© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Πιστεύοντας στο όνειρο: Ένας από τους ανθρώπους πίσω από το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου
Κωδικός Ιστορίας
10133
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Εμμανουήλ Τσάκωνας (Ε.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/09/2021
Ερευνητής/τρια
Άννα Τζανιδάκη (Ά.Τ.)
[00:00:00]
Βρισκόμαστε στο Ρέθυμνο είναι Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου του 2021, είμαι η ερευνήτρια του Istorima Άννα Τζανιδάκη και μαζί μας είναι ο Μάνος Τσάκωνας. Γεια σας…
Γεια σας και ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.
Να πάρουμε την ιστορία από την αρχή, την ιστορία σας;
Ναι, γιατί όχι. Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στην Αθήνα σε μια πολύ όμορφη γειτονιά στα Εξάρχεια, στην οδό Τορσίτσα. Ήταν εκείνη την εποχή ένας δρόμος από τους λίγους στην Αθήνα με δεντροστοιχίες και τη βίωσα πραγματικά αυτή τη γειτονιά. Αναφέρομαι στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μιλάμε το 1966-67 είναι τα πρώτα μου χρόνια στο σχολείο. Εκεί πηγαίνω στο σχολείο στο Δημοτικό στην οδό Μεθώνης, αργότερα στο Γυμνάσιο κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, στο αρρένων. Εκεί ήτανε πολύ ωραίες γειτονιές… ο λόφος του Στρέφη… όμορφες παρέες ωραία παιδικά χρόνια. Τα καλοκαίρια μου ήτανε στο Ρέθυμνο. Ο πατέρας μου ήτανε από το Ρέθυμνο από μία πολύ γνωστή, μεγάλη Ρεθεμνιώτικη οικογένεια, μεγάλη και αριθμητικά, ήτανε 17 αδέρφια. 17 αδέρφια γιατί ο παππούς είχε παντρευτεί δύο φορές, είχε πεθάνει η πρώτη του γυναίκα. Ίσως ακούγονται λίγο παράξενα αυτά για κείνη την εποχή… για ποια εποχή: μιλάμε κοντά περίπου στο 1900, ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1910, ήτανε στα μικρά αδέρφια ας το πούμε έτσι. Από όλα αυτά τα 17 αδέρφια έχουν ζήσει - γιατί εκείνες τις εποχές πεθαίνανε και πολλά παιδιά τα πρώτα χρόνια από τις δυσκολίες που υπήρχανε - είχανε ζήσει από αυτά τα 17 αδέρφια τα 9. Ο πατέρας μου ήτανε το προτελευταίο από αυτά τα 9 παιδιά. Μεγάλωσε εδώ στο Ρέθυμνο με κηδεμόνες τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Ο μεγάλος του αδερφός, Μάνος Τσάκωνας - που έχω και το όνομά του - ήτανε γλωσσομαθής, έφτασε στρατιωτικός ακόλουθος του Ελευθερίου Βενιζέλου και προσωπικός του διερμηνέας στην συνθήκη των Σεβρών και στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι το 1919. Αυτή η οικογένεια ζούσε σε ένα πολύ γνωστό και στις μέρες μας αρχοντικό, το αρχοντικό του Αλή Βαφή ένα πολύ όμορφο κτίριο όπου εκεί φιλοξενούνταν τα χρόνια, τις μέρες που βρίσκονταν εδώ στο Ρέθυμνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, λόγω της σχέσης… της πολύ καλής σχέσης της οικογένειας με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι παρ’ ότι ο πατέρας μου έφυγε από το Ρέθυμνο σε ηλικία 30 χρόνων, τότε το 1940 με τον πόλεμο… ήτανε μια χρονολογία που γενικά όλη αυτή η οικογένεια που προανέφερα σκόρπισε, έφυγε από το Ρέθυμνο για διάφορους λόγους ο καθένας. Σίγουρα η μεγαλύτερη αιτία ήτανε ο πόλεμος. Ο πατέρας μου δεν ξαναγύρισε στο Ρέθυμνο λόγω της δουλειάς του, ήτανε διευθυντής στην Αγροτική Τράπεζα, συνέχισε σε άλλες πόλεις κι έτσι βρεθήκαμε και στην Αθήνα. Υπήρχε όμως μια μεγάλη αγάπη προς την Κρήτη, προς το Ρέθυμνο και έτσι κατεβαίναμε οικογενειακά κάθε καλοκαίρι εδώ στην πόλη. Από παιδί άρχισα να έχω φίλους στο Ρέθυμνο, να το αγαπάω, μπορώ να πω ότι τα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα ήτανε τόσες ωραίες οι αναμνήσεις του εκάστοτε καλοκαιριού στο Ρέθυμνο που το νοσταλγούσα, περίμενα πως και πως να έρθει το Καλοκαίρι να κατέβουμε στο Ρέθυμνο.
Έτσι ένα από τα Καλοκαίρια που βρέθηκα εδώ βρέθηκα σε ένα τραπέζι καλεσμένος. Ήταν ένα βράδυ καλοκαιριού 1971…1972 μάλλον 1972. Καλεσμένος οικογενειακώς στο σπίτι μιας πρώτης μου ξαδέρφης της Ποπούλας Τσάκωνα, καθηγήτριας, φιλολόγου, όπου ο σύζυγός της, ο Μανός Αστρινός ήτανε τότε διευθυντής στο Δήμο Ρεθύμνης και υπεύθυνος για τη φιλοξενία μιας μελετητικής ομάδας αρχιτεκτόνων που είχε έρθει εδώ στο Ρέθυμνο να καταγράψει τα μνημεία και γενικότερα την παλιά πόλη του Ρεθύμνου σε μια προσπάθεια πρώτα καταγραφής και μετά πρότασης ανάδειξής της και διατήρησής της ως ιστορικού μνημείου. Σε ‘κείνο το τραπέζι εκείνη τη βραδιά ήτανε παρόντες ο Νίκος Μουτσόπουλος, ένας καθηγητής αρχιτεκτονικής, μια επιβλητική φυσιογνωμία, μαζί με τους 3-4 σημαντικότερους βοηθούς του της έδρας μορφολογίας που διατηρούσε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στην Πολυτεχνική Σχολή. Ήτανε ο τότε δήμαρχος, ο Δημήτρης ο Αρχοντάκης, νεαρός κι αυτός τότε σε ηλικία. Εγώ ήμουνα παιδάκι, 12-13 χρονών, δεν μπορώ να πω ότι μετείχα στη συζήτηση, ήμουνα παρατηρητής. Άκουσα τόσα πολλά πράγματα εκείνο το βράδυ για τις ομορφιές του Ρεθύμνου και το τα όνειρα για να αναδειχτεί αυτή η πόλη, που με συνεπήραν. Μπορώ να πω ότι είναι μια βραδιά που σημάδεψε τη ζωή μου γιατί ήτανε η βραδιά που αποφάσισα ότι θα γίνω αρχιτέκτονας. Τόσο πολύ μου άρεσε η κουβέντα και το ότι τις επόμενες μέρες συναντούσα αυτούς τους ανθρώπους στα στενά της παλιάς πόλης με τα μολύβια τους και τους μαρκαδόρους τους να σκιτσάρουν τα μνημεία, να σκιτσάρουν το οτιδήποτε, να μετράνε να αποτυπώνουνε.
Kαι γνωρίζοντας λοιπόν αυτούς τους ανθρώπους. Θα επαναλάβω ότι ήμουνα 13 χρονών περίπου. Είπα: «Ναι αυτό είναι, το Ρέθυμνο, είναι όμορφο και η αρχιτεκτονική είναι μάλλον μια σχολή που μπορεί να παντρευτεί με αυτή την πόλη και που μπορεί κάποιος να την γνωρίσει περισσότερο μέσα από αυτές τις σπουδές». Ίσως να μην τα σκέφτηκα τόσο πολύ καλά παιδάκι, αλλά με το παιδικό μου μυαλό αυτά που έβλεπα με εντυπωσιάσανε. Δεν άλλαξα γνώμη από τότε και μάλλον πως τα κατάφερα να γίνει αυτό πραγματικότητα. Έτσι σπούδασα αρχιτεκτονική χάρις… ξεκίνησα τις σπουδές μου τέλος πάντων, χάρη σε εκείνη τη βραδιά του καλοκαιριού του ‘72 στο Ρέθυμνο. Θυμάμαι ακόμα και το γεύμα, ότι ήταν ψάρι μαγιονέζα. Τόσα πολλά πράγματα θυμάμαι από εκείνη τη βραδιά. Ξεκίνησα λοιπόν σπουδές στο Παρίσι, δεν πέτυχα εδώ στις εξετάσεις που είχα δώσει. Είχα πάει πάρα πολύ καλά στα σχέδια όμως, γιατί ήτανε κάτι που το ήθελα πολύ την αρχιτεκτονική κι ήμουνα άριστος τουλάχιστον στα σχέδια. Ξεκίνησα τις σπουδές μου στο Παρίσι στην «École Spéciale d’Architecture» και τελειώνοντας την πρώτη χρονιά στο Παρίσι πήρα μεταγραφή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Είχα και καθηγητή τον Μουτσόπουλο αργότερα στο τρίτο έτος που ήτανε μάθημα επιλογής, επέλεξα το μάθημά του και τον είχα, ήταν ένας από τους δασκάλους μου. Από τους βασικούς μου δασκάλους ήτανε και ο Δημήτρης Φατούρος. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα δίπλα του. Αλλά την αρχιτεκτονική την αγάπησα [00:10:00]όχι μόνο σαν, την αγάπησα σαν σχολή περισσότερο. Και σαν τέχνη αλλά και σαν σχολή. Και δεν θεωρώ ότι ήτανε δάσκαλοί μου μόνο οι τότε καθηγητές μου, ήτανε, η αρχιτεκτονική είναι μία σύνθετη περίπτωση που μαθαίνεις και από τους ίδιους τους συμφοιτητές σου. Που έχουνε κι αυτοί την αγάπη για την τέχνη και για τη σύνθεση και μέσα από τις κουβέντες μαθαίνεις. Προστίθενται πράγματα στη σκέψη σου και στις ανησυχίες σου. Έτσι τελειώνοντας την αρχιτεκτονική από τη Θεσσαλονίκη έμεινα και πάλι στην Αθήνα εκεί ήτανε το πατρικό μου σπίτι. Ερχόμουνα όμως, συνέχισα να κατεβαίνω όλα τα χρόνια στο Ρέθυμνο, μόνος μου πλέον, δεν υπήρχε λόγος να έρχομαι οικογενειακά. Άλλωστε είχα χάσει και τον πατέρα μου σε ηλικία 14 χρονών. Ήταν ένα γεγονός που σίγουρα σημάδεψε τη ζωή μου και μεταξύ άλλων τη σημάδεψε και με ευθύνες, έτσι αισθανόμουνα, ότι έχω περισσότερες ευθύνες απέναντι στην οικογένειά μου, μετά την απώλεια του πατέρα, και θα έλεγα ότι πάντα είχα στο βάθος του μυαλού μου την γενικότερη σχέση της οικογένειας με την πόλη, με το Ρέθυμνο...
Θα πάω πάλι λίγο πίσω θα αναφερθώ στην οικογένεια του πατέρα μου, στους θείους μου, όπου είχανε πραγματικά συμβάλλει πολύ στην πνευματική ανάπτυξη του Ρεθύμνου σε άλλες εποχές, δεκαετίας - μετά τον πόλεμο - της δεκαετίας του ‘50 του ‘60 αλλά και προπολεμικά. Ήτανε εκδότες δύο σημαντικών εφημερίδων: ο Μάνος Τσάκωνας της εφημερίδας «Ο Τύπος», ήταν η πρώτη καθημερινή εφημερίδα με μεγάλη χρονική διάρκεια για 9 συνεχόμενα χρόνια. Αναφέρομαι στο 1932 έως το 1940. Και ο επίσης αδερφός του πατέρα μου Πολύβιος Τσάκωνας, δικηγόρος, εξέδιδε την δεκαετία του ‘30 μια εβδομαδιαία εφημερίδα με έναν εξαιρετικό τίτλο «Εφημερίς των Συζητήσεων» όπου έγραφαν όλοι οι πνευματικοί της εποχής του Ρεθύμνου. Και στη συνέχεια ήτανε ιδρυτής του σημερινού Ωδείου και το σημαντικότερο από τα ιδρυτικά μέλη και πρώτος πρόεδρος της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Ρεθύμνου. Έτσι είχα όλες αυτές τις… τα οικογενειακά βιώματα τα οποία τα θεωρούσα και ευθύνες για μία συνέχεια. Μου άρεσε η σκέψη ότι θα μπορούσα να συνεχίσω έτσι αυτές τις προσπάθειες αυτής της οικογένειας προς το Ρέθυμνο. Και το ότι υπήρχε αυτό το κενό, είχε μεσολαβήσει αυτό το κενό πολλών χρόνων που δεν υπήρχε η οικογένεια Τσάκωνα στο Ρέθυμνο με έβαλε σε σκέψεις ότι εντάξει στην Αθήνα όλα καλά όμορφη πρωτεύουσα, τα έχεις όλα, αλλά στο Ρέθυμνο ίσως μπορείς να δημιουργήσεις, να προσφέρεις κάτι παραπάνω λόγω της κλίμακας της πόλης. Η Αθήνα μου έδειχνε δύσκολη. Έτσι παίρνω την απόφαση ότι θα έρθω στο Ρέθυμνο. Θα μετακομίσω. Θα μετοικήσω στο Ρέθυμνο. Χωρίς να έχω τίποτα, να ξεκινήσω εδώ από το μηδέν. Δεν υπήρχανε ούτε περιουσίες, ακίνητα τίποτα από το παρελθόν. Και το έκανα. Ήτανε 1987. Μάρτιος του ‘87, 17 Μαρτίου του ‘87 που έρχομαι στο Ρέθυμνο για να ανοίξω γραφείο - αυτές ήτανε οι σκέψεις μου - αρχιτεκτονικής και να κάνω κάτι εδώ για το Ρέθυμνο. Ήξερα λίγο κόσμο, μου άρεσε όμως το ότι είχα μια «Καλημέρα» καθημερινή. Ήτανε πολύ διαφορετικό αυτό το βίωμα από την Αθήνα. Και δεν ήτανε πολύ δύσκολο το να αποφασίσω ότι εδώ θα μείνω, θα συνεχίσω εδώ τη ζωή μου.
Βρίσκομαι λοιπόν στο Ρέθυμνο σε μια πόλη στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όπου αποφασίζω να γράφω τις απόψεις μου στον τοπικό τύπο και στην «Κρητική Επιθεώρηση» και στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα». Θέλω να είμαι ενεργός πολίτης. Δεν θέλω να είμαι ένας απλός παρατηρητής. Μέσα σ’ αυτές τις ανησυχίες βρίσκομαι ένα βράδυ στη Φορτέτζα όπου είχε μία θεατρική παράσταση. Δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι συννέβαινε γιατί πίστευα ότι ήτανε απλά μια θεατρική παράσταση που ενός θεάτρου που είχε έρθει στην πόλη. Δεν ήτανε όμως τόσο απλό. Είχε ξεκινήσει το 1987 στο Ρέθυμνο ένα φεστιβάλ Αναγεννησιακού Θεάτρου, έτσι είχε ονομαστεί και θα γινόντουσαν…θα περιελάμβανε 4 θεατρικές παραστάσεις. Δεν το είχα πάρει είδηση για να είμαι ειλικρινής, μόνο όταν θα παιζόταν η τελευταία παράσταση είδα ότι είχε θέατρο στη Φορτέτζα, ήτανε το «Κρίμα που είμαι πόρνη» του Τζον Φορντ. Η Φορτέτζα όμως ήτανε στολισμένη με κάποια πανιά, ζωγραφιές που θύμιζαν Commdeia Dell’ arte που θύμιζαν αναγέννηση. Αργότερα έμαθα ότι τα είχε κάνει αυτά ο ζωγράφος ο Φροίξος ο Θεοδοσάκης που ζούσε τότε εδώ στο Ρέθυμνο. Και στο «Κρίμα που είναι πόρνη» πρωταγωνίστρια ήτανε τότε η νεαρή Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και συμπρωταγωνιστής ο Μηνάς Χατζησάββας. Ήτανε και το σκηνογραφικό ντεμπούτο του Γιάννη του Μετζικώφ. Σκηνοθεσία Γιώργος Μιχαηλίδης. Μία καταπληκτική παράσταση με γεμάτο το θέατρο της Φορτέτζας. Όπου συνειδητοποιώ από την επόμενη μέρα, από εκείνο το βράδυ, από την επόμενη μέρα, ότι στο Ρέθυμνο γίνεται μία προσπάθεια γι’ αυτό το φεστιβάλ. Ήτανε τότε νομάρχης η Βάσω Μόσιαλου η οποία και ξεκίνησε με μία επιτροπή εδώ στο Ρέθυμνο αυτή την προσπάθεια. Υπήρχε φυσικά η στήριξη από το υπουργείο πολιτισμού που τότε υπουργός ήτανε η Μελίνα Μερκούρη. Πήγα και βρήκα τη Νομάρχη. Ζήτησα ραντεβού για να τη συναντήσω. Ο λόγος ήταν ότι μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το οποίο βίωσα εκείνο το βράδυ, το ότι στο Ρέθυμνο συνέβαινε κάτι διαφορετικό με τη στολισμένη Φορτέτζα με το μεγάλο αριθμό προσέλευσης ατόμων στο θέατρο στης Φορτέτζας, στο χώρο του θεάτρου όπως ήτανε τότε, μιλάμε…αναφέρομαι στον ίδιο χώρο που είναι σήμερα κα[00:20:00]ι το θέατρο «Ερωφίλη». Και ζήτησα αυτή τη συνάντηση. Μάλιστα θα πω… θα κάνω και μία παρένθεση εδώ να πω ότι ήμουνα πολύ τυχερός γιατί είχε η Νομάρχης τότε δεχότανε κάθε Πέμπτη, εγώ λοιπόν πήρα τηλέφωνο, ζήτησα ένα ραντεβού, μου είπαν από τη γραμματεία την τάδε ημερομηνία, τάδε Πέμπτη ότι θα πάω. Την Πέμπτη όμως του ραντεβού η Νομάρχης εκτάκτως θα έλειπε στην Αθήνα. Έστειλε την ειδοποίηση προς τον τοπικό τύπο η γραμματεία της Νομαρχίας ότι η κυρία νομάρχης θα απουσιάζει και δεν θα δεχτεί τα καθιερωμένα της ραντεβού δεν θα δεχτεί επισκέψεις. Εγώ νεαρός τότε, ξενύχτης, δεν είχα διαβάσει τον πρωινό τοπικό τύπο και δεν είδα τίποτα απ’ όλα αυτά. Και πήγα κανονικά στο ραντεβού μου. Ήμουνα ο μόνος γιατί απλά η Νομάρχης είχε πάει στο αεροδρόμιο των Χανίων, είχε κηρύξει απεργία η Ολυμπιακή Αεροπορία, δεν πέταξε κανένα αεροπλάνο, η Νομάρχης γύρισε στο γραφείο της κι εγώ ήμουνα ο μοναδικός επισκέπτης. Έτσι κουβεντιάσαμε με το παραπάνω, είχε το χρόνο. Και κουβεντιάσαμε με το παραπάνω. Αρχιτέκτονας και αυτή, σημαντικό φυσικά αυτό. Της μετέφερα όλες μου τις ανησυχίες, της μετέφερα ότι ήθελα να… τι είναι αυτό το πράγμα και πως θα συνεχιστεί και ότι ήθελα να μετέχω δεν γινότανε να μείνω εκτός, μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν ήτανε η μοναδική μας συνάντηση, συναντηθήκαμε αρκετές φορές από τότε. Την ίδια χρονιά προς το τέλος του 87 δηλαδή είχα αναλάβει το συντονισμό του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ… του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου πλέον, ήταν ο καινούριος του τίτλος, θα ήταν η δεύτερη χρονιά του σαν διοργάνωση και θα είχα την ευθύνη του. Στο θέατρο θα προσθέταμε και μουσικές εκδηλώσεις, εκθέσεις, ομιλίες, ότι ήτανε δυνατόν που να προβάλλουν τα χρόνια της άνθισης του Ρεθύμνου την εποχή της Αναγέννησης. Το Ρέθυμνο ήτανε και είναι μία πόλη που πραγματικά την εποχή των Ενετών γνώρισε πολλά… Μία πνευματική άνθιση. Έζησαν εδώ και ανέδειξε πολλούς λόγιους και καλλιτέχνες όπως ο Μάρκος Μουσούρος, ο Φραγκίσκος Μπαρότσι, Αντώνιος Πάντιμος, ο μεγάλος Γεώργιος Χορτάτζης, ο Τζανέ Μπουνιαλής και τόσοι άλλοι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία λοιπόν του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ. Εκεί όπως καταλαβαίνουμε η ευθύνη ήτανε μεγάλη, ξαφνικά να βρεθείς σε αυτή την νεαρή ηλικία 28… λίγο παραπάνω κοντά 30 χρονών, να έχεις την ευθύνη του μεγαλύτερου πολιτιστικού γεγονότος μιας πόλης. Από τα πρώτα πράγματα που πέρασαν απ’ το μυαλό μου και σ’ όλα αυτά που θα μεταφέρω παρακάτω βοηθούσε η αρχιτεκτονική, γι’ αυτό και έκανα τη μεγάλη εισαγωγή για την αρχιτεκτονική, ήτανε ότι έπρεπε να μάθω περισσότερα πράγματα απ’ πόσα μέχρι τότε γνώριζα για την Αναγέννηση, για την Κρητική Αναγέννηση. Εκεί διάβασα πολύ. Για την Ιστορία του Ρεθύμνου, για την εποχή της Ενετοκρατίας, έφτασα στο σημείο τα βράδια να ξενυχτάω με τις πένες μου για να μάθω αναγεννησιακή γραφή, αντιγράφοντας τον «Κρητικό Πόλεμο» από το βιβλίο του Μαρίνου Τζανέ Μπουνιαλή. Μια επανέκδοση που είχε γίνει από τον Ανδρέα τον Νενεδάκη, αν θυμάμαι καλά. Έμαθα λοιπόν Αναγεννησιακή γραφή, έγραφα χειρόγραφα με πένα, έμαθα πολύ καλά να γράφω. Όπως ήτανε τα γράμματα της Αναγέννησης. Γιατί μου άρεσε πάρα πολύ η σκέψη ότι τα προγράμματα και γενικά οτιδήποτε έντυπο υλικό, θα είχε σχέση με το φεστιβάλ, θα ήτανε ωραίο να ήτανε το δυνατόν πιο κοντά σ΄ εκείνη την εποχή. Έτσι λοιπόν έγιναν, φτάσαμε στο σημείο να γίνουνε χειρόγραφα τα εξώφυλλα τουλάχιστον των προγραμμάτων, χειρόγραφες οι προσκλήσεις όπου θα στέλναμε για το κάλεσμα στις εκδηλώσεις του φεστιβάλ. Το επόμενο, ένας επόμενος στόχος ήτανε, να… ότι κάνουμε να έχει δημοσιότητα. Έτσι υπήρξε μία πολύ στενή σχέση με τους δημοσιογράφους της Αθήνας, με σχεδόν όλες τις τότε εφημερίδες και η πρόσκλησή τους τα πρώτα χρόνια να έρχονται εδώ στο Ρέθυμνο, να τους φιλοξενούμε, σε όλα αυτά βοήθησε πάρα πολύ η οικογένεια Δασκαλαντωνάκη, με δωρεάν φιλοξενίες και έτσι αρχίζει σιγά σιγά η προσπάθεια να προβάλλεται και στον Αθηναϊκό τύπο. Γίνονται πολύ σημαντικές θεατρικές παραστάσεις, έρχονται εδώ στο Ρέθυμνο. Έρχονται όλα τα γνωστά θέατρα εκείνης της εποχής. Μιλάμε για μία εποχή όπου ανθίζουν τα Δημοτικά περιφερειακά Θέατρα που έχει ιδρύσει η Μελίνα Μερκούρη και έχουμε δίπλα μας σε όλη αυτή την προσπάθεια και το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης το οποίο βρίσκεται σε μία πολύ καλή εποχή και αυτό. Το Ρέθυμνο τη βιώνει αυτή την προσπάθεια γιατί αναφερόμαστε σε μία εποχή όπου οι παραστάσεις είναι όλες δύο συνεχόμενες μέρες και το κάθε θέατρο κάθε θίασος που έρχεται στην πόλη, υποχρεωτικά θα κάνει και πρόβα. Δηλαδή έχουμε το Ρέθυμνο αρχίζει να δέχεται τον θεατρικό κόσμο, επώνυμους και μη, για τουλάχιστον 3 ημέρες. Αρχίζει η πόλη να βιώνει την Αναγέννηση και την ιστορία της και να μαθαίνει τον λόγο που γίνεται αυτό το φεστιβάλ. Αρχίζουνε Ρεθυμνιώτες να μαθαίνουνε την ιστορία της πόλης και την άνθηση της πόλης την εποχή που ήτανε εδώ οι Ενετοί. Αρχίζουνε οι Ρεθυμνιώτες και αναφέρομαι περισσότερο στους νέους, να μαθαίνουν να γνωρίζουν, γιατί η πόλη έχει, γιατί ονομάζεται «Η Πόλη των Γραμμάτων και των Τεχνών». Δεν μένουμε μόνο στο θέατρο. Και οι μουσικές εκδηλώσεις που γίνονται είναι σημαντικές. Οι ομιλίες, οι εκθέσεις. Έχουμε εκθέσεις που έρχονται εδώ στο Ρέθυμνο από όλη την Ελλάδα, κοστούμια από σημαντικά έργα της Αναγέννησης. Το θέμα μας είναι πάντοτε η Αναγέννηση και κύρια η Κρητική Αναγέννηση, γίνονται εκθέσεις με τις σημαντικότερες αφίσες α[00:30:00]π’ όλες τις θεατρικές παραστάσεις. Επόμενος στόχος είναι ότι αφού το Ρέθυμνο έχει το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ και έχει πλέον ένα καλό όνομα, αρχίζει σιγά σιγά να πατάει γερά, να θεωρείται ένα από τα σημαντικά φεστιβάλ στη Ελλάδα, απαιτούμε οι πρεμιέρες των παραστάσεων που έχουνε σχέση με Αναγέννηση. Είτε είναι Κρητική Αναγέννηση είτε γενικότερα Αναγεννησιακό έργο από ξένους συγγραφείς, Σαίξπηρ, Γκολντόνι, να γίνονται οι πρεμιέρες εδώ στο Ρέθυμνο Το διεκδικούμε και το πετυχαίνουμε. Και κερδίζουμε ακόμα περισσότερο προβολή και δημοσιότητα. Όπως καταλαβαίνουμε, το να έρθουνε οι γνωστοί θίασοι της εποχής εκείνης και να κάνουνε τις πρεμιέρες τους εδώ στο Ρέθυμνο, είναι κάτι περισσότερο από σημαντικό. Και το Εθνικό θέατρο έχει κάνει εδώ πρεμιέρα. 1993. Πετάγομαι σε μία συγκεκριμένη χρονιά. Όπου έχουμε την πρεμιέρα του «Κατσούρμπου» σε σκηνοθεσία του Λευτέρη του Βογιατζή στο θέατρο «Ερωφίλη». Και λέω στο θέατρο «Ερωφίλη» γιατί το 1993 είναι η χρονιά που εγκαινιάζεται το θέατρο Ερωφίλη. Μέχρι τότε το φεστιβάλ γίνεται σε μία εξέδρα η οποία στήνεται εκεί στον προμαχώνα του Προφήτη Ηλία στην Φορτέτζα, και μία σειρά καθισμάτων που τοποθετούνται στις αναβαθμίδες του προμαχώνα όπως ακριβώς είχανε γίνει και λίγο βελτιωθεί από τη δεκαετία του ’70. Χάρη στο φεστιβάλ, το Ρέθυμνο αποκτάει δικό του θέατρο. Είμαι και νονός του θεάτρου «Ερωφίλη». Ήτανε μία δική μου πρόταση προς το Δημοτικό Συμβούλιο, άρεσε και λόγω του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ και της σχέσης βέβαια του Χορτάτζη με το Ρέθυμνο και της «Ερωφίλης» με τον Χορτάτζη, που θεωρείται το σημαντικότερο έργο του, πήρε το θέατρο αυτήν την πραγματικά όμορφη ονομασία που άρεσε και σε όλους του καλλιτέχνες που πέρασαν από δω. Οι περισσότεροι είχανε να λένε και λένε ακόμα, ότι το θέατρο Ερωφίλη ήτανε και είναι τόσο όσο ταιριάζει στην κλίμακα της πόλης. Έτσι ούτε τεράστιο, ούτε μικρό, όσο πάντοτε του χρειαζότανε. Και θυμάμαι ότι πολλές φορές είχαμε την ανησυχία, αν μας χωράει, αν δεν μας χωράει. Πάντα όμως τουλάχιστον προσωπικά κατέληγα ότι τόσο χρειάζεται. Δεν χρειάζεται παρά πάνω. Καταφέραμε βέβαια μετά, στις αρχές της δεκαετίας του… της πρώτης δεκαετίας του 2000, το 2005 το 2006, έγινε και η επέκταση του θεάτρου και έτσι από τις 500 θέσεις που ήταν αρχικά, τώρα έχει φτάσει στις 750 περίπου, αριθμημένες θέσεις.
Έχουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πολλές πρεμιέρες εδώ, θεατρικές πρεμιέρες. Φτάνουμε στο σημείο, καταφέρνουμε να έχουμε και παραγγελίες. Να παραγγείλουμε εμείς σε κάποιο θέατρο, κι όχι σ’ ένα τυχαίο θέατρο, στο Σπύρο τον Ευαγγελάτο, να γίνει εδώ η παγκόσμια πρώτη της «Ερωτικής Πίστης» του Αντώνιου Πάντιμου. Το έργο σκηνοθετείται ειδικά για το Ρέθυμνο, χρηματοδοτείται από το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ και γίνεται εδώ η παγκόσμια πρώτη. Έχουνε βοηθήσει πολλοί σκηνοθέτες, πολλά θέατρα αγκαλιάζουνε το Φεστιβάλ του Ρεθύμνου το οποίο, το 1990 στην, έχοντας ολοκληρώσει την 4η χρονιά του, κινδυνεύει με διακοπή. Ενώ είναι όλα προγραμματισμένα, μεσολαβούνε εκλογές και ο καινούριος Νομάρχης δηλώνει ότι αδυνατεί η Νομαρχία Ρεθύμνου να διοργανώσει το επόμενο Αναγεννησιακό Φεστιβάλ. Πραγματικά κινδυνεύει το Ρέθυμνο να χάσει την προσπάθειά του. Εκεί, έχοντας την πολλή καλή σχέση με τους δημοσιογράφους της Αθήνας και τον Αθηναϊκό τύπο, ενημέρωσα την εφημερίδα «Καθημερινή» και την τότε υπεύθυνη στη στήλη πολιτισμού, τη συγγραφέα σήμερα την Αμάντα τη Μιχαλοπούλου. Είχαμε μία μεγάλη συζήτηση και της μετέφερα τον κίνδυνο, του το Ρέθυμνο να χάσει το φεστιβάλ. Την επόμενη μέρα το κύριο άρθρο της «Καθημερινής» στο κομμάτι του πολιτισμού, μισή σελίδα της «Καθημερινής» ήτανε αφιερωμένη στο Φεστιβάλ του Ρεθύμνου και στον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχε. Ανέφερε το μέχρι τότε πρόγραμμα το οποίο είχε σχεδιαστεί και όλα αυτά. Από την «Καθημερινή» ξεκίνησε η ανησυχία και έγιναν οι αναδημοσιεύσεις στον τοπικό τύπο, στην «Κρητική Επιθεώρηση» στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» και ξαφνικά ξεσηκώνεται η πόλη ότι πρέπει να σώσει το Φεστιβάλ. Ο τότε δήμαρχος ο Δημήτρης ο Αρχοντάκης που έχει αναλάβει και πάλι τη Δημαρχεία στο Ρέθυμνο το 1991, καλεί έκτακτο Δημοτικό συμβούλιο. Ήτανε Απρίλιος αρχές Μαίου του 1991 και το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ περνάει στο Δήμο Ρεθύμνης. Ο Δήμος Ρεθύμνης το χρηματοδοτεί, υπάρχει σχεδόν έτοιμο το πρόγραμμα και από το 1991 και μετά, απ΄ το 5ο δηλαδή Αναγεννησιακό Φεστιβάλ, το 5ο Αναγεννησιακό Φεστιβάλ και μετά, διοργανώνεται από τον Δήμο Ρεθύμνης. Ο Δήμος χρηματοδοτεί όλες τις εκδηλώσεις. Δηλαδή δεν έχει την ευθύνη του εισιτηρίου το εκάστοτε θέατρο. Ο ίδιος ο Δήμος, μια και τις χρηματοδοτεί τις εκδηλώσεις. Αυτά μέχρι και το 1993-94. Μετά, τα πράγματα αλλάζουνε οικονομικά, και κάπου ο Δήμος υποχρεούται να έρθει και σε συμφωνίες με τους θιάσους και τα σχήματα για παραχώρηση του χώρου.
Το εκάστοτε πρόγραμμα του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ, έχει μία αρχή. Ότι πρέπει να μεσολαβούνε αρκετές μέρες μεταξύ των εκδηλώσεων. Κενό. Δηλαδή δεν μπορούνε δύο θεατρικές παραστάσεις να παίζονται σε χρονικό διάστημα 3 ημερών. Απέχουνε η μία θεατρική παράσταση από την άλλη. Το ίδιο και οι μουσικές εκδηλώσεις. Αυτό το πετυχαίνουμε με πολλή αυστηρότητα. Έχει ενημερωθεί όλη η Ελλάδα, ότι το Ρέθυμνο είναι πολύ αυστηρό σ’ αυτό το κομμάτι και το τηρούνε. Υπάρχει και μια συνεργασία, όσο μπορούσε να γίνει καλύτερη, με το Ηράκλειο και τα Χανιά, γιατί είναι πολλοί θίασοι που φυσικά θέλουνε να δώσουνε παρα[00:40:00]στάσεις και στις γειτονικές πόλεις και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπάρχει μια πολλή μεγάλη συνεννόηση με τις γειτονικές πόλεις σ΄ αυτό τον τομέα. Τα πρώτα χρόνια όμως, είναι ακόμα δυσκολότερο γιατί το Ρέθυμνο το απαιτεί περισσότερο αυτό, και είμαστε και τόσο αυστηροί που κάποιες εκδηλώσεις, δεν έρχονται, δεν γίνονται εδώ στο Ρέθυμνο, για να μπορεί να υπάρχει αυτό το κενό για να δώσουμε την ευκαιρία στον κόσμο, στο κοινό του Ρεθύμνου, αν θέλει να παρακολουθήσει όλες τις εκδηλώσεις. Οι αφίσες, αρχές δεκαετίας του ’90 γίνονται από καλλιτέχνες. Δηλαδή είναι πίνακες ζωγραφικής. 1991 από την Μαρία την Χατζηανδρέου, 1992 από την Ελένη την Καλοκύρη, προσπαθούμε να φέρουμε, να κάνουμε το Φεστιβάλ, το δυνατόν πιο ζωντανό. Επίσης θα δώσουμε την ευκαιρία και σε τοπικά σχήματα να βιώσουνε το Φεστιβάλ και το δυνατόν να μετέχουν. Αυτό γίνεται περισσότερο με τα θεατρικά δρώμενα τα οποία συνήθως είναι στην έναρξη του Φεστιβάλ και όχι μόνο. Υπάρχουνε χρονολογίες που έχουμε δρώμενα, που με θεατρικά δρώμενα στην παλιά πόλη ανοίγει το Φεστιβάλ, έτσι ξεκινάνε οι εκδηλώσεις. Η παλιά πόλη στολίζεται με Αναγεννησιακά λάβαρα που κύρια είναι, τα οικόσημα των οικογενειών του Ρεθύμνου εκείνης της εποχής. Γίνονται λάβαρα ζωγραφιστά στο χέρι και κρεμιούνται σ’ όλη την πόλη, στους βασικότερους δρόμους της παλιάς πόλης. Στην κυριολεξία δηλαδή στολίζεται η πόλη, και στις πρώτες χρονιές του Φεστιβάλ, χάρη στο Φεστιβάλ, φωταγωγείται το φρούριο της Φορτέτζας. Η πρώτη φωταγώγηση του φρουρίου της Φορτέτζας γίνεται με καθοδήγηση δική μου και σε συνεργασία με τον Μιχάλη τον Χαλκιαδάκη ο οποίος ασχολείται τότε με ηχητικά και φωτισμούς στο Ρέθυμνο και τοποθετώντας προβολείς γύρω από το κάστρο. Από τη μεριά την Ανατολική, από τη μεριά του λιμανιού ας το πούμε έτσι, ώστε να φαίνεται η Φορτέτζα από την παραλία, φωτίζουμε το κάστρο για πρώτη φορά. Στην πρώτη αυτή προσπάθεια, φωτίζουμε και το θόλο που ήτανε κάτι πολύ σημαντικό. Για πρώτη φορά το Ρέθυμνο, οι Ρεθεμνιώτες βλέπουνε το κάστρο φωτισμένο. Έχουμε μία εικόνα που το Ρέθυμνο φαίνεται διπλάσιο σε ύψος. Είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Απ’ τη μεριά τη δυτική. Απ’ τη μεριά του Κουμπέ είναι σκοτεινό. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να φτάσουνε εκεί, εκείνη την εποχή τα καλώδια και δεν υπάρχει και ο αριθμός των προβολέων για να γίνει αυτό το πράγμα. Σε μία πρεμιέρα το 1988, το ’89 είναι παρών ο τότε υπουργός Τουρισμού ο Νίκος Σκουλάς, ο οποίος εντυπωσιάζεται από τον στολισμό της παλιάς πόλης της Φορτέτζας και του ζητάει η ίδια η Νομάρχης μια ει δυνατόν χρηματοδότηση ώστε να φωταγωγηθεί μόνιμα η Φορτέτζα. Το Υπουργείο Πολιτισμού δίνει 10 εκατομμύρια δραχμές και γίνεται η μελέτη και η εγκατάσταση του φωτισμού της Φορτέτζας. Χάρη σε κείνη τη χρονιά και στ’ Αναγεννησιακό Φεστιβάλ η Φορτέτζα, το κάστρο, φωτίζεται. Και είναι έτσι όπως είναι και σήμερα. Είναι μία από τις προσφορές ακόμα που έχει κάνει το Φεστιβάλ. Έχει προσφέρει πάρα πολλά πράγματα το Φεστιβάλ γιατί έχει βοηθήσει σίγουρα πολύ κόσμο, πολλούς νέους εδώ στο Ρέθυμνο, να αγαπήσουν το θέατρο. Ο «Θεατρικός Περίπλους» είναι μία ομάδα, ένα σχήμα που έχει ξεκινήσει μία πολλή μεγάλη προσπάθεια στον τομέα του θεάτρου εκείνη την εποχή με τα αδέρφια: τη Μαρία την Καντιφέ και τον Θωμά τον Καντιφέ και η συνεργασία με το Φεστιβάλ και τον «Θεατρικό Περίπλου» είναι κάτι περισσότερο από σημαντική εκείνα τα χρόνια. Ο «Θεατρικός Περίπλους» αναλαμβάνει σχεδόν κάθε χρόνο να κάνει τα δρώμενα του Φεστιβάλ. Όχι μόνο την έναρξη. Τα παιδιά του Θεατρικού Περίπλου που δεν είναι λίγα, που χάρη στο Φεστιβάλ που όσο μπορεί βοηθάει αυτήν την προσπάθεια κι αυτό το σχήμα, με Αναγεννησιακές στολές, με Commedia dell‘arte βρίσκονται στην είσοδο του κάστρου κάθε βράδυ, ανάμεσα στα δέντρα, στα πεύκα που οδηγούνε από την είσοδο της Φορτέτζας στο θέατρο «Ερωφίλη» και υποδέχονται τον κόσμο. Έχουμε ένα ζωντανό θέατρο, ένα ζωντανό θίασο, έχουμε μία Commedia dell’arte, κάθε βράδυ στη Φορτέτζα. Χάρη στον «Θεατρικό Περίπλου». Το Φεστιβάλ δεν είναι μόνο θέατρο. Είναι και μουσική. Καταφέρνουμε να φέρουμε από την Γερμανία ένα μουσικό σχήμα το: «Musica Antiqua Ambergensis Regensburg» το οποίο είναι μόνο με όργανα της Αναγέννησης, γνήσια όργανα της Αναγέννησης. Μουσειακά. Και έρχονται για δύο συνεχόμενες χρονιές και παίζουνε στην Φορτέτζα. Mουσική και χορός. Αναγεννησιακοί χοροί, γνήσια Αναγεννησιακά κοστούμια. Μάλλον, γνήσια όργανα μουσικά της Αναγέννησης με Αναγεννησιακά κοστούμια. Το 1993 το Ρέθυμνο φιλοξενεί τους Madredeus. Οι Madredeus ένα Πορτογαλικό συγκρότημα είναι εκείνη την εποχή, από τα πιο διάσημα μουσικά σχήματα στον κόσμο. Όχι μόνο στην Ευρώπη. Έρχονται ειδικά για το Φεστιβάλ του Ρεθύμνου. Οι Madredeus δηλώνουνε ότι η μουσική τους έχει Αναγεννησιακές ρίζες. Το Φεστιβάλ του Ρεθύμνου, επικοινωνεί με τον υπεύθυνο του Πορτογαλικού συγκροτήματος και οι Madredeus έρχονται από τη Λισαβόνα για το Φεστιβάλ του Ρεθύμνου. Είναι μια βραδιά πραγματικά αξέχαστη. Απ΄ τις πιο αυστηρές βραδιές που έχουμε κάνει στη Φορτέτζα. Πιο αυστηρές σε ότι αφορά, τον λιγοστό αριθμό προσκλήσεων που δόθηκαν. Γινότανε μία προσπάθεια τότε να ισορροπήσουμε οικονομικά. Ήτανε τόσο μεγάλο το κόστος για να έρθει το συγκρότημα εδώ, που οι προσκλήσεις έπρεπε να δοθούνε μόνο στο αυστηρό πρωτόκολλο. Ήτανε 7-8 αν θυμάμαι καλά αριθμητικά. Γέμισε η Φορτέτζα. Γέμισε το «Ερωφίλη». Μία μαγική βραδιά. 10 Σεπτεμβρίου 1993. Δεν ξεχνιούνται αυτές οι ημερομηνίες. Τι να πω! Αξέχαστα! Αυτή. Αυτή η λέξη. Μένω στο ίδιο. Δεν ξεχνιούνται. Είναι τα πρά[00:50:00]γματα τα αξέχαστα. Αυτά που θεωρώ επιτυχίες για μία πόλη σαν το Ρέθυμνο τότε. Εκείνες τις χρονιές. Εννοείται ότι η προβολή, με τις πόλεις για όλα αυτά τα γεγονότα είναι πολύ μεγάλη. Πραγματικά πολύ μεγάλη. Στον Αθηναϊκό τύπο, στα περιοδικά, οπουδήποτε. Εκείνο το βράδυ πρέπει να κόπηκαν 770 εισιτήρια, αν θυμάμαι καλά. Θεωρείται τεράστιος ο αριθμός, για εκείνη την εποχή.
Να πούμε εδώ και κάτι άλλο. Ότι, όταν έχεις την ευθύνη ενός φεστιβάλ, κάπου πρέπει, για να πετύχεις να είσαι συνέχεια εκεί. Η σκέψη σου, το οτιδήποτε βλέπεις γύρω σου, να προσπαθείς να αρπάξεις κάτι που θα το ταιριάξεις με αυτό. Αυτό προσωπικά, σε αυτό, με βοήθησε για μία ακόμη φορά η αρχιτεκτονική. Οι αρχιτέκτονες, όταν περπατάμε στο δρόμο, κοιτάζουμε και κρατάμε στοιχεία. Θετικά κι αρνητικά. «Αυτό δεν μ’ αρέσει. Γιατί δεν μ’ αρέσει; Γιατί είναι λοξό. Και θα… άμα ήτανε ίσιο, ή ανάποδα λοξό απ’ ότι είναι, θα ταίριαζε καλύτερα». Όχι απαραίτητα σ’ ένα κτίριο, δίπλα. Ένα αντικείμενο δίπλα σε μια γλάστρα. Όπως περπατάς στο δρόμο. Όχι μόνο στην πόλη σου. Αυτό είναι πολύ πιο έντονο, όταν πας σε μία άλλη πόλη που έχεις καινούριες εικόνες και καινούρια βιώματα και ξαφνικά ανακαλύπτεις, στα βήματά σου, στο πέρασμά σου, κάποιες καινούριες γραμμές που μέρος αυτών, θα ταίριαζαν και στην δικιά σου δουλειά. Ή που σου αρέσουνε σαν εικόνα, σαν στοιχεία, τα κρατάς στην μνήμη σου και κάποια στιγμή θα βγούνε μπροστά σου. Δουλεύοντας κάτι. Στην προσπάθεια να σχεδιάσεις ένα κτίριο, θυμάσαι ότι σ’ εκείνο το ταξίδι, στην τάδε πόλη, είχες δει κάτι, που τώρα σου ταιριάζει. Είτε ήσουνα στην πόλη είτε ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό. Το ίδιο με το Φεστιβάλ. Το Φεστιβάλ είναι μία σύνθετη λέξη, που σου δίνει πίσω του εκδηλώσεις με συμμετοχή κοινού όπου ο κόσμος έρχεται να παρακολουθήσει, διάφορα πράγματα που έχουνε σχέση με την τέχνη και εσύ πρέπει να του δώσεις τα ερεθίσματα, για να πλησιάσει ο κόσμος, για να έρθει κοντά σ΄ αυτά. Για να τον φέρεις κοντά σου στις εκδηλώσεις. Έχοντας λοιπόν μία τέτοια ευθύνη, δεν γίνεται να μην το έχεις καθημερινά στο μυαλό σου. Πώς, βλέποντας την κάθε εικόνα, είτε αυτή η εικόνα είναι ζωντανή είτε σ΄ ένα έντυπο, αν μπορεί να ταιριάξει σ΄ εσένα, να δεις τι σου λείπει, για να το κάνεις ακόμα καλύτερο. Αυτός ήτανε ένας ακόμη στόχος για το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου. Από όταν είχα την ευθύνη του, τον συντονισμό του, την καλλιτεχνική του διεύθυνση, η σκέψεις μου ήτανε ότι πρέπει να γίνει από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Από τα πιο γνωστά στην Ελλάδα. Από τα καλύτερα οργανωμένα στην Ελλάδα. Το καταφέραμε αυτό, το αποσπάσαμε αυτό σαν γνώμη από τους καλλιτέχνες που πέρασαν από εδώ από το Ρέθυμνο. Το αγάπησαν το Φεστιβάλ για την οργάνωσή του, για την αισθητική του, για την φιλοξενία του, για το θέατρο «Ερωφίλη» και το κάστρο του. Πώς ήτανε στημένα. Όλη τους η φιλοσοφία, όλη η σκέψη για να στηθεί αυτό το πράγμα και η καθημερινές συζητήσεις και επαφές μαζί τους -με τους καλλιτέχνες, αναφέρομαι-. Πάντα ήμουνα εκεί. Τις μέρες των εκδηλώσεων δεν ήμουνα στην εκδήλωση. Ήμουνα πολλές ώρες πριν την εκδήλωση στο χώρο. Ήθελα από μόνος μου να έχω το συντονισμό, να ελέγξω εγώ ο ίδιος μέχρι και την καθαριότητα του χώρου, λίγο πριν πούμε στα παιδιά που ήταν υπεύθυνα για την τακτοποίηση, για την καθαριότητα του χώρου: «Οκ, ανοίγουμε σε ένα τέταρτο, να περάσει ο κόσμος». Ήθελα να επιβλέπω τα πάντα. Ήθελα να είμαι εγώ ο ίδιος που θα υποδεχτεί τους καλλιτέχνες, τον εκάστοτε θίασο, το κάθε συγκρότημα, τον κάθε φιλοξενούμενο. Να τους πω το: «Καλώς ήρθανε στην πόλη μας, καλώς ήρθανε στο Φεστιβάλ μας» κι ας ήτανε η πρώτη φορά ή η πολλοστή φορά που ερχόντουσαν στο Ρέθυμνο. Έπρεπε να τους μεταφέρουμε την φιλοξενία, και να τους μεταφέρουμε και την αξία και την ιδιαιτερότητα του Φεστιβάλ. Ότι δεν έχουμε απλά ένα τίτλο, ότι λεγόμαστε Φεστιβάλ, ότι κάνουμε εκδηλώσεις. Ότι έχουμε μία ταυτότητα την οποία ζητούσαμε να την σεβαστούνε. Και τη σεβόντουσαν. Το Φεστιβάλ, οι εκδηλώσεις του Ρεθύμνου, είχανε αξία. Μας άρεσε αυτό και μας έδινε και κουράγιο για να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια.
Είχα λοιπόν την τιμή να είμαι στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ σε δύο διαφορετικές θητείες θα μπορούσα να πω. Στο πρώτο κομμάτι του, στα πρώτα του βήματα, που πραγματικά στήθηκε πάνω σε σκέψεις και προσωπικές μου πρωτοβουλίες, ήτανε στο χρονικό διάστημα από το 1988 μέχρι και το 1994. Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα έγιναν όλα αυτά τα πρώτα βήματα που αναφέραμε, η επαφή και η προβολή του μέσα από τον Αθηναϊκό τύπο, οι φιλοξενίες, το θέατρο «Ερωφίλη», οι πολύ σημαντικές εκθέσεις, ομιλίες, τα δρώμενα, οι πανελλήνιες πρεμιέρες, όλα αυτά ήτανε στο πρώτο κομμάτι. Το δεύτερο κομμάτι είναι από το 2002 μέχρι και το 2006 όπου εκεί τα πράγματα έχουν αλλάξει. Έχει αλλάξει γενικά η αγορά. Υπάρχει όμως μία προσωπική επιμονή, εμμονή θα το έλεγε κάποιος άλλος, ότι το φεστιβάλ του Ρεθύμνου πρέπει να είναι : Το Αναγεννησιακό κομμάτι των εκδηλώσεων, πρέπει να είναι ξεχωριστό, να είναι μόνο οι Αναγεννησιακές εκδηλώσεις και μετά να ακολουθούνε καλοκαιρινές εκδηλώσεις που δεν έχουν σχέση με την Αναγέννηση. Κι έτσι γίνεται μια προσπάθεια το 2002 ,να χωριστεί σε δύο τμήματα. Αναγεννησιακό Φεστιβάλ – Πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μάλλον. Ναι. «Καλοκαίρι 2002», λεγόταν. Σ΄ αυτή την προσπάθεια, π[01:00:00]άντοτε με τον Δήμο Ρεθύμνης, αγοράζει ο Δήμος όλες τις εκδηλώσεις, θεατρικές και μουσικές που έχουνε σχέση με την Αναγέννηση. Και είναι και το πρώτο κομμάτι του Φεστιβάλ όπου υπάρχει και πάλι μία μεγάλη αναγνώριση από τον Αθηναϊκό τύπο, ότι: «Το Ρέθυμνο ξαναπροσπαθεί για την Αναγέννηση» όλα αυτά. Είναι μία πολύ πετυχημένη χρονιά από πλευράς ποιότητας και πάντοτε έχοντας χρονικά κενά από εκδήλωση σε εκδήλωση, αλλά οικονομικά, δεν πάει καθόλου καλά. Φιλοξενούμε και πάλι, μεγάλα θέατρα, μεγάλους θιάσους, πολλά ΔΗΠΕΘΕ με σημαντικούς καλλιτέχνες και μουσικά σχήματα από Ελλάδα και εξωτερικό. Έχουμε και μία πολύ ωραία βραδιά με τον Τιμ Μέρτενς, τον διάσημο πιανίστα. Αλλά οικονομικά όπως είπα, δεν πάμε καλά! Έτσι από την επόμενη χρονιά το Ρέθυμνο παραχωρεί το χώρο του θεάτρου, και τα σχήματα όλα έρχονται με δική τους δαπάνη και φυσικά δικό τους εισιτήριο. Έτσι το εισιτήριο από εκείνη τη χρονιά και μετά, γίνεται λίγο ακριβότερο για τον Ρεθυμνιώτη και γενικότερα τον επισκέπτη, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά. Παρ’ όλα αυτά ιδεολογικά, φιλοσοφικά μάλλον, σαν φιλοσοφία, το Φεστιβάλ δεν αλλάζει. Πάλι υπάρχει επιλογή σχημάτων και συνεχίζει να υπάρχει η πολλή καλή συνεργασία με τα Χανιά και το Ηράκλειο, έχοντας μάλιστα κάνει και μία συζήτηση με τους τότε καλλιτεχνικούς διευθυντές τον Γιώργο τον Αντωνάκη από το Ηράκλειο και τον Νίκο τον Περάκη από τα Χανιά, κι έχοντας ως στόχο για ένα Μεσογειακό Φεστιβάλ εδώ στην Κρήτη. Όπου θα συνεργαζόμασταν οι 3 πόλεις και θα κάναμε κάτι καινούριο για όλη την Κρήτη. Το είχαμε προχωρήσει πάρα πολύ σαν συζήτηση. Τα πηγαίναμε τόσο καλά μεταξύ μας, οι 3 καλλιτεχνικοί διευθυντές, που δεν είναι τυχαίο ότι στα προγράμματά μας τότε, φιλοξενούσαμε και τα αντίστοιχα προγράμματα των άλλων πόλεων. Το Φεστιβάλ του Ρεθύμνου δηλαδή, το πρόγραμμα το έντυπο, είχε και όλο το πρόγραμμα των Χανίων και όλο το πρόγραμμα του Ηρακλείου και αντίστοιχα μας φιλοξενούσαν τα Χανιά και το Ηράκλειο. Είχαμε φτάσει στο σημείο να είναι εβδομαδιαίες οι συζητήσεις αυτές και οι επαφές για το Μεσογειακό Φεστιβάλ. Είχε προχωρήσει αρκετά αυτό το όνειρο. Κάπου χάθηκε, όπως χάνονται πολλές φορές τέτοιες σκέψεις. Μακάρι να γίνει κάποια στιγμή. Θα μπορούσε να γίνει. Η Κρήτη είναι μεγάλη και σε σημείο στρατηγικό της Μεσογείου και όταν γίνει και ο καινούριος Βόρειος Οδικός Άξονας, εκεί θα γίνει πολύ πιο ενιαία και θα μπορούσε να κάνει το δικό της φεστιβάλ.
Να κλείσουμε εδώ! Ωραία. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!
Κι εγώ σας ευχαριστώ και να ευχηθούμε ότι, στα φεστιβάλ κι οι εκδηλώσεις θα είναι πάντα στην καθημερινότητά μας και περισσότερο στα όνειρά μας, στις σκέψεις μας, γιατί όταν είναι στις κουβέντες μας και στις σκέψεις μας, μπορούνε και γίνονται και πραγματικότητα. Μέσα από πολλή κουβέντα γινόντουσαν αυτά τα πράγματα τα οποία κάναμε. Προσωπικά μου άρεσε πάρα πολύ να κουβεντιάζω και να μαζεύω εντυπώσεις όλων των φιλοξενούμενων καλλιτεχνών και αυτές οι συζητήσεις βοηθούσανε για την επόμενη χρονιά και γενικότερα για το μέλλον. Πρέπει να το κουβεντιάζουμε, την κάθε στιγμή και να σκεφτόμαστε τουλάχιστον για τα επόμενα 5 χρόνια, τι μπορούμε να κάνουμε σαν πόλη.