Ελένη Κονδύλη: Η πορεία μιας αραβολόγου από το Βέλγιο στην Ελλάδα

Ι.Δ.

[00:00:00]Είμαι ο Γιάννης Διαμαντάκος για το Istorima, είναι 25 Απριλίου 2023, ημέρα Τρίτη και βρισκόμαστε με την κυρία Ελένη Κονδύλη στο εντευκτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών και θα μας μιλήσει για τη ζωή της, τα βιώματά της και την πορεία της. Καλημέρα σας.

Ε.Κ.

Καλημέρα και από μένα και ευχαριστώ τον κύριο Διαμαντάκο και τον φίλο μου κύριο Παπαλεξανδρόπουλο, γιατί νομίζω ότι έτσι γνώρισα τον κύριο Διαμαντάκο, αυτήν τη στιγμή. Πρώτη φορά τον βλέπω. Το όνομά μου το μάθατε, Ελένη Κονδύλη. Η ζωή μου όλη, όπως λέει και το τραγούδι, αραβολογία, τελεία και παύλα. Και σκεφτόμουνα λοιπόν τώρα τι πρόκειται να του πω, τι θέλει αυτός, και τον ρώτησα τρεις λέξεις, γιατί μπορώ να μιλήσω για τη ζωή μου είτε μιλώντας με το θέμα ευγνωμοσύνη, γιατί χρωστάω πάρα πολλά σε πάρα πολύ κόσμο, είτε με την επιμονή, είτε με την αλήθεια, αυτές τις τρεις λέξεις του είπα και ο κύριος Διαμαντάκος διάλεξε την επιμονή μου, μας πέφτει κουτί. Λοιπόν, θα σας μεταφέρω εξαιτίας της επιμονής, που είναι επιλογή του κυρίου που έχω εδώ απέναντί μου, θα σας μεταφέρω στο 1971, όταν ήμουνα στην Α’ λυκείου. Οι γονείς μου για κάποιο λόγο με πήρανε, συγκεκριμένα η μητέρα μου και ο αδερφός μου που ήταν μεγαλύτερος, και βρέθηκα στο Βέλγιο. Άρα έπρεπε ξαφνικά να βρεθώ σ’ ένα περιβάλλον σχολικό εκεί. Ήξερα κάποια Γαλλικά αλλά όταν πήγα να γραφτώ στο σχολείο είπαν στη μητέρα μου, που δεν ήξερε Γαλλικά και της τα μετέφραζα εγώ, ότι: «Θα τη βάλουμε όμως σε μια τάξη λιγότερο την Hélène, γιατί τα Γαλλικά της είναι ανύπαρκτα. Και εφόσον είναι ανύπαρκτα δεν θα μπορεί να πάει καλά άρα θα την βάλουμε μία τάξη λιγότερο να μάθει Γαλλικά και μετά να τη βάλουμε στην τάξη της». Εγώ αυτό που με είχαν πάρει και με είχαν ξεριζώσει από το σχολειάκι μου το ωραίο, απ’ τις φίλες μου και λοιπά, και είχα βρεθεί εκεί, έτσι να φάω και μια ήττα με το που έφτανα; Το θεώρησα πολύ βαρύ, επαναστάτησα. Όμως στο σχολείο ήταν ανένδοτοι και εγώ όμως ήμουν ανένδοτη. Στα 16 μου λοιπόν τότε, ούτε καλά καλά 16, πήρα τη μαμά μου από τη Louvain όπου μέναμε, πήραμε το τραίνο, πήγαμε στις Βρυξέλλες και στις Βρυξέλλες άρχισα να ρωτάω πού είναι το Υπουργείο Παιδείας, θέλω να δω τον υπουργό. Φτάσαμε. Το Υπουργείο Παιδείας ήταν, μου είπανε, Gare de Luxembourg, σταθμός Λουξεμβούργου και εγώ με το φτωχό μου το μυαλό: «Δηλαδή το Υπουργείο Παιδείας του Βελγίου βρίσκεται σε άλλη χώρα;». Πολύ περίεργο, αλλά δεν πειράζει, θα πάμε. Το Υπουργείο Παιδείας ήταν στο Gare de Luxembourg, που ήτανε βέβαια στο κέντρο των Βρυξελλών. Πάμε εκεί, άρχισα να αφηγούμαι στον, φαντάζομαι, στον θυρωρό, στον πρώτο τυχόντα μέσα, στον δεύτερο, στον τρίτο, ότι τα Γαλλικά μου δεν είναι καλά, αλλά δεν θα μάθω περισσότερα Γαλλικά στην Α’ λυκείου από ό,τι στη Β’ λυκείου ή στην Γ’ γυμνασίου. Τα ίδια θα μάθω. Ας με αφήσουν λοιπόν να μπω στην τάξη που πρέπει και αν δεν τα καταφέρω τότε και Γαλλικά θα έχω μάθει και όντως θα έχει γίνει αυτό που θέλουν αυτοί. Αν όμως τα καταφέρω; Γιατί να χάσω μια χρονιά έτσι; Αφού το είπα αυτό το παραμύθι σε πεντακόσιους, ξαφνικά, φαντάζομαι όχι ο υπουργός βέβαια, βρέθηκε ένας πολύ έτσι σοβαρός κύριος, μου έσφιξε το χέρι και μου έδωσε ένα καρτελάκι που έλεγε: «Επιτρέπεται –με άλφα γιώτα ας πούμε– στην δεσποινίδα Κονδύλη να επιλέξει την τάξη που θέλει». Όταν πήγα λοιπόν στο σχολείο με αυτό το χαρτάκι, κάνανε μούτρα εκεί η διεύθυνση αλλά μου είπανε: «Και σε ποια τάξη θες να μπεις;». «Σ’ αυτήν που πρέπει», τους είπα και μπήκα κανονικά στο σχολείο και ήταν μια μεγάλη νίκη για μένα. Και μετά σκέφτηκα: «Καλά τα κατάφερα εδώ». Ζούσα στη Louvain, ο αδερφός μου σπούδαζε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Louvain, που ήταν περίφημο πανεπιστήμιο. Σκέφτηκα λοιπόν αφού είναι τόσο εύκολα τα πράγματα για μένα, ό,τι θέλω το έχω, γιατί να μην πάω και στο πανεπιστήμιο από τώρα; Και μια και δυο, χωρίς να το ξέρει κανένας από το σπίτι μου, ούτε ο αδερφός μου, ούτε η μητέρα μου, πήγα και βρήκα τον υπεύθυνο των ξένων φοιτητών και του είπα: «Κοιτάχτε, εμείς προερχόμαστε από μια φτωχή οικογένεια, ο αδερφός μου σπουδάζει ιατρική, εγώ είμαι στο σχολείο του πανεπιστημίου –γιατί μπήκα στο πειραματικό του πανεπιστημίου της Louvain– και δεν έχουμε λεφτά για να αγοράζουμε βιβλία. Αν όμως εσείς με κάνετε φοιτήτρια από τώρα, εγώ θα είμαι στη βιβλιοθήκη και θα έχω ό,τι βιβλία θέλω και θα έχω και φθηνά εισιτήρια για να γυρνάω στην πατρίδα μου». Δηλαδή κάτι επιχειρήματα πολύ επιστημονικά, όπως καταλαβαίνετε, φουλ. Αλλά ο κύριος αυτός, αφού με κοίταξε λίγο περίεργα, μετά προφανώς σκέφτηκε: «Γιατί όχι;». Και να σου λοιπόν βρέθηκα γραμμένη στο πανεπιστήμιο στα δεκάξι μου. Και έτσι όλη μου τη μέρα πήγαινα στο σχολείο, μόλις όμως τέλειωνε το σχολείο στις 16:00, γύρναγα στο σπίτι, μέχρι τις 17:00 έτρωγα το φαγητό μου και 17:15 ήμουν στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Louvain. Και αυτό από κει και πέρα άρχισα πραγματικά μια επαφή με πράγματα τα οποία δεν μου περνάγανε ποτέ από το μυαλό, δεν τα ήξερα και δεν έψαχνα αυτά συγκεκριμένα. Άλλωστε σκεφτείτε ότι στην ουσία ήμουν ένα παιδί, ποιες δραστηριότητες μπορεί να έχει ένα παιδί, μέσα στα γνωσιακά θέματα; Αυτά που ακούει από το σχολείο. Άντε ναι, να ψάχνω λίγο τον Όμηρο γιατί ήμουνα σε κλασικό τμήμα, αλλά άρχισα να ψάχνω ό,τι νά ‘ναι, ό,τι νά ‘ναι, ό,τι μου έπεφτε στο χέρι. Ακόμη και ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να ήταν ωραίο, να ερχόταν σε επαφή με εμένα, γιατί απλώς ήταν ωραίο, όχι γιατί έψαχνα κάτι. Έτσι λοιπόν άρχισα να ενδιαφέρομαι γενικά για το βιβλίο. Και τα ωραία βιβλία είναι τα βιβλία που είναι 17ος , 18ος αιώνας που τα ανοίγεις και βέβαια το τυπογραφείο τους είναι διαφορετικό από το σημερινό. Και άρχισα να έχω επαφή με κάτι Γαλλικά, τα οποία όχι μόνο δεν ήταν τα Γαλλικά τα σημερινά, αλλά και που μετά όταν πήγα και έκανα γαλλική φιλολογία, οι συμφοιτητές μου οι γαλλόφωνοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν αυτά τα βιβλία, γιατί δεν καταλάβαιναν ακριβώς τα γράμματα. Εγώ όμως είχα αυτήν την εμπειρία, γιατί τα είχα ψάξει από μόνη μου από μικρότερη. Και έτσι χάρη σ’ αυτήν, του τύπου την επιμονή, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο, ο οποίος δεν μου έλεγε προς τα πού θα κατευθυνθώ, αλλά ήταν ανοιχτός. Και γιατί ήταν ανοιχτός αυτός ο κόσμος; Γιατί σκεφτείτε ένα παιδί που δεν ξέρει καλά μια γλώσσα και που ξαφνικά το παίρνουν απ’ το περιβάλλον του και το πετάνε μέσα σε ένα άλλο περιβάλλον, το οποίο του είναι άγνωστο. Και στο σχολείο βέβαια δεν μπορούσα να κάνω παρέα με τα άλλα παιδάκια, γιατί αυτά μιλάγανε στο διάλειμμα και εγώ καταλάβαινα αλλά αντ’ άλλων. Άρα είχα μια μοναξιά και αυτή η επιμονή μου έδινε μια διέξοδο πέραν της μοναξιάς να βρω κάτι άλλο που να με ενδιέφερε. Και πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη, άρχισα να βλέπω από δω και από κει και διάφορες διαλέξεις που γινόντουσαν. Ό,τι έβλεπα εγώ που λίγο να με ενδιέφερε, λίγο να μου κέντριζε το ενδιαφέρον, από κοντά. Και έτσι, παραδείγματος χάριν, όταν ήμουνα προτελευταία τάξη του λυκείου, παρακολούθησα ένα διμηνιαίο συνέδριο φιλοσοφίας, με τον Levinas. Εγώ τότε δεν ήξερα τι σπουδαίος ήταν ο Levinas, όμως ήμουνα εκεί σε οχτώ διαλέξεις του Levinas. Από αυτά οπωσδήποτε κάτι άρχισα να παίρνω πάνω μου. Και μετά αποφάσισα να κάνω ως σπουδές, τις βασικές σπουδές που ήθελα από πάντα. Τι ήθελα από πάντα; Ήθελα όταν ανοίγω ένα βιβλίο, γιατί εδώ που τα λέμε τα βιβλία ήταν από μικρή ήτανε το όνειρό μου και γιατί; Γιατί όταν ήμουνα πέντε χρόνων είχα ακούσει τη μάνα μου που έλεγε σε μια διπλανή της: «Διαβάζει την ψυχή του σαν ανοιχτό βιβλίο σου λέω». Μου είχε κάνει πολύ εντύπωση αυτή η κουβέντα και σκέφτηκα, λοιπόν, ότι το ανοιχτό βιβλίο είναι το μέτρο κατανόησης, τελείωσε. Άρα ένα ανοιχτό βιβλίο πρέπει να το καταλαβαίνεις, άρα ανάλυση κειμένου, άρα έκανα λοιπόν φιλολογία, τη φιλολογία της μητρικής γλώσσας των υπολοίπων που σιγά σιγά έγινε και δική μου θα λέγαμε σχεδόν μητρική γλώσσα. Και έτσι βρέθηκα στη γαλλική φιλολογία. Εκεί, η γλώσσα την οποία δεν μπορείς να καταλάβεις αρκετά, είναι το ancien français, αυτό που το μετέφραζα εγώ τότε ηλιθιωδώς, αρχαία Γαλλικά, δηλαδή τα Ρωμανικά, δηλαδή αυτά που προήλθανε από τα Λατινικά και μετά, γύρω στο 10ο αιώνα πες. Εντάξει, τα ξέρω καλά αυτά, αλλά ας πούμε το 10ο αιώνα ότι εκεί αρχίζουν να υπάρχουν. Άρχισα λοιπόν να ασχολούμαι με αυτήν τη γλώσσα, να προσπαθώ να καταλάβω πολύ καλά, είχαμε μαθήματα βέβαια πολλά και διάφορα και ειδικεύτηκα κατά έναν τρόπο σε αυτά. Και τότε βέβαια προέκυψε και ένα δεύτερο θέμα, ότι ήδη από πιο μικρή, από τα φοιτητικά μου χρόνια, είχα κάποιες επαφές με καθηγητές πανεπιστημίου, γιατί όργωνα το πανεπιστήμιο εντελώς. Και σκέφτηκα λοιπόν να πάω στα μαθήματα του Mossay, τον οποίο Mossay είχα γνωρίσει, και ο όποιος ήταν βυζαντινολόγος. Γιατί όσο νά ‘ναι και η πατρίδα μου, η ταυτότητά μου ήταν η Ελλάδα. Μεσαίωνας λοιπόν γαλλικός, για να δούμε τον ελληνικό μεσαίωνα και πήγα εκεί. [00:10:00]Άνοιξα την πόρτα, πήγα λίγο αργά, και μπαίνοντας μέσα στο μάθημα που είχε αρχίσει ο Mossay, ακούω τον Mossay να λέει: «Ειρήνη, το γλυκύ πράγμα και όνομα». Και εγώ έμεινα άναυδη από αυτήν την κουβέντα. Φαντάζομαι και εσείς ή θέλω να πιστεύω, σας το επιβάλλω να μείνετε άναυδοι σε μια τέτοια βαθιά, ωραία κουβέντα: «Ειρήνη, το γλυκύ πράγμα και όνομα». Ήταν η αρχή ενός λόγου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Ερωτεύτηκα λοιπόν όλα αυτά εκεί και σκέφτηκα ότι θα ασχοληθώ μ’ αυτά. Δεν είχα ακόμη τελειώσει τις σπουδές γαλλικής φιλολογίας και πήρα σαν μάθημα επιλογής, βυζαντινή λογοτεχνία. Μου έτυχε αυτός ο καταπληκτικός κλήρος. Και σιγά σιγά συνδέθηκα με τον Mossay και σκεφτόμουνα, όταν τελείωνα τη γαλλική φιλολογία, ότι θα έκανα το διδακτορικό μου, μαζί με τον Mossay, στα βυζαντινά. Και τον ρώτησα: «Πού να κάνω μεταπτυχιακό;». Μου λέει: «Κοιτάχτε -μου λέει- δεσποινίς, το καλύτερο μεταπτυχιακό μας εδώ είναι το Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών, Institut Orientaliste». Με τον εγωισμό τώρα της ηλικίας μου, του λέω με αποφασιστικότητα: «Αυτό θα κάνω». Αφού κοίταξα λίγο το πρόγραμμα, είδα ότι χρειαζόντουσαν δύο βασικές μεσαιωνικές γλώσσες, η μία θα ήταν τα βυζαντινά τα ελληνικά, και το άλλο, αφού εγώ ήξερα ancien français, είχα πάρει τα βυζαντινά, ήθελα να πάρω σλάβικα, γιατί έτσι ήμουνα μέσα στην Ευρώπη. Του λέω, λοιπόν: «Θα πάρω σλαβικά». «Όχι -μου λέει- να μην πάρετε σλάβικα». «Όχι», του λέω, «σλάβικα θα πάρω». «Όχι, να πάρετε αραβικά». «Δεν θέλω αραβικά γιατί δεν με ενδιαφέρουν», του λέω. «Όχι, να πάρετε αραβικά». Μπα σε καλό μας, εγώ ήμουνα πεπεισμένη ότι δεν θα τα έπαιρνα, γιατί τίποτα δεν μου έλεγε. Αλλά είχε συμβεί εντωμεταξύ και κάτι άλλο. Και αυτό μας φέρνει λίγο και στην ευγνωμοσύνη, για την οποία θα μιλήσω. Είχα γνωρίσει στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Louvain και στην ορθόδοξη εκκλησία που πηγαίναμε τις Κυριακές στις Βρυξέλλες, έναν τύπο που καθότανε στο στασίδι των ψαλτών και που ήταν και στη βιβλιοθήκη της Louvain κάθε μέρα. Και σκεφτόμουνα ότι θα ήταν κάνας Έλληνας αυτός και πήγα και του μίλησα. Τελικά δεν ήταν Έλληνας, ήτανε ο αείμνηστος Harry Husmann, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Göttingen, μουσικολογίας, ο οποίος ερχόταν στο πανεπιστήμιο της Louvain γιατί το πανεπιστήμιο της Louvain είχε φωτό από τα σιναϊτικά χειρόγραφα. Και αυτός, όπως ασχολείτο με συριακά, με βυζαντινά και λοιπά, ερχόταν να μελετήσει αυτό και ερχόταν επίσης να παρακολουθήσει με ποιο τρόπο η βυζαντινή μουσική έχει αλλάξει τώρα και έτσι ερχόταν και στην ορθόδοξη εκκλησία. Του απηύθυνα το λόγο, βρήκε και αυτός προφανώς ότι του έκανε εντύπωση τώρα τι έψαχνα εγώ και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Και αυτός έγινε ο μέντοράς μου. Τι μαθήματα; Τον γνώρισα όταν ήμουν στο τρίτο έτος των προπτυχιακών σπουδών μου. Με ρώταγε κάθε φορά: «Hélène, τι μαθήματα έχεις φέτος;». «Τάδε, τάδε, τάδε», του έλεγα. Την άλλη εβδομάδα, όταν γύρναγε από τη διδασκαλία στο δικό του πανεπιστήμιο, ερχότανε με τσάντες, οι οποίες ήταν όλη η βιβλιογραφία του μαθήματος ήταν δώρο για μένα. Δηλαδή του χρωστάω πάρα πολλά. Και αυτός ο άνθρωπος λοιπόν σε κάποια φάση μου είπε: «Hélène, ξέρω ότι εσύ δεν ασχολείσαι μ’ αυτά, αλλά θέλω να σου δώσω ένα βιβλίο που είναι από τη βιβλιοθήκη μου να το έχεις». Λέω: «Κύριε καθηγητά, μα τι λέτε; Τιμή μου, σας ευχαριστώ πολύ». Και μου δίνει, λοιπόν, του Fleisch, τον πρώτο τόμο της αραβικής φιλολογίας. Άρα νομίζω ότι αυτός είχε ήδη κάτι στο μυαλό του και είχε κουβεντιάσει και με τον Mossay, ο οποίος επέμενε για τα αραβικά. Και ο Mossay πάλι μου έλεγε ότι η τάδε καθηγήτρια, που είναι και καθηγήτρια αραβικής φιλοσοφίας, θα ενδιαφερθεί και δεν ξέρω τι. Και όταν, τέλος πάντων, αποφασισμένη ότι δεν θα κάνω αραβικά, γύρισα στην Ελλάδα να κάνω διακοπές πριν το μεταπτυχιακό μου, μου στέλνει ένα γράμμα ο Mossay και μου λέει: «Πάντως να ξέρετε ότι αν κάνετε αραβικά, μια μέρα η πατρίδα σας, θα σας ευγνωμονεί». Τώρα και εγώ στα 21, 22 σχεδόν θαμπώθηκα απ’ αυτό που μου είπε. Κατάλαβε ο Mossay ότι μάλλον κέρδισε και όταν πήγα τον Σεπτέμβρη, μου λέει: «Θα πάτε στο μάθημα των αραβικών μια φορά, μια φορά μόνο, και άμα δεν θέλετε, εγώ δεν θα σας ξαναμιλήσω γι’ αυτό». Και πήγα λοιπόν στο μάθημα της Simone van Riet και όταν είδα τη δομή της γλώσσας, την απίστευτη δομή της γλώσσας, πώς είναι η μουσική που αν δεν έχει δομή ή αν φύγεις από τη δομή τα αυτιά σου κάτι παθαίνουν, η δομή της γλώσσας ήταν κάτι το απόλυτο, κάτι το φανταστικό, κάτι το εξαιρετικό και είπα τελείωσε, εδώ θα μείνω, δεν ξαναμιλάω σε κανέναν. Ούτε στον Mossay είπα ότι θα μείνω εδώ, αλλά ήμουνα πια πεπεισμένη ότι ούτε στα βυζαντινά, ότι ο δρόμος μου ήταν εδώ. Και αποφάσισα ότι αν πάρω 19 στο 20 –εκεί πέρα στο πανεπιστήμιο το 20 ήταν το άριστα– αν πάρω 19 στο 20 στα αραβικά θα είναι για μένα κακός βαθμός, τελεία και παύλα. Και δόθηκα τελείως στα αραβικά. Και όταν τέλειωσα το Institut Orientaliste, τελείωσα 4 Φεβρουαρίου του ‘80, 5 Φεβρουαρίου του ‘80 προσλήφθηκα ως βοηθός στο Κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας που διηύθυνε η αείμνηστη Simone van Riet, αυτή η καθηγήτρια που όταν πήγα τρελάθηκα. Από κει, έτσι λοιπόν, έφτασα στην αραβολογία. Εντωμεταξύ, επειδή σας μίλησα και πριν για μοναξιά, η μοναξιά είναι ότι όταν είσαι μόνος σου πρέπει να δεις πού θα σταθείς. Οι συμμαθητές μου είναι σ’ ένα καθολικό σχολείο και το πανεπιστήμιο που τέλειωσα καθολικό ήταν. Εγώ ήξερα από τη μαμά μου ότι είμαι ορθόδοξη, τι στο καλό ήμουνα εκεί πέρα; Και πάλι σαν τη μύγα μες στο γάλα ήτανε. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να σταθώ. Ή με τη δική μου ταυτότητα ή με την ταυτότητα των άλλων. Έτσι λοιπόν, έπρεπε ή να αφομοιωθώ ή να δείξω στους άλλους ότι σέβομαι αυτό που κάνουνε αλλά και εγώ είμαι μια άλλη. Γι’ αυτό λοιπόν και το διδακτορικό μου ήθελα να γίνει πάνω στους αρνησίθρησκους, αυτούς οι οποίοι από Χριστιανοί γίνονται Μουσουλμάνοι ή από Μουσουλμάνοι γίνονται Χριστιανοί, γιατί ήμουνα πεπεισμένη ότι ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει την κουλτούρα του και άρα ο εξισλαμισμένος Χριστιανός θα γράφει διαφορετικά για το Ισλάμ απ’ ό,τι ο εκ γενετής μουσουλμάνος και τανάπαλιν. Είπα λοιπόν ότι αυτό ήθελα και μου απήντησε και ο Mossay και η van Riet, ότι: «Αν θέλεις ένα τέτοιο θέμα να ξέρεις ότι υποτροφίες –μιλάγαν στον πληθυντικό τότε, αλλά εγώ τώρα τα απλοποιώ– ότι υποτροφία δεν θα υπάρχει για σένα πουθενά και ότι κάθε πόρτα θα είναι κλειστή, γιατί ήταν πολύ νωρίς προφανώς για τέτοια θέματα». Και τότε η αείμνηστη van Riet, μου λέει: «Ξέρεις -μου λέει- Hélène, υπάρχει ένα κείμενο, ελληνικό, βυζαντινό, το οποίο λένε ότι είναι μετάφραση από τα αραβικά, αλλά δεν μυρίζει αραβικά καθόλου, γιατί ξέρεις -μου λέει- τα κείμενα μυρίζουν από πού προέρχονται, αυτό δεν μυρίζει τίποτα. Θα ήθελες να κάνεις το διδακτορικό σου πάνω σε αυτό;». Μου φάνηκε καλή ιδέα, ότι έμοιαζε κάπως με αυτά που έλεγε. Και όντως λοιπόν πήρα το κείμενο αυτό, το οποίο ήταν ο Στεφανίτης και Ιχνηλάτης και άρχισα να το διαβάζω. Είδα ότι στην Ελλάδα ο –θεός σχωρέστον– αείμνηστος Θεοφάνης Παπαδημητρίου, καθηγητής κλασσικής φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, είχε κάνει το διδακτορικό του στην Αμερική για τα ελληνικά χειρόγραφα –αυτός δεν ήξερε αραβικά– για τα ελληνικά χειρόγραφα του Στεφανίτη. Πήρα κι αυτό το βιβλίο και λέω τότε στην van Riet: «Εφόσον λέτε εσείς έτσι, πρέπει να το συγκρίνουμε λέξη προς λέξη με το αραβικό». Μου λέει: «Τι λέτε τώρα, δεν γίνονται αυτά. Δεν γίνονται γιατί το αραβικό, το ελληνικό γράφτηκε, μεταφράστηκε το 1080. Το αραβικό γράφτηκε το 750 περίπου και τα χειρόγραφα τα αραβικά, τα πιο παλιά που έχουμε, είναι του 13ου αιώνα, 1200 και, επομένως και δεν υπάρχει κριτική έκδοση του αραβικού κειμένου, άρα δεν μπορεί να γίνει αυτό που λέτε». Εμένα μου φαινόταν περίεργο ότι μου έλεγε έτσι, ακολουθούσα όμως τις συμβουλές της, έκανα ό,τι έκανα. Συγχρόνως όμως, επειδή δούλευα και ως βοηθός της στο Κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας, είχα εκεί ως ασχολία το λεξιλόγιο του Ίμπν Σίνα, του Αβικέννα, λατινικά και αραβικά, γιατί ο Αβικέννας μεταφράστηκε στα λατινικά πολύ γρήγορα και η van Riet είχε συνάψει συμφωνία με το CTÉDoc, όπως το λέγαμε τότε, δηλαδή Centre de traitement électronique des documents, όπου ήταν τότε βέβαια πάρα πολύ καινούργια αυτά. Περνάγαμε το αραβικό και το λατινικό κείμενο στους υπολογιστές για να αποκτήσουμε το λεξιλόγιο του έργου, του μεγάλου αυτού Άραβα φιλοσόφου. Εγώ λοιπόν ήμουνα η πιο νέα που είχε στο γραφείο της, άρα ήμουν το παιδί για τα χαστούκια, το έλεγα έτσι αυτό και μου άρεσε πάρα πολύ αυτό, διότι έπρεπε εγώ να μεταφέρω τα desiderata, τι ήθελε ακριβώς η ομάδα της van Riet, στους πληροφορικάριους και οι πληροφορικάριοι να κάνουν αυτά που ήθελε η van Riet. [00:20:00]Όμως οι πληροφορικάριοι βλέπανε τους φιλολόγους σαν κάτι κουνούπια, τα οποία δεν ξέραν τίποτα και πάντα σε κοιτάζανε με μια ειρωνεία απίστευτη και σου λέγανε ότι αυτά που τους λες είναι αηδίες. Εγώ λοιπόν έπρεπε να κάνω αυτά και να μεταφράσω τις αηδίες τις λεγόμενες, που δεν ήταν αηδίες, της van Riet σ’ ένα λεξιλόγιο που να μπορεί να είναι εντάξει με τους πληροφορικάριους. Κάπως, περίπου, τα είχα καταφέρει. Έκανα λοιπόν εκεί τη δουλίτσα μου, έβαζα λατινικά και αραβικά στον υπολογιστή και λέω: «Ρε παιδί μου, αφού τέλειωσα τώρα τη δουλειά της van Riet και δεν κάθομαι να κάνω το ίδιο και για το κείμενό μου; Χωρίς λοιπόν να έχω πάρει άδεια από κανέναν, καθόμουνα, αντί να κάτσω ξέρω γω πέντε ώρες καθόμουνα εννιά ώρες στους υπολογιστές, και έβαλα το ελληνικό κείμενο του Στεφανίτη όλο μέσα στον υπολογιστή. Έκανα όπως το λέγαμε εκείνην την εποχή, το λεγόμενο «λουκάνικο». Τι ήταν το λουκάνικο; Ήταν όλο το κείμενο γραμμένο, σε κάθε γραμμή μόνο μια λέξη, οπότε δίπλα σ’ αυτό έπρεπε να κάνεις τη λημματοποίηση, την οποία την έκανα και για πρώτη φορά στα ελληνικά εκεί. Και εγώ πήρα αυτό το κείμενο και έψαξα και βρήκα, ποιες εκδόσεις έχουμε από το αραβικό; Δεν είχαμε καμία κριτική έκδοση, όμως βρήκα τέσσερις εκδόσεις που εμένα μου φάνηκαν καλές. Πήρα λοιπόν το ελληνικό κείμενο και δίπλα σ’ αυτό, στο λεγόμενο «λουκάνικο» όπως σας είπα, μια λέξη δηλαδή σε μια γραμμή, έβαζα δίπλα ποια ήταν η αντιστοιχία στην πρώτη έκδοση την αραβική, στη δεύτερη, στην τρίτη, στην τέταρτη. Ωραία. Στις πιο καλές περιπτώσεις παντού είχες την ίδια λέξη. Αλλού είχες κάποια λέξη διαφορετική, διάλεγες ποιο θα ήταν το καλύτερο. Υπήρχαν και φορές όμως που για κάποιο, για κάποια παράγραφο, για κάποια πρόταση δεν υπήρχε καμία αναφορά σε κανένα αραβικό, άρα εδώ τι γινόταν; Το είχε βγάλει από την κοιλιά του ο Συμεών Σηθ, ο Έλληνας μεταφραστής του 11ου αιώνα; Ή απλώς δεν είχαμε το σωστό αραβικό; Πώς θα το βρω κι αυτό; Οπότε έμαθα σιγά σιγά το αραβικό κείμενο. Όχι σιγά σιγά, το έμαθα αρκετά γρήγορα δηλαδή, αλλά το αραβικό κείμενο, το οποία ήτανε το αριστούργημα, το πρώτο αριστούργημα σε αραβική γλώσσα, ήταν ινδικής καταγωγής. Και είχε πρωτομεταφραστεί στα Συριακά. Θα πάρω λοιπόν τα Συριακά να δω τι λέει. Συριακά δεν ήξερα, υπήρχαν όμως κάτι γερμανικές μεταφράσεις, οπότε έψαχνα και αν τυχόν έβρισκα, εκεί που δεν υπήρχε τίποτε αντίστοιχο στο αραβικό κείμενο, αλλά υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ του ελληνικού κειμένου που ήταν η μετάφραση απ’ το αραβικό, όπου δεν βρισκόταν τίποτα, και του συριακού κειμένου που ήταν αρχαιότερο από το αραβικό, αυτό τι σήμαινε; Σήμαινε πολύ απλά ότι το πρότερο αραβικό κείμενο, το οποίο δεν είχαμε εμείς στη διάθεσή μας, περιείχε και αυτήν τη λεπτομέρεια. Γιατί ο Συμεών Σηθ δεν πήγαινε στο αραβικό κείμενο και μετά το άφηνε και πήγαινε στο συριακό για να βρει την πληροφορία που ήθελε. Αυτά είναι κατανοητά έτσι όπως τα λέω;

Ι.Δ.

Ναι, ναι, ναι. Από μένα σίγουρα.

Ε.Κ.

Ωραία, ωραία. Και έτσι λοιπόν μπορούσα να αποδείξω ότι το ελληνικό κείμενο ήταν πολύτιμο και για την θεώρηση και την κριτική έκδοση του αραβικού κειμένου. Και όπου και στο συριακό δεν έβρισκα άκρη, άρχισα να ψαρεύω από την άλλη μεριά. Εφόσον ο αραβικός κόσμος ήτανε δίπλα στη βυζαντινή επικράτεια, αλλά είχε καταλάβει και ολόκληρη σχεδόν τη Μεσόγειο, γιατί κυρίως είχε καταλάβει την Ανδαλουσία από τον 8ο αιώνα και άρα και εκεί υπήρχαν αραβικά, πήρα και στα καστιγιάνικα, που ήτανε του 13ου αιώνα, μια μετάφραση του Kalīla wa-Dimna, και κοίταζα δηλαδή τη σχέση που είχε το ελληνικό κείμενο με το αραβικό μέσα απ’ όλα αυτά. Η van Riet αυτά δεν τα ήξερε. Σε κάποια φάση, μου λέει: «Hélène -μου λέει- νομίζω ότι είχατε δίκιο, ότι δεν γίνεται να δουλέψουμε αυτό το κείμενο χωρίς να έχουμε κάνει σύγκριση λέξη προς λέξη». «Το έχω κάνει», της λέω. «Τι;», λέει, «Πώς;», όταν της είπα. Από κει και πέρα λέω στους φοιτητές μου ότι να ξέρουνε πάντα ότι όταν αρχίζουν ένα διδακτορικό πρέπει αυτοί να ψάχνουν αυτό που δεν ξέρει ο μέντοράς τους. Αυτό είναι ένα διδακτορικό. Τέλος πάντων, τελείωσε αυτό το διδακτορικό, τελείωσε με πολλή δυσκολία, γιατί έτσι όπως έψαχνα από το ένα στο άλλο, εννιά χρόνια μου κράτησε. Δόξα τω Θεώ όμως, πήγε καλά. Και όταν τελείωσα και το διδακτορικό μου, το ‘89, ήμουν ήδη παντρεμένη, είχα ήδη ένα παιδάκι, αποφάσισα να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Γυρίσαμε στην Ελλάδα. Έτυχε να προκηρύσσεται μία θέση στα βυζαντινά που είχε μια κάποια σχέση με τα αραβικά, υπέβαλα εκεί. Τα πράγματα πήγανε όσο καταστροφικά μπορεί να σκεφτεί κάποιος για μια Ελένη που είχε φύγει στα 16 της, που είχε γυρίσει στα 35, από μεγάλη νοσταλγία για την πατρίδα της και που στην πατρίδα της, της είχανε δώσει ένα «ξουτ», τι να κάνουμε; Και, εντωμεταξύ, στο Βέλγιο είχα δουλέψει, εκτός από το πανεπιστήμιο της Louvain που δούλευα στο κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας, είχα δουλέψει και στο Κέντρο Ερευνών. Ήμουν η πρώτη Ελληνίδα που είχανε πάρει εκεί. Είχα δηλαδή ένα κάποιο βιογραφικό, αλλά ήμουνα του πεταματού. Και μετά από αυτό προσπαθούσα να είμαι καθηγήτρια γαλλικών σε διάφορα ιδιωτικά σχολεία, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, γιατί έπρεπε και να ζήσω. Και είμαι έγκυος στο τρίτο μας παιδί. Και με παίρνει τηλέφωνο ο αείμνηστος Λίνος Μπενάκης, που και αυτόν τον χάσαμε πολύ πρόσφατα, και μου λέει: «Κυρία Κονδύλη, προκηρύχτηκε αραβολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών». Του λέω εγώ: «Κύριε Μπενάκη, ξέρετε που παίρνετε τηλέφωνο;». «Στο μαιευτήριο», μου λέει. Του λέω: «Ναι». «Και εγώ το Πανεπιστήμιο Αθηνών –γιατί εκεί μου είχε τύχει η πρώτη ατυχία– το ξέρω και δεν είναι για μένα. Και τώρα προσπαθώ να ζήσω την οικογένειά μου γιατί έχουμε τρία παιδιά και με ένα μισθό δεν βγαίνουμε». «Και τι λέτε;», μου λέει –με εμψύχωσε πάρα πολύ. «Και δεκαπέντε χρόνια έρευνας θα τα αφήσετε έτσι να πάνε χαμένα, μα τι λέτε;». Και υπέβαλα υποψηφιότητα και άνοιξε η ζωή μου χάρη σ’ εκείνο το τηλέφωνο, το οποίο έγινε όταν γεννήθηκε ο Σεραφειμάκος μου, το τρίτο μας παιδί, που τώρα μας έχει αφήσει, πέθανε στα 23 του, λίγο πριν πάρω σύνταξη εγώ, που πήρα σύνταξη τώρα, ο Σεραφειμάκος μας έφυγε. Αυτός ίσως, μαζί με τον Μπενάκη, μου χαρίσανε την αραβολογία εδώ στην Αθήνα. Οπότε έπρεπε να δω και εδώ, όταν άρχισα, προερχόμουν από ένα πανεπιστήμιο που οι ανατολικές σπουδές και τα αραβικά ήταν από το 1600, και πιο νωρίς 1570 κάπου εκεί είχαν αρχίσει τα αραβικά στη Louvain, τα μαθήματα ήταν δομημένα. Έρχομαι εδώ λοιπόν, τους λέω: «Τι μαθήματα θέλετε να σας κάνω;». «Ό,τι θες». «Ό,τι θέλω;». Έμεινα άναυδη. Πώς ό,τι θέλω; Ρωτάω και έναν συνάδελφο που έκανε κάτι παρόμοιο σ’ ένα άλλο πανεπιστήμιο της Ελλάδας, δεν ήταν δηλαδή μ’ αυτό το γνωστικό αντικείμενο, αλλά επειδή ήξερε αραβικά έκανε διάφορα, λέω: «Εσύ τι κάνεις;». Μου λέει –δεν θέλω να σας περιγράψω. Κάτι λεπτομέρειες για κάποια… Για την στρατιωτική ιστορία, την ναυτική, στρατιωτική ιστορία. Λέω εγώ με το μυαλό μου τώρα, αυτοί εδώ οι περισσότεροι θα βγούνε και θα πάνε στη μέση εκπαίδευση και τι θα τους συμφέρει αν έχουν μάθει πόσα κατάρτια είχε ένα καράβι αραβικό; Τίποτα, άρα τελεία και παύλα. Εγώ πρέπει να κάνω κάτι το οποίο θα το πάρουνε οι περισσότεροι και θα το χρησιμοποιήσουνε όπου δει μέσα στο διδακτικό τους έργο. Και κάποιοι από αυτούς θα μπορούνε να ενδιαφερθούν λίγο βαθύτερα, να κάνουν ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και να γυρίσουνε έτοιμοι για να κάνουνε ένα διδακτορικό και να γίνουν αραβολόγοι. Έτσι λοιπόν, αποφάσισα και έκανα μαθήματα. Το πρώτο μάθημα ήτανε «Εισαγωγή στον αραβικό πολιτισμό». Πήγε πολύ καλά αυτό το μάθημα. Οι φοιτητές γραφόντουσαν κάπου οχτακόσιοι, εννιακόσιοι. Βέβαια, γραφόντουσαν τόσες πολλές έτσι. Περνάνε τα χρόνια και όταν περνάν τα χρόνια κάποιος γίνεται πιο θρασύς και πιο επιεικής. Πολλές φορές στα μαθήματα επιλογής, διάφοροι καθηγητάδες σαν και του λόγου μου, λέγανε: «Για να έχω πολλούς φοιτητές, θα βάζω εγώ δεκάρια και θα μαζεύονται». Εγώ δεν ήμουν αυτό. Ήμουν από ένα πανεπιστήμιο που ήξερα ότι έπρεπε με πολλή δουλειά να κάνεις ό,τι πρέπει.

Ι.Δ.

Έγινε σοβαρή επιστημονική δουλειά δηλαδή.

Ε.Κ.

Ναι, και γι’ αυτό λοιπόν οι φοιτητές μου δεν παίρνανε δεκάρια. Τώρα είμαι πιο επιεικής, τότε δεν παίρνανε δεκάρια εύκολα. Αλλά είχανε καταλάβει ότι τους ενδιέφερε αυτό που κάνανε. Και, ναι, τον πρώτο καιρό είχα έτσι κάπου… [00:30:00]Δηλαδή από τότε μέχρι το 2003-04 είχα πάρα πολλούς, αμέτρητα πολλούς φοιτητές, εκ των οποίων μερικοί όντως καλλιεργηθήκανε. Θυμάμαι τρεις: τον Άγγελο τον Νταλαχάνη, ο οποίος ήταν φοιτητής του ιστορικού και ήρθε στα αραβικό, ο οποίος τώρα είναι κύριος ερευνητής στο CNRS στη Γαλλία για τον Ελληνισμό της Μέσης Ανατολής. Αυτός μέχρι σήμερα είναι στον αραβικό τομέα. Τον Θάνο τον Πετούρη, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής του γερμανικού κι ο οποίος, αφού ερχόταν και παρακολουθούσε τα μαθήματα, του έλεγα να κάνει και αραβική γλώσσα και μου έλεγε: «Όχι, όχι» και με έτσι μ’ έναν τρόπο. Και του έλεγα: «Τότε τι θες μαζί μου τόσο πολύ;». Και να όμως που αυτός έγινε ειδικός της Υεμένης. Και ξέρει πάρα πολύ καλά, όχι μόνο αραβικά, αλλά και τα αραβικά της Υεμένης και την ιστορία την προφορική της Υεμένης του 20ου αιώνα, δηλαδή δεν το συζητάμε. Και ένας άλλος, ο Γιώργος ο Λιακόπουλος, ο οποίος αυτός έκανε αραβικά, έμαθε αραβικά, ήτανε φίλος μαζί μου, φοιτητής και φίλος και τώρα, μέχρι τώρα είμαστε φίλοι, και είναι τώρα πια οθωμανολόγος. Και υπάρχουν και άλλοι που όντως ασχολήθηκαν μ’ αυτό. Το κυριότερο ήταν όμως οι πολλοί φοιτητές να φεύγουν απ’ τα μαθήματά μου και να ξέρουνε τι λειτουργεί στον κόσμο που ήταν δίπλα μας. Μετά από αυτά τα μαθήματα εισαγωγής στον αραβικό πολιτισμό, έκανα μαθήματα αραβικής λογοτεχνίας. Και μετά μου ζήτησαν και άλλα μαθήματα. Έκανα τη λεγόμενη γραμματολογία. Σκεφτόμουν ότι με τη λέξη αυτή εγώ θεωρώ ότι πρόκειται για τη σχέση που μπορεί να έχουνε τα γραπτά με οποιαδήποτε μορφή τέχνης και περιγραφής ενός κόσμου. Και έτσι στο μάθημα «Τα θέματα αραβικής γραμματολογίας», ασχολήθηκα με ό,τι θέλαν οι φοιτητές, άλλοτε με ερμηνεία του Κορανίου, άλλοτε με την αραβική καλλιγραφία, άλλοτε με τη σχέση Βυζαντίου-Δύσης και αραβικού κόσμου και όλα αυτά βέβαια με οδήγησαν στο να γράψω και κάποια σχετικά βιβλία. Τώρα που έχουνε περάσει τα χρόνια, με βρήκε ένας καθηγητής απ’ τη Σχολή Καλών Τεχνών, έκλεισε ραντεβού μαζί μου και μου είπε: «Ξέρετε, πέρασα ένα πολύ ωραίο καλοκαίρι μαζί σας». Του λέω: «Με μένα; Είστε σίγουρος;». «Ναι -μου λέει- με το βιβλίο σας για τον αραβικό πολιτισμό. Μπορείτε να έρθετε, να μας κάνετε κάποιες διαλέξεις;». «Ναι». Αυτές οι πρώτες διαλέξεις πληρώνονταν. Έκανα λοιπόν τρεις δίωρες διαλέξεις εκεί, παρακολούθησε όλο το καθηγητικό σώμα, τουλάχιστον πολλοί, έτσι απ’ ό,τι έβλεπα, της Καλών Τεχνών, και μετά μου ζήτησαν, αν θέλω, χωρίς χρήματα όμως, να διδάξω τέχνη. Και τους είπα: «Ναι, γιατί έχω το μισθό μου στο πανεπιστήμιο άρα οπωσδήποτε». Και έτσι για πέντε ή έξι χρόνια, δεν θυμάμαι καλά, δούλεψα, πήγαινα και στην Καλών Τεχνών και έκανα μαθήματα και πολλά παιδιά έτσι φαίνονταν να πήραν κάτι απ’ αυτά τα μαθήματα. Αυτό όμως για το οποίο είμαι πιο περήφανη από όλα, είναι ότι όταν εγώ έφυγα η Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας έκανε μια προκήρυξη και τώρα διδάσκει αυτό το αντικείμενο ένας ειδικός της τέχνης, η κυρία Μαρία Σάρδη. Και είμαι περήφανη γι’ αυτό, γιατί θεωρώ ότι ο αγώνας που έκανα, που εγώ δεν, ούτε οδηγώ ούτε τίποτα, έφευγα απ’ του Ζωγράφου και πήγαινα στην Πειραιώς για να κάνω μάθημα, να δώσω την ψυχή μου, γιατί αυτό που έκανα μου άρεσε. Και εκεί έπιασε αυτό. Δυστυχώς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου πήρα σύνταξη από πρώτης ενάτου του 2022, δηλαδή πριν από μερικούς μήνες, δεν έχει προκηρυχθεί αραβολογία αυτήν τη στιγμή. Ελπίζω και νομίζω ότι οι επιστημονικές επιταγές το διατάσσουν αυτό σήμερα. Δεν ξέρω όμως αν θα γίνει. Να σας πω και λίγα πράγματα ακόμη για τα βασικά μου βιβλία, αν έχω χρόνο. Έχω;

Ι.Δ.

Έχετε.

Ε.Κ.

Ωραία. Το πρώτο μου βιβλίο, μιλάμε τώρα για οτιδήποτε είναι στον αραβικό τομέα, γιατί έχω γράψει και μερικές μπουρδίτσες σε διάφορα άλλα πράγματα. Το πρώτο μου βιβλίο ήτανε η αναμόχλευση, ας πούμε, του τρίτομου διδακτορικού μου. Έγινε ένας τόμος 240 περίπου σελίδες, 260 κάπου εκεί, δεν θυμάμαι. Και το βιβλίο αυτό πήρε το βραβείο της Ακαδημίας του Βελγίου και εκδόθηκε από έναν πολύ σοβαρό εκδοτικό οίκο, ειδικευμένο στις ανατολικές γλώσσες, τις εκδόσεις Peeters, το 1997. Δηλαδή εγώ είχα γυρίσει στην Ελλάδα και αυτό γινόταν στο Βέλγιο. Στη συνέχεια, επειδή θεωρούσα ότι, ναι μεν δίδασκα αραβικό πολιτισμό, αλλά εγώ θεωρούμαι ότι είμαι φιλόλογος και μάλιστα ψωροφιλόλογος. Τι σημαίνει ψωροφιλόλογος; Πρώτον, ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται και αυτό είναι ενθουσιαστικό κομμάτι, γιατί όταν δεν ξέρεις τι σου γίνεται και το αποδέχεσαι, καταλαβαίνεις ότι πάντα πρέπει να ψάχνεις. Και όταν ψάχνεις, κάτι βρίσκεις και αυτό είναι το πιο ωραίο πράγμα, ενώ αν είσαι σίγουρος ότι τα ξέρεις όλα, είσαι πεθαμένος. Οπότε εγώ δεν είμαι πεθαμένη. Είμαι λοιπόν ψωροφιλόλογος, ξέρω λίγα πράγματα, αλλά η ψώρα είναι μια αρρώστια που κολλάει και νομίζω ότι κόλλησα και αρκετούς φοιτητές μου και γι’ αυτό είμαι ευχαριστημένη. Ως ψωροφιλόλογος, λοιπόν, το πρώτο μου βιβλίο εδώ στην Ελλάδα έπρεπε να είναι για την… Να είναι στον τομέα πιο πολύ των γραμμάτων, παρά γενικά του πολιτισμού. Και έτσι ήτανε εισαγωγή στην αραβική λογοτεχνία. Έπιασε. Με ποιον τρόπο; Όχι μόνο γιατί μοιραζόταν στο πανεπιστήμιο, αλλά μέχρι τώρα αν σας πω ότι έχει κάνει δέκα εκδόσεις σε τρεις διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους, ναι, σας καλώ να πιστέψετε γιατί δεν είναι ψέμα. Άρα πήγε καλά. Μετά από αυτό οι εκδότες, που ήταν τα Ελληνικά Γράμματα ο πρώτος εκδότης μου, με τον οποίον έχω διατηρήσει πάρα πολύ καλές σχέσεις, ζητούσε να κάνω και ένα βιβλίο για τον αραβικό πολιτισμό. Εγώ όμως ήθελα να κάνω κάτι άλλο. Και επειδή ήξερα ότι είχα αρχίσει να έχω ρέντα, τέλος πάντων, απαίτησα από τα Ελληνικά Γράμματα: «Ναι, θα κάνω, θα γράψω ένα βιβλίο για τον αραβικό πολιτισμό, αλλά πρώτα θα μου βγάλετε δίγλωσσο τον Άδωνι». «Ποιος είναι αυτός;». «Καλά», μου λέει, «εντάξει, εντάξει, θα τον βγάλουμε αλλά πρώτα να κάνεις τον αραβικό πολιτισμό». «Όχι», λέω, «άμα δεν βγάλετε αυτόν δεν κάνω τίποτα». Ποιος ήταν ο Άδωνις; Ο Άδωνις είναι ένας σπουδαίος –και είναι εν ζωή ακόμη, έχει γεννηθεί το 1930– Άραβας ποιητής που γεννήθηκε στη Λαττάκεια, στην Συρία. Είναι Συρο-Λιβανέζος τώρα πια και τώρα μετά από το ‘85, ‘86, που έσκασε μια βόμβα στο διαμερισματάκι του στη Βηρυτό, ο άνθρωπος πήρε των ομματιών του, τη γυναίκα του και τις δυο του κόρες και πήγανε και ζούνε στο Παρίσι. Αυτός γράφει μόνο αραβικά. Μου είχε δώσει ένα βιβλίο του το ‘85. Και εγώ το μετέφραζα και το ψείριζα για πολλά χρόνια. Και ήθελα να βγει δίγλωσσο, να είναι το αραβικό κείμενο και η μετάφραση, γιατί η ποίηση και μάλιστα η σύγχρονη ποίηση δεν είναι μόνο αυτά που γράφει, είναι ακόμη και το κενό που είναι δίπλα στους στίχους. Το κενό, δηλαδή αυτό που βλέπεις, το ορατό κομμάτι, είναι κι αυτό, ανήκει σε μια προσωδία, οπτική προσωδία, αλλά θεωρώ ότι και αυτό είναι κομμάτι της σύγχρονης ποίησης. Στην παλαιότερη ποίηση, η προσωδία, ο ρυθμός, η ομοιοκαταληξία ήταν αυτά που φτιάχνανε το κείμενο. Τώρα πια όχι. Έτσι, όταν ένας ποιητής είναι σουρεαλιστής και χωρίζει μια λέξη στον πάνω στίχο και στον κάτω, αυτό πρέπει να φαίνεται. Και έτσι λοιπόν, ο Άδωνις, ένας φοβερός ποιητής, πρωτοποριακός, και εγώ έλεγα ότι το θέλω αυτό να είναι αποτυπωμένο. Και η μετάφραση είναι ένα accident, είναι κάτι που χρειάζεται, είναι δίπλα. Το κείμενο όμως, το ποίημα είναι αυτό. Και έτσι κατάφερα και έβγαλα τον Άδωνι δίγλωσσο σε μία ποιητική του συλλογή, που λέγεται Οι αναλογίες και οι αρχές. Οι αναλογίες και οι αρχές, όχι οι αρχές και οι αναλογίες, πρώτα οι αναλογίες και μετά οι αρχές. Τι ήθελε να πει μ’ αυτό ο ποιητής, όπως λέμε; Και για αυτό το λόγο, επειδή πολλοί δεν το κατάλαβαν, αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο άντε να έχει μεταφραστεί μία φορά στα Ελληνικά και μία στα Γαλλικά. Ενώ έχει, είναι ογδόντα, ενενήντα, εκατό οι μεταφράσεις των έργων του Άδωνι, πάρα πολλές σε όλα του τα έργα. Έχει ότι οι αναλογίες είναι αυτό το ψάξιμο, το ότι ψάχνεις αυτά που έρχονται σε σένα ή αυτά που συναντάς να δεις τι είναι. Τους ανοίγεις μια τρύπα και ψάχνεις μέσα σε μια σπηλιά. Τι είναι αυτά; Κάτι είναι, σου μιλάνε. Όμως εσύ, αν θέλεις να κάνεις κάτι, θα πρέπει να αρχίσεις κάτι. [00:40:00]Και γι’ αυτό πρέπει να απορρίψεις αυτό το κομμάτι, αφού το γνώρισες πάντα καλά, και οι αρχές θα έρθουν μετά. Αυτό ήταν το νόημα της Οι αναλογίες και οι αρχές και μ’ αυτό το υπέροχο νόημα θέλω να τελειώσω αυτά που σας λέω με μία ιστορία, ενός ποιητή, πρωτοπόρου ποιητή, αλλά του 9ου με 10ο αιώνα, του Abū Nuwās. Ο Abū Nuwās, λοιπόν, ήθελε να γίνει ποιητής. Πήγε σ’ έναν δάσκαλο της εποχής και του είπε: «Θέλω να γίνω ποιητής». Και αυτός δεν του είπε ούτε ναι, ούτε όχι. Του είπε: «Πήγαινε, μάθε δέκα χιλιάδες qaṣīda και έλα να τα πούμε». Qaṣīda, κασιντέδες που λέμε εμείς. Qaṣīda ήταν ένα είδος προϊσλαμικού ποιήματος, μια ωδή. Δέκα χιλιάδες ήταν πάρα πολλοί. Ο Abū Nuwās λοιπόν πήγε και άρχισε να μαθαίνει, να μαθαίνει, πήγε και στην έρημο να γνωρίσει βεδουίνους, που αυτοί ήταν η πνευματική παρακαταθήκη της αρχαίας αραβικής ποίησης. Έμαθε, έμαθε χίλια δύο και επέστρεψε καταπερήφανος μετά από πολλούς μήνες. Και λέει ο δάσκαλός του, τον έβαλε εκεί και για μέρες τον άφηνε να απαγγέλλει ποιήματα. Και όταν σε κάποια στιγμή τέλειωσε, ο δάσκαλος δεν μίλαγε. Και του είπε τότε ο Abū Nuwās: «Τώρα; Μπορώ να γίνω ποιητής;». Και ο δάσκαλος του είπε: «Τώρα πήγαινε, ξέχασέ τα όλα και τότε θα γίνεις ποιητής». Αυτά. Θέλετε τίποτα άλλο να με ρωτήσετε;

Ι.Δ.

Μάλιστα. Ναι, ήθελα αρχικά, επειδή ξεκινήσατε λίγο in medias res νομίζω.

Ε.Κ.

Ναι.

Ι.Δ.

Ήθελα να μου πείτε πώς –πριν το Βέλγιο, στην Ελλάδα– πώς καταλήξατε στο Βέλγιο;

Ε.Κ.

Ναι. Οι γονείς μου ήτανε ο Γιώργος και η Αφροδίτη Κονδύλη. Ήταν φτωχοί άνθρωποι, αλλά αγαπούσαν πολύ τα γράμματα. Τα γράμματα εκείνης της εποχής θεωρείται ότι έπρεπε να ξέρεις Γαλλικά. Έτσι λοιπόν, αυτοί παντόφλες μεν δεν είχανε, τα παλιά τους παπούτσια φοράγανε μες στο σπίτι, αλλά εμείς είχαμε μια λεγόμενη Γαλλίδα, που δεν ήταν Γαλλίδα βέβαια, ήταν μια Ελληνίδα δασκάλα. Μας έκανε κάθε απόγευμα Γαλλικά. Έτσι είχαμε μια επαφή μ’ αυτήν τη γλώσσα. Και ο αδελφός μου, που ήταν μεγαλύτερος από μένα, ανέκαθεν ήθελε μόνο ένα πράγμα να σπουδάσει, τίποτα άλλο. Εγώ όταν ήμουν μικρή έλεγα ότι θα γίνω θηριοδαμάστρια, ότι θα γίνω οτιδήποτε, ξέρετε, λένε όλα τα παιδιά. Αστροναύτης δεν έλεγα αλλά οτιδήποτε είχα περάσει. Ο αδελφός μου όμως έλεγε ότι θα γίνει παιδίατρος, όπερ και εγένετο, ως παιδίατρος τελείωσε την καριέρα του και τελείωσε, αυτό ήταν. Έλεγε λοιπόν ότι: «Δεν θέλω να χάσω χρόνο με τις εισαγωγικές», που τις φοβότανε. Και οι γονείς μου, του είπανε: «Παιδάκι μου δεν πειράζει, θα πας να σπουδάσεις στη Γαλλία». Και ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν χωροφύλακας, έλεγε στη μάνα μου: «Δεν θα το αφήσεις μόνο του το παιδί, θα πας και εσύ». Και η μάνα μου, του έλεγε: «Και αυτήν; Τι θα την κάνουμε;». Αυτή ήμουν εγώ, που ήμουνα νεότερη. «Θα την πάρεις και αυτήν μαζί». Πήγαμε λοιπόν στη γαλλική πρεσβεία, να δούμε τι και πώς και όταν άκουσαν τα δικά μου Γαλλικά είπαν: «Καλέ, τι λέτε τώρα; Θα πάει αυτό το μικρό, θα πάει στη Γαλλία; Δεν θα χάσει ένα χρόνο, χρόνια θα χάσει». Ηλίθιοι βέβαια οι Γάλλοι που μιλάνε έτσι, γιατί κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει μ’ ένα παιδάκι. Αυτά είναι –δεν είναι για μένα δηλαδή που το λέω– είναι γενικά. Πήγαμε τότε και στη βελγική πρεσβεία, που ήταν κι αυτή γαλλόφωνη. Και εκεί πέρα φερθήκανε με περισσότερη αξιοπρέπεια απέναντί μας. Γαλλόφωνοι, ωραία. «Έτσι όπως σας κόβουμε», που είδαν τώρα μια παραδοσιακή οικογένεια, «πιο πολύ για το πανεπιστήμιο της Louvain σας βλέπουμε», που ήταν Université catholique de Louvain, και το οποίο εδώ που τα λέμε δεν μας χάλαγε καθόλου, γιατί ήταν ένα υπέροχο πανεπιστήμιο, με σπουδές πολύ πολύ σοβαρές. Και έτσι βρέθηκα στο Βέλγιο με την μαμά μου και τον αδερφό μου και οι δυσκολίες στην αρχή ήτανε μεγάλες, πολύ μεγάλες. Το πώς θα βρω εγώ σχολείο. Θυμάμαι η μητέρα μου είχε δει μια καλοβαλμένη κυρία στο δρόμο και δεν ήξερε Γαλλικά και την έπιασε πολύ διακριτικά, πολύ απαλά από τον αγκώνα της, και γύρισε η γυναίκα γεμάτη έτσι εντύπωση και τότε της χαμογέλασε η μάνα μου πολύ διακριτικά και μου είπε: «Αυτά που σου λέω θα της τα πεις όπως στα λέω». Και της είπε λοιπόν ότι: «Έχουμε την κόρη μου εδώ, έρχεται από ένα πολύ καλό σχολείο –ήμουνα μαθήτρια στο Αρσάκειο με είχανε βάλει– στην Αθήνα, και θέλουμε εσείς, που νομίζουμε ότι είσαστε ένας σοβαρός άνθρωπος να μας πείτε ποιο είναι ένα πολύ καλό σχολείο για να μπει η Ελένη εδώ». Και η κυρία πολύ ευγενικά μας είπε ένα πολύ καλό σχολείο στις Βρυξέλλες, το Saint Michel, αλλά τελικά εμείς έπρεπε να μείνουμε στη Louvain, γιατί εκεί ήτανε, εκεί σπούδαζε ο αδερφός μου, σ’ αυτό το πανεπιστήμιο. Εκεί πήγαμε και έπρεπε να βρούμε ένα σχολείο εκεί και εκεί πέρα βέβαια στάθηκα πολύ τυχερή, γιατί το μόνο γαλλόφωνο σχολείο στη Louvain ήτανε το πειραματικό του πανεπιστημίου, οπότε ήτανε σε ένα κι εκεί εξίσου καλό σχολείο. Εκεί εντωμεταξύ γνωρίσαμε, μόλις φτάσαμε, ούτε και μια βδομάδα, δηλαδή είμαστε τελείως ούφο, είχαμε φτάσει, ότι ο Loeckx καλούσε όλους τους Έλληνες φοιτητές να τους γνωρίσει. Ποιος ήταν αυτός ο Loeckx τώρα; Εμείς δεν τον ξέραμε, Loeckx έτσι τον λέγανε. Loeckx ήταν το όνομά του, André Loeckx. Αυτός ήταν ένας Βέλγος, καθηγητής στο πολυτεχνείο εκεί, ένας λαμπρός άνθρωπος, του οποίου ο πατέρας –ο Loeckx είχε γεννηθεί το 1905, έχει συγχωρεθεί τώρα εδώ και πολλά χρόνια– ο πατέρας του ήτανε στο Σουέζ κι είχε παντρευτεί μια Αιγυπτιώτισσα Ελληνίδα. Και έτσι ο Loeckx ήξερε πολύ καλά Ελληνικά, γιατί εντωμεταξύ, όταν ήταν παιδάκι, πολύ μικρός, και είχε τελειώσει ο μπαμπάς του το έργο στην Αίγυπτο, πήγαν στο Βέλγιο με τη γυναίκα του. Μόλις όμως φτάσανε, έπαθε γρίπη εκείνην την εποχή ο πατέρας του και πέθανε, και τότε η μητέρα πήρε τα δύο της παιδάκια, γύρισε στην Ελλάδα και ο Loeckx μεγάλωσε στην Ελλάδα μέχρι τα 18 του. Και στα 18 επέστρεψε στο Βέλγιο και είχε μια τρελή αγάπη για την Ελλάδα και είχε γίνει άμισθος επίτιμος πρόξενος και ό,τι χαρτιά θέλαμε, για το στρατό που θέλανε και τέτοια, αυτός τα έφτιαχνε. Αυτός, λοιπόν, ήθελε να γνωρίσει τους καινούργιους Έλληνες εκείνης της φουρνιάς, εκείνης της χρονιάς, και πήγα και εγώ μαζί. Οπότε μου λέει: «Εσύ; Τι δουλειά έχεις εδώ;» γιατί φαινόμουν ότι ήμουν μικρότερη. Με τα σπασμένα Ελληνικά και Γαλλικά, γιατί ντρεπόμουνα και πάρα πολύ, του είπα τέλος πάντων. Και σε όλους έκανε εντύπωση ότι το μόνο σχετικά παιδί, ας πούμε, που ήταν εκεί ήμουνα εγώ. Ο αδελφός μου, όπως σας είπα, σπούδαζε ιατρική. Την άλλη μέρα λοιπόν –αυτό έγινε Κυριακή που γνωρίσαμε σ’ ένα τραπέζι τον Loeckx– την άλλη μέρα χτύπησε το κουδούνι μας. Εμείς δεν ξέραμε κανέναν. Απ’ το θυροτηλέφωνο ρωτάω: «Ποιος είναι;». Και λέει: «Είμαι ο André Loeckx, ο πρόξενος, έρχομαι να κάνω μάθημα στον αδελφό σας». Του άνοιξα λοιπόν και μπήκε μέσα, ένας θεόρατος καθηγητής πανεπιστημίου, με το βιβλίο του Mortimer, ήτανε καθηγητής στο πολυτεχνείο ο Loeckx, και λέει: «Ξέρω ότι οι Έλληνες φοιτητές ιατρικής αποτυγχάνουν γιατί δεν τα πάνε καλά με τη χημεία. Έρχομαι λοιπόν να κάνω μάθημα χημείας στον αδελφό σας». Αυτός ο άνθρωπος, πέστε μου, ξεχνιέται; Εγώ όσο και να έχω υπηρετήσει τους φοιτητές μου, τους έχω αγαπήσει πάρα πολύ, κάτι τέτοιο, να χτυπήσω το κουδούνι και να πάω να κάνω ιδιαίτερα για καιρό σ’ έναν άγνωστο για να πάει καλά, αυτό δεν το έχω κάνει ποτέ. Όμως το δίδαγμά του, αυτουνού του ανθρώπου, ήταν πολύ μεγάλο για μένα. Και θα πω κι αυτό γιατί συγκινούμαι όταν μιλάω για τον Loeckx και το τι του χρωστάνε πολλοί Έλληνες, αλλά και εγώ, μετά, πάρα πολλά του χρωστάω. Όταν ήμουνα στην φιλοσοφική σχολή, εδώ και πολλά χρόνια, σε κάποια φάση έπρεπε κάποιοι που είχαν σπουδάσει ψυχολογία στο Δοξιάδη, γιατί η ψυχολογία στην Ελλάδα δεν ήταν –ο πρώτος που είχε ανοίξει ψυχολογία ήταν ο Δοξιάδης– και έτσι είχαν προσληφθεί κάποιοι με το δίπλωμα του Δοξιάδη. Μετά όμως όταν άρχισε να υπάρχει δίπλωμα ψυχολογίας απ’ τα πανεπιστήμια, αυτοί κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά τους γιατί δεν είχαν πανεπιστημιακό χαρτί. Και έτσι μερικοί από αυτούς ήρθαν και έγιναν φοιτητές. Και μου λέει: «Ξέρετε τι μου θυμίζετε; Θα σας δείξω κάτι που το κουβαλάω πάντα στην τσάντα μου». Και τι βγάζει και μου δείχνει; Αυτή είχε πάει και είχε κάνει μεταπτυχιακό στη Louvain και τι βάσταγε; Βάσταγε ένα έγγραφο από τον Loeckx , ο οποίος έλεγε ότι ήταν φοιτήτρια εδώ και λοιπά και λοιπά. Και το κουβάλαγε αυτό σαν φυλαχτό απ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Ι.Δ.

Τυχαία;

Ε.Κ.

Ναι, και μου είπε τώρα ότι εγώ της τον θύμιζα αυτόν. Που αυτός, το τι του χρωστάω αυτού του ανθρώπου. Γιατί, και όπως ήμουν πιο μικρή, μετά με πήραν σπίτι τους, η γυναίκα του μου έκανε Γαλλικά εμένα, να μάθω καλά ορθογραφία, τι, τι… Και μέχρι σήμερα φανταστείτε είμαι φίλη με τις εγγονές του. Και τα παιδιά των εγγονών του με λένε θεία. Λέω: «Παιδιά, δεν είμαι θεία σας». «Μα πώς γίνεται;». «Απλώς», λέω, «ήμουνα πάρα πολύ κολλητή με τον παππού σας», αλλά έτσι γνωρίστηκα και με τον… [00:50:00]Άρα πρέπει να μιλήσω και για ευγνωμοσύνη, γιατί τόσοι άνθρωποι που στάθηκαν κοντά μου, χάρη σ’ αυτούς χρωστάω ό,τι χρωστάω. Και δεν χρωστάω μόνο σ’ αυτούς που τότε που ήμουνα μικρή με βοήθησαν και δεν χρωστάω και στους γονείς που δεν κοίταξαν τίποτα για τον εαυτό τους, αλλά διαλύθηκε μια οικογένεια για να πάνε καλά τα παιδάκια τους και να είναι όλα και λοιπά. Αλλά χρωστάω και στους φοιτητές μου, γιατί κι αυτοί με πολλή αγάπη με στήριξαν σε ό,τι έκανα και σε κάποιους συναδέλφους χρωστάω επίσης εδώ στην Ελλάδα. Και χρωστάω στο Θεούλη και στην αγία αραβολογία, όπως τη λέω, γιατί η αραβολογία πραγματικά την έχω αγαπήσει και νομίζω ότι πρέπει να ευδοκιμήσει και στην Ελλάδα. Αυτά.

Ι.Δ.

Μάλιστα. Άρα εγώ ήθελα να κάνω μια δυο τελευταίες ερωτήσεις πάλι.

Ε.Κ.

Ευχαρίστως.

Ι.Δ.

Για αυτό που μου κάνει εντύπωση το ότι, ουσιαστικά, σαν οικογένεια μεταναστεύσατε από την Ελλάδα στο Βέλγιο απλά για να σπουδάσει ο αδερφός σας, και εσείς.

Ε.Κ.

Ναι. Ναι. Να πάω παιδάκι εκεί στο σχολείο.

Ι.Δ.

Να πάτε παιδί, ενώ ήσασταν εδώ πέρα, είχατε το σχολείο σας, είχατε φίλους.

Ε.Κ.

Ναι, ναι.

Ι.Δ.

Η μετάβαση φαντάζομαι θα ήταν δύσκολη. Εκεί είναι το…

Ε.Κ.

Πολύ δύσκολη.

Ι.Δ.

Και από γλώσσα και από ανθρώπους εκεί.

Ε.Κ.

Ναι, ναι, ναι.

Ι.Δ.

Πώς; Σιγά σιγά, δηλαδή, εγκλιματιστήκατε.

Ε.Κ.

Ναι. Εγκλιματίστηκα χάρη στη μοναξιά και την επιμονή, απ’ την οποίαν αρχίσαμε. Γιατί στο σχολείο, όταν πήγαινα στο σχολείο ήμουνα –ξέρετε όταν τα παιδιά έχουν μεγάλο άγχος κάνουν εμετό. Εγώ κάθε πρωί, πριν πάω σχολείο, έφευγα απ’ το σπίτι, όλα ωραία και καλά, έκανα τον εμετούλη μου κάπου έξω, με συγχωρείτε για τις λεπτομέρειες, αλλά νομίζω ότι οι ψυχολόγοι τα ξέρουν αυτά. Πήγαινα σχολείο. Είχα αποκτήσει όμως μια μοναξιά δική μου, η οποία ήταν όλα τα λεφτά για μένα, γιατί είχα καταφέρει και είχα μπει στο πανεπιστήμιο από πολύ νωρίς, ήμουνα στις βιβλιοθήκες, έκανα πράγματα που κανένας άλλος δεν ήξερε ότι κάνω. Και έτσι ήταν καλά. Και λίγο αργότερα δημιουργήθηκε σε μένα, τέλος πάντων απ’ την αρχή δημιουργήθηκε, το καλάμι το είχα καβαλήσει ότι το πανεπιστήμιο θα είναι το σπίτι μου. Τελεία και παύλα. Και όντως δεν βγήκα ποτέ από το πανεπιστήμιο. Έτσι λοιπόν σας είπα ότι τη μια μέρα ήμουνα, τέλειωνα το μεταπτυχιακό μου, την άλλη μέρα είχα κιόλας θέση βοηθού στο Κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας. Εκεί πέρα, τις θέσεις αυτές, δεν ήτανε με εκλογές όπως είναι εδώ. Συμφωνεί το πρυτανικό και ο τάδε, εσύ, πας στο Γραφείο Εργασίας του πανεπιστημίου, παίρνουν τα στοιχεία σου και αρχίζεις και δουλεύεις. Έτσι πάει. Έτσι λοιπόν και εγώ πήρα το διοριστήριο του πρύτανη, ότι vous êtes nommée, σας ορίσαμε εκεί και πήγα στο Γραφείο Εργασίας. Κι εκεί του δίνω αυτό καταχαρούμενη, κατενθουσιασμένη, καταευτυχισμένη, καταλαβαίνετε τώρα. Και μου λέει, μου λέει ο διευθυντής: «Τα πράγματα θα είναι ομολογουμένως, δεν σας το κρύβω, πολύ δύσκολα». «Γιατί;», του λέω. «Έχω το διοριστήριο του πρύτανη». «Ναι», μου λέει, «αλλά αυτό είναι για Βέλγους. Θα είναι δύσκολο δεσποινίς». Έφαγα προφανώς τέτοιο χαστούκι εκείνην την ώρα που δεν το κατάλαβα, γιατί επειδή είμαι έτσι ένας άνθρωπος πολύ κλειστός, άμα μου πεις κάτι πολύ πολύ δυσάρεστο και μετά μου πεις τώρα πήδα απ’ το παράθυρο, ευχαρίστως εγώ θα πάω να πηδήξω απ’ το παράθυρο, λες και είμαι ζόμπι. Έτσι λοιπόν, δεν έδειξα καμία στεναχώρια και πήγα να δουλέψω στο Κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας και συναντάω τη van Riet, που ανέβαινε και αυτή στο γραφείο. Και τη χαιρετάω και ανεβαίνουμε μαζί. Μου λέει: «Hélène, εσείς δεν είσαστε καλά. Τι έχετε;». «Τίποτα, μια χαρά είμαι», της λέω εγώ. «Μπα», μου λέει. «Δεν μου λέτε, τι κάνατε πριν; Από πού ερχόσαστε;». Αυτή ήξερε προφανώς. Λέω: «Απ’ το Γραφείο Εργασίας». «Και τι έγινε;». Λέω: «Μου είπε ότι θα ναι δύσκολο». «Γιατί; Δεν έχετε», μου λέει, «το διοριστήριο του πρύτανη;». Λέω: «Αυτό του είπα και εγώ. Αλλά μου είπε ότι αυτές οι δουλειές είναι για Βέλγους». Και τότε η Βελγίδα –το κάνουμε εδώ εμείς οι Έλληνες; Ρωτάω– η Βελγίδα μου λέει: «Βέλγους ε; Θα πρέπει να τους βρούμε πρώτα αυτούς τους Βέλγους». Και η van Riet, αυτή η γυναίκα, το πρώτο μου βιβλίο αφιερωμένο βέβαια σ’ αυτήν, το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω ήταν αυτό, σπεύδει και πηγαίνει στον πρόεδρο του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών, ο οποίος ανήκε σε μια οικογένεια, του οποίου ο αδελφός τέλος πάντων ήταν στη Γερουσία, και με καλεί μετά από λίγο καιρό και μου δείχνει ένα γράμμα. Μου λέει: «Σας το δείχνω, ούτε φωτοτυπία, ούτε τίποτα, να το διαβάσετε». Το γράμμα αυτό έλεγε λοιπόν ότι είχε φτάσει η υπόθεσή μου στη Γερουσία και όπου ο Ryckmans, ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών έλεγε: «Δώστε την υπηκοότητα σ’ έναν άνθρωπο των γραμμάτων και όχι μόνο στους ποδοσφαιριστές, όπως δίνετε συνήθως».

Ι.Δ.

Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω.

Ε.Κ.

Και έτσι έγινα Βελγίδα, από εκείνην τη στιγμή. Έχω και τις δύο υπηκοότητες, εννοείται ότι δεν άφησα τη δική μου υπηκοότητα. Αλλά έχω τέτοια ευγνωμοσύνη για το Βέλγιο και για τους ανθρώπους που συνάντησα που και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου είναι Βέλγοι. Και Βέλγοι και Έλληνες. Θεωρώ ότι χρωστάω πάρα πολύ σ’ αυτήν τη χώρα. Και ρατσισμό συνάντησα. Όταν ντυνόμαστε, φοράγαμε τα καλά μας με τη μαμά μου για να πάμε να βρούμε σπίτι να νοικιάσουμε και τους κάναμε καλή εντύπωση, μετά μόλις γύρναγα εγώ να μεταφράσω στη μαμά που δεν ήξερε Γαλλικά, μας λέγανε: «Ξένοι είσαστε; Δεν γίνεται». Το γνωρίσαμε και αυτό. Και από έναν καθηγητή γνώρισα τι σημαίνει ρατσισμός. Αλλά, στο περισσότερο ήτανε, χρωστάω ευγνωμοσύνη σ’ αυτήν τη χώρα.

Ι.Δ.

Καλά, φαντάζομαι και με τους Φλαμανδούς θα είδατε και άλλα σκηνικά εκεί.

Ε.Κ.

Ναι.

Ι.Δ.

Αλλά μου κάνει εντύπωση το ότι ήσασταν σχεδόν είκοσι χρόνια, έτσι, στο Βέλγιο.

Ε.Κ.

Ναι, ναι.

Ι.Δ.

Και πολιτογραφηθήκατε πότε;

Ε.Κ.

Το ‘80 προφανώς.

Ι.Δ.

Εκεί, λίγο πριν φύγετε; Λίγο πριν γυρίσετε στην Ελλάδα;

Ε.Κ.

Όχι, γύρισα στην Ελλάδα τέλη του ‘89, γιατί δούλεψα στο Κέντρο Αραβικής Φιλοσοφίας και μετά δούλεψα και αλλού. Ήμουνα πια Βελγίδα για τους Βέλγους.

Ι.Δ.

Μάλιστα. Ωραία, πολύ ενδιαφέρον. Έχετε, θέλετε να συμπληρώσετε κάτι άλλο;

Ε.Κ.

Είναι τόσα πολλά που θα ήθελα να πω που δεν ξέρω τι να πρωτοπώ. Να πω και κάτι που έχει να κάνει έτσι με πιο προσωπικά. Η μητέρα μου και ο πατέρας μου, αλλά μιλάμε για τη μαμά γιατί όπως καταλαβαίνετε το μεγαλύτερο αποτύπωμα, σε μια τέτοια ιστορία, ήταν με τη μάνα. Αργότερα ήρθε και ο μπαμπάς μου στο Βέλγιο. Και τσόνταρε και εκεί όπως μπορούσε και δούλευε σε εστιατόρια, καθάριζε πατάτες. Και από κει πρέπει να σας πω ένα αστείο. Ο πατέρας μου λοιπόν ήταν le dernier venu, που λένε, ο τελευταίος που έφτασε στο Βέλγιο. Αυτός, η μάνα μου κάτι είχε μάθει από Γαλλικά, ο πατέρας μου δεν ήξερε τίποτα. Ήταν όμως τόσο αγαθός άνθρωπος που είχε σχέσεις με οποιονδήποτε. Και παρόλο που οι Βέλγοι είναι, τέλος πάντων, ένας λαός του Βορρά, πιο ψυχροί από μας, εκείνος τα κατάφερε μια χαρά. Μια φορά λοιπόν είχανε πάρει το, είχανε αφαιρέσει τις πινακίδες από το αυτοκίνητο που είχαμε τότε, γιατί ο αδερφός μου το είχε παρκάρει σε λάθος σημείο. Και το έλεγε στον πατέρα μου, και λέει ο μπαμπάς: «Kαλά, μην ανησυχείς. Θα το πω εγώ στον διευθυντή της αστυνομίας και θα στις δώσει τις πινακίδες πίσω». Του λέμε: «Μπαμπά, δεν είναι εδώ Ελλάδα. Τι είναι αυτά που λες;». Όταν όμως ο μπαμπάς πήγε στο εστιατόριο και κατάφερε, σε μια γλώσσα που εγώ δεν ξέρω ποια ήταν, να συνεννοηθεί με τον διευθυντή της αστυνομίας που ερχότανε κι έτρωγε εκεί πέρα και πήραμε εμείς τις plaques d’ immatriculation πίσω, τότε αυτά ήταν έτσι απ’ τα κωμικά. Έλεγε πάντα ο πατέρας μου δύο φορές την ίδια συλλαβή: «Bonjour, bonjour. Travail, travail?» και έτσι αποκτούσε σχέσεις με οποιονδήποτε, ήταν πολύ, απ’ τα πολύ κωμικά. Ναι.

Ι.Δ.

Ναι. Μάλιστα. Λοιπόν, εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ, από μεριάς μου.

Ε.Κ.

Εγώ σας ευχαριστώ, γιατί με φέρατε και μίλησα για χίλια δυο πράγματα, τα οποία όπως ξέρετε τα αγαπάω.

Ι.Δ.

Ναι, και είναι και λίγο να χαθείτε στις σκέψεις σας και στις αναμνήσεις σας όλο αυτό, ναι. Μάλιστα. Οπότε ευχαριστώ πολύ και πάλι.

Ε.Κ.

Ένα πράγμα, συγγνώμη.

Ι.Δ.

Ναι, ναι.

Ε.Κ.

Να πω και κάτι ακόμη, γιατί σήμερα μιλούσα με την κόρη μου, η οποία μου έχει χαρίσει και δύο εγγονάκια, και μιλάγαμε και της λέω: «Άννα, θα έχω ένα ραντεβού με κάποιον κύριο για να μιλήσω έτσι γενικά. Τι βλέπεις εσύ; Εσύ τι σκέφτεσαι ότι θα έπρεπε να πω;». Μου λέει: «Μαμά, να πεις για το πώς μπορεί να είσαι γυναίκα, μάνα, και να δουλεύεις συγχρόνως με την επιστήμη σου». Και τότε τη ρώτησα και της είπα: «Πώς ένιωθες εσύ όταν εγώ έφευγα και λοιπά;». Και η απάντηση που είχα ήταν αρκετά ικανοποιητική. Και αυτό είναι επίσης ένα θέμα για εμάς τις γυναίκες. [01:00:00]Θυμάμαι τον κύριο Χρυσό τον οποίον αγαπάω πάρα πολύ, είναι ένας βυζαντινολόγος, μεγαλύτερος από μένα –τώρα πια η διαφορά μας δεν είναι μεγάλη αλλά τότε που εγώ ήμουνα ψαράκι, αυτός ήταν μεγάλος και τρανός. Και με είδε έγκυο, και μου λέει: «Πάλι;». Με έναν τρόπο υποτιμητικό και του λέω και εγώ, μ’ ένα θράσος το οποίο ήταν το δικό μου: «Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε». Οπότε προσβλήθηκε λιγάκι ο αγαπημένος μου ο κύριος Χρυσός γιατί σου λέει: «Μα τι μου λέει τώρα αυτή;». Αλλά θεωρώ ότι εμείς οι γυναίκες και λέω εμείς οι γυναίκες ναι, από τους ανθρώπους, εμείς οι γυναίκες, εάν δεν καταφέρουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε με το φύλο μας, με τη ζωή μας την προσωπική, τότε τι κάνουμε ας πούμε; Δηλαδή ευνουχίζουμε τον εαυτό μας; Άρα θεωρώ ότι ό,τι κάνουμε, το κάνουμε γενικά από αγάπη. Δεν μπορείς να δουλέψεις χωρίς αγάπη και δεν μπορείς επίσης να είσαι σε μια οικογένεια, δίνοντας την αγάπη σου με προτεραιότητα στην καριέρα σου. Είναι και τα δύο. Αυτό εννοούσα όταν έλεγα μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε. Τώρα πια το έχει καταλάβει ο κύριος Χρυσός και έχουμε καλές σχέσεις.

Ι.Δ.

Ήταν δύσκολη τελικά η ζωή ενός ακαδημαϊκού που πρέπει να μεγαλώσει και την οικογένειά του; Γιατί έχει πολλές ώρες διάβασμα, πολλές ώρες στο γραφείο.

Ε.Κ.

Ναι. Έχει τα φευγιά από δω και από κει για τα συνέδρια.

Ι.Δ.

Συνέδρια, διορθώσεις.

Ε.Κ.

Ναι, ναι, ναι. Και εγώ είχα και κάτι άλλο, ότι το παιδάκι που έχασα είχε κάποιο θέμα σοβαρό, οπότε έπρεπε να του αφιερώνω πάρα πολλές ώρες. Και μερικές φορές, ναι, είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να βάλεις ένα στοίχημα και να επιμείνεις με τον εαυτό σου. Αυτό που θες πρέπει να το κρατήσεις, να μη φύγει. Και ίσως να μην τα κατάφερα κι άσχημα. Δηλαδή πιστεύω ότι δεν ήμουνα… Ούτε η απόλυτα καλή καθηγήτρια είμαι, ούτε η απόλυτα καλή μάνα, ούτε η απόλυτα, ολότελα καλή σύζυγος. Σε όλα, είμαι αυτή που είμαι, αλλά πιστεύω ότι στο μέτρο το δικό μου, τα κατάφερα όλα. Για τον ύπνο πρέπει να σας πω τώρα μια και μιλάμε γι’ αυτό, ότι εγώ ξύπναγα πριν ανατείλει ο ήλιος. Μένω εδώ στην Ελλάδα στο Πολύδροσο Χαλανδρίου. Έμενα. Και όπου, ξέρετε, πριν να ανατείλει ο ήλιος, ξέρεις ότι θα ανατείλει γιατί δεν φανταζόσαστε τα πουλιά τι μελωδία εκείνην την ώρα. Λοιπόν, εγώ ξύπναγα λίγο πριν απ’ αυτό και άρχιζα δουλειά και η περισσότερη επιστημονική μου δουλειά γινόταν μεταξύ 04:00 και ξέρω γω 07:30, που θα ξύπναγαν τα μικρά. Μετά πηγαίνανε σχολείο, μετά ήταν το πανεπιστήμιο και λοιπά. Και σχετικά με το πανεπιστήμιο, να πω και κάτι άλλο, σας είπα ψωροφιλόλογος, σας τα είπα όλα αυτά, εγώ χαίρομαι να τα λέω, μερικοί μου λένε ότι δεν μιλάω και με καλό τρόπο πάντα για το τι είμαι, αλλά το ότι μιλάω με χαρά εμένα αυτό με φτάνει. Μέχρι τώρα, που τώρα έχω πάρει σύνταξη εδώ και τέσσερις μήνες, όταν διδάσκω και διδάσκω ακόμη στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο, αμισθί, ποτέ δεν κάνω το ίδιο μάθημα. Δεν μπορώ να κάνω το ίδιο μάθημα, θα μιλήσω για τον τάδε ποιητή που μπορεί να τον ξέρω εδώ και σαράντα χρόνια, δεν με νοιάζει, εγώ πρέπει να ψάξω τα καινούργια, όχι τα καινούργια, πρέπει να τον δω ξανά. Και αυτό με γεμίζει χαρά και αυτό κάνω, δηλαδή και έτσι, δηλαδή το να έχεις μια κάποια συνείδηση, πόσα λίγα πράγματα ξέρεις, αυτό σε κάνει και κάτι κανείς μέχρι το τέλος.

Ι.Δ.

Γιατί και η ζωή του ακαδημαϊκού δεν είναι δουλειά κατά βάση. Είναι ήδη ότι το αγαπάς, από κάποια στιγμή και μετά, ότι είναι η ζωή σου, ένα κομμάτι.

Ε.Κ.

Ναι, ναι, ναι. Ναι, ναι. Ναι. Και για αυτό και στο χώρο έγινα φίλη με πολλή αγάπη και με πολλή αφοσίωση και θαυμασμό από τη μεριά μου, αλλά και εκείνος με αγαπούσε πολύ, αυτός ο άνθρωπος που είχε φτιάξει αυτόν τον υπέροχο χώρο εδώ, ο Κώστας ο Στάικος, που έφυγε στις 3 Απριλίου, δηλαδή πριν από είκοσι μέρες περίπου. Λέγαμε μεταξύ μας ότι είχαμε το ίδιο όραμα. Και το όραμα ποιο ήταν; Ήταν η αγάπη για το βιβλίο. Αυτός από τη δική του μεριά κι εγώ από την δική μου. Και αυτό φαινόταν στο έργο του Στάικου, ο οποίος Στάικος ήτανε αεικίνητος, έκανε τα πάντα και έκανε τα πάντα με έναν τρόπο που δεν καταλάβαινες πώς μπορούσε, σαν οδοστρωτήρας, διαρκώς. Άμα αγαπάς κάτι, καταφέρνεις πιο πολλά από τους στόχους σου.

Ι.Δ.

Συμφωνώ. Ωραία λοιπόν, να σας ευχαριστήσω για μια ακόμα φορά.

Ε.Κ.

Ωραία και εγώ να σας ευχαριστήσω. Και όλα καλά στη δική σας ζωή και στη δική μου, γιατί όπως λέει κι ο Σωκράτης, κανείς δεν ξέρει προς τα πού πάει.

Ι.Δ.

Να είστε καλά. Και κλείνουμε.

Ε.Κ.

Ωραία.

Part of the interview has been removed for legal issues.

Summary

Η Δρ. Ελένη Κονδύλη, καθηγήτρια αραβολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, εξιστορεί τη μετεγκατάστασή της στη Louvain του Βελγίου όταν ήταν έφηβη, την αγάπη της για τα βιβλία και πώς κατέληξε να σπουδάσει αραβολογία. Αναφέρεται επίσης σε σημαντικούς ανθρώπους της ζωής της που συνέβαλαν στη πορεία της καθώς επίσης και στο εκτενές συγγραφικό της έργο. Τέλος, συγκρίνει τις εμπειρίες της από το πανεπιστήμιο της Louvain με τις μετέπειτα εργασιακές συνθήκες που συνάντησε ως καθηγήτρια στην Ελλάδα.


Narrators

Ελένη Κονδύλη


Field Reporters

Ιωάννης Διαμαντάκος



Historical Events

Locations

Interview Date

24/04/2023


Duration

65'