© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Από την Μυτιλήνη στην Πεντέλη: η ιστορία ζωής της Βέρας Σαμίου
Κωδικός Ιστορίας
10332
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Bέρα Σαμίου (B.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/07/2020
Ερευνητής/τρια
Μαρία-Μαρίνα Μπουκίου (Μ.Μ.)
[00:00:00]Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Καλησπέρα σας! Λέγομαι Βέρα Σαμίου.
Είναι Κυριακή 12 Ιουλίου του 2020. Είμαι με την κυρία Βέρα Σαμίου. Βρισκόμαστε στη Νέα Πεντέλη. Εγώ ονομάζομαι Μαρία-Μαρίνα Μπουκίου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Κυρία Βέρα μου. Θα μας πείτε πότε γεννηθήκατε και πού;
Γεννήθηκα το 1933 στη Φίλια της Λέσβου. Εκεί ήταν η οικογένειά μου, οι γονείς μου. Είμαστε τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια, δύο κορίτσια. Εγώ ήμουνα η πιο μικρή. Εκεί πήγα σχολείο στο Δημοτικό, εκεί ζούσαμε. Ο πατέρας μου ήτανε γεωργός. Ήταν η εποχή της… Μετά την Κατοχή. Και ο κόσμος υπέφερε από πείνα. Όταν τελείωσε ο αδερφός μου το σχολείο του, ο μπαμπάς μου αγόρασε πρόβατα και τα κοιτούσε το παιδί, για να μπορέσουμε να ζήσουμε, να έχουμε το γάλα, το τυρί. Κι ο πατέρας μου έσπερνε σιτάρι, κριθάρι και τα βγάζανε, το αλωνίζανε, το φέρναμε στο σπίτι, το πηγαίναμε στο μύλο. Είχαμε μύλο νερόμυλο και παίρναμε το αλεύρι, η μαμά ζύμωνε. Είχαμε φούρνο με ξύλα, στο χωριό, και η μαμά μου ζύμωνε και κάναμε τα ψωμιά που τρώγαμε. Όταν όμως ήταν η κατοχή που ήτανε, η... Της μαμάς μου η αδερφή ζούσε στην πόλη στη Μυτιλήνη μέσα και εκεί ήρθαν πάρα πολλοί Γερμανοί και είχανε— δεν μπορούσανε να ζήσουνε— τους φέραμε και αυτούς στο χωριό στο σπίτι μας και ζούσαμε όλοι μαζί. Προσπαθούσαμε το καθημερινό. Η μαμά μου είχε αργαλειό και ό,τι μπορούσε ύφαινε και μας έκανε μ' αυτά να κάνουμε και τα ρούχα μας, τα εσώρουχα μας, τις κουβέρτες μας, ό,τι μας χρειαζότανε. Περάσαμε δύσκολα τα χρόνια. Εγώ πήγαινα στο Δημοτικό το σχολείο. Όταν έγινε η απελευθέρωση, της μαμάς μου η αδερφή, η οικογένεια της φύγανε ξανά στη Μυτιλήνη. Και εγώ τότε τελείωσα το σχολείο, με πήρανε κι εμένα, γιατί ήτανε και νονός μου και θείος μου, με πήρανε κι εμένα στη Μυτιλήνη για να πάω να μάθω ραπτική. Είχε εκείνος δύο κορίτσια και εγώ και πήγαμε και μάθαμε ραπτική. Τότε η μαμά μου και οι γονείς μου θέλησαν να ρθούνε και αυτοί στην πόλη. Είχε ηρεμήσει η Ελλάδα, ήταν όλα καλά και θέλανε να ρθούνε κι εκείνοι στην πόλη. Και ήρθανε κι εκείνοι και ζούσαμε στη Μυτιλήνη. Νοικιάσαμε σπίτι και μέναμε... Ο αδερφός μου είχε πουλήσει τα πρόβατα και είχε έρθει στη Μυτιλήνη και ο ένας ο αδερφός μου είχε πάει να μάθει να κάνει σαμάρια σε σαγματοποιό να μάθει να κάνει, γιατί είχαμε ζώα πολλά, να κάνει σαμάρια. Ζούσαμε εκεί, ό,τι ο καθένας μπορούσε έκανε, αλλά η μητέρα της αδερφής μου το '47, έφυγαν και ήρθαν στην Αθήνα, ήρθανε στην Πεντέλη. Στην Πεντέλη ήρθανε γιατί είχαν ένα συγγενή ο οποίος έκανε εδώ το φούρνο και είχανε μία δουλειά να ζήσουν καλύτερα και τα παιδιά τους να μπορέσουν να τα μορφώσουνε. Αφού μείναμε εμείς στη Μυτιλήνη, στο χωριό ζούσαμε όχι καλά, σαν χωριό. Θέλησαν να ρθούνε, να ρθούμε κι εμείς στην Αθήνα.
Και ξεσηκωθήκαμε και ήρθαμε στην Αθήνα. Όταν ήρθαμε στην Αθήνα στην Πεντέλη βέβαια που ήτανε η αδερφή της μητέρας μου. Η Πεντέλη τότε ήτανε, μόλις είχε γίνει συνεταιρισμός, γιατί πρώτα ήτανε ένα βουνό… Τώρα… Εκεί είναι η ζωή μου, γιατί εγώ ήρθα πια εδώ 12-13 χρονώ.
Προτού έρθετε εδώ στην Πεντέλη, από τη Μυτιλήνη ήρθατε κατευθείαν στην Πεντέλη ή πήγατε, ήταν να μείνετε κάπου αλλού πρώτα;
Όχι κατευθείαν στην Πεντέλη.
Στο Γαλάτσι όχι;
Όχι. Στην Πεντέλη ήρθαμε κατευθείαν. Ψάχναμε να βρούμε οικόπεδο σε διάφορα μέρη. Στο Γαλάτσι, όπως είπες, στα τότε Σούρμενα, στη Νίκαια, αλλά δε μας άρεσε, θέλαμε που ήτανε εξοχή. Ένας λόγος που δε θέλαμε ήταν γιατί ήταν οι φυματικοί τότε εδώ, να μείνουμε στην Πεντέλη. Αλλά όταν ήρθαμε εδώ, ο πατέρας μου έφερε ένα μουλάρι και η Πεντέλη δεν είχε νερό και κουβαλούσε νερό από την πηγή στα σπίτια. Στα σπίτια όχι, παράγκες. Ήτανε παράγκες τότε. Πριν από μας δεν ήτανε... έγινε ο συνεταιρισμός και όποιος μπορούσε έπαιρνε ένα οικόπεδο και έφτιαχνε μία παράγκα γιατί συνήθως ήταν όλοι, τα παιδιά με αδενοπάθεια και φυματικοί σε ανάρρωση. Ε… ο πατέρας μου πήγαινε... σκηνές είχανε, παράγκες, σκηνές και πήγαινε νερό. Δεν υπήρχε νερό και η μαμά μου πάλι εδώ έκανε, είχε αργαλειό και ύφαινε, η αδερφή μου έκανε, ανέβαζε πόντους σε κάλτσες -τότε που οι κάλτσες που δεν υπήρχαν και όταν έφευγε ένας πόντος, είχε μάθει και ανέβαζε τους πόντους- και εγώ συνέχισα τη μοδιστρική, που είχα πάει στη Μυτιλήνη και έμαθα, συνέχισα και εδώ. Συνέχισα εδώ σε άλλο κλάδο ραπτικής, σε λαστέξ και σε εσώρουχα, σε σουτιέν. Έτσι ζούσαμε εδώ, που ήρθαμε το '50. Το… Εδώ η ζωή ήτανε πιο καλή, πιο... Ήτανε που κάνανε, πήρανε άδεια... Τώρα που... Θα πρέπει να πω για τα σπιτάκια—
Πείτε μας!
Η Πεντέλη ήταν ένα βουνό και οι φυματικοί έπρεπε να πάνε σε καθαρόν αέρα. Το Υπουργείο Υγείας πήγε στο μοναστήρι και του δώσανε μία περιοχή που είναι η Νέα Πεντέλη για να κάνουνε κάτι σπιτάκια να μπαίνουν μέσα αυτοί που θα ήταν σε ανάρρωση. Τα σπιτάκια ήταν αυτά που είναι το σημερινό σχολείο. Όλη αυτή η περιοχή. Και έτσι ο κόσμος ζούσε ήσυχα. Και ξεκινήσανε με προσωπική εργασία. Δεν είχε συγκοινωνία. Δύο λεωφορεία την ημέρα ήτανε και ξεκινήσανε, με προσωπική εργασία, να φτιάξουνε ένα, μονοπάτια, έναν δρόμο να έρχεται το αυτοκίνητο να... Ήτανε όλο πεύκα... Κόψανε λίγα πεύκα για να κάνουν ένα μέρος να έρχεται το αυτοκίνητο και ζούσε ο κόσμος ήσυχα. Ο πατέρας μου με τη δουλειά του, ο αδερφός μου άνοιξε ένα μαγαζάκι μανάβικο και περνάνε τα… Πολύ λίγοι οι άνθρωποι, όλοι σχεδόν σε ανάρρωση. Και έτσι περνούσανε τα χρόνια εδώ. Τώρα τι θέλεις να σου πω; Δεν ξέρω! Στο χωριό. Τόπος που είχαμε... Τι, τι να πω για το χωριό τώρα;
[00:10:00]
Για τη Μυτιλήνη;
Ναι.
Τι αναμνήσεις έχετε από τα παιδικά σας χρόνια; Περισσότερο τι κυριαρχεί στο μυαλό σας;
Στο μυαλό μου, τα παιδικά μου χρόνια... Ήμουνα πολύ ζωηρή, παίζαμε με όλα τα παιδιά και παίζαμε τα παιχνίδια τα τοπικά. Παίζαμε μπάλα την οποία την κάναμε με κουρέλια. Κάναμε, μαζεύαμε κουρέλια από μοδίστρα, τυλίγαμε σε ένα μεγαλύτερο ύφασμα, το ράβαμε και το κάνουμε μπάλα. Το παιχνίδι μας ήτανε να κάνουμε κάτι στη σειρά εννέα λακουβίτσες, η μιά από την άλλη, όσο παίρνει μία μπάλα και η μια από την άλλη να απέχει γύρω στα 15 εκατοστά. Και έριχνες την μπάλα και όταν την πέρναγε και δεν έπεφτε μέσα σε λακουβάκι, έχανες. Όταν έμπαινε σε λακουβάκι,— πόσα ήτανε οι λακουβίτσες;— Κέρδιζες τόσους πόντους. Και όποιος κέρδιζε τους μεγαλύτερους, τους περισσότερους πόντους ήτανε ο αρχηγός και έβαζε τα παιδιά να κάνουνε το καθένα, το ένα να κάνει το γαϊδούρι, το άλλο να κάνει το πρόβατο, το άλλο να κάνει το σκύλο, τη γάτα και παίζαμε και περνούσε η ώρα. Παίζαμε το κρυφτό, παίζαμε κυνηγητό, παίζαμε διάφορα παιχνίδια που τα φτιάχναμε μόνοι μας. Αυτά γινότανε όταν πηγαίναμε στο σχολείο. Μετά από το παιχνίδι, θα είχαμε το διάβασμα, δεν είχαμε, έπρεπε να διαβάσουμε μόνοι μας, οι γονείς μας ήταν όλοι απασχολημένοι, δεν είχαμε… Άλλος στην εξοχή, άλλος στην... Στο πλύσιμο, στο μαγείρεμα, σε τέτοια πράγματα. Και μετά κάναμε στο σχολείο θεατρικά…
Παραστάσεις;
Παραστάσεις. Θεατρικές παραστάσεις. Πάντα εγώ ήμουνα μέσα, παίζαμε, ήτανε ωραία. Οι δάσκαλοι ήτανε πολύ καλοί, δεν είναι σαν και σήμερα, ήταν δάσκαλοι, δάσκαλοι με... Πραγματικά μας μαθαίνανε γράμματα και μας μαθαίνανε τρόπους, μας μάθαινε να είμαστε ευγενείς, πολλά πράγματα, που από τα παιδικά μας χρόνια μείνανε. Κι όταν ήρθαμε στην Αθήνα, στην Πεντέλη, άλλαξε η ζωή μας. Δεν μας άρεσε καθόλου στην αρχή, γιατί ήτανε... Δεν ήτανε ο κόσμος όπως ήτανε στο χωριό.
Ποιες διαφορές υπήρχαν δηλαδή;
Εδώ δεν, δεν είχαμε την επαφή, ενώ στο χωριό, ήτανε Απόκριες... Όταν γιορτάζαμε τις Απόκριες, μαζευότανε οι συγγενείς, οι φίλοι μαγείρευαν στο σπίτι τους ένα φαγητό και τη μία ημέρα πηγαίναμε, τη μία Αποκριά πηγαίναμε σε ένα σπίτι. Εκεί γινότανε ένα γλέντι. Το γλέντι τραγουδάγανε και το όργανο τους ήτανε ένας ντενεκές να τον χτυπάνε. Ένας που ήξερε το ρυθμό να χτυπάει και χορεύανε και τραγουδάγανε. Την άλλη εβδομάδα γινότανε σε άλλο σπίτι. Και αυτές ήτανε οι Απόκριες που κάναμε εκεί. Το Πάσχα το γιορτάζαμε πάρα πολύ καλά. Κάναμε αρνί όλοι. Όλοι είχανε το Πάσχα αρνί. Δεν… Ούτε φτωχός, όλοι ήμασταν ίδιοι. Το αρνί το κάναμε γεμιστό. Το μισό από τη μέση και πάνω το γεμίζαμε με ρύζι με τα εντόσθια, τα κόβουμε ψιλά ψιλά, τα σοτάρανε, μετά βάζαμε το ρύζι, έβραζε το ρύζι μαζί με τα συκωτάκια και μετά γέμιζαν το αρνί, το έραβαν και ένα φούρνο, μία γειτόνισσα, φέτος εμείς, του χρόνου οι άλλοι, τα βάζανε όλοι σε ένα φούρνο με ξύλα που τον έκαναν και το σφράγιζαν γύρω-γύρω για να μη βγαίνει η μυρωδιά και να ψηθούνε καλά. Κι όταν τελείωνε, όταν γινότανε όλη η ακολουθία στην Ανάσταση πηγαίναμε σ' αυτό το σπίτι, έπαιρνε ο καθένας... Τα βάζαμε σε λεκάνη πήλινη, μεγάλες λεκάνες πήλινες, τα βάζαμε εκεί μέσα και μετά τα παίρναμε στο σπίτι η κάθε οικογένεια κι έτρωγε. Την άλλη μέρα, πού ήτανε ημέρα δεύτερη του Πάσχα, μετά από την εκκλησία κάναμε κούνιες. Οι κούνιες αυτές ήτανε στην είσοδο του σπιτιού, στην πόρτα βάζαμε σχοινιά και δεν κάναμε κούνια ένα άτομο. Ήτανε κούνια με ένα πλατύ ξύλο που μπαίνανε δύο μέσα. Ένας από τη μία και ένας από την άλλη. Μαζευόντουσαν τα κορίτσια και οι μαμάδες. Τα κορίτσια μπαίνανε και τα κουνάγανε τα άλλα κορίτσια και τραγουδάγανε και γιορτάζανε την δεύτερη μέρα του Πάσχα. Όπως αυτό τα κάνανε και συνέχεια. Αυτές τις γιορτές κάναμε. Τα Χριστούγεννα κάναμε, κάναμε, είχαμε τη συνήθεια να κάνουμε ντολμάδες, ντολμάδες όμως με κρεμμύδι, γιατί το χωριό μας ήταν όλοι από την Σμύρνη, από τη Μέση Ανατολή και είχαμε εκεί, εκείνα τα συνήθεια που είχαμε συνεχίσαμε. Κάναμε ντολμάδες, παίρναμε τα κρεμμύδια οι μαμάδες μας— εγώ θυμάμαι τη μαμά μου που τα έκανε αυτά— μεγάλα κρεμμύδια, τα καθάριζε, έκοβε από μία πλευρά και τα έβαζε σε μία κατσαρόλα και βράζανε. Τα κρεμμύδια μετά αυτά άνοιγαν ένα-ένα και είχαν ετοιμάσει το ρύζι με το κρέας— δεν είχαν κιμά τότε— τα κόβανε κομματάκια κομματάκια το κρέας με το αλάτι, το πιπέρι, το κρέας, το ρύζι γεμίζανε το κρεμμύδι αυτό το ντολμά έκλεινε και το λέγανε ντολμάδες και κάναμε τους ντολμάδες. Και τα Χριστούγεννα ήταν αυτό το φαγητό. Είχαμε όλοι χοιρινά, σφάζανε και αυτά τα κάναμε καβουρμά. Τα βάζανε σε ένα μεγάλο σκεύος που είχανε εκεί —καζάνια τα λέγανε— και βάζανε μέσα κομμάτια κομμάτια, τα βράζανε και μετά τα βάζανε σε ένα... σφίδες τις λέγαμε εμείς εκεί. Ένα μεγάλο, σφυρίδες, πώς το λένε; Εδώ πώς να το περιγράψω, δεν ξέρω;
Τι είχατε;
Κιούπι!
Κιούπι.
Κιούπι. Ένα μικρό. Και βάζανε μέσα και όλο το χειμώνα μαγειρεύανε μ' αυτό. Ρεβίθια κάνανε, βάζανε μ' αυτό. Λάδια είχαμε πολλά, είχαμε ελιές. Η Μυτιλήνη έχει πάρα πολλές ελιές. Βγάζει πάρα πολύ λάδι, το οποίο ο καθένας μάζευε τα κτήματά του. Υπήρχε η μηχανή, το λιοτρίβι, που πηγαίναμε και το βγάζαμε το λάδι και το είχαμε όλο το χρόνο. Και είχαμε και αυτό. Μ' αυτά ζούσαμε, δηλαδή δεν αγοράζαμε, δεν υπήρχαν πράγματα να αγοράσεις, ούτε φρούτα… Ο καθένας είχε το δικό του περιβόλι κι αυτά που είχε έτρωγαν, δεν είχανε... Εμείς είχαμε ένα περιβόλι που είχε ποτάμι, το οποίο κατέληγε στη θάλασσα και είχαμε πάντα, βάζαμε τα πάντα και από φρούτα είχαμε τα πάντα, βερίκοκα, μήλα, βύσσινα, κεράσια, κυδώνια, ρόδια, τα πάντα είχαμε. Και ο καθένας έτσι. Και τα ξεραίναμε, κόβαμε φέτες τα κυδώνια, τα ξεραίναμε, τις μελιτζάνες, τις κόβαμε φέτες τις βάζαμε στον ήλιο και τις ξεραίναμε και τις περνάγαμε σε μία κλωστή και τις είχαμε για το χειμώνα. Είχαμε… Κάναμε τον πελτέ. Δεν υπήρχε ν' αγοράσεις τίποτα, τα κάναμε— στο χωριό όταν [00:20:00]ήμαστε— αυτά. Είχαμε τις ντομάτες, τις κόβαμε, τις βάζαμε σ' ένα μεγάλο σκεύος, μια λεκάνη, βάζαμε και το αλάτι και τ' αφήναμε στον ήλιο και αυτό εξατμιζότανε τα υγρά, το ανακατεύαμε κάθε μέρα, κάθε μέρα και γινότανε ο πελτές, που τον είχαμε όλο το χρόνο. Επίσης κάναμε τον τραχανά. Ο τραχανάς για να γίνει, έπρεπε να μαζέψουμε γάλα, το οποίο το γάλα το βάζαμε κι αυτό σ' ένα κιούπι σε κρύο μέρος. Είχαμε πάντα υπόγειο στο σπίτι, όλα τα σπίτια είχανε, που το λέμε κατώι, τούρκικη λέξη, και βάζαμε εκεί όλα μας τα πράγματα και όλα τα πράγματα τα βάζαμε εκεί, το λάδι, το… Και εκεί τα… Μαζεύαμε το γάλα και το είχαμε στο κιούπι μέσα και κάθε μέρα το ανακατεύαμε και έβαζα μέσα και ένα γιαούρτι για να γίνει ξινό και γινόταν το ξινόγαλο και κάναμε τον τραχανά τον ξινό. Όταν ήταν για να γίνει ο τραχανάς ήταν πανηγύρι. Μαζευότανε όλη η γειτονιά και σήμερα έκαναν το δικό μας, αύριο έκαναν… Αυτές ήταν οι γιορτές μας και τα γλέντια μας. Και χορεύανε και τραγουδάγανε και κάνανε. Σε ένα καζάνι μεγάλο έβραζε το γάλα, ρίχνανε μέσα το σιτάρι κομμένο, το σιτάρι ειδικό κομμένο για τον τραχανά και κάνανε τον τραχανά. Μετά τον… Χορεύανε, τραγουδάγανε και οι άντρες έκαναν τον τραχανά. Όταν τελείωνε, την άλλη το σκεπάζανε στο καζάνι μέσα, και την άλλη μέρα το απλώνανε σε ένα σεντόνι και να στεγνώσει. Και το κάνανε κομματάκια κομματάκια, τον τρίβανε σε ένα κόσκινο, κόσκινο... Πώς το λέγανε; Δεν θυμάμαι. Και τον περνάγανε και κάνανε τον τραχανά. Επίσης στο χωριό βγάζαμε ούζο. Το ούζο δεν το 'βγαζαν όλοι. Ήταν ένας που είχε ας πούμε τα εργαλεία αυτά, ένα μεγάλο σκεύος. Περνούσε... Βάζανε καζάνια και βάζανε, περνούσε από 'κει μέσα αυτό που είχε το νερό και έβγαινε το ούζο. Και ο καθένας πήγαινε εκεί, πλήρωνε και—. Ε, πλήρωνε… Λίγα πράγματα. Και έβγαζε το ούζο. Επίσης κάναμε… Είδες που τα ξέχασα; Ήμουνα μικρή. Τώρα θυμάμαι, που τα λέω... Κάναμε τους μεταξοσκώληκες, τα οποία τα λέγαμε αγόρια. Αυτό για να γίνει, παίρνουνε το σπόρο, τον φέρνουνε από τη Σμύρνη από όπου το παίρνανε πάντως και το βάζανε μέσα σε ένα μπαμπάκι σπόρο και το είχανε μέσα στο στήθος τους οι γυναίκες, οι μαμάδες κι όταν αυτό έσκαγε και γινότανε μία μικρή κάμπια, το βάζανε σ' ένα τραπέζι και αυτά η τροφή τους ήτανε τα φύλλα από τη μουριά. Μουρόφυλλα. Και τα βάζανε. Αυτά όμως μεγαλώνανε, μεγαλώνανε και τα βάζαν σ' άλλα τραπέζια. Φτιάχνανε ειδικά τραπέζια και τα βάζανε. Κι όταν ήτανε για να γίνουν, ξέρανε ποτέ πια άρχιζανε, πόσες μέρες — με μέρες ήτανε αυτά— θα γινότανε για να κάνουνε το κουκούλι να κάνουνε, βάζανε κλαριά από... Απ' έξω μικρά κλαριά και αυτά, αυτές οι κάμπιες που τα λέγαμε εμείς αγόρια, ανεβαίνανε πάνω και αρχίζανε και πλέκανε το κουκούλι και κάνανε πολλά κουκούλια. Και έβλεπες ένα κλαρί! Κλαρί όχι όπως το πεύκο. Εμείς δεν είχαμε πεύκα εκεί που ήμαστε, στο χωριό μου. Είχαμε κλαριά μικρά και τα… Γέμιζε κουκούλια. Τ' αφήνανε... Δεν ξέρω πόσες; Όλα αυτά με μέρες. Δε θυμάμαι εγώ, δεν ξέρω πώς τα κάνανε, η μαμά μου, έβλεπα ότι τα έκανε. Και τα… Όταν γίναν τα κουκούλια και τελειώνανε πια, και ήταν για να τα μαζέψουν, τα μαζεύανε και τα είχανε σε κοφίνια. Είχαμε κοφίνια που τα κάνανε με καλάμια από ιτιά. Παίρνανε αυτά τα κλαριά τα λεπτά, τα καθαρίζανε και κάνανε κοφίνια. Ήτανε μία πάλι, η οποία ήταν ειδική, ήξερε και έβγαζε το μετάξι. Πήγαιναν με τη σειρά ο καθένας, έλεγε: «Σήμερα θα ρθείτε εσείς, σε δύο μέρες». Αυτό γινότανε, είχανε ένα καζάνι και έβραζε. Αυτή ήταν η μαστόρισσα, η τεχνίτρια, αυτή που ήξερε την τέχνη να την κάνει. Έβαζε το καζάνι, βάζανε μέσα τα κουκούλια αυτά, τα έκανε με το χέρι της έτσι, και έπιανε μία κλωστή και άρχιζε και την έβαζε κάπου και την έκανε θελιά. Και αυτό ήταν το μετάξι. Το μετάξι όμως ήτανε σαν ζωντανό, ήτανε σκληρό, δεν ήτανε μαλακό όπως ξέρουμε, βλέπουμε τα μετάξια τώρα. Αυτές οι θελιές που γινόντουσαν. Έπειτα αυτοί που τα είχανε, όχι αυτή που τα έβγαζε η τεχνίτρια, αυτή που το έπαιρνε η νοικοκυρά, τα έβαζε πάλι σε καζάνι και έβραζε νερό και τα έβαζε μέσα και γινόταν το μετάξι. Αυτό το μετάξι που λένε τώρα, που δεν ξέρω, υπάρχει στο Σουφλί; Τώρα ούτε στο χωριό μου υπάρχουν τέτοια πράγματα, δεν κάνουμε, δεν κάνουμε. Κάναμε τέτοια πράγματα για να ζήσει ο κόσμος και κάναμε αυτά τα προικιά μας.
Εντωμεταξύ όταν γινότανε ο αρραβώνας, καλούσαν τους συγγενείς, τους γνωστούς και έπρεπε η νύφη να έχει, όσοι καλεσμένοι είναι του γαμπρού, να έχει μαντήλια. Μαντήλια με αυτό το μετάξι, το οποίο έχω εγώ ένα, δύο. Έχω ένα στην… Τα κεντούσανε σε μία γωνία και μετά τα διπλώνανε, βάζανε μέσα ένα λουλουδάκι και την ημέρα των αρραβώνων τα μοίραζε η νύφη τα μαντήλια με το λουλουδάκι αυτό. Και ήτανε που έγινε το προξενιό και που εγινότανε. Γιατί γινόταν προξενιά, δεν... Το συζητούσαν πρώτα οι γονείς, το λέγανε στα παιδιά τους, αν συμφωνούσαν τα παιδιά: «Θέλεις αυτόν να τον πάρεις για άντρα σου;». Και τον άντρα ρωτούσανε. Και το αγόρι το ρωτούσανε και το κορίτσι τότε. Γινότανε ο αρραβώνας, οι γονείς και τότε δίνανε και την προίκα. Έπρεπε να έχει κάτι, ένα χωράφι, ένα αμπέλι, ένα με… Είχαμε εκεί και βελανιδιές και είχαμε κτήματα με βελανιδιές, είχαμε κτήματα και με ελιές και έλεγαν: «Θα δώσουμε το κτήμα...» Να πω όνομα;
Αμέ!
Ναι. Στο κτήμα στα Σνέλια που είναι βελανιδιές. Θα δώσω και το κτήμα στη Βαρσάνη. Τούρκικα είναι όλα αυτά, γιατί όλοι εμείς εκεί είμαστε απ' την Κωνσταντινούπολη, όλοι αυτοί. Θα δώσω και τις ελιές, το κτήμα στη Βαρσάνη. Και έτσι γινότανε το προξενιό. Αρραβωνιαζότανε και μετά συνεχιζόταν ο γάμος. Θες να πούμε για το γάμο;
Ναι αμέ!
Να πούμε για το γάμο.
Ναι!
Υπήρχε πάντα και στο δικό μου το χωριό υπήρχε η καλύτερη μουσική. Ένα βιολί, ένα σαντούρι, μία τρομπέτα και ένα κλαρίνο. Αυτή ήταν η μουσική του χωριού, που πήγαινε σε όλα, σε πολλά χωριά στο νησί, γιατί ήτανε, ήταν πολύ καλή. Λοιπόν, έπρεπε να ετοιμάσουμε τα προικιά. Τα προικιά τα βάζαμε σε ένα μέρος και τα βάζαμε στη σειρά, ωραία φτιαγμένα. Το λέγαμε [00:30:00]στρωματοθήκη. Να βάλουνε τα προικιά στη στρωματοθήκη και να πάνε να τα δούνε οι γειτόνοι, οι συγγενείς… Πετσέτες… Και κάνανε και του γαμπρού παντόφλες κεντητές σε βελούδο επάνω. Ήταν απαραίτητο να γίνουν οι παντόφλες του γαμπρού και μία ζώνη με μετάξι, φτιαγμένη με μετάξι, γιατί εκεί φορούσαν ζώνες γύρω γύρω μεγάλη, ύφασμα ζώνη, όχι ζώνες τέτοιες. Ύφασμα. Μακριές τις κάνανε και τις τυλίγανε γύρω γύρω στη μέση τους. Φοράγανε πάντα. Και όταν ήτανε για το γαμπρό ο γάμος ήτανε μεταξωτή. Βλέπανε τα... Κερνάγανε, κάνανε αμυγδαλωτά, κερνάγανε, και μετά ο γαμπρός ήθελε να πάει με τη μουσική να πάρουν το γαμπρό να τον πάνε στην εκκλησία, να πάνε στο σπίτι της νύφης να πάρουν τη νύφη με τους συγγενείς τους δικούς της, να πάνε στην εκκλησία και να γίνει ο γάμος. Έγινε ο γάμος και μετά κάνανε τη γιορτή του γάμου στα σπίτια.
Μάλιστα! Τι χορούς χορεύατε;
Χορεύανε ζεϊμπέκικο, χορεύανε καρσιλαμά— από την Πόλη ήταν όλα αυτά— και χορεύανε μαντήλι το λέγανε. Δύο κράταγαν ένα μαντήλι ένα αγόρι, ένα κορίτσι και χορεύανε, χορεύανε τα βήματα. Δεν ξέρω πώς λεγόταν τα βήματα. Δεν τα θυμάμαι αυτά, ήμουνα μικρή. Γιατί όταν τελειώσαμε το σχολείο, έφυγα. Στην πόλη δεν γινόντουσαν αυτά. Αυτά ήτανε στο χωριό. Πολλά πράγματα... Τα φαγητά μας ήτανε συγκεκριμένα. Το κρέας πολύ σπάνιο, έπρεπε να σφάξουμε ένα αρνί να το κάνουμε καβουρμά, να το βάλουμε στο κιούπι, να το έχουμε. Όταν τελείωνε, μετά πάλι θα ξανά... Όταν είχαμε, όταν είχαμε. Και αυτό το κάναμε με ρεβίθια, με διάφορα πράγματα. Τα φαγητά μας ήταν κουκιά, ρεβίθια, φασόλια, τραχανάς. Ε, και το καλοκαίρι τα… Αλλά είχαμε, όπως είπα προηγουμένως, που ξεραίναμε μελιτζάνες, μπάμιες, ξεραίναμε αυτά και τα είχαμε και μαγειρεύαμε και τέτοια. Η ζωή μας ήταν αυτή. Αλλά πολύ καλή, πολύ αγνή και πολύ όμορφη. Έχουμε τα πάντα τώρα και είμαστε, δεν είμαστε ευχαριστημένοι, είμαστε δυστυχισμένοι, μπορώ να πω. Κανένα σπίτι δεν είναι να μην έχει πρόβλημα και να μην έχει κάτι που να είναι. Τότε, όλοι, όλοι τραγουδάγαμε, όλοι γελάγαμε, όλοι... Ο ένας… Εγώ θυμάμαι όσο ήμουνα στο χωριό, πεθάνανε τρεις άνθρωποι. Τόσα χρόνια… Δεν πεθαίνανε. Κι αν πέθαινε ένας, είχαμε πένθος. Όλο το χωριό, όλο το χωριό δεν μίλαγε, δεν τραγούδαγε. Σαράντα μέρες ήτανε πένθος. Όλοι πενθούσανε. Όπως όλοι στη χαρά, όλοι γλεντούσανε, έτσι και στο πένθος όλοι πενθούσανε. Ήτανε χωριό. Ήταν όμως όμορφα, όμορφα.
Άρα λοιπόν κυρία Βέρα μου, τις σχέσεις των ανθρώπων εκεί στο χωριό, πώς θα τις περιγράφατε;
Πάρα πολύ, πάρα πολύ καλές. Δεν υπήρχε... Πολύ σπάνια να υπάρχει... Είχαμε έναν που ήταν φιλοχρήματος και δεν μιλούσε στον κόσμο, είχε μεγάλη περιουσία, δεν άφηνε τη γυναίκα του πουθενά να βγει. Άνοιγε την πόρτα και έβλεπε η καημένη έτσι απ' την αυτή. Αλλά, όλο το χωριό ήτανε αγαπημένο. Ο ένας πόναγε για τον άλλον, έτρεχε για τον άλλον. Όταν αρρώσταινε κάποιος, έτρεχαν όλοι να πάνε να συμπαρασταθούν. Λεφτά δεν υπήρχανε. Λεφτά δεν υπήρχανε. Ήτανε μετρημένα τα λεφτά. Ζούσαμε με αυτά που κάναμε, με τα χέρια μας. Δεν... Και υπήρχε αγάπη Όπως εμείς, ήρθανε από την Πόλη τότε… Ήμαστε εμείς έξι άτομα και ήρθανε άλλα πέντε και μέναμε μέσα στο σπίτι μας, όλα τα παιδιά μαζί, να μαγειρέψουμε, να... Ο ένας να βοηθήσει τον άλλον. Είχαμε τα πρόβατα, είχαμε το γάλα. Ξέραμε ότι δεν είχε ο άλλος. Ήθελε η μαμά μου να στείλει, πήγαινε γάλα σ' αυτό το σπίτι. Υπήρχε μία αγάπη, αγάπη και ο ένας, δηλαδή δεν… Ποτέ δεν υπήρχε κακία. Να σκεφτείς όταν εγώ αρραβωνιάστηκα, που πια ήμουνα 20 χρονών, και πήγα, ήμαστε τότε εδώ στην Πεντέλη. Βγαίνανε από τις πόρτες και λέγανε: «Καλωσορίσατε! Καλωσορίσατε! Να είστε καλά! Να ζήστε!». Όλοι, όχι... Όλες οι πόρτες. Αφού ο άντρας μου που είναι από την πόλη από τη Μυτιλήνη είναι, του έκανε εντύπωση, τότε ζούσαμε και εμείς στη Μυτιλήνη και πηγαίναμε στο σπίτι μας το καλοκαίρι ή τις γιορτές, άνοιγαν οι πόρτες και λέγανε: «Καλωσορίσατε! Τι κάνετε; Ελάτε, ελάτε, να σας κεράσωμε!». Βάζανε το δίσκο, βάζανε σ' ένα σκεύος το γλυκό και ποτήρια πάνω στο δίσκο και τα κουταλάκια και έπαιρνες με το κουταλάκι σου, το έβαζες μέσα στο ποτήρι σου, δεν το βάζεις κάτω, στο ποτήρι σου και έπινες νερό. Ήταν αυτό το έθιμο. Για να μην πάρει το κουταλάκι ο άλλος, ούτε να το αφήσει κάτω να λερώσει. Και το γλυκό, όχι σε κουταλάκι και σε πιατάκι. Σε ένα μεγάλο μέρος, ένα σκεύος είχε το γλυκό, που συνήθως ήταν το βύσσινο και το σταφύλι και το ντοματάκι που τα κάναμε και έπαιρνες το γλυκό το έτρωγες, το έβαζες στο ποτήρι το νερό και έπινες νερό. Ήτανε έθιμα αυτά και… Τα οποία τα είχανε φέρει από την Πόλη, από την Τουρκία, γι' αυτό και όλοι οι, ας πούμε ήταν πρόσφυγες, ήταν πρόσφυγες. Τι άλλο να πω για το χωριό μου;
Τις Κυριακές σας πώς τις περνούσατε;
Τις Κυριακές μας ήθελε η μαμά μου να σηκωθεί πρωί, να βάλει... Είχαμε, είχαμε τζάκια, είχαμε, δεν είχαμε ούτε σόμπες, ούτε ρεύμα, ούτε τίποτα. Λάμπες είχαμε. Είχε φουφού πήλινη, ένα πράγμα πήλινο ήτανε που βάζανε μέσα κάρβουνα γιατί είχαμε, κάναμε και πολλά κάρβουνα, τα οποία τα πουλούσαν και σε άλλα χωριά από το δικό μας το χωριό. Τώρα να μην πω για τα κάρβουνα πώς γινότανε;
Ό,τι θέλετε.
Ήτανε μια διαδικασία που ήτανε τα ξύλα όλα και τα βάζανε κοντά, κοντά, κοντά και κάνανε ένα όσο είναι το δωμάτιο τόσο μεγάλο και ήταν ειδικοί αυτοί που το κάνανε και βάζανε τη φωτιά μέσα στο βάθος και τα κάνανε μία πυραμίδα. Μία πυραμίδα κάναμε και βάζανε -πυραμίδα στρογγυλή, όχι όπως είναι οι πυραμίδες- και βάζανε στη... Eίχανε μία είσοδο που βάζανε τη φωτιά και σε 20 μέρες αυτό μέσα σχεδόν γινόταν και μετά όταν ξέρανε πότε το ανοίγανε, βρέχανε, τα βρέχανε και γινότανε το κάρβουνο. Που δεν είχαμε άλλο τίποτα εμείς, κάρβουνα είχαμε και ξύλα, ξύλα και κάρβουνα. Και αυτά τα βάζαμε σε φουφού. Γινότανε. Κι έβαζε πάνω το φαγητό, μας έντυνε τα παιδιά, όλοι πηγαίναμε εκκλησία. Κάθε Κυριακή θα πηγαίναμε εκκλησία. Και είχαμε και πολλά εξωκλήσια, πολλά. Πηγαίναμε στις γιορτές και κάποιος ήθελε να κάνει μια Λειτουργία... Αγία Παρασκευή, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δημήτριος... Α, αυτό, ο Ραφαήλ δεν ήτανε τότε. Και είχαν τις ονομασίες, τις τοποθεσίες που ήτανε ξωκλήσια και πηγαίναμε. Αγία Φωτεινή, πολλά εξωκλήσια, Άγιος Γιάννης και πηγαίναμε. Έκανε μία οικογένεια, έκανε Λειτουργία, καλούσε τους συγγενείς, [00:40:00]τους φίλους, πηγαίναμε με τα γαϊδούρια, πηγαίναμε και πηγαίναμε και κάναμε τη Λειτουργία με τον παπά. Είχαμε μετά πάρει από το σπίτι ό,τι κάθε νοικοκυρά είχε κάνει, κεφτέδες απαραίτητοι, κεφτεδάκια, ντολμαδάκια κι ό,τι άλλο είχε και τα πηγαίναμε και καθόμαστε μετά όλοι μαζί και τρώγαμε, κάναμε την προσευχή μας, τη Λειτουργία μας και μετά φεύγαμε στο σπίτι. Γυρίζαμε στο σπίτι. Κάναμε... Το Πάσχα όλοι πηγαίναμε. Δεν υπήρχε άνθρωπος να μην πάει εκκλησία. Όλοι. Και την Κυριακή, όλοι θα ντυνόμαστε και θα πηγαίναμε, θα βάζαμε τα καλά μας και θα πηγαίναμε εκκλησία. Η μαμά μου είχε αφήσει στη φουφού το φαγητό σε κανονική φωτιά σε πήλινα. Δεν είχαμε... Είχαμε πήλινα και μπακίρια. Αυτά τα… Τα πώς τα λένε τώρα. Δεν ξέρω πώς τα λένε. Έχω εγώ, τα παιδιά μου, να έχει η Μαίρη μέσα. Δεν ξέρω πώς τα λένε τώρα εδώ. Μπακίρια τα λέγαμε. Έτσι;
Από τη μητέρα σας τι αναμνήσεις έχετε;
Η μητέρα μας ήτανε, δηλαδή, δεν... μας μάλωνε, μας έδινε και καμία και πάντα ήταν αυστηρή. Ήταν αυστηρή. Μας έβαζε από μικρά παιδιά να κάνουμε δουλειές. Μας έκανε… Μας έβαζε να πλύνουμε τα πιάτα, να βάλουμε μ' ένα... Εγώ ήμουνα 7-8 χρόνων, η αδερφή μου μεγαλύτερη... Η αδερφή μου είν' η Πόπη. Ναι... Και μας έβαε και ζυμώναμε. Είχαμε σκάφες με σανίδι κι εκεί ζυμώναμε. Γιατί δεν ζυμώναμε, ήμαστε οικογένεια, να ζυμώσεις ένα ψωμί... Ζυμώναμε 7. Είχαμε όλη την εβδομάδα. Μία φορά την εβδομάδα ζυμώναμε και τα φουρνίζαμε. Εκεί κάναμε και παξιμάδι και κάναμε και βάζαμε σ' ένα ταψί και βάζαμε σ' αυτό το μείγμα της ζύμης, μυρωδικά και το βάζαμε σ' ένα ταψί και το κόβαμε με το μαχαίρι σε σχήμα παξιμαδιού, που το κόβαμε παξιμάδια. Το φούρνιζε, μετά όταν το 'βγαζε, τα έκοβε, τα ξαναέβαζε στο ταψί και τα ξαναφούρνιζε για να ξεραθούν να διατηρηθούνε. Και είχαμε παξιμάδια για να μπορούμε αν δεν έχουμε ψωμί, να βρέξουμε ένα παξιμάδι, κάτι να φάμε με λίγο τυρί. Είχαμε άφθονα γάλατα, τυριά, λάδι… Αυτά τα είχαμε, πάρα πολλά. Και ό,τι άλλο κάναμε. Μ' αυτά ζούσαμε, μ' αυτά. Τα ρούχα μας; Το φοράγαμε, να γελάσεις, φοράγαμε όταν ήτανε καινούργιο από την ανάποδη για να μην ξεθωριάσει από τον ήλιο κι απ' τις δουλειές που πηγαίναμε... Κι όταν πηγαίναμε έξω ύστερα, το γυρίζαμε από την καλή.
Όταν πηγαίνατε κάπου πιο καλά;
Ναι. Στο σπίτι, στις δουλειές που κάναμε δεν είχαμε πολλά ρούχα. Είχαμε; Δεν είχαμε. Για να μην παλιώσει, ο ήλιος το κάψει, όλη μέρα μέσα στον ήλιο είμαστε, δεν είχαμε τίποτα. Μέσα, έξω να πλύνουμε, έξω να φουρνίσουμε, έξω να... Όλα… Το γυρίζαμε το φουστάνι από την ανάποδη, το βάζαμε και μετά το γυρίζαμε από την καλή και το φοράγαμε. Δεν είχαμε τα βάζω και πετάω, βάζω και πετάω, τα σημερινά, που έχουνε τόσα πολλά και δεν είναι ευτυχισμένοι. Είχαμε ένα, ένα για την εκκλησία, ένα για τις δουλειές, ένα για το να βγεις… Αυτά ήτανε. Κι όπως είπα τα εσώρουχα μας τα ύφαιναν, παίρναμε νήματα από την πόλη, φέρναμε, τα υφαίναμε και τα ράβαμε και τα φτιάχναμε. Όλα. Και τα… Μισοφόρι το λέγαμε το από μέσα. Αυτά κάναμε και περνούσαμε, αλλά δεν είχαμε απαιτήσεις. Δε θέλαμε. Ήμαστε ευχαριστημένοι, δεν θέλαμε δηλαδή να 'χουμε, να κάνουμε, να κάνουμε σπίτια, να 'χουμε. Όμως, ήτανε ο γονιός με αυτά που έβγαζε τα λίγα, είχε... Ήτανε μαστόροι που χτίζανε και το κορίτσι έπρεπε να έχει ένα σπίτι. Έπαιρνε προίκα ένα σπίτι. Όταν θα γινότανε το προξενιό και το αυτό, το λέγανε… Όλα. Εγώ όταν ήμουνα 6 χρόνων και ο πατέρας μου είχε κάνει για μένα και για την αδερφή μου. Της αδερφής μου το είχε τελειώσει, το δικό μου ήτανε σκεπασμένο, αλλά δεν ήτανε μέσα τελειωμένο. Δηλαδή, από τότε που τα παιδιά γινότανε 8-10 χρονών, ο γονιός προσπαθούσε να κάνει σπίτι. Το σπίτια γινότανε με πέτρες. Είχαμε πέτρες πολλές, σπάγανε τις πέτρες και κάνανε τα σπίτια. Είχαμε, βάζαμε τα οποία... Λεύκες, τα λέγαμε καβάκια, γιατί ήτανε ίσια, δεν είναι όπως οι σημερινές λεύκες που έχουν κλάρες. Ανέβαιναν ίσιο και αυτό το κόβανε. Ήταν ειδικοί κι αυτοί που τα κόβανε και τα κάνανε, τα σχίζανε, τα κάνανε σανίδες και κάναμε τα σπίτια μ' αυτά. Και βάζαμε μετά τα πατώματα, πατώματα είχαμε, δεν είχαμε ούτε μπετά, ούτε τίποτα, όλα με ξύλα. Το από πάνω κεραμίδι βέβαια, αλλά μέσα ήταν πάντα τα σπίτια δύο όροφοι, από κάτω ήτανε το υπόγειο, έπρεπε να είναι με ξύλα τα σπίτια μας. Έτσι περνούσαμε, έτσι ζούσαμε.
Από τον πατέρα σας τι αναμνήσεις έχετε;
Ο πατέρας μου ποτέ δεν μας μάλωσε, ποτέ δε μας χτύπησε, ποτέ. Ό,τι μας έλεγε, πηγαίναμε στις δουλειές τις κάναμε... Η μαμά μου ήταν εκείνη που ήτανε πιο αυστηρή. Ο πατέρας μου έφευγε το πρωί στη δουλειά, ερχότανε κουρασμένος, πάντα φορτωμένο το γαϊδούρι ή το άλογο φορτωμένο με ξύλα για να έχει το σπίτι ξύλα. Έβγαινε, πήγαινε στο κτήμα για δουλειά, κάθε μέρα πηγαίνανε έξω στα κτήματα. Ή ελιές θα μαζεύανε ή θα καθαρίζανε ή κάρβουνα θα κάνανε καμίνια, που λέμε, ή βαλανιδιά θα μαζεύανε. Το βελανίδι το μαζεύανε γιατί το παίρνανε και κάνανε, εκεί στην πόλη είχε εργοστάσιο που έκανε, κατεργαζότανε δέρματα με τα βαλανιδιά και κάνανε τα δέρματα. Πάντα ήταν έξω ο πατέρας. Απ' το πρωί έφευγαν και ερχόταν. Το βράδυ έπαιρνε μαζί του φαγητό. Το βράδυ τα παιδιά σχολείο πηγαίναμε, όταν μεγάλωσαν ήτανε πια τότε που σου λέω ο πόλεμος το '40, που μεγάλωσαν, τα έβαλε, το ένα το έβαλε να γίνει, να κάνει σαμάρια, να μάθει να κάνει, επειδή είχαμε ζώα. Τον άλλον είχαμε τα πρόβατα και εκείνος στις δουλειές. Ή θα έσπερναν ή θα θέριζαν ή θα μάζευαν ελιές ή βαλανίδια. Δουλειές. Έξω. Και το βράδυ ερχότανε, τρώγαμε όλοι μαζί. Δεν είχαμε τραπέζια, δεν είχαμε καρέκλες, είχαμε ένα στρογγυλό τέτοιο, που το λέγαμε σοφρά, και καθόμαστε γύρω-γύρω όλα τα παιδιά και οι γονείς και τρώγαμε, τρώγαμε, κοιμόμαστε και σηκωνόμαστε το πρωί, άλλος στο σχολείο, άλλος στη δουλειά και να... Η μαμά μαγείρευε.
Στο πάτωμα καθόσασταν;
Ναι, στο πάτωμα. Σανίδια. Πάντα τα πατώματα ήτανε σανίδια. Σανίδια ήτανε, είχαμε… Είχαμε βάλει κουρελούδες, πώς να τις πούμε; Βάζαμε, στρώναμε, 'φαίνανε τέτοια, τα μάλλινα. Είχαμε πολλά, είχαμε πολύ... Το χωριό μου κτηνοτρόφοι ήτανε οι πιο πολλοί. Και είχαμε από τα ζώα παίρνανε το μαλλί, το παίρνανε αυτοί που είχανε τα ζώα, όλοι είχανε ζώα και το παίρνανε, το φτιάχνανε, το… Με αδράχτι, το κάνανε με το... Κλωστή και αυτή την κλωστή την υφαίνανε. Κάνανε χοντρή κλωστή για τα χαλιά για τα… αυτό, για να στρώνουμε κάτω, τα κιλίμια και λεπτή κλωστή για ρούχα. Κάνανε και μάλλινα, οι άντρες φορούσαν μάλλινα και [00:50:00]τα υφαίνανε, ψιλή κλωστή και μετά τα ράβανε. Ο πατέρας μου αυτό... έξω ήτανε συνέχεια, ερχόταν... Τώρα τι να πω; Όταν ήρθαμε εδώ...
Οι γονείς σας γεννήθηκαν στη Μυτιλήνη ή στη Μικρά Ασία;
Η μητέρα μου, όχι. Ο πατέρας της ήτανε από το Αϊβαλί. Λεγότανε Φραντζής και ήταν από το Αϊβαλί, τον κάνανε Αϊβαλιώτη. Επώνυμο Αϊβαλιώτης. Τώρα δεν ξέρω αν η μαμά μου γεννήθηκε ή όχι. Ποτέ δεν το 'χαμε συζητήσει. Ο πατέρας μου ήτανε από τη Σμύρνη, ήτανε παπάς ο παππούς του. Του πατέρα μου ο παππούς, όχι ο δικός μου. Ήτανε παπάς και είχαν έρθει και μείνανε στο χωριό εκεί, μείνανε. Αρχίσανε. Κάτι τους δώσανε, κάτι προσπαθούσανε να κάνουνε, σιγά σιγά, σιγά σιγά μπορέσανε να ορθοποδήσουνε. Μετά, όταν παντρεύτηκε η μαμά μου, καλά, παντρεύτηκε, τέλος πάντων, παντρεύτηκε. Δεν τον θέλανε το μπαμπά μου, γιατί ήταν... Δεν ξέρω για ποιο λόγο, τέλος πάντων. Αρχίσανε και φτιάχνανε σιγά σιγά, σιγά σιγά. Μία κατσαρόλα, μία κατσαρόλα πήλινη, πήλινη, όχι κατσαρόλες τέτοιες. Πήλινα είχαμε και πιάτα πήλινα. Σε πήλινα τρώγαμε, σε πήλινα πίναμε το γάλα μας, φλυτζάνα, την οποία τη λέγανε καυκοπούλα, τούρκικη, πολλά, πολλά τουρκικά, ονομασίες τούρκικες. Αυτά όλα ήτανε... Ζούσαμε με τη δική μας, με… Όχι τη δική μας. Με των γονιών μου και με των παππούδων μου τις δυνάμεις και τις αυτές, ορθοποδήσαμε και βρεθήκαμε σε σπίτια μέσα, φτιάξανε σπίτια και εγώ βρήκα σπίτι. Γεννηθήκαμε, ας πούμε είχε πια, το '33 που γεννήθηκα εγώ… Ο πατέρας μου δε, ήτανε, παντρεύτηκε και ήτανε 4 χρόνια φαντάρος. 4 χρόνια ήτανε στην... Πολεμούσανε στην Τουρκία. 4 χρόνια. Ήρθε με άδεια, είχε κάνει... Άφησε τη μαμά μου έγκυος. Έρχεται στα 2 χρόνια; Στα 3 χρόνια; Έρχεται, ξαναμένει έγκυος τον άλλον, την αδερφή μου… 4 χρόνια έκανε φαντάρος. Και μετά εμείς ζούσαμε. Ήτανε τα χρόνια δύσκολα, αλλά δεν μας φαινότανε. Τώρα μας φαίνονται πιο δύσκολα.
Θυμάστε κανένα τραγουδάκι που τραγουδούσατε;
Αμανέδες.
Θυμάστε τίποτα, να μας πείτε;
Πώς λεγόταν; Που να το… Δεν θυμάμαι. Θυμόμουνα, δεν θυμάμαι τώρα. Ντεκερίμ. Ντεκερίμ. Αλλά, αμανές και έλεγε… Δεν το θυμάμαι, δεν θυμάμαι, ήμουνα μικρή.
Όταν κάνατε κούνια τι τραγουδούσατε;
Τραγουδούσαμε τα τραγούδια αυτά. Το «Βαγγελιώ, κυρά Βαγγελιώ». Τί τραγούδια λέγαμε; Δεν θυμάμαι και τί τραγούδια λέγαμε, γιατί έφυγα μικρή εγώ, πήγα στην πόλη και δεν... Πολλά, τα τραγούδια αυτά... «Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ, του χρόνου ποιος το ξέρει, αν θα πεθάνω ή θα ζω ή θα 'μαι σ' άλλα μέρη». Στην κούνια το λέγαμε το: «Βαγγελιώ, κυρά Βαγγελιώ, μαντήλι καλαματιανό». Το μαντήλι καλαματιανό... Πω, δεν θυμάμαι τώρα τα τραγούδια και τραγούδαγα, τραγούδαγα.
Άμα θυμηθείτε, μας λέτε.
Ναι.
Από την Κατοχή σας έχουν μείνει πράγματα στο μυαλό;
Στην Κατοχή στο χωριό μας δεν ήρθαν Γερμανοί. Και δεν έχουνε… Δεν ήρθανε. Ή πέρασαν μία φορά και πήγανε στους πλούσιους που είχανε πολλά λάδια, πήρανε λάδια και φύγανε. Δεν ήρθανε, δεν κάνανε τίποτα. Δεν κάνουνε κακό. Στο χωριό μέσα τίποτα. Στην πόλη, ναι. Ο Γιάννης έζησε μεγάλη αυτή... Γι' αυτό από την πόλη φεύγανε κι όσοι είχαν συγγενείς, πηγαίνανε στα χωριά και μένανε στους συγγενείς τους, που δεν είχανε το φόβο, γιατί στην πόλη μέσα σκότωσαν πολλούς. Έπιασαν πολλούς. Δεν ήτανε να μείνουνε. Κι όσοι είχανε συγγενείς φεύγανε στα χωριά. Δεν, οι Γερμανοί δεν... Εμάς, δηλαδή το χωριό μας, δεν το πείραξαν καθόλου.
Η οικογένειά σας πώς πήρε απόφαση τελικά και έφυγε από τη Μυτιλήνη;
Η οικογένειά μου έφυγε γιατί... Υπήρχε πάντα η αγάπη. Η μαμά μου ήτανε 7 παιδιά. Ήτανε όλα στην Αμερική. Μόνο οι δυο αδερφές ήτανε εδώ στην Ελλάδα, η οποία ήταν η μία στη πόλη στη Μυτιλήνη και μια στο χωριό. Αυτή που ήτανε στη Μυτιλήνη ήρθαν εδώ, γιατί βρήκαν μια κληρονομιά από κάποιον Αμερικάνο κι αφού είχαν γίνει τα σπιτάκια εδώ, είχαν το δικαίωμα να κάνουν ένα φούρνο για να παίρνουν ψωμί. Γιατί δεν ήτανε μόνο τα σπιτάκια. Άρχισε ο καθένας και έχει, κι έφτιαχνε παράγκα. Υπάρχει μία παράγκα που αγοράσαμε εμείς, ένα οικόπεδο, υπάρχει τώρα, Γυμναστηρίου 14. Γκρεμισμένη, μισογκρεμισμένη είναι, αλλά υπάρχει. Ήτανε παράγκες. Έβαζαν ένα δωμάτιο και μια τουαλέτα. Και έφερνε το παιδί του, που... Δεν είχε… Τα σπιτάκια δεν μπορούσαν πια να πούνε είχαν γεμίσει και έμενε εδώ για να αναρρώσει, για το οξυγόνο. Και είχανε γίνει πολλές παράγκες. Και έτσι δόθηκε άδεια και έκανε ο θείος μου και ο νονός μου το φούρνο. Τον έκαναν, τον Σιγανό τον πρόφθασες; Στον Άγιο...
Ναι, ναι, αμέ!
Τον έκαναν, ο Σιγανός ήξερε τη δουλειά και ο θείος μου και ο νονός μου είχανε τα λεφτά και χτίσαν το φούρνο και εργαζόταν εδώ. Ήρθε ο πατέρας μου ένα ταξίδι εδώ για να τους δει. Του άρεσε. Του άρεσε πάρα πολύ, που ήταν εξοχή και... Εμείς μαθημένοι στο χωριό. Στην πόλη μέσα, η πόλη ήταν πόλη. Δεν τη θέλαμε. Και του άρεσε και ήθελε, γύρισε πίσω και λέει: «Ξέρεις, Μαριάνθη, θα πάμε κι εμείς- λέει- στην Πεντέλη. Είναι πολύ ωραία!». Η μαμά μου, αφού ήταν κι η αδερφή της, τρελάθηκε. Και της έλεγε, «Ελάτε κι ελάτε». Τους έλεγε: «Ελάτε εδώ, εμείς είμαστε, πάλι μαζί θα είμαστε, κοντά όλοι». Κι έτσι αποφασίσαμε και σηκωθήκαμε και ήρθαμε εδώ. Όταν ήρθαμε εδώ, είχαμε φέρει και το άλογο μαζί με το καράβι. Κι ο μπαμπάς μου, εδώ, δεν υπήρχε νερό. Ήταν μόνο κάτω στη βρύσες, στη γέφυρα. Και ήτανε 3 γαϊδούρια και φέραμε κι εμείς το άλογο. Και φορτώναν νερά, βάζανε δύο ξύλα απ' τη μια και δύο από την άλλη και βάζανε τενεκέδες και τα μοιράζανε στα σπίτια, γιατί δεν υπήρχε νερό, πηγαίνανε από… Υπήρχε μία βρύση, δεν ήταν η πλατεία. Υπήρχε μία βρύση που έβγαζε πολύ λίγο νερό. Ήτανε ουρά για να γεμίσεις μία στάμνα. Θέλανε να πλυθούνε, θέλανε να αυτώσουνε. Εμείς όταν ήρθαμε σε παράγκα μέναμε. Εδώ ήταν παράγκα. Το αγοράσαμε... Εδώ, εδώ ήταν παράγκα και... Όλα παράγκες ήτανε. Ο Τζεβελέκας δεν υπήρχε. Έγινε πρώτα ο φούρνος και μετά έκαναν 3 μαγειριά, που τα λέγανε τότε. Ένα ήταν ο Κεσσόπουλος, το άλλο ήτανε ο Τζεβελέκας και κάνανε φαγητά και πηγαίναν όσοι δεν μπορούσανε να μαγειρέψουνε και τρώγανε ένα πιατάκι [01:00:00]φαγητό και πληρώνανε μηδαμινά πράγματα. Και παίρνανε και το ψωμάκι τους. Η οικογένεια κοίταζε τα παιδιά, τον άρρωστο να γίνει καλά. Δεν τους ένοιαζε αν περνάνε σε σκηνή. Βάζανε και σκηνές, μέναν σε σκηνές ή σε παράγκα. Κάνανε μία παραγκούλα, μία τουαλέτα και ένα δωματιάκι και μένανε. Και έτσι ζούσανε. Έτσι ήρθαμε εμείς από τη Μυτιλήνη εδώ. Και σιγά σιγά ο αδερφός μου έβγαλε ένα αυτοκίνητο με… Πουλήσαμε κτήμα, βέβαια, στο χωριό και βγάλαμε ένα αυτοκίνητο και έβαλε πάνω ένα βυτίο, ένα μεγάλο αυτό και γύριζε με το αυτοκίνητο, γέμιζε νερό, γύριζε και πούλαγε. Αρχίσανε σιγά σιγά και κάνανε παράνομα σπίτια, κρυφά. Μετά από τις σκηνές, γίνανε παράγκες, μετά από τις παράγκες δεν ήτανε... Ήταν συνεταιρισμός, δεν ήταν εντός σχεδίου. Το σχέδιο εγκρίθηκε το '57. Εμείς ήρθαμε το '50 εδώ. Το 1950. Και μέναμε σε παράγκα όλα αυτά τα χρόνια. Και όταν δόθηκε το σχέδιο, χαλάσαμε το '57, χαλάσαμε τη παράγκα και τα πρώτα σπίτια που γίνανε ήτανε του Φυτόπουλου και το δικό μας. Του Φυτόπουλου είναι απέναντι, δεν ξέρω αν το... Αυτό που είναι οδοντιατρείο και κάτω είναι… Αυτό ήτανε μάντρα, πουλούσε υλικά, ασβέστη… Τότε είχε μάντρα. Ασβέστη, τούβλα, τέτοια, άμμο, τέτοια πράγματα. Και όταν δόθηκε η άδεια, δόθηκε το σχέδιο, έκανε δουλειά εκείνος, είχε και αυτά, έκανε και το σπίτι. Και κάναμε κι εμείς, είχαμε βγάλει την άδεια τα πρώτα σπίτια που γίνονταν, αυτά. Τα άλλα όλα ήταν παράνομα. Τα κάνανε, είχε μαστόρους, φέρνανε υλικά. Μετά από την παράγκα σιγάσιγά την κάνανε χτιστή. Κάνανε όσοι μπορούσαν... Δηλαδή και το κράτος δεν ήταν αυστηρό. Δεν ήταν τόσο... Παράβλεπε και τους άφηνε, γιατί υπήρχε φτώχια, υπήρχε αρρώστια. Και παράβλεπαν και έκαναν. Και έτσι έγινε η Πεντέλη. Το σχέδιο όμως έγινε το '57 εγκρίθηκε. Πρώτα ήταν συνεταιρισμός. Πούλησε τα οικόπεδα ο συνεταιρισμός. Όταν τα πήρανε από το… Έδωσε αυτό το χώρο το μοναστήρι, βάλανε τα σπιτάκια και σιγά-σιγά ο καθένας πήγαινε σε ένα πεύκο και έκανε μια παράγκα. Πήγαινε σε άλλο πιο μακριά. Και αυτά μετά, έστειλαν μηχανικό και τα χώρισαν σε οικόπεδα. Και αυτοί που είχανε τα παραγκάκια, είχαν δικαίωμα να πάρουν ένα οικόπεδο, το οποίο με πολύ λίγα λεφτά το πήραν απ' το συνεταιρισμό, γιατί η Μονή τα είχε δώσει δωρεάν. Ο συνεταιρισμός έγινε για να κάνει το σχέδιο. Έκανε το σχέδιο πόλεως και αυτοί που το αγοράζανε μετά ήτανε πανάκριβα. Όταν δόθηκε, εγκρίθηκε το σχέδιο πανάκριβα ήτανε. Αλλά πρώτα ήτανε όλα παράγκες. Δεν υπήρχε σπίτι. Αυτοί που μπορούσανε, κάνανε ένα δωματιάκι χτιστό κρυφά. Κάνανε. Εμείς όμως δεν κάναμε. Μέναμε σε παράγκα μέχρι που θέλαμε να χτίσουμε. Γιατί είχαμε τα χρήματα. Πουλήσαμε για να χτίσουμε. Και μας λέγανε: «Φέτος, τώρα, θα βγει το σχέδιο, θα γίνει, θα εγκριθεί, θα εγκριθεί». Περιμέναμε να εγκριθεί να χτίσουμε. Κι έτσι μείναμε στην Πεντέλη και ήρθαμε.
Εσείς πως περνούσατε τα πρώτα χρόνια σας εδώ στην Πεντέλη;
Στην Πεντέλη εδώ, η μαμά μου ύφαινε, ο μπαμπάς μου πήγαινε νερό στα σπίτια. Πληρωνόταν, δεν τα πήγαινε... Πληρωνόταν. Η μαμά μου ύφαινε και τα έδινε, τα πουλούσε. Πεντελιώτες, από την Παλιά Πεντέλη, από τα Μελίσσια. Η αδερφή μου ανέβαζε κάλτσες, πόντους. Εγώ πήγαινα και δούλευα σε… όχι πια μοδιστρική, ρούχα σε εσώρουχα και μ' αυτά που παίρναμε, ζούσαμε. Είχε μαγαζάκια εδώ. Εδώ πια αγοράζαμε, δεν είχαμε δικά μας. Το ψωμί το αγοράζουμε, τα πάντα τ' αγοράζαμε. Ε, και δουλεύαμε και όλη η οικογένεια ήταν ένα το πορτοφόλι, ένας ήτανε που είχαμε τα λεφτά και ψωνίζαμε και για ρούχο και για... Έτσι, σιγά-σιγά περνούσαν τα χρόνια, πιάσαμε, είχαμε πουλήσει, κάναμε το σπίτι. Βέβαια το σπίτι κάναμε πρώτα κάτω. Εδώ ήτανε σκελετός, δεν ήτανε τίποτα. Αρραβωνιάστηκα εγώ, φτιάξαμε τη ζωή μας, η αδερφή μου αρραβωνιάστηκε και εκείνη, παντρευτήκαμε, μείναμε εδώ, κάναμε παιδιά, έτσι φθάσαμε...
Τον άντρα σας πώς τον γνωρίσατε;
Ο άντρας μου ήτανε... Επειδή υπήρχε, είναι Μυτιληνιός, πατριώτης μου, υπήρχε ανεργία και εκεί και δεν… Δυστυχία υπήρχε, πήγε εθελοντής στη χωροφυλακή για να κάνει τη θητεία του, όχι για να μείνει. Και ήρθε εδώ, είχε Τμήμα η Πεντέλη τότε εδώ και ήρθε εδώ στο τμήμα και υπηρετούσε εδώ. Εγώ είχα τα δύο τ' αδέρφια και κάνανε παρέα σαν πατριώτες, που ήτανε. Κάνανε παρέα και έτσι γνωριστήκαμε. Τώρα να πω που έφυγε ο αδερφός μου στα 33 του με σκωληκοειδίτιδα. Δεν υπήρχε τότε, είχε σκωληκοειδίτιδα και πήγαμε… Δεν υπήρχαν αυτά τα μέσα που υπάρχουν τώρα. Τον έραψαν και έπαθε μόλυνση μέσα και πέθανε στα 33 του χρόνια. Η Πεντέλη μία εβδομάδα ήταν νεκρή, μία εβδομάδα ήταν νεκρή. Το '53. Και μετά… Είχαμε… Ο Γιάννης που ήτανε, ο άντρας μου που ήτανε χωροφύλακας, στάθηκε, μας στάθηκε, έτρεξε για όλα, γιατί εμείς είμαστε ερείπια. Έτρεξε για όλα. Ο αδερφός μου ο μικρός έφυγε φαντάρος και γνωριστήκαμε. Κι έτσι γνώρισα το Γιάννη και μέσα στο πένθος μας, μέσα στο αυτό, για να μη δώσει δικαίωμα στον κόσμο που ερχόταν στο σπίτι και μας συμπαραστεκότανε, με ζήτησε απ' τους γονείς μου. Με ζήτησε απ' τους γονείς μου. Είχε έρθει μία θεία μου από το χωριό για να μας συμπαρασταθεί στο πένθος και τον αγαπούσε πάρα πολύ και μεσολάβησε, ναι να το πει. Και αρραβωνιάστηκα εγώ πριν απ' την αδερφή μου, που ήταν μεγαλύτερη. Αρραβωνιάστηκα εγώ, αλλά δεν παντρεύτηκα μέχρι που παντρεύτηκε η αδερφή μου και μετά παντρεύτηκα εγώ. Γιατί ήταν χωροφύλακας και μόλις αρραβωνιαστήκαμε τον στείλανε στη Ανάφη. Και απολύθηκε στα 3. 3 χρόνια κάναν ή 4; Δεν θυμάμαι. Με το αυτοκίνητο που βγάλαμε για το νερό που πουλάγανε, ζούσαμε πια, αρχίσαμε και είχαμε χρήματα. Βγάζαμε όλοι χρήματα. Στην αρχή ήταν δύσκολα. Ήρθαμε έτσι. Τώρα που λένε τώρα και τους δίνουνε και κάνουνε, έρχονται οι μετανάστες αλλά στη Μυτιλήνη να δεις τι γίνεται, να δεις. Εμείς δεν πάμε τώρα πια, κάναμε σπίτι για να πηγαίνουμε για διακοπές και γι' αυτά τα παιδιά μας δηλαδή και… Τότε τίποτα, είδα, ήρθαμε έτσι. Και από τη Σμύρνη που ήρθανε με ένα μπουγαλάκι στα χέρια. Κράτος δεν υπήρχε, φτωχό, τίποτα δεν έκανε. Ζούσαν έτσι με τα χόρτα και με το λάδι και σιγά σιγά ορθοπόδησαν όμως με... Γιατί είναι εργατικοί! Δεν είναι… Ουφ τώρα τα λέω αυτά, δεν πρέπει να τα λέω, δεν ξέρω!
Ό,τι θέλετε να μας πείτε!
Γιατί τώρα έρχονται, τους δίνει το κράτος, τους δίνει στέγη, τους δίνει χρήματα, τους δίνει τόσα πράγματα και πάλι κάνουν, δημιουργούν τόσα προβλήματα. Μας δημιουργούν τόσα προβλήματα. Τότε οι παππούδες μας που ήρθανε, με χόρτα και με λάδι ζούσανε. Και ορθοποδήσαμε με την εργασία μας, με την εργασία τους. Όχι εγώ. Δεν είχαμε τίποτα. Τώρα έχουμε τα πάντα.
[01:10:00]
Τα σπίτια που σας έχτισε ο πατέρας σας τι απέγιναν;
Τι απέγιναν; Τα πουλήσαμε για να κάνουμε εδώ. Τα πουλήσαμε. Άρχισαν τα πράγματα ήταν ακριβά, ήτανε αυτά, δεν ήταν εύκολο. Με την δουλειά μας να φάμε, να ντυθούμε. Ήρθαμε, δεν είχαμε τίποτα. Τίποτα δεν είχαμε, ούτε ένα πιάτο φαγητό να φάμε. Και αρχίσαμε αμέσως τη δουλειά και τα πουλήσαμε τα σπίτια στο χωριό, αυτά που μας είχε κάνει ο πατέρας μου και φτιάξαμε εδώ, για να κάνουμε εδώ.
Τον άντρα σας τον ερωτευτήκατε;
Τον ερωτεύτηκα! Έρωτάς ήτανε. Κι εκείνος και εγώ.
Για πείτε μας, πώς νιώσατε τότε;
Πώς ένιωσα! Ήμουνα μικρή. Ήμουνα… Όχι μικρή. Ήμουνα 19 χρονών. Πόσο χρονών ήμουνα; Τόσο χρόνων ήμουνα. Όταν τον είδα ήταν όμορφος. Πήγαινε να μας δεις εκεί στη φωτογραφία.
Θα πάω, θα πάω!
Ναι. Κι εγώ καλή ήμουνα. Αδύνατη σαν κι εσένα, μικροκαμωμένη. Και τον ερωτεύτηκα και μ' ερωτεύτηκε. Εγώ έλεγα για μια ξαδέρφη μου, γι' αυτή στη… Ξαδέρφη μου. Και εκείνος λέει: «Εγώ θέλω εσένα! Μη μου λες για την ξαδέρφη σου. Εγώ θέλω εσένα!». Και έτσι έγινε. Ερωτεύτηκα εγώ, μ' ερωτεύτηκε εκείνος. Ζήσαμε καλά, πολύ καλό ζευγάρι, ήρεμο κάναμε παιδιά, οικογένεια. Δόξα τω Θεώ! Τα παιδιά μας σπουδάσανε, δουλεύουνε. Εμείς γεράσαμε τώρα πια, αλλά χαρήκαμε. Τα παιδιά μας τα είδαμε, τα εγγόνια μας.
Τα ήθη και τα έθιμα, τον τρόπο ζωής της Μυτιλήνης τον φέρατε εδώ;
Βέβαια! Τον φέραμε εδώ. Δεν ξέραμε πώς φέρνονται εδώ και κάναμε αυτά που κάναμε στη Μυτιλήνη. Όχι βέβαια το φόρεμα, δεν το βάλαμε εδώ ανάποδα, να μην ξεθωριάσει από τον ήλιο. Αλλά συγκεκριμένα, είχε έρθει μία γειτόνισσα και βγάλαμε να την κεράσουμε. Βγάλαμε να την κεράσουμε και βγάλαμε το σκεύος που είχε το γλυκό, το λέγαμε φωκά. Λοιπόν! Το βγάλαμε αυτό, βγάλαμε το κουταλάκι και το ποτήρι. Η γυναίκα, η γυναίκα δεν ήξερε κι αυτή τα δικά μας έθιμα, πήρε το… Ολόκληρο το σκεύος και άρχισε και έτρωγε, και έτρωγε… Εμείς που δεν είχαμε κι απ' αυτό, ήταν το γλυκό μας, κοιταζόμαστε οι δυο αδερφές, η μάνα μου στην παράγκα. Η παράγκα ήταν ένα δωμάτιο κι ένα κουζινάκι. Στο κουζινάκι η μαμά κι ο μπαμπάς, εγώ με την αδερφή μου σ' ένα καναπέ, ο αδερφός μου ένα μεγάλο μπαούλο είχαμε, στο μπαούλο επάνω, όταν ήρθαμε... Έτρωγε κι εμείς κοιτάζαμε. «Πω, θα τελειώσει το γλυκό και δεν είχαμε άλλο, το φέραμε από το χωριό». Πήγε, πήγε λίγο, ήταν μεγάλο, τόσο, λέει: «Συγγνώμη -λέει- δεν μπορώ να το φάω όλο!». Λέμε: «Δεν πειράζει, δεν πειράζει, μη στεναχωριέσαι! Δεν πειράζει! Μην το φας, μην το φας!». Η χαρά μας ήταν μεγάλη που δεν το έφαγε. Και αυτή ποια ήτανε; Η Αθηνά η Τζεβελέκαινα. Ναι. Μετά. Τα έθιμα. Εμείς δεν ξέραμε τη λαγάνα. Εμείς πρώτα όταν θα φουρνίζαμε, βάζαμε ένα κομμάτι ζύμη σαν τη λαγάνα, ας πούμε, στρογγυλό, και το 'βγαζε πρώτο η μαμά για τα παιδιά περιμέναμε να βγει να φάμε την λαγάνα. Και μία Καθαρά Δευτέρα ήτανε ένα… Τρώγαμε τη λαγάνα. Να πάμε να φάμε την λαγάνα. Ήταν ένα ξαδερφάκι μου από τη Μυτιλήνη. Ε πήγε το παιδί, δεν ήξερε να το πει λαγάνα, ούτε ήξερε τι θα πει και λέει: «Θέλω μία μαλαγάνα». Γελάγανε. Το παιδί κοίταζε. «Θέλω να με... Δώσ' μια» μιλούσαμε και χωριάτικα «μια μαλαγάνα». Αυτοί γελούσανε. «Τί γελάτε; Τί γελάτε;», λέει. «Θέλω να με δωσ' μία μαλαγάνα». Ε του βγάλανε, κατάλαβαν ότι ζητούσε λαγάνα και του την έδωσαν. Δεν ξέραμε, δεν ξέραμε. Και η προφορά μας ήτανε χωριάτικη και τα πιο πολλά... Όταν είχαμε έρθει, εγώ ήμουνα η πιο μικρή, βγάλαμε να κάνουμε έναν έρανο για την εκκλησία. Να πω ονόματα; Ήτανε ο Τεπερίδης, ήτανε ο Αγαθάγγελος, ήτανε ο Λυκούργος -πώς λεγόταν δεν το θυμάμαι- φυματικός ήτανε, έμεινε μόνιμα εδώ και ήθελε να δημιουργήσουμε την Πεντέλη, να κάνουμε μια εκκλησία. Και κάνει «Να κάνουμε έναν έρανο», λοιπόν, να κάνουμε έρανο. Δεν υπήρχε κόσμος εδώ, ούτε παιδιά. Ήτανε τα παιδιά του Αγαθάγγελου, ήταν μικρά. Ήτανε τα παιδιά του Τεπερίδη πολύ πιο μικρά, δεν ήτανε. Δεν ήτανε. Ήτανε τα ξαδέρφια μου, τα δυο κορίτσια, εγώ, η Ιωάννα Κεσσοπούλου, η Κατινούλα του Κυπραίου και γίναμε μία ομάδα και γυρίσαμε να κάνουμε έρανο. Κι εγώ όταν πήγα ήμουν μικροκαμωμένη και αδύνατη σαν κι εσένα, και λέω: «Εγώ θα κρατάω το κ'τι». Με κοιτάζανε. Λέει: «Τι θα κρατάς;». «Το κ'τι», έλεγα εγώ. Το ήξερα «κ'τί» να το πω, δεν ήξερα. Ε, στην αρχή δυσκολευτήκαμε σ' αυτά τα πράγματα. Σιγά σιγά όμως μάθαμε. Λέγαμε το τραπέζι το λέγαμε σοφρά. Πολλά πράγματα, ας πούμε, που δεν, δεν τα ξέραμε. Σιγά σιγά προσγειωθήκαμε κι ακούγαμε το πώς μιλάγανε και τα διορθώναμε κι εμείς. Ήτανε δύσκολα για μας, γιατί δεν… Και προπαντός όταν πήγαμε εκκλησία είχα… Είχαμε, ταξιδέψαμε Πρωταπριλιά, το '50. Στο καράβι μέσα ακούστηκε: «Πέθανε ο Βασιλιάς! Πέθανε ο Βασιλιάς!». Λέμε: «Είναι πρωταπριλιάτικο». Και πραγματικά είχε πεθάνει εκείνη την ημέρα ο Γεώργιος ο Βασιλιάς την 1η Απριλίου το '50.
Εσείς που πηγαίνατε εκδρομή;
Όχι εκδρομή. Από Μυτιλήνη ερχόμαστε. Το '50 ήρθαμε.
Όταν ερχόσασταν...
Ναι, οικογενειακώς, με τα μπαγκάζια μας και με το άλογό μας.
Μάλιστα.
Και ήτανε πραγματικά, είχε πεθάνει ο Βασιλιάς. Όταν ήρθαμε, μιλάγαμε, μιλάγαμε όπως μιλάγαμε στο χωριό. Πολλά πράγματα δεν τα καταλάβαιναν γιατί είχαμε πολλές τούρκικες λέξεις. Θυμάμαι ήτανε… Έτσι συνέχισε η ζωή μας σιγά-σιγά.
Εδώ η Πεντέλη εκτός απ' τις παράγκες, τι... μετά πώς εξελίχθηκε; Είπατε κάνατε έρανο για την εκκλησία.
Ναι, ναι, ναι! Εκεί… Κάναμε τον έρανο. Μαζεύαμε λεφτά να κάνουμε μια παραγκούλα εκεί που είναι η εκκλησία η κάτω, ένα μικρό παραγκάκι. Ήταν τότε αυτοί που ξεκίνησαν. Δεν ήτανε Δήμος, δεν ήτανε, ήταν συνεταιρισμός. Κάνουμε ένα μικρό, όπως την κουζίνα που ήτανε, ίσια ίσια που μπαίναμε μέσα, εθελοντές πηγαίνανε και τα κάναμε. Να καθαρίσουνε γύρω εκεί, να κάνουμε ένα προαύλιο να μπορούμε να σταματήσουμε, γιατί ήταν βουνό όπως βλέπεις το βουνό, έτσι ήτανε, όπως ήταν το βουνό, ένα βουνό ήτανε. Μετά όλοι κάνανε, είπε ο σύλλογος, ο συνεταιρισμός: «Θα βάλουμε να κάνετε προσωπική εργασία, να κάνουμε μονοπάτια, να μπορεί ο καθένας να πάει στο σπίτι του. Εκεί είναι τέσσερις παράγκες, να κάνουμε ένα μονοπάτι να πηγαίνουνε». Και όλοι οι άντρες κάνανε προσωπική εργασία, πηγαίνανε με κασμάδες, με φτυάρια, ανοίγανε δρόμο, σπάγανε ό,τι μπορούσαν κι έτσι σιγά σιγά κάνανε τα μονοπάτια. Μετά από τα μονοπάτια, όταν έγινε κοινότητα, έφυγε ο συνεταιρισμός και έγινε, φρόντισε το κράτος έγινε μια κοινότητα, έδινε κάτι παροχές. Εστείλανε μία μπολντόζα— που τότε θυμάμαι ήτανε ο [01:20:00]Μπετίνης πρόεδρος— και μέχρι τη νύχτα με λουξ ό,τι είχαμε. Αυτός που οδηγούσε τη μπολντόζα και άνοιγε με μπολντόζα πια το δρόμο, όχι με φτυάρια. Εκεί που ήταν τα μονοπάτια, ανοίξανε δρόμους. Κι αφού έγινε το σχέδιο, βάσει σχεδίου το κράτος ο… Έγινε κοινότητα, φρόντιζαν, έπαιρναν χρήματα. Πέρασαν τρεις αυτοί, κοινοτάρχες. Ο Μπετίνης, ο Γρηγοριάδης και— πώς λεγόταν, δεν τον θυμάμαι τον άλλον — Παπαδόπουλος. Κι έτσι, αυτοί ας πούμε εργάστηκαν πολύ. Πολύ βοήθησαν και δηλαδή μέσω του κράτους, του Υπουργείου και κάνανε δρόμους, ανοίξανε δρόμους, αφού πια είχε γίνει το σχέδιο. Μετά κάνανε, μετά κάνανε άσφαλτο, μετά, πολύ μετά. Αυτά να σου πω πότε γίνανε; Όταν είχα γεννήσει. Το '58. Τότε έγινε η πλατεία. Ένα, η πλατεία ένα στρογγυλό χώμα ήτανε, ένα στρογγυλό και ερχότανε το αυτοκίνητο κι έκανε τη στροφή για να φύγει. Κάνανε χώρο— όχι πλατεία, δεν ξέραμε πλατεία και τέτοια πράγματα — κάνανε ένα χώρο να έρχεται το λεωφορείο. Τότε βάλανε 4 λεωφορεία την ήμερα; 5; Να έρχεται το λεωφορείο να κάνει τη στροφή για να φεύγει. Κι αυτό.
Εδώ απ' έξω από το σπίτι σας τι είχε;
Πεύκα.
Είχε και κανένα ρυάκι;
Ναι. Είχε, είχε από το βουνό που κατέβαινε. Εκεί πλενόμαστε, εκεί παίρναμε νερό, ήτανε πεντακάθαρο, από το βουνό κατέβαινε. Και τελείωνε τέλος το Μάϊο με αρχάς Ιουνίου. Κι εμείς είχαμε κάνει για να μπαίνουμε εδώ. Στην αρχή δεν υπήρχε τίποτα, δεν ήτανε ούτε δρόμος, ούτε τίποτα. Το ρυάκι έτρεχε. Είχαμε αφήσει ένα κομματάκι, όπως ήτανε η παραγκούλα και ήταν... Γιατί το είχε αυτό, το δικό μας το οικόπεδο ένας αεροπόρος, με βαθμό. Και το πούλησε και το πήραμε εμείς. Και δεν είχε, το είχε μαντρώσει. Μπροστά είχε το μονοπάτι. Ένα μονοπάτι είχε εδώ. Και είχαμε ανοίξει, χαλάσει, βγαίναμε και πλενόμαστε. Και μετά που έγινε ο δρόμος αυτός, χωματόδρομος, η μπολντόζα τον άνοιξε, κάναμε ένα γεφυράκι μικρό και περνούσαμε. Είχε ένα, ένα ποταμάκι το χειμώνα ήτανε αρκετό πολύ. Αλλά σιγά σιγά λιγόστευε.
Και κάνατε μπάνιο εκεί;
Όχι, παίρναμε νερό. Νερό παίρναμε, όχι μπάνιο. Δεν ήταν τόσο μεγάλο. Όχι, το περνούσες.
Νερό, πόσιμο νερό.
Όχι.
Για τις δουλειές.
Για τις δουλειές. Πόσιμο πάντα παίρναμε από κάτω. Και μετά που πουλάγανε, το αγοράζαμε. Εμείς είχαμε το δικό μας βέβαια που ήτανε το αυτό και μία βρύση που έγινε εδώ. Μετά έκαναν γεώτρηση, βγάλανε, βρήκανε νερό, εκεί που είναι τώρα οι βρύσες, κάνανε γεώτρηση και βρήκανε νερό μπόλικο να βγαίνει, ένα γάργαρο νερό και κάνανε μία δεξαμενή επάνω. Τότε πια όμως, είχανε ο κόσμος, είχανε, είχε αρχίσει, χτίζανε κιόλας, δεν ήτανε οι παράγκες. Χαλάγανε τις παράγκες και κάνανε σπίτια. Κάναν τη δεξαμενή και έγινε ύδρευση. Κάνανε έναν αγωγό κεντρικό και μετά κάνανε διακλαδώσεις. Πληρώνανε αυτοί που είχανε τα σπίτια και γινότανε η διακλάδωση και παίρνανε νερό στα σπίτια.
Εδώ στην πλατεία γύρω γύρω τι άλλο είχε; Είχε κανένα περίπτερο;
Είχε περίπτερο, είχε και 3. Είχε ένα καφενείο, του Κυπραίου, και δύο ταβέρνες. Του Κεσσόπουλου και του Τζεβελέκα, τα οποία στην αρχή ήτανε παράγκα. Ο Τζεβελέκας ήτανε η μία ήτανε μέσα στη μέση της πλατείας και κόψανε τα δικά μας οικόπεδα όλα αυτά της πλατείας, τον κύκλο της πλατείας για να κάνουνε την πλατεία μεγάλη. Εμάς έχει 12 μέτρα πρόσοψη, δεν έχει 20 που είναι. Δεν είναι 400 μέτρα το οικόπεδο μας, γιατί κόψανε και βάλανε, όχι το δικό, όλα τα κόψανε, του Τζεβελέκα γιατί είχε επαγγελματικό οικόπεδο, το πήραν το κάνανε πλατεία το οικόπεδό του, ε και είχε την παράγκα του. Αφού έπρεπε να γίνει η πλατεία, τον βγάλαν, τον βάλανε εδώ και το μικρύνανε τα οικόπεδα και το βάλανε. Ήτανε οι ταβερνούλες αυτές, δουλεύανε, ερχόταν ο κόσμος. Σιγά σιγά αρχίσανε και κόβαν πεύκα για να χτίσουνε, ν' ανοίξουν δρόμους. Ήταν δάσος εδώ, δάσος, δάσος. Είχε... Αυτά ήτανε… Αλεπούδες. Είπαν και λύκοι ότι είχε πάνω πιο ψηλά, αλλά δεν... Εμείς αλεπούδες είχαμε, δεν το βλέπαμε, ερχόντουσαν αλεπούδες.
Από το περίπτερο τί παίρνατε;
Από το περίπτερο... Σπίρτα, τσιγάρα, εφημερίδες βγήκανε τότε, βγάζανε εφημερίδες. Αυτά.
Τηλέφωνο;
Δεν υπήρχε τηλέφωνο, υπήρχε τηλέφωνο ένα ο Λεβεντίδης, που ήτανε μπακάλικο. Είχε κι ο Παπαδόπουλος ο Πέτρος; Δεν ξέρω. Εμάς εκεί μας φωνάζανε στο τηλέφωνο. Είχαμε τηλεγραφήματα και γράμματα. Ταχυδρόμος, γράμματα. Δεν... Ένα τηλέφωνο που ήταν εκεί. Μπορεί να είχε κι ο Παπαδόπουλος. Μετά έβαλαν, κι ο Τζεβελέκας έβαλε, είχε. Όταν ήταν η Πρωτομαγιά ή Καθαρά Δευτέρα η Πεντέλη ήτανε ένα πανηγύρι, ένα πανηγύρι! Όλη η Αθήνα, νέα και παλιά. Ανέβαινε στο βουνό, ανέβαιναν, βγαίναν έξω. Όλη η Αθήνα ερχόταν. Αυτοί που είχανε συγγενικά σπίτια, στα σπίτια τα συγγενικά. Αυτοί που δεν είχανε, στα πεύκα από κάτω απλώνανε κουρελούδες και κάνανε, είχαν τα φαγητά τους και κάνανε. Πρωτομαγιά και Καθαρά Δευτέρα. Και ο Τζεβελέκας είχε τότε την παράγκα και έβαζε: Πρωτομαγιά με μάγεψες. Το τραγούδι αυτό. Και όλοι τραγουδάγανε, όλος ο κόσμος τραγούδαγε.
Το θυμάστε αυτό το τραγούδι;
Πρωτομαγιά με μάγεψες... Με σκλάβωσες... Δεν το θυμάμαι. Αυτό. Αυτό θυμάμαι.
Έβαζε μουσική δηλαδή;
Μουσική, ναι, έξω. Ε, ακουγότανε, ένα παραγκάκι ήτανε και είχε μια αυλίτσα.
Στο πικάπ;
Ναι, πικάπ. Βέβαια! Και έβαζε, κι έβαζε, πλάκες ήτανε, τι ήτανε, και έβαζε ποια άλλα; Από το χωριό του τραγούδια, δεν τα θυμάμαι. Αλλά αυτό θυμάμαι που τραγούδαγε ο κόσμος: Πρωτομαγιά με γνώρισες; Πρωτομαγιά με μάγεψες; Και τραγουδούσανε όλοι, όλοι. Έχω και φωτογραφίες που είμαστε, που... Πάνω στον Προφήτη Ηλία. Ο Προφήτης Ηλίας έγινε απ' τους πρώτους. Έγινε, δηλαδή χτίστηκε. Το πρώτο που χτίστηκε ήταν ο Προφήτης Ηλίας.
Το εκκλησάκι;
Το εκκλησάκι.
Πριν από την Αγία Παρασκευή την ενορία;
Ναι, η Αγία Παρασκευή ήτανε παράγκα. Κάνανε, την κάνανε με τούβλα από μέσα, αλλά μικρή. Δηλαδή σαν σχέδιο, ας πούμε, παράγκα ήτανε. Και μετά έγινε. Ψέλνανε. Δεν είχαμε ψάλτη. Ψέλνανε εγώ, η ξαδέρφη μου, η Ιωάννα η Φυτοπούλου, η Κατινούλα του Κυπραίου ψέλναμε. Και ο Φρατζόγλου μετά, που ήρθε και έμεινε εδώ, έγινε ψάλτης. Δεν είχε, δεν ήτανε ο Φρατζόγλου τότε που ήμαστε εμείς.
Κι ο Προφήτης Ηλίας πότε φτιάχτηκε;
Δεν το θυμάμαι κορίτσι μου καθόλου, δεν θυμάμαι τον Προφήτη Ηλία. Γιατί… Δεν το θυμάμαι, γιατί τότε εμείς ακόμη ήμαστε. Ναι, δεν το θυμάμαι. Αλλά που χτίστηκε με πέτρα και με αυτό, το πρώτο που ήτανε, ήτανε ο Προφήτη Ηλίας. Και μετά την εκκλησία [01:30:00]με παράγκα δεν αφήναμε τη χαλάγανε, γιατί το Μοναστήρι ήθελε να πηγαίνουμε στο Μοναστήρι, για εκκλησία. Και δεν έδιναν άδεια να γίνει η εκκλησία.
Αλήθεια;
Αμέ! Βέβαια!
Και πώς την χαλάγανε δηλαδή;
Τη χαλάγανε. Ερχόντουσαν, στέλναν συνεργείο και τη χάλαγε. Πώς χαλάγανε όταν πήγαινες να χτίσεις ένα και σε έπιανε η αστυνομία, στο γκρεμίζανε.
Μάλιστα!
Ερχότανε μπολντόζα και το γκρέμιζε. Δεν μπορούσαμε να... Αλλά αυτό το εκκλησάκι πρέπει να έγινε πρώτα, γιατί ήταν του μοναστηριού. Μετά έγινε... Δεν άφηνε το Μοναστήρι να κάνουμε εκκλησία. Τη νύχτα πηγαίνανε οι μαστόροι, βάζανε τα ξύλα, βάζανε τα αυτά, τις παράγκες να γίνει. Γκρεμίζανε, και μετά πια, ύστερα, έγινε εκκλησία, έγινε... Νομίζω ότι ήτανε Μετόχι του Μοναστηριού; Δεν τα θυμάμαι τότε, γιατί... Και μετά έγινε, αφού έγινε η Κοινότητα έγινε.
Εσείς όταν παντρευτήκατε και κάνατε οικογένεια, συνεχίσατε να δουλεύετε;
Δούλευα. Δούλευα στο σπίτι. Δούλευα. Έπλεκα πουλόβερ και τα έστελνα σε μία φίλη μου στη Κρήτη, τουριστικά. Πουλόβερ. Μια μέρα έβγαζα ένα πουλόβερ. Με χοντρό νήμα και με χοντρές βελόνες. Έκανα μετά, όχι... Πρώτα έκανα, έπαιρνα από τον τότε, Κοντόσης λεγότανε, από την Αθήνα. Μου τα ζωγράφιζε στα υφάσματα και το έπαιρνα και τα έκοβα και έκανα σουτιέν και λαστέξ στο σπίτι. Έραβα. Έραβα. 3-4, 3 χρόνια. Παίζανε όλα τα παιδιά, τα κορίτσια έξω κι εγώ καθόμουν στη μηχανή. Βουρ βουρ τη μηχανή. Γιατί ο άντρας μου, όταν απολύθηκε, δεν είχε δουλειά. Μέχρι να βρει δουλειά. Και μετά μπήκε στο Δήμο. Τον βάλαν στο Δήμο το '58. Ήμουν έγκυος. Κι επειδή ήταν κι άλλοι, κι άλλοι που είχαν κάνει αιτήσεις, αλλά πήραν τον Γιάννη, τον άντρα μου, γιατί ήμουν έγκυος εγώ και είχε, ας πούμε, πιο ανάγκη. Και μέναμε σ' ένα δωματιάκι μαζί με τη μαμά μου, που το κάναμε. Δεν το κάναμε το σπίτι. Ρίχναμε τα μπετά και κάναμε ένα δωμάτιο κάτω και ένα δίπλα και μέναμε. Και εργαζόμουνα. Και μετά, αφού γέννησα, δεν μπορούσα πια και έκανα και το δεύτερο παιδί, πήγε μία φίλη μου στην Κρήτη και έκανε με τουριστικά και έπλεκα πουλόβερ και τα έστελνα εκεί, τα έπαιρνε και τα πουλούσε. Δεν... Κάτι κάναμε όλοι. Και η αδερφή μου, όλοι δουλεύαμε, όλοι, για να μπορέσουμε, να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια. Και σιγά σιγά, πέτρα πέτρα τα χτίσαμε. Κάναμε κάτω, τώρα που είναι το σπίτι μου, το αυτό, ήτανε, κάναμε ένα μαγαζί, ένα… Το χτίσαμε δηλαδή, το κλείσαμε. Και το πήρε ένας ηλεκτρολόγος, το τελείωσε, έβαλε τα κουφώματα και τα λεφτά που θα παίρναμε για ενοίκιο, τα έδωσε στα κουφώματα. Και έκανε τα κουφώματα και δεν παίρναμε ενοίκιο κι όταν τελείωσε και μετά παίρναμε ενοίκιο. Και μετά κάναμε, χτίσαμε εδώ πάνω μ' αυτά τα λεφτά και με τις δυνάμεις μας και τα νοικιάσαμε. Γιατί το καλοκαίρι είχε πάρα πολύ κόσμο η Πεντέλη. Πρέπει εσύ να πρόφθασες να…
Πρόφθασα κάποια πράγματα...
Όχι, όχι, όχι, όχι...
Η μαμά μου!
Όχι εσύ, όχι εσύ, ναι... όχι εσύ...
Παραθέριζε δηλαδή ο κόσμος εδώ;
Ναι! Βέβαια! Εγώ ήρθε χρόνια, καλοκαίρι, που το νοίκιασα 3 φορές, γιατί δεν ερχότανε, δεν είχε ο κόσμος λεφτά να αυτό... Είχαν τα παιδιά τους. Και νοίκιασα 3 φορές την κουζίνα, εδώ ήταν ένα δωμάτιο κι άλλο ένα εδώ. Άλλος στην κουζίνα, άλλος στο ένα δωμάτιο και άλλος στο... Κι ένα πετρογκάζ πρόχειρο που μαγειρεύανε. Καθόντουσαν ένα μήνα και φεύγανε. Και έτσι σιγά σιγά εγώ, εμείς μαζέψαμε χρήματα και φτιάξαμε το σπίτι, όπως το φτιάξαμε. Όχι έτσι. Το 'κανε ο Παναγιώτης το σπίτι έτσι. Όταν παντρεύτηκαν. Ήτανε δυο δωμάτια, η κουζίνα ήταν κρεβατοκάμαρα, που τα κάναμε εμείς και εδώ αυτό το… Ο χώρος αυτός ήτανε κουζίνα.
Μάλιστα, μάλιστα! Εσείς μέσα απ' τη δουλειά σας, είχατε ζητάει κάποια έτσι εμπειρία που σας έμεινε; Είχατε γνωρίσει—
Όχι, γιατί δεν—
Κόσμο;—
Όχι, δε δούλευα έξω, δούλευα στο σπίτι μου μέσα. Με είχε, είχα... Είχα μία εμπειρία, η οποία, δεν θα τη ξεχάσω. Κάποιος γνωστό με σύστησε σε κάποιον, να… Όπου ήθελε να κάνει σαν βιοτεχνία να ξεκινήσει, να κάνει λάτεξ και σουτιέν. Και πήγα. Πήγα. Όταν… Πήγα, με γνώρισαν. Είπα, έδειξα τη δουλειά μου, που ξέρω 'γω τι κάνω. Κάναμε. Ο Κοντώσης ήταν ο πρώτος τότε, Σταυρόπουλος και Κοντώσης στην Αθήνα, δεν υπήρχε άλλον με εσώρουχα. Την είδε, του άρεσε να κάνουμε, να συνεταιριστούμε. Ήτανε στην πλατεία Κάνιγγος σ' ένα στενό. Γραβιάς λεγόταν, δεν θυμάμαι. Πήγα. Πήγα την πρώτη φορά. Ήταν και μια κυρία, γιαγιά μεγάλη, είχε και τρία κορίτσια, τα οποία εγώ κι εκείνος θα κάναμε τα σχέδια, θα βγάζαμε τα σχέδια, θα τα, θα τα… Και θα δείχναμε και στα κορίτσια, εγώ θα έδειχνα, ας πούμε, το πώς θα τα φτιάξουνε. Πήγα τρεις μέρες, την πρώτη μέρα ήτανε μια ηλικιωμένη, τη δεύτερη ήταν τα κορίτσια. Την τρίτη μέρα που πήγα ήταν αυτός, μόνος του, κι εγώ. Είχαμε δώσει ραντεβού με τον άντρα μου και με την αδερφή μου να συναντηθούμε να πάμε σε κάποια θεία μας. Εγώ αισθάνθηκα τόσο άσχημα εκεί μέσα μόνη μου. Είχε κάτι κουρτίνες βελούδινες, σκοτεινά… Αισθάνθηκα άσχημα, πολύ. Και βγαίνω έξω και του λέω: «Δεν ξαναπάω, τελείωσε, δεν ξανά…», τρίτη μέρα. «Γιατί;», «Γιατί δεν μου άρεσε, δεν μου άρεσε -λέω- δεν ξέρω». Ήταν στην Κάνιγγος από πάνω. «Δεν ξέρω, δεν μου άρεσε -λέω- δεν ξαναπάω!» «Μην ξανά πας!» μου λέει ο Γιάννης. «Μην ξανά πας!». «Εντάξει!». Φύγαμε, δεν ξαναπήγα. Αυτό το θυμάμαι σαν να το βλέπω τώρα. Τρομοκρατήθηκα. Δεν δούλεψα έξω ποτέ. Δούλευα στο σπίτι.
Ήσασταν μαθημένη πιο πολύ…
Στο σπίτι. Και από την επαρχία που ήρθαμε. Από το αυτό... Δεν ήξερα. Δεν είχα μπει σε τέτοιο σπίτι. Το είδα πολύ, πολύ άσχημα. Και δεν ξαναπήγα.
Σε κανένα άλλο σπίτι είχατε πάει;
Όχι. Τι; Δηλαδή να εργαστώ;
Ναι.
Όχι.
Μήπως είχατε πάει στο σπίτι του Πλαστήρα;
Ναι.
Για —
Που το ξέρεις;
Πείτε μας για αυτό!
Λοιπόν! Όταν εμείς είχαμε το παραγκάκι εδώ, είχαμε γνωρίσει έναν αξιωματικό, και είχε δύο παιδιά, ήταν πολύ φίλος μας και λέει: «Να 'ρθω να βάλω τη σκηνή εδώ» έτρεχε και το νεράκι αυτό «να ‘ρθουν, να 'ρθούνε η γυναίκα μου, τα παιδιά μου να καθίσω που είσαστε εσείς» γιατί εκείνος κατέβαινε στη Αθήνα, ήτανε μέσα στην Αθήνα στο στρατό «να καθίσω;» λέει. «Να 'ρθεις, γιατί όχι; Πολύ ευχαρίστως! Παρέα θέλουμε κι εμείς». Παραγκάκι είχαμε κι εμείς, δεν μέναμε... Και έρχεται εδώ, βάζει μία σκηνή και έρχεται ένα μήνα το καλοκαίρι. Τί ήτανε; Γιατί είχε το νερό, έτρεχε το νερό και το καλοκαίρι. Και έμειναν. Είχαμε γνωριστεί, είχαμε [01:40:00]γίνει φίλοι. Αυτός έμενε στην πλατεία Ρηγίλλης σε ένα διαμέρισμα. Λοιπόν. Ερχόντουσαν, πηγαίναμε. Κάποτε μας… «Ελάτε -λέει- να καθίσουμε να παίξουν τα παιδιά». Και πήγα, πήγαμε. Ο Γιάννης δεν ήταν, δεν θυμάμαι. Ή ήταν, ήταν. Πήγαμε. Εκεί ήταν ένα διαμέρισμα και είχε εκείνος ο αξιωματικός ένα δωμάτιο και μία κουζίνα στην πλατεία Ρηγίλλης. Και ήταν κι άλλοι, άλλα έτσι δωμάτια που μένανε. Και βγαίνουμε εγώ. Ήταν ο αξιωματικός. Βγαίνει έξω. Λέει: «Α, τι έγινε; Γεια σου, τι κάνεις;». Ήταν ένας ψηλός ο Πλαστήρας μ' ένα μουστάκι, με μια μπιτζάμα και μία φανέλα εσωτερική, ένας εκεί ωραίος άντρας, ψηλός. Λέει: «Α! Έχεις παρέα;». Λέει: «Ναι -λέει- ήρθαν τα παιδιά που πάμε στην Πεντέλη» λέει. «Τα παιδιά ήρθανε», λέει. Και ήρθε και καθίσαμε και κουβεντιάσαμε. Και μας έλεγε ότι πρέπει να είσαστε δημοκρατικοί, πρέπει να σέβεστε το κράτος, να σέβεστε τον άνθρωπο, να σέβεσαι... Ε, μας έδινε... Ε, κορίτσια κι εμείς, εγώ ήμουνα, τί ήμουνα; 25 χρόνων και είχα γεννήσει, 24. Λοιπόν, ήμουνα 20 χρόνων, 20 τόσο χρόνων πια ήμουνα και τον γνώρισα εκεί.
Τί άνθρωπος σας φάνηκε ο Πλαστήρας;
Πολύ καλός. Έτσι μου φάνηκε εμένα. Πολύ καλός. Δεν τον έζησα πολύ για να ξέρω, αλλά τον είδα, καλός και ότι έλεγε ότι για το καλό του—
Του τόπου.
Του τόπου, για το καλό του τόπου μας ότι υπάρχουνε —τότε δεν τα καταλάβαινα κι εγώ— ότι υπάρχουνε άνθρωποι που θέλουνε να μας… Να μην είμαστε εξουσία εμείς και να έχουμε κι άλλους από… Άλλοι από... Άλλοι να μας δίνουνε διαταγές. Τέτοια έλεγε, ότι πρέπει να αγαπάτε τον τόπο σας, να τον πονάτε. Οι Έλληνες, διαβάσατε στο σχολείο τι αγώνα κάναμε για να απελευθερωθούμε και να είμαστε εκτός το… Με τους Τούρκους, μετά τους Γερμανούς, πόσα... Να είσαστε καλοί, να είσαστε… Εγώ κοριτσάκι ήμουνα τότε. Τότε τα κορίτσια, τότε, ήτανε μικρά, δεν είχανε ούτε πονηριές. Δεν ήταν τα κορίτσια που σήμερα το κορίτσι είναι ελεύθερο από τα 18 του και κάνει τη ζωή του και ξέρει και έχει πείρα. Εμείς ήμαστε την οικογένεια και πέρα από την οικογένεια έναν φίλο της οικογένειας. Έτσι γνώρισα και τον Πλαστήρα, από φίλο της οικογένειας. Δεν είχαμε… Και οι συγγενείς μας. Δεν είχαμε όπως είναι τώρα. Και αυτά μας έλεγε: Να προσέχετε, ότι θα αλλάξουνε τα πράγματα, η ζωή σας δεν θα είναι, η ζωή δεν θα είναι όπως είναι τώρα. Θα αλλάξουνε τα πράγματα, θα δείτε ότι θα έχετε απ' όλα αυτά που είναι τώρα, θα κάνετε και σπίτια και καλά θα έχετε, αλλά δεν θα είσαστε αυτοί που είσαστε τώρα. Δεν θα είναι οι άνθρωποι όπως είναι τώρα, η καλοσύνη και… Αυτό εννοούσε. Δεν θα είναι οι άνθρωποι καλοί όπως είναι τώρα.
Τι θα είναι δηλαδή;
Θα υπάρχουν, θα αρχίσει, θα υπάρχουν συμφέροντα. Θα υπάρχουν που ο ένας, ο ένας αγαπάει τον άλλον. Δεν θα υπάρχει αυτή η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ομόνοια, η αυτή δεν τα υπάρχει. Θα δείτε ότι ο κόσμος θα αλλάξει. Και τον θυμάμαι. Θυμάμαι τα λόγια του. Δεν θα είναι όπως είσαστε εσείς τώρα που είσαι εσύ κοριτσάκι 20 χρόνων και είσαι αγνό και είσαι... Καλά, μπορεί να ήμουνα αρραβωνιασμένη, ναι, αλλά τον Γιάννη τον είχανε στείλει στην Ανάφη, επειδή απαγορευότανε. Έπρεπε να έχει προίκα η γυναίκα για να... Για να αρραβωνιαστεί ο χωροφύλακας και να παντρευτεί έπρεπε να έχει προίκα. Έπρεπε να έχει 30.000, δεν ξέρω πόσα. Εμείς δε θέλαμε, δεν θα έμενε εκείνος χωροφύλακας, πήγε τη θητεία του. Γιατί ο πατέρας μου όταν ήρθε και με ζήτησε του λέει: «Κοίταξε να δεις, εγώ σαν χωροφύλακα δεν σου δίνω την κόρη μου- διότι είπε τη λέξη- δεν θέλω την κόρη μου να είναι σα τη γάτα με τα γατιά, να είναι σήμερα εδώ και αύριο εκεί. Θα κάνεις τη θητεία σου, θα απολυθείς και τότε, ναι, με όλη μου την καρδιά!». Και έτσι έγινε. Αλλά όταν αρραβωνιάστηκα δεν επιτρεπότανε να είναι, να έχει εδώ κοπέλα και έφυγε, τον μετέθεσαν. Τον στείλαν στο ξερονήσι, στην Ανάφη.
Γιατί δεν επιτρεπότανε να έχει εδώ κοπέλα;
Δεν επιτρεπότανε. Γιατί ήτανε χωροφύλακας.
Μόνο να παντρευτεί επιτρεπότανε.
Να παντρευτεί και κρυφά να έχεις κοπέλα…
Απαγορευόταν.
Όχι. Να μη σε ξέρουν. Αλλά εδώ υπήρχαν οι καλοθελητές που μόλις το μάθανε, ειδοποίησε στο αρχηγείο και του έρχεται ξαφνικά μια μετάθεση στην Ανάφη, σ' ένα ξερονήσι που πήγαινε μία φορά την εβδομάδα το καράβι. Μία φορά την εβδομάδα. Και ήταν εξόριστοι. Τότε εγώ είχα γνωρίσει τον, κι αυτά μου είχε πει, το ήξερε το δικό μου θέμα. Το ήξερε και για αυτό έλεγε ότι υπάρχει κόσμος και θα δείτε ότι θα αλλάξει, δεν θα είναι… Ο ένας θα βγάλει το μάτι του αλλουνού. Δεν θα 'ναι η ίδια η ζωή, δε είναι. Θα αλλάξουνε τα πράγματα. Θα έχετε πολλά πράγματα. Θα έχετε απ' όλα. Αλλά δε θα είναι οι άνθρωποι που είναι τώρα, δεν θα είναι οι άνθρωποι που είναι τώρα.
Και είχε δίκιο.
Και είχε δίκιο. Μεγάλος ήτανε. Μεγάλος ήταν τότε. 70 χρονώ ήτανε; Είχε κατεβεί. Είχε κατεβεί στις εκλογές, είχε βγει.
Αφού παντρευτήκατε και κάνατε παιδιά, πώς τα μεγαλώσατε τα παιδιά σας;
Εγώ τα μεγάλωνα και δούλευα μέσα, δούλευα στο σπίτι μου μέσα. Και ο άντρας μου έπιασε... Όταν έμεινα έγκυος στο πρώτο μου παιδί, Γενάρη γέννησα, άνοιξη έπιασα δουλειά. Έπιασε δουλειά, τότε έγινε η Κοινότητα, και έπιασε δουλειά στην καθαριότητα. Είχανε ένα αυτοκίνητο-φορτηγό του Φυτοπούλου και περνούσε μία φορά την εβδομάδα. Δεν είχε κόσμο, αυτά που είναι τώρα, και παίρναν τα σκουπίδια. Και ήταν οδηγός και πήγε οδηγός και μετά έγινε υπάλληλος στην Κοινότητα. Είχε τελειώσει το Λύκειο και αυτά. Έμεινε αλλά ήτανε... Εκείνος έπαιρνε εκεί κάτι λεφτά. Στην αρχή τρεις φορές την εβδομάδα δούλευε. Με το αυτοκίνητο ο αδερφός μου δεν ήταν ακόμη παντρεμένος, είχαμε το αυτοκίνητο του. Ήμαστε, όλα ένας κουμπαράς, ένα πορτοφόλι ήταν όλοι. Του Γιάννη, του αδερφού μου, των γονιών μου, το δικό μου, όλα. Κι έτσι σιγά σιγά, όταν έπιασε δουλειά, φτιάξαμε ένα δωμάτιο και ανέβηκα επάνω. Γέννησα το πρώτο μου παιδί και ανέβηκα επάνω. Αλλά εργαζόμουν, έπαιρνα δούλευα στο σπίτι, στη μηχανή όλη την ημέρα πάνω στη μηχανή, όλη μέρα. Όλα αυτά τα γαζιά. Το 'παιρνα ύφασμα και το 'φτιαχνα εσώρουχο.
Σας άρεσε η δουλειά σας;
Ήθελα μοδίστρα να γίνω. Αλλά από μοδίστρα έφτασα, αφού βρήκα εκεί δουλειά και εκεί χρήματα; Έκανα αυτό. Γιατί μοδίστρα εδώ, η Πεντέλη δεν είχε κόσμο, ποιος να πάει να ράψει. Τίποτα. Αυτό το βρήκα. Ξεκίνησα. Τους άρεσε. Δούλεψα πολλά χρόνια. Μέχρι το δεύτερο παιδί που έκανα, δούλευα και ερχότανε το πρώτο μου παιδί και ανέβαινε στην κοιλιά μου. Δεν το 'παιρνα αγκαλιά, δεν προλάβαινα, δεν το ντάντεψα, γιατί είχα να δουλέψω. Όταν έκανα το δεύτερο παιδί, είχαμε πια ορθοποδήσει [01:50:00]κάπως καλύτερα και τότε σταμάτησα και... Νοικιάζαμε όμως. Κλεινόμουνα σ' ένα δωμάτιο και νοικιάζαμε. Τα λεφτά που νοικιάζαμε είχαμε να περάσουμε. Δεν ξέρω η μαμά σου αν νοικιάζανε, θα πρέπει να νοικιάζανε κι εκείνοι, γιατί ο κόσμος ήθελε να 'ρθει, ήθελε την εξοχή. Όχι όταν ήσαστε εσείς, όταν ήταν η μαμά σου, η μαμά σου ή ο μπαμπάς σου είναι… Ο μπαμπάς σου ήταν στα λατομεία—
Η μαμά μου, ο παππούς μου.
Ναι. Ποιος...
Ο παππούς μου από την Πάρο.
Ναι, από την Πάρο.
Πώς σας φαίνεται η Πεντέλη σήμερα σε σχέση με το πως ήταν τότε;
Τώρα δεν μου φαίνεται… Πολύ άσχημη! Η εξέλιξη δεν είναι καθόλου καλή. Καθόλου δεν μ' αρέσει, εμένα. Από τότε που έγιναν τα δικαστήρια στην... Αμπελοκήπους, ήρθανε όλοι οι δικαστικοί και όλοι οι αυτοί και αγόρασαν οικόπεδα. Έκαναν σπίτια 200 τετραγωνικά, 250, 150, βίλες και έγινε ένα χάος. Δεν σου λένε: «Καλημέρα». Δεν υπήρχε... Ο ένας γνώριζε τον άλλον και είχαμε επαφή και λέγαμε «Καλημέρα» και λέγαμε τα δικά μας. Τώρα περνάνε και δε σου λένε «Καλημέρα». Εγώ όμως μέχρι που θα πεθάνω, ας είναι και άγνωστοι, περνάω και λέω «Καλημέρα σας!». Εγώ λέω «Καλημέρα». Αν θέλει, ας μου πει, αν δεν θέλει ας... Άγνωστοι. Βγαίνω έξω, βρίσκω άνθρωπο... Και μάλιστα μια φορά μια μου λέει: «Γιατί καλημέρα;». «Ε γιατί- λέω- για να είναι καλή η μέρα!». Μια μου το είπε αυτό.
Καταλαβαίνω. Έχετε δίκιο!
Εδώ τώρα δηλαδή, δε θα ήθελα να μένω, καθόλου. Τότε που ήμαστε ήτανε ωραία γιατί ήμαστε στο κέντρο. Θέλω να 'μαι ψηλά, ψηλά στο βουνό. Αλλά δεν είχαμε την πλεονεξία. Ο Καλατζής που ήτανε τότε στο συνεταιρισμό πρόεδρος, έλεγε στον άντρα μου —ήτανε χωροφύλακας εδώ— «Πάρε ένα οικόπεδο. Τσάμπα. Θα σου το δώσω εγώ με λίγα λεφτά». «Τι λες;» του έλεγε. «Εγώ τι θέλω εδώ στο βουνό;». Δεν είχαμε γνωριστεί βέβαια, ακόμη. «Τι θέλω εδώ στο βουνό εγώ; Δεν θέλω, δεν θέλω.». Και μετά ήταν πάμφθηνα τα οικόπεδα και δεν αγοράζαμε. Δεν είχαμε... Είχαμε μάθει σ' αυτά που είχαμε. Δεν είχαμε μάθει να έχουμε... Κι αυτό το... τελικά αυτό το οικόπεδο που το κάναμε όπως ήταν και στο χωριό μου τα δυο κορίτσια, έτσι, η αδερφή μου κι εγώ. Κι εδώ κάναμε το ίδιο.
Μισό, μισό.
Μισό, μισό. Ναι. Δεν είχαμε, να κάνουμε. Περνάς και βλέπεις… Τί να τα κάνω, τί να τα κάνω; Που δε σου μιλάνε, δε σε γνωρίζουν, δε σου λένε τίποτα. Από τότε που ήρθαν, χάλασε η Πεντέλη.
Έχετε δίκιο κυρία Βέρα μου! Η πιο ωραία σας ανάμνηση από 'δω απ' την Πεντέλη;
Η όμορφη μου ανάμνηση είναι όταν γνώρισα τον άντρα μου και οι γιορτές που γενόταν, δηλαδή οι Πρωτομαγιές και οι Καθαρές Δευτέρες, που είχε κόσμο, που ήτανε... Γιατί εκείνη την ημέρα δε δούλευα, άφηνα τη μηχανή. Μία φορά μου είχανε πει ότι: «Πρέπει να βγάλεις τη δουλειά, γιατί πρέπει να κάνουμε βιτρίνα και πρέπει να τα έχουμε». Και ήτανε Πρωτομαγιά και εγώ καθόμουνα. Πρωτομαγιά με μάγεψες. Και καθόμουνα και γάζωνα. Δεν ήτανε να σταματάς και να κάνεις δουλειά. Δεν τρύπωνα. Συνέχεια ήταν με τη μηχανή. Το έπιανα, το έβαζα διπλό, το γάζωνα. Το γύριζα... Τα έφτιαχνα. Έβαζα την κορδέλα από κάτω. Κατευθείαν όλα. Δεν ήταν να... Και όλη μέρα γούρου γούρου στη μηχανή επάνω. Όλη τη ημέρα. Και έλεγα: «Κοίτα! Βγαίναν τα κορίτσια όλες, παιδιά, βγαίνουν κι εγώ εδώ!». Γιατί είχαμε ανάγκη. Και να μη χάσω και την δουλειά αυτή που έπαιρνα στο σπίτι. Ήμουνα στο σπίτι μου, στο παιδί μου. Έκανα το δεύτερο μου παιδί. Ήθελα να είμαι στο σπίτι. Και μέχρι δηλαδή τα πουλόβερ αυτά που έκανα. Έκανα πουλόβερ. Ένα πουλόβερ έβγαζα την ημέρα. Σηκωνόμουν, ήταν χοντρά τα μαλλιά, χοντρά και αυτά τα… Σηκωνόμουνα πρωί και καθόμουνα και έπλεκα, έπλεκα, έπλεκα, έπλεκα. Να βγάλω δουλειά, να τελειώσει το πουλόβερ να τα στείλω, να παν τα παιδιά μου στο σχολείο, να τα 'τοιμάσω. Ήτανε άλλη η ζωή, κορίτσι μου, τότε. Τα σημερινά παιδιά, βλέπω εγώ από τα εγγόνια, τις εγγόνες μου. Τα παιδιά μου, η Μαίρη προπαντός, η Εύα όχι, λέει: «Υστερηθήκαμε πολλά». Λέω: «Καθόλου, εσείς είσαστε τα πιο καλά παιδιά, μερικά παιδιά που ήτανε του Κεσσοπούλου, η Κατιννούλα, μία Γεωργία...» Δεν την πρόλαβες εσύ, από 'κει πάνω που ήτανε. Γιατί, τους έραβα φουστανάκια, πήγαινα και έπαιρνα. Τότε στέλνανε από την Αμερική, πηγαίνανε και τα παίρνανε, δε ξέρω, μεταχειρισμένα πράγματα, τα φέρνανε, κάποιοι, ας πούμε, που τα κάνανε εμπορεύματα. Και ήτανε ένα κτήριο στο Χαλάνδρι, μια αίθουσα που είχε, έφερνε ρούχα, πράγματα. Και πήγαιναν και αγόραζε ο κόσμος για να μη δώσει λεφτά. Δεν είχε ο κόσμος λεφτά. Αγόραζε ο κόσμος και τα έφτιαχνε και πήγαινα κι έπαιρνα και τα έφτιαχνα φορεματάκια —έχω ακόμα το φόρεμα που έκανα της Μαίρης— φορεματάκια και τα έντυνα τα παιδιά μου. Λέω: «Δεν στερηθήκατε εσείς, δε… Άλλοι στερήθηκαν πιο πολύ, γιατί εγώ ήξερα και σας έντυνα πάντα πολύ ωραία και πολύ καλά». Αλλά τώρα που δεν υστερούνται τίποτα είναι ευτυχισμένα; Είναι ευχαριστημένα; Τότε ήσαστε ευχαριστημένοι μ' αυτά τα λίγα που είχαμε. Τώρα λες εσύ, βλέπεις τα… Πως περνάν τώρα; Μα τώρα δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε. Ζωή είναι που κάνει η νεολαία; Δεν είναι ζωή! Ακόμη και τα εγγόνια μου. Δεν είναι. Είναι δηλαδή πράγματα που κοιτάζουν το πώς να δουλέψουν και το πώς τις κενές ώρες να τις περάσουν με το έξω και με τη διασκέδαση και με την αυτή. Όλα τα παιδιά τα σημερινά. Δεν ήταν έτσι.
Τι συμβουλές έχετε να δώσετε στις νέες γενιές, στα νέα παιδιά;
Τα νέα παιδιά δεν ακούνε. Τους δίνω συμβουλές. Εγώ δοξάζω στο Θεό γιατί μπορεί να μην πηγαίνω πολύ στην εκκλησία, αλλά κάνω πολλή προσευχή. Και προσεύχουμαι και, Δόξα τω Θεώ, και τον άντρα μου είναι σε καλή κατάσταση, διότι δεν δημιουργεί προβλήματα. Είναι άλλοι που φεύγουνε, που δημιουργούν προβλήματα, καυγάδες. Είναι ένας ήπιος, μόνο που ξεχνάει, μόνο, και που θέλει την περιποίηση του, να του δώσεις τα φάρμακα του. Αυτό. Και τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου είμαι περήφανη, γιατί τα εγγόνια μου γίνανε καλά παιδιά. Όποιος τα γνωρίσει, ήτανε, γίνανε καλά παιδιά. Τα μεγάλωσα εγώ. Γιατί δουλεύανε οι κόρες μου και τα παιδιά αυτά από που γεννήθηκαν, προπαντός το πρώτο είχε αρρωστήσει και είπε ο γιατρός: «Δεν θα αλλάξει σπίτι να πάει στη μάνα του», το είχα εγώ, εδώ. Το δεύτερο, τα είχα εγώ. Τα πήγαινε ο παππούς στον παιδικό, τα έφερνε στο σπίτι, τρώγαμε μαζί. Έχουν μάθει τα παιδιά με οικογένεια. Και της Μαίρης... Α, το άλλο παιδί είχε πρόβλημα και το είχα εγώ ολοκληρωτικά, γιατί δούλευε και η μαμά και ο μπαμπάς. Αλλά της Μαίρης το κοριτσάκι όταν θα περάσει: «Γιαγιά, παππούλη!». Θα φύγει, θα με πάρει τηλέφωνο. Είμαστε εδώ. Δηλαδή έχουνε την αγάπη. Τώρα είναι, η εγγονή μου είναι με τα ξαδέρφια της στο χωριό, με τον Γιάννη στο χωριό. Έχουν μάθει αυτό το δέσιμο που είχαμε εμείς. Δηλαδή δεν είναι όσο είμαστε εμείς. Βγαίνουνε, γλεντάνε, πηγαίνουνε, αλλά είναι παιδιά οικογένειας. Αυτό. Με την προσευχή μου και με την αυτήν μου, που παρακαλώ και είναι τα παιδιά. Είναι οι γονείς [02:00:00]τους βέβαια σωστοί και γι' αυτό είναι κι αυτοί με αρχές και προσπαθούν τα παιδιά, προσπαθώ και εγώ και όλοι μαζί κάναμε καλά παιδιά.
Μπράβο σας κυρία Βέρα!
Κάναμε καλά παιδιά, όλοι μαζί. Με αγάπη να είμαστε όλοι μαζί, όλη η οικογένεια... Μα, γιορτή είναι τώρα, δε θα φύγουν τα παιδιά να πάνε πουθενά. Μαζί μας. Μα, όλοι μαζί. Ποτέ! Θα παν τις διακοπές τους, θα πάνε το έξω τους, αλλά...
Πολύ ωραία η ιστορία της ζωής σας. Έχετε να μας προσθέσετε κάτι άλλο που θέλετε να πείτε;
Όχι κορίτσι μου. Ό,τι θυμόμουνα. Μπορεί να ξέχασα πράγματα, αλλά ό,τι θυμόμουνα αυτά είπα.
Πολύ ωραία όλα! Πολύ ωραία! Να είστε πάντα καλά, γερή και δυνατή!
Ευχαριστώ! Και εσύ να έχεις μία καλή τύχη! Θέλω… Μοιάζετε, είσαστε καλά παιδιά, ξέρω από τους γονείς σου. Αλλά κι εσύ, θέλω να κάνεις οικογένεια.
Αμήν!
Θα χαρώ πάρα πολύ! Και ξέρω ότι είσαι παιδί της εκκλησίας, αλλά η εκκλησία θέλει την οικογένεια.
Βέβαια, βέβαια.
Δεν είναι να μη θέλει την οικογένεια—
Βέβαια—
Να θέλει... Άλλο είναι να θέλεις να γίνεις μοναχή και να γίνεις και άλλο να είσαι μέσα στη ζωή—
Σίγουρα, σίγουρα!
Χρειάζεται οικογένεια! Λοιπόν! Να το επιδιώξεις! Συν Αθηνά και χείρα κίνει, λέει. Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι. Είσαι καλό παιδί, καλό κορίτσι και είναι άδικο—
Έτσι είναι, έτσι είναι κυρία Βέρα μου!
Να μην κάνεις οικογένεια! Να το επιδιώξεις.
Ευχαριστώ πάρα πολύ!
Να έχεις μία καλή τύχη! Με όλη μου την καρδιά το λέω! Στο λέω με όλη μου την καρδιά γιατί αγαπώ όλα τα παιδιά!
Είστε πολύ καλή!
Όλα τα παιδιά δικά μου είναι. Όλα τα παιδιά σαν να είναι όπως τα δικά μου, έτσι είναι.
Έτσι είναι!
Παιδιά μου είναι! Παιδιά μου είναι!
Έτσι είναι!
Όλα παιδιά του Θεού!