Επανάσταση, ποδιές, Levi's και μεταπολίτευση
Segment 1
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου κατά τα μαθητικά χρόνια της αφηγήτριας
00:00:00 - 00:34:03
Partial Transcript
Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2023. Eίμαι με την Ευρίκλεια Μαυρώνη στην πόλη της Χίου. Eγώ ονομάζομαι Γεωργιακώδης Κωνσταντίνος και είμαι ερευνητής…αμε εμείς και στις σχολές αυτές –γιατί εγώ πήγα στο ΤΕΙ στην αρχή– ήταν και καλλιτεχνικά, ας πούμε, ήτανε χαλαρά, ήμασταν η πιο κουλ σχολή.
Lead to transcriptSegment 2
Η αθέατη όψη της μεταπολίτευσης και οι κίνδυνοι που προμηνύονταν
00:34:03 - 00:54:57
Partial Transcript
Τι σχολή ήτανε; Ήτανε αυτό που λέμε σήμερα Εφαρμοσμένων Τεχνών, δηλαδή είχε γραφιστική, διακόσμηση και τεχνολογία εκτυπώσεων. Εκεί γνώρισα … μαζί, καλός-κακός, εργατικός-μη εργατικός, ήμασταν όλοι μαζί, και μετά μας πατήσανε κάτω. Μας κάνανε και έγιναν όλα αυτά που γίνανε. Αυτά.
Lead to transcriptSegment 3
Οι αναμνήσεις από μία εποχή πολιτικοποίησης, αφηγήσεων και συγκινήσεων
00:54:57 - 01:15:25
Partial Transcript
Ωραία, ας πάμε λίγο πάλι πίσω. Στις οργανώσεις, που μου είπατε, από τι ηλικία ήσασταν επί δικτατορίας. 14. Πώς πήγατε εκεί; Δεν σου 'πα; …ρία… Τι άλλο; Μπα, όχι. Τα άλλα είναι πολύ προσωπικά. Δεν έχει τίποτα άλλο γενικού ενδιαφέροντος. Ωραία. Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Και εγώ.
Lead to transcript[00:00:00]Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2023. Eίμαι με την Ευρίκλεια Μαυρώνη στην πόλη της Χίου. Eγώ ονομάζομαι Γεωργιακώδης Κωνσταντίνος και είμαι ερευνητής στο Istorima. Καλησπέρα, Εύη.
Καλησπέρα.
Θέλεις να μου πεις κάποια πράγματα για σένα;
Γεννήθηκα στη Χίο το 1958. Όταν ήμουνα 6 μηνών φύγαμε από τη Χίο και πήγαμε στην Αθήνα και μεγάλωσα στο Μαρούσι, και μετά στο κέντρο της Αθήνας, όταν έγινα 9 χρονών. Τώρα αυτά που θυμάμαι όταν ήμουν μικρή στο Μαρούσι, μέναμε κοντά στην Κηφισίας, εκεί που είναι τώρα το Ιατρικό Κέντρο. Ο πατέρας μου δούλευε στα μαρμαράδικα. Εκεί στο Μαρούσι είχε πάρα πολλά μαρμαράδικα. Και αυτό που θυμάμαι είναι ότι το βράδυ, τότε τα μάρμαρα τα κόβανε με νερό και πριόνια μεγάλα, θυμάμαι ότι, όταν φύγαμε από κει πια, δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί είχα συνηθίσει να κοιμάμαι με τον ήχο τον πριονιών που δουλεύανε όλο το εικοσιτετράωρο. Κατά τα άλλα, τι κάναμε… Παίζαμε πάρα πολύ, πολύ κουτσό, πολύ σκοινάκι, πολλές κούνιες, πολλά χώματα. Και επίσης, αυτό που θυμάμαι, όταν ήμουνα μικρή είναι ότι, θυμάμαι πολύ τις πορείες ειρήνης που γίνονταν, που ανέβαιναν στο Καστρί, που έμενε τότε ο Παπανδρέου… Δεν ήταν πορείες ειρήνης, ήταν ο διαδηλώσεις προς το Καστρί, που γίνονταν πάρα πολύ συχνά και βγαίναμε εκεί στη λεωφόρο και τους χαζεύαμε που περνούσαν. Τι άλλο θυμάμαι… Θυμάμαι επίσης τα καλοκαίρια στη Χίο και τη μεγάλη στεναχώρια των αποχωρισμών όταν ήτανε να φύγουμε. Την πάρα πολλή αγάπη που είχε ο κόσμος εδώ, στη Χίο και… Τι άλλο θυμάμαι… Θυμάμαι ότι όλους τους λέγαμε «θείους» και «θείες», ασχέτως αν ήτανε συγγενείς ή όχι, και τους ίσους τους λέγαμε «καλέ», «κόρη», πάντως είχανε όλοι ένα τίτλο. Φιλάγαμε το χέρι του παππά –πράγμα πολύ σιχαμένο– και τι άλλο κάναμε… Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Δηλαδή όλα τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες. Γενικά έτσι περνούσε πάντως η ζωή. Όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα, σχεδόν τον πρώτο χρόνο που κατεβήκαμε στο κέντρο δηλαδή, έγινε η δικτατορία. Εμένα ο πατέρας μου, ως καλός Χιώτης, ήταν κυνηγός, οπότε και τα δύο κινήματα που έγιναν, και οι δύο χούντες, τέλος πάντων και του Παπαδόπουλου, τον βρήκαν στο κυνήγι τον πατέρα μου. Οπότε ήμασταν μόνοι μας όταν γίναν αυτά. Τι θυμάμαι; Θυμάμαι ότι κατέβηκε ένας κύριος από τον πάνω όροφο, που ήταν από την Κρήτη, και λέει: «Κυρία Βούλα, έσει ζίνει τσίνημα», αυτό θυμάμαι από αυτό. Και μετά, ως παιδάκι, δεν είχε άλλη επιρροή πάνω μας αυτό, εκτός δηλαδή από τις παρελάσεις και τα ποιήματα και όλα αυτά, δεν είχε άλλη επιρροή επάνω μας, εγώ δεν καταλάβαινα. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου γκρίνιαζε γιατί του πήρανε την άδεια οπλοφορίας και δεν μπορούσε να πηγαίνει κυνήγι. Και η πρώτη επαφή με τα πολιτικά έγινε στο γυμνάσιο, στη δευτέρα γυμνασίου, όταν ήρθε μία φίλη, μία συμμαθήτρια, και μας είπε να οργανωθούμε μάλλον στον Ρήγα Φεραίο –δεν είμαι σίγουρη τι οργάνωση ήταν αυτή–, τέλος πάντων, εγώ δεν πήγα, γιατί φοβόμουν. Δεν φοβόμουν τη χούντα, προφανώς είχα άγνοια κινδύνου, φοβόμουν τον πατέρα μου. Δηλαδή φοβόμουν ότι, όταν το μάθει, θα πάθει κάτι. Τέλος πάντων, πριν προλάβω να αποφασίσω τι θα κάνω, θυμάμαι επίσης ότι είχε έρθει μία κοπέλα, συμμαθήτρια στα αγγλικά, που είναι μία πολύ σπουδαία γυναίκα τώρα και πολύ γνωστή, πιο μεγάλη από μένα, που μπήκε φουριόζα μέσα στο μάθημα των αγγλικών και λέει: «Παιδιά, γίνονται φασαρίες κάτω», και ήταν της Νομικής το κίνημα, όπου είχα πολύ αμφίθυμα συναισθήματα, δηλαδή από τη μία μεριά τη θαύμαζα που είχε το θάρρος να πάει και ήταν 15 χρονών ξέρω γω και από την άλλη πλευρά έλεγα: «Θα ανακατευτούν τα πράγματα τώρα και θα πάθει πολύς κόσμος κάτι». Τέλος πάντων, δεν ξανασχολήθηκα από τότε, μέχρι που έγινε η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Εμείς είχαμε πολλούς φίλους φοιτητές στη γειτονιά και στην παρέα, και πολλά κορίτσια συμμαθήτριες τα είχανε με παιδιά που ήτανε πιο μεγάλα από μας, οπότε είχαμε μία πληροφόρηση έτσι το τι γινότανε, ξέραμε δηλαδή περίπου για το ποιος είχε φάει ξύλο, για το τι είχε πάθει η Ιωάννα η Καρυστιάνη και πως αυτό, όλα αυτά, αλλά δεν είχαμε εμπλακεί. Οπότε… Πήγαμε, όμως, στο Πολυτεχνείο. Τώρα, πρέπει να ξέρει κανείς ότι τα πράγματα στο σχολείο ήτανε πάρα πολύ δύσκολα. Δηλαδή δεν έφευγες, ούτε κοπάνες έκανες ότι ώρα ήθελες, ούτε έφευγες από το σχολείο, ούτε τίποτα, δηλαδή το σχολείο έχει μία τεράστια πόρτα έκλεινε και τελείωσε, έμενες μέσα. Για να κάνεις κοπάνα, θα έπαιρναν τηλέφωνο σπίτι σου και τα λοιπά, και τα λοιπά. Εμείς αποφασίσαμε να το ρισκάρουμε, να πάμε και πήγαμε. Βέβαια, το βράδυ γυρίζαμεμ δεν μέναμε εκεί ας πούμε, γιατί εγώ πάντα φοβόμουν τον πατέρα μου. Την Παρασκευή, τι κάναμε τώρα εμείς εκεί μέσα… Κυρίως φτιάχναμε γράφαμε τρικάκια και τα κολλούσαμε πάνω στα λεωφορεία…
Εκεί μέσα όταν λέμε;
Μέσα στο Πολυτεχνείο. Εκεί θυμάμαι ότι την Παρασκευή, νομίζω, άκουσα.. Έτσι, γινότανε φασαρία πολλή μέσα στην αυλή, η οποία ήτανε πάρα πολύ συνωστισμένη, πάρα πολύ, δεν μπορούσες να περπατήσεις μέσα στην αυλή και είδα και σηκώνανε στους ώμους τον Ξαρχάκο και τον Ξυλούρη που είχαν έρθει – με μεγάλο κίνδυνο οι άνθρωποι, έτσι; Τι άλλο κάναμε… Α, και κάναμε και συνελεύσεις, τις οποίες συνελεύσεις ανάθεμα αν και καταλαβαίναμε τίποτα. Τα θέματα ήτανε: «Εάν είναι φοιτητικό κίνημα ή αν είναι εργατο-αγροτικό» και «Πώς θα έρθουνε οι εργάτες και οι αγρότες;», κάτι πράγματα τα οποία τώρα φαντάζουν ανοησίες, αλλά υπήρχε αυτό το ερώτημα, δηλαδή: «Εμείς τι κάνουμε εδώ πέρα; Τι είμαστε; Πώς θα συνεχιστεί αυτό το πράγμα; Πού θα πάει; Θα ’ρθει άλλος κόσμος, θα γίνει ένα μαζικό κίνημα και θα ανατρέψει το σύμπαν;». Δεν είχαμε και εμπειρία, τέλος πάντων, μιλούσανε κυρίως φοιτητές και, μάλιστα, θυμάμαι ότι αυτός που μιλούσε συνέχεια, δεν ξέρω από ποια οργάνωση ήτανε, ήταν ένας επιστρατευμένος φοιτητής, γιατί τότε η χούντα είχε επιστρατεύσει αναγκαστικά κάποιους. Τώρα αυτοί πώς την κοπάνησαν και ήρθανε δεν ξέρω, φορούσε τη στολή πάντως. Και κάπως έτσι περνούσε η ώρα, τέτοια πράγματα κάναμε. Την Παρασκευή το πρωί ένας φίλος μάς είπε ότι, αν θα κατέβετε –για μας που ήμασταν πιτσιρίκια ε, θα κατέβετε εν γνώσει σας ότι το βράδυ θα φέρουν τα τανκς, γιατί; Γιατί υπήρχαν παιδιά, λοκατζήδες, όχι λοκατζήδες, τι είναι αυτοί που είναι στα τανκς… Τέλος πάντων, οι οποίοι ξέρανε και ειδοποιήσανε τους απ’ έξω, οπότε όλοι εν γνώσει μας πήγαμε ότι θα γίνει μεγάλη φασαρία και…
Κόσμος είχε μαζευτεί απ’ έξω τότε;
Είχε πάρα πολύ κόσμο απ’ έξω. Πάρα πολύ κόσμο απ’ έξω! Εγώ δεν άκουσα πυροβολισμούς, δηλαδή έβλεπα την Πατησίων, γιατί ήμασταν κυρίως μέσα, έτσι; Αλλά κάποια στιγμή, είδα την Πατησίων και ήτανε… Κόσμος έτρεχε πάνω κάτω, δηλαδή δεν ήτανε μία ήρεμη κατάσταση που καθόσουν όπως ήταν οι προηγούμενες μέρες.
Πότε ξεκίνησε αυτό, ποια μέρα;
Την Παρασκευή το απόγευμα.
Οπότε ξεκίνησε και άρχισε να μαζεύεται ο κόσμος.
Όχι. Ο κόσμος είχε αρχίσει σταδιακά να μαζεύεται, και την Πέμπτη είχε πάρα πολύ κόσμο, όλες οι μέρες είχε κόσμο, ερχόνταν πάρα πολλοί… Να άλλη μία δουλειά που κάναμε, είναι ότι τακτοποιούσαμε τα τρόφιμα και τα φάρμακα, ερχόνταν πάρα πολλά τρόφιμα και πάρα πολλά φάρμακα και… Γενικά υπήρχε πάρα πολύς κόσμος, ο οποίος είτε ερχόταν, έμπαινε, έφευγε, είτε καθόταν απ’ έξω. Πάντως, η Πατησίων μπροστά ήτανε γεμάτη. Την Παρασκευή η Πατησίων άρχιζε και σποραδικά άδειαζε, γιατί υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές, οπότε ο κόσμος μία μαζευόταν, μία [00:10:00]έφευγε. Εγώ δεν άκουσα κάτι. Όμως, την Παρασκευή το βράδυ μάς είπανε στο διαμαθητικό –έτσι λεγόταν οι συγκεντρώσεις των μαθητών, στο διαμαθητικό– ότι: «Καλύτερα εσείς που είστε μικροί να φύγετε». Δηλαδή ξέρανε ότι κάτι θα γίνει απλά δεν ξέραμε πότε, «Καλύτερα να φύγετε». Τέλος πάντων, εγώ με τη φίλη μου, ένα παιδί που είχε αυτοκίνητο, δέχτηκε να μας πάει σπίτι, οπότε φύγαμε γύρω στις 21:00 – να σου πω ότι 20:30 ακατέβατα έπρεπε να ’μαι πάντα σπίτι, οπότε είχα ήδη αργήσει, οπότε ήδη θα γινότανε ο χαμός στο σπίτι. Και θυμάμαι ότι την ώρα που βγαίναμε από την μπροστινή πόρτα, το αριστερό παραπόρτι της κεντρικής εισόδου διασταυρώθηκα με κάτι παιδιά τα οποία φέρνανε μία κοπέλα μέσα που τα μάτια της ήταν ανοιχτά και κοιτούσε τον ουρανό. Δηλαδή μάλλον δεν… Ήταν τελείως, δηλαδή, τα χέρια της κρεμασμένα και τα λοιπά, μάλλον δεν ζούσε, ούτε κουνιόταν, ούτε πονούσε, ούτε τίποτα και αυτοί ήτανε φρικαρισμένοι, δηλαδή φωνάζανε, αλλά δεν νομίζω ότι ζούσε. Τέλος πάντων, φύγαμε, περάσαμε μπροστά… Φύγαμε δεξιά προς την Τοσίτσα, δεν υπήρχε εμπόδιο, εμείς δεν βρήκαμε εμπόδιο. Βέβαια, φύγαμε πάρα πολύ τρέχοντας και ανεβήκαμε πάνω στην Μπουμπουλίνας και από κει πήραμε το αυτοκίνητο και φύγαμε. Όπου φυσικά, όταν γύρισα σπίτι, ο πατέρας μου ήτανε όχι φρικαρισμένος, δηλαδή πρέπει να είχε πάρει πενήντα χάπια. Εγώ σε έξαλλη κατάσταση: «Που κάθεσαι και ασχολείσαι με το αν άργησα ή όχι, εδώ γίνονται τόσα πράγματα και εσείς κάθεστε στα αυγά σας». Εν τω μεταξύ, ο άνθρωπος και αυτός ανησυχούσε και ενδιαφερόταν και τα λοιπά, αλλά μπροστά μου δεν ήθελε να πει τίποτα, να ρίξει λάδι στη φωτιά. Και τέλος πάντων, εκείνο το βράδυ ήτανε και το βράδυ που είχε την εκπομπή ο Μαστοράκης με τους φοιτητές που είχανε συλλάβει, και καλά τους έπαιρνε συνέντευξη και μετά φάγανε ένας σωρό ξύλο, ήδη είχαν φάει ξύλο μερικοί και φαινόντανε. Γενικά ήτανε μία κατάσταση φρίκης, δηλαδή υπερδιέγερσης, όχι φόβου, θυμού πολύ, εγώ ήμουνα και πάρα πολύ θυμωμένη γιατί ήμουν εκεί και δεν ήμουνα στο… κάτω, ήτανε κάπως έτσι. Τώρα, η κολλητή μου, επειδή τα είχε με ένα παιδί που ήταν φοιτητής, έμεινε το βράδυ και μου είπε ότι το βράδυ βγήκαν από τη δεξιά πόρτα της Τοσίτσα και ότι τους έβγαλε ένας λοκατζής. Δηλαδή υποτίθεται ότι τους έβριζε και αυτά, και πυροβολούσε στον αέρα, και σιγά, ψιθυριστά, τους έλεγε: «Τρέχτε, τρέχτε, τρέχτε και μην πάτε από κει, να πάτε από κει», ξέρω γω, δεν ξέρω. Και φύγανε με την ψυχή στο στόμα…
Είχανε μπει, δηλαδή, μέσα;
Τι;
Είχανε μπει μέσα.
Είχανε μπει από την κύρια είσοδο, από μπροστά είχανε μπει και ο κόσμος που ήτανε πίσω, στα πίσω κτίρια, έφευγε δεξιά και αριστερά. Αυτοί φύγαν από τη δεξιά πλευρά, προς την Τοσίτσα, προς στο Μουσείο. Και μου είπε αυτό, ότι τους έβγαλε αυτό το παιδί, δηλαδή ότι αν δεν ήταν αυτό το παιδί, ο λοκατζής, να κάνει δήθεν ότι τους πυροβολεί, και δήθεν ότι τους βρίζει, και δήθεν ότι τους χτυπάει και τα λοιπά και ενώ τους έλεγε: «Φύγετε» και «Μην πάτε από κάτω, πηγαίνετε από πάνω», ξέρω γω, δεν ξέρω γώ πού τους έστειλε, μου λέει: «Δεν θα είχαμε βγει σώοι, μπορεί να είχαμε βγει ζωντανοί, αλλά σώοι, δηλαδή χωρίς να έχουμε τραυματιστεί, δεν θα φεύγαμε». Η επόμενη μέρα ήταν Σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα πήγαμε σχολείο, και προφανώς η αστυνομία είχε ζητήσει τα απουσιολόγια, και προφανώς όλοι οι γονείς είχαν κρατήσει τα παιδιά στο σπίτι και λείπαμε μόνο τέσσερις. Και η διευθύντρια δεν έδωσε, δεν τις έδωσε τις απουσίες μας. Έχω ένα πω σε όλη τη διάρκεια της σχολικής μου ζωής, τουλάχιστον στα χρόνια… Γιατί και μετά τη μεταπολίτευση δεν ήτανε και πάρα πολύ, δεν ήταν φοβερά διαφορετικά τα πράγματα, οι καθηγητές σιωπηρά μας προστάτευσαν. Δηλαδή μπορεί να τα ακούγαμε, μπορεί να παίρναμε κακούς βαθμούς γιατί γράφαμε στις εκθέσεις ό,τι μας κατέβαινε και αυτά που πιστεύαμε, μπορεί, μπορεί, μπορεί, αλλά όσες φορές ήρθε η αστυνομία να ζητήσει και τα λοιπά δεν μας δώσανε ποτέ. Αντίθετα, καλέσαν τους γονείς των τεσσάρων μας, όπου εγώ θυμάμαι αυτό το σκηνικό να είναι ένα freak show, δηλαδή καθένας από αυτούς τους τέσσερις γονείς που ήρθαν ήταν μία διαφορετική περίπτωση. Τώρα βέβαια, οι τέσσερίς μας, όταν συναντηθήκαμε ξανά και τα είπαμε τι θυμόμασταν, η καθεμία θυμόταν άλλα, αλλά σε γενικές γραμμές ήταν ως εξής. Ο ένας πατέρας ήτανε μεγάλος σε ηλικία, είχε κάνει μεγάλος την κόρη του και ήτανε καπετάνιος στα βουνά, στον ΕΛ.ΑΣ., και είχε έρθει με τις μπότες και το δίκοχο. Ο δεύτερος, που ήτανε και της κοπέλας που μας είχε προτείνει να στρατολογηθούμε στην οργάνωση, ο δεύτερος είχε βγει στην παρανομία, είχε περάσει Ιταλία με βάρκα, τέλος πάντων είχε γυρίσει, δεν ξέρω γιατί, και φορούσε καμπαρντίνα, σηκωμένο γιακά και καπέλο, ήταν σαν και τις ταινίες που βλέπουμε τους κατασκόπους έτσι. Ο τρίτος ήταν ένας γιατρός από τη Σάμο, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, και ο πατέρας μου, ο οποίος ήτανε κατουρημένος, χεσμένος, δηλαδή πιο φοβισμένο άνθρωπο δεν έχω δει ποτέ. Δεν ξέρω τι τους είπε, τους τα ’ψαλε, εμάς φυσικά μας βρίσανε πάρα πολύ και μας φωνάξανε, αυτός που ήτανε στον ΕΛ.ΑΣ. τούς είπε: «Άμα με ξανακαλέσετε για τέτοιο γελοίο λόγο…», δηλαδή στον κόσμο του. Ο πατέρας μου ήθελε να αλλάξω σχολείο και γενικώς ο χαμός. Εν τω μεταξύ, έγινε η χούντα του Ιωαννίδη, η οποία εμείς μετά δεν ζήσαμε τίποτα, δεν υπήρχε τίποτα να έρθουμε σε επαφή και οι φίλοι μας χαθήκανε. Μετά μάθαμε ότι πολλούς τους πιάσανε και ήτανε, πολλοί γνωστοί βασανίστηκαν περισσότερο εκεί στη δεύτερη φουρνιά, του Ιωαννίδη τη χούντα, η οποία όμως… Πάλι ο πατέρας μου στο κυνήγι και στη δεύτερη χούντα και εκεί άργησε να έρθει δύο μέρες και τα είχαμε παίξει.
Όπλο είχε τότε;
Είχε το αφεντικό του. Του πατέρα μου του το είχανε πάρει γιατί και καλά είχε φάκελο. Είχε το αφεντικό του, πήγαινε, συνέχιζε να πηγαίνει δηλαδή. Γύρω στον Φλεβάρη, δηλαδή τον Νοέμβρη έγινε το Πολυτεχνείο, γύρω στον Φλεβάρη τα πράγματα είχανε χαλαρώσει πάρα πολύ, προφανώς πνέαν τα λοίσθια αυτοί και τα πράγματα είχανε χαλαρώσει πάρα πολύ. Και εκεί τότε υπήρχανε, από όσο ξέρω εγώ έτσι γιατί ήμουν πολύ πιτσιρίκι, πολλά πράγματα δεν τα ξέρω, παραδείγματος χάρη δεν ξέρω ποιες από τις συμμαθήτριές μου οργανωθήκανε τότε γιατί δεν θα μου το λέγανε ποτέ, ξέρω όμως ότι υπήρχανε δύο νόμιμα, όχι, δύο πάντως μέρη ελεύθερα, που μπορούσε κάποιος να πάει αν ήθελε να οργανωθεί. Πρέπει να υπήρχανε και άλλα, αλλά εγώ αυτά τα δύο ήξερα: το ένα ήτανε η Ένωση Κρητών Φοιτητών από την οποία είχε βγει η Δαμανάκη σαν φοιτήτρια Κρητικιά και άλλοι που δεν τους θυμάμαι τώρα εκεί, που δεν είναι και γνωστοί, πάντως όλη αυτή η παρέα, που μετά διακρίθηκε, είχε περάσει από την Ένωση Κρητών Φοιτητών, και ένα βιβλιοπωλείο που ήταν στη Σόλωνος, ένα υπόγειο βιβλιοπωλείο στη Σόλωνος. Εγώ φυσικά στην Ένωση Κρητών Φοιτητών δεν θα πήγαινα ποτέ, γιατί ήτανε σε όροφο και δεν θα μπορούσα ποτέ να μπω και να πω: «Γεια σας, ήρθα. Είμαι 15, ξέρω γω, μπορώ να οργανωθώ;». Και έτσι, βρήκα το βιβλιοπωλείο και μπήκα στο βιβλιοπωλείο.
Τι οργανώσεις ήτανε αυτές;
Κοίταξε να δεις, η Ένωση Κρητών δεν ήταν οργάνωση, αλλά εκεί πέρα υπήρχανε, δεν ξέρω πώς ήταν, να μην λέω ανακρίβειες, φαντάζομαι ότι τα κόμματα λειτουργούσαν εκεί μέσα. Ας πούμε, η Δαμανάκη νομίζω ήτανε στο ΚΚΕ Εξωτερικού που λέγαμε τότε, που εξελίχθηκε ως ΚΚΕ. Εκεί που πήγα εγώ ήτανε τροτσκιστές, ήταν αριστερίστικη οργάνωση. Δεν θα… Τυχαίο ήταν…
Αυτές ήτανε νόμιμες οργανώσεις;
Όχι φυσικά, μες στη χούντα όχι. Απλώς τότε είχε χαλαρώσει το πράγμα και, εγώ θυμάμαι ότι μέσα στη χούντα μια φορά ήρθανε εκεί στο… δύο ασφαλίτες, είπαν: «Βγάλτε τα βιβλία από τη βιτρίνα» και φύγανε. Δεν είπαν: «Βγάλτε τα βιβλία του Μαρξ από τη βιτρίνα». Και φύγανε, δεν μας κυνηγήσαν, δεν. Αυτοί που είχαν το βιβλιοπωλείο όμως, είχαν μόλις απολυθεί από τη φυλακή, όπου είχανε φάει πάρα πολύ ξύλο, είχαν βασανιστεί πάρα πολύ, τον Δεκέμβρη. Τον Φλεβάρη τούς είχαν αφήσει. Ήμουνα σε αυτή την οργάνωση τέλος πάντων εκεί πέρα, όπου αυτό ήταν για μένα πολύ καλό, γιατί αυτή επειδή ήταν τροτσκιστική οργάνωση και οι τροτσκιστές είχανε[00:20:00] μία Διεθνή, που τη λέγανε Τέταρτη Διεθνή, και είχανε αδελφά κόμματα, αδελφές οργανώσεις σε όλη τη γη, ερχότανε πληροφόρηση, και περιοδικά, και βιβλία, και τα λοιπά από όλο τον κόσμο. Τότε η δουλειά που είχα να κάνω, κυρίως έκανα επιμέλεια στα βιβλία, ορθογραφία και γλωσσική επιμέλεια –φαντάσου τώρα 15 χρονών– και μεταφράσεις από τα αγγλικά. Οπότε έμαθα πάρα πολλά πράγματα, πάρα πολλά πράγματα. Δηλαδή ήξερα, ας πούμε, τι γινότανε στην Κεϋλάνη, ήξερα τι γινόταν στη Σιβηρία, την εποχή που κανένας δεν ήξερε ακριβώς τι γίνεται στη Σιβηρία, μας ερχόταν δηλαδή περιοδικά παράνομα που ερχόταν μέσα από κει. Όπου υπήρχε δηλαδή… Ξέραμε τι γινόταν στη Χιλή, ξέραμε τι γινότανε στην Αμερική, που υπήρχε και εκεί ξέρω γω… Και φυσικά στη Γαλλία, που ήταν οι περισσότεροι πιο πολύ, ας πούμε, αυτών των ιδεών. Και επίσης, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο μέσα από αυτήν… Επειδή ήταν βιβλιοπωλείο και ήταν εκδόσεις, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο, από λογοτέχνες μέχρι ξένους πολιτικούς, ξένους καλλιτέχνες και Έλληνες καλλιτέχνες. Θυμάμαι την Κατερίνα Γώγου, ας πούμε, που ερχότανε συχνά.
Ήταν η πρώτη σου επαφή με την τέχνη αυτή;
Η πρώτη μου επαφή με την τέχνη ήτανε στο σχολείο, αυτή που μας έκανε γαλλικά… Καλά, εγώ ζωγράφιζα ούτως ή άλλως και ήθελα να πάω Καλών Τεχνών, αλλά αυτή που μας έκανε γαλλικά μάς έκανε τρία τέταρτα γαλλικά, όπου μιλήσαμε γαλλικά, δηλαδή εγώ μετέφραζα από τα γαλλικά με τα γαλλικά του σχολείου, και στην υπόλοιπη ώρα μας έδειχνε slides, μας έδειχνε Le Corbusier, μας έδειχνε, ξέρω γω, τα γοτθικά κτίρια της Γαλλίας, οτιδήποτε είχε να κάνει με την τέχνη στη Γαλλία και τότε η τέχνη στη Γαλλία ήτανε… Η Γαλλία ήταν η καρδιά της τέχνης.
Τι εποχή μιλάμε τώρα;
Την δεκαετία του ’70. Οπότε από κει, από κει άρχισα και μάθαινα ιστορία της τέχνης, από αυτήν, και άρχισα και διάβαζα και τα λοιπά. Ο πατέρας τροφοδοτούσε συνέχεια βιβλία, οπότε είχαμε ιστορία της τέχνης στο σπίτι, και επιστημονικά και καλλιτεχνικά βιβλία, και το σχολείο, επειδή πήγαινα στο Μαράσλειο, το οποίο Μαράσλειο δεν ήτανε… Συστεγάζονταν δύο σχολεία τότε, το κανονικό σχολείο της γειτονιάς, που ήταν του Κολωνακίου το σχολείο, ήταν πρότυπο. Εμείς ήμασταν φιλοξενούμενοι, τα παιδιά από τη διπλανή γειτονιά, ας πούμε, αλλά είχαμε τους ίδιους καθηγητές. Δηλαδή οι καθηγητές που παίρναν μετάθεση –ήταν οι καλύτερες μεταθέσεις, φαντάζομαι, σε αυτά τα σχολεία– ήτανε περίπου οι ίδιοι. Οπότε ήταν ένα πάρα πολύ καλό σχολείο, ήταν πάρα πολύ αυστηρό σχολείο, έτσι πολύ…
Δηλαδή…
…αλλά πάρα πολύ καλό.
…πόσο αυστηρό;
Ε σου ’πα, είχε μία σιδερένια πόρτα –έχει ακόμα δηλαδή–, η οποία όταν έκλεινε, έκλεινε. Δεν κυκλοφορούσες στον διάδρομο στην ώρα του μαθήματος, οι διάδρομοι ήταν άδειοι, ούτε στην αυλή, δεν είχε σούρτα φέρτα, τίποτα. Ήμασταν περίπου… Ξεκινήσαμε εξήντα έξι παιδιά στην τάξη και τελειώσαμε πενήντα δύο, όπου φυσικά, για να κουμαντάρεις εξήντα έξι παιδιά, θα πει ότι δεν… Ούτε μιλούσαμε, ούτε τίποτα, είχε τιμωρίες, τιμωρίες κυρίως βαθμούς, στους βαθμούς. Δηλαδή εγώ μια φορά με πιάσαν τα γέλια όταν κάναμε σολφέζ στη μουσική και πήρα τέσσερα, που τραγουδούσα, που ήξερα μουσική, που ο μπαμπάς μου ήτανε μουσικός, και πήρα τέσσερα, γιατί τι άλλη τιμωρία να σου κάνουν; Να σου δώσουν αποβολή; Αποβολές δίνονταν όταν έκανες μια πάρα πολύ μεγάλη παράβαση, ειδικά στων κοριτσιών δεν… Να φας ξύλο; Τα αγόρια τρώγανε ξύλο, εμείς όχι. Οπότε σε γενικές γραμμές, δηλαδή δεν μπορούσες να κάνεις πολλά πράγματα μέσα στο σχολείο. Μετά τη μεταπολίτευση κάναμε, αλλά πριν δεν μπορούσες. Ήμασταν και μικρά. Αλλά αυτό το σχολείο είχε πάρα πολύ… μαθαίναμε πάρα πολλά πράγματα. Το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο και ήμασταν συγκεντρωμένοι στο μάθημα είχε σαν αποτέλεσμα να μάθουμε πάρα πολλά πράγματα. Οπότε αυτά γίνανε μετά η βάση για να στηρίξω τις επόμενες γνώσεις, δηλαδή που μπορεί να ήταν και στις επιστήμες, ξέρω γω, κάναμε ανθρωπολογία ή στη φυσική, όλα αυτά, και στις τέχνες. Δηλαδή είχα τις βασικές έννοιες, οπότε εκεί πάνω μπορούσα να χτίσω ό,τι μάθαινα. Δεν είχα πολλές καινούριες έννοιες που μου ήταν τελείως άγνωστες και έπρεπε να τις δουλέψω από την αρχή. Αυτό ήτανε πάρα πολύ καλό. Από την άλλη μεριά, ήταν πάρα πολύ καταπιεστικό και πολύ κουραστικό και εμείς τότε περνούσαμε και τη φάση της εξέγερσης, και θυμό πολύ και τα λοιπά, γράφαμε κάτι εκθέσεις πολύ έτσι… Και αυτοί, ρε παιδί μου, μας βάζανε, ας πούμε, έκθεση η οποία έχει έρθει επί τούτου από το υπουργείο: «Η αναρχία». Εντάξει, υποτίθεται ότι έπρεπε να γράψουμε ότι αναρχία είναι κακό πράγμα και τέτοια, και εγώ έγραψα ότι η αναρχία δεν υπάρχει, γιατί πάντα κάποιος θα διακρίνεται, και πάντα κάποιος θα ξέρει καλύτερα, και πάντα κάποιος θα ηγείται, «πάρε ένα οχτώ». Καλέσαν και τη μάνα μου να της πουν ότι θα γυρίζω από φυλακή σε φυλακή, αλλά δεν με καταδώσανε, δεν τη στείλανε την έκθεση στο υπουργείο, είπαν ότι ήμουνα απούσα εκείνη τη μέρα. Τέλος πάντων, και έτσι τελείωσε η χούντα για μένα, ήρεμα, δεν κινδύνευσα δηλαδή.
Ούτε στις οργανώσεις που ήσασταν;
Όχι, δεν κινδύνευσα, όχι. Παρόλο που έκανα, που ήμουνα προετοιμασμένη για οτιδήποτε, δηλαδή ότι μπορεί να πάω φυλακή, δεν ξέραμε αν θα τελειώσει αύριο, δεν ξέραμε ότι θα τελείωνε σε λίγους μήνες, οπότε… Κοιμόμουνα στο πάτωμα για να συνηθίζω να μην κοιμάμαι σε κρεβάτι, έτρωγα λίγο, ντυνόμουν ελαφρά για να συνηθίσω το κρύο, και γενικά η προοπτική ήτανε ότι κάποια στιγμή θα βρεθείς μέσα και θα υποστείς τα πάντα, και θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένη, και θα πονέσεις, και θα βιαστείς και όλα τα υπόλοιπα, δεν… Είχαμε, ας πούμε, το ίνδαλμά μας ήτανε η Ιωάννα Καρυστιάνη, που είχε υποστεί τα πάνδεινα. Τελικά τελείωσε η χούντα χωρίς να… Τις πιο πολλές ταλαιπωρίες τις τράβηξα μετά. Αν πούμε τώρα ταλαιπωρίες, γιατί είναι ύβρις μπροστά σε αυτά που τραβήξαν άλλοι άνθρωποι, αυτά που τραβήξαμε εμείς. Το μετά τι έγινε; Το μετά αρχίσαν οι μεγάλες διαδηλώσεις των οικοδόμων κυρίως. Τότε τα είχα με ένα παιδί που ήταν ηλεκτρολόγος και είχε γίνει μία μεγάλη διαδήλωση των εργατών, των οικοδόμων δηλαδή, στην Ομόνοια, όπου ήταν η πρώτη φορά που κατεβάσανε αύρες και αστυνομία με γκλομπ και τα λοιπά, πολύ πιο ανοργάνωτα από τα ΜΑΤ αλλά πάντως… Ναι, και εκεί έχασα τον φίλο μου, χαθήκαμε όλοι και έμεινα μόνη μου στην Ομόνοια που δεν υπήρχε άνθρωπος, ήτανε άδεια η Ομόνοια, δεν ερχόνταν τρένα, τίποτα, και βρέθηκα εκεί πέρα και έλεγα τώρα κάποιος αστυνομικός θα βρεθεί να κατέβει και την έχω πατήσει, αλλά δεν κατέβηκε, γιατί αυτοί φοβόντουσαν νομίζω πιο πολύ από τους… Μετά αρχίσαμε εμείς διαδηλώσεις σαν φοιτητές και εκεί γινόταν κάθε Τρίτη, πολλές Τρίτες γινότανε, εκεί έπεφτε πολύ ξύλο, και εκεί έφαγα ξύλο, σε αυτές τις διαδηλώσεις δηλαδή μετά τη μεταπολίτευση, και επί δέκα χρόνια είχα εφιάλτες ότι με κυνηγούσαν.
Πώς έγινε αυτό; Για περιγράψτε μας.
Τι, πώς έγινε και…;
Με το ξύλο και όλα αυτό το…
Ε μαζευόμασταν στο Σύνταγμα, στα Προπύλαια, και μετά αρχίσανε και μας κυνηγούσανε και όποιος ξέμενε πίσω ή οτιδήποτε, έτρωγε τις γκλοπιές της ζωής του. Εγώ συνήθως έτρωγα κάνα δυο στην πλάτη –πονάει– και κάποιος βρισκόταν να με μαζέψει, να με τραβήξει δηλαδή, να με βοηθήσει να ξεφύγω. Ένα χαρακτηριστικό πράγμα αυτών των χρόνων –δεν ξέρω αν ήμουνα μικρή, αλλά το ένιωθα πάρω πολύ έντονα– ήτανε ότι πάντα θα υπήρχε κάποιος να με… Αν, δηλαδή, υπήρχε κάποιος δίπλα μου, θα με προστάτευε ή θα τον προστάτευα, δηλαδή υπήρχε μεγάλη αίσθηση αυτοθυσίας. Λένε καμιά φορά για τη γενιά του Πολυτεχνείου και τα λοιπά και κοιτάνε αυτούς οι οποίοι γίναν κάτι μετά, εντάξει. Χιλιάδες κόσμος ήτανε, πόσοι γίνανε, δέκα, είκοσι, πενήντα; Πόσοι γίνανε; Όλοι οι υπόλοιποι, εγώ τουλάχιστον όσους γνώρισα, που πήγα από δω και από κει, και σε διάφορα κόμματα, και σε διάφορες… Οι περισσότεροι από αυτούς είχανε πάρα πολύ αναπτυγμένη την αίσθηση[00:30:00] του κοινού καλού και του διπλανού, δηλαδή του να βοηθήσουνε τον διπλανό τους όταν κινδύνευε, να μπουν μπροστά και τα λοιπά. Και συνήθως κάτι τέτοιο γινότανε, εμείς που ήμασταν και κορίτσια, κάποιος βρισκότανε να σε αρπάξει από τον γιακά και να σε βγάλει από τα χέρια τους, ας πούμε, τρώγοντας ο ίδιος πιο πολύ ξύλο από σένα. Αυτό έγινε τέσσερις-πέντε φορές, οι φίλοι μου συνέχισαν να πηγαίνουν, μετά εγώ έπιασα δουλειά, δεν ξαναπήγα, αλλά απέκτησα φοβία εκεί. Δηλαδή, σου λέω, έβλεπα επί δέκα χρόνια εφιάλτες στον ύπνο μου ότι έτρεχα και με κυνηγούσαν. Τώρα στη σχολή…
Διαδηλώσεις γιατί κάνατε;
Άγνωστο. Άγνωστο γιατί κάναμε διαδηλώσεις και άγνωστο… Για να αυξηθούν τα λεφτά για την παιδεία. Το θέμα δεν ήτανε –τουλάχιστον έτσι όπως το εισέπραττα εγώ– το γιατί κάνουμε διαδήλωση, αλλά το ότι υπήρχε τόσος συσσωρευμένος θυμός και τόση ανάγκη να αλλάξουν πράγματα, που δεν ξέραμε, εμείς –τα κόμματα θα ξέρανε–, εμείς δεν ξέραμε ακριβώς τι θέλαμε να αλλάξει, πάντως κάτι έπρεπε να αλλάξει οπωσδήποτε. Αυτό το κάτι και στο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή να μας παίρνουν στα σοβαρά, και στην εκπαίδευση, δηλαδή να χαλαρώσει η κατάσταση και να μην είμαστε σαν στρατιώτες, ας πούμε, στα σχολεία ή μέσα στις σχολές. Γενικώς, δηλαδή, υπήρχε μία τάση ό,τι πρέπει να αλλάξει κάτι και στα οικονομικά, ότι πρέπει να αλλάξει. Οπότε υπήρχε μία πρόφαση, ένα κάτι, «λεφτά για την παιδεία» και γινόταν διαδηλώσεις κάθε εβδομάδα, τουλάχιστον από τους φοιτητές.
Όταν λέτε σαν στρατιώτες στα σχολεία και στις σχολές;
Κοίτα, στα σχολεία ήμασταν σαν στρατιώτες, εντάξει, που σου ’πα.
Ποδιές, ας το πούμε.
Ποδιές… Κάτω από την ποδιά παντελόνι, το διπλώναμε πάνω με παραμάνες και, όταν φεύγαμε από το σχολείο, βγάζαμε την ποδιά, κατεβάζαμε το παντελόνι και ήμασταν ντυμένοι σαν άνθρωποι. Αυτό κανονικά απαγορευότανε και τα πρώτα χρόνιαμ όταν πήγα στο σχολείο, στο γυμνάσιο, έπρεπε να είμαστε όλη την ώρα με ποδιές και δεν μπορούσαμε να βγούμε στον δρόμο, φοβόμασταν μην συναντήσουμε κανένα καθηγητή στον δρόμο, δεν έπρεπε να κυκλοφορούμε και τα λοιπά. Στην πραγματικότητα, εντάξει, δεν γινόταν και τίποτα. Ειδικά στην Αθήνα δεν γινόταν τίποτα, βγαίναμε. Είχαμε πάντα τον φόβο ότι άμα συναντήσουμε κανένα καθηγητή: «Ουου»…
Στην επαρχία εικόνα είχατε;
Όχι.
Από φίλους ή από…
Όχι, δεν ξέρω τι γινότανε, καθόλου. Στην Αθήνα ήταν πιο χαλαρά, πιο πολύ απειλές ήτανε παρά ότι κάνανε κάτι. Σιγά μην φορούσαμε ποδιά όταν βγαίναμε έξω. Εμείς βγαίναμε έξω, βγάζαμε την ποδιά… Αν και η ποδιά ήτανε πολύ σικ και… έπιανε πολύ.
Δηλαδή;
Δηλαδή άρεσαν οι ποδιές στα αγόρια. Τέλος πάντων, φορούσαμε και το σήμα, να, μέσα στη χούντα, φορούσαμε κι ένα σήμα που έγραφε το σχολείο, μπα και δεν μάθει κανείς από ποιο σχολείο ήμαστε. Τέλος πάντων, βγάζαμε τις ποδιές και πηγαίναμε εκεί στις οργανώσεις ή οτιδήποτε κάναμε, αγοράζαμε και ένα πακέτο Καρέλια που είχε δέκα τσιγάρα μέσα, καπνίζαμε δύο και μετά βρίσκαμε κάποιον που μας φαινότανε συμπαθητικός στον δρόμο και του λέγαμε: «Τα θέλεις; Πάρ’ τα!», γιατί δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε σπίτι. Τώρα, στη σχολή, στις σχολές τα πράγματα ήταν χαλαρά όταν πήγαμε εμείς και στις σχολές αυτές –γιατί εγώ πήγα στο ΤΕΙ στην αρχή– ήταν και καλλιτεχνικά, ας πούμε, ήτανε χαλαρά, ήμασταν η πιο κουλ σχολή.
Τι σχολή ήτανε;
Ήτανε αυτό που λέμε σήμερα Εφαρμοσμένων Τεχνών, δηλαδή είχε γραφιστική, διακόσμηση και τεχνολογία εκτυπώσεων. Εκεί γνώρισα άλλους ανθρώπους πάλι, γνώρισα τον Μυταρά, τον Κωστή τον Αντωνιάδη, τον φωτογράφο, τον είχαμε στη φωτογραφία, και διάφορους καλλιτέχνες που έρχονταν κατά καιρούς, που ήταν νέοι τότε και μετά γίνανε διάσημοι και δουλεύανε ως ωρομίσθιοι και τα λοιπά. Και γενικά και εκεί έμαθα πάρα πολλά πράγματα, στη σχολή. Τώρα, στα πολιτικά γινόταν αυτές οι συνελεύσεις που δεν ξέρουμε ποιο θέμα είχανε, που γινότανε το σύστριγγλο, τσακωνόντανε… Όταν τελείωσε η χούντα, ήρθανε πίσω οι εξόριστοι – και οι εξόριστοι και παιδιά που ήτανε φοιτητές στη Γαλλία. Λοιπόν, αυτοί ήτανε διαφορετικοί από ’μας. Μιλούσαν λίγο με γαλλική προφορά, ενώ μπορεί να ήταν από κάνα χωριό, και αυτοί είχανε ζήσει τον Μάη του ’68, οι περισσότεροι από αυτούς ήτανε μεγάλοι και είχανε πολλές εμπειρίες να πούνε. Αυτό που θυμάμαι από όλα, λέγανε, ας πούμε: «Κοιτάξτε μην βάλετε παρατάξεις μέσα στις σχολές και στα σωματεία, θα είναι η καταστροφή τους». Φυσικά και γίναν παρατάξεις και φυσικά μετά έγινε… Δηλαδή υποτίθεται, ας πούμε, ότι το σωστό θα ήταν να βάζαν υποψηφιότητες άτομα και να ψήφιζες ανάλογα με το αν το άτομο αυτό είναι ικανό ή όχι, ασχέτως σε ποιο κόμμα ήτανε. Μετά ψήφιζες το κόμμα, μπορεί να ήταν ένας τενεκές ξεγάνωτος και τον ψήφιζες γιατί ήταν το κόμμα. Και το πράγμα χάλασε πάρα πολύ και εκεί κάπου –δεν ξέρω αν ήταν αυτή η αιτία–, πάντως εκεί κάπου το φοιτητικό κίνημα άρχισε και έπεφτε και οι νέοι που έρχονταν όλο και λιγότερο ενδιαφέρονταν. Μετά δεν ξέρω τι έγινε. Μετά, η δεύτερη σχολή που έβγαλα, δεν παρακολουθούσα. Έμενα Αθήνα και ήτανε Θεσσαλονίκη η σχολή, οπότε δεν ξέρω πώς ήτανε τα τέλη του ’80 που ήμουνα στην άλλη σχολή.
Οι φοιτητές από τη Γαλλία, που είπατε πριν, τι λέγανε δηλαδή;
Τι θυμάμαι; Κοίτα, τα πολιτικά δεν τα θυμάμαι, εντάξει, τα πολιτικά ήταν ίδια για όλους, δεν αυτό… Θυμάμαι ότι παραπονιόντουσαν και αυτοί ότι επεμβαίνανε πάρα πολύ τα κόμματα και οι οργανώσεις στην προσωπική του ζωή και σ’ εμάς πάρα πολύ. Αυτό ήτανε πάρα πολύ εκνευριστικό.
Δηλαδή;
Δηλαδή ποιον κάνεις παρέα, τι μουσική ακούς, με ποιον τα ’χεις. Εγώ τα είχα εφτά χρόνια με ένα παιδί και δεν το ήξερε κανείς και, όταν το μάθανε, με διαγράψανε.
Σαν μέλος, δηλαδή, ήσασταν και σας ελέγχανε, ας το πούμε.
Εντάξει, επεμβαίνανε, επεμβαίνανε. Δεν το εγκρίνανε, σου κάνανε φασαρίες. Ας πούμε, θυμάμαι ότι στη σχολή ήταν ένα παιδί, αυτός ήταν ΠΠΣΠ, μαοϊκός, και κοπελιά ήτανε στην ΚΝΕ. Μα τι καλό ζευγάρι, μα τι αγαπημένο ζευγάρι! Λυσσάξανε να τους χωρίσουνε, μα λυσσάξανε! Και οι μεν και οι δε! «Πώς γίνεται ένας κνίτης να τα έχει με μία ΠΠΣΠ;». Μα τι ωραίο ζευγάρι που ήτανε! Τι καλά που περνούσανε! Πόσο αγαπημένοι ήτανε! Μα πέσαν όλοι από πάνω να τους χωρίσουν. Επεμβαίναν πάρα πολύ. Και στη Γαλλία επεμβαίναν πάρα πολύ. Στη Γαλλία είχανε κι άλλα διάφορα μπερδέματα ερωτικά, εμείς εδώ πιο πουριτανοί. Ε διάφορα εκεί, ο τάδε με την τάδε, και η τάδε και η τάδε, και ο τάδε με τις τάδε, και η τάδε με τους τάδε, είχαν και τα κοινόβια και αυτά όλα, τα οποία ένας πειραματισμός ήταν τα κοινόβια, έτσι; Δεν ξέρω πώς περνούσανε, πρέπει να υπήρχανε άτομα που περνούσαν πάρα πολύ καλά στα κοινόβια και πρέπει να υπήρχανε άτομα τα οποία υποφέρανε. Εγώ, ας πούμε, θα υπέφερα.
Δηλαδή όταν λέμε κοινόβια, πώς ήτανε; Τι θυμάστε, ας πούμε; Τι σας είχανε πει;
Εγώ δεν ξέρω, δεν…
Σας είχανε πει;
Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι όταν το 2010, που πήγαμε στη Γαλλία, γνωρίσαμε μία κοπέλα που η μαμά της ζούσε σε κοινόβιο και τελικά κατέληξε να μένει με δύο από αυτά τα παιδιά, συνέχισε να είναι και τότε που γνώρισα εγώ την κοπέλα, και η κοπέλα δεν ήξερε ποιος ήταν ο μπαμπάς της από τους δύο. Προφανώς θα ’μοιαζε με κάποιον, αλλά ρητά δεν είχε ειπωθεί ποιος είναι, και οι δύο ήτανε μπαμπάδες της, ας πούμε. Και γενικά στη Γαλλία, όσες επαφές είχαμε και από αυτούς και αργότερα με όσους Γάλλους, ο Μάης του ’68 ήταν παρών στη Γαλλία. Δηλαδή ήταν παρών είτε στην οικογενειακή κατάσταση κάποιων είτε κάποιοι, ας πούμε, είχαν επιλέξει επαγγέλματα: να γίνουν δημοσιογράφοι ή, ξέρω γω, να ασχοληθούνε να γίνουν δήμαρχοι, πολιτικοί ξέρω γω, αυτά, οι οποίοι ήταν, δηλαδή, άτομα τα οποία είχαν βγει από τον Μάη του ’68 – είτε είχανε διακριθεί κάπου, είτε είχανε ένα τρόπο ζωής που συνέχιζε… Ξέρω γω της φίλης μου ο θείος ήτανε στην Κούβα, έφυγε το ’68 στην Κούβα και έμεινε στην Κούβα ως, ξέρω γω, επειδή είχε γίνει επανάσταση εκεί πέρα. Πάντως, στη Γαλλία τον έβλεπα τον Μάη του ’68 να υπάρχει, ας πούμε.
Εδώ υπήρχαν τέτοιου είδους κινήματα; [00:40:00]Είχε πάει να γίνει κάτι;
Όχι, όχι γιατί εμείς είχαμε χρονοκαθυστέρηση. Νομίζω ότι το Πολυτεχνείο ήτανε απόηχος αυτού, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ας πούμε, της αντιπολεμικής… Όλα αυτά που γινόταν για το Βιετνάμ και όλο αυτού του κλίματος, ας πούμε, της αλλαγής. Νομίζω ήτανε το Πολυτεχνείο και αυτές οι εξεγέρσεις των φοιτητών ήταν μέσα στα πλαίσια αυτού του κλίματος δηλαδή. Το οποίο περισσότερο, η αλλαγή που έφερε, κατά τη γνώμη μου, ήταν κοινωνική αλλαγή παρά πολιτικοοικονομική. Δηλαδή η αλλαγή, ας πούμε, στην οικογένεια και στα ήθη ήταν δραματική σε σχέση με τη μαμά μου, ξέρω γω, τους προηγούμενους. Δεν είχαμε κανένα πεδίο συνεννόησης με τους παλαιότερους, ας πούμε. Ήτανε, δηλαδή, αυτό που λένε «αλλαγή παραδείγματος», πώς να το πω; Ήτανε ριζική στροφή της ιστορίας σε κοινωνικό επίπεδο, αυτοί που λένε οι «boomers», ναι. Δηλαδή πράγματα που τώρα δεν μπορεί να τα διανοηθεί κάποιος. Δηλαδή τα παιδιά μου καμιά φορά λένε ότι: «Ήτανε καλύτερα πριν που, ήταν οι οικογένειες δεμένες και δεν υπήρχαν διαζύγια και δεν αυτά» και τους λέω: «Εσείς δεν θα μπορούσατε να ζήσετε σε αυτό ούτε τρία λεπτά». Να σε ελέγχει συνέχεια: «Πού πας;», «Τι είσαι;», «Τι κάνεις;», «Με ποιον βγήκες;». Να μην μπορείς να τα φτιάξεις με ένα κορίτσι καθόλου ή αν τα φτιάξεις, να έχεις συνέπειες μέχρι και να σε αποβάλουν από το σχολείο τελείως, ας πούμε. Ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Εγώ έζησα αυτό στην άκρη του, στο τελείωμά του δηλαδή. Απλά επειδή οι γονείς μου ήταν από τη Χίο, που η κοινωνία η χιακή, από ό,τι έχω καταλάβει, ήταν πολύ πιο περιοριστική από άλλες, από, ας πούμε, από τους Ρουμελιώτες ή…
Δηλαδή πιο αυστηρά;
Πάρα πολύ, πάρα πολύ. Οι αγροτικές κοινωνίες δεν είναι τόσο αυστηρές όσο είναι οι αστικές κοινωνίες, που πας για την προίκα, που πρέπει να βρεις τον καλό γαμπρό και αυτά. Ήταν πάρα πολύ περιορισμένα. Και οι γονείς μου, έχοντας έρθει στην Αθήνα με αυτά τα μυαλά, προσπαθούσαν να κάνουν αυτά σε εμένα, που εγώ ζούσα, και οι φίλες μου και οι παρέες μου ζούσαμε τελείως διαφορετική ζωή και υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη σύγκρουση σε αυτό και για αυτό ξέρω καλύτερα από τα άλλα κορίτσια το πώς ήταν το πριν, γιατί εγώ το λούστηκα πιο πολύ, αυτό της καταπίεσης και της κοινωνικής θέσης: «Να κάνεις παρέα με αυτούς γιατί είναι της κοινωνικής σου θέσης». Εμένα που ήμουνα στο τροτσκιστικό κίνημα να μου πει η μάνα μου να κάνω παρέα με αυτόν γιατί αυτός είναι της κοινωνικής μου τάξης, μπα καλά! Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να γίνουν τρομερές συγκρούσεις μες στο σπίτι. Κάποια παιδιά, λοιπόν, είχανε περισσότερο και κάποια παιδιά είχανε λιγότερο, ήταν πιο ελεύθερα. Τώρα σε γενικές γραμμές εμείς επειδή ζούσαμε αυτή την εποχή του πειραματισμού, κάναμε πολλά πράγματα που ήτανε και λίγο, πώς να το πω τώρα, τραυματικά. Ας πούμε, ξεκινούσαμε σεξ πάρα πολύ νωρίς. Και τώρα βέβαια, αλλά τώρα δεν ξέρω να σου πω είναι καλό ή όχι πάντως.
Δηλαδή όταν λέμε νωρίς;
Ξέρω γω, δευτέρα γυμνασίου. Δεν ξέρω τι ξέραμε και τι αυτό. Που δεν μπορούσαμε να κάνουμε και σχέση, δηλαδή δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Επίσης, υπήρχε και το άλλο, όταν με κάποιον έκανες το οτιδήποτε, σου έπιανε το χέρι ας πούμε, ήταν σαν να σου δίνει ένα σημάδι ότι τώρα τα ’χουμε εμείς, δηλαδή, το one night stand δεν υπήρχε – υπήρχε πάντα, γιατί ό,τι προκύπτει μετά βγαίνει από κάτι που υπάρχει πριν, αλλά ήταν σπάνιο. Δηλαδή το να πας με κάποιον και μετά να μην θες να ξαναπάς, «εντάξει, καλά ήτανε» ή αυτό ξέρω γω, ήτανε πολύ τραυματικό και πολύ μπερδεμένο για να γίνει, δηλαδή παίζονταν μικρά δράματα. Γινότανε, αλλά συνήθως τα είχες, ήτανε μία συμφωνία, ας πούμε, σιωπηρή, ότι τώρα εμείς τα ’χουμε. Αυτό άλλαξε πολύ γρήγορα, δηλαδή μέχρι να φτάσω τα 35 είχε αλλάξει. Τι άλλο, τι δεν… Α και μετά, ήρθε το ΠΑΣΟΚ… Το ΠΑΣΟΚ δεν ξέραμε να χαρούμε ή να στεναχωρηθούμε. Γιατί, μέσα στη δικτατορία, εμείς για τον Ανδρέα μαθαίναμε τα χειρότερα.
Δηλαδή;
Δηλαδή, ας πούμε, μαθαίναμε ότι είχε ξεκινήσει… Είχε κουβαλήσει κόσμο με δυσκολία στη Γαλλία για να φτιάξουνε αντιδικτατορικό κόμμα και τους πούλησε. Δηλαδή άνθρωποι,οι οποίοι κινδυνεύσαν για να φύγουνε.
Αυτά τα μαθαίνετε μέσα από τις οργανώσεις, έτσι;
Ναι, υπήρχε παράνομος Τύπος που διακινούνταν. Μέσα από αυτόν τον παράνομο Τύπο μού είχαν έρθει και οι πρώτες κασέτες με τραγούδια του Θεοδωράκη και τα λοιπά. Θα ’μουν δευτέρα γυμνασίου. Τέλος πάντων, οπότε δεν είχαμε καλή ιδέα για αυτόν.
Όταν λέγανε τους πούλησε, ας το πούμε;
Έφτιαξε το ΠΑΚ μόνος του. Αυτά ξέρω, δεν ξέρω λεπτομέρειες, δεν ξέρω τι αυτό. Αλλά λέγανε, ας πούμε, ότι υπήρχε κόσμος ο οποίος ξεκίνησε από Ελλάδα να βγει παράνομα έξω με μεγάλη δυσκολία για να κάνουνε κάτι και αυτός είχε ήδη κανονίσει τα δικά του. Και τους πούλησε. Και γενικώς, αυτό που ακουγόταν ήτανε ότι ήταν αριβίστας και playboy, και ένας άνθρωπος δηλαδή με μία ηθική πολύ ελαστική, αυτό ακουγόταν. Οπότε, όταν άλλαξε η κατάσταση, δεν ξέραμε αν χαρούμε ή αν λυπηθούμε. Από τη μία πλευρά, υπήρχε αυτό το κλίμα το πολιτικό, το μεταχουντικό, το οποίο δεν διέφερε… Διέφερε, να μην είμαστε άδικοι, αλλά είχε τα απόνερα της χούντας. Για παράδειγμα, πηγαίναμε σε μια ταβέρνα, μπαίνανε μέσα οι ασφαλίτες μετά τη μεταπολίτευση: «Ταυτότητες;». Ένας να μην είχε στην παρέα ταυτότητα, όλοι στο τμήμα για αναγνώριση. Ουσιαστικά καψονάκια ήτανε, μας κρατούσαν όλο το βράδυ στο τμήμα. Άντε εγώ μετά να γυρίσω πίσω: «Πού ήσουνα το βράδυ;». Πρώτη φορά που έμεινα έξω από το σπίτι μου δεν ήτανε με γκόμενο, με είχανε, μας είχανε πιάσει. Και είπα και κάτι εκεί πέρα γιατί βάρεσε ένα παιδί, είπα και εγώ…
Πώς έγινε; Περιγράψτε μας την ιστορία.
Πώς μας πιάσανε;
Όλο αυτό, ναι.
Ήμασταν σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, στον «Δούρειο Ίππο». Και μπήκανε μέσα, ζητούσαν ταυτότητες, εκεί ήταν όλο φοιτητές έτσι, τα πανεπιστήμια τότε ήταν στο κέντρο, οπότε ήταν όλο φοιτητές σε αυτή την ταβέρνα και ένας από την, ήμασταν έντεκα άτομα παρέα, ένας δεν είχε ταυτότητα και μας μαζέψαν όλους. Και τώρα, εξεπίτηδες; Όλο τα αγόρια δεν είχανε ταυτότητα. Εξεπίτηδες δεν είχαν ταυτότητα; Δεν ξέρω. Είχα πάει στο τμήμα πάντως έτσι τέσσερις φορές! Τη μία φορά κιόλας κάτι είπα και με βάλανε και στο κρατητήριο, έμαθα πώς είναι και το κρατητήριο. Ένα χαμηλοτάβανο ήτανε αυτό και καθόμασταν επειδή ήτανε σιχαμένο, καθόμασταν σαν κότες, βαθύ κάθισμα στα πόδια μας. Έτσι καθίσαμε τρεις-τέσσερις ώρες εκεί πέρα και μετά μας βγάλανε. Επίσης, εκεί, άκου τώρα να δεις πλάκα.
Το παιδί γιατί το χτυπήσανε που είπατε πριν;
Γιατί τους αντιμίλησε.
Θυμάστε καθόλου;
Όχι. Δεν ήμουνα μπροστά, απλά ακούσαμε τις φωνές και πήγα εκεί πέρα και του ’ριξα μία σφαλιάρα. Μα Χριστέ μου, τι μυαλό είχα! Έριξα μία σφαλιάρα στον αστυνομικό, του λέω: «Δεν ντρέπεσαι;». Και… Πάντως, πολύ συγκρατημένοι ήτανε, θα μπορούσαν να μας είχανε λιανίσει στο ξύλο. Ήταν στα πλαίσια της μεταπολίτευσης, πολύ συγκρατημένοι. Οπότε συμβαίναν αυτά και δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση έτσι, δηλαδή αυτή η αστυνομοκρατία, οπότε έπρεπε να αλλάξει κάτι. Ο Αντρέας έκανε αυτό, δηλαδή ό,τι αφορούσε τις ελευθερίες, και την αναγνώριση όλων αυτών των ανθρώπων που ήταν φακελωμένοι και είχανε περιορισμένα δικαιώματα, δηλαδή δεν μπορούσαν, πολλά πράγματα δεν μπορούσαν να κάνουνε, δεν μπορούσαν να πιάσουν συγκεκριμένες δουλειές, να πάνε στο Δημόσιο, πολλά. Αυτά όλα τελειώσανε και ήτανε και μία αναγνώριση για όσους είχαν πολεμήσει στην Εθνική Αντίσταση, που αισθανθήκανε έτσι ότι αναγνωριστήκαν οι θυσίες τους. Από την άλλη μεριά, το πράγμα ξεχείλωσε πάρα πολύ, δηλαδή ο φόβος μην ξαναπέσουμε, ξέρω γω, στους περιορισμούς τους προηγούμενους και στη βία δεν τιμωρούνταν ούτε οι παραβατικοί. Δηλαδή, ας πούμε, αυτοί που λέγαμε οι γνωστοί-άγνωστοι «αναρχοαυτόνομοι», κάναν του κόσμου τη φασαρία και στα πρώτα χρόνια υπήρχε η ΚΝΕ που τους συμμάζευε. Μετά που δεν υπήρχε η ΚΝΕ, που πια δεν αυτό… τον ασυμμάζευτο[00:50:00]. Ε και άλλα διάφορα, τέλος πάντων, και στα σχολεία χαλάρωσε πολύ το πράγμα και στα σωματεία και τα λοιπά.
Πώς σας φάνηκε όλο αυτό;
Ποιο, η διαλλαγή;
Ναι.
Μετά; Για μένα, τρομακτική! Δηλαδή υπήρχε κόσμος που περνούσε καλά και έπαιρνε λεφτά και τα λοιπά. Εγώ δεν ήμουν από αυτούς, γιατί ήμουνα μία μισθωτή, παρόλο που είχα ένα καλό μισθό, γιατί όλα κινούνταν καλά, αλλά είχα αυτή την αίσθηση της φούσκας. Στο ’95 πια ήμουνα σίγουρη ότι ήταν φούσκα, γιατί έβλεπα ότι κινούνταν πάρα πολλές ακάλυπτες επιταγές στη δουλειά.
Τι δουλειά;
Ένα ατελιέ γραφικών τεχνών. Και έβλεπα πολλές ακάλυπτες επιταγές, οπότε σκεφτόμουν ότι δεν πάμε καλά. Δηλαδή φαινόταν ότι ήτανε υπερπληθωρισμός αυτό το πράγμα, πώς να το πω; Πού βρέθηκαν τόσα χρήματα που κινούνται εδώ πέρα; Και τρόμαζα, με τρόμαζε αυτό, το τι θα γίνει μετά. Αυτά περίπου. Επίσης, τι άλλο; Γύρω στη δεκαετία… τα τέλη της δεκαετίας του ’80… Το ’80 ξεκίνησε… Όχι το ’80, και πιο πριν άρχισε να μπαίνει η Ελλάδα στο καταναλωτικό… Στον κόσμο του καπιταλισμού. Που σημαίνει, ας πούμε, ότι είχα συμμαθήτριες που θυσίασαν την εκδρομή, την πενταήμερη, για να πάρουν ένα Lacoste.
Πριν, δηλαδή, δεν υπήρχανε;
Όχι.
Εισαγόμενα, δηλαδή, δεν είχε και…
Ε, δεν υπήρχε αυτή η έννοια της μάρκας. Μου άρεσε, το έπαιρνα. Δεν υπήρχε αυτό. Τα ράβαμε και μόνοι μας πολλά. Ε, εντάξει, άντε να υπήρχε ένα καλό παπουτσίδικο ας πούμε, να λέω: «Θα πάω να πάρω παπούτσια από τον Μπουρνάζο», ας πούμε. Αλλά όχι επειδή είναι «Μπουρνάζος», αλλά επειδή έχει καλά παπούτσια, αν μπορώ. Οι μόνες μάρκες που υπήρχανε ήτανε τα Lee και τα Levi’s, τα τζιν. Τα Lee δεν μπορούσαμε, ήταν απλησίαστα, τα Levi’s ήταν τα μόνα, τα οποία ήταν και έμβλημα. Δηλαδή ήτανε η στολή του επαναστατημένου νέου, με αυτή την έννοια μόνο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Και μετά άρχισε αυτό…
Πώς άρχισε αυτό;
Δεν ξέρω πώς άρχισε, δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε να κυνηγάμε να πάρουμε Lacoste. Αυτά ήταν τα πρώτα εγώ που θυμάμαι.
Δηλαδή τηλεόραση, ας πούμε, θυμάστε διαφημίσεις, εφημερίδες;
Όχι, δεν ξέρω πώς. Όχι, όχι. Οι διαφημίσεις ήταν άλλου είδους πράγματα. Δεν είχε τέτοια, όχι. Μαγαζιά είχε, προϊόντα καθαρισμού και τέτοια, τσιγάρα και αυτά, δεν, όχι… Δεν είχε μάρκες, δεν ξέρω πώς έγινε. Μία φίλη μου ξαφνικά λέει: «Εγώ δεν θα ’ρθω, θα πάω να πάρω Lacoste». Με τα ίδια λεφτά, φαντάσου! Στοίχιζε όσο μία εκδρομή. Δεν ξέρω πώς έγινε, μετά έπεσε μία φρενίτιδα. Δηλαδή έκανα παρέα κάποτε με κάτι παιδιά από το Πασαλιμάνι, το λέω γιατί το Πασαλιμάνι ήταν… Είχε στέκια η Αθήνα και το Πασάλιμανι ήταν το τέτοιο στέκι που δεν είχαν άλλη συζήτηση, αν θα πάρουν ρολόι «τάδε», αν θα πάρουν παντελόνι «τάδε», τα οποία τα θεωρούσα πάρα πολύ κουραστικά, με αποτέλεσμα να μην μπω ποτέ σε αυτό και ακόμα σήμερα να μην ξέρω τίποτα από μάρκες, δεν έμαθα ποτέ, γιατί δεν μου άρεσε αυτή η κατάσταση έτσι όπως είχε γίνει, να κυνηγάω δηλαδή… Γιατί είχε και ένα άλλο, συνέβη και κάτι ακόμα… Ότι έρχονταν στη δουλειά καινούρια παιδιά και αρχίζανε και κάνανε συνεννοήσεις μόνοι τους με τα αφεντικά. Ήτανε μέσα στο ίδιο κλίμα αυτό, δηλαδή του ατομισμού. Του τύπου ξέρω γω: «Να καθίσω υπερωρία, τώρα να φύγω την τάδε μέρα;» ξέρω γω. Όχι, όχι, αυτό το κάναμε όλοι. «Να κάθομαι υπερωρίες και να μην έρχομαι την τάδε μέρα;». «Θα μου κάνεις αύξηση εμένα μόνο που εγώ θα κάθομαι παραπάνω;». Και τους λέγαμε: «Βρε ηλίθιοι, μην κάνετε μόνοι σας συμφωνίες, θα μας πατήσουνε κάτω στο τέλος!». Και μας πατήσανε. Παίρναν υπερωρίες και μετά, όταν ερχόταν η ώρα να πάρουν την άδεια: «Δεν μπορούμε τώρα, έχουμε δουλειά», «Δεν γίνεται τώρα» και τα χάνανε. Και χάθηκε η ενότητα, ας πούμε, που είχαμε, που πάντα διεκδικούσαμε ό,τι θέλαμε όλοι μαζί, καλός-κακός, εργατικός-μη εργατικός, ήμασταν όλοι μαζί, και μετά μας πατήσανε κάτω. Μας κάνανε και έγιναν όλα αυτά που γίνανε. Αυτά.
Ωραία, ας πάμε λίγο πάλι πίσω. Στις οργανώσεις, που μου είπατε, από τι ηλικία ήσασταν επί δικτατορίας.
14.
Πώς πήγατε εκεί;
Δεν σου 'πα; Πήγα…
Δηλαδή πώς πήγατε; Εννοώ…
Είδα ανοιχτά και μπήκα.
Μόνη σας;
Ναι.
Δεν σας είπε κανένας τίποτα άλλο, «Κάπου είναι αυτή η οργάνωση», «Πάμε εκεί»…
Όχι, μας είχε πει αυτή η κοπέλα, αλλά δεν είχα πάει τότε, που μάλλον ήτανε του ΚΚΕ εσωτερικού, του Ρήγα Φεραίου, αυτή που είναι σήμερα του ΣΥΡΙΖΑ. Α, γίνανε και διάφορες «νοστιμιές» μετά, μετά τη μεταπολίτευση. Εγώ πήγα επειδή ήτανε το βιβλιοπωλείο και δειλά δειλά μπήκα μέσα με την ποδιά του σχολείου –φρικάραν όλοι μέσα εκεί πέρα τέλος πάντων– και με κρατήσανε… Φυσικά και δεν ήξερα τίποτα από αυτά που συμβαίνανε μέσα, δηλαδή παράνομες δραστηριότητες και τα λοιπά, δεν μου λέγαν τίποτα. Δηλαδή αν ξέρω γω θα πηγαίνανε να κολλήσουν αφίσες, να πετάξουν τρικάκια ή ό,τι άλλο κάνανε, συναντήσεις με άλλους, δεν! Εγώ αυτά που έκανα ήταν ότι έπαιρνα τα περιοδικά, τα αποδελτίωνα, καμιά μετάφραση και τα βιβλία, ας πούμε, κυρίως εκεί. Γιατί ήμουνα πολύ μικρή, ήτανε και άλλα κοριτσάκια, και άλλα παιδάκια στην ηλικία μου, μερικοί από αυτούς είναι διάσημοι τώρα, ήτανε κι άλλοι, που ήτανε κάτω από… που ήταν γυμνάσιο, ας πούμε.
Ήσασταν μαζί;
Κοίταξε, γενικώς υπήρχανε στεγανά. Δηλαδή η μία ομάδα δεν γνώριζε την άλλη. Παρανομία έτσι; Οπότε εγώ ήξερα μόνο αυτούς που ήτανε σαν κι εμένα, δηλαδή ουσιαστικά τα κορίτσια από το σχολείο, από τις οποίες οι δύο ήτανε και συμμαθήτριές μου στο σχολείο, γιατί μετά ήρθανε και αυτές, οπότε δεν μπορώ να σου πω τι γινότανε και τι κάνανε, γιατί δεν μας λέγανε. Εμείς κάναμε αυτά που ήταν να κάνουμε και άλλοι κάνανε αυτά, ο καθένας δεν ήξερε ποιος είναι τι.
Οι πιο μεγάλοι πόσο χρονών ήτανε;
30. Πολύ μεγάλοι! Τότε μας φαινόταν πάρα πολύ μεγάλοι, αλλά τώρα το σκέφτομαι και λέω: «πιτσιρίκια». Και υπήρχανε πάρα πολλές τέτοιες μικρές ομάδες, που δεν έχω καλή γνώμη.
Δηλαδή;
Δηλαδή σαν συμπεριφορές δεν ήταν και πολύ εντάξει. Εντάξει, τώρα τι να σου πω… Επεμβαίνανε πολύ, προσπαθούσανε να ελέγχουνε με διάφορους τρόπους… Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γίνονταν αυτά τα πράγματα.
Δηλαδή πείτε μου ένα παράδειγμα, κάτι που σας είχε τύχει.
Να τα φτιάχνουν μαζί σου γιατί θέλουν να σε ελέγχουν και όχι γιατί ενδιαφέρονται στ’ αλήθεια. Ή για να μην τα φτιάξεις με κάποιον άλλον τον οποίον θέλανε να έχουνε, να κρατήσουνε… Δεν μπορώ να σου πω τι γινότανε, γιατί εγώ τότε δεν είχα καταλάβει, μετά κατάλαβα, ας πούμε, τι παιζότανε, και κυρίως από κάτι έξυπνες φιλενάδες, οι οποίες ήτανε πιο πονηρές από μένα και καταλαβαίνανε τι παιζότανε. Έχω την εντύπωση ότι ο Σαββόπουλος εκείνο το τραγούδι, το: «Τη φοιτητριούλα που σε έχει ερωτευτεί, θα σε καταγγείλω, πονηρέ πολιτευτή», κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του – μάλλον δεν είχε, αλλά μας κόλλαγε πάρα πολύ ωραία αυτό. Δηλαδή αυτό ήταν το αρνητικό κομμάτι. Κατά τα άλλα, πάρα πολλή παπαρολογία, φοβερή, ενώ όλο αυτό το της επανάστασης, ας πούμε, και της δικτατορίας του προλεταριάτου, και πότε θα γίνει, και τι θα γίνει, και πότε είναι ώριμες οι συνθήκες, και τι να κάνουμε, τώρα μου φαντάζει παπαρολογία, τότε ήτανε πάρα πολύ σοβαρά πράγματα. Ξέρεις ότι γινόταν πηγαδάκια στην Ομόνοια… Τότε γινόταν πηγαδάκια, πώς έχουμε το τώρα το Facebook, φυσικά πηγαδάκια κυρίως στην Ομόνοια, όπου πήγαιναν διάφοροι με τον χαρτοφύλακα παραμάσχαλα με τα τσιτάτα, είχαν: «Εδώ, αυτός έγραψε αυτό», είχαν φωτοτυπία, «να το», και «εδώ ο τάδε έγραψε αυτό», απόσπασμα από την εφημερίδα, «να το», και γινόταν διάφοροι καυγάδες για κάτι αποχρώσεις ιδεολογικές, τις οποίες ούτε που θυμάμαι. Ναι.
Αυτό ήταν στα αριστερά κόμματα;
Ναι. [01:00:00]Ε ναι. Γιατί ενεργή η κατάσταση ήταν αριστερή. Αυτοί που, δηλαδή, κάνανε πράγματα ήταν αριστεροί. Οι δεξιοί δεν κάναν τίποτα, απλά βγάζαν κυβερνήσεις μέχρις ένα σημείο. Αυτά.
Μετά φύγατε από αυτές τις οργανώσεις;
Μετά… Δεν σου είπα ότι τα ’χα μ’ ένα παιδί –δηλαδή γελοιότητες, τι να τις λες να σου…–, δεν σου είπα ότι τα ’χα μ’ ένα παιδί εφτά χρόνια και δεν το ήξερε κανείς; Οκ, το μάθανε και με διαγράψανε.
Τι ήταν αυτό το παιδί;
Ήτανε μες στην οργάνωση ένα παιδί.
Και δεν θέλανε να τα έχετε με αυτό το παιδί μέσα στην ίδια την οργάνωση;
Ναι, ναι. Επεμβαίναν πάρα πολύ ο ένας στον άλλον, ο ένας στον άλλον, και είχαμε όλοι γνώμη για την ζωή των άλλων πολύ. Και δεν καταλαβαίναμε ότι…
Δεν έμενε, δηλαδή, στο κουτσομπολιό, ας πούμε…
Όχι. Επεμβαίνανε πολύ, με διάφορους τρόπους, ναι, το ’κάναν αυτό. Υπήρχε άλλη μία «νοστιμιά» τελευταία. Λοιπόν, οι τροτσκιστικές οργανώσεις είχαν αποφασίσει να, προφανώς δεν την είχανε επινοήσει, ήτανε παλαιότερη, να ακολουθήσουν μία τακτική του εισοδισμού, έτσι λεγότανε. Τι θα πει εισοδισμός. Μπαίνω σε ένα άλλο κόμμα και προσπαθώ να επηρεάσω. Τώρα αυτό, σε γενικές γραμμές, το μόνο αποτέλεσμα που είχε ήταν ότι πολλοί τροτσκιστές μπήκαν στο ΠΑΣΟΚ και μείναν και γίνανε και από τα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Καμία σχέση οι δύο νοοτροπίες, για να δεις πόσοι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, είναι πάρα πολύ χαλαροί σε αυτά που πιστεύουν, δεν τα πιστεύουν στα αλήθεια. Το λογικό είναι ότι, ναι, με τον καιρό αλλάζεις, και μαθαίνεις πράγματα και τα βλέπεις διαφορετικά, αλλά μέσα σε ένα χρόνο όταν αλλάζεις θα πει ότι το προηγούμενο ήτανε πολύ χαλαρό το «πιστεύω» σου. Τώρα, γώ που πέρασα από όλα τα κόμματα, πέρασα πάρα πολύ ωραία, εισοδισμό δεν έκανα πουθενά, έκανα πάρα πολλούς φίλους, αγαπημένους, ειδικά από την ΚΝΕ και το ΚΚΕ εσωτερικού, αλλά ειδικά από την ΚΝΕ έκανα από τους πιο καλούς φίλους που είχα και πέρασα πάρα πολύ ωραία μαζί τους. Γιατί τελικά τα ιδεολογικά ήτανε πολύ σαθρό υπόβαθρο για να στηρίξεις τη ζωή σου, περισσότερο έχει να κάνει με το αν ήταν καλοί άνθρωποι ή όχι. Ήμουνα και πολύ τυχερή, γιατί η σχολή που ήμουνα ήτανε καλλιτεχνική, οπότε έβγαζε κυρίως ΚΚΕ εσωτερικού και Πανσπουδαστική, δηλαδή Ρήγα Φεραίο και Πανσπουδαστική. Οπότε το λέω γιατί οι υπόλοιποι τότε ήτανε νερόβραστοι, τι να κάνω, δεν φταίω.
Δηλαδή;
Δηλαδή οι νεοδημοκράτες, είχαμε έναν, και οι πασόκοι, είχαμε πιο πολλούς πασπίτες, ήτανε λίγο νερόβραστοι. Δεν είχανε ούτε τη φιλομάθεια ούτε τα κέφια που είχαν οι υπόλοιποι. Δηλαδή όλος ο αυτός ο χαμός που κάναμε με το… Εν τω μεταξύ, στο ΤΕΙ, το ΤΕΙ ήταν ένας διάδρομος τεράστιος και δεξιά-αριστερά, είναι ακόμα, ήταν οι πόρτες των σχολών έτσι, οπότε οι σχολές ήτανε διασπαρμένες στο μήκος του διαδρόμου. Μία φορά τον μήνα οπωσδήποτε αυτός ο διάδρομος θα γινόταν το «χωριό του Αστερίξ», θα παίζαμε ξύλο οπωσδήποτε. Θα γινότανε μαλλιά κουβάρια, κάποιος θα ξεκίναγε τον καυγά, θα μπαίναν οι υπόλοιποι, όλος ο διάδρομος γινόταν έτσι. Υπήρχε πάρα πολλή ένταση και αυτό ήτανε και ωραίο, θετικό, γιατί κάναμε πολλά πράγματα. Παραδείγματος χάρη, πρώτη γυμνασίου, κάθε Τρίτη κατεβαίναμε στην Αθήνα, η παρέα, και πηγαίναμε σε γκαλερί και σε μουσεία ή σε ομιλίες, σε συναυλίες, ό,τι μπορούσα μέχρι τις 20:30 που έπρεπε να ήμασταν πίσω. Είχαμε πολλά κέφια, δηλαδή, τέτοια και πολύ μεγάλες παρέες. Δηλαδή μπορεί να ήταν η παρέα είκοσι άτομα. Πηγαίναμε θέατρο και μας λέγανε: «Με πούλμαν ήρθατε;». Είκοσι άτομα! Και πολλή, βέβαια, πολύ ερωτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, πάρα πολλή. Δεν πήγαινες κάπου και να μην έρθει κάποιος να σου μιλήσει, να μην μιλήσεις εσύ σε κάποιον και τα λοιπά. Και γενικά, ρε παιδί, μου αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το ότι, όπου πήγαινες, είτε ερωτικά είτε όχι φιλικά, οπωσδήποτε θα μιλούσες και οπωσδήποτε όλοι οι θαμώνες θα γινόταν μία παρέα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βγαίνεις διαφορετικός από αυτό που μπήκες. Δηλαδή μπαίνεις Εύη, βγαίνεις Εύη plus, δεν ξέρω πώς να σ’ το εξηγήσω. Ναι, αυτό που λένε μέθεξη. Μπαίναμε, δηλαδή, πηγαίναμε, ξέρω γω, κάπου να διασκεδάσουμε και θα μιλούσαμε, θα γνωρίζαμε καινούριους ανθρώπους, θα μαθαίναμε καινούρια πράγματα, θα ανταλλάσσαμε ιδέες, και τα λοιπά, και τα λοιπά και το αποτέλεσμα ήταν ότι έβγαινες έξω χορτασμένος. Αυτό άρχισε να χάνεται όταν έγινα… Τη δεκαετία του ’80 άρχισε να χάνεται και κυρίως όταν αρχίσαν τα μαγαζιά να ανοίγουν αργά, και να κλείνουνε και να έχουν και πολύ θόρυβο. Δηλαδή όταν ανέβηκε η ένταση της μουσικής και μπήκε ωράριο, και το ωράριο ήταν αργά, αυτό το χάλασε αυτό το κλίμα.
Δηλαδή πριν πώς ήτανε;
Δηλαδή πριν, ας πούμε, ξέρω γω, για να πάμε να χορέψουμε, πηγαίναμε στις 20:00 ή στις 18:00 το απόγευμα και καθόμασταν και χαζολογούσαμε, ξέρω γω. Κάποιος θα άνοιγε τον χορό, είχε πίστα έτσι, κάποιος θα άνοιγε τον χορό, ο πιο θαρρετός, γύρω στις 20:00, άντε 21:00 ξέρω γω. Εμείς φεύγαμε νωρίς, ήμασταν μικρά, προφανώς οι μεγαλύτεροι μένανε πιο αργά. Όταν αρχίζαμε να χορεύουμε, επειδή στους περισσότερους χορούς θα ερχόταν κάποιος να σου πει: «Χορεύεις;», δεν σηκωνόσουνα πάνω σαν το κατσίκι και χόρευες μόνος σου. «Χορεύεις;», άρα γνώριζες αυτόν, άρα γνώριζες την παρέα του. Μπορεί να μην γινόσασταν φίλοι, αλλά γνώριζες κάποιον και μάθαινες πράγματα, ή και τα έφτιαχνες, ή και μπαλαμουτιαζόσουν απλώς και μετά έφυγες, πήγαινες σπίτι σου. Δεν πίναμε κιόλας, πίναμε πάρα πολύ λίγο, ήταν ακριβά. Τέλος πάντων, χορεύαμε πάρα πολύ μέχρι τελικής πτώσης και ή πηγαίναμε στις μπουάτ, που εκεί πέρα είχε και stand up comedy και μουσική που μπορούσες να τραγουδήσεις. Και αυτό, το ότι μπορούσαμε και τραγουδούσαμε πάρα πολύ, αυτό είναι πολύ καθαρτικό της ψυχής, το τραγούδι και ο χορός. Οπότε ήτανε πολύ εύκολη διασκέδαση και πολύ έτσι ανανεωτική. Μετά αυτό χάθηκε σιγά-σιγά, χάθηκε. Ήτανε λίγο σαν κονσέρβα, δηλαδή πρώτα απ’ όλα οι DJ ακολουθούσαν τον κόσμο, το τι θέλει, και ανεβάζανε και ανεβοκατεβάζανε τη διάθεση ανάλογα με το τι αυτό. Μετά, όταν ανέβηκε πάρα πολύ ήχος της μουσικής, η επικοινωνία χάθηκε, δεν μπορούσες πια να μιλήσεις με άλλες παρέες ή οτιδήποτε. Kαι έμοιαζε λίγο κονσέρβα δηλαδή, ανεβάζω την ένταση της μουσικής όταν ανεβαίνει το κέφι. Όταν δεν ανεβαίνει το κέφι γιατί την ανεβάζω; Για να κάνω τεχνητό κέφι, για να πιει ο άλλος. Οπότε προσαρμοστήκαμε βέβαια, γιατί ήμασταν πιτσιρίκια, αλλά… Επειδή είχαμε γνωρίσει το προηγούμενο, κάπως ήτανε. E αυτά. Καλά είναι;
Ωραία. Οικογένεια πώς ήταν; Είχατε πει ότι με την οικογένεια ήτανε λίγο δύσκολη, λίγο αυστηρά. Ήτανε όλες οι οικογένειες έτσι τότε;
Ε πολλές, όχι όλες, αλλά οι περισσότερες οικογένειες ναι.
Δηλαδή κάποιες; Κάποια παραδείγματα;
Δηλαδή, ας πούμε, εγώ είχα στην πρώτη γυμνασίου, δούλευε πάρα πολύ το τηλέφωνο και οι φάρσες. Σε μία φάρσα, λοιπόν, γνώρισα ένα παιδί. Ωραία, και είπαμε θα βγούμε. Το θα βγούμε σήμαινε ότι θα πηγαίναμε κάπου κρυφά, να μην μας δει κανείς. Είχα δύο ώρες στη διάθεσή μου, απόγευμα, οπότε πήγαμε στην Κηφισιά, κρατηθήκαμε χεράκι-χεράκι, γυρίσαμε πίσω… Ο διάβολος η μάνα μου με είχε πάρει από πίσω και με κλείσανε τρεις μήνες μέσα, τρεις μήνες δεν είδα το φως του ήλιου και ήταν και καλοκαίρι.[01:10:00] Τέτοια νόστιμα κάναμε, ας πούμε. Ξύλο έπεφτε πολύ, ξύλο πολύ. Τα κορίτσια λιγότερο, τα αγόρια τρώγανε πάρα πολύ ξύλο και στο σχολείο πάρα πολύ και γενικά. Δηλαδή πες, ας πούμε, ότι έκανες κάτι και σε καλούσανε στο γραφείο. Όταν γυρνούσες σπίτι, θα σε έσπαγε στο ξύλο ο πατέρας σου. Εμάς μας φωνάζανε πάρα πολύ, αλλά τα αγόρια τα δέρνανε κιόλας.
Υπήρχαν περιπτώσεις διαφορετικές; Αν ξέρατε εννοώ.
Κοίταξε να δεις, εγώ όταν ήμουνα… Σου είπα ότι ήμουνα στο μεταίχμιο, οπότε οι φιλενάδες μου, που ήταν Αθηναίες, ήτανε ελεύθερες. Εντάξει, ήτανε ελεύθερες… Δεν γυρίζανε 12:00 τη νύχτα, ας πούμε, όταν ήταν δευτέρα γυμνασίου, αλλά πηγαίνανε στα πάρτι και γυρίζαν την ώρα που τελείωνε το πάρτι, ενώ εμένα 20:30 η ώρα περνούσαν και με παίρνανε. Δηλαδή πήγαινα στις 19:30 και 20:30 είχα φύγει. Αυτές βγαίνανε πιο πολύ και λίγο μαζί με τον μαϊντανό ποτίστηκα και εγώ. Δηλαδή, επειδή αυτές ήταν πιο ελεύθερες, βγήκα και εγώ λίγο. Αλλά η φίλη μου, ας πούμε, στη σχολή, οι γονείς της ήταν από τη Θήβα, εκεί απ’ τα χωριά της Βοιωτίας, ήτανε 18-19 χρονών, της δίνανε ένα ελάχιστο χαρτζιλίκι, πάρα πολύ λίγα λεφτά, και έπρεπε 20:00 να είναι σπίτι της. Δεν έχει έρθει σε καμία εκδρομή, σε κανένα πάρτι, σε καμιά συναυλία, πουθενά. Και στο τέλος απλά απηύδησε, έπιασε δουλειά και, όταν έπιασε δουλειά, σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι της και δεν τους ξαναμίλησε.
Αυτό πότε σταμάτησε για εσάς;
Εγώ μόλις τελείωσα το σχολείο τελείωσε. Δεν με ξαναελέγξανε ποτέ.
Στα 18 δηλαδή.
Ναι, ναι. Μόλις τελείωσε το σχολείο, δεν με ξαναελέγξανε σε τίποτα, έκανα ό,τι ήθελα.
Δεν είπανε και κάτι; Δηλαδή συνεχίσατε και μένατε μαζί τους;
Έμεινα, μετά το σχολείο έμενα δύο χρόνια μαζί τους, μετά έφυγα.
Και δεν σας λέγαν τίποτα.
Όχι.
Ξαφνικά…
Όχι, εκεί που επεμβαίνανε ήταν στις σχέσεις: «Μ’ αρέσει αυτός», «Δεν μ’ αρέσει αυτός», αυτό, εκεί. Όχι ότι ακολουθούσα εγώ αυτά που λέγανε, αλλά εκεί είχανε λόγο. Όχι, σταματήσανε τελείως. Γιατί τελείωσε αυτό, τελείωσε. Δηλαδή τα περισσότερα παιδιά, σταμάτησε για όλα τα παιδιά αυτό το πράγμα. Στο σχολείο λίγο έμεινε κάνα δύο χρόνια ακόμα, δηλαδή η φίλη μου η Έφη, που είναι πιο μικρή από μένα, το έζησε αυτό, που σημαίνει ότι συνεχίστηκε για λίγο ακόμα, μέχρι το ΠΑΣΟΚ. Μόλις βγήκε το ΠΑΣΟΚ, χαλαρώσανε τελείως τα πράγματα, και στις οικογένειες. Δηλαδή το κυρίαρχο, γιατί εξαιρέσεις πάντα υπήρχανε. Πριν ήτανε το κυρίαρχο να είναι τα κορίτσια πολύ μέσα, τα κορίτσια το λούζονταν όλο δηλαδή, τα αγόρια εξ αντανακλάσεως, γιατί πήγαινες να κάνεις κάτι με ένα κορίτσι και την πλήρωνες. Ας πούμε, πιο παλιά, όχι όταν ήμουνα εγώ, πες δεκαπέντε χρόνια πιο μεγάλοι από μένα, ένας έγραψε ένα ραβασάκι, πολύ καλός μαθητής, σε ένα κοριτσάκι και τον αποβάλανε από όλα τα σχολεία του νομού και αναγκάστηκε και πήγε σε άλλο μέρος να μείνει για να βγάλει το σχολείο, άριστος μαθητής! Αυτά ήτανε μεγάλα πταίσματα για την κοινωνία. Δηλαδή διαταράσσανε –πώς να το πω τώρα;–, διαταράσσανε όλη τη λειτουργία της κοινωνίας αυτά για αυτό, η οποία έπρεπε να οργανωμένη έτσι, δηλαδή τα παιδιά θα παντρευτούν αυτόν που λένε οι γονείς και τα λοιπά, και τα λοιπά. Εμένα με αφήσανε ήσυχη σχετικά γρήγορα, αλλά μέχρι τότε κάνανε τον χαμό, τον χαμό!
Αυτό θεωρείτε ότι σας αφήσανε ήσυχη λόγω ότι ενηλικιωθήκατε ή επειδή είχε σταματήσει όλο αυτό;
Και τα δύο. Γιατί και η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει και θεώρησαν ότι το χρέος τους το κάνανε. Από κει και πέρα, δεν ανακατευτήκανε. Και γενικά, δεν πολυανακατεύονταν. Δηλαδή πράγματα τα οποία είναι αδιανόητα τώρα. Ας πούμε, χτύπησα με μηχανάκι και κούτσαινα, μα δεν ρωτήσανε: «Γιατί κουτσαίνεις;». Ήμουνα ένα μήνα ακίνητη στο κρεβάτι και δεν ρωτήσαν: «Τι έπαθες; Να πάμε σε ένα γιατρό». Δεν ασχολούνταν οι γονείς, πόσα πράγματα κάναμε και δεν τα ξέρανε. Αυτά.
Κάτι άλλο να προσθέσεις, οτιδήποτε;
Έχω γίνει ιστορία, ε; Έχω περάσει στην ιστορία… Τι άλλο; Μπα, όχι. Τα άλλα είναι πολύ προσωπικά. Δεν έχει τίποτα άλλο γενικού ενδιαφέροντος.
Ωραία. Ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Και εγώ.
Summary
Η Εύη Μαυρώνη αφηγείται ιστορίες από την περίοδο της χούντας έως και τη μεταπολίτευση. Απο την αντιδικτατορική δράση της με φόντο τα συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά της εποχής έως τη μετάβαση της ελληνική κοινωνίας στον ατομισμό και τον καταναλωτισμό, μας μιλά για τους πολιτικούς αγώνες, τις μεγάλες αφηγήσεις, τις συγκινήσεις και εντέλει τη ματαίωση που χαρακτήρισε μία ολόκληρη γενιά.
Narrators
Ευρικλεία Μαυρώνη
Field Reporters
Κωνσταντίνος Γεωργιακώδης
Tags
Interview Date
25/10/2023
Duration
75'
Summary
Η Εύη Μαυρώνη αφηγείται ιστορίες από την περίοδο της χούντας έως και τη μεταπολίτευση. Απο την αντιδικτατορική δράση της με φόντο τα συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά της εποχής έως τη μετάβαση της ελληνική κοινωνίας στον ατομισμό και τον καταναλωτισμό, μας μιλά για τους πολιτικούς αγώνες, τις μεγάλες αφηγήσεις, τις συγκινήσεις και εντέλει τη ματαίωση που χαρακτήρισε μία ολόκληρη γενιά.
Narrators
Ευρικλεία Μαυρώνη
Field Reporters
Κωνσταντίνος Γεωργιακώδης
Tags
Interview Date
25/10/2023
Duration
75'