Τι έκανα άλλο; Είχα και σταθμό εγώ. Πειρατικό σταθμό είχα. Το '74 εγώ κι άλλα τέσσερα παιδιά, την εποχή εκείνη, ήμασταν πάνω σ' ένα μαγαζί. Ήρθε ένας και λέει... Ακούγαμε τότε εκεί πέρα πειρατικοί σταθμοί, ερασιτεχνικοί σταθμοί, δεν ξέραμε τι είναι. Λέει ένας: «Πουλάω έναν ερασιτεχνικό σταθμό». Και του λέμε: «Πόσο τον πουλάς;». Λέει: «500 δραχμές». Τον κάναμε παζάρια, μας το έδωσε 480. Και εμείς ξεκινήσαμε να φτιάξουμε ένα σταθμό. Κάναμε έναν ερασιτεχνικό σταθμό στο χωριό. Ήμασταν πέντε σε ένα παλιό σπίτι και από κει εκπέμπαμε. Τώρα, πώς έβγαινε, πώς έκανε, δεν τα ξέραμε και καλά. Απλώς βάλαμε ένα σήμα, είχαμε σταθμό και ακούγανε στον Λαγυνά όλα τα κορίτσια, να πω τώρα όλη την ιστορία, και ακούγαν τα τραγούδια μας. Το '77, που έφυγα φαντάρος, επειδή ήταν του παππού μου το σπίτι εκείνο, και επειδή έφυγα εγώ, τον πήρε ένας άλλος τον σταθμό στο σπίτι του. Και καλά που τον πήρε, γιατί το '78 με το σεισμό, έπεσε και το σπίτι. Αλλιώς εκεί θα μας έβρισκε. Εκεί μαζευόμασταν, εκεί είχαμε. Και λέγανε τότε πάρα πολλοί άνθρωποι, όταν βγαίναμε από εκείνη την περιοχή, πώς ακουγόμαστε στο ραδιόφωνο. «Δεν ξέρουμε», λέμε, «πώς ακουγόμαστε στο ραδιόφωνο». Στο ραδιόφωνο δεν ξέραμε πώς... Αυτό μας δώσανε, το τακτοποιήσουμε, το φτιάξαμε και ακουγόμασταν.
Τι παίζατε στο ραδιόφωνο; Τι τραγούδια;
Τότε βάζαμε λαϊκά τραγούδια. Τότε, εκείνη την εποχή, ήταν και ο Κοινούσης που τραγουδούσε, ήτανε. Βάζαμε τον Γαβαλά, τον Μενιδιάτη, τον Καζαντζίδη τον Στελάρα, τον Ζαγοραίο. Όλα τα τραγούδια, αυτά που ήταν τα λαϊκά τραγούδια. Τραγούδια αγάπης βάζαμε. Ξένα δεν βάζαμε. Μια φορά που βάλαμε ξένα και... Είχαμε, μας δώσαν ένα δίσκο και βάλαμε ξένα. Εγώ τα είχα βάλει, που δεν ήμαν ενάντια. Ακούγανε οι άλλοι, πήγα πρώτος, και λέει: «Έχει ένα σταθμό», λέει, «έχει ξένα τραγούδια. Τι ωραία που ακούγεται». «Μωρέ, τι κάνω», λέω. «Δικό μου είναι, δικά μας είναι», λέω. Ήτανε, περίπου πέντε χρόνια είχαμε το σταθμό, μη σου πω εφτά. Εγώ μέχρι το '77, έφυγα. Μετά γύρισα κι ακόμα ο σταθμός, τον είχε ένας άλλο στο σπίτι. Καθένας που έμπαινε φαντάρος, τον έπαιρνε στο σπίτι του άλλος. Ήταν και παράνομος, αλλά δεν μας πείραξε κανείς. Είχε πάρα πολλοί σταθμοί στην περιοχή μας, ερασιτεχνικοί. Άλλο. Τι να πω;
Είχε απήχηση στο χωριό;
Σαν μικρά παιδιά θες να μάθεις τι κάναμε; Που πηγαίναμε; Όταν ήμασταν μικρά παιδάκια είχαμε μια σαΐτα, κυνηγούσαμε τα πουλάκια. Μια χρονιά, να πω κι αυτό, εδώ πάνω, κάτω από την εκκλησία, έχει ένα μαγαζί και μάζευε ένας, ήρθε μια εταιρεία, ήθελε χελώνες. Και λέει τη χελώνα την έπαιρναν, τώρα μισή δραχμή, δεν θυμάμαι. Εμείς ήμασταν τότε 14 χρόνων παιδάκια, 13. Πήγαμε να μαζέψουμε χελώνες. Πήραμε δρόμο, αφήσαμε δρόμο, πήραμε κι ένα τσουβάλι, ένα σακί, ας το πω έτσι, τσουβάλι λεγότανε, σακί. Πήγαμε εδώ μπροστά στην πλαγιά, στο βουνό, μαζέψαμε. Μαζέψαμε κάπου 10-15 χελώνες. Πώς να τις κουβαλήσουμε; Φοβόμασταν. Και τι να κάνουμε, πήραμε ένα καρότσι απ' το σπίτι που βρήκαμε, κάποιος είχε ένα καρότσι, τις πήγαμε στο σπίτι. Έπρεπε να πάμε να φάμε. Πήγαμε στο σπίτι να φάμε, άρχισαν οι χελώνες να φεύγουν. Τις μαζεύουμε πάλι. Παίρνουμε πάλι το καρότσι, πάμε σε αυτόν που τις μάζευε, τις συγκέντρωνε εκεί. Πάμε εκεί, τον λέμε: «Δημητράκη, σε φέραμε τις χελώνες». «Τώρα;», μας λέει. «Τι έγινε;». «Α ρε, κατεργάρης ήταν, δεν τις θέλει». Να, εγώ άνοιξα την πόρτα και φεύγαν οι χελώνες. Και στη γειτονιά μου –ήταν κοντά στη γειτονιά μου– γέμισε ο τόπος χελώνες. Για χελώνες πήγαμε. Μετά, πηγαίναμε το καλοκαίρι να μαζεύουμε άγρια βερίκοκα, να μαζεύουμε σύκα. Πηγαίναμε να μαζεύουμε στις συκιές σύκα να φέρουμε στο σπίτι, γιατί –είπαμε– δεν υπάρχουν λαϊκές. Τότε ήταν τα φρούτα αναλόγως κάθε εποχής. Τώρα, το χειμώνα βρίσκεις τα πάντα, τότε δεν είχε. Και πηγαίναμε μαζί, αυτά έτσι, όλη μέρα ήμασταν στα... Γυρνούσαμε στα βουνά, να βρούμε κάτι να φάμε. Άλλο.
Κάνατε έτσι– Θέλετε να μου πείτε κάτι άλλο απ' όταν ήσασταν μικρός, έτσι, απ' την εφηβεία σας στο χωριό πώς ήτανε; Κάνατε ζαβολιές;
Εμείς στο χωριό τότε παίζαμε μπάλα. Όταν πηγαίναμε στο σχολείο εμείς, κάναμε τέσσερις ώρες το πρωί, μετά φεύγαμε απ' το σχολείο το μεσημέρι, πηγαίναμε σπίτι για φαγητό, το φαγητό που τρώγαμε –επειδή οι μάνες μας το καλοκαίρι, θυμάμαι, ήτανε στα χωράφια– πηγαίναμε αγοράζαμε κανέναν χαλβά, καμιά ελιά και τρώγαμε. Το πιο κυρίως πιάτο ήταν τα φασόλια. Μιλάμε κάτω του '77. Μετά απ' το '80, '79, άλλαξαν τα χρόνια. Και μετά, πηγαίναμε δύο ώρες, να πάμε να κάνουμε απογευματινό σχολείο. Μία μέρα, που 'μασταν στην έκτη τάξη, μόλις φάγαμε στα σπίτια μας, πήγαμε σε μια αλάνα, όχι στο σχολείο, σε μια αλάνα, και παίζαμε μπάλα. Παίζαμε, παίζαμε, ρωτούσαμε έναν λίγο μεγαλύτερο. «Τι ώρα είναι;». «Έλα, ρε Νίκο». 14:30 πηγαίναμε, τι ήτανε... Ακόμα... Ένα χαλασμένο ρολόι είχε. «Καλά ρε, πόση ώρα παίζουμε μπάλα, δεν ήρθε η ώρα;» Οι τσάντες ήταν εκεί, τις είχαμε δίπλα. Όταν πάμε σχολείο– Λέμε: «Βράδιασε, τι κάνουμε;» Πήγαμε στο σχολείο, τότε, εκείνη την ώρα, μπαίναν τα παιδιά μέσα. «Α», λέμε, «προλάβαμε». Αλλά μπαίναν στο διάλειμμα τη δεύτερη ώρα που ήτανε... Και λέμε τώρα, λέει ένας, ήταν ένας μεγαλύτερος –είχε μείνει δύο χρόνια στην ίδια τάξη– πως τον λένε; Λέει: «Θα φάμε ξύλο απ' το δάσκαλο. Αλλά ο δάσκαλος», λέει, «θα δείρει πολύ τον πρώτον. Στο δεύτερο τόσο, στον τρίτο...» Ήμασταν δέκα –πόσοι ήμασταν–, δεκαπέντε; Αυτός που είπε ο πρώτος θα φάει πολύ ξύλο, σπρώξε ο ένας, σπρώξε ο άλλος, ήταν μπροστά. Πάτα-κιούτα με τη βέργα, εμένα δεν με χτυπούσε, γιατί με αγαπούσε ο δάσκαλος, Ήρθε σε μένα, με χτύπησε λίγο. Δεν μπορούσαμε να τον εξηγήσουμε το δάσκαλο ότι δεν φταίμε εμείς, φταίει το ρολόι του Κωστάκη, που δεν πήγαινε καλά. Ναι. Στο σχολείο εμείς, όταν πηγαίναμε, επειδή δεν διαβάζαμε, δηλαδή σε κάθε τάξη, ας πούμε, τότε πηγαίναμε πέμπτη-έκτη μαζί, τρίτη-τετάρτη μαζί, πρώτη-δευτέρα μαζί, έτσι ήτανε. Δηλαδή, απ' τα παιδιά, απ' τα αγόρια, αν ήξερε ένας να σηκώσει το χέρι του, απ' τα κορίτσια δύο-τρία. Δεν σήκωνε κανείς το χέρι, δεν ξέραμε μάθημα. Δεν ξέραμε μάθημα και ο φόβος μας ήτανε να μη μας σηκώσει ο δάσκαλος και, όταν ξεκινούσανε, ήρθε ο δάσκαλος μέσα, τότε μας έπεσε το μολύβι να το κρύψουμε, λες και δάσκαλος δεν καταλάβαινε. Τώρα, τα χρόνια είναι διαφορετικά, τα παιδιά είναι πιο πολύ δεμένοι με τους δασκάλους. Τότε, εμείς τους φοβόμασταν, γιατί μας δέρνανε. Τώρα, άμα μας δέρνανε, αν ήταν καλό, αν ήταν κακό, αυτό δεν μας πειράζει. Τους συγχωρούμε, έτσι ήτανε. Μετά που πήγα το '77 στρατιώτης, όταν γύρισα εγώ το '79 με το '80, άλλαξαν τα χρόνια. Κάναμε καφετέριες στο χωριό, άρχισε πιο πολύ ο πολιτισμός. Μόλις γίναν οι καφετέριες, δύο, στον Λαγυνά, τώρα '85, λίγο παραπάνω, εξαφανίστηκε η βόλτα. Όχι μόνο στον Λαγυνά, σε όλα τα χωριά. Δεν υπήρχε βόλτα, γιατί τα κορίτσια μπαίνανε, γιατί δεν γινόταν τότε να παν κάπου. Ήταν καφενεία αυτά, ήτανε σαν... Μόλις έγιναν καφετέριες, σα κοπέλες ντυνότανε, πηγαίναν στην καφετέρια, αυτή που υπήρχε τότε, πίναν έναν νες με γάλα, έναν καφέ και μια... Τότε έκαναν αυτοί οι δύο –να, αυτός που θα ερχόταν, είχε καφετέρια ανοίξει τότε– είχαν και το τοστ, αυτό ήταν, ένα τοστ παίρνανε και ένα καφέ, νες, φραπέ, δεν ξέρω τι πίνανε.
Θέλετε να μου πείτε στο στρατό πώς ήταν, όταν πήγατε, γιατί μου είπατε ότι– Καταρχήν, πήγατε και πολύ καιρό.
Στο στρατό πήγα το '77, 22 Μαρτίου, και παρουσιάστηκα στην Καλαμάτα. Απ' τον Λαγυνά ήμασταν πέντε, αλλά δύο πήγαμε μαζί. Όταν πήγαμε από δω, φύγαμε με το τρένο. Κατεβήκαμε στο σταθμό, από εκεί μας πλησίασε ένα παλικαράκι τότε, δεν θυμάμαι ποιος ήτανε, λέει: «Έχω ένα λεωφορείο», από δω από κει, ένας πειρατής ήταν, μας έβαλε στο λεωφορείο. Στο δρόμο το σπρώχναμε και λίγο, γιατί ζεσταινότανε. Φτάσαμε στην Καλαμάτα και είχαμε μαλλιά μακριά. Και τι να κάναμε, μη μας κουρέψουνε μέσα στο στρατό, με τον άλλον, τον Ευάγγελο, πήγαμε στην Καλαμάτα, έτσι, μακριά-μακριά, βρήκαμε έναν κουρέα, ακόμα μηχανή είχε ο άνθρωπος με το χέρι. Πάμε εκεί, του λέμε: «Γεια σου, πατριώτη». «Καλώς τα παλικάρια». Τότε περίπου δυόμισι χιλιάδες στρατιώτες πηγαίναν στην Καλαμάτα. Αλλά δεν κατάλαβε ο άνθρωπος ότι ήμασταν, ότι παρουσιαζόμασταν. Του λέμε: «Θέλουμε να μας κουρέψεις λουξ», λέμε. «Όχι, ρε παιδιά», λέει, «τόσο ωραία μαλλιά», λέει. Δεν κατάλαβε. Τέλος πάντων. Τον είπαμε. «Α, έτσι είναι;» μας λέει. «Για στρατιώτες;». «Ναι». «Ποιος θα κάτσει πρώτος;» Θα γελάει ο ένας τον άλλον, οι δυο μας. Κάθομαι πρώτος. Τάκα-τάκα-τάκα-τάκα και γίναμε διαφορετικοί. Και μετά παρουσιαστήκαμε, έμεινα στην Καλαμάτα ώσπου να ορκιστώ, τριανταπέντε μέρες θυμάμαι, από εκεί έφυγα απ' την Καλαμάτα, φύγαμε απ' την Καλαμάτα, στο δρόμο που φεύγαμε απ' την Καλαμάτα να πάμε στο σταθμό τραγουδούσαμε Μακεδονία ξακουστή, γιατί όλοι ήμασταν απ' τη Βόρειο Ελλάδα. Ω, τη νύχτα, 03:00 η ώρα, 04:00 ήταν, μες στην Καλαμάτα το Μακεδονία ξακουστή. Κανείς δεν μας είπε, μόνοι μας ξεκινούσαμε, με τα σακίδια στην πλάτη. Μετά από κει πήγα στην Αθήνα, πήγα στο ΚΕΒΟΠ, να πάρω ειδικότητα. Από κει έφυγα, πήγα στα ΛΥΒ σαν υποψήφιος βαθμοφόρος υπαξιωματικός και από κει, μετά από τρεις μήνες που γύρισα Καλαμάτα, ΚΕΒΟΠ και ΛΥΒ, πήγα στη Ρόδο. Εκεί έκανα εικοσιέξι μήνες σαν λοχίας, μάλλον σαν ενωματάρχης, δεν ήμασταν στρατιώτες, χωροφυλακή ήμασταν. Έκανα 26 μήνες και απολύθηκα τον Ιούνιο. Ιούνιο θυμάμαι. Ναι.
Πώς ήτανε στο στρατό, θυμάστε;
Κοίταξε, από πλευράς δικής μου, επειδή εγώ δούλεψα πολύ σκληρά σαν παιδάκι και στα γελάδια πηγαίναμε και στα χωράφια πηγαίναμε και στην οικοδομή δούλευα, τα πάντα δούλευα, δεν με πείραξε τόσο πολύ. Άλλα παιδιά, που ήτανε της πόλης μέσα και δεν είχαν δουλέψει ποτέ, επειδή άλλα παιδιά ήταν του γυμνασίου, άλλα ήταν αυτά, μπορεί να δυσκολευότανε. Αλλά εγώ δεν δυσκολεύτηκα. Εγώ έκανα και πολλές εργασίες εκεί στη Ρόδο. Πάρα πολλά πράγματα έκανα, πολλά πράγματα, αυτά δεν λέγονται, τι έκανα. Δηλαδή, αν ήταν να με δώσουνε τιμητικές εκεί, τις εργασίες που έκανα, έπρεπε να με δώσουν εικοσιοκτώ μήνες τιμητικές.
Και όταν γυρίσατε, πώς το βρήκατε το χωριό;
Θυμάμαι, όταν είμαστε βόλτα, είχε ένα μικρό κοριτσάκι, έτσι μια εικόνα είχα. Όταν γύρισα, πάλι έτσι έτυχε και λέω: «Εκείνο το κοριτσάκι, να μη του πω λαγυνιώτικα, το κοριτσούδ». Ήταν κείνο –γιατί τα κοριτσάκια μεγαλώνανε– και έγινε κοτζάμ κοπέλα. Λέω ναι. Δηλαδή τι, στον τόσο καιρό που λείπαμε, τι διαφορά βρήκαμε, δηλαδή. Μάνι-μάνι, μια σταλιά κοριτσάκι έγινε ολόκληρο κορίτσι. Ε, τα [00:40:00]αγοράκια λίγο καθυστεράνε. Και λέω, κοίταξε πόσα χρόνια, χρόνος και μέρες χάσαμε απ' τη ζωή μας... Δεν ξέρω γιατί.
Μετά ασχοληθήκατε πάλι με το σταθμό; Τι κάνατε όταν γυρίσατε;
Όχι, όχι, είχε, ένας που ήταν λίγο μικρότερος τον είχε ακόμη, πήγαμε έτσι κάνα πέντε-έξι μήνες εκεί, πήγα εκεί πέρα. Μετά σιγά, σιγά, σιγά, άρχισε να καταργείται, γιατί όλα τα κορίτσια τότε κεντούσανε, οι κοπέλες, μαζί με τη σακουλίτσα, το κέντημά τους, είχαν κι ένα τρανζιστοράκι. Και τότε εμείς δεν είχαμε τηλέφωνο, δίναμε ένα τηλέφωνο ενός μαγαζιού, παίρναν τηλέφωνο, για να κάνουν αφιερώσεις ή τα κορίτσια ή τα αγόρια, έτσι κάναμε. Ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια. Αλλά χάσαμε πέντε-έξι χρόνια εκεί πέρα μέσα, σε ένα παλιό σπίτι να κάνουμε εκπομπή. Μετά, βγαίναν έξω ο κόσμος, έκανε βόλτα, εμείς καθόμασταν εκεί μέσα, γιατί συνηθίσαμε. Κάτσε τα γυαλιά μου να τα βάλω.
Εσείς κάνατε αφιερώσεις τότε;
Πώς δεν κάναμε καλέ; Κοίταξε, τότε, όταν είχες σταθμό, μετρούσες και λίγο παραπάνω. Για παράδειγμα, τώρα εγώ τι σκέφτηκα τότε, να πω κι αυτό, αν χρειάζεται να πω. Όταν είχαμε τον σταθμό εμείς και βγαίναμε πέντε αστέρες, εγώ έβγαινα ο «Νίκος ο Ουράνιος», παράδειγμα, είχαμε ο καθένας το όνομά του, απ' τα «Στούντια των πέντε αστέρων». Όταν πηγαίναμε στο Καβαλάρι που είχε βόλτα, για να ξέρουν τα κορίτσια ποιος είμαι εγώ, που κάνω εκπομπή– Δεν μας ξέρανε, γιατί ήμασταν πέντε ή έξι. Πηγαίναμε, χωριζόμασταν στη βόλτα –ήταν μεγάλη– από δω κι από κει. Πού θέλαμε να βρεθούμε; Στο τάδε μέρος που ήταν οι κοπέλες. Και φώναζε ένας, Απόστολος: «Ουράνιε!», για να ακούσουν τα κορίτσια ποιος είναι ο Ουράνιος, για να τα πλησιάσουμε, να μας πλησιάσουν. Αυτό σκέφτηκα τότε, αυτή τη διαφήμιση έκανα. Τώρα κάνουν διαφορετικές διαφημίσεις. Φώναζε, πήγαινα στο Περιβολάκι: «Ουράνιε!». Και γινότανε, γινόσουνα γνωστός. Μαζί μ' εμένα που φώναζαν αυτοί. Τώρα οι κάτοικοι ακόμα όχι, δε με φωνάζουνε.
Τους άλλους πώς τους λέγανε;
Έναν τον λέγανε «Βασιλάκης ο Αστέρας», ο «Νίκος ο Πολ», ο «Γαλήνιος» κι ο άλλος λεγότανε ο «Άλφα 18», ήταν 18 χρονών εκείνος. Αυτά.
Θέλετε να μου πείτε κάτι άλλο, έτσι, για το σταθμό; Πώς σας ήρθε η ιδέα να τον ανοίξετε;
Γιατί είχε πάρα πολλοί σταθμοί στη Θεσσαλονίκη και στο Λαγκαδά είχε κάποιους. Ένας είχε την ιδέα, λέει: «Να κάνουμε σταθμό, να μας ακούν τα κορίτσια». Ερχόταν τότε κοπέλες και μεγάλοι μέσα, ερχότανε, στο σταθμό μας, ένα παλιό σπίτι, ε, το είχαμε διαμορφωμένο. Σε ένα τραπέζι επάνω είχαμε ένα νταλαβεράκι τέτοιο και έβγαζε συχνότητα έξω. Ξέρω πώς γινόταν; Τα 'φτιαξαν εκεί και γινόταν. Εμείς δεν τα φτιάξαμε, εμείς τα στήσαμε, έτοιμα τα πήραμε. Και ακουγότανε. Μετά χάλασε εκείνο, πήραμε ένα μεγαλύτερο. Δίσκοι αγοράζαμε, δίσκοι μας φέρναν κάποιοι δώρα. Αυτά. Πρώτα είχαμε, είχαμε μαγνητόφωνο όταν ξεκινήσαμε. Μετά πήγαμε– Μας έδωσε στο Λαγκαδά ένας ένα πικάπ, το οποίο ήταν με μπαταρίες. Ένας γνωστός ενός παιδιού, που γνώριζε τον πατέρα του, πουλούσε πικάπ. Βάλαμε τις μπαταρίες, κάποια στιγμή μπαταρίες οι μεγάλες –έξι ήθελε, οκτώ;– δεν είχανε δύναμη και ο τραγουδιστής παραμορφωμένος έβγαινε. Μετά, βρήκαμε ένα άλλο πικάπ, πήραμε αυτό το πικάπ, τα συνδέσαμε μαζί, ένα έπαιρνε το ρεύμα και ένα γυρνούσε το δίσκο. Ήταν ωραία.
Θα σας γυρίσω τώρα λίγο στο έθιμο, στους Φωταρούς. Σήμερα το έθιμο πώς το βλέπετε;
Το έθιμο σήμερα, επειδή είπαμε και πριν ότι τα παιδιά που τραγουδάνε σήμερα, επειδή είναι μεγάλο το χωριό, έχει πάρα πολλές καινούργιες μεζονέτες, έχει πάρα πολύ ξένο κόσμο, δεν ξέρουνε το κάθε σπίτι τι έχει. Αν πιάσουν να πάνε σπίτι-σπίτι, θέλουν πέντε νύχτες να γυρίζουνε. Οπότε τώρα τραγουδάνε κεντρικά, απ' τους κεντρικούς δρόμους περνάνε, πετάνε, λένε ένα τραγούδι, φωνάζουν «Φωταροί», «του χρόνου» και φεύγουνε. Δεν μπορούν να πάνε σπίτι σε σπίτι. Μέχρι το '80 πηγαίνανε, μετά απ' το '80, να μην πω το '85... Πότε είχε ανάπτυξη, έγινε το χωριό μεγάλωσε; Δεν έχει, δεν είναι. Παλιά, μέχρι σε μας και πιο μπροστά, επειδή γνωριζόμασταν, ήταν πιο καλό το έθιμο. Πάλι το έθιμο είναι καλό, αλλά δεν γνωρίζουν τα παιδιά το κάθε σπίτι, στην οικογένεια πόσοι είναι μέσα, τι έχουν, αν έχουν μικρό παιδί, μεγάλο, αν έχουνε κορίτσια, αν έχουν ανύπαντρο να τον παντρέψει. Δεν ξέρουνε τώρα και γυρνάν, αλλά το έθιμο συνεχίζεται και θα συνεχιστεί για όλα τα χρόνια που υπάρχουμε.
Όταν έρχονται Φωταροί, εσείς τους κερνάτε, τους ανοίγετε;
Εμείς τώρα τελευταία, όταν τραγουδούσαν τα παιδάκια μου, τους κεράσαμε. Τώρα, που δεν έχουμε δικά μας παιδιά, περνάν απ' τον δρόμο, οπότε μπορεί να περάσουν 04:00 η ώρα, δεν θα κάθομαι εγώ να περιμένω να τους κεράσω με τον δίσκο. Τι; Θα είναι και ντροπή τώρα. Ήταν διαφορετικά, είπαμε, τότε. Όταν τραγουδούσαμε εμείς, απ' την αυλή στην πόρτα μπαίναμε, ήταν μικρά, ήταν μονοκατοικίες τα σπίτια, ο κόσμος ήτανε... Ενώ τώρα είναι διώροφα, πού να... Καταρχήν, έχουνε περίφραξη, έχουνε κουδούνι, να κάνεις... Είναι... Θα φαν πολλή ώρα. Τότε ήτανε, άνετα έμπαινες.
Ένα δευτερόλεπτο λίγο να φτιάξω το μικρόφωνο σας, για να ακούγεστε καθαρά. Τέλεια. Ωραία. Έχετε... Αγόρια είναι τα παιδιά σας;
Ναι.
Πώς ήταν όταν πήγαν αυτοί;
Κοίταξε, σαν γονιός, όταν πάνε να τραγουδήσουν τα παιδιά, επειδή περνάς από ένα στάδιο και το περιμένεις, είναι ευχάριστο, χαίρεσαι και λες: «Ήρθε η σειρά να παν να τραγουδήσουν». Είναι ευχάριστο, το περιμένεις. Και πάλι, όταν είναι να τραγουδήσουνε κάποια παιδιά, ρωτάς: «Έχουμε κάνα δικό μας; Ποιο παιδί είναι;». Τώρα δεν τα ξέρουμε τα παιδιά. Τότε, όταν φεύγαμε εμείς στρατιώτες, όταν τραγουδούσαμε εμείς και φεύγαμε στρατιώτες, ξέρανε το χωριό, ανά πάσα στιγμή, ποιος είναι στρατιώτης. Γιατί, είπαμε, εκείνη την εποχή ήταν μακριά τα μαλλιά, επειδή ο στρατός τα κουρεύαμε χαμηλά και, αν ερχόσουνα με άδεια, φαινόσουν ότι είσαι στρατιώτης, όχι μόνο εσύ. Τώρα μη βλέπεις, όλοι είναι κουρεμένοι, τότε ήταν όλοι με μακριά μαλλιά και φαβορίτες είχανε και μουστάκια. Μπορεί να είχανε και μούσια, δεν ξέρω. Αλλά τώρα είναι όλοι το ίδιο, τώρα δεν ξέρεις ποιος πάει φαντάρος, ποιος πάει, πότε απολύεται, δεν το ξέρεις, αν δεν είναι συγγενής σου, αν δεν είναι γνωστός σου, δεν ξέρεις. Τότε γνώριζαν ποιοι είναι, ότι λείπανε κάποια παιδιά.
Κάτσατε ποτέ έτσι να τους το εξηγήσετε το έθιμο, να τους πεις, να τους πείτε ότι αυτό είναι το έθιμο...
Συνήθως εσείς τώρα, η νεολαία, άμα πάμε να μιλήσουμε εμείς, μας λέτε ότι δεν ξέρουμε, κι οπότε δεν μιλάς. Αυτό είναι αυτό το πράγμα ότι εσένα σε μαθαίνει η μάνα σου, ο πατέρας σου πώς να οδηγάς, μετά θα τον πεις: «Δεν ξέρεις να οδηγάς». Έτσι γίνεται.
Νιώσατε περήφανος όταν τους είδατε ότι τραγουδούσαν και κάναν το έθιμο;
Πώς, πώς δε νιώθω περήφανος; Ο ένας ο γιος μου πήγε και εθελοντής, 18 χρονών πήγε, στα ΛΟΚ πήγε. Λοκατζής 18 πήγε, δεν πάει στα 20 ή στα 23 που παν, πάει παιδάκι. Υπηρέτησε και γύρισε. Γιατί σήμερα, άμα πας– Παλιά, όταν πήγαιναν τα παιδιά λοκατζήδες ή αυτά, τότε δεν έχει τώρα, όπως περνάνε στην αστυνομία ή στ' αυτό, δεξιά να έχεις βαθμούς, τι χρειάζεσαι, σχολεία. Τότε, επειδή δεν υπήρχανε, τους κάναν ή στην Πυροσβεστική, τους κάναν και τιμής ένεκεν, γιατί έχουν μια εκπαίδευση. Σήμερα, το να πας στα ΛΟΚ... Μόνο να πας γιατί σου αρέσει, επειδή θα γυμνάζεσαι... Δεν έχεις κάποιο όφελος να κερδίσεις. Δηλαδή, που λες καμιά: «Γιατί τόση ταλαιπωρία να περάσω στα ΛΟΚ; Μπορώ να πάω σ' άλλο, πεζικό, σ' αυτό, να λουφάρω κιόλας». Ενώ λοκατζήςδες εκπαιδεύονται πολύ βαριά.
Το έθιμο αυτό, που είναι τόσα χρόνια, για εσάς, προσωπικά για εσάς, τι σήμαινε τότε, όταν το ζήσατε;
Είπαμε, είναι κάτι που το περιμένεις. Είναι κάτι που το περιμένεις.
Μου 'πατε στο τηλέφωνο ότι–
Ναι.
Ότι ήταν τότε μια– Ότι ενηλικιωνόσασταν.
Ε ναι, πάει να πει ότι ήρθε η ώρα σου να πάω στρατό. Ναι, γιατί αν πας στρατό μετά τι σημαίνει; Αν πας στρατό και γυρίσεις, μετά θα σκέφτεσαι ότι πρέπει να παντρευτείς. Ενώ μέχρι τότε είχες το στρατό, έχεις μια δικαιολογία. Τώρα τα παιδιά, επειδή πάνε στα 25 φαντάροι, δεν έχουν κάτι, ένα ατού. Εμείς τότε ένας σπάνια κάποιος 18-19 να κλεφτεί, να παντρευτεί, να κάνει, ήτανε λίγοι. Ενώ αν έβρισκε κάποιος μια κοπέλα και έλεγε η κοπέλα –τότε μικρές παντρευότανε– έλεγες: «Έχω να πάω στρατό και μετά». Είχες μια δικαιολογία. Είχες στρατό. Μετά χανόσουν εσύ, ώσπου να πας, να γυρίσεις, μπορεί να την έβρισκες να είχε παντρευτεί η κοπέλα. Αλλά είχες ένα ατού. Τώρα, όταν ένας 17 χρονών, 18, και γνωρίζει μια κοπέλα, λέει, πες, θέλει να παντρευτεί. Πρέπει να βρει μια... Δε θέλει να παντρευτεί, ας πούμε... Μια δικαιολογία. «Να πάω φαντάρος και μετά». Και έτσι γινόταν. Ήταν μια δικαιολογία ντε. Να πας φαντάρος να γυρίσω, μετά... Αλλιώς αλλάζεις, ωριμάζεις. Γιατί, όταν πας στο στρατό, εκεί, σαν παιδί που εδώ γνωρίζεσαι... Τώρα πολλά παιδιά, όταν πηγαίνουν στο γυμνάσιο στο Λαγκαδά, γνωρίζεσαι με παιδιά απ' το Καβαλάρι, με άλλα χωριά και κλέβεις ιδέες, σκέψεις, αλλά και μαθαίνεις πράγματα. Εμείς δεν μαθαίναμε. Όταν πηγαίναμε στρατό εκεί, είχε παιδιά που πηγαίναν στο γυμνάσιο. Από αυτούς έπαιρνες κάτι, μαθαίνεις. Εκείνος μάθαινε από εσένα αυτά που ήθελες να πεις και μαθαίνεις. Έρχεσαι πιο ώριμος πιο... Με πιο πολύ μυαλό έρχεσαι. Γιατί εκπαιδεύεσαι κι εκεί ντε.
Εσείς μετά, όταν γυρίσατε, τι κάνατε; Κάνατε οικογένεια μετά;
Μετά, στα 27 παντρεύτηκα. 27-27,5, δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι κιόλας, 27 χρόνω παντρεύτηκα, νομίζω. Το '86 παντρεύτηκα. Το '87 ήρθε το ένα το παλικαράκι, το '89 το άλλο. Τώρα έγινα και παππούς. Έχω δυο μικρά. Χθες που πήρες τηλέφωνο, πήγα να το βάλω να κοιμηθεί, πήγε η γυναίκα μου κάπου, το ξύπνησες. Το γέλασα μετά, κοιμήθηκε πάλι. Είναι 15 μηνών. Του λέω: «Κάτσε εκεί και μη σηκώνεσαι». Κοριτσάκι είναι.
Τη γυναίκα σας την κάνατε αφιερώσεις στο ραδιόφωνο ή όχι;
Όχι, όταν πήγαινα εγώ στο σταθμό, η γυναίκα μου δημοτικό πήγαινε ακόμη. Ήταν μικρή. Καμιά σχέση δεν είχε.
Κανένα άλλο έθιμο στο χωριό έχετε, ας πούμε, για το γάμο έχει κανένα έθιμο;
Λοιπόν. Τότε, όταν παντρεύονταν, δεν μπορώ να πω και πολλά... Όταν παντρεύονταν, τότε, επειδή πηγαίνανε μετά– Ο γάμος γινόταν τ' απόγευμα, συνήθως το καλοκαίρι γίνεται. Πηγαίνανε, όπως θυμάμαι και απ' τον πατέρα μου και άλλους, είχαν στους στάβλους τα γελάδια. Να πάνε νωρίς-νωρίς, γιατί ο γάμος ήταν, ας πούμε, στις 06:00 τ' απόγευμα. Να παν νωρίς, γιατί ο γαμπρός με τη νύφη κατεβαίναν στην πλατεία του χωριού και χορεύανε. Και πηγαίνανε ο κόσμος γύρω-γύρω, μαζευότανε, για να δουν που χορεύει γαμπρός και νύφη. Ήταν σαν θεατρική παράσταση. Αυτό είχανε. Μετά, η νύφη, την άλλη μέρα, πήγαινε εκεί, στη βρύση, στο χωριό και έριχνε ρύζι να πάρει νερό, ρύζι και λεφτά. Και εμείς, σαν παιδάκια μικρά, πηγαίναμε, κατά λάθος μπορε[00:50:00]ί να πηγαίναμε εκεί, έτυχε. Γάμοι δεν γίνονταν κάθε μέρα. Βρίσκαμε φραγκάκια. «Α», λέμε, «δεν ξέραμε», ρωτούσαμε τις μάνες μας, είναι έτσι κάνουν, οι νύφες τα ρίχνουνε. Αυτό είναι το γλέντι. Μετά, άρχισαν να χορεύουν τελευταία πάνω στην εκκλησία που είχε πλατεία κάτω και μετά στα μπουζούκια πηγαίναμε, στα κέντρα. Δεν χορεύουν τώρα. Όχι, τώρα που είναι, που έχουμε τον COVID, τον κορονοϊό, αλλά και πιο μπροστά. Τότε, οι γάμοι κρατούσανε πολλές μέρες στα σπίτια τους. Γιατί πήγαιναν στο σπίτι, έδειχναν την προίκα, να δουν ο κόσμος την προίκα, της νύφης την προίκα, του αγοριού την προίκα, είχε πολύ μεγάλη... Τώρα δεν έχει τόσο πολύ... Ο γάμος τώρα είναι εικονικός. Έρχεται εκείνη η μέρα, ετοιμάζεται γαμπρός και νύφη και πάνε στην εκκλησία, απ' την εκκλησία στο γλέντι, κρατάει γλέντι τρεις-τέσσερις ώρες, φεύγουνε, τελείωσε το πανηγύρι. Παλιά κρατούσε πιο πολύ, μέρες κρατούσε. Πήγαιναν τότε οι συγγενείς ή οι γειτόνοι να καρφώνουνε στους τοίχους την προίκα της νύφης, τώρα μια που τα στρώνουν στα σπίτια τους. Άλλο. Μην πούμε και πολλά πράγματα. Τελειώσαμε;
Θα σας ρωτήσω λίγο για το έθιμο της χελιδόνας, το ξέρετε;
Αφού το τραγουδούσαμε στο σχολείο, το τραγουδάει η έκτη τάξη. Χελιδόνα έρχεται απ' τη Μαύρη Θάλασσα. Το λέει και μέσα.
Στο βιβλίο; Αυτό είναι του χωριού έθιμο;
Λοιπόν, τη Χελιδόνα, όταν ήμασταν εμείς, πήγαμε σε έναν μαραγκό τότε, είπε ο δάσκαλος και μας έκανε ένα κόλπο. Έβαλε ένα ξύλο στρογγυλό από κάτω, έκανε ένα ξύλινο χελιδόνι, μας έδινε ένα σκοινάκι να το γυρνάμε και γυρνούσε το χελιδόνι. Ήταν έθιμο, τότε πήγαινε η έκτη τάξη και μαζεύαν λεφτά. Το σχολείο πήγαινε και τη Χελιδόνα τραγουδούσε ομαδικά η έκτη τάξη και η πέμπτη, τραγουδούσε τον Σταυρό. Τώρα πώς και τι δεν ξέρω, τον Σταύρο το γυρίζουμε. Και τραγουδούσαμε όλοι μαζί Πάει ο παλιός ο χρόνος. Τώρα εντάξει, τότε όμως όλα τα παιδάκια πήγαιναν μετά από μόνα τους. Τραγουδούσαν τον Άγιο Βασίλη, τα Χριστούγεννα, τρεις φορές πηγαίνανε και μαζεύανε χρήματα. Τώρα μία φορά πηγαίνουν, δύο φορές, δεν ξέρω. Ήταν για τα χρήματα πιο πολύ πηγαίναν, δεν ήταν μόνο το έθιμο, να πω, ήταν και τα χρήματα, έτσι; Τότε, μη νομίζεις, όταν ήμασταν παιδάκια εμείς, μας δίναν μισή δραχμή, πέντε δεκάρες, 1 δραχμή... Αν ήταν συγγενής, αν πηγαίναμε στο σπίτι να τραγουδήσουμε τα κάλαντα, μπορεί να μας έδιναν 2 δραχμές, μέχρι τάλιρο, στα ελληνικά χρήματα. Άλλο παραπάνω δεν είχε, εκεί ήταν. Και το τάλιρο ήταν πλούσια λεφτά, ήταν. Με 5 δραχμές ξέρεις πόσες έπαιρνες; Πεντακόσιες καραμέλες. Η μία καραμέλα είχε μία δεκάρα, με μία δραχμή έπαιρνες δέκα καραμέλες.
Το χωριό πώς το βλέπετε σήμερα, έχει αλλάξει πολύ;
Εγώ προσωπικά για μένα, ήθελα το χωριό μας να μείνει χωριό, να μην έρθουν αυτά τα πράγματα, έτσι έλεγα τότε. Γιατί έρχονται τόσοι πάρα πολλοί, σε ένα στρέμμα μέσα έγιναν τόσες μεζονέτες, οι οποίες... Πού θα παρκάρουν τα αυτοκίνητα; Ο Λαγυνάς δεν έχει σχέδιο πόλεως, είναι παραδοσιακό χωριό, δεν έχει και πολλές πλατείες, δεν έχει πεζοδρόμια για να περπατάει η μάνα με το καρότσι. Γιατί υπήρξα και τέσσερα χρόνια στο τοπικό συμβούλιο, πέντε χρόνια στο σχολείο έκανα, σχολική επιτροπή, πώς λέγεται, Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων. Και στο σύλλογο έκανα χρόνια, πέρασα από όλα τα στάδια. Και τότε ήρθε κάποιος κατάλληλος άνθρωπος στην κοινότητά μας και μας είπε: «Αυξάνεται μεν το χωριό σας», μαζί του ήμουν, καταλάβαινα, «αλλά δεν έχουμε πεζοδρόμια». Τότε εμείς κάναμε κάποιους δρόμους και του σχολείου μας πάνω το πεζοδρόμιο και στο νηπιαγωγείο το πεζοδρόμιο εκείνο. Δεν είχε πεζοδρόμια, γιατί με το καρότσι μια μάνα δεν μπορεί να γυρίσει το χωριό. Δεν είχαμε πλατείες. Μετά ανοίξαμε την πλατεία πάνω στην εκκλησία, γιατί άμα γίνει κάτι, πού να μαζευτεί ο κόσμος; Σαν χωριό, άλλο να κάνεις κάθε χρόνο τρία σπίτια, γονιός στα παιδιά –ή τα παιδιά από μόνα τους αν έχουν χρήματα– άλλο να σε έρθουνε, να γεμίσεις. Αν ήμασταν απλωμένο το χωριό μας, απλωμένο έτσι με σχέδιο πόλεως, θα ήμασταν πολύ, έτσι, μακριά θα φαινόμασταν. Επειδή είμαστε παραδοσιακό χωριό, δεν ήθελα. Δηλαδή τώρα, αυτό εδώ πέρα θα είχανε ένα σπίτι, άλλο ένα σπίτι... Γίνανε 20 σπίτια εδώ που μένετε. Οι γειτονιές ένα κομμάτι γίναν τόσες μεζονέτες. Όχι, δεν ήμουν υπέρ αυτού, γιατί εγώ απ' τις μεζονέτες, σαν εργασία που πρέπει να δούλεψα, πέρασε ένας χρόνος. Πιο πολύ κέρδος έχει ο μπακάλης, ο μανάβης, αυτοί. Εγώ δεν κερδίζω τώρα τίποτας, απλώς δεν μπορώ να περάσω. Κι ευτυχώς τώρα το χωριό μας άλλαξε, γιατί έγιναν και δεξιά-αριστερά πάρα πολλά σπίτια, κλείσανε οι δρόμοι, δεν μπορεί να περάσει το μηχάνημα που έχει ένας αγρότης, την κομπίνα του, το τρακτέρι του. Τώρα, άμα 'ρθει, έχω ένα τρακτέρ εδώ δίπλα και το βάλω μπρος, θα θυμώσεις εσύ. Απομακρυνόμαστε από χωριό και γινόμαστε πόλη τώρα. Τώρα είμαστε πόλη, δεν είμαστε χωριό.
Έχει σημασία πιστεύετε να τα κρατάμε τα έθιμα τώρα που αλλάζει το χωριό;
Κοίταξε, εφόσον υπάρχει ο σύλλογος, εφόσον υπάρχει ο σύλλογος στο χωριό μας και τα συγκεντρώνει τα παιδιά, κατά τη γνώμη μου, και τόσα χρόνια τώρα. Είναι ο Στέλιος ο Σισκούδης, συγκεντρώνει τα παιδιά, κάνουνε... Που 'ναι να τραγουδήσουν δύο-τρεις ώρες πιο μπροστά, φτιάχνουν μια φασολάδα, εκεί όλα μαζί τραγουδάνε, παίρνουν ένα, πώς να τραγουδήσουν, τους ενημερώνουν πρώτα τα παιδιά, τα ενημερώνει ο σύλλογος, ο κύριος Σισκούδης ο Στέλιος, ενημερώνονται. Εμείς δεν μας ενημέρωνε κανείς, απλώς από μόνοι μας. Ό,τι κάναν οι άλλοι, κάναμε εμείς. Κι αν είχε, αν ήταν τα παιδιά ήταν λίγο καλλιεργημένα και ήτανε... Δεν σ' είπα να 'χουν πάει γυμνάσιο, αλλά είχε και παιδιά που δεν έχει σημασία αν πας στο γυμνάσιο να είσαι καλός. Δεν είναι τα γράμματα που κάνουν καλό τον άνθρωπο. Είναι όλα τα παιδιά όλα τα χρόνια, νομίζω, δεν είχανε φασαρίες. Αλλά τώρα ενημερώνονται και το έθιμο να συνεχίσει, δεν είναι να χαθεί κι ούτε θα χαθεί καμιά φορά. Τώρα, αργότερα, δεν ξέρουμε. Τώρα, αν δεν υπήρχε σύλλογος, μπορεί τα παιδιά να μη συγκεντρώνονται, γιατί πάρα πολλά παιδιά, που δεν είναι απ' το χωριό μας, ήρθαν οι γονείς τους, αλλά τώρα μεγαλώνουν και εδώ και παίρνουν νοοτροπία των παιδιών. Να κάνω και τσιγάρο θέλω. Ούτε τον καφέ δεν ήπια.
Αλλιώς, άμα θέλετε, κάνουμε κι ένα διάλειμμα και, άμα έχετε να προσθέσετε κάτι, προσθέτουμε κάτι μετά. Κάναμε ένα σύντομο διάλειμμα για τσιγάρο. Θα μου πείτε λίγο για το βιβλίο που μου έχετε φέρει;
Το βιβλίο, τι να σας πω; Έχει τα ήθη και έθιμά μας εδώ πέρα. Τώρα, πάρα πολλά. Να, εδώ που αναφερθήκατε, το τραγούδι για την χελιδόνα. Η χελιδόνα έρχεται, λέει, απ' τη μαύρη θάλασσα θάλασσαν επέρασε, πύργον εθεμέλιωσε έκατσε και λάλησε, έμαθε τα γράμματα γράμματα ελληνικά, βασιλικά που μαθαίνουν τα παιδιά και μας έστειλε ο δάσκαλος να μας δώσεις πέντε αυγά και αν δεν έχεις πέντε αυγά παίρνουμε τη κλωσσαριά να γεννάει και να κλωσά και να σέρνει τα πουλιά Αυτό ήταν το τραγούδι της χελιδόνας που λέγανε τα παιδιά στο σχολείο. Την 1η Μαρτίου, τα παιδιά φορούν στα χέρια μια κόκκινη και άσπρη κλωστή, σαν βραχιόλι, για να μην μαυρίσει ο ήλιος, όπως λένε. Ήταν ο μάρτης, για τον Μάρτη είναι αυτό. Τότε ήταν η χελιδόνα. Το βιβλίο αυτό το έγραψε το 2000. Απ' το μακρινό παρελθόν προς το 2000 ήτανε. Είναι τα Λαγυνά ιστορικό, «λαογραφικά απ' το μακρινό παρελθόν», λέει πάλι. Πού είναι ο– Ένα βιβλίο για το χωριό των Λαγυνών γράφτηκε, αλλά όχι με πολλά στοιχεία. Το πώς βρεθήκαμε εδώ πέρα. Ό,τι μπόρεσε ο δάσκαλος, συγκέντρωσε. Έχει φωτογραφίες παλιές από την ομάδα του «Εθνικού Λαγυνών», έχει μέσα κάποια, έχει ένα παραδοσιακό, ένα τραπέζι εδώ, τέσσερις κύριοι που κάθονται. Τους θυμάμαι τους ανθρώπους, τώρα το βλέπω και εγώ, παλιά, και πίνουν το καφεδάκι τους. Έχει την εκκλησία μας που τη χτίζανε, έχει το παρεκκλησάκι, το παλιό, εδώ κάτω, στο... Εδώ είναι κάτι που φτιάχναν στον ιερό ναό μας πάνω, πριν φτιάξουμε τον καινούργιο, φτιάξανε, δουλεύαν εδώ κάποιοι μαστόροι. Έχει φωτογραφίες τα παιδάκια το '96, το '96. Έχει φωτογραφίες εδώ πέρα το '63, πώς λέγαν τα ποιήματα στις 25 Μαρτίου. Έχει το '63 ένας δάσκαλος, λεγόταν Λιολιόπουλος, άλλος πάλι Ηλιόπουλος, μετά ήταν ένας Καράλης, έκανε 8 χρόνια και ο Λιολιόπουλος έκανε πόσα χρόνια. Εδώ έχει κάτι φωτογραφίες το βιβλίο που είναι το '55, το '56, τότε γεννήθηκα, το '57, εγώ. Ο δάσκαλος Κουταμάνης, που κάνουν τα παιδιά παρέλαση σε ένα χωματόδρομο, όπως φαίνεται, με νερά. Εδώ, που κάνουν τα παιδάκια παρέλαση, είναι το '94. Εδώ είναι ο προστάτης μας του χωριού μας, ο Άγιος Νικόλαος, είναι το προσκυνητήρι του ιερού ναού μας. Τον Άγιο Νικόλα, έχουμε εμείς στα Λαγυνά. Εδώ είναι πάλι ο χορός του γάμου, που χορεύανε, όπως είπαμε και πριν, μαζευόταν εδώ για να χορεύουνε. Εδώ είναι τα προικιά της νύφης που πηγαίνανε. Είναι ωραίες φωτογραφίες, είναι ιστορικές φωτογραφίες. Και γράφει πάρα πολλά ονόματα. Εδώ είναι κάποιες, την εποχή εκείνη, κάποιες... Μία είναι μία γιαγιά εδώ που ζωγραφίζει, του Αποστολούδη. Το όνομα δεν το θυμάμαι δεν το ξέρω. Εδώ είναι πώς κάνουν– Μια γιαγιά εδώ υφαίνει στον αργαλειό και μία άλλη που βγάζει το μαλλί. Εδώ υπάρχει ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, μία φωτογραφία. Είναι λιγοστές οι φωτογραφίες. Εδώ είναι οι ψαράδες μας, που πηγαίνανε τότε στον Άγιο Βασίλη να ψαρέψουνε. Κάποιος φωτογράφος τους φωτογράφισε. Τότε οι φωτογραφίες ήταν δύσκολο να βγούμε. Στα παιδικά μας τα χρόνια, για να βγούμε φωτογραφία, ερχόταν τότε ένας με μια μηχανή, απ' το Λαγκαδά, ο Χρήστος. Επειδή είχε και μια καμπούρα, έλεγαν ο Χρήστος ο Καμπούρης. Και μας έβγαζε φωτογραφίες. Μας συγκέντρωνε εκεί πέρα, όπου υπήρχε. Και μας έλεγε– Τον λέγαμε εμείς: «Αφού μας έβγαλες πέρυσι φωτογραφία». Κάθε καλοκαίρι ερχότανε. «Α», μας λέει αυτός, καλά σκέφτηκε, λέει: «Κάθε χρόνο αλλάζετε». Εμείς νομίζαμε μας κορόιδεψε. Αλλά είχε δίκιο ο άνθρωπος, ότι κάθε χρόνο αλλάζουμε. Ήμασταν μικροί, μεγαλώνουν τα μαλλιά μας, μεγαλώνουμε και εμείς. Αλλά δεν το καταλάβαμε, να βγαίνουμε πολλές φωτογραφίες.
Για το σχολείο σάς έβγαζε;
Όχι, στο δρόμο, στη βόλτα πάνω. Στο σχολείο ερχότανε αργότερα. Εμείς, μία φωτογραφία έχω, σπάνια έχω, μια φωτογραφία έχω. Όταν ήμασταν δευτέρα τάξη και μας έβγαλε φωτογραφία. Ήμασταν σαν τα καημένα. Λοιπόν, τι έχει άλλο το βιβλίο μας; Εδώ έχει μία, ατμολέβητας, η μηχανή που έκανε δρομολόγιο Σαρακλί. Τώρα λέγεται Περιβολάκι. Σταυρός πήγαινε. Τότε είχε γραμμή τρένα, απ' το Σταυρό μέχρι το Περιβολάκι, πιο κάτω το χωριό μας. Κουβαλούσανε κάρβουνα, ξύλα. Εδώ έχει [01:00:00]μία φωτογραφία το βιβλίο αυτό, σπάνια φωτογραφία. Η μία είναι τα Λαγυνά γύρω στο 1960. Εδώ που είναι η εκκλησία μας, από εδώ και πέρα που είμαστε εμείς τώρα, που δίνουμε, που σε συνάντησα, δεν υπάρχουνε σπίτια. Μόνο το σχολείο φαίνεται και εδώ φαίνεται η πλαγιά του βουνού. Αυτό ήταν το χωριό το '63, το '60. Και εδώ, είναι μια φωτογραφία που τραβήξανε πάλι. Είναι πώς είναι κάτω η Εγνατία, το σούπερ μάρκετ, από κείνο το δρόμο, το οποίο υπάρχει. Φαίνεται μόνο το σχολείο, η εκκλησία. Εδώ κάτω σπίτια δεν έχει. Τώρα... Εδώ είναι– Για να 'ρθουμε από κάτω στον Λαγυνά ήταν χωματόδρομος. Βλέπετε; Από κάτω μέχρι τον Λαγυνά ήταν χωματόδρομος. Τον θυμάμαι χωματόδρομο που υπήρχε εδώ. Μέχρι τα τελευταία χρόνια ήταν, μετά έκαναν άσφαλτο. Σπίτια δεν υπάρχουνε. Αυτά έχει το βιβλίο και πολλά άλλα πράγματα. Τότε τα πουλούσαν τα βιβλία, στη κοινότητα.
Ένα άλλο έθιμο–
Πες τώρα συ.
Που γινότανε, που ντύνεται, που ντυνόταν γαμπρός και νύφη κάποιοι; Σαν παιχνίδι που κάνανε;
Τότε το 'κανε ο σύλλογος. Επαίξανε το Στέργιο και τη Στεριανή, που έχει ένα τραγούδι παραδοσιακό. Που Στέργιος πισμάνεψε τη νύφη; Ναι, έχει ένα τραγούδι, το οποίο το κάνανε, έτσι, ο σύλλογος το 'κανε θεατρική παράσταση. Και ήταν, ένας έκανε το Στέργιο και ένας έκανε τη Στεργιανή. Και λέει το τραγούδι, το ξέρουν όλοι. Έλα, Στέργιο, να σε παντρέψουμε. Και ο Στέργιος δεν ερχότανε, πήγε σε μια Κρητικιά, που λέει και το τραγούδι. Μετά όμως, όταν πισμάνεψε ο Στέργιος, ξεπισμάνεψε, πισμάνεψε η Στεργιανή μετά, δεν ήθελε. Και το κάνανε, ήτανε, όλο το χωριό μαζεύτηκε, ήταν πολύ ωραίο, όταν το κάνανε. Έχει τώρα πολλά χρόνια που το κάνανε, πάνω από 15-20 χρόνια.
Το κάναν κάθε χρόνο;
Νομίζω δύο φορές το παίξανε με διαφορετικούς ανθρώπους. Μετά σταμάτησαν, ήρθαν τα μνημόνια, ήρθαν οι κορονοϊοί και τι άλλα... Δεν είχε. 'Ντάξει, ο σύλλογος πρόσφερε πολλά πράγματα και προσφέρει, συνεχίζει να προσφέρει. Και τη γιορτή που κάνουμε, την Αγία Παρασκευή, πάνω στην πλατεία...
Για πείτε για το πανηγύρι.
Που φέρνουνε όργανα. Πέρασαν πάρα πολλοί τραγουδισταί από εκεί. Και μεγάλα ονόματα και μικρά ονόματα... Αλλά τώρα, τελευταία χρόνια, δεν είναι, λόγω φοβάται ο κόσμος να πάει να καθίσει. Τώρα, αργότερα μπορεί να συνεχιστεί.
Θέλετε να μου πείτε λίγο για το πανηγύρι του χωριού που γίνεται κάθε χρόνο;
Το πανηγύρι του χωριού ξεκίνησε έτσι, αν θυμάμαι, δεν μπορώ να πω και αν είναι... Όταν φτιάχναμε την εκκλησία πάνω, την καινούργια –ο πατήρ Ειρηναίος, Θεός σχωρέστον, αυτός ήταν που ήρθε και ξεκίνησε– και είπαμε το πρώτο πανηγύρι θα κάνουμε, να μαζέψουμε τα λεφτά για την εκκλησία. Μετά ξεκίνησε η ομάδα να κάνει. Μετά απ' την ομάδα, επειδή δεν είχε να βρεθούν, το ξεκίνησε ο σύλλογος. Χρόνια ήταν ο σύλλογος μόνος του. Μετά, τώρα το κάναν, τελευταία, η ομάδα, ο σύλλογος και ένας άλλος, δεν ξέρω πάλι. Όταν ήμουνα μία φορά εγώ –να πω και αυτό, έτσι, για την ιστορία– όταν υπήρξα για ένα χρόνο στο σύλλογο, είπαμε, είχαμε και κάποια παιδιά που τραγουδούσανε, δικά μας παιδιά τραγουδούσανε στο μπουζούκι, στο τραγούδι στο... Να μην– Γιατί ήταν κουραστικό να γυρνάμε, να πηγαίνουμε να μαζεύουμε δώρα για να κερδίζουν όλοι, μαζέψαμε κάποια δώρα. Είπαμε να πάρουμε τότε μία τηλεόραση, έκανε 80 χιλιάρικα και μία μικρή τηλεόραση, 30, δεν θυμάμαι πόσο έκανε. Και λέμε, έχουμε δύο τηλεοράσεις και θα βάλουμε, ας πούμε, το εισιτήριο, τη λοταρία από 5, 500 δραχμές, θα τα βγάλουμε. Ξεκινήσαμε. Α, τότε και τα αγοράσαμε. Τέλος πάντων, ξεκινήσαμε, πουλήσαμε τότε τα λαχεία, κέρδισε την τηλεόραση ο τάδε κύριος, τη μικρή ο τάδε κύριος. Τελείωσε το πανηγύρι, κάνουμε, αλλά είχαμε ετοιμάσει την άλλη μέρα να κάνουμε μια θεατρική παράσταση. Κάνουμε προϋπολογισμό, ισολογισμό τα λεφτά. Ξοδεύουμε 650 χιλιάρικα και μαζεύουμε 500-600, μαζεύουμε. Γιατί αγοράσαμε τα σουβλάκια, αγοράσαμε τα κοτόπουλα, αγοράσαμε όλα τα πράγματα. Ευτυχώς, την άλλη μέρα είχαμε το θέατρο, πουλήσαμε κάποια εισιτήρια, μας έμειναν και δύο βαρέλια. Είχαμε στα βαρέλια τις πορτοκαλάδες, τις μπύρες, πουλήσαμε και αυτά και ήρθαμε στα ίσια μας. Δεν βγάλαμε κέρδος, ίσα-ίσα τα λεφτά που μαζέψαμε να πληρώσουμε τους προμηθευτές. Έναν πήραμε 100.000 σουβλάκια, 100.000 σουτζουκάκια και έτσι. Όταν ήμουνα στο σχολείο και όταν ήμουνα πέντε χρόνια στο σχολείο, πάλι τα δώρα– Τότε κάνανε, μαζεύαν δώρα, όλα, τα γυμνάσια θες, τα λύκεια θες... Τότε ήταν και τα κόμματα και δεν δίναν πολύ. Και πήγαμε στη Θεσσαλονίκη συνεννοηθήκαμε και αγοράσαμε δώρα. Πήγαμε πήραμε, ας πούμε, εκατόν πενήντα καλτσόν, τρανζιστοράκια, νταλαβέρια, πήραμε πάρα πολλά. Και όλοι, ξεκινήσαν όλοι που παίρνανε ένα λαχειοφόρο αγορά, κερδίζανε όλοι. Θυμάμαι, όταν πήγαμε να πάρουμε τα καλτσόν στη Σαλονίκη, σε ένα μαγαζί, τέσσερις πήγαμε εκεί. Ήταν ένας κύριος με κάτι κοπέλες. Λέμε: «Γεια σας». Λέει: «Τα παιδιά τι θέλετε;». Λέω εγώ: «Θέλω καλτσόν για τις μάνες μας». Ντράπηκε ένας από τους τέσσερις. Για τη μάνα τους καλτσόν. Λέει: «Τι καλτσόν;». «Άκουσε παλικάρι», τον λέω, «θέλουμε καλτσόν, εκατόν πενήντα». Σαν πως ήξερα τι ήταν τα καλτσόν εγώ; Τα μεγάλα, έτσι κάπως ήτανε. «Γιατί τα θέλετε;». «Τα θέλουμε για ένα χορό που θα κάνουμε. Πόσο θα μας τα δώσεις;». Μας τα άφησε φθηνά, τα πήραμε. Πήγαμε πράγματα. Και όταν ξεκινήσαμε, όποιος έπαιρνε τη λαχειοφόρο, κέρδιζε. Το να πηγαίνεις τώρα– Γιατί ξεκινήσαμε να πάμε, ένας λέει: «Εγώ δεν έχω παιδιά», λέει, «στο σχολείο». Άλλος λέει: «Εγώ τι με νοιάζει;». Ο άλλος: «Δεν θέλω, δεν έχω». Και πώς να μαζεύαμε; Μαζεύαμε πενήντα. Τουλάχιστον πήγαμε, αγοράσαμε, κέρδισαν όλοι. Τα λεφτά τα βγάλαμε. Τους βάλαμε και μέσα απ' το σχολείο και τριάντα εισιτήρια, τριάντα άτομα για μια εκδρομή που θα πηγαίναμε. Και τους πήραμε, αυτοί που κερδίσαν τις εκδρομές, τους πήγαμε την άλλη, ένα Σαββατοκύριακο, μια Κυριακή, εκδρομή στην Καστοριά, τους πήγαμε. Αυτά.
Τέλεια. Θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Τι να πω, ρε κορίτσι μου; Τι θέλεις;
Ό,τι θέλετε εσείς.
Ιστορία; Τι να σε πω άλλη ιστορία; Σ' είπα για το σταθμό, σου είπα για εκείνο. Κοίταξε. Εμείς, εγώ τώρα που είμαι σε αυτή την ηλικία, ξεκινήσαμε, πες γεννήθηκα το '57, πες απ' το '60. Ξεκινήσαμε ξυπόλητοι στα πόδια μας. Τα παιχνίδια μας ήτανε να παίζουμε, μ' ένα στεφανάκι κάναμε και πηγαίναμε δεξιά-αριστερά και παίζαμε μπίλιες, γάζες το λέμε, εμείς το λέγαμε, τώρα τα λέμε μπίλιες. Παίζαμε κάποια παιχνίδια, αλλά παίζαμε πολλή μπάλα. Δηλαδή ήταν ένα, μία μπάλα, πηγαίναμε. Παίζαμε στις γειτονιές, μπάλα παίζαμε. Μετά, ήρθε μια εποχή, κάναμε μια ομάδα έτσι, μετά μπήκαμε στον «Εθνικό», μεγαλώσαμε και παίξαμε ποδόσφαιρο στον «Εθνικό». Μετά, φύγαμε. Δηλαδή, τα παιχνίδια μας ήτανε να παίζουμε μπάλα. Μαζευόμασταν δεκαριά άτομα πηγαίναμε, όπου βλέπαμε, παίζαμε. Μετά, παίζαμε γειτονιά με γειτονιά. Παίζαμε αυτή η γειτονιά εδώ, με την άλλη τη γειτονιά, παίζαμε ποδόσφαιρο. Αυτό ήταν τα παιχνίδια μας. Τώρα τα παιδιά, όπως βλέπω– Και στο σχολειό παίζαμε ποδόσφαιρο. Σήμερα τα σχολεία, τα παιδάκια, όπως βλέπω, κυνηγάει ένα το άλλο, κυνηγητό παίζουν, δεν κάνουν κάτι άλλο. Εμείς όταν πηγαίναμε σχολείο, τα κορίτσια, οι κοπέλες που ήταν έκτη τάξη, στα διαλείμματα χορεύανε δημοτικά τραγούδια, χορεύανε δημοτικούς χορούς, όχι τραγούδια. Τραγουδούσαν και χορεύανε. Κυρά Βαγγελιώ ένα νερό, το μαντήλι σου και χορεύανε. Και ποιήματα στην αίθουσα λέγαμε. Φτιάχναμε πολλά πράγματα. Το σχολείο μας τότε, μέσα η αυλή ήταν, λάσπη είχε, δεν είχε τσιμέντο. Και τότε πηγαίναμε με μεγάλες, εμείς τις λέμε μπότες, τα λένε γαλότσες, πώς τα λένε. Έτσι πηγαίναμε σχολείο. Το σχολείο μας δεν είχε και φώτα. Είχε μία σόμπα, ήταν μεγάλες οι αίθουσες και, κάπου-κάπου, κανένας καλός δάσκαλος μας έβαζε το πρωί λίγο να συγκεντρωνόμασταν γύρω-γύρω και ζεσταίναμε τα χέρια μας. Και είπε ο δάσκαλος τότε και μάθαμε στο σχολείο ότι η ζέστη, επειδή είναι ελαφρύτερη, είναι ψηλά. Το κρύο είναι κάτω. Μετά το καταλάβαμε τι είπε ο δάσκαλος. «Αν ήμασταν ψηλά στο ταβάνι», λέει, «θα είχαμε ζέστη. Τώρα είμαστε κάτω», λέει. Αυτά.
Εντάξει, τέλεια.
Τι να πω άλλο;
Άμα θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο. Εγώ σας έχω ρωτήσει αυτά που ήθελα.
Ναι, τα απάντησα. Με έκανες τις ίδιες ερωτήσεις.
Τέλεια.
Δεν έχει, τι να πούμε άλλο.
Σταματάω.
Δεν θα πούμε και όλα τα μυστικά του χωριού μας, φτάνουν τόσα.
Εντάξει! Ευχαριστώ πολύ!
Να 'σαι καλά που με βρήκες και σε βρήκα. Και πού με βρήκες ε; Έκλεισες;
Το κλείνω τώρα.