© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Γιώργος Καλτσάς: Η ζωή στα Πατήσια, η μεγάλη αγάπη για την ΑΕΚ και οι εργασιακές συνθήκες πριν και μετά την κρίση

Κωδικός Ιστορίας
10558
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Καλτσάς (Γ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/07/2020
Ερευνητής/τρια
Στάθης Κωνσταντινίδης (Σ.Κ.)
Σ.Κ.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Τ' όνομά σου;

Γ.Κ.:

Ονομάζομαι Γιώργος Καλτσάς.

Σ.Κ.:

Ωραία. Έχουμε Τρίτη 21 Ιουλίου 2020 και βρισκόμαστε με τον Γιώργο στον Ελαιώνα Αχαΐας. Εγώ είμαι ο Κωνσταντινίδης Στάθης και είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Γιώργο, πότε γεννήθηκες;

Γ.Κ.:

Γεννήθηκα 15 Δεκεμβρίου το 1987 στην Αθήνα.

Σ.Κ.:

Ωραία. Και πού μεγάλωσες;

Γ.Κ.:

Επίσης στην Αθήνα.

Σ.Κ.:

Ok. Περιοχή;

Γ.Κ.:

Στα κάτω Πατήσια.

Σ.Κ.:

Και όλα τα χρόνια εκεί πέρα;

Γ.Κ.:

Ναι.

Σ.Κ.:

Ok. Καταγωγή;

Γ.Κ.:

Από το Καρπενήσι Ευρυτανίας.

Σ.Κ.:

Ωραία. Τι θυμάσαι από παιδικά χρόνια, έτσι πρώτες αναμνήσεις πώς ήτανε;

Γ.Κ.:

Πρώτη εικόνα, στο πρώτο σπίτι στα κάτω Πατήσια, μονοκατοικία με κήπο, θυμάμαι φουλ ζώα, θυμάμαι φουλ κόσμο να μπαινοβγαίνει στο σπίτι, 4 αδέρφια, πατέρας, μάνα, χαμός, οπότε μετά ήμασταν στο να, μονόδρομος στο να πάμε σε ένα μεγαλύτερο σπίτι και πήγαμε στην πολυκατοικία μετά, λίγα στενά πιο δίπλα.

Σ.Κ.:

Α, εκεί στη γειτονιά.

Γ.Κ.:

Στη γειτονιά πάλι, ναι.

Σ.Κ.:

Και έτσι από παιχνίδια σαν πιτσιρικάς που έπαιζες κτλ. τι θυμάσαι από τότε;

Γ.Κ.:

Κοίτα, στα παιδικά χρόνια μπορώ να πω ότι πρόλαβα στα τελειώματα την ιδέα που λεγότανε αλάνα και πλατεία, γιατί ήμασταν μετά τσίμα τσίμα με την αρχή του δημοτικού, πρώτη, δευτέρα που χωθήκαμε στα σπίτια και μπήκαμε στον κόσμο των ηλεκτρονικών. Οπότε μπορώ να πω ότι δεν την προλάβαμε τη φάση της αλητείας και της αλάνας από πιτσιρίκια με τα ποδήλατα, και λόγω επικινδυνότητας της περιοχής, ακόμα κι από τότε, και λόγω ότι η εξέλιξη των πραγμάτων με την τεχνολογία και την όλη κατάσταση.

Σ.Κ.:

Άρα τα ηλεκτρονικά εσύ πότε θυμάσαι ότι ήτανε…

Γ.Κ.:

Θυμάμαι από δευτέρα δημοτικού ήτανε η πρώτη μου κονσόλα, ένα Atari δώρο, οπότε ήτανε μετά μονόδρομος η όλη κατάσταση.

Σ.Κ.:

Και παίζατε με τα αδέρφια, ας πούμε;

Γ.Κ.:

Με τους φίλους, τώρα τα αδέρφια ήταν αρκετά μεγαλύτερα, τους επηρέασα βέβαια λίγο στη φάση με το PlayStation 1, ότι χωθήκανε κι αυτοί μετά και μου παίρνανε το τηλεχειριστήριο να παίξουνε κι ας ήτανε κάπως μεγαλύτεροι. Οπότε περνάγαμε και Σουκού κλεισμένοι στο δωμάτιο παίζοντας παιχνίδια και με τα αδέρφια στο play το 1. Και σε φάση τώρα αλάνας έξω, άντε να πηγαίναμε για καμιά μπαλίτσα, ξέρω γω, Νέα Φιλαδέλφεια, στο Άλσος τότε, που είχαμε τη δυνατότητα ακόμα να το κάνουμε, λόγω του σχολείου.

Σ.Κ.:

Α ok, είναι κοντά;

Γ.Κ.:

Επειδή εγώ πήγα δημοτικό στη Νέα Φιλαδέλφεια και επειδή συνήθως οι εκδρομές μας και οι μονοήμερές μας με το σχολείο ήτανε στο Άλσος, οπότε όλες οι δραστηριότητες ήταν εκεί. Και θεατρικές παραστάσεις που κάναμε στο τέλος κάθε χρονιάς, στο θερινό σινεμά του Άλσους, οπότε μέχρι την έκτη σχεδόν ποτέ δεν πήγα στα κάτω Πατήσια σε φάση αλάνας και βόλτας, ήμουνα μόνιμα Νέα Φιλαδέλφεια.

Σ.Κ.:

Από σχολείο τι θυμάσαι έτσι, από δημοτικό, καθηγητές, σου έχει μείνει κάτι;

Γ.Κ.:

Δημοτικό μου έχει μείνει και, για να είμαστε ακριβείς φυσικά στη κουβέντα που κάνουμε, πρώτη δημοτικού ήμουνα στη γειτονιά, σε ένα δημόσιο στα Κάτω Πατήσια. Μετά λόγω της δουλειάς που είχανε και τα αδέρφια μου και μάνα μέχρι το απόγευμα βράδυ, δεν είχε τη δυνατότητα κάποιος να είναι παρών το μεσημέρι στο σπίτι, οπότε αναγκαστικά, σε εισαγωγικά, έπρεπε να βρω ιδιωτικό σχολείο και βρήκαμε ιδιωτικό σχολείο στη Νέα Φιλαδέλφεια, οπότε μέναμε και απόγευμα εκεί, διαβάζαμε εκεί, ας πούμε, δεν έμενε σχεδόν τίποτα, που λέμε, για το σπίτι και με γύρναγε το σχολικό 04.00-05.00 το απόγευμα, όπου σχολάγανε είτε τα αδέρφια είτε κάποιος από τη γειτονιά, ξέρω γω, γιατί η μάνα δούλευε μέχρι το βράδυ, κυριολεκτικά μέχρι το βράδυ, γιατί έκανε δύο δουλειές. Οπότε τα παιδικά χρόνια είναι συνδυασμένα με τη Νέα Φιλαδέλφεια, το σχολείο μόνο ευχάριστες αναμνήσεις, δασκάλα εννοείται και μας έχει μείνει στη μνήμη μέχρι την πέμπτη δημοτικού η κυρία Νίκη, καλή της ώρα. Και στην έκτη είχαμε τον διευθυντή του σχολείου, όπου πρέπει να ήμασταν το μόνο σχολείο στην ιστορία των δημοτικών που, στην έκτη, από το οχτάμηνο, ζήτημα να κάναμε 3 μήνες μάθημα δηλαδή περάσαμε την τάξη με άριστα, έτσι.

Σ.Κ.:

Στο ιδιωτικό ήταν αυτό; 

Γ.Κ.:

Στο ιδιωτικό ήταν αυτό, γιατί είχαμε δάσκαλο τον διευθυντή του σχολείου, τις μισές φορές έλλειπε, οπότε κάποιες φορές είτε ερχόταν αυτός είτε μας αντικαθιστούσαν οι δάσκαλοι από την πέμπτη ή την τετάρτη, που είχανε δύο τμήματα, νομίζω, και, ας πούμε, κάναμε τα βασικά της έκτης με αντικαταστάτες κατά κύριο λόγο.

Σ.Κ.:

Ναι, ναι. Αν και μικρός, πρώτη δημοτικού, πώς σου φάνηκε η αλλαγή στη μετάβαση από το δημόσιο στο ιδιωτικό;

Γ.Κ.:

Μπορώ να πω αρκετά εύκολα, γιατί έχω και ελάχιστες μνήμες από την πρώτη δημοτικού. Απλά ήτανε η φάση που ότι είχα χάσει τον πατέρα μου και θυμάμαι ότι κάποιες φορές, ξέρω γω, στην τάξη δεν αισθανόμουνα και πολύ άνετα, χωρίς βέβαια να προκαλώ πανικό.

Σ.Κ.:

Τώρα στο δημόσιο, λέμε, ε;

Γ.Κ.:

Ναι, στην πρώτη δημοτικού αυτό, στη γειτονιά. Επειδή τότε ήταν εκείνη την περίοδο που χάσαμε τον πατέρα μου από καρκίνο στους πνεύμονες και θυμάμαι ότι κάποιες φορές δεν αισθανόμουν άνετα με την όλη κατάσταση, είτε με το μάθημα είτε με τους γονείς που ερχόντουσαν και παίρνανε τα παιδιά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι είχα ξεσπάσματα ή προκαλούσα τριγμούς στην τάξη. Μετά βέβαια δε ξέρω κι αν ήταν αφορμή αυτό με το πατέρα μου κλπ., δε θυμάμαι βέβαια αν προκάλεσα και άλλα προβλήματα πρώτη δημοτικού είτε σε δασκάλους είτε έφερα σε δύσκολη θέση τους δικούς μου, αλλά μετά και λόγω των ωραρίων που ανέφερα νωρίτερα ήτανε μονόδρομος το να πάω κάπου.

Σ.Κ.:

Σε ιδιωτικό, ναι.

Γ.Κ.:

Κάπου καλύτερα ναι, οπότε μετά, στη δευτέρα δημοτικού, νομίζω, από μόνο του έδεσα και με παιδιά και με φίλους που ακόμα και τώρα είμαστε παρέα, τουλάχιστον σε επικοινωνία, παρέα δεν είμαστε κάθε μέρα μαζί, αλλά είμαστε σε επικοινωνία, οι γονείς μας έχουνε παραμείνει οικογενειακοί φίλοι, χρόνια πηγαίναμε ο ένας στις γιορτές του άλλου, όποιος κι αν γιόρταζε απ’ την εκάστοτε οικογένεια, οπότε με τρία τέσσερα παιδιά μπορώ να πω ότι έχουμε κρατήσει επαφές ακόμα και τώρα, πέρα από τα κλισέ και τα reunion που γίνονται ανά χρόνια σε όλες τις παρέες.

Σ.Κ.:

Ok. Και τα επόμενα χρόνια πώς κυλάνε, γυμνάσιο;

Γ.Κ.:

Μετά ήτανε τα δύσκολα, γιατί θυμάμαι ότι έκτη δημοτικού μάς είχε στοιχίσει πάρα πολύ όλων που θα χωρίζαμε, αν και με ένα από τα παιδιά, επειδή ήμασταν και ίδια γειτονιά στα Κάτω Πατήσια, ήμασταν μαζί και στο ιδιωτικό, ο Τάσος. Είχαμε κι όλας, θυμάμαι, συνεννοηθεί στο να παίρνουμε το σχολικό των 06.30 το πρωί, μόνο και μόνο για να είμαστε μαζί, ξέρω γω, να μη χάνουμε λεπτό από την παρέα και το κολλητηλίκι και ήμασταν ακόμα και στο πρώτο σχολικό, στα δρομολόγια 06.30 το χάραμα. Ήμασταν τυχεροί και είχανε συνεννοηθεί φυσικά και οι γονείς μας, αφού ήμασταν από την ίδια γειτονιά, να γραφτούμε και οι δύο στο γυμνάσιο-λύκειο στο 41ο Λύκειο Αθηνών, στην Πλατεία Αμερικής. Κυριολεκτικά σκληροπυρηνική γειτονιά, σκληροπυρηνικό σχολείο, με ιστορία και όχι τόσο σχολική ιστορία, όσο ότι μάθαμε και εμείς με τα χρόνια ότι ήτανε πρώην σανατόριο, πρώην ψυχιατρική κλινική, αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει και κάποιος άλλος άνθρωπος, να μη λέω, να μην παρερμηνεύω τα πράγματα, οπότε ήτανε μία ιδιάζουσα περίπτωση από μόνο του το σχολείο, ακόμα και σαν κτίριο. Δηλαδή είχε ακόμα σε κάποιες τάξεις κάγκελα στα παράθυρα, είτε από την έξω πλευρά του δρόμου, της Λέλας Καραγιάννη, που βλέπει στην πλατεία Αμερικής είτε από τη μέσα πλευρά που ήτανε το προαύλιο. Χοντρικά και τα 6 χρόνια δεν μπορώ να πω ότι ήτανε δύσκολα σε φάση συμβίωσης με τους υπόλοιπους συμμαθητές, δεν είχαμε ακόμα και την περίοδο τόσο του ρατσισμού στα σχολεία, ήτανε και το ποσοστό των Ελλήνων 70-30 σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά από τις άλλες χώρες και κυρίως την Αλβανία, για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους. Φυσικά είχαμε άριστες σχέσεις σχεδόν με όλα τα παιδιά και από άλλες χώρες. Στις αθλητικές δραστηριότητες μαζί, στις εκδρομές και τις παρέες και τα πάρτι, εννοείται, μαζί. Έχω ακόμη επαφές με δυο τρία από αυτά τα παιδιά, που έχουν κάνει και οικογένειες και μιλάμε και μέσω των social media. Φυσικά πάνω στις αθλητικές δραστηριότητες τώρα, στο basket, στο ποδόσφαιρο, στο volley όπως όλα τα παιδιά, φυσικά υπήρχανε στιγμές που το χωρίζαμε το πράγμα, Ελλάδα εναντίον Αλβανία. Τώρα αυτό γινότανε ενστικτωδώς, δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποια παιδιά είχανε το θέμα το ρατσιστικό στο μυαλό τους, τουλάχιστον στην πρώτη και στη δευτέρα γυμνασίου. Αλλά, όπως είπα νωρίτερα, είχανε γίνει πάρα πολλά περιστατικά, κυρίως και μεταξύ των Αλβανών στο σχολείο, [00:10:00]μεταξύ τους και λόγω και της έξω γειτονιάς, που υπήρχανε κάποια στέκια και κάποια μπιλιαρδάδικα τα οποία τότε ήτανε μαγαζιά της νύχτας, οπότε, θέλοντας και μη, επηρεάζανε και το σχολείο την επόμενη μέρα. Δηλαδή ξυπνάγαμε το πρωί να πάμε για μάθημα και βρίσκαμε αίματα έξω από το σχολείο, τα οποία ερχόντουσαν από το μπιλιαρδάδικο στο παρακάτω στενό και βλέπαμε αίματα κάτω στο πεζοδρόμιο και μπορούσαμε απλά να υποψιαστούμε από πού έρχονται και τι είχε συμβεί. Οι εξωσχολικές δραστηριότητες φυσικά γύρω από το λύκειο ήτανε στο Bowling, στο ABC το ιστoρικό της Πατησίων, φυσικά δεν είναι ανοιχτό πια, και στην πλατεία Κυψέλης, το ιστορικό Roxy, μπιλιαρδάδικο το οποίο φυσικά υπάρχει ακόμα, στο τέλος της Φωκίωνος Νέγρη.

Σ.Κ.:

Τώρα αυτά στα χρόνια λυκείου, έτσι;

Γ.Κ.:

Γυμνάσιο, λύκειο, και τα 6 χρόνια μου εγώ ήμουνα στο 41.

Σ.Κ.:

Στο συγκεκριμένο, ναι. Άρα μπιλιάρδο έπαιζε.

Γ.Κ.:

Συνήθως οι κοπάνες μας, ναι, δεν ήτανε για κάτι πιο dirty ή κάτι πιο παράνομο, ήταν τελείως αθώες οι κοπάνες που κάναμε και συνεχίζαμε είτε πηγαίναμε για μπάλα στο Γαλάτσι, στο άλσος Βεΐκου, αλλά συνήθως ακριβώς δίπλα, στο μπιλιαρδάδικο και στο Bowling.

Σ.Κ.:

Απ’ το σπίτι η μάνα, ας πούμε, φοβότανε, σου έλεγε: «Πρόσεχε που πηγαίνεις στα μπιλιαρδάδικα»;

Γ.Κ.:

Φοβότανε γενικά την περιοχή και ακόμα και το δρομολόγιο που έκανα από το σπίτι, από την Αχαρνών, αν και ήτανε μελετημένη για όλους μας η πορεία προς το σχολείο. Συνήθως τις πρωινές ώρες δε συνέβαινε τίποτα, απλά πάντα ακόμα και η μητέρα μου ήθελε να ξέρει ποιες είναι οι παρέες μου είτε με αγόρια ακόμα και με κορίτσια και αρκετές φορές ερχόντουσαν και τα παιδιά στο σχολείο, όχι σε φάση για αστυνόμευση, να κάνουν τους σερίφηδες, ότι όλα είναι καλά, δηλαδή κάποιες φορές έβλεπα τον αδερφό μου, ήμουνα στο προαύλιο εγώ, στην κερκίδα και καθόμασταν, και έβλεπα με την άκρη του ματιού στο πρώτο μπαλκόνι, που σημαίνει το ισόγειο του σχολείου, έβλεπα τον αδερφό μου απλά να μπαίνει, να ρίχνει ένα βλέφαρο ότι όλα είναι καλά και να φεύγει. Αυτό μου έδινε κι όλας μία ασφάλεια, μπορώ να πω, γιατί μπορούσε να συμβεί πάντα το οτιδήποτε με τον οποιονδήποτε, ήξερα ότι έχω δύο αδέρφια άντρες και έναν πρώτο ξάδερφο που ήξερα ότι θα με καλύπτανε σε κάποια δύσκολη περίπτωση.

Σ.Κ.:

Θα είναι εκεί.

Γ.Κ.:

Ναι.

Σ.Κ.:

Δε σου έτυχε κάτι;

Γ.Κ.:

Φάση μπούλινγκ εγώ στο σχολείο προσωπικά δεν μπορώ να πω ότι είχα, γιατί ίσως είχα πάντα παρέες με τα αλάνια της εκάστοτε τάξης. Βέβαια με μεγαλύτερους δεν κάναμε ποτέ παρέα ή με μεγαλύτερες τάξεις και, φυσικά, μας σνομπάρανε, ήτανε μονόδρομος το να συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή και εμείς στην τρίτη λυκείου, χωρίς βέβαια να προκαλούμε μπούλινγκ ή να κοροϊδεύουμε, να βρίζουμε κάποιο παιδί, απλά είναι μεγάλη απόσταση και ψαλίδα μεταξύ των ηλικιών τρίτη λυκείου με πρώτη γυμνασίου. Οπότε μπούλινγκ μπορώ να πω ότι μου έκαναν μία φορά ή δύο φορές συγκεκριμένο παιδί, στο οποίο ήτανε και η μοναδική φορά που έχασα κάποια χρόνια απ’ τη ζωή μου, γιατί κάποια στιγμή και εγώ απηύδησα και τον έσπρωξα από τη σκάλα και μέχρι να ξανανοίξει τα μάτια του πέρασε, που λέμε, όλη η ζωή από μπροστά μου, ότι, δεν ξέρω, ότι θα μπω αναμορφωτήριο, δεν ξέρω πώς μεταφραζόταν εκεί όλη η ιστορία. Μετά από ενάμισι λεπτό φυσικά ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του και απλά δεν με ξανακοίταξε, χωρίς βέβαια να τον τρομάξει το παρουσιαστικό μου ή η συμπεριφορά μου, γιατί, ναι, ήμουνα από τους μικροκαμωμένους πάντα στο σχολείο, δεν ήξερα να δέρνω, δεν ήξερα να βαράω, αλλά εκείνη τη στιγμή βγήκε το ένστικτο, που λέμε, της επιβίωσης, ο νόμος της ζούγκλας. Μετά από τις δύο πρώτες μέρες δεν ήμουνα από αυτούς που δε μιλάω, οπότε θα καθόμουν να το υποστώ για μήνες ή για ολόκληρο χρόνο αυτό. Του τη χάρισα την πρώτη μέρα, δε μίλησα τη δεύτερη, ε, την τρίτη ενστικτωδώς κι εγώ τον έσπρωξα, έπεσε από τη σκάλα. Φυσικά δεν ήτανε αυτοσκοπός μου να πέσει από τη σκάλα, απλά πήγε πολλά μέτρα παραπέρα και ήτανε πολλά τα σκαλιά. Αλλά σε γενικές γραμμές, όχι, ήμασταν με πάρα πολύ καλές σχέσεις με τους πάντες. Μετά στο λύκειο έμπλεξα, που λέμε, και με τα προεδριλίκια, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με την τάξη. Όλο αυτό ξεκίνησε από μια φάση και μια μίνι κόντρα που είχα με έναν άλλο συμμαθητή, ποιος είναι ο πιο δημοφιλής στη τάξη, και ο άλλος απλά μέτραγε τις ψήφους και έλεγε ότι «εγώ θα βγω» και ότι... Εγώ για πλάκα είπα: «Ωραία, θα δηλώσω κι εγώ συμμετοχή, έτσι για πλάκα». Γιατί με το μυαλό μου μέτραγα ποιοι θα με σαπορτάρουνε και κατέληξε για συντριπτική πλειοψηφία, που βγήκε από ένα καπρίτσιο και μία κόντρα που είχα επί προσωπικού με ένα συγκεκριμένο παιδί στο θέμα δημοφιλίας στην τάξη πρώτη λυκείου, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πρώτη, δευτέρα και τρίτη λυκείου να είμαι πρόεδρος στην τάξη μου. Αυτό βέβαια ήτανε και κάτι ωραίο, αλλά ήτανε και κατάρα, θα το έλεγα εγώ, γιατί δεν είχαμε από τις καλύτερες, τα καλύτερα παιδιά στην τάξη, τα φιλαράκια μου, οπότε ήτανε μόνιμες οι επισκέψεις μου στο λυκειάρχη, ώστε να μπορώ να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα από τα αλάνια της τάξης. Ναι.

Σ.Κ.:

Εσύ στην ουσία εκπροσωπούσες, τέλος πάντων, την τάξη, τα καθήκοντά σου ήταν όχι τόσο για οργάνωση εκδρομών κτλ. ήταν πιο πολύ… 

Γ.Κ.:

Για κέρδος χρόνου ήτανε πιο πολύ στη φάση εκδρομή, απλά το είχαμε κανονίσει έτσι με τον πρόεδρο του σχολείου, που τύχαινε να είναι και συμμαθητής μου και ένα από τα παιδιά της παρέας μου, όπου ο κάθε πρόεδρος τότε στην τάξη έπρεπε απλά, για να κερδίσουμε χρόνο, να μαζέψει τις ψήφους ή τα χρήματα είτε τις γνώμες για το οτιδήποτε θα κάναμε στην πρώτη λυκείου, στη δευτέρα λυκείου ή στην τρίτη λυκείου – παρένθεση, ήμασταν από τους τυχερούς, πήγαμε 5ημερες από την τρίτη γυμνασίου μέχρι την τρίτη λυκείου, ήμασταν πολύ τυχεροί σ' αυτό και βρίσκαμε πάντα καθηγητές για να μας συνοδεύσουνε. Οπότε για κέρδος χρόνου, ναι, χρησίμευα στη φάση των επιλογών και της ψηφοφορίας για το εκάστοτε γεγονός. Αλλά κατά κύριο λόγο ήτανε πιο πολύ για να επιπλήξω τους δικούς μου και να είναι, ξέρω γω, οι συμπεριφορές μας κόσμιες, είτε σε καθηγητές είτε γενικά στο λυκειάρχη, οπότε μπορώ να πω ότι ήταν περισσότερο κατάρα παρά χαρά μου και τιμή μου που με βγάλανε οι φίλοι μου πρόεδρο στην τάξη για 3 χρόνια.

Σ.Κ.:

Καταλήψεις κάνατε, θυμάσαι;

Γ.Κ.:

Μπορώ να πω ότι κατάληψη, είχε μείνει μία κατάληψη σαν μύθος, όταν εμείς ήμασταν πρώτη γυμνασίου, η τότε τρίτη λυκείου... Μου το 'χουν επιβεβαιώσει παλιότεροι που τους βρήκα με τα χρόνια στη γειτονιά και μου λέγανε ότι όντως ισχύει, εγώ όμως επειδή δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω το κρατάω σε φάση μύθου. Είχανε συνεννοηθεί όλοι στην τρίτη λυκείου να πιάσουνε ο καθένας από έναν καθηγητή, ώστε για κάποιο λόγο να τον πάνε στο γραφείο των καθηγητών, ότι «ο τάδε σας θέλει», «ο άλλος σας θέλει», οπότε όλοι έπρεπε να μαζευτούνε για κάποια τυχόν συνέλευση, που υποψιάστηκαν οι καθηγητές, με αποτέλεσμα να τους κλειδώσουνε όλους μέσα στο γραφείο των καθηγητών μέχρι το επόμενο πρωί. Βέβαια, τα αιτήματά τους δεν τα ξέρω, δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ήτανε, πάντως είχε μείνει σαν μύθος ότι όντως ίσχυε κάτι τέτοιο και με τα χρόνια μού το επιβεβαιώσανε οι βετεράνοι του 41ου στη γειτονιά. Ας πούμε, ότι έγινε. Τώρα, απ’ τη δικιά μας πλευρά δεν κάναμε καταλήψεις, απλά κάποιες φορές και εμείς σαν παιδιά είχαμε απηυδήσει από τα σερί μαθήματα και λέμε, δε γίνεται να συνεχίζουμε να κάνουμε μαθήματα και να μην υπάρχει ένας λόγος, έστω να το βαφτίσουμε σαν εκπαιδευτική εκδρομή και να πάμε λίγο να ξεσκάσουμε ένα μονοήμερο έξω, είτε στο άλσος Βεΐκου που είχαμε κοντά στο Γαλάτσι είτε να πάμε κάπου αλλού. Θυμάμαι, μας είχανε βάλει μόνο μέσω του μαθήματος της ιστορίας μια εκπαιδευτική εκδρομή, όπου έπρεπε να βγει και μια έκθεση πάνω σ' αυτό, έκθεση ιδεών και ας ήτανε στην ιστορία, στο μουσείο τότε που υπήρχε στην Αθήνα, φυσικής, όχι φυσικής ιστορίας, κάτι είχε να κάνει με ιστορικά γεγονότα και, θυμάμαι, και βλέπαμε υλικό με σλάιντς και προτζέκτορες και έπρεπε να πάμε με σημειωματάριο με notebook και να σημειώνουμε ιδέες, ώστε να μπορέσουμε να γράψουμε την έκθεση στην ιστορία μετά, γιατί ήτανε πάνω από 2000 λέξεις, αν θυμάμαι καλά. Και ίσως ήταν η μόνη φορά που ασχολήθηκα σοβαρά με κάποιο project του σχολείου, εκτός σχολείου, το πήρα στα σοβαρά και ότι με κοιτάγανε, θυμάμαι, στο μουσείο ακόμα και οι φίλοι μου ότι «τι κάνει, ρε παιδιά, ο Γιώργος, γιατί σημειώνει σωρηδόν σελίδες;». Γιατί ήμασταν όλοι λίγο ελεύθερα πνεύματα, να το πω ευγενικά, στο θέμα διαβάσματος.

Σ.Κ.:

Τα ίντερνετ καφέ είχαν εμφανιστεί τότε, θυμάσαι;

Γ.Κ.:

Φυσικά, είχαμε ίντερνετ καφέ στην Φωκίωνος Νέγρη. Εγώ δεν ήμουν από αυτούς που ασχολιόμουνα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα τότε, με το Counter strike, μπράβο μου, το θυμήθηκα, ιστορικό παιχνίδι της εποχής, αλλά ήτανε δυο τρία παιδιά από την παρέα που ξημεροβραδιαζόντουσαν. Και θυμάμαι μια χαρακτηριστική ιστορία να σου αναφέρω,[00:20:00] ότι θα δίναμε ένα ραντεβού στην Πλατεία Αμερικής με τις βαλίτσες μας και θα ερχόντουσαν τα πούλμαν για να μας πάνε στον Πειραιά στη δευτέρα λυκείου και είχαμε δώσει τόπο συνάντησης στην πλατεία Αμερικής, λίγα μέτρα πάνω από το λύκειο. Και αφού παίρναμε παρουσίες –να το τονίσω ότι ήταν 05.30 το πρωί, γιατί 06.30 θα έφευγε το πλοίο από Πειραιά, θα πηγαίναμε στην Κέρκυρα– και λείπανε δύο παιδιά, ο Σπύρος και ο Αλέξανδρος. Πού είναι τα παιδιά, πού είναι τα παιδιά; Την προηγούμενη μέρα τούς είχαμε αφήσει στη Φωκίωνος στο ίντερνετ καφέ και θα ορκιζόμουνα ότι είναι ακόμα εκεί από το προηγούμενο απόγευμα. Θυμάμαι ότι ένας από τους δύο είχε πει ότι θα πάει σπίτι να φτιάξει ήδη τις βαλίτσες –το πήραμε βέβαια για αστείο τότε– ώστε να είναι απευθείας μετά στο πούλμαν και εγώ δεν είχα κάτι να χάσω και ζήτησα άδεια από τους καθηγητές να λείψουμε για 10 λεπτά, γιατί υποψιαζόμαστε ότι ήτανε στη Φωκίωνος στο ίντερνετ καφέ. Μας δώσανε την άδεια, πήγαμε και κυριολεκτικά μπήκαμε στο ίντερνετ καφέ, ήτανε μόνοι τους στο ίντερνετ καφέ 05.30 το πρωί, σε μια κατάσταση υπνωτισμού, θα έλεγα, μπροστά στην οθόνη, το λέω ευγενικά, και απλά να τους σκουντήσω στον ώμο, να τους ξυπνήσω από τη νιρβάνα που ήτανε και ότι να τους θυμίσω ότι έπρεπε να φύγουμε, γιατί σε μία ώρα έπρεπε να προλάβουμε το πλοίο για Κέρκυρα. Οπότε είναι κάτι που, φαντάζομαι, τονίζει και τη μόδα, αλλά και την εποχή με τα ίντερνετ καφέ. Αυτό ήτανε ένα καθημερινό φαινόμενο με τα περισσότερα παιδιά δευτέρα προς τρίτη λυκείου.

Σ.Κ.:

Εσύ ίντερνετ είχες εκείνη τη περίοδο, είχες πρόσβαση;

Γ.Κ.:

Είχα πρόσβαση χάρη στην αδερφή μου, γιατί το χρειαζότανε για τη δουλειά της τότε, οπότε είχαμε και εμείς στο σπίτι το πρώτο οικιακό ίντερνετ, με εκείνο το χαρακτηριστικό εκνευριστικό ήχο στο εξωτερικό router, ήταν τότε και η ατάκα το ότι «Περιμένετε τηλέφωνο; Γιατί θέλω να μπω στο ίντερνετ». Οπότε το καλώδιο του τηλεφώνου απενεργοποιούνταν κυριολεκτικά από τις οικιακές συσκευές και έμπαινε στο router και είχαμε την πρόσβαση. Φυσικά για να μπεις στο οποιοδήποτε site ή να ανοίξεις την οποιαδήποτε φωτογραφία έπρεπε να περιμένεις τουλάχιστον 2 με 3 λεπτά, οπότε ήτανε κυριολεκτικά της υπομονής, αν και για την εποχή ήτανε γρήγορο.

Σ.Κ.:

Εσύ καθόσουνα όμως, δηλαδή το χρησιμοποιούσες;

Γ.Κ.:

Φυσικά, ναι, ναι.

Σ.Κ.:

Θυμάσαι τι χρήση έκανες, ας πούμε, πού έμπαινες κτλ.;

Γ.Κ.:

Πέρα από τα, τα αθλητικά, δε θυμάμαι ότι ήταν τότε στη μόδα τα site, μπαίναμε σε διάφορα forum και blog που υπήρχαν τότε μέσω του pc master σε ό,τι είχε να κάνει με τα ηλεκτρονικά και τα παιχνίδια μας, για να ενημερωνόμαστε για ό,τι νεότερο υπήρχε σε φάση gadget, κονσόλες και τα παιχνίδια που είχαμε σαν τίτλους παιχνιδιών στις κονσόλες μας. Ό,τι καινούργιο είχε να κάνει τότε με τα Windows ’98 και ό,τι βοήθεια μπορούσαμε να πάρουμε μέσω της πληροφορικής που είχαμε σαν μάθημα και, φυσικά, σαν παιδιά που ήμασταν, και σε site ερωτικού περιεχομένου, αλλά τότε σε φάση μόνο φωτογραφίες. Αυτό ήτανε που ανέφερα και πριν λίγο, ότι περίμενες, ναι, να δεις μία μοντέλα, να ανοίξει η φωτογραφία μέσα σε 5 λεπτά. Και ήμασταν τότε φαν των Ελληνίδων γυναικών της εποχής.

Σ.Κ.:

Θυμάσαι έτσι κάποιες;…

Γ.Κ.:

Νόνη Δούνια, Βίκυ Κουλιανού, Ρέα Τουτουνζή... πολλούς χαιρετισμούς, αν μας ακούσουνε ποτέ, τις ευχαριστούμε για όλα.

Σ.Κ.:

Βάνα Μπάρμπα ήτανε, ναι.

Γ.Κ.:

Φυσικά η Βάνα Μπάρμπα, η Άντζελα Γκερέκου. Και μετά πάμε και στις ξένες, που φυσικά ποιος δε μεγάλωσε από εμάς με το Baywatch και την Pamela Anderson. Και εγώ είμαι και με τα outsider, θα πω και την συμπρωταγωνίστριά της, τη Yasmine Bleeth, μελαχρινή με γαλανό μάτι, για όσους απορούνε ποια είναι η Yasmine Bleeth.

Σ.Κ.:

Δείτε το.

Γ.Κ.:

Δείτε το, ναι. Google that shit.

Σ.Κ.:

Ωραία. Και είναι εντωμεταξύ εκεί η περίοδος τρίτη λυκείου, πανελλήνιες κτλ. Εσύ πώς ήτανε εκείνη η χρονιά, είχες κάτι στο μυαλό σου, υπήρχε άγχος πού θα μπεις, τι θα κάνεις;

Γ.Κ.:

Μπορώ να πω ότι μέχρι τη δευτέρα λυκείου δεν ήμουνα από τους άριστους μαθητές, αλλά ήθελα να είμαι πάντα από τους καλούς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι πλακωνόμουνα στο διάβασμα. Φυσικά και λόγω επιλογών του σπιτιού, δεν μπορούσα να αποφύγω το φροντιστήριο, το φροντιστήριο τότε συνεπαγόταν με διπλό διάβασμα και είναι κάτι που μου έφερνε απίστευτη αντίρρηση, ακόμα και τότε δεν έβρισκα λογική στο να διαβάζεις για δύο διαφορετικά σχολεία κυριολεκτικά. Είχα στο μυαλό μου ότι το φροντιστήριο ότι πρέπει να σε βοηθάει, όχι απαραίτητα να σου δίνει το λυσάρι, τις λύσεις για τις ασκήσεις που έπρεπε να κάνεις για το σχολείο, αλλά φτάσαμε στο σημείο να διαβάζουμε πιο πολύ για το φροντιστήριο σε κάποια φάση απ’ ό,τι για το σχολείο. Φυσικά φροντιστήριο πήγα μέχρι και την τρίτη λυκείου, αλλά, όπως προανέφερα ήμουν αρκετά –θεωρώ για τον εαυτό μου– καλός μαθητής, του 17, νομίζω ότι είναι καλοί οι βαθμοί του 17, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις. Δεν ήμουνα ποτέ φίλος με τα αρχαία, δηλαδή έδινα μεγάλο αγώνα στο να αγαπήσω τότε τα αρχαία, βέβαια, αν γύρναγα τώρα πίσω στο σχολείο, ίσως έδινα περισσότερη σημασία, γιατί στην πορεία των χρόνων έπεσαν στα χέρια μου και κάνα δυο τρία βιβλία ακόμα, πολύ καλύτερα από τα σχολικά βιβλία εκείνης της εποχής έτσι όπως θέλαν να μας τα παρουσιάσουνε, οπότε ίσως κι εγώ να έδινα ένα καλύτερο ενδιαφέρον στα αρχαία και σε κάποια άλλα μαθήματα, ίσως αναφερθούμε στη πορεία της συζήτησης αργότερα. Παρ' όλα αυτά, στην τρίτη λυκείου είχα πέσει πάρα πολύ σαν μαθητής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επηρεάστηκα με κάτι οικογενειακό ή με κάτι εξωσχολικό, απλά έπεσαν οι δυνάμεις μου και τα στάνταρ μου, και οι βαθμοί μου έπεσαν κατακόρυφα, δηλαδή εκεί που έβγαζα ένα 17 μέσο όρο, έπεσε στο 12, 13, που σημαίνει ότι για τη σχολή τουριστικών επαγγελμάτων που ήθελα να δηλώσω, αν θυμάμαι καλά, ακόμα και ειδικό μάθημα, τα αγγλικά, που δήλωνες τότε για αύξηση των μορίων, δε θα βοήθαγε την κατάσταση. Μπορώ να πω ότι στις πανελλήνιες παραιτήθηκα και ότι πήγα να δώσω απλά για να δώσω, έγραψα, έβγαλα έναν βαθμό και έβγαλα τα μόρια κάπου στα 11 με 12 χιλιάδες μόρια, πέρασα σε κάποιες σχολές στη Βόρειο Ελλάδα, δεν θυμάμαι ποιες είναι, θα σας πω ψέματα. Οπότε είχα βάλει κάτω με το μυαλό μου ότι δεν έχω σκοπό να ξαναδώσω πανελλήνιες μετά, όχι, από Σεπτέμβρη να ξαναδώσω σαν δεύτερη ευκαιρία, από τη νέα σεζόν, για να μπω σε καλύτερη σχολή και, αυτόματα, ήθελα να μπω σε ΙΕΚ, ώστε να ασχοληθώ με κάποια τέχνη και διάλεξα τα ηλεκτρολογικά. Βέβαια αυτό είχε, ήτανε και μια δικαιολογία το ότι ήθελα να μείνω στην Αθήνα, γιατί τότε είχα και το, μετά την τρίτη λυκείου, τη μεγάλη μου αγάπη με την ΑΕΚ, οπότε ήταν ένας λόγος ότι αν έφευγα από την Αθήνα δε θα μπορούσα να πηγαίνω και στα γήπεδα. Οπότε έπρεπε να το φτιάξω έτσι με έναν τρόπο ζωής και με μια πατέντα ώστε να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι, και τα αδέρφια μου και η μάνα μου και εγώ, ότι θα φέρω λεφτά στο σπίτι, οπότε θα μάθω μία τέχνη που, για την εποχή τότε, είχε αρκετά λεφτά. Ήμουνα και τυχερός μέσω της οικογένειας και κάποιου συγγενή μας που είχε υπό την διεύθυνσή του κάποια εταιρία ηλεκτρολόγων, οπότε με πήρε αυτόματα τις πρώτες μέρες που γράφτηκα στο ΙΕΚ σαν τεχνικός αυτοματισμών –στη Μεταμόρφωση το συγκεκριμένο ΙΕΚ– με πήρε και στη δουλειά σαν ηλεκτρολόγος κυριολεκτικά από το μηδέν, χωρίς να ξέρω να πιάνω ούτε κατσαβίδι, χωρίς να μπορώ, να μην μπορώ να ξεχωρίσω ούτε τι χρώμα καλώδιο είναι το καθένα. Οπότε μπορώ να πω ότι μέσα στην όλη ιστορία των επιλογών της τρίτης λυκείου δεν μπορώ να πω ότι το μετάνιωσα όλο αυτό, την συμπεριφορά μου ή τις επιλογές μου. Μπορεί στην πορεία των χρόνων σε κάποιους να φαίνεται ανόητο αυτό που έκανα, ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι πιο καλό, να γίνω γιατρός, να γίνω δικηγόρος γιατί ήμουνα έξυπνος και είμαι έξυπνος άνθρωπος, απλά δεν αφιέρωσα τον χρόνο μου και το μυαλό μου σε πράγματα που στο μέλλον μπορεί να είναι πιο επικερδή για μένα και πιο χρήσιμα.

Σ.Κ.:

Ok. Εντωμεταξύ είπες ότι ήθελες να περάσεις τουριστικών, ήταν στο μυαλό σου, πώς κι έτσι;

Γ.Κ.:

Ξεκάθαρα επηρεασμένος από τους γιους της νονάς μου που είχανε μεγάλη καριέρα στα ξενοδοχειακά και επειδή κάποια από τα καλοκαίρια μου, από 7-8 χρονών μέχρι τα 12-13, πέρναγα τα καλοκαίρια μου στην Κύπρο, με στέλνανε με το αεροπλάνο οι δικοί μου, επειδή όλοι δουλεύανε το καλοκαίρι και δεν είχανε τι να με κάνουνε στην Αθήνα και από το να μου στερήσουνε τις διακοπές και να κάθομαι απλά στην Αθήνα στο σπίτι ανέμελος, με στέλνανε, με βάζανε στο αεροπλάνο από 7 χρονών, συνοδεία φυσικά αεροσυνοδών, και με παραλαμβάνανε μετά στο αεροδρόμιο της Κύπρου ο νονός με τη νονά, όπου έκανα εκεί πέρα τα καλοκαίρια καινούργιες παρέες, [00:30:00]μεγάλωσα στο ίδιο σπίτι με τους γιους της νονάς και του νονού, που τότε ήτανε αρκετά μεγάλοι, ώστε δουλεύανε κι αυτοί στα ξενοδοχεία και με παίρνανε μαζί τους και με ξεναγούσανε στα ξενοδοχεία στη Λευκωσία που δουλεύανε. Οπότε όλο αυτό το τακτοποιημένο το πράγμα, ο τουρισμός, η κυριλέ κατάσταση που έβλεπα ήτανε κάτι που το θεωρούσα υπέροχο, μου άρεσαν πάρα πολύ οι ξένες γλώσσες από μικρός, η αδερφή μου μου μάθαινε γαλλικά από πάρα πολύ μικρή ηλικία, βέβαια έχω μείνει σε επίπεδο πρώτης δημοτικού στα γαλλικά, ό,τι πήγε η κακομοίρα η αδερφή μου να μου μάθει, και στα αγγλικά, που πιο πολύ με βοηθήσαν τα αγγλικά μέσω των παιχνιδιών και των ταινιών που ασχολιόμουνα τότε και των κόμικς, που άρχισα να διαβάζω κόμικς στην αγγλική τους έκδοση από αρκετά μικρή ηλικία, παρά το σχολείο.

Σ.Κ.:

Ok, ok.

Γ.Κ.:

Οπότε με επηρέασαν κυρίως οι γιοι της νονάς μου στο θέμα ξενοδοχειακά.

Σ.Κ.:

Ναι, ναι. Είπες τώρα για κόμικς κτλ. από μικρή ηλικία. Θυμάσαι, πήγαινες σε συγκεκριμένα μέρη εκεί στην περιοχή που έπαιρνες κόμικς; Πώς έβρισκες αρχικά και πληροφορία για το τι θα πάρεις, τι… Γιατί τότε, ναι, ίντερνετ ήταν στις αρχές, δε ξέρω αν έπαιζε... 

Γ.Κ.:

Δυστυχώς από τη μικρή ηλικία του δημοτικού δεν μπορούσαμε μέσω του ίντερνετ να μάθουμε πληροφορίες για τα κόμικς. Είχα ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία μου ένα ψιλικατζίδικο όπου παίρναμε τα πρώτα μας κόμικς. Θυμάμαι τα «Σαΐνια», ένα μικρό ελληνικό κόμικς που είχε και δραστηριότητες μέσα, που έκανες με την παρέα σου σαν εξερευνήσεις. Είχε μίνι κόμικς μέσα και μίνι ιστοριούλες, αλλά κατά κύριο λόγο θυμάμαι ότι πηγαίναμε στο Μοναστηράκι, σε κομιξάδικα, για να βρούμε τους σούπερ ήρωες που διαβάζαμε τότε. Βέβαια δεν ήταν απαραίτητο ότι μεγαλώσαμε από μικροί όλοι με Superman, Batman, που θα πούνε οι περισσότεροι. Μεγαλώσαμε συνήθως με τα κόμικς της Warner αρχικά, Pinky και Brain, με τα Looney Tunes, με τα πιο θρυλικά Mickey Mouse και Αλμανάκο, που είχαμε στην Ελλάδα τις ελληνικές εκδόσεις και το ιστορικό κόμικς που ήτανε με Donald Duck και όλη τη φαμίλια. Και στην πορεία των χρόνων, μετά την έκτη και την πρώτη γυμνασίου, μπήκαμε και εμείς στο κόσμο της Marvel και της DC.

Σ.Κ.:

Αναφέρθηκε πριν ότι μεγάλο ρόλο για την επιλογή σου, το τι θα κάνεις μετά την τρίτη λυκείου, ήτανε η ΑΕΚ. Γενικά πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι;

Γ.Κ.:

Δεν μπορώ να πω ότι ήμουνα οπαδός του ποδοσφαίρου από τα παιδικά μου χρόνια ή από μωρό, αλλά επηρεασμένος φυσικά από τη δευτέρα δημοτικού και μετά ότι κάθε μέρα ήμουνα στη Νέα Φιλαδέλφεια και έβλεπα το στάδιο «Νίκος Γκούμας» και με αφορμή και τα αδέρφια που ήτανε οπαδοί της ΑΕΚ και γηπεδικοί εκείνη την εποχή, νομίζω, ήτανε μονόδρομος το να επιλέξω και εγώ την ΑΕΚ, χωρίς βέβαια αυτό να με επηρεάσουνε τα αδέρφια, ήτανε καθαρά δικιά μου επιλογή. Οπότε ήμουνα σε καθημερινή επαφή με το πνεύμα της ΑΕΚ από το σχολείο. Και η πρώτη μου επαφή ήτανε σε μία, ας το πούμε, μονοήμερη εκδρομή, αν μπορούμε να το πούμε εκδρομή στη Νέα Φιλαδέλφεια, αφού το σχολείο μου ήτανε αρκετά κοντά με το γήπεδο. Πρέπει να πήγαμε, μας το έκανε έκπληξη ο διευθυντής και πρέπει να πετύχαμε τότε μια ανοιχτή προπόνηση της ΑΕΚ στο «Νίκος Γκούμας» χωρίς βέβαια να έχουμε επαφή με την αποστολή, με τους παίχτες, αλλά ήτανε μια πρώτη επαφή στο να μπω στο γήπεδο, δευτέρα, τρίτη δημοτικού, και να δούμε από μία κερκίδα από μακριά τους ποδοσφαιριστές να κάνουν την καθημερινή τους προπόνηση. Στο γήπεδο πρώτη φορά πήγα το 1997 με '98, φυσικά συνοδεία των αδερφών μου, σε ένα ντέρμπι ΑΕΚ-Παναθηναϊκός.

Σ.Κ.:

Πρώτη φορά σε ντέρμπι ε;

Γ.Κ.:

Ναι, το πρώτο μου ματς ήτανε σε ντέρμπι, βέβαια ήταν μετρημένες φορές που πήγαινα τότε με τα αδέρφια, δηλαδή εξαρτιόντουσαν πάρα πολύ οι καταστάσεις και με ποιον παίζανε και τι μπορεί να ακούγανε για νωρίτερα, αν συνέβαινε το οτιδήποτε σε φάση επεισοδίων, σε φάση ραντεβού οπαδών, οπότε δεν μπορούσα να με έχουνε υπ’ ευθύνη τους σε κάθε παιχνίδι, γιατί ήμουνα ανήλικος και έπρεπε να πηγαίνω σε συγκεκριμένα παιχνίδια. Αλλά σαν πρώτη επαφή, ναι, θυμάμαι ένα παιχνίδι το 1998, αλλά εκείνη τη σεζόν πρέπει να πήγα σε 2 ή 3 παιχνίδια.

Σ.Κ.:

Ok. Τακτικά πότε άρχισες και μόνος σου να πηγαίνεις;

Γ.Κ.:

Τακτικά πρόλαβα και με αφορμή δυστυχώς, το δυσάρεστο γεγονός του γκρεμίσματος της Νέας Φιλαδέλφειας, ήθελα να προλάβω όσα περισσότερα παιχνίδια μπορώ το 2003, επειδή είχαμε ήδη μάθει ότι θα γκρεμίζανε το γήπεδο, οπότε μπορώ να πω ότι πήγα σε 4 με 5 παιχνίδια σερί για πρώτη φορά στη ζωή μου το 2003.

Σ.Κ.:

Τι ηλικία ήσουνα τότε;

Γ.Κ.:

16 στα 17. Φυσικά ήμουνα στο τελευταίο παιχνίδι πρωταθλήματος με τον Άρη. Έχω ακόμα από τότε κειμήλιο μία καρέκλα από τα επίσημα. Φυσικά καρεκλάκι από τη σκεπαστή και λίγο γρασίδι, λίγο δίχτυ, αλλά θυμάμαι αυτά κάπου τα χάρισα τότε και μου έχει μείνει η καρέκλα και το καρεκλάκι της σκεπαστής σαν κειμήλιο.

Σ.Κ.:

Στους οργανωμένους πήγαινες ή…. 

Γ.Κ.:

Σαν πιτσιρικάς η επαφή μου με τη σκεπαστή ήτανε στο παιχνίδι μόνο με τον Παναθηναϊκό που ανέφερα νωρίτερα, στα υπόλοιπα ήμουνα στην απέναντι ακριβώς κερκίδα. Οπότε μετά, οργανωμένος, οργανωμένος με το διαρκείας μου και μεμονωμένα σε εκτός έδρας παιχνίδια, αρχή εντός Αττικής φυσικά στην αρχή, γιατί δεν μπορούσα να ταξιδεύω ακόμα μόνος μου είτε με παρέα, εφόσον ακόμα τυπικά δεν ήμασταν ενήλικοι, οπότε ήτανε το 2004 επί Νικολαΐδη, στη νέα εποχή της ΑΕΚ μετά.

Σ.Κ.:

2004, ε;

Γ.Κ.:

Ναι. Ήταν τότε δεν ξέρω, ήταν το έναυσμα τότε, να έπαιξε ρόλο και η ολυμπιάδα, να έπαιξε ρόλο το καινούργιο γήπεδο, το Euro φυσικά πάρα πολύ, που δυστυχώς δεν άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου του ελληνικού όπως θα ελπίζαμε. Ναι, είμαι από τους ρομαντικούς που πάντα ήθελα το καλό του ελληνικού ποδοσφαίρου, όσο οπαδός της ΑΕΚ κι αν είμαι. Φυσικά οι καταστάσεις των ομάδων τότε δε βοήθησαν στο να γίνει καλύτερο το πράγμα, όλοι είχανε τις ευθύνες τους και η κάθε ομάδα και η δικιά μου και οι αντίπαλες ομάδες και οι οπαδοί με τις συμπεριφορές τους και όλα μαζί, τα πάντα στο βωμό του χρήματος στο ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά είναι μεγάλη κουβέντα φυσικά αυτή. Οπότε ναι, βοήθησε πολύ το Euro, βοήθησε η νέα μας στέγη, το Ολυμπιακό Στάδιο, που ήτανε κάτι καινούργιο και κάτι φαντασμαγορικό για την εποχή. Φυσικά μας έμεινε η πίκρα του γκρεμίσματος του σπιτιού μας, γιατί εμείς το θεωρούσαμε σπίτι μας το «Νίκος Γκούμας». Μπορεί εγώ να μην ήμουνα σε πάρα πολλά παιχνίδια σαν πιτσιρικάς, αλλά έχω πάντα ευχάριστες αναμνήσεις από εκεί. Οπότε ναι, ας πούμε ότι η ζωή μου μπορεί να γραφτεί και να συνάδει με την ΑΕΚ από το 2003-'04 και μετά μέχρι τώρα και θέλω να ελπίζω και για πολλά χρόνια ακόμα.

Σ.Κ.:

Από το οπαδικό κομμάτι τι εικόνες είχες έτσι σαν πιτσιρικάς κτλ. Φαντάζομαι μια εικόνα έτσι το…

Γ.Κ.:

Την εικόνα του οπαδικού κινήματος της ΑΕΚ δεν μπορώ να πω ότι την έζησα από μέσα, γιατί δεν ήθελα ποτέ να συνδυαστεί είτε το όνομά μου είτε η παρουσία μου με κάποιο σύνδεσμο. Φυσικά είχα φιλίες με πολλά παιδιά που ήταν οργανωμένοι και κάνανε τα ταξίδια τους και δώσανε κυριολεκτικά και μεταφορικά το αίμα τους για την ομάδα, αλλά δεν ήθελα ποτέ να συνδυαστεί το όνομά μου με κάποιο σύνδεσμο, βοηθήσανε και τα αδέρφια μου σε αυτό το πράγμα, δεν ήθελαν ποτέ να μπλεχτώ ενεργά με επεισόδια, με οργανωμένες εκδρομές, γιατί οι οργανωμένες εκδρομές πάντα σημαίνανε και κάποιο ραντεβού με κάποιους άλλους οπαδούς, μόνο και μόνο καθαρά για την ασφάλεια της ζωής μου, έτσι; Και ό,τι επιλογές έκανα μέσω από το οπαδικό κίνημα και τη ζωή μου με την ΑΕΚ να ήτανε καθαρά και μόνο από δικές μου επιλογές, χωρίς να επηρεαστώ από κάποιον άλλον στο οτιδήποτε. Οπότε πήγαινα πάντα με την παρέα μου από μικρός σε κυριλέ κερκίδες και σε ήρεμες κερκίδες, αλλά με το οπαδικό κίνημα μπορώ να πω ότι γνωρίστηκα στα, όχι τόσο στο ποδόσφαιρο, όσο στα μικρότερα αθλήματα της ΑΕΚ, που άρχισα να ακολουθώ από μικρός. Ήθελα να παίρνω και τον παλμό της φανατικής κερκίδας και του καπνογόνου και των συνθημάτων, φυσικά ήμουνα μέρος όλων αυτών, δεν το έπαιζα κυριλέ ή μη μου άπτου από μικρός, φυσικά μ' αρέσαν όλα αυτά. Ακολουθούσαμε το μπάσκετ,[00:40:00] το βόλεϊ από πάρα πολύ μικρή ηλικία, αντρών-γυναικών, το handball που δημιουργήθηκε αργότερα, άσχετα αν κάποιο άθλημα δεν το γνωρίζαμε σε εισαγωγικά, μέσω της ΑΕΚ και της κερκίδας το γνωρίσαμε και το αγαπήσαμε, όπως είναι το handball, αυτό. Οπότε μπορώ να πω ότι η επαφή μου με το οπαδικό κίνημα ήτανε καθαρά στα ερασιτεχνικά τμήματα της ομάδας και όχι τόσο στο ποδόσφαιρο.

Σ.Κ.:

Άρα είχες συνειδητοποιήσει κι από μικρός ότι παίζει κι ένα κομμάτι επικινδυνότητας με το οπαδικό.

Γ.Κ.:

Φυσικά, γιατί θέλοντας και μη, κάνα δυο φορές βρεθήκαμε κι εμείς σαν πιο μικροί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, όπου απλά έπρεπε κι εμείς να γίνουμε μέρος όλου αυτού, καθαρά και μόνο βέβαια για να σώσουμε την ζωή μας και τη σωματική μας ακεραιότητα. Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου να προκαλέσω επεισόδια ώστε να κάνω κακό στην ομάδα μου, ώστε να φάει κάποια τιμωρία η ομάδα μου και λοιπά… Αλλά ναι, είχανε γίνει δυο τρία περιστατικά και εντός γηπέδου τότε, που η αστυνομία είχε το δικαίωμα να είναι μέσα στους αγωνιστικούς χώρους μαζί με τους οπαδούς, ήτανε και η αστυνομία μέρος του προβλήματος, δε θα κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας, αλλά ήτανε πάντα και αφορμή μόνο και μόνο η παρουσία της αστυνομίας στην κερκίδα, ώστε να ξεκινήσουνε οι οργανωμένοι τα επεισόδια. Τότε βέβαια είχαμε ακόμα, ζήσαμε και τις εποχές που είχαμε και τους φιλοξενούμενους στην απέναντι κερκίδα. Να τονίσουμε ότι και η δικιά μου γνώμη ότι δεν υπάρχει ποδόσφαιρο φυσικά χωρίς τους οπαδούς στο γήπεδο και πόσο μάλλον ακόμα και τους αντίπαλους οπαδούς. Δηλαδή είχε τη γλύκα του να έχεις τα αντίπαλα συνθήματα έστω και την μία φωτοβολίδα από τη μία κερκίδα στην άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα προκαλέσει σωματική βλάβη στον οποιονδήποτε. Οπότε έπαιξε το ρόλο του και αυτό, ότι έπεσαν πάρα πολύ τα στάνταρ του ελληνικού ποδοσφαίρου από τη στιγμή που σταματήσαν να πηγαίνουν φιλοξενούμενοι και απαγορεύτηκαν και οι μετακινήσεις των οπαδών στα εκάστοτε γήπεδα. Αυτό επηρέασε πάρα πολύ τα ραντεβού εκτός γηπέδου, γιατί κάπου έπρεπε να βγάλουνε την έντασή τους οι οπαδοί, οπότε έζησα στη γειτονιά και τις συνδεσμιακές επιθέσεις. Είχε τότε ένα σύνδεσμο η ΑΕΚ, ιστορικό σύνδεσμο στα Άνω Πατήσια, και στα Κάτω Πατήσια, στην οδό Φυλής, οπότε μπορώ να πω ότι έζησα σαν κάτοικος των Κάτω Πατησίων επισκεψιμότητες οπαδών. Αλλά με τα χρόνια και εγώ, όσο μεγάλωνα και έβλεπα και πιο ώριμα την όλη κατάσταση, με την παρέα μας μετά πηγαίναμε σε πιο ήρεμες κερκίδες, πιο οικογενειακές κερκίδες, κοίταγα να μη λείψω σχεδόν ποτέ από κανένα εντός έδρας παιχνίδι της ομάδας σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ. Φυσικά τότε είχα και τη δουλειά μου, οπότε είχα την οικονομική άνεση να δίνω τα διαρκείας μου στο ποδόσφαιρο. Στο μπάσκετ δεν έχω βγάλει ποτέ διαρκείας, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, αλλά πάντα έδινα κάθε αγωνιστική τα λεφτά μου για εισιτήριο, οπότε μπορώ να πω ότι η ζωή συνεχίστηκε από τα 19 μέχρι και τώρα τα Σαββατοκύριακά μου κατά 90% αφιερωμένα στην ΑΕΚ.

Σ.Κ.:

Ναι, ναι. Αυτές οι δύο τρεις φορές που είπες, δηλαδή ότι ήσουνα στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, ήτανε στο γήπεδο και με την αστυνομία;

Γ.Κ.:

Το πρώτο περιστατικό, δεν μπορώ να θυμηθώ βέβαια το παιχνίδι, αλλά ήτανε, ναι, με την αστυνομία και έπρεπε να υπερασπιστούμε τη σωματική μας ακεραιότητα απέναντι σε ασπίδες και γκλοπς, οπότε χρειάστηκε και εγώ να σηκώσω το δικό μου πόδι. Οι άλλες δύο φορές ήτανε το ένα γυρνώντας από το γήπεδο, πρέπει να ήτανε σε εκτός έδρας παιχνίδι με τον Ιωνικό στη Νίκαια και μάθαμε έξω από το γήπεδο ότι περιμένανε κάποια μηχανάκια με οπαδούς αντίπαλης ομάδας. Εγώ φυσικά δεν ήμουνα προετοιμασμένος για κάτι τέτοια, αλλά ήμουνα πάρα πολύ τυχερός, γιατί η παρέα που είχα σε εκείνο το παιχνίδι ήτανε πάρα πολύ έμπειρος σε τέτοιες καταστάσεις, οπότε κυριολεκτικά ήμουνα πίσω από την πλάτη του και μου είπε: «Θα σε προστατέψω, μην ανησυχείς». Ανεβήκαμε στα μηχανάκια για να πάμε προς Νέα Φιλαδέλφεια, φυσικά εγώ... όλο αυτό ήτανε μια συνεννόηση μεταξύ των οπαδών από την αρχή ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο φεύγουμε για Νέα Φιλαδέλφεια, ώστε με κάποιο τρόπο να τους παρασύρουμε στη Νέα Φιλαδέλφεια. Και από εκεί και πέρα μπορούμε να πούμε ότι μας έσωσε τη ζωή το Άλσος και οι πόρτες του Άλσους, από το να συμβεί το οτιδήποτε μοιραίο. Και η τρίτη φορά έχει να κάνει, θα ακουστεί αστείο, αλλά ήτανε σε ευρωπαϊκό παιχνίδι της ΑΕΚ στο βόλεϊ, στις γυναίκες. Ήτανε στη Γλυφάδα, γιατί τότε δυστυχώς τα ερασιτεχνικά τμήματα της ομάδας δεν είχανε σταθερές έδρες, οπότε ήμασταν κάθε χρόνο φιλοξενούμενοι κάπου και θα παίζαμε με την Γαλατά Σαράι από την Τουρκία, ευρωπαϊκό παιχνίδι αρκετά σημαντικό για τη συνέχεια του θεσμού, και το ματς μας βρήκε στη Γλυφάδα, όπου μέσα, ενώ είχαμε κανονικά το εισιτήριό μας, μέσα το γήπεδο είχε, ενώ ήταν χωρητικότητας 1.200 ατόμων, πρέπει να είχε μέσα 2.000 άτομα και οι υπόλοιποι 500, 600 έξω, με εισιτήριο παρακαλώ, δεν μπήκαμε ποτέ στον αγωνιστικό χώρο και στο γήπεδο. Είχε αδικαιολογήτως πολλές διμοιρίες για τέτοιο παιχνίδι, αλλά μάλλον είχανε συνεννοηθεί στα γύρω στενά για επεισόδια με οπαδούς αντίπαλης ομάδας, όπου ήταν ένας συνδυασμός επεισοδίων και με την αστυνομία, γιατί εμείς επιμέναμε να μπούμε στο γήπεδο, δεν με ενδιαφέρει αν ήταν γεμάτο το γήπεδο, είχα πληρώσει εισιτήριο για να μπω στο γήπεδο, δικαιούμουν να είμαι μέσα στον αγωνιστικό χώρο, με αποτέλεσμα να γίνει χρήση εντός του γηπέδου δακρυγόνων, και μιλάμε για κλειστό γήπεδο βόλεϊ, με αποτέλεσμα να αρχίσουνε να σπάνε τα τζάμια από μέσα προς τα έξω με πυροσβεστήρες, για να μπορέσει ο κόσμος να ανασάνει. Θα σας πω ψέματά αν θυμάμαι αν ξεκίνησε καν το ματς. Εμείς απλά θυμάμαι ότι μαζί με την παρέα μου και με τον κολλητό μου τότε κυριολεκτικά μας δέρνανε τα ΜΑΤ και ήταν η δεύτερη φορά που έπρεπε να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας και το δίκιο μας εκείνη τη στιγμή, με αποτέλεσμα να γίνουνε συγκρούσεις και εντός του γηπέδου και εκτός του γηπέδου. Κάποια στιγμή, επειδή βλέπαμε ότι το κλίμα βαραίνει και ότι θα γινόντουσαν συλλήψεις, άρχισα και απομακρυνόμουν από το γήπεδο με τον κολλητό και μετά έπεσε σύρμα στα γύρω στενά ότι αρχίσαν και απομονώνανε τα στενά οπαδοί του Ολυμπιακού. Όταν μιλάμε για Γλυφάδα, όλοι καταλαβαίνουμε για ποιους οπαδούς κάνουν κουμάντο σε εκείνες τις περιοχές, κακά τα ψέματα, έτσι; Το οποίο είναι σεβαστό, εγώ σε αυτά τα πράγματα ήμουν πάντα τοπικιστής, ότι καθένας από τους οπαδούς είχε το δικαίωμα να υπερασπιστεί την περιοχή του. Οπότε ας πούμε ότι αισθανθήκαμε τυχεροί εκείνο το βράδυ, βέβαια μπορώ να πω ότι έκανα κι εγώ το χειρουργείο μου για την ομάδα, ήμουνα πάλι στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή στη γειτονιά μου. Όπου οπαδοί του Παναθηναϊκού, οι οποίοι δεν ήτανε από τη γειτονιά, δεν ξέρω από ποιον σύνδεσμο ήτανε, και λέω δεν ήτανε από εκείνη τη γειτονιά, γιατί εγώ με τα παιδιά από το σύνδεσμο του Παναθηναϊκού στα Κάτω Πατήσια γνωριζόμασταν από εποχές που τα αδέρφια μου ήτανε πιτσιρικάδες και υπήρχε ένας σεβασμός και μεταξύ των προσώπων και υπήρχε και μία ομερτά μεταξύ τους, κάτι που σημαίνει ότι δεν ενοχλούμε, δε προκαλούμε, δεν προκαλείτε και θα μπορούμε στη γύρω περιοχή να βλέπουμε στις καφετέριες, δεν είναι απαραίτητα όλοι μαζί αγκαλιασμένοι κι αυτά τα κλισέ αλλά…

Σ.Κ.:

Ένας σεβασμός.

Γ.Κ.:

Ο καθένας, ναι, ένας σεβασμός και ότι ο καθένας έχει δικαίωμα για ένα δίωρο να δει την ομάδα του στις γύρω καφετέριες και ας είναι ο σύνδεσμος του Παναθηναϊκού εκεί, μας το είχανε επιτρέψει αυτό. Οπότε μπορώ να πω ότι ήμουνα στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή εκείνο το βράδυ. Γυρνώντας από το γήπεδο, έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και δε γύρισα με παρέα εκείνη τη μέρα, συνήθως πάντα με κάποιους γυρνάγαμε μαζί είτε με το τρένο είτε με αυτοκίνητο είτε με μηχανή. Κι ενώ οι δικοί μου φίλοι του Παναθηναϊκού ήταν στο σύνδεσμοό τους εκείνη τη στιγμή, κάτω από το σύνδεσμο, σε ένα σουβλατζίδικο, υπήρχαν οπαδοί που ήρθαν από άλλο σύνδεσμο, δεν βλέπαν το ματς της ομάδας τους καν εκείνη τη στιγμή, για αυτό αναφέρομαι ότι οι άλλοι ήτανε πάνω στο σύνδεσμο, γιατί έπαιζε ο Παναθηναϊκός με τον ΠΑΟΚ εκείνη την ώρα ντέρμπι στη Θεσσαλονίκη. Και απλά εκείνοι θα μαζευόντουσαν με τους Κατωπατησιώτες Παναθηναϊκούς, ώστε να πάνε στα Εξάρχεια να παίξουνε ξύλο με τους οπαδούς της ΑΕΚ. Φυσικά εγώ, όπως ανέφερα νωρίτερα, δεν είχα γνώση του πράγματος, γιατί πολύ απλά δεν ήμουνα μέσα σε αυτά τα πράγματα τα συνδεσμιακά. Κι έτυχε εκείνο το βράδυ να βρέχει [00:50:00]πάρα πολύ, ώστε έβγαλα εγώ από την τσάντα μου ένα αδιάβροχο τζάκετ της ΑΕΚ. Άρα φόραγα διακριτικά της ομάδας, άρα με είδανε, δεν ξέρανε φυσικά ποιος είμαι, ότι μου έχουνε δώσει σε εισαγωγικά την «άδεια» να κυκλοφορώ στα Κάτω Πατήσια έτσι. Αυτοί δεν ξέρανε ποιος είμαι, κυριολεκτικά μου επιτεθήκαν από πίσω και με πιάσαν απροετοίμαστο. Όχι ότι θα μπορούσα φυσικά με εφτά άτομα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσα να έχω τρέξει αν τους έβλεπα κατά πάνω μου ή να είχα ξεφύγει, αλλά ήρθαν κυριολεκτικά από πίσω μου. Η πρώτη μπουνιά τουλάχιστον ήρθε από πίσω, κατάλαβα επί τόπου σπάσιμο μύτης, μετά βλέπω έξι εφτά άτομα κυριολεκτικά να με έχουνε περικυκλώσει και να με βαράνε με μπουνιές, με κλωτσιές, να έχω πέσει κάτω και να δέχομαι για τουλάχιστον 2 λεπτά κλωτσιές και μπουνιές, τα οποία εμένα φυσικά μου φάνηκαν αιώνες. Τραγική ειρωνεία είναι ότι αυτό συνέβη κυριολεκτικά 30 δευτερόλεπτα από το στέκι μου, απλά θα γύρναγα να πάω στον ξάδερφό μου, στην υπόλοιπη παρέα που ήταν στο γήπεδο μαζί μου, αλλά, όχι μαζί μου, ήταν κι αυτοί στο γήπεδο στο ματς με την ΑΕΚ, απλά δεν ξέρανε ότι ήμουνα κι εγώ στο γήπεδο εκείνη τη μέρα, ώστε να γυρίσουμε μαζί. Και κυριολεκτικά ανοίγω τη πόρτα της καφετέριας και με βλέπουνε πώς είμαι, πώς βλέπετε έναν άνθρωπο σε ταινίες να ανοίγει τη πόρτα του σαλούν και να είναι πνιγμένος στα αίματα, κυριολεκτικά έβγαζα αίμα από τη μύτη, από το στόμα, από τα αυτιά και ήμουνα ποτισμένος στο αίμα. Εκείνη την ώρα πάγωσε όλη η καφετέρια κοιτώντας με. Εγώ πήγα κατευθείαν, ανέβηκα τα σκαλιά της καφετέριας να πάω στην τουαλέτα, γιατί το πρώτο πράγμα, δεν ξέρω για ποιον λόγο, που με ένοιαζε να δω, αν είναι όλα τα δόντια μου στη θέση τους, γιατί κυριολεκτικά δεν ένιωθα το πρόσωπό μου εκείνη τη στιγμή και δεν ήξερα πώς με έχουν κάνει. Φυσικά τη μύτη την είδα σπασμένη, ήρθανε στην τουαλέτα απάνω ο ξάδερφός μου και τα παιδιά, οι ομοϊδεάτες μου να μου πούνε τι συνέβη, να με ρωτήσουν τι συνέβη. Φυσικά ο ένας από αυτούς δεν έχασε χρόνο, με το που του είπα τι συνέβη έφυγε κατευθείαν από μόνος του και πήγε στο σύνδεσμο ολομόναχος και φόραγε κι όλας και αυτός διακριτικά της ομάδας, γιατί και αυτός ήρθε από το γήπεδο και κατά λέξη πήγε μαζί με το πρώτο μου ξάδερφο μες στο σύνδεσμο την ώρα που οι άλλοι βλέπαν το ματς του ΠΑΟΚ με τον Παναθηναϊκό να ζητήσουνε το λόγο, το τι συνέβη και ποιος ακούμπησε, ξέρω γω, τον Γιώργο. Οι άλλοι κυριολεκτικά, και πειστήκανε εκείνη τη στιγμή, έχουνε παγώσει, δεν ξέρουνε τι συμβαίνει κι ο αρχηγός του συνδέσμου ορκίζεται ότι δεν ήτανε κάποιος από τα παιδιά, τους δικούς του τουλάχιστον, και ότι την επόμενη μέρα το πρωί θα μάθαινε ποιοι ήτανε. Φυσικά εμένα αυτό δεν με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή, όσο θυμό κι αν είχα μέσα μου, ήτανε πολύ δύσκολη η νύχτα στο νοσοκομείο, γιατί έπρεπε να μου βάλουνε τώρα γάζες μέσα σε σπασμένη μύτη. Ο ξάδερφός μου ήτανε σε μια κατάσταση θυμού και κλάματος, να μου κρατάει το χέρι, εγώ φυσικά από τους πόνους να ουρλιάζω. Και απλά άφησα για αρκετούς μήνες τη μύτη σπασμένη, γιατί εκείνη την περίοδο ήταν αρκετά πρησμένη και δεν μπορούσε να συμβεί το οτιδήποτε σε χειρουργείο, η αποκατάσταση, και ήμουνα απλά ένα μήνα με γάζες. Και πέρασε ένας χρόνος ώστε να φτιάξω τη μύτη. Τραγική ειρωνεία, ο γιατρός ο χειρούργος ήτανε το ιατρείο του δίπλα από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και κλείσαμε το ραντεβού στην ιδιωτική του κλινική, όπου και έγινε εκεί η αποκατάσταση, ανόρθωση οστού, πλαστική, ανακαλύψαμε και διάφραγμα στην όλη ιστορία, οπότε το φτιάξαμε και αυτό. Και η μία ανάμνηση που έχω από το νοσοκομείο και μπορεί να συνδεθεί με την αγάπη μου για την ομάδα είναι ότι τη μέρα που θα χειρουργούμουνα, το βράδυ, θα έπαιζε η ΑΕΚ ευρωπαϊκό παιχνίδι, το οποίο θα το έδειχνε ο Αντ1. Θα έπαιζε στο Σπλιτ με την Χάιντουκ για το Europa league. Και πριν, κυριολεκτικά πριν πετάξουνε το υπνωτικό στις φλέβες μου για να κοιμηθώ για το χειρουργείο, ρώτησα το γιατρό τι ώρα τελειώνουμε, γιατί πρέπει να προλάβω το βράδυ το παιχνίδι της ΑΕΚ. Και μου λέει: «Μην ανησυχείς, θα ξυπνήσεις την ώρα που πρέπει». Τελειώνει το χειρουργείο, ανοίγω τα μάτια μου κάποια στιγμή το απόγευμα από τη νάρκωση, φυσικά είμαι σε μια άλλη διάσταση, σε μία νιρβάνα, είμαι σε άλλο κόσμο και διαπιστώνω όμως μέσα από αυτό τον κόσμο που βρισκόμουνα ότι το δωμάτιο δεν έχει τηλεόραση. Και έμαθα, από μέσα από τον ύπνο μου άκουγα ότι θα πρέπει να μείνω ένα βράδυ, γιατί πρέπει να μου χορηγηθούνε ενδοφλέβια κάποια φάρμακα, κάποια παυσίπονα, γιατί αλλιώς θα υπέφερα τις υπόλοιπες μέρες. Αλλά διαπιστώνω κιόλας ότι δεν έχει τηλεόραση κι ότι εγώ δεν θα έβλεπα το παιχνίδι, οπότε παίρνω τηλέφωνο τον κολλητό μου τότε και κουμπάρο μου, τον Γιώργο, και του λέω: «Έλα όπως είσαι να με πάρεις», υπογράφω με δικιά μου ευθύνη ότι φεύγω από το νοσοκομείο με τις γάζες στο κεφάλι, σαν τη μούμια, γιατί έπρεπε να είμαι σπίτι να πάω να δω την ομάδα που έπαιζε 21.30, 22.00 το βράδυ. Φυσικά εκείνο το βράδυ κερδίσαμε, ξέχασα τους πόνους, τα ξέχασα όλα.

Σ.Κ.:

Το είδες κανονικά το ματς;

Γ.Κ.:

Φυσικά, στο σπίτι μου, ξάπλα στον καναπέ, όπως μπόρεσα να το δω φυσικά, γιατί ήμουνα μπαταρισμένος και από χειρουργείο, αλλά αυτή ήτανε και η ανάμνησή μου από εκείνη την περίοδο. Δεν έψαξα φυσικά, αν και το επιχείρησα να... δεν έψαξα ποτέ να μάθω παραπέρα από δυο τρεις έρευνες που έκανα, γιατί, όταν δεν είσαι στα συνδεσμιακά, δυστυχώς είσαι και μόνος σου σε αυτά τα πράγματα, δεν μπορούσα να μάθω παραπάνω πληροφορίες. Βέβαια βρέθηκα στα Εξάρχεια να βρω δυο τρεις γνωστούς που είχα μπας και ξέρανε αυτοί ποιοι ήταν αυτοί που επιτεθήκανε στα Εξάρχεια εκείνο το βράδυ, οπότε δεν μπορέσαν ούτε αυτοί να με βοηθήσουνε. Φυσικά και οι φίλοι από εκείνο το σύνδεσμο του Παναθηναϊκού δεν μπορέσαν να με βοηθήσουνε. Τον έναν ειδικά τον πίστεψα τον λόγο του ότι μου ορκίστηκε ότι δεν ήξερε τελικά ποιοι ήτανε και ότι αν ήξερε θα μου τους έλεγε, γιατί ήτανε τελείως άνανδρο το 7 σε έναν. Και ο καθένας σύνδεσμος έχει το μότο ότι κανείς δεν τη πέφτει 8 σε έναν ή πολλοί σε έναν, αλλά, κακά τα ψέματα, όλοι οι σύνδεσμοι έχουνε κάνει μία τέτοια επίθεση στην ιστορία τους, είτε μεμονωμένα είτε οργανωμένα. Οπότε αυτό ήτανε η πονεμένη μου ιστορία…

Σ.Κ.:

Το χειρουργείο.

Γ.Κ.:

Το χειρουργείο, η μία από τις πονεμένες ιστορίες για την ομάδα.

Σ.Κ.:

Ok. Και πάμε λίγο τώρα εκτός ΑΕΚ. Λοιπόν είσαι ηλεκτρολόγος, στην ουσία εκεί, μετά την τρίτη λυκείου, καταφέρνεις συνδυάζεις και το γήπεδο, η ζωή πώς πάει;

Γ.Κ.:

Η ζωή…

Σ.Κ.:

Τώρα μιλάμε για προ κρίσης, έτσι; Δηλαδή είχες ξεκινήσει;...

Γ.Κ.:

Ναι, πρόλαβα την εποχή με τα καλά χρήματα. Τότε ήμουνα και τυχερός, γιατί πρώτη δουλειά που δούλεψα ήτανε στο Υπουργείο Παιδείας, στο οποίο τότε, επί Ολυμπιάδας, ήτανε ξενοδοχείο για τους δημοσιογράφους που θα είχανε ανταποκρίσεις για την Ολυμπιάδα, από όλο το κόσμο δημοσιογράφοι φυσικά και ήτανε ξενοδοχείο. Και μετά την Ολυμπιάδα θα γινότανε ανακαίνιση, για να γίνει Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Να σημειώσουμε ότι βρίσκεται στο Μαρούσι, δίπλα από το ΟΑΚΑ, οπότε πάλι ήμουνα κοντά στα της ΑΕΚ, εγώ στο μυαλό μου το είχα έτσι συνδυασμένο, ότι ήμουνα κοντά στο γήπεδο της ΑΕΚ τότε, γιατί, κακά τα ψέματα, το βλέπαμε σαν γήπεδο της ΑΕΚ, μας άρεσε, δεν μας άρεσε. Οπότε τα πρώτα μου χρόνια σαν ηλεκτρολόγος, ενώ είχαμε σαν εταιρία πολλά έργα τότε, την καλή εποχή, εγώ ήμουνα με μια ομάδα ηλεκτρολόγων γύρω στα 10 με 12 άτομα –φυσικά ξεκίνησα σαν βοηθός ηλεκτρολόγου– στο Υπουργείο Παιδείας στην Καλογρέζα. Φυσικά ξεκίνησα από το μηδέν, σαν βοηθός, με αποτέλεσμα τα επόμενα 2 χρόνια να κάνω σχεδόν τα πάντα στο υπουργείο σε ό,τι έχει να κάνει με τα ηλεκτρολογικά και κυρίως να μάθω όλα τα μέρη και τις βλάβες και τις περιοχές που ήτανε υπ’ ευθύνη μας στο υπουργείο, με αποτέλεσμα μετά να κάτσω για 2 σεζόν καλοκαιρινής περιόδου νυχτερινή βάρδια στο υπουργείο, όπου βγάζανε τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων οι καθηγητές και φυσικά και να διορθώσουνε μετά τα γραπτά των πανελλαδικών εξετάσεων, οπότε χρειαζόντουσαν νυχτερινή βάρδια κάποιον να είναι πίσω για παν ενδεχόμενο.

Σ.Κ.:

Stand by, ναι.

Γ.Κ.:

Τα επόμενα χρόνια με βρήκανε εκτός υπουργείου, στην Πανεπιστημιούπολη Αθηνών, σε ένα άλλο έργο, στη φιλοσοφική και στο μαθηματικό. Η βιβλιοθήκη της φιλοσοφικής ήτανε που έμεινε στη μέση, γιατί κυριολεκτικά φύγαμε από τη μια μέρα στην άλλη, λόγω ότι άρχισαν τα πρώτα οικονομικά κραχ [01:00:00]στη χώρα. Προλάβαμε το μαθηματικό απάνω, το παραδώσαμε, αλλά μετά στη φιλοσοφική φύγαμε κυριολεκτικά μεσοβδόμαδα, Τετάρτη, παράδειγμα, και Πέμπτη δεν ξαναπήγαμε και έμεινε το έργο όπως ήτανε.

Σ.Κ.:

Εσύ, συγγνώμη, ήσουνα βοηθός στο γραφείο;...

Γ.Κ.:

Ήμουνα βοηθός ηλεκτρολόγου σε θέματα εγκατάστασης. Σε μαστορέματα.

Σ.Κ.:

Με σύμβαση αορίστου, ας πούμε; Πώς ήτανε; 

Γ.Κ.:

Με μισθό. Τότε η εταιρία, όπως έλεγα, και προ κρίσης έπαιρνε αρκετά μεγάλα έργα, η κρίση μας επηρέασε στο θέμα ότι αρχίσανε μετά οι κοινοπραξίες και μας πετάγανε έξω από αυτά τα έργα, οπότε έπρεπε και εμείς να επιβιώσουμε και παίρναμε μικρότερα έργα, ή κτίρια ή καταστήματα στο να τα κάνουμε είτε χτίσιμο απ’ την αρχή είτε ανακαίνιση είτε κάποια συντήρηση. Οπότε μετά μας βρήκε πέρα δώθε, στην Αθήνα και εκτός Αθηνών και κάποιες περιοχές και στον Άγιο Κωνσταντίνο και στο Γέρακα. Ώσπου, μπορώ να πω από προσωπική πλευρά, η αρχή του τέλους ήτανε για μένα και την εταιρία λίγο πριν μπω στρατό, το 2011. Εμένα με επηρέασε στη δουλειά μου ότι για ένα χρόνο μετά έπρεπε να λείψω από την εταιρία, γιατί δεν είχα πάει ακόμα στρατό, είχα πάρει μία αναβολή, μπορούσα να την εκμεταλλευτώ αυτήν την αναβολή λόγω των σπουδών του ΙΕΚ και την πιστοποίηση που έδωσα, οπότε τη μία αναβολή την εκμεταλλεύτηκα, μετά όμως ήρθε το χαρτί, που λένε, και έπρεπε να πάω, γιατί είχα πάει και 24 χρονών και έπρεπε να ξεμπερδεύω με το θέμα στρατός. Βέβαια στη δουλειά μετά ξαναγύρισα με μία σύμβαση, ώσπου κυριολεκτικά μείναμε μέχρι το τέλος, όπου τουλάχιστον όσο μπορώ να γνωρίζω κι εγώ ότι σαν εταιρία, σαν Αθήνα, σαν κεντρικά της εταιρίας που ήταν στο Περιστέρι, κλείσαμε στην Αθήνα.

Σ.Κ.:

Στρατό πώς πήγε;

Γ.Κ.:

Στρατό ήτανε... παρουσιάστηκα στο Μεσολόγγι, φυσικά πάγωσα στο άκουσμα του στρατού, δεν αισθάνθηκα τη χαρά και την προσμονή που έχουν οι περισσότεροι. Μετά το Μεσολόγγι με στείλανε στη Λήμνο, αλλά μπορώ να πω ότι από τα πρώτα, αν εξαιρέσουμε το πρώτο βράδυ που έμεινα άυπνος και όλο αυτό, όχι γιατί είχα την αγωνία μου ή τον φόβο του στρατού, όσο μπόρεσα κυριολεκτικά να κοιμηθώ από τα ροχαλητά άλλων 40 ανθρώπων, γιατί δεν είχα μάθει στη ζωή μου ποτέ να κοιμάμαι με άλλον άνθρωπο στον ίδιο χώρο. Ok, έχω κάνει κατασκήνωση μικρός στον Άγιο Αντρέα, αλλά δεν είναι το ίδιο. Μετά μπήκα στο πετσί του ρόλου, θα το πω κυριολεκτικά και το λέω σαν ρόλο, γιατί η γνώμη μου είναι ότι ο ελληνικός στρατός έτσι όπως θέλουν να τον παρουσιάσουνε είναι ένα θέατρο που πρέπει να πάρεις μέρος, δεν πρέπει να σε πάρει από κάτω και πρέπει να παίξεις κι εσύ τον ρόλο που σου αναλογεί. Η γνώμη μου για τον ελληνικό στρατό είναι ότι πρέπει να είναι μόνο από επαγγελματίες και από ανθρώπους που θέλουνε πραγματικά να ασχοληθούν με αυτό το πράγμα. Φυσικά μάθαμε πράγματα μέσα απ’ το στρατό, φυσικά και για κάποιους μήνες πρέπει κάποιος να πάει, γιατί είναι ένα σχολείο και ο καθένας μαθαίνει πράγματα μέσα από αυτό το σχολείο, όσο δύσκολο κι αν το βλέπει εκείνη τη περίοδο, με τα χρόνια καταλαβαίνεις πολλά πράγματα και που ζεις και που σου λένε τι σημαίνουν όλα αυτά για τον έξω κόσμο, γιατί και ο στρατός είναι μία μικρή κοινωνία με τις αλήθειες του, με τα ψέματά του, με τους τσακωμούς του, με τις χαρές του, με τις εκπαιδεύσεις του. Όλα αυτά εγώ, μέσα στην όλη μαυρίλα του, τα βρήκα... προσπαθούσα να δω τη θετική του πλευρά. Φυσικά υπήρχαν και οι μέρες απελπισίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κυνήγαγα να πάρω την αναβολή ή ότι θέλω να φύγω. Από το Μεσολόγγι μετά πήγα στη Λήμνο, όπου έκανα όλη μου τη θητεία. Πάρα πολύ δύσκολο στρατόπεδο, μαύρο στρατόπεδο, όπως τα λέγαμε και τα λέμε ακόμα και σήμερα, το 285 τάγμα πεζικού. Πολλές υπηρεσίες, πολύ λίγες οι εξόδοι που δικαιούμασταν, οπότε μπορώ να πω ότι περάσαμε δύσκολα, αλλά είναι αυτό που λέμε το κλισέ, ότι κάποια στιγμή θα τα θυμόμαστε και θα γελάμε και έτσι και κάνουμε. Ήμουνα και τυχερός μέσα στην ατυχία μου, γιατί λόγω της ειδικότητάς μου, ήμουνα τυφεκιοφόρος πληροφοριών, κάτι που σημαίνει ότι είναι δουλειά γραφείου και, επειδή εκείνη τη συγκεκριμένη δουλειά γραφείου την έκαναν αξιωματικοί στο τάγμα, για το τάγμα ήμουνα άχρηστος σε εισαγωγικά, βάση της ειδικότητας πάντα. Οπότε μου έκατσε 3 μήνες πριν απολυθώ μία απόσπαση, και λέω απόσπαση και όχι μετάθεση γιατί το απολυτήριό μου θα το ξαναέπαιρνα από το τάγμα μου την τελευταία μέρα πριν απολυθώ, ενώ την μετάθεσή σου την παίρνεις από εκεί που σε στέλνουν απευθείας. Οπότε τυπικά ήμουνα με απόσπαση στην Ταξιαρχία της Λήμνου, δηλαδή στα κεντρικά της Λήμνου, στη Μύρινα, και με πήρανε σαν βοηθό γραφείου, 2ο γραφείο, που ήταν και η ειδικότητά μου, με διευθυντή συνταγματάρχη και με υποδιευθυντή έναν υπολοχαγό, αν θυμάμαι καλά. Οπότε η εντολή του ταξίαρχου του νησιού και του συνταγματάρχη ήτανε να πάει ένας φαντάρος στο γραφείο, που θα τον έχουνε για τουλάχιστον ένα τρίμηνο, δεν απολυότανε και είναι τυφεκιοφόρος πληροφοριών για κάποιο λόγο. Εγώ δεν πέρασα κάποια βασική εκπαίδευση, να το τονίσω, πάνω στην ειδικότητά μου, κάναμε την εκπαίδευση που προβλεπότανε σαν τυφεκιοφόρος, γιατί είχα χρεωθεί, εννοείται, το όπλο μου, ήμουν Ι1 ένοπλο, οπότε πέρασα την εκπαίδευση με το όπλο, έκανα τη παρέλαση με το όπλο και τις υπηρεσίες μου φυσικά, τις υπηρεσίες που προβλεπόντουσαν να έχει όπλο με το όπλο και τις βολές μου στην εκπαίδευση. Οπότε πήγα στην Ταξιαρχία και μπορώ να πω ότι τότε βρήκα τη δικαίωσή μου για τους 6 δύσκολους μήνες που πέρασα στο τάγμα και ήτανε μια τυπική θητεία 3 μηνών, όπου ήτανε κυριολεκτικά δημόσιος υπάλληλος, 08.00-03.00 γραφείο. Ήμασταν στη ταξιαρχία 12 με 13 φαντάροι όλοι κι όλοι. Βέβαια ήμασταν με αξιωματικούς οι οποίοι ήτανε από υπολοχαγοί και πάνω όλοι, είτε ήτανε διευθυντές γραφείων, ήτανε όλοι σε κάποια πόστα, αλλά ήτανε, δεν υπήρχε βαθμός κάτω από υπολοχαγός μες στην Ταξιαρχία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εμείς έπρεπε να είμαστε τέντα μέσα ή κάθε τρεις και λίγο να χαιρετάμε τον οποιονδήποτε, όπως θα γινότανε στο τάγμα, γιατί όλοι είναι ανώτεροί σου στους διαδρόμους, οπότε θέλοντας και μη δεν μπορείς να χαιρετάς κάθε τρεις και λίγο. Φυσικά είχες τα προβλεπόμενα και παρουσιαζόσουνα στο οποιοδήποτε γραφείο όπως προβλεπότανε. Μπορώ να πω ότι πέρασα πάρα πολύ ωραία, είδα και την άλλη πλευρά, τη γραφειοκρατική, του στρατού, πέρα από την εκπαίδευση, τα φυλάκια...

Σ.Κ.:

Πόσα άτομα στο φυλάκιο;

Γ.Κ.:

Στο φυλάκιο ήμασταν... ανά βδομάδα προβλεπότανε, για να βγαίνουνε και οι υπηρεσίες οι 2ωρες, 6 με 8 άτομα την εβδομάδα, συν το παλικάρι που ήταν ο μάγειρας της εβδομάδας, γιατί ήμασταν σε ένα φυλάκιο που ήταν κυριολεκτικά σπίτι. Ήταν ένα μέρος το οποίο το ερωτεύτηκα, ήτανε στην Πλάκα της Λήμνου, είχε φάρο και ήμασταν και στο ίδιο μέρος μαζί με τους διαβιβαστές, οι οποίοι ήτανε πάνω στο βουνό. Στο φυλάκιο έκανα τις αγγαρείες μου εκεί πέρα, έκανα τις συντηρήσεις των ηλεκτρολογικών όποτε χρειαζότανε, έκανα τα βαψίματα στο φυλάκιο, τα χακί, είχα πάρει υπ’ ευθύνη μου τη συντήρηση των όπλων που ήταν χρεωμένα στους οπλοβαστούς, που ήταν τα όπλα που δεν ήταν τα δικά μας τα όπλα τα χρεωμένα, ήτανε 10 όπλα που ήτανε χρεωμένα στο φυλάκιο και ανά 2 μέρες είχα υπ’ ευθύνη μου ότι αυτά θα καθαρίζονται, θα λύνονται, θα λαδώνονται. Οι υπηρεσίες ήτανε μετρημένες στο συγκεκριμένο φυλάκιο, ήτανε στην πύλη το δίωρό σου και στο παρατηρητήριο, που ήτανε τόπος συνάντησης, όπου παρατηρητήριο σήμαινε ότι έπρεπε να έχουμε υπ’ ευθύνη μας μέσα με τηλεσκόπια και με διόπτρες, απέναντι τα στενά της Σαμοθράκης, είχαμε υπ’ ευθύνη μας κάποιες ώρες την παραλία και τα στενά απέναντι της Σαμοθράκης. Οπότε ξαναγυρίζω στα της Ταξιαρχίας, 08.00-03.00, όπως είπα, δημόσιος υπάλληλος, φουλ φαγητό, γιατί ήμασταν από τους τυχερούς, γιατί μας ερχόταν φαγητό από τη λέσχη. Και εκεί ήταν η ένστασή μου, γιατί τρώγαμε παραπάνω απ' όσο επιτρεπότανε και έμενε και φαγητό, ενώ στο τάγμα που περνάγαμε δύσκολα, με εκπαίδευση, με κούραση, με τις αγγαρείες που κάναμε στο τάγμα κλπ. κλπ. και ήταν μετρημένο το φαγητό που τρώγαμε. Οπότε ήτανε η τεράστια ένσταση μου όταν ήμουνα στην ταξιαρχία ότι σκεφτόμουνα τους φίλους που μείνανε πίσω στο τάγμα και ήτανε με μετρημένες πατάτες κυριολεκτικά, με μετρημένη τηγανιά, με μετρημένα κομμάτια πίτσα, μισό κομμάτι παστίτσιο και εμείς ήμασταν, ένα παστίτσιο που ήτανε για 40 άτομα το τρώγαμε 12 και πόσο να φας μέσα σε μία ημέρα, όταν το βράδυ ξέρεις ότι έχεις έξοδο για την πόλη και οπότε το βράδυ θα τρώγαμε και έξω είτε σε εστιατόριο είτε σε φαστφουντάδικο είτε θα τρώγαμε κάτι στο [01:10:00]χέρι, δε θα πεινούσαμε ποτέ.

Σ.Κ.:

Το φαΐ αυτό τι γινότανε που έμενε;

Γ.Κ.:

Πετιότανε κυριολεκτικά. Και ήταν η αντίρρησή μου στους ανθρώπους που το φέρνανε με κίνηση, δηλαδή το φέρνανε με την καναδέζα, ότι «ρε παιδιά δε μπορεί να προβλεφθεί και κάτι παρόμοιο στα υπόλοιπα τάγματα;». Γιατί δεν ήτανε μόνο το δικό μου τάγμα, άκουγα και παιδιά που ήταν από πυροβολικό, τα παιδιά που ήταν από τους διαβιβαστές και όλοι μετά ενωθήκαμε και γίναμε 12 άνθρωποι δύναμη στην Ταξιαρχία σαν στρατιώτες και όλοι είχαν να πούνε κάτι ανάλογο για τα δικά τους τάγματα. Ναι και με έπιασε εκεί πέρα το... δεν ξέρω πώς να το πω, το αριστερό μου, ότι κόσμος πεινάει και εμείς το πετάμε, οπότε δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι τους άλλους.

Σ.Κ.:

Παρ' όλα αυτά δεν έγινε κάτι;

Γ.Κ.:

Φυσικά και όχι, δεν προβλεπόταν κάτι τέτοιο.

Σ.Κ.:

Ναι, ok. Το νησί το είδες, πρόλαβες να το δεις;

Γ.Κ.:

Δυστυχώς δεν ταξιδέψαμε σαν τουρίστες στο νησί. Βέβαια κάναμε τα μπάνια μας, επειδή πρόλαβα και την καλοκαιρινή περίοδο, η θητεία μου ήτανε από τέλος του ’10 μέχρι αρχές του 11, όπου και προλάβαμε και το καλοκαίρι στη Λήμνο, έκανα στη Μύρινα τα μπάνια μου. Φυσικά σε μία έξοδό μας, πριν πάω στην Ταξιαρχία, μπήκαμε στο κάστρο της Λήμνου, το οποίο δεν προβλεπότανε να μπούμε και κυριολεκτικά αργήσαμε να μπούμε στο τάγμα, γιατί χάσαμε το λεωφορείο για την είσοδο που έπρεπε να γυρίσουμε στο τάγμα, γιατί κυριολεκτικά χαθήκαμε μέσα στο κάστρο, στις κατακόμβες του κάστρου με τους φακούς που είχαμε. Τότε δεν είχαμε φυσικά και τα κινητά ή τους φακούς με τα κινητά, οπότε ήμασταν τυχεροί στο ότι ένα από τα παιδιά είχε στα κλειδιά του ένα φακό ή από τις οθόνες των κινητών ό,τι μπορούσαμε να φωτίσουμε. Χαθήκαμε μέσα στα στενά και στις κατακόμβες του κάστρου και εκεί που έπρεπε να ήμασταν στο πούλμαν στο καθιερωμένο ραντεβού, 21.30 το βράδυ, εμείς βγήκαμε απ’ το κάστρο 23.00 η ώρα και γυρίσαμε πίσω με ταξί. Και ήμασταν τυχεροί στο ότι δεν μας ρίξανε καμπάνα, γιατί πέσαμε σε ΑΥΔΜ, δηλαδή διοικητή ημέρας, που μας τη χάρισε κυριολεκτικά.

Σ.Κ.:

Πάλι καλά.

Γ.Κ.:

Οπότε στην Ταξιαρχία έκλεισα ένα τρίμηνο, πήρα και τις εμπειρίες μου κι από κει, όπως είπα, στα γραφειοκρατικά του δευτέρου γραφείου και του στρατού και γύρισα απλά τυπικά την τελευταία μέρα στο στρατό να πάρω το χαρτί μου και να γυρίσω πίσω στην Αθήνα με αεροπλάνο.

Σ.Κ.:

Μια χαρά. Μια χαρά. Και γυρνάς, είπαμε, μετά γυρνάς σαν ηλεκτρολόγος πάλι. 

Γ.Κ.:

Μετά, στο γύρνα, επειδή γύρισα τέλος καλοκαιριού αρχές Σεπτέμβρη, ήθελα να κάνω διακοπές κανονικές, που λέμε, να ξεκουραστώ. Οπότε πήγα στο εξοχικό μας στο Καρπενήσι και έμεινα χειμώνα με τον αδερφό μου για ένα τρίμηνο οι δυο μας. Είχα ακόμα και κάποια οικονομική δυνατότητα, λόγω της καβάτζας που είχα από το στρατό, τα οποία δεν τα χάλασα όλα τα λεφτά κατά περίεργο λόγο, οπότε μου είχανε μείνει αρκετά χρήματα και πέρασα ένα 3μηνο στο εξοχικό με τον αδερφό. Οπότε ναι, μετά γύρισα με την αλλαγή του χρόνου και προς Φεβρουάριο στην Αθήνα. Κάποιους μήνες με ξαναπήρε η εταιρία πίσω, αλλά ήτανε, άρχισα να καταλαβαίνω και είχαμε πάρει και κάποια προειδοποιητικά μηνύματα, παρένθεση, μέσα από το στρατό, ότι «παιδιά, θα βρείτε δύσκολα τα πράγματα έξω», αλλά εμείς το λέγαμε... δεν τους πιστεύαμε όταν μας το λέγανε, γιατί δεν παίρναμε χαμπάρι τι έχει συμβεί έξω και εμείς νομίζαμε ότι το λένε γιατί, ξέρω γω, δεν ξέρω, ζηλεύανε που απολυόμασταν και φέρνανε την καταστροφή, ότι έξω είναι το apocalypse και ότι εμείς είμαστε τυχεροί που είμαστε μέσα. Δεν τους παίρναμε στα σοβαρά όταν μας προειδοποιούσανε οι φίλτατοι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί στο τάγμα. Φυσικά βρήκαμε μια πάρα πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση έξω, αρκετές περικοπές και απολύσεις σε μισθούς και σε συντάξεις. Οπότε ναι, πρόλαβα κι εγώ την εταιρία σε ό,τι έχει να κάνει με την Αθήνα πάντα και το ξανανέφερα και πριν, γιατί στην Αθήνα σαν έδρα έκλεισε, απλά έμειναν κάτι συνεργασίες με Θεσσαλονίκη, τα οποία όμως δεν ξέρω περισσότερες λεπτομέρειες με το αφεντικό μου όπου κράτησε κάποια έργα στη Θεσσαλονίκη και συνεργασίες με τη Θεσσαλονίκη. Οπότε μετά εγώ κυριολεκτικά μπήκα και για πρώτη φορά με επίδομα ανεργίας το ’12 και το ’13 σχεδόν για ενάμισι χρόνο, αλλά, ας πούμε, είχα ακόμα την οικονομική δυνατότητα να μπορώ να επιβιώσω. Μετά με βρήκε, μετά από ενάμιση χρόνο κυριολεκτικά καθισιό, με βρήκε σε ξενοδοχείο στο Πόρτο Χέλι, όπου για 2 χρόνια και 2 σεζόν έκανα πάλι το ίδιο πράγμα σαν ηλεκτρολόγος, σαν νυχτερινή βάρδια, γιατί έψαχναν έναν άνθρωπο που μπορεί να ανταπεξέλθει στο ωράριο που θέλανε, και λόγω της εμπειρίας που είχα από το υπουργείο παιδείας, είπα αμέσως ναι. Φυσικά πάρα πολύ δύσκολες οι καταστάσεις στο ξενοδοχείο, καινούργια πράγματα για μένα πέρα από τα ηλεκτρολογικά, γιατί είχα υπ’ ευθύνη μου και πράγματα που είχανε να κάνουνε με αυτόματα ποτίσματα, με πισίνες, με μηχανοστάσια πισινών, με το γκάζι και ό,τι έχει να κάνει ένα ξενοδοχείο. Οπότε τα επόμενα μετά 2 χρόνια, από το ’13 μέχρι το ’15, με βρήκανε στο Πόρτο Χέλι. Φυσικά κάποιος με έβαλε, να τονίσω, στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, γιατί δεν μπαίνεις αλλιώς στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, αν δεν έχεις κάποιο κονέ, και έτυχε να έχω κάποιο κονέ που απλά μπόρεσε να με βάλει. Από εκεί και πέρα μου είπε: «Είσαι μόνος σου, πάλεψέ το, γιατί άμα δεν είναι ευχαριστημένοι, δεν το έχουνε σε τίποτα στο μήνα ή στο δίμηνο πάνω, και ας είναι δύσκολο για αυτούς να ξαναβρούν νυχτερινό, να σε διώξουνε». Εγώ, επειδή με έβαλε δικός μου άνθρωπος, δεν ήθελα να τον απογοητεύσω, οπότε, επειδή θέλω κι εγώ στις δουλειές μου φυσικά να είμαι κύριος και τυπικός και καθαρός και να κοιμάμαι με τη συνείδησή μου καθαρή, όσο δύσκολα κι αν ήτανε τα πρώτα, οι πρώτες εβδομάδες μέχρι να εξοικειωθώ στο περιβάλλον, γιατί ήτανε τεράστιο το μέρος. Ακόμα και τώρα τηρώ, επειδή είναι και συνέντευξη, το χαρτί που είχα υπογράψει τότε, δεν μπορώ να πω την ονομασία για ευνόητους λόγους του ξενοδοχείου ή λεπτομέρειες για το τι ζήσαμε και τι είδαμε στο ξενοδοχείο. Όσο δύσκολα κι αν ήταν τα ωράρια, έχω μόνο καλές αναμνήσεις πάντως από το συγκεκριμένο ξενοδοχείο.

Σ.Κ.:

Άρα οι συνθήκες ήταν καλές σχετικά.

Γ.Κ.:

Φυσικά ήτανε υπέροχο το ξενοδοχείο, φανταστικές εγκαταστάσεις, ήτανε για υψηλά πορτοφόλια και πρόσωπα το συγκεκριμένο ξενοδοχείο, μόνο αυτό μπορώ να πω. Οπότε ήτανε ένα δεύτερο σχολείο μετά το στρατό για εμένα, γιατί συνάντησα μία δεύτερη κοινωνία, όπως ήταν αυτή του ξενοδοχείου, επειδή ήτανε όλοι οι υπάλληλοι της τοπικής κοινωνίας και των γύρω περιοχών, ήταν ένα δεύτερο χωριό και μία δεύτερη πόλη, όπου ήτανε μεταξύ συγγενών και φίλων οι περισσότεροι υπάλληλοι και συνάδελφοι μεταξύ τους. Κάποιοι ήτανε συγγενείς, κάποιος έβαζε κάποιον δικό του, κάποιοι ερχόντουσαν με τεράστιες εμπειρίες από μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας και των νησιών μας φυσικά, δεν έπαιρναν όποιον να ‘ναι. Όπου εγώ κέρδισα με το σπαθί μου κυριολεκτικά την πρώτη μου χρονιά και την πρώτη μου σεζόν και αυτόματα ανανεώθηκε και για δεύτερη σεζόν. Από σεζόν σε σεζόν φυσικά έκανα κι εγώ τις διακοπές μου, σαν ξενοδοχοϋπάλληλος μπαίνεις αυτόματα στα επιδόματα ανεργίας, πληρωμένα τα πάντα, οπότε δεν είχα κάποιο πρόβλημα οικονομικό εκείνη την περίοδο, γύρισα και για τη δεύτερη σεζόν μου στο ξενοδοχείο.

Σ.Κ.:

Σεζόν πόσους μήνες, 5 μήνες;

Γ.Κ.:

Εμείς, επειδή ήμασταν στο τμήμα του engineering και της συντήρησης και ήμασταν μία δύναμη 18 ατόμων, που σημαίνει ότι ήτανε μέσα ομάδες ηλεκτρολόγων, μηχανικών, κηπουρών, ξυλουργών, συν τον βοηθό του manager, συν τον manager μας, ήμασταν νωρίτερα ακόμα κι από το άνοιγμα της επιχείρησης. Οπότε, ας πούμε ότι αν η επιχείρηση ξεκίναγε από Μάιο- Ιούνιο, εμείς ήμασταν από τον Απρίλιο εκεί πέρα.

Σ.Κ.:

Όλο βραδινά σερί;

Γ.Κ.:

Εγώ ήμουνα σερί βράδια, πενθήμερα, 12.00 το βράδυ με 08.00 το πρωί και δικαιούμουνα το μήνα ή 4 διήμερα ρεπό, σερί φυσικά, ή 2 διήμερα και ένα τετραήμερο και απλά κάποιες μέρες, για να σπάει το βραδινό μου μετά το ρεπό μου, γύρναγα και ένα πρωί, για να σπάσει λίγο τη ρουτίνα μου και για να μπορώ και κάποια πράγματα να τα βλέπω μαζί με τους πρωινούς, ώστε να μπορώ το βράδυ να είμαι πιο εξοικειωμένος στην προετοιμασία που θα κάνω για τα παιδιά το πρωί, για τις αφίξεις που είχαμε, για τα pavilion. Γιατί το ξενοδοχείο δεν ήτανε με δωμάτια, ήτανε με pavilion 200 τετραγωνικά το κάθε pavilion, είχε τις εσωτερικές του πισίνες στη βεράντα του το κάθε pavilion, συν τις βίλες που είχε σαν εγκατάσταση εξτρά το ξενοδοχείο. Οπότε εμένα ο τομέας ευθύνης μου το βράδυ ήτανε μία λίστα 12 με 15 πράγματα που έπρεπε να γίνονται κάθε βράδυ στάνταρ και ό,τι προέκυπτε μετά στις εξωτερικές εγκαταστάσεις, στα φώτα ή αν χρειαζόταν[01:20:00] κάποιος πελάτης κάτι, όπου σε συνεργασία με το front office, τη reception δηλαδή, που υπήρχε και εκεί αντίστοιχος νυχτερινός, μέσω του front office με ειδοποιούσανε, για να πεταχτώ στο τάδε pavilion για να εξυπηρετήσω τον πελάτη. Πράγμα που η επαφή μου εμένα με τους πελάτες ήτανε σπάνια. Οπότε το κακό του πράγματος από εκεί είναι ότι επειδή έδωσα τα πάντα για τη δουλειά και ήτανε και λόγω των ωραρίων κακή η διατροφή μου, έπρεπε να κοιμάμαι πάρα πολλές ώρες για να μπορώ να αντικαταστήσω την κούραση μου, έπρεπε να κοιμάμαι 10 το πρωί με 9 το βράδυ, γιατί αλλιώς δεν αντικαθιστόταν ο ύπνος με τίποτα, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα μια κακή διατροφή, ένα κακό ωράριο και συν το στρες και τα άγχη που είχα στη δουλειά να μου δημιουργήσει και πρόβλημα υγείας, το οποίο τότε δεν το γνώρισα, απλά άρχισα να καταλαβαίνω ότι έχω απώλεια βάρους, με αποτέλεσμα να χάσω 12 κιλά με 15 κιλά, με αποτέλεσμα της δουλειάς και των πιέσεων που είχα. Οπότε μετά δεν μπόρεσα, αν και με θέλανε για τρίτη σεζόν, δεν μπορούσα να αντικαταστήσω, να... πώς το λένε, να συνεχίσω. Από την δικιά μου πλευρά θα έμενα, θα θυσίαζα και για τρίτη σεζόν την υγεία μου, αν ήμουνα λίγο πιο ικανοποιημένος με το οικονομικό κομμάτι, γιατί δεν πληρωνόμουνα όσο ήθελα. Οπότε έπρεπε μετά να γυρίσω και με την προτροπή και των δικών μου και ειδικά του αδερφού μου του μεγάλου, που ήξερε από νύχτα, γιατί είχε δουλέψει κι αυτός μπάρμαν κάποια χρόνια και μου λέει: «Τρίτο χρόνο σερί νύχτα σημαίνει μεγάλο πρόβλημα για την υγεία, φύγε τώρα».

Σ.Κ.:

Και ψυχολογικό, φαντάζομαι.

Γ.Κ.:

Νομίζω, το πρόβλημα που μου δημιουργήθηκε, επειδή καταπιάνεται στα αυτοάνοσα νοσήματα, έχει να κάνει και... θεωρείται ψυχοσωματικό, κατά κύριο λόγο έχει να κάνει και με το στρες. Και ήταν και μια περίοδος το ’12 με ’13 που συνέβησαν και πολλά πράγματα στην Αθήνα, που εμένα με ρίξανε, αλλά έπρεπε να έχω και το μυαλό μου στη δουλειά. Είχαμε την απώλεια ενός συγγενικού μας προσώπου από την οικογένεια, το οποίο ήτανε ένα μωράκι 40 ημερών, το οποίο κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε ποτέ, ήτανε το λεγόμενο σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου, παιδάκι πρώτου μου ξαδέρφου, οπότε εμένα μου στοίχισε πάρα πολύ όπου ήμουνα μακριά και δεν μπόρεσα, οι άνθρωποι δεν μου δώσαν ούτε άδεια να φύγω για να πάω σε αυτή τη κηδεία ή να είμαι κοντά στους δικούς μου ανθρώπους. Ήτανε κάτι που, μπορώ να πω, που μου στοίχισε πάρα πολύ, είχαμε –θα σας ξαναγυρίσω πάλι πίσω, το πράγμα θα φαίνεται αστείο– αλλά ήτανε τότε που και η ΑΕΚ έπεσε κατηγορία Γ΄ εθνική, οπότε εμένα σαν Γιώργος κι αυτά που έχω πει στη συνέντευξη θα υποψιαστείτε ότι με έριξε πάρα πολύ ψυχολογικά και σωματικά εκείνος ο χρόνος. Και κάνα δυο περιστατικά ακόμα, οπότε το συνδύασα και σε ένα πράγμα, γιατί είμαι και προληπτικός και πιστεύω πάρα πολύ στις προλήψεις, ότι με το που πήγα στο Πόρτο Χέλι, συνέβαιναν μόνο άσχημα πράγματα στην Αθήνα και ότι ήμουνα απ’ έξω απ’ όλα και δεν μπορούσα να βοηθήσω σε κανένα απ’ αυτά. Οπότε τα πέρασα μόνος μου κυριολεκτικά στο Πόρτο Χέλι και μπορούσα απλά να το βγάλω από μέσα μου μόνο μέσω τηλεφώνου, όλα αυτά που συνέβησαν. Οπότε τελειώνει και η δεύτερη σεζόν το '15, έπρεπε φυσικά να κοιτάξω την υγεία μου και να μπω στα pitch, που λένε, και να κάτσω στον πάγκο και να κοιτάξω την υγεία μου, έπρεπε για ένα μήνα να νοσηλευτώ στο «Γεννηματά», για να μπορέσω να ξανανεβάσω τις τιμές του αίματός μου και όλα αυτά που ήτανε.

Σ.Κ.:

Πώς λεγόταν η ασθένεια;

Γ.Κ.:

Έχω πρόβλημα στο έντερο, ελκώδη κολίτιδα. Είναι μία παραλλαγή της Νόσου του Κρον στα αυτοάνοσα νοσήματα, αλλά όχι στη σοβαρότητα που έχει η Νόσος του Κρον, που είναι από οισοφάγο μέχρι κάτω, ενώ εμένα το δικό μου είναι σε ήπια μορφή χαμηλά στο παχύ και στο λεπτό έντερο με ρωγμές. Αυτό τώρα έχει να κάνει με ψυχοσωματικά, όπως ανέφερα, έχει να κάνει με κακή διατροφή, αλλά δεν ξέρω από πού επηρεάστηκα ή ποιο ήτανε το κουμπί που ενεργοποίησε όλο αυτό το πράγμα. Η αλήθεια είναι ότι το είχα και είχα κάποιες ενδείξεις από το Πόρτο Χέλι, την πρώτη σεζόν όχι τόσο, τη δεύτερη σεζόν αρκετά σοβαρές ενδείξεις, αλλά εγώ από την καλή μου την καρδιά μου και την ηλιθιότητά μου και την κουταμάρα μου δεν το είπα σε κανένα και απλά συνέχισα τη σεζόν μου και να δουλεύω. Και απλά οι ενδείξεις ήταν από τους άλλους ότι έχω χάσει το χρώμα μου και το βάρος μου και εγώ έλεγα «καλά είμαι, καλά είμαι», γιατί απλά ήθελα να τελειώσω, να τιμήσω το συμβόλαιό μου και να μπει και στο βιογραφικό μου το 2 χρόνια με το συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Οπότε μπορώ να πω ότι ήτανε καθαρά δικιά μου ευθύνη όλο αυτό το πράγμα, θα μπορούσα να το αντιμετωπίσω με μία παραίτηση, με να μην παίρνω τοις μετρητοίς αυτά που μου λένε, γιατί είχα πιέσεις από τη δουλειά μου, ενώ πρόσφερα το 100% μου, πάντα κάποιος σού ζητάει το 120%. Αυτό δεν θα πάψει να υπάρχει ποτέ σε καμία δουλειά, είναι τυχερός όποιος ζει το αντίθετο, πραγματικά. Οπότε έπρεπε και εγώ μετά να κοιτάξω τον εαυτό μου, έμεινα για ενάμιση χρόνο σχεδόν στο να κοιτάω μόνο την πάρτη μου, να αρχίσω μετά να αλλάζω τα πιστεύω μου, την ψυχοσύνθεσή μου.

Σ.Κ.:

Τώρα λέμε μετά τη δεύτερη σεζόν, έτσι;

Γ.Κ.:

Μπράβο, ναι. Το πώς βλέπω τον κόσμο, να αρχίσουνε να παύουνε να με νοιάζουνε ασήμαντα πράγματα που τότε τους έδινα πάρα πολύ σημασία και βάση. Και προσπαθούσα μετά να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά το τι είναι σημαντικό στη ζωή μου και τι όχι και σε ποια πρέπει να δώσω σημασία.

Σ.Κ.:

Δεν έψαχνες δουλειά παράλληλα;

Γ.Κ.:

Όχι.

Σ.Κ.:

Ήταν αφιερωμένο...

Γ.Κ.:

Ήταν αφιερωμένο, καθαρά.

Σ.Κ.:

...στον εαυτό σου.

Γ.Κ.:

Στον εαυτό μου.

Σ.Κ.:

Να ξεκουραστείς και να ανασυγκροτηθείς.

Γ.Κ.:

Ναι, ήταν, ας πούμε, και εντολές ακόμα και των γιατρών ότι «κάτσε λίγο στην άκρη και σύνελθε». Γιατί έπρεπε τουλάχιστον, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, έπρεπε τουλάχιστον να κάτσω με αυτό που τράβηξα 2 χρόνια, να κάτσω ένα χρόνο στην άκρη και απλά να κάνω διακοπές. Έπρεπε να ακολουθήσω και μια αγωγή φαρμάκων, τα οποία σε ήθελαν... και φυσικά συγκεκριμένη διατροφή ώστε να ξαναπάρω βάρος, όπου σε ήθελαν τυπικό με ωράρια και με φαγητό και με την φαρμακευτική αγωγή. Ώσπου για κάποιους μήνες ναι, έπρεπε να είμαι μόνο, να κοιτάξω τον εαυτό μου, να έχω στάνταρ ωράρια στο τι τρώω, πώς το τρώω και στην αγωγή μου την φαρμακευτική.

Σ.Κ.:

Έφτασες στο σημείο όπου βαρέθηκες ή όχι, ήτανε όλο;…

Γ.Κ.:

Κυριολεκτικά έκανα το σταυρό μου το ότι δεν ήτανε χειρότερα τα πράγματα. Δεν ξέρω αν μπορέσουν να υπάρξουνε χειρότερα πράγματα με τη συγκεκριμένη αρρώστια, αλλά από τις συζητήσεις που έκανα και με άλλους συνανθρώπους μας που είχανε το ίδιο πρόβλημα με εμένα... Και ήμουνα και τυχερός κι όλας, γιατί στο μήνα που πέρασα στο νοσοκομείο ήμουνα μαζί με ένα παλικάρι συνομήλικό μας και στην ηλικία μου, κοντά στα 22-23, όπου πέρασε ανώδυνα ο ένας μήνας στο δωμάτιο, όπου κυριολεκτικά το κάναμε μπαρ και κατασκήνωση οι δυο μας το δωμάτιο. Γιατί ήταν και αυτός άνθρωπος με κοινά ενδιαφέροντα με εμένα, οπότε πέρασε και για τους δύο μας, που είναι πάρα πολύ σημαντικό να περνάει η αποκατάστασή σου και στο θέμα ψυχολογία, στο πώς θα γιατρευτώ. Και μου το έλεγαν και οι ίδιοι οι γιατροί, ότι «ένας βοηθήσατε τον άλλον, πέρα απ’ το ότι ήσασταν τυπικοί σ' αυτά που σας λέγαμε, βοήθησε πάρα πολύ ο ένας τον άλλον αυτό το μήνα στο να σηκωθείτε και να πάτε σπίτια σας στις 25-30 μέρες». Φυσικά ακόμα και τώρα συνεχίζω και παίρνω τη φαρμακευτική μου αγωγή σε μορφή χαπιών. Τηρώ όχι μια διατροφή, ας πούμε, αυστηρή, απλά κάποια πράγματα με αφορμή την τότε διατροφή που έκανα, όπως τα έκοψα τότε, συνέχισα να τα τηρώ και να τα έχω κόψει και τώρα. Παράδειγμα, το αλκοόλ το σταμάτησα, ό,τι έχει να κάνει με τα οινοπνευματώδη, το σταμάτησα μαχαίρι. Βότκα, ουίσκι ή πικάντικα φαγητά κλπ. κλπ. και κάποια πράγματα που ξέρω ότι με πειράζουνε ή θα με πειράξουνε, τα σταματάω και…

Σ.Κ.:

Το συνηθίζεις μετά;

Γ.Κ.:

Ναι, ναι, οπότε δεν είχα ποτέ δυσκολίες με τη διατροφή που έπρεπε να κάνω. Γιατί με την φαρμακευτική αγωγή που έπαιρνα τότε, που έπρεπε να τηρώ κάποια φαρμακευτική αγωγή, μιλάμε για την κορτιζόνη, που καταλαβαίνουμε ότι η κορτιζόνη θέλει ανάλατα φαγητά, θέλει μερικό κόψιμο ανά εβδομάδα, γιατί δεν κάνει να παίρνεις την κορτιζόνη ανά εβδομάδα με την ίδια δοσολογία, οπότε με το πέρας των εβδομάδων έπρεπε κι αυτήν να την κόβεις και να τη μειώνεις, ώστε να την κόψεις μαχαίρι κάποια στιγμή, γιατί απαγορεύεται να την κόψεις απότομα, όπως και απαγορευόταν το αλάτι και η ζάχαρη στη διατροφή μου. Αλλά επειδή είμαι άνθρωπος που μπορώ να τακτοποιηθώ και να είμαι μέσα στις συνθήκες, δεν με επηρέασε και δεν γκρίνιαξα καθόλου,[01:30:00] δηλαδή πέρασα μια δεύτερη στρατιωτική θητεία στο μυαλό μου, ότι έπρεπε να τηρώ κάποια ωράρια, ότι 07.30 το πρωί έπρεπε να σηκωθώ και να φάω ένα πρώτο πρωινό, μετά στις 10.00 έπρεπε να πάρω ένα δεύτερο πρωινό, έπρεπε να κάνω δηλαδή μες στην ημέρα 4-5 μικρά γεύματα, που μου είχε δώσει φίλος και διατροφολόγος για κάποιους μήνες.

Σ.Κ.:

Από τότε έως και σήμερα μπήκες στη διαδικασία αναζήτησης εργασίας πάλι;

Γ.Κ.:

Ναι, μετά ήθελα, επειδή επηρεάστηκα τόσο πολύ και σωματικά, όπως σου είπα, και ψυχολογικά στο θέμα δουλειάς, ήθελα να αποσυρθώ από τα ηλεκτρολογικά τελείως, δεν ήθελα να ξανασχοληθώ ποτέ σε φάση εργασίας, φυσικά την τέχνη την κράτησα, οπότε από προσωπική τέτοια θα επωφεληθώ από δω και πέρα και όποιος χρειάζεται φυσικά και κάτι του το φτιάχνω τζάμπα. Οπότε ναι, σε αναζήτηση εργασίας μετά μου βγήκε και μου προέκυψε κάτι τελείως διαφορετικό και ήτανε σε μια εταιρία κινητής τηλεφωνίας, στο τμήμα των τηλεφώνων και την εξυπηρέτηση πελατών. Υποτίθεται, θα ήταν κάτι χαλαρό για αρχή για μένα, να ξαναμπώ στην αγορά εργασίας σε part time κατάσταση, μου έκατσε κι όλας ότι είναι, ήτανε το συγκεκριμένο τμήμα της εταιρίας και κοντά στο σπίτι μου, στην Αχαρνών.

Σ.Κ.:

Για ποια χρονιά μιλάμε τώρα;

Γ.Κ.:

Το ’17 με το ’18 μέσα.

Σ.Κ.:

Που το βρήκες σε αγγελία το συγκεκριμένο και έστειλες;

Γ.Κ.:

Όχι, μέσω φίλου, ότι «πάμε να περάσουμε εκπαίδευση και πάμε να το περάσουμε μαζί» ξέρω γω.

Σ.Κ.:

Κάτι χαλαρό. 

Γ.Κ.:

Στο χαλαρό, περάσαμε μία εκπαίδευση, στο Μαρούσι, οπότε περάσαμε ένα 20ημερο πάλι σαν μαθητούδια, νέες γνωριμίες, νέα παιδιά, σχολείο, εκπαίδευση, το πήραμε στο χαλαρό, γιατί ήταν κι όλοι οι άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία.

Σ.Κ.:

Πώς σου φάνηκε εσένα, κι απ’ την εκπαίδευση δηλαδή;

Γ.Κ.:

Η εκπαίδευση με έψησε πάρα πολύ, και τα διαβάσματα και οι τυπικές εξετάσεις που δώσαμε και τις περάσαμε. Δεν μπορώ να πιστέψω βέβαια ότι δε θα τις έδινε κάποιος άνθρωπος και δε θα τις πέρναγε αυτές τις εξετάσεις, αλλά τέλος πάντων τις περάσαμε αυτές τις εξετάσεις. Ευχαριστημένος, γιατί ό,τι μας είπανε το πληρωθήκαμε, σε ό,τι έχει να κάνει με το οικονομικό κομμάτι. Σε ό,τι έχει να κάνει με το κομμάτι της εργασίας, ναι, σου κάνουνε μία πλύση εγκεφάλου ότι από δω πέρα μπορείς να βγεις από τηλεφωνητής να γίνεις coach, να γίνεις εκπαιδευτής παιδιών, να γίνεις προϊστάμενος τμήματος μέσα σε διάστημα 2 χρόνων...

Σ.Κ.:

Όνειρο.

Γ.Κ.:

Ναι. Το American Dream σε ακόμα μία δουλειά. Εγώ δεν είχα φυσικά υψηλές βλέψεις, όπως σε καμία δουλειά μου δεν είχα υψηλές βλέψεις και θα σε γυρίσω λίγο πίσω με μία παρένθεση, το ότι το αφεντικό μου στην πρώτη δουλειά σαν ηλεκτρολόγος είχε όνειρο για μένα ότι θα διοικώ τμήμα ηλεκτρολόγων σε όποια δουλειά κι αν μας έδινε στο μέλλον, ότι ήθελε να με δει σαν δεξί του χέρι στο μέλλον. Δεν ξέρω, έχω πρόβλημα με την ιεραρχία, έχω πρόβλημα με τα κεφάλια, χωρίς όμως να είμαι αντιρρησίας συνείδησης ή να δυσκολεύω τη ζωή τους. Ήθελα απλά να μου βάζεις α, β, γ και θα το φέρνω εις πέρας, χωρίς να μου λες δ και ε χωρίς να είναι δικιά μου η ευθύνη και χωρίς να ζητάς το κάτι παραπάνω από μένα, απ’ τη στιγμή που δεν πληρώνομαι για το δ και το ε. Το είχα στο μυαλό μου πάντα. Μπορεί αυτό να μεταφράζεται κι ότι έχω πρόβλημα με την ιεραρχία, εγώ δεν το βλέπω έτσι. Γυρνάμε στα τηλέφωνα, θεώρησα ότι επειδή ήμουνα στην εκπαίδευση διάβαζα πάρα πολύ, που αν το έβλεπε ο εαυτός μου στο γυμνάσιο και στο λύκειο δε θα το πίστευε, ότι κάθομαι 2 και 3 ώρες εγώ και διαβάζω για τη συγκεκριμένη δουλειά, το είχα πιστέψει. Και νομίζω ότι και μέσα απ’ την εκπαίδευση ότι θα μπορούσα να φέρω εις πέρας τα πράγματα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα ενός μήνα, δύο. Και μου το λέγανε και οι ίδιοι οι coach δηλαδή, χωρίς να περιαυτολογήσω, ότι θα τα πάμε πάρα πολύ καλά. Μπήκαμε σε ένα τμήμα αυτά τα 20 παιδιά σαν καινούργιοι, σε ένα τμήμα εκπαιδευομένων για 20 μέρες, φυσικά ψαρωμένοι, γιατί έπρεπε κυριολεκτικά να βγούμε, είχα την αίσθηση όταν πρωτοπιάνεις το τιμόνι να οδηγήσεις, βγαίνεις στον έξω κόσμο σε κάτι που δεν το γνωρίζεις, σε κάτι που ντρέπεσαι, σε κάτι που φοβάσαι και αισθάνθηκα την αίσθηση που είχα όταν πρωτοέπιασα τιμόνι με τον δάσκαλο μου, ξέρω γω, στην οδήγηση, έτσι αισθάνθηκα και την πρώτη στιγμή που το σύστημα του υπολογιστή μού λέει: «Είσαι στον αέρα».

Σ.Κ.:

Τελείωσε η εκπαίδευση και πάμε…

Γ.Κ.:

Τελείωσε η εκπαίδευση και πάμε, τώρα είσαι στον αέρα με τον πελάτη, με τον πρώτο πελάτη που σου δίνει το σύστημα και ότι έπρεπε να... 

Σ.Κ.:

Ήτανε πώληση αυτό, όχι εξυπηρέτηση, πώληση...

Γ.Κ.:

Ναι, δεν ήμασταν στο τμήμα εξυπηρέτηση πελατών σε ό,τι έχει να κάνει με συνεργασίες είτε με ΔΕΗ είτε με ακτοπλοϊκά είτε με εισιτήρια συναυλιών που συνεργαζόταν και η συγκεκριμένη εταιρία. Είχαμε να κάνουμε με πώληση καρτοσυμβολαίων και συμβολαίων για όλες τις τσέπες, από το πιο φτηνό μέχρι το πιο ακριβό. Μπορώ να πω ότι η αντοχή μου κράτησε 2 μήνες. Για ακόμα μία φορά είχα πρόβλημα με την ιεραρχία, είχα πρόβλημα με τον προϊστάμενό μου στο ίδιο γραφείο, γιατί εκεί πέρα είχαμε το τμήμα του monitoring, που έπρεπε σαν καινούργιους να μας ακούνε τις ηχογραφήσεις, το πώς είμαστε στην ηχογράφηση, πώς πουλάμε, αν πουλάμε, αν μιλάμε καλά, αν λέμε τα προβλεπόμενα που έχουμε μπροστά μας στο χαρτί. Οπότε, ενώ τηρούσα το ποίημα που είχαμε, απ’ τη καλή μου τη καρδιά εγώ, όταν είχαμε μια συνομιλία με την τρίτη ηλικία, να το πω έτσι, με έπιαναν οι ευαισθησίες μου στο θέμα ότι ήδη είχαμε και σαν κοινωνία το οικονομικό πρόβλημα και φυσικά έπαιξε στη συγκεκριμένη δουλειά τεράστιο ρόλο. Στην προηγούμενη δουλειά με το ξενοδοχείο δεν μπορούσα να βλέπω την όλη κατάσταση, γιατί εγώ πληρωνόμουνα, είχα τα tips μου, είχα τον μισθό μου.

Σ.Κ.:

Και ήσουνα και σε άλλο κόσμο, ήταν για πορτοφόλια γερά.

Γ.Κ.:

Ακριβώς, δεν μπορούσα... Ok, ειδήσεις έβλεπα προφανώς, αλλά, επειδή δούλευα, δεν ήξερα τι γίνεται κυριολεκτικά στον έξω κόσμο, μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, ήμουνα καλά οικονομικά για 2 χρόνια. Οπότε στην δεύτερη δουλειά έπαιξε πάρα πολύ ρόλο στο... και επηρέασε φυσικά τη δουλειά μου στο θέμα πώς θα πείσω τον πελάτη να αγοράσει ακόμα και το πιο φτηνό συμβόλαιο ή ακόμα και στο τηλεφώνημα που είχα με έναν πλούσιο πελάτη, πώς θα του πουλήσω το ακριβό συμβόλαιο.

Σ.Κ.:

Και ακόμα κι ας μη τον συμφέρει, φαντάζομαι, δηλαδή ήτανε ότι «πούλα εσύ».

Γ.Κ.:

Κοίταγα πάντα προς το πορτοφόλι του πελάτη. Φυσικά δεν του ζητάγαμε τη φορολογική ενημερότητα και δεν είχε φυσικά το οποιοδήποτε δικαίωμα να μας πει το οτιδήποτε αλλά κάποιοι, ρε παιδί μου, για να μας πείσουν ότι «φίλε μου, δε σε κοροϊδεύω» και ότι «καταλαβαίνω ότι κι εσύ κάνεις δουλειά»... Ευτυχώς είχαμε κατά μεγάλο ποσοστό ευγενικούς πελάτες, γιατί, κακά τα ψέματα, και εγώ πελάτης ήμουνα και ήμουνα και παραμένω ακόμα σαν κι αυτούς, έχουμε μπει στην ψυχολογία της αντίθετης πλευράς και των γραμμών, αλλά οι περισσότεροι ευτυχώς το βλέπαν ότι κι εγώ υπάλληλος είμαι κι εγώ τα λεφτά μου προσπαθώ να βγάλω, επηρέασε πάρα πολύ, ναι, φυσικά, και η οικονομία της χώρας στο ότι είχαμε πάρα πολλά κλεισίματα τηλεφώνων, άσχημα τηλεφωνήματα, ακούγαμε κι εμείς τα βρισίδια μας, τα μπινελίκια μας. Προσπαθούσα κι εγώ, μαθημένος απ’ την προηγούμενη δουλειά μου, να ελέγχω τα τσάκρα μου και να παίρνω τις ανάσες μου και να μπορώ να ρουφήξω και να απορροφήσω αυτά που άκουγα. Το κατά δύναμιν, γιατί δεν ήμουνα πάντα και από τους ήρεμους ανθρώπους, γιατί είμαι από αυτούς που δεν δέχομαι τον αντίλογο όταν έχει άδικο ο απέναντί μου. Απλά πάντα προσπαθώ ήρεμα να το συζητήσω, δεν ήμουνα και ποτέ της βίας, όπως είπαμε και νωρίτερα. Οπότε άρχισε όλο αυτό, τα τηλεφωνήματα τα πολλά, δηλαδή στο 5ωρο, που ήμουνα part time, πρέπει να είχα μέσο όρο 160 τηλεφωνήματα το 5ωρο, χωρίς υπερβολή, και μέσα σε όλα να έχω και από πάνω από το κεφάλι μου τον μπαμπούλα. «Γιώργο, κοίτα τα e-mail που σου στέλνω». Το «κοίτα τα e-mail που σου στέλνω» ήταν ένα γραφείο, ο άνθρωπος βρισκότανε 3 μέτρα δίπλα μου και να μου λέει: «Βλέπε τα e-mail που σου στέλνω». Που θα μπορούσε να το πει μες στο αφτί μου. Να μου επιμένει ότι δεν πουλάω στην τρίτη ηλικία και ο Γιώργος με την τρίτη ηλικία τα πήγαινε καλά, με την έννοια ότι να μου λέει ο άλλος: «Αγόρι μου, παίρνω 300 ευρώ σύνταξη, τα μισά είναι για τα φάρμακά μου. Τι μου λες τώρα εσύ για συμβόλαια και ίντερνετ και τέτοια». Φυσικά δεν επέμενα, καλημέριζα, τους ευχόμουνα τη καλύτερη ζωή από κει και πέρα και το κλείναμε.

Σ.Κ.:

Και ο προϊστάμενος είχε πρόβλημα;

Γ.Κ.:

Και ο προϊστάμενος με αυτό το πράγμα είχε πρόβλημα, άρα είχα και εγώ πρόβλημα με τον προϊστάμενο. Φυσικά είχαμε και τα τηλεφωνήματα που είχανε από την εταιρία που συνεργαζόντουσαν αυτοί, εκμετάλλευση. Παραπάνω από το δικό μας ακριβό συμβόλαιο, οπότε έβρισκα την ευκαιρία να πουλήσω σε έναν άνθρωπο που ήδη έδινε πολλά στη δικιά του κινητή τηλεφωνία το ακριβό μας συμβόλαιο, που ήτανε κατά πολύ κάτω στα δικά του στάνταρ και στις πληρωμές του, και πρόλαβα[01:40:00] κι εγώ να πουλήσω τα ακριβά μου συμβόλαια, δηλαδή ήμουνα καλός στη δουλειά μου, όταν έβρισκα τη βάση και την ευκαιρία να το πουλήσω, όταν ο άλλος ήθελε να το πουλήσω, να το αγοράσει. Φυσικά το πρόβλημά μου πέρα από την τρίτη ηλικία ήτανε και οι φοιτητές, γιατί τα συμβόλαια που είχανε με την αντίπαλη εταιρία οι φοιτητές ήτανε το 1/3 της τιμής που δίναμε εμείς, οπότε ήτανε δώρον άδωρον η οποιαδήποτε συζήτηση και μου το κλείνανε στα τηλέφωνα. Παρ' όλα αυτά, η πολιτική της δικιάς μας εταιρίας είναι να κρατάς τον πελάτη όσο γίνεται πιο πολύ στο τηλέφωνο και να επιμένεις, αλλά είναι πέρα από τις δυνάμεις σου. Και εγώ δεν έχω την ικανότητα, δεν ήμουνα ποτέ στο θέμα marketing, στο θέμα πώληση δεν είχα ποτέ την εμπειρία. Ήμουνα πάντα και κλειστός σαν άνθρωπος, ήταν λίγα τα λόγια μου και μετρημένα, οπότε δεν ήμουνα ποτέ του μπλα μπλα στο να πείσω τον πελάτη να αγοράσει το δικό μας συμβόλαιο. Οπότε, ας πούμε, και για την πολιτική της εταιρίας δεν ήμουνα καλός στη δουλειά μου. Εγώ στο δίμηνο που άντεξα να δουλέψω πρόλαβα να κάνω και τις πωλήσεις μου και να πάρω και τα μπόνους μου και να πληρωθώ και για αυτά τα μπόνους μου, έτσι; Ήτανε τα πάντα τηρουμένων των αναλογιών στην ώρα τους και μου δώσαν αυτά που είχαμε υπογράψει μέχρι και το τέλος και που παραιτήθηκα, γιατί δεν άντεξα πια τη συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Βέβαια μίλησα και με την από πάνω διεύθυνση, μου λέει: «Θα μπορούσαμε, επειδή στα reports που έχουμε για σένα είμαστε πάρα, είναι πάρα πολύ ευχαριστημένοι οι από κάτω και θα μπορούσαμε να σε πετάξουμε με ομάδα άλλων παιδιών, αλλά τα άλλα παιδιά είναι βετεράνοι στη δουλειά, κάνουνε 30 πωλήσεις την ημέρα –κι εγώ έκανα 5 πωλήσεις τη βδομάδα– οπότε θα σε πετάξω» μου λέει «μέσα στο λάκκο με τα λιοντάρια και θα σε φάνε ζωντανό» μου λέει η άλλη. «Θες» μου λέει «για να μη χάσεις τη δουλειά σ' αυτό το πράγμα;» Και εγώ, επειδή ξενέρωσα τόσο πολύ με την όλη ιστορία, σηκώθηκα και έφυγα. Με αβέβαιο μέλλον, χωρίς να έχω κάτι άλλο στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.

Σ.Κ.:

Εντάξει, τώρα, φαντάζομαι, με τόσα τηλέφωνα τη μέρα και όλο αυτό το κλίμα ήταν και ψυχοφθόρο.

Γ.Κ.:

Πάρα πολύ, πάρα πολύ, δηλαδή γύρναγα στο σπίτι και δεν ήμουν ο εαυτός μου.

Σ.Κ.:

Ναι, ε;

Γ.Κ.:

Δηλαδή, ναι, μίλαγα απότομα σε ανθρώπους που δε θα μίλαγα ποτέ άσχημα και μίλαγα πάρα πολύ απότομα. Και γινόμουν άνθρωπος που δεν έγινε ούτε στο στρατό, δεν έγινα ούτε σαν παιδί, δεν έγινα ούτε στην εφηβεία μου, που οι περισσότεροι περνάνε άσχημες εφηβείες και με προβλήματα στο σπίτι, δεν είχα ποτέ τέτοια προβλήματα. Οπότε ήρθε τώρα μια δουλειά από το πουθενά στο δίμηνο να με κάνει έναν άλλον άνθρωπο και λέω όχι, δεν θα γίνει κάτι τέτοιο. Και παραιτήθηκα.

Σ.Κ.:

Και μετά; 

Γ.Κ.:

Μετά πάλι στην υπόθεση ανεργία, πάλι με το επίδομα, ευτυχώς είχα, βιοποριστικό πρόβλημα δεν είχα, γιατί είχα και την καβάτζα μου απ’ το ξενοδοχείο. Είχα τότε και ένα αυτοκίνητο που το αγόρασα με πάρα πολύ λίγα χρήματα, για να το έχω στην επαρχία και στη δουλειά μου και ήμουνα και πάρα πολύ τυχερός, γιατί το πούλησα σε τριπλάσια τιμή απ’ ό,τι το αγόρασα, γιατί ο άλλος που το ήθελε, το πούλησα, το ήθελε πάρα πολύ και το χρειαζότανε την επόμενη μέρα κι όλας. Και κυριολεκτικά 2 μέρες πριν φύγω από την επαρχία πούλησα και το αυτοκίνητο, οπότε είχα και ένα δεύτερο.

Σ.Κ.:

Πόρτο Χέλι;

Γ.Κ.:

Ναι, από το Πόρτο Χέλι, οπότε ναι, είχα και ένα δεύτερο budget.

Σ.Κ.:

Μαξιλαράκι.

Γ.Κ.:

Ναι. Και για να μιλάμε με αριθμούς, αγόρασα ένα Nissan Primera 3 κατοστάρικα και το πούλησα ένα χιλιάρικο, γιατί τόσα μου έδωσε ο άλλος. Δεν του είπα ποτέ ότι το αγόρασα 300. Μου λέει: «Με 1000 είσαι ευχαριστημένος;». Του λέω... Πήγα εκεί, έπαιξα το poker face μου, δεν έκανα το πόσο χαρούμενος και πόσα βαρελότα βαρέσαν στο κεφάλι μου και με μία σοβαρότητα του είπα: «Ναι, νομίζω, είμαι ευχαριστημένος με 1.000 ευρώ, ναι». Εκεί έπαιξε το ηθοποιηλίκι μου που είχα στο στρατό και το poker face μου το έπαιξα σ' εκείνη τη στιγμή, ναι. Οπότε δεν είχα εκείνη την περίοδο βιοποριστικό πρόβλημα, είχα κρατήσει και μία καλή καβάτζα από τη δουλειά και να πούμε ότι από το '18 και πέρα, αν εξαιρέσουμε 2 τρίμηνα καλοκαίρια στο εξοχικό που παραθερίζω εδώ και 15 χρόνια, που είχα μία νυχτερινή δουλειά σε ένα μαγαζί στη παραλία πάνω, δεν έχω ξαναδουλέψει επίσημα, με ένσημα, με πρόσληψη, με, με, με….

Σ.Κ.:

Νυχτερινό εδώ πάλι, Ελαιώνα δηλαδή;

Γ.Κ.:

Ναι, είναι στην περιοχή της Αιγιαλείας, στο μέρος που παραθερίζουμε και που έχουμε εξοχικό τα τελευταία 15 χρόνια σαν οικογένεια, οπότε ναι, βοήθησα ένα φίλο μου με το άνοιγμα του μαγαζιού του για 2 σεζόν, νυχτερινή βάρδια.

Σ.Κ.:

Πω πω, πάλι βράδυ.

Γ.Κ.:

Πάλι βράδι, πάλι στο πόστο μου και σ' αυτό που είμαι μεγαλωμένος να κάνω, τα πάω πάντα καλά έτσι κι αλλιώς με τη νύχτα και με τα ωράρια της νύχτας, χωρίς απαραίτητα να μου αρέσει η νύχτα έξω από το σπίτι μου, είμαι σπιτόγατος γενικά. Οπότε ναι, τα τελευταία 2 χρόνια με πετύχανε στη νυχτερινή ζωή του καλοκαιριού.

Σ.Κ.:

Ok, ok. Και όλο αυτό το διάστημα που πέρα από τα 2 τρίμηνα, ας πούμε, που είσαι εδώ πέρα, που ήσουν εδώ πέρα και βοηθούσες τον φίλο κτλ., πώς κυλούσε; Δηλαδή είχες ένα πρόγραμμα, ξέρω γω, μέσα στην ημέρα;

Γ.Κ.:

Αναφερόμαστε στα της Αθήνας πάλι;

Σ.Κ.:

Ναι, ναι, στη ζωή στην Αθήνα.

Γ.Κ.:

Μετά πάλι, με την άνεση των χρημάτων που είχα από την δουλειά το καλοκαίρι και από το επίδομα που έπαιρνα και για τους πρώτους μήνες δεν έψαχνα για δουλειά, συνέχισα την καθημερινότητά μου με τα δυο μου χόμπι, δηλαδή με να παρακολουθώ σειρές, ταινίες και φυσικά το Σαββατοκύριακό μου που ήταν αφιερωμένο στις παρέες και στην ΑΕΚ.

Σ.Κ.:

Στην ΑΕΚ, τέλειο. Άρα πάει έτσι, ok. Και στο μυαλό σου πώς ήτανε και πώς είναι; Δηλαδή σκεφτόσουν και κάτι πιο μόνιμο;

Γ.Κ.:

Φυσικά πάντα έψαχνα για δουλειά, απλά επειδή και στις χρονιές που έχουμε φτάσει, 2019-2020, η ανεργία είναι σε υψηλά νούμερα έξω... Φυσικά και μπορείς να βρεις δουλειά άμα θέλεις να βρεις δουλειά, απλά θεωρώ ότι με το δικό μου βιογραφικό και όχι απαραίτητα με τα χαρτιά που δεν έχω, αλλά με την εμπειρία που έχω στη δουλειά και με τα πράγματα που έχω κάνει μέσα από τις δουλειές, θεωρώ ότι έχω ένα πλούσιο βιογραφικό που δεν πληρώνεται ανάλογα αυτή τη στιγμή έξω με 300 και 400 ευρώ, οπότε είμαι στη φάση του ότι αν δε μου δώσει ο άλλος 500, 600 ευρώ το λιγότερο και φουλ ένσημα, δεν θα πάω να δουλέψω. Γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς ζω μαζί με την μητέρα μου αυτή τη στιγμή, δεν έχω ευθύνη με παιδιά, δεν έχω αυτοκίνητο, δεν έχω κάτι που πρέπει να έχω σαν ευθύνη, ώστε να αναγκαστώ να δουλέψω και ακόμα και για 3 δραχμές παραπάνω. Οπότε αυτή τη στιγμή είμαι στο θέμα δουλειά κυριολεκτικά να χτυπήσει το τηλέφωνο. Ναι, το περιμένω ουρανοκατέβατο αυτή τη στιγμή που μιλάμε, χωρίς να ψάχνω. Βέβαια μας πέτυχε και στη φάση που ενώ είχα κάτι στα σκαριά με μία σχολή, που έχει να κάνει με τον κινηματογράφο, επειδή όπως είπα είναι το δεύτερο χόμπι μου σειρές και ταινίες και παρακολουθώ τα τελευταία 10 χρόνια τουλάχιστον, ήθελα να το κάνω και επάγγελμα αυτό και βρήκα την ευκαιρία μέσω σχολής. Αλλά στη στιγμή που μιλάμε είμαστε εν μέσω παγκόσμιας πανδημίας και στο ενδεχόμενο μιας δεύτερης καραντίνας, οπότε από Σεπτέμβρη, Οκτώβρη δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει, οπότε τα λεφτά που θα είχα στην άκρη ώστε να τα διαθέσω για αυτή τη σχολή δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο μπορώ να τα ρίξω πάνω στο τραπέζι και να τα ποντάρω.

Σ.Κ.:

Υπάρχει ανασφάλεια, ναι, εννοείται.

Γ.Κ.:

Βέβαια, αν όλα πάνε καλά και επιτέλους βρούμε το φάρμακο για το κορονοϊό, εννοείται και θα θέλω να συνεχίσω τη ζωή μου και να βάλω αυτό που έχω σαν σχέδιο από τα Χριστούγεννα, όπου τα Χριστούγεννα κανείς μας δεν ήξερε τι θα προκύψει από Φεβρουάριο, Μάρτιο. Και είμαι στο να πηγαίνω στη σχολή κινηματογράφου και να παλέψω τα επόμενα 3 χρόνια για το όνειρό μου.

Σ.Κ.:

Ολική στροφή, έτσι;

Γ.Κ.:

Ναι. Δύο πράγματα τελικά θα έκανα στη ζωή μου. Ή θα ασχολιόμουνα με τον αθλητισμό, δηλαδή με την αθλητική δημοσιογραφία ή το αθλητικό management, πράγμα το οποίο θέλει και παραπάνω budget και να μπεις σε άλλα πράγματα, τα οποία δεν έχω τη δυνατότητα, και... ή να μπω στη σχολή κινηματογράφου, που θεωρώ ότι μέσα από το χόμπι μου και τις σειρές και ταινίες και τα βιβλία, που βέβαια δεν έχω τόση εμπειρία με τα βιβλία, αλλά τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι, μπορώ να πω ότι έχω μία άλφα γνώση στο αντικείμενο και ότι δεν θα μου φανούνε κινέζικα αυτά που θα ακούσω στη σχολή σαν πρώτη φάση.

Σ.Κ.:

Καλά, είσαι βιβλιοθήκη γενικά.

Γ.Κ.:

Ναι, ναι, γνωρίζω πράγματα, είναι η αλήθεια, ναι.

Σ.Κ.:

Και τι θες να... προς τα πού θα το πας;

Γ.Κ.:

Η συγκεκριμένη σχολή σού δίνει τη δυνατότητα για 3 πράγματα, για σκηνοθεσία, διεύθυνση φωτογραφίας και σκηνογραφία. Και αυτό που με έχει τραβήξει πάρα πολύ είναι στο διεύθυνση φωτογραφίας, στο θέμα της κινηματογράφησης και κατά τελικό [01:50:00]στόχο το ντοκιμαντέρ.

Σ.Κ.:

Ok, ok. Και πόσο διαρκεί ο κύκλος σπουδών;

Γ.Κ.:

Είναι 3 χρόνια, χωρίς να είναι μια στάνταρ η τιμή, απλά να πούμε ότι είναι αρκετά υψηλό το ποσό ανά χρόνο.

Σ.Κ.:

Χονδρικά, έτσι;

Γ.Κ.:

Κοντά στις 5.000.

Σ.Κ.:

Το χρόνο;

Γ.Κ.:

Το χρόνο. Άρα μιλάμε ότι χρειάζεται ένα budget των 15.000, οπότε για αυτό μίλησα πριν για ποντάρισμα που το κάνεις και δεν υπάρχει γυρισμός, πρέπει να είσαι πάρα πολύ σίγουρος ότι θα το κάνεις, γιατί δεν υπάρχει γυρισμός και δεν υπάρχει, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, η δυνατότητα αυτά τα 15 χιλιάρικα να ξαναγυρίσουνε πίσω σε διάστημα ενός χρόνου.

Σ.Κ.:

Εντάξει, είναι στην κλίση σου βέβαια και λες ότι είναι κάπου που μου αρέσει…

Γ.Κ.:

Ναι, οπότε ναι, είναι καιρός, λέω να ασχοληθώ και εγώ με κάτι από τα δύο πράγματα που αγαπώ πιο πολύ, ή τον αθλητισμό ή τον κινηματογράφο, απλά επειδή βλέπω ότι το θέμα του αθλητισμού θα με τραβήξει κάτω και ότι δεν θα κάνω τον κόσμο καλύτερο με το να γίνω αθλητικός δημοσιογράφος και να αλλάξω συνειδήσεις και μυαλά, γιατί δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχει επιστροφή στο συγκεκριμένο πράγμα και πάει μόνο προς τα κάτω, στο θέμα κινηματογράφος μπορεί η Ελλάδα να είναι η αρχή, αλλά ναι, έχω βλέψεις και για εξωτερικό μετά, ναι.

Σ.Κ.:

Ωραία, θα ήθελες να προσθέσεις κάτι άλλο;

Γ.Κ.:

Όχι, νομίζω έχουμε καλύψει όλη την γκάμα της ζωής μου. Ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτήν την εμπειρία, θα το θυμάμαι για πάντα.

Σ.Κ.:

Και εμείς ευχαριστούμε πάρα πολύ, να ‘σαι καλά.

Γ.Κ.:

Να ‘στε καλά και εσείς.