© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

«Η ζωή μου στο Οικοτροφείο Θηλέων της Ελευθερούπολης». Μια ιστορία 26 χρόνων

Κωδικός Ιστορίας
10145
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελένη Μορφίδου (Ε.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/10/2021
Ερευνητής/τρια
Κατερίνα Μανούση (Κ.Μ.)
Κ.Μ.:

[00:00:00]Θα θέλατε να μου πείτε το όνομά σας;

Ε.Μ.:

Λέγομαι Ελένη, μένω στο Ακροβούνι Καβάλας. Κατάγομαι από το Ακροβούνι Καβάλας και έζησα όλα μου τα χρόνια εδώ, στο Ακροβούνι.

Κ.Μ.:

Είναι Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021. Είμαι με την κυρία Ελένη Μορφίδου και βρισκόμαστε στο Ακροβούνι, Καβάλας. Εγώ είμαι η Κατερίνα Μανούση, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θα θέλατε να μου πείτε λίγα πράγματα για σας;

Ε.Μ.:

Βεβαίως! Έχω τελειώσει το Δημοτικό στο Ακροβούνι, το Γυμνάσιο και το Λύκειο στην Ελευθερούπολη, όπου και έμενα στο Οικοτροφείο –που θα μιλήσουμε αργότερα– για 6 χρόνια. Μετά παντρεύτηκα και έμεινα άλλα 10 χρόνια μες στο Οικοτροφείο, νοικιάζοντας ένα διαμέρισμα. Γιατί μετά, το Οικοτροφείο, αυτό που ζήσαμε σαν παιδιά εκεί, μετατράπηκε σε διαμερίσματα και νοικιάστηκε. Σε ένα από αυτά τα διαμερίσματα, μόλις παντρεύτηκα εγώ, νοίκιασα αυτό το διαμέρισμα και έζησα εκεί άλλα... όχι 10, λάθος είπα, άλλα 20 χρόνια. Επομένως, η ζωή μου στο Οικοτροφείο είναι 6 + 20, 26. 26 χρόνια έζησα μέσα σε αυτό το κτίριο. Και μετά έκανα σπίτι στο Ακροβούνιο και ήρθα στο Ακροβούνι.

Κ.Μ.:

Ωραία. Γιατί πήγατε στο Οικοτροφείο;

Ε.Μ.:

Στο Οικοτροφείο αρχικά δεν ήθελα να πάω, διότι ο πατέρας μου ήταν ιερέας και είχα την εντύπωση ότι, επειδή ήταν λίγο αυστηρών αρχών, είχα την εντύπωση ότι αυτός ο τρόπος ζωής θα συνεχιστεί και στο Οικοτροφείο. Δεν ήθελα να πάω, την πρώτη χρονιά δεν πήγα, στην πρώτη δημοτικού δεν πήγα, αλλά στη δεύτερη, την επόμενη χρονιά, πιέστηκα πολύ από τον πατέρα μου, πήγα. Βέβαια στην αρχή δεν ήθελα αλλά μετά μου άρεσε πάρα πολύ κι εκεί έμεινα 6 χρόνια, μέχρι που τέλειωσα το Λύκειο. Για ποιους λόγους πήγα. Πήγα διότι ο μπαμπάς μου θεωρούσε ότι εκεί θα είμαι πιο ασφαλής, θα διαβάζω πιο πολύ, γιατί εδώ στο σπίτι είχαμε... ήταν τα αδέρφια μου πιο μικρά, η μαμά μου και ο μπαμπάς μου ασχολιόταν και με τη γεωργία και είχαμε πολλές δουλειές, οπότε δεν... ήμουνα... δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ τόσο πολύ με το διάβασμα όσο εκεί, όσο στο σπίτι. Θεωρούσε ο πατέρας μου ότι εκεί θα ήταν πολύ καλύτερα για μένα. Και ίσως και για οικονομικούς λόγους, γιατί το πήγαινε-έλα για μένα ήταν κόστος με τα λεωφορεία, ήταν χάσιμο χρόνου. Ήταν και οικονομικοί λόγοι, νομίζω, ένας παράγοντας, που ήθελε ο πατέρας μου να πάω εκεί. Και η ασφάλεια πιο πολύ και το θέμα ότι εκεί υπήρχε αυστηρότητα και δεν θα... θα είχα πιο... θα ήμουν πιο περιορισμένη, αυτά.

Κ.Μ.:

Θυμάστε την πρώτη μέρα που πήγατε;

Ε.Μ.:

Ναι, οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες, όπως για όλα τα παιδιά. Και έκλαιγα και στεναχωριόμουν και ήθελα το πρώτο Σαββατοκύριακο να πάω στο χωριό, να γυρίσω, αλλά δεν μας άφηναν για να συνηθίσουμε, μας κρατούσαν κάνα δυο Σαββατοκύριακα. Εκείνα ήταν δύσκολα. Ήμουνα μικρό παιδί και θεωρούσα πια ότι έλειπα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, ενώ, όπως ξέρεις, το χωριό με την Ελευθερούπολη ήταν 2 χιλιόμετρα. Ήτανε δύσκολες μέρες οι πρώτες, ναι.

Κ.Μ.:

Θυμάστε ποιος σας υποδέχτηκε;

Ε.Μ.:

Με υποδέχτηκε η διευθύντρια, η πρώτη διευθύντρια που είχα, μία Σοφία, η οποία ήταν βέβαια... δεν είχε οικογένεια και ήταν αυστηρή και απόμακρη βέβαια, αλλά εμένα επειδή ο πατέρας μου ήταν γνωστός σε όλους εκεί σαν ιερέας, δεν ξέρω, νομίζω ότι με περιέβαλαν με πολλή αγάπη. Νομίζω, έτσι εισέπραξα τουλάχιστον. Και συμμαθήτριες και φίλες. Εγώ ας πούμε πήγα πρώτη, ήμουνα... είχαμε υπεύθυνη μία κοπέλα στο θάλαμο, η οποία ήταν έκτη, και αυτή, την οποία τη θυμάμαι πάρα πολύ καλά και με το όνομα της, θυμάμαι ότι με αγκάλιασε, με παρηγορούσε, μου 'λεγε «θα συνηθίσεις». Ναι, έπαιξε και αυτή έναν μεγάλο ρόλο στο να συνηθίσω.

Κ.Μ.:

Υπήρχαν γνωστοί άνθρωποι; Φίλες από το χωριό;

Ε.Μ.:

Όχι, από το χωριό μου κανένας. Ήταν σχεδόν... ναι, σχεδόν όλα άγνωστα τα παιδιά, από διπλανά χωριά, αλλά εγώ, ξέρεις, περιορισμένη, μικρό παιδί τώρα, μέχρι έκτη δημοτικού ήξερα μόνο παιδιά από το χωριό. Απλά ήταν συμμαθήτριές μου στο σχολείο. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων πήγα αρχικά.

Κ.Μ.:

Θυμάστε το κτίριο μέσα;

Ε.Μ.:

Βεβαίως το θυμάμαι. Το κτίριο καταρχάς απέξω ήταν πολύ επιβλητικό, μεγάλο, όπως και τώρα διατηρείται. Στον κάτω όροφο υπήρχε το αναγνωστήριο... υπήρχαν τα εστιατόρια και τα μαγειρεία, στον πάνω όροφο υπήρχαν οι θάλαμοι, 6 θάλαμοι, και οι κοινές τουαλέτες και τα μπάνια, και στον πάνω όροφο, τον τελευταίο, υπήρχαν δύο διαμερίσματα αρχικά, στα οποία έμενε ένας ιερέας, που ήταν ο αρχιερατικός της Μητρόπολης, και στο άλλο έμενε... δεν θυμάμαι ποιος... όχι, στο αρχικό κτίριο έμενε μόνο αυτός ο ιερέας και ήτανε το αναγνωστήριο, εκεί που διαβάζαμε. Στον ενδιάμεσο λοιπόν χώρο, ανάμεσα στους θαλάμους και στα μαγειρεία που σου είπα, υπήρχε ένας ενδιάμεσος χώρος έτσι χαμηλοτάβανος, που είχε δύο δωματιάκια. Σε αυτά έμενε η πρώτη διευθύντρια, η Σοφία. Και μετά ανέβαινε στους θαλάμους είχε δηλαδή καμιά δεκαριά σκάλες έβλεπες τα δωματιάκια και μετά άλλες 10 που ανέβαινε στον δεύτερο, γιατί ήταν πάρα πολύ ψηλό το κτίριο και οι θάλαμοι ψηλοτάβανοι και όλοι οι χώροι. Αργότερα βέβαια που έγινε επέκταση του κτιρίου, δημιουργήθηκαν κι άλλοι θάλαμοι, εγώ το πρόλαβα και αυτό. Δημιουργήθηκαν κι άλλοι θάλαμοι, προστέθηκαν δηλαδή θάλαμοι και προέκυψε ακόμη ένα διαμέρισμα από πάνω, στο οποίο μετά έμενε η καινούργια η διευθύντρια που είχαμε, μία Πρεσβυτέρα με τον παπά της και άτεκνη στην αρχή και μετά με δύο παιδιά. Εμείς την είχαμε άτεκνη διευθύντρια, οπότε, όπως καταλαβαίνεις, και η μία και η άλλη δεν ξέραν από παιδιά. Ήταν πάρα πολύ αυστηρές και αυτό το ότι, ας πούμε, ήταν απαιτητικές, γιατί δεν ήξεραν από παιδιά, δεν ήξεραν από εφηβεία, δεν ήξεραν, αυτό για μας ήταν ένα αρνητικό στοιχείο, γιατί δεν μπορούσαν να μας καταλάβουν και οι δύο. Αλλιώς σε καταλαβαίνει μία μάνα, αλλιώς μία γυναίκα που δεν έχει δικά της παιδιά. Βέβαια μετά η παπαδιά που απέκτησε τα παιδιά της διαφοροποιήθηκε πάρα πολύ και ίσως ήταν έτσι πιο ανεκτική, πιο, ξέρω 'γω, πιο ευάλωτη μετά. Αλλά σ' εμάς, στα δικά μας χρόνια, ήταν πολύ αυστηρή και απαιτητική. Και ειδικά από μένα είχε πάρα πολλές απαιτήσεις, γιατί πάντα μου έλεγε: «Εσύ πρέπει να είσαι το υπόδειγμα, είσαι παπαδοκόρη» και μου ‘μεινε και απωθημένο, ένα από τα απωθημένα μου είναι αυτό, Κατερίνα, δεν θέλω να μου πει κανείς «είσαι και παπαδοκόρη», με εκνευρίζει πάρα πολύ αυτό το πράγμα.

Κ.Μ.:

Ποιες ήταν αυτές οι απαιτήσεις;

Ε.Μ.:

Οι απαιτήσεις, ας πούμε, ήθελε… Καταρχάς υπήρχε αυστηρό πρόγραμμα μέσα, έτσι; Υπήρχαν οι τιμωρίες, υπήρχε αυστηρό πρόγραμμα. Πολλές φορές παρακολουθούσε έξω από το θάλαμο τι λέμε, σαν κοριτσάκια τώρα, άκουγε τι λέγαμε... Μετά, μας τιμωρούσε, μας έβαζε να καθαρίσουμε τουαλέτες, να καθαρίζουμε τις σκάλες. Νομίζω έλεγαν ότι είχε άτομο στο σχολείο να παρακολουθεί τη συμπεριφορά μας. Κάτι που θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά και μου έμεινε, τότε κάναμε γυμναστικές επιδείξεις, λοιπόν, και φορούσαμε εκείνες τις φουφούλες –δεν ξέρω εσύ αν τις πρόλαβες– κάτι σορτσάκια που είχαν λάστιχο και γύριζαν εδώ. Είχε απαιτήσει τότε η διευθύντρια του Οικοτροφείου αυτό το λάστιχο να είναι ως εδώ κάτω, κάτω από το γόνατο. Καταλαβαίνεις τι γελοία εικόνα τώρα είναι αυτή. Είχαμε λοιπόν μία γυμνάστρια, η οποία ήρθε σε ρήξη με την διευθύντρια του Οικοτροφείου. Η μία έλεγε ότι πρέπει να είναι κανονικά, όπως έπρεπε να είναι, πάνω από το γόνατο. Η δικιά μας η διευθύντρια ισχυριζόταν ότι είναι κάτω από το γόνατο ή αλλιώς δεν θα κάνουμε επιδείξεις. Οπότε επηρέασε και τον Δεσπότη τότε, μίλησε και ο Δεσπότης, δεν ξέρω τι έγινε, και δεν μας επέτρεψε το Γυμνάσιο να απέχουμε από τις επιδείξεις, αλλά κάναμε εμείς επιδείξεις με τα σορτσάκια κάτω από το γόνατο. Καταλαβαίνεις τότε τι άσχημα νιώσαμε, τι κόμπλεξ νιώσαμε, πόσο γελοιοποιηθήκαμε, γελούσανε μαζί μας, γιατί το πήρε η μεν εγωιστικά και η άλλη εγωιστικά και η γυμνάστρια και η διευθύντρια. Και η γυμνάστρια έλεγε: «Τα παιδιά δεν θα τα απαλλάξω, θα κάνουν επιδείξεις όπως θέλεις εσύ». Και τελικά [00:10:00]πληρώσαμε εμείς όλο αυτό. Καταλαβαίνεις, ντραπήκαμε, κοριτσάκια ήμασταν τώρα, όλες ήταν κανονικά και εμείς είχαμε τα σορτσάκια κάτω από το γόνατο. Αυτό μου έμεινε και θεωρώ ότι ήταν κάτι πολύ αντί… πώς να το πω;

Κ.Μ.:

Αντιπαιδαγωγικό;

Ε.Μ.:

Μπράβο, αντιπαιδαγωγικό.

Κ.Μ.:

Και όντως.

Ε.Μ.:

Και μας έχει μείνει. Πιστεύω, σε όλους έχει μείνει αυτό. Γιατί κάθε φορά που συναντιόμαστε και κουβεντιάζουμε είναι από τα πρώτα που λέμε.

Κ.Μ.:

Θα μπορούσατε να μου περιγράψετε μία μέρα στο οικοτροφείο; Πώς ξεκινούσε, τι γινόταν;

Ε.Μ.:

Βεβαίως. Λοιπόν, ξυπνούσαμε το πρωί, εννοείται ότι πηγαίναμε στα δημόσια, στα κοινά μπάνια. Εκεί στριμωξίδι, φωνές, ποιος θα πλυθεί πρώτος, ποιος θα κάνει, ποιος θα ράνει, τέλος πάντων. Πηγαίναμε, αφού πλυθούμε και μετά, πηγαίναμε στο αναγνωστήριο όπου κάναμε ομαδική προσευχή όλοι μαζί, ομαδική προσευχή. Μετά κατεβαίναμε κάτω, παίρναμε το πρωινό μας, ανεβαίναμε στους θαλάμους, παίρναμε τις τσάντες μας στο αναγνωστήριο, δεν κατέβαιναν τσάντες και βιβλία στους θαλάμους, ήτανε μονίμως στο αναγνωστήριο, όπου είχαμε πολύ μεγάλα τραπέζια, ο καθένας είχε την καρέκλα του και κάτω από το κάτω από το τραπέζι είχε ένα τεράστιο συρτάρι, μες στο οποίο είχαμε τα βιβλία μας. Και υπήρχαν και βιβλιοθήκες, που υπήρχαν οι εγκυκλοπαίδειες και βιβλία που μπορούσαμε όλοι να χρησιμοποιήσουμε. Αφού παίρναμε τσάντες και τέτοια, γινόταν ένας τυπικός έλεγχος στην πόρτα, μήπως μία φοράει κοντό, μήπως φοράει κάτι, μήπως δεν είναι σωστή η εμφάνισή της. Φεύγαμε, πηγαίναμε στο σχολείο. Εκεί, περιττό να σου πω ότι πια ήμασταν ελεύθερες, ο μόνος χώρος που ήμασταν ελεύθερες. Γυρίζαμε, έπρεπε να γυρίσουμε, ήταν περιορισμένος ο χρόνος, δεν μας δικαιολογούσαν, ας πούμε, 5 λεπτά να αργήσουμε, μετά έπρεπε να απολογηθείς πού ήσουνα, γιατί άργησες. Είχε το μεσημεριανό φαγητό. Είχε ύπνο, αν ήθελες, ή να διαβάσεις, δική σου, δικό σου θέμα, αλλά ο ύπνος ήταν περιορισμένος, ας πούμε, κοιμόμασταν από τις 2:00 ως στις 4:00. Μετά υποχρεωτικά όλοι αναγνωστήριο. Ανεβαίναμε πάνω στο αναγνωστήριο, διαβάζαμε, 8:00 η ώρα... ξέρω, δεν θυμάμαι καλά, 7:00-8:00 ήτανε το βραδινό μας φαγητό, κατεβαίναμε κάτω στον πρώτο όροφο, στα εστιατόρια, τρώγαμε, ανεβαίναμε στους θαλάμους, κανένα πεντάλεπτο, ξέρω 'γω, δεκάλεπτο για να... ξέρω, δεν θυμάμαι τώρα... και μετά πάλι αναγνωστήριο μέχρι τις 10:00, που κάναμε ομαδική προσευχή, και μετά από τις 10:00 όποιος ήθελε και όλη τη νύχτα όποιος ήθελε μπορούσε να ανέβει στο αναγνωστήριο να διαβάσει. Στο, ας πούμε, στο δωμάτιο παίρναμε κανένα βιβλίο, δεν μας άφηναν. Μετά αν θέλαμε να διαβάσουμε πάνω. Αυτή ήταν η μέρα μας. Οι Κυριακές ήταν υποχρεωτικός εκκλησιασμός. Ήταν όμως η καλύτερή μας τις Κυριακές, γιατί είχαμε υποχρεωτικό εκκλησιασμό, γυρίζαμε από τον εκκλησιασμό παίρναμε κρυφά ένα σάντουιτς ή ένα γλυκό και θυμάμαι τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου εκεί που είχε το ινδοκάρυδο με τη σοκολάτα και με επάλειψη σοκολάτας ήταν το αγαπημένο μας. Περνάμε, λοιπόν, τα γλυκά μας, αλλά αυτά όλα έπρεπε να τα φάμε κρυφά, γιατί δεν επιτρεπόταν, ήταν σαν να λέγαμε ότι στο Οικοτροφείο δεν τρώμε καλά. Και τα τρώγαμε ή κρυφά στους θαλάμους, φυλούσε μία απ' έξω, παρακολουθούσε, ή πηγαίναμε μες στα μπάνια και το τρώγαμε, πάντως να μη μας... δεν μπορούσαμε να τα φάμε έτσι δημοσίως, απαγορευόταν. Με την έννοια μόνο αυτή όμως. Αυτό εν μέρει ήταν όμως και καλό, γιατί πάρα πολλά παιδιά ίσως δεν είχαν και την οικονομική ικανότητα να το κάνουνε, και μπορεί να το έκαναν και για αυτό το λόγο, να μη βλέπουν αυτά που δεν μπορούσαν να το κάνουν, δεν ξέρω. Δεν είχε τίποτα διαφορετικό το πρόγραμμα της Κυριακής, το μόνο που είχε από κάποιες φορές, πολλές φορές, σχεδόν κάθε Κυριακή, ερχόταν ο Δεσπότης ο Αμβρόσιος, έτρωγε μαζί μας, μας μιλούσε, ήταν... σε καθήλωνε με την ομιλία του, μας άγγιζε πάρα πολύ, μπορώ να σου πω ότι ήταν πιο κοντά μας και πιο κοντά στα παιδιά από ό,τι η διευθύντρια. Τώρα ίσως και αυτή, για να επιβληθεί, να μπορεί να επιβληθεί σε τόσα παιδιά, τα οποία πολλές φορές... ίσως μερικές φορές να φτάσαν και τα 100, Κατερίνα, έτσι; Μπορεί να τα ξεπεράσαν κιόλας μερικές φορές. Και η όταν σου είπα προηγουμένως ότι κάναμε επέκταση στο κτίριο, εκεί φιλοξενήθηκαν κάποτε και 20 αγόρια μαζί με μας. Δηλαδή ήμασταν εμείς τα 100-120 τα κορίτσια και 20 αγόρια από την άλλη πλευρά, από την άλλη πτέρυγα.

Κ.Μ.:

Θυμάστε πότε περίπου;

Ε.Μ.:

Όχι, παιδί μου, ήτανε στα χρόνια που ήμουν, αλλά δεν θυμάμαι ποια χρονολογία. Τέλος πάντων, και ερχόταν ο Δεσπότης, όπως σου είπα, μας μιλούσε, μας νουθετούσε, τραγουδούσαμε, χαιρότανε, καθόταν μαζί μας. Τον περιμέναμε, ήταν η χαρά μας δηλαδή. Α, και την Κυριακή πάντα είχαμε κρέας, το κοτόπουλο, ξέρω 'γω, που το περιμέναμε, εγώ που μου αρέσει και πολύ. Και όλο καθόμουνα κοντά στη θεία σου, γιατί η θεία σου έτρωγε το στήθος και εγώ το μπούτι, για να αλλάξουμε. Λοιπόν και μας έφερναν και μία πάστα, τη «Χιονάτη» από τον Σαμαρά, η οποία ήταν η επιβράβευση της εβδομάδας, την Κυριακή. Και δεν θα ξεχάσω μία φορά που έβγαλα πάρα πολύ καλούς βαθμούς στον έλεγχο, ο μπαμπάς μου κέρασε μία Κυριακή τις πάστες σε όλο το Οικοτροφείο. Και θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά αυτή τη μέρα που πήρε τα γλυκά και κέρασε όλο το Οικοτροφείο, γιατί είχα κάνει, είχα πάρει έλεγχο και είχε πολύ καλούς βαθμούς. Μου έρχονται στο μυαλό τώρα αυτά, έτσι; Τι άλλο να πούμε, Κατερίνα;

Κ.Μ.:

Η σχέση με τους γονείς πώς ήτανε όσο βρισκόσασταν μέσα στο Οικοτροφείο;

Ε.Μ.:

Η σχέση με τους γονείς καλές, εμένα ο μπαμπάς μου κατέβαινε σχεδόν κάθε μέρα Ελευθερούπολη, ε ξέρεις τώρα, κατέβαινα από το σχολείο ή έβγαινα από το Οικοτροφείο, μου λέγαν: «Είδαμε τον μπαμπά σου, είδαμε τον μπαμπά σου», έτρεχα εγώ, πού να τον βρω λίγο, να μου δώσει κάνα χαρτζιλίκι, να τον δω, να χαρώ, να κάνω. Αλλά τη μαμά μου την έβλεπα όταν ερχόμασταν Σαββατοκύριακα, όταν ερχόμασταν στο χωριό, που και αυτά δεν ήταν πάντα σίγουρα, γιατί αν ήσουν τιμωρία από κάτι, κείνο το Σαββατοκύριακο δεν έφευγες. Μία από τις τιμωρίες ήταν να μην πας και το Σαββατοκύριακο στο χωριό σου. Άριστες, δεν μπορώ να πω, δεν είχα κανένα πρόβλημα με τους γονείς, μια χαρά.

Κ.Μ.:

Θέλω να πω, βρισκόσασταν.

Ε.Μ.:

Ναι, με τη μαμά μου βρισκόμασταν... Δεν ερχόμασταν Σαββατοκύριακα, όταν είχε καμιά εκδήλωση σχολική και τέτοια ή όταν ήμασταν τιμωρία. Αλλά τον πατέρα μου τον έβλεπα κάθε μέρα σχεδόν κάθε μέρα κατέβαινε Ελευθερούπολη, τον έβλεπα.

Κ.Μ.:

Τώρα που αναφέρατε την τιμωρία, ποιες άλλες τιμωρίες υπήρχαν;

Ε.Μ.:

Αυτές, αυτές. Δεν υπήρχανε τιμωρίες, τιμωρίες έτσι που να πεις ήταν σκληρές τιμωρίες, όχι. Ας πούμε, δεν έβρισκε το θάλαμο καθαρό μία μέρα, μας έλεγε ότι θα κάνουμε τις σκάλες, θα καθαρίσουμε τις σκάλες. Αυτό που σου είπα με το χωριό, ότι δεν μας άφηνε να πάμε στο χωριό το Σαββατοκύριακο. Κάθε απόγευμα –ξέχασα να σου πω– κάθε απόγευμα μισή ώρα με μία ώρα είχαμε διάλειμμα μες στο Οικοτροφείο, σε εκείνο το μεγάλο το προαύλιο. Λοιπόν ήταν και η καλύτερή μας ώρα, γιατί καθόμασταν όλες γύρω γύρω στο κάγκελο και απέξω ήταν τα φλερτάκια. Αλλά μόλις έπαιρνε είδηση η παπαδιά αυτό, μας μάζευε μέσα. Μπορούσες να φας και αυτή την τιμωρία, το απόγευμα, ας πούμε, εσύ να μη βγεις έξω. Αλλά ήτανε πολύ ωραία και, ξέρεις, καθόμασταν γύρω γύρω εκεί έξω, δεν μας άφηνε στο κάγκελο, φώναζε να 'ρθούμε πιο μέσα αλλά εμείς, ξέρεις, ξεφεύγαμε, και απέξω τώρα οι συμμαθητές μας, κάτι... κάποιες που είχαν σχέση, ξέρω εγώ, γιατί ήμασταν και μεγάλα παιδιά. Μόλις θα αντιλαμβανόταν κάτι τέτοιο, μας μάζευε μέσα και τελείωνε το διάλειμμα.

Κ.Μ.:

Θα θέλετε να μου πείτε ποιες χρονιές ήσασταν μέσα στο Οικοτροφείο;

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ήμουνα είπαμε από το ‘67 μέχρι το ’72, 6 χρόνια. Εκεί πήγα γυμνάσιο, από πρώτη γυμνασίου μέχρι την τρίτη λυκείου. Έχω τις καλύτερες αναμνήσεις, έχω κάνει διαχρονικές φίλες, οι οποίες είναι μέχρι και σήμερα και τα αισθήματα είναι ίδια. Μετά από 40 χρόνια, με όποια συναντηθούμε είναι αμοιβαία τα αισθήματα, η χαρά και η συγκίνηση και οι αναμνήσεις είναι ατελείωτες. Νομίζω ότι το οικοτροφείο καθόρισε τη ζωή μου, έτσι. Όπως σου είπα και προηγουμένως, θεωρώ ότι αυτό που έχω στη ζωή μου, να κάνω εύκολα φίλους, να εμπιστεύομαι εύκολα ανθρώπους, να αγαπάω εύκολα τους φίλους μου και τους ανθρώπους που είναι δίπλα μου νομίζω το κληρονόμησα από τη ζωή μου στο Οικοτροφείο. Βέβαια, σου είπα ότι διαπιστώνω και κάτι που δεν θα ‘θελα να το έχω και το προσπαθώ να το αποβάλω είναι ότι θέλω λίγο την αποκλειστικότητα στη φιλία. Αυτό θεωρώ ότι είναι από κει, γιατί δενόμασταν πάρα πολύ σαν φίλες και όταν [00:20:00]διαπιστώναμε ότι έστω η κολλητή μου, να το πω τώρα, ξέφευγε λίγο και πήγαινε και λίγο παραπάνω ή με αγνοούσε λίγο σε ορισμένα θέματα, δεν με υπολόγιζε, μας κόστιζε. Κλαίγαμε, κλαίγαμε, όχι μας κόστιζε, κλαίγαμε. Και θεωρώ ότι από εκεί έμεινε αυτό. Βέβαια προσπαθώ να το διορθώσω και όσο περνάν τα χρόνια το διορθώνω ευτυχώς. Εντάξει δεν είναι και τόσο πολύ, αλλά νομίζω ότι μου μείνε έτσι μία σταγονίτσα από αυτό το συναίσθημα.

Κ.Μ.:

Πώς ήταν η καθημερινότητα με τα κορίτσια; Δηλαδή μικρές συνήθειες που είχατε, αγαπημένες συνήθειες μέσα στη μέρα;

Ε.Μ.:

Ναι, κοιτούσαμε οπωσδήποτε, Κατερίνα, να είμαστε εκτός αναγνωστηρίου να πούμε τα μυστικά μας, να πούμε τα καλαμπούρια μας. Η καλύτερή μας ήταν στον θάλαμο μέχρι να κοιμηθούμε. Βέβαια, είχαμε την παπαδιά που βροντούσε τις πόρτες: «Ησυχία, ησυχία, ησυχία». Εμείς περιμέναμε να αποσυρθεί στο δωμάτιο, στο διαμέρισμά της, και γελούσαμε και καλαμπούρια και ιστορίες από τα χωριά μας. Εγώ ήμουνα και λίγο έτσι περιγραφική και τέτοια και είχα και πολλά περιστατικά από το χωριό εδώ, τους έλεγα, γέλια, πράγματα. Ήμασταν πολύ δεμένες, ειδικά στον θάλαμο. Στον θάλαμο ήμασταν 10 άτομα, ας πούμε, 12 πολλές φορές, γιατί ήταν διπλά τα κρεβάτια, ήμασταν πάνω-κάτω. Κάναμε πολλές πλάκες μεταξύ μας, πολλά αστεία έτσι. Νομίζω ότι ήταν ζεστές οι σχέσεις μας, πολύ ζεστές πολύ κοντινές. Ειδικά όταν ήμασταν πιο μικρά, είχαμε τις υπεύθυνες και αυτές μας βάζαν σε ένα πρόγραμμα, ξέρω 'γώ, προσπαθούσαν να συντονιστούν με την παπαδιά, όσο μπορούσαν. Αλλά μετά που μεγαλώσαμε γίναμε εμείς υπεύθυνες στα παιδιά και ήμασταν πιο, ξέρω 'γω, πιο άνετες μετά και δεν ήμασταν και τόσο αυστηρές με τα μικρότερα τα παιδιά από ό,τι θυμάμαι. Τι άλλο, ξέρω 'γω; Να, αυτά.

Κ.Μ.:

Ο θάλαμος που μένατε μέσα πώς ήταν; Υπήρχε χώρος για τον καθένα προσωπικός;

Ε.Μ.:

Οι θάλαμοι ήταν μεγάλοι, είχανε δύο σειρές δεξιά και αριστερά διπλά κρεβάτια, πολλές φορές... τα τελευταία χρόνια που γίναμε πολλά παιδιά. Στις αρχές που πήγα ήταν μονά τα κρεβάτια και ήμασταν γύρω στα 10 με 12 άτομα σε κάθε θάλαμο, ωραία; Τα πρώτα χρόνια είχανε μονά κρεβάτια πέρα πέρα δεξιά κι αριστερά και ενδιάμεσα σε κάθε κρεβάτι ένα άσπρο κομοδίνο μεταλλικό, το οποίο είχε από κάτω, ήταν όλο μεταλλικό, πάνω ήτανε φορμάικα και το κάτω ήταν ένα ντουλαπάκι που άνοιγε και είχαμε τα προσωπικά μας αντικείμενα, και στο συρτάρι εννοείται. Αυτό το κομοδίνο άνηκε στην καθεμιά μας και σου λέω ήταν έτσι. Μετά που αυξήθηκαν τα παιδιά, δεν θυμάμαι όμως ποιες χρονολογίες, τα κρεβάτια γίνανε διπλά και είχαμε πάλι το κομοδίνο ενδιάμεσα. Και στη μέση είχε έναν διάδρομο γύρω στο 1-1,5 μέτρο να σου πω, ίσως και 2... όχι, 1-1,5 μέτρο, που πηγαίναμε στα κρεβάτια μας. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε στους θαλάμους, τίποτα, αυτό.

Κ.Μ.:

Υπήρχε κάποια στολή που φορούσατε, κάτι;

Ε.Μ.:

Όχι, μόνο τα πρώτα χρόνια φορούσαμε τη μαθητική ποδιά. Εγώ πρόλαβα και τη μαθητική ποδιά στο σχολείο, η οποία αυτή ποδιά, ξέρεις, πρέπει να ήταν για τα παιδιά του οικοτροφείου κάτω από το γόνατο και οι περισσότερες φορούσαν ζώνη και, όταν βγαίναμε έξω από το οικοτροφείο, τραβούσανε την ποδιά πάνω, κάνανε… Εγώ δεν τολμούσα, γιατί όπως σου είπα κυκλοφορούσε ο πατέρας μου, κυκλοφορούσαν πολλοί γνωστοί και ήμουνα και η παπαδοκόρη, που έπρεπε να μη δίνω δικαιώματα. Αλλά πάρα πολλά κορίτσια την τραβούσαν έτσι πάνω τη ποδιά από τη ζώνη και μόλις φτάναμε, βγάζαμε τη ζώνη και την κατεβάζαμε τη ποδιά στο κανονικό μήκος.

Κ.Μ.:

Υπήρχε κάποιος άλλος περιορισμός στην εμφάνιση πέρα από το μήκος της φούστας;

Ε.Μ.:

Εννοείται, εντάξει, δεν πρέπει να μας άφηνε να ντυθούμε έτσι με σορτς και τέτοια, όχι. Παντελόνια απαγορευότανε, παντελόνι δεν φορούσαμε. Και εννοείται και από πάνω, νομίζω, συντηρητικά. Και από τις φωτογραφίες που βλέπω δηλαδή ήμασταν όλες συντηρητικά ντυμένες.

Κ.Μ.:

Θα ήθελα να ρωτήσω ποιες υποχρεώσεις είχατε μέσα στο οικοτροφείο. Δηλαδή από καθαριότητα... τι προσφέρατε εσείς;

Ε.Μ.:

Να είναι βασικά ο θάλαμος καθαρός, τον οποίο καθαρίζαμε με υπηρεσίες. Βγάζαμε υπηρεσία, δηλαδή σήμερα ήμουν εγώ η υπεύθυνη για τον θάλαμο, τα κρεβάτια η κάθε μία υπεύθυνη να είναι τσιτωμένα, καθαρά και λοιπά. Σεντόνια μας άλλαζαν αυτοί, έτσι; Δεν είχαμε εμείς προσωπικά είδη τέτοια, σεντόνια και πετσέτες. Όποια ήθελε είχε βέβαια, αλλά μας έδιναν από κει. Στις σκάλες που σου είπα ότι είχαμε πάλι υπηρεσία, σήμερα ήταν ο τάδε θάλαμος για τις σκάλες και τους κοινόχρηστους χώρους, αλλά είχαμε και καθαρίστρια που τα καθάριζε, έτσι; Τις περισσότερες φορές τις σκάλες και τους κοινόχρηστους χώρους τους καθαρίζαμε εμείς όταν ήμασταν τιμωρημένες. Τα μπάνια επίσης, θα καθαρίζαμε κατά θαλάμους εμείς, αυτά. Στα μαγειρεία υπήρχε προσωπικό, υπήρχαν μαγείρισσες και καθαρίστριες που μας στρώνανε το τραπέζι, τα σηκώνανε. Στα εστιατόρια δεν είχαμε καμία δουλειά εμείς, τίποτα, απλά μπαίναμε, τρώγαμε και φεύγαμε.

Κ.Μ.:

Οι σχέσεις σας με το προσωπικό το υπόλοιπο πώς ήταν;

Ε.Μ.:

Με τις μαγείρισσες; Πάρα πολύ καλά, μας αγαπούσαν πολύ και ήταν κυρίες από την Ελευθερούπολη, γνωστές. Και κάτι που πρέπει να σου πω. Υπήρχανε δυο τρεις άνθρωποι, μεμονωμένα άτομα ή οικογένειες, μεμονωμένα μάλλον, στα οποία μετά το φαγητό πηγαίναμε εμείς φαγητό. Είχαμε δηλαδή, θυμάμαι, μία κυρία η οποία έμενε μόνη της, ένας άλλος κύριος ο οποίος είχε... ήτανε τέλος πάντων βουβός και δεν θυμάμαι τι άλλο. Και μετά το φαγητό μαλώναμε τώρα ποια θα πάει το φαγητό στην κυρία τάδε και ποια θα πάει στην κυρία τάδε. Μας έβαζαν σε τάπερ φαγητό και το πηγαίναμε και το δίναμε δηλαδή. Πέραν τούτου όμως ερχόταν και άτομα στο οικοτροφείο, που έπαιρναν φαγητό. Έξω στην κουζίνα, δηλαδή περίμεναν με τα δοχεία και τους έδιναν και φαγητό. Αλλά δύο ή τρία... τρία άτομα τα οποία δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και δεν είχαν άλλον άνθρωπο, τα πηγαίναμε εμείς. Και ποια θα πάει, χαιρόμασταν γιατί ήταν μία ώρα έτσι να βγεις, να το δώσεις και να κάνεις και τη βόλτα σου.

Κ.Μ.:

Τώρα που το αναφέρατε αυτό, βόλτες έξω από το οικοτροφείο, εκδρομές γινόταν;

Ε.Μ.:

Με το Οικοτροφείο; Όχι, τίποτα όχι, μόνο με το σχολείο εκδρομές, δεν θυμάμαι καμιά εξόρμηση έτσι με το Οικοτροφείο όχι ποτέ.

Κ.Μ.:

Μόνοι σας να βγείτε κάποια ώρα της ημέρας;

Ε.Μ.:

Όχι. Να πω, ας πούμε, θα βγω να κάνω βόλτα; Όχι, δεν υπήρχε αυτό. Θα βγω να πάρω κάτι, ξέρω 'γω, και αυτό, δεν μπορούσα να πω ότι θα βγω να πάρω κάτι, να το έπαιρνες όταν ερχόσουν από το σχολείο. Δεν υπήρχε αυτό με τις βόλτες.

Κ.Μ.:

Άρα λοιπόν το πότε άνοιγε και πότε έκλεινε η πόρτα του οικοτροφείου ήτανε δεδομένο.

Ε.Μ.:

Ναι. Και κάποιο άτομο που είχε τους λόγους του να αργήσει, εντάξει, έμπαινε, δεν υπήρχε πρόβλημα, αλλά έπρεπε... Δεν νομίζω εγώ ποτέ να είπα, ας πούμε, ότι, ξέρεις, θα βγω να πάρω αυτό. Το παίρναμε πηγαίνοντας ή έρχοντας από το σχολείο.

Κ.Μ.:

Είχατε κάποιο χόμπι; Κάτι που κάνατε με τα κορίτσια και σας άρεσε πολύ; Κάποιο παιχνίδι, τραγούδια;

Ε.Μ.:

Τραγούδια, ανήκαμε σε μία χορωδία. Είχαμε κάνει μία χορωδία, στην οποία εγώ και μετά από το σχολείο... ο Ρέμος ο δάσκαλος, αν θυμάσαι τον Χρήστο τον Ρέμο, αυτός ερχότανε στο Οικοτροφείο. Είχαμε κάνει μία χορωδία, η οποία όμως πιο πολύ έψαλλε τα Εγκώμια, ήταν του Πάσχα χορωδία δηλαδή. Ψάλλαμε τη Μεγάλη Εβδομάδα και τα Εγκώμια στον Άγιο Νικόλαο. Σε αυτή τη χορωδία συμμετείχα και αργότερα εγώ, σχεδόν κάνα δυο φορές και παντρεμένη πήγα. Και βγάζαμε και λειτουργία. Και τη λειτουργία δηλαδή, πολλές φορές ψάλλαμε εθνικές γιορτές και τέτοια και τη λειτουργία. Σε αυτή τη χορωδία ήμουνα. Χόμπι μεταξύ μας με τα παιδιά όχι, ούτε ποδόσφαιρο, τέτοια αθλήματα εκεί στο προαύλιο, τίποτα. Καθόμασταν, συζητούσαμε, τώρα κάνα κυνηγητό και κάνα παιχνίδι έτσι, όχι όμως... Δεν είχε ούτε, ξέρω 'γω, ένα γήπεδο μπάσκετ να ασχοληθούμε όπως είναι, δεν υπήρχαν τέτοια. Τι άλλο θυμάμαι, τι κάναμε, είχαμε μακριά μαλλιά, Κατερίνα, και πηγαίναμε στο αναγνωστήριο και όπως ήταν στην τραπεζαρία και είχε, θυμάμαι, μόλις μπαίναμε αριστερά μία πρίζα και βάζαμε το σίδερο που σιδερώνει, και επειδή ήταν τότε μόδα τα ίσια τα μαλλιά, ξαπλώναμε έτσι, τα απλώναμε τα μαλλιά μας πάνω στο τραπέζι και μία τα σιδέρωνε. Ναι, αυτό το θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά. Εγώ το έχω κάνει πολλές φορές, δεν θυμάμαι όμως ποια μου τα σιδέρωνε, ίσως η θεία σου, δεν ξέρω, επειδή ήμασταν κολλητές. Ναι, με το σίδερο που σιδερώνουμε τα ρούχα σιδερώναμε τα μαλλιά μας, αυτό το κάναμε πάρα πολλές, όσες είχαμε μακριά μαλλιά, για να είναι ίσια.

Κ.Μ.:

Σας ενδιέφερε έτσι η εμφάνιση;

Ε.Μ.:

Εννοείται, εννοείται, ναι. Εγώ βέβαια –δεν ξέρω αν το πρέπει να [00:30:00]το πούμε αυτό, θα σ' το πω όμως– είχα απέναντι από το Οικοτροφείο ακριβώς, υπήρχε ένας συμμαθητής, ο οποίος με φλέρταρε. Η παπαδιά το ήξερε αυτό, το ήξεραν όλοι και εγώ δεν είχα ποτέ την τύχη να είμαι στους μπροστινούς θαλάμους, ήμουνα πάντα στους πίσω, γιατί ήταν το σπίτι του απέναντι και έβλεπε το σπίτι του και εγώ έπρεπε να πηγαίνω πάντα στους πίσω θαλάμους, για να μη βλέπω προς τα εκεί. Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψεις αυτό. Ναι, έπαιζε ρόλο μεγάλο αυτό, σε ποιο θάλαμο θα είμαστε, ας πούμε. Εγώ ήμουν πάντα η καταδικασμένη στους πίσω θαλάμους, όχι σε αυτούς τους μπροστά, που έβλεπαν το δρόμο.

Κ.Μ.:

Ήθελα να ρωτήσω κι αυτό, το φλερτ πώς γινόταν, αν γινόταν γύρω από το Οικοτροφείο, ας πούμε.

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ναι. Υπήρχαν, αφού ήμασταν, βρε Κατερίνα, πρώτη, δευτέρα, τρίτη λυκείου, μεγάλα παιδιά, ναι, υπήρχαν πολλά. Και πολλά κοριτσάκια και πολλές κοπέλες και γάμους κάνανε με τα τότε τα φλερτ και προχώρησαν, ξέρω πολλά, ας πούμε, περιστατικά. Αλλά απαγορευόταν, εννοείται ότι απαγορευόταν, δεν έπρεπε να το μάθει η παπαδιά, φυλαγόμασταν, δεν έπρεπε να το μάθει η διευθύντρια. Ήταν κάτι από τα απαγορευμένα και αυτό, το αδικαιολόγητο, δεν υπήρχε κατανόηση σε αυτό.

Κ.Μ.:

Επειδή ήσασταν μία κοινότητα κοριτσιών εκεί, λέω αν βρίσκονταν γύρω τριγύρω άνθρωποι να ερχόταν να σας πλησιάσουν, να σας δώσουν κάποιο μήνυμα, κάτι…

Ε.Μ.:

Ερχόταν και στο σχολείο και στο σχολείο, βέβαια, κανονικά η ζωή μας σε αυτό το θέμα ήταν όπως όλων των παιδιών, γιατί υπήρχε το σχολείο, υπήρχε το σχολείο.

Κ.Μ.:

Λόγω του ότι ήταν υπό την αιγίδα της Μητρόπολης, από ό,τι καταλαβαίνω, το θρησκευτικό στοιχείο πόσο έντονο ήτανε μέσα στην καθημερινότητα;

Ε.Μ.:

Το θρησκευτικό στοιχείο ήταν... Κοίταξε, υποχρεωτικός εκκλησιασμός που ήταν και από το σχολείο, έτσι; Πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Δεν μας υποχρέωναν, ας πούμε, σε Εσπερινό παράδειγμα, να πάμε το Σάββατο απόγευμα, όχι, δεν πηγαίναμε. Πηγαίναμε στον εκκλησιασμό που ήταν υποχρεωτικός την Κυριακή Όχι σαν Οικοτροφείο όμως, σαν σχολείο τότε πηγαίναμε. Δεν πηγαίναμε σαν Οικοτροφείο. Είχαμε ένα κατηχητικό, ας πούμε, ερχότανε και μας κάνανε ένα κατηχητικό στο Οικοτροφείο κάπου κάπου, όχι κάθε εβδομάδα. Είχαμε τις ομιλίες από τον Δεσπότη και, όπως σου είπα, την παρουσία του και μας μιλούσε πάρα πολύ. Κατήχηση καθημερινή γινόταν από τη διευθύντρια, ας πούμε, «αυτό πρέπει, το άλλο πρέπει, το άλλο πρέπει», αυτό το πράγμα ήταν, «έτσι πρέπει να είστε, αλλιώς πρέπει να είστε», αυτό. Τίποτα άλλο όχι, δεν είχαμε ούτε θρησκευτικές εκδηλώσεις ούτε τίποτα.

Κ.Μ.:

Και το κατηχητικό τι περιλάμβανε, ομιλίες;

Ε.Μ.:

Ναι, ομιλίες για διάφορα θέματα, για διάφορα, σεβασμός στους γονείς, συμπεριφορά... όπως γίνονται τα κατηχητικά και σήμερα, διάφορα θέματα. Βέβαια τα τότε θέματα ήταν θέματα παιδιών. Σήμερα αν πας σε ένα κατηχητικό, ξέρω γω, μπορεί να σου μιλήσουν για τη μητέρα, για τον πατέρα, για την οικογένεια... Τότε αφορούσαν εμάς σαν παιδιά τα θέματα.

Κ.Μ.:

Και είχατε και υποχρεωτικές προσευχές όλοι μαζί.

Ε.Μ.:

Ήταν η πρωινή και η βραδινή προσευχή, ομαδική και υποχρεωτική.

Κ.Μ.:

Πώς ήταν το συναίσθημα να προσεύχεται ένα τόσο μεγάλο…

Ε.Μ.:

Ας πούμε ένα παιδί έλεγε αυτό το καθιερωμένο «Άγιος ο Θεός...» και το «Πάτερ Ημών» και μετά θυμάμαι ότι ψάλλαμε όλοι το βράδυ το «Φως Ιλαρόν», όλα μαζί τα παιδιά. Όμως ήτανε, Κατερίνα, τι να σου πω, ήταν πολύ συγκινητικό, ρε παιδί μου, αυτό το πράγμα, το κάναμε με την καρδιά μας τότε. Θυμάμαι, όπως σου είπα, μετά παντρεύτηκα και έμεινα σε αυτό το σπίτι. Κάποια στιγμή κανόνισα μία συνάντηση με τα κορίτσια του Οικοτροφείου στο σπίτι μου, σε αυτό το σπίτι που έμενα μες στο Οικοτροφείο. Και είχε πολύ μεγάλη συμμετοχή, είχαν έρθει καμιά 15-20 κορίτσια, όλες του Οικοτροφείου, οι περισσότερες συμμαθήτριές μας, και η θεία σου κι άλλα κορίτσια από τα γύρω χωριά και λοιπά. Και θυμάμαι τότε ο Κώστας μάς είχε κάνει μια έκπληξη. Υπήρχε ένας ραδιοφωνικός σταθμός στην Ελευθερούπολη και πήγε ο Κώστας και είπε εκεί στον ραδιοφωνικό σταθμό ότι είμαστε μαζεμένες όλες του Οικοτροφείου που αποφοιτήσαμε την τάδε χρόνια στο σπίτι και μας έκανε αυτός μία ραδιοφωνική αφιέρωση. Και αυτή τη μέρα δεν μπορώ να την ξεχάσω, δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε, έχω και φωτογραφίες από αυτή τη μέρα. Και μετά, αφού περιηγήθηκαν όλο το κτίριο τα κορίτσια και θυμήθηκαν «εδώ έφαγα τιμωρία», «εκεί μας έπιασε η παπαδιά», εκεί το ένα και το άλλο, μετά πήγαμε όλες μαζί μέσα στο αναγνωστήριο και ψάλαμε το «Φως Ιλαρόν». Σ' το λέω και συγκινούμαι, δηλαδή ήταν έτσι μία μέρα αξέχαστη και θέλω πολύ να την ξανακάνω αυτή τη μέρα, αλλά τότε ήταν γιατί έμενα και μέσα σε εκείνο τον χώρο. Άντε θα συγκινηθούμε κιόλας. Και πήγαμε μέσα στο αναγνωστήριο και ψάλαμε αυτό.

Κ.Μ.:

Φοβερό! Δείχνει οι σχέσεις πώς ήταν…

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ναι. Σου μιλάω, ήμασταν πλέον παντρεμένες με παιδιά, είχαμε κάνει οικογένειες... Και ήτανε μία πρωτοβουλία έτσι που δεν ξέρω την είχα πάρει και βγήκε σε πολύ... Και από τότε λέμε θα το ξανακάνουμε και δεν μπορέσαμε να το κάνουμε. Το έχω, μέσα στα σχέδιά μου είναι αυτό, να συναντηθούμε μία φορά όλες του Οικοτροφείου, ναι.

Κ.Μ.:

Θα ήθελα να μου πείτε τι είναι αυτό που σας άρεσε πάρα πολύ στο Οικοτροφείο και τι είναι αυτό που δεν σας άρεσε καθόλου.

Ε.Μ.:

Εμένα προσωπικά μου άρεσε η ομαδική ζωή και το... γενικά η ζωή στο Οικοτροφείο μου άρεσε, μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί εδώ στο χωριό που ζούσα, επειδή ήταν και λίγος ο πληθυσμός, δεν είχα, ήμουν η μοναδική που πήγαινα στο σχολείο, δεν είχα άλλες συμμαθήτριες, τίποτα από το σχολείο, οπότε δεν είχα και παρέες. Όλες μου οι παρέες και οι φίλες μου ήταν από το Οικοτροφείο, εδώ δεν είχα. Αυτή η ομαδικότητα και αυτή η φιλία που είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας ήταν κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ. Και αυτό που δεν μου άρεσε και που μου ’χει μείνει είναι αυτό που σου είπα προηγούμενα, ότι είχε την απαίτηση η διευθύντρια εγώ να είμαι υπόδειγμα, εγώ να μη δίνω δικαίωμα και μου 'λεγε κάθε μέρα: «Εσύ είσαι παπαδοκόρη και πρέπει να δίνεις το καλό παράδειγμα. Εσύ δεν πρέπει να το κάνεις αυτό πρώτη, εσύ…» Αυτό που με κυνηγούσε μια ζωή και που μου έμεινε και, όπως σου είπα, δεν θέλω να μου λένε «είσαι και παπαδοκόρη», αυτό δεν ήθελα να το ακούω ποτέ, αυτό δεν μου άρεσε. Γενικά η αυστηρότητα και όλα, την είχαμε συνηθίσει είχε μπει μες στη ζωή μας, ζούσαμε όλες με τον ίδιο τρόπο, δεν με ενοχλούσε. Με ενοχλούσε όσο θα με ενοχλούσε σαν παιδί, από κει και πέρα... Και όταν μου στερούσε, ας πούμε, να μην πάω στο χωριό, αυτό μου κόστιζε. Και αυτό που σου είπα προηγουμένως. Άλλο τίποτα έτσι άσχημο να θυμάμαι δεν έχω. Αυτά μου έχουν μείνει, ίσως να υπήρχαν κι άλλα που εμένα δεν με άγγιξαν, δεν ξέρω.

Κ.Μ.:

Θεωρείτε ότι περάσατε την εφηβεία πιο ομαλά μέσα σε έναν τέτοιο χώρο με άλλες φίλες στην ίδια ηλικία;

Ε.Μ.:

Σίγουρα, σίγουρα, Κατερίνα, σίγουρα, γιατί μέσα σε αυτή την ομαδικότητα υποχωρούσα, συμβιβαζόμουνα, συμπονούσα, χαιρόμουν με φίλους, με φίλες, στεναχωριόμουν με τα προβλήματά τους. Πώς να στο πω, πιστεύω ότι αυτή η κοινωνικότητα κάνει, αυτό το σύνολο κάνει πολύ καλό στη ζωή σου στην εποχή της εφηβείας. Γιατί μες στο σπίτι νομίζω ότι είσαι πιο... σκέφτεσαι πιο πολύ το άτομό σου, ενώ εκεί το ότι ζούσαμε όλες κάτω από τις ίδιες συνθήκες και είχαμε τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες ελευθερίες, αυτό ήταν σημαντικό για να περάσουμε την εφηβεία πιο ομαλά, πιστεύω.

Κ.Μ.:

Τότε συνέπεσαν τα χρόνια που βρισκόσασταν εσείς στο σχολείο και μέσα στο Οικοτροφείο να υπάρχει στην Ελλάδα πολιτικά η Χούντα. Αυτό το θυμάστε σαν εικόνα; Επηρέαζε κάπως την καθημερινότητά σας; Ήταν κάτι που σας απασχολούσε;

Ε.Μ.:

Λοιπόν, εγώ να σου πω την αλήθεια, δεν μας άγγιξε μέσα αυτό, σαν Χούντα. Σαν παιδιά δηλαδή δεν θυμάμαι κάτι να άλλαξε στη ζωή μας λόγω αυτού του καθεστώτος. Εκείνο όμως που θυμάμαι χαρακτηριστικά και νιώσαμε εμείς σαν παιδιά ότι κάτι συμβαίνει γύρω μας και υπάρχει Χούντα, ξέρω 'γω, ήτανε που έθεσαν υπό περιορισμό τον Δεσπότη τότε, τον Αμβρόσιο, στην Πέραμο. Τον έθεσαν υπό περιορισμό και έξω από το σπίτι του υπήρχε στρατός και τον είχανε δεν ξέρω για πόσες μέρες κρατούμενο και το είχαμε μάθει, ας πούμε, τότε και στεναχωρηθήκαμε και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε σαν παιδιά τι συμβαίνει. Και αφού τον έβγαλαν, ήρθε, όπως σου είπα, εκείνο το Σαββατοκύριακο και μας έβαλε και τραγουδήσαμε το τραγούδι «Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια», γιατί το τραγουδούσαν απέξω οι φαντάροι. Κι αυτός δεν ήξερε το τραγούδι, δεν ήξερε και τα λόγια του και ήθελε να τα ακούσει, να δει τι λόγια είχε αυτό και ήρθε και μας λέει: «Ξέρετε ένα τραγούδι που λέει "Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια"; Θέλω να μου το τραγουδήσετε». Αυτή μόνο την εικόνα έχω από τη Χούντα, τίποτα άλλο. Αυτό το θυμάμαι τόσο έντονα και γελούσε, εμείς το τραγουδούσαμε, που δεν το ξέρω και ακόμη καλά, δεν το θυμάμαι όλο, και αυτός γελούσε. Και μας [00:40:00]είπε ότι αυτό μου το τραγουδούσαν οι στρατιώτες έξω και εννοούσαν το σπίτι που έχει εκεί στην Πέραμο και «είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια», το 'λεγαν για αυτόν, ας πούμε. Και το θυμάμαι, θυμάμαι μόνο αυτή τη φάση σαν παιδιά, δεν θυμάμαι, γιατί τότε δεν ήτανε, ρε παιδιά, ούτε οι συνδικαλισμοί, ούτε κομματοποιημένα τα σχολεία και τα παιδιά, ούτε είχαμε οργανώσεις, ούτε τίποτα. Επομένως, και εγώ δεν άνηκα σε μία οικογένεια, ας πούμε, που ήταν της Αριστεράς, για να ταλαιπωρηθεί, να κάνει, δεν πήρα είδηση, δεν κατάλαβα. Το μόνο σου λέω που θυμάμαι είναι αυτό το περιστατικό. Και αναρωτιόμασταν γιατί, ξέρω 'γω, μας το έβαλε ο Δεσπότης, το ζήτησε. Και μετά μάθαμε –ξέραμε ότι τον είχανε κλείσει– και μετά μάθαμε ότι το τραγουδούσαν απέξω οι στρατιώτες και από περιέργεια να ακούσει τα λόγια μάς έβαλε και το τραγουδούσαμε, αυτό.

Κ.Μ.:

Δεν το ήξερα αυτό για τον Δεσπότη, δεν το είχα διαβάσει κάπου.

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ναι.

Κ.Μ.:

Πώς καθόρισαν αυτά τα χρόνια το μέλλον σας; Καθόρισαν τις επιλογές σας μετά στο τι κάνατε στη ζωή σας;

Ε.Μ.:

Θεωρώ ότι ίσως, αν ήμουν εκτός Οικοτροφείου, να μην τέλειωνα το σχολείο. Γιατί, όπως σου είπα προηγουμένως, ήτανε χρόνια φτωχά, οι εργατικές δουλειές δεν μας άφηναν να διαβάσουμε όσο έπρεπε. Εγώ είχα έναν μικρό αδελφό που έπρεπε να τον προσέχω, να τον μεγαλώνω όσο η μαμά μου έλειπε όλη τη μέρα στα χωράφια, αυτά όλα, δεν υπήρχε… Καταρχάς εγώ, όταν πρωτοπήγαινα στο σχολείο, δεν υπήρχε το ρεύμα, το ηλεκτρικό το ρεύμα, με μία γκαζολαμπα στη μία γωνιά εγώ διάβαζα, στην άλλη η μάνα μου παστάλιαζαν καπνά, έκαναν τις δουλειές, ο ένας τραβούσε τη λάμπα να διαβάσει, ο άλλος δεν του έφτανε το φως. Έζησα και αυτά τα χρόνια στα πρώτα μου χρόνια. Θεωρώ ότι οι συνθήκες του Οικοτροφείου ήταν οι καλύτερες για να μάθουμε γράμματα, να τελειώσουμε το σχολείο. Όπως σου είπα, με έκαναν πιο κοινωνική, με έκαναν πιο ανοιχτή στην κοινωνία, να αγαπάω τους ανθρώπους πιο πολύ, να υποχωρώ, να συμβιβάζομαι με κάποιες καταστάσεις, να συμμερίζομαι πιο εύκολα το πόνο και τη χαρά του άλλου, καθοριστικό ρόλο στον χαρακτήρα μου. Γιατί όλοι με χαρακτηρίζουν ότι εύκολα ανοίγομαι, δίνομαι, και θεωρώ όλα αυτά ότι τα πήρα από κει. Βέβαια και από το σπίτι μου, γιατί κάπως έτσι ήταν και ο πατέρας μου, με τον οποίο μοιάζω πάρα πολύ. Αλλά θεωρώ ότι... επειδή έχω και ένα άλλο παράδειγμα στη ζωή μου, ο γιος μου, ας πούμε, πήγε από πολύ μικρός στον παιδικό σταθμό και ο χαρακτήρας του είναι έτσι, υποχωρούσε στα μικρά, υπάκουε στα μεγάλα παιδιά, έπαιζε πιο εύκολα, δεν μάλωνε, δεν έκανε, και το απέδωσα και αυτό στο ότι έζησε πάρα πολλά χρόνια βρεφονηπιακό σταθμό, θεωρώ ότι και σε μένα έτσι, η κοινή ζωή του Οικοτροφείου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο χαρακτήρα μου μετά.

Κ.Μ.:

Μετά συνεχίσατε τις σπουδές σας;

Ε.Μ.:

Τις σπουδές μου δεν τις συνέχισα, γιατί εγώ ήμουν πολύ καλή μαθήτρια στα θετικά μαθήματα. Και τότε υπήρχε το Μικρό Πολυτεχνείο και η Βιομηχανική, αλλά ήμασταν τόσο ανημέρωτοι, τόσο ανημέρωτα τα παιδιά, τόσο σκοτεινά βαδίζαμε και δεν υπήρχε αυτή η ενημέρωση. Και ετοιμαζόμουν, Κατερίνα, έναν χρόνο, τρίτη λυκείου, διάβαζα και πήγαινα φροντιστήριο –φροντιστήριο μη φανταστείς, έτσι, ώρες λίγες– για να δώσω Μικρό Πολυτεχνείο. Και τότε ήταν το Μικρό Πολυτεχνείο και δίνουμε εξετάσεις, ας πούμε, Σεπτέμβριο και κατά τον Μάιο-Ιούνιο έρχεται ο μπαμπάς μου μια φορά και μου λέει: «Ξέρεις τι θα γίνεις από αυτή τη σχολή που θες να πας;». Εγώ τίποτα. «Γκαραζιέρισσα» μου λέει «Κάτω από τα αυτοκίνητα» λέει «θα μπαίνεις». Ποιος τον είπε τώρα δεν ξέρω και μου λέει: «Θα είσαι γκαραζιέρισσα, θα μπαίνεις κάτω από τα αυτοκίνητα και θα διορθώνεις αυτοκίνητα». Εγώ τρελάθηκα, σου λέω, ενημέρωση τίποτα. Και μου λέει ο μπαμπάς μου: «Άκου να δεις, αν θέλεις να γίνεις δασκάλα, θα δώσεις εξετάσεις. Αν όμως θέλεις αυτή τη σχολή, ξέχασέ το». Και από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο που δίναμε εξετάσεις, έπρεπε εγώ να διαβάσω ιστορία, αρχαία, να στραφώ 180°. Και δεν λέγαμε όχι, Κατερίνα, δεν αντιδρούσαμε, δεν λέγαμε όχι. Και τελικά στρώθηκα, βέβαια, να διαβάσω – να διαβάσω τι μέσα σε τρεις μήνες; Έδωσα εξετάσεις, δεν πέρασα. Και εκείνη τη χρονιά, μου έχει μείνει μεγάλο παράπονο, εκείνη τη χρονιά όχι μόνο πέρασε όλη η τάξη μου, γιατί είχαν ανοίξει πολλές σχολές στη Βιομηχανική και όσοι δεν πέρασαν Μικρό, Μεγάλο Πολυτεχνείο που είχαμε τότε, πέρασαν σε κλάδους της Βιομηχανικής. Μαθήτριες δηλαδή που στην τάξη μου δεν ήταν καλές πέρασαν όλες σε σχολές και εγώ έμεινα απέξω και ήταν ο καημός μου εκείνος. Και μετά, βέβαια δεν υπήρχε και το οικονομικό να σπουδάσω, πήγα σε μία σχολή λογιστών στην Καβάλα μονοετούς φοιτήσεως και είχε έρθει μία αντιπροσωπεία από το Υπουργείο Παιδείας, δώσαμε εξετάσεις πήρα το κρατικό πτυχίο, αναγνωρισμένο από το κράτος, λογιστού, με το οποίο μπορούσα να ανοίξω λογιστικό γραφείο και να εργαστώ. Αλλά έδωσα εξετάσεις στον στρατό, στον οποίο ζητούσαν τότε αυτό το συγκεκριμένο πτυχίο το κρατικό του λογιστού στο οικονομικό τμήμα και πέρασα, γιατί ζητούσαν 50 άτομα να προσλάβουν και παρουσιαστήκαμε με αυτό το πτυχίο 30 άτομα και εγώ είχα και βαθμό 18. Όπως καταλαβαίνεις, με πήραν από τις πρώτες. Και διορίστηκα στο πολιτικό προσωπικό του Στρατού, όπου και δούλεψα όλα μου τα χρόνια, 34 χρόνια. Με ένα διάλειμμα τεσσάρων χρόνων στην Πρεσβεία, όπως ξέρεις, στην Τουρκία, πήγα στην Άγκυρα και ήμουνα γραμματέας του Ακόλουθου Άμυνας, του Φράγκου συγκεκριμένα, του στρατηγού-αράχνη που ακούμε. Ήμουνα ιδιαιτέρα του, ήμουνα η γραμματέας του στην Άγκυρα, ήταν αυτός Ακόλουθος Άμυνας και εγώ ήμουνα η γραμματέας του. Και τέλειωσα με 34 χρόνια υπηρεσίας και έφυγα στη σύνταξη. Είμαι πολύ, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που βρέθηκα στον Στρατό, γιατί είχα μεγάλη εμπειρία και εκεί και έτσι είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη και από τον χώρο εργασίας.

Κ.Μ.:

Κι εκείνος άλλος ένας χώρος συλλογικός.

Ε.Μ.:

Ναι, βέβαια.

Κ.Μ.:

Όπου υπάρχει ιεραρχία, που ζείτε όλοι μαζί.

Ε.Μ.:

Βέβαια, ίσως και αυτό να διαμόρφωσε το χαρακτήρα μου, γιατί χωρίς να το ξέρω στρατιωτικοποιήθηκα και είμαι και πολύ... με χαρακτηρίζει έτσι η πειθαρχία και απαιτώ, χωρίς να το θέλω, και από τα παιδιά μου. Πολλές φορές προσπαθώ να μην είμαι έτσι τελειομανής. Θέλω και ο άλλος, ας πούμε, να τα αντιλαμβάνεται τα πράγματα έτσι, έτσι, έτσι. Ίσως αυτό να το πήρα και λίγο από τον στρατό, γιατί 34 χρόνια και εκεί. Γενικά, όλη η ζωή μου ήταν κάτω από πειθαρχία. Ευτυχώς δεν έχω απαιτητικό σύζυγο.

Κ.Μ.:

Μπορώ να σας κάνω λίγες ακόμα ερωτήσεις;

Ε.Μ.:

Βεβαίως, ό,τι θες, Κατερίνα.

Κ.Μ.:

Είπατε ότι τελειώσατε από το Οικοτροφείο και παντρευτήκατε αμέσως και ξαναμείνατε εκεί σε διαμέρισμα;

Ε.Μ.:

Όχι, από το Οικοτροφείο τελείωσα είπαμε το ’72, έτσι; Το ’72-‘73 πήγα σε αυτή τη σχολή λογιστών. Το ‘75 έδωσα εξετάσεις στον Στρατό και το ‘76 τον Απρίλιο διορίστηκα. Το ‘76 διορίστηκα, μετά από 4 χρόνια, ουσιαστικά μετά από δύο χρόνια, αν βάλεις και τη σχολή που πήγα. Και αρραβωνιάστηκα το ’77, παντρεύτηκα το ‘78 και πήγα στο Οικοτροφείο το ‘78 και έζησα 20 χρόνια εκεί. Από το ‘78 δηλαδή μέχρι το ’98, το ‘98-‘97 ήρθαμε εδώ στο σπίτι. 20 χρόνια έζησα στο Οικοτροφείο, συν τα έξι τα μαθητικά μου.

Κ.Μ.:

Και εκεί υπήρχαν και διαμερίσματα δηλαδή στον χώρο;

Ε.Μ.:

Αυτά τα... Μετά από μας, μετά που φύγαμε εμείς, όπως σου είπα, το ‘76, μετά το επεισόδιο το Κυπριακό, ήρθανε προσφυγόπουλα από την Κύπρο και τα πήραν στο Οικοτροφείο. Πάρα πολλά κορίτσια και αγόρια ήρθανε, από οικογένειες προσφυγικές ήρθαν εκεί και πολλά από αυτά τα παιδιά έχουν παντρευτεί μες στην Ελευθερούπολη, έχουν κάνει και οικογένειες, αν ξέρεις. Τέλος πάντων, μετά από κει όμως, επειδή αυτά τα παιδιά ήταν και πολύ απελευθερωμένα, διαφορετικά μεγαλωμένα από μας και οικονομικά καλύτερα, όλη αυτή την καταπίεση δεν την άντεξαν και το Οικοτροφείο σιγά σιγά έκλεισε. Όταν έκλεισε το Οικοτροφείο, αυτά όλα, οι θάλαμοι και τα σπίτια και οι χώροι διαμορφώθηκαν σε διαμερίσματα. Ο κάτω όροφος έγινε ο παιδικός σταθμός, που πηγαίνατε εσείς. Πήγες εσύ καθόλου, Κατερίνα;

Κ.Μ.:

Δεν πρέπει να πήγα.

Ε.Μ.:

Ο κάτω όροφος, τα μαγειρεία έγιναν παιδικός σταθμός, τα μαγειρεία του παιδικού και οι χώροι του παιδικού σταθμού, στεγαζόταν ο παιδικός σταθμός. Στον δεύτερο όροφο που ήταν οι θάλαμοι έγιναν όλα διαμερίσματα. Στον τρίτο όροφο υπήρχε το διαμέρισμα που σου είπα ότι έμενε ένας ιερέας, στο οποίο έμεινα εγώ 20 χρόνια, και από την άλλη πλευρά που έμενε η [00:50:00]παπαδιά, επίσης έμεναν οικογένειες, νοικιάστηκαν, δηλαδή όλο το Οικοτροφείο νοικιάστηκε σε οικογένειες και στον παιδικό σταθμό. Εγώ έτσι έζησα άλλα 20 χρόνια εκεί μέσα, σαν ένοικος στο Οικοτροφείο δηλαδή.

Κ.Μ.:

Και πάλι τα διαχειρίζονται τα κτίρια όλα αυτά η Μητρόπολη.

Ε.Μ.:

Η Μητρόπολη. Μέχρι τελευταία και τώρα ακόμη η Μητρόπολη. Τώρα υπάρχει αυτό, στεγάζεται τα... που κάνουν, που προσφέρουν φαγητό στις άπορες οικογένειες. Υπάρχει μία Αδελφότητα, έχει γίνει μία Αδελφότητα στην Ελευθερούπολη, που είναι γυναίκες, συμμετάσχουν πολλές γυναίκες, οι οποίες πηγαίνουν εθελοντικά και μαγειρεύουν κάθε μέρα και κατανέμεται φαγητό στις οικογένειες. Το ξέρεις αυτό; Δεν το ξέρετε αυτό;

Κ.Μ.:

Όχι.

Κ.Μ.:

Ναι, υπάρχει μία, πώς να το χαρακτηρίσω, Αδελφότητα, ξέρω 'γω, Αδελφότητα θα το πούμε, που έχει γυναίκες, πηγαίνουν εθελοντικά, σήμερα την Πέμπτη πάω εγώ, την Τετάρτη πας εσύ, μαγειρεύουν. Αν έχεις προσέξει στα market που έχει καλάθια, που είναι προσφορά για τις άπορες οικογένειες, στη λαϊκή που έχει ένα τμήμα «Όλοι μαζί μπορούμε», νομίζω κάπως έτσι το λένε, έχει ένα τμήμα κι εκεί που ρίχνουμε από τη λαϊκή, αυτά όλα πηγαίνουν εκεί. Πηγαίνουν γυναίκες που μαγειρεύουν, και πηγαίνουν οικογένειες, και ορισμένους τους πηγαίνουν στα σπίτια που δεν μπορούν να πάνε, και ορισμένοι πηγαίνουν και παίρνουν φαγητό από κει. Και νομίζω σιτίζονται γύρω στις 100 οικογένειες, ίσως και παραπάνω.

Κ.Μ.:

Και πέρα από αυτό έχει και τώρα διαμερίσματα; Δηλαδή ζει κόσμος;

Ε.Μ.:

Ναι, υπάρχουν, αλλά δεν ξέρω, επειδή έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, τα διαμερίσματα πλέον θέλουν συντήρηση, δεν μπορούν να τα συντηρήσουν, είναι άδεια, αλλά υπάρχουν και ενοικιαζόμενα. Ξέρω έναν, ας πούμε, από δω από το χωριό μου που δεν έχει οικογένεια, που μένει εκεί. Αργότερα εκεί έμειναν και τα πεθερικά μου, νοικιάσαμε και ένα διαμέρισμα για τα πεθερικά μου όταν μεγάλωσαν, για να τους έχουμε κοντά. Αυτοί μένανε στον δεύτερο όροφο και εμείς εκεί στο σπίτι.

Κ.Μ.:

Δηλαδή όλη σας η ζωή σχεδόν είναι άμεσα συνδεδεμένη με το κτίσμα αυτό.

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, τα περισσότερά μου χρόνια μέχρι τώρα είναι εκεί, στο Οικοτροφείο.

Κ.Μ.:

Έτσι, αν κλείσετε τα μάτια και ακούσετε τη λέξη «Οικοτροφείο», τι συναισθήματα σας γεννιούνται;

Ε.Μ.:

Αναμνήσεις καλές, μόνο καλές αναμνήσεις, χαρούμενες αναμνήσεις. Κοίταξε, Κατερίνα, όλη μας η ζωή και όλη, ας πούμε, όλα τα ευχάριστα, οι παρέες, οι φίλες επισκίαζαν αυτή την αυστηρότητα, η οποία όμως υπήρχε και στα σπίτια μας, μην ξεχνάς. Σήμερα ίσως να μην μπορούσαμε να ζήσουμε, τα παιδιά μας να μην μπορούσαν να ζήσουν. Αλλά εγώ προσωπικά, και εγώ και τα παιδιά της ηλικίας μου, αυτή την αυστηρότητα την είχαμε και στα σπίτια μας. Εκεί, ας πούμε, εγώ μπορώ να δικαιολογήσω και κάπως τη συμπεριφορά της διευθύντριας, γιατί δεν μπορείς να κρατήσεις τώρα και 100 παιδιά, αν δεν είσαι αυστηρή. Εδώ στο σπίτι ο άλλος γονιός έχει δύο παιδιά και δεν μπορεί να βάλει σε τάξη μια οικογένεια. Εκεί ήμασταν 100-120 παιδιά, σκέψου ο καθένας, ας πούμε, να είχε τη σημαία του. Έπρεπε να εφαρμοστεί και ένα πρόγραμμα, το οποίο για μας δεν ήταν και πολύ καταπιεστικό, γιατί δεν διέφερε και πολύ από την οικογένειά μας. Εγώ, ας πούμε, παντρεμένη φόρεσα παντελόνι, παντρεμένη, μέχρι τότε δεν είχα πάει στη θάλασσα, δεν με άφηνε ο πατέρας μου να πάω στη θάλασσα. Οπότε δεν ήταν αυτό για μένα κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι παράξενο, ήταν μια συνέχεια από το σπίτι μου. Οπότε δεν έχω να θυμηθώ άσχημα πράγματα. Γελάμε με αυτά τα... ας πούμε, τις τιμωρίες και τέτοια, γελάμε. Δεν συναντάω καμία «Θυμάσαι; Πω πω δεν θέλω να το θυμάμαι». Όχι, όχι, όλες έχουμε μόνο ευχάριστες αναμνήσεις, νομίζω, από το Οικοτροφείο.

Κ.Μ.:

Θα ήθελα να σας κάνω και μία τελευταία ερώτηση για τις σχέσεις με τα κορίτσια μετά το Οικοτροφείο.

Ε.Μ.:

Πάντα, δεν θυμάμαι καμία που να μη θέλω να τη δω, δεν θυμάμαι καμία που να λέω: «Αχ αυτή άσ' την, δεν τη θέλω να τη δω, γιατί έκανε εκείνο, έκανε το άλλο», παρότι, όσο ζούσαμε εκεί, υπήρχαν, ας πούμε, κορίτσια που μαθαίναμε ότι αυτή το είπε στην διευθύντρια ότι μιλούσα με ένα αγόρι, αυτή το είπε, ξέρω 'γω, στη διευθύντρια ότι σήκωσα τη φούστα... Και αυτά τα άτομα μετά που τα συνάντησα στη ζωή μου, μόνο αγάπη, μόνο καλές αναμνήσεις, μόνο γέλιο, μόνο διηγήσεις. Και σου έχω πει και έχω συναντήσει πρόσφατα, ας πούμε, δύο συγκάτοικες, να τις πω, γιατί δεν ήταν συμμαθήτριες από το Οικοτροφείο, που είχα να τις δω 40 χρόνια και παρ' όλα αυτά τις γνώρισα και αγκαλιές και φιλιά και μας άκουγε όλος ο κόσμος και οι αναμνήσεις μας και να διηγούμαστε «Θυμάσαι εκείνο, θυμάσαι το άλλο», μόνο ευχάριστα. Δεν έχω καμία από τόσα κορίτσια που πέρασαν που να πω ότι αυτή, ας πούμε, δεν θέλω να τη δω γιατί μου είχε κάνει εκείνο, όχι. Νομίζω ότι ό,τι και να έγινε μεταξύ μας, δεν υπήρχε, δεν έμεινε τίποτα κακό, δεν έμεινε, δεν θυμάμαι εγώ καμία που να λέω αυτή δεν θέλω να τη δω, γιατί μου 'κανε αυτό. Που πολλές φορές, ας πούμε, έτυχε να μάθει η διευθύντρια κάτι που έκανα και να ξέρω ποια της το είπε, αλλά δεν έμεινε σαν κακία αυτό.

Κ.Μ.:

Και κάνατε κολλητές φίλες για μια ζωή;

Ε.Μ.:

Βέβαια, βέβαια, που είναι συνέχεια της ζωής μου, νομίζω ότι... το άλλο μας μισό. Ήμασταν, ας πούμε, 4-5 που είμαστε… Θα σου πω κάτι συγκεκριμένο, μία από αυτές είχα να τη δω ίσως να την είδα κάνα δυο φορές μετά που τελειώσαμε, αλλά έτσι στον δρόμο. Τώρα τα τελευταία 10 χρόνια αγόρασε στην Πέραμο ένα εξοχικό, σου μιλάω ότι ζούμε 3-4 χρόνια τώρα σαν να είμαστε στο Οικοτροφείο. Ταιριάσαν και οι άντρες μας, είμαστε, κάθε μέρα πηγαίνουμε Πέραμο και κάνουμε μαζί μπάνιο όλο το καλοκαίρι και είναι σαν να μην πέρασε μία μέρα. Τόσο, δηλαδή τα αισθήματα είναι τόσο έντονα που επανέρχονται σε εκείνα τα χρόνια. Τώρα είναι 3 χρόνια που συναντηθήκαμε και πηγαίνουμε, μένει στην Ξάνθη, πηγαίνουμε Ξάνθη το χειμώνα, έρχονται εδώ, πηγαίνουμε εμείς, είναι σαν να σταμάτησε ο χρόνος εκείνη τη μέρα και συνεχίζει από κείνη τη μέρα η ζωή μας, έτσι. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Άλλωστε έχεις και παράδειγμα τη θεία σου, με την οποία νιώθω σαν να είναι το άλλο μου μισό.

Κ.Μ.:

Φανταστικό τι σχέσεις μπορούν να δημιουργηθούν κάτω από μια τέτοια συνθήκη, σχέση ζωής.

Ε.Μ.:

Θεωρώ ότι είναι η συνέχεια μιας μεγάλης οικογένειας, όλο αυτό είναι η συνέχεια μιας μεγάλης, τεράστιας οικογένειας. Εννοείται ότι και εκεί, ας πούμε, ίσως και το θρησκευτικό συναίσθημα να έγινε λίγο πιο ευαίσθητο σε όλες μας, γιατί βλέπω ότι όλες είμαστε έτσι πιο κοντά στην εκκλησία, πιο κοντά στην οικογένεια. Πήραμε αρχές, Κατερίνα, πήραμε αρχές, θεωρώ ότι πήραμε βασικές αρχές από το Οικοτροφείο για την οικογένεια, για τη θρησκεία αν θέλεις, τη συμπεριφορά μας έξω. Νομίζω είμαστε πιο ανεκτικές; Εγώ τουλάχιστον. Ανέχομαι εύκολα, συγχωρώ εύκολα, δεν κρατάω κακία, συμβιβάζομαι πιο πολύ με τους χαρακτήρες. Ας πούμε πολλές φορές θα μου πούνε φίλες, ξέρω 'γω: «Πώς ταιριάζεις, ρε παιδί μου, με εκείνη την κοπέλα ή με… Εγώ δεν μπορώ». Εγώ συμβιβάζομαι με όλους. Και με δύσκολους ανθρώπους, έχω και δύσκολους ανθρώπους στη ζωή μου, ας πούμε, που είναι συγγενείς, που πρέπει να ανεχθώ ορισμένα πράγματα και συμβιβάζομαι. Μου λένε: «Πώς αντέχεις εκείνο, πώς…». Εντάξει, το αντέχω, ίσως θεωρώ ότι εκεί είναι οι ρίζες. Το ότι ήμασταν τόσα άτομα, κάθε καρυδιάς καρύδι, από διαφορετικές οικογένειες, διαφορετικά θέλω, διαφορετικά πιστεύω κι όμως ζούσαμε όλες μαζί αρμονικά σαν μία οικογένεια. Και σήμερα όταν συναντιόμαστε θεωρούμε ότι είδαμε μία αδελφή, συναντήσαμε, έτσι νιώθω εγώ τουλάχιστον. Μια αδελφή από τη μεγάλη μας οικογένεια του Οικοτροφείου.

Κ.Μ.:

Πώς θα θέλατε να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη; Θέλετε να μοιραστείτε κάτι ακόμα; Κάποια δυνατή ανάμνηση; Κάποια εικόνα;

Ε.Μ.:

Θα ήθελα να είχα τη δυνατότητα να συναντήσω όλα αυτά τα κορίτσια που ζήσαμε μαζί στην πορεία της ζωής μου, έτσι.

Κ.Μ.:

Ήσασταν πάντα η ίδια ομάδα κοριτσιών που πηγαίνατε από τάξη σε τάξη;

Ε.Μ.:

Κοίταξε τώρα ήμασταν 4-5 άτομα που ήμασταν στην ίδια τάξη και αυτή η ομάδα κράτησε όλα τα χρόνια. Ήμασταν, ας πούμε... Γενικά ήμασταν με όλες ενωμένες, δεν ανεχόσουνα να πουν για το Οικοτροφείο, έλεγαν για το Οικοτροφείο, σε ενοχλούσε, έλεγαν για κάποια του Οικοτροφείου, σε ενοχλούσε, αλλά υπήρχαν και οι κλίκες, έτσι; Υπήρχαν και οι ομάδες που ήταν κολλητές. Αυτές, εμείς ξεκινήσαμε από την πρώτη, ας πούμε, 4-5 κορίτσια που ήμασταν όλα τα χρόνια στον ίδιο θάλαμο, όλα τα χρόνια στην ίδια τάξη, μαζί πηγαίναμε, μαζί ερχόμασταν. Υπήρχαν και αυτά, οι ομαδούλες, δεν μπορεί να μην υπάρχουν μέσα σε ένα σύνολο και αυτά.

Κ.Μ.:

Στο σχολείο σάς ξεχώριζαν ως παιδιά του Οικοτροφείου; Υπήρχε κάποιος διαχωρισμός;[01:00:00]

Ε.Μ.:

Ήμασταν τα παιδιά του Οικοτροφείου. «Αυτή είναι του Οικοτροφείου» ας πούμε «είναι του Οικοτροφείου», αλλά όχι με την κακή έννοια. Ίσως ήμασταν με την έννοια ότι «ω αυτές τώρα τι τραβάνε εκεί μέσα, καταπίεση και έτσι και τέτοια». Και πολλές φορές, όπως το παράδειγμα που σου είπα τώρα, επενέβαινε η διευθύντρια σε κάποια, όπως σου είπα προηγουμένως με εκείνη την επίδειξη, μπορεί να επενέβαινε και άλλη φορά σε άλλες εκδηλώσεις του σχολείου που θεωρούσε ότι ήτανε, ξέρω 'γω, για τον άλφα βήτα λόγο ότι ήταν τραβηγμένες. Ξέρω 'γω; Αυτό κάπως δημιουργούσε ένα, τι να σου πω τώρα, μία διαφορά, να μην το πω χάσμα, μία διαφορά σε μας και στα παιδιά, τα άλλα παιδιά του σχολείου. Ξέρω 'γω, οι ποδιές μας έπρεπε να είναι ως εκεί, να είμαστε έτσι, να είμαστε αλλιώς, αυτό όλο ήταν ένα... να πω, ένα κακό παράδειγμα για τους υπόλοιπους, πώς να σου το πω, ξέρω 'γω. Ήμασταν του Οικοτροφείου, πάντα ήμασταν τα παιδιά του Οικοτροφείου. Τώρα πώς μας έβλεπαν, αυτό μόνο αυτά μπορούν να το πουν.

Κ.Μ.:

Υπήρχε λογοκρισία ουσιαστικά από τη διευθύντριά σας στο σχολείο.

Ε.Μ.:

Στις πράξεις μας, βέβαια, ήθελε όλα να τα ξέρει ήθελε, ήθελε να μαθαίνει πώς συμπεριφερόμαστε. Στο θέμα που είπες με το φύλο, με τα φλερτ, όλα ήθελε να τα ξέρει, απαγορευόταν αυτό, μας έκανε παρατηρήσεις. Δεν ήμασταν ελεύθερα παιδιά να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Όχι, όχι, ήμασταν σε ένα πρόγραμμα αυτό το πρέπει, το καθωσπρέπει, τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε κατανόηση. Εγώ να σκεφτείς μία φορά –και μετά μου το έλεγε, γιατί είχα άριστες σχέσεις– μία φορά που φαίνεται με πίεσε πάρα πολύ έτσι με αυτό που σου είπα και της είπα: «Θεούλη μου, αν με αγαπάει ο Θεός, ας σου δώσει παιδιά». Και μετά μου το έλεγε αυτό πάντα, γιατί στα 40 της απέκτησε δύο παιδιά, το ένα πίσω από το άλλο, ενώ ήταν άτεκνη, την ευλόγησε ο Θεός τέλος πάντων και απέκτησε δύο παιδιά. Και μετά πέρασαν δύσκολη εφηβεία αυτά τα παιδιά από την καταπίεση ίσως, αυτά. Και επειδή είχαμε σχέσεις άριστες μεταξύ μας και την αγαπούσα και με αγαπούσε και στην κηδεία της πήγα και ήταν... τη σεβόμουν και την αγαπούσα, έχω καλές αναμνήσεις, κάνα δυο φορές μου το είπε: «Αχ» μου λέει «εσύ τότε που είπες, αχ να μου δώσει ο Θεός παιδιά. Φαίνεται ο Θεός σε άκουσε και μου ’δωσε και δύσκολα παιδιά». Ναι, βέβαια είναι εξαιρετικά τα παιδιά της, εξαιρετικά, τα αγαπάω πάρα πολύ και έχουμε και επαφές, αλλά εντάξει, σου λέω, εμένα με ενοχλούσε που έλεγε: «Είσαι και παπαδοκόρη, πρέπει να προσέχεις, να είσαι υπόδειγμα, εσύ να δίνεις το καλό παράδειγμα». Και αυτό έτσι με... πώς να σου πω, με γέμιζε ευθύνες σαν παιδί, με γέμιζε ευθύνες.

Κ.Μ.:

Ήταν ένα βάρος πάνω στη πλάτη σας.

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ναι. Το Οικοτροφείο ήταν υπό την αιγίδα της Μητρόπολης, ήταν δωρεά όμως, όπως και τα άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα, του ευεργέτη της Ελευθερούπολης, του Φρίξου Παπαχρηστίδη, ο οποίος συντηρούσε και οικονομικά το Οικοτροφείο και με υλικά αγαθά. Αυτά τα υλικά αγαθά ήταν τρόφιμα σε μορφή κονσέρβας, όπως βούτυρα, κασέρια, σαλάμια, τα οποία ερχόταν από την Αμερική, θυμάμαι, σε μεγάλες συσκευασίες, πεντάκιλες, τρίκιλες ίσως. Επίσης, ερχότανε και τα ρούχα, που λέγαμε της Ούνρας τότε, που μοιραζόταν σε φτωχές οικογένειες στο Παγγαίο, στην περιοχή της Μητροπόλεως, αλλά από κει, εάν θέλαμε, πηγαίναμε εμείς τα παιδιά που ερχόταν αυτά τα ρούχα στη Μητρόπολη σε παλέτες, άνοιγαν τις παλέτες και, αν θέλαμε, διαλέγαμε και παίρναμε ρούχα για να φορέσουμε, τα οποία ήταν σε καλή κατάσταση. Και τα υπόλοιπα μοιραζόταν στους ιερείς κάθε ενορίας και οι ιερείς τα μοίραζαν στις οικογένειες που θεωρούσαν ότι είχαν ανάγκη. Τα οποία αυτά ρούχα ήταν και σε καλή κατάσταση και καθαρά και πάρα πολύς κόσμος κάλυπτε τις ανάγκες του με αυτές τις προσφορές, οι οποίες ερχόταν από την Αμερική. Αυτά, Κατερίνα μου.

Κ.Μ.:

Εμένα με καλύψατε και θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ για αυτή τη συνέντευξη.

Ε.Μ.:

Κι εγώ να σε ευχαριστήσω, γιατί με γύρισες πολλά χρόνια πίσω, με συγκίνησες, ναι.