© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Φιλαδελφιώτισσα με προσφυγική καταγωγή

Κωδικός Ιστορίας
10291
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μαρία Δούλου (Μ.Δ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/10/2020
Ερευνητής/τρια
Ιωάννης Μπιλίρης (Ι.Μ.)
Ι.Μ.:

[00:00:00]Καλησπέρα σας. Είμαι ο Γιάννης Μπιλίρης. Το όνομά σας παρακαλώ.

Μ.Δ.:

Μαρία Δούλου.

Ι.Μ.:

Είμαι ο Γιάννης Μπιλίρης, ερευνητής από το Istorima, είναι 23 Οκτωβρίου 2020 και βρισκόμαστε στη Νέα Φιλαδέλφεια με την κυρία Δούλου Μαρία. Είμαστε εδώ, είστε απόγονος προσφύγων, είστε Φιλαδελφιώτισσα  χρόνια. Μιλήστε μας λίγο για αυτό. Από που προέρχεται η οικογένειά σας; Που έχετε μεγαλώσει;

Μ.Δ.:

Ο μπαμπάς μου ήρθε πρόσφυγας από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Ήταν 2 χρονών όταν ήρθε πρόσφυγας. Απ’ ό,τι μου είχε πει, έμενε στον Άγιο Λευτέρη. Στον Άγιο Λευτέρη τους είχαν βάλει σκηνές και μένανε στην αρχή στον Άγιο Λευτέρη, μέχρι που τους δώσαν τα σπίτια στη Φιλαδέλφεια. Τα προσφυγικά που λέμε τώρα. Εκεί έμενε ο μπαμπάς μου με τις αδερφές του.

Ι.Μ.:

Πόσα παιδιά ήταν;

Μ.Δ.:

Ήτανε 5. Ο ένας πάνω στον άλλον, καταλαβαίνεις οι συνθήκες ποιες ήταν. Ο μπαμπάς μου, αργότερα, σε αυτό το χώρο που μένανε και οι αδερφές του, έκανε ένα μαγαζί, ένα γαλακτοπωλείο άνοιξε και πούλαγε γάλα κι έφτιαχνε και γλυκά κι απ’ όλα. Ο μπαμπάς μου δεν έλεγε πολλά, γιατί δεν είχε ζήσει και πολλά. Αλλά ίσως επειδή τον πονούσαν πολύ όλα αυτά, δεν τα έλεγε. Μετά από πολλά χρόνια, μου είπε για το θάνατο της μαμάς του. Ότι είδε να την παίρνουνε σε ένα κάρο. Στον Άγιο Λευτέρη που πέθανε η μαμά του, να την παίρνουνε σε ένα κάρο και δεν ένιωσε πολλά πράγματα. Δηλαδή το θεώρησε κάτι φυσιολογικό. Αυτό, ο μπαμπάς μου μου το είπε, όταν είχε πάει γύρω στα 80. 80 χρονών. Μέχρι τότε, δεν έλεγε πολλά. Κι εκείνο που έλεγε βέβαια, ότι είχε περάσει πολλά, οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ δύσκολες όταν ήρθανε-.

Ι.Μ.:

Πόσα χρόνια έμειναν στον Άγιο Λευτέρη περίπου, όταν ήρθαν;

Μ.Δ.:

Γύρω στα 6 χρόνια; 6-7 χρόνια μείνανε.

Ι.Μ.:

Και ήρθαν το ‘22; Πότε ήρθαν;

Μ.Δ.:

Το ’22, με την καταστροφή. Ο μπαμπάς μου έμεινε με τις αδερφές του, όταν ήταν νέος. Δούλευε και σε ένα μηχανουργείο στα νιάτα του, πριν τον πόλεμο μιλάμε, έτσι; Και μάλιστα επειδή δεν είχανε χώρο, κοιμόταν σε ένα κρεβάτι μιας αδερφής του, που ήταν χήρα, του είχε παραχωρήσει ένα χώρο. Απέφευγε να πηγαίνει και στο σπίτι για να μην ενοχλεί και πήγαινε και έβλεπε κινηματογράφο. Του άρεσε πολύ ο κινηματογράφος, κι έβλεπε Μπάστερ Κίτον και όλα αυτά. Κι αυτό τον έκανε να έχει και μια παιδεία σχετικά με τον κινηματογράφο που ήταν και απίστευτο για μας, όταν το ακούγαμε να μας λέει για τις μεγάλες πια, για τις παλιές ταινίες και να έχει άποψη κιόλας γι’ αυτές. Τις θείες μου, θυμάμαι ότι πηγαίναμε Κυριακές στα σπίτια τους, στο σπίτι της θείας που ήταν χήρα και είχε ένα γιο το Δημητράκη, και μας έκανε το τραπέζι. Θυμάμαι πολύ καλά ότι έκανε κριθαράκι με ζύμη εκείνη την ώρα και το έβραζε με κιμά και καθόμαστε όλοι στο τραπέζι. Όλες οι αδερφές, όλα τα αδέρφια και τρώγαμε.

Ι.Μ.:

Αυτή ήταν συνταγή πολίτικη; Από Μικρά Ασία;

Μ.Δ.:

Πρέπει να ήταν, ναι, συνταγή πολίτικη, ναι. Και θυμάμαι και κάτι άλλο, ότι συνήθιζε η θεία μου να βγάζει έξω στο πεζοδρόμιο, -είχε δυο σκαλάκια στην πόρτα της-, τα καλοκαίρια στα σκαλάκια έβγαζε δύο μαξιλάρια και δύο καρεκλίτσες. Στα μαξιλαράκια καθότανε αυτή, στο μαξιλάρι αυτή, στο άλλο η αδερφή της, και οι καρέκλες ήταν για τη γειτονιά. Άμα ερχόντουσαν περισσότερες, φέρναν και τις καρέκλες τους και γινόταν εκεί μία συζήτηση, δεν ντρεπόντουσαν να πουν και τα ενδοοικογενειακά τους, ο ένας με τον άλλον. Ο μπαμπάς μου είχε 3 αδερφές, οι 2 είχανε άντρες πότες, και είχανε προβλήματα. Τα λέγανε εκεί, τους βρίζανε και μετά τους αγαπούσαν πάλι ή πηγαίνανε να τους πάρουνε. Υπήρχε ο Λουκιδέλης παλιά στη Φιλαδέλφεια. Υπάρχει και τώρα Λουκιδέλης. Εκεί πηγαίναν οι πότες και εκεί γινόντουσαν ιστορίες. Πηγαίναν οι θείες μου να τους πάρουν,  αυτοί δεν [00:05:00]πηγαίνανε, το γνωστό. Γινόταν και μια φυσιοθεραπεία, -όχι, συγγνώμη-, μία ψυχολογική υποστήριξη παρείχαν η μία στην άλλη και όλη η γειτονιά έτσι ήταν ευτυχισμένη. Βέβαια όλοι εκεί ήταν, εννοείται ότι όλοι ήταν από τα Βουρλά, οι περισσότεροι εκεί. Ε, τώρα θυμάμαι και κάποιες Κυριακές που πηγαίναν τα ταψιά στο φούρνο. Θυμάμαι που πηγαίνανε μελιτζάνες, σκέτες μελιτζάνες στο φούρνο για να τις κάνουνε μελιτζανοσαλάτα. Και αυτό από την καταγωγή.

Ι.Μ.:

Η Φιλαδέλφεια, οι πιο πολλοί που έχουν έρθει οι πρόσφυγες από πού είναι; Από ποια μέρη;

Μ.Δ.:

Απ’ τα Βουρλά, απ’ τα Βουρλά. Και η εκκλησία, η Παναγίτσα, έγινε με εικόνα που βρήκαν στα Βουρλά. Γι’ αυτό αν έχεις ακούσει, τώρα τελευταία το έχουν ανακοινώσει, ότι είναι η Παναγιά η Βουρλιώτισσα.

Ι.Μ.:

Α, είναι η εικόνα δηλαδή που τη φέραν-.

Μ.Δ.:

Εικόνα που τη φέραν οι πρόσφυγες. Από τότε είναι η εκκλησία αυτή, η Παναγίτσα. Από τότε, μόλις ήρθαν οι πρόσφυγες, φτιάξανε την εκκλησία με την εικόνα που φέραν από κει, απ’ τα Βουρλά.

Ι.Μ.:

Εδώ τι ήταν παλιά; Δηλαδή πριν σου πει ο μπαμπάς σου, ότι τα σπίτια που πήραν κτλ. Η Φιλαδέλφεια πως ήταν δηλαδή πιο παλιά;

Μ.Δ.:

Πιο παλιά, το κέντρο της Φιλαδέλφειας ήταν οικόπεδα, σκέτο. Δεν είχε τίποτα, πολύ λίγα σπίτια. Και γύρω-γύρω η τωρινή Φιλαδέλφεια όπως έχει επεκταθεί τώρα, ήταν αμπέλια. Πολλά αμπέλια. Το κέντρο η Φιλαδέλφεια, είχε 2-3 σπίτια.

Ι.Μ.:

Αυτά από ντόπιους-ξέμπαρκους, δεν ήταν κάτι πρόσφυγες ας πούμε στην αρχή;

Μ.Δ.:

Να φανταστείς, ο μπαμπάς μου, μου είχε πει και κάτι άλλο που μου είχε κάνει εντύπωση, ότι στα σύνορα της Αθήνας με τη Νέα Χαλκηδόνα, ήτανε διόδια ας πούμε, φόρο τον λέγανε. Για να μπεις εκεί έπρεπε να πληρώνεις φόρο. Και η στάση εκεί, για χρόνια, λεγόταν «Φόρος». Κατάλαβες σε ποιο σημείο σου λέω;

Ι.Μ.:

Στις αρχές, όταν πρωτομπαίνει κάποιος στην αρχή της Δεκελείας.

Μ.Δ.:

Ναι, μπράβο. Και βγαίνει Αχαρνών. Ναι, ναι, εκεί.

Ι.Μ.:

Α, αυτή η στάση λεγόταν Φόρος; Δεν το-.

Μ.Δ.:

Λεγόταν Φόρος, ναι. Γιατί όποιος έμπαινε πλήρωνε φόρο. Προπολεμικά.

Ι.Μ.:

Και πως ήταν; Τώρα μιλάμε η εποχή αυτή με τον κινηματογράφο και όλα αυτά ήταν η δεκαετία του ’30; Αυτό που περιγράφεις;

Μ.Δ.:

Εκεί, ναι, ναι. ’30.

Ι.Μ.:

Και κινηματογράφο που είχε, που πήγαινε, που ήταν;

Μ.Δ.:

Στην Αθήνα.

Ι.Μ.:

Στο κέντρο εννοώ;

Μ.Δ.:

Στο κέντρο πήγαινε, βέβαια. Στο «Ροζικλαιρ». Και εκεί να σου πω κάτι που μας έλεγε χαρακτηριστικά, γιατί για τον κινηματογράφο μίλαγε πολύ. Ότι πήγαινε, σχόλαγε από τη δουλειά και πήγαινε, καθότανε, έβλεπε το έργο μια φορά, αλλά επειδή στο σπίτι ήταν οι αδερφές, -ξέρω ‘γω οι άλλες είχαν παιδιά, χαμός-, καθόταν και το έβλεπε και δεύτερη φορά. Και κάτι χαρακτηριστικό που μου ‘λεγε, ότι ήτανε θεατές που ψήνανε ρέγκα μες στο σινεμά και μετά έβγαινε η ταξιθέτρια με το φλιτ και φλίταρε.

Ι.Μ.:

Για τη μυρωδιά.

Μ.Δ.:

Να μη σου πω και κάτι άλλο που μου είχε πει και ήταν και λίγο...

Ι.Μ.:

Τι; Τι;

Μ.Δ.:

Ότι κάνανε την ανάγκη τους μέσα.

Ι.Μ.:

Μέσα στον κινηματογράφο;

Μ.Δ.:

Ναι. Κι έβλεπε να κυλούν ρυάκια.

Ι.Μ.:

Ναι. Και πώς ήταν γενικά όλο αυτό μετά το πράγμα, η περιοχή, οι πρόσφυγες, πώς ήταν την περίοδο του πολέμου, πιο πριν με το Μεταξά, με όλο αυτό; Πως το αντιμετώπιζαν; Από τον μπαμπά σου ό,τι έχεις ακούσει.

Μ.Δ.:

Κοίταξε να δεις. Ναι. Ο μπαμπάς μου πάντα ήταν αντίθετος με αυτά τα στρατιωτικά μοντέλα, δεν του πήγαιναν. Είχε μία άποψη, και για τους συμμάχους είχε μια άποψη, τους έλεγε αναγκαίο κακό. Ήταν καταπιεσμένοι, ήταν καταπιεσμένοι με το Μεταξά. Και μετά στον πόλεμο… Ζούσαν και στον Εμφύλιο, ο μπαμπάς μου ζούσε σαν να ήταν θεατής σε αυτά. Στον πόλεμο και στον Εμφύλιο θα ‘τανε… Το ‘22 ήρθε 2 χρονών, το ’20. Θα ‘ταν  22-23; Και μου ‘λεγε ότι μαζί με τον φίλο του τον Τάκη, είχαν ένα ποδήλατο διπλό. Όταν λέμε διπλό είχαν ενώσει δυο ποδήλατα. Και πηγαίνανε στη Ραφήνα και βρίσκανε, ψαρεύανε και τα [00:10:00]πουλάγανε στους Ιταλούς. Βγαίνανε μετά στην πλατεία της Ραφήνας και τα πουλάγαν στους Ιταλούς. Οι Ιταλοί ήταν πιο μαλακοί άνθρωποι, μπορούσαν και τα βρίσκανε. Μου είχε πει και ένα επεισόδιο, μια φορά βρήκε μία θαλάσσια χελώνα.

Ι.Μ.:

Στη Ραφήνα;

Μ.Δ.:

Στη Ραφήνα. Έχει θαλάσσιες χελώνες. Τώρα τις έχουν… Είχε μάλλον, τώρα τις έχουν εξαφανίσει. Και την κομμάτιασε, την έπιασε, την κομμάτιασε και πήγε φαΐ στις αδερφές του. Και τους είπε βέβαια ότι είναι μοσχάρι, δεν τους είπε θαλάσσια χελώνα. Η μία η θεία, η Ηρώ, αυτή η χήρα ήταν και μη μου άπτου, το έφαγε με όρεξη. Μετά ο μπαμπάς μου επειδή ήταν και πειραχτήρι, δεν άντεξε και τους το ‘πε. Η θεία η Ηρώ  αρρώστησε για 3 μέρες, είχε στομαχικές διαταραχές. Και έλεγε ο μπαμπάς μου «Δε φτάνει που την έσωσα, της έδωσα λίγο κρεατάκι, δεν της άρεσε κιόλας.» Και θυμάμαι ότι υπάρχει ένας σταυρός στην Παιανία, εκεί είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί κόσμο. Πέρασε με το ποδήλατο, με το φίλο του, μετά την εκτέλεση.

Ι.Μ.:

Και είδαν…Πτώματα.

Μ.Δ.:

Τα πτώματα είδαν… Ναι, και περάσανε και δε νιώθανε... Νομίζαν ότι ήταν το πιο φυσικό πράγμα να πέσουν πάνω σε εκτέλεση ας πούμε και να δούνε.

Ι.Μ.:

Ήταν κάτι που συνέβαινε πολύ, εκείνη την εποχή.

Μ.Δ.:

Ναι. Και ήταν και τόσο ψημένοι! Ζούσαν αλλιώς, ζούσαν με το φόβο. Με το φόβο; Μάλλον είχαν ξεπεράσει το φόβο του θανάτου και ζούσαν. Και ήταν και νέοι, κι ήταν και νέοι.

Ι.Μ.:

Από τις θείες σου κάτι που να θυμάσαι; Που ήταν έτσι…; Το στερεότυπο αυτό, που λένε για Μικρασιάτισσες, Πολίτισσες γυναίκες, που μαγειρεύανε, που ήτανε περίεργες με τα παιδιά;

Μ.Δ.:

Κοίταξε να δεις, οι θείες μου ήταν περίεργο πράγμα. Οι δυο αδερφές του μπαμπά μου ήταν αλανιάρες, [Δ.Α.]. Αν άνοιγαν το στόμα τους, σε σκότωναν. Η μία η θεία, η Ηρώ, η χήρα ήταν κυρία. Η θεία Ηρώ θυμάμαι ότι μαγείρευε πάντα και τρώγαμε. Και τρώγαν όλοι στη θεία την Ηρώ. Έκανε σουτζουκάκια ωραία και όλοι πηγαίναμε για φαΐ στη θεία Ηρώ. Θυμάμαι ας πούμε την κουζίνα της που ήταν πάρα πολύ μεγάλη, έχω εικόνα ακόμα να τρίβει το κριθαράκι γιατί μ’ άρεσε. Και γενικά η θεία η Ηρώ ήταν η κλασική Μικρασιάτισσα. Ντυνόταν ωραία, πήγαινε θέατρο, είχε ένα βελούδινο φουστάνι. Όταν έβαζε το βελούδο της φουστάνι, έβαζε τις κάλτσες της, με γάντια, φορούσε διαμαντάκια, κολιέ με διαμαντάκια και πήγαινε θέατρο. Η θεία Ηρώ είχε μία φίλη. Τον Τσάντα, τον Βασιλειάδη το συνθέτη τον ξέρεις;

Ι.Μ.:

Μμμ.

Μ.Δ.:

Τη γυναίκα του, την κυρία Άννα. Και κάνανε παρέα μαζί και πηγαίνανε μαζί θέατρο. Καμιά φορά παίρνανε και τον μπαμπά μου, αλλά ο μπαμπάς μου καθόταν, λέει, σε άλλη θέση  γιατί ντρεπόταν να κάτσει. Αυτές ήταν σαν κυρίες και αυτός ήτανε λέτσος, έλεγε. Και ήταν έτσι… Θυμάμαι τη θεία την Ηρώ, σε όλα της, ακόμη και την καρέκλα που έβγαζε έξω, είχε μία λεπτότητα.

Ι.Μ.:

Σε όλα, στον τρόπο…; Ομιλία;

Μ.Δ.:

Στον τρόπο της, στην ευγένεια… Ναι, ναι, ναι. Ομιλία. Έβαζε φιλέ το βράδυ για να κοιμηθεί, μαγείρευε πάντα. Οι άλλες αδερφές του μπαμπά μου ήτανε χύμα στο κύμα.

Ι.Μ.:

Λέξεις που να θυμάσαι που να χρησιμοποιούσαν, αυτές, το τζιέρι ας πούμε που λένε; Λέξεις η φράσεις;

Μ.Δ.:

Το τζιέρι δεν το έλεγε, δεν το λέγανε, ούτε κι ο μπαμπάς μου. Βέβαια εκείνο που θυμάμαι έντονα, πήγα ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, η θεία η Ηρώ είχε πεθάνει. Κι έρχεται μια μεταφράστρια.  Ξεκινάει να μιλάει και εγώ παθαίνω σοκ, βάζω τα κλάματα. Νόμιζα ότι άκουγα τη θεία την Ηρώ. Και έκλαψα τη θεία την Ηρώ μετά από 10 χρόνια. Είχε μια ιδιαίτερη ομιλία, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ συγκεκριμένες λέξεις. Ο μπαμπάς μου χρησιμοποιούσε, ας πούμε  την τουαλέτα την έλεγε χρεία.

Ι.Μ.:

Χρεία ε;

Μ.Δ.:

Χρεία, ναι. «Πάμε στη χρεία».

Ι.Μ.:

Άλλο, κάτι άλλο που έτσι έλεγε;

Μ.Δ.:

Δε θυμάμαι.

Ι.Μ.:

Προφορά καθόλου; Στον τρόπο που θα πουν τις λέξεις, κάπως πιο βαριά, κάπως;

Μ.Δ.:

Η θεία η Ηρώ. Η θεία η Ηρώ τις έλεγε πιο βαριά, ίσως γιατί ήταν μεγαλύτερη.

Ι.Μ.:

Πόσο χρονών ήρθε η θεία σου η Ηρώ από την…;

[00:15:00]

Μ.Δ.:

Η θεία η Ηρώ θα ήρθε γύρω στα 10. Πότε βέβαια δε λέγαν ακριβώς την ηλικία τους, έτσι; Ποτέ. Γιατί κι αυτό που είχαν δηλώσει, κι ο παππούς μου όταν ήρθε, δήλωσε ψέματα.

Ι.Μ.:

Γιατί;

Μ.Δ.:

Τις  γυναίκες για να τις παντρέψει τις δήλωσε πιο μικρές και τα αγόρια μάλλον για να γλιτώσουν το στρατό, τα δήλωσε πιο μεγάλα. Κάτι τέτοιο γινόταν.

Ι.Μ.:

Α, ήταν σύστημα δηλαδή; Το κάναν.

Μ.Δ.:

Ήταν σύστημα αυτό, ναι. Δεν ήρθανε με χαρτιά, καταλαβαίνεις. Ό,τι δήλωνε.

Ι.Μ.:

Για τους Τούρκους αναφέρονταν ποτέ; Δηλαδή ακούγατε εδώ στη γειτονιά, τα παιδιά να λένε για τους Τούρκους, οι πιο μεγάλοι πρόσφυγες;

Μ.Δ.:

Ο μπαμπάς μου, μου έλεγε ότι δεν είχαμε πρόβλημα με τους Τούρκους. Ο πατέρας του του ‘χε μεταφέρει-

Ι.Μ.:

Ναι-

Μ.Δ.:

Γιατί ο μπαμπάς μου ήρθε μικρός. Ότι δεν είχαμε πρόβλημα με το λαό, είμαστε φίλοι. Και περνάγαμε πάρα πολύ καλά. Γι’ αυτό και ο μπαμπάς μου ποτέ δεν έχει πει κακό για Τούρκο. Ποτέ. Άνθρωποι ήταν κι αυτοί, οι συγκυρίες… Βέβαια, έλεγε κάτι άλλο, ότι… Να σου πω τι έκφραση χρησιμοποιούσε;

Ι.Μ.:

Ναι, ναι, εννοείται

Μ.Δ.:

«Μας έτρωγε ο κώλος μας.» λέει. «Δε μας έφταναν αυτά που πήραμε στην αρχή, θέλαμε να πάρουμε κι άλλα. Και γι’ αυτό την πατήσαμε».

Ι.Μ.:

Α, οπότε θεωρεί ότι ήταν λάθος και ότι-

Μ.Δ.:

Λάθος η κίνηση της-

Ι.Μ.:

Του ελληνικού κράτους να διεκδικήσει ακόμα περισσότερα.

Μ.Δ.:

Ναι, ναι, τόσα περισσότερα.

Ι.Μ.:

Δηλαδή δεν έβγαλε ποτέ πικρία, κάτι να τους δει, να πει όπως άλλοι;

Μ.Δ.:

Ποτέ, ποτέ. Κοίταξε, γενικά είχε μία φιλοσοφία ο μπαμπάς μου, αγαπούσε τον κόσμο πολύ, αγαπούσε τον άνθρωπο.

Ι.Μ.:

Οπότε…

Μ.Δ.:

Δεν μπορούσε να βγάλει κακία. Πάντα είχε… Για τους Τούρκους ποτέ δεν είχε πει τίποτε κακό. Παρόλο που…

Ι.Μ.:

Είχαν γίνει πολλά. Δηλαδή εκείνα τα χρόνια…

Μ.Δ.:

Βέβαια, ήταν 2 χρονών. Δεν τα έζησε. Βέβαια έζησε το ότι η γιαγιά μου τρελάθηκε, όταν έφτασε…

Ι.Μ.:

Στην Ελλάδα.

Μ.Δ.:

Στην Ελλάδα. Ναι. Σκοτώσανε τον αδερφό της μπροστά στα μάτια της και τρελάθηκε.

Ι.Μ.:

Στην Τουρκία έγινε αυτό ή εδώ;

Μ.Δ.:

Στη Σμύρνη.

Ι.Μ.:

Στη Σμύρνη.

Μ.Δ.:

Στη Σμύρνη.

Ι.Μ.:

Α, και το είδε. Δηλαδή ήταν στην…

Μ.Δ.:

Ναι, το είδε και τρελάθηκε.

Ι.Μ.:

Α, έφυγαν δηλαδή όχι με την αναγκαστική μετακίνηση, όταν έγινε όλο…

Μ.Δ.:

Φύγαν με τα πλοία-

Ι.Μ.:

Στη Σμύρνη όλη αυτή-

Μ.Δ.:

Ναι.

Ι.Μ.:

Που φεύγαν, που τρέχαν ο κόσμος να σωθούν.

Μ.Δ.:

Ναι, με την καταστροφή της Σμύρνης. Με την καταστροφή της Σμύρνης ήρθαν Πειραιά και-.

Ι.Μ.:

Οι γονείς του φύγανε από τη ζωή λίγα χρόνια μετά αφού ήρθαν στην Ελλάδα ή έζησαν;

Μ.Δ.:

Η γιαγιά μου πολύ σύντομα. Ο παππούς μου, μόλις γεννήθηκα εγώ. Κι ο μπαμπάς μου τον είχε μεγάλο στήριγμα τον πατέρα του.

Ι.Μ.:

Ε, άντεξε κάποια χρόνια. Δηλαδή έζησε.

Μ.Δ.:

Ναι, ναι, αρκετά χρόνια. Αρκετά χρόνια.

Ι.Μ.:

Αυτός δεν έλεγε όμως ιστορίες που να θυμάται από παλιά, ας πούμε στα Βούρλα.

Μ.Δ.:

Κοίταξε να δεις, ποτέ δε μου μεταφέρθηκαν ιστορίες. Θυμάμαι ότι είχε και μια θεία ο μπαμπάς μου, την έλεγε θεία Περούκα. Γιατί η θεία που ήρθε από τη Σμύρνη, είχε χρήματα, κατάφερε κι έφερε χρήματα, κι είχε αγοράσει ένα ωραίο σπίτι και φορούσε πάντα περούκα. Κι έλεγε: «Πάμε στην Περούκα». Αν μου πεις πως τη λένε τη θεία αυτή, δεν ξέρω.

Ι.Μ.:

Περούκα.

Μ.Δ.:

Περούκα. Ναι. Το χρησιμοποιούσαν, βγάζανε παρατσούκλια.

Ι.Μ.:

Που είχαν από κει ή τους τα βγάλαν εδώ ας πούμε;

Μ.Δ.:

Όχι, βγάζανε έτσι.

Ι.Μ.:

Έτσι μεταξύ τους. Μιλώντας.

Μ.Δ.:

Μεταξύ τους, ναι.

Ι.Μ.:

Ήρθαν με χρήματα κάποιοι ή οι περισσότεροι ήρθαν φτωχοί;

Μ.Δ.:

Ναι, κάποιοι ήρθαν, όπως η θεία η Περούκα.

Ι.Μ.:

Κι αυτοί είχαν μεγάλα σπίτια; Είχαν πιο πολλά χρήματα;

Μ.Δ.:

Ναι, βέβαια, βέβαια, ήταν η θεία η πλούσια. Μία ήταν η πλούσια και ήταν η θεία Περούκα.

Ι.Μ.:

Δηλαδή υπήρχαν τα σπίτια… Πώς τα θυμάσαι ας πούμε; Να είναι όλα έτσι μικρά, μικρά, μικρά, μικρά, όλα, και να υπάρχει ας πούμε ένα μεγάλο, αυτό που περιγράφεις με την θεία την Περούκα ας πούμε;

Μ.Δ.:

Ναι, της θείας της Περούκας ήταν διώροφο. Το είχε αγοράσει αυτή. Μάλλον χτίστηκε και αγόρασε αυτή ένα διαμέρισμα ας πούμε της τότε εποχής σε όροφο.

Ι.Μ.:

Κι από δουλειές τι έκαναν; Δηλαδή είπες στην αρχή, ο μπαμπάς σου έκανε γαλακτοπωλείο. Πώς-;

Μ.Δ.:

Ο μπαμπάς μου έκανε πάρα πολλές δουλειές. Τα πάντα έκανε. Κοίταξε, να σου πω. Ξεκινούσε, όταν ήτανε μικρός, μου είχε πει ότι ξεκινούσε να πάει σχολείο. Σχολείο, 10 χρόνων πήγε σχολείο, έτσι; Αλλά όταν έφτανε στην πλατεία, γύριζε και κοίταζε δεξιά κι έβλεπε το Γκάζι, το φουγάρο απ’ το Γκάζι. Και προτιμούσε να πάει στο Φάληρο, στη θάλασσα με τα πόδια. Πήγαινε στη θάλασσα, έπαιζε, εννοείται ότι δεν τον έψαχνε κάνεις, γιατί ο μπαμπάς του δούλευε, ψάρευε εκεί, ξέρω ‘γω τι έκανε, και γύριζε το βράδυ.

Ι.Μ.:

Ο πατέρας του, που δούλευε; Ο παππούς σου δηλαδή;

Μ.Δ.:

Ο παππούς μου, κοίταξε, κάποια στιγμή, μου ’πε ο μπαμπάς μου, ότι πουλούσε στη λαϊκή αγορά πελτέ. Αυτό θυμόταν ο μπαμπάς [00:20:00]μου και μου είχε αναφέρει. Ποτέ δε μου είχε αναφέρει για τον παππού άλλο επάγγελμα. Και ο μπαμπάς μου δούλευε, είχε ένα ποδήλατο και πήγαινε στο Γεράνι, έπαιρνε τσιγάρα και τα έδινε στα μονοπώλια τότε. Τα μονοπώλια πουλούσαν τσιγάρα. Και γύριζε όλη την Αθήνα και άφηνε τσιγάρα.

Ι.Μ.:

Τη Φιλαδέλφεια πώς την έζησες όλα τα χρόνια; Με την ανάπτυξη από κει που ήταν μια προσφυγική περιοχή, σιγά-σιγά να γίνεται μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας.

Μ.Δ.:

Ναι. Δε μ’ άρεσε. Δε μ’ άρεσε αυτή η ανάπτυξη. Ξεκίνησε… Μου άρεσαν τα σπιτάκια που βγαίναν στην πόρτα κι έλεγες καλημέρα. Ήξερες του πάντες. Δηλαδή ο μπαμπάς μου, όλη τη γειτονιά, την είχε με υποκοριστικά, έβγαζε αυτός παρατσούκλια και ποτέ δεν ήξερα ακριβώς πώς τους λένε. Αλλά σου λέγανε καλημέρα, έπαιζα, παίζαμε πάρα πολύ, παίζαμε πάρα πολύ στους δρόμους. Αλλά ήξερες ότι θα σε δει η γειτόνισσα, θα σε προσέξει, θα σου πει καλημέρα. Είχε, είχε άλλη ζεστασιά.

Ι.Μ.:

Πότε άρχισε να αλλάζει, δηλαδή από μια προσφυγική περιοχή, ξαφνικά να γίνεται μια...;

Μ.Δ.:

Άρχισε με την εσωτερική μετανάστευση. Με την εσωτερική μετανάστευση άλλαξαν τα πάντα. Κυρίως ήρθαν άνθρωποι από τις Σέρρες.

Ι.Μ.:

Απ’ τις Σέρρες, ε; Από Βόρεια Ελλάδα.

Μ.Δ.:

Ναι. Απ’ τις Σέρρες, οι οποίοι ήταν-. Ο Καραμανλής έκανε ανοικοδόμηση, ήρθαν χτίστες, οι οποίοι άλλαξαν την εικόνα της Φιλαδέλφειας. Την κάνανε… Οι άνθρωποι μεταφέρανε  τις δικές τους νοοτροπίες και έχοντας χρήματα, γιατί δούλευαν όλοι, άρχισαν να τα ξοδεύουν. Ο μπαμπάς μου είχε γαλακτοπωλείο, η καλύτερη εποχή του ήταν όταν ήρθαν λέει Σερραίοι, γιατί είδαν πρώτη φορά ουίσκι και του ζήταγαν ουίσκι. Και αναγκάστηκε να βάλει στο μαγαζί ουίσκι.

Ι.Μ.:

Στο γαλακτοπωλείο;

Μ.Δ.:

Ναι. Εκτός από γάλα και γιαούρτι και πάστες και γλυκά που έφτιαχνε μόνος του, γιατί είχε πάει και σε μια σχολή ζαχαροπλαστών, δεν σου είπα αυτό. Και του ζητούσαν ουίσκι. Μπαίναν μες στο μαγαζί και το αδειάζανε, όλα τους φαινόντουσαν καινούργια.

Ι.Μ.:

Κι έτσι άρχισε-.

Μ.Δ.:

Κι έτσι άρχισε να πέφτει χρήμα και να αλλοιώνεται κιόλας, έτσι; Φτιάξαν τα σπίτια τους αυτοί, οικοδόμοι, μαζέψαν λεφτά, τα σπίτια, κι άρχισε μια μικρή αλλοίωση, που ολοκληρώθηκε βέβαια μετά το σεισμό, η Φιλαδέλφεια άλλαξε τελείως.

Ι.Μ.:

Τι άλλαξε μετά το σεισμό; Του ‘99 το σεισμό, το μεγάλο; Τι ήταν αυτό που άλλαξε;

Μ.Δ.:

Κοίταξε να δεις, με ένα νόμο που έκανε τότε ο Δήμαρχος, δεν επέτρεπε οι προσφυγικές κατοικίες που γκρεμίστηκαν, να ανοικοδομηθούν με μεγάλο ύψος. Έβαλε συγκεκριμένες προδιαγραφές. Και τότε άνθρωποι που πέσαν τα σπίτια τους και ήταν 4 συνιδιοκτήτες, δεν μπορούσαν να φτιάξουν κάτι για να μείνουν. Θα έπρεπε να γίνουνε τρύπες. Και φύγανε. Και οι Φιλαδελφιώτες φύγανε. Και οι περισσότεροι τότε είχανε φτιαχτεί και κάπως. Και φύγανε. Πήγανε Αγία Παρασκευή…

Ι.Μ.:

Πόσο μέρος του πληθυσμού ας πούμε τώρα είναι πιο πολύ αυτό; Δηλαδή που είναι παλιοί Φιλαδελφιώτες, που είναι παιδιά προσφύγων, που έχει μείνει…;

Μ.Δ.:

Πολύ λίγοι.

Ι.Μ.:

Δηλαδή οι περισσότεροι πλέον δεν έχουν να κάνουν με…;

Μ.Δ.:

Οι περισσότεροι δεν είναι πρόσφυγες. Πάρα πολύ λίγοι έχουν μείνει πρόσφυγες.

Ι.Μ.:

Σπίτια έτσι, που να κρατάνε λίγο αυτό το στοιχείο το προσφυγικό, έχουν μείνει στην περιοχή;

Μ.Δ.:

Ναι. Έχουν μείνει γιατί και χτίστηκαν κάποια με αυτό το νόμο και έχουν κρατήσει ένα στυλ κι αυτά είναι αυτά που βλέπεις στο κέντρο. Τα έχεις δει στο κέντρο, διώροφα, τριώροφα. Και υπάρχουν και άνθρωποι που τα κρατάνε. Έχω κάτι φίλους τώρα, η σύζυγος, η γυναίκα του αντρογύνου, ήταν συμμαθήτριά μου, και ο άντρας της αγόρασε τον πάνω όροφο ενός προσφυγικού.

Ι.Μ.:

Είναι ακόμα προσφυγική γειτονιά; Δηλαδή τη θεωρείς ότι είναι προσφυγική γειτονιά η Φιλαδέλφεια;

Μ.Δ.:

Όχι, όχι.

Ι.Μ.:

Δε θυμίζει προσφυγιά δηλαδή;

Μ.Δ.:

Όχι, όχι. Τίποτα. Τίποτα. Δε μου θυμίζει τίποτα.

Ι.Μ.:

Ούτε τα μαγαζιά που μπορεί να έχουνε πιο πολύ και καλά Πολίτικη κουζίνα; Όλο αυτό;

Μ.Δ.:

Αυτό είναι ένα παραμύθι.

Ι.Μ.:

Ε, όχι-.

Μ.Δ.:

Δεν είναι Πολίτικη, είναι της μόδας.

Ι.Μ.:

Καλά, σίγουρα.

Μ.Δ.:

Ό,τι κάνουν, είναι της μόδας. Τώρα, η Πολίτικη κουζίνα είναι διαφορετική. Δε βάζουν πολλά μπαχάρια γιατί τους ενοχλούν.

Ι.Μ.:

Ξέρεις πολίτικα να μαγειρεύεις; Έχεις δει ποτέ συνταγές;

Μ.Δ.:

Όχι. Πολίτικα… Δεν ξέρω πολίτικα αν είναι. Ο μπαμπάς μου είχε πάθος με το μαγείρεμα. Μαγείρευε, μαγείρευε και πάρα πολύ [00:25:00]ωραία. Κι εγώ πήρα τον τρόπο που μαγείρευε ο μπαμπάς μου. Γι’ αυτό δεν έχω χρησιμοποιήσει καθόλου χύτρα. Ο μπαμπάς μου έλεγε «Τι χύτρα; Το φαΐ το βάζεις, και κάθεσαι από πάνω του, το αγαπάς το φαΐ, του μιλάς!» Και μάλωνε εκεί με τη μαμά μου γιατί ήθελε η μαμά μου κάποια φορά να μαγειρέψει και της έλεγε: «Δεν ξέρεις εσύ.»

Ι.Μ.:

Είχε καμιά παραξενιά με το φαΐ; Κάτι να λέει ή να βάζει κάτι περίεργο που να το έχεις δει, να σου έχει μείνει, να κάνει κάτι ιδιαίτερο;

Μ.Δ.:

Ναι, να σου πω, θυμόμουν τα εργαλεία του. Που τα ‘χω; Όταν έφτιαχνε σιρόπι για τα σιροπιαστά γλυκά, έβαζε γλυκόζη, είχε το κανταράκι, και είχε και… Δε θυμάμαι πως το λένε τώρα. Ένα σαν δοσομετρητή; Που έβαζε τη γλυκόζη για να κάνει το σιρόπι.

Ι.Μ.:

Και πως του ξύπνησε αυτό το πάθος; Το είχε συζητήσει ποτέ, το είχε εξηγήσει πως είχε τόση αγάπη για τη μαγειρική;

Μ.Δ.:

Για τη μαγειρική. Όχι, όχι. Του άρεσε απλά. Ήταν δοτικός άνθρωπος ο μπαμπάς μου και μαγείρευε για να ευχαριστήσει... Χαιρόταν να βλέπει τους άλλους να τρώνε αυτά που μαγείρευε και τα μαγείρευε πάντα με αγάπη.

Ι.Μ.:

Στη γειτονιά δηλαδή μοιράζατε φαγητό; Δίνατε;

Μ.Δ.:

Στη γειτονιά… Στη γειτονιά πάντα είχε απόθεμα από λαχανικά κι από μυρωδικά. Δηλαδή σέλινο, όλα αυτά που χρησιμοποιούμε στη μαγειρική. Γιατί σκεφτόταν αν καμιά που δουλεύει, δεν έχει και μου χτυπήσει το κουδούνι, να μην έχω να της δώσω; Και γινόταν αυτό. Πολλοί ξέραν ότι ο κύριος Ορέστης στο σπίτι του έχει τα πάντα και μας χτυπάγανε.

Ι.Μ.:

Αν μπορούσες κάτι να ξανά άλλαζες σε σχέση με αυτό που υπήρχε παλιά στη Φιλαδέλφεια, τι θα ήταν; Τι θα ήθελες δηλαδή να έχει μείνει αναλλοίωτο, να μην έχει αλλάξει;

Μ.Δ.:

Βασικά, αυτό που δε γίνεται, ο κόσμος. Αυτό που έβλεπα στα μάτια του κόσμου. Τον έβλεπα ευτυχισμένο, παρόλο που δεν είχε τίποτα. Και ήταν της εποχής το χαρακτηριστικό αυτό, έτσι; Δεν θέλανε πολλά για να είναι ευχαριστημένοι. Εγώ θυμάμαι τις θείες μου βριζόντουσαν με τους… Οι θείες μου που σου λέω-.

Ι.Μ.:

Ναι, ναι.

Μ.Δ.:

Οι σχετικές με αυτό το θέμα. Βριζόντουσαν με τους άντρες τους, λιποθυμούσαν, γιατί κι αυτό ήταν μες στο… Αυτές περισσότερο ήταν σαν να ήταν Τουρκάλες. Λιποθυμούσαν επεισοδιακά και μετά πέφταν οι άντρες τους επάνω, τις χαϊδεύαν κλπ και τελείωναν όλα. Ξανά από την αρχή η ζωή. Με κέφι.

Ι.Μ.:

Η Φιλαδέλφεια τι είναι για σένα; Δηλαδή άμα σε ρωτήσω τι είναι για σένα, τι θα μου έλεγες;

Μ.Δ.:

Τι είναι; Πατρίδα, η πατρίδα μου.

Ι.Μ.:

Έγινε και για τους ανθρώπους που ήρθανε ας πούμε μία νέα πατρίδα; Αυτό που λένε ότι οι πρόσφυγες βρήκανε τις νέες πατρίδες τους.

Μ.Δ.:

Φυσικά, φυσικά, βρήκανε νέες πατρίδες. Όλοι οι πρόσφυγες τη Φιλαδέλφεια τη λατρέψανε. Και την προσέξανε. Όσο μπορούσαν, την προσέξανε οι πρόσφυγες. Βέβαια. Χάσανε τα πάντα εκεί, εδώ τα ξαναφτιάξανε, πατρίδα. Φτιάξαν τα πάντα από την αρχή. Εκτός από τους λίγους που φέραν χρήμα, όλοι οι άλλοι βιοπαλαιστές ήταν.

Ι.Μ.:

Και το χτίσαν όλο αυτό που έχασαν από την αρχή.

Μ.Δ.:

Και το χτίσαν. Με αγώνα. Όπως κι ο μπαμπάς μου. Θυμάμαι από την ιστορία που... Άνοιξαν ένα μικρό μαγαζάκι με τον αδερφό του και φτιάχναν γαλακτομπούρεκα. Ο αδερφός του άνοιξε ένα μαγαζί στο γήπεδο της ΑΕΚ.

Ι.Μ.:

Δίπλα εκεί;

Μ.Δ.:

Εκεί δίπλα. Εκεί δίπλα. Εσύ δεν το γνώρισες βέβαια. Εκεί είχε μαγαζί ο θείος μου.

Ι.Μ.:

Τι μαγαζί;

Μ.Δ.:

Καφενείο. Όλοι οι Αεκτζήδες πίναν εκεί καφέ και μετά πηγαίναν στην ΑΕΚ.

Ι.Μ.:

Α, ήτανε… Για τι εποχή μιλάμε τώρα;

Μ.Δ.:

Επί Χούντας μιλάμε. Επί Χούντας, τότε.

Ι.Μ.:

Και ήταν καφενείο που πριν τον αγώνα πήγαιναν, παίρναν καφέ και…;

Μ.Δ.:

Ήταν ακριβώς στη γωνία του γηπέδου.

Ι.Μ.:

Στρίβοντας από τη Δεκελείας δηλαδή.

Μ.Δ.:

Στρίβοντας από… Αριστερά πριν μπεις στο γήπεδο, ήταν το καφενείο.

Ι.Μ.:

Εκεί που είναι τώρα η Πόλη;

Μ.Δ.:

Όχι, πιο πίσω. Έχει μείνει και το παλιό, το οίκημα το παλιό υπάρχει.

Ι.Μ.:

Ποιο μαγαζί είναι τώρα εκεί;

Μ.Δ.:

Τίποτα. Δεν είναι.

Ι.Μ.:

Πριν βγεις αριστερά;

Μ.Δ.:

Δεν ξέρω αν στεγάζεται κάποια εταιρία. Έχει ένα μπαλκονάκι πάνω. Ένα διώροφο με ένα μπαλκονάκι επάνω.

Ι.Μ.:

Πηγαίνοντας προς το γήπεδο, που έχει ένα πρακτορείο δίπλα; Ένα πρακτορείο του ΟΠΑΠ τώρα; Γιατί έχω…

Μ.Δ.:

Ναι. Αριστερά.

Ι.Μ.:

Μπράβο.

Μ.Δ.:

Περνάς την πόλη, προχωράς, προχωράς, πριν στρίψεις για να βγεις στο Άλσος και δεξιά σου έχεις το γήπεδο. Σ’ εκείνη τη [00:30:00]γωνία είναι. Ήταν το καφενείο.

Ι.Μ.:

Που έχει ένα μπαλκόνι, ένα διώροφο που είναι. Η ερασιτεχνική ΑΕΚ στεγάζεται εκεί.

Μ.Δ.:

Α, η ερασιτεχνική ΑΕΚ; Ε, δεν ξέρω από αυτά. Έχω και καιρό να πάω.

Ι.Μ.:

Η ερασιτεχνική ΑΕΚ στεγάζεται εκεί.

Μ.Δ.:

Εκεί είχε καφενείο ο θείος μου, ο αδερφός του μπαμπά μου.

Ι.Μ.:

Κι μένανε όλοι, δεν έφυγε κανένας από τη Φιλαδέλφεια, από αυτή την οικογένεια;

Μ.Δ.:

Όχι, όχι πεθάναν όλοι Φιλαδέλφεια.

Ι.Μ.:

Παιδιά, αυτά, που να έχουν κι αυτοί είναι εδώ, ό,τι παιδιά έκαναν;

Μ.Δ.:

Ναι, ναι, αρκετά από τα ξαδέρφια μου είναι εδώ.

Ι.Μ.:

Συνεχίζει δηλαδή. Απλά μεγαλώνοντας η περιοχή, ήρθαν κι από γύρω περιοχές. Ας πούμε κάπως έτσι.

Μ.Δ.:

Βέβαια, βέβαια. Η οικογένειά μας έμεινε Φιλαδέλφεια. Κι εγώ τώρα, αυτό το σπίτι είναι το πατρικό μου, από τη μαμά μου όμως.

Ι.Μ.:

Η μαμά σου δεν έχει καταγωγή κάπου από προσφυγική;

Μ.Δ.:

Ίσως και να έχει. Γιατί η μαμά μου είναι από τη Χίο.

Ι.Μ.:

Οπότε είναι πολύ πιθανό.

Μ.Δ.:

Πολύ πιθανό. Ναι.

Ι.Μ.:

Πολύ πιθανό. Ωραία.

Μ.Δ.:

Το είχαμε ψάξει, είναι από τη Χίο.

Ι.Μ.:

Ωραία, πολύ ωραία. Θα ήθελες να προσθέσεις, να πεις κάτι άλλο; Κάτι σχετικά με το μπαμπά σου, με την περιοχή, οτιδήποτε;

Μ.Δ.:

Χάρηκα πάρα πολύ που έβγαλα από την ψυχή μου αυτά που είχα να πω για τον μπαμπά μου.

Ι.Μ.:

Εγώ σε ευχαριστώ.

Μ.Δ.:

Που τον λάτρεψα. Αυτό μόνο. Και σε ευχαριστώ γι’ αυτό.

Ι.Μ.:

Να ’σαι καλά.