© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Ναϊλί εμάς, να βάι μας...» - Τα ταξίδια του Ταχυδρόμου
Κωδικός Ιστορίας
10514
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Στυλιανός Βαρελίδης (Σ.Β.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/08/2021
Ερευνητής/τρια
Σάντυ Μακροπούλου (Σ.Μ.)
[00:00:00]
Καλησπέρα, είναι 18/08/2021 είμαι με τον κύριο Στυλιανό Βαρελίδη, βρισκόμαστε στο Κάτω Καρυόφυτο Ξάνθης, εγώ ονομάζομαι Σάντυ Μακροπούλου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Στυλιανέ, πείτε μου λίγα πράγματα για τη ζωή σας, για εσάς.
Για τη ζωή μου! Γενικά; Η ζωή μου ξεκινάει το 1931. Λοιπόν, μεγάλωσα εδώ. Έβγαλα το δημοτικό σχολείο εδώ. Και μετά πήγα στο γυμνάσιο στην Ξάνθη, το '46. Και ύστερα, ήρθαμε εδώ στο χωριό. Δουλέψαμε δύο, τρία χρόνια. Το 1953 επιστρατεύτηκα. Απολύθηκα τον Ιούλιο του 1955. Λοιπόν, και μετά γύρισα πάλι εδώ στην πατρίδα. Έμεινα στην Αλεξανδρούπολη. Δούλεψα εκεί πέρα σαν επιστάτης σ' ένα λατομείο, που έβγαζε χαλίκι για την γραμμή. Και εδώ σκοτώθηκε ο αδερφός μου. Ο πατέρας μου είχε στραβωθεί και τα λοιπά και αναγκάστηκα ν' αφήσω την δουλειά μου και να 'ρθω εδώ ν' ασχοληθώ με τα οικογενειακά -ας πούμε- της οικογενείας μου. Έμεινα εδώ αρκετό καιρό. Είχε μερικά γίδια ο αδερφός μου, τα οποία τα ανέλαβα εγώ. Αλλά, μέχρι το 19...Από το '55 μέχρι το 1963, '63 έμεινα εδώ στο χωριό, ασχολούμενος με την καπνοκαλλιέργεια. Και αργότερα έφυγα, πήγα στο ταχυδρομείο της Ξάνθης. Διορίστηκα στο ταχυδρομείο της Ξάνθης. Υπηρέτησα πάνω σ' ένα χωριό, σ' ένα πομακοχώρι, στην κωμόπολη, μάλλον την πρωτεύουσα των Πομάκων. Στον Εχίνο! Δεν ξέρω, αν τον έχεις ακουστά τον Εχίνο! Ήταν όλοι Πομάκοι. Κει εκτελούσα δρομολόγια. Μία από τη μια πλευρά πήγαινα προς ανατολάς και μια από την άλλη πλευρά πήγαινα, προς δυσμάς. Αυτό κρατούσε τρεις μήνες και γινόταν εναλλάξ μ' έναν άλλο συνάδελφο. Η διαδρομή προς ανατολάς ήτανε πάρα πολλή. Το δρομολόγιο ήταν τριήμερο και κουραστικό. Πηγαίναμε συνέχεια κάτω από τα σύνορα. Το δε ελληνικό φυλάκιο ήταν δυόμιση ώρες κάτω προς την Ελλάδα. Και ξεκινούσα. Θες να σου πω και τα χωριά που πηγαίναμε; Λοιπόν, και ξεκινούσα από τον Εχίνο με τα πόδια βέβαια ήτανε. Ήτανε η διαδρομή πάνω από 50 χιλιόμετρα ήτανε δηλαδή. Λοιπόν. Αλλά, στο δρόμο βρίσκαμε αυτοκίνητα, ευτυχώς μας παίρνανε. Είτε φορτηγά, αυτοί που πηγαίνανε και φορτώναν ξύλα ή οποιοδήποτε αυτοκίνητο κι αν περνούσε, λεωφορείο, οτιδήποτε μας εξυπηρετούσαν οι άνθρωποι. Πήγαινα στον τρίτο μαχαλά των Θερμών. Μετά, πήγαινα στον μέσο μαχαλά των Θερμών. Μετά πήγαινα στα λουτρά των Θερμών. Από κει πήγαινα στην Μέδουσα. Εκεί υπήρχε αστυνομία. Είχα εγγραφεί και στην δύναμη -ας πούμε- εκεί της αστυνομίας. Κι όσες φορές περνούσα από κει καθόμουν το μεσημέρι κι έτρωγα. Λοιπόν, από κει πήγαινα σ' ένα άλλο χωριό που απείχε γύρω στην μιάμιση ώρα. Και κοιμόμουν εκεί. Την Κοττάνη. Η Κοττάνη αυτή είναι, από πάνω περνάνε τα σύνορα. Σ' αυτή την περιοχή από πάνω απ' το χωριό, όπως είμαστε εδώ -ας πούμε- εδώ είναι το χωριό και από πάνω από κει, ήταν το βουλγαρικό σύνορο. Δε σας είπα, το ελληνικό φυλάκιο -η τσούκα, η λεγόμενη- ήταν πολύ μακριά γύρω στις, έκανες από κει για να κατέβεις τουλάχιστον μια, μία ώρα και ένα τέταρτο για να πας στο φυλάκιο. Αυτό το οποίο υπήρχε, υπήρχε διλοχία εκεί. Τον επόμενο...Πήγαινα -είπαμε- στην Κοττάνη κοιμόμουν εκεί. Την άλλη μέρα ξεκινούσα. Υπήρχε ένα χωριό, ο Κούνδουρος, ο Λυκότοπος και το Καλότυχο. Το Καλότυχο απάνω οι Βούλγαροι είχανε φυλάκιο πολύ ψηλό και από κει έβλεπαν όλο τον κόσμο. Χωριζόταν στα δύο από πάνω από την οροσειρά οι Βούλγαροι το είχαν όλο οργωμένο, κάθε μέρα το όργωναν, για να δουν αν πέρασε κανένας και τα λοιπά. Και το χωριό χωριζόνταν στη μέση. Το μισό έπεφτε στην Βουλγαρία και το μισό έπεφτε στην Ελλάδα. Από κει κατέβαινα σ' ένα άλλο χωριό. Τσαλαπετεινός! Όπου έπρεπε εκεί να κοιμηθώ. Να μείνω εκεί. Αλλά, εγώ πότε δεν έμεινα. Πολύ σπάνια! Μια φορά ή δυο αν έμεινα στα τριάμισι χρόνια που έκανα εκεί απάνω. Και από κει, απ' τον Τσαλαπετεινό ξεκινούσα και πήγαινα σε κάτι άλλα χωριά. Ήτανε το Δρουγούτι, ήταν το Θεοτοκάτο, ήταν απάνω η Βάνοβα, ήτανε Ασάτρας, το οποίο ήταν το τελευταίο χωριό που πήγαινα. Και απ' το Ασάτρας που για να πας στο αυτό, ήθελες οπωσδήποτε μία ώρα και τρία τέταρτα για να φτάσεις πάλι στον προορισμό σου, τον Εχίνο. Αυτό γινότανε, μόλις πήγαινα. Την επομένη έπρεπε πάλι να ξανά πάω το ίδιο δρομολόγιο. Υπήρχε μία Δευτέρα, υπήρχε η αυτή, η ανάπαυση, ας πούμε. Αλλά και κείνο πάλι ήσουνα στο ταχυδρομείο κι έκανες άλλη δουλειά που, ελαφρότερη. Το άλλο δρομολόγιο ξεκινούσες πάλι απ' τον Εχίνο, πήγαινες στα Μελίβοια, ένα χωριό. Από κει πήγαινες απάνω στο Δημάριο. Θες να σε πω και τα τούρκικα τα ονόματα τους; Λεγότανε Demircik (Δεμηρτζήκ). Ήτανε κάτω σε βράχια. Ήτανε κι αυτό, από πάνω περνούσε το βουλγάρικο σύνορο. Ήτανε το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής παλιά. Από κει μετά κατέβαινα σ' ένα άλλο χωρίο, στο Αιμόνιο. Που εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τζαμί. Δηλαδή, ο πύργος του τζαμιού ήταν ένα απ' τα μεγαλύτερα τζάμια. Μετά πήγαινα στην Κοτύλη. Στην Κοτύλη εκεί υπήρχε μια αστυνομία και κοινότητα. Εκεί έμενα. Καθόμουνα εκεί πέρα. Και μετά πήγαινα σ' ένα άλλο χωρίο στην Πάχνη. Απ' την Πάχνη κατέβαινα Γλαύκη. Και απ' την Γλαύκη πήγαινα στον Κένταυρο. Και γύριζα πάλι στην Γλαύκη, όπου υπήρχε ο δρόμος και περνούσε το λεωφορείο. Προλάβαινα το λεωφορείο. Αυτά όλα με τα πόδια υπόψιν ε! Όλα με τα πόδια! Γιατί την εποχή εκείνη -ας πούμε- το ΄63, '64, ΄65 δεν υπήρχανε πολλά μέσα συγκοινωνίας. Εν πάση περιπτώσει, όμως εκεί υπήρχε φυλάκιο. Έδρευε λόχος. Και υπήρχε το στοπ, το οποίον το κατήργησε αργότερα ο, ο οποίος ήταν Υπουργός Παιδείας ύστερα και τον έλεγαν, που τον είχανε βγάλει ένα τραγούδι. Γεράσιμε! Ο Γεράσιμος Αρσένης. Το κατήργησε αυτό το στοπ, το τελευταίο στοπ που καταργήθηκε. Ήτανε αυτό της Γλαύκης εκεί. Και πήγαινα στον Εχίνο, έμενα. Και την επομένη πάλι το ίδιο. Αυτή ήτανε η ζωή ταχυδρόμου εκεί. Εκεί ήμουνα περίπου τριάμισι χρόνια. Μέναμε στον Εχίνο, είχα σπίτι εκεί πέρα. Ήρθε κι η γυναίκα μου, ήρθε κι ο γιος μου. Έμεινα τριάμισι χρόνια. Μετά κατέβηκα στην Ξάνθη. Πάλι με δώσανε εκεί μια περιοχή, πάλι των Πομάκων εκεί, πομακική περιοχή. Αλλά, δεν κάθισα πολύ εκεί, κανά τρίμηνο κάθισα. Μετά με δώσανε κάτω στον κάμπο, αρκετά χωριά. Αν θέλεις κι αυτά να στα πω, να στα πω! Ξεκινούσα από την Ξάνθη, πήγαινα στην Χρύσα απάνω. Το λεγόμενο Κίρετσιλερ. Από κει κατέβαινα στον Τεκέ, το σημερινό Εύμοιρο. Όχι συγγνώμη! Από κει πήγαινα στην Μόρσα, ένα χωριό τούρκικο. Ήταν οι κάτοικοι Τούρκοι. Στη Μόρσα. Η οποία λεγότανε Παλιά Μορσίνη. Κατέβαινα στην Νέα Μορσίνη και από κει κατέβαινα στον Τεκέ στο Ευμοιρο, το λεγόμενο. Από κει περνούσα, κατέβαινα κάτω σ' ένα άλλο πάλι τουρκοχώρι, το Λαμπρινό. Απ' το Λαμπρινό πήγαινα Λεύκη. Από κει γύριζα, πήγαινα Βανιάνο. Βανιάνο. Πρασινάδα, κατέβαινα από κάτω, γύριζα Λεύκη. Από Λεύκη κατέβαινα κάτω στην Διομήδεια και από κει ανέβαινα Πετεινό και ανέβαινα στην Ξάνθη. Αυτή ήταν η πρώτη ημέρα. Η δεύτερη ημέρα ξεκινούσα από τον Πετεινό. Μάλλον, ξεκινούσε -θα στο πω όπως ξεκινούσε- γιατί επειδή υπήρχε στο μακρινό χωριό, πρωί λεωφορείο μας έδινε το αυτό να φεύγουμε πρωί, με το πρώτο λεωφορείο και να πάω ν' αρχίσω από την Γκιώνα στο τελευταίο χωριό και να επιστρέψω στην [00:10:00]Μέλισσα. Και από την Μέλισσα να γυρίσω στο Μαγικό, να πάω Αλκυόνη, Αυξέντιο, Κατράμιο, Τέκτων, Διομήδεια, Πετεινό, Ξάνθη. Αυτό ήταν το δρομολόγιο με το οποίον το, εκεί υπηρέτησα δέκα έξι χρόνια ολόκληρα. Δέκα έξι χρόνια. Αργότερα, με δώσαν άλλα χωριά. Αλλάξανε. Ήτανε, δηλαδή τι να σου πω τώρα; Αυτά άμα δεν στα ιστορήσω, μήπως σε ζαλίσω κιόλα!
Καθόλου δεν με ζαλίζετε! Είναι πολύ ενδιαφέροντα αυτά που λέτε!
Ναι! Μετά με δώσαν ένα άλλο δρομολόγιο, το οποίο ξεκινούσε πάλι από την Χρύσα, γύριζε, πήγαινε Κιμμέρια. Απ' τα Κιμμέρια κατέβαινε Πηγάδια, γύριζα Ξάνθη. Από Ξάνθη ύστερα πήγαινα -θα το θυμηθώ- από Ξάνθη ύστερα πηγαίναμε στο Κουτσό, ένα χωριό -Κουτσό λεγότανε- απάνω στην άσφαλτο ήτανε. Πήγαινα μετά, ξεκινούσα από τα Κιμμέρια, πήγαινα Λευκόπετρα, πήγαινα Πολύσιτο, Σούνιο, Άκαρπο -ναι Άκαρπο- και γύριζα πάλι πίσω. Είχα κι ένα άλλο χωριό απάνω εκεί, ένα αυτό, Ρύμη λεγότανε, ένα πομακοχώρι. Αλλά εκεί επειδή δεν υπήρχαν κάτοικοι δεν πηγαίναμε και τόσο αυτά. Αργότερα, πάλι αλλάξαμε μετά από δύο χρόνια. Πήρα άλλο δρομολόγιο, που ήταν κι εκείνο μεγάλο. Επίσης, είχε μεγάλα χωριά. Ξεκινούσα από την Ξάνθη, πήγαινα Νέο Ζυγό, Παλιό Ζυγό. Κατέβαινα κάτω Φελώνη. Μετά από κει πήγαινα Βαφαίικα, απ' τα Βαφαίικα πήγαινα Γενισέα, όπου υπήρχε αστυνομικό τμήμα, υπήρχε κοινότητα. Σημερινός δήμος Αβδήρων εκεί εδρεύει. Από εκεί πήγαινα Πεζούλα, Μάντρα, κατέβαινα Άβδηρα, πήγαινα Βελόνη, Μυρωδάτο και γύριζα. Μετά με δωσαν άλλο δρομολόγιο, οπότε εκεί άλλαξαν τα πράγματα. Άλλαξαν τα πράγματα γιατί, επειδή είχε περάσει και αρκετά η ηλικία μου, για να με δώσουνε και λαφρύτερο -ας πούμε- δρομολόγιο, με έδωσαν πάλι από την Ξάνθη ξεκινούσα. Πήγαινα Χρύσα, κατέβαινα Εύμοιρο, από κει πήγαινα Πετροχώρι, Μικρό Τύμπανο, Μεγάλο Τύμπανο, Τοξότες, όπου υπήρχε σιδηροδρομικός σταθμός και τα λοιπά. Απ' τους Τοξότες πήγαινα Θαλασσιά, από Θαλασσιά πήγαινα Κοσμητή, πήγαινα Άγιο Αθανάσιο και επέστρεφα. Αυτό ήταν το δρομολόγιο. Τελευταία με λένε: «Δεν κάθεσαι μέσα;» Λέω: «Εγώ μέσα δεν κάθομαι!». Με δώσαν κάτι πομακοχώρια εκεί κοντά, γύρω από την Ξάνθη τα οποία ήτανε πιο εύκολα, ας πούμε. Ήτανε, ξεκινούσα από το Σιρόκο, από το Σιρόκο πήγαινα Γοργόνα, Άλμα -όχι Άλμα- πήγαινα Γοργόνα, από κει πήγαινα Άνω Κίρρα, Κάτω Κίρρα, Σμίνθη. Περνούσα απέναντι από την αυτήνα, γύριζα πήγαινα Εύμοιρο, Γέρακα, Εύμοιρο και από κει περνούσα Πίλημα και γύριζα, πήγαινα Ξάνθη. Αυτή ήταν η ταχυδρομική μου -ας πούμε- ιστορία, τα δρομολόγια τα οποία έκανα. Γνώρισα βέβαια, πολύ κόσμο. Εδώ γνώρισα πάρα πολύ κόσμο, γιατί όπου περνάω τώρα, όποιοι με βλέπουν τώρα με λένε: «Πέρασες απ' το χωριό μας -αυτό τώρα δεν είναι να το πω, αλλά θα το πω γιατί πολλοί μου το λένε- άφησες την καλοσύνη σου και μας άφησες την καλοσύνη σου που ήρθες στο χωριό!» Δεν εχώριζα αν ήταν Πομάκος, αν ήταν Τούρκος, αν ήταν Γύφτος, αν ήταν Κατσίβελος. Μπορούσα να τον εξυπηρετήσω, τον εξυπηρετούσα. Ναι.
Αναφέρατε ότι ήσασταν με τα πόδια;
Με τα πόδια. Όχι αργότερα -ξέχασα να σας πω- ότι αργότερα όταν κατέβηκα και πήρα στον κάμπο δρόμο, στον κάμπο όταν με έδωσαν δρομολόγιο πήρα ένα ποδήλατο, είχα ένα ποδήλατο. Αλλά δύσκολα! Καλύτερα με τα πόδια, παρά με το ποδήλατο. Γιατί εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν καλοί δρόμοι. Ήτανε το εξής, για να πας από ένα χωριό σε άλλο ήταν χωματόδρομος, αλλά ήταν πηλώδης και φράκαραν η λάσπη μέσα στην φτερωτή και δεν έβγαινε με τίποτα. Έπρεπε να καθίσεις κάτω, να βάλεις το χέρι, να το βγάλεις, χτυπούσες, το νερό το τρυπούσε και δεν. Το ίδιο και με την μηχανή. Ύστερα, μας δώσανε και μηχανές. Το ταχυδρομείο μας έδωσε και μηχανές μεγάλες -ας πούμε- με τις οποίες πηγαίναμε κανονικά. Εντάξει. Αργότερα, πήρα αυτοκίνητο και αυτά και εξυπηρετούμουνα με αυτοκίνητο δικό μου.
Με τα πόδια όταν το κάνατε αυτό, πόσο καιρό κάνατε για να κάνετε μία διαδρομή;
Μία διαδρομή! Ημερησία. Ημερήσια διαδρομή ή... o κάμπος ήταν ημερήσια, δεν είχε να μείνεις έξω. Ενώ τα πομακοχώρια έπρεπε να μείνεις έξω. Αλλιώς δεν...
Πόσες ώρες κάνατε στον κάμπο, ας πούμε;
Στον κάμπο για να πας επειδή υπήρχανε -ας πούμε- υπήρχε συγκοινωνία -λοιπόν- πήγαινες εύκολα. Τα λεωφορεία ήταν υποχρεωμένα όταν σήκωνες το χέρι, όταν σ' έβρισκαν στον δρόμο να σε πάρουν. Όταν έκανες τον οδηγό έτσι, ήταν υποχρεωμένος να σε πάρει. Και έκανες -ας πούμε- έφευγαμε το πρωί νωρίς, κατά τις -τώρα όπως είναι- κατά τις 7:00, 7:30 η ώρα. Πηγαίναμε τότε, από βραδύς ετοιμάζαμε τα γράμματα, παίρναμε τις επιταγές, παίρναμε τα συστημένα και τα λοιπά και πρωί πηγαίναμε για να προλάβουμε τα λεωφορεία, να μας παν στα χωριά τα οποία, στο πρώτο χωριό ή στο δεύτερο από όπου θ' αρχίζαμε. Κι εκεί τελειώνοντας το χωριό έβγαινες πάλι στον δρόμο περπατώντας. Αν, σ' έβρισκε κάποιος στο δρόμο οπωσδήποτε, πάλι σ' εξυπηρετούσε. Ήδη γινότανε μέχρι την, από την ώρα, απ' τις 7:00 -που σου λέω όπως είναι τώρα- μέχρι τις 13:00, άντε 14:00 το πολύ γύριζες στο, στη βάση, στο ταχυδρομείο. Εκεί παρέδιδες αυτά που περίσσεψαν, αν είχες επιταγές, λεφτά παρέδιδες ή τις επιταγές που σου δίναν για να στείλεις, τα 'στελνες. Τα συστημένα τα ίδια τα παρέδιδες, τα γράμματα τά 'στελνες, τά 'ριχνες στο αυτό να τα ταξινομήσει ο ταξινόμος για να τα στείλει να φύγουν. Αυτή ήταν!
Ποια ήτανε η πιο δύσκολη διαδρομή που θυμάστε;
Η πιο δύσκολη διαδρομή ήταν αυτή των Πομάκων. Αυτή απάνω, το Καλότυχο, που σου είπα. Διότι εκεί, θυμάμαι, θυμάμαι έτυχα δυο φόρες Βούλγαρους στο δρόμο. Και μια φορά συγκεκριμένα έγινε το εξής επεισόδιο, κόντεψα να φτάσω σ' αυτό το λεγόμενο Καλότυχο. Από πάνω υπήρχε το φυλάκιο, από κει ένας ανθυπολοχαγός έφυγε και μπήκαν οι Βούλγαροι και τον κυνηγούσαν και πυροβολούσαν. Εγώ ήμουν από κάτω τώρα, δηλαδή! Εκεί τα χρειάστηκα. Σ' ένα άλλο επεισόδιο πάλι πήγανε, επειδή ήταν οι Βούλγαροι τα σύνορα τους τα είχανε καλά οργανωμένα, πέρασαν τρία μουλάρια στο ελληνικό έδαφος, γύρισαν δύο στρατιώτες να τα γυρίσουν πίσω, να τα πάρουν πίσω στην Βουλγαρία, ας πούμε. Έπεσαν μέσα στην ενέδρα, τους έπιασαν οι δικοί μας και τους κουβαλούσαμε προς τα κάτω. Και μπήκε μέσα ο βουλγαρικός αυτός -ας πούμε- στρατός και τους κυνηγούσε. Δεν μπόρεσε -βέβαια- να τους πάρει. Εν πάση περιπτώσει. Εκεί τα χρειάστηκα γιατί μόνος, ας πούμε. Περπατούσες όλο βουνό, μονοπάτι και από πάνω ήταν το σύνορο, το βουλγαρικό. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο δρομολόγιο. Και μακρινό και δύσκολο. Κι αυτός ο ανθυπολοχαγός τον είδα ύστερα κάτω. Είχαμε περιπέτειες, είχαμε, είχαμε και καλές μέρες. Είχαμε και καλές μέρες. Το θέμα ήταν ότι τον ταχυδρόμο τον περίμενε ο κόσμος, τον αγαπούσε. Κι αν ήσουνα κι εσύ άνθρωπος που αγαπούσες τον κόσμο, τον πρόσεχες, τον εξυπηρετούσες ακόμη καλύτερα ήτανε.
Πείτε μου μια καλή ήμερα που αναφέρατε έτσι;
Καλές ήμερες πάρα πολλές, ας πούμε. Πρώτα, πρώτα αν γίνονταν κανένας γάμος, τον ταχυδρόμο τον καλούσανε, έμενα τουλάχιστον προσωπικά με καλούσανε. Θυμάμαι σε πόσους, σε πάρα πολλούς γάμους έπαιρνα την γυναίκα μου και πηγαίναμε. Σε [00:20:00]γιορτές άμα τύχαινε, άμα γιορτάζανε, αν είχε πανηγύρι ένα χωριό και τα λοιπά, κι εκεί -ας πούμε- πηγαίναμε. Ειδικά εδώ στον Πετεινό είχαμε έναν, να φανταστείς η ώρα 2:00 την νύχτα με 'παιρνε τηλέφωνο και με 'λεγε: «Ήρθε ο Ιωαννίδης με την λύρα!» Σηκωνόμασταν με την γυναίκα μου, παίρναμε το αυτοκίνητο και πηγαίναμε και ξημερώναμε, ξημερώναμε ειλικρινά. Και το πρωί ερχόμασταν κι εγώ πήγαινα στο ταχυδρομείο και την γυναίκα μου την πήγαινα σπίτι κι εγώ πήγαινα στο ταχυδρομείο. Περάσαμε καλές στιγμές! Πάρα πολύ καλές στιγμές! Ήμασταν και νέοι τότε!
Και μετά ήρθατε στο Κάτω Καρυόφυτο, εδώ;
Στο Κάτω Καρυόφυτο όχι! Πήρα σπίτι στην Ξάνθη. Είχα πάρει ένα σπίτι, έκανα ένα δάνειο από το ταμιευτήριο με 4,5% εμάς σαν ταχυδρόμοι μας το 'διναν, 4,5%, επειδή τους εξυπηρετούσαμε και τα λοιπά. Και πήρα σπίτι. Το σπίτι αυτό όταν απολύθηκα το κατεδάφισα, το νοίκιασα στην αρχή, το νοίκιασα. Ύστερα βγήκε ένας αυτός, ήρθε, το ζήτησε, για να κάνουνε μια πολυκατοικία. Έγινε η πολυκατοικία. Κι εκεί έχω πάρει μία πλάκα. Έχει δύο διαμερίσματα και μια γκαρσονιέρα, ας πούμε. Στον δεύτερο όροφο και τα 'χω αυτά, τα 'χω. Τώρα με τον κορονοϊό ήρθα, άραξα εδώ στο χωριό και δεν κατέβηκα καθόλου κάτω. Ναι! Άραξα εδώ πέρα, και καλά είμαι εδώ.
Αναφέρατε πριν ότι ασχολιόσασταν με τον καπνό-
Ναι! Ναι!
Μιλήστε μου για-
Ο καπνός είναι ένα δύσκολο αυτό, ας πούμε. Βέβαια είναι...Τι να σου πω! Ξεκινάς από τον Μάρτιο μήνα να σπείρεις το φυτώριο -ας πούμε- και λοιπά. Τα πρώτα χρόνια, τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχαν ασθένειες και δεν δυσκολευότανε τόσο ο κόσμος, όσο τα τελευταία χρόνια που είχε πέσει και η τιμή του καπνού, γιατί εδώ πάνω στα καπνά είχανε μεγάλη αξία προπολεμικά. Να φανταστείς ότι έπαιρναν τόσα λεφτά που δεν έπαιρνε κανένας από τον καπνό. Ειδικά αυτά εδώ πέρα τα δικά μας, τα οποία είναι τα ευγενή λεγόμενα κάπνα, ήταν ακριβά. Ο Μεταξάς είχε κάνει με την Γερμανία μία αυτή -ας πούμε- συμφωνία και τα 'παίρνανε οι Γερμανοί και τα πληρώνανε καλά τα καπνά. Αργότερα, όταν εμείς ξεκινήσαμε με, εδώ την ζωή μας με τα καπνά, άρχισαν οι ασθένειες, ο περονόσπορος άρχισε, άρχισε το ένα, άρχισε το άλλο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολη δουλειά! Δηλαδή, δεν χόρταινες ούτε ύπνο, ούτε ησυχία, ούτε ξεκούραση, ούτε...Να φανταστείς σηκωνόμασταν από δω η ώρα 1:00 την νύχτα να πάμε να κατεβούμε κάτω εκεί. Ήταν μην σε πω πολύ μακριά. Εδώ απάνω στην κορυφή ακριβώς, στην κορυφή απάνω υπήρχανε χωράφια και πίσω από κει άλλο τόσο δρόμο, νύχτα τώρα ν' ανεβείς αυτή την ανηφόρα όλη, κατάλαβες;
Ναι!
Για να πας εκεί να μαζέψεις. Και το πρωί μόλις σ' έπαιρνε ο ήλιος μαραινόταν το καπνό, μέχρι τις 8:00 η ώρα, 9:00 η ώρα βία, μάζευες. Ύστερα, μαραινόταν, δεν μπορούσες να μαζέψεις καπνό. Ερχόσουνα εδώ πέρα, έπρεπε να το περάσεις. Και νύσταζες και έκανες! Ένα σωρό πράγματα γινόνταν. Ύστερα ήταν το παστάλι, το οποίο ήταν το πιο σιχαμερό! Φύλλο, φύλλο όπως τα περνούσαμε φύλλο φύλλο, φύλλο φύλλο τα κάναμε παστάλι. Και χωρίζαμε εκεί τα ρουφούζια τα καλά, τα αυτά. Τα κάναμε γύρους, μετά από γύρους τα κάναμε, τα κάναμε τόνγκες πρώτα. Ύστερα τα κάναμε γύρους. Μετά από κει τα κάναμε δέματα. Λοιπόν, αυτά όλα ήθελαν πολύ λεπτομερή δουλειά και κούραση -μπορώ να σου πω- δεν, δεν, δεν, δεν σ' άφηναν να ησυχάσεις καθόλου, το καπνό! Με το φύτεμα, το φύτεμα του ήτανε, κρατούσε από τις, από τις 20, πες Μαΐου, 21 Μαΐου που ξεκινούσαμε μέχρι το πολύ-πολύ 10 Ιουλίου. Και κουβαλούσες εκεί, σαν τους κατσιβέλους. Κουβαλούσες εκεί τενεκέδες, καζάνια, βαρέλια. Αχ! Τάνγκου, ντούργκου, τάνγκου! Άντε βάλε τα βαρέλια στο ζώο, πάνε φέρε νερό, γέμισε τα βαρέλια και πάρε από κει ένα, ένα να ποτίσεις τα φυτά αυτά που φύτευες! Ήταν πάρα πολύ δύσκολη δουλειά! Βαριά δεν ήταν βέβαια. Αλλά ήτανε δύσκολη έτσι! Ήτανε συνεχόμενη και αγχωνόσουνα!
Πόσο χρόνο κρατάει ουσιαστικά μία καλλιέργεια;
Όλο τον χρόνο.
Όλο τον χρόνο!
Όλο τον χρόνο! Όλο τον χρόνο! Κοίταξε τώρα! Μετά τον Αϊ-Δημήτρη, μέχρι τον Αϊ-Δημήτρη, μέχρι τον Οκτώβριο μήνα μαζεύαμε. Μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου μαζεύαμε καπνά. Και τον Οκτώβριο λίγες μέρες μαζεύαμε κάτι μπασάκια -που τα λέγαμε- όψιμα δηλαδή, που βγαίνανε. Μετά από του Αγίου Δημητρίου αρχίζαμε το παστάλι, το οποίο συνέχιζε μέχρι τον Ιανουάριο, ακόμα και τον Φεβρουάριο μήνα, πολλοί το συνεχίζανε. Οπότε, καταλαβαίνεις! Έμενε ένας Φεβρουάριος και λίγο Μάρτιος που αρχίζαμε πάλι να βάζουμε τα σπόρια. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο ήταν! Γι' αυτό και ο περισσότερος κόσμος...Εν τω μεταξύ, είχαν πέσει και οι τιμές, είχαν ξεφτιλιστεί τελείως το καπνό. Και αναγκάστηκε ο κόσμος να σηκωθεί να φύγει. Εδώ το χωριό ήτανε κάργα γεμάτο ήτανε! Γεμάτο νέους, κι αυτούς ήταν. Δεν υπήρχε πιθαμή γης άσπαρτη. Αλλά με την πολιτική που κράτησαν σχετικά με το καπνό και τα λοιπά, τα παράτησε ο κόσμος, έφυγαν. Άλλοι Θεσσαλονίκη, άλλοι Αθήνα, άλλοι Ξάνθη, άλλοι Καβάλα, άλλοι Δράμα. Κι έτσι διέλυσε το χωριό! Ήμασταν ογδόντα τέσσερις τόσες οικογένειες, ήμασταν!
Πολλές!
Πολλές οικογένειες ήμασταν! Ήμασταν πάρα πολλοί νέοι εδώ πέρα. Δεν έφευγε κανένας νέος, δεν έφευγε!
Σπάνια μερικοί πολύ λίγοι έφυγαν. Αλλά έφυγαν και οι οικογένειες τους. Άλλα αυτό, έφυγαν μετά την Κατοχή. Στην Κατοχή όλοι εδώ ήμασταν. Όσοι πρόλαβαν...Μία οικογένεια, δύο οικογένειες πρόλαβαν και φύγανε. Ύστερα, έκλεισε από κάτω ο Στρυμόνας, δεν μπορούσανε να φύγουνε. Και μείναμε ύστερα εδώ. Όλη την Κατοχή την περάσαμε εδώ στο χωριό.
Πώς ήταν τα χρόνια εκείνα;
Εκείνα τα χρόνια να σου πω. 6 Απριλίου μπαίνουν οι Γερμανοί! Εκείνη την ημέρα -Κυριακή μέρα- ο αδερφός μου υπηρετούσε κάτω εδώ στην Σταυρούπολη, πέρα από τον Νέστο ένα, εκεί πηγαίνοντας για τον Κεχρόκαμπο, εκεί ήτανε σε μία πολυβολαρχία λεγότανε ο λόχος του. Και μ' έναν άλλον από δω πάλι χωριανό, γείτονας εδώ. Κοσμάς Καλαγκάνης λεγόταν κι εκείνος πήγαμε με τον γιο του, ο οποίος ήταν μεγαλύτερος. Εκείνος ήταν το '29 γεννημένος. Και πήγαινα κι εγώ να δω τον αδερφό μου εκεί πέρα. Και γυρίζοντας εκεί στην γέφυρα ακούγαμε γαρ, γουρ, γαρ, γουρ, τι γίνεται και τα λοιπά, γυρίζοντας ο στρατιώτης με λέει: «Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα περάστε!». Περάσαμε εμείς. Πού να ξέρουμε τι γινόταν! Ερχόμαστε εδώ στο χωριό, το βράδυ βγαίνουνε, την νύχτα κατά τις 00:00 η ώρα ήτανε. Βγαίνουνε ο κλητήρας του χωριού και ένας αγροφύλακας που ήτανε. Λοιπόν, και φωνάζουν τον κόσμο να φύγει γιατί έρχονται οι Γερμανοί μπήκανε στην Ελλάδα από την Χαϊντού και από πίσω έρχονται οι Βούλγαροι, σφάζουν και κάνουν και τα λοιπά. Σηκωθήκαμε άρον άρον -θυμάμαι- που ξεκινήσαμε να φύγουμε. Αυτό γίνεται 6 Απριλίου προς 7 Απριλίου. Λοιπόν, φορτώσαμε και τα στρώματα και τα λοιπά. Εμένα με φορτώσανε τα σκεύη, τα φαγιά, φαγώσιμα, πιάτα, κουτάλια και ξέρω 'γω. Λοιπόν κατεβαίνοντας -θα το πω αυτό γιατί αυτό έχει σημασία στην εξέλιξη μετέπειτα- κατεβαίνοντας από δω το άλογο που είχε το φορτίο ακούμπησαν τα αυτά, όπως τα είχαμε τα δεμάτια φορτωμένα, ακούμπησαν και έγειρε το σαμάρι. Νύχτα τώρα! Ο μπαμπάς μου: «Θα γυρίσουμε πίσω!» Η μάνα μου κλαίει, φωνάζει: «Πού θα πάμε; Θα μας σφάξουν, θα μας κάνουν!» Εν πάση περιπτώσει. Περιμέναμε λίγο ν' αρχίσει να φέξει λιγάκι. Φορτώσαμε και κατεβαίναμε και φεύγαμε. Φτάσαμε στην Σταυρούπολη στην γέφυρα του Νέστου. «Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα -λέει- περάστε!» Δεν προλάβαμε να περάσουμε, ανατινάξανε τη γέφυρα! Την γέφυρα την ανατινάξανε! Ο ελληνικός στρατός την ανατίναξε για να μην [00:30:00]περάσουν δήθεν οι Γερμανοί. Αλλά, οι Γερμανοί περάσαν. Φέρανε βάρκες, τις φουσκώσανε και περάσαν με φουσκωτές βάρκες τάκα-τακ. Πήγαμε σ' ένα χωριό εκεί, Κωνσταντινιά λεγόταν, μέσα σε πουρνάρια κι εκείνο, άγριο μέρος και τα λοιπά. Μείναμε μια εβδομάδα περίπου και γύρισε ο πατέρας μου νωρίς. Γιατί ο πατέρας μου είχε και εδώ μπακάλικο και στον πέρα μαχαλά -αυτό που υπάρχει εκεί στην πλατεία, η πυρήνα- το είχε μπακάλικο, αλλά το 'καψαν κι οι Βούλγαροι εκείνο. Εν πάση περιπτώσει. Λοιπόν, γυρίσαμε με τον αδερφό μου, τον, αυτός που υπηρετούσε στον στρατό τον κάτω, που σας είπα προηγουμένως. Γυρίσαμε μαζί του και φτάσαμε εδώ στο χωριό. Εν τω μεταξύ τα ζώα, τα αυτά όλα, τα είχαμε αφήσει και τα λοιπά. Έμειναν τα ζώα απροστάτευτα. Δηλαδή, βγήκαν εκεί, ούτε μπαξέδες είδαν, ούτε τίποτα. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι άλλη ιστορία. Αλλά, το θέμα είναι ότι μετά που γυρίσαμε από δω, επειδή ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος εκείνη την χρονιά, το ‘41 πείνασε πάρα πολύ ο κόσμος. '41 με '42 πείνασε πάρα πολύ ο κόσμος! Δεν είχε να φάει τίποτα. Τίποτα! Ούτε πατάτες βάζανε τότες. Κάτι λίγα, ας πούμε. Ούτε καλαμπόκια δεν βάζανε. Σιτάρια δεν βάζαμε. Σιτάρια δεν γίνονται εδώ πέρα. Και δεν γίνονται, γιατί δεν συνέφερε να βάλεις σιτάρι. Ήταν ο καπνός, τον πουλούσες και 'παιρνες λεφτά. Απ' το σιτάρι τι να πάρεις; Εμάς -θυμάμαι- ότι ο πατέρας μου έστειλε τον άλλον τον δεύτερο αδερφό μου, στην Κομοτηνή και αγόρασε 500 οκάδες καλαμπόκι. Με κείνο την βγάλαμε καλά. Αργότερα όμως, αργότερα ο κόσμος άρχισε, έβαζε από όλα. Και πατάτες, και φασολιά και εν πάση περιπτώσει. Τα ζαρζαβατικά πάντα υπήρχανε. Αλλά οι πατάτες ήτανε η βασική τροφή. Μ' αυτήν την αυτήνα ζήσαμε. Όταν ήρθαμε εδώ -θα σου πω κι ένα περιστατικό λοιπόν- οι Βούλγαροι τρώγανε τις χελώνες. Εμείς δεν ξέραμε. Μια ήμερα μάζεψαν από δω τους χωριανούς και τους πήγανε αγγαρεία κάτω στη Σταυρούπολη. Εμείς μ' έναν άλλον -ο οποίος ζει και κείνος και είναι και συνομήλικος μου, ο Λαζαρίδης Λάζαρος, λέγεται, αυτός με τον παππού σου είχαν ραφείο μαζί ναι- φάγαμε, είδαμε ότι οι Βούλγαροι τρώνε, μαζέψαμε χελώνες. Τριάντα δύο τον αριθμό! Άλλα ήταν βαριές! Πώς θα τις φέρουμε στο χωριό; Γύριζαν από κει και πάμε στον δρόμο που, που θα περάσουνε. Πάμε με τις χελώνες εκεί πέρα. Πέρασε ο Βούλγαρος, ένας αγροφύλακας Βούλγαρος ήταν εκεί ένας Έλληνας. «Ω!» Παίρνει δύο. Διάλεξε, πήρε δύο. 5 λέβα μας δίνει. Πέρασε κι ο άλλος ο δικός μας ο Ιωακείμ Παντάκας -λοιπόν- παίρνει άλλα δύο εκείνος. 5 λέβα. «Αμάν! Θα τα πάμε στο χωριό να τα πουλήσουμε!» Ντάξει! Τα φορτωθήκαμε μια εγώ, μια εκείνος τώρα. Ήμασταν με το, '41, '42 ήμασταν έντεκα χρονών παιδιά ήμασταν! Δεν ήμασταν...12 χρονών; Λοιπόν, τα φέραμε εδώ απάνω. Λέμε: «Αύριο θα τα πάμε στον άλλο μαχαλά!» Εκεί ήταν οι Βούλγαροι, θα πάρουν, θα τα πουλήσουμε. Όταν σηκώθηκα εγώ το πρωί οι γονείς του Λάζαρου -λοιπόν- μαζί μ' έναν εδώ πέρα γείτονα, κει γείτονοι όλοι τα 'βαλαν στο καζάνι, τα 'βράσανε, που λες. Σηκώθηκα εγώ, κοιτάζω, πω φωνές κατά δω. Είχαν και αυγά. Τα παιδιά με τ' αυγά. Τα 'βρασαν εκείνοι, τα κάναμε με κρεμμύδια. Τα 'φαγα! Τα 'φαγα! Από τότε κι ύστερα, αρχίσαμε να τρώμε κι εμείς τις χελώνες! Και φάγαμε πάρα πολλές, γιατί υπήρχαν πάρα πολλές. Πηγαίναμε στο βουνό με τα ζώα, φυλάγαμε τα μικρά τα κατσικάκια, τα αρνάκια, τα μοσχαράκια και τα λοιπά. Βρίσκαμε μία χελώνα, μαζεύαμε ξύλα, την ανάβαμε, την βάζαμε, την σκοτώναμε δηλαδή. Την κόβαμε. Την βάζαμε απάνω ανάποδα, ψηνόταν. Παφ! Καθόμασταν εκεί, την καθαρίζαμε κι άιντε! Έτσι πέρασε η Κατοχή. Η Κατοχή πέρασε δύσκολα! Δύσκολα πέρασε! Ύστερα όμως, αργότερα άρχισα να συνηθίζω. Γιατί οι Βούλγαροι είχαν το κάλο ότι έπαιρναν τον καπνό, δεν λογάριαζαν δηλαδή να πούνε: «Το δικό σου θα το πάρουμε 50. Του αλλουνού θα το πάρουμε 25». Όπως γινόταν εδώ με τους Έλληνες, τους δικούς μας. Εκείνοι τα 'παίρναν όλα σε μια τιμή. Κι αρχίσαμε να έχει ο κόσμος λεφτά να ψωνίζουν. Τα μαγαζιά είχανε κάτι ψιλό πράγματα. Δεν υπήρχανε -ας πούμε τώρα- δεν υπήρχε ρύζι, δεν υπήρχε...Βασικά πράγματα. Τυριά, αυτά υπήρχαν! Τα πάντα! Λάδια δεν υπήρχανε. Ζάχαρη λιγοστή. Μας δίνανε μία ζάχαρη κυβόλιθοι, σαν κυβόλιθοι ήτανε μικροί. Λοιπόν, και πέρασε έτσι ο κόσμος, έζησε έτσι ο κόσμος. Εν τω μεταξύ, ήρθε και δω ο στρατός. Είχε και στρατό εδώ πέρα στον άλλο μαχαλά. Είχανε δύο φυλάκια. Ένα ήταν από δω από πάνω, πού είναι του Τζαμπατζόπουλου το σπίτι. Κι ένα ήταν απάνω στου Σαρόγλου, τα φυλάκια. Εν τω μεταξύ, βγήκαν κι οι αντάρτες από δω. Από κει ήταν αρκετοί! Από δω ήταν μόνο δύο. Ένας ο Μπιτζίκος ο Αναγνώστης κι ένας ο Κοσμάς ο Καλαγκάνης. Βγήκανε στο βουνό. Εν πάση περιπτώσει, λοιπόν οι Βούλγαροι εδώ απάνω απέναντι, είχανε και δω απάνω σκοπιά την ημέρα. Πηγαινοερχότανε. Ερχότανε εδώ στα σπίτια. Ζητούσαν γάλα, ζητούσαν αυτά. Πλήρωναν κιόλα! Πού είχαμε μείνει; Ότι υπήρχε εδώ απάνω φυλάκιο. Κατέβαιναν εδώ. Εδώ πέρα υπήρχε ένας τσαγκάρης. Οι Βούλγαροι στρατιώτες φορούσανε μπότες. Πέτσινες μπότες. Ερχόνταν εδώ πέρα, διόρθωναν τα παπούτσια τους και τα λοιπά. Ο κόσμος -ας πούμε- έκανε, εξοικειώθηκε περίπου με τους Βουλγάρους. Δεν πειράζαν κανέναν οι άνθρωποι. Είχαμε κι έναν πρόεδρο, ο οποίος ήταν απ' τον Αϊ Στράτη. Καΐσεφ Βασίλης. Καΐσεφ. Αν είδες εκεί στο μνημείο, είναι ο τελευταίος. Και δεν τον γράφανε επειδή ήτανε Βούλγαρος. Ενώ, πρώτα εκείνον σκότωσαν. Γιατί μπήκε στη μέση, τους 'υβρισε, όταν βάλανε στην σειρά να τους εκτελέσουν. Κι έβγαλε το πιστόλι ο Αξιωματικός. Τρεις σφαίρες στο κεφάλι και τον έριξε. Τον πρώτο, που έπρεπε να τον γράψουν. Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι άλλα θέματα, μην τα συζητάμε. Ο κόσμος τους συνήθισε, δεν είχανε αυτά. Εν τω μεταξύ, εδώ πέρα τρεις ήταν οι αντάρτες. Συγγνώμη. Δύο είχα πει. Ήταν τρεις. Ήταν και κάποιος Τσατσακούλης Διαμαντής. Ο οποίος πήγαινε απάνω στους αντάρτες, να τους πάει τσιγάρα και τα λοιπά. Στον δρόμο οι Βούλγαροι τον κυνήγησαν. Αυτός είχε ένα χαρτί γραμμένο. Το κατάπιε. Έφυγε. Ήρθε, κρύφτηκε κατάτου. Κι έφυγε. Αλλά, υποχρεώθηκε να φύγει στο βουνό. Δεν...Ναι. Υποχρεώθηκε να φύγει στο βουνό. Τα πράγματα κύλησαν μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου. 8 Σεπτεμβρίου από βραδύς, οι Βούλγαροι πήραν εντολή ν' αποχωρήσουν. Εν τω μεταξύ, είχε υπογραφεί ένα σύμφωνο -ας το πούμε- μεταξύ Τσαούς Αντών. Τον έχεις ακουστά τον Τσαούς Αντών; Αυτός ο οποίος ήταν Γενικός Καπετάνιος. Ο Φωστηρόπουλος λεγότανε στο επίθετο. Αυτός είχε σκοτώσει την γυναίκα του, επειδή πήγε μ' έναν Βούλγαρο. Έφυγε στο βουνό. Ήτανε από την Ραχτσιά. Από τις Κρηνίδες. Λοιπόν, και ήταν εδώ απάνω Γενικός Διευθυντής. Γενικός Δερβέναγας. Εδώ, από δω πήγανε μερικοί απάνω στους αντάρτες και τους είπαν: «Οι Βούλγαροι αύριο φεύγουνε!». Εν τω μεταξύ, εκείνοι ετοιμάστηκαν. Αποχαιρέτησαν τον κόσμο και τα λοιπά. Πήγανε απάνω μερικοί και τους είπαν: «Οι Βούλγαροι φεύγουν. Ελάτε να τους χτυπήσουμε. Να πάρουμε τα πράγματα τους. Να πάρουμε τις τροφές. Να πάρουμε τα ρούχα τους. Τις κουβέρτες και τα λοιπά». Εν πάση περιπτώσει, τι τους είπανε. Και κατέβηκε μία ομάδα. Με καπετάνιο, τον Καπετάν Μάρκο. Μάρκος. Αυτός ήτανε και το '41 κλάσαιως. Πήγε στην Βουλγαρία στα ντουρντουβάκια. Τα ντουρντουβάκια ήταν σαν, όπως ήταν τα αμελέ ταμπουρού στην Τουρκία. Δηλαδή τάγματα εργασίας. Ναι! Και δούλευαν στα βουνά και άνοιγαν δρόμους και λοιπά. Πήγε το ένα εξάμηνο. Το καλοκαίρι τους κρατούσαν, τον χειμώνα τους έστελναν πίσω για να μην τους ταΐζουν οι Βούλγαροι. Και δεν ξαναπήγε. Έφυγε στο βουνό, τον 'κάναν καπετάνιο. Είχαμε έναν γέρο από δω, τον Μπιτζίκο, ο οποίος ήταν γέρος κι εκείνος. Και εκείνον προτείναν να γίνει Καπετάνιος. Και δεν το δέχτηκε. Έγινε αυτός. Εν πάση [00:40:00]περιπτώσει, παίρνει την ομάδα του και κατεβαίνει εδώ στις 9 Σεπτεμβρίου πρωί πρωί, χαράματα. Και τους χτυπάνε! Οι Βούλγαροι αιφνιδιάστηκαν. Παράτησαν και τα φυλάκια τους και τα αυτά τους. Και παν να φύγουν! Πηγαίνοντας να φύγουν, από κάτω όπως μπαίνεις στο χωριό, τους βάλαν κι από κει. Αναγκάστηκαν γύρισαν μέσα στο χωριό. Και άρχισε το πανηγύρι! Τα χτυπήματα. Μπήκαν μέσα στα σπίτια και από κει πολεμούσαν οι Βούλγαροι. Εν πάση περιπτώσει, ο αντάρτης πόση ώρα θα κρατήσει το, την μάχη. Πόσες σφαίρες θα κουβαλήσει μαζί του! Ο στρατός αυτός ήταν οργανωμένος. Είχε τα αυτά και τα λοιπά. Και έφυγαν οι αντάρτες! Τι να κάνουν! Άρχισαν εν τω μεταξύ και με τον όλμο. Έχω και μια φτερωτή του όλμου -την έχω εδώ πέρα σάπισε, κάπου εδώ κάτω την έχω- που το 'ριξαν στους αντάρτες οι Βούλγαροι.
Τι είναι η φτερωτή;
Η φτερωτή; Το βλήμα του όλμου όπως είναι, απάνω έχει μια φτερωτή. Το οποίο όταν πάει, γυρίζει ας πούμε. Εν πάση περιπτώσει. Και όσους βρήκανε, τους εκτελέσαν! 28 άτομα! Εκεί πέρα όλους τους εκετελέσαν οι Βούλγαροι. Κάψαν και το χωριό. Κι έγινε το κακό αυτό, δυστυχώς. Δυστυχώς, η υπαιτιότητα αυτών των ανθρώπων που κατέβηκαν εκεί, να χτυπήσουνε τον στρατό τον οργανωμένο. Αυτή ήταν η κατάληξη εδώ στο Κάτω Καρυόφυτο. Κι από κει και πέρα άρχισε το Καρυόφυτο, διέλυσε το Άνω Καρυόφυτο. Ήρθαν εδώ πολλές οικογένειες. Είχαμε κι εμείς μία οικογένεια εδώ πέρα, που τους φιλοξενούσαμε. Σιγά σιγά όλοι συνήλθαν, άρχισαν να φεύγουν. Πήγαν άλλοι εδώ, άλλοι εκεί. Μετά το '45, μετά την Κατοχή δηλαδή το '45, το κράτος τους έκανε αυτές τις πυρήνες, τα σπίτια τα μικρά, τα σπιτάκια. Όπως είναι κείνο εκεί πέρα του αδερφού μου που σου λέω. Κάνανε εκείνα. Και επανήλθε ο κόσμος. Και επανήλθε ο κόσμος. Κι άρχισαν πλέον από κει και πέρα, να μπουν στο δρόμο της ζωής πλέον. Ναι!
Το χωριό τότε, πριν την Κατοχή πώς ήταν; Είχατε μπακάλικο εσείς.
Ναι!
Πώς ήτανε; Μπορείτε να μου το περιγράψετε;
Το χωριό, κατ' αρχάς τα σπίτια ήτανε τούρκικα. Ήτανε επάνω σε στύλους ξύλινους στηριζότανε. Από κάτω ήταν το χαγιάτι το λεγόμενο, όπου...Και πίσω στο μέρος υπήρχανε πάντα, το λεγόμενο μαντρί. Εκεί βάζανε τα ζώα τον χειμώνα. Το δε καλοκαίρι, τα είχανε δεμένα έξω εδώ πέρα στα αυτά. Ήταν το χαγιάτι, εκεί απάνω ήτανε στημένο το σπίτι. Τον χειμώνα από κάτω τα ζώα, από πάνω τα δωμάτια κοιμόμασταν. Βρωμοκοπούσε ο τόπος! Εν πάση περιπτώσει, αυτά ήταν το σπίτι, αυτή ήταν η ζωή μας τότε. Δεν άλλαζε. Δεν μπορούσες να την αλλάξεις. Διότι, τα σπίτια ήτανε τέτοια η κατασκευή τους, που δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Πού αλλού να τα 'βαζες τα ζώα τον χειμώνα; Θα πάγωναν! Και υποχρεωνόσουν να τα βάλεις κάτω, να κλείσεις και την πόρτα στο μαντρί κι εσύ να κοιμάσαι από πάνω. Ήτανε καλό χωριό, ήτανε. Εδώ το δικό μας ήτανε μεγαλύτερο από κείνο. Ήταν πολύ μεγαλύτερο. Εδώ υπήρχε και κάτω εδώ -δεν ξέρω αν σας πήγε- ο Αϊ Γιώργης ο λεγόμενος. Πήγες; Λοιπόν, εκεί ήταν ο Μεντρεσές. Μεντρεσές θα πει Θεολογική Σχολή. Υπήρχαν εκεί πέρα γραφεία. Υπήρχε τζαμί μεγάλο. Με μιναρέ. Με μιναρέ. Λοιπόν, το οποίο το μετέτρεψανε σε Αϊ Γιώργη. Σε εκκλησία εμείς. Δεν είχε εκκλησία, δεν είχε τίποτα. Το μετέτρεψαν σε εκκλησία μέχρι το '61. Μέχρι το '61 το είχαμε και λειτουργούσε. Αλλά έπεσε και κάναμε αυτό τώρα στο δρόμο που, το '60-'61 έγινε αυτό. Εκεί ήταν, το σπίτι που υπάρχει τώρα εκεί πέρα -αφού πήγες- αυτό το σπίτι ήταν το Οικοτροφείο τους. Υπήρχαν φοιτητές με δωμάτια, με τα πάντα. Εγώ τα θυμάμαι. Αμυδρά τα θυμάμαι. Ναι. Όταν το χαλνούσανε. Το τζαμί έπεσε. Και μέχρι πριν τρία τέσσερα χρόνια, πέντε ήταν ερείπια. Τώρα, δεν νομίζω να θεωρείς ότι παινεύομαι και κάνω. Όχι! Αλλά, έτυχε να είμαι σύμβουλος στο αυτό. Και με τις προσπάθειες που κατέλαβα τότε κατάφερα να πείσω ορισμένους από δω που δεν ήθελαν να γίνει, κάναμε αυτό το εκκλησάκι εκεί πέρα. Έγινε αυτό το εκκλησάκι το οποίο εν πάση περιπτώσει, τον Αϊ Γιώργη τον επαναφέραμε. Δηλαδή, εκείνον τον τόπο εκεί πέρα τον θεωρώ εγώ ιερό τόπο για τον εξής λόγο. Διότι, εκεί συναντήθηκαν οι δύο θρησκείες. Οι Μουσουλμάνοι εκεί ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Και οι Χριστιανοί. Από το '23, μέχρι το '61, εκεί γινόντανε. Εκεί παντρεύτηκα εγώ, εκεί βαφτιστήκαμε, από κει στείλαμε τους γονείς μας. Όλα αυτά έγιναν ας πούμε. Και το θεωρούσα υποχρέωση να γίνει εκεί πέρα ο Αϊ Γιώργης.
Ταυτόχρονα δηλαδή, υπήρχαν οι δύο θρησκείες;
Όχι, όχι-
Υπήρχε η μία-
Έφυγαν αυτοί οι Τούρκοι. Εν τω μεταξύ, εδώ οι Θρακιώτες όταν ήρθαν εδώ από την Θράκη, αυτοί ήρθανε με τα πόδια. Φέρανε τα γίδια τους, τα ζώα τους, τα αυτά τους, όλα. Πέρασανε τον Έβρο και σιγά σιγά ήρθαν, έφτασαν εδώ. Ένα χρόνο κάναμε μαζί με τους Τούρκους καπνά! Το '22 ήρθανε αυτοί εδώ πέρα. Οι Τούρκοι οι κάτοικοι εδώ των του ήτανε οι τελευταίοι που φύγανε, ας πούμε. Και τους πήγανε εκεί το Ισμίτ, το σημερινό λεγόμενο. Την Νικομήδεια. Είναι 94 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη, το χωριό αυτό. Κωμόπολις είναι. Δεν είναι χωριό. Μάλλον πόλις έγινε τώρα. Γιατί, μετά τους σεισμούς εκείνους που έγιναν και τα λοιπά, αν πας τώρα και το δεις όλο πολυκατοικίες και βίλες και αυτά είναι! Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι άλλο θέμα. Τι άλλο θέλεις; Ό, τι άλλο θέλεις μπορώ και ξέρω, θα σου πω.
Εσείς ήρθατε απ' την Νικομήδεια;
Όχι! Εμένα ο πατέρας μου και η μητέρα μου είναι από την περιοχή της Τραπεζούντος. Ο πατέρας μου ήταν από ένα χωριό που απείχε 20 λεπτά από την Τραπεζούντα. Ήτανε πλούσιος ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου είχε τρία μαγαζιά στην Τραπεζούντα μέσα. Ήταν παπλωματάς, ταπετσέρης άσσος. Και παπλωματάς άσσος! Όπου πήγα βρήκα έργα του. Να φανταστείς ότι τα παπλώματα που έραβε, έχει φύγει από πάνω το ύφασμα, οι ραφές και τα βαμβάκια στέκονται έτσι. Ήταν πολύ! Και έκανε εμπόρια φουντουκιών. Ήταν από ένα χωριό δίπλα, όπως σου είπα. Απείχε 20 λεπτά. Καλικά λεγόταν. Σήμερα λέγεται Πεστάς. Και η μάνα μου ήτανε ακριβώς όπως είμαστε εδώ πέρα τώρα. Από δω απέναντι ήταν του πατέρα μου το χωριό. Κι από δω απέναντι ήταν της μητέρας μου το χωριό. Πήγα εγώ, τρεις φορές, πήγα και τα είδα. Λοιπόν, λεγότανε Πολίτα. Και σήμερα οι Τούρκοι το λένε Πολίτα. Τον Κανλικά τον λένε Bestas, που θα πει πέντε πέτρες. Πράγματι, υπήρχαν πέντε πέτρες εκεί. Και Κανλί-καγιά, θέλει να πει Κανλί-καγιά θα πει βράχος του αίματος. Κάτι κοπέλες αυτοκτόνησαν εκεί πέρα και λοιπά ή τους σφάξανε -δεν θυμάμαι καλά- και το βγάλανε Κανλί-καγιά. Βράχος αίματος. Αυτό θέλει να πει. Ναι. Κι αυτοί έφυγαν από κει τον Αύγουστο του '23. Ήρθανε, τους κατεβάσανε στο Γύθειο. Απ' το Γύθειο πήγανε στην Σπάρτη. Μετά, ήρθανε στο Πανόραμα, εδώ της Θεσσαλονίκης. Από κει τους πήγανε στην Μακρόνησο. Εκεί στην Μακρόνησο ήτανε η καταστροφή τους. Τους είχε πιάσει χολέρα. Και ανοίγανε τάφο ομαδικό. Ένας Αντωνιάδης που έλεγε προηγουμένως η Νίτσα, που είχε τη γυναίκα της γιαγιάς της, την αδερφή και ένας θείος μου, ο Σάββας, ανοίγανε ομαδικούς τάφους. Τους θάβανε και από πάνω ρίχναν ασβέστη. Ναι. Στην Μακρόνησο. Τους κουρέψανε εκεί. [00:50:00]Υποφέρανε πάρα πολύ. Οπότε, σιγά σιγά έφυγαν από κει και έφτασαν εδώ στην Δράμα. Στην Δράμα, στον σταθμό της Δράμας εκεί, κατασκηνώσανε. Έφτασε πλέον ο Οκτώβριος. Άρχισε ο καιρός να κρυώνει και τα λοιπά. Γίνεται μία επιτροπή. Πήγανε στον Δεσπότη. «Λοιπόν, τι θα γίνει; Οι οικογένειές μας, τα παιδιά μας τι θα γίνουν; Χειμώνας έρχεται. Πώς θα την βγάλουμε στις σκηνές και τα λοιπά;» Τους είπε ότι: «Αυτές τις μέρες αδειάζει ένα χωριό. Λοιπόν, κάντε μία επιτροπή. Πάντε δέστε την, δέστε το χωριό. Κι αν σας αρέσει, πάτε εκεί!». Ήρθαν πράγματι. Ένας δάσκαλος, Στεφανίδης Γεώργιος, ονομαζόμενος. Μία γυναίκα η Καραγιαννίδου Κατίνα, λεγότανε. Εν πάση περιπτώσει, έκαναν μία επιτροπή... Λαυρεντιάδης ένας ο Γιώργος. Ήρθαν εδώ. Το είδαν το χωριό. Οι Τούρκοι το είχανε περιποιημένο. Τους μπαξέδες τους, τα φρούτα τους, τα νερά τρέχανε μες στους δρόμους. «Βρήκαμε ένα χωριό!» Πήγαν στην Δράμα εκεί. Τους ξεσήκωσαν και τους φέραν και έμειναν εδώ. Το '23. Το '23 τον Οκτώβριο εγκαταστάθηκαν εδώ. Οι Πόντιοι. Οι Πόντιοι. Οι Θρακιώτες ήρθαν το '22. Το '22, πολύ πιο νωρίτερα.
Εσείς κάνατε, μου αναφέρατε ότι κάνατε κάποια ταξίδια μετά στην Τραπεζούντα-
Ναι. Ναι. Τρεις φορές πήγα. Πήγα, βρήκα και του πατέρα μου το σπίτι.
Θέλετε να μου μιλήσετε γι' αυτά τα ταξίδια;
Αυτά τα ταξίδια. Σήμερα, σήμερα είναι είκοσι τέσσερα χρόνια που κάναμε το πρώτο ταξίδι. Της Παναγίας στις 16 του μηνός. Στις 16 του μηνός, μετά της Παναγίας ξεκινήσαμε. Πήγαμε, μείναμε στην Νικομήδεια. Την άλλη βραδιά μείναμε στην Μπόλου (Bolu). Και αποψινή βραδιά, τέτοια ώρα, πιο αργά, πιο αργά, είχε σουρουπώσει καλά, φτάσαμε στην Τραπεζούντα. Περάσαμε από πολλές πόλεις περάσαμε. Πήγαμε Νικομήδεια. Νικομήδεια είναι παραθαλάσσια. Πήγαμε εκεί πέρα και ψάχνοντας εκεί βλέπω ένα, μια ταμπέλα. Ένα ξενοδοχείο. Hotel Kozloutza. Κόζλουτζα είναι το χωριό μας. Το ξέρεις. Λοιπόν, μπήκα μέσα του λέω, νέος ήτανε. Του λέω: «Αυτό το όνομα πού το βρήκατε;» Στα τούρκικα. Με κοιτάζει αυτός. Λέει: «Bilmem!» «Δεν ξέρω!». «Baba, nerde?» «Ο μπαμπάς σου πού είναι;» Με λέει: «Έξω!» «Abe...Α! Έρχεται και κείνος!» Του λέω: «Αυτό το όνομα Kozoutza nerde; Από πού το έχετε;» Μου λέει: «Γιουνανιστάν!» Λέω: «Κόζλουτζα! Εγώ από κει είμαι!». Ω! Μας αγκάλιασε, μας έκανε! Έκλαψε ο άνθρωπος! Ναι! Έκλαψε! Έκλαψε! Θυμήθηκε το χωριό του! Όλοι αυτοί οι κάτοικοι πήγανε εκεί στην Νικομήδεια. Από το, η περιοχή όλη πήγαν στην...Ο Δαφνώνας, Καρυόφυτο, Ιωνικά, οι περισσότεροι Τούρκοι πήγαν στην περιοχή της Νικομήδειας. Εκεί εγκαταστάθηκαν.
Πώς αισθανθήκατε όταν πήγατε στο-
Συγκίνηση! Εγώ κοίταξε να δεις, ποτές μου δεν αισθάνθηκα ξένος! Δεν αισθάνθηκα ξένος! Γιατί, με τις συζητήσεις που έκαναν οι γονείς μου με τους άλλου,ς εδώ τους κατοίκους του Καρυοφύτου, παρακολουθούσα. Μ' άρεσε να παρακολουθώ ποια ήταν η ζωή τους, πώς ζούσαν. Και πώς, τι αυτά και τα λοιπά. Όπου πήγαινα, όπου πήγαινα κάτι με θύμιζε! Γιατί, εδώ ήτανε πολύ, δεν ήταν όλοι από το ίδιο χωριό. Ήταν από την περιοχή εδώ πέρα. Ήταν από την περιοχή της Τραπεζούντος. Ήταν απ' την περιοχή της Κρόμης. Ήταν απ' την περιοχή κάτω της Αργυρουπόλεως. Ήταν από την περιοχή της Χερίενας, οι κάτοικοι εδώ πέρα. Όπου πήγαινα -σου λέω- κάτι με θύμιζε. Η Κρόμη δε, αυτή η Κρόμη είναι ορεινή περιοχή. Είναι ορεινή περιοχή. Και κει ήτανε, Τούρκος δεν πάτησε εκεί. Επειδή, ήταν τόσο απόκεντρη και τα λοιπά. Είναι πίσω από την Ζύγανα -αν έχεις ακουστά την Ζύγανα- εκεί που βγήκανε οι Μύριοι του Ξενοφώντος. Και φώναξαν: «Θάλαττα, θάλαττα!». Το θυμάσαι αυτό! Λοιπόν, πήγαμε και κει. Τι έλεγα; Δεν αισθάνθηκα ξένος, γιατί εκεί στην Κρόμη όλοι παίζανε λίρα και τραγουδούσανε. Κι ένας θείος μου, ο Λυπηρίδης. Αυτόν τον Βασίλη τον ξέρεις εδώ κάτω που κάθεται; Λοιπόν, ο μπαμπάς του. Λυράρης κι αυτός. Πήγαινα εκεί. Τυχαίνει να είναι και θείος μου, η μαμά μου με την γυναίκα του αυτουνού του Λυράρη, ήταν ο πρώτος ξάδερφος. «Α! Ο θείος μου έπαιζε λύρα!» Είχα ακούσει κι ορισμένες ιστορίες πώς γλεντούσανε, πώς γινόταν οι γάμοι και τα λοιπά. Και -σε λέω- δεν αισθάνθηκα ξένος. Ήταν δε, μας είπανε ότι ο καλύτερος κόσμος της Τουρκίας υπάρχει κάτω εκεί, στην περιοχή της Τραπεζούντας. Στον Πόντο. Και πράγματι -το όνομα σου χάρισε μου-
Σάντυ!
Σάντυ; Τι θα πει Σάντυ;
Απ' το Κυριακή!
Ναι! Κυριακή! Της γιαγιάς σου τ' όνομα; Μπράβο! Λοιπόν, πηγαίναμε, μπαίναμε στα καφενεία, όλοι σηκωνόταν όρθιοι. Λες και ήμασταν εμείς, ποιοι ήμασταν ρε παιδί μου! Σεβασμός! Είχαμε δε, έναν γέροντα μαζί μας ο οποίος ήταν το '97, εκατόν είκοσι χρόνων. Τα είχε τετρακόσια. Τα ποντιακά τα μιλούσε πολύ καλύτερα από μένα. Ήταν από την Λιβερά. Η Λιβερά ξέρεις ότι είναι, αντίκρυ από την Παναγία Σουμελά. Δηλαδή, από την Λιβερά για να πας στην αυτήνα, σε μισή ώρα πας. Για να πας στην...Τον είχαμε μαζί μας και μας καθοδηγούσε ο άνθρωπος. Τον πληρώναμε βέβαια. Ο Σαλής. Αυτόν τον έδειξε πολλές φορές της Παναγίας, η τηλεόραση η δική μας, μ' ένα καλπάκι στο κεφάλι. Χόρευε και τραγουδούσε και ποντιακά. Με γενειάδα. Πάρα πολλές φορές τον έδειξε η δικιά μας. Ο Σαλή αφέντης. Και με κείνον περάσαμε πάρα, πάρα πολύ ωραία! Τον είπα μία περίπτωση που έλεγε ο πατέρας μου. Και μου το επιβεβαίωσε. Έλεγε ο πατέρας μου το '15, το '15. Όταν έγινε η Σφαγή των Αρμεναίων, εκεί κάτω από την, το χωριό Λιβερά υπάρχει μία κωμόπολις. Η οποία έχει και τράπεζες μέσα, και αστυνομίες και τα λοιπά. Εκεί μάζεψαν στο σχολείο μέσα τους Αρμεναίους. Έριξαν, έριξαν με τα όπλα όσοι σκοτώθηκαν, σκοτώθηκαν. Και μετά το δώσαν φωτιά. Το δώσαν φωτιά το σχολείο. Για να μην μείνει τίποτα. Και τον λέω: «Έτσι κι έτσι» με είχε πει ο μπαμπάς, μου. «Έτσι όπως το είπε ο πατέρας σου είναι -μου λέει- εγώ -λέει- το θυμάμαι πάρα πάρα πολύ καλά. Γιατί όταν φύγαν οι δικοί σας από δω -λέει- εγώ ήμουνα σαράντα χρονών». Είχε πατέρας είκοσι δύο παιδιών. Με τρεις γυναίκες. Ναι. Ο μεγαλύτερος ο γιος του, ήτανε ογδόντα πέντε χρονών. Κι ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός μας καθοδήγησε πάρα πολύ. Πήγαμε στον Βαζελώνα. Στο μοναστήρι του Βαζελώνα. Πήγαμε πολλές φορές ανεβήκαμε στην Παναγία Σουμελά. Εκεί πια χάνεις την αίσθηση του χρόνου! Χάνεις τα πάντα! Όταν ανεβείς εκεί απάνω και βλέπεις κάτω το χάος ανοίγεται, λες και είσαι στον ουρανό και βλέπεις την γη από πάνω! Τόσο ωραίο! Τόσο φανταστικό! Δίπλα περνάει ο Πυξίτης ποταμός. Εμείς το λέγαμε: «Τη Παναΐας το ποτάμι!», το λέγαμε. Το ποτάμι της Παναγίας. Ναι. Εκεί είχαμε έναν αυτόνα μαζί μας. Τον Λάζαρο. Δύτης ήτανε. Από δω, από το χωριό μας ήτανε. Στεφανίδης. Δεν ξέρω αν τον έχεις ακουστά, αν έχεις αυτό με το ποδόσφαιρο. Ήτανε διαιτητής. Πήγε κι εμείς βγήκαμε κάτω από την σπηλιά, από το σπήλαιο που ήταν η Παναγία. Κι όταν τον είδα λέει που βγήκε κι ήταν δακρυσμένος: «Τι έπαθες ρε Λάζαρε;», του λέω. Λέει: «Δεν ξέρεις τι έπαθα!», μου λέει. «Φεύγοντας από δω πέρα -λέει- γέμισε ο λαιμός μου σαν να μου είπε η Παναγία πού μ' αφήνετε και φεύγετε;». Έπαθε ένα αυτό -ας πούμε- ο άνθρωπος. Και τα δάκρυα τρέχανε. Πέθανε ο έρημος. Νέος, νεότατος [01:00:00]πέθανε. Ήταν πάρα πολύ ωραίες εμπειρίες στον Βαζελώνα.
Εσείς μιλάτε Ποντιακά και Τουρκικά;
Όχι, Τούρκικα λίγα. Πολύ λίγα. Δεν ξέρω πολλά.
Θυμάστε τώρα, κάτι έτσι να μου πείτε στα Ποντιακά.
Ό,τι θέλεις. Ποιο; Τι θέλεις να σου πω; Τι να σου πω;
Ξέρετε κάποια παροιμία; Κάτι -εννοώ- ό, τι θέλετε εσείς. Κάποιο τραγούδι;
Τραγούδι να σας πω!
Τραγούδι! Τέλεια ναι!
Τι τραγούδι να σας πω; Εμείς τραγούδια, έχουμε στιχάκια. Θα ξέρεις ότι τα δικά μας τραγούδια ασχολούνται με την ξενιτιά. Με την ξενιτιά, γιατί ο περισσότερος κόσμος ξενιτευότανε. Πήγαινε, δούλευε. Και το χειμώνα γύριζε στο αυτό. Και τραγούδια του έρωτος. Της αγάπης. Αυτά ήταν τα τραγούδια μας. Ναι. Ένα τραγούδι, ένα στιχάκι λέει: «Ναϊλί έι κιτί μάνα μ'! Είχεν δύο παιδίαν! Το 'ναν επήρεν ο Χάρο. Τ' άλλο η Ξενιτία!». Είχε δυο παιδιά. Και το ένα το πήρε ο Χάροντας και το άλλο η Ξενιτιά. Είχαμε τα τραγούδια μας γενικά είναι έτσι, συγκινητικά τραγούδια. Έχομε ένα τραγούδι αυτό, που λέει με την αυτήνα, που πάρθηκε η Κωνσταντινούπολη. «Ναϊλί εμάς να βάι εμάς, οι Τούρκ’ την Πόλ’ επαίραν. Επαίραν το βασιλοσκάμν’ και εχάθεν(ελάεν) αφεντία». Το κατάλαβες; Δεν το κατάλαβες. «Ναϊλί εμάς, να βάι μας!» Αλίμονο σε μας! Βάι σε μας! Οι Τούρκοι πήραν την Πόλη! Πήραν το κάθισμα του βασιλιά και χάθηκε η αφεντιά μας. Έχει -δηλαδή- τραγούδια τα οποία δεν τα... Αν καθίσεις και τα εξηγήσεις και τα χωνέψεις είναι τόσο καλά -τώρα θα μου πεις επειδή είμαι Πόντιος το λέω, όχι δεν είναι αυτό το πρώτο πρόβλημα- το πρόβλημα είναι ότι όλα τα τραγούδια -σου λέω- αναφέρονται τα περισσότερα στην ξενιτιά. Αναφέρονται στην αγάπη, στον έρωτα. Αναφέρονται σε κοινωνικά. Δεν έχει τραγούδια -ας πούμε- να λες: «Α, μωρέ τι λέει αυτός;» Ναι.
Όπως και οι χοροί είναι-
Οι χοροί ναι. Οι χοροί είναι...Είναι οι χοροί είναι, τους βλέπεις όλοι είναι σεμνοί χοροί. Σεμνοί χοροί.
Εμένα με έχετε καλύψει! Προς το παρόν τουλάχιστον, με όλα όσα μου είπατε. Θέλετε εσείς να προσθέσετε τώρα, έτσι κάτι;
Όχι τίποτα! Τι να σας προσθέσω; Αφού σας κάλυψα, τι από κει και πέρα, τι να σας; Ναι.
Τι σας έμεινε έτσι από όλα όσα είπαμε;
Όλα όσα είπαμε ήτανε γεγονότα. Ήτανε πραγματικότητες. Ήτανε, ήτανε αυτά που έζησα. Αυτά...Η ζωή αυτή για να την πεις θέλεις να περάσουνε μέρες, για να την, για να την ψιλοκόψεις, ας πούμε.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!
Ευχαριστώ κι εγώ! Ευχαριστώ κι εγώ για την προτίμηση που μου κάνατε!
Αλίμονο!
Ναι. Σας ευχαριστώ! Να 'στε καλά! Και καλή επιτυχία στο έργο σας!
Ευχαριστούμε!
Κι ελπίζω να αξιολογηθείτε καλά! Πρώτα, πρώτα να σας πω για τον παππού σου. Ότι ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που δεν έβλαψε κανέναν. Ήταν ένα διαμάντι καθαρό! Ήταν ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος τόσο αγνός, τόσο καλός που στην σημερινή κοινωνία πολύ δύσκολα θα βρεις τέτοιους ανθρώπους, σαν τον παππού σου. Ήμασταν και ομοϊδεάτες. Ανήκαμε στο ΠΑΣΟΚ. Εγώ φυσικά ακόμα εκεί ανήκω. Δεν έχω αλλάξει. Δεν έχω προβιβαστεί, όπως οι πολλοί από το ΠΑΣΟΚ. Και ήμασταν αντιπρόσωποι μαζί, στις εκλογές. Και θυμάμαι την χαρά που έπαιρνε τα αυτά, τα αποτελέσματα. Την πρώτη χρονιά που όταν βγήκε ο Παπανδρέου εγώ τα πήγα στην Ξάνθη. Την δεύτερη και την τρίτη χρονιά που βγήκε, ο παππούς τα πήγε. Ναι! Τόση χαρά είχε και νύχτα πήγε στην Ξάνθη για να πάει τ' αποτελέσματα στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ.
Τι κάνατε δηλαδή; Υπήρχε ένα πάθος τότε!
Ναι. Ναι. Υπήρχε πάθος! Βέβαια υπήρχε πάθος! Εκείνος ο Παπανδρέου μάγευε τον κόσμο, εκείνος με τον λόγο του, και με το αυτό του, και με την παρουσία του. Μάγευε πραγματικά. Μάγος ήτανε! Εμένα με έχει μαγέψει και δεν μπορώ να τον ξεχάσω δηλαδή. Όχι εμένα. Και πολύ κόσμο. Πάρα πολύς κόσμος -ας πούμε- ήτανε τον θαύμαζε! Αφού, και ξένοι, στα ξένα κράτη που πήγαινε και μιλούσε και έκανε ο Παπανδρέου, τον παραδέχονταν όλοι οι ξένοι. Δεν ήτανε άιντε, άιντε όπως οι σημερινοί. Εκείνος ήτανε αρχηγός με πυγμή! Αυτά τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα, τα οποία έσωσαν τις μεσογειακές χώρες και την Ελλάδα, δικό του αυτό ήτανε! Δική του πρόταση ήτανε! Δική του μελέτη ήτανε! Και ήρθανε τότες με τα τσουβάλια ερχότανε τα λεφτά στην Ελλάδα. Τέτοιος ηγέτης δεν θα ξαναπεράσει! Όπως ήτανε ο Βενιζέλος. Το ίδιο πράγμα είναι κι αυτός. Κι ο Κώστας ο Καραμανλής -παρόλο ότι δεν τον ψήφισα ποτέ- τελευταία στάθηκε πολύ σωστά. Τελευταία στάθηκε πολύ σωστά! Αλλά, τότες υπήρχε εκείνο το αστυνομικό κράτος, υπήρχανε εκεί η σφιγγοφωλιά των βασιλιάδων που δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα. Και παρόλα αυτά, και παρόλα αυτά έκανε πάλι πολύ καλή δουλειά με την Βασίλισσα. Την είπε: «Τράβα στην κουζίνα σου εσύ!». Έτσι την είπε.
Θυμάστε να μου πείτε έτσι μια μεγάλη, μια έντονη στιγμή που είχατε ζήσει τότε με το ΠΑΣΟΚ;
Τι να σου πω τώρα, βρε κορίτσι μου! Εμείς τότε είχαμε... Παρόλα αυτά, παρόλα αυτά, εγώ στο ΠΑΣΟΚ που μπορούσα να κάνω, να βάλω τα παιδιά μου, να τακτοποιήσω τα παιδιά μου έβαλα πολλούς ξένους. Γιατί έτυχε να 'μαι και πρόεδρος των ταχυδρομικών υπαλλήλων. Κι έβαλα πολλά παιδιά, χωρίς να σκέφτομαι τους δικούς μου. Να μην λένε: «Να, εσύ γι' αυτό!» Κατάλαβες; Την κόρη μου μπορούσα να την τακτοποιήσω. Και είπα άσε να βάλουμε πρώτα αυτούς και μετά! Αλλά, ύστερα άλλαξαν τα πράγματα κι έτσι, μείναμε τώρα η κόρη μου έμεινε στο σούπερ μάρκετ. Αυτά!
Σας ευχαριστώ και πάλι!
Κι εγώ σ' ευχαριστώ! Και τον παππού σου να μην τον ξεχνάς. Γιατί, σε είπα ότι ήταν αξιόλογος άνθρωπος! Εγώ τον τιμούσα, τον εκτιμούσα πάρα, πάρα πολύ. Γιατί, σου λέω ότι δεν πείραξε άνθρωπο! Δεν πείραξε τίποτα, κανέναν! Ήτανε άνθρωπος ήσυχος, ήρεμος. Πράος! Είχε την ευαισθησία -ας πούμε- ήξερε από ανθρωπιά. Θυμάμαι μια φορά, με την γυναίκα μου ήρθαμε από την Ξάνθη, στην Σταυρούπολη. Και κατεβήκαμε εκεί στο αυτό. Δεν είχε με αυτόν να 'ρθουν να τα πάρω. Είπα να πάρω το ταξί ν' ανεβούμε με το ταξί. Και μας πήγε στο σπίτι κι η γιαγιά σου μας έκανε καφέ. Και το θυμάμαι! Και μπήκα μέσα και λέω, λέω την γυναίκα μου: «Τι ωραία πράγματα εδώ πέρα, τι στρωμένα, τι καθαρά πράγματα!» Ξέρεις ότι όταν μπαίνεις σ' ένα σπίτι ενθουσιάζεσαι όταν βλέπεις -ας πούμε- έναν τρόπο καλό, συμπεριφορά καλή. Κι όταν βλέπεις προπαντός την καθαριότητα που έχει. Και το κάθε πράγμα στην θέση του. Ενθουσιάζεσαι! Εγώ τουλάχιστον! Μ' έπιασε αυτή, ας πούμε. Και το 'λεγα στην γυναίκα μου. Κίτσα! Η Κίτσα! [01:10:00]
Λέμε, λοιπόν: «Θα δίγω σε, ένα λάχτα!» Τι σημαίνει; Σημαίνει: «Θα σε δώσω μια κλωτσιά!» Η λάχτα βγαίνει απ' το λακτίζω! Είναι καθαρό αρχαίο ελληνικό. Ερούξαν! Ερούξα! Από πού προέρχεται; Το έπεσα είναι! Απ' το ρούζω. Άλλα, ένα σωρό. Oποιαδήποτε λέξη και να πάρεις, ποντιακή, ψάχνοντας βρίσκεις την ρίζα του. Εγώ επήγα στο ποτάμι, ελούστα! Πήγα στο ποτάμι κι έκανα μπάνιο! Απ' το λούζομαι. Το επήγα στο ποτάμι, το καταλαβαίνεις αυτό το πράγμα. Ναι. «Ση Παναΐας το ποτάμ' -εννοούμε τον Πυξίτη- έρουξεν η κλειδίτσα μ'». Κλειδίτσα ποια είναι; Ο σουγιάς εκείνος, ο οποίος ανοιγοκλείνει. «Εκλίστα καν απ' αίρατο -κλίνω, έσκυψα δηλαδή να το πάρω- και κούιξα μανίτσα». Και φώναξα μανίτσα. Δηλαδή είδε το ποτάμι και τρόμαξε και φώναξε μανούλα!
Τι ωραία που είναι!
Σε λέω ότι όλες οι ποντιακές λέξεις, καθαρές ποντιακές λέξεις έχουνε την ρίζα τους. Εμείς λέμε: «Θα σε δώσω μια κλωτσιά!» Εμείς λέμε: «Θα δίγω σε ένα λάχτα!» Και είπαμε από πού προέρχεται. Απ' το λακτίζω! Ασχολήθηκα αρκετά με την ποντιακή. Εμείς εδώ απάνω φυσικά μιλούσαμε -παιδιά όντας- μιλούσαμε ποντιακά. Όταν πήγαμε στο σχολείο, μας απαγόρευαν να μιλάμε ποντιακά. Της Νίτσας της γιαγιάς, ο αδερφός, ο δάσκαλος είχε έναν γιο, Στέλιο. Μας απαγόρευε -που λες- να μιλάμε τα ποντιακά. Εγώ είμαι εδώ, ενώ το γειτονάκι μου εδώ πέρα, οι οποίοι ήμασταν συνήλικοι, πήγαμε στο σχολείο, πρώτη τάξη. Εκεί φοβηθήκαμε. Δεν ξέραμε καλά τα ελληνικά να μιλάμε, μιλούσαμε ποντιακά. Του δάσκαλου ο γιος, ο Στέλιος ο οποίος αργότερα έγινε γεωπόνος. Και ήταν στην Τράπεζα, την Αγροτική Τράπεζα ήταν επιμελητής. Μας άκουσε -που λες- ήρθε, μας πιάνει από το χέρι, έναν από δω, άλλον από κει να μας πάει στον δάσκαλο. «Ιιι, εεε!» βάλαμε τα κλάματα και τα λοιπά. Κι αυτός, μας λυπήθηκε φυσικά και μας κάνει: «Άτας!» Αντάς(έλα εδώ) δηλαδή! Συνονόματοι ήμασταν. «Άλλο μία κι έφταγ' το» Άλλη φορά δεν θα το κάνεις! Στα ποντιακά! Ναι. Ενώ, αυτός φύλαγε να πιάσει αυτούς που μιλούσανε ποντιακά. Ύστερα, λέει: «Άατας άλλο μία κι έφταγ'το!» Του το 'λεγα πάντα και το θυμότανε ο άνθρωπος. Ναι. Τι θα 'λεγες; Πες παιδί μου!
Όχι, για το σχολείο θα έλεγα. Αλλά, πείτε αυτό που πήγατε να ξεκινήσετε να λέτε.
Εδώ στο σχολείο πήγαμε μέχρι το '40. Τον Οκτώβριο του '40 πήγαμε να πάμε στο σχολείο. Πήγαμε στο σχολειό. Τότε γεννήθηκε και ο Κωνσταντίνος, ο Βασιλιάς. Μας έδωσαν και από ένα τετράδιο. Δώρο! Λόγω γεννήσεως του Βασιλιά. 28η Οκτωβρίου σταμάτησα. Μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος σταμάτησα. Δεν υπήρχανε σχολεία. Όλη η Κατοχή ήτανε. Η Σταυρούπολη είχε βουλγαρικό σχολείο. Εδώ δεν είχαμε σχολείο. Ήρθαμε την εποχή που απελευθερωθήκαμε. Και ήρθε εδώ το ΕΛΑΣ. Διόρισαν έναν δάσκαλο, και μια δασκάλα από δω απ' τους κατοίκους. Ένας που κάτι ήξερε ο άνθρωπος και τα λοιπά. Αλλά, μάθαμε καλά πραγματάκια από κείνους. Λοιπόν, άνοιξαν τα σχολεία, κανά, δυο, τρεις μήνες, μέχρι να 'ρθουν οι δασκάλοι αυτοί οι οποίοι ήταν διορισμένοι. Ένας ήτανε ο παππούς της, ο παππούς -ας πούμε- της γιαγιάς της αδερφός. Κι ένας άλλος, ο Νυφαδόπουλος. Καλοί δάσκαλοι! Καλοί δασκάλοι ! Ο Νυφαδόπουλος ήρθε από την Τραπεζούντα δάσκαλος. Και στην Τραπεζούντα, ο δάσκαλος ήτανε δάσκαλος! Σιδηρουργείο! Γιατί εκεί, έβγαζες το φροντιστήριο. Το φροντιστήριο ιδρύθηκε το 18...Χτίστηκε μάλλον, αυτό το καινούριο που πήγαμε το 1912. Ένα φροντιστήριο. Εκεί μέσα έμπαινες σε σιδηρουργείο! Δέρνανε πολύ άσχημα! Πάρα πολύ άσχημα! Είχαμε έναν κλητήρα εδώ, ο οποίος ήτανε από την αυτήνα. Από την Ίμερα. Η Ίμερα ήτανε μία περιοχή άγρια, ας πούμε. Πήγα και κει. Πήγα και στην Ίμερα, πήγα. Λοιπόν, πήγε στο σχολείο κι ο δάσκαλος του 'δωσε με τον χάρακα ένα εδώ στο κεφάλι. Και δω είχε μια λάκα. Εδώ ακριβώς. Από τότε, δεν ξανά πήγε στο σχολείο. Αλλά, ήτανε ένας κλητήρας, τι να σου πω! Και ήξερε να γράφει. Και έγραφε καλλιγραφικά έγραφε. Γιατί τότες, υπήρχε κι η καλλιγραφία. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει για την...Παίρναμε πένα καλλιγραφίας. Και όλο τα δημοτολόγια, όλα τα δημοτολόγια που υπήρχαν εδώ πέρα στο χωριό, γιατί υπήρχαν δύο. Το ένα γέμισε και ξανά έκανε κι αυτό. Με δικά του γράμματα είναι. Όλα τα ονόματα και των χωριανών. Και της κοινότητος, όχι των χωριανών μόνο. Λοιπόν, και σου λέω ότι ήταν πάρα πολύ αυστηροί. Αυτός ο Αβραμίδης έδειρε ένα παιδί εδώ παραδίπλα μας είναι κι ένα ακόμα. Και τα μαύρισε τα πόδια! Τα μαύρισε τα πόδια! Και πήγαν και οι γονείς να τον δείρουν τον δάσκαλο. Και μην το συζητάς! Ήταν πολύ αυστηρά τότες! Οι δάσκαλοι, άμα τον έβλεπες τον δάσκαλο...Πού να πας σε καφενείο! Να περάσεις από καφενείο και λοιπά, όπως σήμερα, μωρά μες στα καφενεία. Πολύ αυστηρά!
Εσείς είχατε κάποια τέτοια εμπειρία κακή με τον δάσκαλο;
Όχι δεν είχα με τον δάσκαλο κακή εμπειρία. Γιατί ο δάσκαλος...Ήμουνα ήρεμος. Δεν ήμουνα...Όταν έδερνε, έδερνε. Έδερνε, μην το συζητάς! Αλλά, εγώ δεν έχω φάει ξύλο! Ένα χαστούκι έφαγα μόνο εκεί. Και κείνο εγώ έφταιγα. Ψέματα τον είπα και το κατάλαβε. Και μ' έδωσε ένα χαστούκι. Αυτό μόνο θυμάμαι. Τίποτα άλλο στο σχολείο. Πάντα μ' έβαζε δέκα. Δέκα, άριστα. Αριστούχο με είχε. Ας μην ηξέραμε. Αλλά, ήμουνα από τα άλλα τα παιδιά, ήμουνα λίγο πιο αυτός. Γιατί, είχα ένα βιβλίο εγώ εδώ πέρα Άπασα Ύλη και διάβαζα. Και τα αυτά τα, όταν έβγαινε κι έλεγε την ιστορία ή την φυτολογία ή το ένα ή το άλλο, την φυσική και τα λοιπά. Ήμουνα, με το πρώτο που το 'λεγε, τα 'πιανα. Γιατί, τα είχα καλλιεργήσει εδώ, κατά την περίοδο της Κατοχής. Και με είχε σε καλή μοίρα. Δεν με έδειρε καμιά φορά εμένα. Αλλά, έναν πάλι συνομήλικο μου πω, πω πω! Τι πράγμα ήταν εκείνο, ρε παιδί μου! Πώς το 'κανε αυτός ο άνθρωπος; Κι ύστερα, έκλαιγε! Κι ύστερα έκλαιγε! Τον έβαλε κάτω, ανέβηκε απάνω και τον τσαλαπατούσε. Αλλά, έφταιγε και κείνος. Δύο αίθουσες είχε εδώ το σχολείο μας. Στο ένα έκανε μάθημα. Στο άλλο έβαζε επιμελητή να κρατάμε σιωπή. Να ασχολούμαστε -ας πούμε- με γραψίματα και με διαβάσματα και λοιπά. Κι έβαζε επιμελητή. Και να μην μιλάει κανένας για να μην ενοχλήσει -ας πούμε- τον δάσκαλο, κατά την διδασκαλία του. Αυτός μιλούσε! Και φωναχτά! Τον λέει ο επιμελητής: «Μην μιλάς! Ο δάσκαλος -λέει- θα μας μαλώσει!» Εξακολούθησε. Πήρε τον δάσκαλο: «Κύριε, ο Παρασκευάς μιλάει!» «Πάνε πες τονα να 'ρθει!», λέει. Ήρθε, το λέει: «Είπε ο δάσκαλος να πάμε!» Εκείνος, [01:20:00]τέντωσε τα πόδια του. Πάει δεύτερη φορά. Τον λέει: «Πήγαινε πες τονα να 'ρθει!» Έρχεται ξανά τον λέει. Τίποτα! Εξακολουθούσε όμως να μιλάει! Πάει τρίτη φορά. Του λέει ο δάσκαλος: «Πιάστε τον δυο, τρεις και φέρτε τον εδώ!» Και κει ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Τον έδειρε πολύ άσχημα! Τον έστειλε και στο σπίτι και τον είπε: «Δεν θα 'ρθεις στο σχολείο τρεις μέρες!» Και θυμάμαι ήρθε ο μπαμπάς του εκεί και στην αυλή μέσα πηγαινοερχόταν και τα λοιπά. Κι ύστερα τον δέχτηκε. Αλλά, δέρναν πολύ άσχημα σου λέω. Πάρα πολύ άσχημα. Σε βάζαν τώρα στο μπουντρούμι. Τα ποντίκια από δω, τα ποντίκια από κει. Εγώ δεν πήγα στο μπουντρούμι. Δεν μπήκα. Ένας μαθητής που δεν μάθαινε και που δεν έλεγε μάθημα, τον έβαζε στο μπουντρούμι κάτω! Έτσι είχανε συνηθίσει εκεί οι δάσκαλοι ήτανε το άλφα και το ωμέγα στο χωριό. Μιλάω για τον Πόντο!
Τα σχολεία πώς ήτανε; Τα σχολεία πώς ήτανε;
Μικτά ήτανε. Μικτά ήτανε. Αγόρια, κορίτσια μαζί.
Όλες οι τάξεις-
Όλες οι τάξεις. Ναι. Υπήρχαν δύο αίθουσες. Η μία ήταν από τη μία μέχρι την τρίτη. Και στην άλλη ήταν τετάρτη, πέμπτη και έκτη. Δίδασκε μια στην μία, ήταν δύο οι δάσκαλοι. Δίδασκε ο ένας τους μεγάλους -ας πούμε- κι ο άλλος δίδασκε τους μικρότερους. Ήταν...Μάθαινες γράμματα τότες. Τώρα, τίποτα δεν ξέρουν τα παιδιά. Τίποτα!
Από ποια άποψη το λέτε;
Δεν διδάσκονται. Παλιά, διδασκόνταν. Κοίταξε ήταν και δύσκολα. Ήταν πρώτη κλίση, δεύτερη κλίση, τρίτη κλήση, ρήματα ανώμαλα. Το ένα το άλλο. Αυτά σε κάνανε δηλαδή. Μόνο τα μαθηματικά ήτανε, ήτανε σωστά, ας πούμε. Τα άλλα ήτανε, η φιλολογία ήτανε πολύ δύσκολη. Η ιστορία εντάξει. Η ιστορία την διάβαζες, την μάθαινες. Αλλά, πρώτη κλίση, δεύτερη. Η αἴξ, τῆς αἰγός, τῷ αἰγί, τήν αἶγα, ὦ αἴξ. Και τα λοιπά. Το κατσίκι. Η αἴξ, τῆς αἰγός, τῷ αἰγί, τήν αἶγα, ὦ αἴξ. Τρίτη κλίση. Ο κόραξ. Του κόρακος. Και πήγαινε λέγοντας. Πρώτη κλίση. Δεύτερη κλίση. Τρίτη κλίση. Ο Λουκής ο Ακρίτας τα κατήργησε αυτά. Πρώτη, δεύτερη κλίση και τα λοιπά. Όλα τ' αρσενικά ήταν πρώτης κλίσης. Τα θηλυκά δευτέρας κλίσεως και τελείωσε. Τι την ήθελε την τρίτη κλίση εκεί πέρα. Σε μπερδεύει!
Μέχρι ποια τάξη πήγατε εσείς σχολείο τότε;
Εγώ εδώ; Εδώ τελείωσα το δημοτικό. Στο γυμνάσιο πήγα μέχρι πέμπτη γυμνασίου. Στην Ξάνθη πήγαμε. Από δω πήγαμε στην Ξάνθη. Δεν υπήρχε στην Σταυρούπολη, αν θυμάμαι καλά έγινε το '56. Ιδρύθηκε το γυμνάσιο της Σταυρούπολης. Ναι. Μέχρι το '55 πήγα εγώ. Όχι το '55, μέχρι το '50. Το '46 μέχρι το '50. Μετά, έχασε ο πατέρας μου το φως του. Δεν έβλεπε. Δέκα έξι χρόνια δεν έβλεπε. Και υποχρεώθηκαμε να 'ρθούμε στο χωριό.
Πώς το έχασε;
Είχε γλαύκωμα! Από το γλαύκωμα. Ναι, τότες δεν υπήρχανε...Αργότερα, πήρε χαμπάρι ότι...Αλλά, δεν γινόταν τίποτα. Τον πήγα στην Δράμα στο γιατρό, σ' έναν αξιόλογο γιατρό. Τσίπας ονομαζόμενος. Ο οποίος ήταν πολύ οφθαλμίατρος. Δηλαδή, όλος ο κόσμος και από Αθήνα ερχότανε. «Δεν γίνεται τίποτα!», λέει. Τον είχα έτσι αόμματο, μέχρι, μέχρι το '55. Όχι, συγγνώμη, μέχρι το '66... Απ' το '50 μέχρι το '66.
Μου είπατε ότι χάσατε και τον αδερφό σας.
Ο αδερφός μου ναι. Ήτανε στρατιώτης, ήτανε στην Σχολή Πολέμου εκπαιδευτής, είχε αρπάξει πλευρίτιδα κι από κει του γύρισε φυματίωση, αυτά. Ήταν στο νοσοκομείο αναπήρων πολέμου στην Αθήνα. Δεν μπόρεσαν. Κάνανε πειράματα πάνω του, αυτά. Εκείνα τα χρόνια, τι περιμένεις! Τι περιμένεις! Λεφτά δεν υπήρχανε πολλά να τον πάρεις από κει και να τον πας κάπου αλλού. Κι έτσι, πέθανε εκεί. Σαν στρατιώτης πέθανε δηλαδή. Αυτά κυρία...
Αυτά!
Το θυμάμαι τώρα. Όταν εδώ πέρα, στο σχολείο, γιατί όταν κάηκε το χωριό, τα παιδιά του που ήταν εδώ, ερχόταν σ' αυτό το σχολείο, στο δικό μας, εδώ. Κι ήρθε κι ο Στράτος. Ήρθε κι ο Στράτος εκεί πέρα και αναφέρθηκαν στο αυτό. Στο Κάψιμο του χωριού και τα λοιπά. Κι ο Στράτος, άρχισε ο δάσκαλος -δεν τους χώνευε καθόλου τους Βουλγάρους- ήταν ταταρομογγόλοι, γουρουνομύτηδες, τσαρουχάδες. Έτσι τους αποκαλούσε. Λοιπόν, και μόλις άρχισε ο Στράτος να κλαίει -ο θυμάμαι έτσι ακριβώς- ο λαιμός του εδώ, το κεφάλι του κι έκλαιγε. «Οι ταταρομογγόλοι! Οι τσαρουχάδες! Οι γουρουνομύτηδες!». Εγώ έλεγα τώρα, έλεγα τώρα τι τους έλεγε γουρουνομύτηδες; Τσαρουχάδες; Νόμιζα ότι ήταν, είχανε μεγάλη μύτη. Όταν για πρώτη φορά, ήταν περίπου τον Μάιο του '41, είδα Βούλγαρους στρατιώτες. Ήρθαν εδώ πέρα να πάρουν έναν να τον πάρουνε για ανακρίσεις, ξέρω 'γω κάτω στην Σταυρούπολη, δύο με τα όπλα. «Ρε γαμώτο -λέω- αυτοί δεν έχουνε μακριές μύτες. Σαν κι εμάς είναι οι άνθρωποι!» Ναι. Τσαρουχάδες εντάξει. Φορούσαν τσαρούχι. Θυμάμαι εδώ πέρα, που ήταν οι Βούλγαροι στο χωριό, ο ένας μάλιστα πέθανε δω και τον θάψαν εδώ στα μνήματα τα σημερινά που υπάρχουν εκεί. Λοιπόν, και ήρθαν αργότερα τα παιδιά του και πήραν τα κόκκαλα του. Ο Βασίλης. Βασίλη τον λέγαν και κείνον. Λοιπόν, και τσαρούχια φορούσαν αυτοί και τα είχαν ωραία. Είχαν και κάτι κετσέδες γύρω στα πόδια τους τον χειμώνα. Ελαφριά. Με σκοινιά δεμένα.
Τι είναι οι κετσέδες;
Κετσές είναι ένα είδος -πώς να σου πω- σαν υαλοβάμβακας. Πώς είναι ο υαλοβάμβακας; Αλλά, είναι από μαλλί. Από μαλλί. Τόσο πάχος έχουνε. Και τυλίγεται πολύ ωραία! Αυτό το έβαζαν για να κρατάνε ζεστά τα πόδια τους. Τσαρουχάδες! Γουρουνομύτηδες! Ταταρομογγόλοι!
Ταταρομογγόλοι γιατί;
Ταταρομογγολικής φυλής έλεγε ότι ήταν.
Α! Γι' αυτό!
Οι Βούλγαροι! Να φανταστείς εδώ, τόσο μίσος υπήρχε που υπήρχε ένα τραγούδι στο δημοτικό σχολείο, που έλεγε: «Βούλγαρο κι αν απαντήσω, θα του πάρω την ψυχή και το αίμα του θα πίνω όπως πίνω το κρασί». Στο σχολείο τα παιδιά το τραγουδούσανε. Να στο πω όπως το 'λεγε κιόλας; «Βούλγαρο κι αν απαντήσω, θα του πάρω την ψυχή και το αίμα του θα πίνω όπως πίνω το κρασί». Μέχρι πρότινος δηλαδή, πριν απ' τον Γεώργιο Παπανδρέου το '65 δεν περνούσε κουνούπι στην Βουλγαρία. Όταν τότες έγινε η πρώτη κρίση το '64 ο Γεώργιος ο Παπανδρέου, ο αυτός ο γέρος [01:30:00]της Δημοκρατίας που λέγανε, πήγε στην Βουλγαρία και αποκατέστησε τις ελληνικές σχέσεις. Κι από τότε, άρχισαν σιγά σιγά σιγά σιγά, να πηγαίνουν, να έρχονται το '71 ξέρω 'γω. Όταν έγιναν οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις Βουλγαρίας-Ελλάδος πήγαιναν κι έρχονταν. Αλλά, επί ΠΑΣΟΚ άνοιξαν τελείως. Δεν...Πήγαινες ελεύθερα! Δεν...Εγώ πήγα πάρα πολλές φορές στην Βουλγαρία. Την Βουλγαρία την ξέρω καλύτερα απ' την Ελλάδα. Όχι αυτήν. Τρόπος του λέγειν είναι. Αλλά, πήγα πάρα πολλές φορές στην Βουλγαρία. Ύστερα, τώρα με τα ΚΑΠΗ, με τα ΚΑΠΗ γυρίσαμε πολύ κόσμο. Τυχαίνει να 'μαι και πρόεδρος εδώ στο ΚΑΠΗ της Ξάνθης. Λοιπόν, και γυρίσαμε πάρα πολλά μέρη. Πάρα πολλά μέρη! Βουλγαρία. Ουγγαρία. Ιταλία. Κύπρο. Ιεροσόλυμα. Τσεχοσλοβακία. Αλλού πού πήγαμε; Τουρκία! Την Τουρκία την έχουμε αλωνίσει! Εκεί στα αρχαία και σ' αυτά. Πήγαμε πάρα πολλές...Γυρίσαμε πολύ κόσμο με το ΚΑΠΗ. Πάρα πολύ! Πολλά ταξίδια κάναμε! Στην Ουγγαρία πήγαμε. Κι εκεί στην Ουγγαρία πήγαμε στα περίφημα βιολιά. Εκεί που 'παίζαν τα βιολιά. Σου λέω γυρίσαμε πολύ, πάρα πολύ. Και πού δεν πήγαμε, στην Ελλάδα και πού δεν πήγαμε! Παντού! Τώρα μας έκλεισανε και μείναμε στα σπίτια μας.
Περνάει! Θα περάσει και τελείως!
Δεν περνάει γιατί και σήμερα απ' ό, τι άκουσα πάλι είναι στο φουλ. Στο φουλ είναι. Μακάρι να περάσει να ησυχάσουμε.