© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Αναμνήσεις παιδικών χρόνων και εκπαίδευση στην Κέρκυρα (1950-1970)
Κωδικός Ιστορίας
10020
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Χαρίλαος Βλαστός (Χ.Β.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/02/2021
Ερευνητής/τρια
Μαριλίζα Βλαστού (Μ.Β.)
Λοιπόν, καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Ναι, Χαρίλαος Βλαστός, λέγομαι.
Πολύ ωραία, λοιπόν, είναι Τετάρτη σήμερα, 3 του Φλεβάρη 2021, είμαι με τον κύριο Χαρίλαο Βλαστό, βρισκόμαστε στις Μπενίτσες, εγώ ονομάζομαι Μαριλίζα Βλαστού, είμαι ερευνήτρια του Istorima και ξεκινάμε... Κύριε Bλαστέ, με τι θα θέλατε να ξεκινήσουμε; Θέλετε έτσι να κάνουμε μία εισαγωγή για τις παιδικές σας αναμνήσεις έτσι και ιστορίες εδώ στις Μπενίτσες;-
Ναι.
-όταν ήσασταν παιδί;
Ναι, γιατί όχι; Τι θέλετε ακριβώς να σας πω; Ήταν ωραία χρόνια, ανέμελα, τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60, γι’ αυτές τις δεκαετίες μιλάμε, γιατί μετέπειτα τη δεκαετία του ‘70 ήμουν φοιτητής. Ήταν χρόνια ωραία, το καλοκαίρι που είχα δική μου βάρκα που πηγαίναμε, κωπηλατούσαμε, κάναμε μπάνιο το πρωί, τα απογεύματα κάναμε περιπάτους θαλάσσιους,φτάναμε και μέχρι το Ποντικονήσι και είμαστε μόλις 10 ετών και 9 ετών.
Ήσασταν μεγάλη παρέα;
Είμαστε 3-4 άτομα, 3-4 παιδιά, εγώ ήμουνα από την πόλη που εμένα εδώ όλο το καλοκαίρι και 3 παιδιά από το χωριό, που από αυτούς οι δύο είναι στη ζωή ακόμα, οι τρεις είμαστε εν ζωή.
Πολύ ωραία. Με τη βάρκα που πηγαίνατε;
Με την βάρκα πηγαίναμε μέχρι το Ποντικονήσι, πηγαίναμε μέχρι τη Λαόπετρα. Στη Λαόπετρα, Ποντικονήσι, από την άλλη μεριά της Μπενίτσας, φτάναμε σχεδόν πριν τον Άη- Γιάννη, στην περιοχή Τσάκι, στην περιοχή Βρακί, είναι εκεί που είναι τα σπίτια του Κέδρου. Αυτά γίνονταν σε καθημερινή βάση σχεδόν, και μετά μπροστά από το σπίτι μας, που ήταν παραθαλάσσιο, όλο το πρωί κάνουμε μπάνιο, ήμασταν μπροστά από το σπίτι στην παραλία που υπήρχε τότε και κάναμε μπάνιο. Τελειώνουμε κατά τις 13:00-13:30 ώρα.
Και έπειτα;
Μετά είχε φαγητό, που πολλά από τα παιδιά που μου κάνανε παρέα, τρώγανε μαζί μου και μετά είχε μία κατάκληση μεσημβρινή μέχρι τις 17:30 και μετά τις 18:00 το απόγευμα πάλι περνάμε τη βάρκα και πηγαίναμε τους περιπάτους μέχρι τις 20:00- 20:30.
Μάλιστα.
Άλλες φορές το βράδυ κάναμε παραστάσεις με Καραγκιόζη, και ήταν πάρα πολύ ωραία και μαζευόταν κι άλλα παιδιά και κοπέλες για να δούνε την παράσταση, βάζαμε σε ένα τραπέζι ένα σεντόνι και εγώ έκανα τον καραγκιοζοπαίχτη και γελούσαν αυτοί, είχα και το βιβλίο με τους διαλόγους και ήταν ωραία χρόνια, πάρα πολύ ωραία χρόνια. Το καλοκαίρι μετά πηγαίναμε στην πόλη τις 11 Αυγούστου να δούμε τη λιτανεία, περνάμε και τα παιδιά αυτά, κάποια από τα παιδιά τα παίρνουμε μαζί μας, για να δούμε και αυτοί τη λιτανεία. Και ήταν και η επαφή που είχαν και με την πόλη, ήταν ίσως και η μοναδική επαφή σε αυτή την ηλικία που είχαν με την πόλη, στην ηλικία των 10 και 8 ετών.
Αυτές τις δεκαετίες του '50 και του '60.
Αυτές τις δεκαετίες του '50 και του '60, ναι, γιατί μετά αυτά τα παιδιά δεν συνέχισαν στο γυμνάσιο και άλλα έφυγαν στα καράβια, άλλοι πήγαν στρατιώτες τη δεκαετία του ‘70 και μετά γύρισαν και σταδιοδρόμησαν με τον τουρισμό, και εγώ όταν γύρισα πια από φοιτητής, ήρθα σαν επαγγελματίας στην Κέρκυρα.
Θυμάστε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, όπως λέτε με τη βάρκα ή με τον Καραγκιόζη ή κάποια λιτανεία που να σας έχει μείνει στο μυαλό, όσο ήσασταν μικρό παιδί;
Ήταν πολλά τα περιστατικά, και με τη βάρκα και με τον Καραγκιόζη, γιατί ήταν χρόνια όμορφα. Πρώτα- πρώτα, που κάναμε και λιτανείες εμείς, γιατί μιμούμασταν τη λιτανεία της πόλης και βγάζαμε και λιτανείες μόνοι μας, όλοι. Ήταν πολύ ωραία.
Αλλά αυτό που ήταν το πιο ωραίο ήταν η λιτανεία στην πόλη, βέβαια, η οποία είχε τότε και η βασιλική οικογένεια, η οποία παρακολουθούσε τη λιτανεία από τα παλιά Ανάκτορα, και αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν που βγάζαν το στρατό στα περβάζια του παλαιού Φρουρίου, είχε πολύ στρατό για να παρακολουθήσουν οι στρατιώτες στη λιτανεία, γιατί γίνονται η δέηση στο Φρούριο ακριβώς, και εκεί βγάζανε τους στρατιώτες καθισμένους, πάνω από την πύλη του Φρουρίου για να παρακολουθήσουν και αυτοί τη λιτανεία, ενώ έχει και στρατιωτικά τμήματα που ήταν μες στη λιτανεία. Και η βασιλική οικογένεια ήταν στα παλιά Ανάκτορα. Στη λιτανεία τότε ήταν πάρα πολύ ωραία γιατί ήταν και η ανακτορική φρουρά, συμμετείχε.
Ήταν από τις λίγες φορές που πραγματικά είχε μεγάλη, μεγάλο κύρος και αίγλη η Κέρκυρα γιατί τρεις μήνες το καλοκαίρι ήταν η πρωτεύουσα της Ελλάδος με τη Βασιλική οικογένεια εδώ. Και έτσι ήταν πραγματικά μετά το ‘67 που έφυγε βασιλική οικογένεια πήρε την κατιούσα η υπόθεση.
Εσείς είχατε κάποια προσωπική εμπειρία με τη βασιλική οικογένεια;
Προσωπική εμπειρία όχι δεν είχα, αλλά ήταν τόσο πολύ συμμετείχαν στη ζωή της Κέρκυρας, όπου τους έβλεπες πολύ συχνά, και στη σκάλα του δημάρχου που περνούσαν να δουν τον τότε τον παλιό πρωθυπουργό το Θεοτόκη τον Τζον, και καθόμαστε με ένα φίλο και παρακολουθούσαμε που ερχότανε η πομπή του βασιλιά να τον δει. Περνούσαν από την Μπενίτσα που πηγαίνανε τότε όταν ήτανε νεόκτιστο το Miramare, περνούσαν τα απογεύματα για να πάνε στο Miramare και τους βλέπαμε. Όχι τίποτα το ιδιαίτερο η πομπή, ο Βασιλιάς ή ο Διάδοχος με ένα αυτοκίνητο και πίσω ένα αυτοκίνητο της Ασφάλειας, όχι αυτά που γίνονται τώρα με συνοδείες, κόντρα συνοδείες και τα λοιπά. Ήταν πάρα πολύ απλά. Και ήταν και πολύ προσηνείς στον κόσμο και σταματούσαν και στο χωριό και πραγματικά ήταν κι αυτό ένα -ας το πούμε- ένα μέρος της ζωής της Κέρκυρας. Αυτά ήταν για το..., η διάρκεια που καθόταν στην Κέρκυρα ήταν περίπου 3 μήνες, από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Εκείνο το πρωινό του είπατε που τους είχατε πετύχει με το φίλο σας, πώς ήταν; Θυμάστε έτσι σαν εικόνα;
Θυμάμαι που ήταν ο Παύλος, δεν έχει γίνει ακόμα βασιλιάς ο Κωνσταντίνος, ήταν ο Παύλος με την γυναίκα του τη Φρειδερίκη, οι οποίοι είχαν βγει από ένα αμερικάνικο αυτοκίνητο και πήγαν στην κατοικία του τότε, του πρώην πρωθυπουργού του Θεοτόκη, ήταν ένα πέτρινο κτίριο στον παραλιακό δρόμο, πριν την Κολώνα του Ντούγκλα είναι ένα κόκκινο σπίτι που είναι του Κασίμη και δίπλα από αυτό ήταν ένα πέτρινο σπίτι του Θεοτόκη, που τώρα είναι πολυκατοικία, που έμενε ο Τζον ο Θεοτόκης, με τις υπηρεσίες, με τά αυτά και πήγαιναν να τον δουν. ‘Ηταν κι άλλος κόσμος εκεί, δεν υπήρξε καμία ιδιαίτερη ένταση, όπως τώρα. Τώρα και ο πρωθυπουργός να πήγαινε θα γινόταν της κακομοίρας, θα είχε αποκλειστεί όλο το τετράγωνο. Και ήταν, μας χαιρέτησαν, μας είδαν να καθόμαστε και ήμασταν παιδιά, και αυτό μου έκανε πολλή εντύπωση. Μας χαιρετήσανε δηλαδή όχι με χειραψία «Γεια σας» που μας είδαν, έγνεψαν με το κεφάλι. Άλλο τίποτα, κι άλλα γεγονότα και συμβάντα ήταν καθημερινά, γιατί όπως είπα και πριν, ήτανε πολλοί άνθρωποι που συμμετείχαν στην κερκυραϊκή ζωή. Και ερχόταν να τους δούνε και από άλλα μέλη άλλων Βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης, οι οποίοι και αυτοί περνούσαν από το Λιστόν τις 11 Αυγούστου, ήταν ο Χουάν Κάρλος με την Σοφία, που είχαν παντρευτεί, της Ισπανίας, ήταν η Ειρήνη, είχε έρθει θυμάμαι την περίοδο του ‘58- ‘59 είχει έρθει ο Τίτο της Γιουγκοσλαβίας, τον είχαν φιλοξενήσει εδώ το καλοκαίρι. Έρχονταν από τη Βασιλική αυλή της Σουηδίας, της Δανίας, ήταν οι πριγκίπισσες κλπ. Υπήρχε μεγάλη ζωή. Και χώρια που ο Κόλπος της Γαρίτσας, ήταν γεμάτος κότερα από επώνυμους της εποχής όπως ο Νιάρχος, όπως του Ωνάση η Χριστίνα, η Κρεολή του Νιάρχου, τα θυμάμαι και τα χρώματά τους από τα σκάφη αυτά.
Θέλετε να μας τα περιγράψετε;
Του Νιάρχου ήταν ένα μαύρο πολύ ωραίο ιστιοφόρο μεγάλο κλπ., η Χριστιάνα ήταν άσπρη, άσπρο σκαρί σε στυλ όχι ιστιοφόρου. [00:10:00]Και κατεβαίνανε με πολυτελέστατα κρις κραφτ στη Σκάλα του Δημάρχου, ρίβα που ήταν από μαόνι, κατεβαίνανε γιατί τους περιμένανε τα αυτοκίνητά τους, τους περιμένανε νοικιασμένα ταξί για να τους πάρουν στα Ανάκτορα, όπως θυμάμαι καλά την γέννηση της Αλεξίας, στην Κέρκυρα γεννήθηκε η Αλεξία, η οποία περιμέναμε με τον μακαρίτη τον πατέρα μου και γεννήθηκε στο Mον Ρεπό και περιμέναμε από το φρούριο να ρίξει ο Στρατός κανοβολισμούς, και μου είχε πει ο πατέρας μου: «Αν είναι 11 είναι κοπέλα, αν είναι 21 είναι αγόρι.» και πέσανε 11, και ήταν η Αλεξία, ναι. Αυτά θυμάμαι την περίοδο και άλλα πολλά που τα έχω ξεχάσει ίσως αλλά ήταν ωραίες εποχές.
Πολύ ωραία.
Άλλο;
Εδώ για τις Μπενίτσες. Μικρός ερχόσασταν καλοκαίρια μόνο.
Στις Μπενίτσες ερχόμαστε τα καλοκαίρια και ερχόμαστε και μέσα στο χειμώνα με τον πατέρα μου κλπ. για να δούμε εδώ το κτήμα, να δούμε, είχε άνθρωπο εδώ που το φρόντιζε τις Κυριακές. Και άμα ήταν καλές μέρες ερχόμαστε και καθόμαστε από το πρωί.
Και τι κάνετε; Έτσι μία τυπική ημέρα;
Μια τυπική μέρα καθόμαστε στο σπίτι κάτω στο χωριό, το παραθαλάσσιο που είπαμε πριν, ο πατέρας μου ερχόταν απάνω στο κτήμα για να δει τι γίνεται, πώς είναι, αν ήθελε κάτι ο άνθρωπος που είχε και τα λοιπά, σε τι κατάσταση είχε το κτήμα μέσα στη βδομάδα. Αν είχε καμία ανάγκη άλλη, να του φέρει από την πόλη προμήθειες που συνήθως ζητούσε, και εγώ καθόμουνα πάλι έρχονταν και με βρίσκανε τα παιδιά αυτά του καλοκαιριού, έρχονταν και το χειμώνα και καθόμαστε και παίζαμε όλο το πρωί κάτω στο σπίτι. Όχι βέβαια με βάρκες, γιατί η βάρκα ήταν πια έξω στο γκαράζ, τη βάζαμε στο γκαράζ το χειμώνα. Αλλά παίζαμε χειμωνιάτικα παιχνίδια.
Όπως;
Όπως να τρέχουμε, να σκαρφαλώνουμε στις πορτοκαλιές, να κάνουμε μικρούς περιπάτους και κοντά στο σπίτι, γιατί δεν μας αφήνουν να απομακρυνθούμε, ενώ ήταν η αντίθεση με τη βάρκα που μας άφηναν να γυρνάμε στη θάλασσα, έξω δεν μας άφηναν να πάμε και πολύ μακριά από το σπίτι. Ή παίζαμε με τα αυτοκίνητα μέσα στον κήπο, με παιχνίδια τέτοια χειμωνιάτικα. Ή μέσα στο σπίτι όταν έβρεχε ή ήταν βροχερός ο καιρός και είχαμε έρθει, να παίξουμε μέσα στο σπίτι, με αναμμένη τη σόμπα και παίζαμε μες στο σπίτι. Και μετά ερχόμαστε βέβαια στις Μπενίτσες το Πάσχα, πάντα κάθε Πάσχα έρχονταν κάναμε στις κάναμε το Πάσχα στις Μπενίτσες. Κάναμε κάτω στο σπίτι και μετά όταν ξεκίνησε ο τουρισμός και η φασαρία κάτω στο χωριό, ήρθε ο πατέρας μου και έχτισε πάνω στο κτήμα ένα σπίτι, που πια που μετακομίσαμε στο κτήμα επάνω και κάναμε το Πάσχα στο κτήμα. Βέβαια όταν φτάσαμε στο κτήμα πάνω να έχει-υπάρχει το σπίτι αυτό όπου χτίστηκε στη βάση μιας παλιάς αποθήκης, πια τελείωνα και εγώ το Γυμνάσιο και έφευγα για την Αθήνα φοιτητής και ερχόμουνα πια ως επισκέπτης Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι, που δεν ερχόμουνα στην Μπενίτσα βέβαια τότε σαν φοιτητής, διότι και τα παιδιά οι άλλοι οι φίλο της Μπενίτσας ήταν πια επαγγελματίες ή δουλεύανε μεροκάματο και εγώ πλέον ήμουν φοιτητής και είχα άλλα ενδιαφέροντα στην πόλη. Αλλά μέχρι 17 χρονών ήμουνα συνέχεια στην Μπενίτσα τα καλοκαίρια και μέσα στο χρόνο και τα Χριστούγεννα ερχόμαστε με τον πατέρα μου να δει συγγενείς τους στην Μπενίτσα, να τους ευχηθεί, και το Πάσχα όπως είπαμε ερχόμαστε για να ψήσουμε το αρνί και να κάνουμε την Κυριακή του Πάσχα και το από το Μεγάλο Σάββατο το απόγευμα να ξεκινήσουν τη διαδικασία το αρνί.
Θυμάστε το τελετουργικό για το αρνί;
Το τελετουργικό για το αρνί ήταν ότι ερχόταν με φίλους, με έναν ξάδερφό του ο πατέρας μου ή με κάποιο φίλο, και έρχονταν και διανυκτέρευαν στην Μπενίτσα για να το- είχα έρθει και εγώ κάποιες φορές- και το ετοιμάζετε το αρνί, για να το βάλουνε στη σούβλα πάνω. Ήταν ήδη, το είχε ετοιμάσει ο χασάπης στην πόλη, φωνάζανε και έναν από δω από την Μπενίτσα, το Χαρίλαο να τους δώσει ένα χέρι, το βάζανε στη σούβλα, το τυλίγανε, αφού το βάζανε και αφού το δένανε πάνω στη σούβλα το δένανε με τουλουπάνι και το βάζανε μέσα στο σπίτι όρθιο για να σουρώσει ό,τι ήτανε, με κάτω μία εφημερίδα στρώνανε στη σούβλα με όρθια τη σούβλα, για να είναι έτοιμο το πρωί, για να ξεκινήσουν- για αυτό κοιμόνταν εδώ από βραδύς- για να ξεκινήσουν νωρίς νωρίς το πρωί, να βάλουνε κάρβουνο να ζεστάνει το χώμα και τα λοιπά, για να ξεκινήσουν το ψήσιμο, που οι άλλοι από την πόλη θα ερχότανε κατά τις 12:30, για να στρώσουν τα τραπέζια και τα λοιπά και τα λοιπά και φιλοξενούμενοι.
Οι άλλοι; Η μητέρα σας...;
Η μητέρα μας, η γυναίκα που είχαμε στο σπίτι ή αν ήταν η γυναίκα του ξαδέρφου του πατέρα μου που ήταν από την Αθήνα, οι οποίοι έρχονταν και αυτοί από την πόλη έμενε σε ξενοδοχείο μου έρχονταν πάντα το Πάσχα, έμεναν σε ξενοδοχείο. Αν ήταν άλλοι καλεσμένοι έρχονταν και αυτοί με το αυτοκίνητο, που συνήθως ήταν αρκετοί καλεσμένοι, είχαμε αρκετούς καλεσμένους το Πάσχα και μέναμε στην Μπενίτσα την Κυριακή του Πάσχα και την πρώτη μέρα του Πάσχα. Μέναμε στην Μπενίτσα αυτές τις 3 μέρες, διότι τη δεύτερη μέρα του Πάσχα έβγαινε η λιτανεία εδώ, όπως γίνεται και τώρα.
Θέλετε να μας την περιγράψετε; ΄Εχετε συμμετάσχει ποτέ;
Στη λιτανεία είχα συμμετάσχει αργότερα πλέον όταν είχα έρθει σαν, μεγάλος πια όταν έκανα το σπίτι το δικό μου και εμένα στην Μπενίτσα και συμμετείχα στη λιτανεία του Θωμά, είναι μία δεύτερη ταινία που γίνεται και συμμετείχα ενεργά παίρνοντας το Σταυρό, δύο χρονιές. Φύγαμε από την εκκλησία, πήγαμε στο βουνό απάνω στην Αγία Παρασκευή, έγινε λειτουργία πάνω στην Αγία Παρασκευή, περάσαμε από τα κτήματα και με τις ελιές και αυτά με τις εικόνες και το σταυρό και τα φλάμπουρα και ξεκινήσαμε μετά να κατεβαίνουμε από το βουνό για να συνταχθούμε κοντά στο Παρμενίδη το σπίτι για να ξεκινήσουμε τη λιτανεία προς το χωριό. Αυτό έγινε δύο φορές, έγινε το ‘97, αν θυμάμαι καλά και το ‘96. Ήτανε οι φορές όπου είχα συμμετάσχει ενεργά στη λιτανεία του της Κυριακής του Θωμά, γιατί στη Μπενίτσα βγαίνει μία λιτανεία την Νιά Δευτέρα που λένε στα χωριά και μία λιτανεία του Θωμά, όπως και στα περισσότερα χωριά μετά την μία εβδομάδα, της Διακαινησίμου δηλαδή, όλες όλα τα χωριά στην Κέρκυρα βγαίνουν λιτανείες.
Μάλιστα, μας μιλήσατε πριν, λοιπόν, για την Κυριακή του Πάσχα που προετοίμαζαν το αρνί αποβραδίς και μετά το πρωί ποια ήταν η διαδικασία, θυμάστε έτσι κάποια εικόνα; Κάποιο περιστατικό;
Η εικόνα ήτανε κάποιος εναλλάξ στη σούβλα που γυρνούσε το αρνί, αυτό γινόταν εκ περιτροπής έμπαινε μισή ώρα κάποιος μετά έμπαινε ο άλλος, μετά έμπαινε ο άλλος, συνήθως είμαστε ήταν ο πατέρας μου, ο ξάδερφος του από την Αθήνα και ένας φίλος του από την πόλη και εγώ, αυτοί οι τέσσερις λοιπόν εναλλάξ κάναμε την γυρνάγαμε τη σούβλα, δεν υπήρχαν τότε ηλεκτρικές σούβλες και ήτανε όλα με το χέρι, και ψήναμε το αρνί, επομένως στις μέχρι 11:00 η ώρα κατέφθανε το πρώτο κλιμάκιο, 11:00 - 11:30, το οποίο θα ετοίμαζαν τα τραπέζια για να γίνουν οι μεζέδες, για να βγουν και οι μεζέδες κλπ. γιατί θα έρχονταν και από το χωριό να ευχηθούν και έτσι το πρώτο κλιμάκιο, είχε την αυτήν όταν έφτανε από την πόλη να ετοιμάσει τα τραπέζια, τους μεζέδες, να τα στρώσει τα τραπέζια, να βάλει τις πιατέλες, να βάλει τους πρώτους μεζέδες και τα λοιπά και το κρασί ούτως ώστε να είναι να τα βρουν σχεδόν έτοιμα το κλιμάκιο το τελευταίο που ερχόταν με τους επισήμους. Αυτό. Το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το βράδυ, το απόγευμα αργά το βράδυ. Κρασί, μεζέδες, αρνί συνήθως ήτανε και βάζαμε και δύο αρνιά. Αυτό ήταν πιο επίπονο και πιο -ας το πούμε- πιο μπελαλίδικο, διότι ήθελε και περισσότερη φροντίδα, το να έχεις δύο αρνιά ήθελε μεγαλύτερη προσοχή και μεγαλύτερη φροντίδα. Αλλά πάντα ήταν επιτυχημένες οι γιορτές του Πάσχα στην Μπενίτσα, μετά τη συνέχισα εγώ πιά σαν μεγάλος που αυτό, [00:20:00]τη συνέχισα από από το ‘90 μέχρι το 2007. Καλούσα κόσμο, φίλους και έρχονται και τα πεθερικά μου και πεθερικά φίλων και τα λοιπά και περνούσαμε την Κυριακή Πάσχα και το ίδιο πράγμα έκανα εγώ την παραμονή, να ετοιμάσω το αρνί έκανα αντιγραφή των παλιών χρόνων.
Μόνος σας;
Πάντα με βοηθό! Είχα και εγώ τους βοηθούς μου. Ο Χαρίλαος ζούσε, αυτός που ερχόταν και τότε ζούσε κάποιο διάστημα και με μένα και ερχόταν και με βοηθούσε, αλλά ήταν και άλλοι φίλοι, που ερχόντανε και ψήναμε και τα λοιπά. Αυτό έγινε, όπως είπαμε, από το 1990 μέχρι το 2007 ανελλιπώς, όλα τα χρόνια φέρναμε το αρνί, μετά τη λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου από την πόλη, το παίρναμε από τον κρεοπώλη στην πιάτσα, το έβαζα στον ώμο, να το φέρουμε στη Μπενίτσα, να το ετοιμάσουμε το απόγευμα του μεγάλου Σαββάτου, πάλι με το τουλουπάνι να το τυλίξουμε να το βάλουμε στην αποθήκη όρθιο, για να αυτό, και την άλλη μέρα το πρωί πρωί-πρωί να ετοιμάσουμε τη φωτιά ερχότανε ο Χαρίλαος, ερχότανε και κάποιος φίλος άλλος από την Μπενίτσα, ούτως ώστε να έρθουν τα πρώτα κλιμάκια των φιλοξενουμένων κατά τις 12:30 με 30:00 παρά, να ναι έτοιμα τα τραπέζια για να έρθουν. Αυτό έγινε μέχρι το 2007, μετά βέβαια μεγαλώσαμε κάπως και προτιμάμε το έτοιμο. Άλλο τίποτα δεν ήτανε, αυτό ήταν πολύ ωραία χρόνια με πολύ ωραίες αναμνήσεις, όλα τα χρόνια στις Μπενίτσες.
Από Μεγάλο Σάββατο τι θυμάστε;
Από Μεγάλο Σάββατο πότε;
Από μικρό παιδί.
Από μικρό παιδί θυμάμαι ότι πήγαινα με τον πατέρα μου στην λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου, η οποία είναι από τις πιο όμορφες και με το πιο ωραίο τελετουργικό, είναι το ίδιο τελετουργικό που ήταν εδώ και 50 και 60 χρόνια το ίδιο γίνεται και τώρα. Απλώς τώρα είναι πιο πολύ, έχει και τουρισμό, έχει και τουριστική χροιά η υπόθεση, τότε ήταν το ίδιο πράγμα μεν αλλά με πιο πολύ θρησκευτική κατάνυξη και πιο πολύ ανήκε στους Κερκυραίους παρά στους τουρίστες. Βλέπαμε τη λιτανεία, βλέπαμε την πρώτη Ανάσταση και μετά πηγαίναμε στο σπίτι για να φάει ο πατέρας μου, πάντα ήθελε να φάει συκωτάκια από τα αρνί τηγανητά, και όταν του λέγανε: «Μα δεν έγινε ακόμα Ανάσταση» έλεγε: «Είναι βέβαιο ότι θα γίνει!». Λοιπόν και από το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ εάν είχαμε φιλοξενούμενους, γινόταν το εξής: Στο σπίτι έμενε ο πατέρας μου, οι φιλοξενούμενοι, κάποιοι που θα τους κάνουμε τραπέζι στην Πόλη στην Κέρκυρα, ο αυτός ο ξάδερφος του πατέρα μου πάντα που ήταν σχεδόν όλα τα Πάσχα εδώ και πηγαίναμε στην Ανάσταση, να δούμε την Ανάσταση, τρώγαμε πριν την Ανάσταση εμείς, όλοι στην Κέρκυρα τρώνε μετά την Ανάσταση, εμείς τρώγαμε πιο πριν την Ανάσταση, και πηγαίναμε στο πάρκο για να δούμε την Ανάσταση και γυρνάγαμε στο σπίτι, όπου ο πατέρας μου με τον φίλο και τον θείο μου φεύγανε για την Μπενίτσα, που σας είπα πιο πριν, για να διανυκτερεύσουν στην Μπενίτσα, ήδη όμως είχαν κάνει το αρνί από το απόγευμα που πήγαιναν στο χωριό. Ερχόντανε για την Ανάσταση και το τραπέζι στην πόλη και ξαναγυρνάγανε πάλι στην Μπενίτσα το βράδυ μετά την Ανάσταση για να διανυκτερεύσουν εδώ να ετοιμάσουν για το πρωί, αυτό που είπα πριν και τα λοιπά. Αυτό γινότανε σχεδόν κάθε κάθε χρόνο. Φεύγανε μετά το μεσημέρι για να πάνε στην Μπενίτσα, να ετοιμάσουν το δωμάτιο που θα κοιμόνταν και αυτά και τα λοιπά, να αερίσουν το σπίτι και αυτά, να ετοιμάσουν το αρνί, γύρναγαν κατά τις 21:00 στην πόλη, καθόντανε τρώγαμε στο σπίτι με τους φιλοξενούμενους, πηγαίναμε στην Ανάσταση και μετά έφευγαν, αυτό, δεν ήταν και πολύς κόσμος, δεν ήταν αυτό το πράγμα τώρα που γινότανε, που γίνεται τώρα και τα λοιπά. Ήτανε πιο εύκολη μετακίνηση και...
Πώς ήταν η Ανάσταση; Που πηγαίνατε;
Η Ανάσταση ήταν, εγώ την πρόλαβα την Ανάσταση στην πλατεία, στην πάνω πλατεία ,πηγαίναμε και στο Ακταίον συνήθως. Το Ακταίον δεν ξέρω τώρα πώς το λένε αυτό το μαγαζί.
Ναι, το ίδιο είναι, ναι.
Εκεί πηγαίναμε στο Ακταίον να δούμε την Ανάσταση γιατί είχε και πρόσβαση μετά να φύγουμε για το σπίτι.
Με τα πόδια πηγαίνατε;
Με τα πόδια εγώ βέβαια, αφού ήταν δύο βήματα από την Ντίνου Θεοτόκη, από το Corfu Palace πιο κάτω, δυο βήματα. Εγώ πρόλαβα την Ανάσταση, δηλαδή, όλα τα χρόνια τη θυμάμαι στην πάνω πλατεία. Πριν μερικά χρόνια που εγώ δεν το θυμάμαι, γινόταν μέσα στο Φρούριο. Έδινε άδεια ο στρατός και γινόταν η Ανάσταση μπροστά από τον Άη Γιώργη. Αλλά όταν μαζεύτηκε πολύς κόσμος, μετά δεν μπορούσε να γίνει αυτό και έτσι βγήκε στην πάνω πλατεία η Ανάσταση, να γίνεται στο πάρκο. Εγώ θυμάμαι όμως στην πάνω πλατεία, το άλλο ήταν ήταν πιο παλιά που γινότανε. Και μετά φεύγαμε, είχαμε ήδη φάει, οι φιλοξενούμενοι πήγαιναν στο ξενοδοχείο τους, εμείς πηγαίναμε να κοιμηθούμε, εγώ έφευγα μεγάλος πια και με τον πατέρα μου να φύγουμε για την Μπενίτσα, για να μείνουμε εκεί όταν ερχόμουν στις Μπενίτσες. Και οι άλλοι πήγαιναν στο ξενοδοχείο τους. Αυτά ήταν του Μεγάλου Σαββάτου. Το ίδιο γινόταν και τη Μεγάλη Παρασκευή, φοιτητής ακόμα που ήμουνα, πηγαίναμε στο θείο μου το Φίλιππα να δούμε τον Επιτάφιο της Μητροπόλεως, που είναι στην Κοφινέτα το σπίτι του, κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Που κι αυτό ήτανε το ίδιο πράγμα που γίνεται τώρα, απλώς τώρα είναι πλέον με τον κόσμο δεν είναι και τόσο πολύ ευχάριστο ούτε και τόσο πολύ ας το πούμε κατανυκτικό, όπως ήταν εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ πιο κατανυκτικό, με πολύ λιγότερο κόσμο και με τους Κερκυραίους.
Θέλετε να μας περιγράψετε μία πομπή; Έτσι που να σας έχει μείνει...
Δεν θα περιγράψω τις πομπές, γιατί οι πομπές είναι ίδιες. Αν πάρεις μία φωτογραφία τωρινή και πάρεις και μία φωτογραφία πριν από 60 χρόνια θα δεις τα ίδια πράγματα. Απλώς αλλάζει, αλλάζουν οι παπάδες, έχουν πεθάνει οι παπάδες, έχουνε πεθάνει οι δεσποτάδες, έχουνε πεθάνει οι διάκοι. Εκεί θα δεις τότε το διάκο τον παπά-Τσίτσα, ενώ τώρα θα δεις τον παπα-Σπύρο, τότε θα δεις τον Μεθόδιο, ενώ τώρα θα δεις το Νεκτάριο. Πριν θα έβλεπες τον Πολύκαρπο ενώ μετά έβλεπες τον Τιμόθεο. Αυτά αλλάζουν, δεν αλλάζει το αν το πάρεις σαν πίνακα τη λιτανεία ή τον επιτάφιο, δεν αλλάζει τίποτα από αυτόν είναι ο ίδιος πίνακας. Ίδια φωτογραφία του ‘58 και μία φωτογραφία του 2015 ή 2018.
Μάλιστα.
Εκεί που το ίδιο πράγμα οι ναύτες κρατάνε τον μπαρτακίν του Αγίου, ναύτες το κρατάνε άλλα παιδιά τώρα νεότερα, που είναι ναύτες και κρατάνε το μπαρτακίν στον Άγιο. Η Παλιά Φιλαρμονική το ίδιο απλώς νεότερα παιδιά, άλλοι μαέστροι, άλλα παιδιά, άλλοι δάσκαλοι. Το ίδιο πράγμα πάντως είναι, δηλαδή αν τα έχεις τόσες φωτογραφίες, απλά βλέπεις άλλα πρόσωπα μόνο. Όχι το έθιμο και το τυπικόν παραμένουν τα ίδια, αναλλοίωτα.
Η αγαπημένη σας λιτανεία, λοιπόν, ποια θα λέγατε ότι είναι;
Η αγαπημένη μου λιτανεία είναι δύο. Η μία είναι το Πρωτοκύριακο μου και η άλλη του Μεγάλου Σαββάτου. Οι δύο αγαπημένες λιτανείες.
Το Πρωτοκύριακο πότε διαδραματίζεται;
Είναι η πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου, την πρώτη την Κυριακή, όταν μπαίνει ο Νοέμβρης μήνας, η πρώτη Κυριακή μόλις μπει είναι η λιτανεία του Πρωτοκύριακου και μου αρέσει, διότι είναι αμιγώς κερκυραϊκή, με τους κερκυραίους. Δεν έχει στοιχεία τουρισμού, έχει φύγει ο τουρισμός, έχουνε φύγει τουρίστες, έχουνε φύγει οι αλλοδαποί, που λέω εγώ οι ξένοι, οι Αθηναίοι και τα λοιπά και είναι μόνο οι Κερκυραίοι. Αυτή η λιτανεία ανήκει στην Κέρκυρα, όπως όλες ανήκαν στην Κέρκυρα, δυστυχώς λόγω τουρισμού και λόγω της φήμης που απέκτησε η λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου και ο Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής, γίνεται αυτή η κοσμοσυρροή των Αθηναίων και από άλλα μέρη της Ελλάδος, προκειμένου να παρακολουθήσουν το τριήμερο του Πάσχα στην Κέρκυρα. Διαφορετικά αν δούμε φωτογραφίες παλιές πριν το ‘60, την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο [00:30:00]θα δούμε που 5 Κερκυραίοι παρακολουθούσαν την ίδια λιτανεία, με το ίδιο τελετουργικό. Αυτό είναι το βασικό, το ίδιο τελετουργικό για 5 Κερκυραίους, για 10 Κερκυραίους. Κι αυτό ήταν το ωραίο. Αυτά. Και η λιτανεία του Πρωτοκύριακου, που είπαμε είναι η λιτανεία για τους Κερκυραίους και βέβαια η λιτανεία του μεγάλου Σαββάτου είναι πλέον η λιτανεία που -αν την ξεχωρίσουμε από το τουριστικό κομμάτι- είναι, που έχει πάρα πολύ μεγάλη θρησκευτική αυτή κατάνυξη και πολύ ωραίο τελετουργικό. Αυτά ήταν αυτά όσον αφορά τις την περίοδο του Πάσχα.
Γιατί το τελετουργικό του Μεγάλου Σαββάτου έτσι σας εμπνέει τόσο, σε σχέση ας πούμε με την Κυριακή της Ορθοδοξίας ή την 11η του Αυγούστου;
Κοιτάξτε να δείτε, το Μεγάλο Σάββατο πρέπει να ξέρουμε ότι ο Άγιος είναι εκτός Ουρανίας, το μπαρντακίν ή η Ουρανία. Ο Άγιος ηγείται της όλης λιτανείας, είναι ο Χωροστατών Επίσκοπος το Μεγάλο Σάββατο.
Παίρνει θέση Επισκόπου.
Παίρνει θέση Επισκόπου ο Άγιος και είναι, προΐσταται της όλης λιτανείας της κηδείας του Χριστού. Δεν είναι ο Δεσπότης, είναι ο Άγιος. Και έτσι η λιτανεία αυτή αποκτά αυτήν την αίγλη, τη θρησκευτική αίγλη που έχει και που είναι για τους Κερκυραίους -όντως- αυτή είναι η καλύτερη λιτανεία της χρονιάς. Είπαμε για τους Κερκυραίους η καλύτερη λιτανεία της χρονιάς είναι του Μεγάλου Σαββάτου που έχει την αίγλη τη θρησκευτική, λόγω του γεγονότος του Επιταφίου και του Χωροστατούντος Επισκόπου ο Άγιος, ως Χωροστατών Επίσκοπος και η λιτανεία, που δεν είναι μόνο δική μου άποψη, η λιτανεία του Πρωτοκύριακου, που είναι μόνο οι Κερκυραίοι, είναι μία απλή λιτανεία, μια απλή λιτανεία του χρόνου αλλά είναι μόνο για τους Κερκυραίους. Αυτή είναι η διαφορά.
Εσείς συνήθως από πού σας αρέσει να την παρακολουθείτε;
Ποιο;
Το σημείο που σας αρέσει να παρακολουθείτε μία λιτανεία εδώ στην πόλη;
Τη λιτανεία του μεγάλου Σαββάτου την παρακολουθώ από διάφορες μεριές, θα βγει από τις Κάλντε Λάκουες, από τον εσωτερικό της κάτω Πλατείας, μέχρι τη Μανδρακίνα από διάφορα σημεία και το Πρωτοκύριακο πάλι από την στην Κάτω πλατεία από δύο σημεία, ενώ του μεγάλου Σαββάτου κάνω το γύρω εσωτερικά όπως πάει η λιτανεία, παίρνω τη λιτανεία εσωτερικά από την κάτω πλατεία και φτάνω και κυκλικά στο Λιστόν. Ενώ το Πρωτοκύριακο την βλέπω από δύο σημεία, στο Μποσκέτο και στην έξοδο από τις Κάλντε Λάκουες, και μετά πηγαίνω στη φιλαρμονική και τη βλέπω, στην Παλιά Φιλαρμονική.
Μάλιστα, πολύ ωραία. Ας περάσουμε στα μαθητικά σας χρόνια, αυτά ήταν στην Πόλη, σωστά;
Αυτά στην πόλη, βέβαια.
Σχολείο, λοιπόν, πηγαίνατε στην πόλη.
Σχολείο στην πόλη, και δημοτικό και γυμνάσιο. Γυμνάσιο ήταν τότε, δεν ήταν Λύκειο.
Ναι, ναι, η Δευτεροβάθμια που λέμε τώρα.
Γυμνάσιο εξατάξιο, το σημερινό Λύκειο.
Εσείς πηγαίνετε σε Αρρένων;
Ναι, ήταν Αρρένων, Θηλέων. Ήταν 2 Αρρένων, 1 Θηλέων και 1 μικτό, η Εμπορική Σχολή, τη λέγανε τότε. Ήταν μικτό η Εμπορική Σχολή, το Θηλέων ήταν αμιγώς κορίτσια, ήταν στ0 σημερινό Bella Venezia, που είναι το ξενοδοχείο Bella Venezia ήταν το Θηλέων. Το 2ο Γυμνάσιο που είναι τώρα, ήταν το 2ο Αρρένων και το 1ο δεν ξέρω τι είναι 1ο-5ο, 1ο-3ο, δεν ξέρω τι είναι (σημερινά γυμνάσια) ήταν το 1ο Αρρένων.
Εσείς σε ποιο πηγαίνατε;
Εγώ πήγαινα στο 1ο Αρρένων.
Και δημοτικό;
Και δημοτικό πήγαινα στο 6ο Δημοτικό. Στο 6ο Δημοτικό ήταν αυτό που είναι τώρα καταρρέει, στην Μητροπολίτου Αθανασίου. Γιατί έχει γίνει καινούργιο 6ο, που είναι επί της Κύπρου, στην οδό Κύπρου.
Από αυτό το κτήριο που λέτε ότι καταρρέει, τι θυμάστε; Πώς ήταν δηλαδή το κτίριο πριν;
Αυτό ήταν πολύ όμορφο κτίριο και είχαμε και ένα ξεχωριστό σαν υπόστεγο που κάναμε γυμναστική όταν έβρεχε δίπλα. Ήταν δίπατο και είχε διευθυντή και και δασκάλους. Έχει 4-5 δασκάλους.
Εξωτερικά πώς ήταν;
Εξωτερικά είχε μία αυλή περιμετρικά του κτιρίου και αυτό το υπόστεγο, το οποίο το χρησιμοποιούσαμε, ήταν μετά κατασκευή του σχολείου για να γίνεται η γυμναστική, όταν έβρεχε, όταν ήταν κακός ο καιρός, γινόταν εκεί η γυμναστική. Είχε δασκάλους και δασκάλες, εμείς είχαμε την κυρία Κούλα και μετά στις μεγαλύτερες τάξεις είχαμε τον, 4η, μέχρι την 3η είχαμε την κυρία Κούλα, μετά είχαμε με τον κύριο Παπούτση Σπύρο και μετά είχαμε το Θόδωρο το Στεφανίδη, που ήταν και ο διευθυντής του σχολείου. Εγώ αποφοίτησα με τον Θοδωρή τον Στεφανίδη και δώσαμε εξετάσεις εισαγωγικές για να μπω στο γυμνάσιο.
Ποιος ήταν ο αγαπημένο σας δάσκαλος;
Η κυρία Κούλα, η κυρία Κούλα η Αρταβάνη. Αυτή μας περιέλαβε 6 χρόνων και φύγαμε από κει 14-13 και πήγαμε στο γυμνάσιο με εισαγωγικές, τότε είχε εισαγωγικές από το δημοτικό στο γυμνάσιο, δεν πήγαινες έτσι.
Ήταν δύσκολες;
Εύκολες δεν ήταν, δεν μπορώ να πω ότι ήταν εύκολες, υπήρχαν και άνθρωποι που δεν περνούσαν να πάνε στο γυμνάσιο. Δεν ήταν όλα για την εκπαίδευση, στην εκπαίδευση πήγαιναν οι ικανοί, άμα δεν ήσουν ικανός δεν πήγαινες και δεν τελειώνεις και πολλοί δεν τελείωσαν και δημοτικό, πολλοί δεν τελειώσαν το γυμνάσιο το εξατάξιο. Τώρα είναι στο βωμό της δημοκρατίας, να γίνουν όλοι, να τελειώνουν όλοι τα γυμνάσια, να τελειώνουν τα δημοτικά, να τελειώνουν, τότε δεν ήταν έτσι. Τελείωνες το δημοτικό έδινες εξετάσεις, εγώ πέτυχα σε όλες τις βαθμίδες, εισαγωγικές στο δημοτικό, εισαγωγικές από το γυμνάσιο στο Λύκειο. Δώσαμε εισαγωγικές, περάσαμε στο λύκειο, καταργούνται οι εισαγωγικές και την ίδια χρονιά γίνεται πρακτικό-κλασικό και ακολούθησα την πρακτική κατεύθυνση. Τελειώσαμε με απολυτήριες το γυμνάσιο, δώσαμε το τότε Ακαδημαϊκό για το πανεπιστήμιο, τότε λεγόταν Ακαδημαϊκό, όχι Πανελλήνιες. Ήταν το Σεπτέμβρη μήνα και δεν γίνονταν στην Κέρκυρα εξετάσεις του Ακαδημαϊκού, γίνονταν στα Γιάννενα, πηγαίναμε στα Γιάννενα να δώσουμε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο και καθόμαστε εκεί 15 μέρες σε ξενοδοχείο.
Εσείς πηγαίνατε με τους γονείς σας;
Όχι, όχι, μόνος μου. Μόνοι μας πηγαίναμε. Κάποιοι παίρνανε και τις μανάδες τους, εντάξει, αλλά εγώ είχα πάει μοναχός.
Τι θυμάστε από κει;
Τι να θυμάμαι; Αυτό δεν είναι...
Ήταν ψυχοφθόρο; Πώς; Τι διαδικασία ήταν;
Δεν ήταν...
15 χρόνων, 15 μέρες και χωρίς τους δικούς σας και σε κλίμα εξετάσεων...
Εντάξει ήταν κλίμα εξετάσεων, δεν είχες, έπρεπε να φροντίσεις να πας να φας, έπρεπε να φροντίσεις γενικά τη ζωή σου 15 μέρες, ούτως ώστε να μπορείς να έχεις και χρόνο το χρόνο σου να τον προγραμματίσεις για το διάβασμα, ή πρέπει να προγραμματίζεις τι ώρα θα φύγει από το ξενοδοχείο, να πας στο εξεταστικό κέντρο, έπρεπε να προγραμματίζεις μετά τι ώρα θα γυρίσεις για να πας να φας και να διαβάσεις. Το ίδιο και το βράδυ. Ήτανε, έμπαινες στα προκαταρκτικά του φοιτητή. Εντάξει, άλλοι είχανε και τις μανάδες τους, αλλά κι αυτές δεν πρόσφεραν τίποτα εκτός από μία ψυχολογική αυτή και μία παρουσία για ψυχολογική στήριξη, δεν προσφέραν τίποτα στο φαγητό, το ίδιο βγαίνανε και [00:40:00]αυτοί έξω να φάνε, το ίδιο προγραμμάτιζαν τι ώρα θα φύγουν, τι ώρα θα γυρίσουν και αυτά.
Μάλιστα. Ωραία. Στο δημοτικό, λοιπόν, θέλετε να μας περιγράψετε έτσι μία τυπική μέρα; Ξυπνούσατε το πρωί...
Το δημοτικό ήταν να ξυπνήσουμε το πρωί να πιούμε το γάλα μας στο σπίτι και να φύγω μετά με τά με τα παιδιά της γειτονιάς του τένις, με το Σπύρο τον Παδοβά και με κάτι άλλους για να πάμε στο 6ο Δημοτικό με τα πόδια, ήταν κοντά. Εκεί πηγαίναμε στο δημοτικό, γίνονταν και τα σχετικά διαλείμματα βέβαια, πηγαίναμε και βγαίναμε όταν είχαμε φτάσει στην 2α και στην 3η δημοτικού κάπως μεγάλοι, βγαίναμε εκτός Δημοτικού και πηγαίνουμε στα παραδίπλα, ένα παντοπωλείο που το έχει ο ονόματι Γκίκας, ο οποίος μας έκοβε σαλάμι του λέγαμε: «Κόψε μας σαλάμι 2 δραχμές, 3 δραχμές, 1 δραχμή σαλάμι.» και πηγαίναμε παρακάτω σε ένα φούρνο, στην Φωνούλα, όπως τη λέγαμε, μία χήρα και περνάμε και ζεστό ψωμί, μόλις το είχε βγάλει και βάζαμε το σαλάμι μες το ψωμί. Και τυρί από τον Γκίκα, ξερό τυρί, κεφαλοτύρι. ‘Ηταν παντοπωλεία τότε, που είχανε ωραία πράγματα ωραία τυριά, ωραία σαλάμια, ωραία αλλαντικά, κάτι που δεν το βρίσκεις τώρα εύκολα. Και το ψωμί που το έβγαζε αυτή ο φούρνος της Φωνούλας. Φωνούλα ήτανε το, είχαμε και τον εγγονό της τον είχαμε συμμαθητή, τον Ανδρέα και τον φωνάζαμε και στο σχολείο Φωνούλα. Μετά όταν τελειώνει το κουδούνι, δεν ήταν ήταν ηλεκτρικό, το είχε η καθαρίστρια, η οποία το χτυπούσε, έβγαινε στην είσοδο και το χτυπούσε. Μετά το απόγευμα, το μεσημέρι που φεύγαμε, γυρνάγαμε στο σπίτι με τις λίσεις, οι λίσεις ήτανε ένα κάρο με άλογο, μακρόστενο κάρο όμως, με τέσσερις ρόδες που κουβαλούσε τα αλεύρια από του Δαλιέτου. Ήταν οι Μύλοι του Δαλιέτου και του Μπάκλη, όπου τα εργοστάσια του Μπάκλη και του Δαλιέτου, ήτανε ένα, το ίδιο πράγμα και το οποίο κουβαλούσε μετά τα αλεύρι αυτοί για να τα πάρουνε στο λιμάνι, και εμείς ανεβαίναμε στο πλάι της λίσας και μας έφερνε μέχρι τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας η λίσα και γυρνούσαμε στο σπίτι, ήμασταν άσπροι από τα αλεύρια. Αυτό γινότανε σχεδόν κάθε μέρα, να γυρνάμε με τη λίσα. Περίμεναμε να περάσουν, να δούμε ποιά θα είναι η πρώτη, να ανέβουμε απάνω για να μας φέρει μέχρι τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ήτανε και μία διασκέδαση μετά το εξάωρο του σχολείου.
Και όταν γυρνούσατε σπίτι και σας έβλεπαν έτσι στα άσπρα;
Ε όταν γυρνούσαμε σπίτι, είχαμε άλλο πράγμα. Αλλά δεν μας ενδιέφερε αυτό, όσο η ευχαρίστηση που γυρνάγαμε έτσι, γυρνάγαμε με τη λίσα. Δεν μας πείραζε που θα ακούγαμε τις φωνές και τι θα ακούγαμε στο σπίτι. Αυτό ήτανε καθημερινό. Κάναμε περίπατους, μερικές φορές μας έπαιρναν περιπάτους με το δημοτικό. Οι περίπατοι ήτανε μέχρι τον Ανεμόμυλο, μέχρι την Ανάληψη. Το ίδιο ακολουθήθηκε και στο γυμνάσιο, όταν στην ημερήσια μας παίρνανε ή στην Ανάληψη πηγαίναμε με τα πόδια, από το 1ο Γυμνάσιο στην Ανάληψη ή πηγαίναμε εκεί στο Μον Ρεπό, που τώρα είναι χτισμένη πολυκατοικία, εκεί ήταν ο αγρός όλα αυτά τα σπίτια που έχουν γίνει τώρα πολυκατοικίες και -ήτανε και κάτι καφενεδάκια εκεί- και πηγαίναμε ημερησία εκεί στο, περίπατο δηλαδή πηγαίναμε εκεί, και παίζαμε ποδόσφαιρο και τα λοιπά, ή στην Ανάληψη. Στην Ανάληψη ήταν πιο όμορφα, ήταν πιο απλοχωριά.
Πηγαίνατε και σε αυτά τα καφενεδάκια;
Ήταν για τους καθηγητές αυτά, οι καθηγητές πηγαίνανε και καθόντανε σε αυτά τα καφενεδάκια. Εμείς κάναμε περιπάτους ή άλλοι παίζανε ποδόσφαιρο, κάνανε περιπάτους παρέες παρέες, άλλοι κάθονταν κάτω από μια ελιά στην Ανάληψη και συζητούσανε και τα λοιπά, εν πάση περιπτώσει ήταν πολύ έτσι σεστάδα να το πούμε τα πράγματα, ήταν πολύ όμορφα. Το ίδιο, και αυτό ακολουθήθηκε μέχρι που τελειώσαμε το λύκειο κάναμε αυτούς τους περιπάτους κάθε όταν είχε καλή μέρα και κάθε μία φορά το μήνα σχεδόν.
Και σας το ανακοίνωνε ο Διευθυντής το πρωί;
Το πρωί, ναι το πρωί μετά την προσευχή, ναι. Επίσης όταν ήταν εθνικές γιορτές φεύγαμε από το γυμνάσιο, μας όριζε ο ο γυμναστής για να πάμε να φέρουμε στην Ανάληψη πηγαίναμε για να φέρουνε δάφνες. Κόβαμε κλαδιά από δάφνες από τα δέντρα που ήταν εκεί προς την Ανάληψη για να στολίσουμε το προαύλιο του σχολείου και την αίθουσα, όπου θα γινόταν η γιορτή της εθνικής γιορτής 25ης Μαρτίου- 28 Οκτωβρίου. Και έτσι μαζί με όλη την με τα σημαιάκια και τα λοιπά, είχαμε φέρει και ολόκληρα κλωνάρια από δάφνες, τα σέρναμε από όλη τη Γαρίτσα από την Ανάληψη, για να τα κάνουμε κομμάτια μετά και να τα κόψουμε με πριονάκια, για να στολίσουμε την αυλή με τα κάγκελα της αυλής και να στολίσουμε την αίθουσα που θα γινόταν η γιορτή και παράλληλα γινόταν και μια σύσταση μιας μικρής μπάντας. Τα παιδιά που ήτανε στο σχολείο, ήταν σε διάφορες φιλαρμονικές στην Παλιά ή στην Μάντζαρο, αυτές οι δύο ήταν στην πόλη, και έπαιρναν τα όργανά τους και τα λοιπά, φέρνανε και ορισμένα όργανα από τη Φιλαρμονική και γινότανε μία μπάντα 15-20 ατόμων μέσα στο σχολείο, το οποίο συμμετείχε στην γιορτή.
Και την επόμενη μέρα παρέλαση;
Και την επόμενη μέρα παρέλαση και δοκιμαστικές για την παρέλαση, είχανε δοκιμαστικές μία εβδομάδα πριν, στο γυμναστήριο ή προς στη Γαρίτσα, στον παραλιακό αν είναι καλή μέρα, με το γυμναστή τον μακαρίτη τον Σπύρο τον Φαναριώτη και το Χρήστο τον Τσιντή γυμναστές, οι οποίοι είχανε το τμήμα, το οποίο έπρεπε να ήταν άψογο στην εμφάνιση και ωραία παρουσία για να συμμετάσχουν στην παρέλαση. Αυτό ήτανε μία εβδομάδα πριν ήτανε οι δοκιμαστικές ήτανε στο πρόγραμμα δηλαδή, ήταν και εκτός ωραρίου γυμναστικής οι δοκιμαστικές, ήταν από τη διεύθυνση του σχολείου ότι όλα τα σχολεία έκανα δοκιμαστικές και διότι έπρεπε να είναι άψογοι στην εμφάνιση.
Εσείς συμμετείχατε;
Εγώ συμμετείχα, ενώ μπορούσα να μη συμμετάσχω, γιατί ήμουν στο αθλητικό κομμάτι του σχολείου, ήμουν στην αθλητική ομάδα του σχολείου και είχαμε σαν αθλητές επίσημοι του σχολείο, μπορούσαμε να μη συμμετάσχουμε σε παρελάσεις. Αλλά εγώ πήγαινα και σε παρελάσεις και στις λιτανείες, ήθελα να πηγαίνω, μολονότι έπρεπε να είσαι κουρεμένος, να είσαι ξυρισμένος, να είσαι γυαλισμένος. Δεν μας πείραζαν αυτά, πηγαίναμε. Όλοι ακολουθούσαμε αυτό που έπρεπε να γίνει. Ήταν τελείως διαφορετική η νοοτροπία από τη σημερινή.
Και ως αθλητής;
Ως αθλητής συμμετείχα στις Κερκυραϊκή ημερίδες των σχολείων, συμμετείχαν και οι και το γυμνάσιο Λευκίμμης που ήταν τότε, είχε αθλητές οι δύο της πόλεως το 1ο και το 2ο, το γυμνάσιο της Λευκίμμης και η Εμπορική Σχολή. Και μετά γινόταν και ημερίδες πανεπαρχιακή, μετά έρχονταν και από τα Γιάννενα, τα σχολεία των Ιωαννίνων, από τα σχολεία των Πατρών, και γίνονταν στο εθνικό στάδιο, τότε το λέγανε εθνικό στάδιο, γινόντανε αυτές οι αθλητικές συναντήσεις.
Εσείς τι άθλημα κάνατε;
Στα 100 μέτρα ταχύτητα.
Και συνήθως σε τι θέση βγαίνατε;
Συνήθως πρώτευα ή ερχόμουνα τις περισσότερες φορές αν όχι πρώτος, δεύτερος στα πανεπαρχιακά, διότι δεν ασχολούμουν και έτσι με σοβαρότητα στην αυτήν, μολονότι θα μπορούσα να ασχοληθώ σοβαρά, δεν είχα τόσο πολύ να ασχοληθώ με προπονήσεις, αν έκανα προπονήσεις συνεχείς και τα λοιπά δεν, η επιτυχία ήταν δεδομένη. Εν πάση περιπτώσει, καλό ήταν κι αυτό.
Μάλιστα, άλλη δραστηριότητα εκτός από τον αθλητισμό τότε όταν ήσασταν μικρό παιδί;
[00:50:00]Άλλη δραστηριότητα συμμετείχα στο έπαιζα και τένις, ήμουν γραμμένος στον όμιλο αντισφαίρισης από το 1964, 63- 64, και έπαιζα, άρχιζα να μαθαίνω. Μετά ερχόταν το καλοκαίρι και ένας Άγγλος και μας έκανε ορισμένα μαθήματα. Και μετά ήμουνα στην ομάδα του τένις, παίζαμε με την ομάδα στο τένις, παίζαμε, δεν ήταν και πολλά άτομα τότε στο τένις. Όσοι ήταν γραμμένοι, παίζανε κιόλας, και ήταν και οι μεγάλοι που ήταν τότε τους βλέπαμε ήταν 60 χρόνων και λέγαμε: «Πω πω!» και εμείς είμαστε 17, ήμασταν εμείς, ήταν κάποιοι 35αρηδες, αυτοί ήτανε όλοι, αλλά χωρίζαμε τα, κάναμε ομάδες και μπορεί να παίζαμε εμείς με τους 35αρηδες ή οι 17άρηδες με τους 60άρηδες, να κάνουμε πρωταθλήματα μεταξύ μας. Αυτό συνεχίστηκε και σαν φοιτητές. Παίζαμε τα καλοκαίρια, πηγαίναμε στο τένις να παίξουμε, όλο το καλοκαίρι που είμαστε εδώ κάναμε αυτή η δουλειά, πηγαίναμε κατά τις 18:00 το απόγευμα, κλείναμε ένα τερέν και παίζαμε μέχρι 20:00- 21:00 το βράδυ. Όλα τα χρόνια της φοιτητικές μας ζωής. Μετά σαν επαγγελματίας στην Κέρκυρα, πήγαινα στο τένις τα μεσημέρια με φίλους καλούς, που δεν είναι στη ζωή τώρα και πηγαίναμε να αστειευτούμε, να θυμηθούμε τα παλιά, να πιούμε τον καφέ μας, που αυτό έγινε μέχρι το 1990, που ήρθα στην Μπενίτσα, εγκαταστάθηκα στο σπίτι στην Μπενίτσα. Αυτά ήταν όσον αφορά σε συντομία τα παιδικά χρόνια, μέχρι που έγινα επαγγελματίας το 1981 που γύρισα οριστικά στην Κέρκυρα και εγκαταστάθηκα στην Κέρκυρα.
Τους χειμώνες, λοιπόν ήσασταν στην πόλη της Κέρκυρας.
Τους χειμώνες όλους στην πόλη βέβαια.
Που πηγαίνατε σχολείο... Τα απογεύματα πώς τα περνούσατε;
Όσον αφορά τις πρώτες τάξεις των Γυμνασίου κατεβαίναμε -και του δημοτικού στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, Στ' ας το πούμε, Α΄, Β΄, Γ΄ γυμνασίου, Γ΄- κατεβαίναμε κάτω από το σπίτι μας στη γειτονιά, στους δρόμους, στην Ντίνου Θεοτόκη, στον παραλιακό. Τότε δεν ήταν και κίνηση, δεν ήταν και τα αυτοκίνητα, δεν ήτανε, δεν ήταν αυτό που γίνεται τώρα, ήτανε ανθρώπινα τα πράγματα. Και οι γειτονιές ήταν οι γειτονιές, ας πούμε κάτω από το σπίτι μας δεν υπήρχε, εγώ το γνώρισα χωρίς άσφαλτο, ήταν με χώμα, γνώρισα το χώμα μετά γνωρίσαμε να γίνει άσφαλτος. Στη γειτονιά μας, κατεβαίναμε λοιπόν στη γειτονιά και παίζαμε. Μα ή θα παίζαμε με τα ποδήλατα ή θα παίζαμε ποδόσφαιρο ή θα παίζαμε κρίκετ. Ένας φίλος μας, του είχε φέρει ο ξάδερφός που έκανε μεταπτυχιακά στην Αγγλία, στην Οξφόρδη, του είχε φέρει ένα σετ κρίκετ, που ήταν πρωτοποριακό για την Κέρκυρα. Και έτσι, καθόμαστε στην Ντίνου Θεοτόκη και βάζαμε τα ρολίνια και τα αυτά που λένε στο κρίκετ και παίζαμε κρίκετ. Αυτό ήτανε όσον αφορά τα απογευματινά. Όταν ήταν του λαμπατάρη, του Άη- Γιαννιού του Λαμπατάρη, ανάβαμε φωτιές και πηδούσαμε! Βάζαμε από τα γειτονικά οικόπεδα, που ήταν άχτιστα, ήτανε οικόπεδα με αγρί, μαζεύαμε χόρτα και τα λοιπά και το ανάβαμε και πηδούσαμε του Άη-Γιαννιού του Λαμπατάρη, τον Ιούνιο. Του Άη-Γιάννη του Κλήδονα μάλιστα το λένε. Και περνούσαμε και κατ' αυτή την έννοια το την εποχή του Ιουνίου, που τελειώνουν και τα σχολεία, ήτανε χαρακτηριστικό και οι Λαμπατίνες στη γειτονιά μας, και σε άλλες γειτονιές της Κέρκυρας, όχι μόνο εμείς και στην Πόρτα Ρεμούντα και αλλού. Αυτό όσον αφορά τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Μετά πια όταν είμαστε στην Δ' Γυμνασίου, τη σημερινή Α' λυκείου, Β' λυκείου- Ε' γυμνασίου τότε, είχαμε σοβαρευτεί πιο πολύ ασχολούμαστε- πηγαίναμε καμιά ποδηλατάδα, ασχολούμαστε τα Σάββατα, να πάμε σινεμά, να πάμε στο Παλλάς τότε, που ήτανε και καινούργιος κινηματογράφος και τα λοιπά. Περιμέναμε πως και πως το Σάββατο, γιατί το Σάββατο ήταν και εργάσιμη ήταν, τα σχολεία δουλεύανε, δεν ήταν όπως τώρα που ήτανε που είναι Σαββατοκύριακο. Τότε το Σάββατο ήτανε κανονική εργάσιμη για όλους και για υπηρεσίες και για τα σχολεία και τα πάντα. Και το βράδυ του Σαββάτου, ήταν που ετοιμαζόμαστε για να πάμε στον κινηματογράφο, να πάμε στο Παλλάς! Το Παλλάς ή το Εθνικό, ήταν οι δύο κινηματογράφοι. Αυτά είναι όσον αφορά...
Θυμάστε κάποια ταινία;
Πολλές ταινίες, ήταν τα «Κανόνια του Ναβαρόνε», ήταν πολλές ταινίες, δεν τις θυμάμαι όλες, χαρακτηριστικά ήταν τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» μου είχανε κάνει εντύπωση τότε. Αλλά υπήρχαν ταινίες πολεμικές, υπήρχαν ταινίες καουμπόικες, δεν αναφέρω συναισθηματικές και τέτοια, μιλάμε για ταινίες έτσι ας το πούμε πιο...
Ναι. Μιας και είπατε καουμπόικες, καρναβάλι; Τι κάνατε; Ντυνόσασταν αρχικά;
Καρναβάλι, γίνονταν πολύ ωραία καρναβάλια στην Κέρκυρα. Γίνονταν πάρα πολύ ωραία καρναβάλια στην Κέρκυρα. Όταν λέμε πάρα πολύ ωραία καρναβάλια, ήταν οι περιηγητικοί και ο ορειβατικός, οι οποίοι έκαναν άρματα και τα άρματα ήταν πάρα πολύ φιγουράτα, πολύ προσεγμένα και πραγματικά γίνονταν αναπαράσταση κάποιου γεγονότος. Ο καρνάβαλος πάλι ήταν πολύ προσεγμένος και με στο άρμα του και στο θρόνο του και τα λοιπά και ήταν και αυτοί ένα κομμάτι της κερκυραϊκής ζωής μετά το Γενάρη. Εμείς στην Ε' γυμνασίου, αν θυμάμαι καλά, είχαμε ντυθεί, είχαμε ετοιμαστεί και είχαμε ντυθεί μάγειρες, ή Δ'; Δεν θυμάμαι, ή Δ' ή Ε' γυμνασίου είχαμε ντυθεί μάγειρες. Το ετοιμάζαμε, ετοιμάζαμε από δύο μήνες πριν, διότι ήμασταν μάγειροι ντυμένοι με κεφάλες μεγάλες, τις οποίες για να τις φτιάξεις αυτές μας υπέδειξε ο μακαρίτης ο Σπύρος ο Τσιριγώτης, δεν υπάρχει στη ζωή πια. Μας είχε υποδείξει στο σπίτι του πώς θα τις κάνουμε! Και ασχολούμασταν επί 2 μήνες για να φτιάξουμε 8- 9 κεφάλια, γιατί 8-9 είμαστε οι μάγειροι. Με μία τεράστια κεφάλα, που βλέπαμε από το λαιμό, δεν έβλεπες από την κεφάλα, με το καπελάκι του μαγείρου. Και είχαμε πάρει και το δεύτερο βραβείο. Αλλά ήταν μία υπόθεση που μας απασχολούσε τα απογεύματα μετά το διάβασμα -μάλλον Δ' γυμνασίου- μετά το διάβασμα μας απασχολούσε και πηγαίναμε στο σπίτι του Σπύρου Τσιριγώτη, που ήταν ο πατέρας του Μιχάλη του Τσιριγώτη, που ούτε κι αυτός είναι στη ζωή σήμερα, ούτε η αδερφή του. Στην Παναγιοπούλα, που είναι εκεί στο πάνω στο δημοτικό, στις Μήνες, εκεί ήτανε το σπίτι τους και εκεί γινόταν η προετοιμασία για τις κεφαλές όλες, στο σπίτι του Σπύρου του μακαρίτη του Τσιριγώτη και η προετοιμασία, για το πώς θα είμαστε ομοιόμορφα ντυμένοι σαν μάγειροι. Εκεί επί 2 μήνες, κάθε απόγευμα περνούσαμε την ώρα μας να φτιάχνουμε τις κεφαλές και να μας δείχνει ο καημένος ο Σπύρος πώς θα τις κάνουμε!
Πώς τις κάνατε;
Ήτανε πολύ ωραίο, είχαμε πάρει μία τεράστια φούσκα, μπάλα από Nivea, τις καλοκαιρινές που παίζανε στη θάλασσα τότε, η οποία αυτή φουσκωμένη -δύο τέτοιες- οι οποίες η πρώτη στρώση κόβαμε εφημερίδες λωρίδες και τις κολλούσαμε με νερό, την πρώτη στρώση, για να σχηματιστεί η κεφάλα, λωρίδες- λωρίδες με νερό, και μετά δεύτερες στρώσεις με κόλλα -ατλακόλ- κάναμε ήταν μία σαν αλευρόκολλα και τις δεύτερες στρώσεις, μέχρι που να γίνει συμπαγής η μπάλα αυτή και μετά ξεφουσκώναμε τη φούσκα και έμενε η κεφάλα. Και μετά φτιάχναμε τα αυτιά με [01:00:00]εφημερίδα, τη μύτη με εφημερίδα, το στόμα με γύψο και αυτά και τα βάφαμε, μας τα έδειχνε ο καημένος ο Σπύρος πώς θα βαφτούν, αλλά είχαμε μάθει θα χρησιμοποιήσουμε υλικά, το πώς και τι και τις φτιάξαμε. Φτιάξαμε 8-9 κεφάλες.
Και τα υλικά πού τα βρήκατε;
Ποια; Πάμφθηνα! Τα υλικά ήταν εφημερίδες και χρώμα και αλευρόκολλα, αυτά ήταν τα υλικά. Δεν ήταν τίποτα, το να φτιάξεις μία κεφάλα δεν ήταν τίποτα δύσκολο, ούτε ακριβό. Αυτά.
Μάλιστα. Στο γυμνάσιο οι αναμνήσεις σας από καθηγητές, από σχολικά δρώμενα, όντας έφηβος; υπήρξαν έτσι αστεία περιστατικά;
Υπήρχαν αστεία, τώρα δεν θυμάμαι. Ήταν πολύ όμορφα, πολύ όμορφες καταστάσεις Και είμαστε πολύ λίγοι καταρχήν στο τμήμα, γιατί όπως είπαμε πριν ακολούθησα το πρακτικό. Το πρακτικό είχε, είμαστε μόνο 17 μαθητές, 17 συμμαθητές όλοι και όλοι που τελειώσαμε όλοι. 17. Το κλασικό ήταν πολλοί. Το κλασικό είχε 49-50 και για αυτό και εμείς είμαστε μία μικρή τάξη, είμαστε μετά που κάναμε ένα reunion μερικά χρόνια, πήγαμε στην ίδια τάξη και είμαστε πάλι 17, ένας έλειπε, 16 είμαστε, ένας έλειπε εν ζωή! Δόξα τω Θεώ ζούνε όλοι. Και ήταν μία μικρή τάξη που είχαμε διότι είμαστε μόνο 17, σε σχέση με το κλασσικό. Και ήτανε αρμονικότατη αυτή, τα χρόνια 4η-5η-6η, ήταν πάρα πολύ ωραία. Είμαστε οι ίδιοι, κάθε χρόνο οι ίδιοι, κάθε χρόνο στο ίδιο θρανίο όπου ήξερες με ποιόν θα κάτσεις, είναι σαν να είχαμε κλείσει τα τα θρανία μέχρι που τελειώσαμε.
Τα απογεύματα πηγαίνατε μαθήματα όπως τώρα ή όχι;
Τα απογεύματα πηγαίναμε από την Δ', Ε', από την Ε' γυμνασίου πηγαίναμε για φροντιστήρια, για το Ακαδημαϊκό που λέγαμε, ιδιαίτερα. Και από την Γ'-Δ' γυμνασίου κάναμε και γλώσσα, πάλι ιδιαίτερο πηγαίναμε ιδιαίτερα στο για τα εγγλέζικα. Οι άλλοι που κάνανε γαλλικά πήγαιναν στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Τα εγγλέζικα που τα κάνατε;
Σε ιδιαίτερο. Με τον κυρ- Σπύρο τον Πολίτη.
Και;
Τι και;
Πώς τα περνούσατε στα αγγλικά;
Καλά, εντάξει, τότε δεν ήταν... Τότε ένα βιβλίο είχε ο καημένος ο κύριος Σπύρος και με ένα τετράδιο πηγαίναμε και μάθαμε 10 αγγλικά. Τώρα το έχουν αναγάγει σε επιστήμη το θέμα. Μας έγραφε τη λέξη, μας την έγραφε στα ελληνικά την προφορά, θυμάμαι είχε δύο- ένα κόκκινο και ένα μπλε στυλό, το βιβλίο, το Hornby, θυμάμαι ήταν το Hornby που μας έκανε 1, το δεύτερο την άλλη χρονιά. Μας γυρεύει το μηνιάτικο πάντα όταν έμπαινε ο μήνας, μας γύρευε το μηνιάτικο, αν φέραμε το μηνιάτικο. Ήτανε κάτι άλλοι φίλοι που πηγαίνανε στα αγγλικά και του το τρώγανε το μηνιάτικο και τους το γύρευε αυτός: «Τι θα γίνει με το μηνιάτικο;». Τέλος πάντων, δεν είναι κανένας στη ζωή τώρα, αλλά ήτανε έτσι ευχάριστες στιγμές αυτές, διότι μαζευόμαστε και στο τένις, που είπαμε, πριν πάμε στα ιδιαίτερα και καθόμαστε στο τένις καμιά ωρίτσα και μετά έφευγε ο καθένας, άλλος πήγαινε αγγλικά, άλλος πήγαινει φυσική, άλλος πήγαινε μαθηματικά, άλλος πήγαινε ανάλογα που θα έδινε, έκανε και τα αντίστοιχα μαθήματα ή φροντιστήρια. 1-2 φροντιστήρια οργανωμένα ήταν τότε στην Κέρκυρα, ήταν του Σιδέρη το φροντιστήριο και ήταν κι άλλο ένα. Σιδέρης-Κοτινάς και ήταν κι άλλο ένα πάλι, δεν ήταν. Και τα ιδιαίτερα που κάνανε οι καθηγητές.
Εσείς πηγαίνατε σε φροντιστήριο ή ιδιαίτερα;
Ιδιαίτερα πήγαινα εγώ. Ιδιαίτερα έκθεση, μαθηματικά. Έκθεση, μαθηματικά και αγγλικά. Και αυτά ήτανε η ρουτίνα του χειμώνα, και ήταν να περιμένουμε, όταν τελειώναμε το αυτό το φαγητό, είχαμε ετοιμάσει το διάβασμα για τα φροντιστήρια από την προηγούμενη, τελειώναμε, κάναμε ένα πρόχειρο φρεσκάρισμα μετά το φαγητό, πηγαίναμε στο τένις να καθίσουμε καμιά ωρίτσα και μετά στα μαθήματα και μετά το βράδυ, γύρισμα στο σπίτι για να ετοιμάσουμε της επομένης. Και ούτω καθεξής μέχρι που να φτάσει το Σάββατο και να κανονίσουμε για να πάμε κινηματογράφο, που ήταν διασκέδασή μας ή πάρτι! Ήταν και τα πάρτι τότε που γίνονταν, κάνανε στα σπίτια, άλλος, οι κοπέλες ή άλλοι στα σπίτια τους και είχαμε και μέσα στο χειμώνα και τα πάρτι. Κινηματογράφος ή πάρτι.
Εσείς κάνατε πάρτι;
Όχι εγώ δεν έκανα. Κάνανε άλλοι για μένα.
Ωραία, αυτό σημαίνει ότι περνούσατε ωραία-
Ωραία.
Και στα πάρτι.
Ήταν ωραία με τους δίσκους τους μικρούς και τα pick- up, τους δίσκους τους μικρούς- μικρούς με τα τραγούδια τότε του San Remo, με τα τραγούδια από τα διάφορα συγκροτήματα, τα εγγλέζικα και τα λοιπά, που ήτανε hits της εποχής. Και εκεί ήταν ευχάριστες στιγμές. Περιμέναμε, λοιπόν το Σάββατο ή θα έχει κάποιο πάρτι ή θα έχει κάποια ωραία κάποια ταινία, για να πάμε, μέχρι που να έρθει το καλοκαίρι για να τελειώσουμε την τάξη για να πάμε στην επόμενη. Μέχρι να πάμε στην Στ' γυμνασίου, όπου βέβαια στην Στ' γυμνασίου, δεν ήταν το ίδιο πλέον να περιμένουμε να πάμε στην επόμενη, και να έχουμε κάποια, ήταν ξέγνοιαστη η χρονική αυτή του καλοκαιριού, διότι ετοιμαστήκαμε για το ακαδημαϊκό, δώσαμε απολυτήριες στο Γυμνάσιο και μετά τις απολυτήριες είχε το διάβασμα, φροντιστήρια όλο το καλοκαίρι, για να πάμε το Σεπτέμβρη στα Γιάννενα για να δώσουμε Ακαδημαϊκό για το πανεπιστήμιο. Επομένως, εκείνο το καλοκαίρι δεν είχες την ευχέρεια να είσαι ξέγνοιαστος, διότι η ευχέρεια του να είσαι ξέγνοιαστος γινόταν τέλος Σεπτεμβρίου, όταν πια είχες δώσει, έκανες διακοπές, που περίμενες και τα αποτελέσματα των εισαγωγικών. Και αν, μεν, είχες περάσει ήταν όλα ωραία και ετοιμαζόσουν πια για τη φοιτητική ζωή, αν δεν είχες περάσει, έπρεπε να πάρεις αποφάσεις τι θα κάνεις. Θα καθίσεις στην Ελλάδα να ξαναδώσεις, ή-και θα καθίσεις στην Κέρκυρα, ήταν πολλοί που δεν καθόνταν ούτε στην Κέρκυρα και πήγαιναν για φροντιστήρια στην Αθήνα, που ήταν φροντιστήρια στον Ηράκλειτο κλπ., στην Αθήνα- ή θα καθίσεις στην Κέρκυρα να συνεχίσεις πάλι το ίδιο αυτό για την άλλη χρονιά. Και μόνος σου στην Κέρκυρα, διότι πλέον πολλοί είχαν πετύχει, άλλοι θα φεύγανε για την Αθήνα να κάνουν φροντιστήριο και άλλοι αποφάσιζαν να πάνε στην Ιταλία, τότε ήταν της μόδας η Ιταλία, τα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, φεύγανε πολλοί που δεν πετυχαίναν, φεύγανε για την Ιταλία. Άρα είχες την επιλογή να μείνεις μόνος σου στην Κέρκυρα, όλο το χειμώνα. Αυτό ήταν το, ας το πούμε, το άσχημο. Πολλοί πήγανε στην Ιταλία, άλλοι τελειώσανε, άλλοι δεν τελειώσανε. Αυτοί που πήγανε πάντως που πέτυχαν στην Ελλάδα, τελειώσαν όλοι.
Άρα για εσάς ο Σεπτέμβρης πώς ήταν;
Για μένα εκείνος ο Σεπτέμβρης δεν ήταν καλός, γιατί δεν πέρασα από την πρώτη χρονιά.
Αλλά ήταν καλός.
[01:10:00]Δεν πέρασα από την πρώτη χρονιά στο Πανεπιστήμιο. Επομένως, έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω. Και η απόφασή μου ήταν να μείνω στην Κέρκυρα για να ξεκινήσω πάλι τα φροντιστήρια, διότι δεν πέρασα για ελάχιστη, για μία μονάδα δεν είχα περάσει στην έκθεση και έπρεπε να μείνω στην Κέρκυρα να κάνω πάλι φροντιστήριο για να δώσετε άλλη χρονιά. Πράγμα και που έκανα, δεν ήθελα να πάω ούτε στην Ιταλία, ούτε στην Αθήνα. Έμεινα στην Κέρκυρα και πραγματικά την άλλη χρονιά πέρασα πολύ άνετα και έφυγα για την Αθήνα. Όλο τον χειμώνα έμεινα εδώ, είχανε μείνει και κάποιοι άλλοι εδώ, όπου κάνανε φροντιστήριο για το ίδιο σκοπό, δεν φύγανε για την Αθήνα και κάναμε παρέα του χειμώνα, περιμένοντας το Πάσχα και τα Χριστούγεννα αυτούς που ήδη είχαν γίνει οι φοιτητές ή είχαν φύγει για την Ιταλία ή είχαν πάει στην Αθήνα για φροντιστήριο. Τους περιμέναμε τα Χριστούγεννα και το Πάσχα να έρθουνε και τα λοιπά να ξανά ανταμώσουμε. Και βέβαια την άλλη χρονιά που δώσαμε, εγώ τουλάχιστον πέρασα, άνετα και ενώθηκα με τους Κερκυραίους των Αθηνών, που είχαν ήδη μπει από την προηγούμενη χρονιά και βρισκόμαστε με αυτούς τους Κερκυραίους φίλους από δω που ήταν στη Θεσσαλονίκη, κατεβαίναν συνήθως αυτοί από τη Θεσσαλονίκη-εγώ δεν είχα πάει ποτέ- κατέβαινα στην Αθήνα και τους φιλοξενούσαμε για να, και καθόντανε μέσα στο χρόνο μερικές μέρες μαζί μας στην Αθήνα και ούτω καθεξής. Και μετά κάναμε κοινές αυτές στην Κέρκυρα για το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, κατεβαίναμε όλοι μαζί, δίναμε ραντεβού στην Αθήνα και φεύγαμε όλοι μαζί για την Κέρκυρα, ή το Πάσχα να γυρίσουμε στην Αθήνα όλοι μαζί και να φύγουν αυτοί για τη Θεσσαλονίκη μετά. Ανάλογα, αυτά ήταν σχέδια της της στιγμής αλλά κυρίως ήτανε όπου βρισκόμαστε και στην Αθήνα οι Κερκυραίοι, οι φίλοι εδώ από την Κέρκυρα που ήτανε, βρισκόμαστε συχνά στην Αθήνα. Αυτοί που ήταν στην Αθήνα, δεν χωράει αμφιβολία, ότι βρισκόμαστε πολύ συχνά μαζί τους, σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα ή οι Κερκυραίοι της Θεσσαλονίκης κατέβαιναν και μας βλέπανε στην Αθήνα.
Μάλιστα. Άρα τα χρόνια τα φοιτητικά στην Αθήνα ενσωμάτωναν πάλι τη ζωή σας την Κερκυραϊκή με τον περίγυρό τον Κερκυραϊκό, σωστά;
Ακριβώς, εκεί ήταν το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτό και ενώ είχα αυτές να σταδιοδρομήσω στην Αθήνα επαγγελματικά, δεν το έκανα διότι έχασα την τις παρέες μου που είχανε γυρίσει περισσότεροι ήδη στην Κέρκυρα και ήταν και μία από τις αποφάσεις που πήρα ήταν και αυτή για να 'ρθω στην Κέρκυρα να σταδιοδρομήσω επαγγελματικά, ενώ μπορούσα να το κάνω στην Αθήνα που είχα πολλές ευκαιρίες. Και ήρθα στην Κέρκυρα, ένας βασικός λόγος ήταν αυτός, ότι είχαν φύγει ήδη οι παρέες μου από την Αθήνα και έτσι εγώ αποφάσισα και εγώ να έρθω στην Κέρκυρα.
Στην Αθήνα, λοιπόν πήγατε στα 19.
Στα 19, ναι.
Τι δεκαετία;
‘70.
Μάλιστα. Επί Χούντας, λοιπόν.
Επί Δικτατορίας, ναι. Ήτανε τα πανεπιστήμια τότε ήτανε αρκετά δύσκολα, δεν ήτανε δεν είχαν την ευκολία που έχουν φέρει έχουν τα τωρινά, οι τωρινές Σχολές. Είχανε φοβερές δυσκολίες όσον αφορά τις εξετάσεις, ήτανε δεν είχες μεταφορές, να παίρνεις - να είσαι στο 4ο έτος και να χρωστάς το 1ο. Δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα. Δεν υπήρχαν μεταφορές μεταφερόμενου, υπήρχανε οι ημι-περίοδοι, δηλαδή είχες κάποια μαθήματα συγκεκριμένα το 1ο έτος. Τα περνούσες ή έφτανες το Σεπτέμβρη και είχες άλλη μία ευκαιρία ας το πούμε, ημι-περίοδος το Δεκέμβρη να περάσεις τόσα μαθήματα, ώστε να σου μείνει ένα, δηλαδή αν δεν είχες περάσει κανένα τον Ιούνιο, δεν είχες περάσει κανένα τον Οκτώβρη, το Δεκέμβρη έπρεπε να τα περάσεις όλα για να σου μείνει 1 για να πας στο 2ο έτος. Αυτό ήταν η ημι- περίοδος. Ένα άλλο που είχαμε εμείς στο πανεπιστήμιο ήταν οι λεγόμενες υπογραφές. Δηλαδή κάθε Φλεβάρη ήταν το εξάμηνο. Έδινες εξετάσεις στην ύλη του εξαμήνου -Οκτωβρίου- Φεβρουαρίου- και ήταν το βιβλιαράκι με τα μαθήματα, τα οποία έδινες εξετάσεις και η υπογραφή που σου έβαζε στο κάθε μάθημα αντιστοιχούσε με 5. Αυτά, λοιπόν, τα μαθήματα που περνούσες, σε όσα, λοιπόν, μαθήματα έπαιρνες υπογραφή -για να το πούμε πιο απλά-, είχες δικαίωμα να το δωσεις τον Ιούνιο. Εάν δεν έπαιρνες υπογραφή σε κανένα, δεν έδινες κανένα τον Ιούνιο, πήγαινες το Σεπτέμβρη, με όλα τα μαθήματα, αφού δεν έπαιρνες υπογραφή. Και το Σεπτέμβρη έπρεπε να περάσεις τόσα μαθήματα, όσα να σου μείνει 1 για το Δεκέμβρη και αν πας στο άλλο έτος. Ή αν δεν περνούσες το Δεκέμβρη και είχες κάποια μαθήματα και πήγαινες τον Δεκέμβρη να περάσεις αυτά τα μαθήματα για να σου μείνει ένα, για να πας στο δεύτερο έτος. Ήταν φοβερές δυσκολίες και ήταν πανεπιστήμια, δεν ήταν... Άσχετα αν ήταν αν ήταν η Χούντα, η Δικτατορία, έτσι ήταν τα πανεπιστήμια και δεν τα πείραξανε, όσον αφορά το βαθμό δυσκολίας και το βαθμό μάθησης. Άμα ήθελες να διαβάσεις, διάβαζες. Άμα δεν ήθελες, δεν διάβαζες. Αλλά οι δυσκολίες στο πανεπιστήμιο ήταν συγκεκριμένη. Εγώ από τη δική μου Σχολή λέω τι γινόταν. Το ίδιο σύστημα ήταν και στο Πολυτεχνείο, το ίδιο σύστημα είχαμε με το Πολυτεχνείο, οι υπογραφές ήταν και στο Πολυτεχνείο. Βέβαια μετά που έγινε η Μεταπολίτευση, έγινε χάος, εκεί έγιναν όλα μεταφορά μεταφερόμενου, είχανε 10 μαθήματα από το πρώτο, τα παίρνανε στο 4ο. Χάος. Και φτάνανε στο 4ο έτος και είχανε 40 μαθήματα να δώσουν.
Μιας και αναφερθήκατε στο Πολυτεχνείο, εσείς ήσασταν στην Αθήνα έγινε την περίοδο, σωστά;
Ναι, εκείνη, εγώ έζησα όλες τις περιόδους της, έζησα -ήτανε περίοδος που ήμουνα στο 3ο έτος, αν θυμάμαι καλά. Η περίοδος του Πολυτεχνείου. Την έζησα πάρα πολύ καλά και από πολύ κοντά, όλα τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Δηλαδή;
Δηλαδή από την πρώτη στιγμή που έγινε η αυτή του Πολυτεχνείου, η κατάληψη του Πολυτεχνείου, μέχρι που έγινε η εκκένωση του Πολυτεχνείου με όλα τα συνεπακόλουθα, που κατέβηκε ο στρατός και αυτά. Δεν ήτανε ευχάριστες καταστάσεις αλλά δεν ήταν, εγώ νομίζω ότι δεν ήταν και -γιατί έχω ζήσει και της κατάληψης της Νομικής, η Νομική καταλαμβάνετο κάθε 15 μέρες, κάνανε κατάληψη Νομικής και ανέβαιναν στην ταράτσα της Νομικής και φεύγανε, διότι δεν μπορούσα να κάτσουν. Τώρα, πώς έγινε η κατάληψη του Πολυτεχνείου και είναι αυτό και τα λοιπά ενώ θα μπορούσα να κόψουν το ηλεκτρικό ρεύμα και να κόψουν και τα νερά και να μη δουλεύουνε οι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Αυτό είναι ένα αξιοπερίεργο. Τη Νομική, η Νομική κάθε 15 μέρες κατάλαμβάνετο και μέσα σε δύο ώρες την εκκενώνανε. Το Πολυτεχνείο για μένα το αφήσανε να εξελιχθεί έτσι και να γίνει αυτό που έγινε.
Εσείς που ήσασταν;
Εγώ ήμουν έξω από το Πολυτεχνείο, στη Χαλκοκονδύλη και μετά πήγαμε όταν άρχισαν τα πράγματα να γίνονται πολύ ζόρικα, πήγαμε όλο το βράδυ ήμασταν στον κόμβο Αμπελοκήπων και παρακολουθήσαμε από ‘κει το τι γινόταν κάτω γιατί στον κόμβο Αμπελοκήπων από εκεί περνούσανε ο στρατός, από ‘κει περνούσαν τα ασθενοφόρα, από κει τα νοσοκομεία της περιοχής, από εκεί δηλαδή μαθαίναμε πληροφορίες του τι γίνεται στο τέρμα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και Πατησίων, που για πήγαινε για Πολυτεχνείο. Λοιπόν, το Πολυτεχνείο το αφήσανε να εξελιχθεί, θα μπορούσανε να έχει τελειώσει το Πολυτεχνείο μέσα σε, κι’ αυτό μέσα σε ώρες, το αφήσανε να γίνει ραδιοφωνικός σταθμός, το αφήσανε να μεγαλώσει η ιστορία και να ανδρωθεί η όλη ιστορία. Τώρα τι εξυπηρετούσε αυτή η ιστορία αυτό το ξέρουν οι ίδιοι που το άφησαν. Πάντως αντίστοιχα με τη νομική, δεν περνούσε τρίωρο που να μην έχει λήξει η κατάληψη της.
Εσείς τότε είχατε συμφοιτητές ή φίλους που να ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο; Ή στη Νομική κάποια μέρα;
Στη Νομική υπήρχαν φίλοι που πήγαιναν και στο Πολυτεχνείο, [01:30:00][01:20:00]ήταν ένας πολύ φίλος μου, που ήτανε στο Πολυτεχνείο μέσα, ναι. Που, μάλιστα, είχα πλησιάσει και είχαμε συζητήσει και από τα κάγκελα. Δεν θα πω ονόματα, γιατί δεν είναι στη ζωή τώρα ο άνθρωπος. Και στην Νομική είχα παιδιά φίλους που συμμετείχαν στις καταλήψεις, οι οποίες όπως σας είπα και πριν οι καταλήψεις της Νομικής ελύεντο ταχύτατα.
Ναι, βέβαια.
Λοιπόν...
Ο φίλος σας τι σας είχε πει που ήτανε από μέσα;
Ο φίλος μου, που ήτανε μέσα μου είπε ότι γίνεται αυτό, ότι θα φτιάξουμε ραδιοφωνικό σταθμό, ότι αυτό, δηλαδή αυτά που γίνανε, μου τα είπε πριν. Αλλά εγώ λέω ότι πώς γίνανε αυτά τα πράγματα όταν τα αφήσανε- θα μπορούσαν- τα αφήσανε να εξελιχθούν έτσι. Θα μπορούσανε να κόψουν το ρεύμα. Άμα σου κόψει το ρεύμα, τι ραδιοφωνικός σταθμός είναι; Άμα σου κόψει το νερό, δεν θα διψάσεις να βγεις έξω; Άμα το περικυκλώσει το κτίριο, αυτό που κάνανε και στη Σόλωνος και στην Ακαδημίας, και το απομονώσουν και το Πολυτεχνείο, ποιοι άλλοι θα μπούνε μέσα; Δεν θα χρειαζόταν ούτε να κατεβούν τανκς, ούτε τίποτα. Επειδή τα 'χω ζήσει, τα λέω αυτά. Και τώρα τα λέω με την αυτή ενός 70άρη, έτσι, γιατί τα έζησα.
Εκείνες οι μέρες στην Αθήνα ήταν γεμάτες αγωνία και πώς να πούμε, παραφιλολογία;
Εκείνες οι μέρες στην Αθήνα ήτανε μέρες διότι γίνει και ανατροπή ενός καθεστώτος, τώρα να μην πάμε στην πολιτική, έφυγε ένας- έπεσε ο Παπαδόπουλος και ανέβηκε η ομάδα Ιωαννίδη, τώρα δεν χρειάζεται να πάμε...
Ναι εγώ ρωτάω εσείς πώς το ζήσατε; Πώς ήταν η κατάσταση και εσείς πώς τη βιώνατε;
Η κατάσταση με τον Παπαδόπουλο ήτανε μία κυβέρνηση στρατιωτική, η οποία μετεξελίσσετο κάπως με πολιτικά πρόσωπα, είχε βάλει το Μαρκεζίνη και πήγαινε για εκλογές, μιλούσε για φιλελευθεροποίηση και εκλογές και τον πρόλαβε ο Ιωαννίδης με το Πολυτεχνείο και ανέβηκε η ομάδα Ιωαννίδη με πρωθυπουργό τον Ανδρουτσόπουλο τότε, οι οποίοι φτάσανε τα γεγονότα αυτά τα γνωστά μετά στην Κύπρο και τα λοιπά, τον Ιούλιο. Ήταν μία αλλαγή, βέβαια στρατιωτικός καθεστώς το ένα, στρατιωτικό καθεστώς και το άλλο, απλώς έφυγε μία ομάδα και ανέλαβε μία άλλη.
Εσείς, λοιπόν, ως φοιτητής πώς περνούσατε εκείνη την εποχή; Είχατε ελευθερίες;
Δεν, οι ελευθερίες, τι εννοείτε ελευθερίες; Ελευθερία να, πώς το εννοείται, δηλαδή, τι; Βεβαίως είχες ελευθερία, να πας, να βγεις, να μπεις, να διασκεδάσεις, να χορέψεις.
Αυτό, εσείς πώς ζούσατε τότε;
Ελευθερία, βέβαια, λόγου να πολιτικολογείς και να συνδικαλίζεις στο πανεπιστήμιο δεν είχε. Ελευθερία, όμως για κοινωνικές σχέσεις είχες. Ελευθερία το να βγεις να χορέψεις, να φας, να πιεις, να ταξιδέψεις, να πας εκδρομές,να κάνεις, είχες. Ελευθερίες φοιτητικές με την έννοια πώς το λένε οι φοιτητές και οι συνδικαλιστές, να κάτσεις να καταλάβεις ένα αμφιθέατρο και να αρχίζεις να, να είναι οι παρατάξεις μέσα και να φωνάζουν δεν είχες. Εξαρτάται τι ήθελες. Ήθελες αυτό το πράγμα; Τι ήθελες; Το να είσαι ελεύθερος και να γυρνάς και να κάνεις υπήρχε, δεν σε εμπόδιζε κανένας.
Μάλιστα. Άρα εσείς περάσατε πολύ ωραία-
Πέρασα, πέρασα.
Με τους φίλους σας από την Κέρκυρα.
Εγώ ο σαν φοιτητής πέρασα πάρα πολύ ωραία στην Αθήνα, διότι είχα τους φίλους μου από την Κέρκυρα, είχα τις φιλενάδες μου, έκανα κάποια ταξιδάκια, στα Τρίκαλα Κορινθίας, δεξιά-αριστερά πήγαμε, πηγαίναμε και τρώγαμε σε ωραία εστιατόρια. Δεν είχα κανένα πρόβλημα το να, με το στρατιωτικό καθεστώς εννοώ. Δεν μου απαγόρευε το να βγω ή να κάνω αυτό που θέλω. Είπαμε άλλο το κοινωνικό, άλλο το πολιτικό. Το πολιτικό δεν είχες τέτοιες ευκαιρίες να πολιτικολογείς, ούτε να παριστάνεις τον υποψήφιο βουλευτή.
Ωραία, ας αφήσουμε το πολιτικό κομμάτι, κοινωνικά, λοιπόν είχατε έτσι όπως καταλαβαίνω μία αρκετά έντονη κοινωνική ζωή, απ’όλα και καθ’ολα.
Είπαμε ότι πέρασα καλά. Είχα την, όχι καθημερινά βέβαια, έτσι, το καθημερινό ήταν να βλέπω τους Κερκυραίους, να πηγαίνω στα σπίτια τους, να βρίσκομαι με τους φίλους, τους άλλους φοιτητές τους Κερκυραίους, από Σάββατα και Κυριακές συνήθως βγαίναμε και πηγαίναμε και τρώγαμε σε εστιατόρια και τα λοιπά. Από Κυριακές πηγαίναμε καμιά εκδρομή.
Θυμάστε κάποια συγκεκριμένη;
Ναι, είχαμε πάει στα Τρίκαλα Κορινθίας, με άλλους 2 φίλους, ο ένας δεν ζει πια. Και είχαμε πάει Σάββατο - Κυριακή, Σάββατο πρωί και γυρίσαμε Κυριακή βράδυ. Ήταν πολύ όμορφα. Αυτό είναι το, μέχρι που τελείωσε το πανεπιστήμιο και μετά άρχισε το, άρχισαν να τα νεότερα της αυτής, να τελειώσουμε, να πάμε στο στρατό. Ο στρατός τότε 28 μήνες. Τέλος πάντων, καλά ήταν όλα, δόξα τω Θεώ.
Μάλιστα, πολύ ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να είσαστε καλά, και εγώ ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία.