© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η ηρωίδα της Πίνδου
Κωδικός Ιστορίας
11006
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αρετή Βούγια (Α.Β.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
27/09/2021
Ερευνητής/τρια
Stavros Vlachos (S.V.)
[00:00:00]Ωραία. Κυρία Αρετή, ευχαριστούμε για τη φιλοξενία και τη συνέντευξη. Θέλω αρχικά να μου πεις εσύ πότε γεννήθηκες και πού;
Πότε γεννήθηκα; Γεννήθηκα...
Γιος αφηγήτριας: Το ’20.
Γεννήθηκα στον Πεντάλοφο, γέννημα και θρέμμα, εδώ έζησα, εδώ μεγάλωσα, εδώ παντρεύτηκα, εδώ, και είμαι τώρα 101 χρονών. Δεν έφυγα, νερό δεν ήπια ξένο, αέρα δεν άλλαξα. Όλα απ’ τον Πεντάλοφο. Πενταλοφίτισσα γέννημα και θρέμμα. Και παππούς και μπαμπάς και γιαγιά και όλα, όλα!
Τα παιδικά χρόνια εδώ πέρα, πώς ήταν οι πρώτες σου αναμνήσεις στο χωριό;
Τα παιδικά τα χρόνια ήταν φτωχά, αλλά εμείς τα ζούσαμε, τα χαιρόμασταν σαν παιδιά... δεν είχαμε το απαραίτητο που έχουμε τώρα, δεν είχαμε το ψωμί το καλύτερο, δεν είχαμε το τυρί, αλλά είχαμε τα φρούτα μας, είχαμε τα ντόπια μας τα πράγματά μας, την πατάτα μας, τα κρεμμύδια μας, τα κορόμηλά μας τα δαμάσκηνα, με αυτά τρώγαμε το ψωμί και ψωμί ζυμωτό με καλαμπόκι, με βρίζα, με όλα, αλλά φτωχικά. Χρήματα δεν ξέραμε τι θα πει χρήμα. Πηγαίναμε στο σχολείο, δεν ξέραμε χρήματα, δεν είδαμε χρήματα, τις δουλειές μας, τα τρόφιμά μας τα δικά μας. Στο σχολειό που πήγα, με τσαρούχια πήγαινα, δεν είχα παπούτσια. Όλα τα παιδιά όχι μόνον εγώ, όλα τα παιδιά του χωριού μας, πολλά παιδιά. Όλα φτωχά ήταν, φτωχές οικογένειες. Ήταν μερικοί πλούσιοι, μερικοί [Δ.Α.]... Αλλά είχαμε καλή ζωή. Ας ήμασταν φτωχοί, ας ήμασταν μικρά παιδιά, ας ήμασταν… μεγαλώσαμε με φτώχεια, αλλά μεγαλώσαμε καλά. Όχι αυτά που έχουμε τώρα.
Ο κόσμος τότε εδώ πέρα τι δουλειές έκανε; Με τι ασχολούνταν ο κόσμος τότε;
Τι δουλειές; Έσκαβαν τον κήπο, έσκαβαν το χωράφι, είχαμε αμπέλι, είχαμε πολλά αμπέλια. Χωράφια ο κόσμος, έκαναν το στάρι, έκαναν τη βρίζα, έκαναν... τα σπίτια έκαναν… φτιάχναν τον τραχανά τους, έκαναν κολοκύθα, έκαναν… δεν είχαν χρήματα. Χρήματα είχαν οι χτίστες, αυτοί που ήταν… οι άντρες έφευγαν και πήγαιναν στη Λάρισα, δούλευαν όλο το καλοκαίρι, έβγαζαν 50-100 δραχμές, πόσο έβγαζαν, και ερχόταν τον χειμώνα, τις έτρωγαν στο χωριό και την άνοιξη πήγαιναν πάλι. Οι γυναίκες, οι μανάδες, σου είπα, έφτιαχναν τα μαλλιά τους, τα ρούχα τους, τα πρόβατά τους, τις κότες, τις γίδες και όλα-όλα οι γυναίκες τις έφτιαχναν, στο σπίτι με τα παιδιά και εμείς τα παιδιά να παίξουμε εκεί, να κάνουμε, να βγάλουμε τα αρνιά να βοσκήσουν, να πάμε στον κήπο, να κάνουμε… δικά μας, παιδικά, χρόνια. Ήταν καλά.
Ο δικός σου πατέρας τι δουλειά έκανε; Με τι ασχολούνταν;
Ο δικός μου πατέρας ήταν στην Αμερική. Έκανε τέσσερα παιδιά και πήγε στην Αμερική. Πήγαινε, ερχότανε. Η Αμερική ήταν, πώς λένε, 40 μέρες θάλασσα, φουρτούνες και σκοντάγματα. Έκαναν 40 μέρες να ‘ρθουν και αποφάσισαν, αφού ήταν στην Αμερική, αποφάσισαν να φέρει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και να πάμε όλοι στην Αμερική, αλλά έτυχε ένας πόνος εκεί και πέθανε... Όταν ήρθε με το [Δ.Α.], πέθανε στο χωριό και μας άφησεν εδώ. Και ο πατέρας μου έφυγε, με παιδιά... Τέσσερα παιδιά ορφανά. Έφυγε! Ήταν 50; Ήταν πενηντάρης; Τόσο ήταν, έφυγε. Και η μάνα μου έμεινε χήρα με εμάς, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Δρόμοι τότε εδώ υπήρχανε; Συγκοινωνία με κάποια πόλη; Υπήρχε κάτι;
Πόλη... Τι να ‘χε;
Δρόμοι υπήρχανε;
Όχι, όχι, όχι! Ο δρόμος έγινε το ’48, το ’50 έγινε ο δρόμος με τα αυτοκίνητα. Οι δρόμοι ήταν για ζώα, είχαμε ζώα. Ο κόσμος είχαν, οι άντρες είχαν πέντε ζώα, οι νοικοκυραίοι που ήταν σπίτι, ένας που ήταν νοικοκύρης, ένας που είχε μια οικογένεια, είχε πέντε ζώα, πήγαινε στο Τσοτύλι, στα Γρεβενά, έφερνε πράγματα, έφερνε ψώνια για εσένα, για εμένα, τα πουλούσε στο χωριό, έβγαζε το μεροκάματο. Αυτά.
Γιος αφηγήτριας: Για το λάδι που πήγαινες στην Παραμυθιά.
Πήγαιναν και στην Παραμυθιά.
Πείτε μου, πείτε μου.
Πήγαιναν και στην Παραμυθιά ο κόσμος.
Γιος αφηγήτριας: Εσύ δεν πήγες;
Δεν πήγα μέχρι επάνω εγώ στην Παραμυθιά, πήγα μέχρι κάτω. Η μάνα μου, ο άντρας μου πήγαιναν στην Παραμυθιά. Έχουμε πολλά να πούμε.
Ωραία. Οπότε εσύ πήγες σχολείο εδώ πέρα, το τελείωσες...
Το σχολείο το τελείωσα το ’32 τελείωσα το σχολείο. Τελείωσα το σχολείο, έγινα μοδίστρα. Άκου! Δεν είχα λεφτά, η μάνα μου δεν είχε λεφτά να μας δώσει. Έλεγα: «Μαμά, της Χρυσάνθης η κόρη έχει –είχε τον πατέρα της στην Αμερική– έχει παπούτσια, εγώ έχω τσαρούχια». Λέει η μάνα μου: «Ο μπαμπάς ο δικός σου» λέει αυτή «αυτός είναι στην Αμερική» λέει. Έφτιαχνα, κάθομαν. Λέει... Τώρα πού να πάμε; Ήμασταν, το ξέχασα… στα παιδιά. Τα [00:05:00]κορίτσια που είχαν πατεράδες στην Αμερική ήταν πιο καλύτερα, τα κορίτσια που ήταν φιληνάδες μου ήταν πιο χειρότερα, ήταν πιο φτωχά, αλλά δεν υπερηφανευόμουν, ας ήταν… Η μια με την άλλη βοηθούσαμε, να εσύ τυρί, να εσύ ψωμί, να εσύ, να πάμε στα αρνιά μαζί, να πάμε στα πρόβατα, στο χωράφι να πάμε, όλες μαζί, μια μάζα όλα τα παιδιά ήμασταν. Δεν είχαμε σου και μου και... όχι. Είχαμε μια αγάπη στο χωριό. Αλλά η μάνα μου, είχαμε, κάναμε, επειδή πέθανε ο πατέρας μου, η μάνα μου έμεινα στα κρύα του λουτρού, δεν είχε τίποτα. Είχεν αδέρφια, ξαδέρφια ο πατέρας μου σε ένα άλλο χωριό και μας έφερε ένα-δυο άλογα να φάμε ψωμί. Και μας έφερε και πρόβατα, 6 πρόβατα. Λέει: «Να φτιάσετε τα πρόβατα αυτά, άλλο δώρο δεν έχει, πού να πάτε; Έχουμε εργοστάσιο να δουλέψετε; Δεν έχουμε!» Και μας έφερε 6 πρόβατα και τα 6 τα πρόβατα τα εφτιάσαμε 70. Και ζούσαμε με τα πρόβατα. Η μάνα μου είχε τα πρόβατα, εγώ βοσκούσα τα αρνιά, η άλλη η αδερφή είχε τον αργαλειό, η άλλη η αδερφή μου πήγαινε να δουλέψει το άλλο το χωράφι, να πάει στης γειτόνισσας το σπίτι με δουλειές η μια με την άλλη. Ζούσαμε με αυτά. Αλλά όταν παντρεύτηκα ύστερα, έγινα μοδίστρα. «Μάνα, θα γένω μοδίστρα». «Όχι, δε θέλω». Λέει ο δάσκαλος, λέει: «Βασιλική» λέει την μάνα μου «το κορίτσι αυτό μην το αφήσεις στα πρόβατα» λέει. «Να το κάνεις μια δασκάλα» λέει. «Ξέρει τα γράμματα» λέει «καλύτερα από εμένα που είμαι δάσκαλος». Με είχε δίπλα του ο δάσκαλος στην καρέκλα κι έκανε: «Αρετούλα, Αρετούλα, Αρετούλα». Εγώ τα ‘ξερα τα γράμματα. Ας πήγαινα στα πρόβατα, τα μάθαινα, απ’ το άλλο το κορίτσι τα έγραφα όλα και τα ‘χα… όλα ήταν, ήμαν έτοιμη. «Να το κάνεις δασκάλα». Ο Φίλιππας λέει στον... «Δεν έχω» λέει «άλλο [Δ.Α.], να το κάνω δασκάλα. Να το κάνω...» «Εγώ θα γίνω μοδίστρα». Έγινα μοδίστρα, έκανα ένα φόρεμα, κι ένα άλλο, το άλλο… έφτιασα λεφτά δικά μου. Έφτιασα μια κουρτίνα... Να πω για τη λίρα. Έφτιασα μια κουρτίνα από μία γυναίκα από το χωριό μας, είχε λεφτά, είχαν πρόβατα αυτοί. «Αρετή, θα με φτιάξεις μία κουρτίνα». «Δεν ξέρω, μωρέ Σοφία, να πλέξω». Λέει: «Θα μάθεις!» Μου έδωσε την κλωστή, μου έδωσε τη βελόνα κι έπλεξα μια κουρτίνα, τον Τάσο και την Γκόλφω. Μια κουρτίνα που είχε το γραμμένο αυτό. Και την πήγα στο σπίτι, την έδωσα της Σοφίας. «Να, Σοφία, σου έφερα την κουρτίνα». Και μου έδωσε μία λίρα ντυμένη σε ένα χαρτί και εγώ στεναχωρέθηκα που με έδωσε τη λίρα. Δεν ήξερα τι θα πει λίρα, δεν ήξερα, ήθελα λεφτά, να έχω λεφτά, για αυτό έγινα μοδίστρα, να παίρνω λεφτά από σένα, από μένα, να φτιάνω φόρεμα, να φτιάνω ρούχο, να φτιάνω, να παίρνω παπούτσια. Πηγαίνω στη μάνα μου, λέω: «Μάνα, μου έδωσε η Σοφία μια λίρα». «Ω! Λίρα!» λέει. «Με αυτήν θα πάρουμε τα τρόφιμα όλα για τον χειμώνα, θα ξεχειμάσουμε». «Ρε μάνα, χαζή» λέω «αυτό το…» «Αυτό!» λέει. Κι έγινα εγώ με λίρα στα 14 χρόνια, 14 χρονών ήμαν και πήρα λίρα!
Εσύ όταν σ' τη δώσανε, δεν ήξερες τι είναι αυτό. Ήξερες ότι είναι χρήματα;
Ποιο ήταν χρήματα;
Την λίρα ήξερες τι είναι όταν σ' το έδωσαν;
Είχε χρήματα! Πήγε η μάνα μου και την άλλαξε στην Κοζάνη, την έδωσε σε αυτήν που...
Εσύ το ήξερες όταν σ' το έδωσε;
Όχι, δεν ήξερα, στεναχωρέθηκα, δεν ήθελα λίρα εγώ. Ήθελα λεφτά, να πάρω λεφτά να πάρω φόρεμα, να πάρω… Και η μάνα μου, μου λέει, που ήξερε: «Καλύτερη είναι η λίρα» λέει αυτή. «Θα πάρουμε ό,τι μας χρειάζεται». Γιατί δεν είχαμε πατέρα τώρα, ήμασταν μια οικογένεια μονάχα με τη μάνα. Και συνέχεια, ύστερα πήγα και στη Νεάπολη, δούλεψα τα καπνά, πήρα μηχανή, δεν είχα μηχανή, πήρα μηχανή με δικά μου λεφτά, με τη δουλειά μου εγώ. Ο αδερφός μας ήταν και αυτός έχει φτάσει 25 χρόνια, κάτι μας έστελνε, πήγαινε δούλευε μάστορας, πήγαινε στην Κοζάνη, που είναι, μας έφερνε τον χειμώνα κάτι λεφτά κι εκείνος. Κι εμείς τα κορίτσια, τις δουλειές του σπιτιού. Όπως και άλλοι χωριανοί, όχι μονάχα εμείς, και άλλοι, ήταν πολλοί άλλοι. Αυτά. Μετά;
Ωραία. Πάμε τώρα στα του πολέμου. Πριν φτάσουμε στον πόλεμο, εδώ πέρα στο χωριό το συζητούσατε ο κόσμος; Φοβόσασταν ότι μπορεί να γίνει πόλεμος;
Κοίταξε, το συζητούσαμε. Ήμουνα παντρεμένη –είπαμε παντρεύτηκα– το συζητούσαμε, γιατί έγινε, κάθε τόσο μάζευαν μια κλάση, μάζευε του ’25, να πούμε. Μετά, ύστερα από κανέναν μήνα ακόμη, 15 ημέρες, μάζευαν του ’26. Μαζεύτηκε ο στρατός, μάζεψεν τον κόσμο όλον στο στρατό. Δεν είχαμε παιδιά νέα στο χωριό, είχαμε τα πενηντάρικα, τα σαραντάρικα, δεν είχαμε μικρά παιδιά, νέα παιδιά, ήταν όλα στον στρατό. Και έλεγαν θα γίνει πόλεμος; Ξέραμε θα γίνει πόλεμος; Πώς θα γίνει πόλεμος και τι πόλεμος θα γίνει; Είχαμε τηλέφωνα, είχαμε ράδια για να ξέρουμε, να κουβεντιάζουμε ο ένας με τον άλλον; Δεν είχαμε! Θα γίνει πόλεμος. Έγινε ο πόλεμος.
Την ημέρα του πολέμου, θυμάσαι όταν ξέσπασε τι έγινε;
[00:10:00]Ήταν Σάββατο, μου φαίνεται, μέρα. Εγώ ήμουν παντρεμένη, είπαμε. Τον άντρα μου τον είχαν πάρει με τα ζώα, είναι στον Αυγερινό, στ’ άλλα τα χωριά, για να μάσει τρόφιμα να φέρει για τον στρατό, τα έφερναν εδώ. Εδώ ήταν το κέντρο, εδώ, ο Πεντάλοφος. Όλα τα χωριά τα γύρω αυτά τα μικρά ήταν το κέντρο εδώ κι έφερναν εδώ τα ζώα με τα τρόφιμα. Και μία μέρα, ένα πρωί, είχα ταβέρνα θα ανοίξουμε την ταβέρνα, είχα ένα μαγαζί. Είχα μια ταβέρνα με τον άντρα μου και έβγανα λεφτά, είχα ανοίξει… χρήματα τρέχαν στην τσέπη. Λεφτά. Λέει ο άντρας μου: «Εγώ θα πάω στα ζώα, εσύ θα ανοίξεις το μαγαζί». Το άνοιγα, ας ήμαν μικρή, άνοιγα το μαγαζί. Πήγα το πρωί, σηκώθηκα το πρωί, χτυπούν οι καμπάνες πρωί-πρωί, πολλά πρωί, χτυπούν οι καμπάνες του χωριού, ντάγκα-ντούγκου, ντάγκα-ντούγκου. «Μπα; Τι να ‘ναι; Πυρκαγιά! Γίνεται καμιά πυρκαγιά». Φωνάζουμε τη γειτόνισσα: «Μαρία, τι κάνετε; Ξέρεις;» «Δεν ξέρουμε, τι χτυπούν οι καμπάνες; Γιατί; Για ποιον λόγο;» Αφού δεν είχαμε ράδια. Ένα ράδιο ήταν με μπαταρία, με αυτό μάθαμε. Εγώ θα πάω στο μαγαζί, πήρα ξύλα να πάω να ανοίξω το μαγαζί. Πηγαίνω, στον δρόμο βρίσκω τη δασκάλα του χωριού «Δασκάλα, τι είναι; Τι συμβαίνει;» «Δεν ξέρεις;» Λέω: «Όχι, πού να ξέρω;» «Να» λέει «τώρα έμαθα κι εγώ» λέει «ότι γίνεται πόλεμος, οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο». «Πότε;» «Τώρα, σήμερα το βράδυ, νύχτα. Ακούσαμε κι εμείς και τώρα θα πάω στο σχολείο να δω τι γίνεται». Πήγα εγώ στο μαγαζί, αυτή το σχολείο… το σχολείο ήταν γεμάτο στρατό, γεμάτο τρόφιμα, γεμάτο, γεμάτο! Τι ήταν ο δρόμος αυτό από εκεί μέχρι εκεί… όλοι οι δρόμοι γεμάτοι στρατός. Πότε νύχτα περπάτησαν και ήρθαν εδώ; Εγώ πήγα στο μαγαζί, άνοιξα το μαγαζί, ήρθε κάποιος στρατιώτης εκεί. Ήρθε ένας στρατιώτης, μου λέει: «Τι είναι το μαγαζί;» «Ταβέρνα». «Κλείστο!» Το έκλεισα το μαγαζί, σε λίγη ώρα έρχεται άλλος αξιωματικός. «Η ταβέρνα εδώ να ανοίξει το μαγαζί. Θα γίνει πόλεμος σήμερα και τα παιδιά θέλουν να μπουν μέσα να πάρουν να πιουν ένα ποτήρι νερό, να βάλουνε ένα ποτήρι νερό στο παγούρι τους και να φύγουν, να γίνει ο πόλεμος». Καλά, πόλεμος! Και συνέχιζε ο πόλεμος. Τα παιδιά πήγαιναν με το γυλιό τα, με το κράνος τα, με τα [Δ.Α.] με όλα πήραν τον δρόμο και τα ζώα φορτωμένα, πήγαιναν όλα.
Και πήγαιναν στον πόλεμο. Εμείς στον Πεντάλοφο.
Οπότε περνούσε από εδώ στρατός εκείνες τις ημέρες;
Στρατός! Πολύ στρατός! Όλος ο στρατός από εδώ περνούσε. Και από εκεί απ’ την Καστοριά περνούσε, αλλά εδώ ήταν το κέντρο, περνούσαν από δω. Ήταν πολλά ζώα, πολύς κόσμος, πολύ στρατός, πολλοί έβαναν καζάνια, είχαν αποθήκες, είχαν όλα. Κι εμείς...
Εσείς τώρα, πώς ξεκίνησε η εμπλοκή σας με τον πόλεμο;
Εμείς…. ο πόλεμος γινόταν ο πόλεμος. Είπαμε, την μέρα αυτήν που χτυπούσαν οι καμπάνες, μας είπαν ότι γίνεται πόλεμος. Και ο πόλεμος γινόταν, εμείς δεν ξέραμε. Ξέραμε στο χωριό ότι γίνεται πόλεμος, αλλά πώς θα παν, πώς πήγαιναν σαπάν, πήγαινε ο στρατός συνέχεια, περνούσε και ζώα και στρατός. Κι εμείς όταν πέρασε κάνας μήνας, κόντευε τέλος Νοεμβρίου, λεν ότι οι γυναίκες θα πάνε να βοηθήσουν, ο στρατός δεν επαρκεί. Δεν πάνε τα ζώα εκεί που πρέπει να παν. Θέλουμε πολεμοφόδια, θέλουμε τρόφιμα, θα παν οι γυναίκες. Και πήγαμε!
Πόσες γυναίκες από εδώ πήγατε;
Αμ θυμάμαι τώρα; 40-50; Ξέρω πόσες γυναίκες; 20 χρονών, ήμαν και 20 χρονών κοριτσάκι, σάματι ήξερα; Δεν ήξερα το χωριό καλά-καλά, τη γειτονιά μου ήξερα, τις γυναίκες δεν τις ήξερα.
Τι ηλικίες;
Εγώ...
Τι ηλικίες οι γυναίκες πήγατε;
Οι γυναίκες ήταν 25-30-35. Και 40 να πω, ήταν οι γυναίκες, μεγάλες γυναίκες, είχαν φορτιό, κρατούσαν φορτιό. Πήγαμε.
Και εσύ που πήγες; Θυμάσαι πού πήγες;
Πού πήγα; Αμ τι; Δεν θυμάμαι; Εκεί πάνω στον Γράμμο πήγα, στο Γράμμο, στα βουνά του Γράμμου. Πηγαίναμε τη μέρα… δεν δουλεύαμε. Ήταν τα αεροπλάνα. Κουβαλούσαμε το ζαλίκι, αυτό το ζαλίκι που είναι εκεί πέρα, το είδες; Αυτό το ζαλίκι το είχαν όλες οι γυναίκες, το βάναν στο... Είχαν πολεμοφόδια μέσα, είχαν σφαίρες μέσα, είχαν τι είχαν και τα πηγαίναμε μέχρι που τα πηγαίναμε, ο στρατός έλεγε: «Να τα αφήσετε εδώ». Τα αφήναμε εκεί, εκεί, εκεί. Τα ζώα δεν είχαν, δεν κουβαλούσαν, όλο οι γυναίκες, κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια οι γυναίκες. Ο στρατός τα έπαιρνε και τα πήγαινε στον τόπο που έπρεπε να τα πάει.
Δηλαδή στην πλάτη και στα χέρια;
Στην πλάτη, στην πλάτη! Στα χέρια πού να βάλεις τόσο βάρος; Στην πλάτη το έπαιρνες, όπως τα έχει φορτωμένα η γυναίκα. Άλλος έπαιρνε περισσότερο βάρος, άλλος λιγότερο, άλλος λιγότερο, αλλά πολλές γυναίκες την ημέρα κουβαλούσαμε... την ημέρα κρυβόμασταν απ’ τα αεροπλάνα, τη νύχτα κουβαλούσαμε με τα δαδιά, με το φως, νύχτα… Το πρωί σηκωνόμαστε πολύ πρωί να πάμε να κουβαλήσουμε. Το βράδυ μόλις νύχτωνε, έφευγαν τα αεροπλάνα, μας έλεγαν: «Γυναίκες, προχωράτε. Κουβαλάτε!» [00:15:00]Κουβαλούσαν οι γυναίκες.
Από μονοπάτια; Πώς κινούσασταν;
Τι μονοπάτια; Μέρη ακαταλόγιστα. Θάμνοι καταγής, πέτρες, δεν ήταν, θάμνοι, μονοπάτια δεν ήταν, ήταν βουνά, βουνά. Τα χαρακώματα ήταν πάνω στα βουνά.
Και δεν κουραζόσασταν; Δεν σταματάγατε καθόλου;
Δεν κουραζόμασταν; Πέφταμε κάτω με το ζαλίκι. Ερχόταν ο στρατιώτης, εγώ ήμουν λίγο μικρή, αλλά «Δεσποινούλα, εσύ» μου ‘λεγαν «παίρνε λίγο ελαφριά τέτοια πράγματα». Άλλες τα βουνά σαπάν εκείνα είχανε γυναίκες μεγάλες, γερές γυναίκες, κουβαλούσαν, κουβαλούσαν, κουβαλούσαν!
Είχε κρύο; Χιόνι; Τέτοια πράγματα;
Είχε κρύο! Είχε κρύο… Εκείνον τον καιρό που εμείς ακόμα κουβαλούσαμε, ήταν καλός ο καιρός. Μετά έγινε το κρύο, μετά έριξε βροχή, μετά έριξε χιόνια, είχαν και τα χιόνια, κουβαλούσαμε με τα χιόνια. Ο στρατός μέχρι πού πήγαιναν τα ζώα ήταν το χιόνι, μέχρι εκεί πήγαιναν οι άντρες, έκαμναν τον δρόμο για να πάμε τρόφιμα. Έκλεινε ο δρόμος, έριχνε χιόνι συνέχεια. Τώρα έρχεται η μέρα, καθαρίζαν οι άντρες, μεγάλη ηλικία, αλλά… Εμείς καθίσαμε για λίγον καιρό, πόσο καθίσαμε…
Και το βράδυ πώς βλέπατε και...
Με τα, δεν σου είπα με τα δαδιά; Δαδιά! Τα ξύλα είχαν τότε και άναβαν. Με φακούς, με λίγο τα… Άλλοι βλέπαμε, άλλοι δεν βλέπαμε, όσοι βλέπαμε... Όσο ήταν λίγο το φως, η αστροφεγγιά, την ημέρα δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε, ήταν τα αεροπλάνα! Μόλις χάραζε, πήγαινε 10.00 η ώρα, να τα αεροπλάνα. «Γυναίκες, έρχονται τα αεροπλάνα» φώναζαν. «Γυναίκες, τα αεροπλάνα, καθίστε!» Καθόμασταν.
Εσύ δεν φοβόσουνα;
Δεν φοβόμουνα. Δεν ήξερα τι θα πει… δεν φοβόμουνα, είχα τόσες γυναίκες πίσω μου. Δεν φοβόμουν!
Τραυματίες μεταφέρατε ή μόνο πυρομαχικά;
Είχαμε τραυματίες, φέρναμε και τραυματίες. Φέραμε και τον Δαβάκη. Τον αείμνηστο Δαβάκη, τον στρατηγό. Τον ξέρεις;
Για πείτε μου…
Δεν ήσουν γεννημένος τότε εσύ. Τον φέρανε στο μαγαζί μας, θα το πω για αυτόν, στο μαγαζί που είχαμε, την ταβέρνα, βάλαμε δυο τραπέζια, οι στρατιώτες τον έφεραν, καμιά δεκαριά στρατιώτες. Στο φορείο. Από εκεί πάνω τον έφεραν στο φορείο, στην πλάτη. Τον έβαλαν δυο τραπέζια εκεί, τον έβαλαν απάνω εκεί, ντυμένος, σφιγμένος [Δ.Α.]. Λοιπόν. «Νερό!» ζητούσε νερό, πήγα με το ποτήρι να του δώσω νερό, λένε τα παιδιά: «Όχι! Απαγορεύεται» λένε. Λέω: «Γιατί; Διψάει!» «Είναι τραυματισμένος, απαγορεύεται!» Ένα μαντήλι πήραμε εκεί, το βρέξαμε, νεράκι… Ήταν ντυμένος, σφιγμένος, όπως τον έδεσαν το τραύμα του, ήρθε, τον πήραν τα παιδιά, έφυγαν πάλι. Πήγαν που ήταν ο δρόμος για τα αυτοκίνητα. Φέραμε και 200 άτομα ομήρους Ιταλοί, γιατί, να πω; Εκεί που ήταν το χαράκωμα, εκεί που πήγαμε εμείς τα πολεμοφόδια, ήταν ένα μέρος όπου ήταν άδειο και είδαν οι Ιταλοί ότι είναι αυτό το μέρος και πέρασαν από εκεί και ήρθαν σε ελληνικό έδαφος. Και όταν πήγαμε εμείς τα πολεμοφόδια, το ‘κλεισαν εκείνο το μέρος και δεν μπορούσανε να πάνε πάλι. Και ήρθαν στο χωριό μας, εδώ, πέταξαν τα όπλα, τα πέταξαν όλα, τα σακίδια όλα και τους πήραν και τους πήγαν ομήρους, τώρα πού τους πήγαν; Και τους έφεραν στον Πεντάλοφο, τους έδωσαν κουραμάνες κι έφαγαν. Τους είχαμε, τους είχαμε εδώ στο χωριό, καθόνταν στον ήλιο, ήταν μία μέρα κρύα και καθόνταν στο χωριό 200 άτομα. Εμείς πήγαμε, οι γυναίκες πήγαμε πολεμοφόδια και έκλεισαν αυτό το μέρος. Όπως τα έλεγαν τώρα, σάματι τα 'χα δει τώρα, κι εγώ δεν πήγα και κοντα να τα δω, όπως έλεγαν.
Και πόσο καιρό το κάνατε αυτό; Πόσο διάστημα; Τις μεταφορές αυτές.
Οι μεταφορές λίγες ημέρες καθίσαμε, 10-15 μέρες, 15 μέρες δεν φαντάζομαι, γυρίσαμε γρήγορα. Με σκισμένα ρούχα γυρίσαμε, δεν είχαμε ρούχα πάνω μας. Στα βουνά σαπάν, στα δέντρα, στις πέτρες, στα χαλάσματα…
Γιατί το κάνατε αυτό;
Για να ελευθερωθούμε! Να μην τους βάλουμε στην Ελλάδα! Γίνουν οι Ιταλοί Έλληνες, να ‘ρθουν οι Ιταλοί μέσα. Πολεμήσαμε κι εμείς και γίναμε μια μέρα ελεύθεροι και ζάτε εσείς ελεύθερα! Όλη, όλη η Ελλάδα ζα ελεύθερη χωρίς κατακτητή μέσα. Γιατί το κάναμε; Γιατί βοηθήσαμε, άμα δεν βοηθούσαμε θα ερχόταν οι Ιταλοί.
Ναι, ωραία. Πείτε μου αυτό πάλι, ότι γυρίσατε με σκισμένα ρούχα. Πώς... Όταν γυρίσατε στο χωριό, πώς ήσασταν;
[00:20:00]Καλά ήμασταν, ικανοποιημένοι ήμασταν.
Τα... αυτό με τα ρούχα.
Ε, τα ρούχα! Άλλος είχε χοντρά ρούχα, άλλος είχε ψιλά ρούχα… Εγώ ήθελα εξόν που ήμουν σαν μικρή, η μαμά μου είπε: «Πάρε ρούχα χοντρά, βρε κορίτσι μ’». Εγώ ήθελα, σαν κορίτσι που ήμουν, ήθελα να έχω ρούχα καλά. Τα ρούχα μου σκίστηκαν. Οι άλλες είχαν χοντρά ρούχα, είχαν μάλλινα ρούχα και πλέκαμε δικά μας ρούχα. Φορούσαμε δικά μας ρούχα, μάλλινα. Οι γυναίκες που καθόνταν στο σπίτι, έπλεκαν για τον στρατό πουλόβερ, έπλεκαν γάντια, έπλεκαν κάλτσες. Όλος ο Πεντάλοφος και όλα τα χωριά έπλεκαν ρούχα με μάλλινη κλωστή να βάλει ο στρατός. Δεν είχαμε νάιλον ρούχα, αυτά που έχουν τώρα. Όλο μάλλινα, όλοι φορούσαν μάλλινα. Και οι άντρες και οι γυναίκες, τα κορίτσια με μάλλινα ρούχα. Με δικά μας ρούχα, με δικά μας μαλλί από τα πρόβατά μας. Όλο το χωριό είχε πρόβατα. Τσελιγκάδες ήταν πολλοί, είχαν πρόβατα.
Εσύ πώς αισθάνεσαι που συμμετείχες και βοήθησες τότε στον πόλεμο;
Πώς αισθάνομαι; Καλά ήταν και τότε και τώρα καλά είναι, αλλά τώρα λίγο δύσκολο το βλέπω, το βλέπω λίγο δύσκολο. Μου φαίνεται είχα ελευθερία! Πήγαινα όπου ήθελα, κοιμόμασταν έξω, πηγαίναμε να μάσουμε χορτάρι και κοιμόμασταν έξω, πηγαίναμε στο δάσος έξω να πάρουμε ξύλα και οι γυναίκες δυο-τρεις: «Θα καθίσουμε εδώ το βράδυ να κοιμηθούμε». Κοιμόμασταν στο δάσος. Κοιμόμαστε τώρα; Βάλαμε και δυο τρεις κλειδωνιές στο σπίτι! Κλειδωνόμαστε μέσα, εγώ γριά που είμαι, απ' τις 05:00 η ώρα κλείνομαι. Άλλο ήταν τότε, άλλο είναι τώρα, αλλά είμαι πιο ευχαριστημένη.
Όχι, εννοώ που συμμετείχες στον πόλεμο, πώς σε κάνει αυτό να νιώθεις, που έστω και λίγο είχες μία συμμετοχή και εσύ; Είσαι για αυτό περήφανη;
Είμαι περήφανη! Ναι, είμαι περήφανη, γιατί πήγαμε όλες οι γυναίκες, όλη η Ελλάδα σύσσωμα, με τηλέφωνο μετά που έγιναμε… Είμαι χαρούμενη, ας έγινε πόλεμος, πόλεμος έγινε, είδαμε και πόλεμο. Αλλά σκοτώθηκαν και παιδιά. Σκοτώθηκαν τέσσερα παιδιά από το χωριό μας, στον πόλεμο σκοτώθηκαν. Πόσα σκοτώθηκαν και άλλα δεν ξέρω πόσα σκοτώθηκαν, αλλά ήμασταν… δεν ήμασταν να πούμε «Αχ έχουμε πόλεμο, ωχ! κάναμε εκείνο». Ήμασταν…
Θα το έκανες πάλι;
Εμ δεν θα το έκανα τώρα, τώρα είμαι σε λίγο… έχω άλλον αέρα τώρα, τι να κάνω τώρα πάλι; Πάλι στον πόλεμο να γυρίσω; Κάναμε, είχαμε και το ’48 πόλεμο με τους αντάρτες, που είπαμε πρωτύτερα, στρατός με αντάρτες. Είχαμε πολέμους! Είχαμε! Είχαμε στεναχώριες. Έπαιρναν τον άλλον, έρχονταν στο σπίτι και σε έπαιρναν. «Έλα εδώ να πάμε έξω» να πούμε. Σε σκότωναν οι αντάρτες. Σκότωναν.
Μετά τι έγινε; Μετά από αυτό; Όταν συνθηκολόγησε η Ελλάδα, ήρθαν εδώ πέρα Ιταλοί; Γερμανοί;
Ήρθαν οι Ιταλοί! Ήρθαν οι Ιταλοί, συνθηκολόγησαν, έριξαν τα όπλα, ήταν Απρίλιος μήνας, την άνοιξη κι έριξαν τα όπλα, οι δικοί μας, συνθηκολόγησαν. Ερχόνταν οι Ιταλοί και έκαιγαν! Ήθελαν να πάρουν πράγματα στρατιωτικά, ποιος έχει κουβέρτες, βελέντζες, ποιος έχει ρούχα, ποιος έχει εκείνο, ερχόταν οι Ιταλοί να μάσουν. Μάζευαν τον κόσμο στο σχολείο και έλεγαν: «Να ρθείτε να φέρετε πράγματα στρατιωτικά, ό,τι έχετε, έχετε πιστόλια; Έχετε τουφέκια; Έχετε τι έχετε εκείνο; Διόπτρες, πράγματα τι έχετε να τα φέρετε!» Τα πηγαίναμε, γιατί ο στρατός έφυγε και τα έριξε καταγής στον δρόμο. Βρήκαν, τα παιδιά μας. Άφησαν χειροβομβίδες, άφησαν πράγματα και ήταν όλα στον δρόμο καταγής. Τα μάζευε ο στρατός, τα μάζευε. Είχαν ζώα, τα άφησαν τα ζώα στο δρόμο. Πήραμε και ζώα, κουβαλούσαμε και τα ξύλα μας με τα ζώα, από τον στρατό άφησαν τα ζώα οι στρατιώτες εδώ και έφυγαν. Οι στρατιώτες φύγανε. Και όσα έμειναν εδώ, τα παίρναμε. Τα έπαιρνε ο κόσμος. Ο άλλος έτσι, ο άλλος με τον στρατό τα είχε καλά, ήταν σόι, οι Ιταλοί έρχονταν, έφευγαν, είχαμε μια... ναι, μια δούναι-λαβείν.
Οι Γερμανοί; Ήρθαν εδώ Γερμανοί;
Ήρθαν Γερμανοί, το σχολειό το έκαψαν, αυτό το σπίτι που είναι δίπλα το έκαψαν. Ήρθαν οι Γερμανοί, κρυφτήκαμε. Αυτόνα τον έκρυψα, πόσα χρόνια ήσουνα; Ένα χρόνο το ’44; Τον έκρυψα απάνω στο δάσος μέσα σε μια τρύπα, σε μια σπηλιά, γιατί περνούσαν οι Γερμανοί. Και εγώ τώρα, ο άντρας μου ήταν λίγο στον στρατό ανακατεμένος, πήρα το παιδί μου και κρύφτηκα μέσα σε μία σπηλιά. Και εκάτσαμε δυο μέρες εκεί, βγήκαμε από εκεί μέσα με τα χέρια μελανιασμένα, είχαμε πάθει ασφυξία. Πέρασαν οι Γερμανοί από εκεί πέρα, πέρασαν, έκαμαν ζημιές έκαμαν. Σκοτώθηκαν παιδιά, σκοτώθηκαν κάμποσα.
Και κάψαν το σχολείο; Τι κάνανε;
Ναι, ναι, το κάψαν το σχολείο και αυτό το σπίτι και ακόμα ένα. Και το ξενοδοχείο τώρα, που είναι μέσα, και αυτό το κάψαν και ένα άλλο καφενείο κάψαν. Και τέσσερα έκαψαν. Σκοτώθηκαν και κάμποσα παιδιά, δυο-τρία άτομα, τέσσερα, πόσοι σκοτώθηκαν; [00:25:00]Τέσσερα άτομα σκοτώθηκαν.
Χρόνια άσχημα, ε;
Άσχημα χρόνια, ήταν και άσχημα. Μετά…. Τα παιδικά μου τα χρόνια ήταν καλύτερα, που ήμουν πιο νέα. Ύστερα ήρθαν αυτά. Το ’40 που παντρεύτηκα και ύστερα ήρθαν, ήρθαν τα άσχημα αυτά, οι πολέμοι και ξέρω γω τι. Καλά, οι Ιταλοί και οι Γερμανοί.
Και σε έχουνε τιμήσει εδώ, βλέπω σε τίμησαν. Έγινε μία εκδήλωση εδώ πέρυσι και σας τίμησαν εσάς τις γυναίκες της Πίνδου;
Ναι! Αυτό είναι το βραβείο. Μας έδωσαν το βραβείο. Έγινε πέρυσι, όχι πέρυσι πρόπερσι.
Γιος αφηγήτριας: Το ’17 δεν λέει;
Ναι, ναι.
Ναι, έγινε μία εκδήλωση εδώ, ήρθαν τα όργανα εδώ, ήρθαν οι τρομπέτες εκεί, μας έκαναν… μας παρέλασαν εκεί, παπάδες, δεσποτάδες. Είπαμε και εμείς, είπαμε δυο κουβέντες πώς περάσαμε στον πόλεμο.
Νιώθεις ηρωίδα εσύ;
Ορίστε;
Νιώθεις ηρωίδα; Νιώθεις; Ηρωίδα.
Εγώ; Πώς δεν νιώθω ρε; Ε, δεν με λένε «Αρετή» . Με λένε «η γυναίκα της Πίνδου». Πού είναι η γυναίκα της Πίνδου; Με παίρνουν στο τηλέφωνο, θα με πάρουν απ’ την Κοζάνη, από κει, από κει, από κει… «Η γυναίκα της Πίνδου τι κάνει;» Είμαι εγώ ακόμα! Εγώ ζω! Ήταν κι άλλες, έφυγαν. «Γυναίκα της Πίνδου!» Με γράψανε στα χαρτιά, πώς έκανε η Δέσποινα, που 'τανε προπέρσι, έβαλεν, μας έβαλε στην τηλεόραση και είδε όλη η Ελλάδα; Πες το.
Γιος αφηγήτριας: Η Αμανατίδου.
Η Αμανατίδου.
Γιος αφηγήτριας: Δημοσιογράφος στην ΕΤ1.
Έκανε μία συνέντευξη αυτή, όλες οι τηλεοράσεις με έβλεπαν. Όλα τα κανάλια, όλοι με έβλεπαν, παντού και όλες με έπαιρναν τηλέφωνο. Το τηλέφωνο ντρρ, ντρρ, «Αρετή, Αρετή, Αρετή».
Και πώς ένιωθες εσύ που σου λέγαν τέτοια;
Εμ πώς ένιωσα; Υπερήφανη! Πώς ένιωσα; Ένιωσα καλά, είμαι η πρώτη γυναίκα. Όχι πρώτη, είμαι καλά. Αν και δεν μας έδωσαν –είπαμε πρωτύτερα για τα λεφτά– δεν μας έδωσαν σύνταξη, αλλά έχω μια αξία!
Ωραία.
Σαν γιαγιά που είμαι τώρα, τώρα τι να έχω τώρα; Κόπηκε το σχολείο, κόπηκε η εκκλησία τώρα.
Κάτι άλλο; Κάποια ιστορία άλλη που θυμάστε εσείς να πει;
Γιος αφηγήτριας: Δεν... Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, το χωριό όλο έφυγε από δω, πήγε να κρυφτεί πίσω...
Κρύφτηκαν, έφυγαν, άδειασε το χωριό όλο.
Γιος αφηγήτριας: Και πήραν και τα κατσίκια, πήραν και τα γουρούνια...
Πήραν και το γουρούνι κοντά.
Γιος αφηγήτριας: Φοβούμενοι τους Γερμανούς, έφυγαν.
Τα πρόβατα, όλα τα πήραν! Άδειασε το χωριό.
Γιος αφηγήτριας: Και ήταν οι γυναίκες βρέθηκαν εκεί πέρα.
Α, κατάλαβα.
[Δ.Α.] Κι εγώ τα θυμάμαι, αλλά δεν έχει τι...
Από τις μεταφορές εκεί κάποια ιστορία άλλη; Πόσα δηλαδή χιλιόμετρα μπορούσατε να κάνετε; Πόσο περπατάγατε; Πόση ώρα;
Όλη την ημέρα περπατάγαμε.
Γιος αφηγήτριας: 13χιλιόμετρα την ώρα πρέπει να κάνανε, μέσα στο δάσος. Και δεν γίνονται αυτά.
[Δ.Α.]
Όχι, λέω τότε που μεταφέρατε για τον στρατό, πόσες ώρες δηλαδή μπορούσατε να περπατούσατε το βράδυ;
Όσες θέλαμε, μπορούσαμε, αρκεί να είχαμε ευκαιρία. Έφεγγε η μέρα και μας έλεγαν: «Κρυφτείτε γυναίκες, έρχονται τα αεροπλάνα». Αλλά εμείς περπατούσαμε, κρυβόμασταν εδώ, κρυβόμαστε εκεί. Περπατούσαμε, είχαμε κουράγιο να περπατήσουμε, δεν κουραζόμασταν. Εδώ δεν κουραζόμασταν σε δικές μας δουλειές, πήγαμε για... Σε τέσσερα χωριά πηγαίναμε για να μάσουμε χόρτα, να μάσουμε ξύλα, να μάσουμε... Κοιμόμασταν κιόλας, τότε δεν είχαμε ζώα. Ζώα είχαμε κάτι γαϊδουράκια, κάτι, αλλά δεν είχαμε αυτοκίνητα, δεν είχαμε μεγάλα.
Και τι διαδρομές κάνατε; Τι διαδρομές; Σε ποια μέρη; Από πού μέχρι πού πηγαίνατε δηλαδή;
Ε, πού να πω, από...
Γιος αφηγήτριας: Από εδώ στο Επταχώρι, στο Κούτσουρο.
Στο Κούτσουρο απάν’ περπατώντας πηγαίναμε, όλο με τα πόδια, όλο πόδια.
Και είχατε μαζί και στρατό ή μόνο γυναίκες;
Στρατό, δεν είχαμε στρατό.
Γιος αφηγήτριας: Σας συνόδευε στρατός.
Στρατό εκεί πάνω;
Γιος αφηγήτριας: Σας συνόδευε ο στρατός.
Ναι, ναι! Μας συνόδευε ο στρατός, λες για τον πόλεμο. Ναι, μας... Οι γυναίκες είχαν και στρατό. Μας έλεγαν: «Εκεί θα αφήσετε τα…». Είχαμε μια σειρά. Είχαμε μια ηρεμία. Δεν είχαμε ανακατοσούρα έτσι. Είχαμε, βρίσκαμε ο καθένας πού ήθελε να πάει! Ο στρατιώτης ερχόταν και «θα τα αφήσετε εκεί, εκεί κι εκεί». Τα έπαιρναν οι στρατιώτες, τα πήγαιναν στον πόλεμο, εκεί που έπρεπε να τα πάνε. Εμείς τα αφήναμε εκεί που μας έλεγαν, είχαμε, σου ‘πα, μια ηρεμία, μια ησυχία.
Δυνατές γυναίκες όλες τότε.
Δυνατές! Οι Ηπειρώτισσες αυτές ήταν πολύ δυνατές. Εγώ τις είδα τότε και λέω. Είχαμε κι εμείς δυνατές γυναίκες, αλλά αυτές ήταν πολύ δυνατές! Φαίνεται και στο άγαλμα, οι γυναίκες ντυμένες. Η φωτογραφία πού είναι που... Αυτή η εφημερίδα που μας την έδωσε ο Μπουχλάς, εκείνος...
[00:30:00]Γιος αφηγήτριας: Δεν ξέρω.
Ωραία.
Δεν την έχεις; Έβγαλε τις γυναίκες όλες! Εκείνες ήταν τραυματισμένες, όσες... Σκοτώθηκαν και μερικές γυναίκες, με τα αεροπλάνα σκοτώθηκαν. Και εγώ είμαι εκεί. Με βγάλανε κι εμένα. Είμαι κι εγώ στην εφημερίδα από κάτω, ένας Μπουχλάς από τη Σαλονίκη, Χρήστος Μπουχλάς, συγγραφέας. Πήγε. Πήγαινε εκεί και τα έβγαλε όλα και τα έφερε και μου 'φερε και την εφημερίδα.
Ήσουν εσύ σε κάποια επιδρομή με αεροπλάνα, όταν ήσουν εσύ;
Πώς;
Επιδρομή με αεροπλάνο θυμάσαι εσύ; Να σας ρίχνουν αεροπλάνα;
Όχι! Ακούγαμε τον θόρυβο, δεν βλέπαμε τα αεροπλάνα. Τα βλέπαμε από μακριά, μπορούσαμε να κρυφτούμε, όχι να δούμε και τα αεροπλάνα! Τον θόρυβο τον ακούγαμε. Μας έλεγε ο στρατός πριν να ‘ρθουν τα αεροπλάνα: «Γυναίκες, κρυφτείτε, πέστε κάτω!» Μέσα στους θάμνους, μέσα εκεί όπου μπορούσαμε, άμα ήταν μέρα. Άμα ήταν νύχτα δεν έριχναν τα αεροπλάνα. Την ημέρα κρυβόμασταν, μας έλεγαν: «Γυναίκες!» Εγώ στο μέρος μου, εκεί που… παραπέρα τι έλεγαν, τι… Ήταν πολύ μέρος, πολλές γυναίκες, μωρέ. Πολλές γυναίκες. Μαυρίλα ο τόπος, γεμάτος γυναίκα. Όλο γυναίκα! Ήταν και λίγοι άντρες, λίγα φανταράκια, αλλά όλο γυναίκα. Κουβαλούσαν οι γυναίκες, κουβαλούσαν!
Κυρία Αρετή, ευχαριστούμε!
Τρώγαμε ψωμί; Γαλέτες τρώγαμε. Τις ξέρετε τις γαλέτες; Δεν τις ξέρεις;
Ψωμί ξερό.
Α;
Ναι.
Όχι ψωμί, αλλά τόσα κομμάτια στρόγγυλα, δεν έσπαζαν. Με τα δόντια έσπαζαν, έμενα μια ψίχα στο στόμα και όλη την ημέρα το είχες στο στόμα εκεί. Δεν μας έβαναν να φάμε, να έχουμε τραπέζι να φάμε; Όχι! Ένα ψωμί μας... Το βάναμε στον κόρφο εδώ να τρώμε λίγο. Δεν τρώγαμε φαγητό, δεν τρώγαμε. Χωρίς ψωμί ήμασταν. Με ψωμί, ήμασταν με ψωμί, αλλά ψωμιά του στρατού. Ένα ψωμί «πάρτε εσείς οι γυναίκες, πάρτε λίγο, πάρτε λίγο». Να κάτσουμε στο τραπέζι να φάμε; Όχι!
Και πού κοιμόσασταν;
Πουθενά! Όρθιοι! Πουθενά. Πού να κοιμηθούμε; Όπου… σε κάνα θάμνο, σε κάνα… Λέγαμε να φέξει γρήγορα, να κάνουμε δουλειά. Πού θα πας;
Γιος αφηγήτριας: Πουθενά εγώ.
Ωραία. Ευχαριστούμε, κυρία Αρετή.
Κι εγώ.
Κάτι άλλο που θες να πεις; Για την περίοδο εκείνη; Για τις γυναίκες της Πίνδου;
Για τις γυναίκες της Πίνδου δεν θυμάμαι άλλο τίποτα, και αν θυμάμαι…
Η τελευταία στο χωριό είσαι.
Η τελευταία είμαι στο χωριό. Όλες οι γυναίκες. Δεν ξέρω αν ήταν και καμιά από την Πίνδο.
Γιος αφηγήτριας: Η τελευταία είσαι που ζεις σήμερα, αυτό σου λέει.
Η τελευταία που ζω; Εγώ νόμιζα η τελευταία επάνω εκεί. Η τελευταία είμαι που ζω στο χωριό. Το είπα και πρωτύτερα, πώς; Δεν το είπα;
Γιος αφηγήτριας: Αυτό σε ρωτάει.
Αυτό είμαι η τελευταία τώρα εγώ. Είναι και μία άλλη που είναι ένα χρόνο μεγαλύτερη από εμένα, αλλά είναι κατάκοιτη στο κρεβάτι, δεν ξέρει πού είναι… εγώ είμαι η τελευταία. Και θα ζήσω και άλλα...
Γιος αφηγήτριας: Αυτό θέλει το παιδί να ακούσει.
Για πες, θα ζήσεις…
Θα ζήσω άλλα 15 χρόνια! Να με θυμάσαι, να παίρνεις κανένα τηλέφωνο. Να με παίρνεις το βράδυ, γιατί τη μέρα είμαι στον κήπο, είμαι. Δεν κάθομαι μέσα, γύρω τριγύρω.
Λες στα εγγόνια σου, λες αυτές τις ιστορίες; Σε ρωτάνε;
Αν τις λέω; Έμαθαν, πέρα που έμαθαν η Λαμπρινή...
Γιος αφηγήτριας: Το είπαμε, η κοπέλα που πέρασε.
Το κορίτσι που είναι στην Αθήνα, είναι στον στρατό. Είπαν θα ‘ρθουν για συνέντευξη, εγώ νόμιζα συνέντευξη για το… Και λέω... Τα είπα αυτά, τα έχω πολύ καιρό, πολλά χρόνια τα λέω, γιατί μας είπε ο Τζάτζουλας ο στρατηγός: «Θα τα λες αυτά στα παιδιά, στα εγγόνια, στα δισέγγονα, θα τα λες αυτά τι πέρασες» λέει. Και ειπα: «Λαμπρινή, αύριο θα ‘ρθει κάποιος μία συνέντευξη με πάρει, δεν πηγαίνω» λέω «βαρέθηκα τώρα, δεν πηγαίνω». «Ρε γιαγιά μου, γιατί δεν πας; Εγώ στον στρατό είμαι –είναι το κορίτσι τώρα, μια εβδομάδα έχει που πήγε και μου έδωσε κουράγιο το παιδί– γιαγιά μου να πας! Να πας όταν σου πουν, να πας. Εσύ έχεις τον παππού, θα σε πει ο παππούς τι έχει να σε πει». Λέω: «Βαριέμαι τώρα, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν ακούω καλά, δεν βλέπω καλά» λέω. «Μπορείς μια χαρά, μια χαρά είσαι, γιαγιά». Την άλλη τη βραδιά πάλι με πήρε. «Θα πας γιαγιά;» «Θα πάω» λέω. «Ήρθε ο παππούς και με είπε και θα πάω. Θα πάω να πω» λέω.
Ωραία. Και κάτι τελευταίο. Άρα όταν σας είπε ο στρατός να πάτε, αμέσως πήγατε όλες, δεν το σκεφτήκατε;
Ναι, ναι, ναι. Πήγαμε, πήγαμε. Αμέσως! Δεν φέραμε καμιά αντίρρηση, κανένας δεν έφερε αντίρρηση, όλες χαρούμενες, απάνω όλες πήγαμε χαρούμενες, ναι. Δεν τις ξέρω όλες, τις ξέρω από μακριά, τα σπίτια εκείνα εκεί κάτω δεν τις ήξερα τις γυναίκες, εγώ έμενα από εδώ μεριά, που ήμουν και νέα. Ώσπου τις έμαθα εκεί πάνω, τις έμαθα τις γυναίκες.
Ευχαριστούμε πολύ! Κυρία Αρετή, πες μου λίγο αυτό που μου είπες τώρα. Ότι το κάνατε για την πατρίδα.
Για να ζήσει η πατρίδα μας ελεύθερη, να μην έχουμε τον κατακτητή. Να ζουν τα παιδιά μας, ως πότε θα ζουν, να ζουν, μην είμαστε… Να ‘ρθουν οι Αλβανοί... οι Ιταλοί στην Ελλάδα. Να ζούμε εμείς κάτω από τον Ιταλό. Το κάναμε για την πατρίδα μας, να ζήσουμε. Να πούμε: «Δεν δεχόμαστε εμείς, δεν πάμε στον πόλεμο, δεν πάμε εμείς, δεν προσφέρουμε». Θα ερχότανε οι Αλβανοί, οι Ιταλοί. Όπως έρχονται οι Ιταλοί με τους Αλβανοί τώρα, γιατί... Σήμερα πήραμε τους Αγίους Σαράντες, σήμερα πήραμε το... πώς το λένε; Τα χωριά εκείνα. Καρτερούσαμε, τι θα πάρει ο στρατός σήμερα; Πού θα πάει; Πού θα πολεμήσει; Θα πάρει το… τα χωριά, δεν τα θυμάμαι τώρα… το Αργυρόκαστρο, τους Άγιους Σαράντα, το Βουκουρέστι, πώς τα λένε αυτά τα;... Περιμέναμε τι θα πουν ο στρατός, τι θα πει το ράδιο, η μια απ’ την άλλη να μάθουμε, γιατί δεν είχαμε τηλέφωνο όπως εγώ. «Πήραν το τάδε χωριό σήμερα». Της Αλβανίας ντε! Προχωρούσαμε στην Αλβανία, πήρανε. Αφού τελειώσαν κι έριξαν τα όπλα και ήμασταν κι εμείς ελεύθεροι, και η Ελλάδα μας ελεύθερη και χαρήκαμε και χαιρόνταν ο κόσμος, άλλοι χαρήκανε, άλλοι στεναχωρέθηκαν. [Δ.Α.] Όταν άνοιξα το μαγαζί, τη δεύτερη μέρα, την μέρα που ήρθε ο στρατιώτης και μας είπε –ο αξιωματικός– και λέει: «Το μαγαζί θα ανοίξει!» Ο πρώτος μας είπε θα κλείσει, ο άλλος μας είπε θα ανοίξει. Να φέρνουν τα παιδιά να παίρνουν ένα παγούρι νερό, ερχόταν τα παιδιά με έναν φάκελο με τη διεύθυνση του σπιτιού τους, στη μάνα τους, και άφηναν και τα λεφτά πάνω. «Θα τα στείλεις στη μάνα μου αυτά». Και πήγαινα στο ταχυδρομείο και τα ταχυδρόμιζα και πήγαιναν στη μάνα τους. Τα παιδιά ήταν απ’ την Αθήνα, απ’ την Πελοπόννησο, πώς λέγεται; Κάθε παιδί ερχόταν, όχι κάθε μέρα, αλλά ερχόταν. «Αφού εγώ πηγαίνω στον πόλεμο» λέω «και τα λεφτά, και τα λεφτά» λέω «ό,τι έχω απάνω μου, τα βάνω στο τραπέζι, στον φάκελο, να τα στείλεις στη μάνα μου» λέει. Έγραφαν την διεύθυνση κι εγώ τα έστελνα.
Μάλιστα. Ωραία. Ευχαριστούμε.
1000 γυναίκες, 2000 γυναίκες μπορεί να ήταν. Δεν ξέρω, αλλά λέω. Πολύ γυναίκα, ο στρατός ήταν στα χαρακώματα, ήταν στις αποθήκες, ήταν στις δουλειές, ήταν κι έξω ο στρατός, ήταν κι έξω.
Πόσες μέρες έλειπες δηλαδή; Πόσες μέρες πήγες εσύ τότε; Θυμάσαι περίπου;
Θα πήγα δέκα.
Δέκα μέρες.
Θα πήγα δέκα. Δεν τις θυμάμαι, αλλά πήγα δέκα, αφού ήρθα με… παπούτσια δεν είχαμε, είχαν γίνει κομμάτια απ’ τις πέτρες, απ’ τα βράχια, από εκείνα…
Τέλη Νοεμβρίου; Ποτέ δηλαδή αυτό τώρα;
Τέλη Νοεμβρίου.
Τέλη Νοεμβρίου, ε;
Οκτώβριος-Νοέμβριος, ναι.
Και χιόνι πότε έριξε χιόνι;
Έριξε τον Νοέμβριο, έριξε τέλη Νοεμβρίου, έριξε λίγο, αλλά ύστερα όλο τον χειμώνα ένα μέτρο χιόνι.
Δεκέμβρη και μετά, Γενάρη, ε;
Δεκέμβριο, Γενάρη, Φλεβάρη συνέχεια έριχνε χιόνι. Και ο στρατός πλεμούσε μες στα χιόνια. Πολεμούσανε! Φοβόμασταν, λέγαμε: «Άραγε ζάει το δικό μου το παιδί;» Είχαμε τηλέφωνο να πάρουμε; Δεν είχαμε. «Ζάει το δικό μου;» η άλλη γυναίκα η χωριανή: «Ζάει το δικό μου το παιδί; Ήταν στον πόλεμο, ζάει;» Είχα κι εγώ τον αδερφό μου κι εγώ τον είχα, στο πεζικό ήταν, λοχίας.
Γύρισε. Επέστρεψε;
Πέθανε. Ήταν ο μεγαλύτερος ο αδερφός μου. Ήταν ο αδερφός μου πρώτα, ύστερα ήταν η άλλη η αδερφή μ’.
Ναι, ναι, ναι.
Ήταν το ‘05 γεννημένος ο αδερφός μου, το ‘08 ήταν η αδερφή μ’, το ‘15 ήτανε η άλλη η αδερφή μ’ και το ’20 ήμανε εγώ.
Γιος αφηγήτριας: Λοιπόν, μία μικρή ξενάγηση.