«Δεν ήξερα τι είναι ο θάνατος» – Η ιστορία της κυρίας Χρυσάνθης από το Μαυρούδι Θεσπρωτίας

Χ.Κ.

[00:00:00] Θα πω το όνομα το δικό μου στο…

Λ.Ν.

Λοιπόν, σήμερα είναι 27 Οκτωβρίου του 2022 και μιλάω με την κυρία Χρυσάνθη.

Χ.Κ.

Ναι. Εγώ γεννήθηκα το ’40, 18 Ιουνίου, στο Μαυρούδι Θεσπρωτίας Ηγουμενίτσας. Και μετά από τρεις, τρεισήμισι μήνες, ξεκινάει ο πόλεμος.

Λ.Ν.

Με το που γεννηθήκατε.

Χ.Κ.

Με το που γεννηθήκαμε, ξεκινάει ο πόλεμος. Δεν θυμάμαι τίποτα από…

Λ.Ν.

Πόσα παιδιά είστε;

Χ.Κ.

Ήμασταν έξι παιδιά, έξι παιδιά. Ανά δύο-τρία χρόνια το καθένα. Εγώ ήμουνα, σου λέω, ήμουνα… Ο αδελφός μου ήταν πιο μικρός. Εγώ ήμουνα –πόσο ήμουνα; Όχι, δεν είχε γεννηθεί ο αδερφός μου, γιατί εγώ ήμουνα τριάμισι μηνών όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Μετά γεννήθηκε αδερφός μου, που σκοτώθηκε φαντάρος. Εγώ ήμουνα μετά από το… Μες στον πόλεμο…

Λ.Ν.

Άρα, στα έξι παιδιά, σε ποια θέση είστε; 

Χ.Κ.

Εγώ είμαι η προτελευταία.

Λ.Ν.

Η προτελευταία.

Χ.Κ.

Ναι, η προτελευταία. Είναι η μια η αδερφή μου, η μεγάλη ήτανε… Έχουμε δέκα χρόνια διαφορά. Ζει ακόμα, είναι ενενήντα τριών χρονών και ζει. Ήταν η Ελένη, ήταν η Αθηνά –οι τρεις αδερφές μου–, μετά ήταν ο αδερφός μου, εγώ και ο άλλος αδερφός μου σκοτώθηκε. Έξι παιδιά ήμασταν εμείς.

Λ.Ν.

Το χωριό σας ήταν μικρό, μεγάλο; Πώς ήταν;

Χ.Κ.

Το χωριό μου ήταν πολύ μικρό. Τώρα έχει δύο χιλιάδες κατοίκους όμως. Τότε, ήταν… Ήμασταν παιδιά εκατό, εκατόν είκοσι που πηγαίναμε σχολείο. Μία αίθουσα, δεν είχε άλλη, γιατί το κάψανε οι Γερμανοί, φτιάξανε μετά μία αίθουσα, και το νηπιαγωγείο πήγαινε στην εκκλησία. Την εκκλησία δεν την πείραξαν.

Λ.Ν.

Το θυμάστε; 

Χ.Κ.

Ναι, το θυμάμαι, αφού-

Λ.Ν.

Που το κάψανε σχολείο;

Χ.Κ.

Όχι, που το κάψαν, όχι. Ήμουνα πολύ μικρή, δεν το θυμάμαι. Αλλά μετά που το φτιάξανε και πήγαμε σχολείο, εκεί πήγα κι εγώ. Δηλαδή ήταν μια σειρά η Α’, η Β’, η Γ’, η Δ’, η Ε’, η ΣΤ’… Δηλαδή, σε μια αίθουσα, μεγάλη, μια μακριά αίθουσα, έτσι.

Λ.Ν.

Και είχατε μια δασκάλα;

Χ.Κ.

Ένας δάσκαλος, δάσκαλος. Δασκάλα ήταν μια νηπιαγωγός που είχε έρθει από τα Γιάννενα και, επειδή ήταν πολλά παιδιά, μας μάζευε στο σχολείο, μικρά που ήμασταν. Ναι, αυτή τη θυμάμαι, αλλά δεν τη θυμάμαι… Τη θυμάμαι πολύ καλά, γιατί έκατσε κι άλλα χρόνια, πολλά εκεί. Είχε βαφτίσει και τον αδερφό μου, αυτόν που σκοτώθηκε. Αλλά δεν θυμάμαι στην εκκλησία που μας έβαζε μέσα, πού καθόμασταν, πώς, τι μας έλεγε αυτή, δεν θυμάμαι. Αλλά μέσα στο σχολείο, τα θυμάμαι όλα. Και άμα δεν ήξερες, τρώγαμε και ξύλο τότε. Δεν είναι όπως τώρα, που: «Μη μιλήσεις, μη σε αγγίξει». Και άμα δεν πήγαινες σχολείο, την άλλη μέρα είχες και τιμωρία. Έπρεπε ο πατέρας σου να πει ή η μάνα σου ότι: «Εγώ σήμερα δεν θα τη στείλω στο σχολείο γιατί τη θέλω για τα χωράφια» ή «Τη θέλω για…» –καλά, εμένα δεν με θέλανε ποτέ, γιατί ήμουνα η πιο μικρή και ήταν οι μεγάλες, δεν πήγαινα για δουλειές εξωτερικές, όχι. Εντάξει, μεγαλώσαμε με πολλή δυσκολία. Όταν πέθανε η μάνα μου… Τη μάνα μου τη θυμάμαι. Ο πατέρας μου, όταν ξεκίνησε που φεύγανε οι Γερμανοί, είχε δύο όπλα, πιστόλια, ξέρω ’γω τι ήταν αυτά…

Λ.Ν.

Ο μπαμπάς σας;

Χ.Κ.

Ο πατέρας μου, ναι. Το ένα, είχε σκάψει και το είχε κρύψει. Μετά ήρθαν και τα ζήταγαν τα όπλα αυτά, να τα πάρουν πίσω αυτοί…

Λ.Ν.

Οι Γερμανοί;

Χ.Κ.

Οι Γερμανοί ήταν ή αυτοί –πώς τους λένε;

Λ.Ν.

Οι αντάρτες;

Χ.Κ.

Αντάρτες ήταν; Αντάρτες πρέπει να ήταν. Τους το δίνει το ένα ο πατέρας μου. Τον πλακώνουν στο ξύλο και τον παίρνουν και τον πάνε στις φυλακές Ιωαννίνων, έξι μήνες. Γιατί δεν τους έδινε το όπλο.

Λ.Ν.

Το ήξεραν ότι έχει;

Χ.Κ.

Το ξέρανε, κάποιος τον πρόδωσε ότι είχε δύο. Προδότες. Και άκουσα τη μάνα μου που έκλαιγε, έκλαιγε πολύ. «Τι θα κάνω;» έλεγε. Ήταν κι άρρωστη, την πονούσε το στήθος της κι αυτά, και έκλαιγε. Αυτό το θυμάμαι. Έκλαιγε πολύ: «Τι θα κάνω με έξι παιδιά;» έλεγε η μάνα μου. Ναι, μα φυλακή… Ο πατέρας μου θα πήγαινε στα χωράφια, κάτι θα έφερνε, κάτι θα έκανε, να φάμε, γιατί ήμασταν οικογένεια, δεν ήμασταν… Και ήταν όλοι φτωχοί τότε. Μετά τον πόλεμο ήταν όλοι οι φτωχοί, δεν ήταν κανένας να σε βοηθήσει.

Λ.Ν.

Εσείς το θυμάστε όταν τον πήραν τον πατέρα σας;

Χ.Κ.

Ναι. Και ήταν η αδερφή του –του πατέρα μου– ήταν μες στην Ηγουμενίτσα. Αυτή ήταν καλοπαντρεμένη. Ο πατέρας μου… Ο ένας βγήκε, γιατί πέρασε η… –απ’ το χωριό μας– και του λέει: «Πήγαινε στην αδερφή μου την Κατερίνα να της πεις να μου φέρει ένα παντελόνι». Αυτοί, όμως, είχανε και με τους Ιταλούς και με αυτούς, είχαν, φαίνεται, καλή… Και τους είπε η θεία μου: «Να με πάτε να πάω να δω λίγο τον αδερφό μου στα Γιάννενα» –με φορτηγό που είχαν, με τα πόδια, πώς θα πήγαινε στα Γιάννενα; Και πήρε πράγματα και πήγε. Την πήγε, την άφησε εκεί. Φώναζαν: «Ποιος είναι…» –στο επισκεπτήριο. Φωνάξανε την αδερφή του, λέει: «Ποιον θέλετε;» Λέει: «Παντελή παντελόνα». Δεν του είπε: «Θέλω τον Παντελή τον Κολιογιάννη». Αυτή η κακομοίρα, της είχε μείνει αυτό, ότι πρέπει να δει τον Παντελή να του δώσει το παντελόνι που ζήτησε.

Λ.Ν.

Έπρεπε να πει το όνομα και το επίθετο;

Χ.Κ.

Βέβαια, αφού ήταν γραμμένοι εκεί οι φυλακισμένοι. «No», της έλεγε αυτός, «Δεν υπάρχει». Έκλαιγε, η καημένη κι αυτή. «Να μην του δώσω», λέει, «λίγο φαΐ που έχω φέρει και τα παπούτσια, κάλτσες του;» –είχε πάει ρούχα, τέλος πάντων. Κάποια στιγμή, ένας Έλληνας της λέει: «Θεία Κατερίνα, τι θέλεις εσύ εδώ;» Λέει: «Θέλω τον Παντελή να του δώσω το παντελόνι και κάτι ρούχα που μου ζήτησε και δεν με αφήνει να περάσω». Το λέει στον Ιταλό. Αυτός πέθανε στα γέλια –μου τα έλεγε η ίδια αυτά, η θεία μου. Πέθανε στα γέλια, έπεσε κάτω, λέει. Γιατί ζήταγε «Παντελή παντελόνα», δεν ζήταγε το όνομα του πατέρα μου να την περάσει –γιατί ήταν επισκεπτήριο, τους αφήνανε. Πέρασε μετά, λέει, την αφήσανε, πέρασε μέσα, την αγκάλιασε αυτός… Ναι. Μετά είχε έρθει εδώ αυτή η θεία μου και μου τα έλεγε. Μου λέει: «Να σου πω μια ιστορία. Μόνο εσένα θα σ’ την πω, γιατί οι άλλοι με κοροϊδεύανε», λέει. Μετά από έξι μήνες βγήκε ο πατέρας μου. Η μάνα μου χειροτέρεψε. Είχαν έρθει οι Ιταλοί στο σπίτι μας, το ’χανε κάνει κουζίνα. Δηλαδή, ήταν ένα δωμάτιο ξεχωριστό που είχαν φούρνο, που φουρνίζανε, που μαγειρεύανε… Ήταν το κέντρο του χωριού το σπίτι το δικό μας, σου είπα. Ήταν η εκκλησία, το σχολείο, το σπίτι μας. Και θέλανε το κέντρο αυτοί, δεν θέλανε περίχωρα. Εγώ θυμάμαι έναν που μου έδινε κι έτρωγα. Μικρή, έτσι, που ήμουνα.

Λ.Ν.

Και μένανε μέσα στο σπίτι σας;

Χ.Κ.

Όχι, μόνο μαγείρευαν και φωνάζανε… Πήγαιναν και έτρωγαν και μένανε αλλού. Δεν ξέρω.

Λ.Ν.

Εσάς, σας δίνανε να φάτε;

Χ.Κ.

Ναι, μας δίνανε, τότε, αυτοί, όσο κάτσανε. Δεν κάτσανε πολύ, όμως. Δεν πρέπει να κάθισαν πολύ. Μόλις είδαν τη μάνα μου άρρωστη, μαζί με τον αδερφό της, την πήγαν στα Γιάννενα, στου Χατζηκώστα. 

Λ.Ν.

Ποιοι;

Χ.Κ.

Οι Ιταλοί.

Λ.Ν.

Οι Ιταλοί την πήγαν-;

Χ.Κ.

Ναι, μαζί με τον αδερφό της μάνας μου. Την πήγαν στου Χατζηκώστα και της κάνανε μια θεραπεία και τη φέρανε. Αλλά δεν έζησε πολύ η μάνα μου.

Λ.Ν.

Δηλαδή, σας βοήθησαν με έναν τρόπο;

Χ.Κ.

Ναι, μένανε εκεί χάμω, δεν τους κάναμε τίποτε. Οι Γερμανοί ήταν το αυτό… Οι Ιταλοί ήταν πιο καλοί. Έτσι μου λέγανε και απ’ ό,τι-

Λ.Ν.

Από τις διηγήσεις.

Χ.Κ.

Ναι, ναι. Μετά, τη θυμάμαι τη μάνα μου και άλλη μια μέρα πάλι, που ούρλιαζε, φώναζε, όρθια… Φόραγε ένα άσπρο –τότε, φόραγαν αυτά τα σεγκούνια, τα άσπρα τα φουστάνια, τα κεντητά, τα βελούδα, τα τέτοια, με γιλέκο. Τέτοια ρούχα φόραγε η μάνα μου. Και την ακούω να φωνάζει: «Σκοτώσαν τον Λευτέρη! Σκοτώσαν τον Λευτέρη!» –ο Λευτέρης ήταν πρώτος ξάδερφος και τον φέρνανε πάνω σε ένα άλογο. Τον είχαν σκοτώσει πιο κάτω, στα χωράφια, ξέρω ’γω. Ήτανε αντάρτης, αυτοί ήταν, τότε, που σκότωναν, μάλλον. Και τη θυμάμαι και τότε, με τη φωνή αυτή που έβαλε μετά. Και όταν πέθανε η μάνα μου, ήμασταν σχολείο. Σου λέω, εκεί, στο νηπιαγωγείο που πηγαίναμε. Και όταν πήγα σπίτι, βλέπω κόσμο που φωνάζανε. Αλλά η γιαγιά μου, δηλαδή, είδα και τον φούρνο που είχε φουρνίσει ψωμιά, φαγιά και τέτοια. Και ξαφνικά, πήγα να μπω μέσα και με βουτάει μια θεία μου και με παίρνει στο σπίτι της, να μην μπω μέσα να δω το… Ναι, να μη δω. Μου λέει… Δεν ήξερα τι είναι θάνατος. Δεν ήξερα. Πού να ξέρω τι είναι ο θάνατος, τώρα; 

Λ.Ν.

Πέντε χρονών ήσασταν.

Χ.Κ.

Πέντε χρονών, ακριβώς. Ναι. Πώς; Εγώ έκλεισα τα πέντε 18 Ιούνη και η μάνα μου πέθανε Σεπτέμβρη. Είχαν ανοίξει τα σχολεία. Ο πατέρας μου και οι αδερφές μου ήταν μακριά, στα χωράφια. Μάζευαν, τότε, φασόλια, σπέρναν και ρύζια και τέτοια. Αλλά με ένα –Βάλτος λεγόταν, κοντά στη Σαγιάδα, από εκεί, κοντά στα αλβανικά σύνορα. Ήταν ένας κάμπος και πηγαίνανε… Όχι, ήταν δικά μας τα χωράφια αυτά εκεί. Είχαν όλοι. Και αυτά γινόντουσαν, τότε, ήταν βαλτώδες το μέρος εκεί και βγαίναν τον Σεπτέμβριο και τα μαζεύανε.

Λ.Ν.

Και πηγαίνανε και μένανε εκεί ή πηγαινοερχόντουσαν;

Χ.Κ.

Ο πατέρας μου έμενε κι ερχόταν. Κάναμε κάτι καλύβια, έτσι, και μέναμε, γιατί πηγαίναν και τα κλέβανε οι… Και πρέπει να τα φυλάγανε κιόλας, τα… Μια φορά είχα πάει εγώ, με είχε πάρει η αδερφή μου για παρέα και είχα πάει μια φορά κι εγώ.

Λ.Ν.

Εξού και ο πατέρας σας είχε τα τουφέκια; Γι’ αυτό τα είχε;

Χ.Κ.

Τότε, όλοι είχανε. Τους τα είχανε δώσει για τον πόλεμο, να τα έχουν, κατάλαβες; Δεν τα είχε γι’ αυτό. Και θυμάμαι πάλι, όταν ήρθαν –ερχόντουσαν. Πήγαν και τους ειδοποίησαν ότι πέθανε η μάνα μου. Οι αδελφές μου, σου λέω, η μία ήταν δεκαπέντε, η άλλη ήταν δώδεκα και αυτές οι δύο, νομίζω, ήταν με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν ήταν και η τρίτη –δεν θυμάμαι– η αδερφή μου. Ήρθαν εκεί, άκουσα φωνές, αλλά με βούτηξε μια θεια μου εμένα, τον αδερφό μου, τον πιο μικρό κι αυτά, μας πήρανε. Και τώρα, τι να σου πω; Δεν κατάλαβα.[00:10:00] Αλλά μετά, όμως, την έψαχνα τη μάνα μου. Την ήθελα. Δεν μπορούσα να καταλάβω που μου λέγανε: «Πέθανε». Τι ήταν το «πέθανε»; Δεν ήξερα. Μου είπαν ότι: «Η μάνα σου πέθανε», αλλά δεν μπορούσα να το καταλάβω ότι πέθανε. Οι πιο μεγάλοι το ξέρανε.

Λ.Ν.

Δεν έγινε κηδεία;

Χ.Κ.

Ναι, έγινε, αλλά εγώ δεν την είδα. Δεν μας αφήσαν εμάς να πάμε, καθόλου. Έγινε.

Λ.Ν.

Δεν πήγατε.

Χ.Κ.

Εμάς, τα μικρά, όχι. Μετά, όμως, που έμαθα κι εγώ που είναι –γιατί ήταν πολύ κοντά το νεκροταφείο– πήγαινα κι έκλαιγα και της έλεγα: «Γιατί σε σκέπασαν με το χώμα;» Ναι, τι να έκανα; Πες μου εσύ. Πήγαινα μόνη μου. Έπαιρνα κάνα λουλουδάκι και πήγαινα εκεί και έλεγα: «Γιατί σε βάλανε εδώ;» Γιατί δεν ήξερα τι είναι ο θάνατος. Καθόλου, με τίποτα. Δηλαδή, πώς να σου πω; Ο κόσμος τότε, ήταν πολύ πίσω. Και στα χωριά μας, φοράγανε –μόλις πήγαινες δέκα-δεκαπέντε χρονών, ξέρω ’γω– έπρεπε υποχρεωτικά να το βάλεις το μαντίλι στο κεφάλι και να ντυθείς με σκούρα ρούχα. Ήταν οι Τούρκοι. Είχαμε τούρκικο χωριό, εκεί, δίπλα. Τορετσάτι λεγότανε. Και ένα βράδυ αυτοί –ήμουν πιο μεγάλη τότε– φύγανε, εξαφανιστήκανε. Δεν ξέρω γιατί, φύγανε και τα αφήσανε και φύγανε. Ο διωγμός που έγινε τότε, με τους αυτούς. Και πήγανε όλοι και πήρανε πράγματα απ’ τους Τούρκους. Ήτανε νοικοκυραίοι, σπίτια-

Λ.Ν.

Αλλά, να σας πω, ήταν χριστιανοί στο χωριό ή όχι;

Χ.Κ.

Εμείς, ναι, ορθόδοξοι χριστιανοί. Δεν κάναμε Πάσχα ποτέ νύχτα, κάναμε το πρωί, γιατί φοβόντουσαν μην έρθουν και μας πιάσουν τη νύχτα, δώδεκα τη νύχτα, και μας σκοτώσουν. Γιατί ήταν ακόμα –σου λέω– ανταρτοπόλεμος. Εμένα, η γιαγιά μου βρήκε ένα φόρεμα από Τουρκάλα για το σώμα μου και μου το φόρεσε. Το φόρεσα και πήγαμε να αλέσει σιτάρι –η μάνα της μάνας μου. Θα ήμουν εφτά-οχτώ χρονών; Τόσο πρέπει να ήμουν. Εν τω μεταξύ, φυλάγαν οι δικοί μας και της φωνάζουν της γιαγιάς μου: «Γριά Σταύραινα, πάρ’ το κορίτσι και βγάλ’ του το φόρεμα μη σ’ το αρπάξει κάνας Τούρκος! Τι της το φόρεσες;» «Ω!» λέει η γιαγιά μου, η κακομοίρα. «Γύρνα πίσω», της λέει, «άμα δεν έχεις κάτι άλλο». Η γιαγιά μου φόραγε –φοράγαν– δύο φουστάνια. Έβγαλε το ένα, η κακομοίρα, με έβαλε σε μια άκρη, μου το φόρεσε, μου ’βαλε και ένα σκοινί και μου το ’δεσε. «Τώρα προχώρα και μη φοβάσαι, φυλάμε εμείς. Τι της το ’βαλες αυτό της κοπέλας;» της λέει. Το θυμάμαι, γιατί ήμουνα μεγαλούτσικη, δεν ήμουνα-

Λ.Ν.

Φοβόντουσαν μη σας κλέψουν; 

Χ.Κ.

Ναι, γιατί είχαν κλέψει πολλά παιδιά οι Τούρκοι. Παραφύλαγαν. Δεν είχαν φύγει όλοι. Ήταν ακόμα Τούρκοι. Ναι.

Λ.Ν.

Και κλέβανε παιδιά;

Χ.Κ.

Ναι, παίρναν. Εμένα, τώρα, αν με βλέπαν με αυτό το φουστάνι το τούρκικο που μου είχε βάλει η γιαγιά μου, θα με παίρνανε. Σου λέει: «Δικιά μας είναι αυτή». Γιατί είχαν μείνει και κόσμος πίσω. Της φώναξε: «Γριά Σταύραινα» –Σταύρο λέγαν τον παππού μου. «Γριά Σταύραινα» «Ορίστε», του λέει η γιαγιά μου. Το θυμάμαι αυτό, γιατί ήταν, πώς να σου πω; Ναι. «Βγάλ’ της κοπέλας το φόρεμα», της λέει, «γρήγορα, μη σ’ την αρπάξει κανένας!» Και μόλις με… Έβλεπε αυτός, εμείς δεν τον βλέπαμε, αλλά αυτός έβλεπε. Και πήγαμε στον μύλο, μετά γυρίσαμε, μας φύλαγαν. Μας φύλαγαν, βέβαια. Φύλαγαν όλο το χωριό. Το βράδυ, τις μεγάλες κοπέλες, δηλαδή, την αδερφή μου, τις δύο αδερφές μου τις μεγάλες και όλο το χωριό, τις παίρνανε και τις πηγαίναν σε μια σπηλιά και τις φύλαγαν την νύχτα. Γι’ αυτό είχαν και τα πιστόλια. Γιατί μπαίνανε μες στο σπίτι και τις παίρνανε. Τις βιάζανε και τις αφήνανε.

Λ.Ν.

Τώρα, ποιοι;

Χ.Κ.

Αυτοί, στην οπισθοχώρηση. Γινότανε πολλά τότε. Είχαν μείνει πίσω πολλοί. Ήτανε ο εμφύλιος. Και ο εμφύλιος ήτανε.

Λ.Ν.

Και παίρναν τα κορίτσια και τα πηγαίναν στη σπηλιά;

Χ.Κ.

Τα κρύβανε, τα κρύβανε, για να μην αυτό. Και λέω: «Πάρτε με κι εμένα», τους είπα εγώ ένα βράδυ. «Πού πηγαίνετε εσείς τέτοια ώρα; Να έρθω κι εγώ;» «Πέσε, κοιμήσου, τσακίσου εσύ, εκεί», μου λένε. «Δεν σε πειράζει κανένας εσένα».

Λ.Ν.

Επειδή ήσασταν παιδάκι;

Χ.Κ.

Ήμουνα μικρή. Τα μικρά τα παιδιά δεν τα πειράζαν μάλλον, ναι.

Λ.Ν.

Οι Γερμανοί ήρθαν ποτέ στο χωριό;

Χ.Κ.

Ναι, ήρθαν. Αυτοί κάψαν το σχολείο, κάψαν το γραφείο του χωριού, κάψανε… Ο παππούς μου, που ήξερε γράμματα, μαζί με έναν άλλον, συνεδρίαζαν στο σπίτι του τι θα κάνουν, πώς θα απελευθερωθούν, πώς θα κάνουν. Και έπρεπε να πάνε, να περάσουν το ποτάμι, να πάνε σε έναν σαν κι αυτουνού, σαν και τον παππού μου, ας πούμε, που θέλανε την απελευθέρωση, να του πουν αυτά κι αυτά. Δεν δίνανε γράμμα, γιατί φοβόντουσαν μην τους το πάρουν και προδοθούν. Αλλά όταν μαζεύτηκαν στο σπίτι του παππού μου και μιλήσανε, ήταν ένας –πώς το λένε;– σπιούνος. Δεν τον ξέρανε ότι ήτανε προδότης. Και πήγε εκεί και του το ’πε και στον δρόμο που πηγαίνανε, ο αδερφός της μάνας μου και ο γιος αυτουνού, τους κόψαν το κεφάλι και τους ρίξαν στο ποτάμι. Και ήταν νιόπαντρος ο αδερφός της μάνας μου. Θυμάμαι που έκλαιγε η μάνα μου και έλεγε –ήταν νοσοκόμος στον στρατό– και έλεγε: «Τώρα ποιος θα μου αλλάξει τις πληγές μου;» που της είχαν κάνει, τότε, οι γιατροί στα Γιάννενα. Ναι. Και είχε ένα παιδάκι, δύο χρονών; Και πιο μικρό. Και δεν τον βρήκαν ποτέ αυτόν. Τους κόψαν τα κεφάλια και τους πετάξαν στο ποτάμι. Έχουμε τον Καλαμά εμείς, το ποτάμι, εκεί. Και για να περάσεις τότε από εκεί, ήταν δύσκολα. Φυλάγανε οι Αλβανοί, αυτοί, ξέρεις, τότε, ήταν και… Έχουμε και την Αλβανία πολύ κοντά εμείς. Πάρα πολύ κοντά. Με τα πόδια πας, άμα θέλεις.

Λ.Ν.

Τον μπαμπά σας τον θυμάστε όταν γύρισε από τη φυλακή;-

Χ.Κ.

Ναι, τον θυμάμαι. Ο πατέρας μου άργησε πολύ να πεθάνει. Ο πατέρας μου πέθανε… Ναι, τον θυμάμαι.-

Λ.Ν.

Όχι, όταν γύρισε από τη φυλακή.-

Χ.Κ.

Ναι, ναι, τον θυμάμαι. Μικρή ήμουν, αλλά τον θυμάμαι, έτσι…

Λ.Ν.

Χαρά στην οικογένεια.

Χ.Κ.

Βέβαια. Ήρθε. Γιατί πατέρας μου σηκωνόταν τέσσερις τη νύχτα και πήγαινε. Θα μάζευε δύο ελιές, δύο αχλάδια, δυο… Κάθε εποχή έφερνε στο σπίτι πράγματα. Και αγριογούρουνο είχε βρει, το είχε σκοτώσει, και κουνέλια –πώς να σου πω; Λαγούς κι αυτά, μπορεί… Είχε ένα άλογο και γύριζε, ο κακομοίρης. Ό,τι βρίσκανε, πώς να σου πω, δηλαδή; Γιατί μετά τον πόλεμο δεν είχαμε τίποτα. Τα είχαν φάει όλα οι Γερμανοί προπαντός, αυτοί. Βέβαια. Αυτοί πηγαίνανε στην Κόνιτσα το καλοκαίρι με τα πρόβατα και βάζανε το τυρί, εκεί, σε βαρέλια –γιατί σε μια χαράδρα είχε χιόνι, χειμώνα-καλοκαίρι εκεί– και πήγαιναν και τα πρόβατα εκεί και βάζαν το τυρί και ερχόντουσαν απ’ τα Γιάννενα και το παίρνανε. Το πουλάγανε, ναι. Γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν τα πρόβατα εκεί, στα χωριά μας, τόσα πολλά πρόβατα. Δεν είχαμε νερό, πρώτα πρώτα. Εκεί είχε πού να βάλουν και το τυρί. Και πηγαίνανε, περπατάγανε μέρες, περπατάγανε-

Λ.Ν.

Α, ήτανε μέρες-

Χ.Κ.

Ναι, βέβαια, δεν είχαν αυτοκίνητο τότε να φυλαχτούνε. Πηγαίνανε. Δεν πέρναγε αυτοκίνητο.

Λ.Ν.

Γαϊδούρια, τέτοια, είχαν;

Χ.Κ.

Είχαν άλογα, είχαν. Ο πατέρας μου είχε ένα άσπρο άλογο, το θυμάμαι.

Λ.Ν.

Είχε όνομα το άλογο;

Χ.Κ.

Δεν θυμάμαι πώς το λέγανε, αλλά ο πατέρας μου πέθανε την άλλη μέρα του Αγίου Δημητρίου. Πήρε τηλέφωνο να πει «χρόνια πολλά» στον άντρα μου, τον λέγανε Δημήτρη –όχι σε σπίτι, δεν είχα τηλέφωνο. Απέναντι, στο ψιλικατζίδικο, και με φώναζε. Και πήρε και στον αδερφό μου και πήρε το άλογο να πάει στο χωράφι. Και στο χωράφι, πήγε να δέσει το άλογο και πέθανε. Εβδομήντα τριών χρονών. Στο χωράφι, έτσι. Με το καπίστρι, που λένε, αυτό το…

Λ.Ν.

Μπαμ και κάτω;

Χ.Κ.

Μπαμ και κάτω, ναι. Ένας ανιψιός του που είχε το μπακάλικο, λέει: «Μπα, ο θείος μου κοιμάται στον ήλιο, δώδεκα η ώρα το μεσημέρι;» Και αυτό το άλογο έκανε γύρω, γύρω, γύρω και μούγκριζε. Μούγκριζε! Άκου να δεις, τα ζώα, λέω, τι αυτό που έχουν… Και σταματάει, πάει εκεί, τον βρίσκει πεθαμένο τον πατέρα μου. Βέβαια, αφού είχε πεθάνει απ’ το πρωί που είχε πάει εκεί, στο χωράφι. Ήταν Οκτώβρης. Η μάνα μου πέθανε Σεπτέμβριο, ο πατέρας μου Οκτώβρη. Θυμάμαι που εγώ είχα πάει στην αδερφή μου, γιατί είχε κι αυτή Δημήτρη –επειδή είχαμε χάσει τον αδερφό μου, τον λέγανε Δημήτρη. Τη μια μέρα γιόρταζε ο άντρας μου, την άλλη μέρα είχα φύγει, είχα πάει στην αδερφή μου. «Με πήρε ο πατέρας», της λέω, «και μου είπε και “χρόνια πολλά”». Και καθόμασταν εκεί. Μια ξαδέρφη μου έρχεται και μου λέει: «Έλα γρήγορα να φύγετε, να πάτε στο χωριό. Πέθανε ο πατέρας σου» «Πώς πέθανε ο πατέρας μου; Εγώ μίλησα», της λέω, «με τον πατέρα μου». «Τσακίσου!», μου λέει αυτή, «Προχώρα!» Ερχόμαστε και, πράγματι, ετοιμαστήκαμε. Αυτός ο αδερφός μου που είχε έρθει φαντάρος και ήταν να τον ρίξουν απ’ τα αλεξίπτωτα, εκεί, σ’ αυτό ήτανε… Ήταν στο Μεγάλο Πεύκο και πήγαμε και τον πήραμε κι αυτόν, μας τον δώσαν –γιατί προτού ορκιστεί τότε, δεν τον δίνανε.

Λ.Ν.

Ποιοι δεν τον δίνανε;

Χ.Κ.

Προτού ορκιστεί τότε, δεν τους δίνανε, αλλά λόγω θανάτου μας τον δώσανε κι αυτόν και πήγαμε. Ναι, τον θυμάμαι τον πατέρα μου. Και που ήρθε τότε, και που –δεν σου είπα που πέθανε η μάνα μου, που ήρθε και φώναζε, θυμάμαι, κι έβγαλε και το καπέλο του. Όλοι έτσι κάνανε, όταν πέθαινε… Φοράγανε καπέλο. Ο παππούς μου, όμως, φόραγε ένα στρογγυλό, γιατί ήταν στα δικαστήρια και φόραγε εκείνο που φοράνε στον Άρειο Πάγο. Εγώ, όμως, δεν το ήξερα και έλεγα: «Γιατί φοράει; Δεν έχει τέτοιο καπέλο;» Ενώ οι άλλοι φόραγαν, ξέρεις, αυτά τα καπέλα, τα χωριάτικα, τα…

Λ.Ν.

Και όταν πέθανε η μάνα σας, λέτε, ήρθε ο μπαμπάς σας και έβγαλε το καπέλο του;

Χ.Κ.

Ναι, το θυμάμαι, ήμουν εκεί, σου λέω. Βγήκα και ήμουν εκεί. Αλλά, όταν χτύπησε η καμπάνα, μαζεύτηκε ο κόσμος –γιατί εκεί, ξέρεις, χτυπάει καμπάνα. Πώς να το μάθεις στα χωριά; Και, ότι είχα βγει, βλέπω και ερχόταν ο πατέρας μου με τις αδερφές μου και μπαίνει… Ήταν μέσα η γιαγιά μου, οι αδερφές της, αυτές, αλλά το χωριό δεν ήξερε ακόμα. Έπρεπε να χτυπήσει η καμπάνα για να… Και [00:20:00]βλέπω τον πατέρα μου και μπαίνει μέσα και βγάζει το καπέλο για να την προσκυνήσει –πώς το λένε;– τη μάνα μου. Και φώναζε. Και οι αδερφές μου. Εγώ ήμουνα μικρή, σου λέω, δεν καταλάβαινα. Σου είπα, δεν κατάλαβα, δεν ήξερα τι είναι ο θάνατος. Δεν ήξερα.

Λ.Ν.

Είχατε μοιρολόγια εκεί, που τον κλαίτε τον νεκρό και τέτοια; 

Χ.Κ.

Μοιρολόγια! Και τώρα ακόμα. Όχι πολύ τώρα, αλλά οι παλιές μοιρολογάγανε, πολύ. Ήθελες, δεν ήθελες, πέθαινες στα κλάματα. Αλλά τη μάνα μου τη θυμάμαι μόνο δυο-τρεις φορές. Και τη θυμάμαι και που –έφερνε τα γάλατα ο πατέρας, τότε. Έφερνε γάλα και το χτύπαγε στο –«βλάντα» το λέγανε αυτό. Ένα με ένα αυτό και το χτύπαγε, έβγαζε το βούτυρο και μετά το έφτιαχνε πίτες. Γιατί εμείς τρώγαμε πολλές πίτες στα χωριά. Τρώγαμε γαλατόπιτες, σπανακόπιτες, κοτόπιτες, πολλές, πολλά τέτοια. Το κρέας, το χοιρινό, δεν το τρώγαμε ποτέ, γιατί δεν είχαμε χοιρινά εμείς εκεί πέρα. Δεν τρώγαμε το μοσχάρι, επειδή τα μοσχάρια τα πηγαίναμε και αλέθαν στα χωράφια και δεν το τρώγαμε καθόλου. Τρώγαμε το αρνί, το κατσίκι, ψάρια –ο πατέρας μου πήγαινε κι έπιανε ψάρια, σαββατοκύριακα πήγαινε στη θάλασσα, μαζί με άλλους. Δύο καλάθια. Πήγαινε απ’ το Σάββατο και έφερνε δύο καλάθια με ψάρια.

Λ.Ν.

Δεν ήταν μακριά η θάλασσα;

Χ.Κ.

Όχι, πολύ κοντά η θάλασσα είναι, στην Ηγουμενίτσα. Η Ηγουμενίτσα έχει θάλασσα.

Λ.Ν.

Σωστά.

Χ.Κ.

Αφού έχει γίνει η Εγνατία. Ναι. Και έφερνε πολλά ψάρια. Και δεν είχαμε ψυγεία και τα μοίραζε μετά. 

Λ.Ν.

Τα πουλούσε; 

Χ.Κ.

Όχι, όχι, τα μοίραζε. Δεν τα πουλούσε. Τι να πουλήσει;

Λ.Ν.

Και τα ψάρευε μόνος του;

Χ.Κ.

Μόνος του, μαζί με άλλους κάνανε, ξέρω ’γω, πιάνανε πολύ το λαβράκι και, έτσι, ψάρια μεγάλα. Πιάνανε, πιάνανε, έφερνε ψάρια, όποτε αυτό, πηγαίναν, τι να κάνουν; Τι θα τρώγαμε; Φέρνανε. Αυτά τα φαγιά τα τρώγαμε. Έκαναν πίτες, μάζευαν στους κήπους τέτοια… Στα χωριά, άμα θέλανε, βρίσκανε. Και ζυμώνανε μια φορά τη βδομάδα όμως. Κάνανε δέκα καρβέλια τέτοια, δώδεκα, και είχαμε ψωμί για όλη τη βδομάδα. Σε μια σκάφη μέσα, στην ξύλινη σκάφη, θυμάμαι, το σκεπάζαν το ψωμί και έκοβες τις φέτες που ήθελες και θα φας αυτό το ψωμί, ας πούμε, της βδομάδας. Αλλά δεν χάλαγε. Δεν χάλαγε, ήτανε… Πλέναν το στάρι, το απλώναν έξω, το καθαρίζαν, το απλώναν, το πλένανε καλά και μετά πηγαίναμε στον μύλο για να το αλέσουμε, για να έχουμε… Και της έλεγα μια φορά της γιαγιάς μου: «Ρε γιαγιά, γιατί κάθε τόσο;» «Παιδί μου, χαλάει. Πιάνει σκουλήκι το αλεύρι. Ενώ ένα τσουβάλι θα το καταναλώσουμε γρήγορα». Ένα τσουβάλι, τώρα… Πηγαίναμε δυο τσουβαλάκια και γινόταν ένα μεγάλο. «Άμα αλέσουμε πιο πολύ, θα πιάσει σκουλήκι και δεν θα τρώγεται». Ναι. Είχε περιπέτειες μεγάλες. Εκείνη η γιαγιά μου, σκοτώθηκε κι ο άλλος ο γιος της στον πόλεμο, στην οπισθοχώρηση, πέθανε η μάνα μου…

Λ.Ν.

Εσείς πεινάσατε, μπορείτε να πείτε, στα χρόνια της-

Χ.Κ.

Να σου πω την αλήθεια, πεινάσαμε μετά. Εγώ κατάλαβα μετά την πείνα. Μικρή που ήμουνα, δεν την κατάλαβα, για να είμαι ειλικρινής, αλλά μετά την κατάλαβα πολύ.

Λ.Ν.

Τα κρύβατε τα φαγητά για να μην σας τα πάρουν;

Χ.Κ.

Όχι, δεν τα κρύβαμε. Εγώ βγαίνω μια φορά απ’ το σχολείο και πάω, ήταν η μητριά μου εκεί, της λέω: «Πεινάω». Γιατί πηγαίναμε πρωί-απόγευμα σχολείο, λόγω και της γλώσσας κιόλας, αλλά πρωί-απόγευμα. Λίγο μας αφήναν το μεσημέρι, ξαναπηγαίναμε. Της λέω: «Πεινάω» –δεν ήξερε ελληνικά, της τα έλεγα αρβανίτικα. Πάει και μου κόβει ένα κομμάτι μπομπότα. Φέρνανε τα –στον βάλτο που θερίζανε– φέρναν τα καλαμπόκια, αλλά μαζί με την αυτή, και τα βάζαν σε μια γωνία για να τα βγάλουν μετά το τέτοιο, για να τα βγάλουν τον σπόρο, καλαμπόκι. Της λέω: «Βάλε μου λίγο ζάχαρη, δεν μπορώ να το φάω έτσι». Το θυμάμαι. Ήμουν δέκα χρονών. Μου λέει: «Δεν έχει ζάχαρη, έτσι θα το φας». Το κόβω έτσι, στη μέση, ήταν ένα σκουλήκι, τόσο. Είχε φύγει απ’ το καλαμπόκι και είχε πάει… Της λέω: «Αυτό έχει σκουλήκι». «Πέτα το, είναι από το καλαμπόκι. Το καλαμπόκι γιατί το τρως όταν το ψήνεις;» μου λέει. Τι να την κάνω; Έφυγε, κάπου πήγε. Έκατσα κι έκλαιγα. Ναι. Φωνάζει πάλι ο παππούς μου –ήταν απέναντι τα σπίτια: «Πήγαινε πάρε το παιδί», της λέει, «γιατί πεινάει, να του βάλεις να φάει». Ήρθε πάλι η γιαγιά, με πήρε. Δεν ήθελε ο πατέρας μου, όμως, να μας παίρνουμε.

Λ.Ν.

Δεν ήθελε; Γιατί;-

Χ.Κ.

Όχι, γιατί σου λέει: «Γιατί να τα πάρει; Αφού εγώ πήρα γυναίκα να μαγειρεύει, να τρώνε». Αυτός νόμιζε ότι αυτή μας περιποιόταν, πώς να σου πω, δηλαδή; Κατάλαβες; Μου έβαλε η γιαγιά μου, έφαγα. Είχανε τυριά αυτοί, είχανε τον τρόπο.

Λ.Ν.

Ευτυχώς που μένατε απέναντι.

Χ.Κ.

Ναι, απέναντι. Ό,τι γινόταν… Άμα άκουγαν και κλαίγαμε, ερχόταν αμέσως η γιαγιά μου. Η αδερφή μου –αυτή που έχω χάσει, έχει πεθάνει– πήγαινε στην αδερφή της μάνας μου. Είχε στην ηλικία της, κι αυτή, μια κόρη και πήγαινε εκεί. Αυτή έφτιαχνε, η θεία μου, γαλατόπιτες κι αυτά. Και μια μέρα, πήγαινε στα μισά του δρόμου –πρωί φεύγαν, πηγαίναν σε ένα βουνό και κόβαν ξύλα για το τζάκι τον χειμώνα και για-

Λ.Ν.

Ο πατέρας σας ή οι παππούδες;

Χ.Κ.

Όχι, οι αδερφές μου. Όλες οι γυναίκες του χωριού. Με κασάρια, αυτά που θερίζουν, πώς τα λέγαν αυτά; Μήπως ξέρω και πώς τα λέγανε;

Λ.Ν.

Πριόνια;

Χ.Κ.

Όχι, όχι, ήταν ένα πράγμα, έτσι, που κόβαν τα ξύλα, ένα στρογγυλό. Κόβαν τα ξύλα, τα φορτώνανε και στα μισά του δρόμου βγαίναν οι μανάδες και τις ξεφορτώναν λίγο, τους παίρναν τα μισά. Και μια μέρα, της λέω της θείας μου: «Να ’ρθω κι εγώ να βοηθήσω την Ελένη;» «Έλα να σε πάρω», μου λέει. «Τι να βοηθήσεις, τρομάρα σου;» να πει. Εγώ είχα πάθει και αδενοπάθεια, άνοιγε η μύτη μου. Ήμουνα, πώς να σου πω, ήμουνα τόση, δεν μεγάλωνα. Ναι, δεν μεγάλωνα, δεν είχα να φάω. Εν τω μεταξύ, και ένα μυστήριο πράγμα, που δεν ήθελα το γάλα. Παρόλο που πείναγα, δεν ήθελα το γάλα.

Λ.Ν.

Από μικρό;

Χ.Κ.

Ναι. Και τώρα, το γάλα με πειράζει. Δεν με πείραζε, αλλά δεν ξέρω γιατί. Και έφερνε ο πατέρας μου, μού έφερνε γάλα, το ζέσταινε και το βάζαμε σε όλους να φάνε. Το δικό μου το μερίδιο το έπαιρνε η αδερφή μου, αυτή.

Λ.Ν.

Και με το νερό, που είπατε ότι δεν είχατε νερό;

Χ.Κ.

Ναι, πηγαίναν στη βρύση με βαρέλες. Ένας κατήφορος. Πηγαίναμε στη βρύση, φέρναμε νερό. Μια μέρα –ήταν στο θέρος η Ελένη, οι αδερφές μου οι μεγάλες και ο πατέρας– η μητριά μου ήθελε κρύο νερό. Μου λέει: «Θα πας να φέρεις κι εσύ λίγο νερό. Όλες πάνε, γιατί δεν πας εσύ;» –στην ηλικία σου, ας πούμε, στην ηλικία μου. «Να πάω», της είπα εγώ. Μου φορτώνει τη βαρέλα, άδεια η βαρέλα, ένα αυτό. Κατέβηκα κατήφορο. Έρχεται μία απ’ τα χωράφια, μου λέει: «Πού πας;» Λέω: «Να πάρω λίγο νερό». «Ποιος σε στέλνει για νερό εσένα;» –γιατί όλες πηγαίνανε, δεν ήμουνα… Λέω: «Μου τη φόρτωσε…» –«μάνα», δεν την είπαμε, ούτε «θεία». «Πάσκα». Πασχαλινή τη λέγανε, Πάσκα. Την έφερε ο πατέρας μου μετά από έναν χρόνο στο σπίτι και παντρεύτηκαν κι αυτά, κανονικά. Είπανε οι συγγενείς του πατέρα μου: «Θα τη φωνάζετε ή “θεία” ή “μάνα”». Με τίποτα! Έγινε μια φασαρία τότε. Ήμουν έξι χρονών, το θυμάμαι πιο καλά. Μετά από ένα χρόνο παντρεύτηκε ο πατέρας μου, γιατί είχε μικρά παιδιά, να τα κοιτάξει, ρε παιδί μου. «“Πασχαλινή”, άμα θέλει. Άμα δεν θέλει, φεύγουμε κι από το σπίτι». Και δεν την είπαμε ποτέ ούτε «θεία» ούτε «μάνα». Το όνομά της, Πάσκα.

Λ.Ν.

Όλα τα παιδιά; 

Χ.Κ.

Όλα, όλα. Δεν την ένοιαζε αυτή, σιγά. Μήπως είχε πρόβλημα, κιόλας; Σιγά…

Λ.Ν.

Να σας πω, και λέγατε ότι κατεβαίνατε και σας σταματάνε, «Ποιος σας έστειλε;» «Η Πασχαλινή».

Χ.Κ.

Ναι, είπα εγώ: «Με έστειλε η Πάσκα». Μου λέει: «Κοίτα μη φορτώσεις την βαρέλα! Δεν κάνει» «Γιατί δεν κάνει;» της λέω. «Είσαι άρρωστη, παιδάκι μου», μου λέει, «δεν καταλαβαίνεις;» Επειδή άνοιγε η μύτη μου και είχα πάθει και αδενοπάθεια, μου λέει: «Είσαι άρρωστο, δεν κάνει». «Καλά», της λέω. Πάω στη βρύση. Αυτή πάει στο χωράφι, το λέει της Ελένης, της αδελφής μου. Της λέει: «Έλα να σου πω. Έτσι κι έτσι η Πάσκα έχει κάνει. Φόρτωσε τη βαρέλα της Χρυσάνθης και θα την πάει. Μην πέσει», της λέει, «και σκοτωθεί ή σπάσει κανένα πόδι, κανένα χέρι». Μου βάλανε, εκεί, κάτι άλλες που ήταν, γυναίκες, εκεί. Μία βρύση είχαμε για κρύο νερό. Άλλο το ποτάμι. Πηγαίναμε, πλέναμε στο ποτάμι, απλώναν τα ρούχα, αυτά. Αλλά νερό για να πιούμε, ήταν αυτή η βρύση, εκεί. Ήταν κανονική δεξαμενή, σκεπασμένη, και ερχόταν από ψηλά, από βουνό.

Λ.Ν.

Και περιμένατε στη σειρά; 

Χ.Κ.

Όχι, μου βάλανε νερό εμένα, μισή βαρέλα, μου τη φορτώσαν και πήγαινα εγώ σιγά σιγά. Έρχεται η Ελένη, με προλαβαίνει, μου δίνει κι ένα χέρι ξύλο, παίρνει τη βαρέλα, πάει στο σπίτι…

Λ.Ν.

Ξύλο γιατί σας έδωσε;

Χ.Κ.

Γιατί δεν έπρεπε να πάω. Να της πω «όχι», λέει, και να φύγω απ’ το σπίτι. Και παίρνει τη βαρέλα, που λες, και την πάει και της την πετάει. Χύνει και το νερό και την έβαλε με τις πέτρες μέσα. Αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε, γιατί θα την έδερνε ο πατέρας μου το βράδυ. Θα γινόταν φασαρία, οπωσδήποτε. Και πήγε στη θεία μου. Την άλλη μέρα, ο πατέρας μου πιάνει τον άντρα της θείας μου και του λέει: «Θα σε παρακαλέσω πολύ», του λέει, «να μη μαζεύεις τα παιδιά μου στο σπίτι σου». Του λέει αυτός: «Για άκου να σου πω, Παντελή! Σ’ εσένα πάει, σου φέρνει τα ξύλα απ’ το βουνό, εσύ την παίρνεις για θέρος, εσύ την παίρνεις, σου κάνει τις δουλειές, σου κάνει το ένα, σου κάνει καλό… Δεν έρχεται σ’ εμένα», του λέει, «για να μου κάνει δουλειά. Εγώ την κοπέλα δεν τη διώχνω απ’ το σπίτι. Θα έρθει όποτε θέλει, και θα φάει και θα κοιμηθεί. Σε παρακαλώ πάρα πολύ», του λέει. Τέλος πάντων-

Λ.Ν.

Δεν την συμπαθούσε κανείς στο χωριό τη μητριά;

Χ.Κ.

Την συμπαθούσαν οι συγγενείς του πατέρα μου. Αυτοί τη θέλανε. Δεν ξέρω τι είχανε… Ποιος τους ξέρει, τώρα, τι…. Δεν είχαν και τίποτε μ’ εμάς, αλλά τη συμπαθούσαν όμως. Όταν πέθανε η μάνα μου, πιάσανε… Είχε τη στολή της την κόκκινη όλα, αυτά, είχε μέσα, ούτε ταυτότητα… Είχε και ταυτότητα μέσα, που είχαν τότε, αυτά, και δεν έχουμε ούτε φωτογραφία. Τα πήραν και τα βά[00:30:00]ψαν όλα για να φορέσουν οι αδερφές μου. Ακόμα και σ’ εμένα βάλανε μαύρο. Έτσι ήταν τότε.

Λ.Ν.

Τι βάψανε; Τα ρούχα;

Χ.Κ.

Τα ρούχα της, για να τα φορέσουν οι αδερφές μου. 

Λ.Ν.

Της μαμάς σας;

Χ.Κ.

Ναι. 

Λ.Ν.

Τα βάψανε μαύρα; 

Χ.Κ.

Μαύρα, ναι. Και κάηκε η ταυτότητα, θέλω να σου πω, και δεν είχαμε τίποτε.

Λ.Ν.

Από το χρώμα καταστράφηκε;

Χ.Κ.

Βράσανε τα ρούχα, τα βάψανε.

Λ.Ν.

Τα βράζανε.

Χ.Κ.

Ναι, τα βράζανε. Έτσι βαφόντουσαν τα ρούχα τότε. Με μπογιές, μαύρα, τα βάψανε και δεν είχαμε τίποτε. Ούτε στη φωτογραφία να τη δούμε, καθόλου, τη μάνα μου, πια.

Λ.Ν.

Οπότε, πάει, δεν έχετε πια-

Χ.Κ.

Τίποτα, καθόλου, τη μορφή της. Γιατί, άμα έχεις φωτογραφία και… Τώρα, ο αδελφός μου έχει πενήντα εφτά χρόνια που έχει πεθάνει κι εγώ τον έχω και σε άλλες φωτογραφίες, όχι μόνο εκεί. Σε πολλές που ήμασταν. Και Πάσχα, που γυρίζουμε αρνί εδώ, έξω, κι αυτά… Και μετά, κάποια μέρα, την πήρε ο πατέρας μου με το άλογο και πήγαν στο χωριό της μητριάς μου. Η αδερφή μου, η Αθηνά –οι δύο οι αδελφές μου… Είχε μπαούλο και το είχε κλειδωμένο. Ούτε αυγό, μόνο το αλάτι και το ψωμί άφηνε έξω. Δεν άφηνε τίποτα άλλο έξω. Όχι, τίποτα. Όλα τα κλείδωνε σε ένα μπαούλο.

Λ.Ν.

Γιατί;

Χ.Κ.

Γιατί δεν ήθελε να… Τα κλείδωνε, έτσι ήθελε. Και τι δεν είχε σε αυτό το μπαούλο! Το ανοίγει η αδερφή μου, το έσπασε, την κλειδαριά. Το ανοίγει και πήραν… Μέχρι σοκολάτες είχε μέσα! Τότε, είχε έρθει η UNRRA από την Αμερική και μας είχε φέρει πολλά πράγματα. Αλλά αυτή τα κλείδωσε όλα μέσα εκεί, να τα τρώει μόνη της. Είναι φοβερό. Φοβερό, σου λέω, τώρα, δεν ήτανε… Εγώ, όμως, φοβήθηκα. Λέω: «Άμα θα έρθει, θα μας δείρει». Δεν με είχε δείρει εμένα ποτέ πατέρας μου, όμως, γιατί εγώ καθόμουν πάντα στην ακρούλα. Δεν αύτωσε. Ενώ τις μεγάλες τις έδερνε, άμα… Και τα αδέρφια μου ακόμα, άμα δεν άκουγαν. Τον αδερφό μου τον μεγάλο.

Λ.Ν.

Η Πάσκα έδερνε; 

Χ.Κ.

Όχι. Αυτή; Αυτή δεν μας έδινε να φάμε και έβριζε. Δεν κόταγε αυτή να ακουμπήσει χέρι πάνω μας, γιατί θα τη χύμαγε η μία με την άλλη. Αλλά ο πατέρας μου, ναι. Ο πατέρας μου, ναι. Έριχνε, άμα δεν… Έτσι ήτανε, ξέρω ’γω, δεν ξέρω τώρα…

Λ.Ν.

Και τι έγινε με το μπαούλο;

Χ.Κ.

Πήρανε και αυγά, πήρανε σοκολάτες, μπισκότα, χαλβά –τότε ο χαλβάς… Ξέρεις, ο χαλβάς, αυτός που τρώμε. Φάγανε. Κοιτάζω απέναντι εγώ –γιατί είμαστε ψηλά στο χωριό εμείς, απέναντι απ’ το Καστρί–, λέω: «Έρχεται! Να, το άλογο! Τι θα κάνετε τώρα;» Κλείσαν το μπαούλο, εξαφανιστήκαν. Εγώ έκατσα εκεί, δεν έφυγα. Η μία η αδελφή μου πήγε –ο παππούς μου, το σπίτι από κάτω, είχε σαν υπόγειο– πήγε και κρύφτηκε εκεί. Η αδελφή μου πήγε στη θεία μου. Ήρθανε, χαμός! «Ποιος τα έκανε αυτά;» Λέω: «Δεν ξέρω, τώρα ήρθα. Ήμουνα σχολείο. Ξέρω ’γω;» «Τώρα θα δεις! Θα πάω τώρα στον…» –απέναντι, στον παππού μου– «Τώρα, θα τις σφάξω, θα τις σκοτώσω». Ο παππούς μου σηκώθηκε, του λέει: «Δεν ντρέπεσαι, ρε μασκαρά; Φύγε από δω, βρε μασκαρά! Πεινάνε τα παιδιά σου και μου λες», του λέει, «ότι σου σπάσαν το μπαούλο της Πάσκας; Μην τολμήσεις και ξαναπατήσεις και πειράξεις τα παιδιά», του λέει. Έτσι ακριβώς. Έφυγε, κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε. Ντράπηκε, με λίγα λόγια, ντράπηκε. Τώρα, το μπαούλο γεμάτο με πράγματα κι εμείς να πεινάμε; Έτσι δεν είναι; Βέβαια! Δεν είναι και λίγο αυτό.

Λ.Ν.

Ήταν φύλακας άγγελος ο παππούς και η γιαγιά…

Χ.Κ.

Ο παππούς; Μετά, τελείωσα το Δημοτικό, εντάξει. Ο αδελφός της μάνας μου, αυτός ο αδερφός της μάνας μου –ήταν κι αυτός μορφωμένος, ήταν γραμματέας σε δυο-τρία χωριά αυτός– αποφάσισε… Είχε έναν φίλο του απ’ την Κόνιτσα –η Κόνιτσα είναι στην Ήπειρο– και ήταν μαζί γραμματείς και ήταν εδώ, στην Αθήνα αυτός. Η γυναίκα του ήταν μοδίστρα, έραβε, τότε, νυφικά και τέτοια. Και κανόνισε να με φέρει αυτός στην Αθήνα, να μάθω, να γίνω μοδίστρα εγώ. Την κόρη του την έφερε να γίνει κομμώτρια κι εμένα μοδίστρα. Αλλά εγώ έπρεπε να μένω εκεί, όμως, γιατί δεν είχα τις δυνάμεις να…

Λ.Ν.

Να μένετε, τώρα, πού; Στην-; 

Χ.Κ.

Εκεί, στη μοδίστρα μέσα.

Λ.Ν.

Στη μοδίστρα μέσα.

Χ.Κ.

Ναι, ναι. Είχε κι άλλες κοπέλες αυτή. Βγήκαμε στην Κέρκυρα –πήγαινε Κέρκυρα-Ηγουμενίτσα ένα μικρό καραβάκι. Πήγαμε στην Κέρκυρα, μπήκαμε στο «Μιαούλη» –το θυμάμαι– μαζί με τον θείο μου, όμως. Κατεβήκαμε στην Πάτρα. Όχι, εδώ, στον Πειραιά κατεβήκαμε. Περάσαμε από Πάτρα μάλλον, γιατί έλεγε, τότε, «Πάτρα»… Μετά περάσαμε από τον Ισθμό της Κορίνθου.

Λ.Ν.

Πήγαινε από τη…

Χ.Κ.

Ναι, από Κέρκυρα. Από Ηγουμενίτσα στην Κέρκυρα πήγαμε με ένα άλλο καραβάκι, μικρό, που πήγαινε τότε. Και μου λέει: «Έλα να δεις εδώ πέρα» –αυτό το θυμάμαι– «τον Ισθμό». Βγήκαμε, πήγαμε στο ξενοδοχείο-

Λ.Ν.

Συγγνώμη, μεγάλο ταξίδι ήταν αυτό.

Χ.Κ.

Δύο ημερών. Μια μέρα και μια νύχτα. Πολύ μεγάλο. Δεν τρέχαν τότε.

Λ.Ν.

Είχε κόσμο μέσα;

Χ.Κ.

Γεμάτο, βέβαια. Γεμάτο, τότε, ήτανε. Φτάσαμε στην Αθήνα, πήγαμε στα… Αυτός έρχονταν συχνά, ο θείος μου, στην Αθήνα. Πάμε στο Μινιόν, σε ένα ξενοδοχείο, «Τα Ιωάννινα». Λέει: «Ένα μικρό δωμάτιο για την ανιψιά μου θέλω». Τον ξέρανε τον θείο μου, κανόνισε, με βάλανε στο δωμάτιο, ξάπλωσα. Το πρωί ξύπνησα –είχε ένα μπαλκονάκι, βγαίνω. Κόσμος! Τότε, περπάταγε πολύς κόσμος στην Αθήνα, στο Μινιόν απ’ έξω, σου λέω, εκεί. Πήγαινε κι ερχόταν ο κόσμος, πήγαινε κι ερχόταν. «Τι είναι τούτοι;» λέω εγώ. «Τούτοι δεν μιλάνε!» είπα. «Δεν μιλάνε!» Έρχεται ο θείος μου. Έκλαιγα. Μου λέει: «Γιατί κλαις, παιδάκι μου;» Του λέω: «Ρε θείε, κοίτα να δεις, δεν μιλάνε! Εμείς, στο χωριό, μιλάμε. Και στην Ηγουμενίτσα και παντού! Εδώ δεν μιλάνε. Πού θα κάτσω εγώ εδώ;» «Εκεί που θα σε πάω εγώ, θα μιλάς», μου λέει, «και θα γνωρίσεις κι άλλα κορίτσια κι αυτά. Αυτοί πάνε στις δουλειές τους και δεν γνωρίζονται, γι’ αυτό δεν μιλάνε». Σε μια πόλη, τώρα… Κόσμο να δεις, σου λέω, τώρα! Ήμουνα –πόσο θα ήμουνα; Δεκατέσσερω; Τόσο, δεκατρίω, δεκατέσσερω, τόσο ήμουνα. Και πήγαμε εκεί. Σμυρνιά ήταν αυτή. Καλή γυναίκα, πολύ. Έραβε. Είχε ένα ρετιρέ επάνω, κι απάνω –τον τελευταίο όροφο είχε– κι από πάνω είχε ένα δωμάτιο. Είχαν εκεί… Και τότε ήτανε δύσκολα, και η Αθήνα. Δεξαμενή από πάνω να γεμίζει, γιατί κοβόταν το νερό. Είχε μια μεγάλη γυναίκα, έτσι, που ερχόταν και έπλενε –δεν είχε πλυντήρια ακόμα κι έπλενε αυτή στη σκάφη.

Λ.Ν.

Αυτή πού την είχε γνωρίσει ο θείος σας; Πού την ήξερε για να σας στείλει;

Χ.Κ.

Δεν την ήξερε. Αυτόν απ’ την Κόνιτσα, τον άντρα της. Ήταν διευθυντής στο Υπουργείο Οικονομικών αυτός και τον ήξερε απ’ την Κόνιτσα, τονε γνώριζε. Ναι. Είχαν δυο παιδάκια, το ένα ήταν πέντε, το άλλο δεν θυμάμαι –το αγόρι– πόσο ήταν. Το αγόρι το θυμάμαι, το λέγανε Αντώνη. Αυτόν Νίκο. Αυτήν τη λέγανε Υπατία, Υπατία, γιόρταζε –γι’ αυτό τη θυμάμαι. Αλλά ήταν πάρα πολύ καλή, και μου ’δειχνε κιόλας. Είχε κάτι κούκλες και μου έλεγε: «Ράφ’ το, τώρα, αυτό έτσι». «Κάν’ το, τώρα, αυτό» –εγώ ξέρω να αυτώνω. Όπου πήγαινα, με έπαιρνε μαζί. «Πάμε να ψωνίσουμε, πάμε να αυτό…», ξέρεις, πάντα έτσι. Εν τω μεταξύ, εκεί ήτανε και ο Άγιος Νικόλαος, στα Πευκάκια, πιο πάνω από εκεί. Ήταν χαμηλόσπιτα, δεν ήταν τότε… Γινόταν και η Γαλλική Ακαδημία, τότε, εκεί. Τότε γινόταν, που είχα έρθει εγώ. Κι είχε και χαμηλόσπιτα, έτσι. Δεν ήταν όλες πολυκατοικίες. Είχα γνωρίσει κάτι κοριτσάκια. Πήγαινα στο πάρκο, καθόμουνα κιόλας. Και μάλιστα ένα αντρόγυνο μου λέει: «Από πού είσαι;» Λέω: «Απ’ την Ήπειρο». Μου λέει: «Μοιάζεις πολύ με μία. Μήπως ο πατέρας σου, φαντάρος…» «Τώρα, πού να ξέρω εγώ τι έκανε ο πατέρας μου φαντάρος; Άμα μοιάζει, τι να κάνω τώρα;» του λέω εγώ.

Λ.Ν.

Εσείς, όταν σας είπε ο θείος να πάτε εκεί πέρα, θέλατε ή-;

Χ.Κ.

Κοίταξε να δεις. Ήθελα, γιατί τι θα έκανα στο χωριό; Έπρεπε να πάω στο βουνό για ξύλα, έπρεπε να κάνω… Παντρεύτηκε η μεγάλη μου η αδερφή. Έπρεπε να κάνω κάτι πράγματα που δεν μπορούσα να τα κάνω. Δεν μπορούσα. Στην ηλικία μου δουλεύανε όλες. Εγώ δεν μπορούσα. Δεν είχα δυνάμεις. Άνοιγε η μύτη μου, ό,τι και να έκανα. Έχανα αίμα και ήμουν πάντα, έτσι, πολύ αδύνατη και ευαίσθητη. Και μου εξήγησε και ο θείος μου: «Εκεί θα περάσεις καλά. Θα τρως, θα κοιμάσαι, θα μάθεις, θα κάνεις». Πώς να σου πω, δηλαδή-

Λ.Ν.

Μένανε κι άλλα κορίτσια;

Χ.Κ.

Όχι, δεν μένανε γιατί ήταν από την Αθήνα. Αυτή, όμως, μου φέρθηκε πάρα πολύ καλά. Μέχρι στο μαγείρεμα με φώναζε. Το Πάσχα, να κάνουμε κουλούρια. «Έλα», μου λέει, «εδώ, να δεις πώς γίνονται τα κουλούρια». Είχε βάλει τα φασολάκια. Μου λέει: «Έβαλα τα φασολάκια να γίνουν», το θυμάμαι, «το φαΐ θα το σβήσεις, έτσι, αλλιώς». Ήτανε πάρα πολύ καλή. Και πήγαινα –πάντα πήγαινα– και τηλέφωνο την έπαιρνα κι όλα. Ναι, δεν είχα τίποτε. Τα παιδιά κλαίγανε, με ζητάγανε. Ναι. 

Λ.Ν.

Είχατε αγαπηθεί.

Χ.Κ.

Ναι, είχαμε αγαπηθεί, ναι, με τα παιδιά. Είχα δυο-τρεις φίλες. Η μία η φίλη μου είναι νύφη μου, του αδερφού μου. Ο αδερφός μου, που πέθανε τώρα, ένα χρόνο, έχει βιομηχανία φαρμάκων. Αυτή ήτανε φίλη μου και ήμασταν… Και γνώρισε τον αδερφό μου από εμένα. Ερχόταν στο σπίτι μου, είχα γεννήσει εγώ τον γιο μου τον πρώτο. Ερχόταν συνέχεια στο σπίτι, ερχόταν κι αδερφός μου, τα βρήκαν και τους παντρέψαμε κιόλας. Και πήρε σπίτι εδώ, πήρα κι εγώ εδώ, τότε. Από τη φιλία που κάναμε, θέλω να σου πω, το-

Λ.Ν.

Πολύ αγαπημένες.

Χ.Κ.

Ναι, ναι, και μέχρι και τώρα. Και τώρα ακόμα, με ζητάει. Κι είχα πάει το περασμένο Σάββατο, την είδα. Στη Νέα Μάκρη μένουν αυτοί.

Λ.Ν.

Αλλά σας πλήρωνε ή όχι;

Χ.Κ.

Όχι, δεν πληρωνόμουν. Εγώ, κανονικά, έπρεπε να πληρώνω. Έτρωγα, έπινα και με μάθαινε. Οι άλλες κοπέλες που ήταν εκεί, που ερχόντουσαν, πλήρωναν για να μάθουν. Ναι. Όχι, δεν πλήρωσα εγώ, όχι. Γιατί είχε κάνει τη συμφωνία ο θείος μου, ότι: «Δεν έχει λεφτά». Και γι’ αυτό της είπα μετά αυτηνής ότι: «Εγώ θα φύγω, θα πά[00:40:00]ω να δουλέψω γιατί δεν μπορώ να μείνω άλλο». Αλλά εγώ ξαναπήγα, όμως, πολλές φορές, όταν έλειπε αυτός. Ήξερα ότι έλειπε και έμενα και στου Ψυρρή –μέναμε– και πήγαινα. Έβλεπα τα παιδάκια, έβλεπα αυτήνε κι έφευγα. Δεν της είπα τίποτα, όχι, δεν της είπα. Δεν ξέρω, άμα το μάθαινε, θα μου το ’λεγε όμως. Ναι, θα μου το ’λεγε. Δεν μπορούσε να μη μου το πει. Αλλά λέω, τώρα, που λένε… Ήταν πολύ παλιάνθρωποι τότε. Στον δρόμο περπάταγες –χειρότερα από τώρα ήτανε! Τώρα ξέρεις, κιόλας, να αμυνθείς. Τότε, δεν ήξερες να αμυνθείς, καθόλου. Ξέρεις τι βρωμιά υπήρχε και τότε; Δεν έχεις ιδέα! Δεν έχεις ιδέα, σου λέω!

Λ.Ν.

Φοβόσασταν στον δρόμο;

Χ.Κ.

Φοβόμουν. Εγώ παντρεύτηκα δεκαεφτά χρονών από αυτό. Όπου πήγαινα, όλοι άπλωναν χέρια –για δουλειά. Μετά πήγα στο Περιστέρι, σε ένα εργοστάσιο, και δούλεψα. Μικρό παιδάκι ήμουνα, δεκατέσσερω-δεκαπέντε ετών. Τυλίγαμε ντολμαδάκια στου Μπαλτά. Αυτός ήταν κύριος. Είχε ένα τεράστιο εργοστάσιο. Πηγαίναμε το πρωί, καθαρίζαμε κρεμμύδια, το ρύζι, τα αυτά, και μετά πλέναμε τα κουτιά, παίρναμε από μια ποδιά και είχε μια τραπεζαρία από εδώ μέχρι –πού να σου πω–, τυλίγαμε τα ντολμαδάκια, τα βάζαμε σε κουτάκια και όποια το τελείωνε, τη λεκάνη που είχε με το… πηγαίναμε για να τα κλείσει, για να τα βράσουν, σε μηχάνημα μέσα. Κουτιά με ντολμαδάκια. Δούλεψα πολύ καιρό εκεί πέρα. Ναι, πάρα πολύ καιρό δούλεψα. Και είχαμε νοικιάσει στο Περιστέρι μετά, είχαμε φύγει απ’ την Αθήνα. Οι δύο οι αδερφές μου δουλεύανε στη «Softex», ο αδερφός μου δούλευε στη σοκολατοβιομηχανία και ο άλλος ήταν οικοδόμος. Και ήταν και φίλος με τον Πουλόπουλο. Είχε γνωριστεί, τότε, με τον Πουλόπουλο και δουλεύανε μαζί.

Λ.Ν.

Κι εσείς μένατε όλα μαζί τα αδέρφια;

Χ.Κ.

Όλα, όλα μαζί μέναμε, ναι. Όλα μαζί.

Λ.Ν.

Θυμάστε στο δρόμο να σας-;

Χ.Κ.

Στον δρόμο κι αν σε πειράζανε! Δεν κόταγες να βγεις μόνη σου. Σε πειράζανε. Ήτανε βρωμιά πάντα. Τώρα, μπορείς να αμυνθείς γιατί ξέρεις. Τότε, δεν ξέραμε. Ούτε τηλεοράσεις ούτε… Ένα ραδιόφωνο αν θα είχε κάποιος κι αυτά. Δεν υπήρχε κάτι να σε βοηθήσει. Και εκεί, στου Μπαλτά, μετά γνώρισα τον άντρα μου, αυτόν, τον άντρα μου, τονε γνώρισα απ’ τη φίλη μου πάλι. Τα βρήκαμε μαζί –είδες που σου είπα που έφυγα τη νύχτα, γιατί ο πατέρας μου ήθελε να με πάρει.

Λ.Ν.

Θα μου το πείτε αυτό όλο τώρα, γιατί τώρα το γράφω.

Χ.Κ.

Το γράφεις;

Λ.Ν.

Ναι. Να μου πείτε πώς γνωριστήκατε.-

Χ.Κ.

Όταν έγιναν οι αρραβώνες… Γνωριστήκαμε απ’ τη φίλη μου. Πήγαινα, ερχόμουνα κι εγώ στο σπίτι τους. Με θέλανε τα πεθερικά μου και οι κουνιάδες μου. Με θέλανε πολύ. Πηγαινοερχόμουνα κι εγώ. Τελικά, λέει: «Να κάνουμε αρραβώνες». «Να κάνουμε», λέω εγώ, «αρραβώνες». Δεν είχα πρόβλημα κι εγώ. Ετοιμαστήκαμε, η αδερφή μου –ο αδερφός μου, όμως, είχε φύγει. Είχε γυρίσει πάλι στο χωριό, γιατί ήθελε να τελειώσει το Γυμνάσιο. Ακόμα δεν το είχε τελειώσει και έπρεπε να πάει τελευταία τάξη. Αλλά, τώρα, ποιος θα ’ρχότανε; Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να έρθει. Και περιμέναμε, τώρα, να έρθει αδερφός μου απ’ το χωριό. Ήταν η αδερφή μου εδώ και η άλλη αδερφή.

Λ.Ν.

Έπρεπε κάποιος άντρας της οικογένειας;

Χ.Κ.

Όχι, αλλά ήθελε να ’ρθει, να είναι στους αρραβώνες. Χαλάει το αυτοκίνητο στον δρόμο, άργησε να ’ρθει. Ήρθε δέκα και μισή το βράδυ. Πήγαν, τον πήραν απ’ το πρακτορείο, ήρθαν. Είχαν και όργανα εκεί, γινόταν ο χαμός! Οι αρραβώνες. Αυτό το αγόρι είχε ο πεθερός μου και τρεις κόρες. Ναι. Έγιναν οι αρραβώνες, ήρθε ο αδερφός μου, η αδερφή μου, κάναμε, μέχρι το πρωί γλεντήσανε! Τα χρυσά μού τα κρέμασαν, τα δαχτυλίδια, τα αυτά… Με θέλανε, ναι, πολύ, πάρα πολύ. Τα ξαδέρφια του λέγανε: «Πού τη βρήκες, ρε, και δεν την βρήκα εγώ και την βρήκες εσύ αυτή την κοπέλα την όμορφη, την καλή;» Είχε κάτι ξαδέρφια που με αγαπούσαν πολύ, πάρα πολύ. Ερχόντουσαν, τρώγανε, καθόντουσαν… Ο ένας ήταν στο Ναυτικό και, όταν έπαιρνε άδεια, δεν είχε που να πάει κι ερχόταν σ’ εμάς, στο σπίτι, που είχα παντρευτεί. Και δεν είχα το… Μία κρεβατοκάμαρα είχα, δεν είχα το σπίτι το μεγάλο. Κουζίνα και ένα καμπινέ, απ’ έξω κιόλας. «Πού θα πας;», του λέω εγώ, «Θα κοιμηθείς εδώ. Θα κοιμηθώ εγώ στην άκρη, στη μέση ο Μίμης κι εσύ από κει. Κάτσε, θα κοιμηθούμε εδώ, μη φεύγεις». Ναι. Θέλω να σου πω, πώς ήταν… Άμα ήσουνα… Ήτανε, πώς να σου πω, δηλαδή; Και αυτό το έκανα. Είχε έρθει πολλές φορές. Και με έπαιρνε, πηγαίναμε σινεμά… Ο άντρας μου δεν το πολυήθελε το σινεμά και το θέατρο, ενώ εγώ τα ήθελα και πηγαίναμε. Ναι, πηγαίναμε με τους συγγενείς του, με έναν ξάδελφό μου απ’ το χωριό –με τον γιο αυτηνής της θείας μου, που σου είπα, που πήγε στον πατέρα μου. Ναι, ερχότανε και μου έλεγε: «Πάμε, ξαδέρφη, θέατρο; Πάμε σινεμά;» Στην Κοτοπούλη, σινεμά, είχα πάει πολλές φορές. Θέατρο; Κάνα δυο-τρεις φορές να… Πηγαίναμε. Ο άντρας μου ήθελε κουτουκάκια. Ναι, του άρεσαν αυτά, του αρέσαν Λίγο κρασάκι και το μεζεδάκι, πιο πολύ. Μας έβαζε μέσα στο σινεμά με τα παιδιά μου και καθότανε. Δεν του άρεσε το… Ούτε η τηλεόραση του άρεσε, μετά, που ήρθε. Δεν ήταν πολύ της αυτής. Ήθελε έξω, έτσι. Κοινωνικός πολύ, όχι… Και άμα ερχόταν άνθρωπος στο σπίτι, έπρεπε να είχαμε φαΐ οπωσδήποτε. Δεν έφευγε άνθρωπος να μη φάει. Ήτανε πάρα πολύ καλός. Και στους συγγενείς μου φέρθηκε καλά. Σε όλο το χωριό, όσους φύγαν για Γερμανία, για Αυστραλία, εδώ. Εδώ όλοι. Δεν είχαν πού να πάνε. Μια μέρα, έρχεται και μου φέρνει ένα τσουβάλι φασολάκια. «Τι τα ’φερες», του λέω, «αυτά;» «Κρίμα», μου λέει, «είναι. Κοιμόντουσαν έξω στην αυλή» –δεν είχα τόσο μεγάλο σπίτι, είχα πιο μικρό. Ήταν μια κληματαριά εκεί, έτσι, και τους είχα δώσει κουβέρτες και μαξιλάρια και κοιμόντουσαν. Δεν είχαν πού να πάνε οι κακόμοιροι. «Κάν’ τα», μου λέει, «σε δυο κατσαρόλες με πετρογκάζι, να φάνε. Είναι κρίμα», μου λέει, κι έφερε και δεν ξέρω πόσο… Την άλλη μέρα, μου φέρνει δυο τελάρα ψάρια, γαύρο. Ήμουν νέα, μπορούσα να τα κάνω. Τα τηγάνιζα και μου ερχόταν κρίμα. Τα έβαζα σε ταψιά και τρώγανε. Θα ήταν κρίμα.

Λ.Ν.

Να σας πω, πείτε μου, όμως, πάλι. Δεν μου τελειώσατε με τον γάμο. Είμαστε τώρα που ο αδελφός σας, έχει χαλάσει το αυτοκίνητο.

Χ.Κ.

Ναι, χάλασε το λεωφορείο στον δρόμο, όχι δικό του αυτοκίνητο. Ήρθε όμως. Δέκα και μισή ήρθε. Εκείνη την ώρα γίναν οι αρραβώνες. Ναι. Χορέψαμε, κάναμε… Την άλλη μέρα πάλι, βγήκαμε βόλτες, βγάλαμε φωτογραφίες, κάναμε…

Λ.Ν.

Ο μπαμπάς σας ήρθε;

Χ.Κ.

Όχι, ο πατέρας μου ήρθε στον γάμο. Πήγαμε εμείς, όμως, αρραβωνιασμένοι, με τον άντρα μου.

Λ.Ν.

Πήγατε στο χωριό;

Χ.Κ.

Πήγαμε στο χωριό με τον άντρα μου, με την κουνιάδα μου. Καθίσαμε-

Λ.Ν.

Ο μπαμπάς σας τον ήθελε;

Χ.Κ.

Τον ήθελε πάρα πολύ. Μετά, τον ήθελε; Τρελαινόταν ο πατέρας μου. Στον γάμο τα χάλασε με την πεθερά μου. Και αφού τα χαλάσανε στον γάμο, την ημέρα που σου λέω, τη βδομάδα που θα παντρευόμασταν, ήρθε η πεθερά μου κι έκανε φασαρία, ήθελε προίκα. Ο πατέρας μου νευρίασε: «Σου δίνω τέτοια κοπέλα και μικρή», του λέει. Όταν πήγαμε για να υπογράψουμε στο… –τότε, άλλαζαν τα επίθετα. Λέγανε σε έναν, ας πούμε: «Πήγαινε πιάσε τον Κολιογιάννη». Κολιογιάννης λεγότανε ο πατέρας μου. Αλλάζανε, είχαν έναν, εκεί, που είχε τα χαρτιά κι αυτά, και τον βάλαν «Νικόλαου» τον πατέρα μου και τον αδερφό μου.

Λ.Ν.

Γιατί; Δεν το κατάλαβα.

Χ.Κ.

Γιατί; Γιατί άμα πήγαιναν και λέει: «Θέλουμε τον Παντελή τον Κολιογιάννη», λέει: «Εγώ είμαι Νικολάου, δεν ξέρω τίποτε».

Λ.Ν.

Αλλάζανε μόνοι τους-;

Χ.Κ.

«Σταμπούλη» –είχαν έναν εκεί που ήξερε από αυτά. «Σταμπούλης», «Κολιογιάννης»… Το επίθετο του πατέρα μου, η οικογένεια του ήταν Κολιογιανναίοι. Άλλαζαν συνέχεια, τότε. Με τα –πώς τα λένε; Εγώ δεν ήξερα, όμως, ότι ο πατέρας μου είχε αλλάξει το επίθετο. Κι εγώ την ταυτότητά μου, ζήτησα απ’ το χωριό χαρτί και την έβγαλα –και μάλιστα στην Αθήνα, στο Κολωνάκι. Εκεί, στην αστυνομία, πήγα, έβγαλα ταυτότητα.

Λ.Ν.

Και είπατε το όνομα του Κολιογιάννη;

Χ.Κ.

Κολιογιάννη, αυτό το χαρτί μου ’στειλαν απ’ το χωριό. Όταν ήρθε ο πατέρας μου και πήγαμε στην εκκλησία για να υπογράψει –γιατί δεν με πάντρευε ο παπάς άμα δεν υπογράψει ή ο πατέρας ή η μάνα, γιατί ήμουν ανήλικη, σου λέω, στα δεκαεφτά. Πάμε στην εκκλησία, παίρνει τις ταυτότητες ο παπάς: «Δεν είναι δικό σου το παιδί», του λέει, «αυτό. Τι ήρθες εδώ;» του λέει. «Δικό μου είναι το παιδί». «Ποιο δικό σου;», του λέει ο παπάς, «Εγώ βλέπω εδώ Κολιογιάννη. Του Παντέλη και της Ευγενίας, αλλά το επίθετο δεν είναι… Εσύ είσαι Νικολάου, αυτή είναι Κολιογιάννη. Πού; Όχι. Θα πας στο Ειρηνοδικείο», του λέει, «με δυο μαρτύρους, δεν ξέρω πού αλλού θα σε στείλουν, ότι το όνομα αυτό είναι ένα και το ίδιο. Πώς το έχεις αλλάξει, πώς το έχεις κάνει, δεν ξέρω. Πηγαίνετε να τα βρείτε εκεί».

Λ.Ν.

Και δεν έγινε ο γάμος;

Χ.Κ.

Έγινε ο γάμος, πήγανε. Κανόνισαν, υπόγραψε ο πατέρας μου, έφερε χαρτί ότι πράγματι ήταν έτσι, ας πούμε, τα επίθετα, τότε, στα χωριά κι αυτά, και υπόγραψε.

Λ.Ν.

Ήτανε λόγω του εμφυλίου που τα αλλάζανε;

Χ.Κ.

Ναι, ναι, του εμφυλίου, ναι. Ήταν οι καταδότες τότε. Καταδίνανε: «Αυτόν, πήγαινε, πιάσ’ τονε». Κατάλαβες; Και κάπως έτσι είχανε γλυτώσει πολλοί. Πάρα πολλοί είχαν γλυτώσει. Ο παππούς μου, που το δεύτερο παιδί που είχε χάσει –στον αλβανικό πόλεμο τον είχε χάσει, στην οπισθοχώρηση, λέει, τον πήρε ένα αυτό και σκοτώθηκε εκεί. Τον θάψανε, είχαν βάλει ένα σταυρό. Αλλά ο παππούς μου του είχε αγοράσει ένα ρολόι «Omega» του χεριού –σου είπα ότι είχε παππούς μου. Και τον έβλεπε στον ύπνο και του ’λεγε: «Έλα να με πάρεις». Και φωνάζει τον θείο μου, αυτόν που μ’ έφερε κι μένα, που ήξερε γράμματα –πρέπει να ξέρεις και γράμματα. «Θα πας», του λέει, «στην Κόνιτσα, θα πάρεις δυο-τρεις ανθρώπους και θα πας να μου φέρεις τον Γιώργο». Πήγανε. «Αλλά θα βρεις, μόλις ανοίξεις, θα δεις, «του λέει, «αν έχει το ρολόι». Πήγαν εκεί, βρήκαν τον [00:50:00]σταυρό, πραγματικά, ανοίξανε, τον φέρανε. Το ρολόι το κούρδισαν, δούλεψε. Και το ’χουν ακόμα. Τι πράγμα, όμως, ε; Όταν σκοτώθηκε αυτός ο θείος μου, ο παππούς μου κοίταζε προς τα κάτω –είχε παράθυρο. Ερχόταν ο νομάρχης, ο δεσπότης –ήτανε Κυριακή, Κυριακή των Βαΐων. Ο νομάρχης, ο δεσπότης και κάποιος άλλος, δεν θυμάμαι. Και φωνάζει τη γιαγιά μου και της λέει: «Γριά» –γριά τη φώναζε– «Μαντάτα μας έρχονται απ’ τον Γιώργο, που δεν έχουμε γράμμα, γιατί βλέπω έρχεται ο δεσπότης και ο…» Τέλος πάντων, με το που μπήκαν μέσα, ήρθαν στον παππού μου, μπήκαν μες στο δωμάτιο, εκεί που ήταν ο παππούς μου, και λέει: «Έπεσε για την πατρίδα», του είπανε. «Έπεσε υπέρ της πατρίδας». Έτσι του είπανε του παππού, ναι. Και είχε βάλει ένα μαύρο πανί στο παράθυρο, στην πόρτα, έτσι, που έμπαινε μέσα. Όσο πέθανε, δεν το ’βγαλε αυτό το πανί το μαύρο. Ότι είχε πένθος. Κι ούτε κυκλοφόρησε καθόλου, ούτε καφενεία ούτε πουθενά.

Λ.Ν.

Δεν βγήκε απ’ το σπίτι;

Χ.Κ.

Όχι, δεν βγήκε απ’ το σπίτι. Και είχε ένα, που έπινε νερό, ένα ωραίο, σκαλιστό –τι ήταν αυτό; Είχε και πενήντα χρώματα μέσα. Με αυτό έπινε νερό. Μια κανάτα. Ήταν το 447, έγραφε από κάτω. Γιατί το ξέρω.

Λ.Ν.

Τι σημαίνει αυτό το νούμερο;

Χ.Κ.

Το νούμερο; Πότε είχε γίνει αυτή η κανάτα. Το 447. Γιατί το ξέρω; Όταν πέθανε ο παππούς μου και μετά, δεν το ’δινε η γιαγιά μου σε κανέναν. Όταν γέννησα εγώ τον γιο μου και πήγα, εκεί είχαν το έθιμο κάτι να δώσουν στο εγγόνι. Και μου λέει η γιαγιά: «Τώρα θα σ’ το δώσω. Όλοι θα φωνάζουν, αλλά εγώ θα σ’ το δώσω εσένα αυτό. Είναι του παππού σου». Δεν έπινε αυτός, ούτε με ποτήρι ούτε τίποτε. Με αυτό. Μα τι ήταν; Ήτανε μέσα με πολλά χρώματα κι απ’ έξω. Ήταν σαν σκαλιστό. 

Λ.Ν.

Ήταν γυαλί;

Χ.Κ.

Όχι, όχι, σκαλιστό, σκαλιστό. Ένα πράγμα… Ένα περίεργο πράγμα, σου λέω, αυτή η κανάτα. Και άλλη κανάτα μου δώσαν, και πιάτα μου δώσανε… Παλιά, που μου δίνανε. Πήγα με το μωρό. Το πήρε ο γιος μου απάνω, στο σπίτι, και όταν έγινε ο σεισμός έπεσε και έσπασε. Και έσπασε πολύ. Όχι να το κολλήσεις, δεν γινόταν. Εκείνον τον σεισμό που έγινε, τότε. Του λέω: «Άσε να το κρατήσω εγώ εδώ». «Όχι, είναι δικό μου», μου λέει, «και το θέλω». «Να το πάρεις», του είπα. Και έπεσε και έσπασε η κανάτα. Και έγραφε από κάτω… Γι’ αυτό σου λέω, ξέρω, γιατί μου το έδωσε η γιαγιά, και έγινε και φασαρία μετά γιατί το έδωσε σε μένα. Κατάλαβες; Ενώ μπορούσε να το αφήσει στα δικά της, στα αγόρια της. «Και αυτή», λέει, «είναι η εγγονή μου, της κόρη μου το παιδί. Εσείς παιδιά μου, κι αυτή… Το έδωσα, τελείωσε τώρα αυτό», λέει. Το θέλανε πολλοί αυτό. Κι αυτό τώρα άμα ήτανε, θα είχε μεγάλη αξία. Για μουσείο, όχι για… Βέβαια. Σου λέω, εγώ το κοίταζα από κάτω…

Λ.Ν.

Τι χρώμα ήταν;

Χ.Κ.

Ήταν μια κανάτα με πολλά χρώματα και μέσα ήταν ροζ. Και δεν χάλαγε ποτέ. Δεν ξέβαφε, δεν έπαθε τίποτα. Κι απ’ έξω ήταν σαγρέ, δεν ήταν ίσια. Ήταν αρχαίο πράμα, το είχαν φτιάξει…

Λ.Ν.

Είχε και χερούλι;

Χ.Κ.

Ναι, ναι, με χερούλι. Και στον τοίχο ο παππούς μου, εκεί που καθόταν, στο τζάκι, είχε ένα ντουλαπάκι και το είχανε, έτσι, με ένα πανί και το γεμίζαν με νερό και το έβαζε εκεί και έπινε με αυτό. Δεν έπινε με τίποτα άλλο. Αυτό ήταν το-

Λ.Ν.

Άρα, ο παππούς και η γιαγιά χάσανε τον γιο- 

Χ.Κ.

Και τον άλλον, που τον σφάξαν και τον πετάξαν στο ποτάμι. Χάσανε και τη μάνα μου. Και είχαν χάσει και έναν δέκα χρονών.

Λ.Ν.

Και έμειναν χωρίς παιδιά; Είχε κι άλλα;-

Χ.Κ.

Όχι, είχε εννιά παιδιά η γιαγιά μου. Ναι. Ήταν πέντε αγόρια και τρία κορίτσια.

Λ.Ν.

Να σας πω, πείτε μου λίγο και για τα αρβανίτικα.

Χ.Κ.

Τα αρβανίτικα, μιλάγανε αρβανίτικα όλο το χωριό. Όλο το χωριό μιλάγαν. Εμείς, μιλάγαμε φαρσί κι εμείς, γιατί μας μιλάγανε. Δεν μας μίλαγαν ελληνικά. Πήγαινα εγώ, τώρα, στο χωριό με τα παιδιά, η γιαγιά δεν ήξερε. Δεν θα της μιλήσω αρβανίτικα; Της μίλαγα αρβανίτικα. «Τσι μπουν;» «Μίρι ε», «Πότε ήρθες;» Τα θυμάμαι, αλλά όχι όλα. Κι ερχόταν, η κακομοίρα, τρεχάλα, μόλις με έβλεπε. Και της πήγαινα εγώ, πότε ποδιά, πότε φόρεμα –υφάσματα, γιατί αυτές τα ράβανε. Και ερχόταν τρεχάλα και πώς έκανε; Παναγία μου, Χριστέ μου. Έμενε με ένα γιο της μετά, με τη νύφη της. Αρρώστησε, η κακομοίρα, μετά. Την είχε ο γιος της ο άλλος. Και άκου να δεις, εσύ που… Κατάλαβε τον θάνατό της. Αποβραδίς, τη νύχτα, φωνάζει στη νύφη της, της λέει: «Βγάλε με έξω να κατουρήσω». «Όχι», της λέει αυτή, «Δεν μπορώ να σε σηκώσω τέτοια ώρα». «Όχι, εγώ θέλω να βγω έξω», της λέει, «να χαιρετήσω τον ντουνιά».

Λ.Ν.

Ποιον να χαιρετήσει;

Χ.Κ.

Τον ντουνιά. Τον «ντουνιά», ήταν ο κόσμος. «Βγάλ’ την», λέει ο… «Σήκωσέ τη και κράτησέ τη, βγάλ’ τη να κατουρήσει», γιατί δεν ήθελε να της βάλουν ένα –ξέρω ’γω τι της βάζανε τώρα, τι είχαν τότε. Και την έβγαλαν έξω και έκανε τον σταυρό της και λέει: «Αχ, ντουνιά, βουνά, κάμποι, λαγκάδια… Πιο πολλές οι πίκρες μου, παρά οι χαρές μου. Άντε, γεια, σας χαιρετώ, βουνά και κάμποι και λαγκάδια και ο ουρανός και η γη, σας χαιρετώ». Και πήγε, έβαλε και τα χέρια της έτσι, και το πρωί πέθανε.

Λ.Ν.

Πόσων χρονών ήταν; 

Χ.Κ.

Ενενήντα πέντε. Μπορεί να ήταν και εκατό. Μήπως θυμόταν κι αυτή πόσο ήταν; Σκέψου, τώρα, ότι εγώ είχα και τη Μαρία μου. Μεγάλη ήταν. Μεγάλη. Τα είχε χάσει κιόλας και λίγο. Ήταν πολύ μεγάλη. Και με τόσο πόνο. Και θυμήθηκε και χαιρέτησε τον ντουνιά. Ο ντουνιάς ήταν, ξέρεις… Και όταν, λέει, την ξεθάψανε, που θάψανε ένα γιο της, μύριζε λιβάνι ο τάφος της. Αν ήταν κάποιος που να ήξερε, αυτή θα ήταν αγία. Μα δεν ήτανε, ήταν άλλο πράγμα! Έβλεπε τους φτωχούς και γέμιζε την ποδιά. Τότε δεν είχαν τσάντες κι αυτά, είχανε σακιά και τέτοια. Και πήγαινε και τους έδινε αλεύρι, τυρί, λάδι, οτιδήποτε είχε. Ήξερε ότι αυτός ο άνθρωπος σήμερα δεν έχει να φάει. Αυτή το ήξερε και τους έδινε. Πώς το ήξερε δεν ξέρω.

Λ.Ν.

Ήταν καλός άνθρωπος.

Χ.Κ.

Πολύ. Αφού –εγώ δεν πήγα στην κηδεία, γιατί πώς θα πήγαινες τότε; Πέθανε την Κυριακή των Βαΐων. Και μας το είπε ένας ξάδερφός μου, είχα και τη Μαρία μικρή κι αυτά, δεν πήγα. Δεν μπορούσα να πάω. Και δεν είχε και… Έπρεπε να έχεις προγραμματίσει για να πας, όχι ότι… 

Λ.Ν.

Ήταν πολύ μακριά.

Χ.Κ.

Πολύ μακριά Τότε, έκανες δώδεκα-δεκατρείς ώρες. Τώρα κάνεις πέντε ώρες, έχει γίνει η Εγνατία και πας. Ήταν μακριά. Αλλά άμα δεν είχαμε αυτή, δεν θα ζούσαμε. Ο αδερφός μου, που ήταν –που αρρώστησε η μάνα μου– ενός χρονών, αυτή έτρεχε και σε γυναίκες που είχαν γεννήσει για να το θηλάζουν. Γύριζε όλο το χωριό, για να το… Ποια είχε γάλα να το θηλάσει. Ναι, και έφτιαχνε-

Λ.Ν.

Συνέβαινε αυτό; Να θηλάζει η μία της άλλης το μωρό;

Χ.Κ.

Ναι, ναι, γινόταν. Τότε γινόταν, γιατί τι να το έκανε; Η μάνα μου δεν μπορούσε να το θηλάσει, γιατί είχε πρόβλημα στο στήθος της και δεν μπορούσε να το θηλάσει. Της κόπηκε το γάλα. Δεν σου είπα, που την πήγαν και στο νοσοκομείο, στου Χατζηκώστα κι αυτά; Οι Ιταλοί την πήγανε, με τον θείο μου, με το φορτηγό την πήγανε. Νοσηλεύτηκε εκεί δυο-τρεις μέρες, δεν θυμάμαι πόσο, αλλά δεν γινόταν καλά. Είχε βγάλει ένα σπυρί εδώ και έφυγε, πήγε στο στήθος. Δεν γίνονται τώρα καλά, θα γινότανε τότε;

Λ.Ν.

Να σας ρωτήσω κάτι, αυτές τις φορεσιές που μου είπατε, τις φόραγαν κάθε μέρα οι γυναίκες;

Χ.Κ.

Κοίταξε να δεις, είχαν τη στολή που θα πήγαιναν στην εκκλησία. Η στολή ήταν ένα πράγμα σαν σεγκούνι, τη φοράγανε –αμάνικο. Είχανε εδώ ένα πράμα σαν –πού βάζεις τα μωρά να φάνε; Πώς το λένε; Όλο με… Και είχε ένα γιλέκο. Αλλά αυτά ήταν λίρες αληθινές –γιατί η μάνα μου ήταν αρχόντισσα, έπρεπε αυτά να τα φοράει. Πουκαμίσα άσπρη, μέχρι εδώ, και κόκκινο φόρεμα τη θυμάμαι εγώ –τα καλά της. Αυτό ήταν κεντημένο –ένα πάπλωμα– ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή. Όχι κλωστή, που λένε τώρα. Χρυσή κλωστή το πάπλωμα της! Και το πούλησε η μητριά μου.

Λ.Ν.

Αυτά τα έραβαν οι γυναίκες; 

Χ.Κ.

Ναι. Ήταν ειδικές, που ράβανε, μοδίστρες. Ναι, τα ράβανε. Κοίτα, τότε, όταν παντρευόντουσαν, βάζανε σκοινιά γύρω γύρω στα σπίτια και κρεμάγανε τα ρούχα της νύφης. Είχαν μια βδομάδα γάμο. Τη Δευτέρα πηγαίνανε και φτιάχναν τα μαξιλάρια, τα στρώματα, τα γέμιζαν με μπαμπάκι, με ό,τι είχαν, με μαλλί, με τέτοια, τα ετοίμαζαν όλο το χωριό, οι κοπέλες, όλα, ετοίμαζαν την προίκα. Έπρεπε να έχει ένα γιούκο ή δύο μέχρι απάνω η νύφη για να είναι –πώς θα σου πω, δηλαδή– από καλή οικογένεια. Να έχει βελέντζες, να έχει παπλώματα, να έχει μαξιλάρια, να έχει δέκα, δώδεκα φορέματα ή δεκαπέντε, με ποδιές, με κεντήματα, με-

Λ.Ν.

Όλα αυτά τα κρεμάγανε έξω από το-;

Χ.Κ.

Μες στο σπίτι.

Λ.Ν.

Α, μες στο σπίτι.

Χ.Κ.

Μες στο σπίτι, σαν έκθεση. Ναι, πολύ ωραία. Την άλλη μέρα, θα πηγαίνανε ξύλα, για να ζυμώσουνε, να έχουνε ψωμί για τον γάμο. Την άλλη μέρα κάνανε… Τι κάνανε την άλλη μέρα; Την τρίτη μέρα; Δεν θυμάμαι. Την Πέμπτη ερχόταν ο γαμπρός και έφερνε το μπαούλο με τα νυφικά, γεμάτο.

Λ.Ν.

Τα νυφικά τα έφερνε ο γαμπρός;

Χ.Κ.

Ναι, έφερνε ο γαμπρός τα νυφικά, βέβαια. Έφερνε και το πάπλωμα το νυφικό. Έ[01:00:00]φερνε τα ρούχα της όλα, τα παπούτσια –αυτά που θα φόραγε σαν νύφη–, Το μαντίλι –φοράγαν και μαντίλι τότε. Και μετά, ένα ψωμί μεγάλο, κεντητό, όλο με κουφέτα και λουλούδια αυτό. Και το φόραγε μία κοπέλα που ερχόταν μπροστά, με ένα μαντίλι αυτή κι αυτό στο κεφάλι. Και ερχόταν, καλάγανε τη νύφη. Την Πέμπτη αυτά γινότανε. Μεγάλο γλέντι. Ερχόντουσαν, που γινόταν. Αυτά τα θυμάμαι κι εγώ. Γιατί κι εμείς παντρέψαμε την αδερφή μου έτσι –μία, η αδελφή μου παντρεύτηκε έτσι, εκεί, η μεγάλη. Τώρα είναι, σου είπα, ενενήντα τριών χρόνων.

Λ.Ν.

Αυτή έμεινε στο χωριό ή είναι εδώ;

Χ.Κ.

Όχι, εδώ είναι τώρα. Την έχει η κόρη της στη Νέα Ιωνία, γιατί τα έχει χάσει λίγο τώρα. Παντρεύτηκε όμως εκεί, στην Πλαταριά, αν έχεις ακούσει. Ναι. Πού να τα ξέρεις αυτά τα χωριά; Παντρεύτηκε εκεί. Δεν πέρασε καλά με τον άντρα της, χώρισε, ήρθε εδώ μετά. Τη στηρίξαμε εμείς εδώ. Τρεις κόρες είχε. Οι δύο είναι στην Ελβετία και η μία είναι εδώ. Είναι παντρεμένες. Φύγαν, πήγαν Γερμανία τότε, πήγαν Ελβετία, παντρεύτηκαν εκεί, μείναν εκεί οι δύο. Η μία είναι εδώ. Την έχει πάρει, την έχει μαζί της εκεί. Αλλά ήταν οι γάμοι πολύ ωραίοι. Μετά ξεκίναγε… Κάθε βράδυ γλέντι, όμως! Ζυμώνανε, την Τετάρτη ζυμώνανε. Ζυμώνανε ψωμιά, γλυκά… Και είχαν ένα μέρος, πρέπει να είχε οπωσδήποτε ένα μέρος, να είναι αποθηκάριος εκεί. Να έχει τα γλυκά, να έχει τα ψωμιά, να έχει τα κρέατα. Τι θα φάνε, γιατί ο γάμος γινότανε στο σπίτι, δεν γινότανε στα κέντρα. Βέβαια. Και ξεκίναγαν την Παρασκευή, ξεκινάγανε μετά τα καζάνια, τα φαγιά, τα αυτά… Το Σάββατο γινότανε, και στη νύφη και στον γαμπρό, όργανα και χορός και φαγιά και γινότανε της κακομοίρας! Και την Κυριακή το πρωί, η νύφη, την ντύνανε –την ντύνανε, με αυτά τα ρούχα, που φόραγε– και τη βάζανε στο σπίτι με μια καρέκλα και από πίσω είχαν ένα καλαθάκι, και όταν σχόλαγε η εκκλησία, όλο το χωριό ερχόταν και χαιρέταγε τη νύφη και έριχνε το δώρο.

Λ.Ν.

Και άφηνε κάτι…

Χ.Κ.

Έριχνε τα λεφτά, το δώρο, ρε παιδί μου. Τα έβαζε εκεί, στο καλαθάκι. Έτσι το είχανε. Άλλο το δώρο που φέρνανε οι συγγενείς. Ναι, αυτό ήταν άλλο πράμα έθιμο, όμως!

Λ.Ν.

Και στον γάμο ερχότανε όλο το χωριό, ας πούμε;

Χ.Κ.

Ναι, τους καλάγανε. Και τους καλάγανε όχι με χαρτιά και με τέτοια, με προσκλητήρια. Κάνανε καρβέλια ειδικά, κόβανε μια φέτα –δεν ξέρω πώς το τυλίγανε, δε θυμάμαι– και σε κάθε σπίτι πηγαίνανε το κομμάτι και λέγανε: «Είσαι καλεσμένος στον γάμο». Είχαν αυτό το έθιμο, δεν είχανε έθιμα… Πού να έβρισκαν προσκλητήρια τότε κι αυτά; Σιγά! Αυτό ήταν το κάλεσμα. Όποιος δεν το ’παιρνε αυτό, δεν θα ’ρχόταν και στον γάμο.

Λ.Ν.

Και ποιος τις πήγαινε τις προσκλήσεις;

Χ.Κ.

Πηγαίναν οι συγγενείς. Κοπέλες, αγόρια, πηγαίναν. Δεν ήταν και μεγάλο το χωριό, μη νομίζεις. Ήτανε… Πόσο ήτανε; Απ’ ό,τι μου ’πε ένας ξάδελφός μου που έκανε έρευνα, το χωριό μας είναι, λέει –τριακόσια χρόνια, μου είπε; Και όταν ξεκίνησε το χωριό αυτό να γίνει, το Μαυρούδι, είχε, λέει, εκατόν πενήντα κατοίκους.

Λ.Ν.

Λεγόταν… Έγινε μετά Μαυρούδι;

Χ.Κ.

Μαυρούδι ήταν απ’ την αρχή, με εκατόν πενήντα κατοίκους και μετά είχανε γίνει πεντακόσιοι και τώρα… εκατό παιδιά; Εκατόν είκοσι ήμασταν; Γιατί κάναν πολλά παιδιά. Δεν κάναν ένα παιδί, που κάνουν τώρα, και δύο. Η μάνα μου, που πέθανε τριάντα οχτώ χρονών, και είχε κάνει εφτά παιδιά. Τι σου λέω τώρα; Και πόσα θα ’κανε ακόμα! Σκέψου, πόλεμος κι ο πατέρας μου την γκάστρωνε. Τι να πω, η κακομοίρα, κι εγώ; Μες στον πόλεμο; Έκανε τον αδερφό μου, έκανε και το άλλο το κοριτσάκι –αυτό πέθανε, δεν έζησε. Έτσι, τότε, δεν φυλαγόνταν, δεν ξέραν οι γυναίκες. 

Λ.Ν.

Όλο έγκυος θα ήταν.

Χ.Κ.

Όλο έγκυος ήταν, η καημένη. Ήταν πολύ όμορφη, λένε. Αφού, σου λέω, ο παπάς μου είπε ότι: «Είσαι ίδια η μάνα σου και μου φάνηκε», λέει, «σαν να αναστήθηκε. Φάγαμε απ’ τη μάνα σου», μου λέει, «τι πίτες, τι…» Ό,τι γι’ αυτό, εκεί, στη μάνα μου. Δεν σου λέω; Η εκκλησία, το σχολείο, της μάνας μου το σπίτι. Και όλοι ήτανε καλεσμένοι εκεί, ό,τι και να γινόταν, ας πούμε, ναι. Ήταν πάρα πολύ… Έτσι μου λένε, τώρα, εγώ δεν την έζησα τη μάνα μου. Εγώ έζησα τη γιαγιά μου. Άμα ήταν σαν τη γιαγιά μου, έτσι ήτανε. Και οι αδερφές της έτσι μου λέγανε, της μάνας μου, που μου λέγανε την ιστορία της μάνας μου.

Λ.Ν.

Αλλά και οι αδελφές σας οι μεγαλύτερες θα τη θυμούνται περισσότερο.

Χ.Κ.

Η πρώτη ήταν η μάνα μου.

Λ.Ν.

Η πρώτη, τι ήταν;

Χ.Κ.

Το πρώτο κορίτσι, όταν… Το πρώτο κορίτσι του παππού.

Λ.Ν.

Όχι, οι δικές σας αδερφές-

Χ.Κ.

Ναι, ναι, η αδερφή μου, ναι, πολύ. Βέβαια, τη θυμάται τη μάνα μου, βέβαια. Αφού δουλεύανε, ζυμώνανε, κάνανε. Ήτανε μεγάλες. Ναι, θυμούνται αυτές, ναι. Εμείς… Σου λέω, κι εγώ έχω σκιές, αυτές, που σου λέω. Τις έχω τις σκιές αυτές. Ναι, τις έχω τις σκιές. Αλλά…

Λ.Ν.

Το θυμάστε, δηλαδή, το πρόσωπό της;

Χ.Κ.

Ναι, λίγο, πολύ λίγο. Ήταν πολύ όμορφη. Ήταν πολύ όμορφη, ναι. Και το μαντίλι δεν το δέναν όπως το δένουν οι Τουρκάλες. Το βάζαν λίγο, μέχρι εδώ και το πετάγαν, έτσι, πίσω και είχαν τις κοτσίδες τους, είχανε… Πολύ όμορφη. Ήταν κατάξανθη η μάνα μου.

Λ.Ν.

Κοτσίδες κάνανε κάθε μέρα;

Χ.Κ.

Ναι, κοτσίδες τα μαλλιά τους, πάντα. Δεν τα αφήνανε κάτω, κοτσίδες. Ναι, κοτσίδες τα κάνανε.

Λ.Ν.

Και το μαντίλι στα μαλλιά το φοράγανε αφού παντρευτούν-;

Χ.Κ.

Όχι, όταν πηγαίνανε… Εγώ, τώρα, δεν φόρεσα μαντίλι, δεν θυμάμαι να φόρεσα. Αλλά τα φοράγανε. Ήταν και ο πόλεμος, ήτανε Κατοχές, ήτανε… Ξέρω ’γω, δεν… Το φοράγαν όμως. Οι παλιές δεν το βγάλανε καθόλου. Μέχρι που να πεθάνουν, δεν το βγάλαν το μαντίλι, δεν ξέρω… Η αδερφή μου το ’βγαλε, ας πούμε. Μόλις πηγαίναν δεκαπέντε, δώδεκα, τους βάζανε το μαντίι στο κεφάλι. Δεν ξέρω γιατί τους το βάζανε αυτό το μαντίλι. Πάντως, τους το βάζαν το μαντίλι, τους το βάζανε. Εγώ δεν το ’βαλα.

Λ.Ν.

Εσείς κατεβήκατε στην Αθήνα-

Χ.Κ.

Κατέβηκα και στην Αθήνα και μετά δεν θέλανε να μου το βάλουν. Και οι αδερφές μου. «Τι να της βάλουμε, τώρα, μαντίλι;», λέει «Άσ’ τηνε». Ενώ εγώ ήθελα.

Λ.Ν.

Αυτές, δηλαδή, όταν ήρθαν στην Αθήνα, φορούσαν το μαντίλι;

Χ.Κ.

Όχι, όχι. Το βγάλανε όλες, ναι. Το βγάλαν, δεν ήρθαν με μαντίλι, όχι. Όχι, δεν ήρθαν με μαντίλι. Το βγάλαν το μαντίλι, δεν ήρθανε. Αλλά είχαμε κακοτυχίες πολλές, πάρα πολλές. Ξέρεις τι είναι, τώρα, να κάθεσαι να πεινάς και η άλλη να έχει το μπαούλο γεμάτο κι εσύ να πεινάς; Μεγάλη δουλειά δεν ήταν; Έτσι δεν είναι; Τι μου ’κοψε; Ένα κομμάτι μπομπότα ξερό; Ας πείναγα, δεν μπορούσα να το φάω. Κι έκλαιγα. Κι έλεγα: «Καλά, τώρα, είναι ανάγκη να ήταν εδώ το σπίτι μου, έξω απ’ το σχολείο;» Τόσο πολύ! Δηλαδή, φεύγαν οι κοπελίτσες δυο-τρεις, προς τα πάνω, προς τα κάτω, όπως ήταν το χωριό, ρε παιδί μου, δεξιά, αριστερά… Αλλά εγώ, σε όποιον συγγενή και να πήγαινα, με τι αυτή… Ξεκίνησα μια μέρα να πάω προς τα πάνω, στην αδερφή της μάνας μου. Πείναγα. «Και εκεί θα πάω, θα μου δώσει», λέω, «αυτή να φάω». Κι αυτή είχε την πεθερά της, αλλά αυτές ήταν πολύ κακές τότε.

Λ.Ν.

Οι πεθερές; 

Χ.Κ.

Ναι, ήταν κακές οι πεθερές. Αυτή, μόλις με είδε που πήγαινα εγώ προς τα πάνω, πέταγε πέτρες. 

Λ.Ν.

Ποια, τώρα; Η πεθερά; 

Χ.Κ.

Η πεθερά της, ναι. Σου λέει: «Θα ’ρθει τώρα εδώ, θα της δώσει ψωμί, αυτή, να φάει και τυρί». Κατάλαβες; Εκεί το είχε το μυαλό, απ’ ό,τι κατάλαβα εγώ. Και με βλέπει η δίπλα –ήταν πρώτα ξαδέρφια μου εκεί– «Έλα εδώ», μου λέει, «Θα σε σκοτώσει με τις πέτρες». Και πάω από κει. Και το καταλάβανε, με πήραν εκεί, με βάλανε, γελάγανε, μου βάλανε, έφαγα, έκατσα εκεί με τα παιδιά τους, με τις ξαδέρφες μου, με αυτά… Έκατσα πολλές ώρες. «Μην ξαναπάς», μου λέει, «απάνω. Θα σε σκοτώσει με τις πέτρες αυτή». Το καταλάβανε, δεν ήταν χαζές. Ότι τις πέτρες τις πέταγε… Αυτή ήταν απάνω, το σπίτι τους ήταν από κάτω. Χαζές ήτανε;

Λ.Ν.

Η πεθερά τις πέταγε;

Χ.Κ.

Η πεθερά τις πέταγε. Τι; Η θεία μου τις πέταγε;

Λ.Ν.

Αυτή ήταν αδελφή της μαμάς σας;

Χ.Κ.

Αδερφή της μάνας μου, η πεθερά της. Ναι. Είχαμε την αυτήν… Εμείς την είχαμε αυτή την αυτήνε, γιατί ήταν η μητριά μου. Ενώ δεν πεινάγαν οι άλλοι, γιατί βγαίνανε, οι μανάδες τους θα βρίσκανε κάτι να φτιάξουν να φάνε –πώς το λένε;– στα παιδιά τους. Ενώ εμάς, δεν ενδιαφερότανε. Καθόλου. Τίποτε, σου λέω.

Λ.Ν.

Για το δικό της το παιδί, όταν το έκανε;

Χ.Κ.

Για το παιδί το δικό της, μια φορά –μια φορά– θυμάμαι, είχε πέντε αυγά και ήμασταν στο τζάκι, έκανε κρύο. «Αχ!», λέει, «Είστε έξι και έχω πέντε αβγά. Θα βράσετε τα πέντε και θα κόψετε από μισό να δώσετε του Ηλία». Σκέψου τώρα, ο Ηλίας έφαγε τρία αυγά κι εμείς φάγαμε από τόσο… Χαρά, εμείς, ότι δεν είχε αυγό για τον Ηλία! Και του κόψαμε το μισό. Η μία… Σου λέω, πέντε αυγά, πόσο έφαγε αυτός; Έφαγε δυόμισι αυγά κι εμείς φάγαμε… Ναι, έτσι. Έτσι έκανε. Ποιος ξέρει, κι εκείνη την ημέρα, πώς το ’παθε; Γιατί-

Λ.Ν.

Ο πατέρας σας, όταν ήταν μπροστά;

Χ.Κ.

Ο πατέρας μου, όταν… Ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ μεσημέρι στο σπίτι. Δεν ήταν, ήταν πάντα στα χωράφια. Τώρα, μια Κυριακή, άμα ήταν, θα μαγείρευε Κυριακή, τρώγαμε όλοι μαζί. Ο πατέρας μου ερχότανε βράδυ στο σπίτι. Ήταν πάντα στα χωράφια. Το βράδυ που ερχόταν ο πατέρας μου, σου λέω, έβαζε το τσουκάλι με το φαΐ –σε ταψί, όπου το είχε–, βάζανε εκείνο το τραπέζι –σοφρά το λέγανε αυτό– το βάζανε εκεί, στο τζάκι κοντά, άμα ήταν χειμώνας, και γύρω γύρω όλοι… Αλλά τόσα άτομα. Και να πεινάς κιόλας. Εγώ δεν προλάβαινα ούτε το πιρούνι να βάλω. Ούτε να πιάσω, όχι να φάω! Το πρωί, που ήταν πατέρας μου στο σπίτι και δεν έφευγε πολύ πρωί, θα έφτιαχνε τραχανά. 

Λ.Ν.

Τις Κυριακές;

Χ.Κ.

Ναι. Και καθημερινή, άμα έβρεχε, έκανε κρύο, αυτό. «Βάλε», της έλεγε, «να κάνουμε τραχανά, να φάνε και τα παιδιά, να φάω κι εγώ». Φτιάχναμε τραχανά, τρώγαμε αυτό το πρωινό. Άλλες φορές, που είχανε, έφτιαχναν[01:10:00] το λάδι κι αυτά, έφτιαχνε τηγανίτες. ΄Η αλέθαμε το στάρι, που σου λέω, στον μύλο, και φέρνανε αλεύρι, έφτιαχνε τηγανίτες το πρωί. Εγώ τα μύριζα. Λέω –έσπρωχνα την αδερφή μου: «Τηγανίτες φτιάχνει, θα φάμε κι εμείς!» «Σώπα», μου λέει, «Κάτσε, κοιμήσου ακόμα». Γιατί δεν είχαμε κρεβάτια, για να είμαι ειλικρινής, αλλά είχε πάτωμα το σπίτι. Το μισό ήταν με πάτωμα. Και ρίχναμε στρώματα κάτω και κιλίμια και κοιμόμασταν. Εγώ κοιμόμουν με την αδερφή μου σε ένα στρώμα. Τα δύο αγόρια από κει, οι άλλες δύο από κει. Έξι ήμασταν, ρίχναμε τα στρώματα κάτω… Εγώ περίμενα πότε θα έρθει κάποια να στρώσει, να ξαπλώσω, γιατί δεν μπορούσα να πιάσω τα… Έπρεπε να έχουν γιούκους μεγάλους τότε. Ναι, έτσι ήταν οι νύφες, τότε, εκεί. Ήταν πάρα πολύ ωραίοι οι γάμοι αυτοί. Σκέψου, τώρα, μέχρι τα ξύλα φέρνανε. Γιατί θα φουρνίζανε, θα μαγειρεύανε, θα κάνανε… Γινόταν ένας γάμος, ρε παιδί μου! Δεν καταλαβαίνεις, τώρα, τίποτα.

Λ.Ν.

Να σας πω, και οι γονείς κοιμόντουσαν επίσης στο-;

Χ.Κ.

Στο άλλο δωμάτιο.

Λ.Ν.

Στο άλλο δωμάτιο.

Χ.Κ.

Ναι, στο άλλο ήτανε. Είχαμε δύο δωμάτια και μια-

Λ.Ν.

Και τι κάνατε; Τρώγατε; Τι κάνατε τα βράδια; 

Χ.Κ.

Τα βράδια τρώγαμε και πηγαίναμε για ύπνο, γιατί μια λαμπίτσα ήταν. Τη έσβηναν για να έχουν για την άλλη μέρα. Εγώ κι ο αδερφός μου-

Λ.Ν.

Παίζατε εκεί πέρα;

Χ.Κ.

Παίζαμε έξω. Εγώ με τα παιδιά, ναι, με κοριτσάκια, με αυτά, παίζαμε, ναι. Φτιάχναμε και κουρελάκια, ρουχαλάκια, κάναμε και κουκλίτσες, έτσι, ξέρεις, αυτά τα αυτά. Παίζαμε, παίζαμε, ναι. Το θυμάμαι αυτό, παίζαμε. Άλλη έφτιαχνε τον γαμπρό, άλλη έφτιαχνε τη νύφη, πώς να σου πω. Δηλαδή παίζαμε, έτσι, κουτσό, παίζαμε κρυφτό… Αυτά, δεν είχαμε και τίποτα άλλο να παίξουμε. Δεν είχαμε. Ήτανε δύσκολα τα χρόνια, δεν ήτανε… Εγώ, μου είχαν δώσει ένα ζευγάρι γαλότσες απ’ την UNRRA, που τα ’στειλε, τότε, η Αμερική. Μεγάλες ήταν, αλλά τις φόρεσα, με μάλλινες κάλτσες. Πήγα στο σχολείο, όπως καθόμουνα, έτσι, ήταν μεγάλη και χτύπαγα τη μπροστινή. Ποιος ξέρει τι νούμερο ήταν; Αλλά εγώ έκανα και χαρά που τις φόρεσα, γιατί… «Κύριε, κύριε, η Χρυσάνθη με χτυπάει από πίσω». «Σήκω πάνω», μου λέει, «Γιατί τη χτύπησες;» Σηκώθηκα κι εγώ, του λέω: «Όχι εγώ. Κοίτα, η γαλότσα μου. Είναι μεγάλη, κύριε». 

Λ.Ν.

Σας είχε δείρει-;

Χ.Κ.

Ναι, με είχε δείρει μια φορά, γιατί δεν ήξερα την ορθογραφία. Και το θυμάμαι, παιδιά, δεν το ξεχνάω αυτό. «Το σπίτι στο λιβάδι», το είχε βάλει ορθογραφία. Εγώ, λέξη! Δεν το είχα αυτώσει. Και δεν θυμάμαι, δεν… Και μου λέει αδερφός μου: «Παλιοχαζή, γιατί δεν μου είπες να σ’ το πω εγώ;» Είχαμε παράθυρα, κοιτάζανε στη θάλασσα. Ήταν τόσα τα παράθυρα προς τα μέσα. Το παράθυρο ήταν προς τα έξω, και τα παράθυρα, είχαμε χώρο και ακουμπάγαμε τα τετράδια και τα βιβλία και διαβάζαμε και γράφαμε. Το δωμάτιο αυτό –το καλό που λέω, το αυτό– είχε τρία παράθυρα. Ένα το είχα εγώ, ένα ο αδερφός μου κι ένα ο άλλος ο αδερφός μου.

Λ.Ν.

Δηλαδή, καθόσασταν στο περβάζι του παραθύρου; 

Χ.Κ.

Ναι. 

Λ.Ν.

Δεν είχε θρανία;

Χ.Κ.

Όχι, στο σπίτι.

Λ.Ν.

Α, στο σπίτι.

Χ.Κ.

Μέσα, ναι. Στο σχολείο είχαμε θρανία. Τρία-τρία παιδιά, τέσσερα –αναλόγως, όπως χωράγαμε. Είχε, ναι, και πίνακα μεγάλο. Γιατί έβαζε, τώρα, ο δάσκαλος –ένας πίνακας, όσο είναι ο τοίχος– έβαζε, ας πούμε, τώρα, έγραφε πέντε λέξεις ιστορία να τη διαβάσουμε, να τη γράψουμε, να τη μάθουμε, πέντε… Στην Α’, στη Β’… Έγραφε στον πίνακα, ώσπου να κάνει μάθημα στους άλλους, εμείς να γράψουμε αυτά σε ένα τετράδιο για να τα μάθουμε. Δεν είχαμε βιβλία. Τα αγοράζαν τότε. Κατάλαβες τι γινότανε; Κι εγώ βολευόμουνα λίγο με τον αδερφό μου, αλλά ο αδερφός μου, πάλι, δεν είχαμε… Ήταν τρία χρόνια πιο μεγάλος από μένα και δεν προλάβαινα τα βιβλία του, κατάλαβες; Αυτός ήταν πολύ έξυπνος. Πήγε σε Γυμνάσιο, έβγαλε και το Γυμνάσιο και είχε πάρει, ήτανε… Το μυαλό του έκοβε πολύ. Δούλεψε το καλοκαίρι –δεν ξέρω, τι δουλειά έκανε, δεν θυμάμαι– και είχε πάρει φωτογραφική μηχανή, που πήγαινε στο Γυμνάσιο. Και έβγαζε φωτογραφίες στο Γυμνάσιο, σε εκδρομές, παντού, και έβγαζε τα έξοδά του όλα. Ναι, ο αδερφός μου αυτός, πολύ, πάρα πολύ. Και όταν ήρθε στην Αθήνα, πήγε εκεί που σου λέω. Μετά πήγε σε φαρμακείο και πήγαινε τα δείγματα σε γιατρούς –ξέρεις, αυτά…– σε πολλούς γιατρούς. Και γνωρίστηκε εκεί, στην Ξούθου 5, στην Αθήνα –στην Ομόνοια κάπου είναι– με γιατρούς και με έναν επιχειρηματία –ήτανε επί δικτατορίας– και ξεκινήσανε –με το μυαλό του!– και πήραν το οικόπεδο στο Σχηματάρι και πήρανε και δάνεια και ξεκινήσαν το εργοστάσιο με φάρμακα. Και τώρα είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο έχει κάνει. Διακόσια πενήντα άτομα προσωπικό έχει.

Λ.Ν.

Ο αδελφός σας, όμως, αυτός έχει πεθάνει;

Χ.Κ.

Πέθανε, ναι. Τώρα. τον άλλο μήνα κλείνει χρόνο. 

Λ.Ν.

Πολύ ευφυής.

Χ.Κ.

Πάρα πολύ, δεν σου λέω τίποτα! Και οτιδήποτε, θα φώναζε… Μόνο μ’ εμένα ταίριαζε, με κανέναν άλλο.

Λ.Ν.

Να σας πω, και λέτε ότι δεν θα το ξεχάσετε… Αυτό που είπατε, ότι ήσασταν στο σχολείο και δεν ξέρατε το «Λιβάδι», το «Σπίτι στο λιβάδι»-

Χ.Κ.

Ναι, δεν ήξερα και… Ναι, το «Σπίτι στο λιβάδι», ορθογραφία. Με σήκωσε στον πίνακα. Σε σηκώναν να το γράψεις με την κιμωλία. Κι εγώ το ’γραψα όπως ήθελα.

Λ.Ν.

Ξύλο στα χέρια;

Χ.Κ.

Ναι, στα χέρια, στα χέρια. Σου ’δινε και καμιά έτσι, αλλά στα χέρια, τα χέρια, έτσι. Και μ’ έβγαλε και έξω κι έκλαιγα. Και μετά με φώναξε ο παππούς μου: «Έλα εδώ» –γιατί σου λέω, ήταν το σχολείο, το σπίτι, το σχολείο, ήταν απέναντι κι ο παππούς. Αυτός, πάντα –τι πράμα, ρε παιδί μου! Ήταν μια ελιά τεράστια εκεί, στην αυλή του παππού μου, και είχαμε ρίξει σκοινιά και κάναμε κούνια. Και δεν τον ένοιαζε. Μαζευόμασταν εκεί τα εγγόνια του όλα, φασαρία κάναμε, παίζαμε –παιδιά, ναι, εντάξει– και δεν παραπονιόταν. Παρόλο που ήτανε… Ήτανε σοβαρός, αλλά είχε κλειστεί στον εαυτό του, από τα παιδιά του, που έχασε. Δύο αγόρια και τη μάνα μου.

Λ.Ν.

Να σας πω, και σας φώναξε ο παππούς σας, που κλαίγατε με τον δάσκαλο, και μου λέγατε ότι-

Χ.Κ.

Ναι, με φώναξε και πήγα εκεί. Μου λέει: «Τι έγινε;» Πάλι, κι αυτόν, τον είπε μασκαρά. «Γιατί σε έδειρε ο μασκαράς; Εσύ, γιατί δεν διάβασες;» μου είπε. Και το θυμάμαι αυτό. Κι ο αδερφός μου μού έκανε φασαρία μετά. Μου λέει: «Γιατί δεν μου είπες να σου πω; Να σ’ την πω εγώ την ορθογραφία, να τη μάθεις. Και έφαγες το ξύλο», μου είπε. Δεν μπορούσες να καταλάβεις, έτσι, τώρα. Άμα δεν έχεις το βιβλίο να διαβάσεις, τι να καταλάβεις τώρα; Εκεί, στον πίνακα, που έγραψε αυτός αυτές τις λέξεις, δεν τις έγραψα καθόλου εγώ. Με σήκωσε στον πίνακα αυτός, δεν είχα ιδέα να γράψω την ορθογραφία. Δεν είχα ιδέα. Πού να το; Δεν το θυμόμουν. Το έγραψε στον πίνακα ορθογραφία, αλλά τόσα παιδιά –άλλος μίλαγε, άλλος αυτά… Ήμασταν εκατό παιδιά μέσα.

Λ.Ν.

Είχατε και να κάνετε και στο σπίτι, να διαβάσετε;

Χ.Κ.

Ναι, αυτά που έγραφε στον πίνακα έπρεπε να τα γράψουμε και να τα διαβάσουμε στο σπίτι, όποιος δεν είχε βιβλία. Αυτό ήταν το σχολείο τότε, έτσι ήτανε. Αλλά σε ένα μοναστήρι είχε κρυφό σχολειό, που πηγαίνανε. Περνάγανε το ποτάμι από εκεί, σε ένα μοναστήρι, βρήκαν το κρυφό σχολειό. Το ξέρανε όλοι, πηγαίναν νύχτα και τους έκανε μάθημα παπάς.

Λ.Ν.

Τώρα αυτό, πιο παλιά από σας.-

Χ.Κ.

Ζαγοροχώρια. Όχι, τότε, εκείνη την εποχή ήτανε, αλλά-

Λ.Ν.

Και ποιοι πηγαίναν;-

Χ.Κ.

Από εκεί ήταν –όχι από το δικό μας το χωριό– από εκεί ήταν ακόμα οι Αλβανοί, ξέρεις, που πήραν τη Βόρειο Ήπειρο κι αυτά. Ξέρεις, φοβόντουσαν και πηγαίνανε νύχτα, κατάλαβες;

Λ.Ν.

Δεν επιτρεπόταν να πάνε σε ελληνικό σχολείο;

Χ.Κ.

Φοβόντουσαν. Αφού ήμασταν σύνορα, έτσι, εκεί. Αυτοί, από εδώ, απ’ το ποτάμι, δεν μπορούσαν να περάσουν εύκολα, γιατί φυλάγανε τότε. Μας φυλάγανε. Και για να πάμε εμείς στο νοσοκομείο των Φιλιατών –γιατί μόνο εκεί είχε νοσοκομείο ή στα Γιάννενα– έπρεπε να πας στην αστυνομία, να πάρεις χαρτί για να σε αφήσουν να περάσεις να πας στις Φιλιάτες. Όποιος και να ήταν, έπρεπε να έχει χαρτί, αλλιώς δεν πέρναγες. Στην αστυνομία, χαρτί. Εγώ κατέβηκα Γιάννενα μια φορά, για να πάω Ηγουμενίτσα, και μου ζήτησαν χαρτί. Μου λέει: «Χαρτί», στην Ηγουμενίτσα –για να πάρεις το χαρτί απ’ την αστυνομία για να κατέβω Ηγουμενίτσα. Γιατί, δεν ξέρω. Αυτό το είχανε πολλά χρόνια, ήμουνα μεγάλη, τα θυμάμαι αυτά. Γινότανε πολλά χρόνια αυτά. Αλλά για να πάω στους Φιλιάτες χωρίς… Δεν πά’ να πέθαινες, έπρεπε να έχεις χαρτί απ’ την αστυνομία ότι είσαι άρρωστος και πας στο νοσοκομείο των Φιλιατών. Αλλιώς, έπρεπε να πας Γιάννενα. Γιάννενα, για να πας, ήτανε μακριά.

Λ.Ν.

Πόση ώρα ήταν να πας στα Γιάννενα;

Χ.Κ.

Γιάννενα; Δυόμισι-τρεις ώρες. Ήταν όλο, ξέρεις, αυτά τα… κύκλο κύκλο. Ενώ τώρα, πας σε τρία τέταρτα, έχουνε κάνει την Εγνατία τώρα. Κύκλους, κύκλους, κύκλους… Και με τι θα πήγαινες; Πού να το βρεις το αυτοκίνητο; Μετά βγήκαν αυτοκίνητα, αλλά… Και που βγήκαν αυτοκίνητα, έκανες δεκατέσσερις ώρες να πας στην Ηγουμενίτσα. Από Αθήνα-Ηγουμενίτσα δεκατέσσερις ώρες, θυμάμαι εγώ, με δύο παιδιά στην αγκαλιά μου, πήγαινα το καλοκαίρι στον πατέρα μου και αγανακτούσα. Κάναμε κι εμετό, γιατί ήταν παλιολεωφορεία κι αυτά, και οι χωματόδρομοι και, και…

Λ.Ν.

Κυρία Χρυσάνθη, το όνομά σας από πού το πήρατε;

Χ.Κ.

Το όνομά μου, απ’ ό,τι ξέρω, μας έχει βαφτίσει ένας νονός. Μια ξαδέρφη μου τη βγάλανε Χρυσάνθη και οι αδερφές μου λένε: «Θέλουμε να τη βγάλουμε κι εμείς την αδερφή μας Χρυσάνθη». Και έτσι με βγάλανε. Εκεί δεν είχαν οι δικοί μας, δεν είχανε τα ονόματα, όπως τα έχουν τώρα. Ο παππούς μου –ο πατέρας του πατέρα μου– είχε έξι –πόσα ήταν;– έξι αγόρια και τρία κορίτσια, δέκα παιδιά. Και λέει στα αγόρια του ότι: «Ένας θα βγάλει τον Μηνά και ένας θα βγάλει την Αλεξάνδρα. Όχι όλοι Μήνα και Αλεξάνδρα. Θέλουμε στις γιορτές να πηγαίνουμε. Δεν χρειάζεται όλοι να βγάλετε… Θα βγάλετε ό,τι θέλετε». Κατάλαβες;

Λ.Ν.

Οπότε, βγάλαν τα πρώτα παιδιά-

Χ.Κ.

Ναι, ένας έβγαλε τον Μηνά κι ο άλλος έβγαλε την Αλεξάνδρα –του πατέρα μου, ας πούμε τα… [01:20:00]Δεν είχαν αυτή την αυτήν, που έχουν τώρα εδώ, ρε παιδί μου, με τα ονόματα. Θα μου πεις, δυο παιδιά κάνει, ένα παιδί, δυο κάνει, και θέλουνε. Κι εγώ ήθελα να βγάλω τη μάνα μου, έκανα δύο αγόρια εγώ. Έκανα πρώτα τον γιο μου, έβγαλα τον πεθερό μου, Γιάννη. Έκανα το δεύτερο, αγόρι πάλι, έβγαλα τον πατέρα μου –μόνο εγώ τον έχω βγάλει–, Παντελή. Μετά έκανα την κόρη μου, έπρεπε να βγάλω Μαρία, την πεθερά μου. Δεν μπορούσα να βγάλω Ευγενία. Και για να μη γίνει φασαρία, γιατί ήθελα να βγάλω τη μάνα μου, την έταξα κι εγώ στην Παναγία, τη βάφτισα την ημέρα της Παναγίας και την έβγαλα Μαρία και τελείωσε η φασαρία. Γιατί το είχα και μεράκι. Την έχει βγάλει ο αδερφός μου. Ο αδερφός μου έβγαλε Ευγενία και έβγαλε και τον γιο του –μετά που σκοτώθηκε ο αδερφός μου– τον έβγαλε Δημήτρη. Και τον έβγαλα εγώ τον πατέρα μου. Οπότε, εντάξει. Ήρθε ο πατέρας μου εδώ, για να… Ξημέρωναν οι Δώδεκα Απόστολοι. Θα βαφτίζαμε τον γιο του και θα τον βγάζαμε Παντελή. Ήρθε ο πατέρας μου απ’ το χωριό. Και σκοτώνεται ο αδερφός μου. Το βράδυ, αργά, ήρθαν να μας ειδοποιήσουν ότι σκοτώθηκε αδερφός μου. Εγώ έκανα εδώ μωσαϊκά, έφτιαχνα το σπίτι κάτω και κοιμόμουνα δίπλα, στην κουνιάδα μου, και τον έβλεπα στον ύπνο μου. Λέει: «Μην πιστεύεις στα όνειρα». Τι να μην πιστέψω, μωρέ, στα όνειρα; Τον έβλεπα όνειρο ότι –την πρώτη φορά– μού έδωσε χρυσά. «Πού τα βρήκες τα λεφτά;», του λέω, «Εγώ ένα κατοστάρικο σου ’στειλα. Εκατό δραχμές». «Φόρα τα, τώρα», μου λέει, «και δεν πειράζει». Και το άλλο βράδυ, τον είδα ότι ανέβαινε σε ένα βουνό. Ανέβηκε, ανέβηκε με το αυτοκίνητο και έπεσε στον γκρεμό. Και ξαφνικά, όπως κοιμόμουνα, ακούω τη νύφη μου –εδώ έμενε τότε, δίπλα μου– ακούω τη νύφη μου και φωνάζει: «Χρυσάνθη, ξύπνα! Σκοτώθηκε ο Μήτσος!» «Πάλι όνειρο τον βλέπω», λέω. Αυτή ούρλιαζε έξω, να σηκωθώ, γιατί είχε έρθει η αστυνομία. Όλοι είχαν λιποθυμήσει έξω. Σκοτώθηκε, τον περιμέναμε να ’ρθει. Θα βαφτίζαμε και το παιδί, θα τον βγάζαμε Παντελή. Είχε έρθει ο πατέρας μου. Και με το που βγήκα έξω εγώ και συνειδητοποίησα ότι ο αδερφός μου σκοτώθηκε, βάζω μία φωνή –πρέπει να ακούστηκα, δεν ξέρω πού– και γύρισαν τα χέρια μου και τα πόδια μου εδώ, πίσω. Ναι, έγινα ένα αυτό. Και με πήγανε στο νοσοκομείο, μου έβαλαν ορό και την άλλη μέρα, δώδεκα η ώρα το μεσημέρι ίσιωσα. Και τον φέρανε αργά το βράδυ. Τον φέραν με τιμές και δόξες. Αλλά, τι το θέλεις; Σκοτώθηκε την ημέρα που θα απολυόταν. Για σκέψου, να ’χεις το-

Λ.Ν.

Πόσων χρονών ήταν; 

Χ.Κ.

Είκοσι δύο χρονών. Τότε, κάνανε τριάντα δύο μήνες φαντάροι, δεν κάναν όπως τώρα, έξι μήνες και εννιά μήνες. Ήταν πάνω, εκεί στο –πώς το λένε; Στη Μακεδονία, πάνω, εκεί στο-

Λ.Ν.

Πώς; Σε τροχαίο σκοτώθηκε;

Χ.Κ.

Όχι. Τον φώναξε ο διοικητής και του δίνει το… Το Σάββατο, του λέει ο διοικητής: «Εσύ απολύεσαι τη Δευτέρα, αλλά εγώ θα λείπω. Πάρε το απολυτήριό σου» –ήταν οδηγός σε φορτηγό ο αδερφός μου– «αλλά θα φύγεις τη Δευτέρα το πρωί. Μη σε πιάσουνε στον δρόμο», του λέει, «και σε γυρίσουν πίσω. Θα πας, όμως, αύριο με τον καινούριο οδηγό, θα τον βάλεις να οδηγήσει αυτός και θα πάτε να κόψετε ξύλα». 29 Ιούνη έχει σκοτωθεί ο αδελφός μου. «Και πάρε κι όσα άτομα θέλεις», του λέει, «να το γεμίσετε με ξύλα και να γυρίσεις, και τη Δευτέρα το πρωί να φύγεις». Παίρνει πέντε άτομα –εφτά άτομα ήτανε. Ο οδηγός ο καινούριος, ο αδερφός μου εδώ και ένα –τρεις μπροστά και τέσσερις πίσω. Εφτά άτομα ήταν, ναι. Και πήγαν, κόψαν τα ξύλα, το γεμίσανε. Γυρίζοντας, πιάνει μια βροχή και, σε μια στροφή, ο καινούριος οδηγός το ρίχνει στον γκρεμό. Σκοτώθηκε μόνο ο αδερφός μου. Γιατί άνοιξαν οι πόρτες, πηδήξανε, πηδήξανε κι οι υπόλοιποι. Ο αδερφός μου ήταν στη μέση, πήρε και τη δεύτερη τούμπα. Τι σου λέει, τώρα, αυτό; Κατάλαβες τώρα; Εμείς τον περιμέναμε να έρθει και ήρθαν, μας είπαν: «Σκοτώθηκε». Τώρα, τι να σου πω; Δεν ήταν και λίγο αυτό.

Λ.Ν.

Ήταν πολλές οι απώλειες.

Χ.Κ.

Πολλές οι απώλειες. Τι λες τώρα;

Λ.Ν.

Να σας πω, πείτε μου, όμως, και για την απόπειρα τη δική σας.

Χ.Κ.

Για ποια θέλεις απόπειρα;

Λ.Ν.

Για τότε που ήρθε ο μπαμπάς σας και σας-

Χ.Κ.

Ναι. Αφού ετοιμαζόμασταν για τον γάμο, όλα καλά-

Λ.Ν.

Στον γάμο σας, ναι.

Χ.Κ.

Ναι, είχαμε πάρει και το νυφικό, το είχαμε κρεμάσει, όλα καλά. Χαρούμενος κι ο πατέρας μου, όλοι. Πήγαμε, έβγαλα τα χαρτιά τελικά, έγινε όλη αυτή η διαδικασία για το όνομα τελικά –και ξανά η διαδικασία αυτή, πολλές φορές, και με τα παιδιά μου. Βρίσκαν τον πατέρα μου Νικολάου, εμένα με βρίσκαν Κολιογιάννη, γινόταν πάντα η διαδικασία, μου στέλναν… Εγώ τώρα, μπορούσα να γυρίσω Νικολάου, αλλά είχα κάνει τα παιδιά μου, τα είχα βάλει, ας πούμε, Κολιογιάννη το γένος, αυτά… Πού να πήγαινα, τώρα; Τα στρατολογούν, κιόλας, τα αγόρια κι αυτά. Και λέω: «Όχι, εγώ θα κρατήσω αυτό το όνομα. Δεν μπορώ τώρα να το γυρίσω». Δεν μπορούσα.

Λ.Ν.

Έπρεπε και στα παιδιά και σε όλους.

Χ.Κ.

Ναι, για βάλε τώρα, να πας και στη στρατολογία –γιατί τα γράφουνε κι εκεί, λέει. Εγώ, τον γιο μου τον πρώτο, τον γέννησα στης «Αλεξάνδρας». Τα άλλα δύο τα είχα γεννήσει εδώ, στο Περιστέρι, σε αυτήν την κλινική του «Κρεμμυδάκη». Και εντάξει, όλα καλά. Βγάλαμε τα χαρτιά, πήγαμε και στην εκκλησία στο, Περιστέρι. Κάποια στιγμή, κάπου είχα πάει… Είχε σκοτωθεί ο πατέρας μου με την πεθερά μου! Μου λέει: «Ετοιμάσου εσύ! Φεύγουμε το πρωί». «Τι θα κάνουμε;»

Λ.Ν.

Ο μπαμπάς σας; 

Χ.Κ.

Ο πατέρας μου, ναι. «Εσύ θα έρθεις μαζί μου το πρωί», μου λέει. «Πού θα πάω», του είπα εγώ, «το πρωί;» «Στο χωριό», μου λέει. «Τι να κάνουμε στο χωριό;», του λέω, «Εδώ έχουμε καλέσει τον κόσμο, θα είναι στην εκκλησία, το νυφικό κρεμασμένο, το…» –πώς το λένε; Είχαμε καλέσει κόσμο, είχαμε συγγενείς, και αυτοί κι εγώ, και από Καλαμάτα και από –όχι, απ’ την Ήπειρο δεν είχε έρθει, μόνο ο πατέρας μου κι ο αδερφός μου. Τα αδέρφια μου, ήταν κι οι αδερφές μου, εδώ όλοι. Τελικά, μου λέει: «Αυτό που σου λέω εγώ θα κάνεις!» Πάω στην αδερφή μου, της λέω: «Τι έγινε, ρε Ελένη;» Μου λέει: «Χαμός έγινε εδώ! Σκοτώθηκαν με την πεθερά σου». «Τι έγινε;», της λέω. Μου λέει: «Θέλει προίκα για να σε πάρει, λέει, αλλιώς δεν θα γίνει ο γάμος». «Και τώρα, τι θα κάνουμε;», της λέω εγώ, «Ποιος θα πρωτοπάει να ειδοποιήσει τον κόσμο να μην πάει στην εκκλησία;» Ήταν η εβδομάδα του γάμου, πώς το λένε; Δεν ήτανε και μήνας, να πω, ή ξέρω ’γω, να περιμένουμε και να αυτώσουμε.

Λ.Ν.

Εν τω μεταξύ, συγγνώμη, η πεθερά σας, μετά της ήρθε ότι θέλει προίκα;

Χ.Κ.

Της ήρθε τότε, ποιος την ξέρει; Ήτανε κακιά γυναίκα. Ναι, ήταν, ήταν! Ο πεθερός μου ήταν καλός, αυτή ήταν κακιά. Α, καλά! Τώρα, κι εγώ, ένα παιδί ήμουνα κι εγώ, τι ήμουνα; «Καλά», λέω. Ένα παιδί ήμουνα, δεν ήμουνα καμιά εικοσιπενταριά χρονών, να ξέρω κιόλας, ή τριάντα –ή και είκοσι ακόμα, κάτι μπορούσα να κάνω, ρε παιδί μου, πώς να σου πω; Αντέδρασα κάπως. Τίποτε. «Το πρωί φεύγουμε». Και φεύγει πέντε η ώρα το λεωφορείο, έπρεπε να σηκωθούμε. Εγώ τώρα σκεφτόμουν, τι θα κάνω, πώς θα αντιδράσω τώρα, να δω τι θα κάνω. Δεν μπορούσα να πάω στο χωριό, με τίποτα! Κοιτάζω την τσάντα μου, είχα λεφτά μέσα. Κρεμάω και το φουστάνι μου –ότι θα πήγαινα στη δουλειά το πρωί ή θα έφευγα. Δεν μίλησα καθόλου, ούτε στην αδερφή μου, γιατί δεν της είχα εμπιστοσύνη κι αυτηνής. Θα μου ’λεγε: «Πού θα πας τέτοια ώρα;» και πώς και τι. Αφού δεν μπορούσε κανένας να με κρύψει ή να με αυτώσει. Ένα δωμάτιο είχαμε, σου λέω, την κουζίνα και το αυτό. Λοιπόν… Όχι, αυτό το δωμάτιο ήταν το δικό μου, που είχα νοικιάσει για να παντρευτώ. Τα αδέρφια μου ήταν στο δικό τους το σπίτι. Ήταν η αδερφή μου εκεί κι ο πατέρας μου, που κοιμόμασταν. «Τώρα;» λέω… Δεν κοιμήθηκα, σηκώθηκα. Ήταν ανοιχτή η πόρτα, είχε μια φεγγαράδα… Έκανα ότι πήγα στην τουαλέτα. Δεν με πήρε είδηση κανένας. Παίρνω και τα ρούχα, ντύνομαι ένα ταγεράκι, θυμάμαι, έτσι, αυτό το χρώμα είχε.

Λ.Ν.

Λευκό… Μπεζ.

Χ.Κ.

Ναι, καλοκαιρινό, έτσι. Ντυνόμουν εγώ, ήμουνα…

Λ.Ν.

Ήταν καλοκαίρι, ε;

Χ.Κ.

Ήταν καλοκαίρι, 18 –όχι, 18 παντρεύτηκα μετά. 18 Ιούνη παντρεύτηκα; Ναι.-

Λ.Ν.

Την ίδια μέρα με τα γενέθλιά σας;

Χ.Κ.

Ναι. Την ίδια μέρα έχω παντρευτεί, που έχω και τα γενέθλιά μου. Ήταν μια βδομάδα πιο νωρίς. Σηκώνομαι. Το έκοψα με τα πόδια. «Πού θα πάω τώρα;» λέω. Βγήκα, σου λέω, στην αυτήν –πώς τη λένε;

Λ.Ν.

Στον λόφο;

Χ.Κ.

Στο δρόμο αυτόν, τον μεγάλο, που βγαίνουν τα λεωφορεία. Πώς το λένε αυτό;

Λ.Ν.

Στην Εθνική;

Χ.Κ.

Ναι. Εδώ, στο Αιγάλεω. Εκεί, πιο πέρα, που βγαίνουν τα λεωφορεία για το… Πάνε για έξω. Ερημιά. Ποιος κυκλοφορούσε τότε; Δύο η ώρα τη νύχτα, ποιος θα κυκλοφορεί; 

Λ.Ν.

Δεν φοβόσασταν;

Χ.Κ.

Δεν φοβόμουνα. Καθόλου. Γιατί ήμουν αποφασισμένη για όλα. Δεν φοβόμουνα, όχι, δεν φοβόμουνα. Καθόλου δεν φοβόμουνα. Και στάθηκα εκεί τώρα και περίμενα. Λέω: «Κάποιος θα περάσει». Να τος, ένας με ένα κάρο. «Ε!» του λέω. Σταμάτησε ο άνθρωπος. «Τι είναι παιδί μου; Πού πας τέτοια ώρα; Κι είσαι και όμορφη», μου λέει. «Ωχ!», λέω, «Τώρα, την έβαψα!» Του λέω: «Θέλω να φύγω. Να με κατεβάσεις κάπου, να μην περπατήσω στα πρακτορεία» –δεν ήταν εδώ τα πρακτορεία, στην Κολοκυνθού, τότε. Ήταν κάπου στην Αθήνα, δεν θυμάμαι. «Γιατί θέλω να φύγω πέντε η ώρα για την Ήπειρο, είμαι από εκεί και δεν έχω μέσον», του λέω, κι αυτά. «Ανέβα πάνω», μου λέει. «Τι θα μου κάνει τώρα», λέω, «στο κάρο; Θα πηδήξω εγώ, άμα σταματήσει πουθενά». Ανέβηκα στο κάρο. Με συμβούλεψε, όμως: «Πρόσεχε, είσαι μικρή», έτσι, αλλιώς… «Προσέχω», του λέω. «Θέλω να φύγω, να πάω στο χωριό. Στον πατέρα μου πάω», του λέω. «Εντάξει», μου λέει. Με σταμάτησε, σου λέω, κάπου, το έκοψα έτσι εγώ και αντί να βγω, να δω που θα πάω, βγήκα μπροστά από το σπίτι του –μέναν στου Ψυρρή, τότε, η πεθερά μου– βγήκα εκεί, μπροστά σ’ αυτουνούς. «Τώρα», λέω, «θα με παραδώσουν αυτοί!» Το κόβω και βγαίνω και πάω στην οδό Αθηνάς. Εκεί, βρίσκω και το ξενο[01:30:00]δοχείο, μπήκα μέσα, πλήρωσα και εκατό δραχμές –με την ταυτότητά μου, όμως. Την είχα πάντα μαζί μου την ταυτότητα, στην τσάντα. Μια τσαντούλα την είχα, κι αυτή μπεζ ήταν, έτσι, αυτό το χρωματάκι –αυτό το έχω κεντήσει και μόνη μου. Και μπαίνω μέσα, που λες. «Τώρα», λέω, «δεν με βρίσκει κανένας!» Ξημέρωσε. Άκουγα από κάτω, φώναζαν: «Βερίκοκα, βερίκοκα!» Η εποχή αυτή. «Ξημέρωσε», λέω. Σηκώνομαι, βγαίνω στο μπαλκονάκι, κοιτάζω από δω, κοιτάζω από κει. «Τι θα κάνω τώρα;», λέω, «Τι θα κάνω τώρα;» Ο πατέρας μου έπρεπε να είχε φύγει. Είχε φύγει. Με ψάχναν όλη νύχτα. Με ψάχνανε από δω, από κει, όλοι. Και ο άντρας μου –που πήρα– και οι κουνιάδες μου, όλοι. Να δούνε πού είμαι, ρε παιδί μου. Πήγαν στην αστυνομία. Μετά, έγινε με την αστυνομία, ήρθε… Μήπως με… Πώς το λένε;

Λ.Ν.

Απαγάγανε;

Χ.Κ.

Όχι με απαγάγανε. Γιατί δηλητηριάστηκα, τι έκανα.

Λ.Ν.

Α, μετά ήρθαν-

Χ.Κ.

Ναι, ήρθαν στο νοσοκομείο. Ήρθε η αστυνομία-

Λ.Ν.

Καθίστε, περιμένετε, γιατί πηδήξαμε. Εσείς είστε τώρα στο ξενοδοχείο.

Χ.Κ.

Ναι, μετά απ’ το ξενοδοχείο εγώ, αφού κατέβηκα κάτω μετά και πήρα τις ασπιρίνες, λέω: «Εγώ πρέπει να πεθάνω τώρα. Δεν γίνεται να πάω στο χωριό». Σκέψου, εκεί. Δεν γινότανε, με τίποτε. Δεν μπορούσα να πάω. Αφού αυτή, το κλειδί το είχε έτσι. Εγώ, για να φορτώσω και να κάνω, δεν μπορούσα. Με τίποτε. Δεν την ήθελα, δεν μπορούσα. Δεν έκανα αγροτική δουλειά, καθόλου, μιλάμε. Καθόλου, καθόλου, τίποτα.

Λ.Ν.

Δεν θέλατε καθόλου να πάτε.

Χ.Κ.

Ναι, και… εγώ, εδώ, ήμουνα βασίλισσα στην Αθήνα, με τα αδέρφια μου, με τις δουλειές μου, με τα καλά μου, με όλα, και θα πήγαινα να κάτσω με τη μητριά μου; Εσύ θα το ’κανες; Όχι, δεν θα το ’κανες. Και τέτοια μητριά κιόλας!

Λ.Ν.

Και πήρατε τις ασπιρίνες-

Χ.Κ.

Και κατέβηκα κάτω, στο περίπτερο –είχε περίπτερο από κάτω. Λέω: «Μου δίνετε ένα κουτί ασπιρίνες;» «Ναι», μου λέει αυτός. Μου δίνει το κουτί με τις ασπιρίνες, βρήκα και το ποτήρι εκεί, και νερό. Όλες τις έριξα; Τις μισές; Τώρα, δεν θυμάμαι. Το ένα φακελάκι πρέπει να έριξα. Από τότε έχω να πάρω ασπιρίνη. Και το πιάνω και τα πίνω. Μετά από δέκα λεπτά, με πιάνουν κάτι πόνοι! «Τώρα, τι θα κάνω;» λέω.

Λ.Ν.

Πού πονούσατε;

Χ.Κ.

Η κοιλιά μου. Και μαύριζα. Έβλεπα που άρχισα και μαύριζα. Βουτάω την τσάντα μου, κατεβαίνω κάτω, όσο είμαι καλά, να προλάβω. Βρήκα ένα ταξί, λέω: «Στο Μπουρνάζι» –στο Μπουρνάζι έμενε αυτή η κουνιάδα μου, ήταν καλή αυτή. Πάω. «Πού είσαι, παιδάκι μου; Σε ψάχνουμε», μου λέει, «Έλα εδώ». «Γρήγορα στο νοσοκομείο», της λέω. «Τι έκανες;», μου λέει. «Έχω πάρει ασπιρίνες πολλές», της λέω, «και θα πεθάνω». Με το ίδιο ταξί, με παίρνει, πάμε στο νοσοκομείο. Σφύραγε κιόλας στον δρόμο αυτός, γιατί άρχισα να κάνω και εμετό. Όχι, δεν έκανα εμετό, ψέματα λέω. Πόναγα. Φώναζα, ούρλιαζα. Άμα έκανα εμετό, θα τις είχα βγάλει. Δεν έκανα. Ναι. Και πάμε. Βουτάνε αμέσως, με βάλαν μέσα. Λέει: «Γρήγορα! Έχει πάρει…» «Πόσες ασπιρίνες πήρες;» «Ένα κουτί», είπα –δεν θυμάμαι, το πήρα όλο; Το μισό; Πάντως, μού κάνανε πλύση. Με το ένα μου βάζανε, το άλλο μου βγάζανε. Τον ένα σωλήνα μου βάζανε, τον άλλον… Μου κάνανε δύο φορές πλύση. Δυο-τρεις φορές μου κάνανε εκείνη την ημέρα; Γιατί θα μου έκανε, από τότε… Ναι. Έμεινα μέσα μια εβδομάδα. Ήμουνα σε πολύ κακή κατάσταση. Αυτοκτονία. Γι’ αυτό ήρθε η αστυνομία.

Λ.Ν.

Γιατί; Ήρθε η αστυνομία στο νοσοκομείο;

Χ.Κ.

Ναι, αμέ. Βέβαια, ήρθε αστυνομία. Γιατί αυτοκτόνησα. Γιατί ήρθε; Γιατί με ρώταγε τι έγινε. Και τους είπα τι έγινε. Μετά ήρθαν και στο σπίτι, πήραν πάλι κατάθεση, στο σπίτι που πήγα. Ναι, βέβαια, γιατί το δήλωσε και το νοσοκομείο ότι είχα αυτοκτονήσει. Δεν ήταν απλώς, κάτι, αυτό… Και τους είπα ότι έτσι κι έτσι. Τους τα είπα όλα μετά. Εντάξει, δεν-

Λ.Ν.

Άρα, ο γάμος δεν έγινε τότε;

Χ.Κ.

Όχι, ο γάμος έγινε μετά.

Λ.Ν.

Μετά από πόσο καιρό;

Χ.Κ.

Μετά από δεκαπέντε μέρες, είκοσι, δεν θυμάμαι κιόλας. Αλλά ο γάμος έγινε πάλι. Ξανακαλέστηκαν. Μετά ήρθε ο νονός μου. Ήταν αστυνομικός ο νονός μου. Μου λέει: «Μη στεναχωριέσαι. Θα σε πάω εγώ. Άσ’ τους. Ας μην έρθουν, σιγά! Θα σε πάω εγώ, να δεις…»

Λ.Ν.

Αλλά η πεθερά δεν είχε πρόβλημα μετά;

Χ.Κ.

Όχι, δεν είχε πρόβλημα. Έφυγε ο πατέρας μου, δεν είχε πρόβλημα μετά. Όχι. Ήρθαν όλοι εκεί, κοντά σ’ εμένα, όλοι. Οι κουνιάδες μου, ο άντρας μου, ο πεθερός μου, όλοι εκεί δίπλα. Οι δικοί μου, δεν πάτησε κανένας, γιατί τους πρόσβαλα, λέει.

Λ.Ν.

Και τα αδέρφια σας;

Χ.Κ.

Κανένας δεν μου μίλαγε. Και τα δώρα που μου είχε κάνει μια αδερφή μου, ήρθε και τα πήρε και τα πήγε στο σπίτι, γιατί όπως έφυγα εγώ… Και τα πήρε. Μου είχε κάνει για τον γάμο μια κουβέρτα, ξέρω ’γω τι, μια γκαζιέρα… Πήγε και τα πήρε όλα. Τι έπαθα! Μετά παντρευτήκαμε, όμως, εμείς. Συνέχιζαν και δεν μου μίλαγαν. Έμεινα έγκυος στον γιο μου. Όταν γέννησα και έκανα τον γιο μου, είχε έρθει ο πατέρας μου και ήρθε στο νοσοκομείο. Ναι, ήρθε, με αγκάλιασε, με φίλησε… Γιατί είχα και άσχημη γέννα. Ναι, μου το πήρανε με εμβρυουλκία. Δηλαδή, με κοιμίσανε. Μικρό ήταν το παιδί, αλλά είχε μείνει το κεφαλάκι του εδώ. Με είχαν πιάσει οι πόνοι –δυόμισι κιλά γεννήθηκε, αλλά δεν μπορούσα να γεννήσω. Με πήγαν το βράδυ. Την άλλη μέρα δεν είχα γεννήσει μέχρι τις δώδεκα. Ήρθε ο καθηγητής, ο Λούρος ήταν τότε. Λέει: «Ακόμα εδώ την έχετε τη μικρή;» «Τι να κάνουμε; Δεν κάνει… Κάνει πόνους και σταματάει», λέει. Κάτι λέγαν αυτοί εκεί –μήπως ξέρω εγώ τι λέγανε, τώρα; Λέει: «Τώρα θα της το πάρουμε, δεν γίνεται άλλο. Μην το χάσει το παιδί, κρίμα είναι. Θα της το πάρουμε». Μετά με κοιμίσανε εκεί, όπως ήμουνα. Δεν με κουνήσανε. Στο κρεβάτι με κοιμίσανε και με σκίσαν από κάτω… Εμβρυουλκία λεγόταν αυτό.

Λ.Ν.

Σαν καισαρική δηλαδή;

Χ.Κ.

Ναι, αλλά από κάτω, όχι καισαρική εδώ. Τότε δεν κάναν εύκολα καισαρικές. Και το τραβήξαν με βεντούζα και το πήρανε. Έτσι λέγανε. Έτσι έγραφε η τέτοια. Και μεσημέρι ήταν, δώδεκα και μισή; Μία; Εκεί. Δώδεκα και μισή έγραφε το χαρτί. Ήμουνα μέχρι το βράδυ, όμως, εκεί, στο κρεβάτι, γιατί είχα αιμορραγία. Και ήταν κάτω όλοι, στο σαλόνι. «Γέννησε!» Χαρά όλοι, ήταν και αγόρι κιόλας. Τα πεθερικά μου… Ήρθαν όλοι, με είδαν μετά, τα φτιάξαμε, μια χαρά. Δεν υπήρχε πια άλλο πρόβλημα. Ο πατέρας μου πια, ήτανε κολλημένος μ’ εμένα. Ερχόταν μόνο σ’ εμένα και στον αδερφό μου. Το είχε μετάνιωσε μετά κι αυτός. Και όπως του φέρθηκε, όμως, η πεθερά μου, είχε και δίκιο, από μια μεριά. Ας λέμε και την αλήθεια. Τι του ζήταγε εκείνη την ώρα; Πού θα πήγαινε εκείνη την ώρα να βρει; Είχε πει και στον άντρα μου και πήγαμε βάλαμε και ελιές, εξήντα ρίζες ελιές. Μου είχε δώσει ένα κομμάτι χωράφι, έξι στρέμματα κι αυτά… Αλλά εκείνη την ώρα που το ζήταγε αυτή, δεν γινόταν. Γινόταν εκείνη την ώρα; Γι’ αυτό λέω ότι ήτανε μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Εγώ, άμα μου λέγανε κάτι, έπεφτα στη θάλασσα, έπεφτα στο αυτό, δεν είχα… Πολύ δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα.

Λ.Ν.

Τον άντρα σας, όμως, δεν τον ένοιαζε η προίκα. Της πεθεράς σας ήτανε καπρίτσιο.

Χ.Κ.

Της πεθεράς μου, η πεθερά μου ήταν ιδιότροπη. Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, εκεί στο Αλεξάνδρας –το είχε φτιάξει η βασίλισσα τότε, η Φρειδερίκη, αυτό. Τέτοιο νοσοκομείο, τέτοια καθαριότητα! Έκατσα μία βδομάδα μέσα. Τέτοια περιποίηση! Σε πλένανε στο κρεβάτι, σε αλλάζανε, σε δένανε με ένα ειδικό εδώ πέρα, σου φέρναν το παιδί, σ’ το ταΐζανε. Ερχόντουσαν και στο σπίτι να δουν πώς πάει το παιδί, αν μπορώ εγώ να το-

Λ.Ν.

Νοσοκόμες;

Χ.Κ.

Νοσοκόμες, ναι. Έτσι ήταν τότε. Του Ερυθρού Σταυρού. Άλλο πράμα, σου λέω! Και το πήγαινα στα πολυιατρεία, είχε στο Περιστέρι πολυιατρεία. Θυμάμαι, Παπαδάτου τη λέγανε την παιδίατρο-

Λ.Ν.

Και τι λέγατε; Ότι όταν γεννήσατε και ήρθε η πεθερά σας-

Χ.Κ.

Στο νοσοκομείο δεν ήρθε η πεθερά μου. Στο σπίτι. Ήρθε μετά στο σπίτι, ένα βράδυ –ήταν βράδυ κιόλας, ήταν ο άντρας μου εκεί. Τότε τα φασκιώναμε κιόλας. Κι εγώ χάλια ήμουνα, λεχωνίτσα, ξέρεις, αυτά… Δεν ήμουνα…

Λ.Ν.

Κάνουμε μια διακοπή.

Part of the interview has been removed for legal issues.

Summary

Η κυρία Χρυσάνθη, Αρβανίτισσα από το Μαυρούδι Θεσπρωτίας, μας αφηγείται τη ζωή της στο χωριό στα χρόνια της Κατοχής και του εμφυλίου, καθώς και τη μετέπειτα μετοίκησή της στην Αθήνα. Μοιράζεται τις αναμνήσεις της από τη μητέρα της που έχασε σε πολύ μικρή ηλικία και μιλάει για τη δύσκολη σχέση που είχε η ίδια και τα αδέλφια της με τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα της. Περιγράφει επίσης την τρυφερή σχέση που είχε με τους γονείς της μητέρας της, οι οποίοι ήταν πάντα παρόντες για να συμπαρασταθούν στα εγγόνια τους και να τα προστατεύσουν. Ακόμη, μιλάει για τη γνωριμία με τον άντρα της και τη ζωή της μαζί του, αλλά και για την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε όταν ο γάμος της κινδύνευσε να ματαιωθεί.


Narrators

Χρυσάνθη Κολιογιάννη


Field Reporters

Λουίζα Ντούρου



Interview Date

26/10/2022


Duration

98'