© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Αδέρφια με διαφορετικό επίθετο

Κωδικός Ιστορίας
11274
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δέσποινα Μαυρίδου (Δ.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/12/2019
Ερευνητής/τρια
Νίκη Φωτιάδου (Ν.Φ.)

[00:00:00]

Ν.Φ.:

Αφηγήτρια: Μαυρίδου Δέσποινα. Ερευνήτρια: Νίκη Φωτιάδου. Μεσόβουνο, 26 Δεκεμβρίου 2019. Καλημέρα, κυρία Δέσποινα.

Δ.Μ.:

Καλημέρα.

Ν.Φ.:

Για πείτε μας πότε γεννηθήκατε και πού;

Δ.Μ.:

Γεννήθηκα στο Μεσόβουνο, το '36.

Ν.Φ.:

Θυμάστε ημερομηνία συγκεκριμένη;

Δ.Μ.:

Το '36. Αυτά που ξέρω–

Ν.Φ.:

Ναι.

Δ.Μ.:

Είναι που μου τα είπε ο Λάζαρος. Δεν τα ήξερα εγώ.

Ν.Φ.:

Ο αδερφός σας;

Δ.Μ.:

Ναι, αδερφός. Γεννήθηκα το '36, στις 8 Δεκέμβρη.

Ν.Φ.:

Γεννηθήκατε στο Μεσόβουνο και πόσα αδέρφια ήσασταν;

Δ.Μ.:

Δεν τα γνώριζα όλα τα αδέρφια. Μετά–

Ν.Φ.:

Για πείτε μας, γιατί είπατε ότι σας τα είπε ο αδερφός σας, ο Λάζαρος, και δεν γνωρίσατε τ’ αδέρφια σας;

Δ.Μ.:

Μετά τις, που γινότανε εκλογές εκείνα τα χρόνια, έπρεπε να έχουμε κανονικά χαρτιά και να τα ακυρώσουμε τα άλλα, κατάλαβες; Γιατί ψηφίζαμε στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί έμαθα πότε γεννήθηκα και δεν το ήξερα.

Ν.Φ.:

Μέχρι τότε γιατί δεν το ξέρατε;

Δ.Μ.:

Δεν ήταν έγκυρα αυτά που ήξερα, ας πούμε.

Ν.Φ.:

Γιατί;

Δ.Μ.:

Μου είχαν–

Ν.Φ.:

Τι είχε γίνει;

Δ.Μ.:

Αλλάξει την ημ–

Ν.Φ.:

Ποιος σας την άλλαξε;

Δ.Μ.:

Τη χρονολογία, ο πατέρας που με πήρε.

Ν.Φ.:

Άρα, εσάς–

Δ.Μ.:

Με έβαλε, κοίταξε, είμαι του '36, αλλά με έβαλε το '35, γιατί είχα έναν αδερφό, ήταν ακριβώς το '36 γεννημένος. Εγώ, επειδή δεν ήμασταν αδέρφια κανονικά, έπρεπε να αλλάξει την ημερομηνία, το χρόνο.

Ν.Φ.:

Άρα, εσάς σας υιοθέτησε μια άλλη οικογένεια από το Μεσόβουνο.

Δ.Μ.:

Ναι, ναι.

Ν.Φ.:

Γιατί οι γονείς σας έδωσαν για υιοθεσία;

Δ.Μ.:

Οι γονείς μου δεν ζούσαν και οι δύο, ζούσε μόνο η μαμά.

Ν.Φ.:

Ο πατέρας σας γιατί;

Δ.Μ.:

Είχε πεθάνει.

Ν.Φ.:

Ήταν άρρωστος; Μάθατε;

Δ.Μ.:

Από ό,τι έμαθα, ήταν άρρωστος.

Ν.Φ.:

Οπότε έμεινε…

Δ.Μ.:

Έμεινε η μαμά με πέντε παιδιά. Πώς θα τα κοίταζε; Έδωσε τρία παιδιά, παρακαλώ... Τρία! Εμένα και δύο αγόρια.

Ν.Φ.:

Πώς έγινε; Σας είχαν πει; Πώς έγινε η υιοθεσία; Πώς επιλέχθηκε η οικογένεια; Εσείς πού πήγατε, για παράδειγμα;

Δ.Μ.:

Κάποιος. Με πήρανε από εδώ και με πήγανε στο... Γιατί η μαμά μου της έλειπαν τα κορίτσια, πεθάνανε έξι κορίτσια.

Ν.Φ.:

Η μητέρα που σας υιοθέτησε;

Δ.Μ.:

Ναι, της πεθάνανε έξι κορίτσια και είχε μανία να πάρει κορίτσι και πήρε εμένα. Αυτό ήτανε.

Ν.Φ.:

Πόσο χρονών ήσασταν, όταν;

Δ.Μ.:

2, μικρό.

Ν.Φ.:

Έχετε αναμνήσεις εσείς από το Μεσόβουνο;

Δ.Μ.:

Όχι, όχι.

Ν.Φ.:

Από την οικογένειά σας; Από την μητέρα σας, δηλαδή, και τα αδέλφια σας;

Δ.Μ.:

Δε θυμάμαι τίποτα από αυτό, γιατί ήμουν μικρό παιδάκι.

Ν.Φ.:

Οπότε, εσείς μεγαλώσατε στην–

Δ.Μ.:

Στους Θρακιώτες, Θρακιώτες–

Ν.Φ.:

Στην–

Δ.Μ.:

Στην Καρυώτισσα.

Ν.Φ.:

Στην Καρυώτισσα, στην οικογένεια που σας υιοθέτησε–

Δ.Μ.:

Στου Μαυρίδη.

Ν.Φ.:

Είχατε αδέλφια θετά, σε αυτή την οικογένεια;

Δ.Μ.:

Ναι, τρία αγόρια ήτανε και ο πατέρας τέσσερα και η μαμά πέντε. Πέντε άτομα ήμασταν.

Ν.Φ.:

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, θέλετε να μας πείτε;

Δ.Μ.:

Μέτρια.

Ν.Φ.:

Δηλαδή;

Δ.Μ.:

Τα παιδικά μου χρόνια... Υπήρχε ρατσισμός!

Ν.Φ.:

Γιατί;

Δ.Μ.:

Γιατί ήμουνα από άλλο τύπο. Ήμουνα Πόντια, τι να σας πω τώρα; Εκεί ήταν Θρακιώτες. Οι φίλες, οι παιδικές φίλες, κάπου, πώς θυμώνουν και μαλώνουν, θα σε πει και ένα τέτοιο.

Ν.Φ.:

Το γνώριζαν, δηλαδή, εκεί, στο χωριό–

Δ.Μ.:

Ναι, ναι, το μάθανε.

Ν.Φ.:

Γιατί εσείς ήσασταν παιδάκι.

Δ.Μ.:

Το μάθανε, παιδάκι μου, στο χωριό γρήγορα μαθαίνονται όλα κι έτσι γινότανε, αλλά ήμαστε πάλι φίλες και μέχρι τώρα έχουμε επαφή με τα τηλέφωνα.

Ν.Φ.:

Τι σας έλεγαν, δηλαδή;

Δ.Μ.:

Αυτή τη κουβέντα που με έλεγε, δε μ’ άρεζε.

Ν.Φ.:

Εσείς πότε μάθατε ότι είστε υιοθετημένη;

Δ.Μ.:

Το έμαθα, αγάπη μου, γιατί...

Ν.Φ.:

Πόσο χρονών ήσασταν όταν το μάθατε;

Δ.Μ.:

Όταν το έμαθα;

Ν.Φ.:

Ναι.

Δ.Μ.:

Από μικρή το έμαθα, τώρα... Ο κόσμος σου τα λέει και τα μαθαίνεις, αλλιώς–

Ν.Φ.:

Από τον κόσμο;

Δ.Μ.:

Από τον κόσμο, δεν με έλεγαν τίποτα οι δικοί μου.

Ν.Φ.:

Πώς σας συμπεριφέρονταν οι δικοί σας;

Δ.Μ.:

Πολύ καλά. Με αγαπούσανε κι εγώ τους αγαπούσα και το σόι και όλοι με αγαπούσανε πάρα πολύ.

Ν.Φ.:

Με τα αδέλφια σας η σχέση σας;

Δ.Μ.:

Πολύ καλά, καλές σχέσεις. Με τον μικρό ήμασταν σαν δίδυμα, τόσο καλά, γιατί είχαμε ηλικία όμοια.

Ν.Φ.:

Άρα, ο ρατσισμός που είπα[00:05:00]τε–

Δ.Μ.:

Ναι.

Ν.Φ.:

Ήτανε από τους ξένους, όχι από την οικογένεια...

Δ.Μ.:

Ναι, από τους ξένους φυσικά. Λοιπόν, ερχότανε κάποιος στο σπίτι, Πόντιοι. «Αυτό το παιδί δεν είναι δικό σας, δεν σας μοιάζει, δεν είναι δικό σας». Αυτό εμένα με ενοχλούσε. Πικρό. Δεν ήταν καλό–

Ν.Φ.:

Σας στεναχωρούσε.

Δ.Μ.:

Και από εκεί τα μάθαινα, ας πούμε. Έτσι, λέω: «Κοίταξε, τώρα, τι γίνεται;», δεν ήθελα να τα ακούω.

Ν.Φ.:

Οι δικοί σας τι έλεγαν;

Δ.Μ.:

Τι να πουν τώρα; Τι να πούνε; Δεν μπορούσανε να πουν και τίποτα... Δε μιλούσανε, δύσκολα ήτανε.

Ν.Φ.:

Άρα, μάθατε πολύ μικρή, έτσι, από τον κόσμο ότι–

Δ.Μ.:

Ναι, ναι.

Ν.Φ.:

Υιοθετηθήκατε εσείς στην Καρυώτισσα.

Δ.Μ.:

Όλα.

Ν.Φ.:

Ρωτήσατε εσείς τους γονείς σας: «Ποια ήταν η οικογένεια που με έδωσε σε εσάς;» ή «Από που είναι η οικογένειά μου;»;

Δ.Μ.:

Λοιπόν, η μαμά ερχότανε να με δει, η μαμά.

Ν.Φ.:

Εδώ; Από το Μεσόβουνο ερχότανε στην Καρυώτισσα;

Δ.Μ.:

Ερχότανε, ναι, στο σπίτι μας κιόλας ήρθε μια φορά. Ήμουνα, εντάξει, μεγαλούτσικη ήμουνα, καμιά 10-12 κάπου εκεί πέρα –δε θυμάμαι και καλά– και ερχότανε! Αλλά εμένα με φευγάτιζαν, για να μην είμαι εκεί. Ναι. Δεν ήθελαν, φοβόνταν να μη με χάσουνε, καλέ! Αυτό ήταν.

Ν.Φ.:

Η μητέρα σας πώς ερχότανε; Από το Μεσόβουνο, φαντάζομαι, ήταν πολύ δύσκολο να έρθει.

Δ.Μ.:

Ερχότανε, δεν ξέρω με τι τρόπο ερχότανε, με τον αδερφό μου, τον μεγάλο, και της θείας, της Ελένης, η αδερφή, ήταν μαζί παρέα κι ερχότανε. Είχαμε τον Βασιλάκη, τον αδερφό μου, καθόμασταν, ο δρόμος μας χώριζε. Και αυτός που τον είχε πάρει το Βασίλη, μικρό ήτανε, 8 μηνών ήτανε, δεν ήθελε επαφές ούτε με εμένα, ούτε με τη μάνα, ούτε με κανέναν.

Ν.Φ.:

Άρα, εσείς δεν γνωρίζατε δηλαδή ότι είναι αδερφός σας;

Δ.Μ.:

Το γνώρισα από τον κόσμο, δεν μου το 'λεγαν. Αυτό γινότανε. Ήταν δύσκολα τα χρόνια αυτά, τα παιδικά.

Ν.Φ.:

Μετά, όταν το μάθατε από τον κόσμο, είχατε επαφή με τον αδελφό σας–

Δ.Μ.:

Όχι!

Ν.Φ.:

Γιατί μένατε και κοντά είπατε.

Δ.Μ.:

Ναι, δε μας άφηναν να έχουμε επαφές. Μετά, όταν παντρεύτηκα, ήρθε ο αδερφός μου από το στρατό, ο Βασίλης. Δεν τον άφησε να έρθει στο γάμο.

Ν.Φ.:

Ο θετός του–

Δ.Μ.:

Ο πατέρας–

Ν.Φ.:

Πατέρας.

Δ.Μ.:

Ο θετός. Δεν τον άφησε. Το παιδί ήρθε με χαρά, να 'ρθει και στο γάμο, για.

Ν.Φ.:

Η μητέρα σας, όταν ερχότανε στην Καρυώτισσα από το Μεσόβουνο, καμιά φορά δεν έτυχε να σας δει;

Δ.Μ.:

Με είδε, αλλά όχι κοντά–

Ν.Φ.:

Να μιλήσετε.

Δ.Μ.:

Να μιλήσουμε, να κάνουμε τίποτα, δεν είχαμε επαφή. Ειδικά η μαμά, φοβότανε η άλλη να μη με χάσει και...

Ν.Φ.:

Άρα, εκείνη ερχότανε απλά για να σας δει, να δει ότι–

Δ.Μ.:

Ναι, ήθελε να με δει.

Ν.Φ.:

Να βεβαιωθεί ότι είστε καλά.

Δ.Μ.:

Ναι, να με δει. Πήγαινε στη γειτονιά, έλεγαν άσχημα πράγματα. Δήθεν δε με κοιτάζουν καλά, δήθεν, δήθεν, δήθεν... Ψέματα ήτανε, αυτά δεν ήταν σωστά, δεν ξέρω γιατί το κάνανε αυτό το πράγμα.

Ν.Φ.:

Εσείς από μακριά, όταν τη βλέπατε, γνωρίζατε ότι είναι αυτή η πραγματική σας μητέρα;

Δ.Μ.:

Μοιάζαμε, αγάπη μου. Όταν αρραβωνιάστηκα, με έλεγε: «Η θεία σου! Η θεία σου!». Τη λέω: «Δεν είναι η θεία μου, η μάνα μου είναι».

Ν.Φ.:

Το καταλάβατε, δηλαδή;

Δ.Μ.:

Τι τώρα; «Γιατί με λες ψέματα; Πες ότι: “Είναι η μαμά σου. Σε πήραμε, σε μεγαλώσαμε και αυτό”». «Η θεία σου», με έλεγε. Εμένα με πείραζε αυτό το πράγμα, γιατί τι ήμουνα εγώ και με λες θεία; Ίδιες ήμασταν!

Ν.Φ.:

Και πότε ήταν η πρώτη επαφή με τη μητέρα σας; Πότε μιλήσατε για πρώτη φορά; Τα είπατε ποτέ; Συζητήσατε;

Δ.Μ.:

Όχι, δεν είπαμε τίποτα. Ερχότανε στο σπίτι μου, όμως, παντρεμένη που ήμουνα, ερχότανε και με έλεγε: «Αχ, δε μαθαίνεις εσύ τη γλώσσα μας, δεν τα ξέρεις», «Δε μπορώ», λέω, «να τη μάθω».

Ν.Φ.:

Τα ποντιακά εννοούσε;

Δ.Μ.:

Ναι, αυτή περίμενε να 'ρθει κι ο άντρας μου τα ήξερε τα ποντιακά. Ο Κώστας, Κωστάκης, ο εγγονός, όταν τον έβλεπε, γινότανε… «Πότε να 'ρθει ο Κωστάκης; Να με μιλήσει!» και εγώ δεν ήξερα, τι να κάνω; Δεν ήξερα ποντιακά.

Ν.Φ.:

Και με τα αδέρφια σας από το Μεσόβουνο πότε αρχίσατε να έχετε επαφή;

Δ.Μ.:

Στο γάμο.

Ν.Φ.:

Στο δικό σας το γάμο; Όταν;

Δ.Μ.:

Ναι, ήρθε ο Λάζαρος με τη λύρα... Στο γάμο ή[00:10:00]ρθανε. Κόσμο είχαμε, τι να σου πω!

Ν.Φ.:

Τα άλλα θετά αδέλφια; Γιατί είπατε ότι δώσανε τρία παιδιά για υιοθεσία.

Δ.Μ.:

Ναι, τρία. Ο μεγάλος ήτανε στη Μαρίνα, ο Ηρακλής.

Ν.Φ.:

Με εκείνον είχατε επικοινωνία;

Δ.Μ.:

Είχαμε μετά, όταν μεγάλωσα, πηγαίναμε και στο χωριό και είχε τα παιδάκια του, τα γνώρισα, ναι, πηγαίναμε.

Ν.Φ.:

Οπότε, κυρία Δέσποινα, στα γεγονότα του Μεσοβούνου, τις φορές, δηλαδή, που κάηκε το χωριό από τους Γερμανούς, από τους Ναζί, δεν ήσασταν εσείς στο Μεσόβουνο.

Δ.Μ.:

Όχι.

Ν.Φ.:

Μαθαίνατε τι γινότανε στο χωριό; Ποια ήτανε η εξέλιξη των αδερφών σας, γιατί δόθηκαν τα τρία παιδιά, έμειναν άλλα δύο πίσω.

Δ.Μ.:

Ναι.

Ν.Φ.:

Ξέρατε τι έγινε; Είχατε νέα;

Δ.Μ.:

Είχα ακούσει για τον αδελφό μου, τον Κώστα, δήθεν ήταν δωσίλογος, δήθεν πήγαινε στα βουνά και έκανε, μετέφερε λόγια, ξέρω εγώ… Και για αυτό τον σκότωσαν κιόλας οι Γερμανοί.

Ν.Φ.:

Ότι συμμετείχε στην Αντίσταση, δηλαδή...

Δ.Μ.:

Ναι, και τον σκότωσανε, νέο παιδί ήτανε.

Ν.Φ.:

Τα μάθατε, δηλαδή, αυτά τα νέα του Μεσοβούνου.

Δ.Μ.:

Αυτά τα έμαθα, ναι. Μετά τα έμαθα, βέβαια, δεν ήξερα, και αυτό ήτανε. Η μάνα μου ήταν πικραμένη από πολλά πράγματα, ας πούμε.

Ν.Φ.:

Η πραγματική σας μητέρα, η βιολογική μητέρα.

Δ.Μ.:

Ναι.

Ν.Φ.:

Ναι.

Δ.Μ.:

Η πραγματική.

Ν.Φ.:

Εσάς η Κατοχή και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος πού σας βρίσκει; Σας βρίσκει στην Καρυώτισσα;

Δ.Μ.:

Ναι, ναι.

Ν.Φ.:

Θυμάστε να μας περιγράψετε εκείνη την περίοδο, δηλαδή το '41 μέχρι το '44 και μέχρι το '46 που ξεκίνησε ο Εμφύλιος, πώς ήταν η κατάσταση στην Καρυώτισσα; Ήρθαν–

Δ.Μ.:

Η κατάσταση ήταν χάλια. Σε κακά χάλια ήμασταν, τότε ήταν, το ανταρτικό μετά ξεκίνησε.

Ν.Φ.:

Πριν τον Εμφύλιο;

Δ.Μ.:

Πριν το ανταρτικό...

Ν.Φ.:

Μπήκαν οι Ναζί στην Καρυώτισσα;

Δ.Μ.:

Είχαμε Γερμανούς μέσα στο χωριό, αλλά δε μας πείραξαν. Πιάσανε όλα τα σπίτια. Δεν πείραξαν κανέναν οι Γερμανοί, δεν έχω να πω... Όχι! Οι άλλοι πείραζαν, κατάλαβες;

Ν.Φ.:

Οι άλλοι, δηλαδή; Οι συνεργάτες τους;

Δ.Μ.:

Οι αντίθετοι, αυτοί δεν ήταν εντάξει.

Ν.Φ.:

Οπότε, εσείς σαν παιδί στην Καρυώτισσα δεν βιώσατε τον πόλεμο έτσι... Όταν μπήκαν, δηλαδή, οι Ναζί, εσείς το θυμάστε; Πώς;

Δ.Μ.:

Κοίταξε. Θυμάμαι μερικά πράγματα. Όταν βομβάρδιζαν, εμείς κρυβόμασταν μέσα σε καταφύγια.

Ν.Φ.:

Είχατε...

Δ.Μ.:

Εκείνα τα χρόνια!

Ν.Φ.:

Αυτά τα καταφύγια η κάθε οικογένεια τα έφτιαξε; Τι καταφύγια ήταν;

Δ.Μ.:

Ναι, κάτω βάζανε, ξέρω εγώ τι βάζανε, σκάβανε το χώμα από κάτω–

Ν.Φ.:

Στο σπίτι; Στο κάθε σπίτι γινόταν αυτό;

Δ.Μ.:

Ναι, στις αυλές, στους μπαχτσέδες, ας σε πω τώρα, είχαμε καταφύγια να κρυφτούμε, το θυμάμαι αυτό! Ναι!

Ν.Φ.:

Οπότε, και κρυβόσασταν όταν ακούγατε τους βομβαρδισμούς.

Δ.Μ.:

Ναι! Τι θα κάναμε; Μπαίναμε εκεί μέσα... Πολλά τέτοια, αλλά, εντάξει, παιδί όταν είσαι, τα ξεπερνάς κιόλας. Μια φοβάσαι, μια δε φοβάσαι... Έτσι. Εγώ σου είπα τώρα. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, εγώ βγήκα στο δρόμο να δω τι συμβαίνει. Παιδάκι! Και ύστερα είδα το θείο μας που πήγαινε εκεί, στο 'πα;

Ν.Φ.:

Όχι, δεν μας το είπατε.

Δ.Μ.:

Και πήγαινε να τους σταματήσει, σήκωσε τα χέρια ψηλά, λέει, ήξερε γερμανικά, στην Αυστρία ήταν αυτός, ήξερε.

Ν.Φ.:

Ο θείος σας;

Δ.Μ.:

Ναι. Στην Αυστρία μιλάνε γερμανικά και οπότε ήξερε να τους σταματήσει, να τους πει πέντε λόγια, τέλος πάντων. Αυτό του είπε, αλλά ήταν εις βάρος του, μετά η αντίθετη πλευρά, οι κομμουνιστές θα πω τώρα εγώ, τον κυνήγησαν πάρα πολύ.

Ν.Φ.:

Γιατί;

Δ.Μ.:

Γιατί πήγε να σταματήσει τους Γερμανούς, μην κάψουν το χωριό και αυτοί τι ήθελαν; Να κάψει το χωριό; Να το κάψουνε; Είναι μια απορία. Γιατί νόμιζαν ότι είναι Γερμανόφιλος.

Ν.Φ.:

Επειδή γνώριζε τα γερμανικά;

Δ.Μ.:

Ναι.

Ν.Φ.:

Τον παρεξήγησαν;

Δ.Μ.:

Αυτό ήταν καλό; Όχι! Εις βάρος του ήταν. Ήταν πιο εξελιγμένος, διάβαζε εφημερίδες, ήξερε πολλά νέα, ας πούμε, ήταν καλός, αλλά τον κυνήγησαν πολύ και τον σκότωσαν. Τον μάζεψαν… Και αυτός κρύφτηκε, όταν ήρθανε οι αντίθετοι, ας πούμε, οι κομμουνιστές, σου λέει: «Έκανε αυτό και αυτό, κά[00:15:00]τσε να τον μαζέψουμε». Τον βρήκανε ύστερα. Είχε πέντε-έξι, έξι παιδιά είχε, κατάλαβες; Και τη γύριζαν τη θεία μας με τις νυχτικιές να πάει να βρει τον άντρα της και να τον παραδώσει.

Ν.Φ.:

Να τους πει πού κρύφτηκε, δηλαδή.

Δ.Μ.:

Ναι, πού κρύφτηκε, δεν ήξερε και αυτή, γύρισε όλο το χωριό να τον βρει. Τελικά, τον βρήκανε, τον πήρανε και ύστερα μαρτύρησε του Χριστού, που λένε, τα πάθη, τα μαρτύρησε όλα αυτά. Γιατί ήξερε τη γλώσσα. Αυτό ήταν το δύσκολο.

Ν.Φ.:

Και εσείς αυτή τη σκηνή την είδατε, δηλαδή, όταν ήσασταν παιδάκι και τη θυμάστε;

Δ.Μ.:

Ναι, αυτό που σου λέω, που πήγε και τους σταμάτησε, το θυμάμαι πάρα πολύ. Γιατί ήμουνα περίεργο παιδάκι, ήθελα, δε φοβόμουνα, δε φοβόμουνα και έβγαινα έτσι, να δω. Τι να σου πω τώρα; Ένα σωρό κακά πράγματα γινότανε.

Ν.Φ.:

Για να επιστρέψουμε στο αρχικό μας θέμα, που υιοθετηθήκατε, ουσιαστικά, πολύ μικρή και είπατε ότι ερχότανε και η μητέρα σας. Εσείς είχατε την περιέργεια να τη ρωτήσετε, γιατί είπατε ότι τη βλέπατε και καταλάβατε ότι είναι η μητέρα σας.

Δ.Μ.:

Δεν με άφηναν να έχω επαφές καθόλου στην αρχή, παιδάκι που ήμουνα, έτσι; Όχι! Ερχότανε η μαμά μου να με δει, αλλά δε με άφησαν να μιλήσω μαζί της. Δεν είχαμε συνομιλία καμία.

Ν.Φ.:

Ούτε όταν σας έλεγαν ότι είναι η θεία σας; Δεν τη ρωτήσατε ποτέ;

Δ.Μ.:

Αυτό, ύστερα, που μεγάλωσα και αρραβωνιάστηκα έγινε αυτό. «Η θεία σου, η θεία σου», λέω: «Στοπ!».

Ν.Φ.:

Μέχρι, δηλαδή, που αρραβωνιαστήκατε, δεν σας έλεγαν καν ότι είναι η θεία;

Δ.Μ.:

Όχι.

Ν.Φ.:

Ήταν σαν μια κυρία απλή;

Δ.Μ.:

Δεν με έλεγαν, όχι. Δεν μιλούσαν. Και ύστερα εγώ αντέδρασα, γιατί με είπε: «Η θεία», γιατί πήρα θάρρος που αρραβωνιάστηκα και λέω: «Δεν είναι η θεία, είναι η μάνα μου». Αφού την έμοιαζα! Τι να σου πω τώρα; Καρμπόν, που λένε.

Ν.Φ.:

Και τότε κάνατε κουβέντα με τη μαμά σας, να σας φύγει, δηλαδή, η περιέργεια, η απορία.

Δ.Μ.:

Να μου φύγει από μέσα μου.

Ν.Φ.:

Ναι.

Δ.Μ.:

Δεν... Η αλήθεια είναι που δεν ήθελα καμιά επαφή με τη μάνα.

Ν.Φ.:

Δε θέλατε;

Δ.Μ.:

Όχι, γιατί είναι δύσκολα ένα κορίτσι να το δίνεις σε ξένους. Δεν είναι έτσι; Δεν ήθελα! Τα αδέρφια μου, όμως, τα έχω διαφορετικά. Δεν με πείραξαν τα αδέρφια μου. Εγώ έτσι το ένιωθα, γιατί να με δώσει; Έτσι;

Ν.Φ.:

Έχετε επαφή τώρα με τα αδέλφια σας από την οικογένεια του Μεσοβούνου; Τη, τα βιολογικά–

Δ.Μ.:

Πώς δεν έχω, έχω! Και τα ανίψια και τα μικρά ανίψια κι όλα, είναι υπέροχα!

Ν.Φ.:

Κρατήσατε, δηλαδή, επαφή τώρα.

Δ.Μ.:

Ναι, ναι, βεβαίως. Ναι.

Ν.Φ.:

Την ιστορία της οικογένειας και τελικά για το λόγο που σας έδωσε η μητέρα σας, από πού τη μάθατε; Αφού δε μιλήσατε ποτέ με τη μητέρα σας.

Δ.Μ.:

Από τη γειτονιά!

Ν.Φ.:

Γνώριζαν, δηλαδή, εκεί;

Δ.Μ.:

Βεβαίως. Γνώριζαν και το λέγανε κιόλας.

Ν.Φ.:

Εσείς στην Καρυώτισσα, ως παιδάκι, πήγατε σχολείο; Είχατε αυτή τη δυνατότητα;

Δ.Μ.:

Πήγα σχολείο, μέχρι τέταρτη τάξη, παραπάνω δεν με άφησαν να πάω.

Ν.Φ.:

Γιατί;

Δ.Μ.:

Γιατί η μαμά μου ήταν φιλάσθενη και ήθελε να μην πάω σχολείο, ενώ είπα και διάλογο ωραιότατο, ναι, μέχρι τετάρτη τάξη πήγα.

Ν.Φ.:

Οπότε ήθελε –Ήταν φιλάσθενη και γιατί δεν ήθελε να πάτε εσείς;

Δ.Μ.:

Ήθελε να κάνω δουλειές, παιδάκι μου.

Ν.Φ.:

Να τη φροντίζετε.

Δ.Μ.:

Ναι, πίτες έφτιαχνα!

Ν.Φ.:

Μικρό παιδί;

Δ.Μ.:

Μικρό, 9 χρονών ήμουνα, τι ήμουν εγώ που έφτιαχνα πίτες; Λοιπόν, ήρθε μια συμμαθήτρια, ας σε πω τώρα, να με ειδοποιήσει ότι έχουμε διάλογο, έχουμε πρόβα.

Ν.Φ.:

Θα κάνατε κάποιο θεατρικό;

Δ.Μ.:

Ναι, βέβαια, και ήρθε η κοπέλα, η συνάδελφος, η δικιά μου, η...

Ν.Φ.:

Συμμαθήτρια.

Δ.Μ.:

Η συμμαθήτρια και όταν με είδε που άνοιγα φύλλα, έμεινε. «Πιπίτσα!», εγώ. Με άλλαξε και το όνομα, με έλεγε: «Πιπίτσα», «Η Πιπίτσα κάνει πίτα!», το 'λεγε... Τι να σου πω. «Κοίταξε», λέει, «θα 'ρθεις σχολείο, έχουμε πρόβα». «Εντάξει», λέω, «θα 'ρθώ». Αλλά την έκανε εντύπωση πως άνοιγα φύλλα. Τι φύλλο, όμως! Λεπτό! Ωραίο! Ήταν πολύ νοικοκυρά η μάνα μου[00:20:00]. Μεγάλωσα σε καλή νοικοκυρά. Καλή! Σε όλα, σε όλα. Όταν σου λέω σε όλα, σε όλα ήταν πάρα πολύ καλή, καλή νοικοκυρά. Αυτή έζησε στην Πόλη, στην Κωνσταντινούπολη ήτανε και είχε πάει, δεν ξέρω αν πήγε και σε κάποια σχολή, για πάνε και μαθαίνουν μαγειρική και τέτοια και αυτή... Από όλα πήρα... Συγκινήθηκα τώρα.

Ν.Φ.:

Δεν πειράζει.

Δ.Μ.:

Πήρα πολύ καλές αρχές. Είχα καλές αρχές από τη μάνα μου. Πολύ καλά. Από μικρό παιδάκι, καθόμουνα στη μηχανή, γάζωνα, έφτιαχνα για την κούκλα μου φουστανάκια. Τι να σου πω; Τόσο πολύ!

Ν.Φ.:

Κυρία Δέσποινα, και αυτό που είπατε στην αρχή για τα στοιχεία, που μάθατε, δηλαδή, τα πραγματικά σας στοιχεία για την ημερομηνία γέννησης αργότερα. Αυτό πώς έγινε και το μάθατε; Πότε μάθατε τα πραγματικά σας στοιχεία;

Δ.Μ.:

Σας είπα, ο Λάζαρος.

Ν.Φ.:

Ο αδερφός σας;

Δ.Μ.:

Ο αδερφός μου. Πήγε, δεν ξέρω, εδώ σε ένα χωριό, ήταν τα στοιχεία μου εκεί γραμμένα και με τα είπε. Λέει: «Αυτό και αυτό, εσύ δεν είσαι γεννημένη», λέει, «το '35» και ο πατέρας μου με το είπε αυτό, ο θετός. Όταν ήταν άρρωστος και θα πέθαινε, τον είχα στο σπίτι μερικές μέρες, γυρνούσε από το νοσοκομείο, τον είχα σπίτι και συζητούσαμε. Με λέει: «Εσύ δεν είσαι το '35 γεννημένη, είσαι το '36 γεννημένη». Έτσι, με είπε αυτή τη κουβέντα και από εκεί λέω: «Κοίτα», ήρθαν και τα άλλα τα στοιχεία από το Λάζαρο: «Ά», λέω, «είμαι το '36 γεννημένη».

Ν.Φ.:

Οπότε, μετά κάνατε κάποια αλλαγή, χρειάστηκε να κάνετε αλλαγή ή παρέμειναν τα στοιχεία που έδωσε η θετή οικογένεια;

Δ.Μ.:

Τα στοιχεία αυτά. Δεν είχαμε άλλες αλλαγές. Στο σχολείο που πηγαίναμε, εμένα, τέλος πάντων, ο πατέρας μου είχε αλλάξει και το επίθετό του για να με πάρουνε, αλλιώς δεν γινόταν, επειδή είχε παιδιά.

Ν.Φ.:

Μάλιστα.

Δ.Μ.:

Και όταν πηγαίναμε σχολείο, εμένα με λέγανε Μαυρίδου, τον αδελφό μου τον έλεγαν Καράπατσα. Φαντάζεσαι τώρα αυτό; Και λέει ο δάσκαλος: «Καλά, εσείς δεν είσαστε αδέρφια; Τι είναι αυτά τα πράγματα;». Εγώ δεν ήξερα την ουσία, μετά το έμαθα, γιατί έγινε αυτό. Δεν ήξερα γιατί είχαμε δυο επίθετα! Κατάλαβες πώς γινόταν; Ένα πράγμα εκείνα τα χρόνια... Έτσι ήτανε. Δύσκολα.

Ν.Φ.:

Δύσκολα, αλλά...

Δ.Μ.:

Δεν ήξεραν πώς να το καλύψουνε.

Ν.Φ.:

Πάντως έχετε καλές αναμνήσεις, δηλαδή, από την παιδική σας ηλικία.

Δ.Μ.:

Πάρα πολύ καλά! Όλα καλά, δεν μπορώ να πω... Με φερόταν καλά, δε μπορώ να πω με φερόταν άσχημα. Δεν είχα τέτοιο παράπονο κανένα.

Ν.Φ.:

Σας ευχαριστούμε πολύ, κυρία Δέσποινα.

Δ.Μ.:

Να είσαι καλά.

Ν.Φ.:

Να είστε καλά.