© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Γιώργος Ροκάς: Το Καταφύγιο της Αστράκας

Κωδικός Ιστορίας
10793
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Ροκάς (Γ.Ρ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/07/2022
Ερευνητής/τρια
Χρυσάνθη Νίκα (Χ.Ν.)
Χ.Ν.:

[00:00:00]Ωραία, πες μου λίγο το όνομά σου ολόκληρο.

Γ.Ρ.:

Εγώ είμαι ο Γιώργος ο Ροκάς.

Χ.Ν.:

Εγώ είμαι η Χρυσάνθη Νίκα, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και είμαστε στο καταφύγιο της Αστράκας, 18 Ιουλίου του 2022, με τον Γιώργο Ροκά. Στην αρχή μπορείς να πεις λίγα λόγια για το ποιος είσαι, πού γεννήθηκες, πώς μεγάλωσες.

Γ.Ρ.:

Λοιπόν, αν θα σας έλεγα και με ρωτούσατε πώς ξεκίνησα την ενασχόλησή μου γενικότερα με τα βουνά, θα πρέπει να πάμε πολύ πίσω, Χρυσάνθη. Στα παιδικά μου χρόνια και στα παιδικά μου βιώματα που προέρχονται από ένα χωριό τελείως ορεινό. Λέγεται Παλαιοχώρι Συρράκο, είναι σε μία περιοχή που ενώνονται τα Τζουμέρκα με το όρος Περιστέρι. Ένα χωριό που -φαντάσου- θυμάμαι αμυδρά εποχή που δεν είχε καν ηλεκτροδότηση. Και στο σπίτι του παππού μου πηγαίναμε ούτε καν με αυτοκίνητο, αλλά είτε με τα πόδια μας είτε με τη φοράδα που είχε ο παππούς μου που ερχόταν και μας βοηθούσε και φόρτωνε τις βαλίτσες, σάκους ταξιδιωτικούς, μεταφοράς και τα λοιπά. Και αυτή η εικόνα ήταν όχι μόνο για το δικό μου το σπίτι, έτσι; Πηγαίναμε με το λεωφορείο στο χωριό και ήταν οι παππούδες που περίμεναν με τα μουλάρια τους και με χαρά μεγάλη και διασκορπιζόμασταν στα σπίτια. Ένα ιδιαίτερο χωριό, το οποίο είναι πολύ αραιοκατοικημένο, δηλαδή δεν είναι σύνηθες ελληνικό χωριό. Έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η οικονομία του, η οποία ήταν, ας πούμε, μικρής εμβέλειας κτηνοτρόφοι και γεωργοί ή και τα δύο. Είχανε και λίγα χωραφάκια και λίγα ζώα και το συνδύαζαν όλο αυτό και είναι, ας πούμε, να το πούμε χρησιμοποιώντας μία διαφορετική λέξη, σαν φάρμες ας πούμε σήμερα. Των πέντε, δέκα στρεμμάτων, ανάλογα και την περιουσία του καθενός. Με το σπίτι στο κέντρο θεωρητικά και γύρω-γύρω πεζούλες, γιατί είναι σε μία πλαγιά, και πραγματικά δεν καταλάβαινες καν ότι είσαι σε χωριό. Δηλαδή οι παιδικές μου μνήμες είναι από ένα απομονωμένο σπίτι στο πουθενά, ας πούμε, που ο κοντινότερος γείτονας-φίλος μου ήτανε μία ώρα με τα πόδια, πιο κοντά. Τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα. Και κάθε μέρα, όταν ήμασταν, που πηγαίναμε διακοπές εκεί για να βρεθούμε όλοι οι νέοι, φαντάσου, περπατούσαμε από μία ώρα, σαράντα λεπτά, ανάλογα πού έμενε ο καθένας, για να βρεθούμε στο κέντρο στο χωριό που ήταν το πολιτιστικό κέντρο - η νεολαία - και το βράδυ για να ακούσουμε μουσική και τα λοιπά. Οπότε έχω μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον κοντά στη φύση, κοντά στο βουνό και οι πρώτες εκδρομές στο βουνό έγιναν με τον πατέρα μου και με παιδιά από το χωριό, με άλλους πατεράδες, που μας πήγαν να μας δείξουν πού βόσκαγαν τα πρόβατα με τους παππούδες. Συμπτωματικά, ο δικός μου πατέρας και οι γονείς οι άλλοι που μας έδιναν όλη αυτήν την εμπειρία ήταν άνθρωποι που μέσα από τις δυσκολίες της ζωής μεγαλώνοντας σε μία τέτοια σκληρή και φτωχή οικονομία τελείως, συμπτωματικά ήταν όλοι τους άνθρωποι που είχαν σπουδάσει, προσπαθώντας, βλέποντας τις σπουδές σαν μια διέξοδο από τη δύσκολη και σκληρή ζωή της επαρχιωτικής αυτής ζωής. Έτσι, μας πήγανε βόλτα οι ίδιοι για πρώτη φορά στο βουνό, επάνω στο Περιστέρι και σε περιοχές όπου ήταν οι στάνες των παππούδων τους και των πατεράδων τους με αφηγήσεις ιστοριών και τα λοιπά. Οπότε από πολύ μικρός έχω εμπειρίες ορεινές, εμπειρίες βουνίσιες. Εμπειρίες όχι βέβαια ορειβατικές με την έννοια που έγιναν αργότερα, αλλά πολύ συναφείς με τον χώρο, γιατί ήταν πάνω στο βουνό. Ήταν πολύ σημαντικές, λοιπόν, αυτές οι εμπειρίες και η συνύπαρξη με τους φίλους μου σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Στην πορεία, στο αστικό περιβάλλον πλέον, ένας πολύ καλός μου φίλος, που μεγαλώσαμε μαζί στη γειτονιά, πήγε για σπουδές στην Αθήνα και εκεί για πρώτη φορά γνώρισε το σπορ. Μαζί κάναμε κάποιες ορειβασίες. Πηγαίναμε στο Μιτσικέλι, πηγαίναμε σε διάφορα βουναλάκια εύκολα γύρω από τα Γιάννενα. Ακόμα και τον χειμώνα με πολύ πρωτόγονους εξοπλισμούς, με στρατιωτικές αρβύλες, με γκέτες από νάιλον σακούλες απορριμμάτων και με κολλητική ταινία, γιατί δεν είχαμε καν κανονικές γκέτες. Έχουμε κάνει πολλές κουταμάρες. Εκείνος, λοιπόν, στην πορεία, στις σπουδές του στην Αθήνα παρακολούθησε μία σχολή αναρρίχησης, μπήκε στον κόσμο της αναρρίχησης και στις διακοπές που βρισκόμασταν στα Γιάννενα μού το πέρασε και εμένα. Μου είπε τι έγινε και μαζί αρχίσαμε να κάνουμε μετά συνέχεια προπόνηση. Σκαρφαλώματα σε διαδρομές μέχρι κάποια στιγμή που φτάσαμε και σκαρφαλώσαμε και στα βουνά εδώ, στην Αστράκα, στην Γκαμήλα. Στην πορεία, πέρα από την αναρριχητική μου δραστηριότητα και αυτά, άρχισαν σιγά-σιγά, περνώντας τα χρόνια, και οι πρώτες μου έτσι δειλές επαγγελματικές εμπειρίες απ' τον χώρο. Σιγά-σιγά, γιατί απέκτησα και κάποιες γνωριμίες με τη συνεχή ενασχόλησή μου στο ορεινό περιβάλλον. Άρχισα να κάνω, να δουλεύω ως συνοδός σε κάποια τουριστικά γραφεία, να ανεβάζω κόσμο, να τους περνάω και να διασχίζουμε το βουνό προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόμα συνδέοντας και τον Σμόλικα κι εκείνα τα χωριά, της λάκκας Αώου. Και ξαφνικά, μέσα από αυτήν την δραστηριότητα μου και περνώντας από εδώ, φτάνουμε στην εποχή που το καταφύγιο έχει δοθεί με τη μορφή που λειτουργεί σήμερα, είναι έτοιμο προς ενοικίαση και εκεί με κάποιες συγκυρίες που συνέβησαν, φτάσαμε στο σημείο και ανέλαβα το καταφύγιο μαζί με την Αλεξάνδρα, που είμαστε εδώ τα δεκαοκτώ τελευταία χρόνια. 

Χ.Ν.:

Θα ρωτούσα, θυμάσαι κάποια από τις αναβάσεις που λες, όταν ήσουν πολύ μικρός στο Συρράκο; Ή θυμάσαι-

Γ.Ρ.:

Ναι, δεν ήταν πολλές. Μία, μία ήταν συγκεκριμένα αυτή που θυμάμαι, δύο, δύο. Αλλά ήτανε, οι εμπειρίες αυτές στο βουνό ήταν πολύ ωραίες, γιατί συμμετείχαν όλοι οι φίλοι μου. Οι φίλοι μου οι οποίοι ζούσαμε στο χωριό που πηγαίναμε. Και πηγαίναμε συνήθως ημέρες διακοπών και αυτές τις ημέρες όλα αυτά τα χωριά έχουν και ένα πανηγύρι και υπήρχε έτσι μία ευδιαθεσία γενικότερα. Οπότε η πρώτη εκδρομή που είχε γίνει, η πρώτη εκδρομή είχε γίνει ακριβώς στις στάνες που είχαν οι παππούδες μας. Η δεύτερη εκδρομή ήταν μία κυκλική ανάβαση που ανεβήκαμε, περάσαμε πάλι από τις στάνες και κατεβήκαμε από μία άλλη περιοχή που ήταν ένα πολύ παλιό μοναστήρι, του Αγίου Παντελεήμονα, που είναι πάνω στο βουνό. Τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς χρονολογίας, αλλά είναι σίγουρα 17ου αιώνα, ίσως και πιο πριν. Αυτές ήταν οι πρώτες εμπειρίες και κάποια στιγμή μετά, θυμάμαι, μας πέρασαν αυτή τη συνήθεια κάθε καλοκαίρι να μαζευόμαστε και να κάνουμε εκδρομές και μεγαλώνοντας το κάναμε και αυτόνομα πλέον η νεολαία, κάναμε εκδρομές στα ποτάμια μετά, κάναμε στα διπλανά χωριά κάμπινγκ και τα λοιπά.

Χ.Ν.:

Υπάρχει κάποια ανάβαση που έχει μείνει στη μνήμη σου;

Γ.Ρ.:

Κοίταξε, όλες οι αναβάσεις που έχω κάνει είναι στη μνήμη μου πολύ καλά. Αυτό, σίγουρα θυμάμαι πάντα διαφορετικά την πρώτη φορά που ήρθα σε αυτό εδώ, το συγκεκριμένο το βουνό, και στην περιοχή του καταφυγίου. Μία ιστορία που θα σου την ξαναπώ. Λοιπόν, με τον φίλο μου τον Δημήτρη αποφασίζουμε κάποια στιγμή... Ο Δημήτρης ήταν πιο έμπειρος από μένα, είχε περισσότερες εμπειρίες, γιατί εγώ, ας πούμε, είχα την εμπειρία με τον πατέρα μου στο βουνό, αυτός με τον πατέρα του, επειδή ήταν και κυνηγός, αλλά και γραμμένος ο μπαμπάς του στον Ορειβατικό Σύλλογο Ιωαννίνων είχε συμμετάσχει σε μερικές καθαρόαιμες ορειβατικές εκδρομές, με ορειβάτες. Και ήδη εκείνος είχε έρθει μία φορά εδώ με τον πατέρα του σε ηλικία - τώρα ήταν δεκατριών χρόνων ή δεκατεσσάρων. Οπότε αυτή ήταν η εμπειρία στην παρέα μας, η εμπειρία του Δημήτρη στα δεκατέσσερά του χρόνια, γιατί εδώ ήρθαμε περίπου δύο χρόνια μετά, εγώ ήμουνα δεκαεπτά χρονών, δεκαέξι χρονών και ο Δημήτρης στα δεκαεπτά. Ήμασταν μαθητές Λυκείου, δεν είχε τελειώσει ακόμα το λύκειο. Οπότε τελειώνοντας το σχολείο, εγώ νομίζω ήμουν Β' Λυκείου ή Α' Λυκείου. Εγώ ήμουν Α' για Β' Λυκείου, ο Δημήτρης ήταν Β' για Γ' λυκείου, γιατί κανένας δεν είχε δώσει ακόμα Πανελλήνιες. Οπότε παίρνουμε την απόφαση. Μου το προτείνει ο Δημήτρης, μου λέει: «Θα πάμε να κάνουμε μία πολύ ωραία εκδρομή», μου λέει. «Για πες», του λέω. Μου λέει: «Θα πάμε στο Πάπιγκο, θα ανέβουμε. Έχει το καταφύγιο, θα κοιμηθούμε πρώτη μέρα στο καταφύγιο». Τώρα, για να δώσουμε ημερομηνία σε αυτό, ήτανε το '84, το 1984 - '85, αυτή η ιστορία. Ξεκινάμε, λοιπόν. Φαντάσου ότι και σήμερα η επικοινωνία του Πάπιγκου με τα Ιωάννινα μέσω λεωφορείου, σήμερα που μιλάμε, είναι κάθε δεκαπέντε μέρες. Μέχρι πριν, την προηγούμενη χρονιά, είχε μία φορά την εβδομάδα, ένα τόσο τουριστικό μέρος, πάραυτα αυτά επειδή ο κόσμος κινείται με άλλα μέσα δεν έχει κίνηση και δεν ήταν ανταγωνιστικό για το ΚΤΕΛ να βάλει περισσότερα λεωφορεία. Και τότε, λοιπόν, ήταν μία φορά τη βδομάδα. Πηγαίνουμε, λοιπόν, στο ΚΤΕΛ εμείς, χωρίς να το ξέρουμε αυτό και πάμε να βγάλουμε εισιτήρια για το Πάπιγκο. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει λεωφορείο για το Πάπιγκο και το μόνο λεωφορείο που βλέπουμε -γιατί ήμασταν αποφασισμένοι να το κάνουμε- ήταν στο Καλπάκι, το χωριό που είναι τώρα είκοσι-τόσα χιλιόμετρα από το Πάπιγκο. Και λέμε: «Θα πάμε και θα κάνουμε οτοστόπ». Ξεκινάμε, λοιπόν, την περιπέτειά μας η οποία ήταν τεράστια τελικά. Φεύγουμε, αφήνουμε όντως το λεωφορείο στο Καλπάκι και αρχίζουμε να περπατάμε στον κεντρικό δρόμο, στην άσφαλτο, μέσα στο λιοπύρι τώρα, να καίει, πηγαίνοντας και προσπαθώντας να κάνουμε οτοστόπ. Δεν σταμάτησε κανένας μέχρι τη διασταύρωση. Με το που στρίβουμε στη διασταύρωση για Μεσοβούνι, Αρίστη κτλ., μετά από λίγο πέρασε ένα αυτοκίνητο το οποίο πήγαινε Αρίστη. Και μας πήρε κατευθείαν ο άνθρωπος μέχρι την Αρίστη, εκεί μας άφησε. Για 'μας πλέον άρχισε η περιπέτεια, ήμασταν και μικροί και δεν βλέπαμε ούτε κινδύνους, ούτε... Το μόνο που λέγαμε το πολύ-πολύ να κάνουμε άλλη μία μέρα. Δεν υπήρχε η αίσθηση του χρόνου όπως είναι σήμερα και δεν είχαμε ακριβώς οριοθετήσει τους στόχους μας χρονικά. Οπότε ξεκινάμε να κατεβαίνουμε από την Αρίστη προς τον Βοϊδομάτη. Στον Βοϊδομάτη κάνουμε μία στάση, αφού φτάνουμε με τα πόδια, πλένουμε πόδια, δεν ξέρω τι, κάνουμε λίγο μία δροσιά, ξεκινάμε να ανεβαίνουμε και έχουμε και τη φαεινή ιδέα[00:10:00] να κόψουμε δρόμο. Να μην πάμε από την άσφαλτο και να κάνουμε ζιγκ-ζαγκ, για να κάνουμε λίγο πιο ευθεία διαδρομή, βγαίνοντας όπως κοιτάζουμε από κάτω δεξιά. Και πέφτουμε σε κάτι σάρες, σε κάτι απότομα. Μετά από, δεν ξέρω, λίγα μέτρα το μετανιώνουμε και όπως βλέπουμε τον δρόμο αριστερά, κόβουμε διαγώνια, βγαίνουμε στην άσφαλτο και λέμε: «Πάμε πάλι και όπου πάμε». Μετά από λίγο, πάλι αυτοκίνητο που σταματάει, αγροτικό, μας παίρνει στην καρότσα, φτάνουμε Πάπιγκο. Μεγάλο Πάπιγκο, εντάξει, τι;! Απ' το Μεγάλο Πάπιγκο στο Μικρό, πλέον ήταν δίπλα. Ξεκινάμε την ανάβαση. Μαζί μας τώρα, έτσι, δεν είχαμε φακό, γιατί δεν ήμασταν σωστά οργανωμένοι. Είχαμε πολύ βαριά σακίδια, με ψωμί ζυμωτό απ' τις μανάδες μας, κάτι κονσέρβες, κάτι τέτοια. Καμία σχέση η διαχείριση εξοπλισμού με τα σημερινά δεδομένα, που λέμε ελαφρύ σακίδιο, οργανωμένο και τα λοιπά. Ήταν ένα σακίδιο άσ' τα να πάνε. Ξεκινάμε λοιπόν. Πολύ σύντομα, βγαίνοντας από τη δεύτερη βρύση, δηλαδή επάνω απ' τον Τράφο, την τρίτη βρύση, συγγνώμη, τον Τράφο που τώρα δεν έχει νερό, αρχίζει και σουρουπώνει. Αρχίζει και σουρουπώνει, αλλά είχαμε γενικά, ήτανε φρέσκια η σηματοδότηση και είχε κάτι κόκκινα σημάδια τα οποία συνεχίζοντας, ακόμα και όταν έπεφτε το σκοτάδι, φαίνονταν στα μεγάλα βράχια ευδιάκριτα σχετικά ένα σημάδι που έδειχνε τη διαδρομή. Συνεχίζαμε, λοιπόν, να ακολουθούμε τα σημάδια, το σκοτάδι έπεφτε και ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι περπατούμε σε ένα πεδίο το οποίο δεν ήταν ακριβώς μονοπάτι πλέον και είχε γίνει και πιο κακοτράχαλο και με κλίση και προσπαθούσαμε να ακολουθήσουμε σημάδια. Και αυτά που νομίζαμε ότι ήταν σημάδια ανακαλύπτουμε ότι ήταν βρύα πάνω σε βράχους και χρωματισμοί του βράχου που δεν είχαν καμία σχέση με τη σηματοδότηση του μονοπατιού και εκεί συνειδητοποιούμε ότι μάλλον έχουμε χαθεί. Έχουμε χαθεί πάνω από την τελευταία βρύση, δηλαδή το ακούς σήμερα και σου φαίνεται αστείο, αλλά τότε εμείς δεν είχαμε καν εικόνα, ούτε χάρτες ούτε τίποτα. Δεν είχαμε καν την γνώση και την παιδεία και να είχαμε χάρτη να ξέρουμε, να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που βλέπουμε μπροστά μας και να διαβάσουμε έναν χάρτη. Έτσι, αποφασίζουμε με τα πολλά, αφού είχαμε αρχίσει να κουραζόμαστε και νύχτα, λέμε sleeping-bag έχουμε, φαγητό έχουμε, χορτάρι έχει, θα αράξουμε, να ξημερώσει. Το κακό είναι, όμως, ότι ήμασταν ακριβώς απέναντι από το καταφύγιο, σε πλαγιά στην οποία δεν μπορούσαμε να βρούμε κάπου να στρώσουμε σωστά τον υπνόσακο, τουλάχιστον όσο γίνεται πιο επίπεδα. Και ήμασταν σε μια πλαγιά με καλή κλίση, με αποτέλεσμα κάθε φορά που στρίβαμε μέσα στον υπνόσακο να γλιστράμε και καμιά δεκαριά πόντους και κάθε πυκνά χρονικά διαστήματα έπρεπε να ξανασερνόμαστε στην ανηφόρα και ούτω καθ' εξής, γιατί είχε αρκετή κλίση και το sleeping-bag πάνω στο χορτάρι δεν είχε καμία τριβή. Ήτανε, είχε πλάκα πολλή. Εν πάση περιπτώσει, κουτσά-στραβά κάπως χαλαρώσαμε, μέχρι που ξαφνικά άρχισαν να πετάνε κάτι πουλιά από πάνω μας. Έτσι, μέσα στη νύχτα τώρα, εκεί που είμαστε ταλαιπωρημένοι και τέτοια, βλέπουμε τα πουλιά, αρχίζουν να μας βάζουν σε μία εγρήγορση. «Τι είναι αυτό; Γιατί μας επισκέπτονται;». Ξέρεις τώρα, μικρά παιδιά, με μηδέν εμπειρίες. Και εκεί, όπως καθόμαστε, ξαφνικά βλέπουμε την απέναντι την πλαγιά, που είναι του Λάπατου, βλέπουμε ένα άσπρο σημάδι, μας φάνηκε εμάς, ένα άσπρο σημάδι που στην αρχή ήταν μικρό και σταδιακά μεγάλωνε. Μεγάλωνε και κάπως παράξενα, σαν μία βεντάλια, ας πούμε. Σαν να μεγάλωνε μια βεντάλια, σαν... Και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε και ούτε να ξεκαθαρίσουμε τι είναι αυτό. Και η φαντασία άρχισε να οργιάζει: «Μπορεί να είναι U.F.O., μπορεί να είναι...». Δεν μπορείς να φανταστείς τι σκέφτηκε το μυαλό μας και ήμασταν και -δεν το κρύβω- φοβισμένοι, είχαμε, ήμασταν μέσα σε μία άγρια φύση πιτσιρίκια χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία -εγώ προσωπικά-, αλλά και ο Δημήτρης, ήταν η πρώτη του φορά που κοιμόταν έξω έτσι. Σε ένα μέρος που πολύ λίγα ξέραμε, που ο Δημήτρης είχε έρθει μια φορά, που τελικά διαπιστώναμε ότι με μία φορά δεν είναι τίποτα, είναι τεράστιο το βουνό, είναι τεράστιες οι επιλογές, είχαμε ήδη πάρει το πρώτο σκληρό μάθημα. Και διαπιστώνουμε μετά από πολλά σενάρια φόβου, τι U.F.O., τι φαντάσματα από κοπάδια προβάτων τα οποία εμφανίζονται τη νύχτα - μα δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα και τώρα τι φαντασία ήταν αυτή που είχαμε, δηλαδή τρελό το τι λέγαμε - και ξαφνικά αυτό διαπιστώνουμε μετά από κάποια ώρα ότι ήταν το φεγγάρι, το οποίο έβγαινε πίσω από την Αστράκα. Και όπως περνούσε πάνω από το κεντρικό λούκι της Αστράκας που έχει ένα άνοιγμα, από εκεί μέσα διαχεόταν το φως και όσο ανέβαινε, αυτό μεγάλωνε-μεγάλωνε-μεγάλωνε και εμείς βλέπαμε σαν μια βεντάλια να μεγαλώνει. Εκεί, λοιπόν, χαλαρώσαμε, γελάσαμε, είδαμε το πόσο τρελά μπορεί να συμπεριφερθεί το μυαλό σε μία κατάσταση που πρώτη φορά ζεις και μάλιστα σε τέτοια ηλικία και εκείνες τις εποχές, έτσι;! Εν πάση περιπτώσει, ξυπνάμε το πρωί, έρχεται το πρωί, ξυπνάμε και βλέπουμε το καταφύγιο ήταν μπροστά μας στα διακόσια μέτρα και μάλιστα ήμασταν και λίγο ψηλότερα από το καταφύγιο. Ερχόμαστε, λοιπόν, στο καταφύγιο με χαρά και βγαίνει ο καταφυγιάς και μας βλέπει και μας συγχαίρει και λέει: «Μπράβο, ρε παιδιά, ήρθατε τόσο πρωί. Μπράβο. Ξεκινήσατε νύχτα, να 'στε πρωί». Και εμείς του λέμε: «Άσε, φίλε, τι πάθαμε». Και του εξιστορούμε το περιστατικό, όπως συνέβη. Καθίσαμε, λοιπόν, στην αυλή μετά από λίγο και εκεί είδα πρώτη φορά αυτόν τον τύπο. Λέω: «Καταφυγιάς. Τι κάνει αυτός ο άνθρωπος εδώ πέρα;», δεν μπορούσα να καταλάβω τι κάνει. Στο πουθενά κάθεται σε ένα καταφύγιο, δηλαδή πώς είναι ένας φαροφύλακας, πώς είναι- ; Κάπως έτσι, ήταν ένας τύπος που βγήκε-. Είχε πολύ λίγο κόσμο τότε το καταφύγιο, δεν είχε πολύ κόσμο εδώ. Δεν θυμάμαι κιόλας. Είχε άτομα σίγουρα, αλλά πολύ λίγους, στάνταρ πολύ λίγους. Καθόμαστε έξω, εδώ στην αυλή, φάγαμε κάτι από τις κονσέρβες μας, ελαφρύναμε, και ο επόμενός μας στόχος ήταν η Δρακόλιμνη. Λοιπόν, μετά από εδώ επόμενος στόχος η Δρακόλιμνη και η επόμενη προγραμματισμένη διανυκτέρευση στο μοναστήρι στο Στόμιο, για να πάμε μετά στην Κόνιτσα να πάρουμε το λεωφορείο. Τώρα, γιατί θέλαμε να κοιμηθούμε στο μοναστήρι, αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, γιατί από το μοναστήρι η Κόνιτσα είναι μία ώρα. Προφανώς γιατί δεν θα θέλαμε να κάνουμε ελεύθερο camping και να κοιμηθούμε κάπου κοντά στην πόλη και λέμε ότι την άλλη μέρα πρωί θα πηγαίναμε, θα παίρναμε το λεωφορείο και βόλευε και το λεωφορείο. Προφανώς, πάντως, θέλαμε να κοιμηθούμε στο μοναστήρι. Πάμε, λοιπόν, στη λίμνη, πολύ εύκολα. Εκεί, παρότι σήμερα, όπως ξέρουμε όλοι, απαγορεύεται η κολύμβηση, εμείς τι άλλο θα κάναμε; Μικρά παιδιά, δεν κάναμε τίποτε άλλο, παρά κολυμπούσαμε επί ώρες. Είχαμε φτάσει να βάζουμε διαγωνισμούς, αν θα μπορέσουμε να την περάσουμε -μεταξύ μας, με τον Δημήτρη- ποιος θα περάσει μακροβούτι τη μεγαλύτερη πλευρά της. Αφού την είχαμε κάνει δηλαδή, φαντάσου τις ακτίνες του ρολογιού γύρω γύρω. Βάζαμε διαγωνισμούς μετά με τα μακροβούτια, χωρίς φόρα, με φόρα. Έχουμε εξαντληθεί τελείως, τρώμε πάλι από τις κονσέρβες μας και αυτά και ανεβαίνουμε στην κορυφή, αριστερά της Δρακόλιμνης, όπως την βλέπουμε από εδώ που έχεις θέα κάτω. Βλέπεις και το μοναστήρι και τον Αώο, την Τραπεζίτσα και την Κόνιτσα και όλο το φαράγγι. Και σχεδιάζουμε το πώς θα πάμε εκεί. Εκεί, σε αυτή τη διαδρομή δεν είχε πάει και ο Δημήτρης ποτέ. Κι ο Δημήτρης είχε έρθει εδώ μέχρι το καταφύγιο και την Δρακόλιμνη που είχε πάει με τον πατέρα του και είχαν επιστρέψει. Από 'κει και πέρα ήταν άγνωστος τόπος και για τους δυο μας και είχαμε μία γενική πληροφόρηση για το πώς ελίσσεται το μονοπάτι. Και από 'κει και πέρα με το ένστικτό μας και προσπαθώντας να διαλέξουμε, όπως μας έλεγαν οι παλιοί, τον εύκολο δρόμο. Δηλαδή πας εκεί που πάει ο εύκολος δρόμος, δεν πας εκεί που πάει ο σύντομος δρόμος. Κοιτάς πού είναι το εύκολο, πού δεν είναι επικίνδυνο κτλ. Οπότε εκεί επάνω ανεβήκαμε, πάνω από τη Δρακόλιμνη, περισσότερο για να δούμε και το terrain και το πεδίο και να καταλάβουμε πώς πάει αυτό το μονοπάτι, όπως μας είχαν πει. Καταλάβαμε ότι έπρεπε να κατεβούμε, λοιπόν, από την άκρη της λάκκας του Τσουμάνη, να κάνουμε τραβέρσα από κάτω, γιατί είδαμε το πού ήταν το μοναστήρι και είδαμε χοντρικά πώς κατεβαίνει. Οπότε ξεκινάμε και λέμε: «Για να κόψουμε δρόμο τώρα-», αρχίζουμε πάλι τις ιστορίες. Για να κόψουμε δρόμο, αντί να πάμε από το μονοπάτι που κατεβαίνει στη Λάκκα του Τσουμάνη, φύγαμε ευθεία με προορισμό την Νταβάλιστα από εκείνη την κορυφή. Επικίνδυνο δεν ήταν, δύσκολο δεν ήταν, αλλά ήταν τόσο κακοτράχαλο, το οποίο σωματικά μας καταπόνησε. Και φαντάσου τώρα, είμαστε από μία μέρα που περπατήσαμε στην άσφαλτο, που ανεβήκαμε με τα πόδια για το Πάπιγκο, που ξενυχτήσαμε έξω, κοιμηθήκαμε ούτε τρεις ώρες και αυτός ο ύπνος ήταν ό,τι να 'ναι, που κολυμπούσαμε πόσες ώρες και κάναμε μακροβούτια. Ήμασταν πραγματικά κουρασμένοι. Κατεβαίνοντας, λοιπόν, στην πλαγιά, πλησιάζοντας προς το μονοπάτι στην Νταβάλιστα, ακούμε κάποιες φωνές, φωνές να φωνάζουν: «Βοήθεια!». Και μας έκανε εντύπωση. Κατευθείαν, δηλαδή, «Τι μπορεί να συμβαίνει;». Κατευθυνόμενοι, λοιπόν, προς την Νταβάλιστα βρίσκουμε, δύο ήτανε τα παιδιά, ο ένας από αυτούς φώναζε: «Βοήθεια!», μας είχε δει και μας καλούσε να πάμε προς το μέρος του, ήτανε δύο ξαδέρφια συγκεκριμένα, οι οποίοι ανέβαιναν από την Κόνιτσα. Είχαν ανέβει, είχαν περάσει από το μοναστήρι και τα λοιπά και στην έξοδο της Νταβάλιστας, στα δεξιά όπως ανεβαίνουμε, είχε ένα βραχάκι. Ο ένας από τους δύο φίλους - ξαδέρφια, είχε μία μικρή γνώση αναρρίχησης και δεξιά, όπως είχε έναν βράχο, θέλησε να αναρριχηθεί από έναν βράχο, για να το κάνει και λίγο πιο ενδιαφέρον για αυτόν. Ο βράχος στη μέση είχε μία, ας πούμε, μία ραμπίτσα, είχε μία σαν μια μικρή προεξοχή που μπορούσες, σαν ένα να μικρό μπαλκονάκι, να το πούμε έτσι, είκοσι, τριάντα εκατοστά το πολύ. Μπορούσε να κάτσει εκεί. Έχοντας φτάσει, λοιπόν, εκεί, έχει αναρριχηθεί περίπου δυόμισι, τρία μέτρα και από πάνω του έχει άλλα δύο για να τελειώσει. Αλλά εκεί έχει μπλοκάρει, φοβάται να κάνει την κίνηση -και πολύ καλά έκανε- προς τα πάνω, γιατί η πτώση θα ήταν πολύ σοβαρή, αν έπεφτε από τα τρία μέτρα κάτω. Και, επίσης, δεν μπορούσε να κάνει και καταρρίχηση, γιατί μερικές φορές φτάνεις να ξεπερνάς τον εαυτό σου στην αναρρίχηση, το οποίο στην καταρρίχηση ίσως είναι και αδύνατο να το επαναλάβεις. Θέλει τεράστια εμπειρία αναρριχητική και πολλές φορές ακόμη και έμπειροι αναρριχητές δεν μπορούν να καταρριχηθούν ιδιαίτερα δύσκολα περάσματα. Οπότε πλησιάζουμε εκεί και μας εξηγεί ακριβώς το παιδί που ήταν κάτω τι έγινε. Μας φωνάζει και ο Δημήτρης - έτ[00:20:00]σι τον έλεγαν, το παιδί που ήταν εγκλωβισμένος. Θυμάμαι σαν και τώρα, είχε κάτι παπούτσια ορειβατικά τα οποία είχαν κάτι κόκκινα κορδόνια και μας λέει ο ίδιος: «Τα κορδόνια μου κρατάνε διακόσια πενήντα κιλά, θα σας ρίξω τα κορδόνια και περάστε από πάνω, ενώστε τα, κάπως να κάνουμε μια, να  σταθεροποιήσουμε τα κορδόνια μεταξύ τους σαν ένα σκοινί, για να κρατηθώ να ανέβω». «Ε», λέμε και εμείς, «κάπως έτσι θα το κάνουμε, πραγματικά». Και όπως κάνουμε γύρω-γύρω από τον βράχο να βρούμε, πιο πάνω εκεί από το ρέμα είχε ξεπλυθεί ένας κορμός από έναν κέδρο. Ήταν, ας πούμε, δυόμισι, τρία μέτρα, λεπτό, όχι ιδιαίτερα χοντρός. Και, επειδή δεν έφτανε το σκοινί, έπρεπε να δούμε πώς θα κάνουμε να φτάσει το σχοινί. Οπότε παίρνουμε τώρα τα δύο κορδόνια -που λέω σχοινί- τα δένουμε στην άκρη από το - δηλαδή σκηνές κόμικς, αλλά ταυτόχρονα τραγικές, μπορούσε να συμβεί ανά πάσα ώρα και στιγμή το πιο τρελό πράγμα εκεί, το πιο επικίνδυνο- δένουμε, λοιπόν, τα κορδόνια μεταξύ τους και τα δένουμε στην άκρη από τον κέδρο. Ξαπλώνουμε τον κέδρο πάνω από το πέρασμα και με το βάρος μας ξαπλώνουμε πάνω στο κλωνάριο αυτό, οι δύο. Και ο άλλος έριχνε το σκοινί και προσπαθούσε να το κατευθύνει στο παιδί. Το πιάνει το παιδί και ανέβηκε, χρησιμοποιώντας τα κορδόνια. Μια χαρά, τα λύσαμε, τα ξαναφόρεσε, γνωριστήκαμε, δώσαμε κι ένα ραντεβού στα Γιάννενα για να μας κεράσει πορτοκαλάδα, μας είπε και πολύ χρήσιμες πληροφορίες για το πώς θα κατέβουμε στο Στόμιο. Και ότι: «Καλά πάτε, έτσι θα πάτε, και τα λοιπά και τα λοιπά» και φυσικά εμείς συνεχίζουμε από 'κει και πέρα τη δικιά μας περιπέτεια κατεβαίνοντας προς το Στόμιο. Συνεχίζουμε, όλα μία χαρά, δεν χάσαμε πουθενά το μονοπάτι μέχρις ότου σε κάποιο σημείο πέφτουμε πάνω σε ένα πιο φαρδύ μονοπάτι και εκτιμούμε ότι: «Το μοναστήρι είναι προς τα δεξιά», μου λέει ο Δημήτρης. Στρίβουμε, λοιπόν, και αρχίζουμε να περπατάμε και να ανεβαίνει το μονοπάτι. Και περνάει ένα δεκάλεπτο, ένα τέταρτο, είκοσι λεπτά, μισή ώρα και να ανεβαίνει και να γίνεται και πιο απότομο. Εκεί σε κάποια στιγμή άρχισε να βγαίνει και η κούραση, δεν άντεξα άλλο και γυρνάω στον Δημήτρη απογοητευμένος τελείως, του λέω: «Ρε, Δημήτρη, υπάρχει λόγος να πάμε να κοιμηθούμε στο μοναστήρι; Η Κόνιτσα είναι πίσω μας, σωστά; Το ποτάμι πάει προς την Κόνιτσα, σωστά;», «Ναι».  «Πάμε προς την Κόνιτσα και θα κοιμηθούμε όπου βρούμε, σε ένα χωράφι, σε μία παραλία, στο ποτάμι, όπου να 'ναι. Άσ' το μοναστήρι, για άλλη φορά». Και μου λέει και ο Δημήτρης: «Σωστά. Δίκιο έχεις. Ασ' το μοναστήρι τώρα, γιατί έχουμε καθυστερήσει που έχουμε καθυστερήσει, νύχτες, πάμε προς την Κόνιτσα». Γυρνάμε, λοιπόν, προς τα κάτω, συνεχίζουμε να περπατάμε, φτάνουμε στο σημείο που είχαμε στρίψει και μετά από δέκα λεπτά, μπαμ! Πέφτουμε πάνω στο μοναστήρι. Προφανώς είχαμε κάνει λάθος. Αντί να στρίψουμε αριστερά, στρίψαμε δεξιά, εκτιμήσαμε λάθος και διαβάσαμε λάθος την περιοχή, όπως την είδαμε από τη Δρακόλιμνη. Φτάνουμε, λοιπόν, στο μοναστήρι. «Τι ωραία, εδώ είμαστε! Έχουμε φαΐ, έχουμε ύπνο». Χαλαρώνουμε. Μπαίνουμε μέσα στο μοναστήρι, εγκαταλειμμένο. Απ' έξω πολύ εμφανή τα σημάδια ότι υπήρχαν εργάτες και έκαναν έργα. Υπήρχαν μπετονιέρες, υπήρχε αμμοχάλικο, υλικά δομικά, ξέρεις, και τέτοια. Ήταν ακόμα και ρούχα των εργατών κρεμασμένα στον προαύλιο χώρο, αλλά κανένας. Μπαίνοντας, λοιπόν, μέσα, ήδη λέμε: «Πού θα κοιμηθούμε;». Ανοίγουμε πόρτες, κοιτάζουμε, βλέπουμε ξεκάθαρα ποια ήταν τα κελιά των μοναχών που ήταν πιο περιποιημένα και τέτοια. Λέμε: «Εδώ δεν μπαίνεις». Και βλέπουμε, όπως τριγυρνάμε, βλέπουμε ένα άλλο κελί, που ήταν το κελί των επισκεπτών, το οποίο το χρησιμοποιούσαν οι εργάτες. Και ήταν μέσα εργατικά ρούχα, ήταν διάφορα και είχε, θυμάμαι, τέσσερα, έξι κρεβάτια. Οπότε λέμε: «Εδώ θα κοιμηθούμε, ας είναι πιο, έτσι, ακατάστατο, αλλά θα κοιμηθούμε εδώ». Για να μην πάμε στα κελιά των μοναχών τώρα, είναι και λίγο... Εντάξει. Αισθανόμασταν ήδη κάπως σαν παρείσακτοι στον χώρο, που ήμασταν μόνοι μας και ήδη, έτσι, νιώθαμε ένα δέος. Η φύση από εκεί, από τη Μονή του Στομίου από πάνω και όλη η περιοχή, η χαράδρα, είναι... Δηλαδή σε αγριεύει, πώς να σου πω. Και είμαστε ολομόναχοι πάλι, νύχτα, δεύτερη νύχτα. Τρώμε και προσπαθούμε να κοιμηθούμε. Η πρώτη μας εμπειρία ήταν τα απίστευτα κουνούπια, απίστευτη μάχη με τα κουνούπια. Καλοκαίρι καιρό τώρα, είμαστε με τους υπνόσακους, να μπαίνεις μες στον υπνόσακο, να πεθαίνεις από τη ζέστη, να ιδρώνεις, να μην αντέχεις με τίποτα. Να ανοίγεις τον υπνόσακο, να σου επιτίθενται άπειρα κουνούπια. Ήμασταν σε μια ιδιαίτερα, έτσι, άσχημη κατάσταση, όταν ξαφνικά ακούμε και κάτι θορύβους και ήχους απ' έξω, από έναν κήπο, ας πούμε, από κάτω, από την πίσω μεριά του μοναστηριού ακούγονταν κάτι, έτσι, υπόκωφοι γδούποι. Δεύτερη νύχτα, λοιπόν, που αρχίζει η παιδική φαντασία και οργιάζει. Και τι σενάρια πάλι δεν βάλαμε στο μυαλό μας, μέχρι και ότι μπορεί - γιατί έλειπαν, ας πούμε, οι εργάτες; Μπορεί να έλειπαν, γιατί κάτι συνέβη, μπορεί, ξέρω 'γω, ακόμα και κάποιον φόνο να είχανε κάνει και να έκαναν, τώρα να κάλυπταν μέχρι και τα ίχνη τους. Δηλαδή, δεν μπορείς να φανταστείς, δεύτερη νύχτα. Ήταν ένα απ' τα σενάρια που σκεφτήκαμε. Προφανώς θα ήταν ή κανά αγριογούρουνο ή κανένα ζώο, ας πούμε, που έσκαβε να βρει κάτι να φάει, ποιος ξέρει, κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, ξυπνάμε την άλλη μέρα, μια χαρά, περπατάμε, πάμε στην Κόνιτσα, παίρνουμε το λεωφορείο και γυρνάμε στα Γιάννενα. Αυτή ήταν, λοιπόν, η πρώτη μας εμπειρία σε μία μεγάλη διάσχιση στην Πίνδο, και δική μου και του Δημήτρη. Και, δεν στο κρύβω, ότι σαν εμπειρία αυτό που άφησε μέσα μου είναι από τις πιο δυνατές στη μνήμη μου. Ακόμα και από αναρριχήσεις που έχουμε κάνει που ήταν πολύ σοβαρές, έτσι, αλπινιστικές διαδρομές εδώ στην περιοχή και τα λοιπά.

Χ.Ν.:

Μου έμεινε η εικόνα που έλεγες ότι είδες τον καταφυγιά εδώ και έλεγες: «Τι κάνει αυτός μόνος του εκεί πάνω;».

Γ.Ρ.:

Ναι, ναι.

Χ.Ν.:

Δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα έρθεις;

Γ.Ρ.:

Όχι, τον είδα και λέω: «Πω, πω, ρε φίλε, τι κάνει αυτός εδώ; Τρελός είναι εδώ πάνω;». Δηλαδή ήτανε πώς βλέπεις έναν φαροφύλακα. Και άλλες εποχές, έτσι; Κάπως έτσι και ήταν και χαμογελαστός, χαρούμενος, λες: «Τι γίνεται;». Αγαπούσε το βουνό. Τώρα ξέρω ποιος είναι, είναι ένας που χειρίζεται έναν ξενώνα, κάτω, στο Πάπιγκο. Μετά γνωριστήκαμε και τα έφερε η ζωή που στη θέση εκείνου του τρελάρα βρέθηκα κάποια στιγμή εγώ και μάλιστα και με οικογένεια πλέον και έχουμε κλείσει δεκαοκτώ χρόνια εδώ.

Χ.Ν.:

Μετά από αυτή την πρώτη ανάβαση, πώς συνέχισες έτσι να δημιουργείς την ορειβατική σου παιδεία ή πορεία;

Γ.Ρ.:

Μετά την πρώτη αυτή ανάβαση... Αυτή η ανάβαση ήταν στο τέλος, ήτανε στην αρχή του Λυκείου. Μετά, με τις πανελλήνιες, χωρίσαμε με τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης πήγε στην Αθήνα, εγώ πήγα για σπουδές στη Γιουγκοσλαβία. Επειδή δεν πέρασα με το σύστημα των Πανελληνίων στην Ελλάδα, πήρα την απόφαση τότε με τους γονείς μου και πήγα να σπουδάσω στη Γιουγκοσλαβία, όπου σπούδασα, παρακολούθησα στη σχολή, φοίτησα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής του Βελιγραδίου. Και λίγα χρόνια μετά πήρα μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Έτσι, λοιπόν, ο Δημήτρης ήταν φοιτητής στην Αθήνα, εγώ ήμουν φοιτητής στο Βελιγράδι. Στις πρώτες διακοπές, καλοκαιρινές, από τις σπουδές - καλοκαίρι, ναι - βρίσκω τον Δημήτρη στη γειτονιά, γιατί ήμασταν και ίδια γειτονιά, και κατευθείαν τον ρωτάω: «Τι γίνεται; Κανένα βουνό τώρα, ας πούμε. Έχουμε καιρό να πάμε καμιά βόλτα». Και μου λέει: «Αναρρίχηση». «Τι εννοείς αναρρίχηση;» του λέω και μου εξηγεί, λοιπόν, ότι στην Αθήνα που πήγε φοιτητής, γνώρισε κάποιους ανθρώπους και μπήκε σε κάποιες διαδικασίες και πέρασε μια σχολή αρχαρίων αναρρίχησης. Και είχε υλικά, είχε εξοπλισμό και τα λοιπά από έναν ορειβατικό σύλλογο, μαζί με κάποιους ανθρώπους που έγιναν φίλοι στην πορεία και γνωριστήκαμε και έτσι μου έδειξε την αναρρίχηση, όπως την είδε και αυτός. Κατευθείαν κι εμένα με συνεπήρε, ήταν φοβερό, το ζούσαμε μαζί, το μοιραζόμασταν. Με αποτέλεσμα, γυρνώντας στο Βελιγράδι να συνεχίσω τις σπουδές μου, πήγα σε έναν από τους πολλούς ορειβατικούς και τα αλπινιστικά club που είχε το Βελιγράδι και παρακολούθησα μέσα από το γιουγκοσλαβικό σύστημα μία σχολή αντίστοιχη αρχαρίων αναρρίχησης, κάνοντας εκδρομές... Και εκεί ήταν υπέροχα, γνώρισα και με άλλο τη Γιουγκοσλαβία και την είδα και με άλλο μάτι μέσα μετά από τα βουνά, τα φαράγγια και όλα αυτά που πηγαίναμε για σκαρφάλωμα. Και στην επιστροφή, λοιπόν, από τη Γιουγκοσλαβία εγώ και ο Δημήτρης από την Αθήνα, τελειώνοντας τις σχολές και όταν εγκατασταθήκαμε, ας πούμε, στα Γιάννενα, αρχίσαμε πλέον να βάζουμε την αναρρίχηση πιο σταθερά στη ζωή μας. Και λίγο -αν και για την εποχή ήταν λίγο δόκιμος ο όρος- αθλητικά, με σωστά προγράμματα προπόνησης, με τακτική προπόνηση, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με στόχους συγκεκριμένους, με διαδρομές συγκεκριμένες στην περιοχή, εδώ, σε αναρριχητικά πεδία στην Ελλάδα, Βαράσοβα, Μετέωρα. Αλλά πάντα με στόχο ένα βουνό. Δηλαδή να κάνουμε μία προπόνηση για να πάμε να κάνουμε ένα βουνό. Και αυτό που μας άρεσε πιο πολύ και μας συνέπαιρνε ήταν να ανοίγουμε διαδρομές. Το άνοιγμα μιας νέας διαδρομής, ας πούμε να αναρριχηθούμε και να σκαρφαλώσουμε από κάπου που θα ήμασταν οι πρώτοι που θα είχαμε ανέβει. Γιατί αυτό είναι μία ανακάλυψη. Αισθανόμασταν πραγματικά δηλαδή ότι ανακαλύπταμε κάτι, κάτι. Ένιωθες ότι πήγαινες και ακουμπούσες τα χέρια σου, τα πόδια σου, το κορμί σου, πήγαινες σε μονοπάτια που ήτανε, δεν έχει ξαναπεράσει άνθρωπος. Δηλαδή έβρισκες πράγματα που ήσουν ο πρώτος που τα έβλεπες. Δηλαδή, εντάξει, σε κάποιους αυτό μπορεί να ακούγεται πολύ μονότονο, αλλά αυτό το πράγμα ήταν ένας φοβερός κόσμος, φοβερός κόσμος. Γιατί ακόμα και στις διαδρομές που επαναλαμβάναμε, που ήταν οι διαδρομές άλλων, πάντα υπήρχε ένα σκίτσο, υπήρχε ένας μπούσουλας, ότι, και υπήρχε μία περιγραφή ότι ακολουθείς την τάδε γραμμή. Στις έτοιμες διαδρομές υπάρχει ένα σκίτσο, υπάρχουν περιγραφές, ξέρουμε περίπου πού πάμε, τι θα βρούμε. Υπάρχει βαθμολόγηση της διαδρομής, οπότε ξέρουμε με βάση τα δικά μας τα ανώτερα όρια, ξέρουμε περίπου τι θα βρούμε. Στα ανοίγματα, όμως, των διαδρομών, είναι όλα τελείως άγνωστα. Μπορεί να πας και να μη σου βγει και να πρέπ[00:30:00]ει να γυρίσεις. Μπορεί να πας και να σου βγει, που είναι το τέλειο. Ήμασταν τυχεροί, τις περισσότερες φορές μας έβγαινε και τις περισσότερες φορές ολοκληρώσαμε τις διαδρομές. Κυρίως στην περιοχή της Τσούκα Ρόσας, αλλά και στην Γκαμήλα και σε άλλες ορθοπλαγιές εδώ. Και ακόμα με έναν φίλο μου, τον Κώστα, όσες διαδρομές δεν είχα κάνει με τον Δημήτρη, τις είχα κάνει με τον Κώστα και φτάσαμε σε ένα σημείο να έχουμε κάνει σχεδόν όλες τις διαδρομές που υπάρχουν, τουλάχιστον στο βουνό, εδώ, τοπικά. Στην πορεία μέσα από την ενασχόλησή μου με την αναρρίχηση, άρχισα και την ορειβασία. Ταυτόχρονα ήμουν σκιέρ, από πολύ μικρός έκανα σκι. Μια άλλη, παράλληλη ιστορία η σχέση μου με το σκι που πάει πίσω κι αυτή στα γυμνασιακά μου χρόνια. Και με παραπλήσιο πυρήνα φίλων πηγαίναμε και με τον Δημήτρη - πάλι η πρώτη μου φορά που έκανα σκι ήταν πάλι με τον Δημήτρη σε εκδρομές που μας πήγαιναν τότε με το σχολείο στο Μέτσοβο - μπορούσαμε και είχαμε και τη δυνατότητα να το κάνουμε αυτό με την κάλυψη ενός γυμναστή, που συνήθως απαγορευόταν. Έτσι, λοιπόν, είχα γνωρίσει και το σκι και ταυτόχρονα ήμουν και σκιέρ, όταν γνώρισα την αναρρίχηση. Και μέσα από όλες αυτές τις δραστηριότητες στο βουνό, άρχισα ως μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Ιωαννίνων που είναι μέλος και της Ελληνικής Ομοσπονδίας, άρχισα να περνάω κάποιες σχολικές διαδικασίες. Έτσι, λοιπόν, με την, περνούσαν τα χρόνια, η εμπειρία αυξανόταν και μπήκα μέσα στις διαδικασίες της Ομοσπονδίας και πέρασα κάποιες σχολές. Πέρασα σχολές αρχαρίων, αρχαρίων είχα κάνει στη Γιουγκοσλαβία. Πέρασα σχολές μέσου επιπέδου, σχολές βοηθών εκπαιδευτών, εκπαιδευτών κτλ., μέχρι που τελειώσαμε και με τη σχολή οδηγών βουνού που έκανε η Ομοσπονδία. Και εκεί που είχα ξεκινήσει τη σταδιοδρομία μου εκπαιδευτικά και έβλεπα, επηρεασμένος ίσως και από το περιβάλλον που μεγάλωσα, τους γονείς μου που είναι εκπαιδευτικοί και τον υπόλοιπο κύκλο μας, εκεί που περίμενα εκπαιδευτικά να ασχοληθώ με τη Φιλοσοφική Σχολή και το Ιστορικό-Αρχαιολογικό, τελικά καταστάλαξα εκπαιδευτικά στον χώρο της ορειβασίας και στην εκπαίδευση της ορειβασίας και τα τελευταία χρόνια κυρίως του ορειβατικού σκι. Αυτά...

Χ.Ν.:

Το καταφύγιο πώς ήρθε;

Γ.Ρ.:

Το καταφύγιο ήρθε πολύ συμπτωματικά, πολύ συμπτωματικά. Εγώ μετά τον στρατό, με το που τέλειωσα τον στρατό, το 1995-'96, άρχισα να εργάζομαι σαν συνοδός βουνού σε διάφορα τουριστικά. Κυρίως σε ένα τουριστικό γραφείο ενός σημερινού φίλου στα Γιάννενα, του Ρόμπινσον, και να οδηγώ διάφορα γκρουπάκια ξένων τότε στα μονοπάτια της περιοχής και του Σμόλικα, μέχρι και πολυήμερα trekking σιγά-σιγά. Έτσι, λοιπόν, το καταφύγιο ήταν μέσα στη διαδρομή που διασχίζαμε με τους πελάτες και περνούσα από το καταφύγιο πλέον ως συνοδός με το γκρουπάκι μου. Ξαφνικά το 2000 το καταφύγιο έκλεισε για να γίνει ανακαίνιση. Και εκεί που μέχρι τότε κοιμόμασταν μέσα στο καταφύγιο, ξαφνικά, ενώ δούλευα συγκεκριμένα με μία αγγλική εταιρεία, ένα τουριστικό γραφείο που λεγόταν Explore Worldwide και περνούσαμε και είχαμε διανυκτέρευση στο καταφύγιο τις δύο πρώτες χρονιές, την τρίτη χρονιά που είχαμε τη συνεργασία το καταφύγιο είχε κλείσει για ανακαίνιση. Το 2000 ήταν, νομίζω. Και πλέον έπρεπε να βρούμε μία εναλλακτική λύση για το πώς θα κάνουμε τη διαδρομή, ώστε να μην είναι, ρε παιδί μου, να μην επηρεάσει το πρόγραμμα, όλο το τουριστικό το πακέτο η έλλειψη του καταφυγίου. Έτσι, λοιπόν, βγάλαμε τη Δρακόλιμνη από το πρόγραμμα και περνούσαμε κατευθείαν, με ένα μικρό διάλειμμα, από το καταφύγιο, συνεχίζαμε και πηγαίναμε Τσεπέλοβο, που ήταν ο επόμενος προορισμός. Εκείνες τις φορές, λοιπόν, που περνούσα με τα γκρουπ, εγώ κοιμόμουν σε έναν ξενώνα στο Πάπιγκο, του Κούλη. Που ο Κούλης, ο ιδιοκτήτης τότε του ξενώνα, τώρα ανήκει στα παιδιά του, έχει αποβιώσει, ήταν ένας από τους πρώτους ιδρυτές του καταφυγίου. Από τους ανθρώπους που με την παρέα, μια ορειβατική παρέα... Καταρχάς, να σου πω για το καταφύγιο πώς δημιουργήθηκε, γιατί τώρα θα πρέπει να μπλέξουμε και το πώς δημιουργήθηκε το καταφύγιο μέσα στην όλη ιστορία. Οπότε, να ανοίξω εδώ μία παρένθεση και να σου πω ότι το καταφύγιο έγινε τη δεκαετία του '50, στα τέλη της δεκαετίας του '50 με βοήθεια από την Ορειβατική Συντροφιά του Παπίγκου και του Ορειβατικού Συλλόγου Ιωαννίνων. Αφού είχανε δει πρώτα Ιταλούς αλπινιστές να σκαρφαλώνουν στην Αστράκα και να κάνουν αναρρίχηση. Άρα, λοιπόν, το καταφύγιο εν τη γενέσει του έχει επιρροές από την αναρρίχηση. Γιατί η αναρρίχηση είναι αυτή που έδειξε τον διαφορετικό τουρισμό και έφερε τον διαφορετικό τουρισμό, αυτόν που λέμε αλπινιστικός τουρισμός σήμερα στην περιοχή. Οι παλιοί είχαν τη διορατικότητα και το είδαν αυτό και γρήγορα μπήκαν σε διαδικασίες, όπως τους είπαν οι Ιταλοί, που υπάρχει στις Άλπεις, να κάνουν ένα καταφύγιο για να μπορεί να έρχεται ο κόσμος και να μπορεί να κάνει αυτού του είδους τη δραστηριότητα της ορειβασίας. Ο Κούλης, λοιπόν, ήταν ένας από τους πρωτεργάτες μέσα σε αυτήν τη διαδικασία. Και υπάρχει και αναμνηστική πλακέτα στον χώρο του καταφυγίου για τον συγκεκριμένο. Και είχε τον ξενώνα που έμενα. Ταυτόχρονα, εδώ επάνω στο καταφύγιο άρχισαν να γίνονται οι ανακαινίσεις και τα έργα των ανακαινίσεων και η Ομοσπονδία είχε βάλει εδώ ως επιβλέπων έναν έμπειρο διαχειριστή καταφυγίου, τον Κωνσταντίνο τον Ζολώτα, που ήταν σαράντα χρόνια διαχειριστής καταφυγίου στον Όλυμπο. Και αν μη τι άλλο ήξερε καλύτερα από όλους τι χρειάζεται ένα καταφύγιο για να λειτουργήσει με τον σωστό τρόπο. Πραγματικά, αποτέλεσε, ο κυρ-Κώστας αποτέλεσε το υπόδειγμα του καταφυγιά για όλους εμάς τους νεότερους, ακόμα και με τον τρόπο που το λειτούργησε σε συνδυασμό με τη γυναίκα του. Εμένα με επηρέασε ιδιαίτερα αυτό, γιατί είδαμε μαζί με την Αλεξάνδρα ότι αυτό το πράγμα για να μπορέσει να πάει σωστά είναι προσπάθεια από δύο και δεν είναι ατομική προσπάθεια. Και θα πρέπει να στηριχθεί από όσο γίνεται περισσότερους. Συμπτωματικά, λοιπόν, καθώς περνούσα από εδώ, κάποια μέρα, είμαι στον ξενώνα με το γκρουπ και ετοιμάζομαι να φύγω, να έρθω, να περάσω από το καταφύγιο και να συνεχίσω στο Τσεπέλοβο. Να σου πω ότι ανάμεσα από τα γκρουπ είχα αναλάβει άλλη μία, εντός εισαγωγικών, «εργασία», είχα να κάνω σηματοδότηση ενός μονοπατιού που ερχόταν από την Κλειδωνιά, περνούσε πάνω από το Μεγάλο Πάπιγκο και τα Λιβαδάκια, ανέβαινε προς τις παπιγκιώτικες στάνες στην περιοχή του Λάπατου κι ερχόταν από εκεί στο καταφύγιο. Όταν έκανα αυτήν, λοιπόν, την προσήμανση του μονοπατιού - περνούσα το λευκό χρώμα πριν περάσω το κόκκινο - φτάνοντας στο καταφύγιο βρίσκω τον κύριο Κώστα τον Ζολώτα εδώ πέρα και με φωνάζει: «Να σου πω, παλικάρι μου, τι κάνεις εσύ εδώ;». Του εξήγησα τι κάνω. «Γιατί βάφεις το μονοπάτι;». «Το κάνουμε έτσι το παλιό το μονοπάτι και τα λοιπά, για τον Σύλλογο» και ήταν η πρώτη μου γνωριμία. Την επόμενη χρονιά πέρασα με το γκρουπ και ήταν εδώ πάλι ο ίδιος και έκανε. Στον ξενώνα, λοιπόν, εκεί που είμαι κάποια μέρα, ξυπνάω το πρωί και πάμε για το πρωινό. Και με το που τελειώνουμε το πρωινό και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, με φωνάζει ο γιος του Κούλη, ο Νίκος, και μου λέει: «Γιώργο, σε λίγο θα είναι το καταφύγιο διαθέσιμο πάλι για να λειτουργήσει και ψάχνουν. Πρέπει να βρεθεί ένας άνθρωπος που να μπορούμε, να δουλέψει σίγουρα, να το αγαπάει. Θα σε ενδιέφερε;». Πραγματικά δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Και λέω: «Εμένα τώρα μου το λέει αυτό; Γιατί μου το λέει;». Του λέω: «Δεν ξέρω τι να σου πω. Δεν το έχω σκεφτεί. Τώρα έχω τη δουλειά αυτή, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα μπορούσα να φτάσω σε αυτή τη θέση». Εν πάση περιπτώσει, φεύγω από 'κει, έρχομαι και με το που έρχομαι στο καταφύγιο είναι ο Ζολώτας ο οποίος με πιάνει και μου λέει ακριβώς το ίδιο πράγμα: «Να σου πω, ρε παλικάρι, μου λέει, έχω μάθει κι έχω κάνει κι έχω δείξει. Θα ήθελες αυτό;». Και εκεί κάπως ξυπνάω, λέω: «Γιατί αυτοί οι άνθρωποι μου λένε αυτό;». Γιατί, ξέρεις, ακούγεται η ιστορία ότι πήγε ο άλλος, κάνει τη ζωή του πάντα μόνος του. Πολλές φορές η ζωή είναι συμπτώσεις που ή τις δέχεσαι θετικά και το πας το πράγμα ως εκεί που μπορείς, όμορφα και ωραία, ή, ξέρω 'γω, δεν το βλέπεις καν. Δεν το βλέπεις καν και περνάς και δεν συμβαίνει ποτέ. Εμένα έτυχε, δηλαδή, τώρα αυτή η σύμπτωση να μου κινήσει το ενδιαφέρον και κατευθείαν πέρασε από το μυαλό μου όλο αυτό, η ιστορία που λέμε, πώς είδα τον πρώτο καταφυγιά, όλα αυτά, η δουλειά που κάνω, ότι είμαι στο βουνό, είμαι αναρριχητής, είμαι έτσι και εδώ θα έρχονται και φίλοι αναρριχητές και όλο αυτό το πράγμα. Και το πρώτο πράγμα που έκανα μετά από αυτή την πρόταση ήταν να κατέβω στα Γιάννενα μετά το γκρουπ να βρω την Αλεξάνδρα -η Αλεξάνδρα, ήμασταν τότε νέα παιδιά- και να της κάνω την πρόταση αυτή, της λέω ότι: «Ξέρεις, μου προτείνουν αν θέλω να πάρω αυτό το καταφύγιο. Θα γίνει ένας διαγωνισμός και τα λοιπά, να δούμε, αν μπορούμε». Και μετά από έναν επεισοδιακό διαγωνισμό καταφέραμε και πήραμε το καταφύγιο, αφού είχαμε κάνει και κάποιες ομιλίες, πρώτα είχα μιλήσει και με τον Κούλη και με τον Κώστα τον Ζολώτα. Και οι δύο τώρα έχουν αποδημήσει. Και έτσι πήρα την απόφαση - αφού και η Άντα με στήριξε - πήραμε την απόφαση, πήραμε το καταφύγιο και έκτοτε όλα τα άλλα έρχονται το ένα μετά το άλλο. Αυτό που μένει πάντα, είναι το μεγάλο μάθημα που έχω πάρει εδώ τόσα χρόνια και τώρα έχω αρχίσει και το συνειδητοποιώ, που μεγαλώνεις κιόλας, ξέρεις, και ωριμάζεις ίσως και τα βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά, είναι ότι τελικά πήρα την απόφαση ότι δεν μπορείς τίποτα να ελέγξεις. Και όσο προσπαθείς να ελέγξεις κάποια πράγματα και ν[00:40:00]α έχεις τον απόλυτο έλεγχο, πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτό που καταλάβαμε εδώ είναι ότι το βουνό είναι αυτό που κάνει το κουμάντο, είτε με τον καιρό, είτε με το πώς πήγε ο χειμώνας, είτε με το τι νερό σου έδωσε. Πάντα είναι το βουνό, πάντα είναι το βουνό που κάνει κουμάντο και το έχουμε πάρει απόφαση μετά από δεκαοκτώ χρόνια. Και ίσως είναι η πρώτη φορά που είμαστε χαλαροί.

Χ.Ν.:

Θυμάσαι την πρώτη φορά που ήρθατε; Τι βρήκατε στην αρχή, τι έπρεπε να κάνετε;

Γ.Ρ.:

Με την Άντα;

Χ.Ν.:

Ναι.

Γ.Ρ.:

Στην αρχή, λοιπόν, όταν πήραμε το καταφύγιο, η πρώτη χρονιά, η Άντα πάντα - εσείς οι γυναίκες έχετε λίγο πιο τετράγωνο μυαλό - η Άντα είχε μία πολύ καλή δουλειά. Οπότε όταν της είπα για το καταφύγιο, μου λέει: «Εγώ δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου για κάτι που είναι ρίσκο. Θα το δούμε». «Πώς θα το δούμε;». «Θα ξεκινήσεις». Και ξεκίνησα μόνος μου, με βοήθεια από τους γονείς μου. Οι γονείς μου έβαλαν πλάτη και ήρθαν και αυτοί εδώ. Η μάνα μου μαγείρευε, μου έδειχνε πώς να μαγειρεύω και εγώ, ο πατέρας μου με βοηθούσε στο σερβίρισμα. Αναγκαστήκαμε, επειδή εδώ, στην περιοχή, δεν υπήρχαν αγωγιάτες όπως στον Όλυμπο, το μεγαλύτερο, ας πούμε, επίτευγμα ως καταφυγιάς που αισθάνομαι πραγματικά ότι είναι το πιο δύσκολο που έχω καταφέρει, αλλά αυτό που πάλι είναι κάτι που δεν θα το άλλαζα, είναι η επαφή με τα άλογα. Γιατί ξαφνικά ερχόμαστε εδώ και εκεί που περιμένουμε ότι κάπως θα βρούμε την άκρη να μας φέρνουν πράγματα, διαπιστώνουμε ότι δεν γίνεται και μπαίνουμε σε διαδικασία μόνοι μας να βρούμε, να αγοράσουμε άλογα. Από το μηδέν, χωρίς να έχουμε καμία γνώση. Κάποιες μνήμες δικές μου από τη φοράδα του παππού, αλλά ως εκεί. Τώρα ο τρόπος να φορτώνεις σαμάρια, πού θα τα φτιάξεις, πώς θα τα βρεις, ήταν κάτι πρωτόγνωρο τελείως. Με βοήθησε, λοιπόν, ένα παιδί εδώ, από το Πάπιγκο, που γνώριζε από άλογα, πήγαμε, βρήκαμε άλογα, αγόρασα άλογα. Επειδή δεν, οικονομικά δεν ήμασταν καλά, αγοράσαμε άλογα που δεν ήταν μαθημένα. Σιγά-σιγά να τα μάθουμε, να τα εκπαιδεύσουμε, με ατυχήματα στην πλαγιά. Δηλαδή, τα άλογα, τα πρώτα χρόνια σημαδεύτηκαν -τελείως όμως- από τη σχέση με τα άλογα, γιατί έπρεπε για να λειτουργήσει, να μπορούμε να κάνουμε αυτό. Άραγε, είμαστε εδώ τα πρώτα χρόνια με την Άντα, την πρώτη χρονιά με τους γονείς μου και εγώ είμαι ο αγωγιάτης του καταφυγίου. Αφού κατάφερα με τα χίλια ζόρια να βρω κάποια ζώα, και δανεικά και δικά μου, και να κάνω τα αγώγια και να κουβαλάω τα πράγματα στο καταφύγιο, που τότε δεν είχε ιδιαίτερες ανάγκες. Ήταν πολύ λίγος ο κόσμος, γιατί μετά από τέσσερα χρόνια κατασκευών και επιδιορθώσεων, τα τουριστικά γραφεία είχαν βγάλει το καταφύγιο από τα προγράμματά τους, όπως και αυτό που συνεργαζόμουν εγώ. Και μέχρι να ξαναπεράσει στις μπροσούρες και να μπει στα προγράμματά τους πέρασαν δυο, τρία χρόνια, μέχρι να ξαναγυρίσει ο κόσμος να επιστρέφει στο καταφύγιο. Οπότε τα πρώτα χρόνια ήταν χαλαρά και άνετα και είχα την άνεση του χρόνου να ασχολούμαι με τα άλογα. Να μάθω και να τα στρώσω και να στρωθώ και εγώ, δηλαδή να μάθω αυτή τη διαδικασία. Από τη δεύτερη χρονιά και μετά η Άντα άφησε τη δουλειά της και ήρθε και ήμασταν μόνιμα εδώ οι δυο μας. Πάλι είχα μόνιμα τη διαδικασία με τα άλογα και τα εφόδια και όλα τα τρόφιμα και ό,τι χρειάζεται για να έρχεται εδώ πάνω με τα ζώα μας. Μετά από κάποια χρόνια άρχισε η δουλειά να ανεβαίνει, μετά αναγκαστήκαμε σιγά-σιγά και η δουλειά μάς οδήγησε να αρχίσουμε σιγά - σιγά να παίρνουμε συνεργάτες, να βοηθάνε κυρίως στον τομέα των αλόγων που είναι κάτι πραγματικά, χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτα εδώ. Και είναι η πιο σοβαρή και η πιο δύσκολη δουλειά που, αν αυτό δεν γίνει, δεν μπορεί να υπάρχει το καταφύγιο. Οπότε καταλαβαίνεις ότι ακόμα και σήμερα είμαστε δεσμευμένοι σ' αυτήν την διαδικασία, δέσμιοι αυτής της διαδικασίας. Και, βέβαια, έχουμε εξελιχθεί, έχουμε μάθει, έχουμε διαβάσει βιβλία, έχουμε ρωτήσει ανθρώπους που ξέρουν και έχουμε εξελίξει και τη δική μας ικανότητα απέναντι στα άλογα και τα μουλάρια. Και μπορούμε πιο εύκολα πλέον, έχουμε μία πιο... Η δουλειά έχει γίνει πολύ πιο εύκολα. Χρειάστηκε, όμως, δεκαεπτά χρόνια εμπειρίας για να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο, τουλάχιστον με τα άλογα. Που, σου επαναλαμβάνω, το έχεις δει και εσύ, αυτά είναι το Α και το Ω εδώ και ακόμα και τώρα πρέπει να είμαστε εκεί. 100% δεν μπορώ να τα αφήσω και ούτε 100% είμαι σίγουρος ότι κάποιος μπορεί να αναλάβει αυτό το πράγμα, ώστε εγώ να είμαι 100% εδώ.

Χ.Ν.:

Από το καταφύγιο, υπάρχουν εμπειρίες που μπορεί να ήταν πολύ θετικές ή πολύ αρνητικές; Με επισκέπτες...

Γ.Ρ.:

Ε, τώρα σ' αυτό, άσ' το καλύτερα. Ναι, αμέ. Πάρα πολύ αρνητικές και πολύ θετικές, αλλά ας μην πούμε καλύτερα.

Χ.Ν.:

Κάτι επικίνδυνο που μπορεί να συνέβη;

Γ.Ρ.:

Επικίνδυνο. Κοίταξε να δεις, αυτό που είναι το πιο σημαντικό πάντα είναι ο κίνδυνος για μία ανθρώπινη ζωή, για έναν τραυματισμό. Δυστυχώς, τέτοια έχουν συμβεί πολλά. Μέχρι και θάνατοι έχουν συμβεί. Το 2018, το '18 ή το ΄19; Το '19 ήταν μία χρονιά πολύ κακή για την Αστράκα. Δηλαδή όσα χρόνια ήμουν εδώ έλεγα: «Τουλάχιστον εδώ δεν έχει σκοτωθεί άνθρωπος», γιατί υπάρχουν βουνά στην Ελλάδα που λόγω της επισκεψιμότητάς τους, αλλά και της πιο επικίνδυνης προσβασιμότητας, όπως είναι ο Όλυμπος, που υπήρχαν ατυχήματα και νεκροί. Εδώ δεν είχαμε νεκρούς και ξαφνικά το '19 έχουμε τρεις νεκρούς σε μία σεζόν. Ξεκινώντας από το πρώτο ατύχημα τον Μάιο εδώ στη βορινή πλευρά της Τύμφης, στο μονοπάτι της Νταβάλιστας και με συνέχεια μέσα στο καλοκαίρι, στα τέλη του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη, με δύο νεκρούς σχεδόν μέσα σε σαράντα ημέρες στο βουνό ακριβώς απέναντι από το καταφύγιο στην Αστράκα. Μετά από πτώση, με τον ίδιο τρόπο και οι δύο. Και ήταν κάτι πραγματικά που μας στιγμάτισε. Πώς να σου πω, δηλαδή μέχρι τότε ήταν όλα ωραία. Οι εμπειρίες είτε ήταν αρνητικές, είτε ήταν θετικές, ήταν εμπειρίες απλά σχέσεων ανθρώπινων. Ή, όσο είχε να κάνει με την υγεία, ήταν ένα διάστρεμμα, ήταν ένα στραμπούληγμα, κατάλαβες; Ήταν κάτι πιο απλό. Ήταν μία ενόχληση καρδιακή, θυμάμαι είχε έρθει ελικόπτερο για έναν καρδιοπαθή. Αλλά αυτό ήταν πολύ τραγικό, να είμαστε εδώ μέσα στο καταφύγιο και να υπάρχουν και άνθρωποι που ήταν στην παρέα του ενός, του αδικοχαμένου. Αυτές είναι σκληρές στιγμές, ελπίζω να μην ξανασυμβούν τέτοιες, γιατί πάντα έλεγα ότι αυτό το βουνό, αν υπάρχει σύνεση στους επισκέπτες, δεν έχει κίνδυνο, να σε βάλει σε πραγματικό κίνδυνο και μάλιστα ακόμη και οικογένειες το επισκέπτονται. Δυστυχώς και αυτά τα ατυχήματα ήταν ανθρώπινα σφάλματα και κακή εκτίμηση. Αυτά...

Χ.Ν.:

Έχεις συμμετάσχει σε διασώσεις; Όχι εδώ απαραίτητα, άλλες.

Γ.Ρ.:

Σε διασώσεις έχω συμμετάσχει, ναι, και σε αρκετές. Και μάλιστα από τα πρώτα μου χρόνια της ενασχόλησης, όχι με το καταφύγιο, με την αναρρίχηση και την ορειβασία. Στη δεκαετία του '90, με κάποιον τρόπο ο Ορειβατικός Σύλλογος είχε εμπλακεί μαζί με την Αστυνομία στη δημιουργία μιας - και νομίζω αυτό είχε γίνει σχεδόν σε όλες τις περιφέρειες της Ελλάδας - είχαν κάνει μια ομάδας διάσωσης στην οποία είχαν δηλωθεί τα ονόματα όσων ορειβατών ήταν πρόθυμοι και είχαν και γνώσεις κατά κάποιον τρόπο ώστε να συμμετάσχουν, αν χρειαστεί ποτέ και τους ζητηθεί από την Αστυνομία ή τις Αρχές, να βοηθήσουν κάπου. Και θυμάμαι συγκεκριμένα η πρώτη φορά που μας ζήτησε η Αστυνομία και πήγαμε σαν έμπειροι ορειβάτες να βοηθήσουμε σε κάποια διάσωση ήταν έναν χειμώνα, πήγαμε, ουσιαστικά όχι διάσωση, ουσιαστικά πήγαμε να ανασύρουμε ένα πτώμα ενός λαθρομετανάστη, ενός μετανάστη από την Αλβανία, που περνούσαν τότε, τη δεκαετία του '90, κατά κόρον πίσω από την κοιλάδα του Αώου και στις περιοχές της Βωβούσας ψάχνοντας να βρουν ένα καλύτερο αύριο. Ήταν συγκεκριμένα τρεις από αυτούς και τα δύο ήταν ξαδέρφια. Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, αυτό που μας είπε η Αστυνομία όταν οι δύο έφτασαν στο χωριό, στη Λάιστα, και είπαν τι συνέβη, ότι ήταν και ένας τρίτος στην παρέα ο οποίος δεν άντεξε, έμεινε πίσω, είχε κουραστεί και τα λοιπά, ο οποίος μάλλον πέθανε. Και μας κάλεσε η Αστυνομία επειδή είχε πολύ χιόνι να πάμε να βοηθήσουμε για αυτό. Κι επειδή το πτώμα ήταν, ας πούμε, σε μία πλαγιά λίγο απότομη, οπότε πήγαμε εμείς εκεί, μας πήγε ένα ερπυστριοφόρο, κατεβήκαμε με τα σχοινιά, βρήκαμε το παιδί και κάναμε τη διαδικασία προκειμένου να τον ανεβάσουμε στον δρόμο και να τον μεταφέρουν μετά στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από υποθερμία. Έτσι, λοιπόν, αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή και ήταν ένα νέο παιδί, δεκαέξι χρονών, δεκαεπτά χρονών που, θυμάμαι, μου είχε καρφωθεί στο μυαλό η εικόνα εκείνη. Στην πορεία, δυστυχώς, όσες φορές έχω συμμετάσχει ήταν σε ανάσυρση πτωμάτων. Άλλη μία φορά σημαντική που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και τη θυμούνται πάρα πολλοί Έλληνες ορειβάτες είναι σε ένα ατύχημα που είχε γίνει στον Όλυμπο, στο ατύχημα του Μπαρμπαλά, που είχανε σκοτωθεί τρία παιδιά. Είχανε πέσει τρεις αναρριχητές, μια σχοινοσυντροφιά, ήταν δεμένοι στο ίδιο σκοινί. Περνούσανε ψηλά, πάνω στον Όλυμπο, σε μία εκτεθειμένη πλαγιά, ένα παγωμένο πεδίο και γλιστρώντας κάποιος από εκείνους, όπως εκτιμήθηκε, παρέσυρε και τους άλλους με αποτέλεσμα να πέσουν σε έναν γκρεμό πεντακοσίων μέτρων και... Κι εκεί ήτανε, τότε, φαντάσου, ακόμη και σήμερα η Ελλάδα, στο επίπεδο της διάσωσης είν[00:50:00]αι σε πολύ πολύ πρωτόγονο επίπεδα. Σε επίπεδα που τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και παγκόσμια, Αμερική, Αυστραλία, έχουν περάσει εδώ και δεκαετίες. Εμείς βρισκόμαστε εκεί - να σου δώσω να καταλάβεις- που οι παράλπιες χώρες βρίσκονταν το 1930. Αυτού του είδους την οργάνωση έχουμε στο ελληνικό σύστημα διάσωσης και αυτού του είδους την αντίδραση, που είχαν εκείνοι το '30. Γιατί εμείς ποτέ δεν καταφέραμε να βάλουμε τα πτητικά μέσα μέσα στη διάσωση. Αυτό που υπάρχει παντού στο εξωτερικό, που μπορεί ένα ατύχημα να αντιμετωπιστεί πολύ γρήγορα. Έτσι, λοιπόν, εκτός-. Στα ελληνικά βουνά μπορεί να πεθάνεις, δυστυχώς, ακόμη και από την αργοπορία και είναι πολύ σύνηθες αυτό. Δυστυχώς φέτος είχαμε ένα πολύ άσχημο περιστατικό, που ένα νέο παιδί έχασε τη ζωή του στα Τζουμέρκα και επί πέντε ώρες χαροπάλευε στα χέρια του πατέρα του, έμπειρου οδηγού βουνού, ενός από τους πιο δυνατούς Έλληνες ορειβάτες και αναρριχητές και με τεράστια εμπειρία, που κατάφερε και ήταν γρήγορα κοντά του. Και το παιδί χαροπάλευε επί πέντε ώρες έχοντας αιμορραγία, στα χέρια του πατέρα του που έκανε ό,τι μπορούσε να τον κρατήσει. Το ελικόπτερο με πολλές δυσκολίες πήγε καθυστερημένα και το παιδί τελικά δεν άντεξε και απεβίωσε. Αν ζούσαμε σε οποιοδήποτε κράτος στην Ευρώπη, αυτό δεν θα είχε συμβεί. Αυτό, όμως, που συνέβαινε τότε που σου λέω δηλαδή, και σημάδεψε, ήταν μία από τις εμπειρίες που θυμάμαι, δηλαδή η ανάσυρση των παιδιών στην Κόψη του Μπαρμπαλά, ακόμα εκεί είμαστε και σήμερα. Από τότε, λοιπόν, μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει κάτι. Το μόνο που μπορεί να έχει αλλάξει είναι ότι υπάρχουν περισσότεροι ορειβάτες, πιο έμπειροι και γίνονται οι ομάδες που θα δράσουν ίσως λίγο πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές. Αλλά πάλι, αν δεις τα χρονικά περιθώρια, είναι... Δηλαδή αν έχεις ένα ατύχημα σοβαρό, δεν μπορείς να περιμένεις να έρθουν να σε μαζέψουν με τα πόδια, είναι θέμα ωρών.

Χ.Ν.:

Εκεί σας πήγαν με ελικόπτερο.

Γ.Ρ.:

Εκεί μας πήγαν με ελικόπτερο. Στον Μπαρμπαλά επειδή τότε, δεν ξέρω πώς είχε καταφέρει, επειδή ήταν η κοινή γνώμη πάρα πολύ έντονη, ήτανε τρία παιδιά, νέα παιδιά όλα και ήταν χειμώνας και ότι, αν δεν πήγαιναν να ανασυρθούν, θα έπεφταν χιόνια και θα έμεναν εκεί τα πτώματα των παιδιών μέχρι την άνοιξη και δεν ήταν ωραίο και, πραγματικά είχαν κινητοποιηθεί από όλη την Ελλάδα, όλοι οι Έλληνες. Τουλάχιστον θυμάμαι τότε το Σωματείο Οδηγών Βουνού, όλοι οι επαγγελματίες οδηγοί βουνού, αλλά και εμείς, οι πιο νέοι, που ήμασταν είτε βοηθοί εκπαιδευτές ορειβασίας, άλλοι ήταν εκπαιδευτές ορειβασίας, όλοι είχαμε κάποια, ας πούμε, εκπαίδευση πάνω στον χώρο της ορειβασίας, γιατί θα πηγαίναμε να δράσουμε σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πεδίο και χειμώνα. Και είχανε κανονίσει τότε από την περιφέρεια κάποιες ομάδες να μεταφερθούν με ελικόπτερο και εμείς, η ομάδα μας, η ομάδα που συνέδραμε, όλοι από τα Ιωάννινα, δηλαδή ήμασταν πέντε, έξι φίλοι, όλοι μας ανέβασαν κατευθείαν σε δύο γκρουπ, κατευθείαν με ελικόπτερα γρήγορα και ήμασταν από τους πρώτους που πήγαμε και αρχίσαμε να κάνουμε την ανάσυρση εκεί, από τα άτυχα παιδιά. Για πες, τι θέλεις να σου πω άλλο τώρα για αυτό. 

Χ.Ν.:

Ο θάνατος που ανέφερες, ο πρόσφατος, είναι ο Θεοχάρης;

Γ.Ρ.:

Ο Θεοχάρης - Ερμής, ο γιος του Γιάννη του Θεοχαρόπουλου, ο Ερμής ο Θεοχαρόπουλος, ναι.

Χ.Ν.:

Και αυτό έχει ξεσηκώσει και μία προσπάθεια - των ορειβατών μάλλον - για να υπάρξει μία βοήθεια στη διάσωση-

Γ.Ρ.:

Εδώ τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει, έτσι; Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους τώρα. Πραγματικά φαίνεται ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον, τουλάχιστον από τους κυβερνώντες, να δώσουν μία λύση σε αυτό το θέμα. Μετά τον θάνατο του Ερμή, έδειξε ενδιαφέρον η ίδια η κυβέρνηση και ήρθαμε σε επαφές μαζί τους, συμπτωματικά, για διάφορους λόγους, είμαι και εγώ μέσα σε αυτήν την επιτροπή που μιλήσαμε και προσπαθούμε να οργανώσουμε ένα σύστημα διάσωσης. Αλλά εγώ δεν μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί το κράτος και σαν Γιώργος μου φαίνεται ήδη ότι έχει περάσει πάρα πολύς καιρός. Θεωρώ ότι έπρεπε να έχει τελειώσει αυτό το πράγμα πολύ νωρίτερα. Τώρα, από την άλλη, αυτό που διαπίστωσα από τις επαφές μου με αυτούς τους θεσμούς και τις κρατικές υπηρεσίες, είναι ότι είναι πολύ δύσκαμπτοι, πολύ δύσκαμπτοι. Και πραγματικά δηλαδή, για να λειτουργήσει το κράτος, μέχρι να καταφέρει να κάνει νόμο και τον νόμο να τον κάνει πράξη, είναι μία διαδικασία πάρα πολύ χρονοβόρα. Ακόμη και για τόσο σοβαρά πράγματα, όπως είναι η διάσωση, που κάθε μέρα υπάρχουν θύματα, που τυγχάνουν να χάνουν ακόμα και τη ζωή τους επειδή υπάρχει έλλειψη στο σύστημα της αντιμετώπισης των επειγόντων περιστατικών. Δεν θέλω να επεκταθώ εδώ, γιατί δεν είμαι και ειδικός για να πω πώς θα μπορούσε να είναι ή όχι το Ε.Κ.Α.Β. κτλ., αλλά σίγουρα αυτό που φαίνεται είναι ότι είναι ανεπαρκές. Αυτό, όμως, που εγώ σίγουρα ξέρω σαν αλπινιστής, σαν ορειβάτης, σαν άνθρωπος που έχω ταξιδέψει και στο εξωτερικό, σε βουνά του εξωτερικού και το έχω δει μπροστά μου είναι ότι επειδή η ορειβασία πλέον έχει φτάσει σε ένα σημείο και έχει αναπτυχθεί και δεν είναι ότι την κάνουν πέντε, δέκα παράξενοι, αλλά είναι ένα τουριστικό προϊόν και αποφέρει ιδιαίτερα σε περιοχές, ακόμα και σαν αυτήν την περιοχή, όταν θέλεις να πουλήσεις ένα τουριστικό προϊόν, θα πρέπει και να το υποστηρίξεις. Αλλά και πέρα από αυτό, η ανθρώπινη ζωή έχει τεράστιο βάρος. Δεν μπορείς, λοιπόν, να αφήνεις να περνάει ο χρόνος και να μην βλέπεις ότι, την ανάγκη της οργάνωσης μιας τέτοιας εναέριας διάσωσης. Περιμένουμε με μεγάλη περιέργεια και αγωνία να δούμε πραγματικά τι θα γίνει στη συνέχεια, γιατί η κυβέρνηση, τουλάχιστον αυτή, έχει υποσχεθεί ότι θα το κάνει. Ίδωμεν. Περιμένουμε και βλέπουμε. Ήδη θεωρώ ότι ο καιρός περνάει και δεν βλέπουμε κάτι άμεσο να γίνεται. Σίγουρα σε συζητήσεις που έχουμε κάνει έδειξαν ότι έχουν φτάσει σε σημείο, έχουν μάθει τι γίνεται έξω, έχουν κάνει κάποιες επαφές με αντίστοιχους φορείς και αντίστοιχες οργανώσεις έξω και μας έχουν πει ότι σύντομα -πιθανώς και μέσα στον Αύγουστο- να γίνει στην Ελλάδα πιλοτικά. Περιμένουμε και θα δούμε και γι' αυτό.

Χ.Ν.:

Πριν που είπες για την διάσωση των μεταναστών, σκεφτόμουν, έχει παραβιαστεί ποτέ το καταφύγιο;

Γ.Ρ.:

Δύο φορές. Έχει καταστραφεί στο παρελθόν ολοσχερώς. Μπήκαν λαθρομετανάστες μέσα, έκαψαν κάποια τραπέζια, έκαψαν κάποιες καρέκλες για να ζεσταθούν. Έκαναν και κάποιες καταστροφές τις οποίες δεν τις καταλάβαμε ποτέ, έσπασαν νιπτήρες. Δηλαδή φεύγοντας έκαναν πολλές ζημιές τις οποίες δεν μπορούμε να καταλάβουμε για ποιον λόγο μπορεί να τις έκαναν. Έμειναν παράθυρα ανοιχτά, έμειναν πόρτες ανοιχτές, μπήκε η υγρασία, έπαθε τεράστιες ζημιές το καταφύγιο. Εν πάση περιπτώσει, το ανακαίνισαν, το έφτιαξαν, συνέχισε να λειτουργεί. Αυτό πριν το 2000, δεκαετία του '90, στα πρώτα κύματα των λαθρομεταναστών που έρχονταν από τη γείτονα, την Αλβανία. Στην πορεία, λοιπόν, μπήκαν πόρτες ασφαλείας, το είδαν αλλιώς το πράγμα μετά. Είδαν ότι κινδύνευε, έγινε διαφορετικά. Αλλά ακόμα και εγώ, που το καταφύγιο το πήρα το 2004, έχει τύχει δυο φορές μου το έχουν ανοίξει. Τα πρώτα χρόνια που ήρθαμε υπήρχαν ακόμα κύματα λαθρομεταναστών οι οποίοι περνούσαν και προφανώς τους έπιασε κακός καιρός και έκαναν τα αδύνατα δυνατά, είχαν μαζί τους εργαλεία. Την πρώτη χρονιά είχα έναν ιστό σημαίας έξω και ξήλωσαν τον ιστό σημαίας και με αυτό έκαναν μοχλούς και έσπασαν τους σύρτες απ' τις πόρτες. Αλλάξαμε πόρτες, τη δεύτερη χρονιά, στη δεύτερη διάρρηξη είχανε βγάλει κάποια σίδερα από κάτι απλώστρες που είχαμε για να απλώνουμε τα ρούχα, σύρματα, κάτι γωνιές - πώς κατάφεραν και τις έκοψαν δεν κατάλαβα ποτέ - πόση δύναμη και πόσοι μαζί συνεργάστηκαν για αυτό και κατάφεραν πάλι και διέρρηξαν την κεντρική είσοδο. Ε, μετά κάναμε ακόμα πιο βαριές κατασκευές. Και από τότε, ευτυχώς από τότε άλλαξε και η νομοθεσία και δεν χρειάζεται πλέον οι λαθρομετανάστες να περνάνε από το-, έχουν άλλους τρόπους και περνάνε, οπότε εντάξει, τουλάχιστον από αυτό το πράγμα δεν αγχωνόμαστε πια. Να βλέπουμε, Χρυσάνθη, παιδάκια, οικογένειες να έρχονται να μας ζητάνε ψωμί. Έχουμε ζήσει δηλαδή καταστάσεις... Από τη μία ερχότανε και ήμουν νέος τότε και ήμουν εκνευρισμένος που μου το είχαν ανοίξει. Γιατί όταν μου το άνοιξαν και το άφησαν ανοιχτό και το βρήκα εγώ, δεν μπορείς να φανταστείς τι ζημιές βρήκαμε εδώ μέσα. Σάπιες κουβέρτες, στρώματα, βρωμιές παντού. Δηλαδή για να το φέρουμε ξανά στα επίπεδα που ήταν, ταλαιπωρηθήκαμε πάρα πολύ. Και είχε και κόστος, και οικονομικό κόστος, αλλά και κούραση, τεράστια κούραση. Να θέλεις να δουλέψεις και να πρέπει πρώτα να φτιάξεις το καταφύγιο για να μπορέσεις να ξαναδουλέψεις. Και να είσαι εδώ πάνω και να μη σου φτάνουν τα άλογα να φέρεις πράγματα και να πρέπει να βρεις να συνεννοηθείς... Ήταν πραγματικά, δεν θα ήθελα να το ξαναζήσω αυτό το πράγμα. Πάραυτα, να βλέπουμε να περνάνε από 'δω οικογένειες, να έρχονται, να ζητάνε ψωμί και από μέσα μου να σκέφτομαι ότι: «Κάποιοι σαν κι εσάς μου κάναν τη ζημιά». Αλλά, εντάξει, έβλεπες ανθρώπους που ήτανε, πραγματικά δεν μπορούσες, και τους δίναμε και ψωμί και ντομάτες και ό,τι είχαμε με την Άντα. Τους δίναμε να βγάλουν την ημέρα τους και το υπόλοιπο του ταξιδιού τους. Ήταν δύσκολες εποχές, για την Άντα ιδίως. Γιατί φαντάσου ότι έφευγα εγώ να φέρω αγώγι και η Άντα ήταν μόνη της εδώ και να περνάνε τριάντα πέντε, σαράντα λαθρομετανάστες και να είναι ένα κορίτσι μόνο του, είκοσι τρία χρονών εδώ, στο καταφύγιο. Εγώ να είμαι στο χωριό για προμήθειες και η Άντα να είναι μόνη της εδώ και να με παίρνει τηλέφωνο και να μου λέει: «Έρχονται τριάντα πέντε άτομα». Είκοσι τριών χρονών κοριτσάκι. Θυμάμαι τότε ο τσοπάνος που ήταν εδώ από κάτω, μου είχε πει ότι: «Όταν θα πηγαίνεις κάτω, θα μου φωνάζεις να έχω τον νου μου στο κορίτσι». Και είχε και όπλο αυτός[01:00:00] και τα λοιπά και υποτίθεται ήταν το support μου όταν έφευγα. Φοβερές χρονιές στην αρχή.

Χ.Ν.:

Άρα ερχόσασταν σε επαφή με τους-

Γ.Ρ.:

Εννοείται, εννοείται. Καθημερινά περνούσαν, καθημερινά. Από μικρές ομάδες μέχρι ομάδες των τριάντα πέντε. Και, συγκεκριμένα, θυμάμαι κάποια φορά είχαμε πιάσει κουβέντα. Υπήρχε σύστημα ολόκληρο που δούλευαν για τους λαθρομετανάστες και μάλιστα τώρα ήταν και εμπλεκόμενοι στη μέση και δυστυχώς από τα ελληνικά, από την Ελλάδα άνθρωποι, παράνομα, που βοηθούσαν κάποιους από αυτούς να εισέλθουν. Κατάλαβες; Φαινόταν, όμως, ποιοι ήταν οικογένειες, εκεί που βοηθούσαμε. Φαινότανε, τώρα όταν είδαμε παιδιά τώρα να έρχονται και να 'ναι φορτωμένος ο πατέρας με τη βαλίτσα με τριχιές, εντάξει, και να σου λέει: «Θέλω ψωμί», δεν γίνεται να μη δώσεις, έτσι, δεν υπάρχει περίπτωση. Δηλαδή μόνοι μας, βγαίναμε και τους δίναμε ό,τι μπορούσαμε και από αυτά που είχαμε τουλάχιστον και από αυτά που μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Και αυγά τους έχουμε βράσει και τα πάντα. Και η Άντα δεν άντεχε με αυτό, ήταν πολύ και αυτή με όλους αυτούς.

Χ.Ν.:

Φοβερό.

Γ.Ρ.:

Ναι, τι έχει ζήσει αυτή εδώ, άσ' τα να πάνε. Μπουμπουλίνα της Αστράκας.

Χ.Ν.:

Και τι διαδρομές κάνουν; Από που περνάνε, ας πούμε, και φτάνουνε-.

Γ.Ρ.:

Τι να σου πω, περνούσαν από τον Σαραντάπορο, έρχονταν εδώ, ανέβαιναν, από εδώ κατέβαιναν προς Τσεπέλοβο και από 'κει πέρναγαν μέσα, προς τους Κήπους, απέναντι, και περνούσαν πίσω, προς Βωβούσα. Δεν ξέρω ακριβώς μετά πώς συνέχιζαν τη διαδρομή τους, αλλά ήξεραν πολύ καλά. Και έφταναν στη γέφυρα Μουργκάνα, όπως λέγεται, πριν την Καλαμπάκα ήταν και τα Τρίκαλα.

Χ.Ν.:

Από όλη τη διαδρομή σας στο καταφύγιο, τι σου μένει περισσότερο; Από όλη την εμπειρία σου;

Γ.Ρ.:

Πάλι θα σου πω η επαφή με τα ζώα. Η επαφή με τα ζώα και τη φύση. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πράγμα, δηλαδή ότι έρχεται η ώρα 9:00 το βράδυ, κλείνει το καταφύγιο, κλείνει το εστιατόριο, βγαίνω έξω, πηγαίνω στα σκυλιά μου, πηγαίνω να μαζέψουμε τα ζώα μας, τα άλογά μας, τα μουλάρια μας, μαζί με τους συνεργάτες και εκεί είναι η ώρα μου. Αυτή είναι η πληρωμή. Εκεί ξεχνάω τα πάντα, εκεί μου αρέσει. Δηλαδή είναι πολύ σημαντική η σχέση μου με τα άλογα. Πάρα πολύ σημαντική. Είναι οι ψυχαναλυτές μας. Εκεί πάμε και μας περνάνε οι στεναχώριες μαζί τους, μας περνάνε τα άγχη. Είναι φοβερό. Δεν ξέρω, δηλαδή, από τη μία λέμε με την Άντα ότι, ξέρεις ρε συ, αν δεν είχαμε τα άλογα πόσο πιο ελεύθεροι θα ήμασταν, λιγότερο άγχος. Τώρα έρχεται μία μέρα, όταν έρχεται το φθινόπωρο και χαλάει ο καιρός, έχουμε, πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε διαφορετικά. Πρέπει να τα ντύνουμε με κουβέρτες. Εμείς, πηγαίνεις για ύπνο το βράδυ και έξω νιώθεις ότι βρέχει και έχεις τα άλογα έξω και-. Δηλαδή είναι κάτι που... Είναι μια σχέση που είναι πάρα πολύ έντονη, γιατί εσύ, εξαρτάται, τα πάντα στη ζωή τους εξαρτώνται από σένα. Και δεν γίνεται τώρα... Η ευγνωμοσύνη μας απέναντι σε αυτά τα ζώα είναι τεράστια. Δηλαδή, φαντάσου τώρα, έχεις δει τα άλογα που έχουμε, τα παλιά, τα μεγάλα σε ηλικία, δεν μπορούμε καν να τα δώσουμε. Το μοντέλο σε αυτούς που ασχολούνται με τα ζώα είναι: γερνάει ένα ζώο, πουλάς το γέρικο, παίρνεις το μεγάλο. Εμείς παίρνουμε, μεγαλώνουμε τα ζώα, παίρνουμε άλλα και δεν μπορούμε αυτά που μεγαλώνουν φυσικά -δεν υπάρχει περίπτωση- να τα δώσουμε. Και μεγαλώνει η οικογένεια συνέχεια. Έχουμε τώρα έξι. Ελπίζω ότι δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα. Πέρασαν τα χρόνια, τα πιτσιρίκια είναι πιτσιρίκια, θα αντέξουν, είμαστε εκεί.

Χ.Ν.:

Από τα άλογα και τον τρόπο που τα αποκτήσατε, από τα πρώτα ταξίδια, έχεις κάποια συγκεκριμένη μνήμη, ας πούμε; Κάτι να έκαναν που σου έχει μείνει; Μπορεί και όχι. 

Γ.Ρ.:

Τι να σου πω, είναι πολλά που δείχνουν, πολλά που δείχνει πώς-. Την νοημοσύνη των αλόγων. Είναι πολύ έξυπνα ζώα, πολύ, ζώα που μόνο δεν μιλάνε. Νιώθουνε, σε νιώθουν. Την επαφή με τα άλογα θα σου την πω εγώ, θα την κάνω όσο γίνεται πιο συγκεκριμένα. Τα άλογα νιώθουν τα συναισθήματά σου. Αν είσαι εκνευρισμένος, κατευθείαν το νιώθουν, εκνευρίζονται, δεν σου δίνονται. Αν είσαι στεναχωρημένος, έρχονται και είναι τόσο πράα μαζί σου, λες και νιώθουν ότι, τη στεναχώρια σου και θέλουν να την πάρουν. Τα βλέπεις, γίνονται και αυτά πολύ ήπιων τόνων, πολύ πράα. Αν είσαι χαρούμενος, μπορεί να σε σπρώξουνε, να θελήσουν να παίξουν. Είναι απίστευτο πώς νιώθουν τη διάθεσή σου. Το πάμε από 'δω, το πάμε από ΄κει, στα άλογα θα στο γυρίσω. Είδες, σήμερα σου έδειχνα τον Λιάρο, το απόκτημά μας, το παρδαλό. Για πες, τι άλλο θα πούμε, κοπελίτσα, τώρα; 

Χ.Ν.:

Το πιο δύσκολο κομμάτι στο καταφύγιο ποιο είναι; Ο καιρός, η συντήρηση του κτηρίου-

Γ.Ρ.:

Το πιο δύσκολο κομμάτι στο καταφύγιο είναι και η συντήρηση του κτηρίου και η ιδιοκτησία των αλόγων. Η διαχείριση των αλόγων είναι το πιο δύσκολο.

Χ.Ν.:

Ζείτε εδώ τον μισό χρόνο σχεδόν.

Γ.Ρ.:

Ναι, από τον Μάη μέχρι τον Οκτώβρη.

Χ.Ν.:

Αυτό ήταν εύκολο να το συνηθίσετε;

Γ.Ρ.:

Αυτό, ναι, ναι. Στην αρχή φάνηκε κάπως διαφορετικό, αλλά, ναι, γιατί, ξέρεις, έχει και μία ανταπόδοση αυτό. Δουλεύεις έξι πολύ δύσκολους μήνες σε μεγάλα ωράρια, αλλά έχεις και έξι μήνες που μπορείς να ξεκουραστείς, να ταξιδέψεις, να κάνεις πράγματα για σένα, τον χειμώνα που είμαστε κλειστά. Αυτό είναι δηλαδή που λες: «Συνεχίζω και το κάνω. Θα έχω τον χειμώνα, εκεί θα ξεκουραστώ, θα κάνω δύο ταξίδια». Τι να σου πω εγώ τώρα άλλο. Αυτά... Τίποτα, εγώ, είδες, τα έχουμε πει και μαζί και πριν κάνουμε αυτό, θα έχεις καταλάβει σίγουρα το πόσο ρόλο έχουν παίξει τα άλογα στη ζωή μου και τα ζώα. Να σου δώσω να καταλάβεις, παλιά, όταν ήμουν πιτσιρικάς, διάβαζα όταν ήμουν στο Βελιγράδι, είχα γνωρίσει έναν φίλο μου κρητικό, κολλητός μου, αδερφός μου. Αυτός διάβαζε πολύ καουμπόικα και κάποια στιγμή πήρα και διάβασα ένα καουμπόικο. Και να σου πω, θυμάμαι σαν και τώρα, διάβαζα κι έβλεπα: ένας τύπος, ας πούμε που ήταν ο καουμπόι εκεί, που είχε βρει μία τύπισσα διαφορετική και την είχε πάρει και τον είχε ακολουθήσει στην ερημιά και είχε βρει ένα άλογο και το είχε εξημερώσει, και όργωνε το χωράφι και ζούσαν την αγάπη τους μαζί κι έλεγα: «Πω, ρε φίλε!». Ήταν κάτι, ξέρεις, το έβλεπα και... Και τελικά το βλέπω μετά από χρόνια, «Κοίτα να δεις», λέω, «ρε συ». Μια φαντασίωση που μπορεί να είναι τελείως, ξέρεις, να αιωρείται, τελείως φαντασίωση στο μυαλό σου, ξαφνικά βλέπεις: «Τι κάνω τώρα; Κάτι τέτοιο κάνω». Κάτι τέτοιο με τα σκυλιά, όπως τα έβλεπα δηλαδή, τον σκύλο μου, τα άλογά μου, δεν είναι φάρμα να οργώνεις, είναι κάτι διαφορετικό. Αλλά, έτσι, με μία κοπέλα που βρήκα και με ακολούθησε... Τυχαίο; Μπορεί. Συμπτωματικό.

Χ.Ν.:

Με κάποιον τρόπο ανακαλύπτεις ότι το όνειρό σου έγινε πραγματικότητα.

Γ.Ρ.:

Ναι, εντάξει, είναι όλα συμπτωματικά, όλα είναι συμπτώσεις. Αλλά ίσως και εμείς να βάζουμε το χεράκι μας καμιά φορά είναι η αλήθεια. Αλλά σίγουρα είναι κάτι που ήταν στη σφαίρα της φαντασίας, έγινε ζωή μου. Και πραγματικά φανταζόμουν ότι θα μου άρεσε μία τέτοια ζωή και μου βγήκε. Μου βγήκε. Θα μπορούσε να μην είχε βγει, ίσως.

Χ.Ν.:

Ωραία, εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

Γ.Ρ.:

Να είσαι καλά, Χρυσάνθη.