Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Από τον Άβαντα στο Γουδί. Η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η εποχή της Δικτατορίας
Ενότητα 1
Καταγωγή και οικογενειακή ζωή
00:00:00 - 00:02:51
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα. Βρισκόμαστε στην Αλεξανδρούπολη. Είμαι ο Γεώργιος Κυριακίδης, είμαι ερευνητής στο Istorima και μαζί μου βρίσκεται ο Μαρίνος Παν…ό μου και τον μικρότερο. Είμαστε τώρα εγώ και η αδερφή μου. Οικογένεια όπως ήταν, δεν ήταν, ας πούμε, από τις εύπορες. Μια συντηρητική ζωή.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Αρχή πολέμου και Βουλγαρική Κατοχή
00:02:51 - 00:09:18
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πηγαίναμε σχολείο. Μιλάμε μέχρι τετάρτης δημοτικού, το 1940. Είμαστε με τον αδερφό μου έξω στο κτήμα και ακούσαμε τις καμπάνες του χωριού να…ει «την έσφαξες». Και τον πήγανε στην κοινότητα. Του δείρανε λιγάκι τον άνθρωπο, τον πατέρα μας. Και τον αφήσανε πράγματι. Αυτά εν ολίγοις.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Εμφύλιος Πόλεμος
00:09:18 - 00:17:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ξεκινάμε. Απελευθερώνεται η Ελλάδα. Γίνεται, όταν βγήκανε… Στην Κατοχή βγήκανε πολλά νέα παιδιά με την υπόθεση για την ανεξαρτησία της Ελλάδ…ατεβήκαμε στην Αλεξανδρούπολη. Μείναμε εκεί στις παράγκες, κάποια εργοστάσια, βιοτεχνίες που ήτανε κλειστές. Κάτσαμε καμιά εικοσαριά μέρες.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης
00:17:03 - 00:20:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Η βασίλισσα τότες, έγινε συζήτηση και θέλανε να μαζέψουν τα παιδιά, το παιδομάζωμα το λεγόμενο, νέα παιδιά, από 10 χρονών μέχρι 15-20, νέα, …ντρεψα και τώρα είμαι συνταξιούχος στα 91 μου χρόνια. Τα παιδιά παντρεύτηκαν, έκαναν τα παιδιά τους και ζούνε και βασιλεύουν. Ακούω τι θες.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Νεολαία Μεταξά και δικτατορία
00:20:58 - 00:24:42
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Υπέροχα. Λοιπόν, θείε Μαρίνο, εγώ θα σε πάω ξανά από την αρχή, λίγο πίσω, θα σε ρωτήσω, επειδή το θυμάμαι, τι κάνατε με την Νεολαία του Μετα…Και είχαμε τη Νεολαία. Ο χαιρετισμός, όπως οι αρχαίοι… οι αρχαίοι κάνανε αυτό, ο Μεταξάς έκανε αυτό. Χαιρετισμός γερμανικός. Αυτά καταρχήν.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 6
Βουλγαρική Κατοχή
00:24:42 - 00:39:45
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ωραία. Προχωρώντας μέσα στον χρόνο, θέλω να μου πεις κάποια περιστατικά με τους Βούλγαρους που ήρθαν στο χωριό στην Κατοχή. Τι κάνανε οι Βο…άμαι σαν όνειρο, που ήρθε η οικογένεια και ζητούσαν τον γιο τους. Πολλούς, πάρα πολλούς. Και στο χωριό πολλούς σκοτώσανε. Αυτά εν ολίγοις.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Αντάρτες και λαϊκό δικαστήριο
00:39:45 - 00:44:49
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Λοιπόν. Συνεχίζοντας, θα σε πάω λίγο μετά την Κατοχή. Θέλω να μου πεις τι έγινε με τους αντάρτες στο χωριό. Πότε ήρθαν στο χωριό; Τι έκαναν …ι και λέω: «Ναι. Πηγαίναμε μαζί σχολείο». Η Εισαγγελία τον έδωσε το απολυτήριο, αν δεν κάνω λάθος, δεν ξέρω αν πήγε σαν εισπράκτορας. Αυτά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 8
Παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης
00:44:49 - 00:52:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Συνεχίζουμε και λίγο μετά. Ξέρω ότι πήγες σε αυτές της βασίλισσας τις Παιδουπόλεις, που λένε... Ναι, πήγα. Πότε σας μάζεψαν; Πώς σας μάζε…υνιστής; Να είσαι, αλλά θα υπακούς το Σύνταγμα, ό,τι λέει. Ψήφισε όποιον θέλεις. Και από εκεί και πέρα οι κουμουνιστές ήταν ελεύθερα. Αυτά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 9
Δικτατορία 21ης Απριλίου
00:52:09 - 01:00:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα, αν μου επιτρέπεις. Αναφέρθηκες πολύ, έτσι, στα γρήγορα, για την δικτατορία, την στρατιωτική δικτατορία της 21ης…Ξέρω να βάζω την υπογραφή μου τουλάχιστον. Με συγχωρείς, εκεί που θα βάζεις την υπογραφή σου, να ξέρεις. Δεν σ' τα λέω παρακάτω, κατάλαβες.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηTags
Ενότητα 10
Κοιτώντας τις φωτογραφίες
01:00:58 - 01:10:19
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κατάλαβα. Λοιπόν, θείε, εδώ, στην πρώτη φωτογραφία, ποιους βλέπουμε; Εδώ είμαστε Ακαδημίας. Κυριακή πρέπει να ήταν. Σίγουρα. Ο μεσαίος είν…με. Δικά μας, αυτά... Χαιρόμαστε. Αυτά. Θείε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ, για άλλη μια φορά. Τίποτα, αγόρι μου. Να ‘σαι καλά. Να ‘σαι καλά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]
Καλημέρα. Βρισκόμαστε στην Αλεξανδρούπολη. Είμαι ο Γεώργιος Κυριακίδης, είμαι ερευνητής στο Istorima και μαζί μου βρίσκεται ο Μαρίνος Παντέλογλου. Πες μας και το όνομά σου.
Μαρίνος Παντέλογλου του Γρηγορίου και της Σοφίας. Το γένος Τζεράνογλου. Αυτά.
Λοιπόν. Πες μας πόσο χρονών είσαι, πότε γεννήθηκες.
Είμαι γεννημένος το 1930, 16 Ιουνίου. Αυτή τη στιγμή είμαι 91, περνάω και έναν μήνα. Ακριβώς, αυτό.
Πες μας για την οικογένεια σου, για τα αδέρφια σου, για την καταγωγή σου.
Η οικογένεια μου ήταν πρόσφυγες, ήρθαν από την Μικρά Ασία, από την Καππαδοκία γενικά. Έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών τότες, επί Βενιζέλου και δεν θυμάμαι τώρα πώς λεγότανε ο Τούρκος πρωθυπουργός – το ΄χω γραμμένο εκεί, αλλά τέλος πάντων. Το ’24. Εγκαταστάθηκαν στην αρχή στην Νέα Καρβάλη Καβάλας. Εκεί όμως, δεν τους σήκωσε το κλίμα και έγινε μία επιτροπή. Συνήθως βέβαια, εκεί εγκαταστάθηκε ο όγκος του χωριού, η λεγόμενη Κέρβελη, τώρα που είναι η Νέα Καρβάλη Καβάλας με την ονομασία αυτή. Και επειδή δεν σήκωνε εκεί το κλίμα, ήταν και είχε όλο έλη, πέθαιναν σαν τα κοτόπουλα. Ο πατέρας μου και πολλοί άλλοι από την πατρίδα στείλανε μια επιτροπή στην Αλεξανδρούπολη, είδανε τότε ένα χωριουδάκι που τους συνέστησε τότε η επιτροπή, να πάνε να το δούνε. Βλέπουν ένα χωριό, δέντρα πολλά, νερά πολλά, ένα κλίμα υπέροχο. Και είναι περίπου όπως ήταν στην πατρίδα. Γιατί η πατρίδα, η Καρβάλη, είχε γύρω στα 800 υψόμετρο. Πέφτανε τα χιόνια, όπως με έλεγε ο πατέρας μου, Οκτώβριο-Νοέμβριο και σηκώνονταν τον Απρίλιο. Ο Άβαντας είχε ακριβώς το ίδιο κλίμα. Εγκαταστάθηκαν εκεί οι γονείς μου, κάνανε τέσσερα παιδιά, γερά να είναι όλοι... όλα τους. Τώρα βέβαια έχω χάσει τους δύο, τον μεγαλύτερο αδερφό μου και τον μικρότερο. Είμαστε τώρα εγώ και η αδερφή μου. Οικογένεια όπως ήταν, δεν ήταν, ας πούμε, από τις εύπορες. Μια συντηρητική ζωή.
Πηγαίναμε σχολείο. Μιλάμε μέχρι τετάρτης δημοτικού, το 1940. Είμαστε με τον αδερφό μου έξω στο κτήμα και ακούσαμε τις καμπάνες του χωριού να χτυπούν. Ήταν δύο, μία του σχολείου και μία της εκκλησίας. Ακούγαμε και τις δύο. Και λέει ο μεγάλος μου αδερφός, λέει: «Κάτι συμβαίνει!». Γυρίσαμε, ας πούμε, πίσω με τα άλογα. Και ακούμε μόλις μπήκαμε στο νέο συνοικισμό, ρωτήσαμε εκεί και μας είπαν ότι κηρύχτηκε ο πόλεμος. Αυτά σε γενικές γραμμές. Από εκεί και πέρα, στην Κατοχή… Το ’41 ήρθε...
Συνέχισε, συνέχισε.
Μια επιτροπή. Γενικά ένα τριών τετάρτων και μία μοτοσυκλέτα με καφάσι δίπλα, τρεις Γερμανοί και ένας – πρέπει να ήταν αξιωματικός του πληρώματος. Εγώ και ένα άλλο παιδάκι της γειτονιάς με τον παπά, το τιμής ένεκεν, παραδώσαμε τα κλειδιά στην Κατοχή, ας πούμε. Από εκεί ξεκινάνε όλα. Γίνεται η Κατοχή στην Αλεξανδρούπολη γενικά, γίνεται η συμφωνία, όπως διαβάζαμε, ας πούμε, οι Γερμανοί με τους Βουλγάρους. Και λέει: «Θα σας δώσουμε εμείς διέλευση να περάσετε στην Ελλάδα –δίχως να πολεμήσουν, ας πούμε, να αντισταθούν στον κατακτητή–, αλλά με την προϋπόθεση να μας παραχωρήσετε την Βόρεια Ελλάδα. Συγκεκριμένα από τον Στρυμόνα, τας Σέρρες μέχρι τον Έβρο». Και γίνεται η συμφωνία έτσι ακριβώς. Όμως οι Τούρκοι το 1920, μόλις παραδόθηκε η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, επειδή εδώ ο πληθυσμός περισσότεροι υπερτερούσαν οι Βούλγαροι, υπήρχαν Έλληνες, μάλλον Αρμένιοι και Φραγκολεβαντίνοι, Γάλλοι, ας πούμε. Και γίνεται η εκλογή κατά κάποιον τρόπο σε ποιον θα παραχωρηθεί. Ενδιαφερόμενοι ήταν εμείς, οι Έλληνες, και οι Βούλγαροι. Ήρθαμε 7-7. 7 ψήφους πήρε η Ελλάδα, 7 πήραν οι Βούλγαροι. Ο Τούρκος υποψήφιος, επειδή ήταν οι Βούλγαροι, παρ' όλο που ήταν Οθωμανική αυτοκρατορία, οι Βούλγαροι τους Τούρκους τους είχανε ρημάξει. Τους κλέβανε, τους σκοτώνανε. Ακούγαμε πολλά και τους είχανε μανία, ας πούμε. Και υπόγραψε υπέρ της Ελλάδος, και λέει, να παραδοθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα. Και έτσι το 1920, η Δυτική Θράκη μέχρι τον Έβρο σύνορα, όπως καθορίστηκε επί Βενιζέλου και δεν θυμάμαι ακριβώς ο Τούρκος ποιος ήταν, στην Ελλάδα. Και γιορτάζουμε 14 Μαΐου 1920. Μέρα που απελευθερώθηκε. Κάποιοι στρατιώτες, αξιωματικοί θυμάμαι, βέβαια πήραν και το όνομα εδώ πέρα. Κωνσταντίνος Μαζαράκης, υπ’ αριθμόν 1 –πρέπει να ήταν ταξίαρχος τώρα; τι βαθμό έφερνε ας πούμε– ήταν αρχηγός του στρατού ο οποίος ήρθε. Την ίδια μέρα μάλλον πρέπει να απελευθερώθηκε και η Κομοτηνή το πρωί και το απόγευμα η Αλεξανδρούπολη. Αυτά εν ολίγοις. Από εκεί και πέρα. Γίνεται ο πόλεμος το ’40. Ήρθαν οι Βούλγαροι, όπως συνεννοήθηκαν με τους Γερμανούς, όμως, επειδή οι Τούρκοι είχανε την μανία αυτοί με τους Βουλγάρους, σε λέει, εντάξει αλλά μέχρι την Αλεξανδρούπολη. Από εκεί και πέρα υπήρξε ουδετέρα ζώνη και υπήρχαν μόνο Γερμανοί, ελεύθερα. Εκεί ο κόσμος ζούσε ελεύθερα. Όπως ήταν παλιά. Και πολλοί από την Βουλγαροκρατούμενη Κατοχή, περνούσαν την ουδετέρα και ζήσανε εκεί πέρα άνετα. Εμείς εδώ, εγώ συγκεκριμένα υπέφερα πάρα πολύ. Έχω φάει ξύλο πολλές φορές από τους στρατιώτες, γενικά από τους Βουλγάρους. Δεν μας αφήσανε τίποτα. Μας υποχρεώσανε τελευταία, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ήταν ‘42-’43, όσοι Έλληνες δεν στείλουν τα παιδιά τους στο βουλγάρικο σχολείο πρέπει να φύγουν. Και πράγματι κάνει ο πατέρας μου μία αίτηση, γιατί έχει φύγει ο αδερφός στην Θεσσαλονίκη, κάνει αίτηση, έπρεπε να μας καλέσει. Και πράγματι μας κάλεσε μετά από κάμποσο καιρό, αλλά τότες οι Γερμανοί είχανε χάσει τον πόλεμο στο Στάλινγκραντ, εκείνη την βαρυχειμωνιά έπιασε βαθμοί 45 με 50 βαθμούς υπό το 0. Τα άρματά τους δεν μπόρεσαν να κινηθούνε. Τους πιάσανε εκεί αιχμαλώτους πολλούς. Εκεί χάσανε τον πόλεμο. Είχαμε έναν Βούλγαρο γείτονα και έλεγε τον μπαμπά μου: «Нема Григор [Δεν υπάρχει τίποτα, Γρηγόρη] Πάει, Γρηγόρη». Δεν υπάρχει τίποτα, τα πράγματα αλλάξανε». Και πράγματι δεν μας ξαναενοχλήσανε. Και έτσι μείναμε στην Κατοχή. Υποφέραμε πάρα πολλά. Μας πήραν τα πάντα, τα χωράφια, τα ζώα, δεν μας άφηναν τίποτα. Συγκεκριμένα θυμάμαι μία περίοδος, είχαμε μια αγελάδα, την έσφαξε ο πατέρας μου από την πείνα. Όλο το βράδυ με την μητέρα μου, την σφάξανε, την βράσανε σε κιούπια, που λέμε, μέχρι το πρωί. Την σκέπασαν. Είχαμε ένα πλυσταριό εκεί πέρα, την βάλαμε. Τώρα, κάποιος γείτονας είδε που κάναμε αυτήν την αυτή, καλάνε τον πατέρα μου στην οψινάτα [общината-διοίκηση κοινότητας, δημαρχείο], λεγόμενη κοινότητα. Λέει: «Τι τρώγατε;». Λέει: «Ψόφησε», έλεγε αυτός. «Όχι» λέει «την έσφαξες». Και τον πήγανε στην κοινότητα. Του δείρανε λιγάκι τον άνθρωπο, τον πατέρα μας. Και τον αφήσανε πράγματι. Αυτά εν ολίγοις.
Ξεκινάμε. Απελευθερώνεται η Ελλάδα. Γίνεται, όταν βγήκανε… Στην Κατοχή βγήκανε πολλά νέα παιδιά με την υπόθεση για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, απελευθερωτική. Εθνική Αντίσταση λεγόμενη. Όμως στην αντίσταση αυτή επικράτησαν κάποια πρόσωπα, στελέχη του Κουμουνιστικού Κόμματος, οι οποίοι θέλησαν να κάνουν ένα είδος δικτατορίας τώρα, κάπως έτσι πρέπει να ήταν η υπόθεση αυτή. Κατά κάποιο τρόπο αυτό ήταν το κυριότε[00:10:00]ρο. Μετά την απελευθέρωση, οι Βούλγαροι αμέσως αλλάξανε πολιτική και πήγανε με το μπλοκ των Ρώσων. Άλλαξε το σύστημά τους από Γερμανοί γίνανε Ρώσοι. Κομουνιστικό σύστημα επικράτησε. Και όσοι ήταν δοσίλογοι, τους πιάσανε αυτούς όλους και επικράτησε ο Κομουνισμός. Και στην Ελλάδα μόλις απελευθερώθηκαν, φύγανε οι Βούλγαροι, εγκαταστάθηκαν στο χωριό οι Αντάρτες. Επικρατούσε το σύστημα αυτό, το αντάρτικο. Είχαμε εκεί πέρα, κάνανε πολιτοφυλακή, κάποιοι από το χωριό της ηλικίας εκείνης, άλλον έκαναν αστυνομικό, άλλους τους έκαναν χωροφύλακες, μέχρι να ‘ρθει η βασική Κυβέρνηση. Η συμφωνία μετά, οι αριστεροί με τον εθνικό κορμό που ήρθαν από την Αίγυπτο –γιατί στην Κατοχή έφυγε η Ελληνική Κυβέρνηση και εγκαταστάθηκε στο Κάιρο– ήρθαν από εκεί, τα βρήκανε με την ηγεσία του βουνού τότες, να ‘ρθουν σε συμφωνία. Αυτή, η κυβέρνηση του βουνού, ήθελε... πρώτα, λέει, θα κάνουμε το εξής: «Όσοι» λέει «ήταν με τους Γερμανούς, οι χαφιέδες οι λεγόμενοι, πρέπει να συλληφθούν αυτοί». Και η άλλη η κυβέρνηση, η εθνική κυβέρνηση, που ήταν από την άλλη πλευρά, και λέει, να κάνουν την κυβέρνηση, να γίνουν εκλογές και από εκεί και πέρα με διαδικαστικές, αυτές, να δικαστούν ποιοι είναι πράγματι οι ένοχοι. Τώρα δεν μπορούμε να κατακρίνουμε τον έναν δίχως να ξέρουμε ποιος ήταν. Εκεί δεν ταιριάξανε κάπως και μετά ζήτησαν αυτοί να πάρουν κάποια υπουργεία βασικά, τα οποία η άλλη κυβέρνηση δεν… Επηρεαζόμενη όμως, όπως φαίνεται, από τους Συμμάχους και δη από τους Εγγλέζους, που επηρεάσανε πολύ την κυβέρνηση. Εκεί σταμάτησε. Κι έγινε ένα κίνημα, τώρα πώς έγινε δεν ξέρω γενικά. Κάποιος αξιωματικός, πρέπει να ήταν της χωροφυλακής, σκοτώνει κάποιον πολίτη από την άλλη πλευρά και αμέσως άλλαξαν τα πράγματα. Άρχισε να γίνεται ο Διχασμός. Έγινε ο διχασμός σιγά σιγά. Οι δεξιοί, η παράταξη η δεξιά άρχισαν να κυνηγούν τους αριστερούς τους λεγόμενους, να τους κλείνουν στις φυλακές. Υπήρξε η διχόνοια αυτή μεταξύ Ελλήνων και αυτό ήταν το χειρότερο που έγινε. Ξεκίνησε η αυτή. Το ’46 άρχισαν σιγά σιγά να βγαίνουν στο βουνό. Αντάρτες λεγόμενοι. Στην αρχή κάνανε λεηλασίες, να φάνε, να πιούνε, κάτι ζητούσαν. Έγινε και κάποια οργάνωση, το λεγόμενο ΕΑΜ, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο όπως ονομάστηκε. Εκεί υπήρξανε και δημοκρατικοί πολίτες, όχι κουμουνιστές, του Κομουνιστικού Κόμματος. Και όμως επικρατούσανε, η κορυφή ήταν πάντα, παίρνανε εντολή από τους αριστερούς. Υπήρξανε κάποιες συμμαχίες στην Κατοχή, με τους Εγγλέζους και το αντάρτικο το κομουνιστικό ας πούμε. Βγήκε και άλλο αντάρτικο, του Ζέρβα. Εθνικό ανταρτικό. Στην αρχή εκεί υπήρξε μία σύμβαση μεταξύ δύο αντιμαχόμενων, ας τους πούμε, συνεννοήθηκαν και τα βρήκανε και με κάποιους σαμποτέρ Εγγλέζους ανατινάξανε τότες την γέφυρα του Γοργοποτάμου. Να αποκλείσουν την διέλευση πολεμικών υλικών των Γερμανών για την Αφρική. Εκεί πράγματι η Ελλάς στάθηκε στο ύψος της, με το παραπάνω. Παραδέχτηκαν οι Σύμμαχοι. Το λιγότερο πάνω από 10 μέρες, 15 μέρες δυσκολευτήκανε. Μετά φτιάχτηκε πάλι η γέφυρα, ξέρω εγώ, τι κάναν; Και όμως τα αντάρτικα γενικά φέρανε μεγάλες καταστροφές στους Γερμανούς. Παρ' όλα... Οι Γερμανοί όμως, άμα σκοτώνανε έναν Γερμανό, εκτελούσανε πέντε Έλληνες πατριώτες. Ξεκίνησε κατά αυτόν τον τρόπο. Ήρθε η απελευθέρωση, γίνεται όπως είπα το ‘45-’46 με την σύμβαση που έγινε στη Βάρκιζα, δεν δεχτήκανε οι αριστεροί και βγήκε το αντάρτικο. Το ’48 ήταν στο ζενίθ. Ήταν τότε οι συμφωνίες ήταν περισσότερο… τώρα μου ήρθε στον νου, οι δεξιοί ήθελαν πάση θυσία να ‘ρθει ο βασιλεύς, ο Γεώργιος ο Β’. Οι αριστεροί δεν το ήθελαν αυτό και εκεί υπήρχε η διχόνοια. Εκεί πρέπει να ήρθε η διχόνοια. Γίνεται αυτό το πράγμα. Μετά την αυτή… Βγήκαν τα αντάρτικα. ’46-’47 γίνεται επιστράτευση μεγάλης ηλικίας. Φασαρίες μεγάλες με τους αντάρτες. Οι αντάρτες δεν είχαν τακτικό πόλεμο, ληστεύανε, όπου βλέπανε μικρή δύναμη, εθνική, ας την πούμε, τους χτυπούσανε. Εγώ στο χωριό, θυμάμαι για πρώτη φορά το ’48, 24 Ιανουαρίου για πρώτη φορά, οι αντάρτες χτύπησαν τον Άβαντα, παραμονή του Αγίου Γρηγορίου. Μετά από πέντε μέρες, παραμονή των τριών Ιεραρχών του ίδιου μήνα της ίδιας χρονολογίας, χτυπούν ξανά τον Άβαντα, καίνε το σχολείο και σκοτώνονται, αν δεν κάνω λάθος, πρέπει, ένας στρατιώτης. Τότες ήταν στο ζενίθ, τότες πολλοί κάτοικοι κατεβήκαμε στην Αλεξανδρούπολη. Μείναμε εκεί στις παράγκες, κάποια εργοστάσια, βιοτεχνίες που ήτανε κλειστές. Κάτσαμε καμιά εικοσαριά μέρες.
Η βασίλισσα τότες, έγινε συζήτηση και θέλανε να μαζέψουν τα παιδιά, το παιδομάζωμα το λεγόμενο, νέα παιδιά, από 10 χρονών μέχρι 15-20, νέα, για να μην τα πάρουν και τα κάνουν γενίτσαρους οι αριστεροί. Μεταξύ αυτών και εγώ και πολλά παιδιά από το χωριό, γενικά από όλο τον Έβρο. ’48 στις 28 Απριλίου, στο 3ο δημοτικό σχολείο της Αλεξανδρούπολης, μαζευτήκαμε τα παιδιά, ήρθε μία επιτροπή, είχε έρθει ένα καράβι στο λιμάνι της πόλης, το Κορινθία το λεγόμενο, και μας πήρανε. Δίχως να ξέρουν και οι γονείς μου ότι μας... φύγαμε. Πήγαμε σε ένα λιμάνι του Πειραιά, Βασιλειάδη λεγότανε. Εκεί μας περιμένανε κάποια αυτοκίνητα, λεωφορεία, στρατιωτικά οχήματα και μας διαμοιράσανε σε όλη την Αθήνα, όπου, είχαν συνεννοημένοι φαίνεται, είχαν κλείσει ορισμένα σπίτια. Εμείς 25, αν δεν κάνω λάθος, 29 άτομα, μεταξύ αυτών ήμουν εγώ. Γενικά από το χωριό ήμασταν 7 παιδιά. Εγώ, με είχανε σαν επικεφαλή με είπαν και με είπε η προϊσταμένη: «Ποια θες να πάρεις;». Και πήρα όλα τα παιδιά τα δικά μας. Και δεχτήκαμε και μας πήγανε στο Γουδί, μια στρατιωτική μονάδα. Εκεί περάσαμε ζωή χαρισάμενη. Μας είχανε τα πάντα! Φαΐ, ψωμί. Τελευταία μας δώσανε και να... όπου θέλουμε για τεχνικές σχολές, ό,τι θέλαμε. Γκαραζιέρηδες, τορναδόροι, σαμαράδες, υλικά, τα πάντα, χτίστες, ό,τι ήθελες, τσαγκαράδες. Εκεί που ήταν οι αποθήκες βάσεως υλικού πολέμου, στο Γουδί. Εκεί κάτσαμε. ’48, τέλη ’49, τα πράγματα αλλάξανε. Αλλάξανε, υποχώρησε το αντάρτικο, γιατί, φαίνεται, κάνανε συμφωνία οι Αμερικάνοι, γιατί μόλις βλέπανε τα ζόρια οι αντάρτες, περνούσαν τα σύνορα, ήταν ελεύθερα, γιατί τα σύνορά μας με τους Βουλγάρους και με τους Σέρβους, αυτοί ήταν στο ανατολικό μπλοκ και περνούσαν απέναντι. Όταν ήρθε η συμφωνία, κλείσανε αυτοί τα σύνορα, αναγκαστήκανε παραδοθήκανε οι περισσότεροι, άλλοι περάσανε τα σύνορα και μείνανε εκεί για πάντα.[00:20:00] Έτσι σταμάτησε η αυτή… Και εμείς στα ’51 περίπου ξαναγυρίσαμε στα χωριά μας, στις πόλεις μας. Και περάσαμε ’49-’51. Πήγα ένα διάστημα στην Ορεστιάδα, γιατί ο μεγάλος μου αδερφός είχε μία μονάδα στην Καβάλα, στην Καρβάλη γενικά, με τις ζωοτροφές, τον ψώνιζα από εκεί, τροφές για τα ζώα, κάνα 1-1,5 χρόνο. Ξαναγύρισα στην Αλεξανδρούπολη, άνοιξα παντοπωλείο, παντρεύτηκα, έκανα δύο παιδιά, τα πάντρεψα και τώρα είμαι συνταξιούχος στα 91 μου χρόνια. Τα παιδιά παντρεύτηκαν, έκαναν τα παιδιά τους και ζούνε και βασιλεύουν. Ακούω τι θες.
Υπέροχα. Λοιπόν, θείε Μαρίνο, εγώ θα σε πάω ξανά από την αρχή, λίγο πίσω, θα σε ρωτήσω, επειδή το θυμάμαι, τι κάνατε με την Νεολαία του Μεταξά; Πώς ήταν όταν ήρθε η δικτατορία; Τι άλλαξε στη ζωή σου;
Είδα να υπάρχει μία τακτική πολύ καλή. Πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο. Εγώ πρέπει να ήμουν τότες, το 1936 ήμουν 6 χρονών, πρώτη τάξη. Δευτέρα, τρίτη, δεν υπήρχε μία τάξη στο σχολείο. Οι δάσκαλοι ήταν παρόντες, μένανε… ήταν μεγάλο το σχολείο, πολύ πληθυσμός. Είχαμε 6 δασκάλους και νηπιαγωγείο, προπολεμικά. 6 δασκάλους και νηπιαγωγείο. Να φανταστείτε, εγώ είχα μητρώο 31 την χρονιά εκείνη. Δηλαδή γεννήθηκαν 31 αγόρια. Τώρα πόσα ήταν τα κορίτσια… τα κορίτσια έχουν δημοτολόγια, δεν έχουνε... Πολλά παιδιά, σχολείο καλό, τακτικοί οι δάσκαλοι. Άμα έβλεπαν, ο χωροφύλακας έβλεπε, είχε ένας χωρικός τι το φόρτωνε ή το χτυπούσε, υπήρχε αυστηρή ποινή. Υπήρχε τάξη. Σαν χωριό, εγώ θυμάμαι στο σπίτι μας είχαμε τα ζώα και την κοπριά την ρίχναμε από δίπλα στο σπίτι. Ήρθε ο χωροφύλακας, σε λέει: «Κύριε, αυτό απαγορεύεται λόγω υγείας». Και πράγματι, πολύ σωστό. Λένε: «Να μην την ρίχνεις τα κόπρανα εδώ πέρα. Θα τα έχεις χωριστά, έξω από το χωριό, τα μαζεύεις εκεί.». Ένας χωρικός ήθελε κάποια ανάγκη από το παιδί του, να τον πάρει να τον βοηθήσει στις γεωργικές δουλείες του. Έπρεπε να πάει στο σχολείο, να ζητήσει άδεια από τον δάσκαλο. Πράγματι θα διαπιστώσει ότι το είχε ανάγκη. Τον έδινε την άδεια του. Δηλαδή υπήρξε μία τάξη. Ανεξάρτητα αν ήταν δικτατορία. Δηλαδή ο κόσμος ζούσε πάρα πολύ καλά. Υποστηρίχθηκε η αγροτική παραγωγή. Αν δεν κάνω λάθος, θυμάμαι, το στάρι το παίρνανε 6,5-7 δραχμές και το ψωμί πουλιόταν 5 δραχμές. Τόσο πολύ. Η σταφιδοπαραγωγή, θυμάμαι, η κορινθιακή σταφίδα δεν πολυέφευγε. Και υποχρέωσε τους φουρναραίους, θα ξοδεύεις την βδομάδα, φερ’ ειπείν 30 κιλά, 20 κιλά σταφίδα κορινθιακή. Έκαμναν το σταφιδόψωμο το λεγόμενο. Και έτσι υποστηριζόταν κάπως η παραγωγή. Και αυτό το σύστημα μου άρεσε, ας πούμε. Υπήρχε μία τακτική. Ανεξάρτητα αν ήταν δικτατορία, δεν με ενδιάφερε. Ναι, βέβαια, κάπως, ας πούμε... αλλά δεν ενοχλούσε, ας πούμε. Ήταν κάτι το σωστό. Εγώ σαν μικρό, πιτσιρικάς, θυμάμαι, με κάνανε, δεν ξέρω κατά πόσο, ήμουν υπενωμοτάρχης. Είχα στην ομάδα μου 5 πιτσιρίκια σαν και εμένα. Και είχαμε τη Νεολαία. Ο χαιρετισμός, όπως οι αρχαίοι… οι αρχαίοι κάνανε αυτό, ο Μεταξάς έκανε αυτό. Χαιρετισμός γερμανικός. Αυτά καταρχήν.
Ωραία. Προχωρώντας μέσα στον χρόνο, θέλω να μου πεις κάποια περιστατικά με τους Βούλγαρους που ήρθαν στο χωριό στην Κατοχή. Τι κάνανε οι Βούλγαροι στο χωριό;
Στην αρχή, εντάξει. Τελευταία… Ερχότανε... αυτοί οι Βούλγαροι που ήρθανε ήταν οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής. Όταν έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών και παραχωρήθηκε η Δυτική Θράκη στους Έλληνες, οι Βούλγαροι φύγανε, οι κάτοικοι που ήταν, γιατί επί το πλείστον υπήρχαν πολλοί Βούλγαροι στην περιοχή της Θράκης, της Δυτικής Θράκης. Όταν έγινε η Κατοχή, όλοι αυτοί οι παλιοί κάτοικοί τους, γυρίσανε πίσω στα μέρη τους. Αν έβλεπαν κάτοικοι που κατοίκησαν στα χωριά αυτά και φτιάξανε κάπως τα σπίτια τους, το ‘βλεπε έτσι περιποιημένο, ερχόταν τους έλεγε: «Σε 24 ώρες πρέπει να φύγεις από το σπίτι. Όπου θέλεις πήγαινε». Και αυτό ήταν δύσκολο. Μας πήραν όλα τα χωράφια, δεν μας αφήσανε τίποτα. Θυμάμαι από την πείνα είχα πρηστεί, από την πείνα. Θυμάμαι κάποτε είχε γίνει μία διανομή. Οι Βούλγαροι, πίσω από το σπίτι μας ήταν μια πλατειούλα εκεί, και κάνανε διανομή στους Βουλγάρους, μεταξύ τους, καλαμπόκι. Και από κάποια σακιά, ήταν τρύπια, πέφτανε οι σπόροι. Για να μην τα πάρει ο αδερφός μου, απ’ την πείνα, τον έσπρωξα, χτύπησε, έπεσε με τα μούτρα και έσπασε τα δοντάκια του. Για να τα φάω εγώ, για να ζήσω. Τόσο πολύ. Πηγαίναμε τα βράδια και μαζεύαμε, στα χωράφια μέσα, μαζεύαμε τα μπασάκια που τα λέγαμε και τα πηγαίναμε σε ένα χωράφι έξω από το χωριό, ήταν ο πατέρας μου εκεί. Είχαμε τον χειρόμυλο εκεί πέρα τα έκανε αλεύρι. Και μέσα στην στάμνα το αλεύρι, τα φέρναμε στο χωριό και η μητέρα μας τα ζύμωνε και συγκεκριμένα όχι σκέτο αλεύρι, ήταν βελανίδι, βάζαμε. Είχαμε μια βελανιδιά, ο καρπός της ήταν γλυκός σαν το κάστανο. Το έψηνε αλλά εκείνο ήταν… όταν το έψηνε γινόταν μαύρο, κάρβουνο. Για να πληθαίνει το ψωμί, ας πούμε. Αλλά εκείνο δεν φούσκωνε καθόλου. Πέτρα! Δεν τρωγότανε. Αλλά από την πείνα δεν λογαριάζαμε τέτοια πράγματα. Υποφέραμε πάρα πολύ, πάρα πολύ. Έχω φάει πολλές φορές ξύλο. Τότες ο διοικητής της αστυνομίας, κάποιος Ντιμίτρι Πιπέρωφ, υπολοχαγός ήταν αυτός, έφευγε από την αστυνομία, που ήταν απέναντι από το σπίτι μας, και πήγαινε στο σχολείο. Ήταν το γενικό αρχηγείο του στρατού. Από τας Σέρρας μέχρι την ουδετέρα, έξω από την Αλεξανδρούπολη το σύνορο, μεταξύ Δωρικού, Αγνάντιας και πάνω ήταν ουδετέρα, ελεύθερα. Δεν αφήνανε κανέναν να περάσει. Αυτά. Τι θα ‘λεγα κάτι και μου διέφυγε, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα. Με τους Βουλγάρους.
Ίσως πήγες να μας πεις για τις φορές που είχες φάει ξύλο ή άμα κάνατε κάποια ζαβολιά;
Ζαβολιά όχι. Έξω από το χωριό προς την Σύμη ήταν το ποτάμι. Σε ένα μέρος το καλοκαίρι επειδή ήταν λακκούβα, το ονομάζαμε σγούρνα, να πάμε να κάνουμε μπάνιο. Εγώ πιτσιρικάς, με τον αδερφό μου τον μεγάλο συγκεκριμένα, κατέβηκαν εκεί να κάνουν μπάνιο και εγώ καθόμουν επάνω στον βράχο, φύλαγα τα ρούχα. Για μια στιγμή ήρθε ο Πιπέρωφ, δεν ξέραμε… Αυτός με έναν άλλο στρατιωτικό πάλι, μας είδαν εκεί. Ο αδερφός μου από το ποτάμι φύγανε. Εγώ εκεί μικρός έμεινα με τα ρούχα, άρχισαν να μας βρίζουν: «Да еба майка [να σου γαμήσω τη μάνα]». Με δίνει μια κλωτσιά, να πέσω κάτω, ένα βάθος 5-6 μέτρα. Θα σκοτωνόμουν σίγουρα. Αλλά ο άλλος ο Βούλγαρος κάπως συναισθάνθηκε, με λυπήθηκε φαίνεται που έκλαιγα. Και του λέει: «Άφησε τον! Παιδί είναι αυτό». Εγώ σκαλώθηκα στην μπότα του, με τραβάει μια κλωτσιά και γλίτωσα από εκεί. Έφυγα και πήγα, με συγχωρείς, τα έκανα επάνω μου από τον φόβο μου. Και τρέχω στην μάνα μας, «έτσι και έτσι». Ιστορίες φοβερές. Όταν περνούσε από εκεί ο Βούλγαρος 9:30-10:00 η ώρα, έφευγε από την αστυνομία και πήγαινε στο σχολείο. Εκεί ήταν το στρατηγείο. Το μεσημέρι ξαναγυρνούσε. Ήταν ένα καφενεδάκι, μαζευόντουσαν εκεί οι γέροι. [00:30:00]Άμα περνούσε, έπρεπε να σηκωθούνε, να βγάλουν το καπέλο, το τραγιάσκο, να χαιρετήσουνε. Έτσι και δεν σηκωνόντανε, θα έτρωγε ξύλο με την ψυχή του. Πολύ, πάρα πολύ. Άλλαξαν τα χρόνια, το καθεστώς. Από Γερμανούς που ήτανε, γύρισαν το σύστημά τους, έγινε μπολσεβικισμός. Πήγανε με τους Ρώσους. Και είπα, όσοι ήταν δωσίλογοι τους είχαν πιάσει. Και αυτός ο υπολοχαγός πρέπει να ήταν φασίστας, σίγουρα. Θα τους πιάσανε και αυτούς. Γνώρισα έναν στρατιώτη, λοχίας ήταν. Ήταν στον φούρνο, θυμάμαι πολλές φορές, μας λυπότανε και μας έδινε καμία κουραμάνα, την κρύβαμε κάτω από την ποδιά και στο σπίτι. Εκείνος μετά ανέλαβε, πρέπει να ήταν και μορφωμένο το παιδί. Ανέλαβε αυτός αρχηγός. Το μανίκι το αριστερό σηκωμένο και η χαιρετούρα ήταν γροθιά, κατά αυτόν τον τρόπο. Εκεί τους αφήσανε τους Βούλγαρους, αυτοί που μας κάνανε τόση ζημιά. Και αυτοί αριστεροί και η Βουλγαρία άλλαξε το καθεστώς της, από φασίστες έγιναν κουμουνιστές, τους αφήσανε και φύγανε στην Βουλγαρία ελεύθερα. Πήρανε ό,τι είχανε, ήρθανε ξυπόλυτοι, και ό,τι ρούχα, αυτά, εμπορεύματα Ελλήνων που τα κατασχέσανε, τα φορτώσανε στα κάρα και τα πήγανε στην Βουλγαρία. Θυμάμαι, μας είχαν πάρει και το ζευγάρι με τα βόδια, και πήγε ο πατέρας μου διαμαρτυρήθηκε και λέει «ναι, πράγματι», τα είχαν αφήσει στην παραμεθόριο μεταξύ Κομοτηνής και Βουλγαρίας, στην Ροδόπη επάνω. Και είχε πάει ο πατέρας μου με τα πόδια στην Κομοτηνή και γύρισε με το κάρο με τα βόδια, να τα φέρει πίσω. Μια ζωή τυράννια, πάρα πολύ. Μετά ξεκίνησε η απελευθέρωση. Έγιναν εθνικές εκλογές, αν δεν κάνω λάθος, θυμάμαι, τότες ήταν ο Πλαστήρας; ‘51-’52; Οι κουμουνισταί διασπαστήκανε. Βγήκε το φιλελεύθερο. Ήταν ο Ηλιού, Ηλίας Ηλιού, αριστερός, αλλά ήταν μέτριος αριστερός. Και αυτοί ήταν διασπασμένοι, εκτός του Κουμουνιστικού Κόμματος. Και μέχρι τώρα συνεχίζεται αυτό το πράγμα. Σε γενικές γραμμές.
Θα σε ρωτήσω κάτι άλλο τώρα. Τι γινότανε αν κάποιος προσπαθούσε να πάει από το χωριό ή γενικά από την Αλεξανδρούπολη προς την ουδετέρα ζώνη;
Εκεί ήταν δύσκολα, για να περάσεις από εκεί. Έτσι και σε πιάνανε, δεν γλύτωνες. Θα σε σκότωναν. Έχουν σκοτώσει πολλούς από το χωριό, θυμάμαι. Μεταλλόπουλος με ένα άλλο παιδάκι, περνούσανε. Ήταν περάσματα δυο τρία, αλλά οι Βούλγαροι ήταν στρατιώτες, είχαν φυλάκια από τη Νίψα μέχρι το Αετοχώρι. Μετά ήταν ο κεντρικός δρόμος και δύσκολα μπορούσαν να περάσουν από εδώ. Από εκεί, από τα βουνά, από τις χαράδρες. Αλλά επειδή τα ξέρανε τα μονοπάτια, τους πιάνανε. Τον έναν τον σκότωσαν από το ξύλο, τον Μεταλλόπουλο. Νίκος Μεταλλόπουλος. Τώρα έχει το όνομα του ο ανιψιός του. Και ένας άλλος από το ξύλο, πώς λεγότανε, δεν θυμάμαι το όνομα του. Πολύ, πολύ ξύλο, πολύ κακό. Βάσι πετ το λεγόμενο. Θυμάμαι, είχαν τότε στα μεταλλεία τα βουλγάρικα, δούλευε ο πατέρας μου στα μεταλλεία. Ο μεγάλος ο αδερφός μου δούλευε σε έναν Βούλγαρο, σαν βοηθό εκεί πέρα τον είχε. Ήταν αυτός επιστάτης των μεταλλείων. Είχε φέρει και την μισθοδοσία των εργατών, την είχε στο σπίτι. Ένας Βούλγαρος, αλητεία πρέπει να ήτανε, ήξερε ότι έχει μισθοδοσία, λεφτά να πληρώσει τους εργάτες. Αυτός έλλειπε στην Αλεξανδρούπολη και ο αδερφός μου ήταν εκεί. Χτυπάει την πόρτα, ο αδερφός μου τον είδε αυτόνα, τον ήξερε που ήταν τέτοιος. Τι να κάνει τώρα; Αρπάζει την τσάντα με τα λεφτά, όπως ήτανε, τα λέβα, πηδάει από το παράθυρο. Έτσι και στις 19:00 το βράδυ κυκλοφορούσες δεν σε άφηνε άλλη φορά, θα σε σκοτώνανε, με το πρώτο. Αλλά επειδή τον αδερφό μου τον ξέρανε, που δούλευε στο Μπάιλοφ λεγότανε αυτός, τον ήξεραν. Με την τσάντα ήρθε στο σπίτι μας, με τα λεφτά μαζί. Έρχεται ο Βούλγαρος ο προϊστάμενος αυτός, πάει στο σπίτι, βλέπει η τσάντα λείπει και δεν έρχεται να μας πει, να ‘ρθει στο σπίτι και να πει: «Πού είναι ο γιος σου;». Πήγε κατευθείαν στο στρατηγείο, δυο στρατιώτες –τι ώρα ήταν; αργά– τον παίρνουν τον αδερφό μου, αρχίσαμε να κλαίμε και εμείς, η μητέρα μου... Λέει: «Εδώ είναι τα λεφτά. Έτσι και έτσι έγινε.». Αλλά να 'ναι πράγματι, ο στρατηγός αυτός τώρα τι βαθμό έφερνε δεν ξέρω, πράγματι κατάλαβε ότι: «Ο τάδε... –Βούλγαρος πολίτης– τον είδα, χτυπούσε από το παράθυρο, φοβήθηκα και πήρα τα λεφτά και έφυγα! Αλλιώς θα τα έπαιρνε και θα έβρισκα εγώ τον μπελά μου». Και κατάλαβαν ότι πράγματι έτσι ήταν και μας άφησαν και ήρθαμε. Ιστορικό αυτό, ήταν πολύ φοβερό. Αυτά, σε γενικές...
Τώρα γιατί δεν μου λες και το περιστατικό που σας είχε βάλει ο Βούλγαρος στρατιώτης να μαλώσετε με τον θείο Ιωσήφ. Πες μου και πώς έγιναν όλα…
Ναι. Στην παραγωγή τότε με τα στάρια, επειδή δεν είναι αυτόνομα, αναγκάστηκα τα βράδια, μόλις έπιανε 17:30-18:00 η ώρα, με τον μικρό τον αδερφό μου, πήραμε από έναν τενεκέ, χωνόμασταν μες στα χωράφια και σπάζαμε τα μπασάκια, τα λέγαμε, τα βάζαμε στον τενεκέ. Και πηγαίναμε, είχαμε ένα χωράφι, που είναι η βιομηχανική ζώνη, τότε εκείνα τα μέρη ήταν όλο μισελίκια, δάσος φοβερό. Εκεί μέσα στο δάσος είχε ο πατέρας μου χειρόμυλο, τα χτυπούσε τα στάρια, έβγαζε τον καρπό και τα άλεθε στον χειρόμυλο. Τα έκαμνε αλεύρι, τα έβαλε μέσα στην στάμνα, υποτίθεται ότι πάμε στο χωριό να φέρουμε νερό. Ενώ η στάμνα είχε αλεύρι μέσα. Αυτά με αυτούς. Μας πιάνει, θυμάμαι μία φορά μας έπιασε: «Ела тука» ελάτε εδώ. «Дай шамар», δώσε του μια χαστούκα. Αρχίσαμε να κλαίμε και εγώ και εκείνος. Χτυπάω τον αδερφό μου. Εκείνος «Χτύπα τον και εσύ!» Δηλαδή ένα πράγμα να τρελαθείς, πολύ ξύλο. «Δεν χτυπάνε έτσι, έτσι χτυπάνε!» Μας τραβάει και αυτός από ένα χαστούκι. Αφήσαμε και τους τενεκέδες εκεί, στο σπίτι πίσω. Ιστορίες δεν λέγονται. Να τις ζήσεις και να καταλάβεις την αξία τους, την σημασία τους. Φοβερή ιστορία. Ταλαιπωρία, τόσο που δεν πρέπει. Τελευταία είχαν πει: «Όσοι Έλληνες δεν στέλνουν τα παιδιά τους στο βουλγάρικο σχολείο, πρέπει να φύγουν!» Ο πατέρας μου δεν ήθελε να μας στείλει και καλά έκανε ή και δεν έκανε. Είχε τον αδερφό του, είχε φύγει εκείνος πιο μπροστά στην Θεσσαλονίκη. Πολλοί φύγανε στην Θεσσαλονίκη με τα αυτά. Ένας ένας, με τις οικογένειές τους είχαν φύγει. Φύγανε πάνω από 150-200 οικογένειες στην Θεσσαλονίκη. Αφήσανε όλα τα υπάρχοντα τους, κάτι απαραίτητα και φύγανε εκεί πέρα. Από τας Σέρρας και μετά, ήτανε μεν Κατοχή, αλλά οι άνθρωποι ζούσανε με κάποιους πόρους, με οτιδήποτε. Γινόταν μαύρη αγορά, κάναν... Τέλος πάντων υπήρχε κάποια ελευθερία, πολύ καλή. Όχι σαν και αυτή. Εμείς στην Βουλγαρική Κατοχή πάρα πολύ υποφέραμε. Πιάνανε, όσους πιάνανε... Θυμάμαι, ήρθε μια οικογένεια και σε λέει, πού τους εκτελούσαν; εδώ στον Άβαντα. Ήρθε μια οικογένεια σε εμάς, ανδρόγυνο, και λένε, επειδή το σπίτι μας ήταν ακριβώς απέναντι από την βουλγάρικη αστυνομία, λέει η μητέρα μου: «Ναι. Πού να ξέρουμε, καλή μου, ποιος είναι ο γιος σου; Εδώ μέσα αν ερχότανε, δεν γλίτωνε, τους σκοτώνανε!». Πού τους πηγαίνανε, ένας Θεός ξέρει. Πολλούς. Και αυτό το θυμάμαι σαν όνειρο, που ήρθε η οικογένεια και ζητούσαν τον γιο τους. Πολλούς, πάρα πολλούς. Και στο χωριό πολλούς σκοτώσανε. Αυτά εν ολίγοις.
Λοιπόν. Συνεχίζοντας, θα σε πάω λίγο μετά την Κατοχή. Θέλω να μου πεις τι έγινε με τους αντάρτες στο χωριό. Πότε ήρθαν στο χωριό; Τι έκαναν ακριβώς αυτοί εκεί;[00:40:00]
Στο χωριό ήρθαν αυτοί μετά την απελευθέρωση. Ακόμα δεν ιδρύθηκε εθνική κυβέρνηση. Υπήρξαν αντάρτες. Υπήρχαν αντάρτες, διορίσανε ανθρώπους, υποτίθεται, εσένα σε είχαν αστυνομικό, εσύ είσαι αστυνόμος, δυο χωροφύλακες. Γινόταν το λαϊκό δικαστήριο. Εγώ, επειδή δεν είχα τελειώσει το δημοτικό, θέλαμε να πάμε να πάρουμε απολυτήρια τους τελευταίους 2-3 μήνες, αν δεν κάνω λάθος, Απρίλιο-Μάιο, και τον Ιούνιο δίνανε εξετάσεις να πάρουμε απολυτήρια. Θυμάμαι τα παιδιά... Εγώ ήμουν πρόεδρος του δικαστηρίου, με κάνανε πρόεδρο του δικαστηρίου. Θυμάμαι δυο παιδιά, μαζί και ο μικρός αδερφός μου κάνανε κάποιες τρέλες. Δηλαδή ο δάσκαλος δεν είχε το δικαίωμα. Έπρεπε να περάσουν το λαϊκό δικαστήριο. Τους παίρνανε τώρα: «Γιατί έκανες αυτή τη ζημιά;». «Να, ξέρω εγώ...». «2 μέρες θα σκουπίζεις το σχολείο». Αυτές ήταν οι ποινές, αλλά εμείς διαφωνούμε. Μετά μας διέταξαν, γίναμε μια επιτροπή, εγώ και άλλοι δυο, ο ένας εξ’ αυτών ήταν αριστερό στοιχείο, είχε τον γαμπρό του στα αντάρτικα, δεν θα ονομάσω όνομα, μας στείλανε να κάνουμε έρανο από το χωριό για τον Απελευθερωτικό Στρατό. Πήγαμε σε ένα σπίτι, συγκεκριμένα στου συμπέθερου. Ο άνθρωπος είχε 7-8 παιδιά. Μετά την Κατοχή, εμείς δεν είχαμε ψωμί να φάμε. Λέει: «Έρανο ήρθαμε να κάνουμε». Λέει και εκείνος πράγματι: «Γαμ’ -με συγχωρείς για την φράση μου- Γαμώ τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ σας! Τι είναι αυτά τα πράγματα;» Δεν ήξερε ο άνθρωπος, ένας χωρικός, αγράμματος, ήρθανε από την προσφυγιά. Αυτό το παιδί πήγε και το ανέφερε. Ο αρχηγός εδώ, πολιτικός αρχηγός ήταν κάποιος Χωραφάς, καλός κύριος, παρ' όλο που ήταν και αριστερός. Θυμάμαι, μέσα στο γραφείο του, σε ένα σπίτι καθότανε, στου Δαμιανού, είχε την κουμουνιστική σημαία, το σφυροδρέπανο και το σφυρί. Του λέω: «Ακούστε, κύριε. Άμα πηγαίναμε στο σπίτι μας, όχι λεφτά, όχι ψωμί, ούτε σπόρο θα σας έδινα! Αφού δεν έχουμε εμείς να φάμε, τι να σας δώσουμε;». Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι πράγματι ο Άβαντας υπόφερε πάρα πολύ. Ή και η Σύμη ή και η Αμφιτρίτη και κάποια χωριά εδώ στην περιοχή. Αλλά επειδή ήταν εκεί το εκτελεστικό απόσπασμα, ήταν αυστηρά, αυστηρότατα. Ελέγχανε οι Βούλγαροι.Και πράγματι ο άνθρωπος με χτύπησε στον ώμο και το γλίτωσε ο άνθρωπος, δηλαδή αλλιώς δεν θα το γλίτωνε, θα τον σκοτώνανε. Σε λέει, να βρίσεις το κόμμα ήταν πολύ δύσκολο. Και από τότε, αυτό το παιδί με είχε άχτι. Πηγαίναμε στο σχολείο για να πάρουμε τα απολυτήρια, παίζαμε εκεί φαίνεται και τώρα τι τον είπα εγώ, δεν ξέρω, με κυνηγούσε. Και είχε ένα μαχαίρι από σπαθί, εκείνα τα κοντά τα σπαθιά. Τώρα πώς το έκανε; Σαν καμά, ας πούμε. Όπως γύριζα πίσω από το σχολείο, σκύβω εγώ για να περάσει αυτός. Αυτός είχε το μαχαίρι και μου την καρφώνει στην πλάτη. Ακόμα το έχω το σημάδι, ένα τέτοιο πράγμα. Δηλαδή ευτυχώς με βρήκε στην ραχοκοκαλιά. Αν με έβρισκε πιο κάτω, στην καρδιά. Τώρα δεν θυμάμαι πώς με πήγαν στο αυτό. Περαστικά. Συνέπεσε μετά από αυτό. Αυτό ήθελε να μπει εισπράκτορας. Και εισπράκτορας, άμα δεν είχες απολυτήριο δημοτικού δεν σε έπαιρναν. Έπρεπε πάση θυσία να είχες απολυτήριο. Δίπλωμα να βγάλεις, έπρεπε να έχεις απολυτήριο δημοτικού. Ήρθε στο μαγαζί, είχα ανοίξει το μαγαζί, ήθελε να με πάρει μάρτυρα. Του λέω: «Θυμάσαι» λέω «τι με έκανες;». Όμως εγώ δεν τον κράτησα κακία. Φίλοι από μικρά παιδιά, είχε χαρακτήρα οξύθυμο. Τέλος πάντων. Πήγα πράγματι και λέω: «Ναι. Πηγαίναμε μαζί σχολείο». Η Εισαγγελία τον έδωσε το απολυτήριο, αν δεν κάνω λάθος, δεν ξέρω αν πήγε σαν εισπράκτορας. Αυτά.
Συνεχίζουμε και λίγο μετά. Ξέρω ότι πήγες σε αυτές της βασίλισσας τις Παιδουπόλεις, που λένε...
Ναι, πήγα.
Πότε σας μάζεψαν; Πώς σας μάζεψαν; Τι έγινε εκείνη την ημέρα; Αν θυμάσαι και την ημέρα ακριβώς.
Το ’48, μετά την δεύτερη αυτή που χτύπησαν τον Άβαντα, 30 Ιανουαρίου του ’48, πολύς κόσμος από το χωριό το εγκατέλειψε και κατεβήκαμε εδώ στην Αλεξανδρούπολη, στις αποθήκες, στο σχολείο το 1ο, στο γυμναστήριο απέναντι. Όπου βρήκανε μέρη χωθήκαν. Θυμάμαι και όταν κατεβαίναμε κάτω, ερχότανε ο στρατός να δει, ας πούμε, τι έγινε. Ακριβώς στον μύλο, 6 χιλιόμετρα από εδώ για τον Άβαντα, ήταν ένα ανοιχτό μέρος. Εκεί μας αντάμωσε ο στρατός με δύο James και μας ρωτούσαν: «Από εδώ και πέρα» λέει «είναι ελεύθερα, εντάξει». Ο ναρκοσυλλέκτης πρώτα έλεγχε για νάρκες. Δεν πρόλαβε να μας το πει αυτό, ένα κάρο από το χωριό, ήταν ανδρόγυνο, Τοπαλίδης το όνομα, Κώστας Τοπαλίδης με Λωξάνδρα την γυναίκα του, ήταν πάνω στο κάρο και κατεβαίνανε στην Αλεξανδρούπολη. Δεν πρόλαβε να μας πει ότι από εδώ και πέρα είναι ελεύθερα, μπορείτε να πάτε, το άλογο πατάει την νάρκη, σκοτώνονται και οι δυο, τον έναν τον πέταξε 50 μέτρα μέσα στο χωράφι, τον άλλο τον πέταξε επάνω στο δέντρο, την γυναίκα του. Και λέμε: «Τι έλεγχο κάνατε;» λέω. «Εδώ το ανδρόγυνο πάει, κομμάτια έγινε!» Από εκεί φοβήθηκα και εγώ, πιάνω τον αδερφό μου τον μικρό από το χέρι, περάσαμε ακριβώς απέναντι και από την Παλαγία, μέσα από τα χωράφια, είχε βρέξει από την προηγούμενη, μες στην λάσπη, και κατεβήκαμε στην Αλεξανδρούπολη. Αυτό το περιστατικό δεν μπορώ να το ξεχάσω. Και από εκεί λίγες μέρες μείναμε στην αποθήκη. Δεν θυμάμαι ποιανού ήταν. Ο μικρός ο αδερφός μου πουλούσε κουλουράκια, να βγάλουμε καμία δραχμή να φάμε. Μάθαμε ότι κάνανε το παιδομάζωμα, για να μην τους πάρουν οι αντάρτες, είπανε στο 3ο δημοτικό σχολείο, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Βλέπω, πήγα και εγώ μαζί με κι άλλα παιδιά, πολλά. Έτοιμοι να φύγουμε και εγώ μαζί. Εκεί γίνεται αυτό, είχαν έρθει το καράβι αυτό, το «Κορινθία», όπως είπα. Μας μαζέψανε, σας ιστόρησα, μας πήγανε στην Αθήνα. Και από εκεί είχε γίνει η διανομή, υπήρχαν εκεί τα αυτοκίνητα και μας διαμοιράσανε σε διάφορα μέρη. Μεταξύ αυτών, εμάς μας είχαν στείλει στο Μαρούσι, εκεί σε μία βίλα κάποιας κυρίας, το παραχώρησε για τα παιδιά, για εμάς. Και μετά από λίγες μέρες ήρθε μια επιτροπή στρατιωτική. Ένας, τώρα τι αξιωματικός, βαθμοφόροι. Πήγανε μέσα στο γραφείο, λέει: «Θέλουμε να πάρουμε 25 παιδιά. Να τα φιλοξενήσουμε εμείς». Εμένα η προϊσταμένη με είπε: «Αν θέλεις…» «Θέλω» λέω «βεβαίως!» «Διάλεξε ποιους θέλεις». Και πήρα τα παιδιά που ήταν μόνο από το χωριό. Μερικά παιδιά, θυμάμαι, ήταν πάνω από τον Έβρο. Από το Αμόριο ήταν τέσσερα παιδιά, Λιαρούδης Σταύρος, Δουδούσης Αθανάσιος, Δημήτριος Παγωνίδης και Μιχάλης Μιχαλακούδης, τέσσερα παιδιά. Από το Κισσάριο ήταν ένα παιδάκι, Γιώργος Τσαϊράκης. Αυτός, έμαθα, πήγε στο Γιοχάνεσμπουργκ, Νότια Αφρική, μετά. Κάποτε είχε έρθει και με είχε βρει στο μαγαζί. Όλα ήταν αγράμματα αυτά τα παιδιά, ήταν πιο μικρά από εμένα, ήταν όλα αγράμματα. Εγώ θα τους γράψω τα γράμματά τους, εγώ τους τα διάβαζα. Δηλαδή με είχανε σαν πατέρα τους. Αλλά και αυτό το πράγμα μέσα στο Γουδί, φέρανε δάσκαλο, όσα παιδιά ήταν αγράμματα και ο αδερφός μου ο μικρός μεταξύ αυτών και τα έκανε μαθήματα. Εγώ δεν ήθελα να πάω. Εντάξει, αυτά που κάνανε τα ήξερα εγώ και δεν πήγα. Πολλά παιδιά. Μετά μας βάλανε και στα συνεργεία, τα μεγάλα τα παιδιά. Εκτός αυτού, μας πληρώνανε κιόλας, 7 δραχμές μεροκάματο. Εγώ, θυμάμαι, είχα κάνει καμιά 1000, δεν θυμάμαι τώρα, δραχμές. Ό,τι ήθελες από δουλειές. Ήταν εκεί οι Αποθήκες Βάσεως Υλικού Πολέμου, ΑΒΥΠ. Ήταν ο όρχος οχημάτων από πίσω μεριά, το παλιό Ψυχικό, τα πάντα. Ήταν όρχος οχημάτων... [00:50:00]Ό,τι ήθελες να γίνεις, σε ποιο επάγγελμα ήθελες να πας, μπορούσες. Μας βάζανε ό,τι θέλαμε να μάθουμε, ό,τι θέλαμε. Πέρασαν τα χρόνια. Όπως είπα, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά και αυτό. Καμία ερώτηση;
Πριν πάμε στο πώς παντρεύτηκες και τα λοιπά, θέλω να σε ξαναρωτήσω και να μου περιγράψεις μία μέρα ακριβώς πώς κυλούσε μέσα στο Γουδί. Τι κάνατε το πρωί, τι κάνατε το μεσημέρι. Τι τέχνες μάθατε, τι τέχνη έμαθες εσύ συγκεκριμένα;
Εγώ συγκεκριμένα πήγα να γίνω γκαραζιέρης, δουλεύαμε σε γκαράζ. Ήταν ένας στρατιώτης, τεχνίτης ήταν, Κλειδαράς Ιωάννης, θυμάμαι και το όνομά του. Ένα καλό παιδί, κληρωτός ήταν ο άνθρωπος, αλλά ήταν τεχνίτης. Εκεί, λίγον καιρό μαθαίναμε εκεί. Πολύ καλό παιδί, πολύ καλός κύριος. Η καθημερινότητα αυτή ήταν. Πολλά παιδιά, αλλά λίγο καιρό κάτσαμε. Έσπασε το αυτό, απελευθερώθηκε η Ελλάδα από τον Εμφύλιο. Ύστερα, αν δεν κάνω λάθος, όταν ήρθε η κυβέρνηση Παπανδρέου, δεν θυμάμαι, τα βρήκανε με τους αριστερούς και δόθηκε κάποια αμνηστία. Ο Μάρκος Βαφειάδης ήταν τότε; Δεν θυμάμαι, ο αρχιστράτηγός τους. Μετά, το ’74, μετά την δικτατορία του Παπαδόπουλου, ο Καραμανλής αναγνώρισε το Κουμουνιστικό Κόμμα, ελεύθερα σου λέει, κύριε, αλλά θα υπακούς τους νόμους του κράτους. Είσαι κουμουνιστής; Να είσαι, αλλά θα υπακούς το Σύνταγμα, ό,τι λέει. Ψήφισε όποιον θέλεις. Και από εκεί και πέρα οι κουμουνιστές ήταν ελεύθερα. Αυτά.
Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα, αν μου επιτρέπεις. Αναφέρθηκες πολύ, έτσι, στα γρήγορα, για την δικτατορία, την στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου. Εσύ εκείνη την περίοδο τι έκανες; Είδες κάτι να αλλάζει; Στο χωριό ήσουν ή στην Αλεξανδρούπολη;
Όχι, όχι. Στην Αλεξανδρούπολη ήμουν. Η δικτατορία το ’67 που έγινε, χαμπάρι δεν πήραμε. Για μια στιγμή, την άλλη μέρα ακούμε εμβατήρια. Σταθμός, ραδιόφωνο είχα στο μαγαζί. Λέω: «Τι γίνεται ρε παιδιά; Χαμπάρι δεν πήρα». Επικράτησε η δικτατορία. Παττακός, Παπαδόπουλος, Μακαρέζος και Ιωαννίδης. Αυτοί οι τέσσερις ήταν. Αλλά αρχηγός ήταν ο Παπαδόπουλος και μετά ο Παττακός, Κρητικός πρέπει να ήταν αυτός. Έγινε η δικτατορία, ήταν μια αυστηρή αυτή. Έπρεπε να γράφουμε, 21 Απριλίου, μόλις η χρονολογία αυτή, να γράφουμε τυπωμένες αυτές «Ζήτω η 21η Απριλίου». Εγώ δεν έγραφα τέτοια. Έπαιρνα, ξέρεις, έντυπα είναι αυτά, έβαζα: «Ζήτω η Ελλάς» «Ζήτω το Έθνος». Και ήρθε μια φορά ο αστυνόμος, χωροφύλακας, λέει: «Γιατί δεν βάζεις 21 Απριλίου;» «Το ίδιο δεν είναι;» λέω. «Εγώ δεν λέω ζήτω το Έθνος; 21 Απριλίου τι είναι; Έθνος δεν είναι;» Εκεί, ας πούμε, δεν ήθελα, δεν ήθελα, εντάξει. Αλλά είχε τάξη. Δεν υπήρχε αυτή. Θυμάμαι, παίρναμε εμπορεύματα. Σου λέει, αυτή τη βδομάδα η ντομάτα θα έχει 5 δραχμές, όλη τη βδομάδα. Και 6 να την έπαιρνες, έπρεπε να την πουλήσεις 5 δραχμές. Υπήρχε έλεγχος αυστηρός προς το συμφέρον του κράτους, προς το συμφέρον όλων μας. Γιατί αλλιώς γίνονταν ασυδοσία. Το ξέρω καλά, την έκαμνα και εγώ. Έπαιρνα δίχως να κόψω τιμολόγιο. Έμπορος, έμπαινε, δίχως τιμολόγιο, σε προστιμάριζε. Ήταν πραγματική αυτή. Να φανταστείς, μηδέν πληθωρισμό. Το δολάριο το ’67 είχε 22 δραχμές, το ’74 είχε 21 και 10. Μιλάμε για μηδέν πληθωρισμό. Δηλαδή έπαιρνες ένα είδος 5 δραχμές, το πουλούσα 6, την άλλη φορά μπορεί να το έπαιρνα και 4,80. Δεν αυξάνονταν καθόλου τα εμπορεύματα. Εκείνες τις χρονιές κέρδισα λεφτά. Ενώ μετά, με την αυτή, άρχισε. Το γάλα είχε 5 δραχμές, το πουλούσα 6. Πάω να το αγοράσω, πήγαινε, το αγόραζα 6. Πήγαινε το κέρδος, έχανα και αυτό που είχα. Δεν υπήρχε άκρη. Συνέχεια ανατιμήσεις. Ποιοι κερδίζανε; Αυτοί που είχανε πολλά κεφάλαια. Αυτό ήταν πολύ σωστό. Ύστερα, είχε χαρίσει κάποια χρέη όλων των αγροτών. Όσοι είχανε χρεωθεί, πήραν μηχανήματα, γεωργικά, τρακτέρια, ή στάβλους κάνανε ή είχαν κάποια δάνεια, αυτά τα χάρισαν όλα. Τα είχανε χαρίσει, αλλά σε αυτό δεν έκαναν καλά. Ήταν και μπαταξήδες κάποιοι. Σε λέει, κύριε, εσύ δεν είσαι σωστός απέναντι… Ναι, εγώ πήρα ένα τρακτέρ, αλλά το πλήρωνα τις δόσεις, δεν χρωστάω τίποτα, ήμουν συνεπής στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών. Εντάξει αυτά, γίνονται κάποιες παρατυπίες. Αυτά.
Μάλιστα. Έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις;
Αν δεν με θυμίσεις, τίποτα. Αυτά γενικά. Μια τακτική ζωή. Με τις στερήσεις, με τις... Το ελεύθερο εμπόριο είναι δύσκολο. Ας πούμε, οπωσδήποτε, δεν... Είχα το παιδί, παρ' όλο που αγόρασα και το κτήμα, το μαγαζί, είχα τον γιο, αλλά ήθελα να μείνει κάτι στο μαγαζί. Γιατί είχε ανοίξει η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών, ύστερα ήρθε απέναντί μου άνοιξε πρατήριο. Ενώ στην αρχή ξεκίνησαν να κάνουν το πρατήριο, άνοιξε μόνο για τους γεωργούς. Αλλά εσύ είσαι γεωργός, έλεγα: «Γιώργο, πάνε ψώνισε υποτίθεται για σένα, θέλω αυτά τα ψώνια. Πόσο κάνουν;» Δηλαδή στην μισή τιμή. Η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών έκανε 200 εκ. τζίρο και πήγαινε μέσα, έχανε και 10 εκ. Εγώ άμα έκανα 200 εκ. τζίρο, θα κέρδιζα, θα ωφελούνταν και το κράτος. Θυμάμαι, είχε γίνει μία επιτροπή στην Νομαρχία και είχαμε πάει. Και ο νομάρχης, δεν θυμάμαι το όνομα του, δεν ήμουν εγώ στην επιτροπή, αλλά με πήραν γιατί είμαι λίγο αυθόρμητος. Λέει: «Γιατί;» Λέω: «Αυτό και αυτό είναι» λέω «να κάνεις τζίρο… Ούτε ενοίκια είχανε, γιατί το κτήμα ήταν της Ενώσεως, ούτε φόρους πληρώνανε, ούτε χαρτόσημα πληρώνανε και μπήκανε και μέσα» λέω. «Εγώ με τα πενιχρά, με την πενιχρή δουλειά που έκανα, είχα τετραμελή οικογένεια, είχα και την πεθερά μου και ζούσα και έκανα και κτήματα. Και ζούσαμε, τέλος πάντων, ό,τι να 'ναι». Λέει: «Εσύ, σαν πολλά δεν μας τα λες;» «Ναι, αυτό που είναι το σωστό». Λέει τον χωροφύλακα: «Πάρ’ τον μέσα». «Όχι» λέω. Βγάζω από την τσέπη μου τα κλειδιά: «Πάρ’ τα κλειδιά. Πήγαινε να ανοίξεις το μαγαζί, κύριε Νομάρχα, και τάισε και την αυτήν μου! Εγώ θα πάω μέσα». Κατάλαβε ο άνθρωπος, δεν φαντάστηκε ότι εγώ θα [Δ.Α.]. Η επιτροπή που ήμασταν, δεν θα ονομάσω τα ονόματά μας, ξαφνιάστηκε και λέει «εντάξει», αλλά δεν έγινε τίποτα. Αναγκάστηκα, ταχτοποίησα τον γιο σε δημόσια θέση και ησύχασα και εγώ, ησύχασε και εκείνο. Και έζησα με το παντοπωλείο. Αυτά.
Αυτό ποια περίπου εποχή ήταν; Αυτό που μας ανέφερες μόλις.
Ποιο πράγμα;
Αυτό με τη Νομαρχία, ποια περίπου εποχή ήταν;
Επί δικτατορίας ήταν.
Α, επί δικτατορίας.
Επειδή είπες για την δικτατορία. Τώρα θυμήθηκα, Σαμπατρακάκης λεγόταν ο Νομάρχης, αλλά καλός κύριος φάνηκε. Κάθε πρωί πρωί κατέβαινε στην λαχαναγορά. Κάθε πρωί, 6:30-7:00, 5:30 η ώρα άνοιγε, τον έβλεπες εκεί ήταν. Ήταν σωστός, αλλά είχε εντολές έτσι, να κάνει κάποια… Κάνανε και πολλά στραβά, όχι πολλά, πάρα πολλά. Επηρεαστήκαν τώρα, όπως θες πες το. Άκρη με την πολιτική δεν μπορείς να βρεις. Με τα λίγα που ξέρω, βλέπω μια βρόμικη κατάσταση. Για την δικτατορία, τότες που... με τον βασιλιά τον Κωνσταντίνο, που δ[01:00:00]εν είχε την δυνατότητα, δεν είχε την πυγμή σαν βασιλιάς. Ένα αγράμματο παιδί, δεν ήξερε πού πάνε τα δυο του. Κατευθυνότανε από άλλους. Η μάνα του ήταν πολύ πονηρή, η Φρειδερίκη, πολύ πονηρή, με συγχωρείς, και τον άνδρα της τον έβαλε μέσα στο βρακί της, που λέμε. Ήταν διαβόλου κάλτσα. Δηλαδή αυτά με τη δική μου αντίληψη, όπως βλέπω τα πράγματα. Παρακάτω τι θες;
Πιστεύω, είμαστε εντάξει.
Σε εύχομαι να είσαι πάντα εντάξει. Να είσαι ντόμπρος, να είσαι σωστός και αυτό μετράει στην κοινωνία. Εγώ παρόλα τα αυτά, ας πούμε, δεν πήγα σχολείο, μέχρι την τετάρτη δημοτικού. Ξέρω να βάζω την υπογραφή μου τουλάχιστον. Με συγχωρείς, εκεί που θα βάζεις την υπογραφή σου, να ξέρεις. Δεν σ' τα λέω παρακάτω, κατάλαβες.
Κατάλαβα. Λοιπόν, θείε, εδώ, στην πρώτη φωτογραφία, ποιους βλέπουμε;
Εδώ είμαστε Ακαδημίας. Κυριακή πρέπει να ήταν. Σίγουρα. Ο μεσαίος είναι, λέγεται… ήταν λοχίας μας. Ήταν και συγκεκριμένα και φοιτητής πανεπιστημίου, δευτεροετής. Ένα πολύ καλό παιδί από την Κόρινθο, και όπου πηγαίναμε και αυτός μαζί μας. Πάρα πολύ καλό παιδί. Και αυτοί επειδή σπουδάζανε τότες, είχαν το δικαίωμα να μείνουν στις μεγαλουπόλεις. Για τον λόγο ότι να δίνουν και τις εξετάσεις, να μην χάσουν τα αυτά τους. Και ένα άλλο παιδάκι είχαμε, κι αυτός στρατιώτης υπηρετούσε, Λευκαδίτης. Από την Λευκάδα ήταν. Γιώργος, θυμάμαι, το μικρό του το όνομα και πολύ καλό παιδί και εκείνος. Είμαστε εδώ Ακαδημίας και βγήκαμε φωτογραφία. Εγώ, είμαι τώρα όπως είναι στην φωτογραφία απ’ αριστερά και από δεξιά είναι ένα παιδάκι πάλι από το χωριό. Λέγεται Ηλίας Κυρίδης, ο οποίος πρέπει να έχει πεθάνει. Παντρεύτηκε στο χωριό. Συγκεκριμένα πήρε του παπά την ανιψιά, του παπα-Δημήτρη. Χατζη… Όχι, πώς λεγόταν το επίθετο; Παπαχρήστου, αν δεν κάνω λάθος. Πήγαν στην Θεσσαλονίκη, αλλά έμαθα ότι συγχωρεθήκανε και η γυναίκα του και αυτός. Πολύ καλό παιδί. Έτσι, αυτή είναι η συγκεκριμένη φωτογραφία που βλέπεις. Αυτό.
Ωραία. Πάμε στη δεύτερη φωτογραφία. Εδώ με ποιον είσαι;
Εδώ είμαι με τον αδερφό μου τον μικρό, τον Ιωσήφ. Τι να πω; Και μόνο που βλέπω, ας πούμε...
Πώς νιώθεις;
Μία ανατριχίλα, μια λαχτάρα και εγώ δεν ξέρω. Πωπωπω! Δεν περιγράφεται. Ειδικά τον αδερφό μου. Τι να πω... Συγκεκριμένα θυμάμαι μια Πρωτοχρονιά, ήταν ο Στρατηγός, ήταν ένας Ταξίαρχος, Ζάγκλης στο επίθετο. Έμενε στο Κολωνάκι. Αλλά είχαμε μάθει κιόλας ότι είχε γιο στρατιωτικό, ο οποίος σκοτώθηκε στον ανταρτοπόλεμο, στον Γράμμο, τότες. Και κόψαν την βασιλόπιτα. Ήμασταν γύρω στα 30 παιδιά, και εκείνη την ώρα που μόλις έβαζε το μαχαίρι να κόψει την αυτή, ονόμαζε και το για ποιον ανήκει. Και μόλις πάτησε το μαχαίρι, «για τον Ιωσήφ Παντέλογλου αυτή». Και εκείνη την ώρα, εκεί επάνω του ήταν η λίρα. Είχαν βάλει μία λίρα. Δεν ξέρω τώρα αν την φυλάνε ακόμα οι γονείς. Πωπω! Τέτοια φωτογραφία πρέπει να είχα και εγώ. Αλλά δεν θυμάμαι.
Άρα εδώ είστε πάλι φωτογραφία μαζί στο Γουδί.
Ναι, στο Γουδί, βέβαια, στο Γουδί. Μας είχαν ντύσει έτσι, ας πούμε. Περάσαμε, δηλαδή αυτά τα χρόνια είναι αξέχαστα. Περάσαμε τόσο καλά. Όπου θέλαμε πηγαίναμε! Εγώ, με είχανε σαν, ας πούμε, προϊστάμενο, ό,τι ήθελαν, με ρωτούσανε: «Πού να θέλετε να πάμε;» Το καλοκαίρι ειδικά, κάθε Κυριακή, όπου θέλαμε. Στη Βούλα, Βουλιαγμένη, στο Καβούρι. Όλη τη... στη Μακρόνησο... γενικά όλη την Αττική την γυρίσαμε, πολλές φορές. Στο Πόρτο Ράφτη. Όπου θέλαμε. Αυτοκίνητα, μας παραχωρούσε ένας στρατιωτικός James, αυτά που κουβαλούσαν τους αξιωματικούς, πίσω είχανε καθίσματα. Ζωή χαρισάμενη. Δεν την έχω… Την ονειρεύομαι αυτήν. Αυτά με αυτήν.
Υπέροχα. Στην τρίτη φωτογραφία ποιους βλέπουμε;
Εδώ είναι η οικογένειά μου, όλη, πλήρη. Ο πρώτος από δεξιά είναι ο μεγάλος αδερφός μου, δεύτερος είμαι εγώ, τρίτη είναι η αδερφή μας και αριστερά, τέταρτος, είναι ο μικρός, ο Ιωσήφ. Η μητέρα μου, συγχωρεμένη, μια πολύ καλή γυναίκα. Μια μάνα! Ασύγκριτα ειλικρινή. Τι να πω; Δεν έχω κουβέντες να εκφράσω. Μάνα είναι μόνο μία. Τελείωσε. Και ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος. Και αυτός, πολύ καλός. Καλότατος. Ε τότε είχαν έρθει σαν πρόσφυγες, συγκεκριμένα ανταλλάξιμοι ήταν. Δηλαδή φύγανε οι Τούρκοι από εδώ, ας πούμε, 100 χιλιάδες, και 100 χιλιάδες Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί από την Τουρκία. Εμείς, η καταγωγή μας είναι από την Καππαδοκία. Διατηρήσανε την γλώσσα, την θρησκεία πάνω από όλα. Όταν ήρθαν εδώ και ακούγανε καμιά φορά χριστοπαναγίες, νομίζω ότι τους σκοτώναν, τόσο πολύ, ας πούμε. Πολύ θρήσκοι, πάρα πολύ θρήσκοι. Και συγκεκριμένα, για να κρατήσουν –τώρα, πότε είναι γεννημένοι η γενιά μας, ο παππούς και οι προπαππούδες μας;– παρ' όλα αυτά κρατήσανε την θρησκεία πάρα πολύ, πρώτα από όλα, και τη γλώσσα. Στο χωριό, της πατρίδας, εκεί που μένανε, είχαν ελληνικό σχολείο και τους δασκάλους τους πλήρωνε η Κωνσταντινούπολη, το ιερατείο, ας πούμε, το Πατριαρχείο της Πόλης. Αυτά, όπως μου τα έλεγε ο πατέρας μου, ας πούμε.
Ξέρω ότι ο πατέρας σου είχε κι ένα ψευδώνυμο. Κάπως τον φωνάζανε μέσα στο χωριό. Κάπως τον λέγατε και εσείς.
Σιρτασάνης, Σιρτασάν. Ναι, κάπως έτσι. Δηλαδή άμα του έλεγες: «Ποιανού παιδί είσαι;». Λέει, άμα έλεγαν: «Του Γρηγόρη», δεν είναι. Άμα έλεγαν, ας πούμε, το παρατσούκλι… Σιρτασάν. Τι είναι τώρα, δεν το ξέρω.
Τι σημαίνει αυτό;
Δεν ξέρω, δεν την έχω…
Έχω ακούσει και τον πατέρα μου, τον Γρηγόρη, να τον λέει «κουρού-παππού». Γιατί τον λέει όμως «κουρού-παππού»;
Ναι. Ήταν αδύνατος, ναι, αυτό το… Ο Ιωσήφ τώρα τον έβγαλε και ο Χρήστος αν δεν κάνω λάθος. Εγώ δεν το ‘λεγα έτσι. Ήταν πάντα αδύνατος, λεπτός, αλλά καθώς τότες… Όταν πρωτοήρθαν στην Νέα Καρβάλη, έξω από την Καβάλα, το μέρος εκεί ήταν πολύ ελώδες και πεθαίνανε σαν τα κοτόπουλα. Δεν ήτανε καλό το κλίμα, καθόλου. Οι περισσότεροι, ας πούμε, θάνατοι που ήταν εκεί. Σαν το κοτόπουλα. Ο παπάς δεν προλάβαινε να τους θάψει. Και έγινε μια επιτροπή, θυμάμαι, με έλεγε, κάποιοι από το… αυτοί. Ήρθαν, λέει, στην Αλεξανδρούπολη υπάρχουν κάποια μέρη. Ήρθαν, είδαν το χωριό, πράσινο, δέντρα πολλά, νερά πολλά. Πήγανε, σε λέει: «Έτσι και έτσι». Και ο πατέρας μου τότες, από τους πρώτους γράφτηκε. Ο παππούς μου είχε δυο κόρες, την μάνα μου και μία άλλη, η Ευθαλία. Εκείνοι φύγανε αμέσως στην Καβάλα και λένε τον πατέρα μου: «Έλα». «Δεν έρχομαι! Άμα θες, πάρε την κόρη σου». Πρέπει να είχε και δύο παιδιά τότες, έχουν συγχωρεθεί, πιο μπροστά από εμάς. Δεν θυμάμαι τα ονόματα τους, μου τα έλεγε η μητέρα. Και πήγαν στο χωριό. Έκτοτε δεν θυμάμαι να αρρωστήσει ο πατέρας μου. Τον ωφέλησε το κλίμα. Ούτε ασπιρίνη έχει πάρει! Μέχρι τα 90 του, τόσα χρόνια που συγχωρέθηκε, ούτε ασπιρίνη είχε πάρει. Τόσο δηλαδή. Και επειδή ήταν πάντα αδύνατος, η λέξη «κουρού» είναι ξερός. «Κουρού», αδύνατος, ας πούμε. Ε και παππούς είναι λέξη γνωστή.
Τώρα που σας ξαναβλέπεις όλους μαζί...
Ναι, ακριβώς...
Πώς αισθάνεσαι;
Χαρά μεγάλη. Πρέπει να διατηρείται. Την έχω και εγώ σε μεγάλη, σε κάδρο, την έχω στο σπίτι. Και θυμάμαι, ας πούμε, τα νεανικά μας χρόνια. Αυτή η χαρά είναι ασύγκριτη, δεν υπάρχει περισσότερη. Αναμνήσεις θυμόμαστε. Κατά αυτόν, τώρα έτσι. Λαχτάρα μας είναι αυτή. Η φωτογραφία είναι καλό πράγμα. Έχω κάποιες άλλες, ας πούμε. Δικά μας, αυτά... Χαιρόμαστε. Αυτά.
Θείε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ, για άλλη μια φορά.
Τίποτα, αγόρι μου. Να ‘σαι καλά.
Να ‘σαι καλά.[01:10:00]
Φωτογραφίες

Βόλτα στην Ακαδημίας
Κυριακάτικη βόλτα/έξοδος από τις Παιδουπόλ ...

Παιδιά των Παιδουπόλεων
Ο αφηγητής αριστερά και ο μικρός του αδερφ ...

Μαρίνος Παντέλογλου
Ο αφηγητής, Μαρίνος Παντέλογλου, σήμερα, 1 ...

Μαρίνος Παντέλογλου
Ο αφηγητής Μαρίνος Παντέλογλου σήμερα, 17/ ...
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
O αφηγητής, κάτοικος Αλεξανδρούπολης και μεγαλωμένος στον Άβαντα Έβρου, μας αφηγείται τη δύσκολη παιδική ηλικία του αλλά και την καθημερινή ζωή των δεκαετιών του '30 και '40. Μέσα από την αφήγησή του βλέπουμε τις αλλαγές στη ζωή του, από τη Νεολαία του Μεταξά και τη Βουλγαρική Κατοχή, μέχρι και τις επιθέσεις-καταστροφές που προξένησαν οι Αντάρτες στο χωριό. Επιπροσθέτως, μας περιγράφει όσα έζησε στις Παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης και, όπως ο ίδιος τονίζει, την εκεί «ζωή χαρισάμενη».
Αφηγητές/τριες
Μαρίνος Παντέλογλου
Ερευνητές/τριες
Γεώργιος Κυριακίδης
Θέματα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/07/2021
Διάρκεια
69'
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
O αφηγητής, κάτοικος Αλεξανδρούπολης και μεγαλωμένος στον Άβαντα Έβρου, μας αφηγείται τη δύσκολη παιδική ηλικία του αλλά και την καθημερινή ζωή των δεκαετιών του '30 και '40. Μέσα από την αφήγησή του βλέπουμε τις αλλαγές στη ζωή του, από τη Νεολαία του Μεταξά και τη Βουλγαρική Κατοχή, μέχρι και τις επιθέσεις-καταστροφές που προξένησαν οι Αντάρτες στο χωριό. Επιπροσθέτως, μας περιγράφει όσα έζησε στις Παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης και, όπως ο ίδιος τονίζει, την εκεί «ζωή χαρισάμενη».
Αφηγητές/τριες
Μαρίνος Παντέλογλου
Ερευνητές/τριες
Γεώργιος Κυριακίδης
Θέματα
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/07/2021
Διάρκεια
69'