© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Παραφέστας: Ο αρχηγός της της ομάδας που έγραψε ιστορία
Κωδικός Ιστορίας
11288
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δημήτριος Παραφέστας (Δ.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
28/11/2021
Ερευνητής/τρια
Δημήτρης Καραναστάσης (Δ.Κ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας. Μπορείτε να μου πείτε το όνομά σας;
Λοιπόν, ονομάζομαι Παραφέστας Δημήτριος, του Μιχαήλ.
Είναι 29 Νοεμβρίου 2021, βρίσκομαι με τον κύριο Παραφέστα στη τοποθεσία Λάρισα, ονομάζομαι Δημήτρης Καραναστάσης, είμαι ερευνητής από το Istorima και ξεκινάμε. Πείτε μας μερικά λόγια για εσάς.
Λοιπόν. Αυτή τη στιγμή είμαι τεχνικός διευθυντής στην ΑΕΛ. Παράλληλα, όλα τα χρόνια είμαι στο ποδόσφαιρο σαν προπονητής. Εργάζομαι παράλληλα, εργαζόμουν μάλλον, σαν ασφαλιστής σαράντα χρόνια. Παράλληλα, ξεκινώντας το ποδόσφαιρο συνδύασα και την εργασία. Τώρα έτσι έχω τη χαρά και την τύχη, θα έλεγα, να είμαι στο τεχνικό team σαν τεχνικός διευθυντής και να κάνουμε μία προσπάθεια πάλι, επαναφοράς της ΑΕΛ στην Superleague. Αν θες τώρα να σου πω…να ξεκινήσουμε την…πώς ξεκίνησε το ποδόσφαιρο…δεν ξέρω τι…ναι.
Ποια είναι η ενασχόλησή σας με τον αθλητισμό και πώς αυτή ξεκίνησε;
Ενασχόληση ποδοσφαιριστής και προπονητής.
Από ποια ηλικία;
Ξεκίνησα από μικρό παιδί. Από μικρό παιδί ήμουν μέσα στο γήπεδο όλη την ημέρα. Έπαιξα πέντε χρόνια στον Φαλανιακό Φαλάνης και από εκεί και πέρα από 16 στα 21 μεταπήδησα στη Λάρισα.
Πώς σας προσέγγισε η ομάδα της ΑΕΛ και πώς αισθανθήκατε εσείς, όταν υπογράψατε το πρώτο σας συμβόλαιο;
Το όνειρό μου ήταν να παίξω ποδόσφαιρο. Στο μυαλό μου δεν είχα τίποτα άλλο από τη μπάλα. Τελείωνα το σχολείο, ήταν το σπίτι κοντά στο γήπεδο και όλη την ημέρα…οπωσδήποτε μεγάλη χαρά δηλαδή να πραγματοποιείται το όνειρό σου, ότι από την ομάδα του χωριού πηγαίνεις στην ομάδα της πόλης, είναι μια ξεχωριστή έτσι χαρά, ικανοποίηση, ευχαρίστηση, ευτυχία να το πω.
Είχατε μία μεγάλη μετάβαση. Από τον Φαλανιακό στην ΑΕΛ. Στην αρχή τα πρώτα σας παιχνίδια είχατε περιορισμένο χρόνο;
Κοιτάξτε να δείτε. Πήγα στην ΑΕΛ σε μία εποχή, που η ομάδα είχε υποβιβαστεί από την Α’ Εθνική. Πήγα το καλοκαίρι του ‘75. Την προηγούμενη σεζόν η ομάδα έπαιζε Α’ Εθνική, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να σωθεί και έτσι, την επόμενη χρονιά έγιναν μεγάλες αλλαγές. Οπωσδήποτε η διοίκηση που είχε αποχωρήσει, αν θυμάμαι καλά, η διοίκηση του κυρίου Μόζα με τον κύριο Κίτα, ο Σπανός και ανέλαβε ο κύριος Κελεσίδης. Έγινε ξέχωρα από τις μεταγραφές επαγγελματιών, υπήρχε και μια στροφή στο ερασιτεχνικό και ήμουν από τους τυχερούς παίκτες, που πήγαν από το ερασιτεχνικό στην ΑΕΛ. Φυσικά ξεκινώντας, ήμουνα αναπληρωματικός, περίμενα, δούλεψα. Η ομάδα μέχρι τον Νοέμβριο, Δεκέμβριο δεν είχε καλή πορεία, ξέρεις, υπήρχε αυτή η μετάβαση από την Α’ στη Β’, καινούργια ομάδα, δεν υπήρχε η σταθερότητα και η ομοιογένεια. Και αποχωρήσανε κάποιοι έμπειροι παίχτες, κάποιες μεταγραφές και σιγά-σιγά αλλάξανε και προπονητές. Και ήταν τότε ο αείμνηστος Horacio Morales, ο οποίος ανέλαβε για λίγο την τα ηνία της ομάδας σαν προπονητής. Σιγά-σιγά θυμάμαι, Νοέμβριος ήταν; Το ‘75 άρχισα να παίρνω, θα έλεγα, συμμετοχές, σιγά-σιγά σιγά-σιγά και ο δεύτερος γύρος ξεκινούσα στη βασική ενδεκάδα. Περιττό να σας πω είναι ότι ξεκίνησα να παίζω από έξω αριστερά. Έπαιζα στον Φαλανιακό, έπαιζα επιθετικός έξω αριστερά, δεξιοπόδαρος μεν, δηλαδή, στην επίθεση και στο κέντρο. Και στην ΑΕΛ την πρώτη χρονιά έπαιζα σαν έξω αριστερά, έξω δεξιά, πολλές φορές χαφ λόγω έλλειψης παικτών. Και η καθιέρωση μετά σαν back ήρθε την επόμενη χρονιά, για να είχαν γίνει κάποιες προσθήκες και κάποιες μεταγραφές αξιόλογων παικτών όπως ο Γιάννης ο Μουσούρης, ο Μίλτος ο Κουμαριάς, Ναλμπάντης, ήταν ο Νίκος ο Αργυρούλης, πολλά ονόματα, ο Χριστόπουλος, ήταν ο Λέλης, ο Μπούτος εδώ από Λάρισα, ο Μπακαλιώτας, ο Ζάμπας, Στεργιάδης, μην ξεχνάω και κάποιον. Και κάπου υπήρχε…δεν θέλανε αυτοί οι παλιοί να παίξουνε, γιατί έπαιζε, ο Λέλης και ο Μπούτος τους άρεσε να παίζουν περισσότερο σαν στόπερ, centerback και υπήρχε μία κενή θέση στο δεξί μπακ. Μου λέει ο προπονητής: «Θα παίξεις;» Λέω: «Πώς να παίξω; Δεν έχω ξαναπαίξει». Σιγά-σιγά, είχα παίξει την προηγούμενη, μάλλον την προηγούμενη σεζόν στα τελευταία ματς δεν υπήρχαν παίκτες, δεν συμπληρώναμε να φανταστείς. Τόσο θα μου πεις η εξέλιξη της ομάδος στον ουρανό. Εκείνη τη χρονιά η ομάδα, ξέρεις, ξεκίνησε για πρωτάθλημα, δεν περπάτησε, ωπ έμεινε και δεν υπήρχε, δεν υπήρχαν πολλά παιδιά. Χρησιμοποιηθήκαν και παιδιά από την ερασιτεχνική, πάω λίγο πίσω, και σε ένα ματς με τον Ολυμπιακό Βόλου τότε, ο Morales μου είπε: «Θα παίξεις μπακ. Δεν έχω». Και έπαιξα μπακ. Πήγα καλά, και την άλλη χρόνια υπήρχε η θέση του κενή του δεξί μπακ, όλοι οι άλλοι, δεν ανέφερα και τον Σεϊταρίδη που έπαιζε, οι αδερφοί Σεϊταρίδη παίζανε, δηλαδή σιγά-σιγά έρχονται στο μυαλό. Μιλάμε πολλά χρόνια ξεκινώντας την καριέρα. Και μου λέει ο Μίλτος ο Κουμαριάς, μου λέει: «Παίξε δεξί μπακ-μου λέει-Αφού μπορείς». Το δούλεψα λίγο στο μυαλό μου και τη δέχτηκα την πρόταση του προπονητή και σιγά-σιγά, υπήρχαν, είχα τις επιθετικές τάσεις, αφού ήξερα από επίθεση, ξέρεις, από πίσω, με τον χρόνο, φυσικά, βελτίωσα το μαρκάρισμα με τις προπονήσεις και τους προπονητές. Αυτά είναι τα πρώτα δύο χρόνια. Θέλεις να πάμε να σου εξιστορήσω έτσι όλη την αναδρομή όλη στην καριέρα;
Ναι κάντε μια αναδρομή. Ναι, ναι.
Ωραία. Λοιπόν…
Από το ‘70 πόσο;
Αυτό είναι από το ‘75.
Μέχρι το ‘87;
Ναι μέχρι το ‘87. Δώδεκα χρόνια έπαιξα στην ΑΕΛ. Λοιπόν, ξέχασα να πω μετά, ότι ένας από τους βασικούς άξονες της ομάδας ήταν και ο τότε αρχηγός Θωμάς ο Δράμαλης, ο όποιος έτσι βοήθησε πολύ και εμένα και όλους τους νέους και οι άλλοι οι παλιοί. Δηλαδή το ‘75 τη δεύτερη σεζόν ‘76-’77, πάλι επιχείρησε η διοίκηση να κάνει πρωταθλητισμό. Δεν περπάτησε η ομάδα και στο δεύτερο γύρο παίξαμε μονό λαρισαίοι, παιδιά τα οποία ήτανε από την ερασιτεχνική Σελιώνης, Βλαχούλης, Αργυρούλης, Ανδρεούδης. Είχε έρθει τότε-αυτά είναι τη δεύτερη χρονιά- ο Θόδωρος ο Μανδραβέλης από Φαλάνη, ο Θανάσης Τσιτσιλής από φαλάνη, Ταμπάρας, δηλαδή Λαρισαίοι, αφού οι μεταγραφές δεν μπορούσαν να… δεν υπήρχαν τα λεφτά, δεν υπήρχε το ενδιαφέρον για πρωτάθλημα, ξέρεις, γίνεται στροφή στους ερασιτέχνες και στους ντόπιους, γιατί αυτοί μένουν, έχουν τη διαμονή, έχουν το φαγητό, έχουν τον ύπνο, είναι ανέξοδοι. Και έτσι σιγά-σιγά, συγκεντρώθηκε ένας πυρήνας. Στις σεζόν ‘77-‘78.
Τι θέση τερματίσατε εκείνη τη χρονιά;
Εκείνη τη χρονιά στη μέση της βαθμολογίας ήμασταν. Εντάξει. Εκεί πέρα είχαν περάσει κάποιοι καλοί προπονητές ήταν ο Horacio, είχε έρθει Horacio ήταν έτσι υπηρεσιακός πάντα ο Morales. Είχε έρθει ο Μπαλόπουλος ο Βαγγέλης, μεγάλα ονόματα. Είχε έρθει ο Πετρίδης ο Γιώργος, ο οποίος ήταν ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ τη δεύτερη χρονιά προπονητής. Την τρίτη χρονιά αλλάζει η διοίκηση, έρχεται η διοίκηση του Ορλακόπουλου. Έρχεται η διοίκηση του Ορλακόπουλου, προπονητής ο Παύλος ο Γρηγοριάδης, ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού. Θυμάμαι είχαμε κάνει, είχε έρθει τότε ο Βαλαώρας στην ομάδα, είχε έρθει ο Μουσιάρης, ήταν ο Κουκουλίτσιος, ξέχασα να σου πω, από πριν, το ‘75’-‘77 και ο Μουσιάρης ήρθε το ‘77. Ήρθε ο Βαλαώρας μεταγραφή από την Ανθούπολη και η διοίκηση είχε κάνει στροφή, ξέρεις, στα ταλέντα εδώ του Νομού και της ευρύτερης περιοχής. Παράλληλα, είχαν παρθεί και αξιόλογοι παίκτες όπως ο Θώδης από Καρδίτσα, ο Γιάννης, ο Μπουντόλος τερματοφύλακας, ο Λιάπης ο Τάκης ήταν και ο Μαντζουράκης ο Γιάννης. Ναι ήτανε και της προηγούμενης χρονιάς, μου διέφυγε και η ομάδα πήγαινε, ξέρεις… ο Θωμάς ο Δράμαλης φυσικά, που ήταν αρχηγός ομάδος τα χρόνια αυτά και μετά σιγά-σιγά, έγινα αρχηγός εγώ μετά, στον τρίτο χρόνο. Αυτή τη χρονιά διεκδικήσαμε το πρωτάθλημα και βγήκαμε με προπονητή τον Γρηγοριάδη στην αρχή και Νοέμβριο-Δεκέμβριο έγινε η αλλαγή και ήρθε ο Γιάννης ο Ζαφειρόπουλος. Η ομάδα βγήκε πρωταθλήτρια. Βγήκαμε από Β’ πήγαμε στην A’. Πήγαμε [00:10:00]στην Α’. Κόσμος πολύς στο γήπεδο, ανταγωνισμός, δηλαδή το γήπεδο γεμάτο. Υπήρχε, ξέρεις, να φανταστείς ότι αυτή η χρονιά είχε πολλούς νέους μέσα, αν θα δεις τις φωτογραφίες. Δηλαδή έπαιζε ο Μπουντόλος, εγώ, ο Ράγκος ο Βασίλης, ο Αργυρούλης, ο Αναγνώστου, ο Ανδρεούδης, Μουσιάρης, Κουκουλίτσιος, Μανδραβέλης, Τσιτσιλής, Ταμπάρας σαν τερματοφύλακας, μην ξεχάσω, είχε έρθει ο Βαλαώρας, Ποντίκης, ποια άλλα παιδιά ήτανε; Πρέπει να κοιτάζουμε και τις φωτογραφίες, μην… ποιοι άλλοι είναι; Τέλος πάντων. Ο Μαντζουράκης είπα, Δράμαλης, Αναγνώστου ναι, ναι, ναι. Και είχαμε μια δυνατή πορεία. Η στήριξη του κόσμου τρομερή. Το γήπεδο να είναι γεμάτο κάθε Κυριακή. Αυτά ήταν στην Β’, ανεβήκαμε Α’. Η επόμενη χρονιά, πάλι, το σκεπτικό παίρνανε παιδιά από την περιοχή, πήγαμε εκείνη τη χρονιά η προετοιμασία ήταν εδώ πάνω στο -πες μου- από τον Πυργετό πάνω…
Ραψάνη;
Όχι Ραψάνη, το άλλο; Κρανιά. Κρανιά Ολύμπου. Κάναμε στην κατασκήνωση εκεί. Εντάξει, οι συνθήκες δύσκολες. Όταν λέμε στην κατασκήνωση, κρεβάτι όπως πηγαίναν οι μαθητές, ένας δίπλα στον άλλον. Τώρα ήμασταν ποδοσφαιρική ομάδα. Ξέχασα να σας αναφέρω Πατσιαβούρα Νίκος. Ο Νίκος είχε έρθει κι αυτός εκείνη τη χρονιά, είχε έρθει από τον Απόλλωνα ο Νίκος. Άλλη χρονιά μετά βγήκαμε στην Α’ Εθνική, πήγαμε προετοιμασία Βέροια, προπονητής ήταν ο Ribar με γυμναστή τον Γιώργο τον Τσαλόπουλο. Τη προηγούμενη χρονιά γυμναστής ήταν ο Γιώργος ο Βασταρούχας. Προετοιμασία…ήταν μια δύσκολη χρονιά, ξέρεις, από Β’ πήγαμε Α’, τότε ήρθε στην ομάδα, ήταν και ο Κουμαριάς, ήταν και τη χρονιά που βγήκαμε. Είχε έρθει ο Υφαντής, ο Κρητικός, από Εθνικό και Παναθηναϊκό ο Υφαντής, ο Βαγγέλης ο Βουρούκος είχε έρθει από τη Νίκη Βόλου, αείμνηστος και αυτός. Πάλι ο κορμός όμως, ξέρεις, ήμασταν εδώ οι Λαρισαίοι. Υπήρχε ο κορμός, ερχόντουσαν και κάποιες μεταγραφές, ήταν μία δύσκολη χρονιά. Όσον αφορά το αγωνιστικό, να προσαρμοστούμε στις απαιτήσεις της Α’ εθνικής, αλλά ωστόσο όμως, εντάξει, πηγαίναμε καλά. Σωθήκαμε στο τέλος κερδίζοντας το Αιγάλεω και μετά με τον ΠΑΟΚ είχαμε έρθει την τελευταία αγωνιστική εδώ, από ό,τι θυμάμαι, ισοπαλία. Είχαμε κερδίσει τον Παναθηναϊκό και να φανταστείς εδώ, έτσι ιστορία, είχε αποβληθεί ο Μπουντόλος και έπαιξε ο Ηλίας Σελιώνης τερματοφύλακας και ο Ηλίας καυχιέται τώρα και λέει: «Είμαι ο μοναδικός τερματοφύλακας στον κόσμο, που δεν έχω δεχτεί γκολ». Έπαιξε ένα τέταρτο και κερδίσαμε 1-0, που λες Δημήτρη. Η επόμενη χρονιά είναι ’88-’89 (εν.’78-’79).Έχουμε προπονητή, πήγαμε προετοιμασία Στενή Ευβοίας. Ο ίδιος κορμός πάλι. Πολυχρονίου Κώστας. Από τις μεγάλες δόξες τους Ελληνικού ποδοσφαίρου, αρχηγός Εθνικής, Ολυμπιακού. Ξεκινήσαμε, είχαμε μια καλή παρουσία, βγήκαμε πέμπτοι-έκτοι, είχαμε πάει Βαλκανικό Κ,ύπελλο βγήκαμε. Άρχιζε σιγά-σιγά, ξέρεις, συμμετοχή και των ντόπιων και των μεταγραφών δεν έγιναν πολλές μεταγραφές. Ήρθε με μεταγραφή ο Μουσιάρης είχε έρθει, ήρθε ο Θεολόγης ο Παπαδόπουλος, ήρθε ο Κώστας ο Μαλουμίδης. Δηλαδή ήρθαν παίκτες από την περιφέρεια, τα ταλέντα. Οι άλλοι ήμασταν ίδιοι. Δράμαλης, Αργυρούλης, εγώ…είχαμε μια καλή πορεία. Διοίκηση τότε είχε αναλάβει και έγινε ΠΑΕ, έγινε εταιρεία η ομάδα είχε αναλάβει ο Αντώνης ο Καντώνιας, η Βιοκαρπέτ. Φυσικά με το που έγινε ΠΑΕ άρχισε να λειτουργεί και λίγο καλύτερα, γιατί πριν σαν ερασιτεχνική δεν είχε την οικονομική δυνατότητα και τη στήριξη και από το κράτος και έτσι, υπήρχαν κάποιες δυσκολίες, αλλά η διοίκηση πάντα φρόντιζε να τακτοποιούνται τα οικονομικά προβλήματα. Με το που έγινε εταιρεία, άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά η ομάδα. Εν τω μεταξύ, σαν ποδοσφαιριστές της Λάρισας ήμασταν από τους πρωτοπόρους στον συνδικαλισμό των ποδοσφαιριστών. Να φανταστείτε ότι είχαμε κάνει, συμμετείχαμε και στις απεργίες και στον αγώνα για την μείωση των συμβολαίων και την εξασφάλιση σύνταξης και περίθαλψης. Δηλαδή είχαμε, έτσι, ήμασταν ενεργοί, δηλαδή όλοι οι παίκτες της εποχής, από πότε έγινε ΟΠΣΑΠ, ήμασταν όλοι ιδρυτικά μέλη και δραστήρια μέλη σαν ΑΕΛ και σαν Λάρισα. Φυσικά εντάξει, ο συνδικαλισμός και ο αγώνας έχει και τις συνέπειες για κάποιους, οι οποίοι δεν βλέπουν ότι αγωνιζόμαστε να εξασφαλίσουμε τη σύνταξη, για ένσημα και την περίθαλψη, κάτι που δεν είχαν οι αθλητές, ήμασταν επί ξύλου κρεμάμενοι. Εντάξει, αν συνέβαινε κάτι, σταματούσες το ποδόσφαιρο και δεν σε γνώριζε και δεν σε ήξερε κανένας. Οπότε με το που έγινε επαγγελματικό το ποδόσφαιρο, λειτούργησε καλά. Η επόμενη χρονιά, δηλαδή είμαστε ‘79-‘80. Ναι, με προπονητή Πολυχρονίου, διοίκηση Καντώνιας. Συνεχίζει η διοίκηση, τότε είχε έφυγε από την ζωή το ’81, είχε αρρωστήσει ο Αντώνης ο Καντώνιας και άλλαξε διοίκηση και τη διοίκηση στην ομάδα την πήρε ο Σίμος Παλαιοχωρλίδης με προπονητή τον Αντώνη Γεωργιάδη. Ξέρεις, η παραμονή όλων των παικτών εδώ της Λάρισας δημιούργησε έναν πυρήνα, υπήρχε η ομοιογένεια και προστέθηκαν κάποια ταλέντα και κάποιοι έμπειροι παίκτες και σιγά-σιγά, έτσι αυτή η ομάδα χτιζόταν με τον χρόνο. Δηλαδή τα αποτελέσματα δεν ήτανε, ξέρεις, εντυπωσιακά, αλλά υπήρχε αυτή η διάθεση, υπήρχε ο πόθος, ο πόθος για διάκριση και για καταξίωση από όλους μας. Δηλαδή δεν μπορώ να πω ότι εγώ ή ο τάδε ποδοσφαιριστής σαν αρχηγός ή ο Δράμαλης ή ο Αργυρούλης, που ήμασταν οι πιο παλιοί, δημιουργήσαμε αυτόν τον πυρήνα και κοντά ερχόντουσαν όλα τα παιδιά και υπήρχε αυτή… Δηλαδή δεν υπήρχε η απαξίωση, υπήρχε η συσπείρωση, υπήρχε η παρέα. Δηλαδή ήμασταν μία καλή παρέα και έτσι φαινότανε ότι αυτή η ομάδα θα είχε καλή εξέλιξη. Πηγαίνοντας στη σεζόν που ήρθε ο Αντώνης Γεωργιάδης από εκεί, έτσι, άρχισε η ομάδα, έτσι όπως υπήρχε η ομοιογένεια και ο κορμός είχε έρθει τότε ο Spasovski, (Δ. Α. =00:19:35) ήταν την προηγούμενη χρονιά με τον Πολυχρονίου. Άρχιζε να φαίνεται έτσι, να παίζει λίγο καλό ποδόσφαιρο η ομάδα σιγά-σιγά-σιγά-σιγά-σιγά και νομίζω ότι όλοι οι προπονητές συνετέλεσαν με την παρουσία τους και με τη δουλειά, να βάζουν ένα λιθαράκι και να χτίζεται αυτή η ομάδα. Αρχίσαμε να πατάμε γερά, γιατί αρχίσαμε, ξέρεις, τότε…είχαμε στον πέμπτο χρόνο, τώρα τέταρτο-πέμπτο χρόνο μαζί και αρχίζεις και φαίνονται τα αποτελέσματα. Γνωριζόμασταν μεταξύ μας, ανέβηκε και ένα επίπεδο η προπόνηση με τον Γεωργιάδη τον Αντώνη, οπότε άρχιζε η ομάδα να παίζει και καλό ποδόσφαιρο, να παίρνει και αποτελέσματα, να παίζει και καλό ποδόσφαιρο. Είναι η σεζόν ‘80-‘81. Ναι, βγήκαμε, παίξαμε πάλι, ενώ την προηγούμενη χρονιά παίξαμε Βαλκανικό, βγήκαμε πέμπτοι, τι βγήκαμε…Παίξαμε Βαλκανικό Κύπελλο με τον Γεωργιάδη, βγήκαμε πάλι πέμπτοι-έκτοι και η ομάδα έτσι φαινόταν ότι είχε μία ομορφιά, μία στάμπα, είχε την σφραγίδα της. Η επόμενη χρονιά τράβηξε πολύ τον κόσμο με το θεαματικό ποδόσφαιρο και γρήγορο ποδόσφαιρο. Θυμάμαι τότε ο αείμνηστος Αντώνης Γεωργιάδης φώναζε στην προπόνηση. Είχε την απαίτηση να παίζουμε γρήγορα και φώναζε από τότε, εν έτη ’80 «Όλα γίνονται γρήγορα εκτός από το φαγητό και τον έρωτα». Δηλαδή στο ποδόσφαιρο ζητούσε να παίζουμε γρήγορα, μας έβαζε και τελειώναμε επιθέσεις από τη μία πλευρά στην άλλη στα 15 δευτερόλεπτα, να τελειώσεις, δηλαδή περιοχή σε περιοχή, μιλάμε ταχύτητα στο παιχνίδι. Καταφέραμε να πάμε στο τελικό το ‘82 με τον Παναθηναϊκό. Ήταν η πρώτη συμμετοχή σε τελικό και ήταν κάτι το σημαντικό, κάτι το εξαιρετικό. Δηλαδή μία επαρχιακή ομάδα! Ακολουθήσαμε τότε, είχε προηγηθεί η Καστοριά, που είχε πάρει το κύπελλο πριν από εμάς, δεν ξέρω αν είχε παίξει και ο Ηρακλής κύπελλο ναι, και ήμασταν από τις επαρχιακές ομάδες, που ξέρεις, με τη παρουσία μας, έτσι λίγο, ξεσηκώσαμε το πανελλήνιο. Συμμετοχή στον τελικό, ένα καταπληκτικό ποδόσφαιρο-δεν ξέρω, αν το έχεις δει στιγμιότυπα- Νομίζω ότι έτσι αδικηθήκαμε, έπρεπε να κερδίσουμε. Δυστυχώς δεν κερδίσαμε. Μας κέρδισε ο [00:20:00]Παναθηναϊκός με 1-0. Είχαμε παίξει πολύ ωραία και τα σχόλια ήταν πολύ θετικά και θυμάμαι τότε, ήταν το Παγκόσμιο το ‘82 στην Ισπανία. Ήταν ένα μέτριο ποδόσφαιρο και θυμάμαι ότι τα σχόλια του Γιάννη Διακογιάννη, από τους κορυφαίους Έλληνες δημοσιογράφους, λέει: «Ο τελικός και η παρουσία της Λάρισας και η εμφάνιση της Λάρισας ήταν μία όαση στο μέτριο Παγκόσμιο Κύπελλο». Ναι, ναι, δηλαδή είχε εκφραστεί τόσο ωραία, αλλά και όλος ο Τύπος ήταν με τα καλύτερα λόγια. Η επόμενη χρονιά δεν προλάβαμε να ξεκουραστούμε, Δημήτρη, και στις δεκαπέντε μέρες έφυγε ο Γεωργιάδης και ήρθε πάλι στη διοίκηση. Τελείωσε και η διετία της θητείας του Παλαιοχωρλίδη και ξαναγύρισε ο Βιοκαρπέτ με πρόεδρο… ναι πρόεδρος ήταν ο Αδάμος ο Τσάχας, αλλά ήταν μέσα η οικογένεια Καντώνια και η Βιοκαρπέτ. Προπονητής ο Gmoch. Θυμάμαι, τρεις βδομάδες πήγαμε στα 3-5 Πηγάδια, τρεις βδομάδες, δεν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το τελικό του ‘82, καθίσαμε δεκαπέντε μέρες στο βουνό. Άρχισε μια σκληρή προετοιμασία, δηλαδή ο Gmoch ήταν από τους ανερχόμενους προπονητές τότε, συμμετείχε και στην Εθνική Ομάδα της Πολωνίας. Εδώ είχε περάσει από τα Γιάννενα. Είχε παρουσιάσει ένα καλό σύνολο, ήρθε και στη Λάρισα. Σκληρή δουλειά. Τρεις προπονήσεις την ημέρα. Φυσικά τις κάναμε και την προηγούμενη χρονιά. Δύο χρονιές με τον Γεωργιάδη. Τριπλές οι προπονήσεις, τρεις την ημέρα στην προετοιμασία. Συνεχίστηκαν με τον Gmoch. Εντάξει, υπήρχε ο κορμός της ομάδος, δηλαδή δεν χρειαζόταν να γίνουν μεγάλες μεταγραφές και μεγάλες προσθήκες. Δηλαδή περνώντας τα χρόνια και ο βασικότερος παράγοντας έτσι της απόδοσης αυτής της ομάδας, πιστεύω ότι ήτανε η ομοιογένεια της ομάδος, η πολύχρονη παρουσία των παικτών στην ομάδα, γιατί είχαμε τις δωδεκαετίες, μετά ήρθαν οι πενταετίες και τα ελεύθερα συμβόλαια κατάλαβες; Δηλαδή το λιγότερο που παίξαμε ήταν πέντε-έξι χρόνια. Η ομάδα ήταν ίδια, δεν άλλαξε, απλά προστέθηκε εκείνη τη χρονιά ο Kmiecik, που ήρθε τα Χριστούγεννα. Οι παίκτες οι άλλοι ήταν ίδιοι χωρίς καμία αλλαγή. Στην προετοιμασία… είχαμε συνηθίσει τις προετοιμασίες, δεν φοβόμασταν. Θυμάμαι έτσι κοιμόμασταν και σε δωμάτια τέσσερα άτομα. Ένας πάνω, ένας κάτω, τέσσερα κρεβάτια, ήταν στον ξενώνα στα 3-5 Πηγάδια, μετά έγιναν τα ξενοδοχεία. Οι συνθήκες λίγο δύσκολες, πρωτόγνωρες, αλλά αντέχαμε, γιατί αγαπούσαμε αυτό που κάναμε, ήμασταν μία οικογένεια όλοι οι ποδοσφαιριστές. Θυμάμαι, όταν τρέχαμε εκεί στον δρόμο μας έβαζε με τα γιλέκα και ανεβαίναμε πάνω στο…ο Gmoch. Αυτός είχε ένα μηχανάκι και μας ακολουθούσε στο τρέξιμο, να μην κλέψει κανείς. Μια μέρα θυμάμαι, είχαν έρθει και κάποια άλλα παιδιά εκείνη τη χρονιά, μάλλον την προηγούμενη χρονιά, είχε έρθει ο συγχωρεμένος ο Γιώργος ο Μητσιμπόνας, νεαρός από την Τσαριτσάνη, είχε έρθει μετά ο Σαμαράς ο Κώστας και άλλοι νεαροί παίκτες εδώ από την περιοχή. Παρέλειψα να πω για τον Κουτά και τον -στην προηγούμενη χρονιά- με τον Γεωργιάδη και το Χαραλαμπίδη τον Κώστα σαν center for. Τώρα εντάξει, πόσα έρχονται στο μυαλό… λέω, είναι πολλοί οι παίκτες και άμα δεν τα έχεις γραμμένα… Και εκεί που μας ακολουθούσε με το μηχανάκι, μαζεμένοι μια μέρα, τι να κάνουμε; Πηγαίνω παίρνω μπαμπάκι από το φαρμακείο και βάζω στο μπουζί μπαμπάκι και δεν έπαιρνε μπρος το μηχανάκι. Οπότε και να κατεβαίνει ο Gmoch την κατηφόρα, να μην παίρνει μπροστά. Άντε το ανέβαινε πάνω. «Με κάναν σαμποτάζ, σαμποτάζ». Την άλλη μέρα πάω το βγάζω, έγινε το τέτοιο…ιστοριούλες -ξέρεις- αλατοπίπερο αυτά, στην προετοιμασία. Εκείνη η χρονιά ξεκίνησε λίγο άσχημα, αγωνιστικά θέλω να πω. Γιατί εντάξει, η ομάδα είχε μπει διοικητικά, σε σωστές βάσεις, υπήρχε οικονομική συνέπεια, πληρωμή. Δεν ξεκινάμε καλά. Κάποια στιγμή τέθηκε και θέμα προπονητή. Ψάχναν να βρουν προπονητές. Μιλάω εκεί με τον αρχηγό, τον γενικό αρχηγό και έτσι πως λέγαν και τα παιδιά «Ρε ‘σεις, δεν φταίει ο προπονητής. Φταίει η πολλή δουλειά που έχει πέσει». Είχαμε την άποψή μας σαν παίχτες, δηλαδή το σύνολο, γιατί δεν μπορεί να τελειώσεις τον τελικό του 82’ και σε δέκα μέρες να πας να κάνεις ξανά την προετοιμασία και να σε κάνει τριπλές προπονήσεις, να ξανακάνεις διπλές. Η ομάδα ξεκίνησε με ισοπαλίες, ήττα, εντάξει και πάμε παίζουμε Ηρακλή. Κάποιοι ήταν κάθετοι «Φταίει ο προπονητής». Εμείς, ξέρεις, το λίγο διάστημα, επειδή είχαμε την εμπειρία και έτσι είχαμε δεθεί με τον Gmoch, λέμε: «Ρε ‘σεις δεν φταίει ο άνθρωπος, είμαστε κουρασμένοι». Και πάμε στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης και κάναμε ένα καλό παιχνίδι, δυνατό παιχνίδι. Θυμάμαι συγκεκριμένα, ο Ηρακλής σε φουλ φόρμα με Χατζηπαναγή, Παπαϊωάννου, Ξανθόπουλο, Αλεξιάδη, Καραΐσκο, δηλαδή μιλάω…κάτσε στην άμυνα…Γεωργίου ως τερματοφύλακας, αν τους θυμάμαι καλά, γιατί ήταν αξιόλογοι παίχτες. Μιλάμε μία δυνατή ομάδα και εμείς ήμασταν ισάξιοι. Εντάξει, γινόταν, όταν έπαιζε Ηρακλής-Λάρισα, γινόταν τα πιο ωραία παιχνίδια, θεαματικό ποδόσφαιρο. Θυμάμαι ήμασταν, ξέρεις, κουμπωμένοι. Ξεκινάει το ματς, είχε πει τότε ο Gmoch, λέει στον Θωμά: «Θα μαρκάρεις τον Χατζηπαναγή». Εντάξει, ο Ξανθόπουλος έβγαινε στο κέντρο και ο Παπαϊωάννου πιο δεξιά. Στο πρώτο εικοσάλεπτο έχουμε χάσει την μπάλα. Δεν ξέρουμε, να πιάνει ο Πλίτσης τα άπιαστα. Εν τω μεταξύ μας βγαίναν, κάπου εμείς μπερδευόμασταν. Ο Χατζηπαναγής δεν έπαιζε στο κέντρο, ερχόταν λίγο προς τα έξω αριστερά και εγώ δεν είχα παίχτη. Κάποια στιγμή, ήμασταν με τον Δράμαλη δύο παίκτες σε έναν και μας σπάζανε από την άλλη πλευρά. Του λέω: «Ρε Θωμά, δεν αλλάζουμε;» μου λέει: «Ρε Τάκη, αφού είπε να τον παίξω εγώ man to man τον Χατζηπαναγή. Τι να κάνουμε;» και του λέω: «Θα φάμε πεντάρα». Μιλάμε μεταξύ μας και τα άλλα παιδιά, λέμε: «Αλλάζουμε». Μες στο 30’. . . πάω εγώ λίγο πιο μπροστά, ήταν δεξιά ο Μαλουμίδης… Έτσι μετατοπίζεται η ομάδα. Δηλαδή πήραμε απόφαση εμείς, να αλλάξουμε τα μαρκαρίσματα. Ευθυγραμμιζόμαστε. Αρχίζαμε κατεβάζαμε και εμείς τη μπάλα, εντάξει, ήμασταν καλή ομάδα δεν ήμασταν…αλλά ξέρεις, άμα μερικές φορές σου βγαίνουν λίγο διαφορετικά, πρέπει να αντιδράσεις και παίρνω απόφαση ό,τι έγινε- έγινε. Πάμε, μιλάμε στο ημίχρονο. Εκεί ο Χατζηπαναγής ήταν από τους παίχτες τους οποίους, ξέρεις, αν πήγαινες με δύναμη, έτρωγες την ντρίπλα και γινόσουν και ρεζίλι. Ήταν τώρα, να φας ντρίπλα και να κάνεις, το είχαμε δουλέψει στο μυαλό μας όλοι, τα χαφ και η αμυντική γραμμή και λέγαμε: «Τον πρεσάρουμε δύο και δεν πέφτουμε» ξέρεις, παίζαμε… μπορεί να επικρατούσε έτσι το man to man, αλλά εμείς και από μόνοι μας το παίζαμε μικτό, κάναμε, παίζαμε και ζώνη, δεν πηγαίναμε από την άλλη πλευρά το αυστηρό man to man όπως είχαμε παίξει την προηγούμενη χρονιά στον τελικό. Όπου πήγαινε ο παίχτης, τον ακολουθούσαμε. Μέναμε στις θέσεις μας λίγο, γίνεται πέναλτι, στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου. Το εκτελεί ο Ορφανίδης. Μπαίνει ένας παίχτης του Ηρακλή μέσα, μπαίνει γκολ η μπάλα, το δίνει επανάληψη. Στην επανάληψη το πιάνει ο Πλίτσης. Συνεχίζουμε το παιχνίδι, παίζαμε το μισό γήπεδο ερχόταν, ντουμπλάριζε σε εμένα, είχα πάει εγώ στον Χατζηπαναγή, κάποια στιγμή, μου δίνει μια, σε ένα πέρασμα της μπάλας όπως πήγαινε προς το κέντρο, γιατί από την άκρη δεν ερχότανε, έμπαινε διαγώνια, ήταν δαιμόνιος παίκτης και τον ακολουθούσα, δεν έπεφτα. Μου δίνει έτσι μία με το χέρι, ξέρεις, υπήρξε μία διένεξη εκεί, εντάξει. Ωπ, ήμασταν ομάδα μόλις γινόταν κάτι, υπήρχε συσπείρωση. Φώναζε ο Μήτσι «Δεν πέφτουμε, δεν πέφτουμε». Βγαίνουμε δυο-τρεις φορές στην αντεπίθεση, Ζιώγας γκολ 0-1. Κερδίζουμε το ματς, μένει ο προπονητής και κάνουμε μετά από αυτό το παιχνίδι, κάνουμε δεκατρείς-δεκατέσσερις νίκες σερί. Δηλαδή με το που έπιασε ο χειμώνας, με το που έπιασε ο χειμώνας, η ομάδα κέρδιζε μέσα έξω. Δηλαδή μιλάω για γρήγορο, δυνατό ποδόσφαιρο. Παίξαμε δυνατά παιχνίδια, κερδίσαμε Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό εδώ μέσα την ΑΕΚ, δηλαδή μιλάμε για παιχνίδια και της προηγούμενης χρονιάς, ξέρεις, δηλαδή η καταξίωση έρχεται, όταν έχεις την καλή παρουσία, κερδίζεις και τις ομάδες του πρώην ΠΟΚ, δηλαδή Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΠΑΟΚ. Ξέρεις, να βάζεις την ΑΕΚ τέσσερα γκολ, να παίζεις στα Τρίκαλα και να τους βάζεις τέσσερα γκολ ή να κερδίζουμε τον Ολυμπιακό 2-0. Δηλαδή [00:30:00]υπήρχε η καταξίωση, υπήρχε ο αέρας της ομάδος, υπήρχε το πιστεύω, οι παίχτες δηλαδή είχανε εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στην ομάδα. Και η χρονιά αυτή βγήκαμε δεύτεροι. Δηλαδή μπορούσαμε δηλαδή να διεκδικήσουμε το πρωτάθλημα, χάσαμε ένα παιχνίδι στο τέλος από τον Παναθηναϊκό και βγήκε ο Παναθηναϊκός. Βγήκαμε δεύτεροι, παίξαμε Ευρώπη την άλλη χρονιά. Την άλλη χρονιά φεύγει ο Gmoch, η διοίκηση παραμένει η ίδια, πήραμε προπονητή τον Skocik. Προετοιμασία στο Σέλι. Από τα 3-5 Πηγάδια, πήγαμε Σέλι, γιατί τα είχανε κλείσει άλλες ομάδες. Στο Σέλι η παρουσία καλή, παίζουμε Ευρωπαϊκό παιχνίδι, είχαμε παίξει με τον Γεωργιάδη, είχαμε παίξει Βαλκανικό Κύπελλο, είχαμε παίξει με την 17 Νοέμβρη. Είχαμε κερδίσει 3-1 εδώ, χάσαμε εκεί 3-0. Είχε 40.000 κόσμος στην Αλβανία, στα Τίρανα. Πάω λίγο πίσω στα Βαλκάνια, στα παιχνίδια τα Ευρωπαϊκά. Παίζουμε Ευρώπη…
Πάμε πρώτα στα εγχώρια-
Εντάξει ωραία, Skocik ξεκινάμε καλή παρουσία, η ομάδα έχει την εμπειρία της. Προχωράμε στο Κύπελλο. Δεύτεροι στη βαθμολογία, δεύτεροι στη βαθμολογία, ξαναπάμε τελικό Κυπέλλου το 84’. Τελικός Κυπέλλου, Ολυμπιακό Στάδιο. Εντωμεταξύ, έχουμε παίξει με τον Ηρακλή Κυριακή, Κυριακή ήταν δύο ημιτελικοί, ήταν ένας εδώ και ένας Θεσσαλονίκη. Ο Παναθηναϊκός έπαιζε με το Αιγάλεω. Θα σου πω πού έτσι ήτανε η ζυγαριά. Ο τελικός… εκεί δεν ήμασταν τόσο καλοί, γιατί υπήρχε η κόπωση. Εμείς κάναμε δύο δυνατά παιχνίδια, ξέρεις, 4.00 η ώρα είχε και ζέστη, ένα εδώ και ένα στο Καυταντζόγλειο. 1-0-κάτσε- 0-0 στον Ηρακλή 1-1 εδώ ή 1-0 -δεν θυμάμαι, μου διαφεύγει- τέλος πάντων. Ναι 1-0 εδώ με τον Γκαλίτσιο. Είχε βάλει γκολ και 0-0 στο Καυταντζόγλειο. Πάμε τελικό με Παναθηναϊκό. Εμείς Κυριακή, ο Παναθηναϊκός παίζει Κυριακή βράδυ, εμείς Κυριακή απόγευμα και ο τελικός είναι Τετάρτη. Αυτοί παίζαν με το Αιγάλεω, εμείς μέχρι πότε να ξεκουραστούμε και να σταματήσουν τα πανηγύρια, βρεθήκαμε στον τελικό. Η παρουσία μας δεν ήταν τόσο καλή. Εντάξει, καλή, αλλά ο Παναθηναϊκός ήταν πιο φρέσκος. Μας κέρδισε δίκαια, μας κέρδισε δίκαια. Έτσι μια ιστοριούλα. Στον πρώτο ημιτελικό με τον Ηρακλή, εδώ ρωτούσαν τα παιδιά «Πριμ, πριμ;» Κάθισα μετά, αφού φάγαμε στο ξενοδοχείο «Διόνυσος», φάγαμε, ανέβηκε η ομάδα πάνω, κάθομαι μιλάω με τον γενικό αρχηγό, τον Λεβέντη τον Χρήστο, «Ποιο θα είναι το πριμ; -λέω- Να το μεταφέρω». Κάθισα κάνα μισάωρο εκεί έτσι. Ανεβαίνω πάνω έτσι και με περιμένανε, βγαίνοντας από το ασανσέρ και μπαίνοντας στον διάδρομο και έρχονται δέκα κουβάδες νερό μπουγέλο. «Αχ -λέω- θα σας φτιάξω τώρα» Πάω μούσκεμα, δηλαδή μιλάω πλάκα, βγάζω τα ρούχα, λέω: «Βαλαώρα και Μαλουμίδη θα σας φτιάξω». Πάω έτσι από το διπλανό μπαλκόνι, μου ανοίγουν έτσι, περνάω, δεν είχα τίποτα, αυτοί φοβήθηκαν μήπως έχω να τους κάνω μπουγέλο και εκεί που πάει να ανοίξει ο Βαλαώρας με τον Μαλουμίδη, τάχα κάνω ότι θα τους ρίξω, να τους ρίξω μπουγέλο, δίνει μια τη τζαμαρία και πέφτει και πέφτει πάνω στο πόδι μου. «Μπαμ» Ακούγεται θόρυβος, με κόβει, με κόβει εδώ. Μου λέει ο συγχωρεμένος, γιατί ανέβηκα με τον συγχωρεμένο τον Μητσιμπόνα και μπήκαμε στο δωμάτιο και οι άλλοι περιμένανε, έτσι λίγο υπήρχε ζωντάνια στην ομάδα. Μου λέει: «Ωχ». Είχε κοπεί και αυτός σε ένα παιχνίδι με στον Πανσερραϊκό, είχε δώσει μία γροθιά ο Γιώργος τότε, ένα τζάμι, γιατί μας βρίζαν και λέει: «Θα έχεις τρομερό πόνο» λέει. Πάω στο δωμάτιο βάζω το… εντάξει έτσι όπως ήμουν με το σορτς, βγάζω τη φανέλα, δένω, ανεβαίνει ο προπονητής, η διοίκηση πάνω «Τι έγινε;» Τι να πούμε τώρα εμείς; Ότι έπεσε μπουγέλο και τέτοια; «Στο νοσοκομείο» ο πρόεδρος. Λέω: «Δεν πάω στο νοσοκομείο-λέω-θα το δέσω και θα παίξω». Τι να πω; Να πονάω, το αίμα να πάει… πάω νοσοκομείο, να μου το δένουν, μου το ράβουνε. Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκα. Είχα πάρει και στον λαιμό και τον Ζιώγα που μέναμε μαζί. Ξυπνάω, λέω: «Δεν μπορώ να παίξω». Λοιπόν, με περιμένει ο κόσμος «Τι έγινε; Γιατί δεν παίζω; Δεν παίζει ο αρχηγός». Εντάξει, τραυματισμός και έτσι πέρασε. Ήρθε το ματς 1-0. Ετοιμαζόμαστε για την άλλη Κυριακή. Δευτέρα με τα ράμματα, πήγα έκανα προπόνηση. Την Τρίτη βγάζω τα μισά ράμματα, μου τα βγάζει ο Μπατζαλέξης τα ράμματα, έβαλα ένα tape από πάνω, βάζω καινούργια παπούτσια να είναι εφαρμοστά και έκανα προπόνηση με την ψυχή στο στόμα και να πονάω, να με τραβάνε τα ράμματα και οι πληγές. Και πάμε στον επαναληπτικό την Κυριακή. Δεν έπαιζε και ο Βαλαώρας, γιατί- όχι έπαιζε ο Γιάννης- Έπαιζε ναι, έφαγε κάρτα στον δεύτερο ημιτελικό με τον Ηρακλή. Που λες, και κάνουμε ένα δυνατό παιχνίδι. Στο 80’ δεν άντεξα, πιαστήκαν κράμπες και είμαι έξω και γίνεται, αφήνει ένα offside ο επόπτης και πάει τετ-α-τετ Δανιήλ Παπαδόπουλος με τον Γιώργο τον Πλίτση και στη διεκδίκηση της μπάλας ο Γιώργος του την έκλεψε από τα πόδια έτσι στο τετ-α-τετ και έτσι πήγαμε τελικό. Μία ιστοριούλα έτσι, αλατοπίπερο. Επόμενη χρονιά έρχεται Strejlau προπονητής. Ναι, είχε έρθει στην ομάδα του χειμώνα την προηγούμενη χρονιά, τότε με τον Gmoch είχε έρθει και ο Kmiecik. Έτσι δηλαδή μπήκε και ένας επιτελικός παίκτης. Εντάξει, βοήθησε πολύ την ομάδα. Έρχεται προπονητής Strejlau, κοντά προετοιμασία κάναμε στο Σεράγεβο, στο χιονοδρομικό κέντρο. Η ομάδα… ναι, έχουν φύγει από την ομάδα εκείνη τη προηγούμενη χρονιά με τον Skocik, έφυγε ο Παπαδόπουλος, έφυγε ο Μαλουμίδης. Αλλά ήρθε Kmiecik, μετά ήρθε ο Adamtsic. Αξιόλογοι παίκτες. Ο κορμός πάντα ίδιος. Ίδιοι παίχτες, δηλαδή να φανταστείς, τότε το… μετά τη χρονιά με τον Πολυχρονίου, που έπαιζε ο Μπουντόλος, την άλλη χρονιά με τον Γεωργιάδη ήταν Πλίτσης, Τάκης Παπαδόπουλος. Ο Πλίτσης ήταν 18 χρονών και έπαιξε τελικό κυπέλλου το ‘82. -Ναι, έτσι παρένθεση- Είμαστε με τον Strejlau, η ομάδα είναι ώριμη, ξέρει να παίζει, ξέρει να διεκδικεί, ξέρει να κερδίσει. Φαινόταν. Ξεκίνησε το πρωτάθλημα. Καλή παρουσία και καλό ποδόσφαιρο. Προχωρήσαμε στην Ευρώπη τότε, θα πούμε τα παιχνίδια μετά. Ήτανε η σεζόν ‘84-‘85. Προχωρήσαμε στο Κύπελλο, πήγαμε, δηλαδή ήμασταν ‘83-‘84 και ‘84-‘85 σεζόν. Στο Πρωτάθλημα έτσι και στην Ευρώπη, Ευρώπη προχωρήσαμε, Πρωτάθλημα είχαμε καλή παρουσία και προχωρήσαμε και στο Κύπελλο. Πήγαμε στον τελικό το ‘85. Φυσικά πιο έμπειροι, πιο ώριμοι, θα έλεγα, με περισσότερο πιστεύω. Είχε, ξέρεις, όλα αυτά τα χρόνια είχε μικρύνει και το ποδοσφαιρικό δέος απέναντι στις λεγόμενες «μεγάλες ομάδες». Έρχεται ο τελικός του ‘85 με τον ΠΑΟΚ. Έτσι παίξαμε ένα καλό, καλό παιχνίδι και από τις δύο ομάδες. Πιστεύω ότι ξέχωρα, θα έλεγα, από την αποβολή του Βασιλάκου, πιστεύω δηλαδή, ότι πάλι το κύπελλο θα το παίρναμε, γιατί εντάξει, συνετέλεσε και η υπεραριθμία, αλλά ήταν τέτοια η αποφασιστικότητα και ισάριθμοι να ήμασταν, το Κύπελλο θα το παίρναμε. Γιατί καλή ομάδα ο ΠΑΟΚ, αλλά προερχόταν από τις χαρές, ξέρεις, από την κατάκτηση του Πρωταθλήματος. Δηλαδή είχαν πάρει το Πρωτάθλημα και αμέσως ήτανε ο τελικός, οπότε δεν υπήρχε αυτή η ψυχολογική προετοιμασία από την πλευρά τους όπως ήταν η δικιά μας ψυχολογική προετοιμασία, που ήμασταν δηλαδή ακλόνητοι στον στόχο μας. Δεν μας ξέφευγε κάτι, γιατί και την προηγούμενη την είχαμε πατήσει από τους πανηγυρισμούς, που δεν είχαμε προλάβει, που πήγαμε στον τελικό, δεν προλάβαμε να ηρεμήσουμε. Κάπως έτσι ήταν και ο ΠΑΟΚ μετά το Πρωτάθλημα, αλλά και η παρουσία η δικιά μας ήτανε καταπληκτική. Δηλαδή πολλές φορές έχουμε παίξει και με [00:40:00]δέκα παίκτες και έχουμε κερδίσει παιχνίδια. Θέλω να πω ότι παίξαμε, παρόλο που ο ΠΑΟΚ καλή ομάδα, έπαιξε με παίκτη λιγότερο, αλλά εμείς το εκμεταλλευτήκαμε, κατάλαβες; Δεν κομπλάραμε. Γιατί συμβαίνει, μία ομάδα μπορεί να αντιμετωπίσει και έναν παίκτη μείον. Ένας τελικός, ο οποίος ήταν ο πρώτος τίτλος. Θες να πούμε συναισθήματα και-
Ναι, ναι μιλήστε μας πιο αναλυτικά για τη κατάκτηση του Κυπέλλου. Πώς αισθανθήκατε;
Ναι, κοίταξε τώρα, όταν το όνειρο γίνεται πραγματικότητα, είναι μεγάλη υπόθεση. Τη μια πλευρά είναι η καταξίωση. Είναι, θα έλεγα, μία χαρά, έτσι κάτι το ξεχωριστό, έτσι μία τρέλα. Τι να σου πω; Ότι υπήρχε αυτή η έκσταση, η έκσταση της επιτυχίας. Είναι μοναδική η χαρά, είναι μοναδική η εμπειρία. Στιγμές ανεπανάληπτες, οι οποίες έτσι σε γεμίζουν χαρά, καταξίωση, ευτυχία, αναγνώριση από τον κόσμο. Μοναδικές στιγμές, μοναδικές στιγμές, τις οποίες έτσι χαίρομαι, όταν βλέπω ομάδες να έχουν επιτυχίες, έτσι αναπολώ τις επιτυχίες μας και έτσι ζηλεύω, με την καλή την έννοια. Δηλαδή είναι κάτι το ξεχωριστό. Τώρα να σου πω επιστροφή από τον τελικό; Όχι.
Τι εννοείτε; Για πείτε, πείτε, ναι.
Κοίταξε, όταν οι πανηγυρισμοί, η επιστροφή μείναμε Αθήνα. Ξέρεις, εντάξει, πάντα μετά από μία επιτυχία υπάρχει η διασκέδαση, βγήκαμε έξω, διασκεδάσαμε όλη η ομάδα και επιστρέψαμε στη Λάρισα. Στη Λάρισα μας περιμέναν στα διόδια, στο Μοσχοχώρι, εκεί. Δηλαδή να μην πω και παραπέρα. Οι πρώτες ομάδες φιλάθλων, οι οποίοι ήρθαν να μας προϋπαντήσουν και να χαρούν την επιτυχία μαζί μας. Κατεβήκαμε στην είσοδο από την οδό Βόλου και μπήκαμε μέσα στην πόλη πάνω σε άμαξα, εγώ, ο Σαμαράς, ο Μητσιμπόνας και κάποιοι φίλαθλοι και πίσω ακολουθούσε το πούλμαν. Δεν ξέρω αν τα έχεις δει σε φωτογραφίες. Φτάσαμε στο κέντρο της πόλης και εδώ έγινε πανζουρλισμός. Ξέρεις, οι παίκτες, για να κατεβούν το πούλμαν, τους είχαν στα 100μέτρα στον αέρα. Εντάξει, στιγμές, θα έλεγα, μοναδικές, ευτυχίας και καταξίωσης και όχι μόνο για τους αθλητές και τη διοίκηση, αλλά για όλη την πόλη, για όλη την πόλη.
Οι οπαδοί σας έδιναν ώθηση εκείνη την περίοδο; Σας βοήθησαν οι οπαδοί, να φτάσετε σε αυτές τις επιτυχίες;
Ε, βέβαια. Κοίταξε να δεις, ο κόσμος βοήθησε σημαντικά την ομάδα. Δηλαδή, παρόλο που υπάρχει έτσι, είναι δύσκολος ο κόσμος στη Λάρισα, αλλά το δύσκολος όμως δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει την προσπάθεια, δεν αναγνωρίζει την επιτυχία. Επειδή το βλέπω και ακόμη τώρα, δηλαδή, είναι απαιτητικός ο κόσμος, ήταν απαιτητικός και είναι απαιτητικός. Φυσικά και εμείς από την πλευρά μας έτσι ικανοποιήσαμε και η παρουσία του κόσμου ήταν καταλυτική, δηλαδή, και βοήθησαν την ομάδα και το γήπεδο πάντα ήταν γεμάτο. Να σου πω ότι σε κάποια παιχνίδια πηγαίναμε δύο ώρες πριν και θυμάμαι, σε ένα ματς με τον Παναθηναϊκό, όταν πήγαμε στο γήπεδο δύο ώρες παρά τέταρτο, ήταν σχεδόν γεμάτο. Σχεδόν γεμάτο. Δηλαδή μιλάμε για πολύ κόσμο και η παρουσία του κόσμου, ξέρεις, στήριζε την ομάδα. Δηλαδή, συνήθισε και ο κόσμος να βλέπει καλό ποδόσφαιρο και είχε απαιτήσεις και έχει απαιτήσεις, αλλά παρουσία καταλυτική. Δεν είναι, ήταν κοντά, δηλαδή ένα με την ομάδα και δεν ήταν μόνο Λάρισα. Ήταν από όλη τη περιφέρεια, από όλα τα χωριά.
Ποια ήταν τα συναισθήματά σας, όταν αντιμετωπίζατε τέτοια μεγαθήρια και εν τέλει καταφέρνατε να τα νικήσετε και να πάρετε και το Κύπελλο, ενώ η ΑΕΛ ήταν μια έτσι μικρή ομάδα, ήταν το αουτσάιντερ.
Είναι αυτό που σου είπα. Ότι αυτή η ομάδα χτίστηκε σιγά-σιγά. Κατάλαβες; Υπήρχε εμπιστοσύνη. Μίκρυνε το ποδοσφαιρικό δέος μεταξύ των παικτών. Αρχίσαμε, τα ονόματα τα οποία τα βλέπαμε στις εφημερίδες, τα ακούγαμε στο ράδιο, αρχίζαμε να παίζουμε. Ξέρεις, η συμμετοχή μετά ολονών μας, σημαντικό πράγμα στην Εθνική ομάδα. Η επαφή έβλεπες ότι ωπ…δεν είναι κάτι το ξεχωριστό. Καλοί παίκτες, καλοί παίκτες, αλλά δεν ήταν κάτι, ότι ήταν καλύτεροι από εσένα και αυτό έδινε την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά και υπήρχε η αγωνιστική αυτή η παρουσία της ομάδος μέσα στο γήπεδο. Δηλαδή, δεν υπήρχε ο φόβος όπως ήταν οι πρώτες χρονιές, έλεγες: «Τάδε όνομα. Ω, πώς θα το αντιμετωπίσω;» Σιγά-σιγά, η δουλειά και χαρακτηριστικό είναι ότι δουλέψαμε, σου είπα, στο ανέφερα και πριν, με τις πολλές προπονήσεις που κάναμε, είχαμε αποκτήσει και το επίπεδο φυσικής κατάστασης των παιχνιδιών της Α’ εθνικής. Εντάξει και έβλεπες ότι εντάξει, ήταν καλοί παίκτες, αλλά όλοι παιζόταν και όχι καλύτεροι από εμάς. Δηλαδή τα βλέπαμε, τους βλέπαμε ίσους προς ίσο, δηλαδή δεν υπολειπόμασταν σε κάτι. Σου είπα, και η παρουσία μας στην Εθνική Ομάδα, αυτό δηλαδή, φτάσαμε το ‘85 να είναι μία ενδεκάδα και διεθνής. Μεγάλη υπόθεση. Μεγάλη υπόθεση.
Ήταν αυτή η σταδιακή βελτίωση, ήταν πιστεύετε τυχαία ή συνακόλουθο των προηγούμενων σεζόν που σιγά-σιγά γίνονταν όλο και καλύτερη;
Όχι, δεν ήταν τυχαία, δεν έγινε κάτι τυχαία. Ήταν όλα απόρροια της δουλειάς και της λειτουργίας των διοικήσεων. Δηλαδή οι διοικήσεις ήτανε κοντά στην ομάδα, προσπαθούσαν να λύσουν τα προβλήματα. Δηλαδή ό,τι έγινε, έγινε μέσα από τον χρόνο, την πολύχρονη παρουσία, την πολλή δουλειά, το ταλέντο, τη σωστή διοικητική παρουσία και συμπαράσταση του κόσμου. Δηλαδή σου τα βάζω όλα έτσι. Δηλαδή δεν μπορεί να πει ο καθένας ότι «Έπαιξα εγώ και ήμουν μόνο εγώ». Εδώ αυτή η παρουσία της ομάδος ήταν αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς. Δηλαδή δεν υπολειπόταν κανένας και μετά το κλίμα που είχαμε και στα αποδυτήρια, ήταν οικογενειακό. Ζούσαμε μαζί, βγαίναμε μαζί, ξέρεις, τρώγαμε μαζί σαν δηλαδή… είναι μεγάλη υπόθεση να παίζεις. Το λιγότερο που παίξαμε ήταν πέντε χρόνια και είναι σημαντικό. Επτά χρόνια, οκτώ χρόνια. Δηλαδή εγώ είχα δωδεκαετία, ο Αργυρούλης δωδεκαετία, ο Δράμαλης δωδεκαετία. Δηλαδή μετά ήρθαν οι πενταετίες στους πιο νέους, στους πιο νέους. Όλα είναι μέσα, μέσα από τη δουλειά, μέσα από τη δουλειά.
Σε τι πιστεύετε ότι υπερείχατε από τις άλλες ομάδες και καταφέρατε να πετύχετε τα… αυτές τις επιτυχίες.
Ξέχωρα, ξέχωρα από την ομοιογένεια και την παρέα των παικτών, μπορώ να πω ότι και την λειτουργία των διοικήσεων και παρουσία του κόσμου, μπορώ να πω ότι πέρασαν αξιόλογοι προπονητές, οι οποίοι ο καθένας έβαλε τη σφραγίδα του. Δηλαδή, άμα ξεκινήσουμε από την παρουσία μου, από τα πρώτα χρόνια, κάθε χρόνο ήτανε και θα έλεγα ότι και καλύτερες χρονιές. Και φυσικά η παρουσία των παιχτών, δηλαδή οι προπονητές, η μη αλλαγή προπονητών, ξέρεις, οι προπονητές αν εξαιρέσω τα πρώτα χρόνια, μετά Α’ Εθνική την πρώτη χρονιά ο προπονητής έμεινε όλο τον χρόνο, τη δεύτερη όλο τον χρόνο, δεν είχαμε συχνές αλλαγές προπονητών. Οι άλλες χρονιές ήταν διετίες. Ο Γεωργιάδης δύο χρόνια, ο Gmoch ένα; Ναι. Ο Skocik ένα. Ο Strejlau δύο, μετά Gmoch ξανά δύο. Δηλαδή, η παρουσία των προπονητών συνετέλεσε και μετά και από μόνοι μας είχαμε έτσι, θα έλεγα, τη σφραγίδα σαν ομάδα. Δεν φοβόμασταν, εντάξει η ομάδα είχε την εμπειρία και ήταν έτοιμη, δηλαδή φαινόταν ότι πήγαινε η πορεία της, ήτανε για να έχει επιτυχίες και τίτλους.
Πότε χριστήκατε αρχηγός και πως νιώσατε;
Αρχηγός στην τρίτη χρονιά. Την τρίτη χρονιά, τρίτη; Ναι, ήταν αρχηγός ο Θωμάς ο Δράμαλης, από τους καλούς παίχτες. Δεν ήθελε…Εντάξει, μου πρότεινε «Μπες αρχηγός». Εντάξει, μου άρεσε και μένα και είναι κάτι το ξεχωριστό. Έχεις την ευθύνη όσον αφορά έτσι στην παρουσία στα αποδυτήρια, γιατί παλαιότερα υπήρχε αυτή η ιεραρχία, είχαμε την ιεραρχία στην [00:50:00]ομάδα. Υπήρχε, δηλαδή οι παλιοί, μπορεί εγώ να ήμουν αρχηγός, αλλά ο σεβασμός προς τον Δράμαλη, προς τον Ματζουράνη, προς τον Λιάπη, προς τον Αργυρούλη ήταν δεδομένος. Εντάξει, υπήρχε σεβασμός προς τους παλαιότερους. Εντάξει, μετά η αρχηγία σε κάνει να είσαι… να ενδιαφέρεσαι, να βοηθάς και τον προπονητή όσον αφορά στην πειθαρχία στα αποδυτήρια. Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα είναι ότι τα αποδυτήρια της ΑΕΛ και αυτό ήταν σημαντικό δηλαδή, αυτό που είπα για ομοιογένεια, υπήρχε ιεραρχία. Κατάλαβες; Υπήρχε σεβασμός. Οι μικρότεροι δηλαδή, υπήρχε αυτή η σειρά. Δεν υπήρχε δηλαδή αγένεια, δεν υπήρχε, ξέρεις, οι απείθαρχοι αποβάλλονταν από μόνοι τους. Δηλαδή είχαμε μία σειρά, είχαμε σεβασμό ο ένας στον άλλον και πολύ περισσότερο στους μεγαλύτερους, πολύ περισσότερο στους μεγαλύτερους και αυτό το κρατήσαμε όλα τα χρόνια, όλα τα χρόνια που ήμουν αρχηγός, αλλά και πιστεύω και αυτοί που ακολούθησαν, λειτούργησαν στο ίδιο, δεν παρεκκλίναν της πορείας. Για αυτό και η ομάδα είχε επιτυχίες, για αυτό και η ομάδα έβγαλε πολλά παιδιά, οι οποίοι γεμίσαν την Ελλάδα. Δηλαδή παίξαν, όλοι παίξαν σε μεγάλες ομάδες, μετά φεύγοντας από την ΑΕΛ, κλείνοντας τον κύκλο.
Επομένως αυτές ήταν οι ευθύνες σας ως αρχηγός, σωστά; Ή είχατε κι άλλες;
Ναι. Ευθύνες, εντάξει.
Ο ρόλος.
Ο ρόλος και περισσότερο να είσαι και μπροστά, να τραβάς την προπόνηση, να προσπαθείς… Δηλαδή να μην είσαι αρχηγός και να… εντάξει, μετέφερα και τις απαιτήσεις των παιχτών ή τα αιτήματα των παικτών στον γενικό αρχηγό και κατευθείαν στη διοίκηση. Δηλαδή ο αρχηγός είναι συνδετικός κρίκος των παικτών με τον γενικό αρχηγό και με τη διοίκηση. Δηλαδή ένας ρόλος, ο όποιος εντάξει και πρέπει να δίνεις και το παράδειγμα σαν αρχηγός και αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά. Δηλαδή, αρχηγός σημαίνει ότι είσαι πρώτος και στην προπόνηση, παρακινείς και τους παίκτες, δημιουργείς το ομαδικό κλίμα. Αλλά σου λέω, ότι αυτό, δεν είχαμε πρόβλημα να το δημιουργήσουμε, γιατί ήμασταν όλα τα χρόνια μαζί, ήμασταν παρέα, ήμασταν παρέα και μετά όλοι μας είχαμε το μυαλό στη διάκριση. Δεν βάδιζε ένας από εδώ και ένας από εκεί. Όσοι πήγαιναν λίγο να… Δηλαδή δεν τον έβαζα στη θέση εγώ σαν αρχηγός, σε έβαζε όλη η ομάδα, όποιος πήγαινε να παρεκκλίνει ή να κάνει οτιδήποτε, βρισκόταν… Γιατί ξέρεις, μετά, περνώντας τα χρόνια, έτσι που έγινε επαγγελματικό το ποδόσφαιρο, έλεγες: «Ωπ, τι κάνουμε;» Γιατί δεν ήταν τα συμβόλαια, τα συμβόλαια ήταν μικρά. Ήταν ο μισθός και το πριμ. Και έπρεπε η παρουσία όλων να είναι σημαντική, δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Έπρεπε να κερδίζουμε, ούτως ώστε να εξασφαλίσουμε την επιτυχία. Γιατί τα χρόνια στον χώρο είναι λίγα. Τώρα είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Εντάξει, είναι πιο καλά για τους παίκτες, για τις ομάδες δεν είναι τόσο, αλλά οι ομάδες πρέπει να φροντίζουν να κάνουν μεγαλύτερης διάρκειας συμβόλαια, για να κρατάνε τους παίχτες τους καλούς και να έχουν ομοιογένεια.
Πώς ήταν το κλίμα στην ομάδα μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου και τι έγινε τις επόμενες σεζόν σας;
Κλίμα, εντάξει. Υπήρχε ευφορία, υπήρχε χαρά, υπήρχε καταξίωση από όλους. Περπατούσες στνο δρόμο και στην πόλη και είχες τα συγχαρητήρια, είχες τις επευφημίες, είχες τα μπράβο. Επόμενη σεζόν γίνεται αλλαγή διοίκησης. Έρχεται πάλι Βιοκαρπέτ, προπονητής ο Gmoch. Είναι η σεζόν… Α όχι, όχι, όχι. ‘85 πάλι ‘85-‘86 πάλι με Σαμαρά και με Strejlau συνεχίζουμε στην Ευρώπη. Εντάξει, μια καλή παρουσία, αλλά εντάξει, προς το… δηλαδή καλή με διακυμάνσεις η απόδοση, με διακυμάνσεις. Ξέρεις, είχε φορτσάρει η ομάδα, έπαιξε καλά παιχνίδια, είχε και κάποια σκαμπανεβάσματα στην απόδοση, έλειψε λίγο η σταθερότητα. Πιστεύω ότι άρχισε ο βομβαρδισμός προτάσεων προς όλους, η εξαργύρωση της επιτυχίας, ξέρεις, κάπου το μυαλό φεύγει. Εντάξει, η ομάδα δεν είχε πρόβλημα. Αυτή ήταν η σεζόν ‘85-‘86. Πήγαμε Ευρώπη. Είχε καλή παρουσία. Η επόμενη χρονιά μετά, έγινε αλλαγή, ήρθε η Βιοκαρπέτ, ήρθε Gmoch ξανά. Εντάξει, έγινε σκληρή προετοιμασία, σκληρή, σκληρή προετοιμασία, 3-5 Πηγάδια, τρεις βδομάδες, τριπλές προπονήσεις και από εκεί από 3-5 Πηγάδια άλλες τρεις βδομάδες Γερμανία. Μιλάω σκληρά πράγματα. Ξεκινήσαμε πάλι λίγο άσχημα, η παρουσία ήταν μέτρια, μέτρια έως καλή, μέτρια έως καλή. Αυτή ήταν η σεζόν ‘86-‘87. Ήταν και η τελευταία μου χρονιά στην ΑΕΛ.
Μιλήστε μας για τις ευρωπαϊκές συμμετοχές.
Κοίταξε, ευρωπαϊκά παιχνίδια σημαίνει άλλο επίπεδο. Άλλο επίπεδο, άλλη κουλτούρα, σεβασμός, αγωνιστικότητα, συμπεριφορές άριστες, φιλοξενία άριστη, την οποία είχαμε και εμείς σαν ΑΕΛ και στις ομάδες που παίξαμε, όταν ήρθαν εδώ, τις φιλοξενήσαμε και μας φιλοξένησαν. Είχαμε φτάσει να παίξουμε με την Dynamo Moscow. Εκεί με ένα γκολ αποκλειστήκαμε, που δεν έπιασε στα δίχτυα. Είχαμε παίξει στην Τιφλίδα. Είχαμε περάσει την Servette, την Siofok, δηλαδή μιλάω εκείνη τη χρονιά, μιλάω για καταπληκτικά παιχνίδια. Φυσικά το ‘85-’86, κάτσε, δεν στα είπα με τη σειρά τα παιχνίδια. Παίξαμε Βαλκανικό Κύπελλο με τη 17 Νοέμβρη, 3-1 εδώ, 3-0 εκεί. Την άλλη χρονιά με τον Skocik παίξαμε Honved. Η Honved 2-0, 3-0 αποκλειστήκαμε. Καλό ποδόσφαιρο, γήπεδο γεμάτο. Εκεί αυτοί δεν μας βάλαν στο μεγάλο γήπεδο, μας βάλαν σε μία κλούβα, ενώ ήμασταν ομάδα εμείς, που θέλαμε, ήμασταν γρήγορη ομάδα, μας βάλαν σε ένα κλουβί εκεί πέρα. Έτσι το σκέφτηκαν, πονηρά, έξυπνα, όπως θέλεις πες το. Εντάξει, εμείς τώρα κάπου δεν ανταποκριθήκαμε, δεν έπρεπε να δεχτούμε τρία γκολ. Δυστυχώς δεχτήκαμε τρία γκολ. Την άλλη χρονιά, μετά με- αυτό ήταν με Skocik-με Strejlau προχωράμε, παίζουμε με τη Siofok, προκριθήκαμε, παίξαμε με την Servette, προκριθήκαμε μέσα στην Ελβετία και παίξαμε και μετά με τη Dynamo Moscow 0-0 και 1-0 χάσαμε. Καλά παιχνίδια. Η άλλη χρονιά ήταν το ‘85-‘86 παίξαμε με τη Sampdoria. Sampdoria πρώτο ματς; Ναι, ναι, Sampdoria. Μιλάω για φανταστικό παιχνίδι μέχρι το 35’ είχε χαθεί η μπάλα, είχε χαθεί η μπάλα. Στο 80’ έτσι από το πολύ το πάθος για να βάλουμε κι άλλο γκολ έτσι δεν σκεφτήκαμε λίγο την άμυνα και δεχτήκαμε 1-1 και χάσαμε 1-0 μετά στη Γένοβα. Αυτά ήταν τα παιχνίδια που έκανα στην ΑΕΛ, στην Ευρώπη, αλλά παιχνίδια όμως που σε καταξιώνουν, που σε ανεβάζουν.
Ποια ήταν τα συναισθήματά σας στα ευρωπαϊκά ματς;
Συναισθήματα, ξέρεις. Πάλι επαναλαμβάνω και τα ίδια. Εντάξει, ξέχωρα από την αγωνία, ξέχωρα από την προετοιμασία, είναι, θα έλεγα, η καταξίωση, η καταξίωση παίζοντας Ευρώπη. Φυσικά, για να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις σε αυτά τα παιχνίδια, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος κατάλληλα, να έχεις θάρρος, να έχεις θάρρος και να βλέπεις τους αντιπάλους χωρίς κανένα δέος και έτσι τους βλέπαμε, γιατί η εμπειρία μας με την παρουσία που είχαμε κάνει όλα τα χρόνια, ήτανε μεγάλη. Φυσικά, αυτή η ικανοποίηση, θα έλεγα, έβλεπες η αναγνώριση του κόσμου, αλλά και των αντιπάλων, όταν έπαιζες. Δηλαδή, όταν παίξαμε τώρα Servette και να αναφέρεται ο τύπος της Ελβετίας ή της Ουγγαρίας ή της Ρωσίας και να σας αναφέρουν έτσι με κολακευτικά λόγια, εντάξει, αισθάνεσαι κάτι το ξεχωριστό. Αισθάνεσαι μία υπερηφάνεια, έτσι μία ευχαρίστηση. Θυμάμαι και στο παιχνίδι που παίξαμε με την Ιταλία. Γράφανε οι πιο έγκυρες εφημερίδες τώρα της Ιταλίας και να αναφέρονται στο όνομα της [01:00:00]ομάδας, να σου κάνουν ρεπορτάζ πριν το ματς, τηλεοράσεις ιταλικές, δηλαδή έτσι αισθάνεσαι ευχαρίστηση. Αισθάνεσαι ευχαρίστηση για την καταξίωση και την αναγνώριση.
Πώς σας φαίνονται τα ευρωπαϊκά παιχνίδια σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα που είχατε συνηθίσει;
Κοίταξε, πάντα τα παιχνίδια στην Ευρώπη ξεχωριστά. Ίσως ήμασταν από τις ομάδες, που είχαμε επίπεδο να αντιμετωπίσουμε ευρωπαϊκές ομάδες, γιατί πάντα η Ευρώπη είναι ένα σκαλί πάνω, είναι ένα σκαλί πάνω, γιατί εκεί δεν έχει, υπάρχει δουλειά και το βλέπουμε, το βλέπαμε και το βλέπουμε και αυτή τη στιγμή. Δηλαδή η διαφορά μας είναι όσον αφορά η δουλειά, όχι όσον αφορά το ταλέντο και η αξία των παικτών και της προσωπικότητας του κάθε παίκτη, γιατί βλέπουμε και τα δικά μας παιδιά τώρα, που παίζουν στην Ευρώπη και είναι καταπληκτικοί. Να ξεκινήσω δηλαδή από ποιον; Να πω και τα προηγούμενα χρόνια, που αρκετοί παίκτες παίξανε στην Ευρώπη και κάνανε καριέρα και βλέπουμε τώρα τον Τσιμίκα, ο οποίος είναι ο κορυφαίος στη Liverpool. Άρα ταλέντο έχουμε, όταν συνδυάζεται και με τη θέληση και τη δουλειά, είμαστε υπεράνω, δεν υπολειπόμαστε κάτι από τους Ευρωπαίους και τους άλλους, και τους άλλους λαούς θέλω να πω και το βλέπουμε.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια παίζατε στη Β’ Εθνική. Πώς νιώσατε όταν παίζατε με τέτοιες ομάδες; Δηλαδή άμα αναλογιστείτε, ότι παίζατε με ομάδες Β’ Εθνικής και φτάσατε να παίζετε με τη Sampdoria, για παράδειγμα, που τότε είχε τους κορυφαίους παίχτες στο κόσμο… Έχετε αναλογιστεί πώς είναι και πώς νιώθετε;
Εντάξει. Νιώθεις, εντάξει, ικανοποιημένος. Νιώθεις γεμάτος. Νιώθεις γεμάτος. Λες ότι εντάξει, μέσα από την προσπάθεια, μέσα από τη δουλειά έχω καταφέρει, έχουμε καταφέρει να παίξουμε με ομάδες υψηλού επιπέδου.
Τι οδήγησε στην αποχώρησή σας από την ΑΕΛ μετά το ‘86;
Κοίταξε. Τώρα είναι ένα… ακόμη δεν έχω πάρει την απάντηση και δεν το έχω και με τον εαυτό μου, δεν μπορώ να βρω τους λόγους αποχώρησης. Εντάξει, είχαμε κάνει το ‘86 σαν ομάδα και σαν αρχηγός, είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε μία απεργία. Πιστεύω ένας από τους σημαντικότερους λόγους της απομάκρυνσης, ήτανε η απεργία. Απεργία που κάναμε, για να διεκδικήσουμε μικρότερης διάρκειας, όπως είχα αναφέρει και πριν, συμβόλαια, να διεκδικήσουμε περίθαλψη, να διεκδικήσουμε σύνταξη. Ίσως κάποιοι δεν το είδαν με καλό μάτι, θεώρησαν, μπορεί να το παίξαν και πολιτικά και κομματικά, κάτι το οποίο δεν θέλω να πιστεύω, να παίχτηκε κάποιο παιχνίδι. Εγώ εντάξει, ανεξάρτητα ο καθένας σε ποιον χώρο είναι, πάντα κοιτούσα το συμφέρον των ποδοσφαιριστών. Δηλαδή όπως όλοι μας, να έχουμε μικρής διάρκειας συμβόλαια, γιατί τα χρόνια που παίζεις μπάλα είναι λίγα, να έχουμε περίθαλψη, να έχουμε σύνταξη, κάτι που τα ένσημα τα έχουμε χρησιμοποιήσει και εγώ και πολλοί συνάδελφοι, για να πάρουμε τη σύνταξή μας. Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι παίχτηκαν και πολιτικά παιχνίδια και εκείνο φυσικά, το οποίο έτσι με πλήγωσε και με πείραξε και με πειράζει ακόμη, δεν μπορεί τον αρχηγό της ομάδος και τον κάθε αρχηγό, μετά από δώδεκα χρόνια παρουσίας, να τον απομακρύνεις με τηλεγράφημα. Εντάξει. Γιατί έπρεπε οι διοικούντες να ‘ρθουνε, παρόλο που ήταν και φίλοι μου, η Βιοκαρπέτ, να μου πούνε: «Ξέρεις, σκεφτόμαστε να σταματήσεις». Απλά μου στείλανε τηλεγράφημα και μου λένε: «Ευχαριστούμε για την προσφορά σου στην ΑΕΛ». Εντάξει ήτανε πολύ κρύο, πολύ άκομψο, να μη χρησιμοποιήσω άλλες λέξεις. Εντάξει, γιατί με στεναχωρεί. Όταν είσαι δεμένος με ένα σύνολο και έχεις δώσει την ψυχή σου, όχι μόνο εγώ κι άλλοι συνάδελφοι και άλλοι συμπαίκτες. Εντάξει, δεν χρειαζόμασταν και δεν χρειαζόμουνα τέτοια συμπεριφορά, γιατί αυτά είναι παράδειγμα, παράδειγμα προς μίμηση, δηλαδή πάντα οι συμπεριφορές είναι κάτι το οποίο μένει, είναι κάτι το οποίο μένει. Εκεί νομίζω ότι παίχτηκε, αλλά απάντηση δεν έχω πάρει ακόμη. Και εγώ έτσι καμιά φορά, που γυρίζω το μυαλό μου, στεναχωριέμαι, αλλά εντάξει, έχουν περάσει τα χρόνια και…
Μετανιώσατε που δεν κάτσατε άλλη μια χρονιά, ώστε να προλάβετε τη κατάκτηση του Πρωταθλήματος;
Κοίταξε να δεις, όπως κατακτήσαμε το Κύπελλο, ήθελα… Δεν ήτανε θέμα δικό μου. Στεναχωρήθηκα, να πεις καλύτερα. Ε βέβαια, ξέρεις, ήθελα και εγώ και οι συμπαίκτες μου, που πέρασαν, γιατί κακά τα ψέματα, πέρασαν αξιόλογοι παίκτες σε όλη τη διάρκεια της καριέρας μου, αξιόλογοι συμπαίκτες, οι οποίοι βοήθησαν και το σύνολο και εμένα και ξέρεις, δεν βρεθήκανε στη μεγαλύτερη κατάκτηση της ομάδος όπως δεν βρέθηκα και εγώ. Δηλαδή, βρέθηκαν κάποια παιδιά, τα οποία ακολούθησαν το σύνολο της ομάδος και ήταν φίλοι, συνάδελφοι, οι οποίοι απόλαυσαν αυτήν την κατάκτηση της ομάδος. Φυσικά, η οποία με χαροποίησε και μένα, γιατί και αυτή η ομάδα δεν έγινε μέσα σε μια χρονιά και πήρε Πρωτάθλημα, ήταν δημιούργημα όλες τις προηγούμενες περιόδου δηλαδή και χάρηκα που οι συμπαίκτες κατακτήσαν το Πρωτάθλημα, κάτι που είχαμε σαν όνειρο να το κατακτήσουμε γρηγορότερα. Δηλαδή στόχος μας, στις συζητήσεις που κάναμε, βλέπαμε ότι είχε επέλθει η καταξίωση και λέγαμε ότι μπορούμε να πάρουμε, αφού συμμετείχαμε σε τελικούς, συμμετείχαμε στην Ευρώπη, πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να πάρουμε και Πρωτάθλημα. Και αυτό ήρθε στη συνέχεια του χρόνου. Φυσικά εμείς δεν ήμασταν, το κατέκτησε η ομάδα. Είμαστε χαρούμενοι, γιατί οι συμπαίκτες μας, που είχαμε μικρά παιδιά, όταν ήρθαν στην ομάδα, να ξεκινήσουμε αυτοί, τα παιδιά που ήταν ο Βαλαώρας, ο Μητσιμπόνας, ο Γκαλίτσιος, Αγορογιάννης, Ζιώγας, Καραπιάλης. Όλοι αυτοί, ξέρεις, ήρθαν σε μια φουρνιά, που η ΑΕΛ είχε τον κορμό, είχε δηλαδή, υπήρχε η βάση, υπήρχε η λειτουργία της ομάδος και προστέθηκαν έτσι μέσα στον κορμό και απορροφήθηκαν και έγιναν οι ηγέτες, οι οποίοι έφεραν το Πρωτάθλημα και τις επόμενες κατακτήσεις και την παρουσία τους έτσι στην ΑΕΛ, αλλά και στο Ελληνικό Πρωτάθλημα. Δηλαδή αυτό μας χαροποιεί σαν ομάδα.
Ποιες ήταν οι συμμετοχές σας με την Εθνική Ομάδα;
Όσον αφορά την Εθνική, ήμουνα άτυχος από την πλευρά, όταν κλήθηκα για πρώτη φορά το ‘81, γιατί είχα ‘80-‘81 εκείνη η σεζόν. Ήμουν σε μία καλή ηλικία, ήμουν στα 27, τραυματίστηκα. Δηλαδή σε ένα παιχνίδι μες στον ΟΦΗ, εκεί που κερδίζαμε 0-1 σε κάποια στιγμή, γυρίζει το πόδι μου και μπήκε και γκολ έγινε το 1-1, αλλά ο Μαλουμίδης με τον Βαλαώρα ανατρέψαν σε τρία λεπτά και κάναμε 1-2. Η επόμενη μέρα ήμασταν στην Εθνική με τον Βαλαώρα; Τον Μαλουμίδη; Δεν θυμάμαι και ποια άλλα παιδιά. Πλίτσης; Πήγα Εθνική, δεν μπορούσα να κάνω προπόνηση, έκανα λίγο, ήταν ο Αρχοντίδης προπονητής, αλλά, ξέρεις, τα επόμενα χρόνια ήμουν μέλος, δηλαδή της Εθνικής, παρόλο που τραυματίστηκα και έτσι προς τιμήν τότε, η διοίκηση της ΕΠΟ και ο προπονητής, συμμετείχα στην αποστολή, στους είκοσι πέντε και μου δίνανε τι αναλογούσε, δηλαδή γιατί είχανε και έξτρα αμοιβή οι διεθνείς. Αυτό έτσι ήταν τιμητικό και για εμένα, αλλά και για τους ανθρώπους που διοικούσαν την ΕΠΟ και τον προπονητή της. Μετά ξανακλήθηκα το ‘84. Έπαιξα ένα παιχνίδι με την Ανατολική Γερμανία. Καλή παρουσία. Είχαμε χάσει και άλλαξε ο προπονητής. Ο καινούργιος προπονητής δεν με κάλεσε, παρόλο που εκφράστηκε με τα καλύτερα λόγια και μου λέει: «Ήσουν από τους κορυφαίους» δεν με ξανακάλεσε, έκανε ανανέωση. Εντάξει δεν… εκεί σε αυτό το κομμάτι ήμουνα άτυχος, γιατί εντάξει, σε κάποια γκάλοπ των εφημερίδων τότε, στο ’80, βγάζανε σε γκάλοπ τους καλύτερους σε κάθε θέση, ξέρεις. Εντάξει, η παρουσία μας και η δική μου, αλλά και των συμπαικτών μου σε αυτά τα χρόνια ήταν σημαντική και καταπληκτική, θα έλεγα, όσον αφορά και τις διακρίσεις, γιατί μία επαρχιακή ομάδα κατάφερε μέσα σε μία δεκαετία, να πάρει τίτλους και σημαντικούς τίτλους.
Ποια ήταν η πιο σημαντική ανάμνηση όλα αυτά τα χρόνια της ποδοσφαιρικής σας καριέρας;
Εντάξει, ανάμνηση. Πολλές καλές αναμνήσεις. Καταρχήν, πρώτο κατά πρώτον και κύριο λόγο, η παρουσία μου και μεταγραφή μου στην ΑΕΛ, γιατί ήταν όνειρο να παίξω στην ΑΕΛ και να παίξω ποδόσφαιρο. Μετά η κατάκτηση του Κυπέλλου. Μάλλον η συμμετοχή σε τρεις τελικούς, κατάκτηση του Κυπέλλου, δηλαδή εκεί είναι έτσι το κερασάκι στην τούρτα, είναι μεγάλη υπόθεση. [01:10:00]Ούτε και που το φανταζόμουνα από τη Φαλάνη και από τον Φαλανιακό ότι θα γίνω ο αρχηγός στην ΑΕΛ και θα παίξω σε τελικούς και θα σηκώσω το Κύπελλο Ελλάδος. Είναι έτσι πράγματα, τα οποία δεν… μπορεί κάποιοι ή όλοι τα σκεφτόμασταν, αλλά έτυχε να είμαι μέσα σε αυτή την ομάδα, να είμαι από τους τυχερούς.
Η πιο δυσάρεστη στιγμή;
Η πιο δυσάρεστη ήταν οι τραυματισμοί, ήτανε μερικές φορές οι απογοητεύσεις από κακά παιχνίδια, αλλά αυτά τα ξεπερνούσαμε και η απομάκρυνσή μου, δυσάρεστη, από την ΑΕΛ, με τον τρόπο που έφυγα.
Υπήρχαν ποδοσφαιριστές που θα θέλατε να παίξετε μαζί τους και τους θαυμάζατε ιδιαίτερα;
Ε, ναι κοίταξε, όπως και τώρα, είχα την μεγαλοψυχία προσωπικά, αλλά και στο σύνολό μας σαν ομάδα, να αναγνωρίζουμε τις αξίες. Δηλαδή θα ήθελα να παίξω με τον Χατζηπαναγή. Έπαιξα σε φιλικό με τον [Δ. Α.] δηλαδή από τα μεγάλα ονόματα. Δεν πρόλαβα κάποιους μεγάλους παίκτες να παίξω. Εντάξει, χωρίς να μειώνουμε τους συμπαίκτες, γιατί με τους συμπαίκτες εδώ, γράψαμε τη δικιά μας ιστορία. Δηλαδή ονόματα Βαλαώρας, Καραπιάλης, Αργυρούλης, Δράμαλης, Ανδρεούδης, όλα τα παιδιά, Πατσιαβούρας, Ράμμος, όλους τους συμπαίχτες ήταν από τους μεγάλους παίχτες, αλλά κάποιοι οι οποίοι ξεχωρίζαν στο Ελληνικό Πρωτάθλημα, δηλαδή σαν τον Χατζηπαναγή, σαν τον Δεληκάρη, Αναστόπουλο και πολλά άλλα ονόματα, Ορφανό. Δηλαδή εντάξει, αξιόλογοι παίχτες, μεγάλα ονόματα, αλλά εκείνος ο οποίος ήταν έτσι, Λάκη Παπαϊωάννου να πω, δηλαδή ο Χατζηπαναγής ήταν το μεγάλο αστέρι. Φυσικά και σε εμάς μετά ήρθε Βασίλης Καραπιάλης. Από τα μεγάλα αστέρια του ελληνικού ποδοσφαίρου χωρίς να μειώνουμε Βαλαώρα και όλα τα παιδιά τα άλλα, Ζιώγα, όλους, όλους. Ξέρεις τι; Έτσι γυρίζοντας πίσω και μέχρι αυτή τη στιγμή, ανέφερα όλους τους συμπαίκτες, το ευχάριστο είναι ότι έχουμε την επαφή, έχουμε την επαφή, μιλάμε στο τηλέφωνο, συναντιόμαστε και με τον Σύλλογο Παλαιμάχων και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση και μεγαλύτερη χαρά με τα παιδιά που έγραψες ιστορία και που αγωνίστηκες και κοιμήθηκες μαζί στα ξενοδοχεία και χάρηκες, πικράθηκες, στεναχωρήθηκες, να έχεις την επαφή και να μιλάς. Δηλαδή, μετά από σαράντα χρόνια, είναι μεγάλη υπόθεση. Αυτό σαν παλαίμαχοι εδώ το έχουμε. Το έχουμε δηλαδή και έτσι στηρίζουμε αυτή την προσπάθεια των παλαιμάχων και καλούμε και τους νεότερος από εμάς, να έρχονται κοντά μας.
Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής σας καριέρας, πώς αποφασίσατε να γίνετε προπονητής;
Ε, ήθελα, μου άρεσε η μπάλα και μου αρέσει ακόμη στον χώρο. Ήθελα να γίνω, να μην αφήσω το ποδόσφαιρο. Μου άρεσε, ήθελα να ασχοληθώ. Εξάλλου, και όταν παίζαμε, όχι μόνο εγώ και όλα τα παιδιά, να φανταστείς ότι διαβάζαμε και προπονητικά βιβλία του Τάκη του Λιάπη, ο οποίος από τότε έγραφε και γράφει ακόμη, συμπαίκτης και καθηγητής Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη με ειδικότητα το ποδόσφαιρο, ο Τάκης Λιάπης. Διαβάζαμε τα βιβλία του και γράφαμε και τις προετοιμασίες των προπονητών, έτσι μας ενδιέφερε. Ήμασταν και προπονητές στον αγωνιστικό χώρο και η αγάπη για το ποδόσφαιρο, εντάξει, δεν μπορούσα να… παράλληλα, στα χρόνια που έπαιζα, είχα περάσει στην Αγροτική Τράπεζα και είχα φύγει, ήμουν μόνιμος υπάλληλος, αλλά επειδή δεν μπορούσα να παίξω μπάλα, έφυγα. Δηλαδή κάτι που δεν… δύσκολα γίνεται. Δεν μετάνιωσα, ασχολήθηκα με τις ασφάλειες και χάρη στον τότε προπονητή που είχαμε, τον Αντώνη τον Γεωργιάδη, εδώ στην εταιρεία που είμαι, στην ERGO, που ξεκίνησε από Ολυμπιακή, Ολυμπιακή Βικτώρια, έγινε ERGO και είμαι ήδη σαράντα χρόνια είμαι εδώ, έτσι και συνδύασα τη δουλειά με το ποδόσφαιρο και προπονητικά δηλαδή, δεν επιδίωξα προπονητικά να φύγω σε ακτίνα μεγαλύτερη των 50χιλιομέτρων.
Κάντε μας μια αναδρομή στην προπονητική σας καριέρα.
Προπονητικά, έτσι γρήγορα-γρήγορα, γιατί μπορούμε να μιλάμε… τριάντα τρία χρόνια προπονητής. Από το ‘88 μέχρι και φέτος, που πήγα στην ΑΕΛ σαν τεχνικός διευθυντής. Λοιπόν, ξεκίνησα, θα σου πω έτσι τις σεζόν και τις παρουσίες. Ξεκίνησα στον Ηρακλή, στον Απόλλων Λάρισας, δύο χρονιές. Από Δ’ εθνική ανεβήκαμε στη Γ’. Άλλη χρονιά Γ’. Μετά ήρθα στην ΑΕΛ σαν βοηθός δύο χρόνια, δηλαδή ‘88-‘90, ‘90-‘92 βοηθός προπονητή στην ΑΕΛ με Bohinen και Bonev. Μετά πήγα Δ’ εθνικής στον ΑΟ Καρδίτσας για έξι μήνες, από τον ΑΟ -αυτό ήταν ‘92, από το ‘92 το καλοκαίρι μέχρι το ’92 τον Γενάρη-Γενάρης ‘92 μέχρι Νοέμβριος ‘93 είμαι στα Τρίκαλα Γ’ Εθνική. Σεζόν ‘93. Μετά σεζόν ‘94. Ναι, είχε περάσει καλοκαίρι, είχα φύγει από τα Τρίκαλα ‘93 Νοέμβριος, σου είπα έτσι, ‘94 την άνοιξη δεν είχα, ’94, καλοκαίρι ‘96 πήγα Τύρναβο Γ’ Εθνική. Εκεί με καλή παρουσία στη Γ’ Εθνική. ‘94-’96, είπαμε έτσι, Τύρναβο. ‘96 πηγαίνω Ηρακλή Λάρισας. ‘96 μέχρι τρία χρόνια, ‘99. Δ’ Εθνική πρωταγωνιστήσαμε, πήγαμε σε τελικούς Κυπέλλου, Πρωταθλήματα στην ΕΠΣ. ‘99-2000 πηγαίνω στην ΑΕΛ σαν βοηθός, 2000. Μετά ξαναγυρίζω στον Ηρακλή το 2001-2002 στον Ηρακλή και ξανέρχομαι στην ΑΕΛ το 2003 σαν γενικός αρχηγός. Προπονητής ο Horacio. Είναι η χρονιά, που η ομάδα είναι στη Γ’ Εθνική. Είχε ξεκινήσει τότε έτσι με εθελοντές και βρέθηκε ο Horacio με τον Καμάκα και με καλέσαν να πάω σαν γενικός αρχηγός. Πάω σαν γενικός αρχηγός, όπως είμαι τώρα, σαν τεχνικός σύμβουλος. Τρεις αγωνιστικές ο Horacio και αποχωρεί μετά από ένα παιχνίδι. Μου λέει: «Δεν μπορώ άλλο, φεύγω» «Ρε συ, τι με έφερες εδώ;» Όχι. Έρχεται ο Σωτηρούλης, ήταν πρόεδρος ο Σωτηρούλης. Με φωνάζει στο γραφείο. Μου λέει, πρώτη κουβέντα που μου λέει: «Αναλαμβάνεις;» Εγώ χωρίς… τι να πω τώρα; «Αναλαμβάνω». Δεύτερη κουβέντα «Τη σώζεις την ομάδα;» «Τη σώζουμε» του λέω, δεν του λέω: «Τη σώζω εγώ-λέω- τη σώζουμε». Και είναι Μάρτιος; Ε ναι δυο μήνες με τον Γιώργο τον Καμάκα και κάναμε μία προσπάθεια εκεί με τα παιδιά, συγκλονιστική προσπάθεια. Εκείνο που έτσι επιχειρήσαμε και εγώ προσωπικά, αλλά και η διοίκηση, να επιστρέψει ο κόσμος στο γήπεδο. Καταφέραμε μαζί με τον κόσμο, η ομάδα έπεφτε και είχε 10.000 κόσμο το γήπεδο. Μιλάω για τρομακτική παρουσία. Φυσικά, αυτό συνετέλεσε η παρουσία και των οργανωμένων, οι οποίοι βοήθησαν σημαντικά και όλη η Λάρισα. Να φανταστείς, ότι σε ένα παιχνίδι εδώ με την Καστοριά είχε 10.000 κόσμο. Κερδίσαμε 1-0. Είχαμε κερδίσει και τους Πόρους και πάμε παίζουμε στα Χανιά τελευταίο ματς, το οποίο είναι από τα αξέχαστα. Πάμε εκεί Χανιά, είμαστε ισόβαθμοι, όποιος χάνει, χάνεται, δηλαδή πέφταμε. Πάμε, μας περιμένανε κιόλας. Εντάξει, η ομάδα, τα παιδιά ήταν έτσι αποφασισμένα. Μπαίνουμε στο… όχι… ξεκινώντας στο ξενοδοχείο, να σου πω έτσι ένα… εγώ με τον Καμάκα, ξέρεις, προσηλωμένοι στο παιχνίδι, τα παιδιά κάτω στο ξενοδοχείο. Ο Σωτηρούλης με τη διοίκηση, με τον Κουκούλη, μάλλον με τον Τσούμαρη, τον Κουκούλη, τον Γιώργο τον… μου διαφεύγει τώρα και κακώς μου διαφεύγει… πρέπει να τον αναφέρουμε.
Στον αγώνα με τα Χανιά και η διοίκηση εκεί Σωτηρούλης, Κατσογιάννης ο Γιώργος, αείμνηστος δικηγόρος, Χρήστος ο Τσούμαρης, αυτοί τραγουδούσανε «ΑΕΛ, ΑΕΛ, ΑΕΛ». Λέω εγώ «Τι κάνουν αυτοί;» λέω. Τέλος πάντων, πάμε στο γήπεδο. Στο 35’ κερδίζαμε 0-2. Στο 45’ γίνεται 1-2, στο 55’ 2-2, στο 65’ 3-2 χάναμε. Γυρίζω στον πάγκο, κοιτάζω τον Καμάκα [01:20:00]«Πάμε» μου λέει. Κάποια στιγμή, κοιτάζω τον Κατσογιάννη και τον Κουκούλη τον Στέλιο. Τον κοιτάω στα μάτια, του λέω: «Τι γίνεται;» του λέω. Μου λέει ο Κατσογιάννης «Πάλεψέ το». Στη γραμμή έρχεται ένας από αυτούς εκεί με κάνει… γινόταν χαμός, να πετάνε μπουκάλια, κέρματα. Που λες, εντάξει, προσπάθησαν εκεί πέρα με κάτι κινήσεις, τα παιδιά είχαν σκυλιάσει, να ισοφαρίσουν. Τελικά ήρθε το… κερδίσαμε πέναλτι στο 80’ τόσο. Το χτύπησε ο Παπαβασιλείου και πήραμε την ισοπαλία. Πήραμε το πούλμαν, θυμάμαι σαν τώρα, τραγουδούσαμε όλοι μέσα, Κατσάρας ήταν όλα τα παιδιά. Έρχεται ο Κατσάρας και μου λέει: «Ρε coach-λέει-Δεν τραγουδάς; Δεν χάρηκες;» «Ρε συ χάρηκα-λέω-Αλλά πήγαμε από την κόλαση στον παράδεισο. Να ξεκουραστώ» του λέω. Εντάξει, άρχισα και εγώ να συμμετέχω στα πανηγύρια, στο πούλμαν, τους πήγαινε από το γήπεδο στο αεροδρόμιο. Το τελευταίο ματς εδώ με τη Νίκη Βόλου είχε 15.000 κόσμο; Χαμός. Εντάξει, σώθηκε η ομάδα. Η επόμενη χρονιά μετά κάναμε προετοιμασία στα 3-5 Πηγάδια. Ήρθαν αξιόλογα παιδιά Κυπαρίσσης, Lazorik, εδώ είχαμε Κατσάρα, Κοντοδήμο, Κακαζούκη, Γρηγορίου. Είχαμε προωθήσει τους νέους παίκτες, Παλαιολόγος. Δηλαδή είχαμε δυνατή ομάδα. Και η ομάδα βγήκε, να σου πω βγήκε μαζί με την Καστοριά, πήγε Β’ Εθνική. Την άλλη χρονιά εγώ αποχώρησα. Πουλήθηκε η ομάδα στον Πηλαδάκη και μετά είχε την άλλη της πορεία η ομάδα. Βγήκε Α’ Εθνική, πήρε Κύπελλο. Μετά που λες, έτσι παρένθεση αυτή, γιατί η ΑΕΛ πάντα είναι μες στη ζωή μας, μες στο «είναι» μας και όταν περνάς από εκεί… Λοιπόν μετά την ΑΕΛ βρέθηκα από τον Οκτώβριο, βρέθηκα Σοφάδες, Δ’ Εθνική, και την άλλη χρονιά, δύο χρονιές. Παράλληλα, με το γραφείο, για αυτό σου είπα, δεν θέλησα να φύγω προπονητικά πάνω από τα 50χιλιόμετρα. Έχουμε μείνει ’95-’96, ‘96-‘97 δύο χρονιές, ‘97 πού βρέθηκα; Γύρισα Φαλάνη; Όχι Φαλάνη, Αμπελώνα. Πήγα Αμπελωνιακό, στο τοπικό. Δεν είχα πρόβλημα. Βγήκαμε πρωταθλητές, παίξαμε Δ’ Εθνική, Αμπελώνα. Μετά πήγα Φαλάνη. Ξαναβρέθηκα δύο χρόνια, δύο χρόνια; Δύο χρόνια, ‘15-‘16-‘17 ή τρία χρόνια; Ναι ‘16-‘17 και στο τέλος ‘17-‘18. Δηλαδή Φαλάνη, ξαναπήγα Αμπελώνα ‘13-‘14, ‘14-‘15, ναι, Αμπελώνα βρεθήκαμε στα μπαράζ με την Πύδνα Κίτρους, με τον Παλαμά, με τον Αλμυρό σε αγώνες μπαράζ. Ναι, ποιος θα βγει στην Γ’ εθνική. Μετά από τον Αμπελώνα πήγα Φάρσαλα, τρία χρόνια στα Φάρσαλα. Εκεί βγήκαμε πρωταθλητές, double, Γ’ Εθνική και μετά τα Φάρσαλα βρέθηκα τρία χρόνια στον Παλαμά και εκεί ήταν από Α’ Τοπικό βγήκαμε Γ’, δύο χρονιές Γ’ τώρα, αποχώρισα το καλοκαίρι. Δηλαδή έτσι ένα πέρασμα τριετίας τα τελευταία χρόνια, έτσι με περισσότερη, θα έλεγα, με πολλές επιτυχίες, αλλά και καινούργιες γνωριμίες και με παιδιά τα οποία έτσι μέσα από τον σεβασμό και τη δουλειά, είναι αυτά που έχουν, έχουν μείνει και πάντα σου δίνουν τη χαρά και τη διάθεση να λες ότι αξίζει τον κόπο να ασχοληθείς και να γνωρίζεις καινούριο κόσμο και νέους ανθρώπους και να βοηθάς τον καθέναν. Και φέτος, μετά από πρόταση του κυρίου Κούγια, βρέθηκα σαν τεχνικός διευθυντής στην ΑΕΛ και είμαστε εδώ.
Οι πιο σημαντικές σας αναμνήσεις στην προπονητική σας καριέρα; Όπως αυτό που αναφέρατε με τα Χανιά.
Α έτσι ιστορίες; Πολλές. Κοίταξε να δεις.
Οι πιο σημαντικές αναμνήσεις έτσι που είχατε από τα τόσα χρόνια με όλες τις ομάδες.
Εντάξει, πάντα εκείνο που μένει, είναι η επιτυχία. Επιτυχία, δηλαδή, φερειπείν η άνοδος ξεκινώντας την καριέρα σαν προπονητής, να αλλάζεις κατηγορία, να έχεις επιτυχία, ήταν με τον Απόλλωνα. Ήταν με τον Ηρακλή Λάρισας είχα τρεις-τέσσερις και συμμετοχές σε τελικούς, στους τελικούς. Είχα δθο-τρία Πρωταθλήματα με τον Ηρακλή Λάρισας, καλή παρουσία στη Δ’ Εθνική, βγήκαμε δεύτεροι, είχε βγει η Κοζάνη. Η σωτηρία και η άνοδος με την ΑΕΛ, τι πιο ωραίο; Τι πιο ωραίο; Και με τον Αμπελώνα δύο κύπελλα; Δύο κύπελλα με τον Αμπελώνα, ένα ήτανε double, δύο φορές πρωταθλητές στον Αμπελώνα. Τα Φάρσαλα πάλι… Δηλαδή η παρουσία έτσι, είχε προπονητική παρουσία, είχε επιτυχίες και στα Φάρσαλα Πρωτάθλημα και κύπελλο και Γ’ Εθνική. Στον Παλαμά το ίδιο. Δηλαδή εντάξει, γεμάτες οι χρονιές, γεμάτες οι χρονιές, αλλά εκείνο που έμενε, που σου είπα, έτσι περισσότερο η δουλειά και οι σχέσεις και καλή συμπεριφορά με τους παράγοντες και τους ποδοσφαιριστές και τους φιλάθλους και τους δημοσιογράφους. Έτσι δεν υπήρχε… Φυσικά, περνώντας τα χρόνια και μέσα από την εμπειρία γίνεται καλύτερη αξιολόγηση των πραγμάτων και καλύτερη διαχείριση. Γιατί όσο είσαι νέος, είσαι πιο ζωντανός, πιο δυνατός, πολλές φορές είσαι και παρορμητικός. Ενώ για αυτό λένε, η εμπειρία είναι σημαντικός παράγοντας. Αντιμετωπίζεις τα πράγματα και τα διαχειρίζεται ανάλογα. Γιατί λένε στα χωριά «Καλά είναι τα νιάτα, αλλά χρειάζονται και ένας γέρος για την ορμηνειά».
Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε; Δηλαδή ποιο ήταν το πιο δύσκολο καθήκον σας να κάνετε ως προπονητής;
Η διαχείριση των προσωπικοτήτων. Όχι η δουλειά. Η δουλειά για έναν προπονητή που έχει παίξει μπάλα και έχει καταξιωθεί και έχει παρακολουθήσει τις Σχολές προπονητών, τις οποίες παρακολούθησα τις δύο Σχολές από τις τρεις, τις δύο Σχολές της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, Α και Β, ήτανε τρεις, είναι η διαχείριση των προσωπικοτήτων. Δηλαδή πιο δύσκολα, πιο δύσκολα είναι στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Καλείσαι να πάρεις παιδιά, να τα διαμορφώσεις, να του ανοίξεις τους ορίζοντες, αρκεί να το καταλαβαίνουν. Πολλές φορές οι νέοι δεν το αντιλαμβάνονται. Καλείσαι να πας προς τα κάτω όσο και μεγάλος να είσαι σαν όνομα, σαν φίρμα και σε ηλικία, καλείσαι να πας προς τα κάτω, για να ‘ρθει, να σε συναντήσει ο νέος, γιατί δεν μπορεί να ‘ρθει, να σε συναντήσει εκεί που είσαι. Όταν έχεις τέτοιες εμπειρίες, έχεις κατακτήσεις, έπαιξες μπάλα έχεις τόσο…Δηλαδή, όχι δεν μιλάω μόνο για μένα, μιλάω και για άλλους συναδέλφους. Η σωστή κίνηση είναι ο προπονητής να πηγαίνει προς τα κάτω, αλλά μέχρι εκεί που απαιτείται. Η εξίσωση δεν είναι καλή. Εντάξει, μπορεί να θέλεις να πας, αλλά μέχρι εκεί που να μην μπορούν να σε ακουμπάνε και να μην μπορούν να σε φθείρουν, αλλά νομίζω ότι μέσα από τον σεβασμό κερδίζεις τα πάντα, γιατί έχεις να κάνεις με διαφορετικούς χαρακτήρες. Να σου πω ότι όσο έχω ασχοληθεί προσωπικά, αλλά πιστεύω και άλλοι προπονητές και οι παράγοντες, γιατί δεν βγάζω και τους παράγοντες εκτός με τα παιδιά, δεν έχω ασχοληθεί με τα δικά μου παιδιά. Θα μου πεις ασχολήθηκε η γυναίκα μου. Δηλαδή έχω ασχοληθεί περισσότερο με τους νέους στο να βοηθήσεις, να λύνεις προβλήματα να να να… γιατί ξέρεις, οι εργαζόμενοι γονείς δεν έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα παιδιά τους. Τους στέλνουν στο σχολείο, είναι οι δάσκαλοι, τους στέλνουν στις ομάδες είναι οι διοικήσεις και οι προπονητές, κάτι το οποίο δεν το αντιλαμβάνεται ο κόσμος και η κοινωνία. Δηλαδή τη σημαντική συμβολή των παραγόντων και των προπονητών όσον αφορά τον αθλητισμό, αλλά στο ποδόσφαιρο που είμαστε εμείς και το πιο ευχάριστο είναι… παίζουν παιχνίδια παλαιμάχων και μέσα στην ομάδα έχεις ποδοσφαιριστές, τους οποίους, έχεις συμπαίκτες τους παλαίμαχους, έχεις παιδιά τα οποία τα είχες ποδοσφαιριστές. Και εκεί δηλαδή είναι η αναγνώριση και η καλημέρα, γιατί μπορεί κάποια στιγμή, ξέρεις, να υπάρχει μία κόντρα ή μία διαφορά, αλλά νομίζω ότι όταν δεν υπάρχει υστεροβουλία, τα ξεχνάς αυτά και υπάρχει επαφή και η αναγνώριση, δηλαδή η καλημέρα από όλα τα παιδιά. Δηλαδή, αυτό είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση, δεν πληρώνεται με χρήμα. Η καλημέρα των παιδιών που έχω συνεργαστεί ή έχουν συνεργαστεί προπονητές, να παίρνεις την [01:30:00]καλημέρα και μετά από το ποδόσφαιρο και αυτό είναι το σημαντικότερο, είναι μεγάλη υπόθεση.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το επάγγελμα του προπονητή;
Σκληρό, δύσκολο, απαιτητικό, σημαντικό, γιατί ο προπονητής πρέπει να είναι σημαντική προσωπικότητα. Πρέπει να βάζει τη σφραγίδα του και παίζει σημαντικό ρόλο με την παρουσία του στην εξέλιξη των παιδιών, αλλά και της ομάδος. Και πολύ περισσότερο οι προπονητές, που είναι στις ακαδημίες και στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, χρειάζονται να ασχοληθούν περισσότερο και το αγωνιστικό, αλλά καλούνται να προσφέρουν και από την άλλη πλευρά, την κοινωνική πλευρά, γιατί διαχειρίζονται ανθρώπινες ψυχές. Κατάλαβες; Και χρειάζεται μεγάλη, μεγάλη προσπάθεια και νομίζω ότι γίνεται και αυτό βοηθάει και η πολιτεία με τις Σχολές προπονητών, αλλά και ο Σύλλογος προπονητών και όλα τα παιδιά έτσι προσπαθούν να προσφέρουν το ό,τι καλύτερο, αλλά ο προπονητής πρέπει να είναι σημαντική προσωπικότητα. Να είναι… όχι να είναι, είναι και πρέπει να το δείχνει, να αφήνει τη σφραγίδα του από εκεί που περνάει, να αφήνει σφραγίδα και αγωνιστικά, θα έλεγα, και εξωαγωνιστικά, δηλαδή σαν προσωπικότητα.
Με βάση τα τελευταία που είπατε, ποιος είναι ο ρόλος σας εκτός από την αγωνιστική εικόνα; Ο ρόλος σας ως προπονητής εκτός από την αγωνιστική εικόνα;
Πού στην-
Ως προπονητής.
Α, σαν προπονητής; Ο ρόλος; Εκτός από την αγωνιστική εικόνα, είναι αυτό που είπα. Δηλαδή να μπορεί ο προπονητής να εκπέμπει σιγουριά, να εκπέμπει αυτοπεποίθηση, να εκπέμπει εμπιστοσύνη. Είναι έτσι χαρακτηριστικά του προπονητή. Από εκεί και πέρα, ο προπονητής πρέπει να είναι δίκαιος. Ανάλογα με το τι βλέπει, ανάλογα με το πώς δουλεύουν οι ποδοσφαιριστές, πρέπει ανάλογα να διαχειρίζεται όλη την ομάδα και πρέπει να είναι αντικειμενικός και δίκαιος. Εντάξει, τι να σου πω τώρα; Άλλα χαρακτηριστικά, η καλοσύνη του προπονητή, αλλά και σου είπα πριν, ότι είναι σκληρό το επάγγελμα από τη μεριά ότι αυτά είναι που μπορεί να προσφέρει ένας προπονητής, αλλά, ξέρεις, όταν είσαι σε ομάδες που κάνουν πρωταθλητισμό, ο προπονητής έχει φίλο τη νίκη, κάτι που έχουν πει πολλοί προπονητές. Όσο κερδίζεις… εντάξει, πολλές φορές μπορεί να μην κοιτάζουν να δουλεύεις, να να να κάνεις, να μην έχεις επιτυχίες και να σου λένε: «Ευχαριστούμε πολύ». Άρα η δουλειά, η συμπεριφορά, θα έλεγα, και οι νίκες είναι αυτές που σε χαρακτηρίζουν και σε καταξιώνουν σαν προπονητή.
Πώς αντιμετωπίζατε τον προπονητή ως παίχτης και πώς σας φάνηκε αυτή η αλλαγή, να είστε εσείς ο προπονητής;
Κοίταξε να δεις, πίστευα στους προπονητές που είχα. Δηλαδή όσοι περάσαμε… είχα καλή συνεργασία, καλή συνεργασία. Πάντα πίστευα, πάντα ήμουν πειθαρχημένος, πάντα καταλάβαινα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δηλαδή στη διαχείριση τόσων παιδιών, γιατί τώρα όταν έχεις είκοσι-είκοσι πέντε, εμείς τώρα στην ΑΕΛ έχουμε τριάντα πέντε, αυτή τη στιγμή, παιδιά, προσπαθείς έτσι… δηλαδή, πρέπει να καταλαβαίνεις σαν παίκτης τον προπονητή, τις δυσκολίες. Φυσικά σαν παίκτης δεν έδινα δικαίωμα να είμαι αδιάφορος, για να δώσω οποιαδήποτε αιτία και αφορμή, για να μείνω απέξω. Κατάλαβες; Προσπαθούσα με το παραπάνω να διεκδικώ, να διεκδικώ τη θέση στην ενδεκάδα. Σαν προπονητής τα πρώτα χρόνια, ξέρεις, πάντα η διάθεση αυτή, ο πόθος της διάκρισης σε κάνει να δουλεύεις, έχεις την ορμή, έχεις την αυτοπεποίθηση, την όρεξη να διδάξεις, να μάθεις, γιατί κανένας όση μπάλα και να έχεις παίξει, αν δεν πας στις Σχολές προπονητών, αν δεν παρακολουθήσεις σεμινάρια, αν δεν διαβάσεις και φυσικά, δεν παρακολουθήσεις και… πρέπει συνέχεια να ενημερώνεσαι και να επιβεβαιώνεις τις γνώσεις σου και αυτά που ξέρεις. Γιατί από παίχτης σε προπονητής μαθαίνεις πολλά πράγματα, αλλά με τις Σχολές προπονητών ταξινομείς και επιβεβαιώνεις τις γνώσεις και τις σκέψεις που έχεις. Και σαν προπονητής, σου είπα στην αρχή. Μετά, περνώντας τα χρόνια, ξέρεις, πολλές φορές υπήρχε και το απότομο, το εκρηκτικό, το είχα πολλές φορές, αλλά αυτό ήταν στιγμιαίο για εμένα σαν προπονητής. Η επόμενη φάση ήταν το «μπράβο». Μπορούσε να υπήρχε μία έντονη λογομαχία, αλλά δεν υπήρχε υστεροβουλία, κάτι το οποίο δεν το είχα και δεν το έχω. Και σου είπα, ότι ο προπονητής είναι σαν το παλιό καλό κρασί, όσο πιο έμπειρος είναι, τόσο πιο καλύτερα διαχειρίζεται τις καταστάσεις και ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, γιατί εκεί φαίνεται και η προσωπικότητα και το μεγαλείο του καθενός, σε δύσκολες καταστάσεις. Τώρα, όταν είσαι σε μικρά παιδιά, είναι διαφορετικά, διαφορετικός ο ρόλος, αλλά ο πρωταθλητισμός ή η σωτηρία απαιτεί, υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις, οπότε χρειάζεται η διαχείριση, να υπάρχει ηρεμία, να υπάρχει λογική και να υπάρχει και συνεργασία. Μπορεί να είσαι μόνος σου, αλλά πρέπει να εκμεταλλεύεσαι και να ζητάς και τη γνώμη και του τελευταίου και από εκεί και πέρα, σαν προπονητής, αποφασίζεις, ακούς, έχεις τα αυτιά ανοιχτά, διαχειρίζεσαι τους πάντες με το κατάλληλο, είσαι δίκαιος, αλλά η τελική απόφαση είναι δική σου. Δηλαδή οι οποιεσδήποτε ενέργειες γίνουν.
Προπονήσατε και προπονείτε ομάδες τοπικών και υψηλότερων κατηγοριών. Ποιες είναι οι βασικές διαφορές που έχετε διαπιστώσει;
Διαφορές, εντάξει, είναι σε υλικοτεχνικά θέματα, είναι τα γήπεδα, είναι το επίπεδο των παικτών. Στο ερασιτεχνικό είναι δύσκολη η προπόνηση, είναι δύσκολη η προπόνηση, γιατί καλείσαι να αντιμετωπίσεις νέους, εργαζόμενους, μαθητές, οι οποίοι δεν έχουν το ωράριο του φαγητού, του ύπνου, έχουν τα φροντιστήρια, έχουν τις δουλειές τους και εκεί χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί δεν μπορεί να εφαρμόσεις επαγγελματική προπόνηση, σε ερασιτέχνες παίκτες. Εφαρμόζεις τον επαγγελματισμό, κάνεις την προπόνηση σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις που έχουν τα παιδιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν κάνεις το σωστό. Η διαχείριση μετά, όσον αφορά το ψυχολογικό, είναι πιο εύκολο πράγμα όσον αφορά τώρα στους ερασιτέχνες. Στους επαγγελματίες η προπόνηση είναι εύκολη, γιατί έχεις να κάνεις με επαγγελματίες, έχεις το πρόγραμμά σου, γιατί τους έχεις πρωί-απόγευμα, τους έχεις τους παίκτες όποτε θέλεις. Εδώ είναι η διαχείριση των προσωπικοτήτων, είναι η διαχείριση της ενδεκάδος, γιατί έχεις πολλούς επαγγελματίες. Μπορεί να έχεις και πολλούς δύσκολους χαρακτήρες, κάτι το οποίο συμβαίνει και στο ερασιτεχνικό, αλλά είναι πιο εύκολο να τους αντιμετωπίσεις. Τους επαγγελματίες εντάξει, η διαχείριση είναι πιο δύσκολη όσον αφορά το ψυχολογικό μέρος. Τώρα, το αγωνιστικό είναι εύκολο, κάνεις πιο άνετα την προπόνηση και εδώ υπάρχει μεγαλύτερη- στον επαγγελματικό χώρο- υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία στα Πρωταθλήματα. Δηλαδή υπάρχει απαίτηση της νίκης και ιδιαίτερα όταν πας για πρωταθλητισμό, υπάρχει το «πρέπει». Και το «πρέπει» σε αναγκάζει να είσαι standby και έτοιμος ανά πάσα στιγμή, να μην αφήνεις να πέσει τίποτα και να μην είναι τίποτα τυχαίο.
Ήσασταν ένας μεγάλος ποδοσφαιριστή. Αναπολείτε εκείνες τις στιγμές και τι αισθήματα σας προκαλούν;
Λέω μερικές φορές «Να ήταν τα νιάτα δυο φορές». Έτσι να γύριζαν τα χρόνια πίσω, να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο, όχι μόνο σε αυτό το… έτσι πως έχουν αλλάξει και οι συνθήκες, με καλύτερα γήπεδα, καλύτερη διαβίωση, γιατί κάποιοι λένε: «Οι παλαιότεροι καλύτεροι». Όχι, οι νεότεροι είναι καλύτεροι. Είναι πιο έξυπνοι, έχουν περισσότερα μέσα ενημέρωσης, καλύτερο τρόπο ζωής, δηλαδή η διαβίωση, η ιατρική έχει προχωρήσει πολύ, οι αποθεραπείες γίνονται πιο εύκολα, η ξεκούραση πιο εύκολα. Δηλαδή υπάρχουν περισσότερα μέσα. Άρα, αν γύριζαν τα νιάτα πίσω, θα ήταν πιο εύκολη, θα έλεγα, η ζωή στον αθλητισμό. Να μου πεις, υπάρχουν και περισσότεροι πειρασμοί. Εντάξει, αυτό ερχόμαστε στη δυνατή προσωπικότητα του κάθε νέου και στη δύναμη της θέλησης του καθενός. Δεν ξέρω αν σε κάλυψα. Ναι εντάξει, θα ήθελα να παίξω, αναπολώ τις ωραίες στιγμές, αναπολώ την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο με τους συμπαίκτες και τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού και την παρουσία του κόσμου, ξέρεις, ο κόσμος είναι το αλατοπίπερο. Αυτήν την ατμόσφαιρα, την αγωνιστική ατμόσφαιρα, αλλά εντάξει, να μην είμαστε και αχάριστοι και να μην είμαι και αχάριστος, τα έζησα και τα [01:40:00]αναπολώ. Τα ζω με τους συμπαίκτες και πολλούς αντιπάλους στα παιχνίδια των παλαιμάχων, όπου βρισκόμαστε και εντάξει, λέμε ότι παίζουμε, νομίζουμε ότι παίζουμε, αλλά το που φοράμε την αθλητική στολή και μπαίνουμε στον αγωνιστικό χώρο και χτυπάμε την μπάλα, έτσι είναι και εκεί μία ικανοποίηση.
Ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη.
Ευχαριστώ και εγώ, να είσαι καλά.
Ποιο ήταν το επόμενο βήμα σας μετά την αποχώρησή σας από την ομάδα της ΑΕΛ;
Ναι, έπαιξα τον τελευταίο χρόνο στα Τρίκαλα, στον ΑΟ Τρίκαλα, όπου η παρουσία ήταν αρκετά καλή, με πολλούς καλούς συμπαίκτες, οι οποίοι τους είχα συναντήσει στις ομάδες, όπως Παπάζογλου, Λιάκος, Ζαβλανός, Πάτρας, Αναστασίου πολλά, πολλά παιδιά, τα οποία είχαμε συναντηθεί αντίπαλοι και βρεθήκαμε την τελευταία χρόνια στην ποδοσφαιρική μου καριέρα, βρεθήκαμε στα Τρίκαλα. Ήταν ένας πραγματικά πολύ καλός… πολύ καλή αγωνιστική παρουσία εκεί στα Τρίκαλα, γνωρίσαμε αρκετούς φίλους και κάτι το οποίο παραμένουν ακόμη. Αυτό.