© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Φτιάχνοντας χαλιά στο «Σπίτι Παιδιού», στο Πλαίσιο Φιλιατών

Κωδικός Ιστορίας
10829
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Πολυξένη Παργανά (Π.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/02/2021
Ερευνητής/τρια
ΓΙΑΝΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ; (Γ.Α.)

[00:00:00]

Γ.Α.:

Καλησπέρα. Μπορείς να μας πεις το όνομά σου;

Π.Π.:

Λέγομαι Παργανά Πολυξένη.

Γ.Α.:

Είναι Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021, είμαι με την Παργανά Πολυξένη, βρισκόμαστε στο Βασιλικό Ηγουμενίτσας. Εγώ ονομάζομαι Αποστόλου Γιαννούλα, είμαι ερευνήτρια στο istorima και ξεκινάμε. Θέλεις να μας πεις πού γεννήθηκες, πότε;

Π.Π.:

Αμέσως. Γεννήθηκα στο Σαλονίκη, το 1952, 2 Φεβρουαρίου.

Γ.Α.:

Θέλεις να μας πεις κάποια πράγματα για την παιδική σου ηλικία;

Π.Π.:

Έφυγα από το Σαλονίκη δύο χρόνων, κατεβήκαμε στην Σκορπιώνα, εκεί έζησα μερικά παιδικά μου χρόνια, στην Σκορπιώνα, μέχρι που πήγα στο σχολείο.

Γ.Α.:

Το σχολείο πού ήτανε;

Π.Π.:

Στη Σκορπιώνα. Ε, πήγαμε στο σχολείο, σαν δεν ήμουν και καλή μαθήτρια, στην τρίτη τάξη έμεινα. Στοπ. Δεν τα έπαιρνα καλά τα γράμματα, από ’κει μετά συνέχισα, έμεινα στην τρίτη τάξη κι έβγαλα το σχολείο στα 13 χρόνων. Στα 13 χρονών και μετά, πήγα στο Πλαίσιο, στη σχολή. Εκεί ήταν το ταπητουργείο Βασιλικής Πρόνοιας και δουλεύαμε στο ταπητουργείο, κάναμε κόμπους, ήμασταν πολλά κορίτσια και ήταν πολύ ωραία. Μετά από τη σχολή, κάθισα πέντε χρόνια. Ανάμεσα στη σχολή, σ’ αυτά τα χρόνια μέσα, είχαμε πάει, όταν είχε έρθει η βασίλισσα η Άννα-Μαρία, πήγαμε στην Πάργα, στην Σαγιάδα, στην Ηγουμενίτσα, στο Γηρομέρι και στο Πλαίσιο. Ήρθε η Άννα-Μαρία και ακολουθούσαμε την Άννα-Μαρία με στολές παλιές, ντυμένες. Από ’κει μετά, κάθισα εγώ πέντε χρόνια στο Πλαίσιο, στο ταπητουργείο, δούλευα εκεί πέρα. Ήρθα μετά στα 18-19 χρόνων, ήρθα ξανά στην Σκορπιώνα, από ’κει μετά στα 20 παντρεύτηκα, στα 21 έκανα τον μεγάλο μου τον γιο, στα 25 έκανα τον δεύτερο τον γιο μου και στα 28 έκανα την άλλη την κόρη μου. Έτσι η ζωή συνεχίζεται. Τα παιδιά μεγαλώσανε, εδώ μαζί με τον άντρα μου, κουραστήκαμε, παιδευτήκαμε, δουλέψαμε όσο εκεί που μπορέσαμε να δημιουργήσουμε κάτι για τα παιδιά μας, σαν στο χωριό. Μένουμε πάντα στο χωριό, και από χωριό στην Σκορπιώνα ήταν, και στο χωριό στο Βασιλικό ήρθα. Νύφη είμαι εδώ στο Βασιλικό. Μετά από ’δω, παντρέψαμε τα παιδιά μας, κάναμε εγγόνια μας, φύγανε, πάνε στην Γερμανία τα παιδιά μου. Ζούνε ακόμα στην Γερμανία, πάω και ’γω τώρα που έχασα τον άντρα μου, το 2018 έχασα και τον άντρα μου, και πηγαίνω κάθε χειμώνα, πηγαίνω στα παιδιά μου, στην Γερμανία και βγάζω το χειμώνα εκεί πέρα. Σήμερα μιλάω, λόγω κορονοϊού, δεν πήγα στην Γερμανία, έμεινα εδώ πέρα. Εδώ ασχολήθηκα με τις ελιές, με κάτι κοτούλες σαν στο χωριό δουλειές. Δουλειές του χωριού.

Γ.Α.:

Μπορείς να μας πεις πώς ήτανε η παιδική σου ηλικία; Έφυγες από το Σαλονίκη και πήγες στην Σκορπιώνα. Για ποιο λόγο πήγατε;

Π.Π.:

Γιατί φύγαμε. Φύγανε από το Σαλονίκη, γιατί δεν είχε με τι να ζήσει ο πατέρας μου κι η μάνα μου, και επειδή στην Σκορπιώνα είχε κάμπο, σπέρνανε χωράφια, θερίζανε. Ήταν πιο καλύτερες δουλειές στην Σκορπιώνα, ήταν οι ελιές πρώτο και κυριότερο που είχαμε το λάδι το δικό μας, και ο πατέρας μου δούλευε πάντα σε δουλειές αγροτικές. Μετά έβγαζε πέτρες ο πατέρας μου, έβανε φουρνέλα κι αυτά, και δούλευε μεροκάματο σε κάποιον εργολάβο. Και φτιάξαμε τις εκκλησίες, τα σχολεία τότε που ήταν με πέτρα, Πλαταριά σχολεία, Σκορπιώνας, Φασκομηλιάς, Σύβοτα, Πολυνέρι. Όσα σχολεία είναι με πέτρα, την είχε βγάλει όλη ο πατέρας μου, που δούλευε σε νταμάρια με φουρνέλα, και με λοστάρια, και με βαριές. Βαριά το λέμε εμείς, είναι ένα ειδικό σίδερο, βαρύ, και του έσπαγε τις πέτρες. Κι ερχόταν ο εργολάβος και τις έπαιρνε, και τις πήγαινε και έφτιαχναν τα σχολεία. Μ’ αυτά. Μετά ο πατέρας μου άνοιξε ένα μαγαζάκι στην Σκορπιώνα, το ’60 άνοιξε το μαγαζί στην Σκορπιώνα και ζήσαμε μ’ αυτό το μαγαζάκι που είχε ανοίξει ο πατέρας μου. Αλλά δεν άφηνε και τις αγροτικές δουλειές, έφτιαχνε και τα χωράφια, έσπερνε τριφύλλια, καθάριζε τις ελιές του, λίγο κήπο, λίγο το ’να λίγο τ’ άλλο, είχαμε και 5-6 γιδούλες. Με το εισόδημα στο σπίτι μας. Με αυτά ζήσαμε, ήτανε φτωχοί κι οι γονείς μου, δεν είχαν άλλους πόρους. Μ’ αυτά, με τα αγροτικά ζούσανε τότες.

Γ.Α.:

Και η μητέρα σου;

Π.Π.:

Το ίδιο μαζί με τον πατέρα μου. Από το ίδιο χωριό είναι, απ’ το Σαλονίκη, και ο πατέρας μου και η μητέρα μου είναι απ’ το ίδιο χωριό.

Γ.Α.:

Άλλα αδέρφια έχεις;

Π.Π.:

Δικά μου; Έχω. Έχω, ο μεγάλος αδερφός μου τώρα είναι, είμαι εγώ τώρα 69, ο αδερφός μου είναι μεγάλος, είναι 71. Ο άλλος ο αδερφός μετά από εμένα είναι 67 και ο πιο μικρός είναι 62. Είναι στη Γερμανία τα δύο τα μικρά τα αδέρφια μου. Ο μεγάλος μένει στην Ανδραβίδα με την οικογένειά του, ήταν στην Πυροσβεστική, βγήκε στη σύνταξη και μένει Ανδραβίδα με την οικογένειά του.

Γ.Α.:

Πώς ήτανε τα παιδικά σου χρόνια στην Σκορπιώνα;

Π.Π.:

Τα παιδικά μου χρόνια στην Σκορπιώνα, μην να είχαμε και τίποτας. Παίρναμε από τίποτα μοδίστρες τίποτα κομμάτια από υφάσματα κομμένα και τα φτιάχναμε κούκλες, τα φτιάχναμε μπάλες και παίζαμε αυτά, πεντόβολα, κουτσό, καμιά κούνια, ρίχναμε εκεί σε καμία συκιά κούνια, σε καμία ελιά ρίχναμε τριχιά και κάναμε κούνια. Αυτά ήταν τα δικά μας τα παιδικά παιχνίδια που κάναμε εκείνο τον καιρό. Δεν είχαμε και πολλά παιχνίδια, δεν είχαμε ούτε ποδήλατο είχαμε, ούτε τίποτα είχαμε, μ’ αυτά παίζαμε. Ο κουτσός έδενε και έραβε, όλο κουτσό παίζαμε όλη την ημέρα.

Γ.Α.:

Και παρέες, φίλες;

Π.Π.:

Α, είχα, εντάξει. Είχα πολλές ξαδέρφες, επειδή εγώ είμαι μία μοναχοκόρη, δεν έχω άλλη αδερφή, και είχα πολλές ξαδέρφες, και γειτόνισσες, και ξαδέρφες πολλές και πηγαίναμε όλοι παρέα. Το καλοκαίρι πηγαίναμε για μπάνιο. Μετά άνοιξε το σχολείο, πηγαίναμε και στο σχολείο ωραία με τις ξαδέρφες μου. Καλά ήταν, ήταν ωραία, ήταν όλοι δικοί μας, είμαστε όλοι συγγενείς εκεί στην Σκορπιώνα, είμαστε όλοι συγγενείς, δεν είναι κάνας ξένος εκεί πέρα, όλοι είναι είναι πρώτα ξαδέρφια, και δεύτερα ξαδέρφια, κι αδέρφια. Όπως φύγαμε όλοι από το Σαλονίκη, πήγαμε όλοι μαζί στην Σκορπιώνα. Πολλοί εκεί.

Γ.Α.:

Άρα και άλλες οικογένειες από το Σαλονίκη μεταφέρθηκαν.

Π.Π.:

Μεταφέρθηκαν κι αυτοί στην Σκορπιώνα. Την ίδια δουλειά και αυτοί κάνανε, με τις ελιές και με τις αγροτικές δουλειές. Μέχρι που άνοιξε η Γερμανία και φύγανε οι νέοι τότες μετά και πήγανε Γερμανία. Όταν πρωτάνοιξε η Γερμανία, φύγανε πάρα πολλοί νέοι. Και έμειναν πίσω οι γονείς τους και μόλις κάνανε μωρά στη Γερμανία τα φέρνανε στους γονείς στην Σκορπιώνα και τα κοιτούσαν οι γονείς τους τα παιδάκια τους, γιατί δεν μπορούσαν να τα κοιτάξουν στη Γερμανία. Τώρα μην κοιτάς, τα ’χουν κοντά τους τα παιδιά, έχουν άλλα προγράμματα.

Γ.Α.:

Και το σχολείο, δεν το τελείωσες;

Π.Π.:

Το τελείωσα το σχολείο, αλλά έμεινα στην Γ' τάξη, ξαναπήγα δυο χρονιές Γ' τάξη.

Γ.Α.:

Κάτι ανέφερες πριν για το Πλαίσιο.

Π.Π.:

Ναι.

Γ.Α.:

Τι ήταν εκεί;

Π.Π.:

Ταπητουργείο. Φτιάχναμε χαλιά. Όλο χαλιά δουλεύαμε, με κόμπους.

Γ.Α.:

Ποιανού ήταν αυτό;

Π.Π.:

Ήταν της Βασιλικής Πρόνοιας, λεγόταν τότε, το ταπητουργείο αυτό το είχε η Πρόνοια.

Γ.Α.:

Κι εσύ πώς βρέθηκες εκεί;

Π.Π.:

Βρέθηκα γιατί τα γραφεία τα είχαν στην Ηγουμενίτσα. Και ο πατέρας μου πουλούσε λάδι σε αυτουνούς και του είπαν του πατέρα μου ότι «ξέρεις τίποτα κορίτσια από εκεί, από το χωριό σου;», και του λέει ο πατέρας μου «ξέρω». Και πήγαμε τρεις μαζί. Εγώ, μία ξαδέρφη μου κι άλλη μία από το ίδιο χωριό, την Σκορπιώνα, πήγαμε τρεις. Μετά, η μια με την άλλη, ήρθαν κι από την Φασκομηλιά άλλες κάνα δυο-τρεις, από Μαργαρίτι, από Παραμυθιά, ήρθαν πολλές πέρα από τα χωριά τα Φιλιακιώτικα, από την Κορίτιανη. Ένας με τον άλλον μετά μάθανε και πήγαμε. Ήμασταν δεκαεπτά κορίτσια εκεί πέρα.

Γ.Α.:

Εσύ πώς ένιωσες όταν σου είπε ο πατέρας σου ότι θα πας;

Π.Π.:

Δεν ήθελα να πάω, αλλά ο πατέρας μου ήθελε κάτι να με μάθει, μία τέχνη. Ήθελε να μάθω κάτι, μια τέχνη κι εγώ να την έχω.

Γ.Α.:

Και τελικά;

Π.Π.:

Τελικά πήγα. Ναι, πήγαμε τον Σεπτέμβριο, τελειώσαμε το σχολείο τον Ιούλιο. 13 χρονών τελείωσα το σχολείο τον Ιούλιο και μετά τον Σεπτέμβρη πήγαμε στη σχολή.

Γ.Α.:

Συγγνώμη, ποιο έτος;

Π.Π.:

Εφόσον 13 χρονών τότε, το ’66 ήταν. Τότε. Μάλλον το ’66 πήγα. Τότες πήγα στη σχολή. Το ’66. Τον Σεπτέμβρη του ’66 πήγα μαζί με τις χωριανές μας από εκεί. Και καθίσαμε πέντε χρόνια. Από το ’66 μέχρι, το ’69 γύρισα. Το ’69, ξανάφυγα πάλι και ήρθα το ’70-’71, γιατί μετά έφυγα και πήγε η μάνα μου στη Γερμανία, και κάθισα εγώ κάτω με τ’ αδέρφια μου, τον μικρό τον αδερφό μου, τον άλλον τον μεγάλον είχανε φύγει να τον πατέρα μου, και με τ’ αδέρφια μου που είχαμε το μαγαζί. Και γύρισε κι η μανούλα μου από τη Γερμανία και με κόβει για παντρειά. Και βρέθκα παντρεμένη.

Γ.Α.:

Εκεί πέρα πώς ήταν; Τι έκανες στο ταπητουργείο;

Π.Π.:

Εκεί, καλά ήταν.

Γ.Α.:

Όταν πήγες την πρώτη μέρα;

Π.Π.:

Την πρώτη μέρα; Τίποτα, τα ’χα χάσει, δεν ήξερα καθόλου, αλλά είχαμε καλές δασκάλες, είχαμε τρεις-τέσσερις δασκάλες και μας έδειχναν. Είχαν μεγάλη υπομονή να μας δείξουν πώς[00:10:00] πιάνουμε τον κόμπο, πώς χτυπάμε με το χτυπητήρι, πώς κόβουμε με το ψαλίδι, τα πάντα μας έδειξαν οι δασκάλες. Καμιά δεκαριά μέρες ήταν μέχρι που να μάθουμε τα σχέδια. Κρεμάγαμε μπροστά στον αργαλειό, κρεμάγαμε το σχέδιο σ’ ένα χαρτονάκι και κοιτάγαμε τι χρώματα είναι εδώ, τι χρώματα είναι εκεί και άντε, άντε, άντε… Πότε κάναμε και λάθη, ξήλωναν οι καημένες οι δασκάλες μας, είχανε βρει τον μπελιά τους κι αυτές με τ’ εμάς. Δεν ξέραμε κι από πολλά να κάνουμε σχέδια, ποιος θα μας μάθαινε να κάνουμε σχέδια, αλλά, εντάξει, μάθαμε μετά. Μετά από εκεί ξαναδούλεψα πάλι άλλα πέντε χρόνια, στην Μαζαρακιά ήταν άλλο ένα ταπητουργείο, είχε ανοίξει ένα άλλο ταπητουργείο, αλλά τώρα μεγάλη εκεί. Ήμουν 40 χρονών όταν πήγα στο ταπητουργείο στην Μαζαρακιά. Και δούλεψα άλλα πέντε χρόνια, ταπητουργείο εκεί με χαλιά και με αυτά.

Γ.Α.:

Εκεί στο ταπητουργείο στο Πλαίσιο είχες τις τρεις-τέσσερις γνωστές, οπότε πώς ένιωσες που…;

Π.Π.:

Τίποτα, ένιωσα μονάχα που μου ’λειπαν οι γονείς μου. Όμως τα κορίτσια αυτά μαζί ήμασταν στο σχολείο, μαζί και στη σχολή, μαζί τελειώσαμε το σχολείο. Ήταν ένα χρόνο μικρότερες αυτές από μένα, γιατί, επειδή είχα μείνει εγώ στην ίδια τάξη. Τελειώσαμε μαζί το δημοτικό σχολείο και πήγαμε οι τρεις μαζί. Εντάξει, μετά εκεί πέρα ήμασταν όλο κορίτσια, περνάγαμε ωραία. Είχαμε τις εκδρομές μας, είχαμε Πρωτομαγιά, διακοπές κάθε, παίρναμε δεκαπέντε μέρες τα Χριστούγεννα, δεκαπέντε το Πάσχα και δεκαπέντε τον Αύγουστο, το καλοκαίρι, που πηγαίναμε στα χωριά μας και καθόμασταν δεκαπέντε μέρες, αλλά ήταν ωραία. Ήταν κι οι δασκάλες καλές, μας πρόσεχαν σαν παιδιά τους. Ωραία ήταν. Είχε το Πλαίσιο τότε, είχε ζωή, είχε κόσμο, είχε μαγαζιά, και ζαχαροπλαστεία, και απ' όλα είχε εκεί πέρα το Πλαίσιο, να ψωνίσεις, να κάνεις απ' όλα, τα πάντα είχε. Μόνο συγκοινωνία δεν είχε, κάθε Πέμπτη ερχότανε ένα λεωφορείο εκεί στο Πλαίσιο και Σαββάτο βράδυ νομίζω, που εμείς, εντάξει, δεν το χρειαζόμασταν, δεν πηγαινοερχόμασταν με το λεωφορείο.

Γ.Α.:

Μπορείς να μου περιγράψεις πώς ήταν; Δηλαδή το πρωί τι κάνατε; Το μεσημέρι τι κάνατε;

Π.Π.:

Το πρωί που σηκωνόμασταν μας είχανε βάλει με τη σειρά οι δασκάλες, δύο κάθε μέρα, από δύο κορίτσια το πρωί σηκωνόμασταν πιο νωρίς από τις υπόλοιπες να ετοιμάσουμε το πρωινό. Κάθε μέρα αλλάζαμε, σήμερα ήμουν εγώ με μία κοπέλα, αύριο θα ήταν άλλη μία, άλλες δύο, μεθαύριο, όλες, πέντε μέρες την εβδομάδα, μας, είχαμε, ανά δύο κοπέλες καθόμασταν το πρωί στο σπίτι και κάναμε το πρωινό για να φάνε να πάνε για δουλειά οι κοπέλες, να πάνε στη σχολή. Καθόμασταν την ημέρα εκεί, μαγειρεύαμε το μεσημέρι, όταν ήταν η σειρά με την άλλη την κοπέλα, και το βράδυ ξαναήμασταν, κάναμε τρία γεύματα. Το μεσημέρι ερχόταν τα κορίτσια που τρώγανε και το απόγευμα ξαναφεύγαμε πάλι, γιατί την είχαμε λίγο μακριά από τη σχολή από εκεί, από το σπίτι που μέναμε. Ερχότανε, τρώγαμε και φεύγανε πάλι. Μετά όταν έτυχε η άλλη σειρά, οι άλλες τα κορίτσια, το ίδιο κάναμε και στ’ άλλα. Μας δίναν γάλα το πρωί, μας τα φέρναν τα ψώνια, τα έφερνε η Πρόνοια, τα ’χαμε στην αποθήκη, μας (Δ.Α.) με το ζύγι οι δασκάλες εκεί πέρα, ήταν μία που έπρεπε οπωσδήποτε, αυτή είχε αναλάβει την αποθήκη, μια δασκάλα, και μας τα ζύγιζαν, πόσα κορίτσια ήμασταν, τόσα φασόλια θα φάτε, τόσο μακαρόνι, τόσο γάλα, γάλα σκόνη, και τη ρίχναμε στο νερό και τη χτύπαγαμε κι έλιωνε, το γάλα που πίναμε το πρωί.

Γ.Α.:

Και η δουλειά εκεί πώς ήτανε;

Π.Π.:

Δουλεύαμε από το πρωί που πηγαίναμαν, 8:30 η ώρα πιάναμε δουλειά, μέχρι τις 13:00. Φεύγαμε, πηγαίναμε στο σπίτι κάτω να φάμε, εκεί που μέναμε, και μετά γυρίζαμε ξανά το απόγευμα, δουλεύαμε πάλι μέχρι τις 18:00 η ώρα το βράδυ, το απόγευμα. Πηγαίναμε 14:30 η ώρα για δουλειά και καθόμασταν μέχρι τις 18:00 η ώρα, εκεί που ήταν οι αργαλειοί, που δουλεύαμε. Και το βράδυ μετά ξαναφεύγαμε πάλι και πηγαίναμε και κοιμόμασταν εκεί που τρώγαμε και πίναμε, είχαμε πάνω τα κρεβάτια που κοιμόμασταν και κάτω ήταν η κουζίνα. Στο Πλαίσιο.

Γ.Α.:

Όταν πήγες, ήτανε δύσκολο, σας κάνανε μία εκπαίδευση. Μετά, όταν το έμαθες, έμαθες την τεχνική, πώς ένιωσες;

Π.Π.:

Ωραία, ήταν πολύ ωραία μετά. Μετά την παίζαμε τη δουλειά στα δάχτυλα, αλλά στην αρχή δυσκολευτήκαμε. Κόβαμε τα χέρια, πώς θα πάμε με το μαχαίρι να κόψουμε τον κόμπο, κόβαμε λίγο το δάχτυλο, πέρναγε πάλι. Αυτή τη δουλειά κάναμε. Στην αρχή, τα πελεκίσαμε τα δάχτυλα, τα κόβαμε για τα καλά. Μετά στρώσαμε, ούτε δάχτυλα, ούτε τίποτας μετά. Μας ερχόταν πιο εύκολα η δουλειά μας.

Γ.Α.:

Πού κοιμόσασταν; Υπήρχε διαφορετικό...;

Π.Π.:

Ναι. Μέναμε, αλλού ήταν το ταπητουργείο που δουλεύαμε και αλλού μέναμε, που κοιμόμασταν. Κοιμόμασταν εκεί κάτω, ήμασταν δεκαέξι-δεκαεφτά κορίτσια που κοιμόμασταν και πάνω ήταν οι κρεβατοκάμαρες όλες. Ήταν μεγάλο το δωμάτιο, ήταν όλα τα κρεβάτια σε μια μεριά. Μόνο σ’ ένα δωμάτιο ήταν η δασκάλα με δυο κορίτσια, ήταν η δασκάλα με δυο κορίτσια σε μια κρεβατοκάμαρα και στα άλλα ήμασταν εμείς, άλλες δεκατρείς κοπέλες, δεκατέσσερις. Ήταν σαν να ’ταν στρατός. Στρώναμε το κρεβάτι το πρωί υποχρεωτικά. Το κρεβάτι το στρώναμε όπως το στρώνει ο στρατός. Πέρναγε μετά η δασκάλα το πρωί μέχρι να κατεβούμε εμείς για γάλα, αυτή πήγαινε να δει τα κρεβάτια, αν τα στρώσαμε ωραία, μας έκανε παρατηρήσεις, μάθαμε κι όμως ωραία πράγματα, πολλά πράγματα, μάθαμαν και νοικοκυριό, και καθαριότητα, και τα κρεβάτια μας πώς να τα στρώνουμε. Μας είχανε μάθει πάρα πολλά πράγματα. Γιατί όταν φύγαμε 13 χρονών, εμείς από χωριό δεν ξέραμε να στρώνουμε τέτοια κρεβάτια κι αυτά, κοιμόμασταν όλοι μαζί με τα αδέρφια μου. Δεν είχαμε, δυο κρεβάτια είχαμε στο σπίτι κιι έτσι κοιμόμασταν με τα αδέρφια μου όλοι μαζί. Εκεί πέρα όμως ήταν, καθεμία είχαμε το κρεβάτι μας, τα σεντόνια κι αυτά τα είχε όλα από την Πρόνοια, μας τα έφερνε η Πρόνοια όλα, να τα πλένουμε το Σάββατο. Ερχόταν άλλη δασκάλα το Σάββατο και μας έκανε παρατηρήσεις πώς τα πλένουμε, πώς τα καθαρίζουμε, το σπίτι, τις αυλές έξω, τα πάντα. Μας έχουνε μάθει πολλά πράγματα, πολλά και την τέχνη αλλά και νοικοκυροσύνη.

Γ.Α.:

Πώς ήταν σαν δασκάλες;

Π.Π.:

Καλές, καλές ήταν. Είχαμε την κυρία Όλγα, απίθανη. Μετά παντρεύτηκε, έκανε κι αυτή δυο κοριτσάκια. Είχαμε την κυρα-Νίκη διευθύντρια, είχαμε την κυρα-Βάσω από την Κρήτη ελεύθερη, η κυρα-Βάσω και η κυρα-Βέφα ήταν ελεύθερες. Αλλά η κυρα-Νίκη είχε παντρευτεί, και είχε πάρει έναν από εκεί, ήταν δάσκαλος στο Πλαίσιο, ο κύριος Ζαχαρίας. Μετά παντρεύτηκε η κυρα-Νίκη, είχε κάνει και αυτή δυο-τρία κορίτσια, δεν ξέρω πόσα έχει τώρα, δύο κορίτσια τα είχε όταν ήμουν εκεί, μετά δεν ξέρω αν είχε κάνει και τρίτο. Η κυρα-Όλγα το ίδιο, είχε πάρει κάποιον αστυνομικό από την Άρτα, τον κύριο Θωμά τον Κούρτη, είχε κάνει δυο κοριτσάκια στο Πλαίσιο, εκεί. Ήταν καλές, ήταν καλές, δεν μπορώ να πω, ήταν απίθανες. Η κυρα-Βέφα ήταν πάνω, από Μακεδονία, η δασκάλα μας. Καλές όμως και οι τέσσερις οι δασκάλες που είχαμε. Αλλά η κυρα-Νίκη ήταν μονάχα διευθύντρια, αυτή διηύθυνε όλο το σχολείο, όχι τους αργαλειούς κι αυτά, ήταν διευθύντρια, την είχε διευθύντρια εκεί μέσα, να γράφει όταν τελειώναμε τα χαλιά, να μετράνε τους κόμπους οι δασκάλες, πόσα λεφτά θα πάρω εγώ, πόσα θα πάρει άλλη, γιατί πληρωνόμασταν, με τον κόμπο ήταν. Πληρωνόμασταν με τον κόμπο.

Γ.Α.:

Οπότε ο πατέρας σου σε έστειλε και γι’ αυτόν τον λόγο. Για να μπορέσεις να μάθεις μια τέχνη και να έχεις χρήματα. Εσύ πώς ένιωσες όμως; Εννοώ πως στεναχωρήθηκες, όταν στο είπε;

Π.Π.:

Δεν το κατάλαβα. Δεν ήξερα εγώ που θα φτάσω πέρα. Το Πλαίσιο είναι κοντά στην Αλβανία. Το βράδυ εμείς ήμασταν αλλιώς μαθημένοι στην Σκορπιώνα, δεν είχαμαν στρατό και τέτοια, και έτυχε τότες που ήταν με τον Παπαδόπουλο. Και 19:00 η ώρα οι φαντάροι περνάγανε με τις αρβύλες απάνω-κάτω εκεί στο σπίτι που μέναμε, και στον κεντρικό, στους δρόμους κι αυτά, και είχαμε φοβηθεί. Να σου πω, τότες φοβήθηκα που ήταν με τον Παπαδόπουλο, το ’67, και λέω, τότε στεναχωρήθηκα που έφυγα, αλλά μετά συνήθισα. Μαζευόμασταν τα κορίτσια μέσα, έτσι κι αλλιώς είχαμε πειθαρχία, δεν μας άφηναν οι δασκάλες να πηγαίνουμε από εδώ και από ’κει, σπίτι-δουλειά, σπίτι-δουλειά, δεν είχαμε να πάμε δεξιά κι αριστερά, δεν πηγαίναμε. Όταν πηγαίναμε εκδρομές, πηγαίναμε με τις δασκάλες μαζί, εκεί, τοπικές εκδρομές.

Γ.Α.:

Πού πηγαίνατε δηλαδή;

Π.Π.:

Στα χωράφια εκεί των Πλασίων. Μαζεύαμε κάνα ξύλο, χόρτα όταν είχαμε ψάρι τις Κυριακές. Μας έλεγαν θα έχουμε ψάρια και πηγαίναμε και μαζεύαμαν άγρια χόρτα. Μαζεύαμε ξύλα, γιατί βάναμε καζάνι και πλέναμε τα ρούχα, δεν είχε τότες πλυντήρια και αυτά να πλύνουμε τα ρούχα, και πηγαίναμε και κουβαλάγαμε ξύλα μαζί με τις δασκάλες για να έχουμε να πλύνουμε τα ρούχα μας. Κάθε Σάββατο βάζαμε καζάνι, να κάναμε μπάνιο, να πλύνουμε τα ρούχα μας. Είχαμε αυτό το, δεν είχαμε τίποτα άλλο να πλύνουμε τα ρούχα. Στη σκάφη τα πλέναμε τα ρούχα μας.

Γ.Α.:

Δεν βγαίνατε καθόλου;

Π.Π.:

Όχι.

Γ.Α.:

Δεν σας επισκεπτόταν κανένας;

Π.Π.:

Ναι, ερχόταν οι γονείς μας. Ερχόταν οι γονείς μας, αλλά μας έπαιρναν τηλέφωνο οι γονείς μας ότι «Μπορούμε να ’ρθουμε;». Ρωτάγαμε τις δασκάλες, αν μπορούν να έρθουν, λέει «Βεβαίως». «Ας έρθουν», λέει. Κι εμένα είχε έρθει ο πατέρας μου με τον μικρό μου τον αδερφό, είχε έρθει κάνα δύο φορές ο πατέρας μου, και κοιμότανε εκεί το βράδυ, γιατί δεν είχε λεωφορείο να φύγει και έφευγε την άλλη μέρα με κάτι γνωστούς εκεί πέρα. Γιατί ο πατέρας μου γνώριζε πολλούς από το μαγαζί και ήταν κάτι τομαράδες εκεί πέρα που στο Πλαίσιο και τον έπαιρναν αυτοί το πρωί και έφευγε για να πάει στους Φιλιάτες να πάρει το λεωφορείο για Ηγουμενίτσα. Μου είχε έρθει ο πατέρας μου. Αλλά ερχόταν και πολλές μαμάδες των κοριτσιών. Απ’ τη Νέα Σελεύκεια εκεί της Ελένης, ερχόταν από την Κορίτιανη, άλλες μανάδες που ήταν στη Γερμανία τότες κι ερχότανε. Από τη Φασκομηλιά της Γιαννούλας εκεί του Τσουρά η μαμά είχε έρθει, κι άλλες, δεν τις θυμάμαι τώρα, είχαν έρθει. Ερχόταν οι μανούλες ολονών των κοριτσιών. Εμένα ερχόταν ο πατέρας μου.

Γ.Α.:

Ήθελες να ερχόταν η μητέρα σου;

Π.Π.:

Ήθελα να ερχόταν η μητέρα[00:20:00] μου, αλλά η μητέρα μου είχε νευριάσει που με έστειλε ο πατέρας μου εκεί στο Πλαίσιο. Ήθελε να με μαζέψει από εκεί, δεν ήθελε να με αφήσει η μάνα μου. Ο πατέρας μου χαιρόταν που ήμουν εγώ εκεί πέρα. «Άσ’ την κοπέλα εκεί να μάθει τέχνη», της έλεγε.

Γ.Α.:

Και όταν επέστρεφες, στις διακοπές που πήγαινες στη Σκορπιώνα, σου μιλούσε η μητέρα σου;

Π.Π.:

Ναι, μου μιλούσε η μητέρα μου όταν επέστρεφα. Δεν μιλούσαμε για πώς τα πέρασες εκεί, μου μιλούσαν για γαμπρούς. Κι εγώ πάλι έλεγα να περάσουν οι μέρες να ξαναφύγω.

Γ.Α.:

Μετά ήθελες να ξαναγυρίσεις πάλι εκεί;

Π.Π.:

Ναι, στο Πλαίσιο. Να ξαναφύγω, να πάω στο Πλαίσιο. Δεν ήθελα να καθίσω στο χωριό. Εκεί πέρα είχα κορίτσια, βρε, μιλάγαμε με τα κορίτσια, στο χωριό τι θα ’βρισκα. Τα κορίτσια, άλλες είχαν σπουδάσει, είχαν φύγει, άλλοι από εδώ άλλοι, από ’κει για να σπουδάσουν, εμείς που είχαμε μείνει τελευταίες πήγαμε και εμείς στο Πλαίσιο, δεν ήταν άλλα κορίτσια στο χωριό μας. Έχουν πάει Αθήνα, έχουν πάει το γυμνάσιο εδώ, τους Φιλιάτες, μέναν εκεί πέρα, στην Παραμυθιά πάλι μένανε εκεί τα κορίτσια και που πηγαίναν γυμνάσιο, δεν είχανε συγκοινωνία να πηγαινοέρχονται για να πηγαίνουν το βράδυ στο σπίτι τους. Και μένανε μόνιμες εκεί μέχρι που να τελειώσει η σχολική χρονιά τους, μόνο διακοπές όπως πηγαίναμε εμείς Χριστούγεννα, τότε ανταμώναμε. Και έτσι, τι θα έκανα στο χωριό; Μόνη μου θα καθόμουν στο χωριό; Αφού δεν ήταν άλλα κορίτσια εκεί στο χωριό να μείνουν. Και εξαναγκαζόμουνα κι έφευγα.

Γ.Α.:

Εξόδους δεν είχατε; Δεν μπορούσατε να βγείτε;

Π.Π.:

Όχι. Οι δασκάλες ήταν τέτοιες, δεν μας άφηνα ρούπι να κάνουμε χωρίς την δασκάλα να πάμε πουθενά, τίποτας. Κάποτε εκεί έχουν ένα έθιμο του Αϊ-Γιαννιού. Του Αϊ-Γιαννιού έχουν ένα έθιμα. Δεν το θυμάμαι τώρα και καλά, αλλά έτσι λίγο το θυμάμαι. Που το βράδυ βγαίνουν και κλέβουνε, που ξέρω εγώ, κάτι τέτοιο. Εμείς εκεί στη σχολή που ήμασταν είχε ένα τοιχάκι, έναν τοίχο, και πηδήσαμε από τον τοίχο και πήγαμε για να πάρουμε πορτοκάλια, είχε νέσπουλα, τότε που γίνονται τα πορτοκάλια, τα νέσπουλα, είχε κάτι φρούτα ένας παππούς εκεί με μια γιαγιά, δεν είχαν κι οικογένεια δεν είχαν τίποτα. Αλλά ο παππούς είχε κρυφτεί από κάτω απ’ την πορτοκαλιά και μόλις πήγαμαν εμείς και πηδήσαμαν τον τοίχο, τρεις-τέσσερις, εγώ πρώτη αρχηγός, τόσο μου ’κοβε, και πήγα μέσα από τον κήπο να πάρουμε πορτοκάλια, και τα πετάγαμε και τα ρίχναμε από μέσα, από τη δική μας, από το σπίτι που μέναμε, που μέναν τα κορίτσια. Άλλες μαζεύανε από εκεί, εμείς τα πετάγαμε από ’δω και τα ’παίρναν τα κορίτσια από ’κείνη τη μεριά. Και όταν, δεν είχαμε μισομάσει λίγα, μας βγαίνει ο παππούς και μας κάνει ένα κυνήγι, κι εμείς πηδήσαμε τοίχους, ούτε θυμάμαι πώς πήδησα, που εγώ δεν μπορώ να πηδήσω τίποτα από τοίχους και τέτοια. Πούθε βγήκα, πούθε μπήκα, δεν θυμάμαι καθόλου. Για να μπω, θυμάμαι που πήδσα τον τοίχο, αλλά για να βγω, δεν θυμάμαι πούθε βγήκα, και τρέχα τρέχα, πάμε στο σπίτι, κλειδώνουμε την πόρτα, άντε την άλλη μέρα ανάκριση. Πήγε στη διευθύντρια, μας φώναξε η διευθύντρια, ήρθε κι ο άντρας της κυρα-Όλγας που ήταν αστυνομικός. «Μην το ξανακάνετε αυτό άλλη φορά». Κάναμαν εμείς μετά; Δεν πάνε να γινόταν ξίκι και τα πορτοκάλια του, δεν κουνάγαμαν τίποτας μετά, δεν πηγαίναμε πουθενά. Τότες είχαμε κάνει αυτή τη ζαβολιά. Και οι δασκάλες προσβάλθηκαν. Και δίκιο είχαν οι δασκάλες, γιατί μας είχανε πει ότι θα προσέχετε, δεν θα πάτε να κλέψετε, δεν θα κάνετε τούτο, δεν θα κάνετε εκείνο. Το είχαν κάποιο έθιμο, τ’ Αϊ-Γιαννιού κάποτε είναι μια γιορτή, Αϊ-Γιαννιού εκεί ξέρω. Μας έλεγαν, εμείς κλέβουμε, κάνουμε, ράνουμε, ξέρω εγώ τι μας έλεγαν εκεί οι ντόπιοι στα κορίτσια. Πήγαμε κι εμείς να κλέψουμε. Εμείς ήμασταν οι μικρότερες, οι άλλες ήταν όλες μεγάλες, γυναικάρες μέχρι επάνω, 17-18 χρονών κοπέλες. Εμείς τι ήμασταν, 13 χρονών κορίτσια.

Γ.Α.:

Αυτό ποιος το είχε πει στα κορίτσια, για το έθιμο;

Π.Π.:

Γιατί δουλεύαν κι από το χωριό εκεί κορίτσια. Και του Αϊ-Γιαννιού ήταν, έκαναν μια αλμυροκουλούρα, που ξέρω εγώ, έχουν μια γιορτή αυτοί εκεί πέρα. Γιορτάζουν και λένε αυτοί «Εμείς αυτή την ημέρα κλέβουμε», λέει. Κλέβουν, κλέβουν, να πάμε να κλέψουμε κι εμείς. Αφού δεν μας πρόλαβε ο πάππος να μας πιάκει, να μας δέσει σε καμία πορτοκαλιά, πάλι καλά που φύγαμε.

Γ.Α.:

Σας έβαλαν τιμωρία;

Π.Π.:

Ναι, ο άντρας της κυρα-Όλγας μάς έβαλε τιμωρία, μας μάλωσαν οι δασκάλες. «Δεν το ξανακάνουμε αυτό», είπαμε. «Για πρώτη φορά το κάναμε. Δεν το ξανακάνουμε άλλη φορά». «Θα σας κάνει μήνυση αυτός», ήλεγε. Αυτός έκανε τέτοιες, καμάρι, ήταν ένας που έκανε, μακριά από εδώ, έκανε, νεκροθάφτης. Ήταν, έφτιαχνε όξω από εδώ. Αυτός είχε ξυλουργείο κι έφτιαχνε όλο τέτοια. Εμείς, «Θα μας χώσει εκεί μέσα», λέγαμε μετά μοναχές μας, ευτυχώς που γλιτώσαμε και δεν μας πήγε στον Αϊ-Γιάννη κάτω. Καλά ήταν, ωραία ήταν. Όταν είσαι παρέα με κορίτσια, η καθεμία έλεγε την ιστορία της, έλεγε τα οικογενειακά τους, φίλες κι αυτά. Καλά ήταν εκεί. Ήταν πολύ ωραία. Αυτά μονάχα θυμάμαι τα καλά. Αλλού πουθενά πού να θυμηθείς. Στο σχολείο; Παίζαμε και στο σχολείο, δεν είναι ότι δεν παίζαμε, όλη μέρα παιχνίδι κάναμε, στα διαλείμματα παίζαμαν. Αλλά είχες και το μυαλό για τα γράμματα, όμως εκεί στη σχολή έμαθες την τέχνη σου, το πρωί ήξερες ότι θα πας για δουλειά, αλλά το βράδυ καθόμασταν εκεί τα κορίτσια, όλο λέγαμε ιστορίες. Η καθεμία έλεγε την ιστορία του χωριού της. Τα αδέρφια της, το ένα και το άλλο.

Γ.Α.:

Πού καθόσασταν; Στο δωμάτιο και συζητούσατε;

Π.Π.:

Στο δωμάτιο, στα κρεβάτιά μας. Στα κρεβάτια μας ψηλά καθόμασταν. Πιάναμε τα κρεβάτια μας και καθόμασταν και συζητάγαμε.

Γ.Α.:

Και μετά; Κάτι ανέφερες πριν, ότι γύρισες στην Σκορπιώνα και μετά ξαναπήγες.

Π.Π.:

Ναι, ξαναπήγα πάλι. Γύρισα το ’69 στην Σκορπιώνα και κάθισα ένα χρόνο. Κι επειδής στο χωριό όλα τα κορίτσια παντρευόταν μικρά, και εγώ επειδή ήμουν 19 χρονών και της είχα μείνει ανύπαντρη της μάνας μας, κι έρχονταν οι γαμπροί οργιό. «Θα πάρεις τούτον, θα πάρεις εκείνον». Έτσι είσαι κι εσύ; Μια κοπάνα εγώ, πάλι στο Πλαίσιο και γύρισα το ’70. Έκατσα ένα χρόνο. Το ’69 μέχρι το ’70 ξαναπήγα πάλι στο Πλαίσιο ένα χρόνο. Τις παίρνω τηλέφωνο «Ναι, βεβαίως, να ’ρθείς», μου λένε οι δασκάλες. Του λέω του πατέρα «Εγώ φεύγω πάλι». «Ω ρε καλή είσαι, αχαμνή είσαι, τώρα τι θα κάνεις, πήγες 20 χρονών κοπέλα, δεν κάνει να πηγαίνεις σαπέρα, είσαι τσούπρα της παντρειάς», «Να παντρευτείτε εσείς», τους λέω, «εγώ δεν παντρεύομαι». Την κοπάνησα πάλι και ξανά εγώ στο Πλαίσιο. Έκατσα μέχρι το 1970, γύρισα το τέλος του ’70. Φεύγει η μάνα μου για την Γερμανία κι έκατσα μέχρι το ’71, δηλαδή στο σπίτι. Πήγε η μάνα μου δυο χρόνια, ’71-’72, πήγε η μάνα μου στην Γερμανία. Γύρισε το ’72 η μάνα από την Γερμανία, τίποτα, μυαλό το ’χαν στην παντρειά, να με παντρέψουν. Με πάντρεψαν το ’73, και από εκεί και δώθε, βρέθκα παντρεμένη.

Γ.Α.:

Η μάνα σου μόνη της έφυγε στην Γερμανία;

Π.Π.:

Ναι, μόνη της πήγε. Η μάνα μου έφυγε μόνη της, πήγε στην Γερμανία, στο Βερολίνο. Πήγε καθαρίστρια, ήταν σε κάτι γραφεία στην Γερμανία, στο Βερολίνο. Κάθισε εκεί 11 μήνες, ήρθε μετά στο χωριό, έκατσε ένα μήνα άδεια και μετά ξαναέφυγε και πήγε στο Βούπερταλ η μάνα μου μετά. Κάθισε άλλον έναν χρόνο εκεί πέρα και γύρισε το ’72 από την Γερμανία.

Γ.Α.:

Όταν σου είπε ότι θα φύγει, πώς το πήρες;

Π.Π.:

Χαιρόμουν να σου πω, για να μη μου κολλάει να με παντρέψει. Χαιρόμουν που θα έφευγε. Καλά λέω, της είχα μείνει ανύπαντρη. Επειδής τις πάντρευαν όλες, και είδα τι καλά πέρναγαν που είχαν παντρευτεί μικρές. Και της λέω «εγώ αν δεν πάω 25 χρονών, δεν παντρεύομαι, παρ' το απόφαση». Τούτοι έβαλαν κεφάλι να πεθάνουν οι δικοί μου, ο πατέρας μου κι η μάνα μου. Θα μας μείνει ανύπαντρη και θα μας μείνει ανύπαντρη, θα τους έμνεσκα ανύπαντρη. «Θέλεις να φύγω πάλι» της λέω «που ήρθες εσύ, θα φύγω εγώ για το Πλαίσιο;». «Δεν φεύγεις τώρα», μου λέει η μάνα μου, «εδώ θα σε δέσω. Δεν πρόκειται να ξαναφύγεις τώρα, ότι έφυγες, έφυγες».

Γ.Α.:

Εσύ το σκεφτόσουν να φύγεις;

Π.Π.:

Όταν τα ’βρισκα δύσκολα πιο πολύ για την παντρειά. Καλά, εν τω μεταξύ, οι δικές μου, αυτές που ήταν ηλικία μου, είχανε παντρευτεί, κακά τα ψέματα, είχανε παντρευτεί από 16, από 17 χρονών, αλλά εγώ δεν ένιωθα έτοιμη να παντρευτώ. Έπρεπε να περάσω λίγο τα 20, να πάω 25, και τότε νόμιζα θα ’ναι πιο, θα ξέρω τι μου γίνεται. Η παντρειά, δεν είναι εύκολο κι η παντρειά να παντρευτείς από τόσο χρονών, αλλά δυστυχώς δεν τη γλίτωσα, το ’73 παντρεύτηκα.

Γ.Α.:

Πώς εμφανίστηκε ο γαμπρός;

Π.Π.:

Α, τώρα πώς εμφανίστηκε ο γαμπρός! Ήρθε με τον θείο μου εκεί κάτω, ήρθε με τον αδερφό της μάνας μου, είχε ταξί ο αδερφός της μάνας μου. Αυτός ήταν από ’δω, από το χωριό, αλλά εμένα με ξεγέλασαν, μου είπαν είναι από το Μαργαρίτι. «Άμα είναι από το Μαργαρίτι, πάρ’ τον και φύγε», του λέω. Ήταν και λίγο μελαχρινός, νόμιζα ήταν γύφτος, «Πάρ’ τον και φύγε» του λέω του θείου μου, «Όχι», μου λέει, «είναι καλό παιδί», μου λέει ,«ήρθε από την Αθήνα», μου λέει, «για σένα ήρθε από την Αθήνα», «Βρε, δεν πα’ να ’ρθε, και από την Αμερική να ’ρθε, παρ’ τον και φύγε». Τέλος πάντων, δεν μου μαρτύρησαν εμένα που ’ταν από δω από τον Βασιλικό. Το βράδυ ήρθε η μάνα μου, εμείς είχαμε τα χωράφια με τριφύλλι και με τέτοια, μάζευε το χορτάρι η μάνα μου με τον πατέρα μου στον κάμπο. Ήρθε η μάνα μου, μου λέει «Ήρθε κανένας εδώ;». Θα είχαν συνεννοηθεί αυτοί, αλλά δεν μου μαρτύραγαν εμένα, και μ’ άφκαν επίτηδες στο μαγαζί μοναχή μου εκείνη τη μέρα. Της λέω «Όχι, δεν ήρθε κανένας», δεν της μαρτύρησα εγώ. Μου λέει «Δεν ήρθε εδώ ο θείος σου με κανέναν;». «Όχι», της λέω. «Εμένα με πήρε τηλέφωνο ότι κάποιος ήρθε στο σπίτι». «Δεν θυμάμαι καθόλου», της είπα εγώ, «δεν είδα κανέναν», της λέω ήθελα να το αποφύγω. Δεν πάει πολύ, εμείς είχαμε δύο τηλέφωνα τότες, είχαμε ένα του μαγαζιού, κι ένα είχαμε στο σπίτι, είχαμε δύο τηλέφωνα, ήμασταν με δύο τηλέφωνα τότες. Παίρνει τηλέφωνο ο θείος, της λέει έτσι κι έτσι, «ήρθαμαν εκεί, έφερα ένα παιδί για την Πολυξένη», της λέει, «και μ’ έβρισε», της λέει, «μου είπε να φύγω». «Καλά», του λέει η μάνα, «απούθε είναι», της είπε της μάνας πούθε είναι. Αυτή νόμιζε ότι είναι από το Μαργαρίτι, λέει, και μου είπε «Πάρ’ τον και φύγε όπως τον έχεις, [00:30:00]να τον πας από εκεί που τον ήφερες». «Θα τα κανονίσουμε», του λέει η μάνα. «Είναι καλό το παιδί, και τούτο, κι εκείνο;», «Ναι, καλό είναι, ήρθε απ’ την Αθήνα», της λέει, «είναι εργατικός». Και καλός ήταν, δεν μπορώ να πω. Τέλος πάντων, ξανάρθαν πάλι άλλο ένα βράδυ, ξανάρθαν πάλι δυο-τρεις φορές, εγώ πουθενά, αγύριστο κεφάλι. Μετά ήρθε ο άλλος ο αδερφός της μάνας μου, «Τι θα κάνεις εσύ;», μου λέει εμένα. Μετά δεν ήταν αυτό, μετά νόμιζαν αυτοί ότι κάτι είχα με άλλον, ότι τα ’χα μπλέξει με κανέναν άλλον. Πού εγώ να μπλέξω, σιγά! Εγώ δεν ήθελα να βλέπω άντρα, είχα 3 αδέρφια εκεί μέσα σπίτι, τους μίσαγα τους άντρες. Μου λέει ο θείος «Θα τον πάρεις», μου λέει, «και θα πεις κι ένα τραγούδι». «Τώρα να γίνουν τα δικά σου κορίτσια», του λέω, «δώσε κανένα δικό σου. Εγώ δεν τον παίρνω τον γύφτο», του λέω. Άντε, άντε, άντε και τότες έφαγα και μια μπάτσα από τον πατέρα μου. Μέχρι 20 χρονών δεν μας είχε δείρει ο πατέρας μας ποτές, ούτε εμένα ούτε τα αδέρφια μου, καλά τα αδέρφια μου δεν τα έδειρε ακόμα. Εγώ την έφαγα την μπάτσα, μου φέρνει ένα φούσκο. «Και τι θέλεις εσύ», μου λέει εμένα, «το παιδί έχει τέχνη στην Αθήνα, θα πας να ζήσεις εδώ, να μαζεύεις ελιές και να ζήσεις στην κακομοιριά τη δικιά μας εδώ πέρα; Να πας να ζήσεις κι εσύ σαν άνθρωπος, σαν αυτό». Όπως ξέρς, είπα το «ναι» και παντρεύτηκα, Γιάννα μου, αυτό ήταν όλο το παραμύθι μου. Αυτή ήταν η ιστορία μου της παντρειάς μου. Τότε με προξενιό παντρευόμασταν, Γιάννα. Δεν είναι σαν σήμερα, και καλά κάνετε σήμερα. Με προξενιό, γιατί ούτε ευθύνη θα έχει η μάνα σου αύριο για σένα, ή ο πατέρας σου, ή ο Α, ή ο Β. Εγώ μόλις μου ’ρχονταν λίγο δύσκολα «Καλός ο δικός σας», τους έλεγα, κι έτσι...

Γ.Α.:

Πρώτα αρραβωνιαστήκατε;

Π.Π.:

Ναι. Δεν έκατσα πολύ καιρό, τρεις μήνες. Αρραβωνιάστηκα τις 3 Μάϊου και παντρεύτηκα τις 21 Σεπτεμβρίου.

Γ.Α.:

Ποια χρονολογία;

Π.Π.:

Το ’73, τον Μάιο αρραβώνιασα και τον Σεπτέμβριο παντρεύτηκα. Ήθελε ίσα, αλλά είχε πεθάνει ο πατέρας της μάνας μου τότες και το κράτησαν λίγο πίσω για να κάνουν τα εννιά μήνες του παππού και μετά να τέτοιο. Δεν έκαναν τότε γάμους κι αυτά. Άμα ήταν λυπημένοι, έπρεπε να χρονίσει ο άλλος και μετά να κάνουν γάμο.

Γ.Α.:

Και φτάνει ο γάμος. Κι εσύ;

Π.Π.:

Έφτασε ο γάμος, έφτασε η οικογένεια. Έφτασαν τα πάντα μετά. Εγώ τι να έκανα, εγώ; Πήγα κι εγώ στην Αθήνα, δεν μ’ άρεσε κι εκεί πέρα. Το ’75, το ’74 έκανα τον Μάνθο. Το ’75 γύρισα, είμαι ξανά εδώ στο χωριό, και από το ’75 μέχρι τώρα είμαι εδώ στη Μακρυχώρα, στον Βασιλικό.

Γ.Α.:

Στην Αθήνα τι κάνατε;

Π.Π.:

Στην Αθήνα εγώ καθόμουν, ο Κώστας δούλευε ελαιοχρωματιστής. Εγώ καθόμουνα, δεν με πήραν, γιατί κίνησα αμέσως έγκυος και δεν με έπαιρνε για δουλειά. Θα δούλευα εκεί στο εργοστάσιο που δούλευε ο αδερφός μου ο Δήμος με τον μικρό τον άλλο τον αδερφό μου, τον Ηλία, αλλά δεν, τους είπε ο Δήμος και λέει «Άμα δεν είναι έγκυος, να ’ρθεί». Εγώ δεν είχα καταλάβει στην αρχή ότι είμαι έγκυος. «Όχι», του έλεγα του Δήμου. Μετά πήγα στον γιατρό, με βρήκε έγκυος ο γιατρός. «Δεν σε παίρνει», μου λέει ο αδερφός μου, «το εργοστάσιο», και μου λέει, άμα είσαι έγκυος, λέει, στη Λυκόβρυση, το εργοστάσιο αυτό που δούλευαν τ’ αδέρφια.

Γ.Α.:

Πώς σου φάνηκε η Αθήνα;

Π.Π.:

Στην αρχή που πήγα, Γιαννούλι μου, πήγα πάνω στο Μενίδι. Δεν ήταν τόσο γύφτοι όπως είναι τώρα εκεί πάνω το Μενίδι, ήταν χωριό, ήταν όλοι πάλι από το Ζάλογγο, ήταν σαν χωριό, στο Γεροβουνό είχα μείνει. Έμενα εκεί τρεις-τέσσερις μήνες, στο Γεροβουνό. Μετά πήγα πλατεία Κολιάτσου, ήταν ωραία στην πλατεία Κολιάτσου, πηγαίναμε βόλτες, πηγαίναμε έξω τρώγαμε, πηγαίναμε στα κλαρίνα, πηγαίναμε στα μπουζούκια. Ήταν πολύ ωραία. Με την κοιλιά τούρλα εγώ πήγαινα στα κλαρίνα κι αυτά, και χόρευα κιόλας. Ωραία ήταν η Αθήνα. Ήταν πολύ ωραία η Αθήνα. Ήταν ωραία, και στο σπίτι ωραίο, ήταν πέντε όροφοι πάνω, ζεστό το σπίτι, με καλοριφέρια μέσα, μ’ αυτά, έξω τα είχα όλα εκεί, πλατεία Κολιάτσου, Αγίου Λουκά, ήταν μέσα στην πλατεία, στο κεντρικό, και τώρα έγινε εκεί, στα Πατήσια, πάτα με να σε πατώ από τους Αλβανούς κι από τους γύφτους όλους.

Γ.Α.:

Έκανες παρέες, βρήκες κανέναν;

Π.Π.:

Όχι, στην Αθήνα δεν είχα παρέες, είχα μονάχα κάτι χωριανές. Έτυχε που τη βρήκα τώρα αυτή, γιατί είχα πάει, εκεί, στην πλατεία Αμερικής, ήταν ο γυναικολόγος και εκεί έμενε μια χωριανή μου, η Γιαννούλα, με τον άντρα της, κι αυτή τότε είχε παντρευτεί, κι από εκεί γνωριστήκαμε. Και μου λέει η Γιαννούλα «Να έρχεσαι», μου λέει, «εδώ γιατί είναι ευθεία», ευθεία είναι η πλατεία Κολιάτσου με την πλατεία, πώς την είπαμαν, ήταν ευθεία και μπορούσα να πάω, όταν πήγαινα στον γιατρό, πήγαινα και μόνη μου, Πλατεία Αμερικής. Αλλά δεν πήγα. Μόνο κάνα δύο φορές εκεί τη βρήκα, που είχε το σπίτι της αυτή εκεί πέρα, μου λέει «Μένω από πάνω, από ’δω που ’ρχεσαι στον γιατρό, στον δεύτερο όροφο». «Θα έρθω», της λέω, αλλά εγώ φοβόμουνα μήπως χαθώ και δεν πήγαινα πουθενά, δεν είχα παρέες. Όμως επάνω στο Γεροβουνό είχα, γιατί ήταν όλοι απ' τον Ζάλογγο, κι ήταν εδώ συγγενείς του Κώστα και γνωρίζανε εδώ το σόι του Κώστα που είχε εκεί μια θεία ο Κώστας στο Ζάλογγο. Και να σου πω, μ’ εκείνες έκανα παρέα, πηγαίναμε παρέα ψωνάγαμε κάτω στο Μενίδι, γυρίζαμε στις λαϊκές αγορές, ήταν πιο τέτοια, απλά τα πράγματα, ενώ όμως εδώ κάτω, πλατεία Κολιάτσου που ήμουν εκεί, δεν ήταν. Δεν είχα παρέες, δεν μπορούσα καθόλου. Ερχόταν και κάτι ξαδέρφια μου και πηγαίναμε τον Μάνθο στην παιδίατρο, είχαμε μια δικιά μας παιδίατρο εκεί, μια θειά μας είχε έρθει από τη Ρωσία αυτή τότες, παιδίατρος, είχε πάρει έναν πρώτο ξάδερφο της μάνας μου και πηγαίναμε σε αυτή την παιδίατρο με τις ξαδέρφες μου, με ταξί πηγαίναμε εκεί πέρα. Αυτά. Δεν είχαμε, γνωριμίες στην Αθήνα σπάνια, πού να τις βρεις! Εκεί περνάνε, ούτε σου μίλαγαν καλά καλά. Στην πόρτα σ’ έβρισκαν, εδώ χορταίνεις και κουβέντα, περνάει ο άλλος λέει «Καλημέρα», «Γεια σου», «Τι κάνεις;». Εκεί τίποτα. Τώρα θα είναι χειρότερα ακόμα, τότες ήταν καλά ακόμα. Τον Παπαδόπουλο εκεί τότε. Τότε, με το πραξικόπημα, με το Πολυτεχνείο, 17 Νοέμβρη που ήταν το Πολυτεχνείο εκεί πήγαιναν οι καπνοί που βλέπαμε πάνω το Γεροβουνό, τότε μέναμε ακόμα στο Γεροβουνό, τα μπαμ μπουμ εκεί πέρα. Στον χαμό γινόταν, πόλεμος. «Τι χάλευα εγώ εδώ που ήρθα» του ’λεγα του Κώστα. «Πάμε να φύγουμε», του λέω, «όπως ήρθαμε», του λέω εγώ. «Θα ηρεμήσουν τα πράγματα», μου λέει. Μετά, κατά τις 24 Ιουλίου, ήρθε κι ο Καραμανλής, τότε είχα κάνει τον Μάνθο, 24 Ιουλίου. Μας ήρθε κι ο Καραμανλής, καταπράυναν τα πράγματα που έπεσε ο Παπαδόπουλος τότες.

Γ.Α.:

Και γυρνάς από την Αθήνα;

Π.Π.:

Γυρνάω από την Αθήνα, ήρθαμε στην Ηγουμενίτσα, νοικιάσαμε σπίτι στην Ηγουμενίτσα. Μείναμε έξι μήνες εκεί. Mετά τα παιδιά εδώ πέρα που δεν ήρθε ο Κώστας, που ήρθε και ο Τάσος ο αδερφός του, δεν τους γνώριζε ο κόσμος ακόμα εδώ πέρα για να δουλέψουν, και είχανε πάρει μόνο το γυμνάσιο στους Φιλιάτες κι έβαφαν το γυμνάσιο στους Φιλιάτες, και τώρα και μία τράπεζα στην Ηγουμενίτσα. Και δεν είχαμε έτσι πολλές δουλειές και το ενοίκιο έπρεπε να φύγει, κάθε μήνα είχες νοίκιο. Το σπίτι εδώ καθόταν άδειο και αποφασίσαμε και φύγαμε από την Ηγουμενίτσα και ήρθαμε εδώ πέρα να γλιτώσουμε το ενοίκιο, να μην πληρώνουμε ενοίκιο. Και γι’ αυτό μετά ήρθαμε εδώ στο χωριό. Μείναμε εδώ.

Γ.Α.:

Πότε γέννησες το πρώτο παιδί;

Π.Π.:

24 Ιουλίου του ’74, το άλλο το ’78 και τη Γεωργία το ’82. Ανά τέσσερα χρόνια είναι τα παιδιά, ένα με το άλλο. Την Γεωργία την έχασα το ’88. Τη Γεωργία.

Γ.Α.:

Ο πρώτος είναι;

Π.Π.:

Ο Μάνθος.

Γ.Α.:

Μετά είναι ο…

Π.Π.:

Ο Παναγιώτης.

Γ.Α.:

Και μετά η Γεωργία. Η Γεωργία τι έπαθε;

Π.Π.:

Αρρώστησε από πυρετό. Αρρώστησε σε έξι χρόνια, όταν ήταν 6 μηνών αρρώστησε και μετά από 6 χρόνια πέθανε. Αυτά έχει η ζωή.

Γ.Α.:

Κι εδώ στο χωριό πώς ήτανε, στον Βασιλικό;

Π.Π.:

Τι θα ’ταν, χωριό, σαν χωριό τι θα σου ’ταν εδώ; Είχε τίποτα εδώ το χωριό, είχε διασκέδαση; Δεν είχε τίποτα. Μόνο έχουμε κάτι τηλεοράσεις μονάχα και βλέπουμε. Τίποτα άλλο δεν είχε. Στην αρχή, όταν ήρθα εδώ, δεν είχε ούτε νερό. Μια κεντρικιά βρύση ήταν εκεί πέρα, ούτε νερό να πλύνεις τα ρούχα δεν είχε. Βάζαμε λάστιχα από ’κει και το φέραμε το νερό εδώ στο σπίτι. Άντε, άντε βάλαμε μετά νερό απ’ έξω από το σπίτι, μετά φτιάξαμε και μέσα, να ’χουμε μέσα στην κουζίνα νερό. Δεν είχαμε τι να πλύνουμε τα ρούχα πρώτα καθόλου. Πλυντήρια δεν είχαμε. Και να είχαμε πλυντήριο αφού δεν είχε νερό, με τι θα δούλευε το πλυντήριο; Το πλυντήριο το είχα πάρει στην Ηγουμενίτσα, αλλά όταν ήρθα εδώ, δεν είχε νερό να πλύνω με το πλυντήριο. Και βάναμε καζάνι κι έπλενα τα ρούχα, τον Μάνθο είχα μόνο τότες στην αρχή. Μετά, όταν έκανα τον Παναγιώτη, βάλαμε νερό μέσα, ήρθε το νερό κανονικά κι είχα πλυντήριο, μετά δεν δυσκολεύτηκα. Σχεδόν τον Μανθάκι μου και στην Αθήνα, δεν μ’ έπαιρνε το πλυντήριο και να βάλω μες στο σπίτι, ήταν μικρό το μπάνιο, δεν είχα μεγάλο σπίτι, και τα έπλυνα και στα χέρια και στην Αθήνα του Μάνθου. Και τον Παναγιώτη, μετά βγήκαν τα Babylino, όταν έκανα τη Γεωργία το ’82. Μπορεί να ήτανε τα Βabylino, αλλά δεν τα ξέραμε εμείς. Και έτσι τα μεγάλωσα όλα με πάνες, τα δύο τα μεγάλα τα παιδιά. Ακόμα τα νύχια πονάνε από τα ζεματίσματα, που ζεματάγαμε τα ρούχα. Μπορεί να ήταν και καλύτερα, τότε δεν είχαν και μικρόβια, τώρα με τα «μπεϊμπιλίνα» έχουν[00:40:00] περισσότερα μικρόβια τα «μπεϊμπιλίνα» απ' ό,τι είχαν οι πάνες τότε, που τα ζεματάγαμε. Μπορεί να μας πονάνε τα νύχια, αλλά ήμασταν και σίγουρες τι βάναμε στα παιδάκια μας, τις πάνες.

Γ.Α.:

Όταν ήρθες εδώ στο χωριό, ήξερες κανέναν;

Π.Π.:

Ναι, τους ήξερα όλους εδώ στο χωριό, γιατί όλο εδώ το χωριό είναι όλο σόι του πατέρα μου. Και η μάνα μου έχει σόι, αλλά το περισσότερο σόι είναι του πατέρα μου όλοι εδώ κάτω. Οι Κολιουσαίοι, οι Ντουγαίοι, οι Βασαίοι, όλους, όλους εδώ. Τον θείο μου τον Λάμπρο, ο αδερφός του πατέρα μου που ’ταν εδώ πέρα, ο θείος ο Λάμπρος. Τους Αποστολαίους εδώ, τους είχα όλους σόι εδώ ο πατέρας μου, γιατί ο πατέρας μου, εγώ ερχόμουν εδώ, επειδή ήταν ο αδερφός του πατέρα μου, και ερχόμουν που ήταν απάνω το παλιό το χωριό, η Μακρυχώρα, το Γλιπουτσάρι απάνω που το ’λέγαν, κι ερχόμουν ταχτικά που ήταν τα κορίτσια εδώ, η Φρόσω με την Φλωρένια. Κι ερχόμασταν, πότε ερχόμουνα εγώ απάνω, ποτέ ερχόταν αυτές κάτω, στο χωριό μας. Κάθε Σάββατο, αυτό είχαμε τη διασκέδαση, χαιρόμασταν πότε να ’ρθουμε στη Μακρυχώρα. Τι ήταν; Έφευγα από το ένα το χωριό και πήγαινα στο άλλο, όταν ήμουν ελεύθερη, που ’μουν μικρή κοπελίτσα. Αλλά ο πατέρας μου ερχόταν με, είχε ένα γαϊδουράκι, και μία μουλάρα, μία φοράδα, τα φόρτωνε απ’ το μαγαζί κι έφερνε ψώνια, και πήγαινε σπίτι σε σπίτι, και πούλαγε, κι αγοράζανε ο κόσμος, γιατί τότε δεν ήταν, με τι θα πήγαινες στην Ηγουμενίτσα να ψωνίσεις. Και τους έφερνε ο πατέρας μου, ερχόταν δυο φορές την εβδομάδα ο πατέρας μου στο χωριό και πούλαγε από το μαγαζί του. Πήγαινε σε πολλά χωριά, στον Αργυρότοπο, στην Βρύση, στο Πολυνέρι, στις Γκόντρες, στη Φασκομηλιά, Σκεπετό από εκεί. Όλα αυτά, την περιχώρα, και τούτο εδώ πάνω. Πήγαινε, έφτανε μέχρι το Νούνεσι απάνω ο πατέρας μου και πούλαγε με το γαϊδουράκι αυτό. Φόραγε τα δύο και όταν έκαναν γάμους και τέτοια φορτούσε μπίρες, πορτοκαλάδες, λεμονάδες. Γινόταν το πανηγύρι εδώ του Αϊ-Νικολάου, ερχόταν δυο-τρεις μέρες ο πατέρας μου εδώ πέρα κι έφτιαχνε το τσαντίρι του εδώ, να βάλει με πάγους, με βαρέλια, με πάγο, τα ’φερνε απ’ την Ηγουμενίτσα τον πάγο για να παγώσει στο πανηγύρι του Νικολάου εδώ πέρα. Ο πατέρας μου έκανε το μαγαζί εδώ πέρα. Πρόσφερνε τα αναψυκτικά, είχε καραμέλες, είχε μπισκότα, γαριδάκια, το ένα, το άλλο. Πούλαγε συνέχεια ο πατέρας μου, είχε γυαλιά, ψεύτικα γυαλιά που παίρνανε, σαν ψιλικατζίδικο. Έκανε αυτή τη δουλειά ο πατέρας μου εδώ με το μαγαζί, όταν είχαμε το μαγαζί στην Σκορπιώνα, ερχόταν μέχρι εδώ πάνω. Όπου άκουγε πανηγύρι… Του Αϊ-Κωνσταντίνου πάγενε στο Νούνεσι, στην Μαζαρακιά πήγαινε, πανηγύρι έκανε του Αϊ-Κωνσταντίνου στην Μαζαρακιά, πήγαινε και μέχρι την Μαζαρακιά και πούλαγε. Πανηγύρι σε πανηγύρι, αλλά ερχόταν με τα ζώα, ούτε καβάλα ούτε τίποτας, τα ’χε φορτωμένα τα ζώα. Με τα ποδάρια ερχόταν, με τα ποδάρια πήγαινε. Αν φοβούνταν και καμιά φορά η φοράδα, πραπ, έκανε πέρα, του ’σπαγε τα μπουκάλια με τις μπίρες και τις πορτοκαλάδες. Έφερνε κάτω τα γυαλιά. Σε πολλούς γάμους, που παντρεύτηκαν εδώ οι Καψαλαίοι όλοι, ερχόμουν με τον πατέρα μου εδώ εμείς, φέρναμε τα ποτά, πίσω εδώ στις καλύβες που καθόταν τότε οι βλάχοι. Δεν είχαν σπίτια, είχαν καλύβες αχυρένιες και κάναν τους γάμους εδώ πίσω που μέναν. Μην κοιτάς τώρα που ήρθαν εδώ στο χωριό, αυτοί μένανε εδώ πίσω, στον Αϊ-Νικόλα πιο κάτω, εκεί μέναν οι βλάχοι εδώ πέρα αυτοί, Σαρακατσαναίοι. Θυμάμαι πολλούς γάμους εγώ, ερχόμουν από μικρή εδώ σου λέω γιατί τέτοιο. Μ’ έφερε η τύχη μου να ’ρθω και μεγάλη.

Γ.Α.:

Πώς ήρθατε εδώ; Πώς διαλέξατε αυτό το χωριό για να έρθετε;

Π.Π.:

Να έρθει ο πατέρας μου εδώ;

Γ.Α.:

Με τον Κώστα.

Π.Π.:

Αφού από εδώ ήταν ο πατέρας του κι η μάνα του, μένανε εδώ πέρα. Ήτανε από το Βερενίκη και, όπως φύγαμε εμείς από το Σαλονίκη, είχαν φύγει κι αυτοί από το Βερενίκη και ήρθαν εδώ πέρα και πήραν κλήρο, πήραν ελιές. Και έχουν το σπίτι ’κει πάνω. Μετά μοίρασαν το οικόπεδο εδώ στον κάμπο, και πήραν το οικόπεδο, και είχαν φτιάξει δύο δωμάτια σπίτι τότε και μία κουζινούλα πίσω.

Γ.Α.:

Άρα εσείς μείνατε μαζί με τους γονείς του Κώστα.

Π.Π.:

Μαζί, ναι. 23 χρόνια, 23 χρόνια με την πεθερά μου και 25 χρόνια με τον πεθερό. Έκατσα 25 χρόνια εδώ μέσα, ποιος κάθεται τώρα. Τώρα και μακριά να είναι και δεν θέλουν οι νυφάδες να είναι με τα πεθερικά, όχι μέσα σε δύο δωμάτια σπίτι, και στην κουζίνα και μαγειρεύαμε εκεί, και κοιμόταν ο πεθερός με την πεθερά μου, κοιμόταν στην κουζίνα. Εκεί έπλυνα τα παιδιά μου, πού να τα έπλενα; Είχαμε μπάνια πουθενά; Ένα που ήταν έξω. Τίποτας, πού να πλυθείς εδώ, εκεί έπλενα τα παιδάκια μου, τα έκανα μπάνιο εκεί μπροστά στο τζάκι, εκεί. Ήταν εδώ οι γονείς του Κώστα, γι' αυτό γυρίσαμε εδώ, άμα δεν ήταν οι γονείς του, τι θα έμνεσκε μετά; Δεν θα ερχόμασταν καθόλου εδώ, δεν θα ερχόμασταν καν από την Αθήνα.

Γ.Α.:

Ο Κώστας δούλευε;

Π.Π.:

Ναι, δούλευε μέχρι που... Δούλευε ελαιοχρωματιστής και στην Αθήνα και εδώ, δούλευε, δεν καθότανε. Την δουλειά την αγάπαγε, τη δουλειά, γι’ αυτό κι ο Παναγιώτης δεν θέλει να την αφήσει τη δουλειά του μπαμπά. Μου λέει «δεν την αφήνω με τίποτα», γι' αυτό κι αυτός δεν αλλάζει δουλειά στη Γερμανία, δουλεύει πάντα μπογιατζής. «Η δουλειά του μπαμπά μου», λέει. «Εμένα αυτή μου αρέσει», λέει, «που έκανε ο μπαμπάς μου, μου αρέσει κι εμένα», λέει ο Παναγιώτης. Δούλευε, μέχρι πόσο δούλεψε ο Κώστας, μετά αρρώστησε ο Κώστας, ναι, από το ’83 και μετά αρρώστησε ο Κώστας. Όταν μας αρρώστησε η Γεωργία το ’83, αρρώστησε κι ο Κώστας μετά. Στεναχωρήθηκε, από το άγχος του αρρώστησε. Μετά τον χτύπησαν τα νεύρα, έπαθε ψυχολογικά προβλήματα και μέχρι που τέτοιο μετά, πέρασε, μέχρι που το 2018, που πέθανε. Πολλά χρόνια άρρωστος κι ο Κώστας μετά. Είχε αγχωθεί από την κοπέλα που είχε αρρωστήσει.

Γ.Α.:

Πώς ήτανε να ζείτε τόσοι άνθρωποι μες στο σπίτι; Μετά ήρθε το ένα το παιδί, ήρθε και το άλλο.

Π.Π.:

Ναι, και ζήσαμε όλοι μαζί. Μην κοιτάς τώρα. Εμείς πότε καλά, πότε αχαμνά. Μη νομίζεις ότι είχαμε και τέτοια, θα μαλώναμε σαν οικογένεια, μαλώναμε, κι εγώ μάλωνα με τα πεθερικά μου, κι έφερνα αντιρρήσεις. Πώς! Τι να κάνεις; Κάνεις υπομονή, τι θα κάνεις; Τότε έτσι ήταν, Γιάννα, να μένεις με τους γονείς του άντρα. Έτσι ήταν τότες, δεν είχες επιλογές άλλες, δεν είχες οικονομικό να φτιάξεις το σπίτι και να τέτοιο. Γιατί ένας, ο Κώστας δούλευε, μετά εγώ δεν δούλευα τότες, είχα τα παιδάκια μικρά, δεν δούλευα. Πού το οικονομικό, πού τα λεφτά να πάμε να φτιάξουμε σπίτι, και να χωρίσεις, και να κάνεις. Μέναμε μαζί με τους γονείς του. Εντάξει, βοήθεια είχα. Ήθελα να πάω κάπου, θα μου κοίταγαν τα παιδιά. Με τα πρόβατα, ο πεθερός μου είχε τα πρόβατα, φύλαγε τα πρόβατα. Εντάξει, με τους κήπους μας, μετά αρρώστησε κι η πεθερά, έκατσε εφτά χρόνια από εγκεφαλικό κάτω κι αυτή, αλλά έξι χρόνια με τη Γεωργία. Έτσι είναι η ζωή, έχει και τα καλά της, έχει και τα κακά της, και τα πάνω, και τα κάτω. Γιάννα μου, ήταν η ζωή τέτοια, δεν μπορούσες, πολλοί έχουν μείνει με πεθερικά. Άλλοι τριάντα χρόνια ήταν μέσα με τα πεθερικά, άλλοι σαράντα χρόνια. Εμένα φύγανε νωρίς τα πεθερικά, πέθαναν νωρίς. Η καημένη η πεθερά μου πέθανε 77 χρόνων, ο πεθερός μου 79, δεν πρόλαβε να πάει 80. Πέθαναν νωρίς κι αυτοί. Τότε μου φαινόταν μεγάλοι. γιατί ήμουν εγώ 45 και 50.Τώρα πήγα εγώ 70, μικροί ήταν.

Γ.Α.:

Και έμαθες και τα ζώα; Πήγαινες και στα πρόβατα;

Π.Π.:

Ναι, τα έμαθα. Τα άρμεγα. Στην αρχή, κουρεύαμε με τον άντρα μου τον Κώστα. Τα είχα μάθει τα ζώα μου, όλα. Να τα προστηλένω, να τα κουρεύω, να τα αρμέω. Έμαθα.

Γ.Α.:

Τι είναι το «προστηλένω»;

Π.Π.:

Όταν έκαναν τα αρνάκια και δεν τα ’βαναν οι μανάδες, καθόμασταν και τα προστηλέναμε, έτσι το λέγαν τότες. Να βάναμε τα αρνιά κάτω απ’ τις μανούλες τους για να πιούν το γάλα. Πρέπει να έχεις υπομονή και στα ζώα. Θέλουν κι αυτά την αγάπη τους, την καθαριότητά τους κι αυτά, θέλουν να φάνε. Τώρα δεν έχουμε, τώρα μόνο με τις κότες ασχολούμαι, τις απολάω το πρωί και τις κλείνω το βράδυ. Δεν έχει δουλειά οι κότες.

Γ.Α.:

Κάτι ανέφερες πριν ότι δούλεψες και στην Μαζαρακιά.

Π.Π.:

Στο ταπητουργείο δούλεψα πέντε χρόνια, στην Μαζαρακιά, στους αργαλειούς. Δούλεψα στην Μαζαρακιά τότε, γιατί είχε πάει φαντάρος ο Μάνθος και έπρεπε, ο Κώστας ήταν άρρωστος τότες, και έπρεπε να βγάλω τα παιδιά μου φανταριλίκι, και πήγα πέντε χρόνια. Μέχρι να απολυθεί, ο Μάνθος πήγε κανονικά στους φαντάρους, 19 στα 20, ενώ όμως ο Παναγιώτης πήγε 17 χρονών φαντάρος. Ο Μάνθος δεν πρόλαβε να απολυθεί, πάει ο Παναγιώτης και γι’ αυτό έκατσα και στην Μαζαρακιά και δούλεψα για να βγάλω τα παιδιά μου από φαντάροι, να στείλω το χαρτζιλίκι στα παιδιά μου. Από ’κει μετά που τελείωσα την Μαζαρακιά, πήγα για μανταρίνια. Την ημέρα μάζευα μανταρίνια τρεις-τέσσερις μήνες τον χειμώνα, το φθινόπωρο που είναι τα μανταρίνια, και το βράδυ καθάριζα τα γραφεία εδώ της Εγνατίας. Πού ήταν η Εγνατία, εσύ δεν τα θυμάσαι, δεν είχες γεννηθεί καλά καλά, γιατί δεν είχε παντρευτεί ο πατέρας σου. Και καθάριζα τα γραφεία εδώ της Εγνατίας για τρεις-τέσσερις, καλά τα γραφεία τα είχα χρόνια, τα είχα δυο-τρία χρόνια, αλλά τα μανταρίνια πηγαίναμε κάθε τρεις μήνες το φθινόπωρο. Μετά από εκεί, που τελείωσαν τα μανταρίνια, έφυγαν και τα γραφεία από ’δω, άρχισα και δούλευα σε σπίτι, σε γερόντους. Στην Μαζαρακιά έχω πάει πάλι, σε γερόντους και τους βοηθούσα, τους καθάριζα, τους άλλαζα, τους έπλενα, μαγείρευα. Μετά στο χωριό εδώ πέρα, άλλους τρεις-τέσσερις εδώ στο χωριό, μέχρι το πότε, πότε έφυγα εγώ, μέχρι το ’12 που πήγαμε για την Γερμανία με τον Κώστα και με τα παιδιά, που πήγαμε, πήγαμε στην Γερμανία, τότε σταμά[00:50:00]τησα τους γέρους να τους κοιτάζω. Είχα πολλά χρόνια που κοίταγα και τους γέρους. Μετά, όταν πήγαμε στην Γερμανία το ’12, Γυρίσαμε το ’13 με τον Κώστα. Καθίσαμε τέσσερις μήνες. Απ’ την Γερμανία, πήγα μετά κατευθείαν κάτω ένα χρόνο, κοίταξα τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Μετά γυρίσαμε, παντρεύτηκε ο Παναγιώτης το ’14 και δεν ξαναπήγα μετά για δουλειά. Έχω από το ’14 δηλαδή να πάω για μεροκάματο. Μετά ξεκίνησε ο Κώστας τους γιατρούς, μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία, όχι Γιάννενα, όχι Φιλιάτες, όχι Γιάννενα, όχι Φιλιάτες, μέχρι το 2018 που πέθανε ο Κώστας, και το ’18 και μετά ξεκίνησα κι εγώ και πάω Γερμανία, και μεροκάματα δεν ξαναέκανα, δεν πήγα για μεροκάματο. Αλλά μέχρι τότες, δούλευα και παντού, όπου ήταν δουλειά, πήγαινα.

Γ.Α.:

Πρώτη φορά το ’18 πήγες στην Γερμανία;

Π.Π.:

Στην Γερμανία; Όχι, είχα πάει και το ’12, που πήγαμε με τον Κώστα τότες. Καθίσαμε τέσσερις μήνες. Φύγαμε για την Γερμανία, είχε πάει ο Μάνθος, το ’11 πήγε ο Μάνθος, και το ’12 πήγαμε μαζί ο Παναγιώτης, κι εγώ, η Χρυσούλα, και ο Κώστας, φύγαμε όλοι παρέα. Φύγαμε για να μείνουμε στην Γερμανία οι τέσσερις, γιατί ήμουν κι εγώ νέα τότες ακόμα, για να δουλέψω κι εγώ στη Γερμανία, κι ας καθόταν ο Κώστας. O Κώστας, έτσι κι αλλιώς, έπαιρνε λίγο σύνταξη, δεν τον πείραζε, ας έμενε εδώ στην Ελλάδα η σύνταξη, και θα δούλευα κι εγώ με τα παιδιά μου. Αλλά μετά ο πατέρας μου έχει απαίτηση, με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μέρα «αν δεν έρθεις εσύ», μου λέει, «εμένα δεν μου βγαίνει η ψυχή. Εγώ θέλω να πεθάνω στα χέρια σου», μου λέει. Κι εξαναγκάστηκα κι έφυγα από την Γερμανία, και πήγα στην Σκορπιώνα και κοίταξα τον πατέρα μου και τη μάνα μου, αλλά σε 6 μήνες ο πατέρας μου πέθανε. Περίμενε εμένα δηλαδή για να πάω να του κλείσω τα μάτια και το έχει βάλει, ήθελε εμένα οπωσδήποτε να πάω στον, να είμαι στον θάνατό του. Και κάθισα και έξι μήνες τέτοιο, δηλαδή κάθισα ένα χρόνο και, 14 μήνες κάθισα, ένα χρόνο και δύο μήνες περισσότερο. Και η μάνα μου έζησε πιο πολύ. Η μάνα μου πέθανε το, το ’13 πέθανε ο πατέρας μου που πήγα κάτω στη Σκορπιώνα και το ’14 πέθανε η μάνα μου, του Αντριός, 30 Νοεμβρίου, τη μέρα του Αντριός, και ο πατέρας μου πέθανε 23 Αυγούστου το ’13. Μετά από ένα χρόνο, πέθανε κι η μάνα μου. Ήρθαμε πάνω, κάναμε τον γάμο του Παναγιώτη κι έφυγε ο Παναγιώτης με τη γυναικούλα του. Κι έτσι ο Μάνθος είχε από το ’11 που είχε πάει με τη Δήμητρα, είχε φύγει πιο νωρίς ο Μάνθος, ένα χρόνο γρηγορότερα, από το ’11 φύγαν αυτά. Κι ακόμα τα παιδάκια μου είναι στη Γερμανία κι όπως βλέπω εκεί θα γεράσουν. Πάνε όλοι για λίγο, αλλά το λίγο γίνεται πολύ μετά. Όσο μπορώ κι εγώ, και μπορώ, θα πηγαίνω. Τώρα ο κορονοϊός μάς τα ’φερε λίγο πίσω. Να ’χουμε την υγειά μας και δεν πειράζει, να ’ναι καλά, να φύγει κι αυτός ο κορονοϊός να δούμε και τα παιδιά μας. Ο Μάνθος έχει δυο χρόνια να ’ρθει. Ήταν πρόπερσι, πότε κάναμε τον χρόνο τον πατέρα του, δεν ξανάρθε ο Μάνθος. Το ’18. Κάναμε τον χρόνο το ’19, δεν ήρθε το ’20, τώρα μπήκε το ’21. Ο Παναγιώτης έχει ένα χρόνο να ’ρθει, γιατί δεν ήρθε κι αυτός το καλοκαίρι λόγω κορονοϊού, και δεν ήρθαν καθόλου τα παιδιά.

Γ.Α.:

Πώς σου φάνηκε η Γερμανία όταν πήγες πρώτη φορά;

Π.Π.:

Την πρώτη φορά δεν μ’ άρεσε καθόλου, όταν πήγα με τον Κώστα και με τα παιδιά. Δεν μου άρεσε καθόλου γιατί ήμασταν οικογένεια, δεν είχαμε σπίτι ακόμα. Μέναμε στου Μάνθου σπίτι όλοι πέντε άτομα, δυο, τέσσερα, ναι, τέσσερα, έξι άτομα. Δυο εμείς, δυο του Παναγιώτη και δυο ο Μάνθος με τη Δήμητρα, έξι άτομα. Και τι ήτανε εκεί τα σπίτια της Γερμανία, είναι πολύ μικρά, δεν ήταν τώρα να μένου,ε έξι άτομα. Μείναμε δυο μήνες εκεί κι είχα αγχωθεί τόσο πολύ που δεν βρίσκαμε σπίτι για να φύγουμε εμείς με τον Παναγιώτη, παραδείγματος χάριν, να μείνει το ζευγάρι μόνο του, να μείνει ο Μάνθος με τη Δήμητρα εκεί όπως έμνεσκαν και να τέτοιο. Αλλά βρήκαμε μετά πάνω από τον… Στον πρώτο όροφο μένει ο Μάνθος και στον δεύτερο όροφο ξενοικιάστηκε ένα σπίτι και μείναμε εκεί. Εκεί θα μέναμε, δεν θα είχα φύγει, αν δεν με έπαιρνε ο πατέρας μου τηλέφωνο συνέχεια. Και δεν ήθελα να έχω τύψεις μετά κι αυτά, λέω να, γιατί να μην πάω που με ζητά ο πατέρας μου. Κι έφυγα από τον πατέρα μου και δεν θα είχα φύγει με τον Κώστα, θα ήμασταν στην Γερμανία ακόμη με τον Κώστα. Εκεί είχε και γιατρούς. Τότες να σου πω δεν μου είχε αρέσει η Γερμανία, επειδής ήμασταν αποκατάστατοι. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, θέλαμε να τα πάρουμε όλα, αφήσαμε τα σπίτια μας εδώ γεμάτα, αφήσαμε τα αυτοκίνητά μας εδώ από κάτω στο γκαράζ, επιπλωμένα, με τα ψυγεία τους, πλυντήρια, τα πάντα μέσα εδώ στο σπίτι. Τα αφήσαμε όλα και φύγαμε. Κλείσαμε τις πόρτες και φύγαμε και δεν πήραμε τίποτα. Κι εκεί πέρα ήθελες να τα ψωνίσεις όλα από την αρχή. Να ψωνίσεις, να ψωνίσεις, με τι να ψωνίσεις! Γιατί είχαμε και πολλά λεφτά στην άκρη για να πάμε να ψωνάμε και να κάνουμε; Αλλά έπιασε γρήγορα ο Παναγιώτης δουλειά και είχε φίλους εκεί πέρα, μπογιατζής έπιασε δουλειά, πήγαινε σε άλλη μια δίπλα πόλη εκεί. Είχε κάτι παιδιά από την Μαζαρακιά που τα γνώριζε και τον πήραν τηλέφωνο και πηγαινοερχόταν με το τρένο. Δεν είχαμε και αυτοκίνητο εκεί στη Γερμανία. Πηγαινοερχόταν με το τρένο και πήγαινε και δούλευε για να αποκαταστηθούμε. Κι είπαμε τώρα στην αρχή να μείνουμε κι οι τέσσερις μαζί και μετά να νοικιάσουμε άλλο σπίτι, εγώ με τον Κώστα να μέναμε στ’ άλλο σπίτι, να μη μέναμε μέσα με το ζευγάρι. Αλλά αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα από τον πατέρα μου και φύγαμε, και δεν νοικιάσαμε ούτε σπίτι ούτε για δουλειά έψαξα μετά, δεν έψαξα για τίποτα. Τέσσερις μήνες καθίσαμε και φύγαμε εγώ με τον Κώστα. Πήγαμε τον Δεκέμβρη και φύγαμε τέλη Μάρτη από την Γερμανία. Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτη, τρεις μήνες. Αυτά, Γιάννα μου.

Γ.Α.:

Εκεί τι έκανες, στην Γερμανία;

Π.Π.:

Τίποτα, βόλτες κάναμε, μαζί με την Χρυσούλα. Δεν δούλευε κι η Χρυσούλα, είχαμε και την Δήμητρα, ήταν λίγο πιο παλιά και μας πήγαινε αυτή προς τα κάτω στα μαγαζιά, που τα ’ξερε, είχε ένα χρόνο πιο νωρίς. Και πηγαίναμε με την Δήμητρα βόλτα στα μαγαζιά. Με τα πόδια πηγαίναμε, με το λεωφορείο, με το αναέριο, με το τρένο, με ό,τι βρίσκαμε, μπαίναμε μέσα και πηγαίναμε. Εντάξει, καλά ήταν και τότες που ’χα και τα παιδιά μου εκεί πέρα, αυτά, σου ’πα. Αλλά τώρα το ’18 που πήγα και μετά είχα και λίγο ιδέα, τώρα είχα και λίγο τα εγγόνια, έχεις κάτι ενδιαφέρον. Ερχόταν τα παιδάκια μου κάθε μέρα, τα εγγονάκια μου, εκεί στο σπίτι, με έπαιρναν τηλέφωνο κάθε πρωί «γιαγιά, είσαι εκεί, θα μας κάνεις τούτο να φάμε, θα μας κάνεις το άλλο» και είχα χαρά πότε θα έρθουν τα εγγόνια μου εκεί στο σπίτι να τους κάνω να φάνε.

Γ.Α.:

Τι σου ζητούσαν συνήθως;

Π.Π.:

Ο Κωνσταντίνος τι να σου πω. Ο Κωνσταντίνος τι ζήταγε; Τηγανίτες «Γιαγιά, τηγανίτες». Τις ελιές τις έλεγε κουκούτσια «Γιαγιά, θέλω κουκούτσια να φάω», ελιές. Τι μου ’λεγε άλλο; Ήθελε ψωμάκια να του κάνω, γεμιστό με τυρί, ψωμάκι με τυρί στο… Τα έκανα, ζύμωνα ψωμάκια και του έβαζα τυράκι μέσα και τα ’ψηνα, λουκανοπιτάκια, τέτοια ζήταγε ο Κωνσταντίνος. Η Γεωργία δεν ήταν τόσο πολύ του φαγητού. Επίτηδες της έλεγε να πάμε στη γιαγιά να φάμε. Αν έτρωγες εσύ, έτρωγε κι η Γεωργία! Τίποτα εκείνη δεν έτρωγε. Εκείνη μύγα ήταν κι ακόμα μύγα είναι. Την κυνηγάει ακόμα η μάνα της να φάει. Ο Κωνσταντινάκος μου έτρωγε, ό,τι να του ’δινες, έτρωγε όλη μέρα, δεν μου ’λεγε όχι. Κι ήταν πιο ευχάριστα. Παίρναμε τα εγγόνια με την Χρυσούλα, βγαίναμε τις βόλτες στις πλατείες, πηγαίναμε, μας έπαιρνε ο Παναγιώτης με το αυτοκίνητο την Κυριακή που δεν δούλευε. Πηγαίναμε σε ζωολογικούς κήπους, σε μεγάλες παιδικές χαρές που να χάνεσαι, πηγαίναμε σε αυτά εδώ που έκαναν τα πάρτι για γενέθλια και τέτοια εδώ, παιδότοπο. Χάνεσαι εκεί μέσα. Μου τρύπαγαν τα αυτιά, «Τι χαλεύω εγώ εδώ, παιδάκι μου», τους λέω, «καλύτερα δε μ’ αφήνατε σπίτι εμένα». «Όχι, μανούλα, εδώ», μου λέει ο Παναγιώτης, «να δεις, και κάτι κι εσύ να δεις, δεν είχες δει ποτέ στη ζωή σου άσπρη μέρα». «Να χιονίσει να δω άσπρη μέρα», λέω. Είχε ρίξει κάτι χιόνια στις άκρες. Αλλά ήταν ωραία. Είχαμε τα παιδάκια τα μικρά. «Γιαγιά, πάμε εδώ», «Γιαγιά, πάμε στις κούνιες», «Γιαγιά, κάνε με κούνια», «Γιαγιά, ανέβασέ με εδώ» στην παιδική χαρά. Εντάξει. Μετά είχα και τον αδερφό μου τον Ηλία, όλη την ημέρα σοκάκια φέραμε. Η Φρόσω η ξαδέρφη μου, η Μαριάννα. Πηγαίναμε στο μαγαζί της Μαριάννας, εκεί βρίσκαμε όλους τους Έλληνες, γιατί έχει καφετέρια, έχει χορευτικά, τα χορευτικά τα ελληνικά τα έχει εκεί στο μαγαζί της η Μαριάννα. Προτού να πιάσει ο κορονοϊός, χόρευαν εκεί πέρα τα παιδιά αυτά, όλα τα Ελληνάκια, από ’δω κάτι δικά μας παιδάκια. Έβρισκες όλους τους χωριανούς, εκεί τους έβρισκες, στο μαγαζί της Μαριάννας, από εδώ χωριανούς. Παντού, μέχρι και Γλυκή, Γαρδίκι, Παραμυθιά πάνω, τα χωριά όλα της Παραμυθιάς, από εδώ από κάτω, η δική μας η Θεσπρωτία, τα πάντα, τα πάντα. Τους έβρισκες τους πάντες εκεί πέρα, τους δασκάλους που κάναν τα χορευτικά. Και κάθε μέρα πήγαινα και στην Μαριάννα να περάσει η ώρα. Θα έβρισκα κι έναν χωριανό εκεί πέρα, όλο Έλληνες ήταν. Δεν χρειάστηκε να μάθω γλώσσα καθόλου, μαγαζιά ελληνικά είχε, Έλληνες στον δρόμο έβρισκες, κι ήταν μια χαρά. Ήταν κι ο αδερφός μου εκεί, πηγαίναμε με το αναέριο συνέχεια με τον Ηλία. Μπαίναμε στο αναέριο και δεν θυμάμαι τι πλήρωνε, αυτός πλήρωνε τα εισιτήρια, δεν θυμάμαι τι πλήρωνε. Πηγαίναμε, ξανά τον γυρισμό πάλι πάνω με το αναέριο, με τα τρένα, πολύ ωραία. Και του λέω εγώ «Τούτο πού θα γυρίσει τώρα;». «Τούτο», μου λέει, «ο οδηγός, όταν περνάει από εδώ, είναι από τη μια μεριά, μπροστά μου, και μετά γυρίζει ο οδηγός και πάει ο οδηγός από ’κει, δεν γυρίζει το τρένο όλο αυτό». Κάτι τρένα, Γιάννα μου! Πωπω! Δεν καταλάβαινες πόσο, μέχρι το Ντισελντόρφ φτάναμε και γυρίζαμε πάλι στο Ντισελντόρφ. Βουπερτάλ-Ντυσελντόρφ πηγαίναμε βόλτα με το τρένο. Το αναέριο είναι εκεί μονάχα κοντά, εκεί στο Βουπερτάλ, δεν έχει πολύ να φύγει, τοπικό εκεί στο Βουπερτάλ. Αλλά ωραία, καλά ήταν.

Γ.Α.:

Τι μαγαζί έχει η Μαριάννα που είπες ότι μαζευόντουσαν όλοι εκεί;

Π.Π.:

Εκεί έχει αίθουσα που κάνει χορευτικά, κάνει γάμους, κάνει βαφτίσια, κάνει γενέθλια, κάνει μνημόσυνα, τα πάντα κάνει η Μαριάννα εκεί πέρα. Έχει και την καφετέρια.[01:00:00]

Γ.Α.:

Η Μαριάννα είναι;

Π.Π.:

Ανιψιά μου, κοπέλα του αδερφού μου. Έχει 1.000 τετραγωνικά μαγαζί η Μαριάννα εκεί, στο Βουπερτάλ. Και εκεί έβρισκες τους πάντες. Και με ξένους, δούλευε και με ξένους, αλλά εγώ γλώσσα δεν ήξερα, με τους ξένους δεν συνεννοούμουν. Έβρισκα τους Έλληνες εκεί πέρα. Με έπαιρνε τηλέφωνο η Μαριάννα «Έλα, ήρθε ο θείος ο Λουκάς, ήρθε ο θείος ο Δήμος», μου έλεγε, κάτι πρώτα ξαδέρφια της μάνας μου που ήταν στην Γερμανία. Είχα να τους δω χρόνια και, μόλις πήγαινε αυτή στο μαγαζί, με έπαιρνε τηλέφωνο. Είναι κοντά με τη Μαριάννα, σαν από δω μέχρι το Σαράτι, μέχρι τους Μύλους, τόσο κοντά ήμασταν, το μαγαζί με το σπίτι που μέναμε εμείς στον Μάνθο. Στον Παναγιώτη είναι ακόμα πιο κοντά, ο Παναγιώτης με τη Μαριάννα, ο Παναγιώτης σαν από εδώ μέχρι την εκκλησία, το μαγαζί της Μαριάννας. Αλλά εγώ μένω στον Μάνθο, να μην είμαι στο ζευγάρι, να είμαστε χωριστά. Και πήγαινα συνέχεια. Μόλις δεν πήγαινα μια μέρα «τρου» το τηλέφωνο αυτή «Έλα, θεία, σε θέλει, κάποιος σε θέλει εδώ», «Δεν έρχομαι σήμερα, Μαριάννα, δεν έχω όρεξη», της λέω εγώ, γιατί όταν πήγαινα μόνη, πήγαινα με τα πόδια. Όταν είχα παρέα, πήγαινα με το λεωφορείο. Να μην ξεχαστώ σε καμία στάση, λέω, και ποιος ξέρει πού θα φτάσω με το λεωφορείο και δεν ξέρω να γυρίσω μετά. Και δεν πήγαινα με το λεωφορείο μόνη μου. Οπότε πήγαινα, πήγαινα με τα πόδια στης Μαριάννας, από ’δω μέχρι τους Μύλους πέρα. Και στον Παναγιώτη με τα πόδια πήγαινα. Μου λέει «Γιατί δεν έρχεσαι», μου λέει ο Παναγιώτης. «Τι να έρθω με το λεωφορείο», του λέω, «να ξεχαστώ», του λέω, «ξέρω ’γω, αφού τα λένε γερμανικά, ξέρω ποια θα στάση θα πούνε αυτοί». Μου ’λεγε ο Παναγιώτης «Καλά, ο μπαινάκης κι ο βγαινάκης». «Πες εσύ», του λέω του Παναγιώτη, «ό,τι θες». «Να έρχεσαι με το λεωφορείο, μαμά», μου λέει, «να παίρνεις ταξί». «Ακόμα χειρότερα», του λέω, «ξέρω τι να του πω του ταξιτζή, οι ταξιτζήδες είναι όλοι Γερμανοί εδώ». «Να παίρνεις τη Στέλλα», μου λέει «που είναι Ελληνίδα», μου λέει, γιατί αυτή η Στέλλα είναι από το χωριό μου κάτω, και μένει κοντά εκεί στο σπίτι μας, στο σπίτι του Μάνθου, και μου είχε δώκει και το τηλέφωνο, μου λέει «Όποτε θέλεις, θεία», μου λέει, «να σε πηγαίνω εγώ», μου λέει, «όπου θες, να σε πάω εγώ», «Καλά, πάω και με τα πόδια», της λέω. Χαζεύεις, κοιτάς τα αυτοκίνητα, τις βιτρίνες, κοιτάς τα μανάβικα που περνάς προς τα κάτω. Ωραία ήταν, όχι. Είναι ωραία εκεί, και στο Βουπερτάλ. Μπορεί να μην έχει κλίμα καλό, αλλά ωραία είναι. Τα εργοστάσια που είχαν κλείσει. Ήταν εργοστάσια εκεί, έκλεισαν όλα. Εκεί είχε μια λιμνούλα με κάτι πάπιες μέσα, με τα κοπάδια της, με τα προβατάκια τους, με κάτι αλογάκια πόνυ εκεί που ’χουν μερικά σπίτια, σ’ ένα μέρος εκεί. Καλά, εκεί περπατάς, τι να σου πω, περισσότερο από μια ώρα για να πας να τα βρεις αυτά εκεί. Με είχαν ξεποδιαράσει, η Χρυσούλα με τα πόδια κι ο Παναγιώτης με το αυτοκίνητο. Ο Παναγιώτης πήγε από άλλο δρόμο με το αυτοκίνητο με τα μικρά κι εμείς πήγαμε να περπατήσουμε. Μου λέει η Χρυσούλα «να σου δείξω κι άλλα εδώ πέρα τι έχει». Ωραία ήταν και εκείνα, αλλά «Φτάσαμε;», της λέω, «Όχι», μου λέει. «Πάμε να γυρίσουμε αφού δεν φτάσαμε ακόμα, πάμε να γυρίσουμε, πάμε σπίτι», είχα κουραστεί. Όλο ανηφόρα, ανηφόρα. «Να δεις εκεί τι ωραία είναι, δεν θα σου κάνει η καρδιά να φύγεις μετά. Θα πάμε με τα πόδια». «Δεν πάω με τα πόδια», της λέω εγώ, «σύρε εσύ με τα πόδια», της λέω, «θα πάω με το αυτοκίνητο», της λέω. Πήγαμε όλοι με το αυτοκίνητο, αλλά αυτή ήθελε να μου δείξει πού ήταν τα εργοστάσια εκεί πέρα που ήξερε λίγο καλύτερα η Χρυσούλα, τα είχε μάθει καλύτερα και τα ήξερε, ξέρει και γερμανικά, διαβάζει και τα εργοστάσια τι είναι το καθένα. Εγώ τι να ’ξερα. Πέντε βόδια, δυο ζευγάρια. Να μάθω εγώ γλώσσα; Δεν πρόκεται να μάθω εγώ τίποτα.

Γ.Α.:

Τι είναι αυτό που της είπες;

Π.Π.:

Πέντε βόδια, δυο ζευγάρια. Δηλαδή δεν πρόκεται να μάθω γερμανικά. Πέντε βόδια γίνονται δύο ζευγάρια; Δυόμιση γίνονται. «Πέντε βόδια, δύο ζευγάρια» της έλεγα εγώ της Χρυσούλας, γέλαγε η Χρυσούλα. Αυτά τα ιστορικά μας νέα, από τη ζωή μας. Σου είπα, είχε και καλά, είχε και κακά. Και φωτογραφίες εδώ είναι όλες από το Πλαίσιο.

Γ.Α.:

Για πες γι' αυτές τις φωτογραφίες εδώ.

Π.Π.:

Εδώ βγάζαμε τα χαλιά, τα βάζαμε εκεί στο μπαλκόνι και βγάζαμε φωτογραφίες κάθε χαλί που τελειώναμε. Αυτό λέγεται «Λουλούδι της Ηπείρου», το χαλί αυτό. Πολύ αυτό τραβιόταν, αυτό το χαλί πουλιούνταν πολύ εύκολα, δηλαδή παραγγελίες που ερχόταν, ερχόταν όλο «Λουλούδι της Ηπείρου» πιο πολύ.

Γ.Α.:

Γιατί το έλεγαν «Λουλούδι της Ηπείρου»;

Π.Π.:

Γιατί είχε πολλά λουλούδια και δεν ξέρω τώρα πώς και βγήκε «Λουλούδι της Ηπείρου». Έχει όλο λουλούδια, αν ήταν έγχρωμη η φωτογραφία τώρα θα τα έβλεπες τι ωραία χρώματα είχε αυτό. Λουλούδι της Ηπείρου.

Γ.Α.:

Μπορείς να μου περιγράψεις λίγο πώς κάνατε τα χαλιά;

Π.Π.:

Πώς κάναμε τα χαλιά; Παίρναμε τα στημόνια, τα μαζεύαμε κουβάρι. Παίρναμε μετά δύο ξύλα από ’κει κι ένα ξύλο από ’δω και πηγαινοερχόσουν και το σταύρωνες. Το σταύρωνες για να μπει μετά το ξύλο, για να κάνει, να πατάς μετά το ξύλο να έρχεται ένα μπροστά, ένα πίσω το στημόνι. Τα ρίχναμε αυτά. Μετά, οι αργαλειοί αυτοί ήταν κάτι κύλινδροι, πολλοί μεγάλοι αργαλειοί. Αυτά ήταν 3 μέτρα είχαν μάκρος και 1,5 είχαν ύψος, τα πλαΐνά. Αλλά τα πλαΐνά δεν ήταν κύλινδροι, ήταν έτσι κάτι στρόγγυλοι κι έμπαινε ο κύλινδρος μέσα. Να στα περιγράψω. Μετά για να, τα περνάγαμε, είχε μια σιδερόβεργα και είχε κάτι γάντζους, κι αυτή η σιδερόβεργα εκεί ήταν που δίπλωνε το χαλί για να σφίξει. Από ’δω κι από ’κει βάζαμε κάτι, έναν γάντζο εκεί, και το φέραμε γύρα, το φέραμε γύρα μέχρι που έσφιγγε το χαλί. Μετά αρχίζαμε, περνάγαμε πρώτα το ένα το στημόνι, το χοντρό, μετά περνάγαμε το ψιλό. Το χοντρό το περνάγαμε στο ίσιο. Σηκώναμε το σανίδι πάνω, δεν ξέρω τώρα τους αργαλειούς, άμα τους ξέρεις εδώ τώρα που έχουμε, για να σταυρωθεί, σηκώναμε το ξύλο πάνω, σταυρώνονταν αυτό εκεί. Πατάγαμε ένα χέρι μπροστά, ένα χέρι πίσω, ένα χέρι μπροστά και περνάγαμε το στημόνι το ψιλό. Το ψιλό το στημόνι το χτυπάγαμε να έρθει, πώς να σου πω, δεν το περνάγαμε ίσια, να έρθει λίγο σκαλιστό. Ερχόταν κάτω, όπως έχει το δόντι το χτυπητήρι που είχαμε, έβγαινε και το στημονάκι έτσι. Κάναμε μετά κόμπους, από πάνω. Παίρναμε το μπροστινό, το πίσω και θηλυκώναμε, το περνάγαμε εδώ την κλωστή από εδώ και από εκεί. Τραβάγαμε κάτω το σκονί, το κόβαμε με το μαχαίρι. Ήθελε καφέ, ήθελε πράσινο, ήθελε κίτρινο, ήθελε άσπρο, ήθελε αυτό, τα χρώματα αυτά που έχουμε, που θα τα κάναμε στα χαλιά. Τα κουβάρια που μαζεύαμε τα κρεμάγαμε από πάνω με μια τριχιά και τραβάγαμε το κουβάρι. Θέλει κι αυτό τέχνη να το μάθεις το κουβάρι. Το βάζαμε στη θηλιά κι αυτό που γύριζες, έμπαινες από μέσα και το τράβαγες και γινόταν η θηλίτσα από πάνω και το έδενες το χαλί, το κουβάρι. Και από κάτω μετά τράβαγες την κλωστή και δεν έβγαινε το κουβάρι, δηλαδή δεν χάλαγε. Ήταν πολύ ωραία. Άλλη μέρα θα σε μάθω πώς μαζεύαμε τα κουβάρια μας. Και τα στημόνια που τα μαζεύαμε εδώ γύρω-γύρω και τα περνάγαμε μέσα στον αργαλειό. Τώρα το χτυπητήρι κι αυτά δεν έχω για να σου δείξω. Και το ψαλίδι, είχαμε ειδικό ψαλίδι, ήταν από πίσω, είχε τις θηλιές και μπροστά είχε τα άλλα. Και το έκοβες να έρθει όλο ευθεία το χαλί αυτό. Να μη φεύγει κλωστή από ’δω, κλωστή από ’κει. Να έχει τσουμπάρια μπροστά, να έρθει όλο αλφαδιά το χαλί. Είχε και αυτό τις τέχνες του, θέλει κι αυτό τη δουλειά του. Ήταν ωραία, ήταν. Στην αρχή, σου λέω, δεν τα καταφέρναμε, αλλά μετά μάθαμε απ' έξω.

Γ.Α.:

Πόσος καιρός χρειαζόταν για να φτιάξεις ένα χαλί;

Π.Π.:

Πήγαινε και δυο μήνες και τρεις μήνες, ανάλογα τα μέτρα που ήταν και ανάλογα τους κόμπους που θα ήταν. Άμα ήταν το χαλί 2 μέτρα, πάγαινε τρεις μήνες, άμα ήταν 1,5, μέτρο πήγαινε 1,5 μήνα. Ανά δύο, τότε στο Πλαίσιο δουλεύαμε ανά δύο. Κι εδώ στην Μαζαρακιά ανά δύο δουλεύαμε. Τη μέση πάρε εσύ, τη μέση από ’δω εγώ και ανταμωνόμασταν στη μέση. Δεν το χωρίζαμε το στημόνι, το στημόνι θα πέρναγε οπωσδήποτε πέρα για πέρα, να μη χωρίσει στη μέση και φαίνεται αηδία το χαλί, χωρίς. Και κόμπο τον κόμπο, κόμπο τον κόμπο είναι το χαλί τώρα και τελείωσε. Το χάλι είναι 2x2,5, ξέρω κι εγώ πώς ήταν τώρα τα χάλια, και πέρα στο Πλαίσιο που βγάζαμε. Κι εδώ, κι εδώ μεγάλα χάλια βγάζαμε, κιι εδώ στην Μαζαρακιά, πάρα πολύ μεγάλα. Καθόμασταν και δυο και τρεις στον αργαλειό, όταν ήταν πολύ μεγάλα. Εδώ στην Μαζαρακιά έπαιρνα καλύτερα λεφτά, έβγαζα πιο πολλά λεφτά. Έπαιρνα 100 χιλιάδες τον μήνα, έβγαζα κόμπους πολλούς. Τα άλλα τα χιλιάρικα, όχι τούτα, τα ευρώ. Πότε 95, πότε 110, ανάλογα τι κόμπους έβγαζα. Κάθε μήνα τα μάζευε η δασκάλα, τους κόμπους κάθε τέτοιο που φεύγαμε, μετράγαμε πόσες σειρές κάναμε. Κάναμε 20 σειρές, κάναμε 30 σειρές, 15 σειρές εγώ, 15 η άλλη που μέναμε μαζί, αλλά η άλλη έφευγε. Έφευγε 14:00 η ώρα, εγώ επειδή το λεωφορείο αργούσε να φύγει, πέρναγε 17:30 η ώρα, και καθόμουν μέχρι τις 17:30 η ώρα στην Μαζαρακιά και δούλευα, κι έβγαζα πιο πολύ, δηλαδή μπορεί να έκανα και 20 σειρές μετά μόνη μου. Και 15 και 20, γίνονταν 35 σειρές εμένα, και της άλλης κοπέλας γινόταν 15 σειρές, γιατί αυτή έφυγε νωρίς, 14:00 η ώρα έφευγε. Εγώ δεν είχα με τι να φύγω και πηγαινοερχόμουν με το λεωφορείο, πήγαινα το πρωί 7:00 η ώρα με το λεωφορείο, πρώτη μαζί με τη δασκάλα, γιατί έμενε Ηγουμενίτσα η δασκάλα, ήταν από την Κοζάνη επάνω και τώρα μένει στην Κρήτη η δασκάλα μας, αυτή που είχαμε εδώ στην Μαζαρακιά. Και πηγαίναμε το πρωί με το λεωφορείο εμείς, κι εμείς ανοίγαμε τη σχολή και καθόμουν κατευθείαν μετά στον αργαλειό μέχρι να ’ρθει η κοπέλα, 8:00 η ώρα ερχόταν η άλλη που είχα δίπλα εδώ. Θα την ξέρεις αυτήν. Τώρα δουλεύει στην Ένωση, στην Ηγουμενίτσα που είναι η Ένωση επάνω. Πρώτα δούλευε στα γραφεία, τώρα δουλεύει από κάτω, στο σούπερ μάρκετ. Δεν ξέρω τώρα αν το δώσανε και το σούπερ μάρκετ. Δεν ξέρω αν το δώσανε, δεν ξέρω αν το έχει η Ένωση ακόμα, δεν έχω πάει σε αυτό το σουπερμάρκετ.

Γ.Α.:

Αυτό το ταπητουργείο στην Μαζαρακιά ποιος το είχε;

Π.Π.:

Αυτό ήταν σπίτι. Η Πρόνοια το είχε κι αυτό, αλλά ήταν σε σπίτι. Είχαν νοικιάσει ένα σπίτι που είναι τώρα, είναι καφενείο. Είναι του Γκαμπρέλα και τότε του Γκαμπρέλα ήταν. Τώρα το έχει κάνει καφενείο αυτός που έφυγαν οι αργαλειοί από μέσα. Κι εκεί ήταν ένας, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι αργαλειοί. Ήταν όλο γύρα γύρα[01:10:00], τέσσερις γύρω γύρω στους τοίχους και τρεις ήταν στη μέση, οι αργαλειοί. Ένας, δύο, τρεις και τρεις, έξι, και τρεις, εννιά αργαλειοί ήταν. Εννιά αργαλειοί ήταν. Ήμασταν εννιά κι εννιά, δεκαοχτώ. Ήταν πολλές Μαζαρακιώτισσες όμως. Εγώ ήμουν από ’δω, είχε έρθει και λίγο η Ρίκω εδώ του Κακίρη, δυο-τρεις μήνες, πόσο είχε έρθει, έφυγε μετά αυτή, δεν έκατσε. Εγώ έκατσα πέντε χρόνια εκεί στην Μαζαρακιά και δούλευα.

Γ.Α.:

Πώς πήγες εκεί για δουλειά;

Π.Π.:

Πώς πήγα για δουλειά; Τους πήρα τηλέφωνο και λέω «Ενδιαφέρομαι για δουλειά». «Έλα», μου λέει. Και πήρα τη δασκάλα τηλέφωνο, την Κατίνα, την ήξερα την Κατίνα γιατί την είχα ανταμώσει στην Φασκομηλιά. Εγώ είχα πάει μια δόση, είχα πάει για μια εβδομάδα, είχα πάει στη Φασκομηλιά και δούλευα εκεί στην Κατίνα. Ήταν και στην Φασκομηλιά ταπητουργείο και επειδής πήγαινα κάτω στη μάνα μου και μου λέει εμένα η μάνα μου «Μωρέ κοπέλα μου, κάτι πρέπει να κάνεις κι εσύ να δουλέψεις», μου λέει. «Τώρα είναι κι ο Κώστας άρρωστος», μου λέει εμένα, «να βγείτε πέρα, να μεγαλώσεις τα παιδιά σου κι αυτά». Και πήγα μια εβδομάδα εκεί στην Φασκομηλιά και δούλεψα. Είχα καθίσει, τα παιδιά ’λέγαν για να μείνω μόνιμα εκεί στην Σκορπιώνα για να πάω να δουλεύω στο ταπητουργείο. Μετά τα παιδιά δεν τους άρεγε κάτω στο χωριό να κάτσουν, θέλαν εδώ να ’ρθούν, σε τούτους τους παππούδες εδώ. Και μια, μόνο μια εβδομάδα δούλεψα εκεί. Και γνώρισα την Κατίνα εκεί και μου λέει «Θα ανοίξουμε, θα ανοίξει ταπητουργείο», μου λέει, «θα κλείσει εδώ της Φασκομηλιάς, γιατί φύγανε», μου λέει, «δεν έχει κόσμο τώρα, δεν έχει ποιος να δουλέψει εδώ, τα κορίτσια φύγανε», μου λέει, «δεν δουλεύει κανένας και τώρα θα το κλείσουν το ταπητουργείο αυτό», μου λέει, «και θα ανοιχτεί στην Μαζαρακιά». «Μαζαρακιά», της λέω, «με βολεύει». Και τότε είχαμε και λεωφορεία, τώρα δεν έχει και λεωφορεία, τώρα δεν έχει τίποτας, τώρα δεν μπορούμε να πάμε Ηγουμενίτσα, να πάμε να γράψουμε φάρμακα. Και πηγαίναμε το πρωί 7:00 η ώρα και γυρίζαμε, γύριζα το βράδυ στις 17:30 η ώρα, μαγείρευα μετά που ερχόμουν, όλη τη νύχτα. Τα παιδιά πήγαιναν γυμνάσιο τότε, ο Παναγιώτης και ο Μάνθος, πήγαιναν γυμνάσιο, όταν ξεκίνησα εγώ στην Μαζαρακιά να δουλεύω.

Γ.Α.:

Ποια χρονολογία δούλεψες στην Μαζαρακιά;

Π.Π.:

Στην Μαζαρακιά τώρα, περίμενε. Πήγε ο Παναγιώτης 17 χρονών, ο Μάνθος 20. Πέντε χρόνια, πόσο ήμουν. Δεν θυμάμαι καθόλου ποια χρονολογία δούλεψα. Το ’93 και μετά πήγα; Το ’93, ναι, γιατί ο Μάνθος μου τελείωσε το ’96. Το ’94… Το ’93 δούλεψα εγώ, το ’94 πήγε ο Μάνθος μου φαντάρος. Το ’95 πήγε ο Μάνθος φαντάρος, απολύθηκε το ’96. Όταν απολύθηκε ο Μάνθος, κόντευε να απολυθεί κι ο Παναγιώτης, γιατί πάει μικρός ο Παναγιώτης, έχουν τέσσερα χρόνια διαφορά. Το ’97 απολύθηκε ο Παναγιώτης. Το ’96, το ’97 απολύθηκε ο Παναγιώτης. Ο Μάνθος υπηρέτησε ένα χρόνο, ο Παναγιώτης υπηρέτησε δύο χρόνια. Και τον βρήκε μέσα τον Μάνθο ο Παναγιώτης, ήταν μικρός. Τότε ήμασταν στην Μαζαρακιά ακόμα. Και την πήρα τηλέφωνο την Κατίνα, που λες, και μου λέει η Κατίνα «Και το ρωτάς», μου λέει, «εγώ σου είπα απ’ την Φασκομηλιά ακόμα να ’ρθεις στην Μαζαρακιά». Και πήγα, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου εκεί, γιατί εγώ την ήξερα την δουλειά. Η Κατίνα, η δασκάλα αυτή, ασχολούνταν με τις νέες που είχανε πάει. Εγώ δεν είχα δυσκολία. Της λέω «Να έρθεις κι εμένα να μου δείξεις». «Εσύ θα μας δείξεις», μου λέει εμένα, «όχι να σου δείξουμε εμείς», μου λέει η Κατίνα. «Βρε, έλα να μου δείξεις, τόσα χρόνια έχω να δουλέψω», απ’ όταν έφυγα από το Πλαίσιο δεν ξαναδούλεψα. Μας είχαν δώσει και δώρο στο Πλαίσιο αργαλειό και 25 κιλά μαλλιά, τέτοια, να φτιάξουμε χαλί δικό μας, μαζί με τα στημόνια μας, όλα. Ο αργαλειός τα είχε όλα, και τα χτυπητήρια μας, και τα ψαλίδια, και τα μαχαίρια μας, όλα μας τα είχαν δώσει με τον αργαλειό δώρο. Αλλά για να στήσεις αυτόν τον αργαλείο, εμείς δεν είχαμε σπίτι να κοιμηθούμε, θα ’χαμε και σπίτι να στήσουμε κι αργαλειούς. Ναι, και όταν πήγα εδώ στη Μαζαρακιά δεν μου ’δωσαν αργαλειό. Στην Μαζαρακιά μου δώσανε μόνο, τα μαλλιά μού δώσανε. Τα ’δωσα κι εγώ σ’ άλλη μια δασκάλα που ήταν στο Γραικοχώρι. Τι να τα ’κανα. Εγώ για να τέτοιο, να κάνω δύο, ήθελα να κάνω δύο χαλιά. Τα δύο χαλιά ποιος θα τα ’κανε; Αργαλειό δεν είχα, τίποτα δεν είχα. Τότες εδώ στο Γραικοχώρι, σ’ άλλη μια δασκάλα που ήταν στο Γραικοχώρι, που είχε σχολή και το Γραικοχώρι, ταπητουργείο. Δούλευαν πολλές γυναίκες κι εκεί πέρα, δουλέψαν αρκετά ο κόσμος. Καλές ήταν αυτές οι σχολές, τα ταπητουργεία αυτά, έβγαζες ένα μεροκάματο, Γιάννα. Ξέρεις τι καλά ήταν τότε, πού θα έβγαζες μεροκάματο; Ήταν εργοστάσια εδώ ή έχει τίποτα εδώ; Τώρα τα αχρήστεψαν όλα, δεν έχω τίποτα, τίποτα δεν έχει να δουλέψει, να πάει μια γυναίκα να δουλέψει. Τώρα δημόσιος υπάλληλος, άλλη δουλειά δεν έχει να δουλέψει η γυναίκα. Καλά, άνοιξαν οι καφετέριες. Να καθαρίσει, καθαρίστριες, τώρα καθαρίζεις σε σπίτι, παλιά δεν καθάριζε καμία σπίτι. Το είχαν σε προσβολή; Δεν ξέρω, εγώ είχα καθαρίσει σπίτια κάτω στην Ηγουμενίτσα, εκεί που δούλευε ο Κώστας οικοδομή. Πήγαινα εγώ και τις καθάριζα τις οικοδομές μετά, στην Ηγουμενίτσα, τα σπίτια που λερωνόταν από σκόνες, απ' αυτά. Να τα νοικιάσουν, πήγαινα και τα καθάριζα. Μου λέει ο Κώστας «Θα πας;», μου λέει. «Θα πάω πες τους, να μην βάλουν άλλον, θα πάω εγώ». Και με έπαιρνε ο Τάσος με τον Κώστα το πρωί που πήγαιναν για δουλειά, πήγαινα κι εγώ, αυτοί δούλευαν αλλού. Όταν τελείωναν αυτοί, πέρναγαν και μ’ έπαιρναν κι εμένα. Όταν έχασα τη Γεωργία και μετά, ξεκίνησα δουλειά, δεν σταμάτησα από τη δουλειά μετά, όταν έχασα τη Γεωργία μου. Μέχρι το ’11, μέχρι το ’12. Από το ’88 που πέθανε η Γεωργία μέχρι το 2012 δούλευα σ’ αυτά, παντού. Ελιές, μανταρίνια, καθαρίσματα, ταπητουργεία, ό,τι ήτανε, παντού δούλεψα, δεν έκατσα και το αποτέλεσμα, να πάρω μια σύνταξη 319 ευρώ, ΟΓΑ, για να ζήσεις.

Γ.Α.:

Πριν που είπες κάτι ότι ήρθε η βασίλισσα, όταν ήσασταν εκεί στο Πλαίσιο;

Π.Π.:

Η βασίλισσα ήρθε, η Άννα-Μαρία με τον Κωνσταντίνο. Ωραία! Εμείς καθόμασταν στα σκαλοπάτια της Νομαρχίας απ’ την κάτω μεριά που είναι το λιμάνι. Καθόμασταν στα σκαλοπάτια εκεί, ντυμένες, ανά δύο σκαλιά μας είχαν κι από μία. Ήταν και η δική μας η σχολή, το ταπητουργείο, αλλά ήταν και οι οικοκυρικές σχολές. Γιατί η Βασιλική Πρόνοια είχε και οικοκυρικές σχολές. Είχε στην Κρυόβρυση οικοκυρική σχολή, είχε στην Πέστιανη, είχε στο Πλαίσιο οικοκυρική σχολή. Είχε κι άλλες σχολές η Πρόνοια τότες κι ήταν ωραίες αυτές οι σχολές, γιατί μάθαινε ο κόσμος, μάθαιναν οι γυναίκες μία τέχνη. Εμένα η οικοκυρική μου άρεγε πιο πολύ, αλλά επειδή ήταν εδώ οι χωριανές, οι δικές μου, και δεν πήγα στην οικοκυρική σχολή και πήγα στο ταπητουργείο, επειδή ήταν κι άλλες, οι δικές μου οι συγχωριανές. Τέλος πάντων, και καθόμασταν ανά δύο σκάλες και ανέβαινε αυτή κάτω από το λιμάνι, από ’κει που ήταν παλιά το λιμάνι τώρα, η θάλασσα ήταν μέχρι πάνω, μην κοιτάς που τη μαζέψαν τώρα και την πήγαν κάτω στον πάτο, έκαναν πεζόδρομους. Και ανέβαινε η Άννα-Μαρία και χαιρέταγε έτσι, με τα καπελάκια της αυτή. Τι ωραία που ήτανε! Μετά εμείς με το λεωφορείο από πίσω, η Άννα-Μαρία, ο βασιλιάς με την Άννα-Μαρία και τους φρουρούς, που τους φύλαγαν οι φύλακες, μπροστά αυτοί, πίσω εμείς. Πήγαμε στην Πάργα, από την Πάργα γυρίσαμε στην Σαγιάδα, όπου ήταν οι σχολές, πήγαινε σε όλες τις σχολές η βασίλισσα, και μετά μέχρι το Γηρομέρι. Στο Πλαίσιο δεν ήρθε πέρα η βασίλισσα. Νύχτωσε. Μετά δεν ξέρω γιατί δεν ήρθε στο Γηρομέρι. Ήρθε μονάχα στο, πως το λένε, στο Πλαίσιο, ήρθε Γηρομέρι, Σαγιάδα, και Πάργα, και Ηγουμενίτσα, εκεί στη Νομαρχία. Εμείς την ακολουθούσαμε από κοντά. Όπου πήγαινε η βασίλισσα, κι εμείς από κοντά τους. Ωραία ήταν. Είχα δει και τη βασίλισσα. Θυμάμαι μικρή που είχα πάει στην Κέρκυρα, είχα δει μία φορά τη Φρειδερίκη με τον Παύλο. Πολύ μικρή, με είχε κολλήσει η μάνα μου πάνω σε ένα δέντρο, όχι η μάνα μου, με είχε κολλήσει ένα κύριος εκεί. Με κράταγε η μάνα μου η καημένη αγκαλιά για να δω τη βασίλισσα και μετά ο κύριος εκεί «Έλα εδώ», μου λέει εμένα, «να την ανεβάσουμε εδώ πάνω», της λέει της μάνας μου, και με είχε ανεβάσει σε ένα δέντρο εκεί έξω, και έβλεπα τη, μια χαρά την έβλεπα, τη Φρειδερίκη με τον Παύλο τότες, στην Κέρκυρα. Χρόνια! Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν. 8 χρονών ήμουν, 9 ήμουν, δεν θυμάμαι καθόλου. 7 ήμουν; Ήμουν πολύ μικρή τότε που είχα πάει στην Κέρκυρα και είχα δει τη βασίλισσα Φρειδερίκη με τον Παύλο.

Γ.Α.:

Τι είχατε πάει να κάνετε στην Κέρκυρα;

Π.Π.:

Είχαμε πάει στον Άγιο Σπυρίδωνα τότες, και ήταν και ο βασιλιάς με τη βασίλισσα εκεί, στην πλατεία. Όνειρο, λίγο το θυμάμαι, το δέντρο το θυμάμαι, με πήρε ένας κύριος ψηλός και με έβαλε εκεί πάνω. Επειδή με κράταγε η μάνα μου στα χέρια, 8 χρονών κοπέλα, δεν ήμουν για τα χέρια. Κάτω ήμουν κοντούλα, δεν έβλεπα, και μ’ έβαλε αυτός πάνω σ’ ένα δέντρο. «Θα με αφήκετε εδώ πάνω», εγώ φοβόμουν. «Όχι, θα σε πάρουμε εμείς κοριτσάκι, δεν σε αφήνουμε εκεί πάνω, θα σε κατεβάσω πάλι». Και με κατέβασε πάλι ο ίδιος ο κύριος. Έβλεπα εγώ μετά μια χαρά! Αλλά ήμουν τόσο μικρή που δεν τα θυμάμαι και καλά όλα. Καλά, τώρα τα ξεχνάμε κιόλας περισσότερο. Τότε κάτι θυμόμασταν, τώρα τα ξεχνάμε χειρότερα.

Γ.Α.:

Είχες καταλάβει ποια είναι, τι είναι; Ότι είναι βασίλισσα; Όταν την είχες δει την Άννα Μαρία.

Π.Π.:

Ναι, όχι, γιατί μας είχε ειδοποιήσει εδώ πέρα η διευθύντρια που ήταν εδώ, που διεύθυνε εδώ, που είχε το γραφείο στην Ηγουμενίτσα, είχε ειδοποιήσει όλες τις σχολές. Λέει «Να πάρετε στολές, να ντύσετε τα κορίτσια και θα στείλουμε λεωφορείο να τους πάρει τα κορίτσια και να είναι κοντά με τη βασίλισσα». Θα ακολουθούσαμε τη βασίλισσα, όπου πήγαινε η βασίλισσα, θα πηγαίναμε κι εμείς από κοντά. Και μας αφήσαν εδώ στην Ηγουμενίτσα. Στην Πάργα δεν την είδαμε και τόσο. Μέχρι να πάμε τέτοιο, πέρασε μια γύρα εκεί η βασίλισσα, έφυγε, δεν τέτοιο. Κρίμα που κάναμε τον κόπο να πάμε στην Πάργα και να γυρίσουμε, νυχτώσαμε! Στην Σαγιάδα την είδα, πήγε μία βόλτα μέχρι την πλατεία κάτω στο λιμάνι. Η σχολή ήταν προς τα πάνω εκεί σε ένα, η σχολή, δεν ήταν κάτω στο λιμάνι. Μια βόλτα έκανε η βασίλισσα εκεί στη σχολή και έφυγε. Στο Γηρομέρι χειρότερα, ακόμα εκεί ήταν ένας δρόμος στο Γηρομέρι δεν πήγαινε το λεωφορείο, δεν πήγαινε τίποτα. Μας άφησε κάτω εμάς το λεωφορείο και πηγαίναμε με τα πόδια επάνω στη σχολή που ήταν το Γηρομέρι, εκεί που πήγε η βασίλισσα στο Γηρομέρι. Καλά, η άμαξα η δική της πήγαινε, το λεωφορείο δεν είχε πού να πάει,[01:20:00] ήταν ένας γκρεμός και μισός, πού θα πήγαινε εκεί στο Γηρομέρι, στη σχολή. Και πήγαμε με τα πόδια εμείς, την ακολουθήσουμε, αλλά στην Ηγουμενίτσα την είδαμε, αφού πέρασε έτσι, εμείς εδώ κι η βασίλισσα πέρασε από ’κει. Πολύ κοντά η βασίλισσα! Ήταν πολύ ωραία! Ήταν ωραία. Βασίλισσα είναι αυτή, να μην ήταν ωραία; Θα ήμασταν εμείς, εμείς θα ’μασταν ωραίες; Είχε ωραίο χτένισμα.

Γ.Α.:

Το συζητούσατε μετά με τα κορίτσια;

Π.Π.:

Μόνο! Μια εβδομάδα. Όταν δουλεύαμε στον αργαλειό, για τη βασίλισσα συζητάγαμε. Χαμογελαστή αυτήνα, περνούσε, κι ο Κωνσταντίνος ωραίος άντρας ήταν, κι αυτή ωραία, πολύ ωραίο ζευγάρι.

Γ.Α.:

Για πες μου τώρα, εδώ;

Π.Π.:

Τι να σου πω αυτού;

Γ.Α.:

Γι’ αυτήν εδώ τη φωτογραφία.

Π.Π.:

Εδώ είμαι εγώ, η πρώτη είμαι εδώ, εγώ. Με γνωρίζεις καθόλου; Εδώ είμαι εγώ. Μετά είναι η ξαδέρφη μου η Ασημούλα. Μετά εδώ πίσω είναι, ετούτη εδώ είναι από την Κορίτιανη, η Αλεξάνδρα, η Γενοβέφα, η Αυγούλα πάλι από ’κει, κι εδώ η Λαμπρινή πάλι από την Κορίτιανη. Εδώ είναι μια από το Ντούσκο. Κι η άλλη είναι από ’κεί από το Πλαίσιο, η Διαμάντω, εδώ πίσω. Ετούτη είναι από το Ντούσκο, από τη Νέα Σελεύκεια, εδώ η Λενίτσα, και εδώ πίσω είναι η Διαμάντω. Εδώ εγώ, σου είπα, η Ασημούλα, εδώ η Αλεξάνδρα από την Κορίτιανη, η δασκάλα η Γενοβέφα, εδώ η Αυγούλα πάλι από την Σκορπιώνα, και εδώ η Λαμπρινή Ντερέκα, Ντερέκα λεγόταν από την Κορίτιανη. Τις γράφω εκεί πίσω πόσες είμαστε; Ασημούλα, Αλεξάνδρα, Γενοβέφα, Αυγούλα, Λαμπρινή, Ελένη, Διαμάντω. Διαμάντω είναι εδώ κάτω, που είναι από το χωριό από εκεί, από το Πλαίσιο, αυτή η κοπέλα.

Γ.Α.:

Τις ξανασυνάντησες μετά αυτές;

Π.Π.:

Όχι, μόνο συνάντησα εδώ την Λαμπρινή μια φορά, κάτω στην Πλαταριά, την Λαμπρινή την Ντερέκα, και την Ελένη αυτή από το Ντούσκο, την είχα συναντήσει στο Κέντρο Υγείας, αυτή, στο Κέντρο Υγείας που ήταν το παλιό εδώ κάτω, απέναντι είχε το σπίτι. Και είχε έρθει εκεί, ήταν κι ο κουνιάδος της εκεί με τη συννυφάδα της κι είχαν κάποιο πρόβλημα μ’ ένα κοριτσάκι, είχε βγάλει ένα ξέγκωμα η κοπέλα, εδώ, στη μέση, και θα έκανε χειρουργείο. Της το έκανε εκεί στην Ηγουμενίτσα ο γιατρός, της Σπυριδούλας ο άντρας, πώς τον λέγανε, της οδοντίατρος ο άντρας, εδώ στην Ηγουμενίτσα. Δεν τον θυμάμαι τώρα τον γιατρό αυτόν τώρα. Και το καθάριζε εκεί στο Κέντρο Υγείας και τη βρήκα εκεί την Ελένη. Με γνώρισε κι αυτή, την γνώρισα κι εγώ. Είχε πεθάνει ο άντρας της κι είναι μόνη, «Μένω εδώ στην Ηγουμενίτσα», μου λέει, η Ελένη αυτή, από τη Νέα Σελεύκεια. Η Λαμπρινή την είχα βρει στην Πλαταριά, έκανε μπάνιο στην Πλαταριά και την βρήκα εγώ. Αυτή είναι από τον Παραπόταμο, η Μαρία. Αυτή η Μαρία από τον Παραπόταμο. Εγώ και η Ασημούλα πάλι, η ξαδέρφη, πρώτες ξαδέρφες είμαστε, οι μανάδες μας είναι αδερφές.

Γ.Α.:

Εδώ πού είστε;

Π.Π.:

Αυτού είμαστε στο Πλαίσιο, σε κάτι βαρέλια εκεί έξω από το σπίτι μας, εκεί στο σπίτι που μέναμε εκεί, στο Πλαίσιο που μέναμε, στο σπίτι. Έξω από το σπίτι εκεί στο, Λέντζαρη λεγόταν το σπίτι που μέναμε, Λέντζαρης. Μας είχε χτενίσει η Μαρία, εδώ μου ’χε κάνει κι έναν κότσο. Εγώ αυτού πάλι, σπίτι παλιό, αυτού πάλι από το Πλαίσιο, στο Πλαίσιο είναι αυτού τώρα. Είναι η Ασημούλα, εγώ εδώ η ψηλή, η Δήμητρα αυτή είναι πέρα εδώ από την Γασκομηλιά, και αυτήν είναι από την Κορίτιανη πάλι, Φρειδερίκη, από την Κορίτιανη.

Γ.Α.:

Εδώ πού είστε;

Π.Π.:

Στο Πλαίσιο, πάλι σχολή είμαστε. Εκεί στο σπίτι, κάτω. Η τέτοια είχε κάμερες εκεί; Όχι. Έξω από τη σχολή είμαστε εδώ, το παράθυρο, κι εδώ, από ’δω πέρα ήταν ένα περίπτερο. Προς τα ’δω πάνω μετά ήταν το ζαχαροπλαστείο, και η εκκλησία πιο ψηλά. Πρέπει να είχα κι άλλη εγώ που ήταν η εκκλησία, είχα βγάλει εκεί. Αυτού τι είναι τώρα; Αυτού είμαστε τώρα, περίμενε τώρα. Η Ελένη, η Δήμητρα, η Γεωργία και μια εδώ πέρα, η Άννα. Αυτή εδώ είναι πάλι η Ελένη από την Νέα Σελεύκεια, εδώ είναι η Δήμητρα από την Φασκομηλιά, εδώ είναι η Γεωργία Τσάβου από ένα χωριό εδώ, το Φιλιακιώτικο, και εδώ πάλι από την Πόβλα. Πώς τη λένε Βασιλική; Βασιλική τη λέγανε από την Πόβλα. Γράφω αυτού πώς τις λένε αυτές; Δεν γράφω τα χωριά τους, τα ονόματα.

Γ.Α.:

Η Λίτσα.

Π.Π.:

Η Λίτσα, ήταν του παπά από τη Ρύζιανη.

Γ.Α.:

Η Δήμητρα.

Π.Π.:

Η Δήμητρα από την Φασκομηλιά.

Γ.Α.:

Η Ελένη.

Π.Π.:

Η Ελένη από την Νέα Σελεύκεια.

Γ.Α.:

Και η Γεωργία.

Π.Π.:

Και η Γεωργία από την Κεραμίτσα.

Γ.Α.:

Εδώ δεν είσαι εσύ;

Π.Π.:

Όχι, δεν είμαι.

Γ.Α.:

Εδώ πού είσαι σε αυτή τη φωτογραφία;

Π.Π.:

Εδώ, δεν βλέπεις τι θερία κοπελάρα είμαι. Εδώ οι γονείς μου, δεν έχω πιο παλιές.

Γ.Α.:

Εδώ πού είσαι;

Π.Π.:

Εδώ είμαι κάτω στο χωριό μου, στην Σκορπιώνα, εκεί. Αυτό είναι, να ξέρεις, στο σπίτι τώρα που είναι η θεία σου, ο Μήτσος, η Ρίκω. Από την κάτω μεριά, ήταν η αδερφή της Ρίκης εκεί που μένει και μας έβγαζε φωτογραφίες. Δεν θυμάμαι ποιος μας έβγαλε τώρα, γιατί βγάζαμε τις φωτογραφίες μας, κάτι μας είχαν υποχρεώσει να βγάλουμε φωτογραφίες. Πώς είμαι κι εγώ! Σαν σκιόρεμα.

Γ.Α.:

Δεν βγάζατε συχνά φωτογραφίες;

Π.Π.:

Όχι! Ποιος θα μας έβγαζε; Ήταν κανένας φωτογράφος; Εγώ δεν έχω φωτογραφίες από τον γάμο μου. Μια-δυο φωτογραφίες έχω από τον γάμο μου όλες κι όλες. Δεν είχε φωτογράφους τότε, Γιάννα! Ποιος θα μας έβγαζε φωτογραφίες, Γιάννα;

Γ.Α.:

Κι όλες αυτές που έχεις, τις παλιές εννοώ, πώς, ποιος τις έβγαζε;

Π.Π.:

Είχε έρθει ένας φωτογράφος εκεί στο χωριό κάποτες, πέρναγε κάνας φωτογράφος και μας έβγαζε της στιγμής τις φωτογραφίες. Αυτές εδώ είναι από το Πλαίσιο. Εντάξει, στο Πλαίσιο βγάζαμε, ήταν ένας φωτογράφος εκεί, τον πληρώναμε, τις πληρώναμε αυτές, 3 δραχμές τη μία, 5 δραχμές μία, δεν θυμάμαι, αυτές τις πληρώναμε. Μας έβγαζε ο φωτογράφος εκεί που είχε το περίπτερο, είχε και φωτογραφική μηχανή. Ένας εκεί στο Πλαίσιο απ’ όξω από τη σχολή είχε ένα περίπτερο και αυτός έκανε και τον φωτογράφο. Και του λέγαμε και μας έβγαζε. Βγαίναμε εκεί έξω και μας έβγαζε φωτογραφίες ο κυρ-Νίκος.

Γ.Α.:

Και εσύ πώς τις πλήρωνες αυτές;

Π.Π.:

Τις πληρώναμε σ’ αυτόν. Όλες μαζεύαμε τα λεφτά, πόσες φωτογραφίες πήρα εγώ; Δύο. Πόσες πήρες εσύ; Τρεις. Πόσες πήρες εσύ; Μία. Και δίναμε τα λεφτά πόσες φωτογραφίες παίρναμε καθεμιά. Εκεί στο Πλαίσιο βγάζαμε φωτογραφίες. Αυτές έχω εγώ, πρέπει να έχω κι άλλες κάτω στο χωριό. Κάπου βρήκε η Ευανθία τώρα που ήρθε κάτω και καθάρισε στο σπίτι εκεί, και βρήκε φωτογραφίες εκεί, τις είχε η μάνα μου, γιατί τότε που ήμουν ανύπαντρη, κάτω στη μάνα τις πήγαινα τις φωτογραφίες. Τώρα αυτές πώς βρέθηκαν εδώ σ’ εμένα; Δεν περίμενα να τις βρω, να τις έχω εδώ. Και μου λέει η Ευανθία «Έχεις πολλές φωτογραφίες κάτω», μου λέει. «Στο σπίτι τις είχε η μάνα, στην τσάντα μέσα», μου λέει, «και τις βρήκα», μου λέει. Μερικές μου τις είχε στείλει, αλλά όχι στο τηλέφωνο στο δικό μου, στο τηλέφωνο του Μάνθου. Μου είχε στείλει πολλές φωτογραφίες η Ευανθία, που ήμασταν με τον πατέρα μου και τη μάνα μου, παλιές φωτογραφίες. Δεν ξέρω, είναι κι άλλες από την σχολή, δεν ξέρω αν έχει κι άλλες η Ευανθία από τη σχολή.

Γ.Α.:

Σου αρέσει να τις βλέπεις;

Π.Π.:

Να σου πω, κάποτε κάποτε πρέπει να τα βλέπεις κι αυτά να θυμάσαι τα νιάτα σου. Ωραία είναι να έχεις κάτι παλιό να το βλέπεις, να το θυμάσαι. Τώρα λες πού είναι αυτή η κοπέλα, πού πάει εκείνη, πού είναι η άλλη. Ρωτάω, όμως, αυτές από την Κορίτιανη, γιατί είχαμε πολλά κορίτσια από την Κορίτιανη, παντρευτήκανε, άλλες είναι στην Γερμανία, άλλες εδώ στο χωριό. Παντρεύτηκαν σε διάφορα χωριά, μου λένε. Ρωτάω συνέχεια, γιατί βρίσκω συγγενείς των κοριτσιών στην Ηγουμενίτσα και τους ρωτάω για τα κορίτσια. Τώρα έχουν παντρευτεί όλες, έχουν όλες εγγόνια, έχουν τέτοια. Η Γεωργία, αυτή η Τσάβου, όταν πήγα εγώ στη σχολή, ήταν 18 χρονών. Μια ψηλή, μια ωραία κοπέλα, πολύ ωραία ήταν, από τότες ήταν μια γυναικάρα, μια κοπελάρα πολύ όμορφη. Αλλά αυτή είχε πάει, είχε δυο χρόνια, τρία γρηγορότερα από μένα. Εγώ ήμουν ακόμα στο δημοτικό όταν, ήμουν 9 χρόνων όταν είχε πάει η Γεωργία εκεί, και όταν πήγα εγώ την βρήκα 18 χρονών. Την Γεωργία, την Δήμητρα, ήταν κι άλλες στην Φασκομηλιά, την Γιαννούλα. Έχω κι άλλες φωτογραφίες με την Γιαννούλα από την Φασκομηλιά. Και με την Δήμητρα, και μια άλλη κοπέλα Άννα από το Μαργαρίτι, πρέπει να έχω φωτογραφίες κάτω στη μάνα μου, κάτω στο σπίτι, τις έχουν τα παιδιά τώρα κάτω, ο αδερφός μου.

Γ.Α.:

Όταν πηγαίνατε, φεύγατε για διακοπές, με τι πηγαίνατε;

Π.Π.:

Με το λεωφορείο. Κάθε Πέμπτη είχε λεωφορεία και γυρίζαμε Σάββατο βράδυ στο Πλαίσιο. Όταν ήταν να πάμε, να φύγουμε πάλι για τη σχολή, παίρναμε το λεωφορείο Σαββάτο από την Ηγουμενίτσα, και το Σαββάτο βράδυ μετά έφευγε τις 17:00 η ώρα από το, από ’κει, και 18:00 ήμασταν στο Πλαίσιο. Μία ώρα είναι το Πλαίσιο-Φιλιάτες, δεν είναι μακριά. Είχα ξαναπάει πάλι με τον Παναγιώτη, με τον Παναγιώτη, με τον Κώστα. Ναι, είχαμε πάει στην Σαγιάδα, μας πήγε ο Παναγιώτης στα Σύβοτα, φάγαμε, από ’κει μας πάει στην Σαγιάδα για καφέ και από την Σαγιάδα «Τώρα θα δεις που θα σε πάω, μανούλα», μου λέει. «Πού», του λέω εγώ. Γιατί τους μιλάω συνέχεια για το Πλαίσιο, για τα κορίτσια, κάναμε και ράναμε, αυτά. «Θα σε πάω στο Πλαίσιο, μαμά». Κι εγώ δεν το πίστεψα. Κοιτάω εγώ τον δρόμο όπως πηγαίνα[01:30:00]με. Έτσι να κλείσω τα μάτια τώρα, ξέρω πόσες στροφές έχει, πού πετάγαμε τα σκουπίδια, όλα τα θυμάμαι, τα πρώτα σπίτια που βρίσκουμε, την πλατεία, όλα, όλα. Δηλαδή άμα πάω, τώρα θα σου πω ’κει τούτο, ’κει, τα γνωρίζω όλα, όλα υα θυμάμαι. Και με πήγε ο Παναγιώτης στην πλατεία. «Εδώ από κάτω, μαμά, ήσουν εσύ». «Ναι», του λέω. Τώρα αυτό έχει γίνει αρχαιολογικός χώρος, το έχουνε κάνει τώρα το «Σπίτι Παιδιού», βιβλιοθήκη το έχουν κάνει, κάτι ίδρυμα το έχουν κάνει άλλο. Και του λέω «Ναι, εδώ», του λέω. Τώρα, μου λέει, θα, κατεβήκαμε μετά από εκείνο να «Πάμε στο σπίτι που έμνεισκες, μαμά», μου λέει. Τον πήγα και στο σπίτι που μέναμε. Έγινε άσφαλτος, τότε ήταν όλο χαλίκια, πάταγες εδώ και βρισκόσουν εκεί κάτω. Τώρα ήταν όλο άσφαλτος, χρόνια τώρα, πότε είχαμε πάρει το Hyundai εμείς, την πήραμε εμείς το ’99, το αυτοκίνητο που πήραμε, την κούρσα, και μας πήγε ο Παναγιώτης. «Πού θες να σε πάω, μανούλα, πες μου τώρα θα σε πάω όπου θέλεις», μου λέει. Εγώ, εντάξει, πήγαμε στα Σύβοτα, πήγαμε Σαγιάδα, λέω θα πάμε σπίτι. «Όχι, έχουμε κι άλλη μια, θα σε πάω και στο Γηρομέρι». «Νυχτώσαμε», του λέω, «τι Γηρομέρι, άλλη φορά στο Γηρομέρι θα πάμε», του λέω. «Θα σε πάω και στο Γηρομέρι, που ήταν η σχολή εκεί». Γιατί τους μίλαγα στα παιδιά, ποιες σχολές ήταν. «Ναι, να με πας και στο Γηρομέρι», του λέω εγώ. «Θα σε πάω εγώ, ρε μανούλα, όπου θες εσύ», μου λέει. Πάντα, ότι να μιλάγαμε εδώ και μετά πήραμε το αυτοκίνητο, μας πήγαινε παντού. Και με πήγε μέχρι το σπίτι, γιατί είχε πέσει από τον σεισμό, ρημαδιό είχε γίνει!

Γ.Α.:

Ποιον σεισμό;

Π.Π.:

Δεν ξέρω πότε είχε κάνει σεισμός. Ναι, είχε κάνει σεισμός, δεν ήμουνα κι εγώ είχα φύγει από το Πλαίσιο. Και είχε σκοτωθεί και μια κοπελίτσα που δουλεύαμε μαζί, μια Αλεξάνδρα, Τσάντα την λέγανε, εμείς Αλεξάνδρα την λέγαμε, αυτοί εκεί πέρα τις Αλεξάνδρες, τις λένε Τσάντες. Και ήταν μια καημένη. Ο πατέρας της ήταν έτσι άρρωστος, δεν έβγαινε καθόλου την ημέρα, το βράδυ έβγαινε ’κείνος εκεί ο καημένος. Κι είχε μια μανούλα, δούλευε, δούλευε σκληρά η μανούλα της. Παντού, όπου ήθελαν, αυτή τη γυναίκα, την μάνα της Τσάντας έπαιρναν. Κι αυτή δούλευε στο ταπητουργείο η καημένη κι έπεσε ο σεισμός και την πλάκωσε. Είχε κι άλλη μια αδερφή πιο μικρή, η άλλη δεν έπαθε τίποτα, αυτή δεν πρόλαβε να βγει και είχα μάθει έτσι, είχα μάθει και του λέω «Για, εδώ σκοτώθηκε μια κοπελίτσα», του λέω του Παναγιώτη, κατέβαινε τον κατήφορο, άσφαλτο. Αφού πας μέχρι την Κώτσικα κάτω, μέχρι την Αλβανία πας με το, έχει άσφαλτο, δρόμο. Πιο κάτω από το Πλαίσιο είναι ένα χωριό που το λέγαν Κώτσικα. Εκεί μένανε οι βλάχοι, που ερχόταν τον χειμώνα οι βλάχοι και ξεχειμωνιάζαν τα πρόβατά τους, τα γίδια, ξέρω τι είχαν, και το καλοκαίρι φεύγαν, πήγαιναν στα βουνά. Και μας πήγαιναν εκδρομές με τα πόδια εμάς εκεί σε αυτό το μέρος, εκεί κάτω. Και τώρα μου λέει, και με πήγε ο Παναγιώτης, και ήταν άσφαλτος μέχρι εκεί που εμείς πηγαίναμε με τα πόδια, που ήταν όλο χωματόδρομος, είχε γίνει άσφαλτος. Και είδαμαν τα σπίτια εκεί, κάτι, τότες μου μένανε ο κόσμος εκεί ήταν κάτι, νοικοκυρεμένα καθαρά, αυλές, έξω ασπρισμένες, περιποιημένα, τις πόρτες βαμμένες, ωραίες. Εκεί τα σπίτι δεν τα βλέπεις μέσα τι είναι, έχουν όλο μάντρες γύρω γύρω, είναι μαντροκλεισμένα τα σπίτια, δεν βλέπεις εκεί να περάσεις, όπως είναι τα δικά μας, έτσι ανοιχτά, που δεν έχουμε, εκεί ήταν 2 μέτρα μάντρα είχε απ’ έξω. Τι θα έβλεπες! Ήταν η εξώπορτα έξω, δεν έμπαινες εύκολα μέσα, ήταν κάστρα τα σπίτια τους. Είχαν πέσει όλα, είχαν ρημάξει, φύγανε οι μεγάλοι, οι νέοι, πεθάναν οι μεγάλοι, τι θα ’καναν οι νέοι. Περισσότερο εδώ Ηγουμενίτσα, όλοι Πλαίσιο, και το Φιλιάτι, και τα Γιάννενα, όλο Πλαίσιο θα βρεις. Έχουν δημιουργηθεί οι άνθρωποι, είχαν μυαλό και δημιουργηθήκανε.

Γ.Α.:

Όσο ήσουνα εκεί, στο Πλαίσιο, στη σχολή, πηγαίνατε εκκλησία;

Π.Π.:

Ναι, κάθε Κυριακή, υποχρεωτικά. Α, καλά. Φεύγαμε από τη σχολή, από την εκκλησία; Βαρετά ήταν! Κάθε Κυριακή, νταγκ, νταγκ ο παππάς στην εκκλησιά να πάμε. Ντυμένες όλες, στην αρχή ήμασταν, ντυνόμασταν άσπρη μπλούζα, μαύρη φούστα, λες και θα πηγαίναμε για παρέλαση. Ήταν της σχολής αυτά, με τις ρόμπες, με τα μπλε κι αυτά. Μετά μας αφήσαν με τα ρούχα μας, δεν μας είχαν πειθαρχία μετά για να πηγαίναμε με στολές και με τέτοια στην εκκλησία λες και ήμασταν προσκοπάκια! Πηγαίναμε με τα ρούχα μας μετά. Καλά λέω! Κάθε Κυριακή, μια Κυριακή λέγαμε να κοιμηθούμε το πρωί, χτύπαγε κι ο παπάς την καμπάνα. Οι δασκάλες τίποτα «Αύριο», λέει, «τάδε ώρα θα είστε εδώ να πάμε στην εκκλησία». Μια Κυριακή μάς πήγαινε η μια η δασκάλα, μια Κυριακή η άλλη, πιο πολύ οι ανύπαντρες μας πάνε, για αυτές που ήταν παντρεμένες δεν παραπήγαινε. Η κυρα-Όλγα τι να πήγαινε, είχε τα μικρά τα παιδάκια της, είχε και τη μανούλα της εκεί που κοίταγε τα παιδάκια της. Κι η κυρα-Νίκη είχε τη μανούλα της, την κυρα-Λένη. Η κυρα-Όλγα είχε την Ολυμπία, η κυρα-Νίκη είχε την κυρα-Λένη, τις μάνες της, ήταν, δεν ήταν, είχαν πεθάνει ο πατέρας της και της μιανής και της αλληνής κι είχαν τις μάνες αυτές. Καλά, η κυρα-Νίκη δεν έχει κι άλλα αδέρφια, μια μόνη της ήταν. Δεν ξέρω, είχε πεθάνει στον πόλεμο ο πατέρας της, δεν ξέρω. Και υποχρεωτικά θα την είχε αυτή. Αλλά της κυρα-Όλγας, δεν ξέρω αν είχε άλλα αδέρφια κι αυτά.

Γ.Α.:

Και μετά την εκκλησία, τι κάνατε;

Π.Π.:

Μετά την εκκλησία, πηγαίναμε στο σχολείο, στη σχολή, εκεί που δουλεύαμε. Το κάτω όροφο, ήταν αδειανός, βάναμε πικάπ με δίσκους και χορεύαμε. Δίσκους, δημοτικά τραγούδια, όλο τέτοια. Συρτάκι, δημοτικά, και χορεύαμε μέσα στη σχολή. Πιάναμε τον χορό εκεί και χορεύαμε, μέχρι που πήγαινε η ώρα 14:00. Καθότανε να μαγειρέψει στο σπίτι, όποια ήταν… Μπορεί να έπεφτε εμένα Κυριακή, θα καθόμουν εγώ να μαγειρέψω, μπορεί να έπεφτε στην άλλη, θα καθόταν η άλλη. Και χορεύαμε μέχρι να περάσει η ώρα να πάμε να φάμε. Πηγαίναμε τρώγαμε, ξανά το απόγευμα πάλι απάνω. Μα θα μαζεύαμε κουβάρια για να τα έχουμε έτοιμα τη Δευτέρα, δεν καθόμασταν. Σαββάτο και Κυριακή που δεν δουλεύαμε στο ταπητουργείο. Καλά, το Σάββατο κάναμε καθαριότητα. Οι μισές κάναμε στο σπίτι που κοιμόμασταν κι αυτά, κι οι άλλες μισές πηγαίναμε στη σχολή επάνω και καθαρίζαμε όπως έπεφταν από λουλούδια, γλάστρες. Λουλούδια εκεί ωραία, όλο γλάστρες στο μπαλκόνι, ήταν μεγάλο μπαλκόνι κι αυτά. Καθαρίζαμε από πάνω τη σχολή, που σκουπίζαμε μέχρι κάτω στον δρόμο. Έπρεπε να το πλένουμε όλο με το λάστιχο, βάναμε λάστιχο και πλέναμε τις αυλές. Να καθαρίσουμε τα λουλούδια, τα κιτρινιάδια κι αυτά. Δεν καθόμασταν, είχαμε καθαριότητα Σαββατοκύριακο. Σαββάτο κι απέ την Κυριακή θα είχαμε εκκλησία, και μετά να μαζέψουμε κουβάρια για να τα έχουμε για τη Δευτέρα για να δουλέψουμε στους αργαλειούς. Καθεμιά, εγώ δούλευα μ’ εσένα, θα μάζευα μ’ εσένα, η άλλη δούλευε με την άλλη, θα μάζευε με την άλλη τα κουβάρια της. Είχαμε ανέμες, βάζαμε τις ανέμες και τα μαζεύαμε. Όταν ξεκίναγε το χαλί, ήταν καλά, αλλά στην αρχή, μέχρι να το τέτοιο, να μαζέψεις πόσα κουβάρια, τόσα χρώματα είχε αυτό. Να μαζέψεις τα στημόνια, να μαζέψεις εκείνα, κάθε μέρα εδώ, τα χέρια, τέτοιο από το σκοινί, σε πονούσαν. Κάναμε τέτοιες δουλειές τις Κυριακές. Το πρωί μέχρι το μεσημέρι καθόμασταν εκεί να παμε να φάμε να γλεντήσουμε και μετά το απόγευμα, μέχρι αργά, μάζευες τα κουβαράκια σου, να τα έχεις έτοιμα για τον αργαλειό σου το πρωί, να κάνεις τις προετοιμασίες. Γιατί κάθε Κυριακή μαζεύαμε, δεν μαζεύαμε τις άλλες μέρες, γιατί χαζομεράγαμε. Λέγαμε ποια θα περάσει η μία την άλλη, βάναμε συναγωνισμό εκεί. Εκείνη έγραψε τριάντα σειρές σήμερα, εγώ γιατί να γράψω είκοσι. Εκείνη έγραψε σαράντα, εγώ γιατί να γράψω τριάντα, παραδείγματος χάριν. Και βάναμε συναγωνισμό ποιος θα βγάλει περισσότερες σειρές. Κάναμε και λαθάκια, όταν βιαζόμασταν, κάναμε λαθάκια. Εφόσον οι καημένες οι δασκάλες ξήλωναν και τα ξαναφτιάχναν πάλι αυτές, να μη φαίνεται τίποτα. Για να βιαστούμε, να περάσουμε η μία την άλλη. Τις σειρές, να πάρουμε λεφτά περισσότερα.

Γ.Α.:

Και ποιος σας έδινε παραγγελία για τα…;

Π.Π.:

Η Πρόνοια. Τα έφερναν εδώ τα γραφεία, εδώ αυτές. Ό,τι έφερναν εκεί πέρα, οι δασκάλες μετά ασχολούνταν αυτές, να τα ρίξουν, να τα μαζέψουν, να τα βάλουν πάνω στους αργαλειούς, για να ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Τα βγάζαμε μετά, τα στρώναμε πάλι έξω, τα γυρίζαμε από την ανάποδη τη μεριά και μετράγαμε τις σειρές μία μία. Τις σειρές, πόσο έχει το χαλί να δει μην έκανε κάνα λάθος, παραδείγματος χάρη. Και άμα ήταν, μας έστελναν τα λεφτά περισσότερο, άμα ήταν, μας τα κράταγαν τα λεφτά. Άμα γράφαμε ψέματα, παραδείγματος χάρη, ότι κάναμε είκοσι σειρές και γράφανε τριάντα, στο τέλος αυτό έβγαινε έλλειμμα. Πολλές φορές εγώ, εδώ στην Μαζαρακιά, πάντα έβγαζα περισσότερα τέτοια. Έγραφα είκοσι και είχα κάνει είκοσι πέντε σειρές. μου λέει η δασκάλα, και μου λέει «θέλω σου μιλήσω», μου λέει. Αυτές εδώ νόμιζαν στηΝ Μαζαρακιά ότι θέλει να μου μιλήσει ότι έκανα είκοσι και έγραφα είκοσι πέντε εγώ, παραδείγματος χάρη. Και μου λέει η δασκάλα «Όχι», μου λέει εμένα. «Τι», της λέω, «έκανα λάθος», της λέω, «δεν μέτραγα καλά όταν έφευγα;». «Όχι», μου λέει εμένα, «έχεις να πάρεις πολλά λεφτά», μου λέει, «έχεις να πάρεις πολλά λεφτά», μου λέει, «γιατί δούλευες, δούλευες», μου λέει, «και δεν θυμόσουν τι σειρές έκανες». «Έκανες τριάντα σειρές, έγραφες είκοσι, έγραφες είκοσι δύο». «Μωρέ, να πάρω, δώσ’ μου», της λέω, «αλλά μη μου κρατήσεις στο τέλος το μηνιάτικο όλο», της λέω. «Όχι, είναι να πάρεις περισσότερα λεφτά», μου λέει η δασκάλα, εδώ στην Μαζαρακιά. Επειδή βιαζόμουν, έφευγαν όλοι και καθόμουν μόνη μες στον αργαλειό και ξέχναγα τι να γράψω. Μου έβανε το σημάδι, της λέω «Βάνε το σημάδι εδώ, κυρα-Κατίνα», της λέω, «γιατί, δεν ξέρω, πολλές φορές δεν θυμάμαι». Γιατί την άλλη μέρα, θα ερχόταν η άλλη κοπέλα που θα δουλεύαμε μαζί μέχρι τις 14:00 η ώρα. Μου ’βανε το σημάδι η κυρα-Κατίνα. Το πρωί που ερχόταν, έβλεπε το σημάδι, πού μου ’βανε και πού έφτανα εγώ πάνω στο σχέδιο, έβλεπε το σχέδιο εκεί κι έβανε το σημάδι εκεί πάνω. Μου λέει «Δεν τις γράφεις καλά τις σειρές», μου λέει εμένα. «Έχεις πολλές σειρές εκεί μέσα», μου λέει. Και μετά στο τέλος που έβγαινε το χαλί, αφού ήξερε τώρα, αφού δουλεύαμε δυο μήνες, τρεις, ήξερε πόσες σειρές βγάζαμε με την άλλη την κοπέλα, και πόσες θα ’κανα μόνη μου. Και στο τέλος μου έβγαζε σειρές και μου έδινε περισσότερα λεφτά. Κι άμα γράφαμε και ψέματα, στο τέλος πάλι εσύ βρίσκεις, δηλαδή έγραφα εγώ σήμερα είκοσι σειρές κι έκανα δεκαπέντε, μου λέει «Δεν έκανες δεκαπέντε, έκανες είκοσι». Όχι, εδώ στην Μαζαρακιά έπαιρνα καλά λεφτά. Έπαιρνα και 100 και 110 χιλιάδες τον μήνα, αλλά δούλευα και πολλές ώρες. Από τις 07:00 η ώρα μέχρι τις 17:00 η ώρα. 17:30 η ώρα, 17:15 έκλεινα και εγώ την τέτοια, έπαιρνα το κλειδί και έφευγα μετά από τη σχολή. Πέρναγε το λεωφορείο κάτω. Είχαμε λεωφορείο και περνάγαμε, τώρα τίποτα! Ούτε λεωφορείο, ούτε τίποτα. Ευτυχώς που πηγαίνουν τα παιδάκια τώρα σχολείο και έχει λεωφορείο, μετά θα κοπεί κι [01:40:00]αυτό, δεν θα έχουμε τίποτα, όπως δεν είχαμε το καλοκαίρι, δεν είχαμε το Πάσχα, δεν είχαμε τα Χριστούγεννα, δεν είχαμε ποτές. Έτσι είναι τα χωριά, έχουν και τα καλά τους.

Γ.Α.:

Στην Γερμανία δεν έχεις πάει τώρα λόγω κορονοϊού;

Π.Π.:

Ναι, λόγω κορονοϊού πάει η Γερμανία. Την χάσαμε εφέτο, θα πάμε και του χρόνου, δεν θα του χρόνου; Θα κάνουμε χειμώνα ξανά εδώ του χρόνου; Φέτος κάτι κάναμε, είχαμε και τις ελιές, πέρασε ωραία. Του χρόνου δεν θα έχουμε κι ελιές. Να έχουμε ξύλα μονάχα, να πάρουμε καμία δεκαριά τόνους ξύλα να καίμε. Δεν έχει Γερμανία, άμα φύγει ο κορονοϊός θα πάω, Γιάννα, αν δεν φύγει ο κορονοϊός... Κι αν κάναμε το εμβόλιο, ξέρω και ’γω. Θα το κάνουμε εμείς, δεν θα το κάνουμε. 60 μέχρι 64 κάτι είπε απόψε για το εμβόλιο. Εμάς τους 70άρηδες δεν μας πιάνει ακόμα. 70, 69. Τι 69, τι 70 για έναν χρόνο, χάλασε η δουλειά. Τι να σου πω άλλο, τώρα. Ερώτηση.

Γ.Α.:

Δεν έχω να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Αν θέλεις κάτι να προσθέσεις.

Π.Π.:

Τώρα δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω, Γιάννα. Τα επόμενα θα τα πούμε μετά από 10 χρόνια, όταν θα πάμε 80. Τώρα τελειώσαμε για σήμερα, δεν έχω κάτι άλλο. Άμα εσύ θέλεις, έχεις περιέργεια για κάτι άλλο, πες μου να το θυμηθώ να σ’ το απαντήσω.

Γ.Α.:

Δεν θα σε κουράσω άλλο, πήγε κι αργά.

Π.Π.:

Να ’σαι καλά.

Γ.Α.:

Ευχαριστώ πολύ.

Π.Π.:

Παρακαλώ, κορίτσι μου. Να ’σαι καλά και ό,τι επιθυμείς.