«Πολύ δύσκολα χρόνια πέρασα»: η ορφάνια και το μεγάλωμα των παιδιών μετά τον Εμφύλιο στην Τριανταφυλλιά Σερρών
Ενότητα 1
Η αφηγήτρια χάνει τους γονείς της, λίγα χρόνια αφότου ήρθαν από τη Ρωσία
00:00:00 - 00:06:17
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μάρθα Μυστακίδου, 6 Ιανουαρίου 2020. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Θα ήθελα να μου πεις μερικά πράγματα για σένα, πώς ονομάζεσαι, πότε γεννήθη…υμηθώ από τη μάνα μου. Πιο πολύ μαμά σου θυμάσαι την αδερφή σου τη μεγάλη. Εκείνη μάνα την είχα, εκείνη προτιμούσα παρά τη μάνα μου.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Ενότητα 2
Η ζωή της οικογένειας και η απώλεια του αδερφού στον Εμφύλιο
00:06:17 - 00:11:55
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και πού μένατε; Ήταν τα ανταρτικά ύστερα, ήταν μετά τον πόλεμο. Η αδερφή μου μπλέχτηκαν και με τα ανταρτικά και όταν ήρθε εδώ στο χωριό, …εγάλη, ζωή δύσκολη. Είχε πολλά άτομα τότε το χωριό; Άλλοι έφευγαν στη Σαλονίκη, όπου μπορούσαν να γλιτώσουν αυτό το μεγάλο μπουρίνι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Ενότητα 3
Γάμος με προξενιό, δημιουργία οικογένειας και συνθήκες ζωής
00:11:55 - 00:25:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Άρα, ποια χρονιά γνωρίζεις τον άντρα σου; Το ‘49. Το ‘49. Και παντρεύεστε αμέσως; Ναι, σε δεκαπέντε μέρες. Εσύ τον ήξερες από πρ… Φτωχά ήμασταν, αλλά ήτανε μαζί μου… Ο άντρας σου. Ναι. Άρα, τα πρώτα χρόνια, εκεί που ήταν στο στρατό ήτανε.. Ε ναι, εντελώς.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Τοποθεσίες
Ενότητα 4
Επιστράτευση συζύγου Αφηγήτριας
00:25:58 - 00:29:01
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και το δεύτερο το μωρό, τρεις φορές τον πήρανε για... Το τουρκικό ήταν στη μέση, πάλι ήθελε να κάνει πόλεμο ο Τούρκος και τον είχαν πάρει δύ…άλλοι, ερχόντουσαν πολλοί μαζί ή μόνος του; Μόνος του ερχότανε εδώ κι έφευγε. Ναι, περάσαμε... Αλλά ύστερα απολύθηκε, μια χαρά ήμασταν.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Ενότητα 5
Δημιουργία καφενείου-παντοπωλείου παράλληλα με τις αγροτικές εργασίες
00:29:01 - 00:37:41
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και μετά είχατε... άρα εσύ είχες... Το τρίτο παιδί πότε γεννήθηκε; Το ‘62 τον Δεκέμβριο. Πιο μετά. Εσείς μου είπες ότι είχατε στην αρχ…γγονά μου, αυτό. Τίποτα άλλο δεν θέλω στη ζωή μου. Εγώ γέρασα πολύ τώρα και είμαι στα τελευταία μου. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Παρακαλώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΘέματα
Ενότητα 1
Η αφηγήτρια χάνει τους γονείς της, λίγα χρόνια αφότου ήρθαν από τη Ρωσία
00:00:00 - 00:06:17
[00:00:00]Μάρθα Μυστακίδου, 6 Ιανουαρίου 2020. Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα ήθελα να μου πεις μερικά πράγματα για σένα, πώς ονομάζεσαι, πότε γεννήθηκες, πού μένεις.
Γεννήθηκα το 1932, μένω στην Τριανταφυλλιά Σερρών.
Το όνομά σου;
Το όνομά μου είναι Μάρθα, Μάρθα Μυστακίδου και το πατρικό μου είναι... Κωνσταντίνος και Ελένη οι γονείς μου, Γρηγοριάδου η μάνα μου και Μοσκώφ ο μπαμπάς μου.
Γεννήθηκες στην Τριανταφυλλιά;
Ναι.
Έχεις οικογένεια;
Εννέα εγγόνια, πέντε δισέγγονα και τρία αγόρια, και οι νύφες μου είναι οι κόρες μου.
Άρα γεννήθηκες εδώ το 1932, τα πρώτα χρόνια της ζωής σου πώς ήτανε;
Δύσκολα.
Είχες αδέρφια;
Αδέρφια είχα, αλλά μείναμε όλοι ορφανοί. Η μαμά μου πέθανε όταν ήμουνα 9-8 χρονών, στα 9, και ο μπαμπάς μου όταν πέθανε ήμουν 2μιση χρονών.
Πέθαναν από κάποια αρρώστια;
Ασφαλώς, ήτανε τα χρόνια τέτοια, δεν ξέρω, δεν τους ξέρω κι εγώ καλά-καλά.
Δηλαδή ήταν κάτι σύνηθες να πεθαίνουνε...
Όχι, αρρώστησε ο μπαμπάς μου, έπαθε μάλλον βρογχοπνευμονία. Και η μαμά μου μες στην Κατοχή ήτανε, ήταν ο καιρός δύσκολος και έφυγε η αδερφή μου από τη Βουλγαρία τότε —ήρθαν οι Βούλγαροι στα Σέρρας— και την περίμενε, δεν πέθαινε και τη ζητούσε. Δεν ήτανε κόρη της καθεαυτού, ήτανε παρακόρη της, αλλά ήταν σαν δικά της παιδιά.
Δηλαδή εσένα όταν πέθανε ο πατέρας σου, μετά έμενες μόνο με τη μαμά σου και τα αδέρφια σου;
Ναι, λίγα χρόνια όμως. Μόλις έγινε ο πόλεμος το ‘42, πέθανε και η μαμά μου. Το ‘35 πέθανε ο μπαμπάς μου, το ‘42 η μαμά μου και μείναμε... εμείς έχουμε όμως μεγάλη ιστορία. Ο μπαμπάς μου όταν έχασε τη γυναίκα του είχε μείνει με τρία παιδιά και η μαμά μου, όταν ερχόταν από τη Ρωσία, πέθανε ένα μωρό της, το ρίξανε στη θάλασσα και ήρθε εδώ, παντρεύτηκε, έκανε ένα μωρό και πάλι χήρεψε και ο μπαμπάς μου πήγε την βρήκε και την πήρε και τα άλλα τα παιδιά τα μεγάλωνε η μαμά μου και εγώ οικογένεια όλους αυτούς τους γνώριζα. Και αυτή η αδερφή μου η μεγάλη μάς ανάλαβε και μας...
Ήταν σαν μαμά σου.
Σαν μαμά μου, είκοσι ένα χρόνια διαφορά είχαμε κιόλα, ήτανε μαμά μου.
Η μαμά σου από πού ήρθε από τη Ρωσία;
Από το Σοχούμ.
Ήρθε μαζί με τον μπαμπά σου;
Όχι. Η μαμά μου ήταν παντρεμένη. Κι όταν ήρθε ο κομμουνισμός, πήραν τον άντρα της, γιατί ήταν γραμματέας και τον δίκασαν, έκαναν λαϊκό δικαστήριο τότε, τον έβαλαν ένα σακί στο... από ό,τι άκουγα, αυτά που λέγανε, και άνοιξαν το πηγάδι και τον έριξαν κατευθείαν εκεί μέσα, σκοτώθηκε και η μαμά μου πήρε το μωρό της και ήρθε στην Ελλάδα. Στο δρόμο, όμως, πέθανε και το μωρό της και έμεινε έτσι πάλι, με τα πεθερικά της. Εδώ την πάντρεψαν και πήρε της αδερφής μου, ας πούμε... από την Αικατερίνη, από τη Σφενδάμη πήρε έναν άντρα, κι εκείνος είχε παιδιά, είχε μεγάλη ιστορία, έκανε ένα παιδί, την αδερφή μου τη Δέσποινα, αλλά κι εκείνος πέθανε τόσο γρήγορα και ήταν στην αγκαλιά η κόρη της, ένα κοριτσάκι είχε 2 χρονών. Και ο μπαμπάς μου, σε ένα χωριό μέσα ήταν στη Ρωσία, και μόλις ήρθε τον είπε ο αδερφός του ότι «Το κορίτσι που αγαπούσες το μικρό [00:05:00]είναι στη Σφενδάμη, πάνε βρες και πάρ’ τηνα».
Α την ήξερε;
Από κοριτσάκι μικρό την ήξερε, αλλά δεν την έδινε ο παππούς μου, δεν την πάντρευε, μωρό ήτανε, αλλά αυτός που την πήρε ήταν και γραμματέας —με το έτσι θέλω τότε—, έλεγε: «Αν δεν μας τη δώσεις, θα στην κλέψουμε». Και αναγκάστηκε να τη δώσει, αλλά κι εκείνο δεν είχε καλό τέλος και τον σκότωσαν.
Δηλαδή τρεις φορές χήρεψε η μαμά σου;
Δύο φορές.
Δύο φορές.
Δύο φορές, πέθανε ύστερα.
Εσύ τη θυμάσαι καθόλου;
Όχι, αν και δεν ήμουν και πολύ μωρό, αλλά ξέχασα τη μορφή της, δεν ξέρω πώς ήτανε. Θυμάμαι κάτι λόγια της, πώς με φώναζε μωρό, πώς με νοιαζότανε, αλλά πολλά πράγματα δεν μπορώ να θυμηθώ από τη μάνα μου.
Πιο πολύ μαμά σου θυμάσαι την αδερφή σου τη μεγάλη.
Εκείνη μάνα την είχα, εκείνη προτιμούσα παρά τη μάνα μου.
Και πού μένατε;
Ήταν τα ανταρτικά ύστερα, ήταν μετά τον πόλεμο. Η αδερφή μου μπλέχτηκαν και με τα ανταρτικά και όταν ήρθε εδώ στο χωριό, πάλι μας παραμάζεψε και με πήρε μαζί της με τον αδελφό μου, τα δύο αδέλφια μου —οι άλλοι ήταν μεγάλοι— και με πήγε στον Αϊ- Γιάννη στα Σέρρας και μετά από εκεί έφυγα 15 χρονώ.
Άρα εσύ πήγες και έμεινες εκεί—
Εκείνοι με…
όσο ήταν ο πόλεμος;
Τελείωσε ο πόλεμος, αλλά ήτανε τα ανταρτικά, ο εμφύλιος πόλεμος και μας μεγάλωσε η Μαρία.
Εσύ τον θυμάσαι τον Εμφύλιο;
Πώς δεν τον θυμάμαι, για να μη μας πάρουν οι αντάρται, μας πηγαίνανε στα ρέματα κοιμόμασταν, γιατί πήρανε πάρα πολλά παιδιά και τα στείλανε τα άλλα στην Πολωνία, τα άλλα στη Ρωσία, τάχα τα προστάτευαν. Πώς δεν το θυμάμαι, πηγαίναμε στα ρέματα κοιμόμασταν, σε σπίτια ακρινά. Κι όταν παντρεύτηκα ακόμα, εκείνη τη βραδιά —ήταν ο Εμφύλιος—, κατέβηκαν οι αντάρται κι εγώ μπερδεύτηκα μέσα στον κήπο και κατέβηκα στο ρέμα.
Στον Αϊ- Γιάννη εσύ πόσο χρονών πήγες;
Θα σε πω τώρα... Θα ήμουνα 13 χρονών.
Είχατε εκεί κάποιον συγγενή;
Μας πήρε η αδερφή μου.
Α, έμενε εκεί…
Εκεί ήταν, εκεί έμενε, εκεί παντρεύτηκε, εκείνη μας ανάλαβε ύστερα.
Και πόσα χρόνια έμεινες εκεί;
Εκεί έμεινα από το ‘45 ως το ‘48.
Εκεί δεν είχε αναταραχές; Δεν ήταν σαν εδώ;
Παντού ήταν, αλλά πλέον ησύχασαν, ήτανε απλώς εμφύλιος πόλεμος. Ήτανε, βγαίνανε στα χωριά που ήταν στα βουνά αντάρται, κατέβαιναν στα χωριά, παίρνανε τρόφιμα. Εκεί δεν ήταν, στα Σέρρας ήτανε.
Η αδερφή σου, που είπες ότι ήταν στα αντάρτικα, τι έκανε;
Τότε και εκείνοι κυνηγούσαν τον άντρα της κι εκείνη είχε πάει για ένα εξάμηνο στα βουνά, να μην την... οι άλλοι —ήταν δύο φυλές—, για να μην την πειράξουν επειδή και ο άντρας της ήταν αντάρτης, τον ακολούθησε και εμείς ήμασταν εδώ στο χωριό.
Εσύ τότε—
Ο παππούς μου—
με ποιον ήσουν;
Ο παππούς μου ήρθε από τη Ρωσία το ‘39 και μας κοίταζε εκείνος, μας αγκάλιαζε εκείνος.
Πόσα αδέρφια ήσασταν τότε;
Αυτά που έκανε η μάνα μου με τον μπαμπά μου τρία αδέρφια ήμασταν.
Και σας φρόντιζε ο παππούς;
Ναι.
Και μετά πας στον Αϊ- Γιάννη, επιστρέφει η αδερφή σου δηλαδή...
Μας... Μεγαλώσαμε, μεγάλωσε ο αδερφός μου, με πήρε και εμένα και τον αδερφό μου τον μικρότερο και ήρθαμε εδώ πλέον και ύστερα, στα 17 μόλις μπήκα, βγήκε προξενιό και με πάντρεψαν κιόλα.
Το προξενιό πώς βγήκε;
[00:10:00]Το προξενιό... Πώς βγήκε για; Ο παππούς, είχε μια γιαγιά —της μάνας του η μάνα— που αγαπούσε πολύ τη μαμά μου και τον είπε: «Θα πάρεις αυτό το κοριτσάκι να κάνεις νοικοκυριό». Τον επέμενε, κι εκείνοι χάσανε τους γονείς τους για, ο πεθερός μου, τα δύο κουνιάδια μου τους σκότωσαν οι αντάρται κι εκείνος έμεινε... 12 χρονών ήτανε στον εμφύλιο πόλεμο. Αλλά κι εκείνος μικρός ήταν, κι εγώ μικρή, παντρευτήκαμε.
Εσύ είχες στην οικογένειά σου κανένα θύμα από τον Εμφύλιο;
Είχα, τον αδερφό μου. Πήγε στρατιώτης 20 χρονών και οι αντάρται από πάνω τούς φύλαγαν και αυτοί ήταν σε μια πλατεία του χωριού στα Δόμβραινα και διψούσανε, πήγαν να πάρουν πνερό από ένα ρέμα και τους θέρισαν, εφτά παλικάρια, από πάνω οι αντάρται και τους θέρισαν.
Πού έγινε αυτό;
Έξω από την Αθήνα, στα Δόμβραινα. Κι έχασα και τον αδερφό μου και έμεινα... και ύστερα, την άλλη χρονιά, παντρεύτηκα.
Εσύ θυμάσαι καθόλου —πέρα από την αναταραχή, που υπήρχε ο πόλεμος—, η καθημερινότητα, θυμάσαι πώς ήτανε;
Πώς δε θυμάμαι.
Δηλαδή θα έβγαινες έξω; Κυκλοφορούσες κανονικά;
Ε, στη γειτονιά... μόνο στη γειτονιά, μικρά ήμασταν κιόλα, κυκλοφορούσαμε γύρω στο σπίτι. Φτώχια μεγάλη, ζωή δύσκολη.
Είχε πολλά άτομα τότε το χωριό;
Άλλοι έφευγαν στη Σαλονίκη, όπου μπορούσαν να γλιτώσουν αυτό το μεγάλο μπουρίνι.
Άρα, ποια χρονιά γνωρίζεις τον άντρα σου;
Το ‘49.
Το ‘49. Και παντρεύεστε αμέσως;
Ναι, σε δεκαπέντε μέρες.
Εσύ τον ήξερες από πριν;
Τον ήξερα. Τον ήξερα, γιατί ήταν της αδερφής μου του αντρός ξάδερφος. Η γιαγιά του έκανε το προξενιό και παντρευτήκαμε πολύ μικροί.
Και ο γάμος πού έγινε;
Εδώ στο χωριό.
Εσύ πώς ένιωθες τότε;
Δεν καταλάβαινα τίποτα, ήμουν ένα αθώο πλασματάκι.
Άρα, γίνεται ο γάμος, εσύ τότε είσαι 17 χρονών;
Μπήκα στα 17.
Και ο άντρας σου;
Και εκείνος ήταν στα 19.
Και μετά παντρεύεστε και μένετε μαζί οι δύο σας;
Ναι.
Άρα, φεύγεις από το σπίτι σου και τα αδέρφια σου.
Μα ήμασταν ήδη... Ο αδερφός μου είχε σκοτωθεί. Ο Κώστας ο αδερφός μου δεν ξεχώριζε από μένα. Οι άλλοι ήταν μεγάλοι, καμία σχέση άλλο δεν είχανε μαζί μου. Παντρεμένοι ήταν.
Είχαν οικογένειες.
Είχαν οικογένειες, ναι.
Και με τον άντρα σου μετά πού μένετε;
Σε ένα χαμόσπιτο, στο πατρικό μου μια αποθήκη είχε μείνει, το κάναμε σαν σπιτάκι και μέναμε εκεί τέσσερα χρόνια ώσπου έπεσε.
Έπεσε;
Φύγαμε εμείς και σε μια βδομάδα έπεσε.
Θυμάσαι καθόλου πώς ήταν αυτό το σπίτι;
Αν θυμάμαι! Ήταν μια αποθηκούλα και το χωρίσαμε στη μέση, το κάναμε σαν σαλονάκι. Το ένα το δωμάτιο το είχαμε σαν αποθήκη, το άλλο κρεβατοκάμαρα. Δεν είχαμε... τι να πω, ούτε κουζίνες ούτε αυτά. Τα πλέναμε όξω τα πιάτα μέσα σε μια κατσαρόλα με σαπούνι, δεν είχαμε τότε... τίποτα δεν είχαμε, πολλή φτώχια.
Και τι... πώς, είχατε κάποιο εισόδημα τότε;
Τίποτα, να, δουλεύαμε στα χωράφια. Ό,τι...
Σε χωράφια που είχατε ήδη;
Από τους γονείς, ναι, από τους γονείς είχαμε. Πήραμε ένα μικρό ζώο και να σκεφτείς, την ημέρα θα όργωνε ένα μικρό αυλάκι, παραπάνω δεν ήταν σε θέση το ζώο να... με εκείνο ξεκινήσαμε τη ζωή μας.
Τι ζώο ήτανε;
Ένα... Τα λέγανε ουγγαρέζικα γαϊδούρια, ένα γαϊδουράκι.
Και τα χωράφια, τι χωράφια ήτανε;
[00:15:00]Χωράφια, τώρα όπως έχουμε, τώρα τα βάλαμε όλα αμυγδαλιές, ελιές, διάφορα. Τα καπνά τώρα τα παρατήσαμε, καπνά φτιάχναμε.
Τότε; Τότε είχατε καπνά;
Καπνά φτιάχναμε, ναι.
Εσύ και ο άντρας σου μέχρι τότε είχατε εμπειρία; Δηλαδή πηγαίνατε και παλιά στα χωράφια;
Εγώ δεν πρόλαβα να πάω στα χωράφια, αλλά ύστερα άρχισα να πάω και να θερίζω, που δεν ήξερα καθόλου. Τώρα καταλαβαίνεις, ένα κοριτσάκι στα 17... Ύστερα από όλα έμαθα.
Και πηγαίνατε οι δυο σας;
Ναι, αλλά όταν έγινε 2 χρονών το μωρό, το αγοράκι μου...
Εσύ πότε γέννησες;
Έφυγε στρατιώτης.
Εσύ ποια χρονιά γέννησες; Όταν παντρεύτηκες;
Το ‘50. Το ‘49 παντρεύτηκα και το ‘50, πριν να κλείσω τα 18, γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί.
Και μετά από δύο χρόνια έφυγε ο άντρας σου;
Έφυγε στρατιώτης;
Και πού πήγε;
Από την αρχή ήταν στη Θεσσαλονίκη, στροφή Καρατάσου. Μετά τον στείλανε στη Χίο, σε... όπου τον στέλνανε.
Πόσα χρόνια ήτανε στρατιώτης;
Έκανε δεκαεννιά μήνες, γύρω στα δύο χρόνια έκανε. Όταν ήρθε... σε εφτά μήνες απάνω, πήρε μια άδεια και το μωρό δεν τον ήθελε καθόλου, τον έδιωχνε από το σπίτι. Ήρθε μια άδεια Μεγάλη Παρασκευή, έφυγε και ύστερα όταν απολύθηκε, δεν τους δίνανε άδεια.
Κι εσείς; Ήσουνα εσύ και το μωρό…
Ήμουνα εγώ και το μωρό και ο αδελφός μου, από μένα μικρός δυλομιση χρόνια ήτανε.
Και σε βοηθούσε;
Ε, ό,τι μπορούσε.
Δηλαδή εσύ τον άντρα σου τον είδες μόνο έτσι όταν έπαιρνε άδεια;
Ναι, δεν τους δίνανε πολλή άδεια. Μετά απολύθηκε και αρχίσαμε να δουλεύουμε πάλι. Καπνά φτιάχναμε, αυτή ήταν η ζωή μας.
Και τι ακριβώς, δηλαδή κάθε πότε πηγαίνατε, κάθε πρωί;
Στα χωράφια;
Ναι.
Η χωρική η δουλειά δεν έχει πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Όταν είχαμε καπνά, μια δόση πήγαμε —γιατί δεν είχαμε ένα ορολόι-ξυπνητήρι να πάμε στο σπάσιμο— και πήραμε και το μωρό και έχτισε ένα δίτροχο κάρο μικρό με εκείνο το γαϊδουράκι, τον βάζαμε πάνω τον Νίκο και σπάσαμε, σπάσαμε, σπάσαμε... Ξημέρωσε και δεν... Γέμισαν τα κοφίνια με το φεγγάρι και δεν ξημέρωνε! Το πρώτο που πήραμε το νοικοκυριό στο σπίτι, ήταν ένα ωρολόι-ξυπνητήρι, αυτό ήταν το ευχάριστο που πήραμε. Ε μετά εντάξει, πηγαίναμε κανονικά, η ώρα 02:00 και 03:00 τη νύχτα στο σπάσιμο, για να ‘ρθούμε, να μη μας πιάσει η ζέστη, η ώρα 8 έπρεπε να ήμασταν σπίτι.
Και μαζί και το μωρό;
Και το μωρό. Πού να το άφηνα;
Και μετά, τα επόμενα χρόνια πώς πέρασαν; Έκανες άλλα παιδιά;
Έκανα, έκανα τον Γιάννη 24 χρονών —έξι χρόνια έχουν διαφορά ο Νίκος με τον Γιάννη— και μετά στα 29 μου και μισό έκανα το τρίτο μου αγόρι.
Εσείς ήταν πολλά τα χωράφια που είχατε;
Ε, αυτά επαρκούσαν, τον κλήρο των γονιών μας.
Ήταν η προίκα σας.
Δεν ήταν προίκα, ήταν κληρονομικό, έτσι τα βρήκαμε. Ύστερα τα χωρίσαμε όταν μεγαλώσαμε.
Και ας πούμε, το μικρό σου το παιδί πήγε μετά σχολείο;
Ναι, στο σχολείο κανονικά πήγαιναν.
Είχε στην Τριανταφυλλιά σχολείο;
Ναι είχε, είχε σχολείο και από το νηπιαγωγείο ως το... τελείωνε το Δημοτικό και μετά τα στέλναμε στη Θεσσαλονίκη στο Γυμνάσιο.
Στη Θεσσαλονίκη;
Ναι, εδώ δεν είχε Γυμνάσιο.
Μακριά η Θεσσαλονίκη.
Πολύ μακριά. Αγοράσαμε ένα σπιτάκι και τα στέλναμε εκεί και εγώ πηγαινοερχόμουνα να τα φροντίζω.
[00:20:00]Μετά, που είπες ότι στην αρχή μένατε σε ένα σπίτι και έπεσε αυτό το σπίτι...
Εκείνο έπεσε όταν ήταν 4μιση χρονών το πρώτο μου παιδί. Έπεσε, τελείωσε.
Και τι κάνατε μετά;
Είχαμε κάνει στο οικόπεδο του άντρα μου στο οικόπεδο, χτίσαμε ένα πρώτο πάτωμα και εκείνο το διορθώσαμε λιγάκι, το είχαμε πλάκα και μετακομίσαμε εκεί. Και μετά χτίσαμε και πάνω, το κάναμε και διώροφο. Στο δεύτερό μου παιδί το είχα και το διώροφο.
Άρα, κάπως βελτιώθηκε και—
Ε, δουλεύαμε—
η ζωή, ε;
Δουλεύαμε με όλη μας τη δύναμη. Οικονομία μεγάλη, όλα μετρημένα.
Τότε ποια ήτανε τα έξοδα;
Ποια έξοδα... Τα έξοδα ήταν ένα φαγητό που θα κάνεις, δεν είχαμε κάπου να πάμε να ευχαριστηθούμε, να ζήσουμε. Μια ζωή...
Τι φαγητά, ας πούμε, θα τρώγατε; Ό,τι και σήμερα;
Μπα, σήμερα κάνεις ό,τι θέλεις. Τότε τι θα έφτιαχνες; Ό,τι χειροποίητο μπορούσες με αλεύρι. Ή φασόλια, αν έβρισκες φακή. Ήταν δύσκολα χρόνια.
Και τα προϊόντα από πού τα προμηθευόσασταν;
Σπέρναμε οι ίδιοι και απ’ τα δικά μας τρώγαμε.
Αν κάποιος δεν είχε, θα έπαιρνε ο ένας από τον άλλον;
Ναι και δανειζόμασταν κιόλα ή θα πήγαινε κάποιος στο παζάρι, θα παρήγγελνες κάτι που δεν είχες...
Το παζάρι πού ήτανε;
Στη Νιγρίτα, κάθε Σαββάτο.
Οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού κι αυτοί όλοι είχαν αγροτικές δουλειές;
Όλοι.
Όλοι χωράφια.
Όλοι, αλλά ορισμένοι ζούσανε κάπως καλύτερα —εμείς τους βλέπαμε καλύτερα—, όχι κι εκείνοι πάρα πολύ καλά, αλλά σε εμάς απάνω φαινόταν καλύτερα.
Αυτό γιατί, μπορεί να είχαν πιο πολλά;
Ε ναι, είχαν τους γονιούς τους και βοηθούσαν. Εμείς ούτε από τη μια μεριά είχαμε γονιό, ούτε από την άλλη και δυσκολευτήκαμε, αυτό ήταν.
Τότε είχατε μεταφορικό μέσο;
Όχι.
Υπήρχε...
Κανένα λεωφορείο.
Και αν χρειαζόταν κάτι, ας πούμε, κάποιος γιατρός;
Κάποιος γιατρός...
Εσύ πού γέννησες;
Με ξεγέννησε η γιαγιά του παππού σου.
Στο πρώτο σου παιδί;
Στο πρώτο μου, στο πρώτο μου.
Και πού ήσουνα; Σπίτι;
Όχι, στης αδερφής μου, σε ένα μικρό σπιτάκι. Εκείνη με φιλοξένησε και εκεί γέννησα πα και ύστερα πάλι πήγα στο σπίτι, σε εκείνο το χαμόσπιτο που καθόμουνα.
Ήξερε αυτή η κυρία πώς να...
Ήτανε πρακτική μαμή, πρακτικιά.
Δε φοβόσουνα;
Δεν ήξερα πρώτα-πρώτα, ήξερα κάτι; Ό,τι γινότανε θα γινότανε.
Και τα άλλα σου παιδιά;
Το δεύτερο πάλι, ήταν μια παράλυτη σχεδόν —δεν μπορούσε να περπατήσει—, τη φέρανε με ένα κάρο εδώ στο μαγαζί, δίπλα κάναμε ένα 2,5 επί 2,5 σαν καμαράκι και είχαμε ένα κρεβατάκι και από κάτω είχα τα φαγώσιμά μου όλα, εκεί μέσα ξεγέννησα το δεύτερό μου παιδί και μετά βγήκα πάνω στο σπίτι, που ήταν ασουβάτιστο ακόμα, εκεί σαράντισα. Πολύ δύσκολα χρόνια πέρασα.
Και αν, ας πούμε, χρειαζότανε, αν κάποιος αρρώσταινε... δεν θα αρρωσταίνατε ή τα παιδιά σου; Προέκυψε ποτέ—
Πώς—
κάποιο πρόβλημα;
Πώς δεν προέκυψε. Περιμέναμε ένα λεωφορείο να πάει, να τον πάμε στα Σέρρας σε ένα γιατρό.
Θα είχε κάθε μέρα λεωφορεία;
Είχε, ένα λεωφορείο κάθε μέρα είχε.
[00:25:00]Αυτό που λες ότι είχες τα τρόφιμα;
Πηγαίναμε στα Σέρρας.
Πού τα είχες τα τρόφιμα;
Ώσπου να βγήκα απάνω, το ένα το δωμάτιο ύστερα το είχαμε αποθήκη και το ένα δωμάτιο είχαμε ντεμέκ κρεβατοκάμαρα. Ύστερα σιγά- σιγά, όμως, πήραμε... ας πούμε τακτοποιηθήκαμε.
Μετά το δεύτερο παιδί;
Μετά το δεύτερο.
Δηλαδή όσο ήσουνα εσύ, ο άντρας σου και το πρώτο σου παιδί—
Ήταν, μετά από—
το σπίτι πώς έμοιαζε;
Μετά που απολύθηκε από το στρατό ο άντρας μου, μπήκαμε σε μια σειρά και δουλεύαμε, καλά ήμασταν ύστερα. Φτωχά ήμασταν, αλλά ήτανε μαζί μου…
Ο άντρας σου.
Ναι.
Άρα, τα πρώτα χρόνια, εκεί που ήταν στο στρατό ήτανε..
Ε ναι, εντελώς.
Και το δεύτερο το μωρό, τρεις φορές τον πήρανε για... Το τουρκικό ήταν στη μέση, πάλι ήθελε να κάνει πόλεμο ο Τούρκος και τον είχαν πάρει δύο φορές και ήμουνα μόνη μου με το μεγάλο το μωρό μ’ και το νεογέννητο.
Τον άντρα σου πήρανε δύο φορές;
Ναι, δύο φορές τον πήρανε για—
Αυτό ποια χρονιά έγινε, θυμάσαι;
μετεκπαίδευση. Το ‘56 , τον πήραν δύο φορές. Ύστερα ησύχασαν τα πράγματα...
Και όταν τον πήρανε, εσύ πάλι με τον αδερφό σου ήσουνα;
Ναι, αυτός δεν έφευγε από μένα. Τον ήθελε η αδερφή μου, αλλά δεν έφευγε από μένα.
Άρα έμενε μαζί σας ή...
Ναι, ναι, έμενε μαζί μου.
Ήθελε να είναι παρέα σου.
Ναι, ναι, δεν έφευγε. Στα χέρια μου, δηλαδή όταν τον παντρέψαμε, σαν να τον γέννησα εγώ, καλό γάμο... εκείνο, ύστερα εδώ έγινε ο γάμος και—
Το ‘56 ο άντρας σου πού πηγαίνει στρατό;—
τακτοποιήθηκε.
Πού τον πήρανε για μετεκπαίδευση;
Τον πήρανε, τον είχαν στο βουνό μέσα, έτοιμοι για πόλεμο, εδώ στο Λαχανά, έξω από το Λαχανά, στα βουνά μέσα.
Άρα, εσύ στο μυαλό σου ήξερες ότι μπορεί να γίνει και πόλεμος.
Αμέ, βέβαια ήξερα. Είχε γίνει γενική επιστράτευση, τους μάζεψαν, δεν ήταν μόνο ο άντρας μου, πολλοί ήτανε αλλά ύστερα, καμιά δεκαπενταριά μέρες κράτησε και μετά τους άφησαν.
Δεκαπέντε μέρες δηλαδή έμεινε εκεί;
Δεκαπέντε, ναι.
Εσείς μπορούσατε κάπως να επικοινωνήσετε;
Τη νύχτα περπατούσε και ερχότανε με το πόδι να δει τι κάνουν τα μωρά και έφευγε πάλι.
Αυτό επιτρεπότανε ή το έκανε στα κρυφά;
Δεν ξέρω πώς το ‘κανε. Κι εγώ το θαύμαζα, έλεγα «Πώς έρχεσαι; Πολύς δρόμος», γιατί κουραστικό ήτανε να ‘ρθεις από τα βουνά, την Ευαγγελίστρια, το άλλο το χωριό... Έχει κι άλλο χωριό, ένα μικρό και ερχότανε για… σε λέει: «Τι γίνονται».
Άρα, εσύ το ήξερες ότι θα έρθει το βράδυ, τον περίμενες.
Δεν τον περίμενα. Καλό ήτανε που δεν τον περίμενα, ερχότανε κλέφτικα, όποτε μπορούσε.
Ερχόντουσαν κι άλλοι, ερχόντουσαν πολλοί μαζί ή μόνος του;
Μόνος του ερχότανε εδώ κι έφευγε. Ναι, περάσαμε... Αλλά ύστερα απολύθηκε, μια χαρά ήμασταν.
Και μετά είχατε... άρα εσύ είχες... Το τρίτο παιδί πότε γεννήθηκε;
Το ‘62 τον Δεκέμβριο.
Πιο μετά. Εσείς μου είπες ότι είχατε στην αρχή τα καπνά...
Καπνά φτιάχναμε και ζούσαμε.
Μετά αυτό άλλαξε;
Πολλά χρόνια καπνά φτιάχναμε, πάρα πολλά χρόνια.
Μέχρι και πότε, ας πούμε; Μετά πήρατε περισσότερα χωράφια—
Μέχρι που άλλο δεν μπορούσα να πάω στο χωράφι γιατί αρρώστησα εγώ, έκανα εγχείρηση—
εσύ;
Το ‘80 έκανα εγχείρηση και άλλο δεν, μετά το ‘80 δεν εκάναμε καπνό. Ως το ‘80 δούλευα, δουλεύαμε.
Και τότε πώς ζούσατε;
[00:30:00]Δουλεύαμε. Ύστερα είχαμε ανοίξει το μαγαζάκι, από μικρό καφενείο. Σιγά-σιγά φτιάχναμε καπνά, μαζεύαμε λεφτά, ψουνίζαμε, το κάναμε μαγαζί—
Αυτό ποια χρονιά έγινε;—
παντοπωλείο. Το παντοπωλείο το ανοίξαμε το ‘61.
Είχε τότε άλλο παντοπωλείο στο χωριό;
Είχε, είχε κι άλλο. Είχε τον Ανθόπουλο.
Και ήτανε κοντά στο σπίτι σας;
Ναι, τότε έμενα εγώ επάνω στο σπίτι και κάτω το είχαμε παντοπωλείο.
Και αυτό πώς το κάνατε; Σιγά-σιγά;
Σιγά-σιγά, και κατέβαινα εγώ και με τα μωρά και κοίταζα. Και τα χωράφια δεν τα αφήναμε.
Α, και τα δύο.
Ναι, ό,τι έπρεπε, κάτι, ο ένας τον άλλο να βοηθούσε. Μεγάλωσαν τα παιδιά μας, χτίσαμε το σπίτι, ούτε κάγκελα είχαμε, μεγάλωσαν όλα χωρίς κάγκελα. Μπαλκόνια χωρίς κάγκελα, σκάλες χωρίς κάγκελα.
Και δε φοβόσουνα;
Πώς δε φοβόμουνα, αν φοβόμουνα; Αλλά δεν είχαμε λεφτά να κάνουμε κάγκελα. Αυτή ήταν η ζωή μας.
Και το παντοπωλείο το ανοίξατε, μου είπες στην αρχή σαν καφενείο;
Ναι, μαζεύαμε, έφτιαχνα μεζέδες σπιτικές.
Τι μεζέδες έφτιαχνες τότε, θυμάσαι;
Πώς δε θυμάμαι.
Σαν τους σημερινούς ήτανε; Τι ήτανε;
Ό,τι είχαμε. Να, λίγο τυράκι θα έβαζες στο πιάτο, καμιά μελιτζάνα τηγανιτή, πιπεριά, φασόλια βρασμένα, ό,τι περνάει στο μυαλό σου, θα έβαζες ένα μεζεδάκι με το ούζο και να κέρδιζες τον
πελάτη.
Είχε πελάτες, είχε κόσμο;
Ερχόντουσαν, ερχόντουσαν.
Και μετά αυτό πόσα χρόνια το είχατε σαν καφενείο;
Το καφενείο λίγο κράτησε, δύσκολο ήταν γιατί εμ μαγαζί εμ καφενείο, πολύ δύσκολο.
Και τα μωρά, ας πούμε...
Είχαμε και τα μωρά για.
Όταν εσύ θα πήγαινες να φτιάξεις τους μεζέδες, τα μωρά πού θα ήτανε;
Κοντά μου, πηγαινοερχόμουνα. Εκεί μες στο μαγαζί, σε ένα κομμάτι είχα πετρογκάζ και εκεί πέρα μαγείρευα και κοίταζα και τα μωρά.
Και τι άλλο είχε το μαγαζί; Είχε μεζέδες, είχε μπύρες, τι είχε;
Είχε, σαν καφενείο, λίγο από όλα. Ύστερα ανοίξαμε μαγαζί, ψουνίζαμε από όλα τα είδη: ρέγκες, λάδι, τι χρειάζεται από λίγα-λίγα-λίγα, έτσι μεγαλώσαμε το μαγαζί και γίναμε κανονικό παντοπωλείο. Μετά καλά ήμασταν.
Το παντοπωλείο πότε έγινε;
Το παντοπωλείο μετά το ‘62 έγινε κανονικό παντοπωλείο.
Και τότε ήταν που άλλαξε λίγο—
Ναι—
η κατάσταση.
Ναι, αλλά με τα μωρά. Το φάσκιωνα το μωρό, το κρατούσα, κατέβαινα κάτω, θα σε έδινα τι θα χρειαστείς, θα ‘τρεχα και πάνω ώσπου να ‘ρθει ο μπαμπάς τους.
Άρα, δουλεύατε εναλλάξ;
Όπως προλάβαινα, δεν είχαμε εναλλάξ. Ο ένας τον άλλον, βοηθούσαμε την κατάσταση.
Και τότε, ας πούμε, τα προϊόντα που πουλούσατε από πού θα τα παίρνατε;
Περνούσαν αμάξια που είχανε χοντρική και ψουνίζαμε.
Άρα, εκείνη τη στιγμή...
Παίρναμε ό,τι μας ήταν απαραίτητο μες στο μαγαζί.
Ο άντρας σου, άρα, είχε σαν ασχολίες τα χωράφια...
Είχαμε και τα χωράφια και καπνά φτιάχναμε και το μαγαζί... Συγχρόνως θα φέρναμε τα καπνά κοντά στο μαγαζί, θα φέρναμε να μπουρλιάζαμε, όταν θα ερχόταν ένας να ψούνιζε, θα σηκωνόμασταν να του δίναμε... Αυτά ήταν.
Άλλες ασχολίες είχες, άλλα ενδιαφέροντα; Ή ούτε...
Ε να, μετά αρχίσαμε να βάζουμε δέντρα...
Εσένα δηλαδή ποια ήταν η καθημερινότητά σου; Ξυπνούσες, θα είχες τα μωρά...
Σπίτι, μαγαζί, χωράφι, όπου προλάβαινα. Τα μωρά τα άφηνα ύστερα στον άντρα μου και έτρεχα εγώ για να σκαλίζω —πιο [00:35:00]γρήγορα σκάλιζα—, ώσπου να ερχόμουνα από το χωράφι το πρόσεχε στην αυλή. Έτσι ήτανε.
Τότε στο χωριό τι άλλα μαγαζιά είχε; Είχε παντοπωλείο...
Ναι, είχε, άλλα δύο παντοπωλεία άνοιξαν.
Ιατρείο είχε;
Όχι.
Δεν είχε, ε;
Δεν είχε, τέτοια πράγματα δεν είχε.
Κάπου ας πούμε να…
Όποιος αρρώσταινε θα πήγαινε στα Σέρρας, σε νοσοκομείο, είχαμε τότε τον Σκουλίδη, πληρώναμε...
Τι ήταν αυτό, προμηθευτής;
Ήταν νοσοκομείο ιδιωτικό, δεν ήταν κρατικό.
Είχε καφενεία τότε στο χωριό;
Είχε.
Άρα, αν εσύ και ο άντρας σου θέλατε κάπως να ψυχαγωγηθείτε;
Δεν είχε τέτοια τότε, αν θα πηγαίναμε σε καμιά βάφτιση.
Δεν είχες πάει σινεμά ή κάτι...
Σινεμά...
Σε κάποιο κέντρο;
Μπα όχι, τέτοια δεν είχαμε. Ερχότανε στις πλατείες κάτι σινεμάδες, εκεί πηγαίναμε λίγο.
Στην πλατεία του χωριού;
Στην πλατεία του χωριού ναι, κινητά. Αυτά ήταν, δεν είχαμε, τίποτα δεν είχαμε τέτοια.
Ήτανε ωραίο αυτό; Δηλαδή κάθε πότε θα ερχότανε το σινεμά;
Κάθε μήνα, ας πούμε. Και όποιος μπορούσε πήγαινε, με μικρά μωρά εύκολα δεν μπορείς να πας. Αυτά ήτανε, κούκλα μου.
Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι άλλο;
Να προσθέσω να είναι όλοι αγαπημένοι, να μην υποφέρουν αυτά που υπόφεραν οι παλιοί και να είναι γερά τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τα δισέγγονά μου, αυτό. Τίποτα άλλο δεν θέλω στη ζωή μου. Εγώ γέρασα πολύ τώρα και είμαι στα τελευταία μου.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Παρακαλώ.
Περίληψη
Η Μάθρα Μυστακίδου ορφάνεψε από νωρίς και βρέθηκε στον Αϊ-Γιάννη Σερρών υπό την προστασία της μεγάλης της αδερφής. Μετά τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, όπου χάθηκε το τρίτο παιδί της οικογένειας, επέστρεψε στο χωριό Τριανταφυλλιά. Εκεί παντρεύτηκε με προξενιό. Με τον άντρα της, σε μετεφηβική ηλικία και οι δύο, μπήκαν από νωρίς στη βιοπάλη, δουλεύοντας στα χωράφια και δημιουργώντας οικογένεια. Το 1956 ο σύζυγός της επιστρατεύτηκε και βρέθηκε μακριά από το σπίτι. Τελικά, αφού ολοκλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του, έφτιαξε με την Αφηγήτρια ένα καφενείο-παντοπωλείο, για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Εκτός από αυτά, η Αφηγήτρια μιλά ακόμα για το βιοπορισμό, τη διατροφή και τη διασκέδαση στην περιοχή της μετά τον Εμφύλιο.
Αφηγητές/τριες
Μάρθα Μυστακίδου
Ερευνητές/τριες
Δέσποινα Μυστακίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
01/06/2020
Διάρκεια
38'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι γιαγιά της ερευνήτριας.
Περίληψη
Η Μάθρα Μυστακίδου ορφάνεψε από νωρίς και βρέθηκε στον Αϊ-Γιάννη Σερρών υπό την προστασία της μεγάλης της αδερφής. Μετά τα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, όπου χάθηκε το τρίτο παιδί της οικογένειας, επέστρεψε στο χωριό Τριανταφυλλιά. Εκεί παντρεύτηκε με προξενιό. Με τον άντρα της, σε μετεφηβική ηλικία και οι δύο, μπήκαν από νωρίς στη βιοπάλη, δουλεύοντας στα χωράφια και δημιουργώντας οικογένεια. Το 1956 ο σύζυγός της επιστρατεύτηκε και βρέθηκε μακριά από το σπίτι. Τελικά, αφού ολοκλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του, έφτιαξε με την Αφηγήτρια ένα καφενείο-παντοπωλείο, για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Εκτός από αυτά, η Αφηγήτρια μιλά ακόμα για το βιοπορισμό, τη διατροφή και τη διασκέδαση στην περιοχή της μετά τον Εμφύλιο.
Αφηγητές/τριες
Μάρθα Μυστακίδου
Ερευνητές/τριες
Δέσποινα Μυστακίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
01/06/2020
Διάρκεια
38'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι γιαγιά της ερευνήτριας.