Ο Θύμιος Καραγιαννακίδης αφηγείται στιγμές από τα 103 χρόνια ζωής του

Σ.Σ.

[00:00:00]Είναι Κυριακή 9 Απριλίου του 2023, ονομάζομαι Στέφανος Σιμιτσής, είμαι ερευνητής για το Istorima. Πες μου το όνομά σου.

Ε.Κ.

Ναι, το επώνυμό μου ή όλο;

Σ.Σ.

Ολόκληρο.

Ε.Κ.

Θύμιος Καραγιαννακίδης.

Σ.Σ.

Πού γεννήθηκες και πού μεγάλωσες;

Ε.Κ.

Γεννήθηκα στο Γιαλί Τσιφλίκ, ένα χωριό της Μικράς Ασίας, και μεγάλωσα τα πρώτα μου χρόνια στο Παλαιοχώρι του Παγγαίου και τα επόμενα σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδος, όπου είτε πήγαινα στο σχολείο, είτε πήγαινα στρατιώτης, είτε πήγαινα σαν δημόσιος υπάλληλος και τα λοιπά. Η βάση μου η αρχική όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό σχολείο ήταν στο Παλαιοχώρι του Παγγαίου, όπου εκεί ήμουν δημότης. Κατά τα άλλα, ήμουν, πώς το λένε, πολίτης της Ελλάδας.

Σ.Σ.

Πες μου για τα παιδικά σου χρόνια.

Ε.Κ.

Λοιπόν, τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο Παλαιοχώρι της Καβάλας, όπως είπα, μέχρι τα 12 μου χρόνια. Στο Παλαιοχώρι της Καβάλας ήμουν καλός μαθητής του σχολείου, ως παιδί έκανα ό,τι έπρεπε, αλλά δεν έπαιζα και πολύ, δεν ήμουν και πολύ του παιχνιδιού, γιατί δούλευα κιόλας στη δουλειά του σπιτιού, τη γενική δουλειά. Εγώ είχα τον τομέα των ζώων, βοσκούσα τα ζώα μας, τις αγελάδες μας. Τον χειμώνα, βέβαια, πήγαινα στο σχολείο, το καλοκαίρι όμως δεν είχα καιρό για πολλά παιχνίδια, γιατί έπρεπε να πηγαίνω να βόσκω τις αγελάδες μας, απ' τις οποίες είχαμε ένα λίγο μικρό εισόδημα, γιατί η μάνα μου πουλούσε και γάλα, όσο περίσσευε απ' τις ανάγκες του σπιτιού το πουλούσε είτε για να πάρουμε άλλα τρόφιμα είτε και για να πάρει μερικά λεφτά, να δώσει, να έχει για τον αδερφό μου, ο οποίος σπούδαζε πότε στην Καβάλα, πότε στην Ελευθερούπολη, ήταν εκτός του σπιτιού μας, και χρειαζόταν κάποια χρήματα για να μπορεί να ανταποκρίνεται εκεί. Ως παιδί, λοιπόν, αυτή ήτανε. Πάλι, δεν μπορώ να παραπονεθώ κιόλας, εντάξει, και παίζαμε όταν μπορούσαμε, περνούσαμε τον καιρό μας όπως παίζουν τα παιδιά. Αυτά.

Σ.Σ.

Και μέχρι τι ηλικία έμεινες;

Ε.Κ.

Μέχρι ποια ηλικία; Μέχρι τα 12 μου χρόνια. Ναι.

Σ.Σ.

Και μετά;

Ε.Κ.

Μετά τα 12 χρόνια πήγα στο ορφανοτροφείο.

Σ.Σ.

Τι έκανες εκεί; Πες τα πάλι.

Ε.Κ.

Εκεί απλώς παρακολουθούσα τα μαθήματα που μας διδάσκανε. Ήτανε αγροτικό το ορφανοτροφείο, σκοπός ήταν να αποκτήσουμε ορισμένες δεξιότητες και ορισμένες γνώσεις για τη λειτουργία της γεωργίας, της γεωργικής εκμετάλλευσης, που τυχόν θα μπαίναμε, θα δίναμε τη δουλειά μας. Αυτές τις γνώσεις παίρναμε. Διάφορες γνώσεις. Αυτά ως προς τη διαμονή μου στο ορφανοτροφείο. Και κατόπιν, επειδή ήμουν καλός μαθητής, ήμουν ένας απ' τους τρεις πρώτους μαθητές, είχαμε το προνόμιο να παρακολουθούμε μαθήματα πάλι στη γεωπονική επιστήμη, ας πούμε, στη γεωπονική πρακτική, σε ανώτερη σχολή. Και αυτή η σχολή ήταν η Λάρισα, στη Λάρισα, μια μέση γεωργική σχολή, στην οποία έμεινα, σπούδασα τρία χρόνια, στην οποία βέβαια δεν ήταν πια ίδρυμα, κοινωνικό ίδρυμα, ας πούμε, ίδρυμα δωρεάν. Πληρώναμε. Για τροφεία και δικαιώματα διδασκαλίας και λοιπά, όλα αυτά τα πληρώναμε πια. Αλλά εγώ επειδή πάλι ήμουν απ' τους καλούς μαθητές απαλλάχτηκα και απ' αυτή την υποχρέωση, ας πούμε, να πληρώνω. Τα επόμενα δύο χρόνια, τον πρώτο χρόνο πλήρωσα τα τροφεία μου και τα λοιπά, αλλά τα δύο επόμενα χρόνια δεν πλήρωσα, πέρασα αβρόχοις ποσί, ναι. Τελείωσα τη σχολή μέχρι το '40. Στη σχολή μπήκα το '37 και έμεινα στη σχολή μέχρι το '40, όπου μέναμε, κοιμόμαστε και τρώγαμε και ήμαστε οι εσωτερικοί μαθητές στη σχολή. Πολύ καλή σχολή, επιπέδου ευρωπαϊκού δηλαδή, τέτοιες σχολές στην Ευρώπη μονάχα είχαν, και εδώ ήταν οι μοναδικές. Δύο σχολές στην Ελλάδα, η οποία έβγαζε κάθε χρόνο 15-20 γεωπόνους, ναι. Εμείς είχαμε πια πτυχίο γεωπόνου μέσον σχολής. Τελειώσαμε το '40 και γύρισα στο Παλαιοχώρι και σε τρεις μήνες ξέσπασε ο πόλεμος, όπου μπήκαμε πια στη μεγάλη περιπέτεια. Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού είχαν φύγει, απ' την οικογένειά μου τρεις άντρες είχαν φύγει, και δύο γαμπροί μας επίσης, που είχαν αδερφές μου γυναίκες, και αυτοί, και έμεινα ένας άνδρας για τόσες οικογένειες, λίγο πολύ να τις φροντίζω, ό,τι μπορούσα να κάνω. Ώσπου ήρθε η κατάρρευση, μπήκαν οι Γερμανοί στη χώρα, οι Βούλγαροι, οι οποίοι επέβλεπαν όλοι τους τη θέληση, ας πούμε, ήρθαν για τρίτη φορά στην περιοχή μας, πήρανε την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και τη Θράκη, εγκατέστησαν αρχές, δημάρχους, χωροφυλακή, στρατό και όλους, με την ιδέα να γίνουμε πια ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. η Byalo More, η άσπρη θάλασσα, μέρος του βουλγαρικού κράτους. Και εμείς έπρεπε να φύγουμε, πράγμα που για μένα τουλάχιστον, επειδή είχα πια και ένα πτυχίο και μπορούσα να δουλέψω στην Ελλάδα τουλάχιστον, για μένα ήταν πια μία υποχρέωση να φύγω. Και έφυγα απ' το Παλιοχώρι, απ' την Ελλάδα – απ' την Ελλάδα... απ' την Βουλγαρία πια. Έφυγα και πήγα στη Θεσσαλονίκη και απ' τη Θεσσαλονίκη στην Πτολεμαΐδα, [00:10:00]όπου έμεινα τρία χρόνια, όχι τρία, τέσσερα χρόνια. Απ' τον Ιούλιο του '41 μέχρι τον Ιούλιο του '45.

Σ.Σ.

Πες μου μερικά πράγματα για τη Θεσσαλονίκη τότε.

Ε.Κ.

Για τη Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη όταν πήγαμε, όταν πήγα εκεί, έμεινα κατ' αρχήν στο σπίτι που έμενε ο αδερφός μου ως φοιτητής. Πήγα στη σπιτονοικοκυρά του, η οποία ήταν και πατριώτισσά μας απ' τη Μικρά Ασία επίσης. Πήγα και έμεινα εκεί πέρα ένα, δύο τρία βράδυ περίπου, αλλά δεν μπορούσα να μείνω εκεί, διότι πήγε στη γενική διοίκηση για δουλειά, ούτε μας δίναν σημασία καμία, με τόση, πώς να το πω, με τόση ακυβερνησία, δεν μπορώ να το πω. Έμεινα εκεί πέρα τρεις τέσσερις μέρες, δεν είχα ούτε να φάω ούτε να πιω, και θυμήθηκα ότι έχουμε κάτι συγγενείς στην Πτολεμαΐδα και είπα ότι θα πάω να μη με συλλάβουν εκείνοι τουλάχιστον. Και πήγα, όπου έμεινα τρία τέσσερα χρόνια εκεί πέρα, δούλεψα εκεί πέρα, πότε ως έκτακτος στη γεωργική υπηρεσία, αργότερα, όσο ήταν υπουργός ένας Μακεδόνας στην Αθήνα, ο Γκοτζαμάνης, ένας Γκοτζαμάνης. Αργότερα ένας απ' τους δωσίλογους. Ήτανε υπουργός Γεωργίας νομίζω; Κάτι τέτοιο. Και εν πάση περιπτώσει... Όχι, δεν ήταν υπουργός Γεωργίας. Ήτανε υπουργός... ένας απ' τους σημαντικότερους υπουργούς ήταν. Εν πάση περιπτώσει, επειδή ήταν Μακεδόνας, αυτός ήταν από κάποιο χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, διόρισε τότε έναν σωρό κόσμο απ' τη Μακεδονία, ενώ μέχρι τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν σχεδόν καταγωγής παλιάς Ελλάδος άνθρωποι, εκείνος διόριζε συνέχεια Μακεδόνες. Οικονομικών ήταν, Οικονομικών, ναι. Διόριζε Μακεδόνες. Διόρισε, λοιπόν, τότε όσοι γεωπόνοι ήταν αδιόριστοι τότε τους έβαλε μέσα στο δημόσιο, στο υπουργείο, στις εφορίες. Γέμισε με εφορίες υπαλλήλους εφοριακούς από κει, απ΄τη Δυτική Μακεδονία, απ' τη Μακεδονία, γενικά. Και με εκείνη τη σειρά διόρισε επίσης και όπως σου είπα και Μακεδόνες, γεωπόνους Μακεδόνες. Διορίστηκαν πολλοί και μαζί με αυτούς διοριστήκαμε και εμείς, καμιά εικοσαριά, τριάντα γεωπόνοι των μέσων σχολών διοριστήκαμε τότε. Αργότερα, βέβαια, όταν επέστρεψε το ελεύθερο πια κράτος, μας απέλυσαν, όσοι διοριστήκαμε τότε μας απέλυσαν, και απέλυσαν τους πάντες που διορίστηκαν τότε. Αλλά είχε απογυμνωθεί κυριολεκτικά το κράτος, και από εφοριακούς και από [Δ.Α.], και μας ξαναπήραν, σε τρεις μήνες μέσα μας ξαναπήραν πάλι, γιατί δεν ήμασταν όλοι δωσίλογοι, αφού ήμασταν εκεί, το κράτος ήτανε η πολιτεία τότε, ο καθένας κοίταζε να ζήσει. Και επανήλθαμε ύστερα, πάλι ήτανε το '45, τέλη του '45, ήτανε πρωθυπουργός, μου φαίνεται, ο Κανελλόπουλος τότε. Και μας πήρε όλους πάλι. Και εκείνο το διάστημα που μας απέλυσαν, γύρισα απ' την Πτολεμαΐδα στο Παλαιοχώρι, έμεινα τρεις τέσσερις μήνες εκεί, ώσπου περίμενα τον διορισμό μου ξανά, ώσπου ήρθε ο διορισμός μου και ξαναέφυγα, πήγα στην Πτολεμαΐδα, και τότε πια δεν έμεινα στην Πτολεμαΐδα. Με στείλαν στη Νεάπολη, στο Τσοτύλι, δεν ξέρω αν το έχεις. Με στείλαν εκεί, όπου έμεινα άλλα τέσσερα χρόνια εκεί πέρα. Και γυρνώντας από κει, το '51, μετά το στρατιωτικό μου, το '49 με πήραν στρατιώτη, μετά το στρατιωτικό μου έκανα αίτηση για μετάθεση και ήρθα στην Καβάλα πια, ήρθα στη γεωργική υπηρεσία, όπου το '51, τέλη του '51, μάλλον αρχές του '52, υπηρετούσα πια εδώ.

Σ.Σ.

Θα μου πεις για τον στρατό;

Ε.Κ.

Ε;

Σ.Σ.

Για τον στρατό.

Ε.Κ.

Ναι. Στρατό δεν ήμουν πολύ. Ήμουν στρατιώτης το '49 πήγα, σχεδόν είχε τελειώσει ο Εμφύλιος πόλεμος. Στο στρατό δεν κατατάχθηκα σε μονάδα στρατιωτική. Με στείλαν στη Μακρόνησο, γιατί δεν είχα βέβαια ανακατευτεί πολύ με το ΕΑΜ και τα λοιπά, αλλά τότε στέλνανε δικαίους και αδίκους στη Μακρόνησο. Έμεινα λοιπόν στη Μακρόνησο. Στη Μακρόνησο, στις μονάδες της Μακρονήσου έμεινα γύρω στον ενάμιση χρόνο, κοντά στα δυο χρόνια, κοντά στα δυο χρόνια. Μόνο στο τέλος ήρθα. Ε, στη Μακρόνησο είναι άλλη ιστορία, άλλη ιστορία. Εκεί δεν ήσουν, πρώτα πρώτα, στην αρχή της θητείας δεν ήσουν στρατιώτης, ήσουν κρατούμενους, κατά κάποιο τρόπο. Ώσπου να υπογράψεις δήλωση μετανοίας ότι δεν είσαι κομμουνιστής. Και πάλι, ύστερα από μία δοκιμαστική περίοδο αρκετών μηνών, πάλι σου αναγνωρίζαν ότι είσαι στρατιώτης και σου δείχναν, σου δίναν ευκαιρία να γίνει στρατιώτης. Αλλά στον Εμφύλιο πόλεμο δεν έλαβα σχεδόν καθόλου μέρος, εκτός απ' το τέλος του, όπου μερικές φορές έκανα, εντάχθηκα σε ελαφρά αποσπάσματα διώξεως, τα οποία κρατούσαν μία εβδομάδα περίπου. Δεν έκανα, σε μάχες και σε πολέμους δεν έλαβα μέρος.

Σ.Σ.

Από τη Μακρόνησο θυμάσαι καμία ιστορία να μου πεις;

Ε.Κ.

Ήταν μια άλλη ιστορία. Θυμάμαι όταν φέρναν... Η Μακρόνησος είχε τέσσερις βασικές μονάδες. Είχε τρία τάγματα στρατού και σε κάθε τάγμα είχε και ένα... πώς να το πω; [00:20:00]Ένα παράρτημα στο οποίο κάναν, κρατούνταν πολιτικοί, πολίτες, όχι στρατιώτες. Ας πούμε, στο δικό μας τάγμα, το 1ο Τάγμα Οπλιτών, είχαμε και ένα ΕΣΑΙ, ειδικό στρατόπεδο αναμορφώσεως, ναι, ιδιωτών, ένα τέτοιο πράγμα, το οποίο αριθμούσε, στο δικό μας τάγμα τουλάχιστον, 3.000-4.000 πολίτες θα είχε τότε. Ήταν και το 2ο Τάγμα, πάλι ίδιο με το δικό μας, μου φαίνεται όμως χωρίς να έχει ΕΣΑΙ, χωρίς να έχει αυτό το τάγμα, και ήταν και το 3ο Τάγμα, επίσης, μικρότερο τάγμα. Το κυριότερο τάγμα της Μακρονήσου ήταν το δικό μας, το πολυπληθέστερο, όπου είχε διαφόρους λόχους, λόχοι εκπαιδευτικοί, όπου είχε στρατιωτική εκπαίδευση, λόχοι που είχαν στρατιώτες υπόπτους για το ότι δεν ήταν πια, δεν είχαν αναμορφωθεί, δεν είχαν ανανήψει, που λεν, και λόχο ασφαλείας, έναν λόχο ασφαλείας. Αντίστοιχα, σε κάθε λόχο, ας πούμε, σημειωνόταν και η διαγωγή των στρατιωτών και λοιπά. Λοιπόν, όσοι, ας πούμε, αναιρούσαν τη δήλωσή τους, ξαναπηγαίναν στα σύρματα, που λένε. Κάθε λόχος, όχι κάθε λόχος, κάθε τάγμα είχε και έναν χώρο περιτριγυρισμένο με αγκαθωτό σύρμα, ξέρεις, το σύρμα το αγκαθωτό, που είναι κουλούρες, κουλούρες γύρω γύρω και μέσα ήταν τα αντίσκηνα των στρατιωτών, όπου ζούσαν οι στρατιώτες οι οποίοι δεν είχαν κάνει δήλωση μετανοίας. Αυτοί, λοιπόν, δεν ερχόνταν σε καμία επαφή μαζί μας, με τους άλλους, που κάναμε δηλώσεις μετανοίας. Μια ζωή, δηλαδή, κυριολεκτικά κρατουμένων με όρους ανατριχιαστικούς, μπορεί να πει κανείς, όπου πήγαιναν οι Αλφαμίτες και ξυλοφόρτωναν όσοι νομίζαν ότι αντιδρούσαν έντονα. Υπήρχε δε και μία διαβίωση στο βόρειο μέρος της Μακρονήσου, το οποίο δεν υπαγόταν όμως στη διοίκηση, τη στρατιωτική διοίκηση, όπως ήταν όλα τα άλλα τάγματα, όλες οι άλλες μονάδες. Ήτανε με στρατιωτική διοίκηση. Εκεί ήτανε διοίκηση, ευθύνη της Αστυνομίας. Λοιπόν, αυτή η μονάδα, ας την πούμε μονάδα, διαλύθηκε κατά τον Οκτώβρη του '49, και τους έφεραν πια απ' το βόρειο μέρος, όπου ήταν οι κατασκηνώσεις τους, τους φέραν και τους μοιράσαν στα τάγματα. Όχι βέβαια στα τάγματα, όσοι ήταν στρατεύσιμοι του ενέταξαν στο τάγμα του στρατού, και όσοι βέβαια κάναν δήλωση μετανοίας. Οι άλλοι, οι οποίοι επίσης έπρεπε να κάνουν δήλωση μετανοίας, για να καταταγούν στα ΕΣΑΙ, δηλαδή στις μονάδες των πολιτών τους οποίους επέβλεπε κάθε τάγμα. Λοιπόν, εκείνες τις μέρες της μεταφοράς τους, όταν μπαίναν δηλαδή στα τάγματα, ερχόνταν απ' τη διαβίωση εκείνη, την πειθαρχική διαβίωση που ήταν στη Μακρόνησο, όπου εκεί δεν ξέρω τι επικρατούσε, πάντως δεν ήταν, νομίζω, και απ' ό,τι λέγανε οι άνθρωποι που ερχόνταν από κει και εντάχθηκαν αργότερα στα τάγματά μας, δεν είχαν τη μεταχείριση που είχαν οι δικοί μας κρατούμενοι στα σύρματα. Γιατί, όπως είπα, κάθε τάγμα είχε το σύρμα του, το οποίο μάλιστα δεν ήταν σε εμφανή σημεία. Ήταν μέσα σε χαράδρες, ναι. Όταν, λοιπόν, τους μετέφεραν, έπρεπε να τους ρωτήσουν αν κάνουν δήλωση μετανοίας ή όχι. Εκεί ήταν ένα πράγμα τρομερό. Τους φέρναν, ας πούμε, όχι ας πούμε, τους φέρναν στο ΕΣΑΙ. Έπρεπε, λοιπόν, να πάμε όλοι και να βρούμε κάποιους δικούς μας γνωστούς και να τους πούμε να κάνουν δήλωση μετανοίας. Όσοι το ακούγαν, άλλος έλεγε ναι, άλλος όχι. Οι περισσότεροι όχι βέβαια, και μεταξύ αυτών ήταν, μπορώ να πω, το άνθος του πολιτισμού της χώρας τότε, του τότε. Αν σου πω ένα όνομα, ο Δεσποτόπουλος, ένας εξαιρετικός άνδρας της επιστήμης και πολύ γνωστός, με φιλίες με όλους όσοι ήταν και στις κυβερνήσεις τότε, ναι. Ήταν, λοιπόν, κρατούμενος στο σύρμα αυτός ο άνθρωπος. Και άλλοι πολλοί. Κυριολεκτικά το άνθος του πολιτισμού ήταν τότε στη Μακρόνησο. Λοιπόν, εγώ βρήκα έναν ξάδερφό μου, τον Γιάννη. «Γιάννη» του λέω «τα βλέπεις, δεν σου λέω ούτε ναι ούτε όχι». Αυτό όμως το άκουγαν και άλλοι που δεν ήταν τόσο αφελείς όπως εγώ και το κάρφωσαν στο δικό μας Α2. Ξέρεις το Α2, ε; Εσύ πήγες στρατιώτης;

Σ.Σ.

Πήγα. 

Ε.Κ.

Α, πήγες, ναι. Και όταν ήρθε η ώρα να εξεταστεί ο φάκελός μου και να με αποχαρακτηρίσουν, λέει ο Α2 αξιωματικός: «Άσ' τον αυτόν. Άσ' τον να σιτέψει καλά». Σιτεύουμε, ξέρεις τι είναι, όπως το κρέας που το βάζουν για να τρυφερύνει, «άσ' τον να σιτέψει καλά» λέει. Τέλος πάντων, τους φέρναν από κει και, δυστυχώς ή ευτυχώς, όπως θέλεις πες το, οι περισσότεροι είπαν ναι, γιατί ήταν, δεν ήταν μόνο αριστεροί, κομμουνιστές και λοιπά, να πεις ότι δικαιολογημένα τους είχαν, γιατί και πώς και τι, αλλά ήταν και άλλος κόσμος. Κάνανε, τα τελευταία χρόνια του Εμφυλίου ιδίως, κάνανε ένα γιούργια οι στρατιωτικοί, η αστυνομία, ξέρω γω, σε ορισμένες περιοχές και μαζεύαν κόσμο κυριολεκτικά στην αρπαχτή. Μαζεύαν κόσμο και τους φέρναν στη Μακρόνησο και τους βάζαν να κάνουν δήλωση. [00:30:00]Αυτοί οι άνθρωποι φυσικά και κάνανε δήλωση. Τους αρπάξαν απ' τα χωριά ή απ' όπου τους φέραν, τέλος πάντων, και τους ανάγκασαν να κάνουν, κι έκαναν, ναι. Και όσοι κάνανε δηλώσεις μέναν αρκετό καιρό είτε στο ΕΣΑΙ είτε στα τάγματα. Εγώ στο τάγμα έμεινα εννιά μήνες, μου φαίνεται, αλλά ήμουν πάλι στη μονάδα της Μακρονήσου, και μετά ήμουν στο Λαύριο πια. Δεν ήμουν μέσα στο νησί. Είχα βγει έξω στο Λαύριο και έμεινα εκεί και άλλους δέκα, δεκατέσσερις μήνες, πόσους έμεινα εκεί, και κατόπιν με στείλαν στα τάγματα, τα έξω τάγματα, στα του έξω. Ήρθα στη Δράμα μετά. Αλλά και απ' ό,τι μου λέγανε, γιατί πια ήρθαν και αρκετοί ήρθαν, εντάχθηκαν οι στρατιώτες, κάνανε δήλωση μετανοίας και εντάχθηκαν στο τάγμα μας πάλι, και μας λέγαν το πώς περνούσαν ή πώς δεν περνούσαν στους χώρους εγκλεισμού που τους είχαν.

Σ.Σ.

Εσύ πόσο καιρό σού πήρε μέχρι να κάνεις τη δήλωση;

Ε.Κ.

Πώς;

Σ.Σ.

Πόσο καιρό σού πήρε μέχρι να κάνεις τη δήλωση;

Ε.Κ.

Σχεδόν καθόλου. Σχεδόν καθόλου, γιατί όταν πήγα εγώ είχαν τελειώσει τα επεισόδια της Μακρονήσου, όπου υπήρχαν και θάνατοι και είχε καταλαγιάσει η Μακρόνησος. Πια στο κομμάτι που ήταν οι στρατιώτες, στις μονάδες που ήταν τάγματα, στρατός, δηλαδή, δεν υπήρχε πια άνθρωπος που δεν έκανε, δεν έκανε δήλωση μετανοίας. Και πήγαμε στην Μακρόνησο το '49, όπου υπήρχε ένα όργιο καταδικών και τουφεκισμών έξω στην Ελλάδα. Τα στρατοδικεία δεν άφηναν ευκαιρία που να μη στείλουν, να μην καταδικάσουν σε θάνατο, και δεν υπήρχε πια διέξοδος, ανώδυνη διέξοδος όταν σε στέλναν εκεί, ναι. Τέλος πάντων, και τελικά πέρασα τον στρατό, στο τέλος πήγα, ήρθα εδώ στη Δράμα κάνα επτά οκτώ μήνες, μου φαίνεται, λίγο λιγότερο. Με ρήμαξαν στις ασκήσεις, σαν φρέσκο στρατιώτη πάλι. Ενώ ό,τι χρειαζόταν τα 'χαμε κάνει στη Μακρόνησο. Και απολύθηκα πια απ' τη Δράμα, και με διαγωγή εξαίρετη, σε αντίθεση με τις σχολές.

Σ.Σ.

Στη σχολή τι είχε γίνει και δεν πήρες καλή διαγωγή;

Ε.Κ.

Ορίστε;

Σ.Σ.

Στη σχολή τι είχε γίνει και δεν πήρες καλή διαγωγή;

Ε.Κ.

Γιατί;

Σ.Σ.

Γιατί.

Ε.Κ.

Στη σχολή που ήμουν. Στη σχολή είπαμε έγινε ένα επεισόδιο με το παιδί που το τρύπησα με ένα μπολιαστήρι. Με κυνηγούσε αυτός, έτσι, παιδιά ήμασταν, παίζαμε, και λογικά υπήρχε και τότε bullying, και μία βραδιά καθόμασταν στο θρανίο για μελέτη και εγώ διάβαζα ένα βιβλίο, και το θυμάμαι καλά κιόλας τι βιβλίο ήταν, της σειράς των Εκδόσεων Ζωής ήταν; Κάτι τέτοιο. Και διάβαζα ένα βιβλίο που είχε παράλληλους βίους, του Πλουτάρχου, ένα του Πλουτάρχου, ένα βιβλίο, και με χτυπούσε στο μπράτσο, εγώ του 'λεγα: «Άσε με, μη με χτυπάς» και τα λοιπά. Με χτυπούσε με κάτι εδώ στο μπράτσο και επιτέλους έκανα, εξερράγην, ας πούμε, εγώ και τον κάνω, είχα ένα μπολιαστήρι για να κόβω τα αυτά του βιβλίου, τα φύλλα του βιβλίου, και τον τρύπησα λίγο στο μπούτι. Λοιπόν, και έγινε μία μικροφασαρία εκεί πέρα, ήρθε ο επιμελητής, γιατί και πώς, και με έκανε, με κατέβασε τη διαγωγή. Α, και στην άλλη φορά και στη σχολή είχα πάλι ένα αντίστοιχο επεισόδιο. Ήμασταν στη διανομή του απογευματινού φαγητού. Κάθε απόγευμα είχαμε ένα απογευματινό και περιμέναμε να πάρουμε, συνήθως ήταν λίγο ψωμί με τυρί ή λίγο ψωμί με μέλι ή κάτι τέτοιο πράγμα, τρώγαμε καλά τότε εκεί πέρα. Και όπως ήμασταν στην ουρά, με έσπρωξε κάποιος, πίσω όπως ήταν η ουρά, παίζοντας τώρα, νεαροί ήμασταν. Παίζοντας, λοιπόν, με έσπρωξε κάποιος και έπεσα σε έναν, στον πριν από μένα, μάλλον, μάλλον έτσι πρέπει να έγινε. Λοιπόν, αυτός επειδή τον έσπρωξα και έπεσα, γιατί με έσμπρωξε άλλος, έπεσα εγώ σε αυτόν απάνω, γυρίζει και μου δίνει μια κλοτσιά στο καλάμι, στο πόδι. Αντέδρασα αμέσως εγώ και του έδωσα μία γροθιά στο μάτι. Λοιπόν, αυτός πηγαίνει στον επιμελητή, ο οποίος ήταν πατριώτης του, ήταν απ' το Μέτσοβο, πατριώτης, και η σχολή μας είχε ιδρυθεί απ' τον Αβέρωφ, ο οποίος ήταν Μετσοβίτης, και οι Μετσοβίτες έχαιραν εκεί προστασίας μεγάλης στη σχολή. Δεν πλήρωναν τροφεία, δεν πληρώνουν τέτοια. Και, τέλος πάντων, ήταν σαν να 'ταν στο σπίτι τους. Λοιπόν, πήγε παραπονέθηκε σε εκείνον, με τιμωρεί εμένα μία Κυριακή κράτηση, δηλαδή δεν μου έδωσε άδεια να κατεβώ στην πόλη, και μου το έκανε, μου χάλασε και τη διαγωγή στο τέλος πάλι. Αντί κοσμιοτάτη που είχαν οι άλλοι, εμένα με είπε κοσμία, μία γροθιά. Έτσι, λοιπόν, τελείωσε αυτή η ιστορία και πέρασα ένα δεκάχρονο, από '40 μέχρι το '51, με πόλεμο, με πείνες, με φόβους, με εγκλεισμούς, με, με, και αρχές '52 ήρθα πια και κατάκατσα στην Καβάλα. Αυτά.

Σ.Σ.

Όταν ήρθες εδώ στην Καβάλα διορίστηκες πάλι; 

Ε.Κ.

Όχι, ήμουν διορισμένος ήδη. Ήμουν διορισμένος στην Κοζάνη, αλλά όταν στρατεύτηκα το '49 είχα ήδη κάνει αίτηση για μετάθεση, για μετάθεση εδώ στην Καβάλα, και ενώ εκεί πάνω δεν με άφηνε η υπηρεσία εκεί να φύγω, γιατί ήμουν ο μοναδικός γεωπόνος στην περιοχή της Νεάπολης, εκεί στο Τσοτύλι, [00:40:00]όπου ήταν μέτωπο του Εμφυλίου πολέμου εκεί πέρα τότε και είχε και πολλή δουλειά και υπεύθυνη δουλειά, γιατί είχε πολλούς ανταρτοπλήκτους εκεί, δίναμε διαφορά εφόδια γεωργικά, εφόδια για το σπίτι, βοηθήματα και λοιπά τότε με τον Εμφύλιο πόλεμο. Και δεν με άφηναν να φύγω από κει, παρόλο ότι είχα κάνει κάνα δυο φορές αίτηση για να μετατεθώ εδώ. Όταν, λοιπόν, έφυγα από κει, τότε δεν υπήρχε πια λόγος, εγώ ήμουν στρατιώτης, δεν υπήρχε λόγος να αντιδρούν εκεί, και μου έδινε μετάθεση όντας στρατιώτης, εδώ, στην περιοχή εδώ. Μάλλον στη διοίκηση της Θράκης, Θράκης, γενική διοίκηση Θράκης ήταν τότε, κάτι τέτοιο πράγμα. Και όταν ήρθα, ήρθα αμέσως εδώ στην Καβάλα. Δεν πήγα ξανά στη Νεάπολη, όπως έπρεπε να πάω, αν δεν είχα μεταταγεί εδώ, ναι, και ήρθα στην Καβάλα. Γι' αυτό απ' την Καβάλα δεν ήξερα, δεν είχα τίποτε να... Ό,τι είχα να πω για τη ζωή μου την τότε ήταν όλη εκεί, στη Δυτική Μακεδονία, στη Λάρισα, στην Αθήνα. Αυτά, άλλο τίποτε.

Σ.Σ.

Στην Αθήνα πότε κατέβηκες πρώτη φορά;

Ε.Κ.

Στην Αθήνα πρώτη φορά κατέβηκα το '32. Κατέβηκα το '32. Κάναμε ένα ταξίδι από δω, απ' την Καβάλα. Ο αδερφός μου ήταν τότε στο γυμνάσιο, δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο ακόμα το '32 αυτός. Τελείωσε κατά το '34, μου φαίνεται, '34 τελείωσε, και ύστερα πήγε στρατιώτης κι εκείνος. Λοιπόν, επειδή είχαν κάνει κάποια αλληλογραφία με το υπουργείο για να πάω να ενταχθώ στο ορφανοτροφείο εκεί πέρα, και ήρθε ο Οκτώβριος και ανοίγουν τα σχολεία και δεν με ειδοποίησαν, τίποτε, δεν ειδοποίησαν την οικογένειά μου δηλαδή, για το αν θα εισαχθώ ή όχι, λοιπόν, είπαν ας πάμε να ρωτήσουμε στη νομαρχία. Κατέβηκα, λοιπόν, εγώ απ' το Παλαιοχώρι εδώ στην Καβάλα, ο αδερφός μου είχε έρθει και για το γυμνάσιο. Πήγαμε πάνω στη νομαρχία, λέει... Τώρα στον νομάρχη πήγαμε; Σε κάποιον διευθυντή πήγαμε; Τέλος πάντων, είπανε έτσι κι έτσι, το παιδί είναι να πάει στο τάδε ορφανοτροφείο και δεν τον ειδοποίησε κάνεις. Αυτός τώρα ήξερε, δεν ήξερε, τέλος πάντων, λέει: «Ας πάει, ας πάει, πρέπει να μπήκε». Του λέει ο αδερφός μου: «Τα έξοδά του, τα ναύλα του να πάει από δω στην Αθήνα;». «Δεν έχουμε», λέει, «τίποτε, διαταγή για ναύλα και τέτοια, δεν έχουμε». Και είχε 140 δραχμές, θυμάμαι, ο αδερφός μου, για να ζει εδώ. Νοίκιαζε δωμάτιο, έτρωγε εδώ, μόνος του. Λέει: «Θα τα βάλω εγώ, θα τα βάλω». Το εισιτήριο έκανε κάπου 120 δραχμές; Κάπου εκεί. Το ταξίδι γινόταν πάντα με πλοίο τότε. Η Καβάλα δεν είχε χερσαία σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη. Μόνο ένα τρένο απ' τη Δράμα, έπρεπε να πας στη Δράμα και να πας στη Θεσσαλονίκη με τρένο και από Θεσσαλονίκη έπρεπε άλλο, κι άλλο, κι άλλο, και το τρένο ήταν ακριβότερο. Είχε πάντα με πλοίο, με πλοίο έχει τακτική σύνδεση και με Αθήνα και με Θεσσαλονίκη. Συνήθως έκανε τον γύρο το πλοίο, το θυμάμαι τώρα, το πλοίο ήταν ένα «Λήμνος» λεγόταν. Αυτό έκανε τον γύρο, έφευγε απ' τον Πειραιά, πήγαινε Χίο, Μυτιλήνη, ερχόταν Λήμνο, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Βόλο και ξανά Πειραιά. Λοιπόν, οι Καβαλιώτες που θέλαν να πάνε στην Αθήνα, απαραιτήτως έπρεπε να πηγαίνουν με το πλοίο. Όχι με άλλο μέσον. Για λεωφορείο δεν υπήρχε κανένας λόγος. Και χωρίς να γυρίσω πια στο Παλιοχώρι, είχα έρθει και για να γυρίσω και στο Παλαιοχώρι την ίδια μέρα, χωρίς να γυρίσω. «Φύγε, θα φύγεις» λέει, γιατί το πλοίο ήταν εκείνο το απόγευμα θα έφευγε. Λοιπόν, όπως ήμουν με ένα κοντό παντελονάκι, ξυπόλυτος, μου φαίνεται, με έβαλε στο πλοίο. Το πλοίο είχε αγκυροβολήσει, και πάντα εκεί αγκυροβολούσε, όπου είναι ο φάρος του λιμανιού, εκεί πέρα μακριά ήταν, το πλοίο δεν προσέγγιζε στην Καβάλα. Μπήκαμε με βάρκα, λοιπόν, πήγαμε στο πλοίο, ανεβήκαμε, και είχα στην τσέπη μου 20 δραχμές. Τις 140 που είχε ο αδερφός μου τις πλήρωσε, μου φαίνεται, το εισιτήριο κάπου 120 και μου λέει: «Πάρε και τις 20 και εγώ δεν έχω τίποτε τώρα». Τέλος πάντων, εκείνος θα βολευόταν. Λοιπόν, 20 δραχμές, πήγα. Επειδή όμως θα ήμουν μόνος και ήμουν 12 χρονών μόνο τότε, ταξίδευε μαζί μου και ένας άντρας μιας ξαδέρφης μου, ο οποίος ήταν ένας τύπος που ανακατευόταν πολύ με τα πολιτικά και ήταν κομματάρχης, ας πούμε, εδώ στην Καβάλα, ήταν έδρα κομματάρχου του Κονδύλη. Ο Κονδύλης κατέβαινε με δικό του κόμμα τότε, εκείνες τις εκλογές που είχαν γίνει το '32. Λοιπόν, τάχα θα με συνόδευε. Πού να με συνοδεύσει, κι αυτός μπατίρης ήταν, ταξίδευε με τον υποψήφιο του κόμματός του, ο οποίος δεν είχε πετύχει και γύριζε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Λοιπόν, εκείνος βέβαια τα είχε κάπως και ταξίδευε ή δεύτερη ή πρώτη θέση στο πλοίο. Ο περισσότερος κόσμος όμως ήταν, ήμασταν όλοι στο κατάστρωμα, δεν είχε ούτε καμπίνες, ούτε κουκέτες, ούτε τίποτε. Όπου ήθελες μέσα, μεταξύ των γουρουνιών και των ορνίθων και λοιπά, τέτοιο πράγμα ήταν δηλαδή. Λοιπόν, πήγαμε, ανεβήκαμε στο πλοίο, ο συνοδός μου εξαφανίστηκε σχεδόν, γιατί πήγε στην καμπίνα του δικού του, του κομματάρχου του νυν, του υποψηφίου. Εμένα με άφησε αδέσποτο εκεί. Τέλος πάντων, πήγαμε, περάσαμε το Άγιο Όρος, φύγαμε απόγευμα κατά τις 16:00-17:00 και φτάσαμε μεσάνυχτα στο Άγιο Όρος. Να ακούμε τις καμπάνες να χτυπούν εκεί, ντάγνα ντούγκα, στη Δάφνη, όταν προσέγγιζε πλοίο εκεί πέρα, γιατί ήταν τακτικά, τακτικό στη Δάφνη, και όταν περνούσε το πλοίο από κει γινόταν ένα είδος πανηγυριού. [00:50:00]Πανηγυριού, δηλαδή ζωήρευε το λιμάνι της Δάφνης. Την άλλη μέρα το πρωί φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, πράγματα πρωτόγνωρα, ας πούμε, διότι 12 χρόνων ήμουν, τη θάλασσα πρώτη φορά την έβλεπα, κυριολεκτικά. Ήρθε, βρεθήκαμε πάλι με τον συνοδό μου, τότε ένα πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ένα πλοίο τούρκικο, βουλιαγμένο έξω στο Καραμπουρνού, Καραμπουρνού είναι; Ήταν βουλιαγμένο και ήταν τα κατάρτια του έξω, ήταν μνημείο για πολλά χρόνια. Και δεύτερη φορά, το είδα, μου φαίνεται, και δεύτερη φορά όταν γύριζα, ίσως να ήταν. Πήγα στη Θεσσαλονίκη, απ' τη Θεσσαλονίκη κατεβήκαμε στον Βόλο, στον Βόλο έβλεπα είχε στο βουνό γράμματα, έβλεπα πρώτη φορά γράμματα στο βουνό, με άσπρη ασβέστη κάναν άσπρες πέτρες και κάναν γράμματα ολόκληρα, φαινόταν απ' το πλοίο. Κατεβήκαμε, περάσαμε απ' την Εύβοια έξω, δεν περάσαμε απ' τη Χαλκίδα. Περάσαμε απέξω, φτάσαμε στο Σούνιο, που θα το 'βλεπα αργότερα όταν πήγα στη Μακρόνησο, και κατεβήκαμε στον Πειραιά. Εν τω μεταξύ, σε όλα αυτά τα μέρη ήταν εξαφανισμένος ο δικός μου, εκτός απ' τη Θεσσαλονίκη. Κατάλαβες; Ήταν εξαφανισμένος, στον Πειραιά βρεθήκαμε πάλι μαζί, και με αφήνει σε μία οικογένεια, μου λέει: «Θα ανεβώ εγώ να κάνω» και προσπαθούσε να ενταχθεί στο δημόσιο, δεν κατάφερε τίποτε όμως. Και πήγαινε εδώθε κι εκείθε, σε πολιτικούς, με τον δικό του, τον οποίον δεν ξέρω αν είχε κανένα, καμία υπόσταση εκεί. Και έμενα σε εκείνο το σπίτι καμιά βδομάδα; Ήταν ένα σπίτι, αυτοί ήταν Καλλιπολίτες, πρόσφυγοι, προσφυγικοί στον Πειραιά, στη Νέα Καλλίπολη. Το 'χουν κάνει και είχαν δώσει και όνομα στη νέα εγκατάστασή τους, ας πούμε. Όλο πρόσφυγες, είχαν κάτι χαμόσπιτα, είχαν κάνει εκεί. Ήταν αν τον ξέρεις τον χώρο εκεί πέρα, υπάρχει μία Ναυτική Σχολή εκεί πέρα στον Πειραιά, ε; Εκεί πέρα, σε εκείνο τον λόφο περίπου, εκεί πέρα ήταν αυτή η Νέα Καλλίπολις. Πήγα αργότερα όταν υπηρετούσα στην Αθήνα ένα διάστημα, πήγα να γνωρίσω, δεν μπόρεσα να γνωρίσω πού ήταν εκείνο το σπίτι. Είχαν γίνει όλο πολυκατοικίες και τέτοια. Τότε ήταν, πώς να σου το πω; Ποιο μέρος να είναι στην Καβάλα έτσι; Είναι στην άκρη της πόλης, μεταξύ υπαίθρου και πόλης ήταν έτσι. Ήταν μία οικογένεια, είχε και παιδιά συνομήλικα. Έμεινα, λοιπόν, καμιά εβδομάδα θα έμεινα εκεί. Η οικογένεια άρχισε να δυσανασχετεί. Τι θα γίνει αυτό το παιδί; Ένα ξένο παιδί χωρίς καμία... Και αυτοί που με αφήσαν εκεί, δηλαδή, ήταν μάλλον συγγενείς του υποψηφίου αυτού. Κοιμόμουν μέσα στην κουζίνα. Μία κουζίνα είχε και ίσως είχε ένα δύο δωμάτια ακόμα. Η κουζίνα μπετόν κάτω, κοιμόμουν εκεί πέρα εγώ, με είχαν δώσει μία κουβέρτα και κοιμόμουνα εκεί. Ένα βράδυ, λοιπόν, Οκτώβρης ήταν, ένα βράδυ κατουρήθηκα μέσα στην κουζίνα εκεί. Το πρωί σηκώνομαι βρεγμένος. Ε, άρχισαν «ψου ψου ψου» οι άλλοι, εγώ το πήρα κατάκαρδα, φεύγω. Κατεβαίνω κάτω, κατεβαίνω στην παραλία, στο λιμάνι κάτω, έβλεπα τα βαπόρια εκεί. Τότε ακόμα ο Πειραιάς δεν είχε νερό και έβλεπα τον κόσμο που κατέβαινε, κατέβαινε να πάρει νερό, ερχόταν ένα πλοίο, ένα απ' τα νησιά εκεί πέρα, ένα υδροφόρο, και μοίραζε νερό, και ερχόνταν οι γυναίκες με κουβάδες, με τενεκέδες, με τέτοια πράγματα, και έπαιρνε νερό. Χάζευα εκεί πέρα, λοιπόν, όλη τη μέρα εκεί πέρα γύριζα, αδέσποτος. Το βράδυ πού να μείνω έξω, πήγα στο σπίτι. Με βάλαν μία κατσάδα: «Γιατί έφυγες;». Τέλος πάντων, την άλλη μέρα τον ειδοποίησαν, δεν ξέρω, τον δικό μου τον συνοδό, ήρθε, μου λέει: «Πάμε να πας». Με παίρνει, λοιπόν. Α! Εμένα μου είχε μείνει, μου είχαν μείνει 20, αλλά απ' τα 20 είχα φάει κάνα λίγο. Μου λέει αυτός: «Θύμιο, μήπως έχεις κανένα να μου δώσεις, γιατί...». Μπατίρης κι αυτός του κερατά. Του έδωσα και κρατάω ένα δίφραγκο εγώ μοναχά. Με πάει, λοιπόν, με πάει και με αφήνει στο υπουργείο. Λέει: «Εδώ θα σου πουν πού θα πας και πώς θα κάνεις». Με βάλαν να κάτσω σε ένα γραφείο εκεί πέρα, μου λένε: «Έχεις λεφτά;». Πώς θα πας στο Τατόι; «Δεν έχω» λέω. «Δεν έχεις;». «Ένα δίφραγκο έχω» λέω. «Πόσο είν' το εισιτήριο;». «25 δραχμές». Κάνουν έναν έρανο εκεί, τι να το κάνουμε; Κάναν έναν έρανο μεταξύ τους οι υπάλληλοι, κάναν 25 δραχμές, μου δώσαν, «πάρ' τες να πας». Είχε λεωφορείο. Πήγαινε απ' την Αθήνα στον Ωρωπό. Από κει περνούσε ο δρόμος, περνούσε απ' το Τατόι, το μόνο μέρος που είχε άσφαλτο στον δρόμο. Μέχρι τότε δεν είχα δει άσφαλτο εγώ στον δρόμο. Τέλος πάντων, έμεινα, πήγα εκεί, μου δώσαν τα λεφτά, πάω λοιπόν. Πρέπει να μας πήγε κάποιος κλητήρας, γιατί βρέθηκε και ένα παιδί που ερχόταν και αυτό μαζί για το ορφανοτροφείο, με τον θείο του. Εκείνο τουλάχιστον είχε τον θείο του μαζί και είχε κάποιον συνοδό και αυτό, αυτό το παιδί το θυμάμαι είχε βγάλει κάτι δοθιήνες στον λαιμό του και ήταν όλο έτσι, σε κακό χάλι και εκείνο, δηλαδή, αλλά τέλος πάντων, αυτό είχε και συνοδό, είπαμε. Λοιπόν, μπήκαμε στο λεωφορείο, πήγαμε, φτάσαμε επιτέλους κάποια στιγμή στο Τατόι. Εγώ, σου λέω, πρέπει να 'μουν ξυπόλυτος, ή ξυπόλυτος ήμουν ή αν είχα παπούτσια θα 'ταν της συμφοράς. Λοιπόν, με πήρε μία νοσοκόμα, με πάει, είχε ένα δωμάτιο στο κτίριο που μέναν τα παιδιά, σε ένα απ' τα κτίρια που μέναν τα παιδιά, στο ισόγειο είχε έναν χώρο με ντους. Μου λέει: «Μπες μέσα να κάνεις ντους, πέταξε τα ρούχα», ό,τι ρούχα είχα εγώ, φαντάσου τι ήταν, τόσο τόσες μέρες άπλυτος και ανάλλαγος και τέτοια. Καμιά δεκαριά μέρες; Πόσο έκανα το ταξίδι, ναι. Τέλος πάντων, πλύθηκα, έκανα, έρανα και λοιπά, προς μεγάλη αηδία της νοσοκόμας, [01:00:00]και με βάλαν σε ένα δωμάτιο, εντάξει, μου 'δωσαν ρούχα. Τότε επειδή ακόμη δεν είχαν, δεν είχαν στολές έτοιμες, τα παιδιά που ήταν εκεί στο ορφανοτροφείο είχαν απ' τις προηγούμενες μέρες. Τα καινούργια παιδιά μάς δίνανε στρατιωτικές στολές και φορούσαμε. Μου δώσανε ένα χιτώνιο και ένα αυτό στρατιωτικό. Τώρα μικροί εμείς, αλλά, τέλος πάντων, βρίσκαν και κάναν. Όλα, τα παλιά τα στρατιωτικά. Φόρεσα εκείνα και εντάχθηκα στο ορφανοτροφείο. Ένα μέρος της ζωής τελείωσε εκεί πέρα. Εκεί άρχιζε άλλο. Περάσαμε καλά, πέρασα καλά στο ορφανοτροφείο, είχαμε ανθρώπους που μας φρόντιζαν. Είχε και σκάρτους, αλλά είχαμε έναν διευθυντή τον οποίο τρέμαμε, αλλά ήταν πραγματικά καλός άνθρωπος. Με τη γυναίκα του και λοιπά, νιόπαντρος ο άνθρωπος ήταν, οι καθηγηταί ήταν καλοί. Πέρασαν τρία χρόνια, που λες, χωρίς να 'ρθώ ούτε μία μέρα εδώ. Δεν είχαμε και λεφτά, με τι θα 'ρθώ; Μου στέλναν πού και πού κάνα πενηντάρι από εδώ, κι αυτοί εδώ πέρα, εδώ εκείνο τον καιρό πεινούσαμε, κυριολεκτικά πεινούσαμε. Θυμάμαι μία φορά πήγα με ένα σακούλι 5 κιλά καλαμπόκι να το αλέσει, να το αλέσουμε στον μύλο, που είχε εκεί στο Παλαιοχώρι έναν μύλο, για να φάμε 5 κιλά αλεύρι καλαμποκίσιο, να κάνει μπομπότα, να φάμε. Κυριολεκτικό πεινούσαμε. Ιδίως εκείνα τα χρόνια, το '31, '31 και '32, και ενώ η οικονομική κρίση είχε ξεσπάσει το '29 στις Ηνωμένες Πολιτείες και μεταφερόταν και στα μικρότερα, στις μικρότερες οικονομίες, σε εμάς έφτασε το '32, ιδίως στους καπνοπαραγωγούς, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να πουλήσουν τα καπνά τους, και οι καπνοπαραγωγοί αν δεν πουλούσαν καπνά έπρεπε να πεθάνουν, δεν είχαν, δεν είχαν άλλους πόρους. Ο κλήρος ήταν τόσο μικρός, μία οικογένεια με 8-9 άτομα που ήμασταν εμείς είχαμε όλα κι όλα δέκα στρέμματα καπνοχώραφο μονάχα, το οποίο φυτεύαμε καπνό. Δεν είχαμε ούτε σιτάρι να σπείρουμε, να αλέσουμε, ούτε τίποτε. Πεινούσαμε κυριολεκτικά τότε. Και πραγματικά όταν πήγα στο ορφανοτροφείο χόρτασα φαγητό, κυριολεκτικά. Τους το 'λεγα και δεν το πίστευαν του ορφανοτροφείου τα παιδιά που μιλούσαμε, από που είσαι και τι κάνεις και πώς, όταν τους έλεγα ότι «Ρε, εγώ πεινούσα. Γι' αυτό τρώω εδώ πέρα». Πεινούσαμε. Αυτά, λοιπόν, ήταν η ζωή μας τότε. Τώρα, μετά το '52, αφού συνήλθαμε οικονομικά, αφού μπορούσαμε πια να ζούμε σχεδόν άνετα μετά την περίοδο της Κατοχής, όπου επίσης υποφέραμε από τροφή. Και στην Κατοχή το ψωμί μας ήταν καλαμποκίσιο συνήθως, ναι. Και βέβαια άλλες πολυτέλειες κρεάτων και λοιπά ήταν σχεδόν απαγορευμένες. Καμιά κότα αν έσφαζε κάποιος εκεί απ' τους δικούς μου, γιατί στην Πτολεμαΐδα στην αρχή έμεινα στη θεία μου, αδερφή της μάνας μου, αλλά εντάξει, και εκεί αν και ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση εκείνοι, δηλαδή τι καλή, ήταν μπακάλης ο άντρας της, αλλά εντάξει, δεν μ' έβλεπε και με μεγάλη ευχαρίστηση, γιατί είχε και εκείνος οικογένεια μεγάλη, τέσσερις κόρες, μεγάλες όλες, της παντρειάς σχεδόν. Η μικρότερη ήταν στη δευτέρα, τρίτη ή τετάρτη γυμνασίου, η μικρότερη. Λοιπόν, και αργότερα, όταν κάπως τελείωσε και ο Εμφύλιος πόλεμος, κάπως συνήλθαμε οικονομικά, ιδίως μετά την αναπροσαρμογή του Μαρκεζίνη το '53, όπου σταθεροποιήθηκε η δραχμή. Υποτιμήθηκε, βέβαια, αλλά σταθεροποιήθηκε για αρκετό καιρό η δραχμή. Το '53 το δολάριο είχε 15 δραχμές, και με την αναπροσαρμογή έγινε 30, αλλά ωστόσο έμεινε σταθερό όμως, δεν ήταν πληθωρισμένο όπως ήταν πριν. Γιατί το '53 έκοψε τρία μηδενικά ο Μαρκεζίνης, δηλαδή το χιλιάρικο έγινε δραχμή, και ενώ είχε 15.000 το δολάριο, έγινε 15 δραχμές αμέσως, αλλά αμέσως διπλασίασε, το έκανε 30 ευρώ το δολάριο, αλλά σταθεροποιήθηκε η δραχμή για αρκετά χρόνια τότε με την κυβέρνηση που ήτανε ο Μαρκεζίνης. Αυτός ήταν τι; Οικονομικών ήταν, Συντονισμού πρέπει να ήταν, ναι. Για αρκετό καιρό. Μέχρι το '73 μπορώ να πω ότι είχαμε μία αρκετά σταθερή κυβέρνηση οικονομικά. Όχι ότι η χούντα ήταν εγκέφαλοι οικονομικοί, αλλά, εντάξει, ήταν και η συγκυρία τέτοια φαίνεται. Πάντως απ' το '71 άρχισε να κάνει, να πέφτει πάλι η δραχμή, αλλά, τέλος πάντων, μέχρι τότε ήταν σε καλή κατάσταση οικονομικά. Καλή κατάσταση δηλαδή για τους ανθρώπους που είχαν κάποιο μισθό, κάποιες πηγές εσόδων, ας πούμε, σταθερές. Ήταν όπως ήταν και εδώ τώρα, όπως ήταν και επί Παπανδρέου, οπότε είχε αρχίσει μεν να πληθωρίζει και η δραχμή πάλι, αλλά ήταν ικανοποιητικοί και οι μισθοί.

Σ.Σ.

Εσύ τότε δούλευες σαν γεωπόνος;

Ε.Κ.

Ναι.

Σ.Σ.

Τι έκανες δηλαδή; Ποια ήταν η δουλειά σου;

Ε.Κ.

[01:10:00]Κοίτα, τότε ήταν, σε όλο το διάστημα που ήμουν, από το '44, το '44 όταν διορίστηκα και άρχισα να παίρνω μισθό, στην αρχή βέβαια με τον μισθό μου έπαιρνα ένα φλιτζάνι στραγάλια. Ένα φλιτζάνι στραγάλια το '44 με τον μισθό μου, ο όποιος πρέπει να ήταν καμιά δεκαπενταριά δισεκατομμύρια, πρέπει να ήταν, η δραχμή αναπροσαρμόστηκε τον Νοέμβριο του '43. Όχι, το '44 τον Νοέμβριο, όταν έφυγαν οι Γερμανοί αναπροσαρμόστηκε η δραχμή από 50 δισεκατομμύρια σε μία δραχμή, ναι. Λοιπόν, και οι μισθοί μας ήταν τότε κάμποσα εκατομμύρια, μισθοί οι οποίοι ίσα ίσα παίρναμε ένα φλιτζάνι στραγάλια. Ήταν ένας στραγαλατζής εκεί στην Πτολεμαΐδα και πηγαίναμε και τον παρακολουθούσαμε πώς έκανε τα στραγάλια και παίρναμε και από ένα φλιτζάνι στραγάλια, τόσο κάνει. Και αυτός τι να τα έκανε τα λεφτά; Έγινε ύστερα η αναπροσαρμογή, εντάξει, κρατήθηκε πάλι λίγο καιρό, με τον Εμφύλιο έκανε, άρχισε, πληθώρισε πάλι η δραχμή. Έφτασε πάλι το '53, μετά το τέλος του Εμφυλίου και με τον Παπάγο, έφτασε το χιλιάρικο και το αναπροσάρμοσε ο Μαρκεζίνης τότε. Τώρα η χούντα, ήρθε η χούντα. Εκείνη πια την ξέρεις.

Σ.Σ.

Θα μου πεις.

Ε.Κ.

Θα σου πω. Τότε ήμουν σε καλή κατάσταση πια, μετά το '53, καλά, και το '51 και το '52 παίρναμε τον μισθό, εντάξει, υπήρχε κάποια επάρκεια τροφίμων παντού, εστιατόρια δουλεύαν, τα νοίκια ήταν σε προσιτά πορτοφόλια. Δεν υποφέραμε πια μετά το τέλος του πολέμου. Εντάξει, είχαμε και τη βοήθεια των Αμερικάνων, δηλαδή τι βοήθεια; Ο περισσότερος κόσμος δεν χρειαζόταν αυτά που μας στέλνανε. Τότε μάθαμε το Nescafe, τότε μάθαμε τους κύβους. Κάτι τέτοια πράγματα μας φέρναν, τα ρούχα που μας στέλναν ήταν όλα μεταχειρισμένα βέβαια, φουστάνια μας δίναν, μπότες μας δίναν. Θυμάμαι που φορούσα ένα ζευγάρι όχι μπότες, παπούτσια μέχρι το γόνατο, με κορδόνια, όχι μπότες. Παπούτσια δερμάτινα, όπως τα άλλα, αλλά με ολόκληρο το αυτό. Ρούχα μας δίναν απ' την UNRRA. Όσο να 'ναι, ποιος τα εκτιμούσε ρούχα μεταχειρισμένα και τα λοιπά. Εντάξει, οι κοπέλες, οι γυναίκες, εντάξει, παίρναν ρούχα, λίγο πολύ τα προσάρμοζαν, ας πούμε, στα γούστα τους, εντάξει, τα φορούσαν. Τώρα οι άντρες φορούσαν όλο μεταχειρισμένα παντελόνια, τέτοια πράγματα. Αλλά αυτός ο καιρός, μετά το '51 δηλαδή, οι δημόσιοι υπάλληλοι, τουλάχιστον, όχι ότι ήταν και βασιλιάδες, αλλά, τέλος πάντων, είχαν αρχίσει να μην υποφέρουν, γιατί κατά τη διάρκεια του πολέμου και κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι δημόσιοι υπάλληλοι, ιδίως εκείνοι που δεν είχαν άλλους πόρους, πεινούσαν και εκείνοι. Θυμάμαι τον δάσκαλό μου, αυτόν που είχα στο Παλαιοχώρι, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτός, και δούλευε δάσκαλος πάλι στη Θεσσαλονίκη, και έμαθε ότι είμαι στην Πτολεμαΐδα. Η Πτολεμαΐδα φημιζόταν για την επάρκεια που είχε, γιατί ήταν σιτοπαραγωγός περιοχή. Λοιπόν, έμαθε ότι είμαι εκεί και μου στέλνει ένα γράμμα, μου λέει: «Θύμιο, σώσε μας, πεινάμε». Ήταν αυτός κι η γυναίκα του, δάσκαλοι κι οι δυο. Πεινάμε, λέει, και είχαν και δύο παιδιά. Και παρακάλεσα τη θεία μου, παρότι κι εγώ ήμουνα, πώς το λένε, δεν ήμουν δηλαδή του σπιτιού.

Σ.Σ.

Φιλοξενούμενος.

Ε.Κ.

Ε;

Σ.Σ.

Φιλοξενούμενος, ας πούμε.

Ε.Κ.

Ναι, ναι, κι εγώ φιλοξενούμενος ήμουν. Παρακάλεσα τη θεία μου και μου 'κανε τρία τέσσερα ψωμιά ζυμωτά, αυτά, ζυμωτά ψωμιά, και με έναν τρόπο του τα ‘στειλα και με έκανε και με ευχαρίστησε ο δάσκαλός μου, λοιπόν, σαν θεό. «Μας έσωσες», λέει, «Χριστούγεννα και δεν είχαμε να φάμε», τα Χριστούγεννα ήταν. Ήταν τρομερό πράγμα, και για πολλούς δημοσίους υπαλλήλους, το όποιο και μέχρι το τέλος του πολέμου ή το τέλος της Κατοχής, να πούμε, ήτανε πρόβλημα, δεν έφταναν, οι μισθοί που παίρναμε δεν ήταν για τίποτε. Θέλω να σου πω, ήτανε... Αργότερα, ύστερα από 3-4 χρόνια ζωής εργένικης, ας πούμε, είπα να παντρευτώ. Και τότε μου κάναν προξενιά τη μαμά του Νίκου, καλή κοπέλα, ήταν και αυτή υπάλληλος, αλλά ήδη είχαν αρχίσει, αυτή η δουλειά το '55, είχαν αρχίσει να βελτιώνονται οι καταστάσεις των δημοσίων υπαλλήλων, κάπως καλύτερα, ας πούμε. Είχε ανεβεί κάπως το επίπεδό μας. Αυτή ήταν υπάλληλος, έκτακτη ήταν, βέβαια, αλλά, εντάξει, έπαιρνε κανονικό μισθό όμως, εντάξει. Ο μπαμπάς της ήταν σταθμάρχης στα ΚΤΕΛ και μου την έκανε προξενιά η αδερφή μου, η οποία είχε φιλίες με τη μαμά της. Ένας φίλος της, της μαμάς της, ήταν έτσι θεατρόφιλος και είχε κάποιο ταλέντο, ζωγράφιζε ωραία, [01:20:00]είχε κάποιο ταλέντο για ποίηση, για γράψιμο και λοιπά, και οργάνωναν, οργάνωνε και αυτός και οι φίλοι και η μέλλουσα πεθερά μου, εκείνη βέβαια όχι, εκείνη ήταν απ' τις γυναίκες εδώ της καλής κοινωνίας της Καβάλας, αλλά εν πάση περιπτώσει σιγοντάριζε και εκείνη τέτοιες κινήσεις, και πηγαίναν, μάλιστα, πήγαιναν και στην Κομοτηνή, πήγαιναν και σε άλλες πόλεις. Πηγαίναν Σέρρες, δεν ξέρω αν πηγαίναν, γιατί είχαν καταγωγή απ' τις Σέρρες αυτοί, και εν πάση περιπτώσει είχαμε δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα φιλική. Και είχαν και την κοπέλα η οποία ήταν για παντρειά πια, και η αδερφή μου είχε πάρει, έχει παντρευτεί και είχε πάρει αυτόν, που σου λέω, που ζωγράφιζε και έκανε, τον Τουφεξή. Από μία οικογένεια εμπόρων της Ελευθερούπολης ήταν. Λοιπόν, είχαν δημιουργήσει μία φιλική ατμόσφαιρα και λοιπά και μου λέει: «Δεν παίρνεις την τάδε, είναι καλή». Εγώ ήμουν έτοιμος, παρόλο ότι μέχρι τότε δεν είχα πολύ, δεν ήμουν πολύ φανατικός, αλλά είχα πια αρχίσει να βαριέμαι τη ζωή τη μοναχική. Εστιατόριο και νοίκι, εστιατόριο και νοίκι, και όλη η τέτοια ιστορία, και έλεγα να συμμαζευτώ κι εγώ, με πίεζαν κιόλας και η μάνα μου και οι άλλοι. Είπα να συμμαζευτώ και λέει η αδερφή μου: «Δεν παίρνεις την κοπέλα αυτή που είναι;». Λέω: «Ας τη γνωρίσω». Πήγαμε κάτσαμε μία μέρα σε ένα εκεί, εκεί που είναι η Εμπορική Τράπεζα δεν είναι ένα καφενείο, τι είναι εκεί πέρα. Καθίσαμε εκεί πέρα και γνωριστήκαμε, τέλος πάντων, δεν μου 'κανε ούτε κρύο ούτε ζέστη, αλλά τέλος πάντων, αφού είναι να γίνει, ας γίνει. Αρραβωνιαστήκαμε, παντρευτήκαμε, έγινα πια πολίτης της Καβάλας. Παντρευτήκαμε το '55 και ήρθα εδώ στη γειτονιά. Μέναμε εδώ απάνω, εδώ, δίπλα δηλαδή εδώ πέρα ήταν ένα σπίτι ωραίο, αλλά ένα παλιού τύπου, τούρκικο σπίτι, αρκετά μεγάλο, όπου μέναν, ήταν άνετο σπίτι, αλλά ούτε καινούργιο, ούτε και σπίτι όπως είναι τα σημερινά, ας πούμε. Το περισσότερο ήταν παλιού τύπου χτισίματα, με τσατμάδες και με τέτοια πράγματα, αλλά καλό σπίτι όμως, ωραίο το 'χαν. Παντρευτήκαμε, μείναμε μαζί με τα πεθερικά μου κάνα δυο χρόνια, ίσαμε που γεννήθηκε η αδερφή του και ύστερα φύγαμε. Νοικιάσαμε ένα σπίτι πιο πάνω και όταν από εδώ αγοράσουμε αυτό το οικόπεδο, αρχίσαμε να χτίζουμε σπίτι, έγινα πια νοικοκύρης της σειράς. Τα άλλα τώρα, τι να σου πω, για τη χούντα; Τότε έμενε και η πεθερά μου μαζί μας εδώ, δεν ξέρω για ποιο. Είχαν φύγει απ' το σπίτι εκεί, γιατί εν τω μεταξύ είχε πεθάνει ο πεθερός μου, και ήρθαν και μέναν εδώ μαζί με τον κουνιάδο μου. Λοιπόν, το πρωί, ένα πρωί, λοιπόν, ακούμε αυτά, μουσική στρατιωτική, πώς το λένε; Ναι. Λέω: «Τι γίνεται», ξέρω γω, βγαίνω από δω. Είχαμε; Το είχαμε κάνει το σπίτι, ναι, το 'χαμε κάνει το σπίτι εδώ. Κοιτάω προς τα πάνω, βλέπω σε ένα σπίτι που ήταν ένας εφοριακός υπάλληλος, έμενε εκεί πέρα, τον έβλεπα, έβλεπε προς τα κάτω αυτός. Τι βλέπουνε αυτοί, λέει. Ύστερα κάποιος μου λέει έγινε δικτατορία. Τότε είχα, είχα πάει στην Αθήνα τότε. Μετατέθηκα στην Αθήνα, γιατί εδώ είχα ασχοληθεί με το ραδιόφωνο, έκανα αγροτικές εκπομπές, έκανα με τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, που είχε πάνω στο στρατόπεδο εκεί, της Μεραρχίας. Ασχολούμουν και εκείνα τα χρόνια και πριν παντρευτώ και μετά που παντρεύτηκα, μου φαίνεται, τότε θυμάμαι, έκανα κάθε εβδομάδα μία εκπομπή απ' τον σταθμό. Και τι έγινε; Α, έβλεπα αυτόν και έβλεπαν προς τα κάτω. Τι συμβαίνει; Δικτατορία. Εν τω μεταξύ, εγώ επειδή είχα κάνει αυτές, επειδή έκανα αυτές τις εκπομπές, και τέτοιες εκπομπές έκαναν και απ' την Αθήνα, το υπουργείου Γεωργίας είχε ένα τμήμα, τέλος πάντων, στο υπουργείο Γεωργίας είχε ένα τμήμα το οποίο έκανε εκπομπές ραδιοφωνικές, απ' τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων στην Αθήνα. Λοιπόν, αυτός που είχε την επιμέλεια και την ευθύνη στην Αθήνα, ένας κι αυτός της καλλιτεχνικής ζωής άνθρωπος, ήταν ο Γαλανός, τον έχεις ακουστά; Ο οποίος έγραψε τα Κόκκινα Φανάρια, ένα ωραίο θεατρικό έργο. Αυτός έκανε, γύριζε και στην Ελλάδα και έκανε εκπομπές απ' τον ραδιοφωνικό σταθμό εκεί. Λοιπόν, είχε βλέψεις αυτός να φύγει, να πάει στην Αγγλία για μετεκπαίδευση, είχε αρχίσει τότε, γινόταν και τμήμα για τηλεόραση. Ακόμη δεν είχαμε τηλεόραση εδώ. Και ήρθε και έκανε και ραδιοφωνικές εκπομπές, έπαιρνε συνεντεύξεις από γεωργούς, από άλλους που ενδιαφέρονταν για τη γεωργία και λοιπά, ναι. Πέρασε κι από μένα, από μας εδώ, τώρα από μένα πήρε μία συνέντευξη, συνέντευξη κι αυτός; Από πού αλλού; Δεν ξέρω. Αλλά έμαθε, εδώ δηλαδή αλλά και στην Αθήνα το ήξερε, απ' την Αθήνα κιόλας, ότι εγώ κάνω τέτοιες εκπομπές, με άκουσε εδώ πέρα. Όταν, λοιπόν, ήρθε ο καιρός να φύγει λέει: «Να φέρουμε τον Καραγιαννακίδη εδώ, στο τμήμα που είχε, στη Διεύθυνση Γεωργικών Εφαρμογών που είχαμε εκεί πέρα. [01:30:00]Λοιπόν, εγώ δεν πολυήθελα να πάω, γιατί εδώ είχαμε στρώσει νοικοκυριό καλό, είχαμε παιδί μικρό, η κόρη μας, και δεν ήθελα να φύγω. Η γυναίκα μου εδώ δούλευε και δεν μπορούσε να κάνει, να 'ρθει. Ήταν έκτακτη και δούλευε, τότε δούλευε στο φορολογικό δικαστήριο, γραφέας ήταν. Αλλά είχα πάει, εξ αυτού του γεγονότος, είχα πάει και στην Αυστραλία τρεις μήνες, για μετεκπαίδευση στις αγροτικές εκπομπές. Τέλος πάντων, υπήρχαν τα προσόντα και «θα 'ρθεις στην Αθήνα πάνω». Πάω, λοιπόν, πήγα στην Αθήνα το '63 νομίζω, το '63; Όχι, το '63 πήγα στην Αυστραλία. Στην Αθήνα πήγα το '66. Λοιπόν, έμεινα εκεί κάνα χρόνο και έκανα εγώ πια τις εκπομπές που έκανε ο Γαλανός, τις έκανα εγώ πια, απ' όλη την Ελλάδα, απ' τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Τις έκανα κάνα χρόνο. Και τώρα πώς βρέθηκα εκεί. Κάτι είχε γίνει, κάτι είχε γίνει και αναγκάστηκα να ζητήσω ύστερα, να ζητήσω μετάθεση εδώ. Ναι, τότε είχε γεννηθεί ο Νίκος, αλλά όχι, κάτι έγινε, τέλος πάντων, και ζήτησα να φύγω απ' την Αθήνα. Κάποιος άλλος μπήκε στη θέση μου, γιατί εγώ πήγα, παρακάλεσα και έφυγα από κει. Γιατί έφυγα όμως; Γιατί; Αυτό λέω, ναι, τέλος πάντων. Τέλος πάντων, έγινε κάτι που με ανάγκασε να ζητήσω να έρθω απ' την Αθήνα εδώ, και μόλις ήρθα έγινε. Εγώ έφυγα απ' την Αθήνα στις 16 Απριλίου, ναι, Απρίλη ήταν, στις 16 Απριλίου, και η χούντα έγινε στις 21 Απριλίου. Λοιπόν, και εκείνο το πρωί, λοιπόν, βλέπω αναστάτωση, η πεθερά μου βγαίνει έξω, «δικτατορία» μου λέει, δικτατορία. Κλεισμένοι από παντού, ο Νίκος μόλις είχε γεννηθεί, όχι, έναν μήνα είχες, έναν χρόνο. Εσύ πότε γεννήθηκες; Το '66; Α, '66 εγώ ήμουν. Α, γι' αυτό, γι' αυτό ζήτησα να 'ρθω εδώ, γι' αυτό. Γιατί η οικογένειά μου ήμασταν διασπασμένοι, η γυναίκα μου εδώ με δύο παιδιά εδώ πέρα και εγώ στην Αθήνα, να πληρώνω 800 δραχμές ενοίκιο και να μη βλέπω καμία αυτή. Και ζητούσα να έρθω εδώ. Και ήρθα, σου λέω. Εν τω μεταξύ, πήρα και αυτοκίνητο εκεί πια, είχε αρχίσει πια ο δημόσιος υπάλληλος να ανεβαίνει, να ανεβαίνει παραπάνω, βέβαια εμείς οι γεωπόνοι είχαμε, ήμασταν αναγκασμένοι να έχουμε, να κυκλοφορούμε με αυτοκίνητο δικό μας, γιατί έπρεπε να πηγαίνουμε σε χωριά κάθε μέρα. Μπορεί να μη μας κάναν, να μη μας βόλευαν, τέλος πάντων. Έγινε η χούντα, λοιπόν, όπως σε όλες τις καταστάσεις το ανεχτήκαμε κι αυτό. Εκείνες τις μέρες μου είχαν δώσει, ενώ πριν, όταν παντρεύτηκα είχα στην ευθύνη μου τα χωριά γύρω απ' την Καβάλα, είχα έναν τομέα με οκτώ δέκα χωριά γύρω απ' την Καβάλα, όταν έφυγα και πήγα στην Αθήνα, μπήκε, ήρθε άλλος στη θέση μου. Αυτός που ήταν, που είχε την ευθύνη για τα χωριά της Λεκάνης, ήρθε εκείνος στη θέση μου εδώ. Όταν γύρισα, λοιπόν, εγώ ύστερα από έναν χρόνο, δεν είχα θέση εδώ πέρα. Πήρα τη θέση εκεί στη Λεκάνη, αλλά με έδρα την Καβάλα. Ευτυχώς ήταν βολικοί οι αυτοί, δεν με ανάγκασαν να πάω στη Λεκάνη, να μένω στη Λεκάνη, έμενα στην Καβάλα. Λοιπόν, ήρθα εδώ πέρα, φεύγω, μία από εκείνες τις μέρες θα πήγαινα σε ένα από τα χωριά της Καβάλας, στην Παλιά Καβάλα θα πήγαινα; Δεν ξέρω τι. Είχαμε τότε μεγάλη σφίξη απ' τον περονόσπορο του καπνού και τρέχαμε σαν καπνισμένες μέλισσες σε όλα τα χωριά, να πείσουμε τους γεωργούς να ραντίζουν τα καπνοσπορεία τους και λοιπά, για να αποφύγουμε, γιατί αν δεν μπορούσαν να φυτέψουν, χαλούσαν δηλαδή τα καπνοσπορεία τους και δεν μπορούσαν να φυτέψουν, θα χανόταν ολόκληρη η χρόνια της φυτείας του καπνού, και τρέχαμε πολύ. Λένε: «Θα πάρεις μαζί με το αυτοκίνητο, μόλις είχα γίνει οδηγός εγώ, είχα κάνα χρόνο που είχα, ούτε χρόνο που ήμουν οδηγός. Τους παίρνω λοιπόν, ήταν ο αγρονόμος της περιοχής, γιατί τους αγροφύλακες, και ένας δύο άλλοι, πάλι δημόσιοι υπάλληλοι, λέγαν: «Να 'ρθούμε, αφού πας με το αυτοκίνητο εκεί πέρα» και λόγω της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ήταν και δύσκολες οι συγκοινωνίες. «Έλα». Τους πήρα, λοιπόν, και πήγαινα προς τον Ζυγό, στην Παλιά Καβάλα ή τον Ζυγό κάπου, κάπου πέρα εκεί, και στον δρόμο να κουβεντιάζουμε τα της χούντας. Και κάποια στιγμή λέω: εγώ «Κοίτα εδώ, ρε παιδί μου» λέω. «Μόλις γίνει καμία αλλαγή, να στείλουν όλοι τηλεγραφήματα, συγχαρητήρια για το ένα, συγχαρητήρια για το άλλο. Τι τους πιάνει;» λέω. Γιατί στέλναν όλοι οι προϊστάμενοι των δημοσίων υπηρεσιών στέλναν συγχαρητήρια στους χουνταίους, ας πούμε, λόγω του εθνοσωτηρίου έργου που ανέλαβαν και τα λοιπά και τα λοιπά, ναι. Ύστερα το άφησα, σταμάτησε αυτή η κουβέντα, και ένας δύο από αυτούς ήταν βαμμένοι και αυτοί χουνταίοι, χουνταίοι. Τώρα ο αγρονόμος ήταν; Ποιος ήταν δεν ξέρω. Αλλά ευτυχώς πέρασε αβρόχοις ποσί αυτό, γιατί θα μπορούσαν μαζί με τους άλλους να στέλνουν, γιατί μάζεψαν κάμποσους τότε και στέλνανε στα νησιά. Εγώ είχα ήδη και παρελθόν γύρω από αυτό, Μακρονησιώτης ήμουνα. Αλλά ευτυχώς δεν το πήρε κατάκαρδα αυτός και δεν με κάρφωσε. Πέρασε αυτό, τι άλλο να πούμε; Κατά τ' άλλα ρουτίνα και πάλι ρουτίνα.

Σ.Σ.

Θες να μου πεις τίποτα για την Αυστραλία; Μιας που την ανέφερες.

Ε.Κ.

[01:40:00]Α, στην Αυστραλία, ναι. Στην Αυστραλία πήγα πάλι εξαιτίας των εκπομπών που έκανα, γιατί ακριβώς εκεί πέρα η Αυστραλία είχε ένα δίκτυο αγροτικών εκπομπών τέλειο, πλαισιωμένο με γεωπόνους, όλα, όλες οι θέσεις, σε όλη την Αυστραλία, και ήταν υπόδειγμα. Επειδή δε αυτό, αυτή η δραστηριότητα υπαγόταν στον FAO, είναι Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας, εδρεύει στη Ρώμη, και η Ρώμη χρηματοδότησε κράτη που θέλαν να βελτιώσουν τις αγροτικές εκπομπές τους, να στείλουν από έναν άνθρωπο να δει, τέλος πάντων, να μελετήσει, να δει το πώς λειτουργεί το σύστημα στην Αυστραλία. Και εγώ ήδη είχα κάνει στο υπουργείο, προέκριναν να πάω εγώ. Εγώ από Αγγλικά δεν ήμουν και πολύ σαΐνι, αλλά, τέλος πάντων, κάτι κατάφερνα. Πάω. Και πήγα στην Αυστραλία, πέρασα τρεις μήνες καλούς. Γύρισα την περισσότερη Αυστραλία, είδα πράγματι τι, πώς δουλεύαν. Δούλευαν τελείως αλλιώτικα απ' ό,τι... ή μάλλον απ' τη δική μας, πώς να την πω, απ' τη δική μας κουτουράδα, που όλα τα καταπιανόμαστε και τίποτε δεν βγάζουμε σωστό. Εκεί δεν είχε τέτοια πράγματα, δουλεύαν πολύ ωραία, πολύ συστηματικά. Εκεί έμαθα και συνεντεύξεις και άλλα. Πέρασα ωραία εκεί. Και όταν γύρισα, βέβαια, όταν γύρισα, το '65 πρέπει να πήγα στην Αυστραλία. Όταν γύρισα απ' την Αυστραλία, τότε με πήραν στην Αθήνα, ναι. Τότε όταν είχα ήδη, είχα ήδη κάνει, τότε. Στην Αθήνα πήγα το '66, ναι. Αλλά ήταν καλά, πέρασα, είδα έναν άλλο κόσμο, και τον είδα σε μεγάλη έκταση, γιατί πήγα σε δυο τρεις απ' τους υπευθύνους του δικτύου, σε δυο τρεις πήγα, δεν πήγα σε έναν μόνο, και και καλά πέρασα και καινούργιους τόπους είδα και μ' άρεσε. Τι άλλο να πούμε;

Σ.Σ.

Για την εφημερίδα; Στην εφημερίδα πότε δούλευες;

Ε.Κ.

Στην εφημερίδα, βέβαια. Τότε είχαν αρχίσει όλες οι διευθύνσεις γεωργίας να βγάζουνε, άλλα εμείς ήμασταν απ' τους πρώτους που κάναμε. Πάλι, εκείνη την ξεκίνησα εγώ, εγώ την ξεκίνησα εκείνη, γιατί είχαν, μερικές διευθύνσεις γεωργίας είχαν κάνει, βγάζαν φύλλα, αλλά δεν τα... Εγώ την πήρα και την κράτησα. Κάθε μήνα απαραιτήτως έβγαζα ένα φύλλο, κάθε μήνα, και είχα αρχίσει να το κάνω αυτό το πράγμα απ' το '58 περίπου, απ' το '58 και κράτησε μία εικοσαετία, ναι. Και όταν πήγα στην Αυστραλία, πάλι το έβγαζε ένας συνάδελφος. Ύστερα το πήρα πάλι εγώ. Και αυτά που μου έστειλες, και ευχαριστώ πάρα πολύ που ανταποκρίθηκες τόσο πρόθυμα, ας πούμε, αυτά που μου έστειλες τα είχε πάρει πια άλλος. Δεν πήρα σύνταξη, δεν είχα πάρει σύνταξη, αλλά δεν θυμάμαι, γιατί το πήρε άλλος πια και έκανε, έβγαζε το φύλλο εκείνο. Εν πάση περιπτώσει, για 20 χρόνια το βγάζαμε κάθε μήνα, κάθε μήνα το βγάζαμε, και δεν σκέφτηκα εγώ να κρατήσω. Στην υπηρεσία κρατούσαμε, αλλά εκεί τα αρχεία δεν τα μεταχειριζόνταν και πολύ καλά, μάλλον τα έχασαν, και ύστερα θυμήθηκα ότι στέλνανε και στη βιβλιοθήκη, ναι. Ναι, ήταν μια δραστηριότητα καλή, και είχα φίλους στα χωριά, που έστελνα, στέλναμε δωρεάν σε πολλούς. Βγάζαμε χίλια ή δύο χιλιάδες κομμάτια.

Σ.Σ.

Και τι έγραφες; Τι ακριβώς έγραφε η εφημερίδα, με τι ασχολιόταν;

Ε.Κ.

Δεν έγραφα μόνο εγώ. Όλοι οι συνάδελφοι γράφανε διάφορα. Οδηγίες για τους γεωργούς, ανακοινώσεις της διευθύνσεως γεωργίας, ανακοινώσεις επίσης του υπουργείου Γεωργίας πολλές, διάφορα. Συνεντεύξεις, συνεντεύξεις έπαιρνα πολλές κι εγώ ύστερα από γεωργούς έξω, γιατί έκανα και μετά τη χούντα, έπαιρνα και μετά τη χούντα συνεντεύξεις, δεν είχανε καμιά χροιά πολιτική οι συνεντεύξεις, κυρίως σε τεχνικά θέματα παίρναμε συνεντεύξεις.

Σ.Σ.

Για τις ραδιοφωνικές εκπομπές εδώ στην Καβάλα να μου πεις. 

Ε.Κ.

Έκανα. Έκανα κάθε βδομάδα. Κάθε βδομάδα, το Σάββατο μου φαίνεται μεταδιδόταν; Ναι, στη Μεραρχία, όπου ήταν και... η Μεραρχία έβγαζε, τι έβγαζε; Είχε ραδιοφωνικό σταθμό και τι έβγαζε; Τέλος πάντων, ο ραδιοφωνικός σταθμός ήτανε στην Μεραρχία, όχι πάνω που είναι τώρα η Μεραρχία, κάτω. Εκεί, πήγαινα κάθε Σάββατο, Σαββάτο ήταν; Σαββάτο, και έκανα μία ώρα ή μισή ώρα. Μια; Μια ώρα. Ένα κύριο θέμα ή μία συνέντευξη και ειδήσεις, γεωργικές ειδήσεις, αλλά και τυχόν οδηγίες που έπρεπε να μεταδώσουμε, τίποτα οδηγίες, ας πούμε, στην περίοδο του περονοσπόρου, που σου είπα προηγουμένως, όπου έπρεπε να πούμε, να δίνουμε ένταση σε όλη τη λειτουργία μας, η διεύθυνση γεωργίας τότε, και γράφαμε στο φύλλο μας και κάναμε συνεντεύξεις, κάναμε ομιλίες και λοιπά, και απ' τον ραδιοφωνικό σταθμό.

Σ.Σ.

Έγραφες και κείμενα;

Ε.Κ.

Βέβαια. Τα περισσότερα κείμενα εγώ τα έγραφα. Πώς, έγραφα συνέχεια.

Σ.Σ.

Στη γραφομηχανή, λέει.

Ε.Κ.

Ναι.

Σ.Σ.

Στη γραφομηχανή.

Ε.Κ.

Στη γραφομηχανή. [01:50:00]Ναι, τα κείμενα, ναι. Α, βέβαια. Εδώ στην Καβάλα όχι, αλλά στην Αθήνα δεν είχαμε μόνο οδηγίες και λοιπά και λοιπά, αλλά είχαμε και μία θεατρική εκπομπή γύρω απ' τα αγροτικά ζητήματα, και έπρεπε να γράφω κάθε αυτό, κάθε εβδομάδα, και ένα σκετς, ένα σκετς που κρατούσε μισή ώρα, μου φαίνεται, έτσι νομίζω. Τα είχα αυτά, τα είχα εδώ, τον τρώω τον Νίκο, τον κατηγορώ, τον καημένο, ότι τα έχασε. Τα είχα εδώ πέρα όλα τα κείμενα, έναν χρόνο, τα κείμενα ενός χρόνου, δηλαδή κάπου 50-60 κείμενα θεατρικά, διότι εκεί στην Αθήνα είχαμε δικό μας, όχι δικό μας, είχαμε ηθοποιούς, επαγγελματίες ηθοποιούς πάλι, ας πούμε, είχαμε την Κούλα την Αγαγιώτου, αν την έχεις ακουστά, δεν μπορεί να την έχεις ακουστά, ήδη τότε ήταν γύρω στα 50 της. Τον πατέρα αυτουνού που κάνει την αθλητική εκπομπή, τον Ηλία τον...

Σ.Σ.

Χριστογιαννόπουλο.

Ε.Κ.

Τον Χριστογιαννόπουλο τον είχα ηθοποιό, και ένα δυο, και άμα τύχαινε, άμα τύχαινε να μπει κανένα πρόσωπο καινούργιο, παίρναμε κι άλλον ηθοποιό. Συνήθως είχαμε τρεις τέσσερις ηθοποιούς, όπου κάναμε σκετς. Και έπρεπε εκεί να βγάλεις και απ' τον νου σου, ας πούμε, να κάνεις. Δεν είναι απλό πράγμα. Συνήθως το θέμα, διαλέγαμε ένα θέμα στο οποίο να αναπτύξουμε, ας πούμε, τεχνηέντως κάποια οδηγία, κάτι τέτοιο, και το σκετς τριγυριζόταν, πώς να πούμε, η πλοκή του ήταν μια οικογένεια. Ήταν μία κοπέλα. Τότε υπήρχαν και αυτοί, υπήρχαν και οι μορφωτικοί σύλλογοι αγροτοπαίδων στην ύπαιθρο, και, ας πούμε, παίρναμε το τι λεγόταν μέσα. Τώρα πώς να σ' το πω. Υπήρχε μια οικογένεια η οποία είχε έναν νέο και υπήρχε και μία δεύτερη, και μία ηθοποιός, πάλι κορίτσι του μορφωτικού συλλόγου, και υπήρχε και κάποιο ειδύλλιο μεταξύ τους, γιατί σε ένα απ' τα σκετς αυτά κάναμε και τον γάμο τους, ναι, με κάπως περισσότερους και με και με παπά, ας πούμε, ηθοποιό και λοιπά. Και σε κάθε σκετς λεγόνταν καλαμπούρια, λεγόνταν κουτσομπολιά του χωριού, αλλά έμπαινε και κάποια μορφή οδηγιών, ας πούμε, για να μη φαίνεται ότι προπαγανδίζουμε, να φυτέψουν, ας πούμε, καπνό ή να καταπολεμήσουν το τάδε. Αλλά έλεγα, τώρα η μνήμη μου έχει σμπαραλιαστεί. Ο νέος, ας πούμε, έλεγε: «Δεν μπορώ σήμερα να κάνω, γιατί θα πάω να ραντίσω με το τάδε φάρμακο, γιατί έχει την τάδε ασθένεια». Μέσα στην όλη κουβέντα, στο όλο σκετς. Αλλά έμπαιναν και κάνα καλαμπούρι, κανένα κουτσομπολιό, κανένα τέτοιο πράγμα, ώστε να ακούγεται, και ακουγόταν, ακουγόταν. Ας πούμε έβγαινα στα χωριά και λέγαν: «Τι θα κάνει σήμερα η...» ξέχασα και τα ονόματά τους. «Τι θα κάνει η άλλη, θα παντρευτεί;». «Όχι, είναι αρραβωνιασμένη». Και έπρεπε να ετοιμάσω κάθε εβδομάδα ένα τέτοιο πράγμα, κάθε εβδομάδα, και αυτό έγραφα στη γραφομηχανή, το έστελνα στον σταθμό. Ήταν ένας αρκετά ζόρικος λογοκριτής, κατά κάποιο τρόπο, έπρεπε να τα διαβάσει αυτός και να τα εγκρίνει. Και πηγαίναμε στον σταθμό στην Αγία Παρασκευή. Τώρα εκεί είναι η ΕΡΤ, εκεί πέρα μου φαίνεται έχει τα κεντρικά της τώρα, εκεί που ήταν ο ραδιοφωνικός σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων. Πηγαίναμε κάθε Τετάρτη, κάθε Τετάρτη πηγαίναμε, και εντάξει, εκείνη τη μέρα και εγώ και ο εικονολήπτης μου, όχι ο εικονολήπτης, ο ηχολήπτης, γιατί όταν κάναμε εκπομπές, από το ραδιόφωνο όταν κάναμε εκπομπές, έπρεπε να έχουμε, να έχω έναν ηχολήπτη, και εγώ να κάνω την εκπομπή και ο ηχολήπτης να κάνει το τεχνικό μέρος, όπου καθόμασταν, κάναμε το μοντάζ, το ραδιοφωνικό μοντάζ, για να αποφεύγονται τα διάφορα, τα διάφορα λάθη που γίνονται μέσα. Μπορεί να απαλείψεις ορισμένα, τα ξέρεις αυτά τα πράγματα, ναι. Και γυρίσαμε αρκετά μέρη τότε. Στην Πάτρα πήγαμε. Σε αρκετά μέρη γυρίζαμε. Μόνο που τότε δεν είχαμε αυτοκίνητο, δεν είχαμε δικό μας αυτοκίνητο και παίρναμε τις συγκοινωνίες συνήθως και πηγαίναμε. Στην Κόρινθο πήγαμε, στην Πάτρα πήγαμε, στο Πήλιο πήγαμε. Μόνο εδώ στη Μακεδονία δεν ήρθαμε. Θέλαμε εμείς, παίρναμε συνεντεύξεις από γεωργούς, οι συνάδελφοι μας λέγαν, οι διευθύνσεις γεωργίας δηλαδή μας λέγανε ότι υπήρχε ή υπάρχει η τάδε δραστηριότητα εκεί της υπηρεσίας ή η τάδε λειτουργία, ξέρω γω, υπάρχει και «ελάτε», πηγαίναμε και παίρναμε. Ό,τι κάνουν δηλαδή και οι ρεπόρτερ, που κάνουν, αυτά τα πράγματα κάναμε. Πέρασα έναν χρόνο. Όχι, 14 μήνες έμεινα στη δουλειά αυτή εκεί. Ύστερα εγώ πήγα και παρακάλεσα, ευτυχώς ήταν εκεί ένας διευθυντής γεωργίας, στη διεύθυνση γεωργικών εφαρμογών στο υπουργείο, τον οποίο είχα πάλι διευθυντή όταν πρωτοδιορίστηκα στην Κοζάνη, ήταν και Κοζανίτης αυτός, και είχε αναλάβει αυτός τότε τη διεύθυνση γεωργικών εφαρμογών στο υπουργείο, και συναίνεσε να φύγω, γιατί δεν θέλαν να φύγω,[02:00:00] γιατί ο Γαλανός, ο οποίος είχε την ευθύνη, είχε φύγει στην Αγγλία, έχει πάει για να μελετήσει εκεί τις αγροτικές εκπομπές που κάναν, της τηλεόρασης, από τηλεόραση, για να εφαρμόσει και εδώ στην Ελλάδα, αλλά δεν είδα όμως η ΕΡΤ ή ξέρω γω κάποιος σταθμός, όχι τώρα, τότε δηλαδή, να μπει ανάλογη, να μπει ανάλογη υπηρεσία στο υπουργείο, δεν έγινε. Γιατί ήθελε και λεφτά για να μπει και η τηλεόραση, να γίνονται δηλαδή δουλειές με τηλεόραση τέτοιες, ήταν δύσκολο να κάνεις σκετς. Σκέψου, είναι μεγάλη ιστορία. Στην Αυστραλία έκαναν, και εκείνοι περισσότερο στο ραδιόφωνο έκαναν δουλειά, αλλά και στην τηλεόραση, γιατί όταν πήγα εκεί πέρα είχε τηλεόραση, από καταβολής τηλεόρασης, ενώ εδώ σε μας ήρθε πολύ αργότερα. Αυτά, Στέφανε.

Σ.Σ.

Για την πρώτη γραφομηχανή θέλω να μου πεις.

Ε.Κ.

Την πρώτη γραφομηχανή, τι να σου πω; 

Σ.Σ.

Το '52, λέει, που την έκανες δώρο στον αδερφό σου.

Ε.Κ.

Ναι, ναι, την έκανα δώρο. Όχι, το '40, όχι. Ναι, ναι, μετά το '52, ναι, μετά το '52, εδώ ήμουν, γιατί ο αδερφός μου άρχισε να δικηγορεί απ' το 48, άρχισε να δικηγορεί, και μάλιστα με αρκετά μεγάλο κίνδυνο.

Σ.Σ.

Όταν γύρισε απ' την εξορία;

Ε.Κ.

Ο αδερφός μου δεν πήγε εξορία. Εγώ πήγα μόνο, στη Μακρόνησο.

Σ.Σ.

Πήγε στη Θάσο, λέει.

Ε.Κ.

Α, στη Θάσο. Στη Θάσο ήταν από πολύ νωρίς. Στη Θάσο, θα σου πω τι ήταν. Α, εγώ ήμουν στην Κοζάνη τότε, όταν πήγε.

Σ.Σ.

Το '46.

Ε.Κ.

Ναι, το '46. Ήμουν στην Κοζάνη εγώ, δεν ήμουν εδώ, να το ξέρω. Όχι, το 'ξερα δηλαδή, γιατί μου το γράψαν τότε, ότι πήγε, τρεις μήνες τους είχαν, ένα είδος ΕΣΑΙ ήταν κι εκεί. Ό,τι ήταν στη Μακρόνησο ήταν και εκεί, αλλά όχι τόσο, δεν πέρασαν άσχημα. Εξόριστοι ήταν, αλλά, τέλος πάντων, ξύλο δεν τρώγανε. Είχε, τότε μόλις είχε αρχίσει, ναι, το '48, τότε, ναι, μόλις είχε αρχίσει να δικηγορεί και όσο να 'ναι χρειαζόταν μία γραφομηχανή, και του έδωσα εγώ τα λεφτά και πήρε μία γραφομηχανή, ωραία. Και ύστερα, ύστερα τι έγινε; Την πήρε ο Νίκος, την πήρε ο Νίκος, γιατί όταν πέθανε ο αδερφός μου, την είχε ακόμη εκεί στο γραφείο του. Είχε πάρει όμως, τα παιδιά όμως είχαν πάρει κάτι άλλες γραφομηχανές, είχαν πάρει μία ηλεκτρική, ξέρω γω, κάτι τέτοιο πράγμα, αλλά όταν πήραν εκείνες τις μηχανές, την πήρα εγώ, την πήρα για να τη δώσω στον Νίκο, κάτι τέτοιο, και μου τη ζήτησαν ξανά τη μηχανή. Λέει: «Τη μηχανή την πήρες». «Τη μηχανή την πήρα, αλλά εγώ την πλήρωσα» και την πήρε ο Νίκος τελικά.

Σ.Σ.

Και με τους υπολογιστές πότε ξεκίνησες; Να ασχολείσαι με τους υπολογιστές;

Ε.Κ.

Υπολογιστές, τώρα, τελευταία, σιγά. Και τώρα δεν μπορώ να αρθρώσω μία σειρά. Ζορίζομαι, ζορίζομαι από μνήμη.

Σ.Σ.

Αλλά έγραψες όλη σου τη ζωή στον υπολογιστή.

Ε.Κ.

Ναι.

Σ.Σ.

Για πες μου.

Ε.Κ.

Να, ο Νίκος με έβαλε. «Γράψε, γράψε, γράψε». Έκατσα κι έγραψα εγώ, έγραψα καμιά διακοσαριά σελίδες είναι; Αυτά που σου είπα περίπου.

Σ.Σ.

Και το γενεαλογικό σου δέντρο; 

Ε.Κ.

Ναι.

Σ.Σ.

Έκανες έρευνα;

Ε.Κ.

Τι έρευνα; Αυτά ό,τι έρευνα έκανα δεν την έκανα εγώ, την έκαναν και ο Διογένης, ο ανιψιός μου, και στην Πτολεμαΐδα, γιατί όλους όσους ήξερα εδώ, όσους συγγενείς, τους ήξερα εδώ όλους, τους έζησα εγώ, δεν ήταν ανάγκη να κάνω έρευνα, τους ήξερα όλους, αλλά εκεί στην Πτολεμαΐδα, παρόλο ότι και εκεί τους ήξερα, ήξερα έναν μεγάλο αριθμό από εκεί, αλλά είναι και σε δύο τρία χωριά σκορπισμένοι, και εντάξει, χρειάστηκα τη βοήθεια, όχι εγώ, γιατί με τον Διογένη, τον ανιψιό μου, το γράψαμε, ζητήσαμε τη βοήθεια μιας κοπέλας εκεί, μιας κυρίας, η οποία έκανε την περισσότερη δουλειά εκείνη. Δηλαδή τι δουλειά. Ποιος ήταν ο παππούς και ποιος η γιαγιά και ποιος οι άλλοι. Τα περισσότερα όμως τα ήξερα εγώ, γιατί εγώ ήμουν και είμαι ο αρχαιότερος της οικογένειας τον Καραγιαννακιδέων, γιατί εκεί στην Πτολεμαΐδα και στα χωριά. Μαζί πήγαμε και στη Φτελιά, πήγαμε μαζί; Πήγαμε μαζί, ναι. Κι εκεί είναι σκορπισμένοι σε χωριά, ενώ εδώ ήτανε οι παλιοί, στο Παλαιοχώρι, όλοι οι συγγενείς μας και λοιποί ήταν εδώ, στο Παλαιοχώρι ήταν, χωριό δηλαδή. Είμαστε μεγάλο σόι, πολύ μεγάλο. Τώρα σκορπισμένοι, σκορπισμένοι σε όλη την Ελλάδα.

Σ.Σ.

Τελευταία ερώτηση που θα σου κάνω.

Ε.Κ.

Ναι.

Σ.Σ.

Εκτός αν προκύψει κάτι άλλο.

Ε.Κ.

Πώς;

Σ.Σ.

Πώς βλέπεις, λέει, τον κόσμο τώρα;

Ε.Κ.

Τι να πει κανείς, μωρέ, για τον κόσμο; Οι Τούρκοι λένε Bu Dünya... 

Σ.Σ.

Yalan Dünya.

Ε.Κ.

Ναι. Bu dünya yalan dünya ask olsun siirini, έτσι λένε οι Τούρκοι, ξέρεις Τούρκικα, δεν ξέρεις. Αυτός ο κόσμος είναι ψεύτικος, λέει, και μακάρι σε αυτόν που μπορεί και τον γυρνάει και τον φέρνει βόλτα. Αυτό μπορώ να πω για τον κόσμο, ψεύτικος κόσμος, και είναι τυχερός αυτός που αυτή την περίοδο, απ' τη γέννησή του μέχρι τον θάνατό του χάρηκε αυτόν τον κόσμο, του δόθηκε μία ευκαιρία, απ' το μηδέν που ξεκίνησε και κατέληξε στο μηδέν, να βγει στην επιφάνεια, να βγει να δει άστρα, να δει το φως, να δει τη φύση, να πονέσει, να ερωτευτεί, να κάνει όλα αυτά τα πράγματα. Είναι, λοιπόν, πολύ τυχερός, ask olsun siirini, μακάρι σε αυτόν που μπορεί και τον γυρίζει, αυτός είναι ο κόσμος. Ήρθαμε, ζήσαμε, θα φύγουμε. Σκέψου ότι απ' το χάος ξεκινήσαμε και στο χάος θα πάμε, γιατί ούτως ή άλλως ένα μόριο και από σένα και από μένα και απ' αυτόν, όπου βρεθήκαμε εδώ πέρα, μπορεί να σκορπιστούμε στην απεραντοσύνη, ένα μόριο. [02:10:00]Γιατί ύστερα από τέσσερα ή πέντε δισεκατομμύρια χρόνια που θα κρατήσει ο ήλιος, λένε, θα γίνει ό,τι ήταν στην αρχή, θα γίνει σκόνη και σποδός, έτσι είναι. Επομένως, ας χαρούμε, ας ευχαριστήσουμε το ότι βγήκαμε στην επιφάνεια σε τέτοιο κόσμο, τον είδαμε, τον χαρήκαμε, τον χαιρόμαστε ακόμη, και εντάξει, τελείωσε η θητεία μας. Αυτό, Στέφανε.

Σ.Σ.

Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ.

Part of the interview has been removed for legal issues.

Summary

Ο Θύμιος Καραγιαννακίδης θυμάται και εξιστορεί τα γεγονότα των 103 χρόνων της ζωής του. Μας μιλάει για τις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, τη μετακίνησή του στην Αθήνα σε παιδική ηλικία, την εξορία και τη μεγάλη του αγάπη, τη γεωπονία.


Narrators

Ευθύμιος Καραγιαννακίδης


Field Reporters

Στέφανος Σιμιτσής



Interview Date

08/04/2023


Duration

130'


Interview Notes

Ο αφηγητής είναι θείος του ερευνητή.