Δημήτρης Κοκολάκης: Ο Ρεθυμνιώτης μπασκετμπολίστας της χρυσής εποχής
Segment 1
Η παιδική ηλικία του αφηγητή, η γνωριμία με το μπάσκετ και οι δυσκολίες που πέρασε, ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τα γήπεδα
00:00:00 - 00:11:23
Partial Transcript
Θα μας πείτε το όνομά σας; Κοκολάκης Δημήτρης του Ευαγγέλου και της Αρτεμισίας. Είναι Δευτέρα 10/5 του 2021. Βρισκόμαστε στο Ρέθυμνο με …ο χέρι, με το όνομα του Θεού και του Χριστού, και να πηγαίνεις πάντα και να αγαπάς τους ανθρώπους και να είσαι πάντα ένας σωστός άνθρωπος».
Lead to transcriptSegment 2
Η καριέρα του αφηγητή στον Παναθηναϊκό, τον Άρη και την Εθνική Ομάδα
00:11:23 - 00:27:04
Partial Transcript
Όταν βρεθήκατε λοιπόν στις πρώτες προπονήσεις και μετέπειτα, που ξεκίνησε η εξέλιξή σας, ο κόσμος, τα φώτα, η δημοσιότητα, νιώσατε να σας ε…ες για να μαζεύουν την μπάλα, είχαμε στρατιωτικούς, φαντάρους με τα πολυβόλα, και μας φυλάγανε γύρω γύρω για να μην μπουν οι φίλαθλοι μέσα.
Lead to transcriptSegment 3
Η «Χρυσή Εποχή» του μπάσκετ που έζησε ο αφηγητής σε αντιδιαστολή με το σήμερα, η μετέπειτα ζωή του και ένα μήνυμα προς τη νέα γενιά για τον αθλητισμό
00:27:04 - 00:43:01
Partial Transcript
Κύριε Κοκολάκη, πώς ήταν το συναίσθημα του να είσαι μπασκετμπολίστας σε μία εποχή που το μπάσκετ άρχισε να ζωντανεύει, άρχισε να γίνεται απ…ύριοι, ο αθλητισμός βοηθάει τον αθλητή και τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος και πλουσιότερος. Να είστε καλά, κύριε Κοκολάκη. Ευχαριστώ πολύ.
Lead to transcriptSegment 1
Η παιδική ηλικία του αφηγητή, η γνωριμία με το μπάσκετ και οι δυσκολίες που πέρασε, ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τα γήπεδα
00:00:00 - 00:11:23
Θα μας[00:00:00] πείτε το όνομά σας;
Κοκολάκης Δημήτρης του Ευαγγέλου και της Αρτεμισίας.
Είναι Δευτέρα 10/5 του 2021. Βρισκόμαστε στο Ρέθυμνο με τον κύριο Δημήτρη Κοκολάκη. Εγώ ονομάζομαι Τζιράκη Μαριάννα και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Κύριε Κοκολάκη, είμαστε εδώ για να ακούσουμε την ιστορία σας. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα παιδικά σας χρόνια. Πού γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα εδώ στο Ρέθυμνο, πήγα σχολείο στο «Τούρκικο», το λεγόμενο, σχολείο. Γυμνάσιο στο Δεύτερο Γυμνάσιο. Έφυγα στα 19 μου χρόνια για την Αθήνα, για να πάω στρατιώτης. Εκεί με είδανε κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι ήτανε φίλοι του μπάσκετ, μου κάνανε μία προσφορά για να με κρατήσουνε στην Αθήνα –γιατί εγώ ζούσα στο Ρέθυμνο– και να ενωθώ με την υποχρέωση να πάω φαντάρος στον Στρατό. Εκείνη την εποχή όμως υπήρχε η αντιπαλότητα Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, η οποία είναι σε μόνιμη βάση, και οι αξιωματικοί άρχισαν να φιλονικούν μεταξύ τους ποιος θα με πρωτοκερδίσει, για να με πάρει στην ομάδα του. Ο ένας ήταν Ολυμπιακός, ο άλλος Παναθηναϊκός. Εγώ, σαν Παναθηναϊκός, παρέμεινα πιστός και υπέγραψα στον Παναθηναϊκό.
Πριν πάμε σ’ αυτήν την εποχή, κύριε Τάκη, τι έχετε να θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια στο Ρέθυμνο; Πού μένατε;
Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στην παλιά πόλη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει παιδί που να έχει περάσει ωραιότερα παιδικά χρόνια. Τότε οι δρόμοι ήτανε στρωμένοι με χώμα, δεν ήτανε τότε τα τσιμέντα και οι πλάκες και τα… Όπως ξέρετε, εγώ έμενα κοντά στην… στο γήπεδο του ποδοσφαίρου, στη Σοχώρα τη λεγόμενη, την πλατεία, που ήτανε γεμάτη, κατάφυτη από πεύκα και πηγαίναμε εκεί και μαζεύαμε κουκουνάρια και παίζαμε κάτω από τα πεύκα και τις κουκουναριές. Τρέχαμε στις αλάνες, στο γήπεδο στη Σοχώρα, που ήταν τότε μία μεγάλη, απέραντη αλάνα, και στα στενά της παλιάς πόλεως περάσαμε όλα μας τα παιδικά χρόνια, παίζοντας συνεχώς από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Οι γονείς σας;
Ο πατέρας μου ήτανε φουρνάρης, η μητέρα μου ήτανε η… κόρη φουρνάρη, του Ροδινού του περιβόητου, μεγάλη οικογένεια. Ο αδερφός της μητέρας μου ήτανε ο λυρατζής ο Αντρέας ο Ροδινός, όπως ξέρετε, που άφησε στην κρητική μουσική τη σφραγίδα του και ακούγονται ακόμα μέχρι τώρα οι κοντυλιές του. Ο πατέρας μου ήτανε φουρνάρης. Μεγαλώσαμε σε… μες στην παλιά πόλη και το καλοκαίρι πηγαίναμε στα Μετόχια τα Φρατζεσκιανά, που είχανε περιουσία η μητέρα μου και ο πατέρας μου, αμπέλια, και καθόμαστε όλο το καλοκαίρι εκεί και τα παιδικά χρόνια ήταν θαυμάσια στο χωριό και μαγειρεύοντας η μαμά, με τα κλήματα από το αμπέλι, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν πιο νόστιμα φαγητά από την εποχή εκείνη.
Πώς θυμάστε τους παλιούς Ρεθυμνιώτες; Τι άνθρωποι ήτανε;
Κοιτάξτε, οι παλιοί Ρεθυμνιώτες οι πιο πολλοί ήτανε φτωχοί άνθρωποι. Οι πιο πολλοί ασχολούντανε με την κτηνοτροφία, με την αγροτική ζωή και οι πιο πολλοί εδώ, λόγω θαλάσσης, ασχολούντανε με το ψάρεμα· και έτσι νομίζω ότι η κοινωνία του Ρεθύμνου μεγάλωνε καθημερινώς. Ήρθε όμως η εποχή του ’60, που έπρεπε ο κόσμος να φύγει για να φύγει από την παλιά πόλη, από την καθημερινότητα και από τη φτώχεια και να πάει σε άλλα διαφορετικά μέρη για να κάνει… να έχει μια καλύτερη ζωή. Έτσι νομίζω οι Ρεθυμνιώτες πορεύτηκαν μέχρι τότε.
Πριν πάτε φαντάρος, όπου μας είπατε ότι σας εντοπίσανε –για το κομμάτι του μπάσκετ–, είχατε καλή σχέση με τον αθλητισμό;
Κοιτάξτε, οι καθηγητές μου ήτανε ο κύριος ο Κεκάκης, ο μακαρίτης, κι ο κύριος Γιάννης ο Χαλκιαδάκης. Ήτανε κι οι δύο εξαιρετικοί γυμναστές. Δεν ήταν όμως τότε το μπάσκετ ανεπτυγμένο όπως είναι τώρα, που υπήρχανε εφημερίδες, που υπήρχανε τηλεόραση, που υπήρχε ράδιο… Τότε το μπάσκετ ήτανε περιορισμένο να παίξομε μόνο στο σχολείο. Δεν είχαμε περαιτέρω ούτε ομάδες, ούτε κίνητρα για να σου δώσουνε να ασχοληθείς με τον αθλητισμό. Έτσι λοιπόν φεύγοντας από δω και πήγα στην Αθήνα, ενσωματώθηκα με την ομάδα του Παναθηναϊκού και από κει ξεκίνησα την καριέρα μου.
Θυμάστε την πρώτη φορά που πήγατε για προπόνηση;
Η πρώτη φορά που μπήκα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού ήτανε πρώτα για να υπογράψω και μετά να πάω για προπόνηση. Θυμάμαι αξέχαστα, όταν μπήκα στην αίθουσα τροπαίων του παναθηναϊκού, ήτανε μία απέραντη αίθουσα με χιλιάδες, χιλιάδες, χιλιάδες τρόπαια, κύπελα, πλακέτες, ελεφαντόδοντα από αγώνες που πήγε ο Παναθηναϊκός[00:05:00] και η μεγάλη ιστορία του – που, όπως ξέρετε πολύ καλά, άφησε μία μεγάλη εποχή σε όλον τον αθλητισμό από το 1908. Τότε λοιπόν ήτανε η μέρα που πήγα για να υπογράψω και εν συνεχεία πήγα… κατέβηκα στον «Τάφο του Ινδού», το λεγόμενο γήπεδο του Παναθηναϊκού, κάτω από τις εξέδρες, και κατέβηκα περίπου στα σαράντα-πενήντα σκαλοπάτια για να κάνω την πρώτη μου προπόνηση.
Τι ηλικία είχατε τότε, κύριε Τάκη;
Ήμουνα 19 στα 20. Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα μπάλα, έτσι για να… εκτός απ’ το σχολείο, για να αφοσιωθώ στο μπάσκετ. Ήτανε οι πρώτες προπονήσεις που ήτανε πάρα πολύ δύσκολες και επώδυνες για μένα, γιατί εγώ δεν είχα μάθει να αθλούμαι και να ασχολούμαι με τον αθλητισμό και με το μπάσκετ, και μου φάνηκε ένα ατελείωτο βουνό –για να μη σας πω ένας γολγοθάς– για να αρχίσω, να ξεκινήσω τις προπονήσεις.
Τι όνειρα είχατε, όταν ήσασταν μικρός;
Κοιτάξτε να δείτε… Όταν είμαστε μικροί, δεν έχουμε την πολυτέλεια να ονειρευόμαστε· και αυτό σημαίνει ότι… όχι ότι εκ πεποιθήσεως δεν θέλαμε να πάμε κάπου– ένα σκαλοπάτι παραπάνω, διότι δυστυχώς το παιχνίδι δεν σε αφήνει να ασχοληθείς με τα όνειρά σου. Μετά από τα 18 που άρχισα– που τελείωσα το σχολείο και άρχισα να αντρώνομαι, τότε ξεκίνησαν τα όνειρα – και τότε που ενσωματώθηκα με την ομάδα του Παναθηναϊκού, τότε άρχισα να κάνω τα όνειρά μου. Δηλαδή μετά, 19-20. Κοιτάξτε… Όταν ξεκινά ένας αθλητής και μπει σε ένα σπορ μέσα, πιστεύω ότι μπαίνεις, γιατί το αγαπάς. Εάν δεν το αγαπάς, δεν θα προχωρήσεις· και δεν μπορείς να κάνεις ένα όνειρα σε κάποιο σπορ το οποίο δεν αγαπάς. Μπήκα λοιπόν στον Παναθηναϊκό, στο γήπεδο μέσα, ερωτεύτηκα την ιστορία του και μαζί ερωτεύτηκα και το άθλημα του μπάσκετ. Όχι επειδή ήμουν 2,15, γιατί δεν είναι φυσικό και δεν είναι αποκλειστικά υποχρέωση, εφόσον είσαι ψηλός, να γίνεις και μπασκετμπολίστας… και… γίνεσαι μπασκετμπολίστας, γιατί μέρα με την ημέρα αγαπάς αυτό που κάνεις και θέλεις καθημερινώς να γίνεσαι καλύτερος και θέλεις καθημερινώς να γίνεις ένας μεγάλος αθλητής· γιατί πηγαίνοντας στους αγώνες –όταν πήγαινα στο Παναθηναϊκό στάδιο το ’69-’70 να δω μπάσκετ στο ανοιχτό το Καλλιμάρμαρο– δεν σας κρύβω ότι εκστασιαζόμουνα να βλέπω αθλητάς να παίζουνε μπάσκετ και να τους επευφημούνε πενήντα-εξήντα χιλιάδες κόσμος και να τους χειροκροτάνε και να τους θαυμάζουνε. Αυτό ζήλεψα, λοιπόν, και, εφόσον αναμείχθηκα με το μπάσκετ, ήθελα κι εγώ να γίνω ένα μέλος από αυτούς τους ανθρώπους που να τους χειροκροτάει όλος ο φίλαθλος κόσμος.
Όταν φτάσατε σε εκείνο το σημείο… αρχικά, πού μένατε στην Αθήνα;
Θα σας πω. Όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, κατέβηκα στο καράβι, με περίμενε ο αδερφός μου. Ο αδερφός μου είχε νοικιάσει ένα… από ένα διαμέρισμα είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο, το οποίο είχε μέσα ένα κρεβάτι και μία κουρελού. Μπαίνοντας λοιπόν, η ερώτηση που έκανα στον αδερφό μου ήταν: «Εγώ πού θα κοιμηθώ, αφού είμαστε δύο άτομα και υπάρχει ένα κρεβάτι;». Η απάντηση ήταν ότι: «Εσύ θα κοιμηθείς στην κουρελού και εγώ στο κρεβάτι». Φυσικά, σαν μικρότερος που εγώ ήμουνα, γιατί ο αδερφός μου ήτανε πολύ μεγαλύτερος από εμένα τρία-τέσσερα χρόνια, πειθάρχησα και κοιμόμουν επί ένα εξάμηνο στην κουρελού – με κουβέρτα το παλτό μου και για μαξιλάρι το τζιν μου. Αυτά ήταν τα πρώτα εφόδια.
Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια.
Ήτανε δύσκολες οι πρώτες… οι πρώτοι μήνες στην Αθήνα. Κατ’ αρχήν, εκεί που έμενα εγώ στην Καλλιθέα, στη λεωφόρο Θησέως, στη Χαροκόπου, περνάγανε χιλιάδες αυτοκίνητα και καθόμουν και τα κοίταζα, διότι δεν είχα ξαναδεί τόσα πολλά αυτοκίνητα και ήταν κάτι για μένα, ένα πολύ σπάνιο θέαμα, και δεν σας κρύβω ότι το πρώτο διαμέρισμα που νοικιάσαμε μετά από δύο-τρία χρόνια, αφού φιλοξενήθηκα από έναν αγαπημένο μας φίλο από την Επισκοπή Ρεθύμνης, τον Αντρέα τον Λελεδάκη, ο οποίος ήτανε ράφτης, με φιλοξένησε για μερικούς μήνες στο σπίτι του, μέχρι να μπορέσουμε οικονομικά να σταθούμε στα πόδια μας και να νοικιάσουμε δικό μας διαμέρισμα με τον αδερφό μου.
Αν σας έλεγαν: «Ποιο είναι το πιο χαρακτηριστικό γεγονός που σας σημάδευσε κατά εκείνη την περίοδο, που μεστωθήκατε και σαν αθλ[00:10:00]ητής και σαν νέος;», ποιο ήταν; Που είπατε ότι αυτό το γεγονός το συγκρατείτε σαν το πιο χαρακτηριστικό εκείνης της περιόδου. Ήτανε οι δυσκολίες, ήτανε το αίσθημα της ευθύνης για την ομάδα που μπήκατε;
Κοιτάξτε, φεύγοντας από δω, από το σπίτι μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου με αποχαιρέτησαν και ο πατέρας μου έβγαλε από την τσέπη ένα κατοστάρικο και μου είπε: «Παιδί μου, αυτό έχω να σου δώσω και αυτό σου δίνω. Να πας στο καλό, στην ευχή μου, και το μόνο που σου ζητάω είναι να είσαι ένας καλός και σωστός άνθρωπος και δεν θέλω ποτέ, παιδί μου, να με προσβάλεις». Αυτή ήταν η κουβέντα που με συνόδευε και με συνοδεύει ακόμα, στα 70 μου. «Παιδί μου, μη με προσβάλεις». Δηλαδή, όπως ξέρετε, εδώ στο Ρέθυμνο θα ’ναι πολύ άσχημο να ακουστεί το όνομά σου για κάποιον κακό σκοπό και αυτό είναι η μεγαλύτερη προσβολή για μια οικογένεια. Δεν ήθελα λοιπόν ποτέ τον πατέρα μου να τον φέρω σε αυτή τη δύσκολη θέση. Και η λέξη που μου είπε: «Παιδί μου, σε παρακαλώ, μη με προσβάλεις ποτέ», ήτανε ότι: «Δεν θέλω ποτέ να ακούσω κάτι κακό για σένα. Θέλω πάντα να προχωράς με τον σταυρό στο χέρι, με το όνομα του Θεού και του Χριστού, και να πηγαίνεις πάντα και να αγαπάς τους ανθρώπους και να είσαι πάντα ένας σωστός άνθρωπος».
Όταν βρεθήκατε λοιπόν στις πρώτες προπονήσεις και μετέπειτα, που ξεκίνησε η εξέλιξή σας, ο κόσμος, τα φώτα, η δημοσιότητα, νιώσατε να σας επηρεάζουνε σαν άνθρωπο και λίγο να ξεφεύγετε από αυτή την επιταγή του πατέρα σας;
Κοιτάξτε, η πρώτη… τα πρώτα χρόνια, τα πρώτα πέντε χρόνια, γιατί εγώ δεν μπήκα στην ομάδα αμέσως για να… γιατί δεν ήμουνα καταξιωμένος. Ήμουνα ένα παιδί το οποίο ήταν αζύμωτο, δεν είχα ποτέ γυμναστεί. Ήμουν ένα ψηλό, πολύ ψηλό παιδί, πολύ αδύνατος και δεν είχα, αν θέλετε, την πολυτέλεια για να σκέφτομαι αυτά που με ρωτήσατε. Το πρώτο μου πράγμα που ήτανε –όταν έβαλα… μου δώσανε παπούτσα για να κατέβω να γυμναστώ–, είναι ότι τα παπούτσα από κάτω ήτανε τρύπια, είχαν μία πολύ μεγάλη τρύπα. Και όταν πήγα να βάλω το παπούτσι, το παπούτσι δεν έμπαινε. Μου είπε ο φροντιστής εκεί ότι: «Δεν έχουμε, παιδί μου, μέχρι 46 έχουμε», και εγώ φορούσα 49. Αναγκάστηκα λοιπόν και έβαλα τα παπούτσα αυτά, τα οποία με ένα ψαλίδι τρύπησα και βγαίναν τα δάχτυλα έξω, για να μπορέσω ν’ αρχίσω σιγά σιγά να τρέχω, όχι μόνο στο γήπεδο, αλλά παράλληλα πήγαινα και στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το Καλλιμάρμαρο, και έτρεχα στο βουνό απάνω, μες στα αγκάθια και μες στις πέτρες –καταλαβαίνετε ότι δεν είναι εύκολο πράγμα αυτό– και οι πρώτες στιγμές που με ρωτήσατε τι ήταν αυτή που μου έμεινε στο μυαλό, ήταν ότι μπήκα σε έναν μεγάλο σύλλογο, βλέποντας τόσες χιλιάδες κύπελλα και τόσο μεγάλη ιστορία, που έλεγα ότι εγώ δεν είμαι ικανός για να γίνω ένα μέλος, γιατί δεν είμαι ακόμα έτοιμος για να προσφέρω σ’ αυτή ομάδα. Η στιγμή λοιπόν που υπέγραψα το δελτίο στον Παναθηναϊκό, μέσα στην αίθουσα τροπαίων του Παναθηναϊκού, ήταν η σπουδαιότερη στιγμή για μένα.
Σε ποια ηλικία και φάση ήσασταν έτοιμος και μπήκατε στο γήπεδο;
Το ’69, όπως σας είπα, άρχισα να κάνω τις πρώτες μου προπονήσεις. Από το ’69 μέχρι το ’74, δηλαδή πέντε χρόνια, γυμναζόμουνα με ιδιαίτερους γυμναστές, με ανθρώπους του στίβου, γιατί το κορμί μου, όπως σας είπα, ήτανε αζύμωτο και αγύμναστο, και έπρεπε να δουλέψω πάρα πολύ σκληρά, διότι τα άλλα παιδιά ξεκινάνε από 12 κι από 13 και εγώ ξεκίνησα, βασικά, από τα 19-20. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι αυτά τα χαμένα χρόνια έπρεπε να τα κερδίσω. Πέντε χρόνια λοιπόν δούλευα σκληρά, έκανα δέκα διαφορετικά σπορ, για να μπορέσω να γυμνάσω τις αρθρώσεις, τους μυς, και το κορμί μου, το οποίο ήταν ένα αζύμωτο κορμί, και δούλεψα πάρα πολύ σκληρά επί μία πενταετία για να μπορέσω σιγά σιγά να μπαίνω στην ομάδα. Η πιο δύσκολη στιγμή ήτανε το πρώτο μου φιλικό παιχνίδι που έγινε, που με εμπιστεύτηκε ο προπονητής και μου είπε: «Τώρα μπορείς να μπεις μέσα και να δείξεις αυτά τα οποία έχεις κάνει μέχρι τώρα, που έχεις δουλέψει τόσο σκληρά, δείξ’ τα λοιπόν τώρα μέσα στο γήπεδο».
Πώς νιώσατε τότε;
Ήτανε μία δύσκολη στιγμή, δεν σας κρύβω ότι τρέμαν’ τα χέρια μου, τρέμαν’ τα πόδια μου. Είχα ένα… μία ανασφάλεια, ένα άγχος, όπως κάθε παιδί που μπαίνει πρώτη φορά σ’ αυτά τα δύσκολα… σε δύσκολους δρόμους.
Τα παιχνίδια που α[00:15:00]κολούθησαν… Περιγράψτε μας λίγο έτσι την πορεία από τότε.
Τα πρώτα παιχνίδια δεν σας κρύβω ότι ήταν λίγο δύσκολα, επειδή δεν είχα εμπειρία. Μπορεί να είχα γυμναστεί, να είχα γυμνάσει το κορμί, αλλά η εμπειρία πάνω στο μπάσκετ ήτανε λίγο δύσκολη. Στις αρχές μου έφευγε η μπάλα από τα χέρια, είχα ανασφάλεια, είχα φόβο μήπως δεν παίξω καλά, μήπως δεν είμαι αυτός που πρέπει να είμαι… Αυτά τα αισθήματα που αισθάνεται κάποιο παιδί που δεν έχει εμπειρία πια και μπαίνει πρώτα φορά σε ένα γήπεδο με κόσμο, με πολύ κόσμο.
Οι συμπαίκτες σας;
Θα σας πω. Οι συμπαίκτες μου, όταν πρωτοπήγα στο… μπήκα στα αποδυτήρια για να ντυθώ, τους άκουσα που με… μιλούσανε και ψιθυρίζανε μεταξύ τους και φοβότανε μήπως έρθει κάποιος και τους πάρει τη θέση. Όπως ξέρετε, όμως, το μπάσκετ δεν πάει ούτε με αγάπη, που σ’ αγαπάει ο προπονητής να σε βάλει, ούτε επειδή έχεις φίλο τον προπονητή. Μπαίνεις κατόπιν της αξίας σου και μπαίνεις κατόπιν των δυνατοτήτων των οποίων μπορεί να έχεις και να προσφέρεις μες στην ομάδα. Έτσι λοιπόν, σιγά σιγά τους συμπαίκτες μου… τους είπα ότι: «Εγώ δεν ήρθα εδώ για να πάρω τη θέση κανενός, εγώ ήρθα εδώ για να κάνω… να βοηθήσω την ομάδα. Και μην ξεχνάτε ότι όλοι εμείς που ήμαστε στην ομάδα πάμε για έναν κοινό σκοπό. Να γίνει η ομάδα καλύτερη». Κι αυτός ήτανε… ήτανε η απάντησή μου.
Είχατε χρόνο, μέσα σ’ αυτές τις απαιτητικές προπονήσεις και τους αγώνες, να ζείτε σαν παιδί της ηλικίας σας ή κάνατε θυσίες;
Κοιτάξτε να δείτε. Σας είπα ότι, όταν άρχισα να κάνω όνειρα, τα όνειρά μου ήτανε να γίνω ο καλύτερος. Για να γίνεις ο καλύτερος, πρέπει να δουλέψεις σκληρά, να στερηθείς κάποια πράγματα σαν νεαρό παιδί –19-20 χρονών που αρχίζεις–, διότι η ζωή του αθλητή είναι όπως ενός ανθρώπου ο οποίος είναι σε μοναστήρι. Έχεις αφοσιωθεί στον Θεό. Και εμένα ο Θεός μου ήτανε η μπάλα και το άθλημα. Έτσι λοιπόν αφοσιώθηκα πιστά. Δεν σας κρύβω ότι στερήθηκα πάρα πολλά πράγματα στη ζωή μου, δούλεψα πάρα πολύ σκληρά, πόνεσα, τραυματίστηκα, υπέφερα· αλλά, όταν έχεις έναν σκοπό στο μυαλό σου, δεν σε σταματάει τίποτα. Το μυαλό μου λοιπόν ήταν πώς θα γινόμουν καθημερινώς καλύτερος. Όχι για μπω να διεκδικήσω τη θέση από κάποιους άλλους. Πώς θα γίνω καλύτερος και να μπορέσω να βοηθήσω την ομάδα για να προχωρήσουμε και να ανέβουμε πολύ ψηλά. Έτσι ήρθε η καταξίωση από τον Παναθηναϊκό, σιγά σιγά ήρθε και η εποχή που σας είπα προηγουμένως για τον Στρατό, που εκείνη την εποχή παίρνανε στην αστυνομία πόλεων και αθλητάς οι οποίοι ήταν αστράτευτοι. Ενσωματώθηκα στην αστυνομία πόλεων, που εκεί ολοκλήρωσα την καριέρα μου, εκεί ολοκλήρωσα την θητεία μου σαν αστυνομικός, επί τριάντα πέντε σειρά ετών.
Ποια ήταν η στιγμή της απόλυτης καταξίωσης για εσάς;
Η στιγμή… τώρα που μου το λέτε συγκινούμαι… Η στιγμή της καταξίωσης ήταν το 1979. Φανταστείτε ότι από το ’69 μέχρι το ’79, δέκα χρόνια χρειάστηκαν για να έρθεις στην καταξίωση. Η καταξίωση λοιπόν ήρθε το 1979 με το Βαλκανικό Πρωτάθλημα Μπάσκετ που έγινε στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το Καλλιμάρμαρο, με τις ομάδες της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Αλβανίας και της Τουρκίας. Κερδίσαμε όλες τις ομάδες και πήραμε το χρυσό μετάλλιο το 1979. Τον μήνα Ιούνιο, λοιπόν, ήρθανε οι Μεσογειακοί Αγώνες, που έπρεπε να πάμε στη Γιουγκοσλαβία, στο Σπλιτ, να παίξομε Μεσογειακούς Αγώνες, που δεν ήτανε εύκολο, γιατί ήτανε πολύ μεγάλες ομάδες –όπως ήτανε η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, όλες οι Βόρειες Αφρικανικές χώρες– και έπρεπε να είμαστε πάρα πολύ δυνατοί. Η μεγάλη Γιουγκοσλαβία, η οποία ήτανε παγκόσμια δύναμις. Τότε λοιπόν πήγαμε να παίξουμε στη Γιουγκοσλαβία με την ομάδα –τελικό, με την ομάδα της Γιουγκοσλαβίας–, την οποία κερδίσαμε και πήραμε τότε το χρυσό μετάλλιο, το 1979, στο Σπλίτ, μέσα στη Γιουγκοσλαβία. Θα σας πω ένα χαρακτηριστικό για να καταλάβετε πόσο σίγουροι ήτανε οι Γιουγκοσλάβοι ότι θα κερδίζανε, ότι είχανε βγάλει τα μετάλλια και τα διπλώματα όλα στο όνομά τους, ονομαστ[00:20:00]ικά, και μετά, στην απονομή, δεν μπορούσαν να τα παραδώσουνε, διότι ήτανε γραμμένα σε γιουγκοσκλάβικα ονόματα. Φύγαμε λοιπόν χωρίς να πάρουμε ούτε τα μετάλλια, ούτε τα διπλώματα. Μετά από δεκαπέντε μέρες μας τα στείλανε στην Αθήνα. Τόσο σίγουροι ήτανε οι Γιουγκοσλάβοι ότι θα κερδίζανε. Μας είχανε υποτιμήσει, ότι η Ελλάδα μπορεί να τους ξανακερδίσει. Και αυτό είναι, πιστεύω, στον αθλητισμό το χειρότερο πράγμα που μπορείς – να υποβαθμίσεις έναν αντίπαλο, ότι αυτός δεν θα σε κερδίσει.
Κύριε Κοκολάκη, είχατε πολλά χρόνια στην πλάτη σας στην ομάδα του Παναθηναϊκού. Τα παπούτσια σας τα «κρεμάσατε»… Πότε;
Τα παπούτσα μου τα κρέμασα το 1988. Κοιτάξτε, όταν είσαι σε… με τον Παναθηναϊκό… είχα την τιμή να –σε δεκατέσσερα χρόνια που θήτευσα στον Παναθηναϊκό–, να πάρουμε δεκατέσσερα πρωταθλήματα και τρία κύπελα· δεκαεφτά τίτλους σε δεκατέσσερα χρόνια. Καταλαβαίνετε ότι αυτή η ιστορία, για να χτιστεί, πρέπει να χύσεις πολύ ιδρώτα και με πολύ μεγάλο κόπο και με πολύ μεγάλη κούραση. Έτσι λοιπόν ήρθε η καταξίωση μετά από δεκατέσσερα χρόνια να ελευθερωθούνε οι μεταγραφές και να μπορέσω να έχω την τιμή – γιατί τότε, όταν υπέγραφες σε έναν σύλλογο, δεν μπορούσες να φύγεις· πέθαινες εκεί. Ήρθε λοιπόν ένας καινούριος νόμος, ο οποίος μας άφηνε ελεύθερους τους αθλητάς οι οποίοι είχαμε πάνω από εκατό φορές στην ομάδα μας, εκατό συμμετοχές στην ομάδα μας, και στην Εθνική Ομάδα. Πάνω από δεκατέσσερα χρόνια – πάνω από δώδεκα χρόνια και τα οποία εγώ είχα συμπληρώσει. Δηλαδή ήτανε η διάταξη αυτή φωτογραφική για τους αθλητάς οι οποίοι είχανε προσφέρει πολύ μεγάλη προσφορά στον ελληνικό αθλητισμό, από όλους τους Έλληνες καλαθοσφαιριστές, οι οποίοι ήτανε μετρημένοι στα δέκα δάχτυλά μας, και είχαμε την τιμή και την τύχη να μπορέσουμε να μεταγραφούμε σε άλλη ομάδα. Εγώ πήγα στον Άρη Θεσσαλονίκης. Τότε βρήκα τον Γκάλη εκεί, την επομένη χρονιά ήρθε και ο Γιαννάκης. Αποκτήσαμε τίτλους και κύπελλα με τον Άρη και έτσι νομίζω ότι καταξιωθήκαμε σαν αθλητές τελειώνοντας την καριέρα μας, περίπου στα 40 μας χρόνια.
Μιλήστε μας λίγο για εκείνη την εποχή της Θεσσαλονίκης.
Κοιτάξτε, η Θεσσαλονίκη είναι μία μπασκετομάνα, όπως είναι γνωστό. Θέλανε όμως έναν πολύ ψηλό παίχτη, τον οποίο δεν είχε ποτέ η Θεσσαλονίκη, έναν αθλητή 2,15. Ήμουν ο πρώτος που πήγα κι έπαιξα στην ομάδα και μετά που επετράπησαν και οι μεταγραφές ήρθανε και ξένοι αθλητές, όπως ήταν ο Μπράνκοβιτς, όπως ήταν ο Γουίλτσερ ο Καναδός και διάφοροι. Είχα την τιμή να είμαι ο πρώτος αθλητής, που ήταν 2,15, που μπήκε στην ομάδα του Άρεως. Ήταν ωραία χρόνια, θαυμάσια χρόνια, μπορώ να πω. Κατ’ αρχήν να σας πω το συγκινητικό, ότι με περίμεναν στο αεροδρόμιο φίλαθλοι του Άρεως, τόσο πολλοί που το αεροδρόμιο δεν μπορούσε να… δεν τους χωρούσε. Και ξέρετε πόσο συγκινητικό είναι να σε περιμένουνε τόσοι φίλαθλοι για έναν άνθρωπο –ο οποίος δεν ήμουνα κανένας επιστήμονας, ήμουνα ένας απλός αθλητής–, να σε περιμένουνε και να σε επευφημούνε και να σε αγκαλιάζουνε και να σε φιλάνε οι φίλαθλοι της ομάδος; Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Οι άνθρωποι λοιπόν της Θεσσαλονίκης, για να πω με λίγα λόγια, με αγκάλιασαν, με αγάπησαν όπως τους αγάπησα κι εγώ και προσπάθησα να είμαι… να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό για να τιμήσω τους ανθρώπους οι οποίοι με τίμησαν με το να με επιλέξουνε στην ομάδα αυτή.
Κύριε Κοκολάκη, τα χρόνια της Εθνικής;
Συγγνώμη;
Μας είπατε για την Εθνική–
Α, στην Εθνική Ομάδα. Στην Εθνική Ομάδα μπορώ να σας πω ότι ήμουνα από το 1974 μέχρι το 1983. Στους τελευταίους Μεσογειακούς που παίξαμε, ήτανε Μεσογειακοί του ’83 στην Καζαμπλάνκα, στο Μαρόκο. Η Εθνική Ομάδα ήτανε… θήτευσα… είχα την τιμή να θητεύσω περίπου στις διακόσιες φορές, διεθνείς. Ξέρετε είναι πολύ βαρύ το σήμα, το εθνόσημο, να το φοράς στο στήθος, και προσπάθησα με κάθε τρόπο να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου· διότι η μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή είναι να είσαι μέλος της πατρίδας σου. Αισθανθήκαμε μεγάλες τιμές με την Εθνική Ομάδα, θα σας πω μόνο ένα… ένα πατριωτικό μήνυμα[00:25:00]. Μέσα στην Τουρκία που πήγαμε να παίξομε, παίξαμε με οκτώ ομάδες, κερδίσαμε και τις οχτώ ομάδες, και τη Τουρκία το ίδιο. Εκεί λοιπόν, όταν γίνεσαι πρωταθλητής σε ένα τέτοιο τουρνουά, πρέπει να σηκωθεί η ελληνική σημαία και να ακουστεί και ο Εθνικός Ύμνος. Οι Τούρκοι, όπως ξέρετε, οι «φίλοι μας», δεν… ούτε ανέρτησαν τη σημαία, ούτε ηχήθηκε ο εθνικός ύμνος. Καταλαβαίνετε ότι αυτό ήταν για εμάς ένα πολύ άσχημο… μία πολύ άσχημη στιγμή, να μην ακουστεί ο Εθνικός Ύμνος μέσα στην Τουρκία· και ήταν ένα πολύ δύσκολο θέμα, το οποίο βέβαια εξελίχθηκε μετά σε ένα διπλωματικό επεισόδιο, έτσι; Ήταν τα γεγονότα μετά της Κύπρου, μετά το ’74. Καταλαβαίνετε ότι ήταν πολύ δύσκολες εποχές, να είσαι μες στην Τουρκία μετά από τέτοια εμπόλεμη κατάσταση που ήτανε απ’ το ’74, να πας να παίξεις μες στην Τουρκία μετά από εννιά χρόνια που είχανε συμβεί αυτά που συνέβησαν στην Κύπρο και να είσαι σε μία χώρα, να αισθάνεσαι ασφαλής… ανασφαλής, διότι στο ξενοδοχείο που μέναμε μας συνοδεύανε οι αστυνομικοί απέξω από το… από την πόρτα του δωματίου μας, πηγαίναμε με συνοδεία, με στρατιώτες, να πάμε να παίξουμε, με συνοδεία να πάμε να γυρίσουμε, να προπονηθούμε, με συνοδεία για να βγούμε ψωνίσουμε, με συνοδεία να πάμε να επισκεφθούμε τα… τα ελληνικά… τα μνημεία, όπως είναι η Αγία Σοφία κι αυτά. Και ξέρετε, καταλαβαίνετε ότι αυτά ήταν πολύ δύσκολες στιγμές για εμάς, να είμαστε οι Έλληνες μέσα στην Τουρκία. Ήταν λοιπόν δύσκολες οι εποχές εκείνες, στις οποίες παίξαμε μέσα στην Τουρκία. Θα σας πω μόνο ότι μέσα στο γήπεδο, αντί για να έχουμε φύλακες για να μαζεύουν την μπάλα, είχαμε στρατιωτικούς, φαντάρους με τα πολυβόλα, και μας φυλάγανε γύρω γύρω για να μην μπουν οι φίλαθλοι μέσα.
Segment 3
Η «Χρυσή Εποχή» του μπάσκετ που έζησε ο αφηγητής σε αντιδιαστολή με το σήμερα, η μετέπειτα ζωή του και ένα μήνυμα προς τη νέα γενιά για τον αθλητισμό
00:27:04 - 00:43:01
Κύριε Κοκολάκη, πώς ήταν το συναίσθημα του να είσαι μπασκετμπολίστας σε μία εποχή που το μπάσκετ άρχισε να ζωντανεύει, άρχισε να γίνεται αποδεκτό; Ίσως και η επιρροή από την Αμερική και τα αμερικάνικα πρότυπα. Τι ήτανε αυτό που παρατηρούσατε στον κόσμο; Χαιρόσασταν για την αγάπη που λάμβανε το μπάσκετ; Και το ελληνικό μπάσκετ· γιατί ήσασταν σε μία εποχή που μεστώθηκε το ελληνικό μπάσκετ. Πώς το βιώσατε όλο αυτό;
Κοιτάξτε, το μπάσκετ ήτανε, από το ’69 που ξεκίνησα εγώ μέχρι το 1987 που πήραμε το Πρωτάθλημα Ευρώπης, αν θυμάστε τότε, ήτανε σε μία νάρκη, μπορώ να πω. Ήτανε ερασιτεχνικό. Δηλαδή οι αποδοχές μας ήτανε ερασιτεχνικές. Ήτανε απλώς μία προσφορά, αν θέλετε, του φαγητού, μία προσφορά ενός μισθού, για να μπορέσουμε να τα βγάλουμε πέρα και να ανταπεξέλθουμε στις υποχρεώσεις. Από το ’87 και μετά, που είχα την τύχη να είμαι μέλος της Εθνικής Ομάδος για την πρόκριση που θα πηγαίναμε στο ’87, που έγινε μέσα στην Αθήνα, στο Ειρήνης και Φιλίας, που ήταν η μεγαλύτερη στιγμή του, πιστεύω, του Ελληνικού μπάσκετ, ήτανε το μπάσκετ… ήτανε σε έναν λήθαργο. Δηλαδή δεν υπήρχαν οι ομάδες επαγγελματικές, με συμβόλαια, όπως ήτανε τώρα. Ήτανε σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Οι παράγοντες δεν ήταν επαγγελματίες, ενώ τώρα υπάρχουν επαγγελματίες παράγοντες. Υπάρχουνε μάνατζερ, υπάρχουν προπονηταί οι οποίοι είναι καταξιωμένοι. Ήτανε σε μία νάρκη. Μετά το ’87, λοιπόν, άρχισε να υπάρχει η μεγάλη άνθιση του ελληνικού μπάσκετ, το οποίο έφερε τις δάφνες και τους καρπούς που μας έχουν προσφέρει και τις μεγάλες νίκες. Βέβαια.
Ποια είναι η άποψή σας για το ελληνικό μπάσκετ τώρα; Και μιλάω για την περίπτωση των νέων παιδιών που μπαίνουνε στον χώρο.
Κοιτάξτε, το επαγγελματικό μπάσκετ που ήρθε δεν έφερε μόνο καλά· έφερε και κακά. Και θα σας πω ποια είναι τα κακά και ποια είναι τα καλά. Εμείς, όπως σας είπα τότε, το μυαλό μας ήτανε πώς θα γινόμαστε καλύτεροι. Αγαπάγαμε αυτό που κάναμε. Θα σας πω μόνο το χαρακτηριστικό, ότι εγώ κοιμόμουν μαζί με την μπάλα αγκαλιά. Και είχα στην τσάντα μου μόνιμα το σχοινάκι και το μυαλό μου ήτανε πώς θα γίνω καλύτερος και πώς θα πάω να προπονηθώ και τι προπόνηση θα κάνω για να με κάνει καλύτερο. Τα νέα παιδιά λοιπόν που είναι τώρα δεν το έχουν αυτό, την αγάπη και τον έ[00:30:00]ρωτα με το μπάσκετ. Το μυαλό τους είναι πώς θα κλείσουμε ένα συμβόλαιο, γιατί τα χρήματα είναι πάρα πολλά, και κλείνοντας ένα συμβόλαιο νομίζουν ότι ένα παιδί μπορεί να γίνει εκατομμυριούχος, μέσα σε μια πενταετία να είναι εκατομμυριούχος. Εμείς τότε φυτοζωούσαμε. Παίρναμε έναν μισθάκο και μας δίνανε και ένα πιάτο φαγητό για να μπορέσομε να ορθοποδήσομε. Τώρα τα παιδιά τα ’χουνε όλα. Κατ’ αρχήν έχουνε τα σπουδαία γήπεδα, τα μεγάλα. Εμείς στον Παναθηναϊκό, στο υπόγειο που παίζαμε, στον «Τάφο του Ινδού», όταν έβρεχε, το νερό ήτανε μέχρι το γόνατο. Κι έπρεπε να κατέβουμε κάτω, να διώξουμε τα νερά στις τρύπες για να παίξουμε στο γήπεδο. Παίζαμε σε τσιμέντα και σε πίσσα. Τώρα τα παιδιά έχουνε μεγάλα γήπεδα, έχουνε, αν θέλετε, σάουνες, έχουνε μπάνια, ζεστά νερά, έχουνε παρκέ στο γήπεδο, έχουνε μπάλες δερμάτινες που αυτά… εμείς δεν είχαμε αυτές τις πολυτέλειες. Πιστεύω ότι τα κακά του μπάσκετ είναι αυτά τα οποία… τα συμβόλαια, διότι τώρα το μπάσκετ, όπως εξελίσσεται –που με ρωτήσατε ποια είναι η εξέλιξή του–, μέχρι τώρα το μπάσκετ, μέχρι το ’87, ’90-’95 πήγαινε καλά. Μετά σιγά σιγά άρχισε το μπάσκετ να φθείρεται, διότι τα παιδιά ενδιαφερόταν μόνο για τα συμβόλαια. Ένα παιδί λοιπόν που θα κάνει ένα συμβόλαιο –έναν χρόνο, δύο χρόνια– και μετά δεν έχει εξέλιξη, δεν μπορεί να συνεχίσει να έχει καλύτερες αποδοχές και ένα καλό μέλλον. Είναι φυσικό το παιδί, λοιπόν, αφού δεν έχει ενδιαφέροντα και αφού δεν έχει κίνητρα… Εν τω μεταξύ έρχονται και οι ξένοι παίχτες και παίρνουν τη θέση τους, παίζουνε οι ξένοι παίχτες και τα παιδιά της Ελλάδος κοιτάζουν απ’ τον πάγκο το παιχνίδι καθιστοί. Δεν μπορεί λοιπόν ένα παιδί καθιστό να μπορέσει να αποδώσει και να προσφέρει μεθαύριο στις Εθνικές Ομάδες, οι οποίες το χρειάζονται και είναι απαραίτητο.
Ποιους ανθρώπους ξεχωρίσατε στο διάβα σας;
Κοιτάξτε, στην εικοσαετή καριέρα μου… περάσανε πάνω από πενήντα προπονητές. Ένας ήταν ο πατριάρχης του μπάσκετ, ο οποίος λεγόταν Φαίδων Ματθαίου, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 95 ετών, ο οποίος τον αποκαλούσαμε «πατριάρχη», γιατί αυτός ήτανε από το πρωί μέχρι το βράδυ στο γήπεδο, είχε γυρίσει όλον τον κόσμο σε σεμινάρια για να μορφωθεί, να γίνει ο καλύτερος, ήτανε ο άνθρωπος που μας μιλούσε στη λαϊκή γλώσσα. «Ρε σεις, εμπάτε μέσα να παίξετε, ρε», κάτι τέτοια, δηλαδή μιλούσε, μας ακουμπούσε στις ψυχές και στην καρδιά μας και μας έλεγε ότι: «Το μπάσκετ [Δ.Α.] πρέπει να το παίζετε αυτό το οποίο σας έχω δείξει, όχι αυτό που θέλει να κάνει ο καθένας». Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος που αγαπούσε υπερβολικά τον αθλητισμό, ήταν Αξιωματικός του Στρατού… Θα σας πω ότι κάναμε τόσα πολλά παιχνίδια μαζί του, με τις ομάδες των Ενόπλων Δυνάμεων, γυρίσαμε όλον τον κόσμο, από την Αμερική, από την Αφρική, από την Ασία… Ταξιδέψαμε σε τόσα πολλά μέρη. Θα σας πω μόνο, όταν πήγαμε στην Αφρική για να παίξομε, κάναμε εφτά εμβόλια –κινδυνεύαμε και η υγεία μας–, διότι τότε τα τρόφιμα δεν τα πλένανε, διότι δεν υπήρχε νερό, κινδυνεύαμε από ηπατίτιδες, από ιλαρά, από ανεμοβλογιά, από ασθένειες που τότε ήτανε στο φόρτε τους, και έπρεπε να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί. Ο άλλος προπονητής που μας καταξίωσε, όπως είπα προηγουμένως, το 1979, ήταν ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Ντουξάιρ, με τον οποίο κερδίσαμε τα δύο χρυσά μετάλλια και την εποχή εκείνη… θα σας πω ένα να γελάσετε. Σαν αστυνομικός έβαλα πρώτη φορά τη στολή μου, διότι μας κάλεσε ο πρωθυπουργός, ο κύριος Ράλλης, στο γραφείο του να μας τιμήσει, διότι κι εμείς τιμήσαμε την πατρίδα και την κάναμε να ακουστεί διεθνώς, λόγω των μεταλλίων. Η Ελλάδα ποτέ δεν είχε πάρει χρυσό μετάλλιο σε Μεσογειακούς και σε Βαλκανικούς. Έβαλα λοιπόν τη στολή του αστυνομικού, καλώντας με ο Πρωθυπουργός, καλώντας με ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, καλώντας μας ο Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού, να μας τιμήσουνε με μετάλλια, με πλακέτες, με[00:35:00] διπλώματα, που ήμασταν οι πρεσβευτές της Ελλάδος για το εξωτερικό.
Πώς νιώσατε;
Κοιτάξτε, όταν είσαι πρωταθλητής, αισθάνεσαι περίφημα. Θα ξέρετε όμως ότι ο πρωταθλητισμός δεν έχει μόνο νίκες· έχει και ήττες. Και ήτανε πάρα πολλές φορές που… στιγμές απογοήτευσης, λόγω ότι δεν παίξαμε καλά, λόγω ότι είμαστε ελλιπείς, λόγω ότι δεν κάναμε τις κατάλληλες προπονήσεις, λόγω ότι ταξιδέψαμε με τέσσερα-πέντε αεροπλάνα, αλλάξαμε, για πά’ να παίξουμε ένα παιχνίδι –διότι, όταν άλλαζες τα αεροπλάνα, το εισιτήριο ήτανε φθηνότερο– και αυτά όλα φυσικά ο πρωταθλητισμός τα έχει μέσα στο πρόγραμμα, έτσι; Όλα είναι μέσα στο πρόγραμμα.
Τα χρόνια που ήσασταν στο σώμα της Αστυνομίας, τι έχετε να θυμάστε;
Θα σας πω μόνο ένα πράγμα, ότι, εάν δεν υπήρχε η Αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας και οι ένοπλες δυνάμεις, δεν θα υπήρχε αθλητισμός στην Ελλάδα. Όταν πρωτοπήγα στην Αστυνομία… θέλω να πω ένα πολύ μεγάλο «ευχαριστώ» στους ανθρώπους που με αγκάλιασαν, που με τίμησαν, που μου πρόσφεραν αυτά τα οποία μου πρόσφεραν, με τίμησαν με την αγάπη τους, με την παρουσία τους, με την θαλπωρή τους, και νομίζω ότι οφείλω όλη μου τη ζωή την οφείλω στην Ελληνική Αστυνομία.
Στο Ρέθυμνο πότε βρεθήκατε ξανά;
Στο Ρέθυμνο έφυγα το 1969 και επίστρεψα μετά από δεκαπέντε χρόνια, διότι, όπως σας είπα, εγώ δεν έκανα διακοπές επί μία δεκαπενταετία. Έπρεπε να δουλέψω σκληρά, να κερδίσω τον χρόνο τον οποίον είχα χάσει. Τα άλλα παιδιά, όπως σας είπα, ξεκινάν’ απ’ τα 12 κι εγώ απ’ τα 20. Τα οχτώ χρόνια που μου λείπανε αυτά ήτανε σημαντικά για μένα, για να μπορέσω να δουλέψω σκληρά, για να καταξιωθώ στον χώρο, που ήτανε πάρα πολύ δύσκολο για μένα που ήμουν 2,15, γιατί, όπως ξέρετε, ένα κορμί 2,15 είναι δύσκολο να δυναμώσει, δύσκολο να εξασκηθεί, να μπορεί να σταθεί στο γήπεδο.
Επομένως για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια δεν είχατε επιστρέψει;
Μετά από δεκαπέντε χρόνια λοιπόν, επέστρεψα στο Ρέθυμνο, το οποίο αγαπούσα, το οποίο επέστρεψα τα τελευταία πέντε χρόνια, το 2016, επέστρεψα εδώ για μόνιμα, διότι πιστεύω ότι ο δολοφόνος γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος.
Πώς είναι η ζωή εδώ, κύριε Κοκολάκη;
Είμαι προνομιούχος που γύρισα στο Ρέθυμνο, μπορώ να πω, γιατί δεν είναι εύκολο στους ανθρώπους… διότι η επιβίωση είναι δύσκολη, όταν φύγεις από την χώρα σου, από τον τόπο σου, να ορθοποδήσεις και να μπορέσεις να έχεις τη δυνατότητα και τη δύναμη να γυρίσεις πίσω. Τα πράγματα είναι δύσκολα, η ζωή είναι δύσκολη. Ευχαριστώ τον μεγαλοδύναμο Θεό που με καταξίωσε να γυρίσω πάλι στην παλιά μου πατρίδα.
Οι γονείς σας, μόλις ξεκίνησε αυτή η πορεία σας… ποιο ήταν το τελευταίο πράγμα που σας είπε, ας πούμε, η μητέρα σας, όταν ξεκινήσατε να ασχολείστε με το μπάσκετ; Και το λέω αυτό, γιατί μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης, ποιο είναι το συναίσθημα που σας μένει απ’ όλο αυτό;
Κοιτάξτε, είμαι πολύ περήφανος που έκανα τους γονείς μου να αισθάνονται περήφανοι, διότι, όπως ξέρετε, το Ρέθυμνο είναι ένας κλειστός χώρος, και, όταν άρχισε το ράδιο και η τηλεόραση και οι εφημερίδες να γράφουν για μένα, ήταν η μεγαλύτερη τιμή για μένα και για τους γονείς μου. Στο καφενείο που πήγαινε ο πατέρας μου, του λέγανε όλοι για μένα και, όταν γύρισα μετά από δεκαπέντε χρόνια, γιατί με περίμεναν οι γονείς μου να επιστρέψω, ο πατέρας μου μου είπε: «Ένα πολύ μεγάλο “ευχαριστώ”, παιδί μου, που μ’ έκανες να αισθάνομαι περήφανος για σένα. Μας έκανες περήφανους, μας έκανες να αισθάνομαι ότι είμαστε πραγματικά άνθρωποι οι οποίοι μεγάλωσαν ένα παιδί με αρχές και με αξίες. Κι εσύ τώρα μας τιμάς με το να μας δώσεις αυτή τη μεγάλη χαρά· να μιλάνε όλοι για σένα».
Στα νέα παιδιά, τι είναι αυτό που θα τους συμβουλεύατε;
Θέλω να στείλω ένα μήνυμα από το μέρος αυτό που καθόμαστε τώρα εδώ και να πω στα παιδιά ότι ποτέ μην προσπαθήσουν να σταματήσουν την προσπάθεια, διότι στη ζωή θα έρθουν και αντίξοες συνθήκ[00:40:00]ες, θα έρθουν απογοητεύσεις, και η απογοήτευση δεν πρέπει να τους σταματήσει στο να προσπαθούν να γίνονται καλύτεροι. Εγώ, όταν πρωτοπήγα στην Αθήνα, αισθανόμουν απογοητευμένος. Σιγά σιγά, όμως, δυναμώνοντας, δυναμώνοντας, κατάλαβα ότι πρέπει καθημερινώς να γινόμαστε καλύτεροι, να μεγαλώνουμε την προσπάθεια. Μη σταματάμε ποτέ, μη μας σταματάνε οι κακουχίες και οι αντιξοότητες. Πρέπει συνέχεια να προσπαθούμε και πιστεύω ότι η διάκριση θα έρθει, η καταξίωση θα φανεί. Όσο σκληρά κι αν περάσομε, πρέπει να επιμένουμε στον σκοπό μας, αυτό που έχουμε βάλει στόχο, μη μας σταματάνε ούτε οι κακοί άνθρωποι ούτε οι κακές συνθήκες. Πρέπει συνεχώς να προσπαθούμε.
Κύριε Κοκολάκη, θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να στείλω στα παιδιά και θέλω να τους πω ότι, όταν αγαπάς κάτι αυτό δεν έχει αξία. Τα χρήματα δεν μπορούν να σου αναπληρώσουν αυτό που… το όνειρό σου. Να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι, διότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να στείλω στα παιδιά. Και στους γονείς, να τους παρακαλέσω να ωθούνε τα παιδιά τους στον αθλητισμό, διότι ο αθλητισμός τα κάνει καλύτερους ανθρώπους, τα κάνει ανώτερους ανθρώπους, τα κάνει υπερήφανους, τα κάνει καταξιωμένους, τα κάνει με μία διαφορετική ψυχολογία, την οποία τα παιδιά, τα οποία δεν κάνουν αθλητισμό, δεν έχουν την ψυχολογία αυτή. Κατ’ αρχήν γίνονται καλύτεροι άνθρωποι, διότι εμένα με έμαθε ο αθλητισμός να σέβομαι τον αντίπαλο, αντίπαλος είναι μέσα στη γραμμή και είναι φίλος έξω απ’ τη γραμμή. Και έχω αυτή την τιμή και βρίσκομαι έξω, μακριά από τα γήπεδα –τώρα που είμαι μακριά– και όλοι οι άνθρωποι που ήταν αντίπαλοί μου, που με σπρώχνανε, που με κλωτσάγανε, που με απωθούσανε, τώρα είμαστε οι καλύτεροι φίλοι και οι καλύτεροι αγαπημένοι φίλοι και βρισκόμαστε μαζί και λέμε: «Αχ, τι ωραία που περάσαμε». Και εύχομαι κι αυτό στα παιδιά, να μάθουνε να αγωνίζονται για την καλύτερη ζωή. Αυτό είναι το μήνυμα.
Κύριε Κοκολάκη, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ και να είστε σίγουροι ότι η συνέντευξη αυτή θα βοηθήσει πάρα πολλά παιδιά και πολλούς γονείς, γιατί οι γονείς θέλω να σας πω ότι λόγω της καθημερινότητας και της δύσκολης πορείας της επιβίωσης δεν θέλουν τα παιδιά τους να τα πάνε στον αθλητισμό, γιατί νομίζουν ότι ο αθλητισμός θα είναι τροχοπέδη για την πορεία τους. Όχι, κύριοι, ο αθλητισμός βοηθάει τον αθλητή και τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος και πλουσιότερος.
Να είστε καλά, κύριε Κοκολάκη.
Ευχαριστώ πολύ.
Photos

Δημήτρης Κοκολάκης
Ο Δημήτρης Κοκολάκης σήμερα, ετών 70.
Summary
Ο Ρεθυμνιώτης μπασκετμπολίστας Δημήτρης Κοκολάκης αφηγείται τη ζωή του. Ο άνδρας με ύψος 2,15, που είχε την τύχη να υπογράψει συμβόλαιο με την ομάδα μπάσκετ του Παναθηναϊκού, θυμάται τις δύσκολες και επίπονες εποχές που με ελάχιστα χρήματα, αλλά με πλούσιους στόχους και πίστη, κατάφερε να αλλάξει τη ζωή του και να μείνει στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Οι συνεργασίες, τα ταξίδια, οι εμπειρίες, οι αγώνες, η Ελληνική Αστυνομία και το Ρέθυμνο είναι όλα όσα τον σημάδευσαν και τον ακολουθούν μέχρι και σήμερα.
Narrators
Δημήτριος Κοκολάκης
Field Reporters
Μαριάννα Τζιράκη
Tags
Interview Date
09/05/2021
Duration
43'
Summary
Ο Ρεθυμνιώτης μπασκετμπολίστας Δημήτρης Κοκολάκης αφηγείται τη ζωή του. Ο άνδρας με ύψος 2,15, που είχε την τύχη να υπογράψει συμβόλαιο με την ομάδα μπάσκετ του Παναθηναϊκού, θυμάται τις δύσκολες και επίπονες εποχές που με ελάχιστα χρήματα, αλλά με πλούσιους στόχους και πίστη, κατάφερε να αλλάξει τη ζωή του και να μείνει στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Οι συνεργασίες, τα ταξίδια, οι εμπειρίες, οι αγώνες, η Ελληνική Αστυνομία και το Ρέθυμνο είναι όλα όσα τον σημάδευσαν και τον ακολουθούν μέχρι και σήμερα.
Narrators
Δημήτριος Κοκολάκης
Field Reporters
Μαριάννα Τζιράκη
Tags
Interview Date
09/05/2021
Duration
43'