© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ιστορίες Ψαράδων του Αργολικού Κόλπου: Νίκος Λούμης

Κωδικός Ιστορίας
10423
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Νίκος Λούμης (Ν.Λ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/04/2022
Ερευνητής/τρια
Stavros Vlachos (S.V.)
S.V.:

[00:00:00]Λοιπόν, είναι Τρίτη 12 Απριλίου, βρισκόμαστε στο Πόρτο Χέλι, λέγομαι Βλάχος Σταύρος. Το όνομά σας; 

Ν.Λ.:

Λούμης Νικόλαος, του Χρήστου. 

S.V.:

Ωραία. Κύριε Νίκο, ευχαριστούμε για τη συνέντευξη. 

Ν.Λ.:

Να ’σαστε καλά, καλώς ήρθατε στο χωριό μας, το Πόρτο Χέλι, το όμορφο. 

S.V.:

Πείτε μου για σας κάποια πράγματα, πότε γεννηθήκατε, πού; 

Ν.Λ.:

Εγώ γεννήθηκα 22/10 του ’40. Πήγαμε στο δημοτικό. Αποκεί και πέρα, όλοι, Πόρτο Χέλι και Κοιλάδα, ήτανε ψαράδες. Και η Κοιλάδα και το Πόρτο Χέλι. Και με τους γονείς μας, είχα πέντε αδερφές εγώ και μοναχογιός. Ο πατέρας μου μ’ έβαλε στα σκαφάκια τότε. 

S.V.:

Είχε σκάφος, είχε καΐκι; 

Ν.Λ.:

Ναι. Και χρόνια κι αυτοί ψαράδες, αδερφές είχαμε, κάθισα μέχρι τα 17 μου χρόνια εδώ και στα 17, το 1957, ταξίδεψα στα βαπόρια. Εκάθισα… 

S.V.:

Δηλαδή πολύ μικρός μπήκατε στο ψάρεμα; Σε τι ηλικία; 

Ν.Λ.:

Από το καλοκαίρι 9 χρονών, μόλις τελείωνα το σχολείο, πήγαινα στο ψάρεμα με τον πατέρα. Λοιπόν, και συνέχισα. Μέχρι τα 17 μου χρόνια.  

S.V.:

Για πείτε μας λίγο πρώτα εδώ. Το Πόρτο Χέλι, μικρός εδώ, πώς το θυμάστε; Πώς ήτανε; 

Ν.Λ.:

Το Πόρτο Χέλι, δεν υπήρχε αυτός ο ντόκος που βλέπετε τώρα, ήτανε δηλαδή 70 μέτρα μέσα, ακούμπαγε η θάλασσα στα σπίτια τα παραλιακά. Όταν ερχόταν η πλημμάδα, που λέμε, το ανέβασμα του νερού, ορισμένα κάτω μαγαζιά εμπαίνανε μέσα στο… το νερό μέσα. Δεν είχε… Επί δικτακτορία, τότε, έγινε το μπάζωμα μέσα, που κάνανε να κάνουν αεροδρόμιο, το οποίο έμεινε, όλο αυτό το μπάζωμα έπεσε στο λιμάνι του Πορτοχελιού, στη θάλασσα. Και μπαζώθηκε και μετά βγαίναν τα μπλόκια, όλα αυτά. Και το γήπεδο που φτιάξαμε ήτανε επί δικτακτορίας. Τότε, φτιάξαν το γήπεδο απ’ τα μπάζια του αεροδρομίου που ξηλώνανε. Είχαν φέρει τις μπολντόζες τις D9 απ’ την Αμερική και τις μοντάρανε εδώ, στο Πόρτο Χέλι, καινούργια γίνανε.  

S.V.:

Είχε στόλο, καΐκια, μεγαλύτερο τότε το Πόρτο Χέλι εκείνα τα χρόνια; 

Ν.Λ.:

Είχε τρία τέσσερα σκάφη, ήτανε οι Κυριαζαίοι ονόματι, συγγενείς μου είναι, που ήτανε, κουβαλάγαν τα ψάρια αυτοί, γιατί ξεκινήσαμε από πολύ… από πολλά χρόνια, από το Πόρτο Χέλι κι απ’ την Κοιλάδα, το λεγόμενο ψάρεμα η τσέτα, που λέμε, η λεντισιά. 

S.V.:

Τι ήταν αυτό; 

Ν.Λ.:

Μαζευόντουσαν δύο, ήταν δύο σκάφη αλιευτικά μεγάλα, από γύρω στα 16-17 μέτρα, τότε, και δένανε τις βάρκες από πίσω και τις κουβαλάγανε στα νησιά. Και πηγαίναμε, κι εγώ πήγαινα από μικρό παιδί, από τις Σποράδες απάνω μέχρι τις… τα Εφτάνησα, Δωδεκάνησα, όλα τα νησιά, να πούμε. Και Κρήτη. Ήτανε πολλά τα ψάρια που πιάναμε. 

S.V.:

Τι ψάρια κυρίως βγάζατε τότε; 

Ν.Λ.:

Τότε, με τη λεντισιά, την τσέτα, πιάναμε πιο πολλά σκαθάρια, συναγρίδες, φαγκριά και τέτοια. Όταν λέμε ποσότητες, μια καλάδα, έβλεπες 7.000 οκάδες σκαθάρια. Στο Χταπόδι της Μυκόνου. Και σε πολλά άλλα μέρη. Το κάθε μέρος κάνει τα ψάρια του. Φαγκριά, συναγρίδες… Το χίλια εννιακόσα… πότε ήταν; Το 1952, ’53; Ψαρεύαμε στην Κρήτη. Και πιάναμε, είδαν τα ψάρια οι Κρητικοί, το οποίο είχαμε συναγρίδες πολλές και φαγκριά, κι αναστατωθήκανε. Και μας βάζανε με τα δίκανα απ’ έξω. 

S.V.:

Γιατί αναστατωθήκανε; 

Ν.Λ.:

Γιατί πιάναμε τα πολλά τα ψάρια και σου λέει, τώρα αυτοί… Να βλέπεις 5 τόνους συναγρίδες και φαγκριά; Καταλαβαίνεις, μια καλάδα, τι… σου λέει, θα τα πιάσουν όλα αυτοί.  

S.V.:

Και σας έριχναν; 

Ν.Λ.:

Και βάλανε τους βουλευτές τους τότε και πήγε Βασιλικό Διάταγμα και καταργήθηκε η τσέτα. Από τότε. Μέχρι σήμερα, αυτό το εργαλείο έχει κοπεί. Απαγορεύεται.  

S.V.:

Η τσέτα. 

Ν.Λ.:

Μέχρι τώρα. Ήτανε μεγάλες οι ποσότητες που πιάναμε. Πηγαίναμε από την Αμμουλιανή, Ψαθούρα, Σκάντζουρα, Κυραπαναγιές, αυτά, όλα, όλη την Εύβοια, Δωδεκάνησα, νησιά, τα πάντα όλα. Από Μήλο, από Φολέγανδρο, από τώρα… Αμοργό, να τώρα… όλα, όλα. Λοιπόν. Και καταλήγαμε και εδώ κάτου, όλο, η Τσακωνιά, που λέμε, Κάβο Μαλέας, τα Κύθηρα, Αντικύθηρα, κάτω, τα μέρη τα… όπως μου είπατε, είσαστε από κάτω απ’ τα… Γύθειο… Πηγαίναμε μέχρι τις, τα Εφτάνησα. Όλα τα μέρη.  

S.V.:

Εσείς μικρό παιδί, σας άρεσε το ψάρεμα; Σας ενθουσίαζε; 

Ν.Λ.:

Ναι, μου άρεσε. Μου άρεσε, μου άρεσε. Μου άρεσε και… αρκετά. Μου άρεσε. Ήμαστε και δυνατά παιδιά, τα οποία τραβάγαμε κουπί. 10-15 ώρες την ημέρα ήμουνα με κάτι άλλα παιδιά, μ’ έναν Ποδάρια που τον λέμε στην Κοιλάδα, φίλος, γερό παιδί κι αυτός, αλλά έχει πιαστεί τώρα, είναι κληρούχας μου. Φεύγαμε από δω και πηγαίναμε με τα κουπιά στην Τσακωνιά απέναντι, που ’ναι 15 μίλια. Και γυρνάγαμε. Πολλή δουλειά, 15 ώρες την ημέρα, τράβαγες κουπί. Και… 

S.V.:

Εδώ στο Πόρτο Χέλι υπήρχε φτώχεια; Πώς ήταν η κατάσταση; Ρεύμα, αυτά, είχατε; 

Ν.Λ.:

Όχι, ρεύμα δεν είχαμε, είχαμε στου κυρίου Αναγνώστου απάνου, τώρα εδώ που λέει για το «Πύργος της Έλλης», είχε ένα μοτέρ με μια μηχανή, μονοκύλινδρη, η οποία η μηχανή υπάρχει ακόμα και το μοτέρ, κι έδινε ρεύμα, μερικές λάμπες, κάτω στο χωριό, στην παραλία. Από τον πύργο. Αλλά ήτανε ιδιωτικό. Η κυρία, η Έλλη. Ο Δημήτρης ο Αναγνώστου. Έχει πεθάνει χρόνια τώρα. Πέθανε, νομίζω, το ’49. Το ’49 πέθανε. Η κυρία Αναγνώστου πέθανε το ογδόντα τόσα. Μεγάλοι ανθρώποι, η κυρία Αναγνώστου. Και τώρα είναι ο γιος, που είναι γιατρός, χειρούργος, έχει βγει στη σύνταξη, και η γυναίκα του είναι κι αυτή αιματολόγος. Είναι τώρα μεγάλος ο κύριος Αναγνώστου, είναι 92 χρονών. 

S.V.:

Μάλιστα. Άρα… 

Ν.Λ.:

Και η κυρία Λουτράδη, κι αυτή είναι πιο νέα γυναίκα, αλλά τους έχετε δει και στην τηλεόραση, γιατί έχουνε βγει πολλές φορές.  

S.V.:

Άρα ήταν φτωχά εδώ πέρα η ζωή ακόμα.  

Ν.Λ.:

Ναι, κοιτάχτε, όλες οι περιοχές, η Ελλάδα ήτανε φτωχιά. Τα νησιά ήταν ακόμα πιο φτωχά. Θυμάμαι που πηγαίναμε εκείνα τα χρόνια, το οποίο, όταν λέμε, ήτανε φτώχειες. Μεγάλες. Μεγάλες. Ήτανε πίσω όλα. Ε, ζούσες τότε με το μαγκάλι και με τα καρβουνάκια και με το άλφα το βήτα, γενικά. Υπάρχανε λίγα τα άτομα, οι νοικοκυραίοι, λίγοι, που δουλεύανε σ’ αυτούς. Ή στον ελαιώνα ή στα βαμπάκια, στα… ο κόσμος. Όσοι είχανε τα χτήματα… δεν ήτανε οι πλούσιοι, μη νομίζετε ότι ήτανε οι πλούσιοι, εκτός από ελάχιστους. Γιατί δεν είχε μεγάλη… η Ελλάδα ήτανε πίσω. Είχε μείνει πολλά χρόνια πίσω με τους πολέμους, μ’ όλα αυτά, είχαμε δει στοιχεία. Αλλά είχαμε και μια ωραία ζωή, το οποίο είχαμε το καλό φαγητό, το γνήσιο, που λέμε, δεν είχαμε τη ντομάτα χρονικώς, την είχαμε στην εποχή του. Το οποίο μοσχοβολούσε. Και το πεπόνι και το… όλα, ό,τι έτρωγες ήτανε γνήσιο. Κι αυτό μας βάσταγε. Μας βάσταγαν τα ψάρια τα καλά που είχαμε, μας βάσταγε το τυράκι που ήτανε γνήσιο, όλα αυτά ήτανε καλό, και το ψωμάκι μας. Περάσαμε ωραία. Εγώ είμαι σούπερ σούπερ ευχαριστημένος.  

S.V.:

Από τα χρόνια εκείνα; Τα θυμάστε ακόμα. 

Ν.Λ.:

Από τα χρόνια εκείνα. Όλα τα θυμάμαι. Δούλεψα πολύ, δουλεύω μέχρι σήμερα. Μ’ αρέσει, μ’ αρέσει, γιατί δεν μπορώ να καθίσω, θα βγω και έξω κάθε μέρα, μπορώ να βγω κάθε μέρα έξω. Και νύχτα και… γενικά.  

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

Αλλά δεν μπορώ να πω ότι τώρα… εξέλιξη, ναι. Εξέλιξη ναι. Αλλά τότε είχαμε μεγαλύτερη αγάπη. Πολύ, δεμένοι, οικογένειες, κουμπάροι, άλφα βήτα, σεβασμός. Που λείπει τώρα λίγο, λείπει. Οι παλιοί ξέρετε τι λέγανε; Λέει: «Η εξέλιξη φέρνει και την καταστροφή». Γιατί; Γίνεται μεγάλη η μπίζινα. Το οποίο, μένεις πολύς κόσμος πίσω. Μην ξεχνάτε ότι ανθρώποι τώρα –στενοχωρεύομαι και που το σκέφτομαι– η αδερφή μου, τώρα εδώ δίπλα είναι, επαίρναν 600 ευρώ και τώρα παίρνει –έχει πεθάνει κι ο άντρας της, ο γαμπρός μου– και παίρνει 84 ευρώ από το ΟΓΑ και τη σύνταξή της, του ΝΑΤ, 130. 210 ευρώ. Να πάει να ζήσει μια γυναίκα, το οποία είναι τώρα 90 χρονών, αποκεί ήπια τον καφέ τώρα, που ’ρθα εδώ, με 210 ευρώ. Σκεφτείτε αν είναι τότε με το τώρα. Γιατί τότε δεν είχαμε ούτε ΕΝΦΙΑ ούτε εφορία ούτε άλφα ούτε βήτα ούτε δήλωση.  

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

Και περνάγαμε πολύ καλύτερα. Για μένανε, που έχω ζήσει και αυτή την κατάσταση και την τότε. 

S.V.:

Ωραία. Άρα εσείς τότε, παιδί, αγαπήσατε τη θάλασσα, έφηβος, και αποφασίσατε να μείνετε στη θάλασσα και να συνεχίσετε; 

Ν.Λ.:

Ναι. Αποφάσισα, εφόσον πήγα στα βαπόρια, γιατί είχα πέντε αδερφές, κι έπρεπε τότε, τα αδέρφια έπρεπε να βοηθήσουνε τα κορίτσια. Έπρεπε να τους δώσεις προίκα, να τους φτιάξεις ένα σπίτι. Στα 25 μου χρόνια είχα φτιάξει τρία σπίτια. Τα σπίτια όμως δεν τα ’φτιαξα από το ψάρεμα, που ήμουνα, τα ’φτιαξα όταν πήγα στα βαπόρια.  

S.V.:

Σε τι βαπόρια πήγατε;  

Ν.Λ.:

Πήγα σε γκαζάδικα και σε φορτηγά. Ναι. Κάθισα 11 χρόνια κι αυτά. Και μόλις παντρεύτηκα, τα παράτησα. Έμεινα έξω.  

S.V.:

Εδώ παντρευτήκατε; 

Ν.Λ.:

Εδώ, ναι. Έφτιαξα το… Παντρεύτηκα στο Κρανίδι, έχω πάρει, η γυναίκα μου είναι Κρανιδιώτισσα, η κυρα-Δήμητρα. Και έφτιαξα τα αλιευτικά και πήγα και στα κότερα, συνέχεια το καλοκαίρι [00:10:00]δούλευα στα κότερα, καπετάνιος, και όλο τον υπόλοιπο χρόνο έμπαινα μέσα στα ψαράδικα. Πήραμε λεφτά, είχε ψάρια πολλά περισσότερα, έχουνε βγει πολλά ψάρια. 

S.V.:

Τι ψαράδικα είχατε φτιάξει τότε εσείς;  

Ν.Λ.:

Τα ψάρια που έπιανα εγώ ήτανε γενικά όλα. Όταν δούλευα δίχτυα, δούλευα τους ξιφιούς, δούλευα τούνες, αλλά τα δίχτυα που δουλεύαμε, πιάναμε συναγρίδες, αστακούς πολλούς, σκουρπίνες πολλές, οι οποίες, τα σκουρπιά έχουνε πολύ χαθεί μέχρι σήμερα. Καλά, η γόπα και το σαυρίδι και το σούρος, που λέμε, σαμπανιός και τέτοια ήτανε πολύς ο όγκος. Πιστεύω όμως ότι δεν πιάνεται το ψάρι από τα αλιευτικά, πιστεύω ότι έχει γίνει –εγώ– πιστεύω ότι έχει γίνει μόλυνση περιβάλλοντος.  

S.V.:

Μας το εξηγείτε αυτό; Τι έχετε δει δηλαδή, τι έχει γίνει; 

Ν.Λ.:

Τι έχω δει. Όταν γύρναγα όλα τα νησιά εγώ, όταν γύρναγα όλα τα νησιά, ήξερα τι ψάρια κάνει το κάθε νησί, καταρχάς. Ήξερα, θα πάει εκεί, θα πιάσω λίγο γόπα, εκεί θα πιάσω αυτό, θα πιάσω… όλα τα ψάρια. Ήξερα τους τόπους, όλους. Αυτόματα όμως, για ένα και για δύο χρόνια, δεν μπορεί να χαθεί αυτό το αφρόψαρο, που λέμε, ο όγκος, που ήτανε χιλιάδες τόνοι. Για τόνοι. Για πολλούς. Έχω βάλει σε καλάδα 100 τόνους. Για ένα, για ένα φίλο μου, μία που λέγεται, ο Κολομάλης που τον λέμε, Βασιλής Νίκος, καλός, είναι ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, τον έχω πάει σ’ ένα νησί στην Πέτρα, στην Παραπόλα, κοντά στη Φαλκονέρα, εκεί στην Παραπόλα, το οποίο βάλαμε καλάδα, και αυτός το άλλο, γριγρί είχε κι αυτός, καλός ψαράς, 100 τόνους. Μέχρι που ανοίξαμε το… μπήκε στο πισινό, άνοιξε το σάκο, για να φύγουν, γιατί δε γινότανε, όγκος ολόκληρος. Αυτό όμως σε κάνα δύο τρία χρόνια εξαφανιστήκαν τα ψάρια. Εξαφανιστήκαν τα ψάρια αυτά. Γιατί; Εγώ θυμάμαι ότι γυρνάγανε κάνα δύο βαπόρια μ’ αυτά τα απόβλητα που είχανε, τα πυρηνικά, μέσα που… και δεν τα αφήναν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Ιταλοί ούτε οι Έλληνες να τα πάρουνε, να πάνε πού θα τα πάνε. Να τα επεξεργαστούνε. Αυτοί κάπου τα αφήσανε. Κάπου τα αφήσανε. Πήγαινα κι έκανα μια καλάδα κι έπιανα 200 τελάρα. Όταν λέμε τελάρα, όχι τα σημερινά, ήταν 30-40 κιλά το καθένα. Τι σαρδέλα, τι σαμπανιό, τι… Δεν υπάρχει τίποτα. Πολύ ελάχιστο πράμα. Η γόπα, όπου να πήγαινες ήταν γόπα. Τώρα χαθήκανε. Είναι πολύ ελάχιστα. Ρίξαμε την άλλη φορά 50 τσούλια δίχτυα και πιάσαμε δύο γόπες.  

S.V.:

Εδώ κοντά, στον Αργολικό; 

Ν.Λ.:

Εδώ κοντά, ναι. Ναι. Αποκεί και πέρα καταλαβαίνετε πόσο αυτό. Και τότε παρακάλαγα να μην πιάσω πολύ ψάρι, γιατί ποιος θα το ξεψαρίσει; Είχα 5 άτομα στο σκάφος και δεν προλαβαίναμε απ’ το ξεψάρισμα. Γιατί τύχαινε απ’ το πρωί μέχρι τη νύχτα να ξεψαρίζουμε. Και τώρα έχουνε βγει, αστακοί έχουνε βγει, σκουρπίνες, έχουνε βγει, αυτό που υπάρχει για μένανε είναι συναγρίδες, σφύρνες, μελανούρια, σάλπες, αυτά τα ψάρια υπάρχουν.  

S.V.:

Αυτά υπάρχουν. 

Ν.Λ.:

Υπάρχουν. Ορισμένα ψάρια, σκουρπίνες, αυτά, δράκαινες… Πήγαινα στη Φαλκονέρα κι έπιανα σε 2 μέρες, 50, από 40 μέχρι 60 κιλά δράκαινες. Τώρα θα πιάσεις 5 κιλά. Διαφορές μεγάλες. Αυτά βγήκανε τα ψάρια. Γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχανε τα εργαλεία που έχουμε τώρα. Έχουνε κάνει και… έχει γίνει απ’ την αλιεία καταστροφή. Μεγάλη. Γιατί; 

S.V.:

Με ποιο τρόπο; 

Ν.Λ.:

Γιατί. Τη στιγμή που μου επιτρέπει και παίρνω το δίχτυ 16 και 18 χιλιοστά και 14 και 17 και 20, είναι, είναι θάνατος. Αυτό έπρεπε να καταργηθεί. Τουλάχιστον πάνω από 22 χιλιοστά δίχτυα. Και να σας πω και το πώς δουλεύει το κράτος μας. Παίρνεις κρυσταλλιζέ δίχτυ, που μπορώ να σας το δείξω, να το δείτε κει πέρα στο… εκεί, είναι εκεί, το παίρνω, το αγοράζω, με απαλλάσσει απ’ το ΦΠΑ, κι άμα με πιάσει το λιμεναρχείο, το απαγορεύει. Πώς το κάνεις εισαγωγή και γιατί με απαλλάσσεις και το ΦΠΑ; Αυτό είναι σωστό; Εγώ το λέω σαν ναυτικός, σαν ψαράς. Δεν πρέπει. Γιατί μου το δίνεις; Το πλέρωσα. Και μα… έχασε και το κράτος το ΦΠΑ, με απαλλαγή, σαν ψαράς. Κι έρχεται το λιμεναρχείο για να με γράψει. Δηλαδή απ’ τη μία μεριά έτσι… Γιατί το φέρνει εισαγωγή; Γιατί το φέρνεις εισαγωγή, αφού απαγορεύεται εδώ η 14 χιλιοστά κι αυτά και δεν το απαγορεύεις να ’ρθει εισαγωγή; Όλα αυτά, δεν έχει δουλέψει το κράτος μας σωστά μέχρι σήμερα. Μέχρι σήμερα. Δυστυχώς. Και είναι άσχημο, άσχημο, σπάσαμε όλα τα σκάφη μας. Ένα τ’ άλλο, ένα πιο μικρό, 14 μέτρα, καλά σκάφη όμως, πολύ καλά, στην Κοιλάδα, στον Μπασιμακόπουλο τα ’χω φτιάξει. Πολύ καλά σκάφη. Λοιπόν, και λέει, απαγορεύεται να έχεις ένα αλιευτικό σκάφος παράκτια αλιείας, να μην έχεις μηχανή πάνω από 150 ίππους. Και σας ρωτώ. Τα ’χω πει εγώ, και σε… στον Σπαντιδέα, που πήγαινε για βουλευτής εδώ, τους λέω: «Δεν έχετε φωνή. Το σκάφος, αυτό που έχω παραγγείλει εγώ, είναι 24 τόνους. Το άλλο στα ίδια μέτρα είναι 8 τόνους. Τι μηχανή θέλει το ένα; 150; Αφού το ένα είναι δύο φορές πιο πολύ σε βάρος από το άλλο. Και πώς θα πάω στη Μήλο; Να κάνω 20 ώρες να πάω;»  Η γυναίκα του ήταν στην Εποπτεία Αλιείας, η κυρία Βασιλείου. Και του λέω: «Πώς θα τρέξει το σκάφος μου να πάω σε μακρινά μέρη, που πάω εγώ, Δωδεκάνησα και τέτοια, με την ίδια μηχανή που έχει ένα άλλο σκάφος, στα μέτρα τα ίδια, αλλά είναι ελαφρύ, άλλη κατασκευή το ένα, άλλη τ’ άλλο. Αναλόγως πού ταξιδεύεις». Μου λέει: «Για το πετρέλαιο». «Ωραία. Δώσε μου το πετρέλαιο –σε τραντζίτ, που μου το δίνεις– στους 150 ίππους και το υπόλοιπο, που εγώ μπορώ να το παίρνω ελεύθερο. Άσε μου όμως να βάλω μεγαλύτερη μηχανή». Και κόβουνε τιμολόγια, που είναι 220 άλογα η μηχανή τους, και κόβουν 150. Δηλαδή πάλι κοροϊδευόμαστε. Αλλά οι παραβάσεις… ξέρω ότι είμαι παραβάτης. Παράνομος. Αλλά δε φταίω όμως. Δε μου… δε μου δίνεις τη δυνατότητα να δουλέψω. Αυτό, δεν προχωράει ένα κράτος. Το κράτος, η πολιτεία μας, όταν λέει δημότης, είναι ο δημότης, ο άνθρωπος, ο Νίκος. Δεν είναι τίποτε αόρατοι. Άμα δε με βοηθήσεις, ποιος θα με βοηθήσει; Η πολιτεία, αυτή που λέγεται κυβέρνηση. Πιστεύω, πιστεύω ότι… το να είναι εσκεμμένα, όχι. Νομίζω ότι έχουνε και άγνοια για ορισμένα πράματα. Έχουνε, για μένανε, έχουνε άγνοια. Είμαστε τόσα χρόνια στις δουλειές, σεβόμαστε, και πρέπει να σεβόμαστε και την ανωτερότητα και τον πρωθυπουργό μας και τον υπουργό μας, όλους να τους σεβόμαστε. Πρέπει. Γιατί χωρίς σέβας δεν προχωράς. Αλλά πρέπει να κάνουμε και διάλογο. Να ρωτήσουμε. Να ρωτήσουμε και τον ψαρά και τον κηπουρό και τον άλφα ή βήτα. Δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα. Δε νομίζω ότι άμα αφαιρέσεις στους σεισμολόγους, τους σεισμολόγους, τα όργανα, ότι θα δούνε το σεισμό. Ο ψαράς θα το δει. Θα το δει και πολύ τοις εκατό απάνου, ο ψαράς. Ειδικά άμα έχεις ψαρέψει σ’ όλες τις δουλειές και ειδικά αυτός που ψαρεύει γυαλί. Θα δει τους σεισμούς και τις καιρικές συνθήκες, όλα. Παρακολουθούμε πρώτα πρώτα, γιατί δεν είχαμε ούτε ράδια ούτε GPS ούτε VHF ούτε τίποτα. Είχαμε μόνο το μάτι, να βλέπουμε το φεγγάρι, να βλέπουμε τον ήλιο, να βλέπουμε τ’ άστρο, να βλέπουμε τα πάντα. Ο σεισμός φαίνεται 100% απ’ τον ψαρά. 100%. Το οποίο δεν πιστεύω να το βλέπουνε. Τους σέβομαι, γιατί πρέπει να ’χεις τις γνώσεις, να διαβάσεις, να κάνεις, αλλά έλα που και οι παλιοί είχανε που έβγαινε στο τάδε νησάκι ένα συννεφάκι και σε 5 λεφτά το έβγαζε και λέγανε: «Το γνέθει». Και σηκωνόμαστε και φεύγαμε απ’ το νησί, γιατί θα ’βαζε τον αέρα. Γιατί δεν είχαμε ούτε τις μηχανές, τα αυτά, πήγαμε με τα κουπιά, με τα πανιά, με άλφα το βήτα. Ήτανε κίνδυνος θάνατος. Λοιπόν, οι επιστήμονες, οι επιστήμονες πρέπει να ρωτάνε κι αυτόνε που εργάζεται σε… στον τομέα του. Το θαλασσινό; Τον ψαρά. Τον κηπουρό για τα… αυτά. Και τον αγρότη για το άλλο το συγκεκριμένο, για την ελιά. Δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα. Γι’ αυτό και ο γεωπόνος πάει και σπουδάζει και παίρνει αποδώ κι αποκεί τις… Συμπλήρωμα κάνεις. Κάνεις διασταύρωση γνώσεων. Χρειάζεται ο επιστήμονας, ο διαβασμένος, χρειάζεται όμως και ο αδιάβαστος, αλλά απ’ την εμπειρία του. Παίρνεις, το βαστάς, ό,τι είναι, το πετάς. Κάτι θα πάρεις πάντως. Άμα σας πάω κάτω και σας δείξω το λιμάνι εδώ, θα καταλάβετε, πρέπει να σας πάρω μια ημέρα τηλέφωνο να σας πω ότι θα κάνει σεισμό. Τώρα, που έκανε το σεισμό στη… Δεν έκανε τώρα στη Ζάκυνθο; Τώρα; Να σε πάω σε πέντε ανθρώπους. Τους λέω: «Κοίτα, αυτές τις μέρες θα κάνει σεισμό». Άμα δείτε τι κάνει η θάλασσα… Δεν τα ’χετε δει, δεν τα ’χουνε δει και πολλοί. Όταν ψαρεύεις γυαλί, όταν είναι να κάνει σεισμό, βράζει από κάτω και βγάζει μπουρμπουλήθρες. Βράζει. 

[00:20:00]

S.V.:

Ναι.  

Ν.Λ.:

Άμα είσαι καλός στο μάτι κι αυτά, τα βλέπεις. Να ’χεις χρόνια και να ’χεις ψαρέψει. Εδώ κάτω είχαμε πολύ φύκιο. Όταν ήταν να κάνει σεισμό πολύ, εκοβόταν το φύκιο κι έβγαινε με τη ριζούλα πάνω, αντίθετο. Έβγαινε, κοβότανε κι έβγαινε φούσκα. Και τα νερά μπαινοβγαίνουνε. Αυτόματα, πολύ γρήγορα. Ανάγαλα κάνει. Όλα αυτά είναι σημάδια, τα οποία δεν χάνεις με τίποτε. Όλους τους σεισμούς τους έχουμε δει. Όλους. Όλους τους σεισμούς, φαίνονται. Τα ψάρια; Αν δείτε η καλογρίτσα, που λέμε, η μαύρη, αυτό το… το ξέρετε το… ε; Είναι στις πετρούλες, κάθεται και… Όταν είναι να γίνει παλιόκαιρος, τέτοιο, θεομηνίες και σεισμό, τρέχει 50 μέτρα κατά κείθε κι επιστρέφει. Ουουου… δεξιά αριστερά, δεξιά αριστερά, δεξιά… Και μαζί και ο αθερινός, αυτός, το σουβλί, που λέμε. Να τα βλέπεις στο γυαλί. 

S.V.:

Από την εμπειρία σας τι άλλο έχετε καταλάβει για τη θάλασσα, πώς έχει αλλάξει αλλιώς;  

Ν.Λ.:

Κοίταξε να δεις, είναι… η αλίευση έχει γίνει μεγάλη. Εντάξει; Τα ψάρια τα… ειδικά τα χοντρά, τα χοντρά, τα μαγιάτικα, παραδείγματος χάρη, με τα μηχανήματα που έχουμε τώρα, καλά αλλά καταστροφικά. Γιατί; Την ώρα που το μηχάνημά μας χτυπάει μπροστά, στο σκάφος μας, στα 500 μέτρα, στα 1.000, στα 100, ανάλογα στο όργανο που έχεις, βλέπεις τα μαγιάτικα. Τα δίχτυα μας είναι τεράστια μεγάλα, εφτακόσες οργιές, οχτακόσες, χίλιες. Σε άλτο, 100, 200, 300 μέτρα. Αυτό τον κύκλο που κάνεις, το βάζεις μέσα το ψάρι. Ναι, αλλά ένα μαγιάτικο που είναι 30 και 50 κιλά δεν γίνεται σ’ ένα χρόνο. Αυτά τα ψάρια, που έχουνε βγει το 80%, πιστεύω, είναι από τα όργανα που έχουμε και την υπεραλιεία. Αυτά δεν είναι από μόλυνση, όπως λέμε για το αφρόψαρο, είναι από την αλίευση.

Ν.Λ.:

Τα πήραμε. Θα περάσουνε πολλά χρόνια τώρα για να δούμε, αν δεν κάνουμε κάτι, γενικά. Είναι πολύ μεγάλη η ζημιά που έχει γίνει.  

S.V.:

Είναι μεγάλη, πιστεύετε.  

Ν.Λ.:

Είναι μεγάλη, μεγάλη, πάρα πολύ μεγάλη. Τώρα, όσο για τ’ άλλα τα ψάρια, συναγρίδες και τέτοια και σάλπες κι αυτά, όπως σας είπα, πολλαπλασιάζονται πολύ. Πάρα πολύ. Δε θα ακούσω κανένανε, εγωιστικά θα το πω, έχω μεγάλη εμπειρία, που έχω δει τα ψάρια, ορισμένα ψάρια δεν τελειώνουνε. Από αλίευμα. Δεν τελειώνουνε. 

S.V.:

Όπως; 

Ν.Λ.:

Γιατί; Όπως τα μελανούρια. Είναι εποχές και χρονιές. Βλέπεις τη μία χρονιά να έχει σάλπες σωρό και την άλλη χρονιά να μην έχει. Κι εφόσον δεν έχει, λέει, βγήκανε. Ε, την άλλη χρονιά γιατί έχει παραπάνω; Είναι οι χρονιές. Όπως και οι μπακαλιάροι, που έρχονται, στο πελάγιο, αυτά εκείνα, είναι χρονιές καλές, είναι και χρονιές άσκημες. Όλα αυτά είναι… Ο ψαράς έχει πολλά προβλήματα με τις ζημιές. Όπως ξέρετε, βλέπετε πόσο πιο εύκολα παίρνουν οι αγρότες, και καλά να τα παίρνουνε, τα πορτοκάλια τους, το άλφα, το βήτα, όχι σε βαθμό μεγάλο, αλλά… σε νούμερο μεγάλο. Ο ψαράς… λέει: «Προστατεύουμε τα δελφίνια». Να τα προστατεύσουμε και τα αγαπάμε. Και τις φώκιες, και τις φώκιες. Και τις χελώνες, και τις χελώνες. Και την καρέτα-καρέτα. Εμένανε, που έχω πάει, αφού έχω φύγει από δω κι έχω πάει στη Φαλκονέρα, έχω ρίξει 4 χιλιόμετρα δίχτυα, 5, καινούργια, ολοκαίνουργια μιλάμε, παιδιά, και τα πήρα, τα ’ριξα στη 01:00 τα μεσάνυχτα, το πρωί τα σήκωσα, δεν πήρα ούτε ένα μπαρμπούνι και τα ξήλωσα, μανωμένα όλα.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Ποιος με πλήρωσε εμένανε; Να προστατέψω τα δελφίνια. Να τα προστατέψω. Έχω κάνει ένα έγγραφο μια φορά κι έχω βάλει καμιά σαρανταριά βάρκες εδώ πέρα, 400 οργιές, 500, έβαλα λίγα από τη ζημιά που έχουμε κάνει. Από το υπουργείο κι αυτά απάντηση δεν πήρα, την Εποπτεία Αλιείας. Απάντηση δεν πήρα. Γιατί είχα φτιάξει τους συνεταιρισμούς και τους συλλόγους εγώ. Λοιπόν, απάντηση δεν πήρα. Όταν ένας εργάτης, ένας καπετάνιος στο ψαράδικό του, έχει δώσει αυτά που έχει δώσει, καταλαβαίνετε ότι δεν έχει τη δυνατότητα μετά να τα ξαναφτιάξει. Και θα πάει να πάρει τώρα δάνειο κι αυτά και πολλές φορές δε δίνουνε και δάνειο. Κι έρχεσαι πίσω πολύ. Γι’ αυτό ορισμένοι ανθρώποι έχουνε υποφέρει, γιατί ήτανε, ε, άλλοι πιο φτωχοί, άλλοι πιο… αναλόγως, καταλάβατε; Ανάλογα την αξία. Κι έχουνε υποφέρει. Και προσπαθούνε με 5 διχτάκια να βγάλουνε τα μεροκάματα. Γιατί το μεροκάματο, σας λέω, ελάτε να πάμε να ρίξουμε δίχτυα μαζί, τώρα, και θα δείτε τι θα φέρουμε.  

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

Είναι πολύ μεγάλη η ζημιά. Να πληρώσουμε τα πετρέλαια, τα λάδια, σκάφη, τέτοια όλα, εφορία, δηλώσεις, δε γίνεται. Με βλέπετε; Από το πρωί μέχρι το βράδυ, άμα δεν τα φτιάξω, να πάει ο γιος μου κι αυτά, ξέχασέ το. Ξέχασέ το. Να. 

S.V.:

Κι αυτοί… Ναι. 

Ν.Λ.:

Ζημιά. Βλέπετε εδώ; Κοιτάτε. Αυτά είναι καινούργια. Ζημιά, κοίτα. Θέλεις ημέρες να τα φτιάξεις. Δε θέλεις μία ώρα. Δε θέλεις μία ώρα. Κι ερχόμαστε πολύ δύσκολα. Πολύ δύσκολα, γενικά.  

S.V.:

Κι αυτή η αλλαγή συντελέστηκε σταδιακά; Έγινε ξαφνικά; Αν το συγκρίνετε με τα παλιά, πώς έγινε αυτή η αλλαγή; 

Ν.Λ.:

Έγινε… Εγώ σας είπα για τα αφρόψαρα, έδινε, έγινε αυτόματα. Μέσα σ’ ένα δύο χρόνια έγινε η καταστροφή στο αφρόψαρο. Είχε, είχαμε πολύ αφρόψαρο. Το οποίο πάντοτε δουλεύανε, και γριγρί και άλλα, πάντοτε δουλεύανε. Το ψάρι ήτανε, ερχότανε σαν σύννεφα. Τώρα στα μέρη που ξέρω εγώ, που ξέρω όλη την Ελλάδα, δεν υπάρχει. Και δεν υπάρχει σαμπανιός, σούρος, ασπροσαύριδο, κολιός, ουρτινάκια… έχουν εξαφανιστεί. Πολύ ελάχιστοι, πολύ ελάχιστα πράματα. Φρίσσα, σαρδέλα, τριχιός, παπαλίνα… Είναι πολλά αυτά, όλα αυτά, είναι πολύ ελάχιστα. Έναντι εκείνα τα χρόνια. Κι εκείνα τα χρόνια είχαμε αλιευτικά. Δεν τα πιάσαμε. Η μαρίδα ένα χρόνο ζει. Θα αφήσει το αβγό της, θα γίνει κοπαδιαστό, θα πάει σε σημεία, όπως εδώ κοντά στα μέρη τα δικά μας πάει πίσω απ’ τις Σπέτσες, στους Αγίους Αναργύρους, σωρό. Και κάθεται ακίνητη εκεί, μέχρι που της φεύγει όλο το κρέας της και μένει λεπίδα. Από σας… πώς να το πω, όπως το λένε; Γαμιάς. Κι άμα πέσει στα δίχτυα, σου βγαίνει, τι να σου πω, η πίστη για να το ξεψαρίσεις. Γιατί είναι μεγάλη η ποσότητα και, επειδής που είναι κόκαλο σκέτο, είναι δύσκολο. Θα ψοφήσει. Οπότε δεν την πιάσαμε. Είναι μόλυνση, για μένανε, περιβάλλοντος. Δεν το πιάσαμε το ψάρι.  

S.V.:

Βλέπετε και μόλυνση άλλου είδους, πλαστικά, φελιζόλ, τέτοια, να επιπλέουνε; 

Ν.Λ.:

Κοιτάξτε να δείτε… 

S.V.:

Ή στο βυθό κάτω, πιάνετε;… 

Ν.Λ.:

Υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει πολύ το πλαστικό, που δε λιώνει, ειδικά άμα είναι μέσα στο νερό, δε λιώνει με τίποτε. Να σας δείξω το σκοινί που… αυτό εδώ, το σκοινί, δεν κάνει μόλυνση αυτό, είναι 50 χρόνια.  

S.V.:

Ναι, ε; 

Ν.Λ.:

Αυτά τα σκοινιά είναι 50 χρόνια. Τώρα… 

S.V.:

Απλά μη μετακινηθείτε πολύ. 

Ν.Λ.:

Ναι, ναι, ναι. Δώσε μου αυτό το μπλε, αυτό, το μπλε. Αυτό το σκοινί δεν υπάρχει. Αυτά τα σκοινιά πέτα τα. Είναι τζάπαν, αυτό το σκοινί είναι το τελευταίο… να το, να το, το άσπρο, το βλέπετε; 

S.V.:

Ναι, ναι. 

Ν.Λ.:

Αυτό το σκοινί είναι 50 χρόνια.  

S.V.:

Ναι, ε; 

Ν.Λ.:

Αυτό το σκοινί, που είναι 50 χρόνια. Γιαπωνέζικο. Τα οποία τώρα, επειδής που η Ιαπωνία είναι… το νούμερό της σε μεροκάματο είναι 3 φορές παραπάνω απ’ το δικό μας, δεν μπορούμε να το αγοράσουμε εμείς. Δε συμφέρει να το αγοράσουμε. Με το γεν και με τις…  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Με τα λεφτά που έχουμε εμείς… Ο Ιάπωνας παίρνει 3.000 ευρώ κι εμείς παίρνουμε 800. Ένα παράδειγμα.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Και δε… 

S.V.:

Άρα τι έχετε δει στη θάλασσα εσείς από πλαστικά κι αυτά, τι βλέπετε; Δώστε μας ένα παράδειγμα.  

Ν.Λ.:

Αυτό που έχω, που έχουμε χάσει τώρα, έβλεπα στη θάλασσα ένα πλαγκτόν που έχει, είναι ένα άσπρο, το οποίο είναι 5-6 μέτρα σε μάκρος και ενδιάμεσα, σε κάθε 10, 30 πόντους από πάνω, έχει μια κόκκινη, σαν μάτι. Εκεί πήγαινε και τσίμπαγε, που έβλεπα εγώ, η γόπα, το αφρόψαρο. Αυτό το ’χω χάσει τώρα. Δεν το βλέπω καθόλου. Έχουν εξαφανιστεί αυτό που λέγαμε οι μέδουσες, οι μαρίες, που τις λέγαμε, οι μεγάλες. Ήτανε χιλιάδες, θυμάμαι, σωρό. Έχουν εξαφανιστεί αυτά. Είναι πολύ ελάχιστα. Όσο για τα… τις τσούχτρες, που λέμε, τις άσπρες αυτές, έχουν έρθει χρονιές, πριν 30 χρόνια σας μιλάω τώρα, το οποίο ήτανε [00:30:00]δισεκατομμύρια! Δις. Δεν έβλεπες στο βυθό και δεν μπορούσες να έχεις δίχτυα, δεν πιανόταν τίποτα. Τόσο πολύ πράμα. Βλέπεις μια χρονιά ότι αυτό και μετά πας, δηλαδή μετά από 10 χρόνια, 20. Αυτά δηλαδή είχανε ξανάρθει πάλι όμως. Όπως τώρα έχει έρθει, έχει, τα μέρη μας, εδώ, έχει μια τζαφίδα, το οποίο χρόνια εγώ δεν έπιασα ποτέ ούτε μία. Αυτή τη φέρανε βαπόρια; Με τα… που βγάζουνε τα νερά τους κι αυτά το γόνο; Κάτι έχει γίνει. Σε μέρη που δεν έπιανα, έριχνα χιλιάδες οργιές δίχτυα, δεν έπιανα ούτε μία.  

S.V.:

Τι είναι η τζαφίδα, μας εξηγείτε λίγο; 

Ν.Λ.:

Είναι ένα… ένα όστρακο, ένα όστρακο, το οποίο είναι σκληρό πολύ, σκληρό πολύ. Ένα όστρακο, είναι γύρω στους 5 πόντους, εκεί. Το οποίο είναι πολύ σκληρό και δεν είχαμε καθόλου εκείνα τα χρόνια. Τώρα, εδώ, στη Σπέτσα από πίσω, στην Κορακιά, που λέμε, στα αυτά, έχει πολύ πράμα. Κι αποφεύγουμε να πάμε, γιατί είναι δύσκολο να το βγάλεις απ’ τα δίχτυα. Έχουνε πάθει και ζημιές, ορισμένοι ψαράδες έχουνε πάθει ζημιά μεγάλη.  

S.V.:

Για το πλαστικό δεν μας ολοκληρώσατε. 

Ν.Λ.:

Για το πλαστικό, επειδής που δεν έχουμε σεβαστεί τη θάλασσα, γενικά, από τα κότερα, από τα αλιευτικά, από τον πολίτη απ’ έξω, που πάμε και… πάμε μια βόλτα και παπ, το μπουκάλι το πετάμε στη θάλασσα. Δε λιώνει αυτό το πράμα. Οπωσδήποτε υπάρχει μόλυνση. Αλλά δεν ξέρω εάν αυτή η μόλυνση, πάει το ψάρι στο πλαστικό να μολυνθεί το ψάρι. Δε νομίζω ότι μολύνεται το ψάρι. Το περιβάλλον, εντάξει, γιατί πιάνει το πλαστικό μαλούπα απάνω, που το λέμε, πρασινίλες κι αυτά και είναι άσκημο, λάστιχα… πολλά πράματα είναι στη θάλασσα, πάρα πολλά πράματα, που τα βλέπουμε. Όλοι έχουμε κάνει τη ζημιά. Κότερα. Πετάγανε τις σακούλες στη θάλασσα. Τρέχανε, πάνω, το ένα… πετάγαν στη θάλασσα. Τώρα έχουνε βελτιωθεί πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Τα τελευταία χρόνια τώρα, 10 χρόνια, 15… Πρώτα, πριν 20 χρόνια που… να σας πω, πετάγανε στη θάλασσα. Τώρα θα ’ρθουν τα κότερα, θα το βαστήξουνε στην μπάντα, θα ’ρθουν να τα βγάλουν στο λιμάνι, να τα βγάλουν. Έχει, έχουνε σεβαστεί. Και η ενημέρωση παίζει μεγάλο ρόλο. Οπωσδήποτε, δεν το συζητώ. Όσο τον αφήνεις τον άνθρωπο ελεύθερο… γιατί άμα τονε δει κάποιος πιο ευαίσθητος, θα του πει: «Βρε άνθρωπε, τι κάνεις εκεί πέρα;». Τα παλιά τα χρόνια είχαμε κάτι άλλο πολύ, πολύ σοβαρό. Τα βαπόρια, γιατί έχω κάνει με βαπόρια μεγάλα κι αυτά, που βγάζαμε όλη την πετρελαίωση, τα μαζούτ, τα μπουρντόιλ [board oil] και τέτοια, αυτά όλα, τα πετάγαμε στη θάλασσα. Τα οποία, όλες οι στεριές, τα νησιά κι αυτά, ο Καβομαλέας, τι ήτανε, άμα έβγαινες έξω, γιατί τα ’χω περπατήσει όλα, έχω ψαρέψει πολύ γυαλί, δεν, δεν περπάταγες απάνω, ήταν όλο πίσσα. Μαζούτ. Λάσπες. Κομμάτια ολόκληρα χλαπάτσες. Έβλεπες το βαπόρι, πήγαινα στην… Αντικύθηρα και πέρναγε το βαπόρι και ’μόλαγε μίλια πίσω πετρελαίωση. Αφού μια δόση, πήρα το VHF να πω στο Ράδιο Ελλάς, αλλά δεν το ’κανα.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν το ’κανα, γιατί δεν ήθελα να είμαι εγώ… που πρέπει να το κάνουμε, γιατί ήτανε καταστροφή. Αυτά έχουνε γίνει. Και τα πλαστικά, όπως είπαμε, για… πάντως καλό δεν είναι. Τώρα όσο… Δεν πιστεύω ότι έχουνε χαθεί όμως τα ψάρια από τα πλαστικά. Όχι, δεν το πιστεύω, εγώ. Δεν το πιστεύω.  

S.V.:

Τα ψάρια έχουν χαθεί απ’ τη ρύπανση κι απ’ την υπεραλίευση, πιστεύετε.  

Ν.Λ.:

Ναι. 

S.V.:

Κι απ’ τα… 

Ν.Λ.:

Από τη ρύπανση σε… 

S.V.:

Κι απ’ την εξέλιξη. 

Ν.Λ.:

Σε υγρό. Σε υγρό. Αυτό… Δηλαδή, παραδείγματος χάριν, πάμε, πάμε στο Πόρτο Χέλι. Έχουμε τα ξενοδοχεία. Έχουμε τα ξενοδοχεία, τα οποία όλες έχουνε πισίνες. Οι πισίνες ρίχνουνε βαρέλια χλωρίαση, το οποίο κάθε τόσο τις αδειάζουνε. Και οι βίλες. Η χλωρίαση πού πάει; Αφού αδειάζεις την πισίνα, πάει στη θάλασσα. Δεν την παίρνεις, δεν την πας, πού να… Και θα σας πω δύο πραματάκια από εδώ, απ’ την Μπάλτιζα μέχρι τη λίμνη μας, τη Βερβερούδα, ήτανε φύκια, είχε πολλά ψάρια μέσα, απ’ όλα τα ψάρια. Ψόφησε η κηρίριζα, η καλόγνωμη, το φύκιο κόπηκε τελείως, η γαρίδα, που ’χε αρκετή γαρίδα, και είναι τώρα μία λάσπη που δεν έχει φύκιο καθόλου. Εδώ ήταν όλο φύκιο. Όλο φύκιο. Από το χλώριο κι από τα… από τους βόθρους που έχουμε, που αντί να είναι στεγανοί, δεν είναι στεγανοί, όλα αυτά που ρίχνουμε μέσα στο βόθρο πού καταλήγουνε; Στη θάλασσα. Πα’ να σας τα δείξω να δείτε. Τώρα, άμα πάμε στη θάλασσα κάτω εδώ, είναι πρασινίλα σκέτη. Σκέτη πρασινίλα. Το οποίο, αυτό το φέρνει τα ζεστά νερά. Το ’χει ξανακάνει πάλι και πολλές φορές. Είναι όταν κάνει το νερό θερμοκρασίες, τόσο πιο πολλή μαλούπα, που το λέμε εμείς, πρασινίλα πιάνει. Πολλή πρασινίλα. Άμα φύγουμε από δω, θα πάμε να το… να ρίξετε μια ματιά να το δείτε, καλό είναι να το δείτε. Γιατί είναι δίπλα, 50 μέτρα.  

S.V.:

Και για να καταλάβουμε, δηλαδή παλιά βρίσκατε κι εδώ πέρα πολλά ψάρια; Και μες στο λιμάνι μέσα στο Πόρτο Χέλι υπήρχανε; 

Ν.Λ.:

Υπήρχαν πολλά. Πολλά. Πολλά υπήρχανε. Υπήρχανε λαβράκια πολλά, κέφαλοι, αυτά, πώς τα λένε… τσιπούρες, μουρμούρες.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Εδώ, η λιμνοθάλασσα έβγαζε πολύ σπάρο, σπάρος, αυλιαδόπουλα, μουρμούρες, τσιπούρες, λαβράκια και κέφαλους πολλούς. Ήτανε συνεταιρισμός.  

S.V.:

Και ο Αργολικός γενικότερα ήταν πλούσιος κόλπος πάντα; Έκανε ψάρια; 

Ν.Λ.:

Είχε, έκανε απ’ όλα τα ψάρια. Καταρχάς, έκανε απ’ όλα τα ψάρια. Απ’ όλα τα ψάρια έκανε. Τα πάντα. Πιάναμε ψάρια αρκετά. Από μαυρόψαρα, που λέμε, από συναγρίδες, από σκαθάρια, από σφύρνες, από… τα πάντα, τα πάντα έκανε. Τώρα έχουνε λιγοστέψει. Τώρα έχουνε λιγοστέψει. Γιατί και τα εργαλεία μας είναι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ήτανε τότε, γιατί δεν είχαμε ούτε την ποσότητα τότε. Πολλές γυναίκες, ειδικά οι γυναίκες, τα δίχτυα, αυτό που βλέπετε τώρα, το φτιάνανε στο χέρι. Και το μανό. Το πλέχανε στο χέρι. Γιατί δεν υπήρχε η εισαγωγή, να πούμε. Ήτανε δύσκολα τα χρόνια, το οποίο ήτανε πολύ ελάχιστα τα δίχτυα. Πολύ. Πιάνανε ένα, επειδής που δουλεύαμε πολύ γυαλί, πιάνανε ένα δίχτυ 30 μέτρα, ζώναμε το αυτό και ρίχναμε την πέτρα μέσα, για να φύγουν τα μπαρμπούνια να πέσουνε στο διχτάκι. 10 μπαρμπούνια, 10 μπαρμπούνια, 10 μπαρμπούνια να μαζέψουμε 10 κιλά. Τότε, που δεν υπήρχαν τα εργαλεία. Απ’ τον καιρό όμως που φέραμε το νάιλον, έγινε… έγινε, έγινε μια αλίευση μεγάλη, πολύ μεγάλη. Και πολλά τα σκάφη, πολλά τα σκάφη, η ερασιτεχνία απ’ την άλλη μπάντα… 

S.V.:

Κάνει κι αυτή ζημιά, πιστεύετε. 

Ν.Λ.:

Κάνει; Κάνει πολλή ζημιά. Γιατί κάνει πολλή ζημιά; Λέει, δεν έχει χταπόδια. Τους λέω: «Παιδιά, δεν έχει χταπόδια. Είναι χρονιές». Αλλά μην ξεχνάτε, στο Πόρτο Χέλι ήτανε 7 βάρκες, 10, που ψαρεύανε χταπόδια. Και πιάνανε από 10 κιλά, 10 οκάδες τότε, η κάθε βάρκα. 80. Τώρα είναι 1.080 ερασιτέχνες απ’ έξω, άλλοι με τη βουτιά, άλλοι απ’ έξω με τα καλάμια… 

S.V.:

Και με παγίδες 

Ν.Λ.:

Πρωί πρωί, από ένα κιλό, τα 100… θα πιάσουνε πολλά περισσότερα η ερασιτεχνία. Γιατί όλοι αυτοί είναι ερασιτεχνία. Και μην ξεχνάτε ότι ο νόμος λέει: Θα πιάσεις ένα ψάρι μέχρι 7 κιλά, αυτό, να πάρεις, θα φύγεις. Έπιασες ένα ψάρι 7 κιλά, πρέπει να φύγεις. Αλλά συνεχίζεις να πιάσεις. Ένα, δύο, τρία, πέρα, γενικά μιλάω… για τον εαυτό μου και για οποιονδήποτε. Πρέπει να έχουμε, εφόσον είσαι ερασιτέχνης, να είσαι ερασιτέχνης. Είχα την άδεια εδώ να τη διαβάζατε. Λέει: «Ο ερασιτέχνης απαγορεύεται να ’χει σκάφος». Απ’ έξω, απ’ τη στεριά, ή με καλάμι ή με το αρμύδετο. Έτσι λέει η άδεια, εδώ την είχα, την έδωσα στο γιο μου να πα’ να τη θεωρήσει, γιατί τελειώνει αύριο, 13 του μηνός. Και την είχα δω, θα τη διαβάζατε.  

S.V.:

Να ρωτήσω, είναι… Πείτε μου. 

Ν.Λ.:

Εφόσον είναι πολύς ο κόσμος, τα χταποδάκια πρωί πρωί… 

S.V.:

Ναι. Ναι. 

Ν.Λ.:

Παίρνουνε ένα καλάμι, κι άμα πας ως πέρα έξω έξω, στα βράχια, και περάσεις με το καλάμι και τραβάς το… θα μαζέψουμε… Αυτό εδώ… Τα χταπόδια είναι ένα παλαβό πράμα. Θα τραβήξεις άσπρο. Άμα βλέπει άσπρο… εμείς βάζουμε πανί, πανί βάζουμε… 

S.V.:

Και το πιάνει. 

Ν.Λ.:

Και πάει να το πάρει. Και ο αστακός το ίδιο.  

S.V.:

Ναι, ε; 

Ν.Λ.:

Λοιπόν, μόλις ψαρέψει απ’ έξω, θα πιάσει 5, 10; Να βλέπεις 20 χταποδάκια, ένα κιλό. Αποκεί και πέρα δεν είναι… ζημιά; Δεν είναι ζημιά; Το μπαρμπουνάκι, που πιάνουμε τώρα, τον Σεπτέμβρη, τον Αύγουστο, που ξεκινάει. Τα δεκατεσσάρια δίχτυα, πιάνουμε 100 μπαρμπουνάκια είναι ένα κιλό. Αυτά σε 2-3 μήνες θα είναι 20 μπαρμπούνια ένα κιλό. Αυτό, κάνουμε εμείς οι ίδιοι, οι επαγγελματίες, ε; Ζημιά.  

S.V.:

Άρα φταίει κι η νοοτροπία κάποιων επαγγελματιών. 

Ν.Λ.:

Βέβαια. 

S.V.:

Αυτό όμως γιατί γίνεται; Δε σκέφτονται το αύριο, τη θάλασσα; 

Ν.Λ.:

Ξέρετε γιατί γίνεται; Λέει: «Εάν το κάνω εγώ σωστά, δε θα κερδίσω τίποτε, γιατί δεν το κάνει ο άλλος». Εάν δεν είναι ομαδικά, να πει ότι απαγορεύεται και, για να το πιάσεις, να μη [00:40:00]φέρουμε εισαγωγή αυτό που απαγορεύεται, που δεν πρέπει να είναι. Επαγγελματίας δεν είμαι; Λέω όχι. Από 22 κι απάνω, δίχτυ. Να μην είναι πυκνό το δίχτυ και πιάνουμε το γόνο. Ε, πότε θα μεγαλώσει; Αφού δεν προλαβαίνει; Το πιάνω πριν τη; Μόλις γεννήσει; Και βλέπεις ψιλά διχτάκια. Μα σε… θα τα χάσετε, λέει. 

S.V.:

Ναι, το φαντάζομαι. 

Ν.Λ.:

Εγώ δίχτυα έχω πολλά τέτοια, τέτοια. Πάω την αποθήκη αποκεί, βλέπεις; Εδώ, ε, θα περάσει, θα περάσει, θα περάσει το ψάρι. Να μ’ απαγορέψεις, να μην υπάρχει το δίχτυ. Αν το κάνω εγώ, που εγώ τα πιο πολλά είναι, τα δίχτυα μου τα πιο πολλά, όχι τα πιο πολλά, το 90%, είναι χοντρά δίχτυα, πολύ χοντρά. Λοιπόν, να πιάσω 5 ψάρια της προκοπής. Το ψιλό πρέπει να τ’ απαγορεύσουμε. Είναι αμαρτία που δεν κάνει κάτι η χώρα μας, το υπουργείο μας, να πει ότι σταματάμε εδώ. Για να το προστατέψουμε. Αλλιώς, δυστυχώς, δε θα περάσουμε καλά. 

S.V.:

Και για τη νοοτροπία των ψαράδων, πώς γίνεται ο ψαράς να μη σκέφτεται ότι η θάλασσα που τον ζει, την επιβαρύνει και δε σκέφτεται το αύριο; Πώς γίνεται αυτό; Πώς εξηγείται; 

Ν.Λ.:

Η ανάγκη. Τον κάνει η ανάγκη, τον κάνει η ανάγκη της δυσκολίας της ζωής, να τα βγάλει πέρα, και θέλει να πα’ να πιάσει… Δεν έχει τη δυνατότητα να φτιάξει εργαλεία καλά, δεν έχει τη δυνατότητα, που φταίνε πολλά. Φταίνε πάρα πολλά πράματα. Αυτός που έχει τη δυνατότητα θα φτιάξει τα εργαλεία αυτά. Ένα σοβαρό εργαλείο, δε θα ακούσετε ότι κάνει 100 και 200 ευρώ ένα τσούλιο, θα σας τα βάλω στο μολύβι, θα πάτε να τα αγοράσουμε μαζί και θα, μετά θα τα μετρήσετε. Και μετά κάτσε να φτιάξεις ένα τσούλι δίχτυ για μια βδομάδα, να δούμε πόσο θα το πληρώσεις. 

S.V.:

Άρα έτσι εξηγείται κάπως. 

Ν.Λ.:

Ε; 

S.V.:

Ναι.  

Ν.Λ.:

Δεν έχει τη δυνατότητα ο άνθρωπος με το βαρκάκι αυτό να φτιάξει σοβαρά εργαλεία. Δεν έχει τη δυνατότητα. Το οποίο, δυσκολεύεται και θέλει να πα’ να φτιάξει δύο διχτάκια, να πιάσει 3 κιλά ψαράκια, να πάρει 20 ευρώ. Για να βγάλει το μεροκαματάκι του.  

S.V.:

Κατάλαβα. 

Ν.Λ.:

Με καταλάβατε; Είναι πολύ δύσκολα για τον, είναι πολύ δύσκολα για τον άνθρωπο, τον ψαρά αυτόνε.  

S.V.:

Τον παράκτιο εννοείτε, τον μικρό ψαρά, αυτό. 

Ν.Λ.:

Τον παράκτιο, ναι. Οι ανεμότρατες πάλι, τα βαριά εργαλεία, σύμφωνα με τα πετρέλαια, που οι ανθρώποι πασχίζουνε πάρα πολύ, γιατί τα πετρέλαια είναι πολύ ακριβά, το μεν το παίρνουνε τραντζίτ, αλλά μην ξεχνάτε ότι θέλουνε το λιγότερο μισό τόνο την ημέρα. Κι άμα έχει 1.000 ευρώ ο τόνος, θέλει 500 ευρώ μόνο πετρέλαιο, την ημέρα. Έχει 5 άτομα μέσα, φθορές, σχισίματα, δίχτυα, να αφήσουμε πόρτες κάτω, σύρματα, τροφοδοσίες, πολλά τα λεφτά. Πάρα πολλά τα λεφτά. Μια ανεμότρατα θέλει τουλάχιστον 30-40 χιλιάδες ευρώ το μήνα έξοδα. Πώς; Πώς θα τα βγάλει πέρα; Που το πετρέλαιο είναι… Ο θάνατος είναι το πετρέλαιο. Το πρώτο. Είναι πολύ ακριβό το… τα καύσιμα.  

S.V.:

Ναι, ναι. 

Ν.Λ.:

Γενικά, το βλέπετε. Γιατί είναι εργαλεία που δουλεύουνε πολλές ώρες. Και καίνε, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. 

S.V.:

Ψαράδες γίνονται τώρα οι νέοι εδώ, στις περιοχές σας; 

Ν.Λ.:

Όχι. Όχι. Δε βλέπει φως. Δε βλέπει φως. Αν γίνει κανένας, ’ντάξει. Είναι ο πατέρας του κι αυτά, θα ’χει την άκρη. Δεν… Άμα δεν έχεις πίσω βοήθεια, ένας καινούργιος ψαράς δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, με τίποτε. Και πρέπει να είναι μια οικογένεια, να ’χει 2-3 άτομα, να μπούνε μέσα, να φτιάξουν ένα εργαλείο σοβαρό, για να μπορέσουνε να κάνουνε κάτι.  

S.V.:

Δε χάνεται όμως έτσι και η παράδοση εδώ της περιοχής. 

Ν.Λ.:

Οπωσδήποτε. Κι είναι άσκημο. Κι είναι άσκημο. Μην ξεχνάτε, θα σας πω, πολλά χρόνια τώρα, 40 χρόνια, εγώ έχω πολλά χρόνια τα οποία πήγαινα όλα, όλα τα νησιά. Έχω κι ανθρώπους μέσα που τους είχα… θα σας τα πούνε. Ερχόντουσαν τα ιταλικά και ψαρεύανε τους ξιφιούς πριν 40-50 χρόνια, στην Ελλάδα. Φαλκονέρα, Μήλο, ετούτα κείνα. Έχω πάρει και τηλέφωνα και τους έχω πει, και στη Μήλο κι αυτά. Τι να κάνουν; Τα λιμεναρχεία. Αδύναμα. Αδύναμα. Οι Ιταλοί μέχρι όπλα είχανε μέσα. 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Αράζαμε μαζί στη Φαλκονέρα. Μαζί με τους Ιταλούς. Στο έδαφος το δικό μας. Άμα πήγαινα εγώ τότε, προτού την… Ευρώπη, και πήγαινα στην Ιταλία, δε σας λέω τίποτε. Στην Αλβανία, ρίχναν απ’ έξω τότε, επί Χότζα και τέτοια. Με τα καλάζνικοφ. 

S.V.:

Ναι, ε; 

Ν.Λ.:

Βέβαια. Έχω περάσει με τα κότερα όλοι και μας ρίχναν, που ’μαστε 4 μίλια βαθιά. Ρίχναν. Εμείς, δυστυχώς, που ’χουμε την Ελλάδα την ωραία και λεβέντες, είμαστε λιγάκι κοτούλες. 

S.V.:

Να σας πω, εσείς που έχετε γνωρίσει το Πόρτο Χέλι έτσι με ψαράδες πολλούς, με παράδοση, σας στενοχωρεί τώρα που χάνει αυτό το χαρακτήρα; 

Ν.Λ.:

Ε, βέβαια με στενοχωρεί, γιατί ήτανε… Άμα, άμα βλέπατε τι γινόταν όταν φεύγανε. Κάναμε 4 ταξίδια το χρόνο. Μόλις αδειάζαν τα νερά, φεύγαμε. Βλέπατε… να βλέπετε ένα αλιευτικό κίνημα, 80 άτομα. Και γυρνάγαμε όλη την Ελλάδα. Πηγαίναμε από την Ψαθούρα, όλα, Σποράδες. Και περνάγαμε την Εύβοια, τα αυτά, και πηγαίναμε Δωδεκάνησα, μέχρι Κρήτης. Τέσσερους μήνες. Και κάναμε άλλο ταξίδι, δύο μήνες, το άλλο, τρεις μήνες, αναλόγως τα μέρη που πηγαίναμε, που μας, πόσο μας κράταγε. Ήταν ωραία. Δύσκολα, αλλά ωραία χρόνια, ωραία. Τώρα; Τι κάνουμε; Δε θα χαθεί η παράδοση, που κόβουν τα αλιευτικά τα δικά μας; Κι εγώ έχω κόψει. Καλό σκάφος. Λοιπόν, έχω και φωτογραφία, θα πα’ να… Και αφού τα κόβουμε εμείς, δε θα ’ρθει ο Ιταλός –με γεια του, με χαρά του– να τσιμπάει τα… το μεροκάματο το δικό μας; Εμείς τι θα κάνουμε; Πάμε πλήρωμα ή;… 

S.V.:

Εσείς θα λέγατε στα εγγόνια σας, σε κάποιον νέο, να γίνει ψαράς; 

Ν.Λ.:

Εγώ… Εγώ, επειδής που ήμουνα αρκετά γνώστης της θάλασσας, δεν υπήρχε περίπτωση να έχω τα παιδιά μου εγώ και να μη βγάλω μεροκάματο. Γιατί άλλο να ’χεις ξένους ανθρώπους κι άλλο να ’χεις τους δικούς σου. Γιατί όταν είχα το γριγρί, έβαζα, επειδής που ξέρω από χρόνια, από μικρό παιδί τώρα να είσαι, ξέρεις, δεν μπορεί να σε γελάσει ο άλλος, είχα πάρει κι από δω κι απ’ την Κοιλάδα κι απ’ το Κρανίδι κι απ’ την Κούλουρη. Οι Κουλουριώτες, πήγαινα στη μηχανή κι έπαιρνα και χτύπαγα ότι κάτι δουλεύω στη μηχανή. Αυτοί μπροστά, που καθόντουσαν, είχα βάλει δύο σωλήνες από πάνω απ’ τις κουκέτες τους, τα κρεβάτια τους, να ακούσω τι λένε. Και λέγανε… Αλλά χτύπαγα εγώ τη μηχανή, τάκα-τάκα-τάκα. Το αφτί, εγώ. Και λέγανε: «Να βρίζουμε τις οικογένειές μας –τις οικογένειές τους ο ένας με τον άλλονε– γιατί αυτός είναι» λέει «ικανός να κάνουμε 5 καλάδες». 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Να μας… Εγώ τα ήξερα τώρα, τους άκουγα ο ίδιος. Καταλαβαίνεις. Μπορείς να δουλέψεις; Σε ρωτάω. Βρίζανε τις γυναίκες τους. Ο ένας με τον άλλον. Τέτοιο πράμα σας μιλάω. Λοιπόν; Γι’ αυτό λέω, αν έχεις δικούς σου ανθρώπους, είναι τελείως διαφορετικά τα πράματα. 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν υπάρχει περίπτωση να μη βγάλεις μεροκάματο. 

S.V.:

Υπάρχει, δηλαδή ένας νέος αξίζει να γίνει ψαράς ακόμα; 

Ν.Λ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι. Ναι. Μπορείς. Αρκεί, αρκεί να γνωρίζεις τις εποχές και τι δουλειά θα κάνεις. Και τι δουλειά θα κάνεις. Παρανομία; Υπάρχει. Δεν υπάρχει περίπτωση, δεν υπάρχει κάποια δουλειά που να μην έχει παρανομία. Έζωσα μια πέτρα, να βγάλω τα μελανούρια. Δεν τα βγάζεις… Προσέχτε να δείτε. Ή θα πας με τον δύτη κάτω να τους βάλεις αέρα, να τους φυσήξει να φύγουνε, να πέσουν στα δίχτυα, ή θα βάλεις λιγάκι χλωρίαση ή θα βάλεις… θα, κάτι θα πρέπει να κάνεις. Δεν γίνεται με τρόπους νορμάλ, να το πω έτσι. Δε γίνεται. 

S.V.:

Γίνονται αυτά ακόμα; Γίνονται; 

Ν.Λ.:

Γίνονται. Γίνονται και δύσκολο κόβονται. Δύσκολα. Έχουνε, βέβαια, έχουνε βελτιωθεί πάρα πολύ. Πάρα πολύ έχουνε βελτιωθεί, αλλά θέλω να πω ότι ή έχεις εργαλείο σοβαρό, με το πλήρωμα το δικό σου, κι έχεις φτιάξει τα δίχτυα σου αναλόγως τις εποχές και να γυρίσεις, μεροκάματο δεν υπάρχει περίπτωση να μη βγάλεις. Όταν γνωρίζεις τη θάλασσα και τις εποχές και τους καιρούς και όλα. Θα βγάλεις μεροκάματο. Γιατί ένας αστακός κάνει 50 ευρώ, ένα κιλό.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Πάει το μεροκάματο ενός ανθρώπου. Με καταλάβατε πώς είναι τα πράματα; 

S.V.:

Απλά έχει γίνει πιο δύσκολο και θέλει μεγαλύτερη τεχνολογία πλέον. 

Ν.Λ.:

Θέλει λιγάκι να βάζεις τα μπράτσα, που λέμε, τα χέρια, να μη φοβάσαι τη δουλειά, γιατί καμία δουλειά δεν είναι καλή. Και στην καρέκλα άμα σας βάλω να καθίσετε 8 ώρες, πάλι θα πεις: «Ωχ, ωχ, πάει, πιάστηκα ολόκληρος». Αρκεί να το πιστεύεις. Είδες που σας είπα στην αρχή; Ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλές δουλειές, πάρα πολλές δουλειές, αλλά να το έχει και να το αγαπάει.  

S.V.:

Και το μέλλον της θάλασσας πώς το βλέπετε; 

Ν.Λ.:

Όχι πολύ καλά. Όχι πολύ καλά. Δεν το βλέπω πολύ καλά απ’ όλες τις μπάντες. Και πιστεύω ότι πιο πολύ που αυτόνουνε, σκέφτομαι το… η μόλυνση. Η μόλυνση. Γιατί δεν είναι τυχαία πράματα που έχω δει, σε μέρη πολλά, το οποίο ήταν έτσι κι έγινε έτσι. Δηλαδή τη στιγμή που βλέπω ότι ψοφάει αυτό που είναι η φύση. Το [00:50:00]βούρλο, τα αυτά. Στις ακτές ήταν το βούρλο. Έκοβα βούρλο, έπαιρνα τα ψαράκια και τα πούλαγα με το βούρλο, που λέμε. Δεν υπάρχει τέτοιο πράμα τώρα. Απόδειξη, από τη μόλυνση. Από τους βόθρους. Από τις πισίνες. Στο AKS έχω μιλήσει, περιφερειάρχες, νομάρχες, Αλεσιώτηδες, σούξου μούξου, δημάρχους κι αυτά, έχω και την άδεια στην τσέπη μου εδώ. Λέγανε τα καθέ… τα διάφορα, μικρόφωνο, τους λέω: «Κύριοι, σας ακούω και λέτε κάτι πράματα, τα οποία δε συμφωνώ εγώ. Γιατί δεν τα ξέρετε. Είναι σίγουρο». Τους λέω: «Το βλέπετε αυτό το έγγραφο; Να το πάρετε να το διαβάσετε. Αλλά θέλετε να σας το διαβάσω εγώ; Λέει: “Εάν σας πιάσω –τον καπετάνιο– με λίγο γαλαζόπετρα, που βγάζουμε τα χταπόδια από το θελάμι, έχεις 2 χρόνια φυλακή. Από τάδε μέχρι τάδε. Κι άμα σε πιάσω δεύτερη φορά, έχεις κατάσχεση του σκάφους και επ’ άπειρο κόβεται η άδειά σου”». Την είχα εδώ, τώρα την έδωσα του γιου μου να την πάει στο λιμεναρχείο. Με τ’ αμάξι, να τη θεωρήσουν, γιατί λήγει αύριο. Να το διαβάσετε, να κατα… «Αλλά ελάτε τώρα που λέμε για δύο γραμμάρια χλωρίαση και πάω 2 χρόνια φυλακή και 3 και 4 και κατάσχεση, και τα ξενοδοχεία που γνωρίζω, βαρέλια η χλωρίαση στη θάλασσα; Και κόπηκε η καλόγνωμη, κόπηκε το φύκιο, κόπηκε αυτά. Τι γίνεται; Καμία συζήτηση. Πρέπει να ντρεπόμαστε». Αυτά τα ’χω πει στο μικρόφωνο. 

S.V.:

Άλλες παρανομίες από κάποιους ψαράδες; Τι παρανομίες γίνονται ακόμα; Με δυναμίτη, αυτά υπάρχουν ακόμα; 

Ν.Λ.:

Έχουνε λιγοστέψει πολύ. Έχω δουλέψει κι εγώ δυναμίτια παλιά. Λοιπόν, τότε, εκείνα τα χρόνια… 

S.V.:

Γιατί όμως δουλεύατε δυναμίτη και τότε; Δεν το σκεφτόσασταν; 

Ν.Λ.:

Κοιτάξτε να δείτε. Άμα… Ήταν πολλά χρόνια τώρα η δουλειά αυτή. Τώρα έχουν ελαττωθεί πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Αυτό που κάνει ζημιά στη θάλασσα, με το εκρηκτικό, είναι τα χημικά, έχουν χλώρια, λιπάσματα, πετρελαίωση και τέτοια. Αυτά είναι καταστροφή. Ο δυναμίτης σκοτώνει το ψάρι, δεν αφήνει μόλυνση.  

S.V.:

Ναι, αλλά δεν καταστρέφει τον τόπο; 

Ν.Λ.:

Καταστρέφει. Όχι, ο τόπος όχι. Το ψάρι το σκοτώνεις. Πιάνει.

S.V.:

Δεν καίει τον τόπο; 

Ν.Λ.:

Όχι. Αυτό της στιγμής, μέσα σε 5 λεφτά θα ’χει… ίδια ψάρια πάλι. Όχι. Εάν δουλέψεις όμως με χλωρίαση, μίξη που κάνουν, με αμμωνίες και με τέτοια, με τέτοια, είναι, είναι θάνατος. Όπως, όπως θα βάλουμε λιγάκι χλώριο, με το κοντάρι μέσα στο θελάμι, για να βγάλω τη σφυρίδα, ειδικά ο φλόμος, που είναι σε χορτάρι, είναι σαν τη συκιά που βγάζει το… ξέρεις, το κοπανάς, το βάζεις στο κοντάρι και το βάζεις μέσα στην τρύπα που είναι η σφυρίδα. Εάν το αφήσεις μέσα, είναι ζημιά. Κάτι φορές μένει μέσα, κολλάει και μένει μέσα. Αυτό είναι, θα αργήσει πολύ να φύγει αυτή η μυρουδιά του από μέσα, να πάει το ψάρι.  

S.V.:

Ναι. Και γίνονται ακόμα αυτά; Ψαρεύουν έτσι κάποιοι; 

Ν.Λ.:

Έχουν, αυτά ειδικά έχουν τελείως, δεν πάει κανένας. 

S.V.:

Με δυναμίτη ψαρεύουν τώρα; 

Ν.Λ.:

Ελάχιστα. Ελάχιστα. Ελάχιστα. 

S.V.:

Με το δυναμίτη πώς ήταν το ψάρεμα δηλαδή; Πώς… ποια ήταν η λογική του δυναμίτη; 

Ν.Λ.:

Κοίταξε, εκείνα τα χρόνια, να σας δώσω να καταλάβετε, ο πατέρας μου το ’40, του ’χανε δώσει άδεια οι Ιταλοί εδώ να πηγαίνει να πιάνει ψάρι με το δυναμίτη, του δίνανε και εκρηκτικά πλακάκια να πάει να πιάσει ψάρια, να δώσει να τρώνε οι στρατιώτες. Δηλαδή, άμα τα πιάσουμε κατά γράμμα… Τα πολεμικά ξέρεις τι έχουνε, ξέρες, έχουνε κάψει; Αρκετές. Κι έβαζαν, ρίχναν το αυτό και πιάνανε ψάρια. Και πηγαίναμε, πηγαίναν και οι ψαράδες και πιάνανε ψάρια. Απ’ τα πολεμικά.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Η ζημιά έχει γίνει από παντού. Δεν έχει γίνει μόνο απ’ τους ψαράδες. 

S.V.:

Ναι, αλλά ο δυναμίτης είναι ζημιά, δεν είναι; 

Ν.Λ.:

Είναι. Δεν είπα ότι δεν είναι ζημιά. Μόλυνση είπα εγώ. Για μένανε, μόλυνση του δυναμίτη δεν έχει. Και ξέρετε για ποιο λόγο; Γιατί αυτόματα πάει την ίδια μεριά πάλι ψάρια. Στο ίδιο σημείο. Ενώ με το… με το θέμα το άλλο που είπα, με αμμωνίες και με τέτοια, είναι θάνατος.  

S.V.:

Με δυναμίτη πότε δηλαδή ψαρεύατε; Ποιες δεκαετίες ψαρεύατε με δυναμίτη; 

Ν.Λ.:

Τώρα μπορώ να υπάρχουνε πολύ ελάχιστοι, πολύ ελάχιστοι τώρα. Πριν… να σας πω κάτι; Και με τη δικτακτορία είχε κοπεί, γιατί ήταν αυστηρά και καλά κάνανε. Δουλέψαμε και δυναμίτια από κείνα τα χρόνια, οι πατεράδες μας, οι πατεράδες μας, ο πατέρας μου και τα αδέρφια του, αυτά, ήτανε αυτηνής της δουλειάς, αυτηνής της δουλειάς. Πολύς κόσμος. Στη Μάνη κάτω, παντού, όπου έπλεε… Έχω ένα γνωστό, φίλο, που δούλευε στον Κότρωνα και στα αυτά, είχε κόψει το ’να χέρι, μετά έκοψε και τ’ άλλο και μετά έβαζε το δυναμίτη εδώ, έβαζε το κουτάκι το σπίρτο εδώ, το άναβε και το πέταγε με τα δύο χέρια. Φανταστείτε, φανταστείτε πόσο που δεν το ’κοβε, με τίποτε. Ναι. 

S.V.:

Κι ο δυναμίτης πώς λειτουργούσε; Έκανε έκρηξη και τα ψάρια σε τι ακτίνα;… 

Ν.Λ.:

Αναλόγως τον όγκο, τη δύναμη του δυναμιτιού.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Αναλόγως. Άμα έριχνε μεγάλη ποσότητα, μεγαλύτερο όγκο. Κι αναλόγως το βάθος του νερού. Το βάθος του νερού. Μπορεί να κόψεις 20 μέτρα, 30 μέτρα, 50 μέτρα, σε όγκο, σε κύκλο.  

S.V.:

Είναι επικίνδυνο πάντως.  

Ν.Λ.:

Όταν είναι κάτι το εκρηκτικό, επικίνδυνο είναι. Και πιο πολύ επικίνδυνο είναι αυτά που σας είπα. Αμμωνίες, με χλωρίαση, με πετρελαίωση, με τέτοια. Αυτό είναι επικίνδυνο. Και σε, και για τη σωματική σου ακεραιότητα και για τη θάλασσα, γενικά. Όπου, όπου είναι η μίξη αυτή είναι άσκημο, ναι. Και δεν είναι ωραίο, δεν είναι σωστό.  

S.V.:

Εσείς πηγαίνετε τώρα στη θάλασσα; Ψαρεύετε; 

Ν.Λ.:

Πάω πού και πού, αν με πάει ο γιος μου, πού και πού. Δηλαδή άμα… στις 30 φορές να πάω 2 φορές. Δεν πάω, μόνο του φτιάνω εργαλεία. Ναι. 

S.V.:

Την αγαπάτε τη θάλασσα για να πηγαίνετε ακόμα; 

Ν.Λ.:

Ναι, ναι. Και τώρα αν μου πει, πάω. Δεν έχω πρόβλημα. Είμαι και ευκίνητος άνθρωπος. Όταν λέμε ευκίνητος, άμα κάνω έτσι, θα φύγω έτσι. Έκανα τέτοια γυμναστική, που δεν την κάνει άνθρωπος. Λοιπόν. Και δε βαριέμαι καθόλου. Δεν πα’ να ’ναι μεσάνυχτα, ό,τι ώρα να μου πεις είμαι έτοιμος γι’ αυτό. 

S.V.:

Και στη θάλασσα τι αγαπάτε; Τι είναι αυτό που αγαπάτε στη θάλασσα περισσότερο; 

Ν.Λ.:

Πιο πολύ αγαπάω τα δίχτυα. Τα δίχτυα. Έχει… είναι ωραίο. Απλούστατα έχει κόπο. Άλλοι αγαπάνε τα παραγάδια. Παρ’ όλα που και παραγάδια έχω δουλέψει όλα αυτά τα χρόνια, δεν τα θέλω. Και δεν τα θέλω γιατί… απ’ το θέμα του δόλου. Έχει πολλή διαδικασία να πα’ να βρεις δόλο, να ξεαυτώσεις… Εκείνα τα χρόνια, επειδής που είχαμε το ψαροδόλι, που λέγαμε, ήτανε πολλή η ποσότητα. Εδώ στην Ψηλή, πηγαίναμε, είναι κάνα δύο λούκια σπηλιές, πηγαίναμε, ανάβαμε μια μαλαστούπα, μπαίναμε μέσα στη σπηλιά και πιάναμε με την απόχη… Να, βλέπετε εκεί απόχες, που έχω εκεί απέναντι; Λοιπόν, με την απόχη και πιάναμε ζωντανό. Και δουλεύαμε τα παραγάδια. Τώρα δεν υπάρχει. Έχουν αλλάξει όλα. Γι’ αυτό λέμε οι εποχές πώς αλλάζουν. Είναι… 

S.V.:

Μάλιστα. Και στη θάλασσα τι είναι περισσότερες, οι χαρές ή οι λύπες γενικά; Για έναν ψαρά; 

Ν.Λ.:

Κοίτα, είναι κι ανθρώποι, και ψαράδες, που έχουνε πολλές λύπες. Υπάρχουνε κι ανθρώποι, ψαράδες, που έχουνε ευχάριστα. Αναλόγως, παίζει ρόλο μεγάλο και οι γνώσεις, πολύ μεγάλο. Άμα μιλήσουμε διάφορα… είναι εγωιστικά πλέον. Με βαθμολογία το 10, υπάρχει και το 4 και το 3. Ο 3 δε θα πάει ποτέ στο 10.  

S.V.:

Κι από τι εξαρτάται αυτό; 

Ν.Λ.:

Απ’ το μυαλό. Απ’ το μυαλό και να γνωρίζεις, να γνωρίζεις τους τόπους. Ο ψαράς δεν είναι να ξέρει να ρίξει το δίχτυ. Άμα σας πάρω, παλικάρια είσαστε, μπορεί να γίνετε και καλύτεροι απ’ τον καπεταν-Νικόλα. Αλλά καλό είναι να μαθαίνεις. Τι είναι να μαθαίνεις; Τόπους. Ο τόπος είναι ο ψαράς. Δεν είναι το δίχτυ ούτε το παραγάδι. Άμα το ρίξεις και το ρίξεις στις λάσπες, τι θα πιάσεις; Αυτό το δίχτυ; Τίποτα. Πρέπει το κάθε εργαλείο να το ρίχνεις εκεί πέρα που πρέπει. Τι θέλεις να πιάσεις; Αστακούς. Θα πας στα μέρη που κάνεις αστακούς. Τι θέλεις να κάνεις; Κορτέρια. Θα πας εκεί, να ρίξεις το ανάλογο δίχτυ. Και το πιο πυκνό και το πιο ψιλό και το πιο φανό και αυτά. Δεν μπορεί να έχεις πυκνό δίχτυ και να πιάσεις ψάρια που δεν πρέπει. Ή να πιάσω το φανό δίχτυ και να πιάσω μπαρμπουνάκι, δε γίνεται. Θα πιάσεις ένα κατά τύχη, πάει και κολλήσει στο στοματάκι του. Δε γίνεται.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν μπορεί να πιάσεις μπαρμπουνάκια με αυτό το δίχτυ. Θα πιάσεις ένα χοντρό μπαρμπούνι, μισό κιλό, γιατί περνάει. Γι’ αυτό λέμε τι θέλεις να φτιάξεις. 

S.V.:

Οι ψαράδες έχετε μεταξύ σας ζήλιες, μυστικά, αυτά; Ανταγωνισμό;

Ν.Λ.:

Μυστικά, κοιτάξτε να δείτε. Εμένανε πολλοί ανθρώποι μού λένε: «Λούμη, πας και λες στον ερασιτέχνη». Τους λέω: «Ακούτε να δείτε, λέω, αλλά και να πάει και να πιάσει, εγώ τα ίδια ψάρια θα πιάσω. Εάν δεν πούμε και κάτι, δε με… δεν είναι σωστό. Πρέπει [01:00:00]να πεις κάτι, το οποίο να ’χει, να ’χει μείνει κάτι, πού πιάναμε τα ψάρια, πού είναι τα θελάμια τους, τα άλφα, τα βήτα. Πρέπει, γιατί, άμα δεν πούμε κάτι, θα φύγει κι ο Νίκος, θα φύγει κι ο άλλος Νίκος, τι γίνεται;» 

S.V.:

Και θα χαθεί μια τέχνη, μια παράδοση. 

Ν.Λ.:

Χάνονται όλα, τα πάντα. Πρέπει να πούμε, για να μείνει κάτι. Γιατί, άμα δε μείνει… Βέβαια, πρέπει να προστατέψεις κι αυτό που εσύ πα’ να βγάλεις το μεροκάματο, πρέπει να προστατέψεις για να βγάλεις το μεροκάματο. Γιατί; Άμα πω σε 100 και πάνε σ’ αυτά τα σημεία 100 άτομα, δε θα μπορέσω να πάω ούτε εγώ.  

S.V.:

Εντάξει, το λέτε επιλεκτικά κάπως. 

Ν.Λ.:

Ναι. Με καταλάβατε; 

S.V.:

Ζήλια κι ανταγωνισμό μεταξύ σας έχετε οι ψαράδες; 

Ν.Λ.:

Εγώ δεν είχα ποτέ.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Ποτέ.  

S.V.:

Ούτε μ’ άλλα λιμάνια;… 

Ν.Λ.:

Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ. Καταρχάς, να σας πω τούτο. Εγύρισα όλη την Ελλάδα, όλη την Ελλάδα, όταν λέω όλη, όλη. Δεν έχω φάει μέχρι σήμερα 10 δραχμές παράβαση, 10 ευρώ παράβαση. Αυτό τα λέει όλα, ε;  

S.V.:

Ναι, αλλά κάποτε ψαρεύατε με δυναμίτη, είπατε. 

Ν.Λ.:

Ναι. 

S.V.:

Που ήταν παράνομο τότε. 

Ν.Λ.:

Που ήτανε παράνομο. Σεβόμουνα πολλά πράματα.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Πολλά πράματα. Λέει κάποιος, για δυναμίτη, πρόσεξε. «Εσύ» του λέω «εμένα με είδες; Εσύ. Ωραία, το είπες, γιατί τ’ άκουσες. Άμα σε κυνηγήσω, θα την πατήσεις. Γιατί τον καιρό που είπες κάτι, εγώ ήμουνα στην Ψαθούρα» του λέω. «Και πήγαινα στη Θάσο απάνω στο λιμάνι, να πάρω το πισινό καΐκι με το καΐκι αυτό. Κι εσύ είπες ότι εγώ δούλευα δυναμίτια. Γιατί έχω μάρτυρα» του λέω. «Θέλεις να σε κυνηγήσω;» Γιατί του πετάχτηκε ο άλλος, του λέει: «Τι λες, ρε μαλάκα;» του λέει. «Ο Λούμης πάει με το μεγάλο καΐκι να δέσει το πισινό και να το φέρει στο Χέλι». Πάντοτε υπάρχουνε τα φτωχά μυαλά. Οι πατεράδες μας, αδέρφια μου κι αυτά, τα… πώς τα λένε, αδέρφια του πατέρα μου, δουλεύανε όλοι δυναμίτια. Σας λέω, οι Ιταλοί τούς δίνανε πλακάκια δυναμίτια, να δουλεύουνε, για να τους πηγαίνουν τα ψάρια. Γιατί, δεν απαγορευόταν τότε; Σε παρακαλώ. 

S.V.:

Ναι, αλλά το κάνατε επειδή ήταν εύκολο; Γιατί υπήρχαν τότε ψάρια και… και… 

Ν.Λ.:

Όχι, όχι. 

S.V.:

Και δίχτυα να βάλεις, υπήρχανε. 

Ν.Λ.:

Δεν… Το εύκολο… Να ξέρετε, μιλάτε μ’  έναν έμπειρο άνθρωπο.  

S.V.:

Φαίνεται αυτό. 

Ν.Λ.:

Προσέχτε. Άμα του δώσω δυναμίτια εγώ του αλλουνού, δε θα βγάλει ούτε μεροκάματο ούτε τίποτε. Θα μπει μέσα κιόλας. Γιατί; Και μπορεί και να σκοτωθεί. Γιατί δεν ξέρει. Δεν ξέρει. Δεν ξέρει γυαλί. Το γυαλί είναι μια επιστήμη. Δεν είναι δίχτυ ούτε παραγαδάκι. Το ’μαθες σε μια βδομάδα, θα σε κάνω εγώ αστέρι. Γυαλί δε θα μάθεις. Ο γιος μου –είναι ξύπνια παιδιά, δεν μιλάμε αυτά, και γερά παλικάρια– του λέω: «Για να ’ρθεις –που ξέρει– για να μάθεις γυαλί, τουλάχιστον θα είσαι 10 χρόνια μαζί μου, για να βγάλεις μεροκάματο. Και να ’χεις πολλές αντοχές. Και να ’χεις και μάτι καλό». Όταν λέω μάτι, δεν μπορεί να φανταστείς τώρα, άσ’ το, δε ζυγώνει κανένας. Εγωιστικά. Λοιπόν, πρέπει να έχεις πολλά κουράγια. Όταν ψαρεύεις γυαλί κανονικά, είσαι όλη μέρα βρεγμένος. Η μία μπάντα τουλάχιστον είναι βρεγμένη, γιατί είναι μες στο γυαλί, έτσι; Χειμώνας, όχι μιλάμε για κρύα… Θα σας δείξω κάτι εργαλεία εδώ, τα οποία δε θα το δεις πουθενά. Θα σου δείξω γκαγκάβα, που πιάνω τα σαλάχια τα μεγάλα και τα ψάρια τα χοντρά, να δεις. Τα οποία δεν έχει κανένας. Το κάθε εργαλείο, και το κάθε θέλει, να ψαρέψεις, και το μέρος που τα κάνει.  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν ξέρουν.  

S.V.:

Ναι, αλλά, για το δυναμίτη, αυτό δεν κατάλαβα. Ήταν εύκολο και το κάνατε; 

Ν.Λ.:

Δεν ήταν… Ήτανε, βγάζαμε μεγαλύτερη ποσότητα. Εύκολο, γι’ αυτό θέλω να καταλήξω, δεν είναι εύκολο, είναι πιο κουραστικό. Είναι πολύ κουραστικό. Να ψαρεύεις γυαλί, να είσαι βρεγμένος, να κάνεις γκαγκάβα, να πιάσεις τα ψάρια, για να φτά… πρέπει να είσαι Ταρζάν. Άλλο το γυαλί το ερασιτεχνικό, πήγαμε και ρίξαμε δυναμίτη… αυτά είναι τσάκα τσουκ κει δα, δεν είναι, δεν βγάζεις μεροκάματο, με τίποτα. Και υπάρχει, έχουνε σκοτωθεί και πολλοί ανθρώποι. ’Ντάξει; Γιατί είναι επικίνδυνο. Εφόσον είναι ένα εκρηκτικό, είναι επικίνδυνο. Εκείνα τα χρόνια δουλεύανε αρκετά δυναμίτια. 

S.V.:

Αυτό… 

Ν.Λ.:

Τώρα έχουνε… 

S.V.:

Αυτό προ χούντας; Πότε δηλαδή; Για πότε μιλάμε, για ποιες εποχές; Ή και μετά; 

Ν.Λ.:

Κοίταξε να δεις, και πριν τη χούντα, τη δικτακτορία, και μετά τη δικτακτορία δουλεύανε, δουλευτήκανε. Τώρα όμως έχουν αραιώσει πάρα πολύ. Υπάρχουνε, υπάρχουνε, τα οποία ούτε και ψαράδες είναι, έτσι όπως το λέω, γυαλάδες, αυτά. Είναι στα κουτουρού. Το οποίο, ’ντάξει, μπορεί να πετάξουνε, αλλά δε βγάζει μεροκάματο. Δε βγάζει μεροκάματο. Γιατί πάνε κούφια.  

S.V.:

Στη θάλασσα μέχρι πότε θα πηγαίνετε εσείς; 

Ν.Λ.:

Μέχρι που μπορώ και περπατάω. Και περπατάω πολύ. Όταν λέω πολύ, θα πάρω το ένα πόδι και θα πάω στο γήπεδο, θα φέρω 5 βόλτες το γήπεδο, με το ’να πόδι όμως. Να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. 

S.V.:

Κι εσείς, φαντάζομαι, περισσότερες χαρές είχατε παρά λύπες στη θάλασσα. 

Ν.Λ.:

Χαρές, χαρές. Έχω τραβήξει πολλά… πολλά κανάλια, πολλές φουρτούνες. Όταν λέω φουρτούνες, χάση κόσμου, θεομηνίες.  

S.V.:

Ναι, ε; 

Ν.Λ.:

11 μποφόρ.  

S.V.:

Η πιο άσχημη, η πιο δύσκολη, που ’χατε κινδυνεύσει ποια ήτανε; 

Ν.Λ.:

Να σας πω, δεν κινδύνεψα. 

S.V.:

Ή που ’χατε φοβηθεί περισσότερο. 

Ν.Λ.:

Να σας πω. Είχα μεγάλο θάρρος, πολλές γνώσεις, γιατί η θάλασσα, δεν μπορεί να φανταστείτε τώρα τι, για τι θάλασσες μιλάμε. Δεν μπορείς να το φανταστείς, ψαράδες δεν μπορεί να τις φανταστούνε. Έχω πιάσει πριν 20 χρόνια… Γερμανοί μ’ ένα κότερο, πανάδικο. Είμαι στη Μήλο. Και είχα, επειδής που ήτανε φουρτούνα μεγάλη, δεν έπιανε το VHF, δεν είχαμε τα κινητά και δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με τη γυναίκα μου. Και βγαίνω έξω και πάω στη στάνη απάνω, στους τσοπαναραίους, είχανε… Ήξερα εγώ, τους ήξερα βέβαια. Παίρνω και ψάρια, τους πήγα απάνω, καθίσανε βάλαν και τα κρασιά, τα ήπιαμε εκεί, βάλαν και συκωταριές, λεβέντες όλοι. Και πήρα τηλέφωνο, μίλησα της κυρα-Δήμητρας, της λέω: «Δεν μπορώ να σου μιλήσω απ’ το σκάφος, γιατί είμαι κοντά στις στεριές και δεν πιάνει το VHF». Το βράδυ που γύρισα στο σκάφος, είχα το γαμπρό μου. Αυτός τα ’τσουζε. Και μου λέει: «Κανόνισε να φέρεις κάνα μπουκάλι γάλα… ουουου, κρασί». Του λέω: «Εντάξει». Την ώρα που γυρνάω, με το που με είδε: «Έφερες τίποτε;» Του λέω: «Έφερα, ναι». Του ρίχνω ένα μπουκάλι γάλα. «Τι είν’ αυτό; Άρρωστος είμαι;» Μου το πέταξε. Λέω: «Πάρε αυτό, αυτό το πράμα». Μιλάμε για πότης μεγάλος, για πότης μεγάλος, σου λέω, γαμπρός μου. Και μου λέει: «Άκουσα στο VHF –το ’χα ανοιχτό το VHF– το Ράδιο Ελλάς, να κινδυνεύει κάποιο σκάφος». Του λέω: «Σίγουρα;» Μου λέει: «Ναι». Γιατί τα κοπάναγε. Λέω: «Εντάξει». Μπαίνω στο Ράδιο Ελλάς. «Έλα, Ράδιο Ελλάς. Το “Άγιος Δημήτριος”, αλιευτικό». Μ’ ακούει στο Ράδιο Ελλάς, μου λέει: «Κινδυνεύει ένα σκάφος 13 μέτρα, πανάδικο, κότερο, με 7 άτομα μέσα. Γερμανοί». «Πού είναι;» Μου ’δωσε το στίγμα, τους λέω: «Θα πα’ να δω». Μεγάλη φουρτούνα βέβαια, 11 μποφόρ. Βράδυ τώρα, νύχτα. Έφυγα στις 06:00 η ώρα το βράδυ. Χειμώνας, Γενάρης μήνας.  

S.V.:

Σε ποια περιοχή ήταν;…  

Ν.Λ.:

Στη Μήλο. Στη Μήλο προς τη… στη Μήλο προς την Κρήτη. 

S.V.:

Προς την Κρήτη. 

Ν.Λ.:

Ήταν 25 μίλια μακριά. Ε, φτιάνω τα δίχτυα όλα, τα αυτά, τα σήματα καλά, είχα καλό εργαλείο, του δίνω. Ανοίγομαι 5 μίλια, 7, βάζω το ραντάρ, το πιάνω το σκάφος. Πάω, φουρτούνα, θάλασσα όμως, το ’πιανα, το ’χανα, το ’πιανα, το ’χανα. Τους λέω: «Έχω εντοπίσει ένα σκάφος εκεί πέρα, με το στίγμα». Μου λέει: «Μπράβο». Αλλά αυτό, το σκάφος, έτρεχε. Εγώ πήγαινα 9 μίλια, αυτό πήγαινε 7,5.  

S.V.:

Ναι. Δεν ήταν σταματημένο.  

Ν.Λ.:

Δεν ήταν σταματημένο. Τους λέω: «Ράδιο Ελλάς, το σκάφος που έχω εντοπίσει τρέχει. Το ζυγώνω ενάμισο μίλι την ώρα. Μήπως έχει σηκώσει κάνα πανί κι εγώ κυνηγάω και θα πάμε στην Κρήτη;» Θεομηνία λέμε τώρα, δε μιλάμε για… «Για εμπάτε και μιλάτε στα γερμανικά εσείς, γιατί εγώ τα γερμανικά τα ’χω αφήσει στο Πόρτο Χέλι» τους λέω. Ε, μιλάνε, μου λέει: «Ναι, καπετάνιε, έχουνε ένα πανάκι». «Πες του να το κατεβάσει κάτω, γιατί θα γυρίσω πίσω». Το κατεβάσανε κάτω, πήγα εκεί… 13 ώρες στο πέλαγος. Όλη τη νύχτα. 07:00 η ώρα έφτασα στη Μήλο. Δεμένος. Και πώς θα το πάω μέ[01:20:00]σα στον Αδάμαντα; Είχε πολλή θάλασσα, πολλή φουρτούνα. Και τον κράτησα δίπλα μου εκεί πέρα. Αυτού του είχε σβήσει η μηχανή. Ε, αφού τον είχα δίπλα, στα μπαλόνια, είναι ένα μέρος στη Μήλο, λέγεται Κλεφταύλακο. Απ’ το σταβέντο της Μήλος προς την Κρήτη, απ’ τον… απ’ τον Αδάμαντα. Αλλά κάνει εκεί, 11 μποφόρ έξω, είναι μια φωλιά όσο είναι το σκάφος και είναι λάδι. Σταύρωση. Λάδι. Τον έχω δίπλα, στα μπαλόνια. Του λέω για μια στιγμή το πρωί – ψόφιοι: «Τι έχει η μηχανή σας;» Μπαίνω μέσα. Μου λέει: «Δε δουλεύει». Ε, πηγαίνω στο χειριστήριο, το βάζω στο stop, κάνω τη μίζα, παίρνει μπρος η μηχανή.  

S.V.:

Τι είχε γίνει; 

Ν.Λ.:

Του λέω: «Αφού, αφού το είχατε κομπλαρισμένο. Κι όταν είναι κομπλαρισμένο, απομονώνει το ρεύμα και δεν παίρνει μπρος». Τραβάγαν τα μαλλιά τους οι ανθρώποι. 

[01:10:00]

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

Ήτανε τρεις γυναίκες και τέσσεροι άντρες. Λοιπόν. Εν πάση περιπτώσει, μιλάγαμε με το λιμεναρχείο, τους λέω: «Αύριο, θα το φέρω αύριο. Να κόψει λιγάκι ο καιρός, γιατί θα ’ναι κι αυτό». Είχε θάλασσα πολλή βέβαια, πολύ, πολύ αέρα. Τους πήγα στη Μήλο. Τους πήγα στη Μήλο, αυτοί τώρα… η ομιλία τώρα, δεν… βουλιάζανε. Χαρά μεγάλη. «Πάμε, καπετάνιο, να σε κεράσουμε». Οι δικοί μου ήτανε λιώμα, δεν πήρα κανένανε απ’ αυτούς, δύο άτομα που ’χα μέσα. Εν πάση περιπτώσει, ήρθε ο λιμενάρχης, μου λέει: «Καπετάνιε…» μου κάνει… Του λέω… «Είχε πολύ αέρα» μου λέει «ε;» Του λέω: «Πολλή θάλασσα». «Βλέπεις το σκάφος αυτό;» μου λέει. 30 μέτρα σκάφος. Ξιφιάδικο, 5 μέτρα ύψος, δύο μηχανές, μεγάλο σκάφος. «Έλυσε τα σχοινιά, βγήκε έξω και γύρισε πίσω». 

S.V.:

Ααα. 

Ν.Λ.:

Την ώρα που το είχα δίπλα μου, έρχεται ο καπετάνιος και μου λέει: «Καπετάνιε, είχε πολλή θάλασσα, ε;» μου λέει. «Είχε». «Γιατί;» του λέω. Εγώ, μου το ’χε πει ο λιμενάρχης. Λέει: «Κι εγώ βγήκα έξω, αλλά δε μ’ έπαιρνε. Και γύρισα τα μπρος πίσω». Του λέω: «Να σε ρωτήσω κάτι; Πόσα χρόνια είσαι στη…» Τον έκοψα εγώ, σαρανταοχτάρης, 50, δεν ήταν 50. Μου λέει: «8 χρόνια». Του λέω: «Όταν εσύ μπήκες στη θάλασσα, εγώ είχα βγει στη σύνταξη». Κάνω έτσι. Έτσι ακριβώς. Λοιπόν. Μου λέει: «Έτσι είναι. Δεν μ’ έπαιρνε» μου λέει. Ο λιμενάρχης, του λέω: «Κάτσε, μια και ήρθες». Του βάζω μια σακούλα, του δίνω 7-8 κιλά σαργούς. Μου λέει: «Τι κάνεις εκεί;». Πάει ο λιμενάρχης, καλός, και μου φέρνει μια σωλήνα μανούρι τυρί, μυτζήθρα φρέσκια. «Έλα, καπετάνιε». Του λέω: «Κάτσε, περίμενε». Ανοίγω το ψυγείο, του βάζω 6-7 κιλά μελανούρια, χοντρά, μισό κιλό το καθένα. «Πάρ’ τα». «Τι κάνεις εκεί;» «Σάματι τα ’χω αγοράσει; Τα ’χω πιάσει» του λέω. Πάω στο λιμεναρχείο… «Έλα» μου λέει «στο λιμεναρχείο να κάνεις χαρτιά, εκεί». Πάω, λέω – ήμαστε οι δυο μας στο γραφείο… Μου λέει: «Καπετάνιε, κάνε τα χαρτιά σου» μου λέει «γιατί…» «Άσ’ το, μωρέ, δεν πειράζει» του ’λεγα εγώ. «Μην είσαι κουτός» μου λέει, να πούμε. Εγώ όχι. «Αυτά δε γίνονται» μου λέει. «Γίνεται». «Θεομηνία» μου λέει. «Απαγορεύεται ο απόπλους παντελώς». Του λέω: «Θα μου επιτρέψεις κάτι που θα σου πω; Θα μου επιτρέψεις να δώσω ένα τελάρο ψάρια στα παιδιά, στους λιμενικούς;» Ειδοποιώ το πλήρωμα, τους λέω: «Φέρτε ένα τελάρο ψάρια, με τον πάγο κι αυτά, εφημερίδα από πάνω και νάιλον. Και φέρτε το στο μπαλκόνι, ένα τελάρο». Μπαίνουμε μες στο γραφείο πάλι και μου λέει: «Καπετάνιε, αυτό δεν το ’χει κάνει κανένας. Τα παιδιά έχουνε θυσιαστεί. Με τις τράτες, με το άλφα, το βήτα, δεν τους έχουνε δώσει ένα κιλό μαρίδες. Και τους… κι εσύ μας έδωσες τώρα 50 κιλά». Του λέω: «Κοίταξε να δεις, εγώ έχω υπηρετήσει στο λιμενικό σώμα. Ήμουνα στο Βόλο, είχα την αγορανομία, την αστυνομία και τη ναυτολογία. Λοιπόν, είχα τον Σκιαδά» του λέω «τον Άκη». Αυτός που έκανε αρχηγός λιμενικού σώματος 6 χρόνια, που δεν έχει κάνει κανένας. Καλός άνθρωπος. «Και έχω υπηρετήσει. Κι έχω και το γιο μου στο λιμενικό σώμα». Λοιπόν. Μου λέει: «Φέρ’ τον εδώ, στη Μήλο». Του λέω: «Εντάξει».  

S.V.:

Κι αυτοί οι Γερμανοί σ’ ευχαρίστησαν μετά; Κάνανε;… 

Ν.Λ.:

Καλά, δε μιλάμε τώρα… Σας λέω, δεν μπορεί να φανταστείτε τώρα. Με είχανε φωνάξει απ’ την πρεσβεία δηλαδή… 

S.V.:

Α, ναι. Είχαν τρομοκρατηθεί αυτοί όταν τους βρήκες; 

Ν.Λ.:

Ναι. Μιλάμε για φουρτούνα μεγάλη. Μεγάλη φουρτούνα, να πούμε. Και κρύο; Ο Θεός να βάλει το χέρι Του. Χειμώνας, σου λέω, Γενάρης μήνας τώρα, κατεβασιά, που λέμε, αυτή, σοροκάδα. Είναι πολύ μπελάς. Και θέλω να πω ότι τα ταξίδια που έκανα και τα αυτά ήταν όλα επικίνδυνα. Απλούστατα όμως είχα καλά εργαλεία, καλά εργαλεία, τα οποία… Όλα τα αλιευτικά δεν έχουνε πανί. Εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να έχω εργαλείο και να μην έχω πανιά. Και είχα κι ένα σωσίβιο για το σκάφος, παλικάρια μου, τα οποία δεν είχε κανένας, ένα μουσαμά, το οποίο ήτανε 30 μέτρα επί 20, το κάνεις φωλιά… Πες ότι έκανες νερά, τρύπησε, άνοιξε ένα… Το περνάς στην πλώρη, βαρίδι στο κέντρο, σχοινιά δεξιά-αριστερά, το βάζεις από κάτω, το περνάς όλο το καΐκι από κάτω και το φέρνεις απάνω. Σταγόνα. Η πίεση πάει και φρακάρει απάνω στο πέτσωμα και δεν μπαίνει σταγόνα νερό. Το ένα κομμάτι το ’χω πάνω εδώ, τώρα. Έχω τα ραντάρ απάνω, τα βλέπετε; Απάνω να δείτε, ό,τι θέλεις έχει πάνω. Λοιπόν. Σταγόνα. Άμα σας δείξω εκεί, έχω δέκα πανιά. Άμα πα’ να σηκώσεις ένα πανί, δε θα το σηκώσεις στα χέρια, ένα πανί εκεί. Έχω δέκα. Γιατί ήμουνα πραγματικά, όπως είπατε, μου άρεσε η δουλειά και τη βελτίωνα ολοένα. Έπιασα πολλά ψάρια και με τα δίχτυα, πάρα πολλά ψάρια, από συναγρίδες, αστακούς πολλούς… Καλά, η γόπα και το σαυρίδι ήτανε… σύννεφα. Ή μπαρμπούνια κι αυτά, πολλά, πάρα πολλά. 

S.V.:

Τα χρόνια τα παλιά τα νοσταλγείς; 

Ν.Λ.:

Ε, ναι. Τα νοσταλγώ, γιατί ήταν πιο ωραία. Πολύ πιο ωραία. Απ’ όλες τις μπάντες. Από όλες τις μπάντες.  

S.V.:

Και τα ψαρέματα τα παλιά τα νοσταλγείς; 

Ν.Λ.:

Και τα ψαρέματα και τ’ άλφα, το βήτα. Καταρχάς, μας είχε κάνει πολύ δυνατούς. Όταν λέμε πολύ δυνατούς, ξέχασέ το να ζυγώσεις. Μη… οικοδόμοι κι αυτά, ξέχασέ το. Μ’ αυτή τη δουλειά που έκανα εγώ. Ούτε να το σκέπτεσαι. Δε γίνεται. Ήτανε τα χέρια μου έτσι, άμα κάνω έτσι, αυτό έτσι. Τώρα. Τα δάχτυλα. Γιατί κάτι φορές, κοιτάξτε. Πώς ήμουνα. 93 κιλά ήμουνα. Ήμουνα 93 κιλά.  

S.V.:

Μάλιστα. Και τι νοσταλγείς περισσότερο; Τι σου λείπει περισσότερο απ’ τα χρόνια εκείνα; Κούκλος. 

Ν.Λ.:

Εδώ είμαστε στη Σιγκαπούρη. Εδώ, εδώ είμαι σαν το γιο μου. Εδώ. 

S.V.:

Και να σου πω, τι είναι αυτό που σου λείπει περισσότερο, αυτό που νοσταλγείς πιο πολύ απ’ τα παλιά τα χρόνια; 

Ν.Λ.:

Κοίταξε να δεις, είχαμε πρώτα πρώτα αυτή την αγάπη, αυτή την αγάπη που έβλεπες την κουμπάρα, τον κουμπάρο, τον αδερφό, που σεβόταν ο ένας τον άλλονε, σπίτι με σπίτι, τα γλέντια μας τα φοβερά. Κάνουμε και τώρα. Ειδικά εγώ κάνω πολλά γλέντια. Γιατί έχω και τη μουσική και το άλφα, το βήτα. Όλα ξεκινάγανε από τον καπετάν Νικόλα. Γύρισε από πίσω, γράφω πότε είναι. 

S.V.:

Μάλιστα. Και έτσι, κλείνοντας, κάνε μας μια ευχή για το μέλλον της θάλασσας, για το μέλλον του επαγγέλματος του ψαρά. Τι θες να πεις, μια ευχή; 

Ν.Λ.:

Πιστεύω ότι δε θα αντέξει πολύ η ψαροσύνη στην Ελλάδα, τη στιγμή που είναι μικρό το νούμερο που μπαίνουνε στη θάλασσα από νέους, κι εφόσον είναι μικρό το νούμερο, πα’ να πει, ο μεγάλος, ο Νίκος θα φύγει, ο άλλος θα φύγει, ο άλλος θα φύγει. Κι εφόσον δεν μπαίνουνε νέοι, γιατί δε βλέπουνε, δε βλέπουνε φως μπροστά τους, ευημερία, με λίγα λόγια, να ζήσουνε, το βλέπω δύσκολο, το βλέπω όχι δύσκολο, το βλέπω πάρα πολύ δύσκολο. Τρία παλικάρια έχω εγώ και, στην πραγματικότητα, δεν είναι κανένας στη δουλειά. Παρ’ όλα που τους αρέσει. 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Αλλά τα πράματα είναι δύσκολα. 

S.V.:

Ενώ παλιά ήταν διαφορετικά. 

Ν.Λ.:

Ενώ, όταν θα πούμε ότι για ένα ψαραδικάκι, δεν το θεωρώ ότι είναι δουλειά το να μιλάμε ένα βαρκάκι τώρα, 5 μέτρα και 6, να ’χεις 5 τσούλια δίχτυα μέσα και… Αυτό είναι ούτε μεροκάματο. Να παιδεύεσαι, να κάνεις, να δηλώσεις τα αυτά… δεν είναι, είναι… φτηνιάρικα πράματα. Οπότε λέει ο άλλος: «Γιατί να μην πάω να παίρνω ένα μηνιάτικο; Και να τρέχω στη θάλασσα». Γιατί, κακά τα ψέματα, είναι βαριά η δουλειά.  

S.V.:

Είναι. 

Ν.Λ.:

Δύσκολη. Φουρτούνες, θεομηνίες, ρέματα, όπως είπα και προηγουμένως, δελφίνια, σούξου μούξου, έχεις πολλές, έχεις πολλές ζημιές. Και δε βγαίνει. Δε βγαίνει. Εκτός έχεις οικογένεια, όπως είπα, αυτό ναι. Να φτιάξεις εργαλείο σοβαρό, όπως είχαμε, για να βγάλεις το μεροκάματο. Και να μπορέσεις, να είσαι γνώστης, να γυρίσεις όλα τα νησιά, όλη την Ελλάδα. 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Στα νησιά, παιδιά, που πήγαινα εγώ το ’52 και ’53, εγώ το ’54 που παντρεύτηκε η αδερφή μου, δεν ήμουταν, ούτε ο πατέρας μου στο γάμο ούτε εγώ. Της αδερφής μου εδώ, απέναντι. Γιατί; Γιατί του πατέρα μου του πιάστηκε το χέρι, γυαλάς κι αυτός, και πήγε από το… Μήλο στο Τζάνειο, στο νοσοκομείο, γιατί δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι. Από τα βρεξίματα. Εγώ έμεινα με το σκάφος στο να… στη Μήλο στα Αππολλώνια. Και δεν ήμουνα στο γάμο της αδερφής μου. Ούτε ο πατέρας μου. Γιατί αρρώστησε, κι ο ένας πήγε στο νοσοκομείο κι εγώ ήμουνα με το σκάφος στη Μήλο. Από μικρό, παιδιά, τώρα, κατάλαβες; Έχουμε περάσει κανάλια μεγάλα. Φεύγαμε απ’ τη Μήλο με τα κουπιά εγώ κι ο πατέρας και πηγαίναμε να κάνουμε ζωσιές στην Αντίμηλο όλη μέρα και να γυρίζουμε στον Αδάμαντα, 9 μίλια, να πάμε τα κουπιά και να πάμε να γυρίσουμε. Όλα. 

S.V.:

Έχετε κουραστεί στη θάλασσα.  

Ν.Λ.:

Ένα ήταν ότι ήμουνα πολύ δυνατό παιδί. Πολύ δυνατό παιδί. Και υπάρχει κούραση μεγάλη, βέβαια, εννοείται. Αλλά, αντοχές μεγάλες. Γι’ αυτό του ’πα του γιου μου, όταν ήταν να πάει στο λιμενικό σώμα, δεν ήθελα εγώ να πάει. Του λέω: «Θα πας τώρα για μηνιάτικο, τώρα… Ένα μεροκάματο δικό μας είναι». Του κάνω έτσι. Παιδιά, τα βάζεις; Άμα τα βάζεις, έλα πάρε. Αλλιώς… Η γυναίκα μου όμως δεν ήθελε να τον κάνει ψαρά. Παρ’ όλα που πέρασε καλά. Με σπίτια, μ’ αυτά… Το σπίτι είναι 650 τετραγωνικά όλο. Αυτό, πάνου, τ’ άλλο είναι 200. Και τ’ άλλο είναι στην Πάτρα είναι άλλα 100. Έχω 1.000 τετραγωνικά, εργοστάσιο. Από πού γίνονται; Αλλά ήξερε βέβαια ότι είμαι βρεγμένος και ρημαγμένος. Και πάλι δεν το ’βαζα κάτω εγώ, μέχρι σήμερα. «Ε, πήγαινε, πάρε ένα μηνιάτικο, να πάρεις ένα χιλιάρικο να ξεμπερδέψεις». Εγώ ήθελα 5.000 ευρώ το μήνα, 10.000 να πα’ να… έβγαινα όξω. Τι να κάνεις με ένα χιλιάρικο; Και του ’λεγαν οι Σπετσιώτες του αγαπητού του υιού, που μιλάνε σπετσιώτικα: «Ρε Χρήστο, εσύ, ο γιος του Λούμη, κάθισες στο λιμενικό σώμα, μ’ ένα κιλό χίβες;» Οι χίβες είναι τα τρίτα ψάρια, τα τελευταία. «Ένα κιλό… του πατέρα σου;» 

S.V.:

Στενοχωρηθήκατε που δεν μπήκε κάποιο παιδί στο ψάρεμα; 

Ν.Λ.:

Ναι, κοίταξε να δεις, γιατί είχα τη δύναμη, είχε μεροκάματα δυνατά, δε μιλάμε για… δε μιλάμε για 500 ευρώ κι αυτά. Άμα γνωρίζεις. Μεροκάματα καλά. Αρκεί να δουλέψεις όμως. Γιατί άμα πεις «ωωω… ουου, έχει αέρα» κι αυτό… Εγώ ήμουνα ο Θεός να βάλει το χέρι Του. Έφευγα πάντα με 7-8 μποφόρ. Γιατί έφευγα πάντα; Για να πάω εγώ στην Αστακίδα, είναι 200 μίλια. Άμα περιμένω στη μπουνάτσα, ώσπου να πάω μία μέρα και μία να γυρίσω, δύο. Κάτω 4 ημέρες, οι 2 τις έχω φάει στο αυτό, άμα φύγω με μπουνάτσα, θα με πιάσει η φουρτούνα. Καλύτερα να φύγω με φουρτούνα και να ’ρθει η μπουνάτσα… 

S.V.:

Παρά με μπουνάτσα και… 

Ν.Λ.:

Έτσι γίνεται. Έτσι γίνεται, παιδιά. Αρκεί όμως… Τα πανιά που είχα στο καΐκι, ξέρεις γιατί τα ’χω τα πανιά; Όταν έχει φουρτούνα, βάζεις το πανί και το καΐκι δεν κάνει αυτό, στέκεται έτσι. Γιατί αυτά τα τρεχαντήρια, μιλάμε για… βουλιάζει βαπόρια. Γιατί έχω κάνει και με βαπόρια και με κότερα και με… παρακότερα. Λοιπόν, είναι σκάφη πολύ καλά. Πολύ καλά σκάφη. Άμα έχεις καλοφτιαγμένο σκάφος και έχεις τα εργαλεία σου μέσα κι αυτά όλα, μη φοβάσαι τίποτε. Αρκεί να το σέβεσαι, τη θάλασσα. Η θάλασσα θέλει σεβασμό. Άμα είσαι βλάκας, είσαι κουτουρού, πού πας; 

S.V.:

Το αύριο της θάλασσας δεν πρέπει να το σκέφτεσαι όμως; Το αύριο; 

Ν.Λ.:

Το αύριο… για τη δουλειά; 

S.V.:

Για το μέλλον της θάλασσας της ίδιας. 

Ν.Λ.:

Κοίταξε, ναι, όπως… δεν πάει καλά. 

S.V.:

Ο ψαράς πρέπει να το σκέφτεται το αύριο της θάλασσας; 

Ν.Λ.:

Ναι, πρέπει να το σκέπτεται, πρέπει να το σκέπτεται και να το προσέχει και να το σεβόμαστε, όσο μπορούμε, αλλά πολλές φορές… Μου λέει κάποιος γνωστός, φίλος, που βγάζουν στην τηλεόραση, θα θυμηθείτε κάτι, να σας πω. «Ένα πενηντάρι, ένα κατοστάρικο, ένα διακοσάρι» λέει «άμα το βρεις…» Τα ’χεις δει αυτά, ε; Που βγάζουνε. Εγώ, επειδής που… Του λέω: «Είσαστε απατεώνες». Του λέω: «Αυτό, στο γραφείο πόσα άτομα έχεις;» Μου λέει: «20 κοπέλες». «Μπράβο. Όταν παίρνω τηλέφωνο και το ’χω βρει, έχω πάρει τίποτε λεφτά; Απλούστατα βαστάτε το τηλέφωνο, για να γράψει το τηλέφωνο, και παίρνετε… η κοπέλα η άλλη μιλάει ότι ναι, το βρήκες, μέσα απ’ τη σπείρα τη δικιά σας» του κάνω εγώ. Μου λέει: «Δε σου ξεφεύγει διάβολος». Μου λέει: «Εγώ παίρνω, δίνω 100.000 ευρώ και παίρνω 20 γραμμές για ένα χρόνο και βάζω 20 κοπέλες και παίρνουνε τηλέφωνα, ό,τι πουλήσουνε πλερώνονται». Ό,τι πουλήσουνε, σύμφωνα με το νούμερο που θα πουλήσουνε. Αυτό, επί τοις εκατό. «Βρε απατεώνες» του λέω. «Ρε» μου λέει «αν δεν το κάνω εγώ, εφόσον μου επιτρέπει ο νόμος, δε θα το κάνει ο άλλος;» «Εκεί με κερδίζεις» του λέω.  

S.V.:

Άρα και ο ψαράς κάτι αντίστοιχο κάνει. 

Ν.Λ.:

Ε, πάντα. Η παρανομία υπάρχει. Έχει έρθει εδώ πλοίαρχος και του λένε απ’ το λιμεναρχείο: «Κάτσε να πα’ να σου φέρω έναν έμπειρο». Ήρθανε, είχα το σκάφος εδώ. Αρόδου. Γιατί δε ζύγωνε κοντά και το ’χα αρόδου. Και πήγαινα με την παντόφλα. Και με φωνάζουνε, ο λιμενικός, να, εκεί. Δρακάτος. Πλοίαρχος, ήτανε στο Τμήμα Αλιείας. Βγάζει και το λιμενάρχη έξω και καθόμαστε οι δυο μας. Και μου λέει: «Σκεφτόμαστε την ανεμότρατα…» μου λέει «ξέρουμε ότι έχεις ανεμότρατα και γριγρί και τέτοια». «Ναι». «Μου τα ’χουνε πει» λέει. «Ωραία». «Σκεφτόμαστε να πάμε την ανεμότρατα απ’ το 1 και τα 2 μίλια, στα 4». «Για ποιο λόγο» του λέω «να το κάνετε αυτό;» Λέει: «Για να το εντοπίζουμε πιο εύκολα». «Τα 2 μίλια» του λέω «με το 1852 είναι 4 χιλιόμετρα κοντά, λοιπόν, 3 τόσο. Τα 2 μίλια. Τα 4 χιλιόμετρα δε βλέπουμε την ανεμότρατα ότι από τα 4 χιλιόμετρα είναι στα 200 μέτρα; Στα… παράνομα μέσα απ’ την Ύδρα; Θέλαμε 8 χιλιόμετρα, να το εντοπίσουμε; Δεν υπάρχει νοητή γραμμή από την Ύδρα, απ’ το Φανάρι, έξω από το Σταυρονήσι, έξω απ’ τη Σπετσοπούλα μέχρι το Τολό, απαγορεύεται, κόκκινη γραμμή, και μέσα; Αφού ψαρεύουμε μέσα ολοένα». Άκου, λέει: «Τι πρόταση κάνεις;» «Πρόταση; Θα σου πω, κάνω την πρόταση. Παράνομος. Εσείς με κάνετε παράνομο. Εσείς. Όπως το είπα για τα δίχτυα. Κόφτε τα, κόφτε τα, κόφτε τα αυτά. Όταν με πιάσεις την πρώτη φορά, μου παίρνεις τα ψαράκια και μου βάζεις και 50.000 δραχμές κι αυτά. Απ’ τις δέκα φορές θα με πιάσεις μισή, μία. Τα ’χω βγάλει εγώ τα λεφτά. Τετραπλάσια». Μου λέει: «Πρόταση». «Θα μου δώσεις 3 μήνες την πρώτη φορά, σταμάτημα το εργαλείο στο μόλο. Άμα με πιάσεις δεύτερη φορά, όλο το χρόνο. Δέσιμο». Μου λέει: «Καλή η πρόταση». «Εγώ σ’ τη λέω. Εσείς με κάνετε παράνομο». 

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

«Εγώ φεύγω από δω» του λέω και πηγαίνω στα Δωδεκάνησα. Ο άλλος ψαρεύει ολοένα γύρω γύρω, εδώ. Φεύγω με φουρτούνες, με θεομηνίες. Λοιπόν. Ε, και βγήκα μια καταδίωξη» του λέω «με 10 μποφόρ έξω, είναι ποτέ δυνατόν; Στην καταδίωξη μόνο θα βγω» λέω. Αφού είμαι της… επαγγελματίας, είναι ποτέ δυνατόν να σε πιάσει ένας ερασιτέχνης; Δεν είναι. Είναι έτσι; Παιδιά, θέλει ένα, ένα υπουργείο… Ξέρεις τι μου είπε ο πλοίαρχος; Μου λέει: «Καπετάνιε μου, σε χαίρομαι. Μου το είπανε, αλλά ξέρεις πού υπαγόμεθα». Του λέω: «Στο Υπουργείο Γεωργίας, Τμήμα Αλιείας». Και μου λέει: «Ξέρεις ότι μέσα στο Τμήμα Αλιείας δεν έχουνε βρέξει τα πόδια τους στη θάλασσα;» «Και τι φταίω εγώ, κύριε πλοίαρχε; Τι φταίω εγώ; Εσείς οι ίδιοι φταίτε που υπηρετείτε το υπουργείο. Τι να κάνουμε δηλαδή; Πολύ ειδικοί. Οι πολύ ειδικοί. Άμα βάλει ο πρωθυπουργός ένανε, στο υπουργείο αλιείας, έναν που ’ναι γιατρός… σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ». Λεβέντες μου, άμα πάω πάνω, σπίτια, θα σας φέρω δύο καπέλα. Σας λέω ιστορίες, πρέπει να μιλάμε 6 χρόνια. Προσέχτε. Έχω απάνω δύο καπέλα. Ήρθε η πυραυλάκατος στο Πόρτο Χέλι. Έχω το κότερο, τον ντόκο στο άκρο. Μιλάνε στο VHF, το λιμεναρχείο, να βγάλω το κότερο. Έρχεται ο λιμενάρχης και μου λέει: «Καπετάνιε, να βγάλεις το κότερο». «Δεν το βγάζω». Μου λέει: «Το πολεμικό». «Στο ναύσταθμο» του λέω. Μου λέει… «Δεν το βγάζω, ρε παιδάκι μου» του λέω. «Πάρε τα κλειδιά και πάρ’ το. Μπορείς; Πάρ’ το. Εγγλέζικη σημαία έχει μέσα, πάρ’ το. Έμπα». «Βρε καλέ…» Με ξέρουνε τώρα. «Δεν το βγάζω, ρε άνθρωπε» του λέω. «Γιατί να το βγάλω;» Μου λέει: «Γιατί δεν τον παίρνει». «Ωραία. Σε πληροφορώ κι εγώ, άμα μιλάω με ερασιτέχνη, τον παίρνει. Και περισσεύουνε και 20 μέτρα». Του λένε: «Να σου στείλω τον πιλότο;» Αυτοί τώρα πού να… Παλικάρι ωραίο. 35 χρονών ήτανε ο καπετάνιος. Κυβερνήτης. «Πες του να ζυγώσει, πες του να ζυγώσει, θα τονε δέσω εγώ» του λέω. Ανεβαίνουνε, τους έβλεπα, με τα κιάλια κοιτάγανε, ζυγώσανε, πετάνε τα ιβιλάι, τους δένω εκεί. Ήρθε. Με το που ήρθε στον ντόκο, βγήκε έξω, ήρθε κοντά μου. «Γεια σου, καπετάνιε» μου λέει. «Γεια σου, κύριε πλοίαρχε» του λέω. Μου λέει: «Σε είδα που έκανες φασαρία ολόκληρη». Του λέω: «Θα σου πω, τώρα που ήρθες. Τι είπα; Θα ’ρθεις στον ντόκο και θα περισσεύουνε και 20 μέτρα. Περισσεύουνε 20 μέτρα ή δεν περισσεύουνε;» Μου λέει: «Ναι. Ναι, αλλά» μου λέει «εμείς φοβόμασταν». Του λέω: «Ναι, αλλά κι εσύ, εσύ μιλάς με καπετάνιο κι εγώ μιλάω, με επαγγελματία, κι εγώ μιλάω με ερασιτέχνη» του κάνω. Να. Έτσι ακριβώς. Αυτός κατάλαβε. Σου λέει, ό,τι μας είπε, περισσεύουν και 20 μέτρα, το βλέπει. Μου λέει: «Περίμενε». Μπαίνει μέσα στο σκάφος και μου φέρνει δύο καπέλα –τα ’χω απάνω, τώρα, να πάω να σας τα φέρω να τα δείτε– «Πυραυλάκατος ΝΤΕΓΙΑΝΝΗΣ». Με κλάρα. Μου λέει: «Μ’ αρέσεις». «Κι εμένα μ’ αρέσεις πιο πολύ. Λεβέντης είσαι, άμα με βάλεις μες στο σκάφος και μου πεις για τα κανόνια, δε θα ξέρω, γιατί δεν τα ’χω δουλέψει. Όσο για τη θάλασσα, θα σε πάρω και μέσα εσύ κι όλη τη ναυτιλία να τους γυρίσω όλη την Ελλάδα, από μέσα, ξέρω πολλές, που, το οποίο εσύ θα τραβάς τα μαλλιά σου». Είναι ποτέ δυνατόν; Δεν είναι δυνατόν. Να πιάσεις τον επαγγελματία, το σούπερ επαγγελματία, δεν είναι ποτέ δυνατόν. 

S.V.:

Μάλιστα. 

Ν.Λ.:

Βρε παιδιά, πρέπει να τα λέμε τα πράματα με το όνομά τους. Αυτό που δεν ξέρω δεν το ξέρω. 

S.V.:

Ναι. Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν είναι η δουλειά μου. Δεν το ξέρω. Αυτό που ξέρω όμως, χρόνια ολόκληρα, για όνομα του Κυρίου και της Παναγίας. 

S.V.:

Πρέπει να σας ακούν περισσότερο. 

Ν.Λ.:

Ένα παιδί 35 χρονών. Τον παίρνω, έρχεται στο κότερο, ήπιαμε τα ουισκάκια μας, είχαμε τα μπουζούκια. Τον παίρνω το βράδυ, πάμε στα μπουζούκια. Ωραίο τραγούδι – γιατί τραγουδάω κιόλας. Έχω [01:30:00]και δίσκο. Λοιπόν, το βράδυ, αφού περάσαμε ωραία, πάμε πάλι στα αυτά, μου λέει: «Πάρε και την κάρτα μου» κι αυτά. Ωραίο παλικάρι, λεβέντης και όμορφο παλικάρι κι αυτά. Αλλά, μου λέει: «Φοβόμαστε πολύ, καπετάνιε μου» μου λέει. «Το ξέρω, έχεις δίκιο και σε είδα που… Κανένας δε θα το ’κανε» μου λέει «αυτό». Του λέω: «Έχω υπηρετήσει στο λιμενικό σώμα, τα οποία και γνωρίζω πάρα πολλά πράγματα, αλλά είμαι της δουλειάς αυτηνής από τόσο δα. Βαπόρια, κότερα, αυτά, πανάδικα, σούξου μούξου, τα πάντα». Δεν μπορεί να σε διδάξει ο άλλος. Δεν μπορεί να σε διδάξει ο άλλος.  

S.V.:

Καταλαβαίνω τι λέτε. 

Ν.Λ.:

Με καταλαβαίνετε, παιδιά; 

S.V.:

Πρέπει να σας ακούν περισσότερο, κατάλαβα. Τους επαγγελματίες και τους ανθρώπους της θάλασσας. 

Ν.Λ.:

Ναι. Υπάρχουνε κι επαγγελματίες, αλλά είναι σε μια σκάλα… σας είπα. 

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Μικρότερης κατηγορίας. Υπάρχει Α΄ Εθνική, υπάρχουν και…  

S.V.:

Ναι. 

Ν.Λ.:

Δεν είναι έτσι; 

S.V.:

Κύριε Νίκο, εγώ είμαι εντάξει. Δεν ξέρω κάτι άλλο άμα θέλετε να πείτε; 

Ν.Λ.:

Όχι, τι να πούμε; Αυτό που μπορώ να πω, να χαιρετήσω τους ψαράδες τους λεβέντες, γιατί έχουμε πολύ καλούς ψαράδες, έχουμε πολύ καλούς ψαράδες και η Κοιλάδα έχει αρκετούς ψαράδες και φιλότιμα παλικάρια και οι Σπέτσες έχει, από χρόνια πολλά, οι Σπέτσες είναι, είναι πολλοί παραγαδιάρηδες, παραγαδιάρηδες. Από χρόνια πολλά. Έχουνε φύγει και πολλοί πάλι ανθρώποι. Λεβεντιές είναι. Οι ψαράδες είναι λεβέντες. Απ’ ό,τι γνωρίζω, είναι λεβέντες. Μπορεί να υπάρχει –και παντού υπάρχει– μια μικροζήλια, εντάξει; Αλλά όχι για όλο το ποσοστό των… Νομίζω ότι είναι μικρό το ποσοστό. Ένας σωστός ψαράς κάθεται και ακούει και κάνει και δείχνει. 

S.V.:

Φοβάστε ότι η ψαροσύνη μπορεί να χαθεί απ’ τον Αργολικό κάποια στιγμή ή να μειωθεί πολύ; 

Ν.Λ.:

Ναι, εγώ το φοβάμαι. Το φοβάμαι. Το φοβάμαι. Γιατί είναι μεγάλη, η υπεραλιεία είναι πάρα πολλή και, απ’ την άλλη μπάντα, είναι η μόλυνση, όπως λέμε. Τα οποία είναι τα δύο πράματα άσκημα και πρέπει, πρέπει το υπουργείο μας, το κράτος μας, η πολιτεία μας, οι πολιτικοί μας να μπορέσουνε να τα μελετήσουνε, είναι καλό για το μέλλον μας. Να μπορέσουνε να κάνουν ορισμένες προδιαγραφές που πρέπει.  

S.V.:

Ωραία. Ευχαριστούμε πολύ, κύριε Νίκο. 

Ν.Λ.:

Να ’σαστε καλά. Τα χαιρετίσματά μου στους φίλους μου τους Κοιλαδιώτες και στους Σπετσιώτες και σε όλους και σ’ όλο τον κόσμο. Να είναι καλά. Καλό Πάσχα να έχουμε. Ένα είναι ότι είπαμε εδώ και δεν σας έχω κεράσει τίποτε.  

S.V.:

Μετά. Τώρα, που τελειώσαμε. 

Ν.Λ.:

Μπράβο.  

S.V.:

Ευχαριστούμε πάρα πολύ. 

Ν.Λ.:

Να ’σαστε καλά. Χάρηκα, παιδιά. Με χαμόγελο είσαστε και σας χαίρομαι. 

S.V.:

Ευχαριστούμε. Τέλεια.