Ο Καπετάν Γαΐδης της Σερίφου
Ενότητα 1
Παιδικά και νεανικά χρόνια
00:00:00 - 00:10:14
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πάμε. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας; Ναι, ονομάζομαι Νικόλαος Παρίσης. Έχω γεννηθεί στις 11/1 του 1933. Τώρα είμαι…ο καΐκι, πήρα μια μηχανή και άρχισα να ψαρεύω. Ε, τότε υπήρχανε αυτοί που μας εκμεταλλευόντανε, όλοι. Ήτανε η παρέα με τους μαυραγορίτες.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Τα πρώτα ταξίδια και η σχέση με την κοινωνιολογία
00:10:14 - 00:16:38
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και τότε αποφάσισα… Έκανα μία γνωριμία. Ήρθε στη Σέριφο μια κοπέλα, η οποία έμενε κάτω στην παραλία, σε ένα σλίπινγκ μπαγκ –γιατί δωμάτια δε…ά δεν θα τους κάνω τη χάρη. Εγώ αντέχω ακόμα, δόξα σοι ο Θεός, και έχω στήριγμα τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, τα οποία με υπεραγαπάνε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Οι εμπειρίες από τα ταξίδια
00:16:38 - 00:24:48
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κυρ Νίκο, θέλω να σε ρωτήσω κάτι από τα ταξίδια σου στο εξωτερικό. Θέλω, αν μπορείς, να μου περιγράψεις πώς ήταν αυτά τα ταξίδια; Πώς ήταν…ε δραχμές το κιλό. Και τότε ξεκίνησες και τους πουλούσες αποκλειστικά στον Πειραιά. Βεβαίως, στον Πειραιά, στον Πειραιά. Άλλη ερώτηση.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Η παλιά Σέριφος μέσα από το παραδοσιακό τραγούδι
00:24:48 - 00:28:40
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τα χρόνια εκείνα πώς περνούσατε, πώς γλεντούσατε; Τα χρόνια εκείνα υπήρχε η καλή παρέα και γλεντούσαμε. Κάναμε διάφορες κακαβιές, πηγαίναμ… στα γλέντια και αυτό… Γλεντούσαμε πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ. Ήτανε άλλος ο κόσμος τότε κι άλλος ο κόσμος σήμερα. Έχουμε αφήσει ένα κενό.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
Ενότητα 5
Μια ευχή για επίλογος
00:28:40 - 00:37:20
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πες το. Εγώ πιστεύω ότι σήμερα που είμαι στα ογδόντα οχτώ μου και είμαι μια χαρά, ότι έχω πάρει ορισμένες ευχές, από την ευχή της μάνας μο…ορώ να το καθαρίσω. Είναι ένα παζλ που δεν μπορώ να το συνδέσω. Αυτές είναι οι ανθρώπινες αξίες που χαθήκανε. Ευχαριστούμε πολύ, κυρ Νίκο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΤοποθεσίες
[00:00:00]Πάμε. Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Ναι, ονομάζομαι Νικόλαος Παρίσης. Έχω γεννηθεί στις 11/1 του 1933. Τώρα είμαι γέρος, ογδόντα οχτώ χρονώ. Έχω ταξιδέψει και έχω γυρίσει σχεδόν τη μισή υφήλιο. Από μικρό παιδί μου άρεσε να μαθαίνω την ιστορία της Ελλάδος, την ιστορία του νησιού μου και όλα αυτά.
Είναι Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2021. Είμαι με τον Νίκο Παρίση στα Λιβαδάκια της Σερίφου. Εγώ ονομάζομαι Μιχάλης Χρυσολωράς, είμαι ερευνητής στο Istorima. Κυρ Νίκο, να συνεχίσουμε.
Να συνεχίσουμε για τι θέμα; Με ποιο θέμα θέλεις;
Να ξεκινήσουμε, να μας πεις λιγάκι για τα παιδικά σου χρόνια στην αρχή.
Τα παιδικά μου χρόνια. Εγώ, όταν γεννήθηκα, μετά από δύο χρόνια έμεινα ορφανός. Πέθανε ο πατέρας μου, αφήνοντας τη μάνα μου με δυο παιδιά. Δύσκολα χρόνια, πέτρινα χρόνια. Μετά ξαναπαντρεύτηκε, μετά από δυο χρόνια, πήρε έναν ψαρά από την Κάρυστο, έκανε άλλα πέντε παιδιά και μετά άρχισε ο γολγοθάς της Κατοχής. Ο οποίος… πέθανε πάρα πολύς κόσμος από την πείνα και από τη δίψα. Εμείς με ψείρες, χωρίς ρούχα, ξυπόλητοι και αυτά… δεν είχαμε να φάμε… Και τότε που ήρθε η Κατοχή, ήμουν εφτά χρονώ και έζησα όλη την κακοήθεια με τους μαυραγορίτες –τότε γεννηθήκανε οι μαυραγορίτες– οι οποίοι μαυραγορίτες ήτανε… είχανε συμμαχήσει με τους κατακτητές, τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, για να αποκομίζουνε αυτοί… πηγαίνανε στα διάφορα σπίτια, εκεί πάνω, στα χωριά, και τους παίρνανε τα ζώα, τους παίρνανε τα… ό,τι παραγωγή είχανε. Την οποία, παίρνανε το μερίδιό τους. Αυτοί ήτανε που σήμερα έχουν την περισσότερη περιουσία, γιατί εμένα η μάνα μου, της πήρανε όλη την περιουσία για δεκαπέντε κιλά κριθάρι. Ήταν χρόνια δύσκολα, που να μην ξανάρθουνε. Μετά, στην Κατοχή πέθανε πάρα πολύς κόσμος. Άλλοι λένε εννιακόσιοι, εγώ έχω μάθει ότι πεθάνανε δύο χιλιάδες εννιακόσιοι. Ξεκληριστήκανε ολόκληρες οικογένειες. Μετά, όταν τελείωσε ο πόλεμος… Όχι, με τον πόλεμο, υπήρχαν εδώ ορισμένες… ορισμένα ναυάγια, τα οποία τα δημιουργούσανε… τα βουλιάζανε τα σκάφη, τα συμμαχικά αεροπλάνα. Εδώ στα Λιβαδάκια, βουλιάξανε δύο, τα πρώτα. Το «Χελιδόνα» και το «Ικαρία». Μετά βουλιάξανε απέναντι, στη Βρουλιά, ένα με πυρομαχικά των Γερμανών. Μετά βουλιάξανε πέρα, στον Αυλόμωνα, το καΐκι του Φωτεινάκη –το οποίο κάπως έσωσε, γιατί είχε χαρούπι μέσα και διάφορες… ταχυδρομεία που παίρνανε από την… που στέλνανε οι αξιωματικοί οι Γερμανοί από την Κρήτη. Τι άλλο έχουμε να πούμε; Μετά, όταν τελείωσε ο πόλεμος, εγώ… Όχι… Εγώ σχολείο πήγαινα μόνο το απόγευμα, γιατί την ημέρα έπρεπε να πάω να φέρω ξύλα, φρύγανα, να πηγαίνουμε για χταπόδια –τραβούσα κουπιά οχτώ χρονών παιδί, για να έχουμε προς το ζην. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, μετά ήρθε ο Εμφύλιος. Τον πρώτο εξόριστο που στείλανε –γιατί ήτανε τόπος εξορίας– τον πρώτο εξόριστο που στείλανε εδώ, ήταν ο Σαράφης. Ο οποίος ήταν πολιτικός κρατούμενος, αντικαθεστωτικός, αλλά ήτανε φρουρούμενος. Και έτυχε να διαλέξει εμένα να πηγαίνω –ήτανε κλεισμένος στο σπίτι του μέσα, εδώ, στο Λιβάδι– για να πηγαίνω να του ψωνίζω, αλλά για δέκα λεπτά. Πήγαινα, ψώνιζα, του τα ’δωνα κι έφευγα. Μετά τον πήρανε, έφυγε. Μετά φέρανε εδώ τους εξόριστους, οι οποίοι ήτανε όλοι μορφωμένοι άνθρωποι. Ήτανε στρατηγοί, ήτανε συνταγματάρχες, ήτανε γιατροί, ήτανε καθηγητές, από όλα τα επαγγέλματα. Γύρω στους πενήντα ήτανε. Μεταξύ αυτών, ήταν και ένας πολιτικός, λεγότανε Κωστόπουλος. Και καθίσανε [00:05:00]κανένα-δυο χρόνια εδώ. Μένανε στο Λιβάδι. Μια 25η Μαρτίου ανεβήκανε στη Χώρα να καταθέσουν στέφανο στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, και εκεί –δεν ξέρω τι έγινε– κάτι είπανε και τους πήραν οι φρουροί κυνήγι και ο Κωστόπουλος έπεσε στου Κιάβρου, μεταξύ Λιβάδι και Χώρας. Έπεσε και τραυματίστηκε, ήρθε ένα πολεμικό και τον πήρε. Και μετά ήρθανε… ήρθε ένας… Δεν κάνανε όμως φασαρίες, ήτανε ήσυχοι άνθρωποι, αγαπητοί με τον κόσμο εδώ, ήσυχοι άνθρωποι. Και θυμάμαι έναν, τον Αρέθα, αυτός ήτανε στρατηγός, ο οποίος πήγαινε και καθόταν στο καφενείο με… –και όλοι τους δηλαδή, αλλά ο Αρέθας ήτανε το νούμερο ένα– και πίνανε το κρασάκι τους και όλα αυτά. Παράλειψα να πω ότι, τότε, με την Κατοχή, που δεν είχαμε να φάμε, υπήρχαν και άνθρωποι –γιατί αυτό πρέπει να το πω– οι οποίοι δίνανε στον κόσμο, αυτό το λίγο που είχανε. Και θα πω για μια οικογένεια, ήταν ο Αντώνης ο Τριαντάφυλλος –από την Καμαρωτή, πάνω από τη Συκαμιά, με πέντε παιδιά– και όποτε, όποιος πήγαινε μπροστά του, ήθελε να του δώσει. Λίγο κριθάρι, λίγα σύκα –ό,τι είχε–, λίγα φασόλια. Εμείς του πηγαίναμε ψάρια και χταπόδια. Αυτό πρέπει να το πω, έτσι σαν συχώριο. Πρέπει να τα λέμε κι αυτά. Το λοιπόν, μετά, όταν τελείωσα το σχολείο και ήμουνα δεκατριών χρονών, ήρθε εδώ ένας εργοστασιάρχης από τον Πειραιά, ερχόμενος από την Μήλο με ένα παλιοβάπορο, το «Μεσαριά», και με πήρε για να δουλέψω στο εργοστάσιό του. Πήγα στο Μοσχάτο, που ήταν το εργοστάσιο του, έκανε γυάλινα αντικείμενα. Κάθισα τέσσερις μήνες, γιατί δεν μου ’δινε τίποτα, μόνο ένα πιάτο φαΐ την ημέρα. Πήγαινα σε ένα εστιατόριο που το πλήρωνε εκείνος και κοιμόμουνα πάνω σε ένα ντιβάνι, χωρίς στρώμα, μόνο με χαρτόνια. Αφού είδα την κατάσταση και δεν μου ’δινε τίποτα, έφυγα. Ήρθα στη Σέριφο, αλλά με όσα είχα περάσει εγώ με την Κατοχή είχα ανδριωθεί πια. Και τότε, ήρθε μία διαταγή και… Η βασίλισσα είχε ένα πολεμικό, το «Μαχητής», και πήγα εκεί σαν μαθητής να μάθω για ναυτικά επαγγέλματα. Εγώ πήγα για ηλεκτρολόγος πλοίων. Και με το καράβι αυτό κουβαλούσαμε και κόσμο στις Σχολές της Φρειδερίκης, που τις είχες στη Λέρο, είχε στην Κω, είχε στην Κρήτη, στη Νεάπολη, σε διάφορα μέρη. Και όταν τελειώνανε, τους περνάμε με το πολεμικό και γυρνάγαμε όλη την Ελλάδα –Μυτιλήνη, Λήμνο, Αλεξανδρούπολη, Θεσσαλονίκη, Καβάλα– κάναμε τη διανομή. Τελείωσα από εκεί στα τριάμισι-τέσσερα χρόνια, πήρα και το Ναυτικό φυλλάδιο και ήρθα στη Σέριφο και δούλευα για να βοηθάω και την οικογένειά μου. Πήγαινα πότε απ’ έξω για ψάρεμα, πότε με βάρκα για ψάρεμα, μόνος μου και αύτωνα… Τι άλλο έχουμε; Να το σταματήσουμε;
Όχι, όχι, συνέχισε κυρ Νίκο.
Άλλο;
Μετά, αφού πήγες στη σχολή της βασίλισσας και έγινες ηλεκτρολόγος στα καράβια, γύρισες στη Σέριφο ή παρέμεινες εκεί;
Όχι, γύρισα στη Σέριφο. Γύρισα στη Σέριφο και έκανα διάφορες δουλειές.
Θυμάμαι ότι τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα όταν γύρισες.-
Ε, βέβαια. Εκείνη η εποχή ήτανε δύσκολα. Ήτανε πολύ δύσκολα τα χρόνια και δεν μπορούσαμε να αυτώσουμε. Μετά, σε ένα ταξίδι που πήγα στον Πειραιά να φτιάξω την… ναι, να φτιάξω ένα ανταλλακτικό της μηχανής, γνώρισα τη γυναίκα μου μες στο βαπόρι –τότε ήτανε ένα παλιοβάπορο, το «Ιόνιο». Την εξυπηρέτησα –γιατί τότε βγαίναμε με βάρκες όταν έρχονταν τα καράβια– που είχε πράγματα, είχε και μια ραπτομηχανή, την οποία την έχω ακόμα για αντίκα. Και εκεί μπλέχτηκε το ειδύλλιο. Μπλέχτηκε το ειδύλλιο. Μέχρι που πήγα στρατιώτης. Αλλά πριν πάω στρατιώτης, μια βδομάδα, διαπιστώσαμε ότι ήταν έγκυος. Και παντρεύτηκα άρον άρον, μια βδομάδα πριν πάω στρατιώτης. Πήγα στρατιώτης, τελείωσα τη θητεία μου και ήρθα στη Σέριφο, χωρίς δουλειά, χωρίς τίποτα, με ένα παιδί. Πήγαινα με διάφορα, σε διάφορες δουλειές για να εξοικονομώ το μεροκάματο, αλλά τότε ήταν όλοι κατεργάρηδες και δεν μου δίνανε τίποτα. Και τότε, αποφάσισα και με τον αδερφό μου, τον Κοσμά, και κάναμε ένα καϊκάκι, μισό μισό. Αλλά χωρίσαμε στα τρία χρόνια και πήρα την επιχείρηση στα χέρια μου, εγώ. Χωρίς μηχανή το [00:10:00]καΐκι, πήρα μια μηχανή και άρχισα να ψαρεύω. Ε, τότε υπήρχανε αυτοί που μας εκμεταλλευόντανε, όλοι. Ήτανε η παρέα με τους μαυραγορίτες.
Και τότε αποφάσισα… Έκανα μία γνωριμία. Ήρθε στη Σέριφο μια κοπέλα, η οποία έμενε κάτω στην παραλία, σε ένα σλίπινγκ μπαγκ –γιατί δωμάτια δεν υπήρχανε– και ήρθε στο καΐκι να την πάρω να πάμε για ψάρεμα, το βράδυ. Και ήρθε, εγώ νόμιζα ότι απέκτησα γκόμενα –να το πούμε έτσι– και εκείνη μου βγήκε καθηγήτρια. Είχε τελειώσει –ήτανε κοινωνιολόγος– είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο, και όταν επιχείρησα να δω την τύχη μου, με απέκρουσε και μου είπε: «Άμα ξυπνήσω, θα σου πω». Και πραγματικά, ξύπνησε, μου ’πε ποια είναι, τη σεβάστηκα. Και μου ’μαθε πώς να κάνω πρακτική κοινωνιολογία. Αφού είχα το φυλλάδιο, να μπαρκάρω και σε όποιο μέρος πάω, να κάνω. Μου είπε τον τρόπο, ότι θέλει υπομονή, θέλει λίγο «τικ» –δηλαδή όπως η μέλισσα παίρνει τη γύρη και τον χυμό από το λουλούδι, έτσι πρέπει να το παίρνεις και εσύ. Και όντως, είχα φυλλάδιο, μπαρκάρισα, με την υπερπόντια αλιεία, γύρισα όλο τον κόσμο. Το πρώτο λιμάνι που πιάσαμε ήτανε το Λας Πάλμας. Ωραίο μέρος, στην Ισπανία, είναι μες στον Ατλαντικό. Εκεί, εγώ δούλεψα εκεί, στην υπερπόντια αλιεία, δώδεκα οκτάμηνα. Στο Λας Πάλμας πήγα γύρω στις είκοσι δύο με είκοσι τρεις φορές. Στη Σενεγάλη πήγα γύρω στις τριάντα. Στη Μαυριτανία και μετά, την άλλη… από λίγα χρόνια, πήγα Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν και Ινδίες. Γνώρισα πάρα πολύ κόσμο ξένο –και Έλληνες–, είδα τις νοοτροπίες τους. Για μένα ήταν σχολείο αυτό, έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Και μετά, το τελευταίο μου ταξίδι, μ’ έστειλε η εταιρεία στη Λιβερία κάτω. Ήμουνα καπετάνιος σ’ ένα σκάφος εκεί, του πρώην Προέδρου της χώρας, στη Μονσεράδο. Εκεί γνώρισα τα χειρότερα πράγματα. Είδα παιδιά να πεθαίνουν από τυμπανισμό, από την πείνα. Είδα η πορνεία να είναι στο αποκορύφωμα της. Είχα γνωρίσει και μια κοπέλα που μ’ είχε ερωτευτεί εκεί, αλλά εγώ ήμουν παντρεμένος με δύο παιδιά. Με δύο παιδιά. Και ξεμπαρκάρισα από κει, γιατί δεν συμφωνήσαμε με τον… –έμενα σε ξενοδοχείο– δεν συμφωνήσαμε στα λεφτά και έφυγα και πήγα με την ελληνική εταιρεία. Και από κει ήρθα επιβάτης –γιατί έτσι το ’θελα, λεφτά είχα– και πήγαμε στο Αλικάντε, της Ισπανίας. Εκεί είδα και τους πρώτους ουρανοξύστες. Πολύ ωραίος κόσμος –αλά Ελλάδα, ταβερνάκια κι όλα αυτά. Πέρασα ωραία. Κι από κει ξεκίνησα και ήρθα, πούλησα το μικρό μου σκαφάκι που είχα κι έκανα ένα μεγαλύτερο. Κι από τότε η ζωή μου άρχισε να καλυτερεύει. Είχα ξεκόψει πιο μπροστά από τους εμπόρους, εδώ, που μας παίρνανε τα ψάρια –γιατί ήμουνα και πολύ αποφασιστικός. Και πήγα στον Πειραία, βρήκα έναν μανάβη και πήρα τριακόσια τα εκατό στην τιμή απάνω. Και από κει άρχισε να καλυτερεύει η ζωή μου. Αλλά μετά άρχισαν τα προβλήματα, δεν είχα σπίτι και… Ένα σπίτι είχε η γυναίκα μου απάνω, στη Χώρα, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ανεβοκατεβαίνω και νοικιάζαμε εδώ. Αλλά το καλοκαίρι μας βάζαν… τον χειμώνα μας βάζανε μέσα, μας το νοικιάζανε, το καλοκαίρι μας βγάζαν έξω. Και είχα βαρεθεί. Και τότε αποφάσισα να κάνω ένα δικό μου –είχε, ο πεθερός μου, πάρει αυτό το οικοπεδάκι εδώ–, χωρίς λεφτά, αλλά είχα πολύ καλούς φίλους, με βοηθήσανε πάρα πολλοί φίλοι. Με βοηθήσανε όμως και οι φίλοι μου, οι καλοί μου φίλοι, οι αδελφικοί, γιατί με βοηθήσανε εδώ, να τελειώσω το σπίτι αυτό, και ήταν η χαρά εμένα και της συγχωρεμένης της γυναίκας μου. Γιατί τότε ήτανε δύσκολα. Όταν φώναξα τον μηχανικό για να το μετρήσω να βγάλω την άδεια, εγώ είχα δέκα χιλιάδες, η γυναίκα μου στον γιατρό. Και τελικά την έβγαλα την άδεια, προσωπική εργασία εγώ και οι φίλοι μου και τελειώσαμε. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερή μου χαρά. Τα δυο μου παιδιά, ο γιος μου τελείωσε τη Σιβιτανίδειο, ηλεκτρολόγος. Η κόρη μου ήταν μικρή τότε, και από κει και ύστερα άρχισε να καλυτερεύει. [00:15:00]Αλλά μετά αρχίσανε τα προβλήματα υγείας της γυναίκας μου και ενώ είχα μαζέψει πολύ καλά λεφτά, δεκαπέντε χρόνια τραβήχτηκα, δεν την εγκατέλειψα ποτέ. Ποτέ ούτε μία ώρα και… αλλά την έχασα από λάθος φάρμακο και αυτό μου έχει στοιχίσει πολύ. Σήμερα είμαι μόνος μου εδώ, είναι επιλογή μου, ενώ τα εγγόνια μου και τα παιδιά μου, μου λένε να πάω εκεί, αλλά εγώ θέλω αυτό. Είμαι ευτυχισμένος γιατί έχω δυο παιδιά, πέντε εγγόνια και ένα δισέγγονο. Και είμαι… τώρα που έχω φτάσει σε αυτήν την ηλικία, δεν παραπονιέμαι. Που είμαι μονάχος μου είναι δικιά μου επιλογή. Το παράπονό μου στη ζωή είναι ότι τώρα δεν υπάρχουνε φιλίες, όπως ήτανε οι αδελφικοί φίλοι. Γι’ αυτό και έχω διαλέξει δύο στίχους από λαϊκά τραγούδια του Καζαντζίδη. Το: «Νόμιζα πως έχω φίλους κι όμως με προδώσανε, την ψυχή μου και το “είναι” μού το τσαλακώσανε». «Φίλοι πια δεν υπάρχουνε να σ’ αγαπούν με πόνο, κι αν σ’ αγαπάει και κανείς, για το συμφέρον μόνο». Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια. Τώρα οι περισσότεροι με έχουν περάσει για καμένο χαρτί, αλλά δεν θα τους κάνω τη χάρη. Εγώ αντέχω ακόμα, δόξα σοι ο Θεός, και έχω στήριγμα τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, τα οποία με υπεραγαπάνε.
Κυρ Νίκο, θέλω να σε ρωτήσω κάτι από τα ταξίδια σου στο εξωτερικό. Θέλω, αν μπορείς, να μου περιγράψεις πώς ήταν αυτά τα ταξίδια;
Πώς ήτανε αυτά τα ταξίδια; Αυτά ήτανε οχτάμηνα, τα ταξίδια. Οχτάμηνα τα ταξίδια. Αλλά εγώ, όπου πήγαινα –όπως έχω πει και στα ντοκιμαντέρ της Τριάνδου– εγώ όπου πήγαινα, κοίταγα να μάθω τα ήθη, έθιμα, τη ζωή του κόσμου εκεί, και συνήντησα πάρα πολύ περίεργα πράγματα, πάρα πολύ περίεργα πράγματα. Όπως ήταν στη Σαουδική Αραβία, που ο μαύρος χρυσός ρέει μες στο δρόμο, αλλά είναι για λίγους. Ο κόσμος… υπήρχε ψείρα τότε που ήμαστε εμείς, σπίτια δεν είχανε να μείνουνε, αγράμματοι, αμόρφωτοι όλοι. Στο Μπαχρέιν ήταν κάπως αλλιώς τα πράγματα, διότι εκεί ήτανε αποικία της Αγγλίας. Και δεξιά ήταν οι Άγγλοι, αριστερά από μια λεωφόρο μεγάλη, ήτανε οι άλλοι. Στο… δεξιά έβλεπες, έβρισκες ό,τι θέλεις. Αριστερά δεν μπορούσες να καπνίσεις, άμα είχανε Ραμαζάνι και Μπαϊράμι, ούτε τσιγάρο. Στις Ινδίες ήταν το πιο βρώμικο μέρος που το συνήντησα. Ωραίο μέρος ήτανε και η Ισπανία, στο Αλικάντε –ήτανε αλά Ελλάδα, με τα ταβερνάκια τους, με το κρασάκι τους, με όλα αυτά. Στο Λας Πάλμας –που πήγα είκοσι δύο, είκοσι τέσσερις φορές, δεν θυμάμαι πόσο– εκεί ήτανε ωραίος κόσμος, ήσυχος. Διότι, ήτανε ο Φράνκο τότε, και είχε κάνει, τα Κανάρια Νησιά, τα είχε κάνει… Λας Πάλμας, Τενερίφη, Σαν Αντόνιο, όλα αυτά –δεν έχω πάει βέβαια, μόνο στο Λας Πάλμας πήγα– τα είχε κάνει Παγκόσμια έκθεση. Όλα τα κράτη είχανε μαγαζιά και πληρώνανε τον φόρο τους. Ελληνικά μαγαζιά, κινέζικα, αυτά… Γνώρισα και πάρα πολλούς συναδέλφους ναυτικούς. Εκείνη που μου… ήσυχοι άνθρωποι ήταν οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες –αυτοί ήταν ήσυχοι άνθρωποι, πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Όσο για τη Σενεγάλη, εκεί ήτανε οι Γάλλοι, στο Ντακάρ. Εκεί πήγα τριάντα; Τριάντα πέντε φορές; Δεν ξέρω πόσες πήγα. Και εκεί έκανα ρεπορτάζ. Εκεί είδα ένα πράγμα –το οποίο το πληρώνει σήμερα η Γαλλία– ότι είχανε σχολές οι Γάλλοι και βγάζανε οδηγούς, για να έχουν φτηνά χέρια, τους οποίους μόλις τελειώνανε και παίρνανε το χαρτί, τους παίρνανε στην Αγγλία… στην Γαλλία, για φτηνά χέρια. Είχανε σχολές που κάνανε γλυπτική σε ξύλο, σε μαόνι πάνω –πάρα πολύ ωραία πράγματα, έχω κι απ’ αυτά. Είχανε ζωγραφική σε μουσαμά –έχω κι απ’ αυτά, έχω πάρει κι από κει. Όσο για τη Λιβερία, εκεί μαράθηκε η καρδιά μου από αυτά που είδα. Να πεθαίνουν τα παιδιά μες στο δρόμο. Ήταν κάτι που δεν μπορώ ακόμα να το χωνέψω. Και όταν δω στην τηλεόραση αυτές τις κατάντιες –όπως συμβαίνει σήμερα στα νησιά κάτω, στη Νότιο Αφρική, στη Μαδαγασκάρη– καίγεται η καρδιά μου. Ήτανε φρίκη [00:20:00]εκεί. Εκεί γνώρισα και το έθιμο που είχε μια φυλή εκεί. Γιατί είχα δύο πλήρωμα μες στο σκάφος που ήμουνα καπετάνιος και επειδή τους λυπόμουνα –γιατί εγώ έπαιρνα φαγητό από το ξενοδοχείο για να τρώω, συνήθως σάντουιτς– αυτοί οι φουκαράδες, δώδεκα ώρες δεν είχανε βάλει ούτε μπουκιά στο στόμα, και τους έπαιρνα. Και θεώρησε καλό ο ένας –γιατί ο άλλος έχει έρθει από τη ζούγκλα– να με πάρει μια Παρασκευή που είχαμε ρεπό, να πάμε στο σπίτι να με περιποιηθεί. Μια παράγκα είχε, από κάτω μέναν οι γονείς του, από πάνω έμενε με τη γυναίκα του, η οποία είχε κάνει κι ένα παιδί. Και αφού τελειώσαμε… τι να με περιποιηθεί –με ξηρούς καρπούς, λίγο ουίσκι, δυο κόκα κόλες… να κοιμηθώ με τη γυναίκα του. Αυτό ήταν το πιο παράξενο πράγμα που συνήντησα. Και διαφωνήσαμε. Χωρίς να ξέρω ότι αυτό θα το θεωρούσε προσβολή. Και κινδύνεψα να με σκοτώσει. Μέχρι που με εκδικήθηκε και λασκάρισε τα φρένα από κάτι δοκιμαστικά εργαλεία που έκανα, και φύγανε. Με αποτέλεσμα, κόντεψα να μπλέξω εκεί, με το αφεντικό μου. Αλλά τελικά έγινε επιτόπου δικαστήριο και διεπιστώθη ότι αυτός για να με εκδικηθεί –το είπε ο άλλος που είχα, ο γέρος που είχα, από τη ζούγκλα. Γιατί εκεί… τον λέω «γέρο» ενώ ήτανε δεκαοχτώ χρονώ, αλλά εκεί έχουν πρόωρο ανάπτυξη, διότι είναι πολύ τροπικό το κλίμα. Εκεί μέρα-νύχτα βρέχει. Το άλλο το ευχάριστο είναι –και το πιο ωραίο, ρομαντικό– είναι ότι μια βραδιά –γιατί ερχόταν το ταξί και με έπαιρνε από τις εγκαταστάσεις του αφεντικού μου, έξι η ώρα το βράδυ, πέντε η ώρα από το ξενοδοχείο, το πρωί, και έξι η ώρα πιάναμε δουλειά. Και στον δρόμο ήτανε καταρρακτώδη η βροχή και μας κάνανε οτοστόπ δύο κοπέλες. Και τις πήραμε. Τι να πάρουνε; Εκεί δεν παίρνανε και τίποτα μισθό, ψιλοπράγματα, πενήντα μία δραχμές. Και τις πήραμε, πήγανε να πληρώσουν, εγώ δεν δέχτηκα. Τους λέω: «Άσ’ το, θα πληρώσω εγώ». Την άλλη βραδιά, τα ίδια, στο ίδιο μέρος οτοστόπ. Την τρίτη βραδιά, το ίδιο. Και τότε, μου λέει ο οδηγός ότι η κοπέλα –μια κοπέλα δεκαπέντε χρονώ– μ’ έχει ερωτευτεί. Ήτανε 1,90, ωραία κοπέλα και αύτωσε. Την τέταρτη βραδιά, μπήκα και με έβαλε πίσω ο οδηγός και τράβηξε ένα κουρτινάκι και εκεί άρχισε το ραβαΐσι. Βέβαια δεν ολοκληρώσαμε τις σχέσεις μας, γιατί εγώ ήμουνα παντρεμένος. Αυτά είναι. Άλλο.
Άλλο… Θέλω να μου πεις, κυρ Νίκο, πώς ήταν η ζωή στο νησί όταν είπες ότι καλυτερέψανε τα πράγματα; Πώς ήταν η καθημερινότητα, εδώ στη Σέριφο, την εποχή εκείνη;
Την εποχή εκείνη, μετά την Κατοχή, άρχισαν να αυτώνουνε, γιατί δουλεύανε και τα μεταλλεία, και αυτό… η ζωή, ήταν δύσκολη η ζωή, δύσκολη η ζωή, δεν είναι εύκολη, όπως είναι τώρα. Τότε λεφτά δεν υπήρχανε, λεφτά δεν υπήρχανε. Αυτοί οι μεσάζοντες σου πίνανε το αίμα, σου πίνανε το αίμα. Ενώ τώρα, έχεις επιλογές, έχεις επιλογές. Τότε δεν σε αφήνανε γιατί δεν υπήρχαν λεφτά και ήμαστε όλο με το τεφτέρι.
Είπες προηγουμένως ότι όταν έπιασες να κάνεις το καΐκι μόνος σου, κάποια στιγμή τσακώθηκες και πήγες τελικά και πούλησες την ψαριά κατευθείαν στην Αθήνα.
Ναι.
Τι είχε γίνει τότε;
Τότε μας τα παίρνανε … Εγώ ψάρευα αστακούς, και μας τα παίρνανε τριάντα πέντε δραχμές –ήτανε σε δραχμές τότε. Εγώ είχα και ένα παιδί πλήρωμα –από δω, σερφιώτη, φίλο μου– και είχαμε πάει στη Σίφνο, μου είχε χαλάσει η μηχανή. Και όταν ήρθαμε εδώ, ήθελε μόνο τους ζωντανούς αστακούς ο έμπορας εδώ, ο μεσάζοντας. Και τότε εγώ –ήμουνα πολύ νευρικός, είχα γίνει πολύ νευρικός με αυτά που είχα ζήσει, που είχα περάσει, ήμουν πολύ νευρικός– και τους πέταξα όλους, όπως ήταν, εξήντα οκάδες, τους πέταξα στη θάλασσα. Και έφυγα και πήγα στον Πειραία, και βρήκα και τους πληρώθηκα εκατόν τριάντα πέντε δραχμές το κιλό.
Και τότε ξεκίνησες και τους πουλούσες αποκλειστικά στον Πειραιά.
Βεβαίως, στον Πειραιά, στον Πειραιά. Άλλη ερώτηση.
Τα χρόνια εκείνα πώς περνούσατε, πώς γλεντούσατε;
Τα χρόνια εκείνα υπήρχε η καλή παρέα και γλεντούσαμε. Κάναμε διάφορες κακαβιές, πηγαίναμε για ψάρεμα. Ήταν ωραίοι οι φίλοι [00:25:00]–αδέλφια, όχι φίλοι. Είναι αυτό που λείπει σήμερα και αυτό είναι το παράπονό μου, το ’πα και προηγουμένως. Είναι το παράπονό μου αυτό, ότι δεν υπάρχουν τώρα φίλοι, ούτε αυτοί… Τώρα σε βλέπουνε σαν χρήμα, για αυτό έβγαλα και τους στίχους που είπα προηγουμένως.
Έχεις να μας πεις και δικούς σου στίχους που γράφεις;
Ναι. Αυτό είναι, είπαμε προηγουμένως ότι εγώ είμαι ο άνθρωπος του χτες και έχω γράψει… το πρώτο μου στίχους που έγραψα είναι: «Γεια σου ωραία Σέριφο, Σέρφο μου αγαπημένη. Οι ντόπιοι σε πουλήσαμε και σ’ αγόρασαν ξένοι. Ξένοι σε αγοράσανε και σ’ έχουν κατοικήσει. Τα ήθη και τα έθιμά, τα ’χουνε διαλύσει.» Και σαν νοσταλγός που είμαι, λέω παρακάτω: «Πού ’ναι τα χρόνια τα παλιά, τα χρόνια τα ωραία; Η όμορφη η γειτονιά και η καλή παρέα; Βιολιά πια δεν ακούγονται…» Το ξέχασα μωρέ…
Δεν πειράζει.
«… λαούτα δε λαλούνε, μόνο με μουσική Ζουλού, οι νέοι μας γλεντούνε. Σέρφο μου, σου υπόσχομαι όσο ακόμα ζήσω, τα ήθη και τα έθιμα, να τα διατηρήσω. Και όσο ζω, θα τραγουδώ σερφιώτικα τραγούδια, όπου μιλούν για έρωτες, για αγάπες και λουλούδια. Μα όσοι μ’ ακούν να τραγουδώ, θαρρούν δεν έχω πόνο, μα ’γω ’χω πόνο μέσα μου και δεν τον φανερώνω. Γι’ αυτό θα πάω να βρω σπηλιά μ’ αραχνιασμένο χώμα, εκεί ν’ αφήσω κόκαλα, καρδιά, ψυχή και σώμα». Το δεύτερο που γράφω είναι για την Κάτω Χώρα, η οποία ήταν ένα μέρος με ζωή. Υπήρχε καλή γειτονιά, υπήρχανε φίλοι πολλοί, όλες οι πόρτες ήτανε ανοιχτές. Σήμερα δεν υπάρχουνε, για αυτό λέω: «Έζησα και μεγάλωσα εκεί στην Κάτω Χώρα, μα τώρα πια ερήμωσε λες και την πήρε η μπόρα. Στου Βάρδα και στον Πλακανό, μα και στη Νέα Σμύρνη, οι μερακλήδες φύγανε –γιατί έχουν πεθάνει– μα η μνήμη έχει μείνει. Παλιά, όταν γλεντούσαμε, κάναμε μαντινάδες, όπου χορεύανε οι νιές, χαιρόνταν οι μανάδες. Τώρα, ο γέρος, νοσταλγώ όλα τα περασμένα, κείνα τα χρόνια τα φτωχά, μα χρόνια αγαπημένα. Μα ήθελα να ’μουν μιαν αυγή, απάνω στο Λεμπίδι, να ’βλεπα τ’ άστρο της αυγής, την ώρα π’ ανατείλει. Και μες στην αυγή να τραγουδώ, σερφιώτικα τραγούδια και να ξυπνούν ακούγοντας, για αγάπες και λουλούδια». Έχουμε και κάτι υπόλοιπα.
Πολύ ωραία κυρ Νίκο. Να σε ρωτήσω, εσύ μου έχεις πει ότι ήσουνα η ψυχή της παρέας και ήσουνα ο διοργανωτής σ’ αυτά τα γλέντια που κάνατε στην Κάτω Χώρα.
Βεβαίως, ήμουνα πολύ γλεντζές. Άλλωστε, και όλη η παρέα μου ήτανε γλεντζέδες. Όλη η παρέα μου ήτανε γλεντζέδες. Ο Ντουρής, ο Κιουρής, ο Κατσόγιαννος, γυναίκες και άντρες. Ήτανε ανοιχτές οι πόρτες, για αυτό λέμε: «Η όμορφη η γειτονιά και η καλή παρέα». Όπου πηγαίναμε, μας ανοίγανε την πόρτα. Σήμερα δεν γίνεται αυτό, σήμερα έχουνε… έχουνε γίνει όλα με προσκλήσεις και πρέπει να πληρώσεις, ενώ τότε ήταν ελεύθερη η είσοδος, και στα γλέντια και αυτό… Γλεντούσαμε πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ. Ήτανε άλλος ο κόσμος τότε κι άλλος ο κόσμος σήμερα. Έχουμε αφήσει ένα κενό.
Πες το.
Εγώ πιστεύω ότι σήμερα που είμαι στα ογδόντα οχτώ μου και είμαι μια χαρά, ότι έχω πάρει ορισμένες ευχές, από την ευχή της μάνας μου, η οποία με υπεραγαπούσε –γιατί με την Κατοχή και με όλα αυτά που προείπαμε, βοηθούσα την οικογένεια. Το λοιπόν… Αλλά μια φορά, όταν απολύθηκα από στρατιώτης και ήτανε, δεν είχα δουλειά, ήρθε η αδερφή μου η Πολύτιμη και μου ’πε ότι ένα ζευγάρι ηλικιωμένοι δεν είχανε –ήτανε παραμονή Χριστουγέννων– δεν είχανε να φάνε. Και τότε πήγα, με τα λίγα που είχα εγώ, πήγα και ψώνισα και κάτι λίγα –βερεσέ βέβαια, γιατί δεν είχα λεφτά– και τα πήγα. Ήτανε σούρουπο όταν πήγα και βρήκα τα δυο γεροντάκια να έχουν ένα λυχνάρι –γιατί δεν είχανε λεφτά να πάρουν πετρέλαιο, που ήταν οι λάμπες του πετρελαίου τότε– και αύτωσα, τους τα πήγα. Τις ευχές που εισέπραξα… ήταν κάτι το συγκινητικό. Και θυμάμαι ότι το γεροντάκι κάπνιζε κιόλας, ήταν τα τσιγάρα τα «συρταράκια», τα «Κεράνης» και το ’κοβε στη μέση το τσιγάρο. Πήγα κι άλλες φορές. Πιστεύω ότι αυτή η ευχή με ακολουθεί. [00:30:00]Αλλά και μέχρι σήμερα, όπου ακούω ότι κάποιος έχει μια απόλυτη ανάγκη, βοηθάω με τον τρόπο μου. Σιωπηρά βέβαια, γιατί δεν μπορεί να διαδίδεις ότι: «Έκανα αυτό και πήγα αυτό και έδωσα αυτό». Μ’ αρέσει αυτό, σιωπηρά. Μέχρι σήμερα το ακολουθώ.
Γιατί ήτανε τόσο σημαντικό για σένα αυτό που μας είπες τώρα;
Ήτανε σημαντικό διότι, ενώ πέρασα τόσα με την αρρώστια της συχωρεμένης της γυναίκας μου –γιατί είχα αρκετές οικονομίες και φύγανε στα δεκαπέντε χρόνια. Πουλήσαμε τα κτήματα που είχε, ορισμένα κτήματα, για να γίνει καλά, πούλησα το καΐκι μου, έκοψα το καΐκι μου, για να γίνει καλά, και τώρα είμαι μια χαρά. Πιστεύω ότι με ακολουθεί αυτή η ευχή, γιατί ούτε χρωστάω ούτε τίποτα. Μου αρέσει και ζω αξιοπρεπής, αξιοπρεπής. Όσο για τα εγγόνια μου, τα αγαπάω πάρα πολύ –αυτό πρέπει να το επισημάνω– γιατί κάθε χειμώνα, και ο Νίκος και ο Θοδωρής, θα με πάρουν τηλέφωνο, αν θέλω να με βοηθήσουνε. Και όταν τους λέω ότι: «Εμένα με λένε Γαΐδη και δεν θέλω βοήθεια», μου λένε: «Κι εμείς [Δ.Α.]». Αλλά τον καιρό που απολύθηκαν από στρατιώτες, δεν… εγώ τα βοηθούσα και αυτό το ’χουνε κρατήσει τα παιδιά, το ’χουνε κρατήσει τα παιδιά. Όσο για μένα, έχω βάλει στη ζωή μου ορισμένους στόχους. Και… δηλαδή, το «δεν μπορώ» στο λεξιλόγιό μου δεν υπάρχει, «δεν θέλω» υπάρχει. Όταν θέλει ο άνθρωπος, είναι το μεγαλύτερο θηρίο, όλα τα κάνει. Ο δεύτερος στόχος που έχω βάλει, είναι –και τον ακολουθώ– είναι ότι ό,τι μου ανήκει δεν το διαπραγματεύομαι, ό,τι δεν μου ανήκει δεν το διεκδικώ. Το κατάλαβες; Αυτό είναι σημαντικό πράμα. Είναι σημαντικό πράμα. Και το τρίτο είναι, όπως λέγανε οι παλιοί ότι: «Όταν χρησιμοποιείς τη γλώσσα σου, πρέπει πρώτα να την πλένεις και μετά να την χρησιμοποιείς». Και όταν, όπως ορισμένοι άνθρωποι, λένε διάφορα για να εξυψώσουνε τον εαυτό τους… Οι παλιοί λέγανε: «Όταν αρχίζεις να μιλάς και να λες τα “εγώ” και τα αυτά… πρέπει να κοιτάς πίσω σου να δεις, μήπως είναι κανένας που ξέρει το παρελθόν σου; Και μετά να μιλάς». Αυτά είναι τα σημαντικότερα που έχω ακολουθήσει εγώ.
Ωραία. Η ζωή σου σήμερα, κυρ Νίκο, που είσαι ογδόντα οχτώ και ζεις μόνος σου στη Σέριφο, πώς είναι η καθημερινότητά σου;
Η καθημερινότητά μου, είμαι εδώ στο σπιτάκι μου, να μαγειρέψω, να πάω για κανένα χταπόδι, να κοιτάξω τον κήπο μου, έχω την ξυλόσομπα μου εδώ και κάθομαι και είναι ωραία, ήσυχα. Δεν παραπονιέμαι, δεν έχω κανένα παράπονο. Ενώ τα παιδιά μου με παρακαλάνε να πάω, εγώ δεν μπορώ να πάω στην Αθήνα –και τώρα, εν μέσω κορωνοϊού. Να πάω να κάνω τι; Τα παιδιά έχουν τις δουλειές τους, θα πάνε στις δουλειές τους, θα φύγουνε πεντέμισι η ώρα, να πα’ να κάνουν τις δουλειές τους. Εγώ, τι να κάνω όλη μέρα, να πάω στην Αθήνα; Ενώ εδώ, έχω τους φίλους μου, θα πάω να πιω τον καφέ μου, όπως σήμερα, να περάσω την ώρα μου, να καλαμπουρίσουμε… Αυτό είναι, αυτή είναι η ζωή μου εδώ.
Κυρ Νίκο, θες να μας πεις κάτι άλλο;, οτιδήποτε;
Όχι, εγώ θέλω μόνο αν μπορέσω να εξοικονομήσω κανένα φράγκο, να πάρω ένα μαγνητόφωνο σαν αυτό, να μαγνητοφωνήσω για την ιστορία την παλιά της Σερίφου. Αυτό είναι η επιθυμία μου.
Σου το εύχομαι. Κυρ Νίκο, να ’σαι καλά. σ’ ευχαριστούμε πολύ.
Παρακαλώ. Τώρα θα πούμε για τις ανθρώπινες αξίες, τις οποίες διαφωνώ. Σήμερα, οι ανθρώπινες αξίες έχουνε χαθεί. Το πρώτο που θα πω είναι, όταν μια οικογένεια έχει παιδιά και αυτώσει… και πάρει τη σύνταξη ο γέρος και πάρουνε αυτοί αυτά που έχει –είτε αυτά είναι μετρητά είτε αυτά είναι περιουσιακά– και αρχινάνε τα προβλήματα υγείας, πάνε και τον κλείνουνε είτε σε μία κλινική –οι οποίες πεθαίνει από τον καημό του, και στη Σέριφο έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα– είτε σε κανένα γηροκομείο. Ενώ παλιά, τους γέρους τους είχανε –και ορισμένοι, εδώ στη Σέριφο, τους έχουνε ακόμα– στη γωνίτσα τους, τους [00:35:00]περιποιούνται μέχρι που να πεθάνουνε. Αυτό είναι βασικό πράγμα, το να είσαι άνθρωπος, πρώτα. Αλλά δυστυχώς, η ανθρωπιά σήμερα χάθηκε. Το δεύτερο σημείο είναι, που βλέπω κι εξοργίζομαι, ότι ο μπαμπάς βιάζει το παιδί, ο αδερφός βιάζει την αδερφή. Και πόσα άλλα δεν συμβαίνουν. Ο άλλος σκοτώνει τη γυναίκα του, ο άλλος παρατάει τη γυναίκα του και πάει με τη γκόμενα. Αυτά, το λοιπόν, εγώ εξοργίζομαι που τα βλέπω. Και εγώ, ο ρόλος μου αυτή τη στιγμή είναι ένας. Είμαι παππούς –που είναι δεδομένο. Μπαμπάς –γιατί είμαι υποχρεωμένος να βοηθάω τα παιδιά αυτά, τα οποία τα αναγνωρίζουν και τα ευχαριστώ πολύ. Και το τρίτο, είμαι φίλος. Δηλαδή, αν με ακούσεις να μιλάω εγώ με τα εγγόνια μου τα τρία, τα μεγάλα –γιατί είναι, οι δύο οι νεαροί είναι τριάντα εφτά χρονώ και η εγγονή μου, που είναι και γιατρός τώρα, είναι είκοσι οχτώ χρονών– είμαι φίλος, τα λέμε. Αλλά δυστυχώς, οι ανθρώπινες αξίες τώρα έχουνε χαθεί. Οι οικογένειες αρχίζουν να διαλύονται. Και ένα βασικό, που σήμερα το συζητούσαμε και στο καφενείο. Βλέπεις τώρα, παντρεύονται, κάνουνε τρία παιδιά, χωρίζουνε –δεν ξέρω για ποιους λόγους. Πάνε και παντρεύονται έναν άλλονε που έχει άλλα τρία παιδιά, κάνουνε και μετά άλλα δύο… Και διερωτώμαι εγώ –είναι το παζλ που δεν μπορώ να το συνδέσω. Αυτά τα παιδιά, ποια λέγονται αδέρφια; Είναι ένα ερωτηματικό που δεν μπορώ να το καθαρίσω. Είναι ένα παζλ που δεν μπορώ να το συνδέσω. Αυτές είναι οι ανθρώπινες αξίες που χαθήκανε.
Ευχαριστούμε πολύ, κυρ Νίκο.
Φωτογραφίες

Νίκος Παρίσης
Ο καπετάν Γαΐδης
Περίληψη
Ο Νίκος Παρίσης μιλάει για τη Σέριφο των παιδικών και νεανικών του χρόνων, τις δυσκολίες της Κατοχής αλλά και τα αξέχαστα γλέντια στο νησί. Ναυτικός στο επάγγελμα, μοιράζεται μαζί μας τις εμπειρίες του από τους τόπους που γνώρισε, τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς τους.
Αφηγητές/τριες
Νικόλαος Παρίσης
Ερευνητές/τριες
Μιχάλης Χρυσολωράς
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/11/2021
Διάρκεια
37'
Περίληψη
Ο Νίκος Παρίσης μιλάει για τη Σέριφο των παιδικών και νεανικών του χρόνων, τις δυσκολίες της Κατοχής αλλά και τα αξέχαστα γλέντια στο νησί. Ναυτικός στο επάγγελμα, μοιράζεται μαζί μας τις εμπειρίες του από τους τόπους που γνώρισε, τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς τους.
Αφηγητές/τριες
Νικόλαος Παρίσης
Ερευνητές/τριες
Μιχάλης Χρυσολωράς
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/11/2021
Διάρκεια
37'