© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Επανασύνδεση με τις κρητικές ρίζες: η ιστορία ενός μουσικού αγρότη
Κωδικός Ιστορίας
11639
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ιωάννης Λιναρδάκης (Ι.Λ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
31/05/2021
Ερευνητής/τρια
Eliana Mescalchin (E.M.)
[00:00:00]Ωραία, λοιπόν… Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μου πεις το όνομά σου;
Λιναρδάκης Γιάννης λέγομαι.
Μάλιστα, και πότε γεννήθηκες;
Γεννήθηκα το 1984 στην Αθήνα.
Μάλιστα, ωραία. Είμαστε εδώ στα Καλέσα και ξεκινάμε. Γεννήθηκες λοιπόν στην Αθήνα. Θέλεις να αρχίσουμε να μου πεις λίγο για τα παιδικά σου χρόνια;
Ναι. Γεννήθηκα στην Αθήνα, οι γονείς μου κατάγονται και οι δύο από την Κρήτη, η μητέρα μου μεγάλωσε στην Κρήτη, η Ζαμπία. Ζαμπία Καζαμία το πατρικό της και ο πατέρας μου από 5 χρονών που ήτανε ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν, οπότε είναι περισσότερο ας πούμε Αθηναίος παρά Κρητικός. Η μητέρα μου όμως μετακόμισε με την οικογένειά της στα 19 της χρόνια, στα 17 της χρόνια, μπορεί και λίγο νωρίτερα στην Αθήνα. Τα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα τα έζησα στο Περιστέρι Αττικής, στο Λόφο Αξιωματικών στη γειτονιά, μια ήσυχη σχετικά γειτονιά, με κάποια ερεθίσματα από Κρήτη, δηλαδή πηγαίναμε και διακοπές πολύ συχνά καλοκαίρια, χειμώνες, Πάσχα από δύο χρονών και μας αφήνανε οι δικοί μου με τον παππού και τη γιαγιά και περνάγαμε τις διακοπές μας…
Από ποια περιοχή της Κρήτης είναι οι γονείς σου;
Περισσότερο έχω επαφές με το χωριό της μητέρας μου καθότι οι γονείς του πατέρα μου, όπως σας είπα, σε πολύ μικρή ηλικία, όταν ήταν ο πατέρας μου, πούλησαν τα πάντα και μετοίκησαν στην Αθήνα, οπότε έχω επαφές με το Χαμέζι Σητείας από όπου κατάγεται η μητέρα μου. Οπότε εκεί περάσαμε Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρια και όλα αυτά.
Και είπες ότι ήσουνα με τους… Δηλαδή περνούσες το καλοκαίρι ας πούμε με τους παππούδες, από μικρός…
Ναι ναι.
Έτσι πώς ήταν; Τι αναμνήσεις είχες, έχεις από τότε που ήσουν μικρός δηλαδή που έμενες για αρκετό καιρό το καλοκαίρι στο χωριό;
Θα σας μιλήσω για τον παππού και τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου η Μαρία, το γένους Γαρεφαλάκη, ήτανε ένας υπέροχος άνθρωπος, πολύ γλυκός, χαμηλών τόνων, ενώ ο παππούς μου ήταν ακριβώς το αντίθετο, Νίκος Καζαμίας, Νικόλαος Καζαμίας λεγότανε, ήταν το κλασικό πρότυπο, το πατριαρχικό πρότυπο της παλιάς κρητικής ή μπορεί και τις καινούργιας κρητικής κοινωνίας, οπότε εγώ… Εμείς σαν παιδιά αγαπούσαμε πιο πολύ την γιαγιά και μισούσαμε πιο πολύ τον παππού, κατάλαβες;
Τι εννοείς «σαν πρότυπο του πατριαρχικού»;
Εννοώ πρότυπο ότι ήταν αυταρχικός προς εμάς, προς την οικογένεια του, προς την γυναίκα του. Δεν καθάριζε, δεν σφουγγάριζε, δεν μαγείρευε… Όχι, δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά.
Και ήταν σκληρός μαζί σας;
Ήταν αυστηρός, ήταν αυστηρός.
Τι κάνατε; Τι κάνατε με τους παππούδες, θυμάσαι; Δραστηριότητες, ή που πηγαίνατε, τι κάνατε με τους παππούδες…
Λόγω της αυστηρότητα του παππού οι δραστηριότητές μας περιορίζονταν σε εργασίες στα χωράφια και στα περιβόλια, τα πρωινά κυρίως, και κατ’ επέκτασιν τα απογεύματα μπορούσαμε σαν παιδιά και εμείς να πάμε να παίξουμε με τα άλλα παιδιά του χωριού, μας επιτρεπόταν… μέχρι κάποια συγκεκριμένη ώρα βέβαια.
Τα άλλα παιδιά παίζανε όλη μέρα, και εσείς πηγαίνατε στα χωράφια δηλαδή;
Ναι υπήρχε μία σχετική ελευθερία στα άλλα παιδιά, αλλά εντάξει τώρα δεν θα… μείνουμε εκεί πέρα.
Εντάξει. Και πηγαίνατε στα χωράφια... ασχολούταν με αυτό ο παππούς; Ήταν αγρότης;
Ο παππούς δεν ήταν αγρότης αγρότης, ήταν… είχε συνταξιοδοτηθεί, έκανε αρκετές δουλειές στη ζωή του, δούλεψε στην Αθήνα γιατί μια περίοδο στη Σητεία δεν υπήρχαν δουλειές οπότε πολλοί… η εσωτερική μετανάστευση που λέγαμε, μεταναστεύσαν πάρα πολλοί από το χωριό στην Αθήνα, αλλά ξανακατέβηκε, μετά τη συνταξιοδότηση και ασχολούνταν ερασιτεχνικά με τους κήπους και τις ελιές, τα αμπέλια… Και πηγαίναμε και βοηθούσαμε και εμείς στα μποστάνια, στις ελιές, ό,τι μπορούσαμε δηλαδή, καθότι ήμασταν πολύ μικρά παιδιά.
Οπότε τότε δεν το βίωνες πολύ καλά που ήσουνα, που έκανες αυτές τις… που έκανες αυτές τις δουλειές, τις αγροτικές… Δεν το βίωνες πολύ καλά εννοώ…
Όχι, όχι… Όταν ένα παιδί αναγκάζεται και βιώνει κάτι, επειδή είναι αναγκαστικό, δεν είναι ευχάριστο, εντάξει δεν ήτανε παιχνίδι δηλαδή, να το ευχαριστηθούμε.
Και θυμάσαι κάποιο επεισόδιο ή κάποιο σκηνικό από το καλοκαίρι, δεν είναι απαραίτητο…
Θυμάμαι ένα επεισόδιο που ήμασταν εγώ, ο αδερφός μου κ[00:05:00]αι ο ξάδερφός μας, ο πρώτος ξάδερφός μας ο Νίκος, ο οποίος είναι πιο μικρός από μας, γύρω στα τέσσερα χρόνια νομίζω και ήταν ένα μεσημέρι σε ένα χωράφι, είχαμε βγάλει τα κρεμμύδια τότε, ήτανε καλοκαίρι και είχαμε βγάλει κρεμμύδια και καθόμασταν σε έναν ίσκιο και τα κάναμε ματσάκια, δηλαδή τα κάναμε πλεξούδες. Και ο μικρός Νίκος βαριόταν πάρα πολύ, πάρα πολύ. Δεν ήξερε τι θα ακολουθήσει άμα πει ότι βαριέται, και καθόταν εκεί πέρα και τεμπέλιαζε και βαριόταν. Και θυμάμαι τον παππού που έρχεται από πίσω με… Με μία ξεραμένη σεσκουλιά και του ‘δωσε μία και αναστέναξε το παιδί... Αυτό ήτανε πολύ έντονο, δεν το λέω για πλάκα, είναι ένα γεγονός πολύ χαραγμένο ας πούμε στη μνήμη. Τέλος πάντων, φάγαμε ξύλο αλλά… Τι να κάνουμε τώρα, έτσι ήταν ο παππούς, ο Θεός να τον συγχωρέσει.
Και θυμάσαι, και θυμάσαι και σε εσάς να ήτανε τόσο σκληρός; Δηλαδή με εσάς δεν…
Ναι, ναι…
Απλά γιατί είπες για τον Νίκο, τον ξάδερφο…
Εντάξει, με ρώτησες τώρα ένα παράδειγμα, αλλά θυμάμαι και εγώ ένα δικό μου παράδειγμα, θυμάμαι ένα παράδειγμα με εμένα και ένα παράδειγμα με τον αδερφό μου τον Νίκο. Του αδερφού μου του Νίκου ήταν… ήμασταν 11 χρόνων, ή 10 ή 11 χρονών και ήταν Πάσχα και ήταν να ζευγαρίσει ένα χωράφι. Είχε ένα γάιδαρο ο παππούς και είχε και το αλέτρι και έκανε τελευταίες φορές που έκανε ζευγάρι ας πούμε. Και βάζει και τον αδερφό μου να κάνει, εγώ τη γλίτωσα γιατί είχα χτυπήσει, είχα κάνει κάτι ράμματα, οπότε δεν μπήκα στη διαδικασία. Και πού να τα καταφέρει 10 χρονών, 11 χρονών να κάνει το ζευγάρι. Και θυμάμαι ότι τον εσήκωσε, τον εσήκωσε, τον πιάνει από την μπλούζα και τον εσήκωσε ολόκληρο πάνω και του έπαιξε μία. Οπότε το ζήσαμε και εμείς. Και εγώ άλλη μία φορά που ξεμπαζώναμε ένα κτίσμα, περίπου εκεί, σε αυτή την ηλικία και εγώ είχα κουραστεί και βαριόμουνα λίγο, κουβάλαγα τα καρότσια με τις πέτρες και γκρίνιαζα και πιάνει η άκρη του ματιού μου το στυλιάρι από την παλάμη και μου την έπαιξε και εμένα στην ουρά που λέμε στο χωριό… Ναι, δεν είναι ευχάριστες αναμνήσεις αλλά…
Εντάξει. Άρα, πρόλαβες ας πούμε και με γαϊδουράκια στο χωριό…
Ναι ναι, πρόλαβα! Ο παππούς είχε το γάιδαρο και κάναμε πολλές βόλτες με το γάιδαρο. Στα χωράφια δηλαδή αλλά… ήταν η χαρά μας.
Είχαν και άλλοι δηλαδή, εκεί στο Χαμέζι;
Εγώ θυμάμαι τουλάχιστον άλλους πέντε γαϊδάρους στο Χαμέζι, που ήταν βασικό μέσο για εργασία και μεταφορά. Αυτοί που τους είχαν δηλαδή δεν είχαν αυτοκίνητα, γιατί υπήρχανε αυτοκίνητα.
Οι παππούδες σου, ο παππούς σου βασικά…
Ο παππούς μου δεν είχε αυτοκίνητο, όχι. Δεν οδηγούσε.
Είχε τον γάιδαρο.
Είχε τον γάιδαρο. Δεν πήγαινε βέβαια… αλλά για τις δουλειές και αυτά.
Εντάξει ναι, δεν ήταν για βόλτα αλλά για μέσο, να φορτώσει πράγματα…
Για τις δουλειές ναι, πατάτες, το ένα το άλλο…
Και ήταν, οπότε το χωριό όπως είναι τώρα, που εντάξει, το είδαμε, το είδα και εγώ, ήταν πολύ διαφορετικό, δηλαδή είχε ζώα μέσα στο χωριό, δηλαδή είχε στάβλο, όπως έχουμε τώρα παρκαρισμένο το αμάξι είχε γαϊδουράκια και…
Ναι ναι υπήρχανε στάβλοι μέσα στο χωριό. Υπήρχαν στάβλοι. Δηλαδή ο δικός μας ο στάβλος ήταν από το σπίτι μας 50 μέτρα. Δεν υπήρχε πρόβλημα να… και κότες μέσα, όλα, τα πάντα.
Ωραία και φαντάζομαι από εκείνα τα χρόνια γενικά, λίγο με την επαφή με το χωριό και με την οικογένεια πιο πολύ, με τη μητέρα σου όπως είπες, φαντάζομαι εκεί ξεκινήσανε και οι επαφές σου με τη μουσική, γιατί τώρα εσύ ασχολείσαι με την παραδοσιακή κρητική μουσική.
Ναι, ασχολούμαι εδώ και 15 χρόνια περίπου με τη δημοτική μουσική της Κρήτης. Ξεκίνησα με μαντολίνο και στη συνέχεια με λαούτο, που ακόμα με αυτό ασχολούμαι, με το λαούτο κυρίως. Εντάξει τα πρώτα μας ερεθίσματα ήταν από το σπίτι, από την Αθήνα θυμάμαι. Γιατί είχανε δίσκους οι γονείς μου και βινύλια και τέτοια και θυμάμαι εμένα και τον αδερφό μου να βάζουμε τα βινύλια να τα ακούμε, 4 χρονών, το θυμάμαι… Τα έχουμε καταστρέψει νομίζω, αν πάω να τα δω τώρα είναι σίγουρα γρατζουνισμένα. Αυτό ήταν, δηλαδή η μητέρα μου είχε πάρα πολύ την αίσθηση αυτή, δηλαδή ένιωθε πάρα πολύ την Κρήτη στην Αθήνα. Οπότε μας πήγαν και μετά στο χορό, κρητικό χορό σε ένα σύλλογο Κρητών, ο αδερφός μου ξεκίνησε και λύρα τότε, εγώ ξεκίνησα πολύ πιο αργά. Αυτά ήταν τα πρώτα μας ερεθίσματα, μετά διακόπηκε λόγω της εφηβείας, λόγω της αντίδρασης ας πούμε που έχει ένας έφηβος, διακόπηκε η επαφή μας με την κρητική παράδοσ[00:10:00]η και αργότερα πλέον, όταν κατεβαίνουμε να σπουδάσουμε στο Ηράκλειο το 2003, μετά από κάνα χρόνο ξαναερχόμαστε σε επαφή με την κρητική μουσική. Πιο ώριμοι δηλαδή, όχι τελείως. Τώρα πόσο ώριμο να είναι ένα αγόρι τώρα 20 χρονών, 22… Αλλά το κάναμε συνειδητά, επειδή το θέλαμε εμείς, όχι επειδή μας το επέβαλλε κάποιος ή μας το… ήθελε να μας το περάσει. Οπότε από εκεί και μετά κολλήσαμε και ασχολούμαστε, δηλαδή τα πρώτα χρόνια ερασιτεχνικά και τα τελευταία τώρα 7 χρόνια ασχολούμαι επαγγελματικά με το λαούτο. Ενδιάμεσα ασχοληθήκαμε και με άλλες μουσικές, δηλαδή σαν έφηβοι και σαν φοιτητές, δηλαδή είχαμε μπάντες ροκ, μπλουζ, τέτοια πράγματα… Εντάξει. Το οποίο νομίζω ότι έχει επηρεάσει και αυτό λίγο την προσωπικότητα στο παίξιμο, στα κρητικά.
Ναι, εννοείται. Και έχεις άλλες αναμνήσεις από ζωντανή μουσική από πιο μικρός, πριν την εφηβεία;
Ναι. Αφού μέναμε στο Χαμέζι τα καλοκαίρια, στη Σητεία, έχω πάρα πολλές αναμνήσεις από τα πανηγύρια, τους γάμους, τις βαφτίσεις που γινότανε live, ας πούμε, έτσι να παίζανε οι άνθρωποι στα γλέντια αλλά και από κάποιες παρέες, δηλαδή λιγότερο επαγγελματικά. Από μεγάλα γλέντια και από παρέες. Θυμάμαι κάποιους από το χωριό που παίζανε μουσική, μάλιστα ο ένας ακόμα ζει, είναι πολύ μεγάλος, είναι 87 κάπου, ο Γιάννης ο Σταυρουλάκης ο οποίος έπαιζε στη βάφτισή μας —λέω στη βάφτισή μας γιατί εγώ με τον αδερφό μου είμαστε δίδυμοι— και μετά από χρόνια το ‘φερε έτσι ο χρόνος να παίζουμε και μαζί ας πούμε, να κάνουμε παρέα μαζί με τον Γιάννη και να μάθω πάρα πολλά πράγματα από αυτόν.
Τι όργανο παίζει;
Ο Γιάννης Σταυρουλάκης παίζει βιολί, ο πατέρας του έπαιζε βιολί, είναι παραδοσιακά έτσι στην οικογένειά τους. Βέβαια κανείς από τα εγγόνια δεν το έχει συνεχίσει. Ο Γιάννης δεν μπορώ να τον θεωρήσω δάσκαλό μου. Επίσης από τους ανθρώπους που μου δείξανε κάποια πράγματα και επίσης τον θεωρώ δάσκαλό μου είναι ο Γιώργος Σκορδαλός, που κάναμε κάποια μαθήματα στην Αθήνα, είναι μεγάλος μουσικός και από εκεί και πέρα μπορώ να πω ότι έμαθα από τους συμπαίκτες μου, έχω συνεργαστεί ας πούμε, με κάποιους ανθρώπους, όπως είναι ο Μανώλης ο Παπαδάκης από τα Γδόχια της Ιεράπετρας, όπως είναι ο Μανώλης ο Μοσχάκης από τη Μυρσίνη Σητείας, ναι έχω, ποιον να πω; Ο Μανώλης ο Παπαδακης από τον Αχεντριά, ο Μανώλης ο Σηφογιωργάκης από τους Βώρους, με όλους αυτούς και διάφορους, τώρα πολύ πιθανόν να ξεχνάω και κάποιον.
Με τον… Ναι, ας πούμε με τον Μανώλη τον Παπαδάκη και με αυτό το σχήμα, καταρχάς τι παίζει και ποια είναι η δουλειά του Μανώλη του Παπαδάκη που συνεργαστήκατε;
Με τον Μανώλη τον Παπαδάκη που συνεργαστήκαμε, ο Μανώλης ασχολείται με τη μουσική, τη Δημοτική μουσική της Κρήτης και με το χορό. Ασχολείται επίσης και με την κρητική φορεσιά, δηλαδή δεν ξεχωρίζει, είχε μία σχολή στο Ηράκλειο, το Χορωδείον, το οποίο στην ουσία ασχολούνταν με την με την παράδοση της Κρήτης δηλαδή είτε χορός λέγεται, είτε τραγούδι, είτε κέντημα, είτε καλαθοπλεκτική, όλες αυτές οι λαϊκές τέχνες. Οπότε αντιμετώπιζε το θέμα πιο ολιστικά, ήξερε πάρα πολλά πράγματα και ξέρει δηλαδή, γιατί ζει ο άνθρωπος, καλά να ‘ναι, γνωρίζει πάρα πολλά πράγματα, ναι.
Και συνεργαστήκατε ως συμπαίκτες. Δηλαδή μουσικά παίζατε μαζί…
Ναι, μουσική, ναι μουσική και ακόμα συνεργαζόμαστε άμα τυχαίνει, δηλαδή γιατί ο Μανώλης είναι μακριά πλέον, αλλά όποτε τυχαίνει να μπορέσουμε να συνεργαστούμε το κάνουμε. Κυρίως ως μουσικοί, ναι. Κυρίως ως μουσικοί.
Οπότε έκανε, δηλαδή στην ουσία ήσουν και εσύ σε αυτή τη δουλειά που κάνει μια έρευνα ο Μανώλης και προσπαθεί να ανακαλύπτει και κομμάτια που χάνονται άμα θυμάμαι καλά.
Ναι, ναι κάνει πολύ μεγάλη έρευνα, έχει ασχοληθεί με πάρα πολλά ξεχασμένα πράγματα, όπως κάποιους ξεχασμένους χώρους, κάποια ξεχασμένα τραγούδια, μια πιο εμπεριστατωμένη έρευνα πάνω στη κρητική φορεσιά και όχι τόσο επιφανειακή και φολκλόρ όπως κάνουν οι περισσότεροι. Είναι ουσιαστική, πολύ ουσιαστική η δουλειά του Μανώλη στο Χορωδείον. Πλέον δεν υπάρχει πια το Χορωδείον, αλλά η δουλειά παραμένει. Το αποτέλεσμα ας πούμε υπάρχει, θα φανεί πιστεύω ας πούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, θα αναγνωριστεί.
Ναι, και ο Μανώλης δηλαδή και εσύ στην ουσία που συνεργαστήκατε, έχετε μια λίγο διαφορετική οπτική[00:15:00] γωνία ας πούμε πάνω στην κρητική παράδοση, τουλάχιστον όσον αφορά τη μουσική. Εννοώ ότι γιατί αναφέρθηκες στο φολκλόρ ας πούμε, που είναι τα περισσότερα είπες. Δηλαδή, θέλεις να μας πεις λίγο περισσότερο τι γίνεται τώρα, δηλαδή…
Ωραία, ναι. Δεν γίνεται τώρα, γίνεται πάρα πολλά χρόνια αυτό το πράγμα. Υπάρχει μια αντιμετώπιση, δηλαδή όταν παίζεις μια μουσική να πρέπει να εντυπωσιάσεις. Δηλαδή π.χ. τουρίστες στην Κρήτη. Φτιαχτήκαν κάποια σχήματα που παίζανε μουσική στα ξενοδοχεία, φορέσανε κάποιες φορέσιες οι οποίες δεν είναι παραδοσιακές, δηλαδή είναι δημιουργήματα της σύγχρονης ματιάς, δηλαδή της φολκλόρ ματιάς δηλαδή. Π.χ. τα άσπρα στιβάνια δεν υπήρξαν ποτέ ας πούμε, το κεφαλομάντηλο με τα κρόσια, το κροσάτο, ούτε αυτό, επίσης ο τρόπος που παίζει ένας μουσικός, δηλαδή η έλλειψη σεμνότητας πάνω στο παίξιμο, το οποίο χαρακτηρίζει. Η δημοτική μουσική πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια σεμνότητα, δεν είπα εγώ να είμαστε Παναγίες δηλαδή και… αλλά ένας σεβασμός σε αυτή τη μουσική που παίζεις γιατί δεν είναι δικιά σου, έχει έρθει από πέρα και πρέπει να την σεβαστείς και να την συνεχίσεις. Αυτό δηλαδή. Επίσης οι φιγούρες που γίνονται τα τελευταία χρόνια, οι οποίες είναι υπερβολικές και αυτές, είναι χάριν εντυπωσιασμού, βλέπε κάτι σάλτους, που υπάρχουν και που βγαίνουν και στα κανάλια οι άνθρωποι και παίζουν ας πούμε και κάνουν και χειροκροτάνε από κάτω οι άνθρωποι. Όλα αυτά γίνονται χάριν εντυπωσιασμού, δηλαδή ο σκοπός μουσικής κανονικά δεν θα έπρεπε να’ ναι αυτός ή δεν είναι αυτός —όχι δεν θα έπρεπε— δεν είναι αυτός ο σκοπός, αυτής της μουσικής. Οπότε εγώ το θεωρώ φολκλόρ και φθηνό αυτό. Παρόλα αυτά καταλαβαίνω τους ανθρώπους που το κάνουνε, ότι μπορεί… Θα έχουν τους δικούς τους λόγους, οπότε…
Εσύ τι νιώθεις δηλαδή πιο κοντά σε σένα ως στόχος της μουσικής, όπως είπες τώρα;
Στόχος της μουσικής…
Ή πώς το βιώνεις…
Ναι… Κυρίως με την κρητική μουσική συμβαίνει αυτό το πράγμα, δηλαδή με τη μουσική που παίζω, μπορώ και εκφράζω πάρα πολύ ωραία αυτά που έχω μέσα μου, χωρίς να το πολυζορίζω κιόλας, να το πολυσκέφτομαι. Μου βγαίνει πάρα πολύ φυσικά, νιώθω πάρα πολύ ωραία να παίζω αυτή τη μουσική, το απολαμβάνω πάρα πολύ και μ’ αρέσει να το επικοινωνώ. Ακούω αρκετά τις παλιές μουσικές, ακούω και κάποια καινούργια, κάποια πράγματα που μου αρέσουνε, μελετάω, βάζουμε λίγο ένα προσωπικό ύφος δικό μας και βγαίνει ένα αποτέλεσμα, ελπίζω ας πούμε να έχει ανταπόκριση αυτό. Δεν μπορώ να προχωρήσω δηλαδή με αυτόν τον εντυπωσιασμό που λέγαμε πριν με το φολκλόρ, ντρέπομαι πάρα πολύ να το κάνω αυτό και μ’ αρέσει να εκφράζομαι όπως εκφράζεται ας πούμε και ο Γιάννης ο Σταυρουλάκης, που ήταν ένας από τους δάσκαλους μου, που απολαμβάνει αυτό που κάνει, πρώτα μουσική και η παρέα και μετά όλα τα άλλα, αυτό... Με ένα πιο σεμνό τρόπο χωρίς να θέλω να φανώ, δηλαδή όχι υπερβολική σεμνότητα, αλλά. Εντάξει…
Οκ…
Σεβασμός σε αυτό που έρχεται από πίσω και το παραλαμβάνουμε και το δίνουμε και εμείς πάρα κάτω.
Και τι πιστεύεις ότι σε έκανε να ασχοληθείς με το λαούτο;
Θα σου πω τώρα. Πάλι έχω μια ανάμνηση από όταν ήμασταν μικροί με τον αδερφό μου, πρέπει να ήταν γύρω στα τρία, τέσσερα πάλι., που έπαιρνε αδερφός μου δυο κουτάλες και τις έκανε λύρα και έπαιρνα εγώ ένα τηγάνι και το γύριζα ανάποδα και έκανα ότι έπαιζα λαούτο. Αυτό είναι το πρώτο που θυμάμαι. Μετά δεν είχα ιδιαίτερη κάψα να πάρω λαούτο. Κάτι μου είπε η μάνα μου, μου λέγανε τετάρτη Δημοτικού να σας πάρω λαούτο, εγώ δεν ήθελα να τους βάλω σε έξοδα, εντάξει δύσκολες εποχές... Μετά όταν πέρασαν τα χρόνια κι άκουσα πάλι μουσική και άκουσα κάποιους ας πούμε λαουτιέρηδες που μ’ αρέσανε και μ’ επηρεάσανε, λέω θέλω να πάρω λαούτο, είπα ότι θέλω να πάρω λαούτο, δηλαδή γύρω στα 24, ναι τότε. Γύρω στα 24, πήρα το λαούτο. Εντάξει άνθρωποι που με επηρέασαν είναι λαουτιέρηδες όπως είναι ο Γιώργης ο Ξυλούρης, ο Ψαρογιώργης, ο Αντώνης ο Φραγκιαδάκης γιατί τότε είχε ένα συγκρότημα και πήγα και τον έβλεπα στην Αθήνα, ο Γιάννης ο Μαρκογιαννάκης, ο Γιάννης ο Ξυλούρης, τι είναι; Είναι πολλοί, είναι πάρα πολλοί. Αυτοί είναι οι βασικοί, βασικοί.
Θυμάσαι τη πρώτη φορά που έπαιξες σε li[00:20:00]ve; Γιατί εσύ ασχολείσαι επαγγελματικά, επαγγελματικά θέλω να πω ότι παίζεις σε ζωντανή μουσική σε μαγαζιά, σε γάμους, σε βαφτίσεις…
Δεν το καλοθυμάμαι να σου πω, γιατί… Πρέπει να ήταν σε κάποια ας πούμε μάζωξη του συλλόγου που πηγαίναμε και κάναμε μάθημα, και ανεβήκαμε και παίξαμε ας πούμε έτσι. Ή σε κάνα μαγαζάκι, σε καμιά ταβέρνα… Δεν ήταν κάτι πιο μεγάλο live, έτσι για να να μου έχει μείνει πάρα πολύ στο μυαλό. Στεναχωριέμαι βέβαια γι’ αυτό αλλά εντάξει.
Και έχεις κάποιο πιο μεγάλο; Δηλαδή που ήταν η πρώτη, γενικά…
Θυμάμαι, κάτι που μου έχει μείνει πάρα πολύ στο μυαλό, είναι ένα χρόνο αφού είχα πάρει το λαούτο, έπαιζα έναν χρόνο ας πούμε, κάναμε μαθήματα με τον Γιώργο τον Σκορδαλό στο σύλλογο Κρητών Αγίων Αναργύρων και ο Γιώργος ο Σκορδαλός τότε έκανε μια εκδήλωση στο τέλος της χρονιάς, για να δείξει ας πούμε την δουλειά που έχει κάνει, δηλαδή τι έχουνε κάνει οι μαθητές δηλαδή… κάθε μαθητής έβγαινε και έπαιζε ένα κομμάτι και τραγουδούσε και παράλληλα τίμησε τότε τον Σπύρο τον Σηφογιωργάκη και τον Γιάννη τον Μαρκογιαννάκη. Και ήταν τιμητική βραδιά σε συνδυασμό με τη παρουσίαση δηλαδή… και μου έχει μείνει πάρα πολύ αυτή η βραδιά, είχα παίξει τότε ένα κομμάτι του Γιάννη του Μαρκογιαννάκη και είχα, μετά με είχε ευχαριστήσει δηλαδή μου είχε πει ευχαριστώ ο άνθρωπος, κατέβηκα κάτω, μου λέει: «Σε ευχαριστώ πολύ που έπαιξες αυτό το κομμάτι».
Ο ίδιος…
Ναι ναι και συγκινήθηκα πάρα πολύ, ήταν πολύ συγκινητική βραδιά. 2009, Φεβρουάριο; Όχι, δεν θυμάμαι καν τον μήνα καθόλου.
Το '09; Μάλιστα
Το '09 ήταν.
Και πριν δεν το είπαμε, εσύ μεγάλωσες στην Αθήνα και τώρα μένεις εδώ, στα Καλέσα, στο Ηράκλειο. Πότε—
Μεγάλωσα στην Αθήνα—
κατέβηκες;
Ναι, μεγάλωσα στην Αθήνα, κατέβηκα το 2003 να σπουδάσω στο Ηράκλειο, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής, έκατσα 3,5 χρόνια στο Ηράκλειο, ανέβηκα πάλι στην Αθήνα και μετά αφού ανέβηκα στην Αθήνα, μετά πήρα το λαούτο και ξανακατεβαίνω το ’10; Το ‘11; Θα σε γελάσω. Το ‘12 καλά καλά. Και ξανακατεβαίνω το ‘12 πάλι στην Κρήτη, αλλά πλέον μόνιμα. Και είμαι εδώ, δεν έχω ξαναφύγει από τότε.
Πώς πήρες την απόφαση να κατέβεις στην Κρήτη; Γιατί;
Γιατί στην Αθήνα δεν ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η ζωή, οπότε ξύπνησα μια μέρα και πέρα από και κάποιους προσωπικούς λόγους, οι οποίοι ήταν η αφορμή, πήρα την ευκαιρία και κατέβηκα, τα παράτησα όλα και σηκώθηκα και έφυγα.
Εντάξει, είχες και ένα δεσμό… Ήσουν συνδεδεμένο με την Κρήτη, πού πήγες όταν κατέβηκες;
Πήγα στο Ηράκλειο, κατέβηκα στο Ηράκλειο δύο χρόνια και αφού έκατσα δύο χρόνια στο Ηράκλειο, ανακάλυψα την… την γεωργία, εννοώ με την έννοια της ενασχόλησης με τις καλλιέργειες και τη γη ας πούμε, που το ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα και τότε πήρα την απόφαση να μετακομίσω στο χωριό μου, στο Χαμέζι, για να ασχοληθώ με τη γη, παράλληλα με τη μουσική. Που έκατσα και 5 με 6 χρόνια στο χωριό, ασχολήθηκα με τη γη, βέβαια η μουσική είναι πιο δύσκολο να ασχοληθείς στη Σητεία, εντάξει, είναι ένα μέρος που είναι σχετικά απομακρυσμένο από τα κέντρα της Κρήτης, οπότε και πήρα την απόφαση πριν ένα χρόνο και μετοίκησα στα Καλέσα Μαλεβιζίου, που μπορώ να τα συνδυάσω και τη γη και τη μουσική.
Μάλιστα. Και αυτό που είπες, η καλλιέργεια γενικά, τα αγροτικά είναι το άλλο σου μεράκι, εκτός από τη μουσική. Πιστεύεις ήταν στο… Έχεις κάνει το Φυτικής Παραγωγής, ήταν το Τμήμα που είπες, έχει σχέση μ’ αυτό ή σου ήρθε μετά αυτό;
Όχι, δεν έχει καμία σχέση με αυτό, εγώ τυχαία μπήκα σε αυτό το Τμήμα, Φυτικής Παραγωγής. Δεν έμαθα και πάρα πολλά καθότι δεν με ενδιέφερε το θέμα, το αντικείμενο αυτό δεν με ενδιέφερε. Όμως μετά από χρόνια είδα ότι αυτό το πράγμα με ελκύει πάρα πολύ, με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Είναι, δύο πράγματα κάνω στη ζωή μου, ασχολούμαι με τη γη και ασχολούμαι με την μουσική. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο, βαριέμαι.
Και πώς…
Έχω ασχοληθεί επαγγελματικά δηλαδή και με τη γη. Πέρα από τις ελιές, που ασχολείται πάρα πολύς κόσμος στην Κρήτη, είχαμε και τα αμπέλια, τα οποία είναι περισσότερο για ιδιοκατανάλωση, δηλαδή τη ρακή μας, το κρασί μας, τις σταφίδες μας και τα κηπευτικά, τα οποία πέρα από την ιδιοκατανάλωση, έχω ασχοληθεί και επαγγελματικά, με[00:25:00] κάποιον φίλο στην ανατολική Κρήτη είχαμε συνεργαστεί, σε βιολογικές καλλιέργειες, μποστάνια. Και εδώ ακόμα στα Καλέσα, το κυνηγάω και προσπαθώ να βρω ανθρώπους να συνεργάζομαι, για να ασχολούμαι με αυτό το αντικείμενο.
Οπότε η προσέγγισή σου με αυτό ήταν μετά, αφού κατέβηκες στην Κρήτη μόνιμα, πριν 9 χρόνια δηλαδή.
Ναι, ήταν 2 χρόνια αφού κατέβηκα στην Κρήτη. Ναι, ναι.
Και τι πιστεύεις ότι έχει επηρεάσει αυτό, το αγροτικό ας πούμε στοιχείο που είναι αρκετά έντονο στο νησί; Πώς το προσέγγισες;
Όχι, όχι, δεν νομίζω ότι ήταν αυτό, γιατί ήμουν σε ένα αστικό κέντρο, δεν είχα επαφές με ανθρώπους οι οποίοι ήτανε, ασχολούντουσαν με την γη. Νομίζω κάπως πάνω στην… μέσα στην οκνηρία ας πούμε, στην τεμπελιά που ζούσα στο Ηράκλειο, έψαχνα διάφορους τρόπους να ξεφύγω, να ασχοληθώ με κάτι. Και στις αναζητήσεις του διαδικτύου δεν ξέρω πώς έπεσα… Α, πρώτα πρώτα έπεσα στην μελισσοκομία και από τη μελισσοκομία λίγο λίγο έβλεπα κάποια βίντεο, είδα κάποιους ανθρώπους που λέγανε κάποια ενδιαφέροντα πράγματα, δηλαδή όπως είναι ο Παναγιώτης ο Μανίκης για την φυσική καλλιέργεια και μου φάνηκαν πολύ εντυπωσιακά, οπότε άρχισα να παρακολουθώ σχετικά βίντεο και κόλλησα. Πήγα στο χωριό και έκανα, έκανα τρέλες.
Οπότε είναι στην ουσία η απόφαση που πήρες να κατέβεις στην Κρήτη που σε επηρέασε πιο πολύ και με τα αγροτικά και με την μουσική, πώς πιστεύεις ότι σε επηρέασε αυτή;
Ναι, το πιθανότερο είναι αυτό. Το πιθανότερο είναι αυτό. Δηλαδή αν ήμουνα στην Αθήνα δεν… Καλά, δεν θέλω να λέω και μεγάλα λόγια, είναι πολύ υποθετικό αυτό, αλλά το πιθανότερο είναι να μην είχα ασχοληθεί, καθότι είχαμε μια οικογενειακή επιχείρηση στην Αθήνα που ασχολούμασταν με αυτό, όλη η οικογένεια, δεν θα ψαχνόμουνα για κάτι άλλο. Δηλαδή ήταν εντυπωσιακή η αλλαγή στην ψυχολογία μου και στον τρόπο που σκέφτομαι, όταν κατέβηκα μόνιμα στην Κρήτη πλέον. Δηλαδή ενώ στην Αθήνα ήμουν ένας τεμπέλης, δηλαδή δεν είχα ενδιαφέρον, δηλαδή βαριόμουν πάρα πολύ τη δουλειά αυτή που κάναμε, βαριόμουνα τη ζωή. Βαριόμουνα, βαριόμουνα, βαριόμουνα γενικότερα. Αυτό όλο γύρισε τούμπα όταν κατέβηκα στην Κρήτη. Δηλαδή υπήρχανε ξαφνικά πάρα πολλά ενδιαφέροντα, δεν είχα χρόνο δηλαδή να κάνω και άλλα πράγματα, αλλιώς θα έκανα, και ανέβηκε το ηθικό μου δηλαδή, και η θέλησή μου και η όρεξή μου για ζωή. Εντυπωσιακό.
Να γυρίσω όμως λίγο μόνο στο… Στο κομμάτι της μουσικής;
Ναι.
Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι έτσι λίγο πιο προσωπικό, δηλαδή εσύ πώς νιώθεις όταν παίζεις λαούτο; Πώς νιώθεις όταν παίζεις και μόνος σου και αν αλλάζει και πώς είναι όταν παίζεις με κοινό;
Ναι, λοιπόν, πως νιώθω; Καταρχήν, να καταλήξουμε ότι όπως νιώθω όταν παίζω λαούτο δεν νιώθω όταν, όπως όταν παίζω άλλα όργανα, γιατί ασχολούμαι και λίγο με κάποια διαφορετικά όργανα, αλλά όταν παίζω λαούτο, δηλαδή όταν πιάσω στα χέρια μου το λαούτο νιώθω μια… Όχι οικειότητα, μία στοργή, δηλαδή σαν να χαλαρώνω, όταν πιάνω στα χέρια μου το λαούτο, να νιώθω δηλαδή σαν να, σαν να με παίρνει αγκαλιά η μάνα μου, κάτι τέτοιο είναι, κατάλαβες; Κάτι τέτοια νιώθω αρχικά. Ε και μετά… πολλές φορές κάθομαι μόνος μου και παίζω, χωρίς να παίζω κάτι συγκεκριμένα. Και αυτό είναι μέρος του… δηλαδή ένα χαλάρωμα που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Τώρα από εκεί και πέρα, όταν μπαίνεις στην διαδικασία να εκφράζεσαι και να παίζεις σε κοινό, εκεί αλλάζει λίγο το πράγμα, γιατί υπάρχει διαδραστικότητα, δηλαδή η επικοινωνία με το κοινό, δηλαδή ότι εμείς θέλουμε να παίξουμε τη μουσική μας, να τραγουδήσουμε, να τραγουδήσει ο κόσμος μαζί μας, να γλεντήσει ο κόσμος μαζί μας, να χορέψει… Οπότε εκεί αγχώνεσαι και λίγο, να μπορέσεις να γλεντήσεις τον κόσμο γιατί γι’ αυτό έρχεται σε εμάς ο κόσμος, να γλεντήσει… χωρίς όμως να σημαίνει αυτό ότι δεν το ευχαριστιέσαι. Εκείνη τη στιγμή δηλαδή η μία μια στιγμή του γλεντιού που θα γίνει όλος ο κόσμος μια παρέα και τραγουδάει, αξίζει εκατομμύρια αυτή η στιγμή, πάρα πολύ. Πολλές φορές δεν συμβαίνει και στο γλέντι, εντάξει γιατί δεν υπάρχουν καλές βραδιές μόνο, υπάρχουν και κακές. Ναι. Και τι άλλο μου είπες; Όταν παίζω μόνος μου. Όταν παίζω.. Α, υπάρχει και άλλο ένα… υπάρχει και η παρέα, πέρα από την επικοινωνία στο γλέντι με κόσμο, υπάρχει και η παρέα, δηλαδή εκεί που θα πας δεν έχει μηχανήματα, δεν έχει πάρα πολύ κόσμο, κα[00:30:00]μιά φορά έχεις φίλους, είναι μεταξύ φίλων, καμία φορά δεν γνωρίζεις κανέναν. Εκεί, εκεί για μένα είναι το συναίσθημα είναι μεγαλύτερο, πιο, είναι ανώτερο από το γλέντι, το μεγάλο. Δηλαδή όταν καταφέρουν αυτοί οι 20 άνθρωποι που θα είναι το πολύ σε μια παρέα δηλαδή 10, 20 άνθρωποι, γιατί παραπάνω εντάξει, γίνεται γλέντι. Όταν θα καταφέρουν αυτοί οι άνθρωποι να γίνουν ένα στην παρέα, εκεί νιώθεις κάποιες στιγμές ότι είσαι αθάνατος όταν παίζεις εκείνη τη στιγμή. Αυτό που συμβαίνει εκεί πέρα, νιώθεις ότι αυτό είναι, δεν θέλω τίποτα άλλο.
Αυτό ίσως είναι και το πνεύμα, δηλαδή η λαϊκή έκφραση—
Ναι—
δηλαδή αυτή η μουσική είναι και αυτό, κάπως.
Ναι, εκείνη η στιγμή δηλαδή που όλοι γίνονται ένα, στις μικρές παρέες δεν έχει δηλαδή δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο συναίσθημα για μένα.
Μάλιστα. Αν θέλεις να μας πεις κάτι άλλο ή αν έχεις κάποιο ή κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση, κάποια συγκεκριμένη εικόνα από το… από το… από καμία παρέα, από κανένα γλέντι, άμα θέλεις, αλλιώς…
Τι να θυμηθώ τώρα; Με πιάσατε και εξαπίνης. Δεν, δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι, να σκεφτώ κάτι ιδιαίτερο.
Δεν πειράζει, αυτό. Με ενδιέφερε έτσι λίγο πώς νιώθεις και η οπτική σου πάνω σε αυτό το θέμα. Εντάξει, ωραία τελειώνουμε λοιπόν, ευχαριστώ πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ.