© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή της: στερεότυπα και ερωτικές σχέσεις στην ελληνική επαρχία του '50

Κωδικός Ιστορίας
10290
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Φωτεινή "Ψευδώνυμο" (Φωτεινή)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/10/2020
Ερευνητής/τρια
Μαρία Ηλιάδη (Μ.Η.)
Φωτεινή:

[00:00:00]Λοιπόν, εγώ, Μαρία, γεννήθηκα το '34. Tο ‘40 ήμουνα 10 χρόνων – ήμουν και δεν ήμουνα, τέλος πάντων. Εκεί έγινε ο πόλεμος τότε, φτώχεια, μεγάλη φτώχεια. Πηγαίναμε στο σχολείο – τι μαυροσχολείο; Φοράγαμε παπούτσια τρύπια από κάτω. Πατάγαμε στο χιόνι, το 'να το σηκώναμε, το άλλο το πατάγαμε. Ερχόμαστε, τι θα τρώγαμε δεν είχαμε. Είχε εφτά παιδιά η μάνα μου. Κάναν και παιδιά τότε, ρε παιδί μου! Εφτά παιδιά, τώρα, όποιο θα ζήσει, θα ζήσει. Δύο πεθάνανε και μείναμε τα υπόλοιπα. Εγώ ήμουνα η τελευταία. Μου είχαν αδυναμία, ο πατέρας μου πάρα πολύ, όπως συνήθως γίνεται. Λοιπόν, εντάξει, ερχόμουν από το σχολείο, δεν είχα τι να φάω. Ήταν καλοκαίρι και είχαμε κουκιά σπείρει έξω. Και έκοβα τα φύλλα και τα έφτιαχνα σαλάτα και έτρωγα. Αλλά; Αλλιώς δεν είχα να φάω... Και ήταν και ψωμί δεν είχαμε, τρώγαμε κριθάρι τότε, δεν ξέρω αν το ξέρεις το κριθάρι. Λοιπόν, τρώγαμε τέτοια πράγματα. Τέλος πάντων. Μετά ήρθε ο πόλεμος, μα γίναμε... Μας κλέβαν τις κότες και να κλαίω εγώ! Να κλαίω, γιατί μας παίρναν τις κότες και ήμουνα μικρή. Και μου κάνανε οι Ιταλοί: «Πίκουλο, πίκουλο, πίκουλο, μην κλαις!». Λοιπόν, τις είχε βάλει η μάνα μου μες στο φούρνο να τις κρύψει. Και ευτυχώς είχανε στα χέρια και είχαμε γαλοπούλες και αυτές, πάπιες, και φωνάζαν οι πάπιες. Και αφού φωνάζανε, είχαν και αυτές στο χέρι και δεν το κατάλαβαν αυτοί και φύγανε. Ευτυχώς και δεν μας τις πήρανε τότε. Τέλος πάντων. Μετά, εντάξει, μετά τον πόλεμο δεν θυμάμαι και πολλά, ήμουνα και μικρή τότε. Έγινα μέχρι που ετελείωσε ο πόλεμος, μετά έγινα 18 χρονών. 18 χρονών, τότε εμείς κοιτάγαμε να βρούμε τον γκόμενο. 

Μ.Η.:

Πού μεγάλωσες; Α, εδώ από πάνω, Κορινθία ορεινή.

Φωτεινή:

Ναι, ναι, Κορινθία.

Μ.Η.:

Α, ωραία. Για πες.

Φωτεινή:

Μετά, αφού τελείωσε ο πόλεμος, κάτι κάναμε, φτιάχναμε περιβόλια να φάμε. Η μάνα μου έτρωγε πάρα πολύ. Ο πατέρας μου ήτανε σοβατζής, έφτιαχνε τέτοια στα σπίτια. Εγώ ήμουνα η τελευταία, μετά τα πάντρεψε όλα και έμεινα εγώ η τελευταία πίσω. Και απέναντι από το σπίτι μου έμενε ένα παλικάρι, ωραίο παιδί. Εγώ το έβαλα στο μάτι, μου άρεσε. Λοιπόν, ο άντρας μου, που είχα πάρει. Τι πέρασα όμως! Τέλος πάντων. Ε, αφού τον είδα και μου άρεσε, τα μπλέκουμε. Μόλις το μαθαίνει η μάνα μου, δεν τον ήθελε με τίποτα! Πω πω πω, έφαγα ένα ξύλο! Το θυμάμαι ακόμα. Και ο πατέρας μου φώναζε: «Μην το βαράς το κορίτσι!». «Δεν τον θέλω, με αυτόν θα κόψει, δεν τον θέλω! Είναι άρρωστος, είναι τεμπέλης!» Ότι ήταν τεμπέλης, ήταν. Τέλος πάντων, Θεός σχωρέσ' τον τώρα, πάει στο καλό. Τα έμπλεξα με αυτόν, που λες, έγινα 18 χρονών, είπα, τα μπλέκω με αυτόν. Μετά εκεί στη γειτονιά μου που έμενα, αυτός έμενε απέναντι από κει. Δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί πουθενά, με τίποτα. Ένα βράδυ ήρθε και με έβγαλε έξω ραντεβού και το πήρε χαμπάρι η μάνα μου και παίρνει το όπλο να τον σκοτώσει! Θα τον σκότωνε! Αλλά γλίτωσε, γιατί είχαμε ένα σκυλί μεγάλο και πέφτει το σκυλί κοντά και τον έδιωξε. Αλλιώς θα τον σκότωνε. Τέλος πάντων. Γλίτωσε, έφυγε. Και έλεγε ο πατέρας μου: «Δεν ντρέπεσαι;» της λέει. «Πήγες να τον σκοτώσεις τον άνθρωπο! Τι έγινε;» «Του είπα, δεν τον θέλω, να φύγει από δω πέρα». Μετά, αφού τελείωσε αυτός τότε, εκόψαμε για λίγο καιρό. Του λέω: «Φύγε από δω πέρα τώρα, άντε τέρμα. Αφού η μάνα μου θα με σκοτώσει, δεν μπορώ». Για να με πάρει να  φύγουμε να πάμε να παντρευτούμε, δεν είχε, ήταν φτωχός. Ο πιο φτωχός στο χωριό. Απέναντι από εκεί έμενε άλλος γείτονας. Αυτός ήτανε με την αδερφή μου φίλοι πολύ και ίσα γεννημένοι. Μαζί πηγαίναν σχολείο, μαζί τα πάντα. Πηγαίναμε την Πρωτοχρονιά απάνου που είχαμε έτσι στο χωριό μία βρύση και παίρναμε «το αμίλητο νερό» το λέγαμε. Και εκεί, στο δρόμο, συναντιόμαστε από αυτόν τον Γιάννη και δεν έπρεπε να μιλάγαμε και αυτός γέλαγε, τι, τι και γέλαγε! Το θυμάμαι τώρα ακόμα. Τέλος πάντων, πάει αυτό. Παίρναμε το νερό, πηγαίναμε στο σπίτι, λέγαμε τα Χρόνια Πολλά, έτσι τα είχαμε στο χωριό, έτσι θα ήτανε. Μετά, απέναντι, αυτός ο Γιάννης έφερε έναν από την Καντήλα με δύο άλογα μεγάλα, για να σπείρουν τα χωράφια. Γιατί τότε εμείς με τι να τα σπέρναμε; Δεν είχαμε ζώα. Ναι. Και ήρθε αυτός με τα ζώα και σπέρνανε και τον πληρώνανε. Αυτό ωραίο παιδί και εργατικό. Αφού τα [00:05:00]χάλασα με τον αυτόνε, τα μπλέκω με αυτόνε. Καλή ήμουνα και εγώ, τέλος πάντων. Κάνει ένα βράδυ ο Γιάννης τ' Αϊ-Γιαννιού –μετά τα Χριστούγεννα είναι του Αϊ Γιαννιού– κάνει ένα πάρτι στο σπίτι. Εγώ, όπως η νεολαία τώρα, μαζευτήκαμε όλοι, πήγαμε εκεί, χορεύαμε, κάναμε. Ήταν και αυτός όμως, ήταν ωραίος, μοντέρνος, χόρευε, έκανε το blues, τι άλλο; Τέτοια χορεύαμε. Πάει. Εκεί, με έψησε, μου 'πε, μου 'πε, μου 'πε... Άντε την άλλη μέρα πάλι ερχόταν και κοιμόταν εκεί στο γείτονα. Μου λέει: «Άκου να δεις, εγώ μ' αρέσεις και θέλω να τα βγάλουμε πέρα πέρα. Άμα θες» μου λέει «πες μου ή ναι ή όχι, γιατί εγώ θα φύγω για την Αυστραλία. Έχω τα χαρτιά μου έτοιμα και είμαι έτοιμος να φύγω». «Άμα φύγεις» του λέω «εγώ δεν ξέρω...» αυτό. «Άμα θες να σε πάρω, να 'ρθεις». Τέλος πάντων, τον έχασα, έφυγε. Έφυγε, πήγε στην Αυστραλία. Μου γράφει από κει ένα γράμμα και μου λέει: «Εγώ ήρθα στην Αυστραλία και πήρα σπίτι, δούλεψα, πήρα σπίτι, είμαι έτοιμος, ωραίος. Άμα θέλεις εγώ θέλω να έρθεις. Δεν μπορώ να σε ξεχάσω, μ' αρέσεις τόσο πολύ και θέλω να έρθεις». Τι να κάνω τώρα, κοίτα να δεις τι μου κάνει! Tο πήρε χαμπάρι η μάνα μου, ήταν πολύ πολύ ξύπνια, το πήρε το γράμμα. «Φέρε το γράμμα εδώ» της... Το παίρνει το γράμμα, το διαβάζει, μου λέει: «Θα πας». «Γιατί;» «Θα πας, από αυτόν να φύγεις και θα πας» λέει. Δεν τον ήθελε τον άντρα μου με τίποτα. Ούτε και μέχρι τώρα που πέθανε. Τέλος πάντων. Εντάξει, να πάω. Του γράφω το γράμμα, του λέω: «Δεκτό», ότι θα 'ρθω. «Τότε θα πα να κάνεις τα χαρτιά, χρειάζονται αυτά κι αυτά», μου τα είπε, δεν τα θυμάμαι τώρα. Τα έκανα τα χαρτιά, του τα στέλνω πέρα. Πήγα δώθε στο... η μάνα μου πήγαινε αυτή. Τελικά πάει και μου στέλνει λεφτά. Μου στέλνει λεφτά «να πας να ντυθείς» μου λέει «να είσαι, να φοράς τα καλύτερα στο χωριό. Θέλω να είσαι ωραία, είσαι ωραία, αλλά θέλω να είσαι πάρα πολύ ωραία». «Εντάξει» λέω. Πάω και εγώ παίρνω, ντύθηκα ωραία ρούχα. Μουρλαθήκαν στο χωριό μόλις με είδανε. Αυτός, ο απέναντι, δεν είχε πάρει καν χαμπάρι ότι θα φύγω. Του λέω: «Εγώ θα φύγω. Τελείωσε» του λέω «μη με ξαναπλησιάσεις». «Εντάξει, να πας στο καλό» λέει «να περάσεις καλά και ό,τι θέλεις κάνε. Τι να σου πω;» λέει «Εγώ δεν έχω τη δύναμη τώρα να παντρευτώ». «Δεν σου ζήτησα» του λέω «αλλά εντάξει, άσε με». Αφού πέρασε κοντά που θα 'φευγα, μου γράφει άλλο γράμμα αυτός, ένα γράμμα τέτοιο. «Και εγώ» λέει «σε αγαπάω και δεν θέλω να φύγεις και άμα θα φύγεις θα κάνω κακό στον εαυτό μου και είμαι ικανός να σε πάρω μέσα από το καράβι», πολλά κι άλλα. «Έλα για τελευταία βραδιά απόψε να σε χαιρετήσω». Από πάνω ήτανε αυτός ο... ένας ο φίλος του, αυτός μου το 'φερε το γράμμα, πού τόλμαγε αυτός να το φέρει. Και πάω που πάμε εκεί, πάω εκεί, ήσαν εκεί. Κάτσαμε, τα είπαμε, έρχεται, εκεί κάναμε έρωτα. Και με αφήνει και έγκυος!

Μ.Η.:

Έλα!

Φωτεινή:

Τι τράβηξα, Μαρία μου! Με αφήνει έγκυος ο άτιμος! Επίτηδες το έκανε, για να μη φύγω. Εγώ... εντάξει, και στο χωριό βέβαια τότε, άμα ήσουνα έγκυος, πω πω πω πω! Κοροϊδία! Και λυπήθηκα τη μάνα μου, γιατί αυτή ήταν εγωίστρια και δεν τα ήθελε αυτά. Και στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Ο πατέρας μου δεν τον ένοιαζε. «Άσ' το κάτω! Άσ' το κάτω, εγώ θα το μεγαλώσω» έκανε. Τέλος πάντων. Πάει, που λες τώρα, πώς θα του το γράψω εγώ αυτουνού στην Αυστραλία; Τι θα κάνω; Κάποιος καλοθελητής από το χωριό τον ήξερε, του στέλνει γράμμα και του το λέει. Και μου απαντάει σε ένα γράμμα. «Τι να σου πω, ρε παιδί μου; Δεν σκέφτεσαι το τι θα κάνω εγώ τώρα; Γιατί να με κάνεις να σε αγαπήσω και να κάνεις...» Τέλος πάντων. «Και γιατί δεν έκανες αυτό που κάνουν όλες οι γυναίκες;» Αυτό τι ήτανε; Να πάω να το ρίξω, αυτό θα ήθελε να πει, ναι. Με τι μούτρα να του απαντήσω εγώ; Δεν του απάντησα. Δεν του απάντησα, Μαρία! Μέχρι εφέτος με πήρε τηλέφωνο από την Αυστραλία. Τόσα χρόνια περάσανε και με πήρε τηλέφωνο! Τέλος πάντων, πάει... Κάτσε να το πω, μακριά πήγα τώρα. Μετά που έμεινα έγκυος, δεν μπόραγα να πάω. Μόλις το άκουσε η μάνα μου, τι τον έκανε, τι του 'κανε! Δεν είχε. «Δεν την παίρνω, δεν το θέλω εγώ το παιδί! Δεν είναι με μένα». «Ρε τι λες τώρα» του λέω «δεν ντρέπεσαι λίγο;» «Ρε άντε παράτα μας, θα πάρω εγώ τώρα γυναίκα με παιδί». Άσχετος τελείως δηλαδή. Έτσι ήτανε, Θεός σχωρέσ' τον. Και έτσι ήταν μέχρι τώρα τελευταία. Τέλος πάντων, πάει στο καλό. [00:10:00]Δεν ήθελε να με πάρει. Λέει ο πατέρας μου: «Κάτσε κάτω, παιδί μου, θα το γεννήσεις το παιδί και θα το μεγαλώσω εγώ. Θα γεράσω να μου φέρει ένα ποτήρι νερό». Λοιπόν, το κράτησα. Δεν ήθελε να με παντρευτεί. «Θα σε φτιάξω εγώ» του λέει η μάνα μου. Πάει και του κάνει μήνυση. Του κάνει μήνυση και πήγαμε στα δικαστήρια στην Κόρινθο. Ευτυχώς που φύλαγα το γράμμα. Το γράμμα το φύλαγα, ναι. Και το... η μάνα μου, αυτή, όχι εγώ, το παίρνει, το δίνει στο δικηγόρο και το παρουσιάζει εκεί πέρα και την έφαγε εκεί, δικάστηκε. Δικάστηκε. Του λέει: «Δεν είναι δικό σου; Πες μας τώρα». «Δεν ξέρω». «Τι δεν ξέρεις;» του λέει. «Τι δεν ξέρεις; Είναι, παιδί μου, δικό σου ή δεν είναι;» Λέει: «Μπορεί να είναι». «Α, μπορεί». Του βάζανε λόγια, ήτανε βλάκας. Τέλος πάντων. Εφόσον πήγαμε στα δικαστήρια εκεί πέρα και τελείωσε το δικαστήριο και βγαίνει με μία... Τρεις φορές πήγαμε, νομίζω. Είχαμε ένα δικηγόρο από την Κόρινθο, αστέρι! Και του λέει: «Θα σε φτιάξω, θα σε περιποιηθώ εγώ! Νομίζεις παίρνετε τα κορίτσια του κόσμου και περνάτε την ώρα σας και άντε, εντάξει;». Λοιπόν. «Αυτό το μωρό τι σας φταίει, τι σας φταίει;» Διάβασε και ο εισαγγελέας το γράμμα, τότε πάει στο καλό, την έφαγε, δικάστηκε. Και του βγάλανε διατροφή τότε 500 ευρώ... χιλιάδες το μήνα, χιλιάδες. Όχι ευρώ. Του βγάλαν τότε να τα 'παιρνα. Πού να μου τα δώσει, πού να τα βρει; O αδερφός του, ο ξύπνιος ο άλλος καλύτερος, επήγαινε... του είπε ο δικηγόρος: «Πρόσεχε μην του κάνετε τίποτα περιουσία, γράφ' τα κάπου αλλού, γιατί θα σας πάρει την περιουσία –άκου να δεις τι του 'λεγαν τότε– τα χωράφια, τα χρήματα». Τέλος πάντων, εγώ δεν ήμουνα τέτοια, να πάω να κυνηγήσω να πάρω κτήματα... Τον έπιασε ένας θείος του και του λέει: «Άκου να δεις» του λέει «πού πας; Δεν ντρέπεσαι; Εσύ δεν θα βρεις δρόμο να περάσεις! Πάρε την κοπέλα, τι έχει η κοπέλα;» του λέει. «Πάρε την κοπέλα και είναι το παιδί σου!» «Δεν θέλω να παντρευτώ εγώ, θείε, πού να την πάω; Πού να πάω;». Ήταν η άλλη, είχε ο αδερφός του κι είχε άλλη μέσα. Του λέει: «Να ‘ρθεις εδώ» του είπε η μάνα μου. Εγώ τον είχα σιχαθεί τόσο πολύ, που δεν τον ήθελα. «Δεν τον θέλω, ρε μάνα! Να μην έρθει! Να μην έρθει!» «Τι να κάνουμε, να κλείσουμε τα στόματα του χωριού! Στο χωριό λένε λόγια!» Και κλάμα που πέταξα! Κλάμα! Πώς βγήκε αυτό το κορίτσι μου, ένας Θεός το ξέρει! Πάντως εγώ δεν το χάλασα, ούτε και ο πατέρας μου με άφησε να πάω να το χαλάσω. Βρέθηκε μία, είχε φίλη ο πατέρας μου με τον άντρα της, που μέναν στο Κιάτο.

Μ.Η.:

Α, μπράβο! 

Φωτεινή:

Ναι. Είναι τα παιδιά του αυτά, έχουν πεθάνει οι γέροι τώρα. Και λέει: «Άκου δω» λέει της μάνας μου «άσε την κοπέλα κάτω, την παίρνω εγώ τώρα κάτω στο σπίτι». Και με πήρε και με κράτησε εδώ στο Κιάτο μέχρι που γέννησα. Μόλις με πιάσανε οι πόνοι, αμέσως με παίρνει η κοπέλα, η γυναίκα, και με πάει στου Μποσάκου την κλινική, γέννησα. Το έκανα το κορίτσι μου, μια χαρά, εντάξει. Ήρθε η αδερφή μου και με πήρε και πήγαμε... Δεν είχε... χειμώνας, τη γέννησα το Φλεβάρη, είχε χιόνι τόσο στο χωριό. Πάμε μέχρι το Σούλι με το λεωφορείο, μετά δεν μπορούμε να πάμε κάτω από κει. Και την πήρε η αδερφή μου εδώ αγκαλιά και εγώ λεχώνα από πίσω μες στα χιόνια και πέφταμε κάτω και άσε... τα θυμάμαι και κλαίω... Τέλος πάντων και εντάξει. «Yπομονή» μου λέει «θα φτάσουμε, θα φτάσουμε».

Φωτεινή:

Πήγαμε στο σπίτι, μου είχαν εκεί ζεστά όλα, δεν μπορώ να πω. Η μάνα μου, εντάξει, με περιποιήθηκε. Μου λέει: «'Η θα τον σκοτώσω ή, δεν ξέρω, θα αυτοκτονήσω εγώ» μου λέει. «Δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώ να μας κοροϊδεύει αυτός!» Δεν είχε και πατέρα, κάτι άλλα ζάπια σαν και αυτά. Αλλά φταίω εγώ, δεν έφταιγε αυτός... Τέλος πάντων. Πάει, πήγαμε εκεί, πού να το ζυγώσει το παιδί, δεν το ζύγωνε με τίποτα! Α ρε τι λέει… Είναι μεγάλη ιστορία, ρε Μαρία μου! Και τι είμαι εγώ τώρα, τέλος πάντων. Εντάξει, είχα εκεί στο σπίτι καθόταν, κοιμόταν όλη μέρα. Η μάνα μου δούλευε. Γιατί να καθίσει; Δεν πήγαινε. Του λέει: «Να φύγετε» μου λέει «δεν ξέρω τι θα κάνετε. Πάρε τον να φύγετε, γιατί εδώ μέσα δεν μπορεί, κάθεται». Με παίρνει και πάμε στο σπίτι του. Πάμε στο σπίτι του και ανεβαίναμε πάνω, έχει ένα διώροφο, παλιό από τότε, και με έβαλε σε ένα δωμάτιο μέσα και δεν με έφερνε κάτω να φάω! Μου 'φερε ένα πιάτο πάνω να φάω, λες κι ήμουνα σκυλί. Μας είπε ο γιατρός, ο δικηγόρος τότε: «Θα προσέχτε μην πάθει τίποτα το παιδί! Αν πάθει τίποτα το παιδί, του κάνουν κάτι του παιδιού, τελειώσαμε» λέει «τέρμα. Από το παιδί γίνονται όλα αυτά». Άκου να δεις, τα επόμενα, Μαρία! Πάω εκεί πέρα, που λες, ήταν καλοκαίρι και η πεθερά μου είχε [00:15:00]πάει κάτω, μακριά από δω, μέχρι το Κιάτο. Είχε ένα κτήμα και τρύγαγε. Όχι τρύγαγε, έπαιρνε τα ριζάκια από τη σταφίδα την άσπρη. Λέει: «Πάρ' το» λέει ο άντρας μου «να το πας κάτου εκεί να φορτώσει τη σταφίδα η μάνα μου». «Γιατί δεν το πας εσύ;» Λέει: «Εγώ δεν πάω! Να πας εσύ». «Ε, τι θες; Φέρε μου το παιδί, θα κάτσω εγώ με το παιδί». «Ρε είσαι καλά;» «Θα κάτσω εγώ με το παιδί» μου λέει. Μόλις πάω, το παίρνω το άλογο και πάω και με βλέπει η πεθερά μου. «Γιατί ήρθες; Tι δουλειά είχες εσύ; Άσ' το και φύγε τώρα!» Αυτή το ήξερε, άκου να δεις τι κάνανε με τον κουνιάδο μου μαζί. «Φύγε τώρα!» μου λέει. «Τώρα αμέσως!» Το άφησα το άλογο και έφυγα. «Γιατί δεν ερχόταν το γαϊδούρι, γιατί δεν ερχότανε;» Η πεθερά μου ήταν τόσο καλή η μαύρη, αλλά δεν την ακούγαν. Τέλος πάντων. Πάω πάνω στο σπίτι, βλέπω το παιδί στον εμετό γεμάτο μπροστά. Και πίσω βλέπω μια πετσέτα παγωμένη με πάγο στην πλάτη! Την είχανε βάλει για να πεθάνει το παιδί! Βάζω τη φωνή, με ακούσαν, ήρθε ο κουνιάδος, μου ρίχνει ένα ξύλο! Ξέρεις τι ξύλο; Άσ' τα, ρε Μαρία μου! Σου λέω, μεγάλη ιστορία! Λοιπόν, αμέσως έβαλα και εγώ τη φωνή, ήρθε ο πατέρας μου εκεί πέρα. «Δεν ντρεπόστε;» Τα βουτάμε το παιδί. Πήρε ταξί ο πατέρας μου, το φέρνει κάτω, στο τσακ το γλιτώσαμε από την πνευμονία. Στο τσακ! Θα πέθαινε, λέει! Αλλά ευτυχώς ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ' τον! Τέλος πάντων, μόλις τον πήγα εκεί, με πήρε αμέσως ο πατέρας μου και η μάνα μου. «Αυτός δεν θα πατήσει εδώ!» λέει. «Δρόμο! Δρόμο, ρε πούστη! Φύγε από δω!» του λέγανε. «Φύγε ρε, που είσαι εσύ άνθρωπος!» Τέλος πάντων, έφυγε αυτός, έμεινα εγώ στη μάνα μου εκεί. Μετά, μα ήταν, ήμαστε κουτοί κι εμείς μωρέ, γιατί κοιτάγαμε τι θα πει το χωριό, γαμώ το χωριό! Μετά έκατσα εγώ στο σπίτι, αυτός τώρα ήρθε. Είχε καταντήσει ένα ερείπιο. Πώς να σου πω, τι να... Ε, ήρθε εκεί, ήρθε με τον θείο του ένα βράδυ. Της λέω της μάνας μου: «Τι τον θέλει εδώ το θείο; Τι τον θέλει;». Λέει: «Σταμάτα, μη μιλάς! Κάτσε εκεί μέσα». Έκατσα μες στο δωμάτιο, μπήκε μέσα κι αυτός. «Δεν μου λες, τι θες εδώ;» του λέω. «Ποιος είσαι, σε ξέρω γω; Φύγε, φύγε! Κι άσε το παιδί μην το πειράζεις! Πάνε εκεί!» λέω. Πήγε να πιάσει το παιδί, ότι το αγάπαγε για να... πουστιές, τέλος πάντων. Το ‘πιασε λίγο αγκαλιά. «Φύγε!» του λέω. Ήρθε και ο μπάρμπας του, λέει: «Κοίτα να τα φτιάξετε εδώ πέρα, δεν επιτρέπεται. Γιατί το παιδί δεν σας φταίει τίποτα». «Μα δε μας φταίει, για» του λέω. «Δεν μας φταίει, αλλά ο ανιψιός σου αυτά κάνει». Λέει: «Η κακιά ώρα». «Ναι, όλο η κακιά ώρα είναι!» Με τον κουνιάδο μου. Ο πατέρας μου δεν τους ήθελε, γιατί με χτύπησε ο κουνιάδος μου, ο αδερφός του. Έφαγα ξύλο πολύ, γιατί φώναξα εγώ και φοβήθηκαν, σου λέει... «Τώρα θα φέρω την αστυνομία» τους έλεγα «θα σας κανονίσω εγώ». Αμ δεν πήγαμε τότε στην αστυνομία, άντε μωρέ που τραβιόμαστε, α στο καλό! Τους στεναχώρησα πάρα πολύ τους γονείς μου, πάρα πολύ! Θεός σχωρέσ' τους, τους κουβεντιάζω τώρα. Έφυγε από κει. Μετά, μας δίνει ένα σπίτι η γιαγιά που είχε στο χωριό. Πήγαμε, κάτσαμε εκεί, κάτσαμε εκεί. Τέλος πάντων. Σημασία καμία! Μόνο όταν ήταν να κάνει σεξ, μόνο τότε με πλησίαζε. Άσε που δεν τον ήθελα καθόλου. Τέλος πάντων, μετά φτιάχνει ο πατέρας μου τα δύο σπίτια αυτά, ετούτο το οικόπεδο μου το έδωσε η μάνα μου. Ήτανε του αδερφού της και είχε πεθάνει ο αδερφός της. Λοιπόν, και μου φτιάχνει τα δύο δωμάτια αυτά. «Άντε να πάτε κάτω» λέει «να πάτε να δουλεύτε». Τι να κάνουμε; Tο κρατάει το κορίτσι απάνω η μάνα μου. Ε, μετά έμεινα έγκυος πάλι, έκανα άλλο κορίτσι. Το κρατάει. Γιατί δεν έκανα αγόρι; Το μούτζωνε το κορίτσι, δεν ήθελε να το πιάσουμε ούτε αυτό. Ξέρεις τι τράβηξα, ρε παιδί μου; Πάει, έρχεται η αδερφή του. «Καλά δεν ντρέπεσαι;» του λέει. «Αν δεν πάρεις το κορίτσι τώρα» του λέει «δεν ξέρω και εγώ τι θα γίνει με σένα! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Tι είναι, στο χέρι της είναι να κάνει αυτή παιδί αγόρι;» Κουτός, δεν ξέρω, δεν ξέρω, τέλος πάντων. Πάει, μείναμε τώρα εκεί πέρα στο... μετά ήρθαμε εδώ κάτω, πήγαμε, δουλεύαμε στο εργοστάσιο, δούλευα και εγώ, τα παιδιά μου τα κράταγε η μάνα μου απάνω, τα δύο κοριτσάκια. Αυτά λαχταράγανε μόλις με βλέπανε. Άντε, άσ' τα. Ε αυτά. Μετά ήρθαμε κάτω, τις πάντρεψα και ησύχασα. Και στα 45 μου έμεινα έγκυος στον γιο μου!  Κι είναι ένα χρυσό παιδί, δεν του μοιάζει του πατέρα του ούτε δω. Μου 'χει μοιάσει εμένα, ευτυχώς. Μάλιστα, έμεινα έγκυος. Τώρα, πάει ύστερα. «Ωχ, πού να βγω έξω» μου ΄κανε. «Ρε δεν ντρέπεσαι; Ρε δεν μπορώ να καταλάβω με σένα» του λέω «τι να γίνει. Πώς σε κράτησα εγώ εδώ απορώ. [00:20:00]Απορώ, με κατάστρεψες, δεν με άφησες να πάω στην Αυστραλία». Τέλος πάντων, πάει στο καλό. Μόλις έκανα τον γιο, τότε τον ήθελε τον γιο, τον γιο, έτρεμε, τρελαινόταν. Ναι, ήρθε εκεί στο νοσοκομείο, όταν έκανα το γιο μου και ήμουνα μεγάλη, κόντευα στα 50, εκεί στο νοσοκομείο τρελαθήκανε. Όλοι ήρθανε, τι λουλούδια, τι, τι δεν μου φέρανε! Τι να σου πω! Εδώ στην Κόρινθο το έκανα. Όχι στο νοσοκομείο, σε ιδιωτικό. Με πήγε η κόρη μου η μεγάλη και πλήρωσε αυτή! Αμ τι, θα πλήρωνε, ο πατέρας της; H κόρη μου η μεγάλη. Αυτά. Είναι ένα κορίτσι! Και τα δύο, τα τρία μου παιδιά είναι πάρα πολύ καλά παιδιά. Πολύ καλά, με αγαπάνε, τρελαίνονται! Αυτά, Μαρία. Τα πάντρεψα μετά, εντάξει, ησύχασα. Μετά αρρώστησε, εγώ τον κοίταξα. Ποιος θα τον κοίταγε; Γι' αυτό είμαι σακάτα, με βλέπεις; Μου ‘πεφτε κάτω και δεν μπόραγα να τον σηκώσω. Αλλά σε μένα έπεσε. Του τα 'λεγα. «Τα βλέπεις;» του λέω. «Τα βλέπεις;» «Ναι, συγνώμη». «Τι συγνώμην τώρα; Τι να την κάνουμε, τι να την κάνω τη συγνώμη;» Αυτή τη συγνώμη δεν την πάω καθόλου, δεν την μπορώ! Αφού γίνεται το κακό, «συγγνώμη». Τι να λέει; Τέλος πάντων, αυτά, Μαρία.

Μ.Η.:

Και μετά έκανες το τρίτο σου το παιδί, το αγόρι, και μετά ήρθε και μείνατε μαζί, παντρευτήκατε, το αναγνώρισε, τι έγινε μετά;

Φωτεινή:

Το πρώτο;

Μ.Η.:

Tο τρίτο, όταν έκανες το αγόρι, που λες τρελάθηκε με το αγόρι και χάρηκε. 

Φωτεινή:

Ναι, το αγόρι. Εντάξει, είχαμε παντρευτεί, ρε παιδί μου. Μετά παντρευτήκαμε στο χωριό, ναι.

Μ.Η.:

Α, παντρευτήκατε... 

Φωτεινή:

Mε την πρώτη κόρη. Παντρευτήκαμε.

Μ.Η.:

Α, παντρευτήκατε. Μετά τα δικαστήρια;

Φωτεινή:

Όχι. Είχανε γίνει τα δικαστήρια. Γι' αυτό ήρθε με το κεφάλι κάτω.

Μ.Η.:

Α, είχανε γίνει.

Φωτεινή:

Αμέ, είχανε γίνει, ναι. Είχαν γίνει τα δικαστήρια, αλλά; Μάλιστα.

Μ.Η.:

Σε πήρε δηλαδή όταν... τότε που το είπες ότι τον έσυρε η μάνα σου, πριν ακόμα γεννήσεις το παιδί το πρώτο, παντρευτήκατε.

Φωτεινή:

Όχι.

Μ.Η.:

Παντρευτήκατε μετά.

Φωτεινή:

Μετά, παιδί μου, το κορίτσι το φέραμε αγκαλιά γύρω, μες στο σπίτι παντρευτήκαμε.

Μ.Η.:

Τότε που λες, α, που λες ανέβηκες με την αδερφή σου μες στο χιόνι πάνω στο χωριό. 

Φωτεινή:

Στο χωριό, γέννησα το πρώτο εδώ και μετά παντρευτήκαμε.

Μ.Η.:

Α, και μετά παντρευτήκατε και ήρθατε.

Φωτεινή:

Ναι.

Μ.Η.:

Α, οπότε ήτανε μετά το πρώτο παιδί.

Φωτεινή:

Ναι ήταν το πρώτο. Μετά έκανα το δεύτερο, το κορίτσι πάλι και δεν το ήθελε ούτε αυτό, μόνο το αγόρι ήθελε.

Μ.Η.:

Πώς ήτανε μετά όταν μένατε μαζί, ήταν εντάξει μαζί σου; Ή ήταν έτσι;...

Φωτεινή:

Όχι, δεν ήταν εντάξει. Δεν χάρηκα, δεν θυμάμαι τίποτα μαζί του. Είτε, είτε έξω να πάμε, να φάμε σε μία ταβέρνα. Και τα 'λεγα της νύφης και μου λέει: «Ο κακομοίρης δεν είχε λεφτά». «Ναι! Μωρέ, ήταν έτσι, όχι δεν είχε λεφτά» της λέω. Εγώ από πότε πάντρεψα την... είχα κάνει τόσο καλό γαμπρό! Κι όπου πήγαιναν έξω για εκδρομές με παίρνανε κοντά, με παίρνανε μαζί. «Πάρε και τη μάνα σου». Μια φορά πήραν και τον πατέρα και πήγαμε στο Μέτσοβο. «Καλά» του λέω «δεν ντρέπεσαι; Αν ζούμε, να πάμε γυρεύοντας» λέω «να...». «Αυτοί έχουν αυτοκίνητο, εμείς δεν έχουμε μέσο». «Αμέ, πού να έχεις μέσο εσύ, λες και είσαι κανένας γέρος». Τέλος πάντων, πάει στο καλό. Μετά έκανα τον γιο μου, εκεί μουρλάθηκε με τον γιο. Με τον γιο το είχε «ό,τι ήθελε ο γιος». Άλλη, αδυναμία στο γιο μεγάλη. Όταν πήγε φαντάρος το παιδί, να κλαίει, λες και ήταν χήρα γυναίκα! Τέλος πάντων. Και μετά πήγε φαντάρος και έπεφτε με τα αλεξίπτωτα, ήτανε στα... ειδικές δυνάμεις. Όταν πήγαμε στα Μέγαρα, γιατί μας είχανε καλέσει, για να πέσει, δεν μπόραγαν να τον κρατήσουν τα κορίτσια. Έκλαιγε, γιατί φοβότανε. Μετά είχανε επαίνους εκεί πέρα, μας είχαν τραπέζι. Ναι, είναι καλό παιδί και βρήκε και καλό κορίτσι, πάρα πολύ καλό κορίτσι. Την αγαπάω τη νύφη μου, τρελαίνομαι! 

Μ.Η.:

Και οπότε κατάφερες μετά και πάντως έκαψες πολλές καρδιές, ε; 

Φωτεινή:

Καλά, μετά τα μπλέκω... να το πω αυτό;

Μ.Η.:

Πες, πες, άμα θες, πες ό,τι θες.

Φωτεινή:

Να το πω;

Μ.Η.:

Ναι, καλέ, πες.

Φωτεινή:

Μετά εγώ απελπίστηκα, ρε παιδί μου. Κάτι σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, θέλεις ένα χάδι, μια αγκαλιά, έναν καλό λόγο. Και μετά μπλέκω με ένανε. Και ήτανε αυτός τρελά ερωτευμένος μαζί μου! Τρελά! Μέχρι που μας πήρε χαμπάρι. Ε, δεν πα να μας πάρει; Τέλος πάντων. Τσίνισε τότε. «Τι τσινίζεις;» του λέω. «Γιατί; Με πήγες πουθενά εσύ; Mε πήρες στα μπουζούκια;». Πού δεν πηγαίναμε. Και πέθανε, Θεός σχωρέσ' τον κι αυτός, από την καρδιά του πήγε. Αλλά όμως πέρασα καλά με αυτόνε. Τα καλά πράγματα τα είχα, τα θυμάμαι με αυτόν, με κανέναν άλλον.

Μ.Η.:

Δεν σου άξιζε και σένα να περνάς...

Φωτεινή:

Εμένα μ' άξιζε. Δεν μπορούσα, ρε παιδί μου, κάτσε τώρα. Και πάλι όμως, να δεις ότι τι άνθρωπος είμαι. Όταν πέθανε και [00:25:00]μετά, μου 'χει λείψει πάρα πολύ! Τώρα το ξεπέρασα λίγο, παν τρία χρόνια κι ακόμα δεν μπορούσα να το ξεπεράσω. Και ακόμα τον θυμάμαι, τον θυμάμαι, όταν μπαίνω μες στο μπάνιο. Πω πω, γιατί εκεί έπεσε και πέθανε. 

Μ.Η.:

Περάσατε και μία ζωή μαζί. 

Φωτεινή:

Εντάξει, κακώς πήγαμε στα κτήματα, είχαμε τα βερίκοκα, δουλεύαμε, εντάξει, δουλέψαμε. Για να κάνω αυτό το σπίτι, έκανα φασαρία μεγάλη. Δεν το ήθελε, δεν ήθελε με τίποτα. «Καλά είναι αυτά, φτάνουνε». «Τι λες, μωρέ, τι λες, μωρέ;» Θα σκοτωνόμαστε, Μαρία, θα σκοτωνόμαστε, αλλά δεν του πέρασε. Το φτιάξαμε και...

Μ.Η.:

Και με τον φίλο σου μετά τον άλλο έμεινες χρόνια;

Φωτεινή:

Mε τον φίλο μου έμεινα 12 χρόνια. Έφυγε, πήγε στην Αμερική, στον Καναδά, και φεύγει από τον Καναδά και ήρθε εδώ για να με δει, που με έχει αφήσει πίσω. Γιατί μου 'λεγε: «Έλα να φύγουμε. Έλα κοντά μου». «Πού να 'ρθω κοντά ρε; Έχω τα παιδιά, να αφήσω εγώ τα παιδιά μου;» Είχα τα τρία παιδιά, δεν μπορούσα να φύγω. 12 χρόνια έκατσα μαζί του.

Μ.Η.:

Καλά το έκανες.

Φωτεινή:

Αλλά πέρασα όμως, τι δεν ήθελα και δεν μου το 'φερε αμέσως! Τι με έπαιρνε τηλέφωνο... «Τι κάνεις;» «Πλένω». Τότε είχα εδώ μια σκάφη φτιάξει εδώ χάμω και πλέναμε στο χέρι, δεν είχαμε πλυντήριο. Και έλεγε: «Το Χριστό του, την Παναγία του, ο πούστης! Πού βρισκόμαστε να πλένεις στο χέρι; Nα πας αύριο να πάρεις πλυντήριο. Εγώ θα το πληρώσω». Και, πράγματι, πήγα και το πλήρωσε αυτός, μου το πήρε.

Μ.Η.:

Σε πρόσεχε.

Φωτεινή:

Αυτός πάρα πολύ, σου λέω. Άμα είναι να δεις, ακούω κάτι τραγούδια και κλαίω, κλαίω! Τι να λέει τώρα. Πάει.

Μ.Η.:

Και ο άλλος, ο Αυστραλός, λες, σε πήρε τηλέφωνο;

Φωτεινή:

Άκου να δεις τώρα εφέτος ήτανε... όχι, με τον πρώτο κορωνοϊό. Ο πρώτος πότε ήτανε;

Μ.Η.:

Tο Μάρτη, εκεί πέρα.

Φωτεινή:

Ναι, ναι, περίπου, ναι. Λοιπόν, χτυπάει το σταθερό τηλέφωνο, το σηκώνω. «Ναι; Γεια σας». «Γεια σου». Λέει: «Συγνώμη, κυρία μου, που σε παίρνω. Είμαι κάποιος κύριος από την Αυστραλία». «Από την Αυστραλία; Ποιος;» «Ένας, μωρέ, έτυχε να σε πάρω τώρα, έτσι, τυχαία. Να σε ρωτήσω κάτι». «Άμα ξέρω...» του λέω. «Γιατί; Πολύ ευχαρίστως να με ρωτήσεις». Λοιπόν. «Άκου» λέει «εγώ είμαι από το... από χωριό και θέλω να ρωτήσω μήπως ξέρεις μία... μήπως την ξέρεις;» «Τι λες, χριστιανέ μου; Εγώ είμαι, τώρα. Τι να ρωτήσεις;» «Εσύ είσαι; Εντάξει. Θέλω να ρωτήσω, να δω αν είναι καλά». «Γιατί την ξέρεις;» «Την ήξερα, μωρέ, αλλά τώρα λέω, δεν ξέρω, κάτσε, κουτουρού πήρα και βγήκε». Ψέματα μου 'λεγε. Τέλος πάντων. «Kαλά, εντάξει. Καλά είμαι. Καλά είμαι, εντάξει, άμα θες κάτι πες μου». «Τίποτα δεν θέλω. Άντε, γεια σου». Μετά από δυο μέρες ξαναπήρε. Χτυπάει, το σηκώνω, ήταν μεσημέρι. Είχε μάθει ότι πέθανε ο άντρας μου. «Λοιπόν, πήρα να σου πω συλλυπητήρια» μου λέει «πέθανε ο άντρας σου. Τώρα το έμαθα κι εγώ. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» μου λέει. «Ποιος είσαι, ρε παιδάκι μου. Πες μου ποιος είσαι». «Εγώ είμαι ο...» «Τι είπες;» Μου έπεσε το τηλέφωνο από το χέρι. Μου έπεσε το τηλέφωνο. «Τι λες τώρα; Mη με… άσε με!» «Έλα, ηρέμησε» μου λέει. «Ξέρεις γιατί σε πήρα; Σε πήρα, ξέρω τώρα που είσαι μόνη σου, έχεις παντρέψει τα παιδιά σου, η γυναίκα μου έχει πεθάνει –ήταν από το Μεσολόγγι, έχει πεθάνει– να 'ρθεις, να ερχόσουνα, να περάσω να σε πάρω να πάμε στα Ιεροσόλυμα». «Α καλά!» λέω. «Τι λες, ρε παιδί μου; Πού να με πάρεις τώρα με τον κορωνοϊό; Τώρα να δούμε τι θα γίνει» λέει «γιατί κι εδώ έχει πάρα πολύ. Όχι... Δεν μας έχουν απαγορεύσει ακόμη τίποτα, αλλά θα δούμε, θα δείξει». «Δεν ξέρω» του λέω «άμα μπορείς και θες, μπορεί να 'ρθω, άμα θα τα κανονίσουμε». Δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο. Ή έχει πάρει και δεν με έχει βρει, γιατί φεύγω, με παίρνουν τα παιδιά πέρα, γιατί το σταθερό ξέρει, ή δεν ξέρω ή απαγορεύεται, δεν τον αφήνουν να 'ρθει, δεν ήρθε για να πάει στα Ιεροσόλυμα, απαγορευόταν.

Μ.Η.:

Εσύ θες να του ξαναμιλήσεις;

Φωτεινή:

Άμα τον δω; Να τον δω ή στο τηλέφωνο;

Μ.Η.:

Στο τηλέφωνο, να τον πάρεις τηλέφωνο να δεις τι κάνει.

Φωτεινή:

Δεν το ξέρω το τηλέφωνό του, πώς να τον πάρω; Δεν το ξέρω, παιδάκι μου. «Έχω δύο παιδιά» λέει «τα πάντρεψα και έχω τέσσερα εγγόνια. Είμαι 80 χρονών». «Ναι, εντάξει» του λέω «κοντά είμαστε». «Και η μάνα μου, η γυναίκα μου ήταν από το Μεσολόγγι. Πέθανε. Και τώρα είπα, θέλω, ήθελα να σε δω μόνο». «Τι να με δεις τώρα;» του λέω. Τώρα... 

Μ.Η.:

Γιατί; Αφού... Γιατί; Μια χαρά.

Φωτεινή:

Ναι, μια χαρά, εντάξει, αλλά γιατί δεν με ξαναπήρε; Δεν με [00:30:00]ξαναπήρε. Είναι καλά; Τι είναι; Τι να ξέρω τώρα εγώ; Ούτε και τηλέφωνο έχω να τον πάρω.

Μ.Η.:

Τα βρίσκεις, μωρέ, τα τηλέφωνα, τα βρίσκουμε. Δεν είναι κάτι. 

Φωτεινή:

Τo βρίσκουν, ε;

Μ.Η.:

Ναι. Θα σου πω. Για πες μου μόνο λίγο, κάτι τελευταίο. Τότε στο χωριό πάνω που 'σουνα, πώς ήτανε με τους χωριανούς;

Φωτεινή:

Οι χωριανοί, το κουτσομπολιό το μεγάλο είναι στο χωριό, παιδάκι μου. Άσε, τι να ήτανε; Εκεί... σαν χωριό. Τι κάναμε; Τίποτα. Μόνο την Κυριακή, κάθε Κυριακή, κάναμε γλέντι. Εκεί από πάνω ήταν το σπίτι μας και κάτω ήταν ένα καφενείο κι εκεί αυτός έβγαζε κλαρίνα και χορεύανε, κάνανε, είχαμε τέτοια πράγματα. Εκεί διασκεδάζαμε στο χωριό. 

Μ.Η.:

Στο χωριό με τα παιδιά, ήταν καλοί με τα παιδιά σου οι χωριανοί;

Φωτεινή:

Με τα παιδιά μου; Ναι, αμέ! Είχα δύο κορίτσια κούκλες. Κούκλες! Στο σχολείο, που εκεί να δεις, με τα ποιήματα που λέγανε, τα ντυσίματα που τους είχα. Τι λες τώρα, έτσι είχα εγώ τα κορίτσια μου;

Μ.Η.:

Και ας ήτανε που λες, κουτσομπολεύανε, μια χαρά! 

Φωτεινή:

Βέβαια, κουτσομπολεύανε. Ε, μετά το βουλώσανε, αφού παντρευτήκαμε. Το βουλώσανε.

Μ.Η.:

Πω πω πω, τι θα 'χες περάσει εκεί πέρα...

Φωτεινή:

Πάρα πολλά, πάρα πολλά. 

Μ.Η.:

Στενοχώρια, ε;

Φωτεινή:

Πάρα πολλά. Και περισσότερο τα φταίει η μάνα μου. Αυτή ήταν εγωίστρια και δεν ήθελε προσβολές. Αυτή τη θεωρούσε τη μεγαλύτερη προσβολή και έτσι είναι. Έτσι είναι, τι; 

Μ.Η.:

Εντάξει, ναι, αλλά όλα οι γυναίκες τα τραβάνε, μου φαίνεται.

Φωτεινή:

Oι γυναίκες, οι γυναίκες! O πατέρας μου, όχι, μπα, το 'χε πάρει τόσο αψήφιστα! «Δεν με νοιάζει» λέει. «Άντε παράτα μας κάτω, καημένε» λέει. «Άκου κει! Άσ'ξ το το παιδί κάτου!» Να, δεν σ' το είπα το άλλο. Μετά, όταν παντρευτήκαμε και μετά, μεγάλωσε το παιδί λίγο, επήγε βρήκε κάπου στο Ξυλόκαστρο να το δώσουμε για υιοθεσία!

Μ.Η.:

Ο πατέρας σου;

Φωτεινή:

Όχι ο πατέρας μου.

Μ.Η.:

Ο άντρας σου; 

Φωτεινή:

O άντρας μου, ναι. Και μου το λέει.«Τι είπες τώρα;» του λέω. «Ποιον ρώτησες εσύ που 'κανες αυτή τη δουλειά;» «Γιατί» λέει «δεν είμαι πατέρας εγώ;» «Pε πας να μη σε στείλω» του λέω «από δω πέρα, ε; Τι νομίζεις;» Μόλις το λέω στον πατέρα μου... Παναγία μου! «Βγάλ' τον έξω τον κέρατα, τώρα του χρειάζεται, θα τον πυροβολήσω εγώ με το όπλο». Δεν το έδινε.

Μ.Η.:

Εσύ γιατί ήσουν τόσο ερωτευμένη μαζί του, τι πιστεύεις ότι ήταν αυτό που σε κρατούσε τόσο πολύ;

Φωτεινή:

Ότι ήταν ωραίος, ήταν ωραίος άντρας. H ομορφιά του με κράτησε. Κατά τα άλλα, τίποτα. Αλλά από ομορφιά. Γιατί στο χωριό, στο σχολείο που πηγαίναμε, ότι «τον θέλω εγώ, τον θέλω κείνο, τον θέλει κείνη». Είχα και μια φίλη και τα είχε μπλέξει και με εκείνονε και η φίλη. [Δ.Α.] γίνονται αυτά. Αλλά φταίει αυτός, αλλά τέλος πάντων. Ήταν τέτοιος. 

Μ.Η.:

Και εσύ όμως πρέπει να 'σαι... είσαι κι ακόμα πανέμορφη γυναίκα. 

Φωτεινή:

Ναι, ήμουνα, ήμουνα.

Μ.Η.:

Και τώρα είσαι.

Φωτεινή:

Να σου φέρω μια φωτογραφία, κάτσε. Κάτσε να σου φέρω μια φωτογραφία να τη δεις.