Την ημέρα του γάμου μου βούτηξα στην πισίνα και έμεινα τετραπληγικός
Segment 1
Η γνωριμία, η σχέση και η προετοιμασία του γάμου
00:00:00 - 00:10:01
Partial Transcript
Καλησπέρα, θα μου πεις το όνομά σου; Καλησπέρα, το όνομά μου είναι Κοντού Νίκος. Είναι Τετάρτη 28 Απριλίου του 2021, βρίσκομαι με τον Νί… γάμο, γιατί το 'χαμε ανάγκη και οι δυο, μετά από μια κουραστική σεζόν και από μια κουραστική οργάνωση του γάμου ήταν ό,τι καλύτερο για μας.
Lead to transcriptSegment 2
Η ημέρα του γάμου, το ατύχημα και το χειρουργείο
00:10:01 - 00:22:52
Partial Transcript
Έρχεται η μέρα του γάμου, όπως όλα τα συναισθήματα με το που ξύπνησα ένιωσα περίεργα, λέω, ένιωσα πολύ χαρούμενος ότι θα εξελισσότανε ο γά…α μέρα στην εντατική, μιάμιση μέρα στην εντατική, και μετά ο στόχος μας είναι να σταθεροποιηθεί η αναπνοή του». Αυτός ήταν ο πρώτος στόχος.
Lead to transcriptSegment 3
Προσπάθεια για προσαρμογή και αποκατάσταση
00:22:52 - 00:40:01
Partial Transcript
Τη μισή μέρα που ήμουν στην εντατική δεν είχα καταλάβει κάτι. Το μόνο που ξυπνάω για λίγο και ήμουν ξαπλωμένος, ήμουν καλωδιωμένος παντού κα…λη η κατάσταση, οπότε οι γονείς μου λένε απ' τη στιγμή που θα γίνει καλά το παιδί μου, εγώ θα το πάρω εκεί, όπως ο κάθε γονιός θα το 'κανε.
Lead to transcriptSegment 4
Στο κέντρο αποκατάστασης στην Ελβετία
00:40:01 - 00:58:47
Partial Transcript
Οπότε εκείνη τη στιγμή ξεκινάμε την προετοιμασία για την αναχώρησή μου για Ελβετία μετά από δύο εβδομάδες, στο σύνολο δηλαδή στον δεύτερο …ο και θα μου τον βάζουνε στην περιοχή των δακτύλων, οπότε θα μπορούσε να δώσει μια παραπάνω κίνηση και μια πιο μεγάλη ευκολία στη ζωή μου.
Lead to transcriptSegment 5
Συνέχιση της αποκατάστασης στην Αθήνα και δημιουργία YouTube καναλιού
00:58:47 - 01:10:58
Partial Transcript
Και είχα στεναχωρεθεί πάρα πολύ, γιατί θα έφευγα απ' το νοσοκομείο λόγω covid και δεν θα προλάβαινα να την κάνω. Οπότε μες στον πανικό μας ε…ην κατάστασή μου και γιατρός, οπότε θα ήταν ένα μεγάλο βοήθημα για μας. Και πιο πολύ και για να δοκιμάσουμε τη σχέση μας εκτός νοσοκομείου.
Lead to transcriptSegment 6
Στον σύλλογο «Περπατώ» στην Κομοτηνή, η επιστροφή στη Ρόδο και τα όνειρα για το μέλλον
01:10:58 - 01:21:31
Partial Transcript
Οπότε φτάνουμε, παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση να φύγουμε από το κέντρο αποκατάστασης, που στο κέντρο αποκατάστασης μου λέγαν ότι: «Δεν είναι ώ…ς αγαπάει τόσο πολύ τον άλλον μπορεί να τον βοηθήσει. Θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο; Δεν νομίζω. Σε κάλυψα; Απολύτως. Σ' ευχαριστώ πολύ.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα, θα μου πεις το όνομά σου;
Καλησπέρα, το όνομά μου είναι Κοντού Νίκος.
Είναι Τετάρτη 28 Απριλίου του 2021, βρίσκομαι με τον Νίκο Κοντού, ο οποίος είναι στη Ρόδο, εγώ ονομάζομαι Τατιάνα Σωφρονά, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε.
Ωραία, όπως είπαμε πάλι, καλησπέρα, λέγομαι Κοντού Νίκος, είμαι 28 χρονών και είμαι από τη Ρόδο. Σήμερα θα σας πω μια ιστορία αγάπης και έχει ως εξής. Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Σ' αυτήν την περίπτωση το αγοράκι είναι ο Νίκος και το κοριτσάκι είναι η Ανθή. Μια μέρα μες στον Οκτώβριο, όταν ήμασταν έκτη δημοτικού, εγώ ήμουν στο τμήμα μου μέσα στο σχολείο και ξαφνικά μπαίνει το κοριτσάκι που ήταν η Ανθή και από κείνη την ημέρα γνώρισα την Ανθή. Περάσαμε αρκετά χρόνια και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο μαζί. Η Ανθή έτυχε να είναι κολλητή με την ξαδέρφη μου, μ' αυτόν τον τρόπο μας έφερε πιο κοντά ο ένας με τον άλλον. Στην αρχή ήταν φιλική η σχέση αρκετά, αλλά επειδή ήμασταν μικρά και εγώ ήμουν και λίγο ντροπαλός, η Ανθή ψιλοκαψουρεύτηκε μαζί μου, αλλά επειδή εγώ ήμουν ντροπαλός, δεν το συνέχιζα, είχα άλλα ενδιαφέροντα όταν ήμουν μικρούλης, έπαιζα ποδόσφαιρο, μ' άρεσε να κάνω βλακειούλες με τους φίλους μου, και περάσαμε μια πολύ ωραία εμπειρία στο δημοτικό-γυμνάσιο μέχρι το λύκειο. Στη δευτέρα λυκείου ξαφνικά εγώ αποφάσισα να φύγω απ' το σχολείο, να πάω σε κάποιο άλλο σχολείο, γιατί ήθελα να περάσω στο ΤΕΙ Πειραιά Ηλεκτρολογίας και θα ήταν πιο εύκολο να μπω από κει, οπότε μέσα σε μια μέρα έφυγα απ' το σχολείο και δεν χαιρέτησα και κανένα. Οπότε από κει ξεκίνησε ένα άλλο μονοπάτι, χωριστήκανε οι δρόμοι μας, αλλά πάντα υπήρχε το ενδιαφέρον. Ήξερα δηλαδή ότι υπάρχει η Ανθή και αυτή νοιαζόταν για μένα. Δεν είχαμε καμία σχέση, αλλά ήμασταν «φιλαράκια». Στη συνέχεια χαθήκαν τα νώτα μας, δηλαδή μεταξύ μας, και ξαναειδωθήκαμε το πρώτο έτος, φοιτητές που ήμασταν στην Αθήνα. Ειδωθήκαμε αλλά πάλι δεν υπήρξε μια σχέση, υπήρξε πάλι μια φιλική σχέση μεταξύ μας και στο δεύτερο έτος ξαφνικά της στέλνω εγώ ένα μήνυμα μες στον Αύγουστο και η Ανθή μου απάντησε και είχαμε κανονίσει να πάμε για έναν καφέ στην Αθήνα, με αφορμή πάντα την ξαδέρφη μου και την κολλητή της και ειδωθήκαμε ξανά και από τότε μετά από δύο μέρες είμαστε μαζί, είμαστε οχτώμισι χρόνια μαζί και ενάμιση χρόνο παντρεμένοι. Έχουμε ταξιδέψει αρκετά, έχουμε μάθει ο ένας τον άλλον, έχουμε περάσει και καλές και κακές στιγμές, όπως όλα τα ζευγάρια. Το κοινό που 'χαμε μεταξύ μας μας άρεσε πάρα πολύ να ταξιδεύουμε. Αυτό που κάνει τη σχέση μας διαφορετική είναι που ο ένας με τον άλλον βγάζει τα καλά στοιχεία και ότι όταν κάποιος πέφτει ψυχολογικά, είναι το στήριγμά του ο άλλος, οπότε μαζί είμαστε πιο δυνατοί. Αφού ήμασταν επτά χρόνια μαζί, αποφασίσαμε να κάνουμε το επόμενο βήμα στη σχέση μας, να παντρευτούμε. Μετά από αρκετά ταξίδια στο εξωτερικό και διακοπές, που περίμενε να της κάνω πρότση γάμου, αποφάσισα να της κάνω πρόταση γάμου στην Αυστραλία, που είναι και η άλλη μισή μου οικογένεια στην Αυστραλία. Είχαμε πάει στη Μελβούρνη, που ήταν η θεία της από κει, και εκεί με συνεννόηση με την ξαδέρφη της και μετά από ένα meeting μεταξύ της ξαδέρφης της, για να μην το καταλάβει, πηγαίνουμε… επειδή της Ανθής της αρέσουν πάρα πολύ τα Χριστούγεννα, είχαμε βρει μια ωραία πλατεία, που σε αυτή την πλατεία ήταν το πιο μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Αυστραλία, και εκεί πέρα αποφάσισα να της κάνω την πρόταση γάμου, και από κείνη την ημέρα η σχέση μας άλλαξε, έγινε ακόμα πιο δυνατή και είχαμε έναν χρόνο μπροστά μας από τότε για να ξεκινήσουμε την προετοιμασία του γάμου μας, να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας για την καινούρια μας ζωή, ως παντρεμένο ζευγάρι. Η Ανθή το όνειρό της από την αρχή, από μικρή, ήταν να ντυθεί «πριγκίπισσα», σε ένα πριγκιπικό νυφικό και να κάνει έναν πριγκιπικό γάμο, γιατί της αρέσει όλο αυτό το concept της πριγκίπισσας και βέβαια επειδή είναι η μοναχοκόρη ανάμεσα σε τέσσερις γιους, ήθελε να κάνει έναν ονειρικό γάμο. Από μικρή φανταζότανε να παντρευτεί σε μια αίθουσα, που αυτή η αίθουσα ήταν μια αρκετά ψηλή αίθουσα, είναι τρούλος με τζαμαρία γύρω γύρω, δηλαδή μπορεί να κάτσεις και να βλέπεις τον ουρανό έξω και στη μέση της αίθουσας υπήρχε μια πισίνα, ένα νησάκι, που εκεί πέρα ήταν εκεί πέρα που χορεύαμε, εκεί πέρα που ήταν το stage και γύρω γύρω καθόντουσαν οι καλεσμένοι. Ήταν μια αίθουσα που από κοινού θέλαμε να την κλείσουμε, γιατί μας φάνηκε ότι ήταν πάρα πολύ όμορφη και μάλιστα λέγαμε ότι δεν θέλαμε να βρέξει, γιατί σε περίπτωση που έβρεχε θα ακυρωνόταν σ' αυτήν την αίθουσα ο γάμος, για τον λόγο ότι στη βροχή θα υπήρχε θέμα σ' αυτή την αίθουσα, και απ' την πρώτη στιγμή που την κλείσαμε λέγαμε: «Μακάρι να μη βρέξει, για να μπορούμε να κάνουμε τον γάμο σ' αυτήν την αίθουσα». Υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη οργάνωση απ' την πλευρά της Ανθής. Ξεκίνησε με τα προσκλητήρια, τα λουλούδια, γιατί είναι και διοργανώτρια γάμου, οπότε ήθελε να τα κάνει όλα πολύ όμορφα. Και όπως τα 'κανε δηλαδή. Και ξεκίνησε από κοινή τη μέρα που έκανα την πρόταση γάμου, ξεκινήσαμε και συζητούσαμε για έναν χρόνο. Υπήρχαν φορές που συμφωνούσαμε, αλλά υπήρχαν και φορές που δεν συμφωνούσαμε. Ξεκινήσαμε μες σ' αυτόν τον χρόνο να προετοιμάζουμε τον γάμο μας, υπήρχαν αρκετοί καλεσμένοι. Επειδή ήταν αρκετά μεγάλη η αίθουσα και αρκετά ψηλή, ήταν σαν ένας μεγάλος τρούλος, που δηλαδή με το που έμπαινες ξαφνικά εγώ ένιωσα σαν να άνοιγε η καρδιά μου, και με τα φώτα και όλα αυτά ήταν σαν παραμυθένιος ο γάμος. Υπήρχαν αρκετοί καλεσμένοι, είχαμε επίσης αρκετά λουλούδια, γιατί μας αρέσουν τα λουλούδια, δηλαδή, τα τραπέζια. Γενικά ήταν όπως τον είχαμε φανταστεί και οι δύο. Ο γάμος μας ήταν να προγραμματιστεί αρχικά για τα Χριστούγεννα, αλλά γι' αυτόν τον λόγο που είπα πριν, λόγω βροχής, τον μεταφέραμε για τις 25 Οκτωβρίου. Ήταν μια περίοδος για μας, που επειδή είμαστε ένα νησί, τελείωνε η σεζόν τότε, οπότε είχαμε ακόμα πιο μεγάλη πίεση, λόγω της σεζόν και λόγω φόρτου εργασίας, ήταν μια πάρα πολύ κουραστική σεζόν, γιατί τρέχαμε και για τις δουλειές μας, τρέχαμε και για τον γάμο. Μια βδομάδα πριν από τον γάμο είχαμε αποφασίσει να κάνουμε ένα πάρτι, δηλαδή, ένα πάρτι με όλους τους φίλους μας, ένα είδος σαν αρραβώνα, που κάνουνε εδώ παραδοσιακά στη Ρόδο, και είχαμε νοικιάσει ένα σπίτι που είχε και κει μια πισίνα. Εγώ από την αρχή που κλείσαμε αυτήν την αίθουσα του γάμου είχα αποφασίσει ότι ένα τέταρτο πριν φύγω απ' το γλέντι του γάμου, απλά θα πηδήξω στην πισίνα και θα βγω. Δεν ξέρω πώς μου 'χε έρθει, αλλά απ' την πρώτη στιγμή που την είχαμε κλείσει αυτήν την αίθουσα μου είχε καρφωθεί αυτό στην ιδέα. Βέβαια πάρα πολλοί, όταν γίνονται πάρτι ή εκδηλώσεις σε πισίνες, δεν ξέρω, αλλά κι εγώ που έχω παρευρεθεί σε κάποιου είδους ίδιες περιπτώσεις, πάντα ο γαμπρός ή οποιοσδήποτε θέλουν να πέσουν στην πισίνα, δεν ξέρω, για κάποιο λόγο. Αφού κάναμε αυτό το πρώτο πάρτι πριν απ' τον γάμο, μια βδομάδα πριν, σ' αυτό το σπίτι, σαν μια βίλα, που είχε και πισίνα, εκεί υπήρξε ένα είδος θέμα μαζί μου, γιατί με το που εγώ είχα ξυπνήσει αρκετά πρωί για να προετοιμαστώ γι' αυτό το πάρτι και ξαφνικά πάω να πάρω κάτι να φάω από ένα εστιατόριο και όταν βγαίνω απ' το εστιατόριο ξαφνικά γυρνάω εγώ το κεφάλι μου αριστερά και κάνει όπισθεν ένα αμάξι και με χτύπησε στο γόνατο. Στην περίπτωση αυτή, εάν πήγαινε λίγο πιο γρήγορα το αμάξι θα μου 'χε σπάσει το πόδι. Το πόδι μου κάτω στο δεξί μου είχε φουσκώσει αρκετά, οπότε πάω πίσω στην Ανθή και της λέω: «Ήμασταν πάρα πολύ τυχεροί, γιατί δεν μου έσπασε το γόνατο». Ήταν αρκετά φουσκωμένο το πόδι μου, αλλά δεν μου επηρέαζε κάπου, να πεις ότι να μη συνεχίσουμε το πάρτι και η Ανθή γυρνάει και μου λέει: «Πάλι καλά» λέει «γιατί θα σε σκότωνα άμα έσπαγες το πόδι σου την ημέρα του γάμου μας». Οπότε όλα καλά, κάναμε αυτό το είδους πάρτι. Όταν χορεύαμε γύρω γύρω απ' την πισίνα, πάλι ήθελα να πέσω στην πισίνα, αλλά αυτή τη φορά ήθελα να ρίξω την Ανθή, αλλά δεν έπεσα. Περάσαμε υπέροχα, είχαν έρθει όλοι οι φίλοι μας, τα συναισθήματά μου ήταν πάρα πολύ δυνατά. Ήμουν απ' τις λίγες φορές δηλαδή που έλεγα ότι αυτή τη στιγμή όλα τα 'χω, είμαι χαρούμενος δηλαδή όσο δεν πάει. Δηλαδή αν ήμουν ένα σιντριβάνι το νερό θα έφευγε από παντού. Στη συνέχεια, μετά από αυτό το πάρτι, μετά ξεκινούσαν οι προετοιμασίες για τον γάμο, που εκεί πέρα κάναμε άλλο πάρτι ξεχωριστά εγώ με την Ανθή, εγώ με τους φίλους μου και αυτή με τις φίλες τις, πάλι μεγάλη πίεση για τον γάμο, άγχος πάρα πολύ μεγάλο, γιατί όπως είχα πει θα έκλεινε και η σεζόν. Ήταν μια περίοδος που ήταν πολύ πιεστική, οπότε πλέον με τον γάμο σαν αφετηρία, θα ξεκινήσει μετά τον γάμο, θα 'ναι πάρα πολύ χαλαρά τα πράγματα. Είχαμε κλείσει και έναν μήνα, δηλαδή μετά από μια βδομάδα από τον δικό μου γάμο, 25 Οκτωβρίου ήταν ο γάμος μου, μετά από μια βδομάδα παντρευόταν ο κολλητός μου φίλος και μετά από μια βδομάδα είχαμε κλείσει για ταξίδι του μέλιτος. Οπότε τα 'χαμε προγραμματίσει έτσι που να χαλαρώσουμε τελείως μετά τον γάμο, γιατί το 'χαμε ανάγκη και οι δυο, μετά από μια κουραστική σεζόν και από μια κουραστική οργάνωση του γάμου ήταν ό,τι καλύτερο για μας.
[00:10:00]Έρχεται η μέρα του γάμου, όπως όλα τα συναισθήματα με το που ξύπνησα ένιωσα περίεργα, λέω, ένιωσα πολύ χαρούμενος ότι θα εξελισσότανε ο γάμος. Ξύπνησα αρκετά πρωί, προετοιμάστηκα, με ντύσανε, στη συνέχεια, όταν μεσημέριασε, ήρθε αρκετός κόσμος στο σπίτι, που έκανα ένα πάρτι, γιατί εδώ στη Ρόδο, δεν ξέρω γενικά, την ημέρα του γάμου ντύνουν τον γαμπρό, δηλαδή γίνεται ένα μικρό πάρτι στο σπίτι που μεγάλωσα από μικρός και προετοιμαζόμασταν για τον γάμο. Ήταν θυμάμαι, μου είχε πει και η Ανθή να μην αργήσω στην εκκλησία, οπότε ξεκίνησα δύο ώρες πριν απ' το σπίτι, έκανα μια βόλτα με τους κουμπάρους μου, είχαμε φουλ τη μουσική, δηλαδή η αδρεναλίνη και η χαρμόσυνη η στιγμή ήταν απίστευτη, ήταν απίστευτο το συναίσθημα, και φτάνω πρώτος στην εκκλησία, μπαίνω μέσα. Υπήρχε ένας τεράστιος διάδρομος, αριστερά και δεξιά ήταν οι καλεσμένοι, ένα κόκκινο χαλί, είχε αρκετά φώτα και αρκετά λουλούδια. Έξω από την εκκλησία είχε ένα ωραίο στεφάνι με λουλούδια, και μπαίνω μέσα, περιμένω την Ανθή. Με το που την είδα ένιωσα το συναίσθημα της ικανοποίησης, γιατί μπορούσαμε να κάνουμε τον γάμο που ονειρευτήκαμε και που ήταν σαν πριγκίπισσα, και τη συνόδευε ο μπαμπάς της. Έγινε το μυστήριο και είχαμε προετοιμαστεί, μετά βγήκαμε έξω απ' την εκκλησία, περιμέναμε να πέσουν και τα πυροτεχνήματα και μετά πάει γύρω στις 7 η ώρα και φεύγουμε εμείς για το ξενοδοχείο αυτό, για την αίθουσα, πάμε να φρεσκαριστούμε λίγο για δυο ώρες, μέχρι όλοι οι καλεσμένοι να πάνε στην αίθουσα. Οι καρδιές μας και των δύο χτυπούσαν πάρα πολύ δυνατά από τη χαρά, γεμάτο συναισθήματα και ξαφνικά ήρθε 9 η ώρα και κατεβαίνουμε κάτω στην αίθουσα, όλος ο κόσμος να χειροκροτάει, φώτα, μουσικές. Πριν μπούμε μέσα υπήρχε ένα αναμνηστικό βίντεο με γενικά τις χαρούμενες στιγμές της ζωής μας που έχουμε περάσει και μετά το βίντεο που τελείωσε, μπαίνουμε μέσα και μπαίνει ένα τραγούδι του Παντελίδη, που μ' άρεσε πολύ ο Παντελίδης, και ξεκινάμε και χορεύουμε όλοι μαζί, κάνουμε τον πρώτο χορό. Μετά καθόμαστε στο τραπέζι και συνειδητοποιούμε τι έχει γίνει, πού βρισκόμαστε, δηλαδή άμα με τσιμπούσε κάποιος θα έλεγα ότι αυτό δεν υπάρχει, είναι σαν ένα παραμύθι που απλά δεν το ζω. Ήταν τόσο δηλαδή, όλα ήταν τόσο φανταστικά που δεν περιμένεις δηλαδή τίποτα άλλο. Δεν ήθελες κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή, είσαι μαζί με τον άνθρωπο που αγαπάς, είσαι σ' αυτό το κέντρο που ονειρευόσουν πάντα να παντρευτείς, τα 'χεις προγραμματίσει όλα τόσο πολύ, που έχουν βγει όλα τόσο καλά και πράγματα που δεν είχες προβλέψει πάλι θα μπορούσες να τα φτιάξεις. Μετά τον χορό καθόμαστε κάτω στο τραπέζι και τρώμε. Επειδή ήταν αρκετοί καλεσμένοι ξεκινήσαμε πρώτα να χαιρετάμε από τη μισή πλευρά της αίθουσας. Επειδή υπήρχε πάρα πολύς κόσμος, μόνο τη στιγμή που κάτσαμε και φάγαμε είχαμε συνειδητοποιήσει ό,τι γινότανε. Μετά, επειδή ερχόντουσαν όλοι μας χαιρετούσαν και τα σχετικά, δεν είχαμε καταλάβει πώς περνάει ο χρόνος, και ξαφνικά μείνανε στην αίθουσα οι κουμπάροι μας, οι φίλοι μας, οι κολλητοί μας, οι γνωστοί μας. Εκεί χορεύαμε δηλαδή αρκετά, είχαμε πιει αλκοόλ, λογικό, γιατί είναι γάμος και όλοι πίνουνε, αλλά όχι στη φάση που δεν ξέραμε τι κάναμε. Και επειδή εγώ στη ζωή μου γενικά με τον προγραμματισμό κάθε φορά που βλέπω το ρολόι μ' άρεσε π.χ. αν ήταν παρά τέταρτο, για να φύγω από κάπου να πήγαινε πέντε, ή άμα ήθελα κάτι να ξεκινήσω να γινόταν και μισή, στρογγυλοποιημένα. Εκεί που χορεύαμε και όλοι μαζί και ήμασταν, χορεύαμε αρκετά. Φέραμε και ένα τραπέζι στη μέση της πίστας. Με σηκώσαν πάνω, χορεύαμε, μετά κατέβηκα κάτω. Επειδή η Ανθή ήταν κουρασμένη έκατσε στο παγκάκι και 03:45 της λέω: «4 η ώρα θα το λήξουμε», επειδή ήταν παρά τέταρτο, φυσικά έπρεπε να πάει ακριβώς. Οπότε της λέω: «Κάνω τη βουτιά και έρχομαι». Μου λέει: «Εντάξει». Από δίπλα ήταν η πεθερά μου, της δίνω το ρολόι μου και τον σταυρό μου, που μου τον είχε αγοράσει η ίδια, της δίνω το πορτοφόλι μου, βγάζω τα παπούτσια μου, βγάζω τις κάλτσες μου. Στην ουσία μένω μόνο με το παντελόνι και ήταν η πισίνα. Δίπλα απ' την πισίνα ήταν η DJ, που είχε ένα ηχείο, ξαφνικά εκεί που έτρεξα για να μπω στην πισίνα, η βουτιά μου ήταν έβαλα το κεφάλι και τέντωσα τα χέρια για να βουτήξω στην πισίνα. Πέντε βήματα πριν βουτήξω στην πισίνα λέω: «Άσε να βουτήξω με τα χέρια μπροστά», γιατί άμα βουτούσα σαν βαρελάκι θα έφευγε πάρα πολύ νερό και μπορεί να χαλούσε τα μηχανήματα της DJ που ήταν ακριβώς από δίπλα, και λέω πάω να πηδήξω με βουτιά. Με κυνηγήσανε και καλά για να μην πέσω, όχι για να μην πέσω, απλά έτσι για πλάκα με κρατούσαν. Και κάνω τη βουτιά και εκεί που έκανα τη βουτιά και περίμεναν όλοι να βγω έξω και απλά να σηκωθώ και να φύγω, ξαφνικά νιώθω ότι δεν μπορώ να γυρίσω το σώμα μου. Όλοι νομίζανε ότι επειδή ήταν η συγκεκριμένη μέρα και δεν μπορείς να διανοηθείς ότι κάτι κακό θα συμβεί, ξαφνικά δεν μπορούσα να γυρίσω, οπότε μ' αφήνουν 2-3 λεπτά και μετά το καταλαβαίνει ο κολλητός μου, που τυχαίνει να έχει κάνει και στον Ερυθρό Σταυρό, πέφτει μες την πισίνα και με γυρνάει. Με βγάζει έξω, με πετάει έξω απ' το νερό, αλλά είχα τις αισθήσεις μου. Το πρώτο συναίσθημα που ένιωσα ήταν ένα μεγάλο ρίγος. Δηλαδή κρύωνα πάρα πολύ, αλλά κατά τ' άλλα δεν είχα καταλάβει κάτι άλλο. Ξαφνικά εκεί που είχα ανοιχτά τα μάτια μου, βλέπω τη γυναίκα μου από πάνω μου, μου λέει: «Καλά είσαι;». Λέω: «Κρυώνω πάρα πολύ». Όλοι οι φίλοι μου γύρω δεν είχαν καταλάβει κάτι, απλά ήταν πάνω και λένε: «Πάρτε τον πάνω να κοιμηθεί, γιατί έχει πιει, να πάει να ξεκουραστεί και αύριο θα είναι μια χαρά». Η Ανθή όμως επέμενε και έλεγε: «Δεν με ενδιαφέρει, θα πάω στο νοσοκομείο, θα του βάλουν μια ένεση καφεΐνης και θα ξυπνήσει και αύριο ελπίζουμε να είναι όλα καλά». Οι γονείς μου είχαν φύγει από την αίθουσα, οπότε ήμασταν εκεί πέρα και μετά από 2-3 λεπτά που ήμουν έξω, αφού με σκεπάσανε, γυρνάνε, μου ακουμπούσε τα πόδια η Ανθή και τα χέρια και μου λέει: «Ποιο πόδι σου ακουμπάω τώρα;», της λέω: «Το δεξί». Δεν ξέρω πώς το είχα καταλάβει, το είχα δει; Μέχρι στιγμής δεν είχα καταλάβει τίποτα, μετά καλούν το ασθενοφόρο, όπου σ' αυτές τις περιπτώσεις, επειδή ήταν έμπειρος ο κολλητός μου, σε αυτές τις περιπτώσεις πανικού ήξερε ακριβώς τι να κάνει. Είχε πάρει τηλέφωνο ο ίδιος το ασθενοφόρο, γιατί συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις ο ένας ρίχνει το μπαλάκι στο άλλον. «Πάρε εσύ το ασθενοφόρο» και κανένας δεν παίρνει. Οπότε καλέσαν το ασθενοφόρο. Έχω να πω ότι δυστυχώς δεν μου είχαν βάλει κολάρο, για τον λόγο ότι δεν είχαν καταλάβει την κατάσταση, απλά νομίζανε, όπως όλοι νομίζανε, ότι απλά ήμουνα πάρα πολύ κουρασμένος, κρύωνα και θα πάμε να του βάλουμε μια ένεση καφεΐνης και τελείωσε η υπόθεση εκεί, όπως έτσι λογικά θα γινόταν. Οπότε με βάζουν στο φορείο. Η ανάμνησή μου είναι, που θυμάμαι, που βγαίνω με το φορείο έξω και ξαφνικά μπαίνω μέσα στο ασθενοφόρο και βλέπω στο ταβάνι τα φώτα. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι ήμουν σε ασθενοφόρο. Πάμε στη συνέχεια στα επείγοντα, που εκεί στα επείγοντα πάλι δεν μου είχαν βάλει το κολάρο για τον αυχένα μου, και όπως όλοι περιμένανε, με αντιμετωπίζανε σαν έναν άνθρωπο που απλά έχει πιει και ότι θα του κάνουν μια ένεση καφεΐνης και θα συνεχίσει την ημέρα του. Η Ανθή εκείνη τη στιγμή πήγε πάνω να αλλάξει, να μην έρθει με το νυφικό. Είχαμε κάποια δώρα που είχαμε βάλει σε ένα χρηματοκιβώτιο, που επειδή ξέρουμε ο ένας τον άλλο τόσο πολύ, ήξερε ακριβώς τι κωδικό είχα βάλει, οπότε έβγαλε τα δώρα από κει πέρα και ετοιμάστηκε και ήρθε στο νοσοκομείο. Παίρνουν τον πατέρα μου, τη μάνα μου, δεν είχαν καταλάβει την κατάσταση, είχαμε πάρει και την αδερφή μου. Λέγανε: «Ντάξει, δεν έχει πάθει κάτι, απλά έχει πιει και απλά μπορεί να έσπασε κάτι, ντάξει». Στη συνέχεια εγώ δεν είχα τις αισθήσεις μου στα επείγοντα, αλλά με ενημέρωσαν ότι ήρθε μια γιατρός και διέταξε να μου βάλουν το κολάρο. Φυσικά και να μου βάζαν το κολάρο πιο νωρίς, κανένας δεν ξέρει τι μπορούσε να συμβεί, το χτύπημα ήδη είχε γίνει, απλά θα μπορούσε π.χ. να 'ναι πιο μικρή η βλάβη, αλλά το αν δεν το ξέρει κανένας. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Είναι ένα μεγάλο αν, είναι αυτό το αν στη ζωή, που δεν ξέρεις τι πρόκειται να σου συμβεί. Με το που έρχεται αυτή η γιατρός λέει απευθείας: «Βάλτε του κολάρο και πάρτε τον για μαγνητική». Εγώ δεν είχα τις αισθήσεις μου και ξαφνικά τις αισθήσεις μου τις καταλαβαίνω όταν μπαίνω στη μαγνητική και το μόνο που άκουγα ήταν αυτόν που ήταν απέξω, μου 'λεγε: «Μην κουνιέσαι», γιατί στη μαγνητική πρέπει να είσαι ακίνητος και να βλέπουν άμα υπάρξει κάποια βλάβη π.χ. στον αυχένα, βλέπαν δηλαδή για μένα στον αυχένα, αν είχα χτυπήσει. Στη συνέχεια με βγάζουν απ' τον μαγνήτη και με μεταφέρουν σε ένα δωμάτιο. [00:20:00]Που για καλή μας τύχη το δωμάτιο δεν είχε άλλους ασθενείς, επειδή εκεί μπαίναν τα βαριά περιστατικά, και με είχαν βάλει εκεί πέρα. Στη συνέχεια υπήρχε μεγάλος χαμός έξω απ' το νοσοκομείο, δηλαδή δεν μπορούσαν να μας δώσουν σαφείς απαντήσεις, δεν ήξερε κανένας τι συνέβαινε και έρχεται ο γιατρός ο χειρούργος και βάζει μαζί με την Ανθή τον πατέρα μου και τον πεθερό μου, τους βάζει μέσα σ' ένα δωμάτιο και τους λέει ο Νίκος πρέπει να κάνει μια σπονδυλοδεσία, γιατί έχει τραυματιστεί αρκετά στον αυχένα. Απλά για να γίνει αυτή η εγχείριση πρέπει να έχουν κάποια ειδικά εργαλεία από μια ειδική κασέτα με τιτάνιο, για να γίνει η σπονδυλοδεσία στον αυχένα. Απ' τη μαγνητική είχαν βγάλει ένα οίδημα απ' τον σπόνδυλο Α2 μέχρι τον Α7, ήταν πρησμένος, οπότε δεν ήξεραν ακριβώς πού ήταν η βλάβη. Και στη συνέχεια έπρεπε να υπογράψουν άμα είναι να κάνω την εγχείριση όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Εγώ εκεί δεν είχα τις αισθήσεις μου, παρά μόνο οι αισθήσεις μου επανήλθαν πριν μπω στο χειρουργείο, που πριν μπω στο χειρουργείο είπα τρία πράγματα. Είπα: «Αφού τελείωσε η σεζόν, ντάξει, είμαστε χαλαρά», «Αφού γέννησε η αδελφή μου τον Παντελή, τον ανιψιό μου, γέννησε, είμαστε μια χαρά» και «Αφού παντρεύτηκα και είμαι χαρούμενος με τη γυναίκα μου, όλα θα πάνε καλά». Δεν είχα καταλάβει τίποτα. Μπαίνω στο χειρουργείο, με το που μπαίνω στο χειρουργείο νιώθω την παγωνιά του χειρουργείου και από πάνω απ' το κεφάλι μου ξαφνικά βλέπω πάρα πολλά φώτα και πάρα πολλούς ανθρώπους με μάσκες. Εγώ δεν είχα καταλάβει ακόμα τι γινόταν. Με ναρκώνουν και το χειρουργείο ήταν έξι ώρες. Μετά από μεγάλο σοκ ολωνών, ειδικά της Ανθής, δεν ήξερε τι να κάνει, γενικά υπήρχε ένα χάος στο νοσοκομείο, δεν ήξερε κανείς τι συνέβαινε, κανένας γιατρός δεν μπορούσε να πει τι ακολουθήσει, γιατί δεν ήξερε. Γίνεται το χειρουργείο, βγαίνω έξω και βγαίνει ο γιατρός αρκετά χαρούμενος. Στο χειρουργείο με ανοίξανε κάτω απ' το πρόσωπο, στον λαιμό απ' το μπροστινό μέρος. Βγαίνει έξω ο γιατρός και ο γιατρός αναφέρει ότι όλα ήταν επιτυχή. Μόλις το ακούνε όλοι, όλοι ζητωκραυγάζανε και ήταν χαρούμενοι, γιατί το χειρουργείο πήγε επιτυχής. Μετά όμως από λίγο, όταν συνειδητοποιήσανε το τι έγινε, ρωτήσανε: «Ωραία, όπου είναι επιτυχής τι σημαίνει αυτό;». Ο γιατρός ανέφερε ότι ήταν επιτυχής, γιατί «Μπορούσαμε αρχικά να μη χρειάζεται υποστήριξη από μηχάνημα για την αναπνοή και ότι η αναπνοή του έχει πάει σε ένα καλό επίπεδο και θα κάτσει μια μέρα στην εντατική, μιάμιση μέρα στην εντατική, και μετά ο στόχος μας είναι να σταθεροποιηθεί η αναπνοή του». Αυτός ήταν ο πρώτος στόχος.
Τη μισή μέρα που ήμουν στην εντατική δεν είχα καταλάβει κάτι. Το μόνο που ξυπνάω για λίγο και ήμουν ξαπλωμένος, ήμουν καλωδιωμένος παντού και το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι ξυπνάω, κουνάω το δεξί μου χέρι και λέω: «Ντάξει, μια χαρά» λέω «κουνάω το δεξί μου χέρι». Ένιωθα ένα πάρα πολύ μεγάλο μούδιασμα στα πόδια και νόμιζα ότι τα πόδια μου, ήταν πάρα πολύ μικρό το κρεβάτι, και νόμιζα ότι ακουμπούσανε πάνω εκεί πέρα και δεν μπορούσα να τα κουνήσω, αλλά δεν είχα καταλάβει κάτι. Στη συνέχεια, μετά από μισή μέρα στην εντατική, είπα στις κοπέλες εκεί πέρα: «Δεν μπορώ, θέλω κάποιον δίπλα μου». Όλα αυτά τα χάπια που μου δίναν ήταν για να μη νιώθω τον πόνο, οπότε μετά από πολλές φωνές και από πολύ άγχος δηλαδή ήρθε μισή μέρα η Ανθή και ήταν δίπλα μου στην εντατική και μετά έκατσε η μητέρα μου άλλη μισή μέρα. Πάλι κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει την κατάστασή μου και μετά από μιάμιση μέρα με μεταφέρουν στο δωμάτιο. Από κείνη τη στιγμή και μετά ξεκινάει μια καινούρια σελίδα στη ζωή μας και ο γιατρός είχε αναφέρει ότι: «Αυτή η διαδικασία που θα περάσετε δεν είναι ένα sprint, είναι ένας μαραθώνιος. Θέλει αργά βηματάκια και σταθερά». Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι ο γιατρός και η γιατρός που με είδε στην αρχή στα επείγοντα και ο γιατρός που με εγχείρισε… εγώ κατάλαβα μετά από πέντε έξι μέρες δηλαδή, αφού μου μειώσανε τα φάρμακα, ήρθε ο γιατρός μέσα και τον βλέπω. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος και η γυναίκα του ήταν άνθρωπος που ήταν πελάτης μου στο μαγαζί και εγώ δεν ήξερα ποτέ ότι ήταν γιατρός. Και απλά τον βλέπω και του λέω: «Εσείς τι κάνετε δω;». Λέει: «Είμαι ο γιατρός που σε χειρούργησε». Λέω: «Eσείς είσαστε γιατρός; Τώρα το μαθαίνω». Με το που ξύπνησα εκείνη την ημέρα ένιωθα πολύ μεγάλο πόνο στον αυχένα και το μόνο που μπορούσα ήταν να κουνήσω το δεξί μου χέρι, τα δάχτυλα δεν μπορούσα να τα κουνήσω ούτε τα πόδια μου. Επίσης δεν ένιωθα το σώμα μου από το στήθος και κάτω, οπότε δεν μπορούσα να καταλάβω το τι γίνεται. Από κείνη τη μέρα και μετά ξεκινάει ο αγώνας μας. Το τραύμα μου υπήρχε αυτό το οίδημα απ' τον Α2-Α6, όπου έγινε σπονδυλοδεσία στον Α5 και Α6 σπόνδυλο, που με αυτό τον τρόπο είχε σοκαριστεί ο νωτιαίος μυελός και είχε συμπιεστεί. Αυτά βέβαια δεν τα ξέρουμε απ' την αρχή, η διάγνωση είχε βγει «Χτύπημα στον αυχένα ως τετραπληγία». Επειδή εμείς και όλος ο κόσμος δεν έχει ιδέα, αν δεν βρεθείς σε μια παρόμοια κατάσταση δεν έχεις ιδέα απ' αυτά, λέμε ως τετραπληγία, δεν δώσαμε βάση, γιατί λέμε ντάξει, χτύπησε στον αυχένα, θα κάτσει έναν μήνα στο νοσοκομείο, θα ξεκινήσει τις φυσιοθεραπείες και θα ξεκινήσει τη ζωή του όπως ήταν παλιά. Και επειδή έχουμε το ελληνικό στοιχείο, που είμαστε αγωνιστές γενικά και δεν τα παρατάμε ποτέ, λέμε ότι θα το παλέψουμε και ό,τι καλύτερο ας βγει. Μετά από μια βδομάδα, αφού μου χαμήλωσαν τα φάρμακα, γιατί οι πόνοι υποχωρούσαν, ξεκίνησα φυσικοθεραπείες, που ερχόντουσαν κάθε μέρα από δυο ώρες το πρωί και μου κάναν φυσικοθεραπείες. Πάλι η κατάσταση δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Μάλιστα η μητέρα μου και ο πατέρας μου ερχόντουσαν το βραδινό, δηλαδή 12 η ώρα το βράδυ με το πρωί, και η Ανθή με τη μαμά της ερχόντουσαν απ' τις 8 η ώρα το πρωί μέχρι 12. Το είχαν χωρίσει σε δύο σκέλη, για να είναι κάποιος δίπλα μου. Η πεθερά μου είχε πει να φέρουμε και μια κοπέλα, για να μην ξενυχτάμε, που μας βοήθησε λιγάκι, αλλά μετά ήταν λίγο δύσκολα, γιατί δεν ήξερε ακριβώς δηλαδή τη γλώσσα, δεν ήταν απ' την Ελλάδα και δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Και οι φυσικοθεραπευτές ερχόντουσαν το πρωί. Ξεκινήσαμε με όποια κίνηση μόνο στο δεξί χέρι, μου κάναν κάποιες φυσικοθεραπείες στον καρπό. Τα πόδια και το αριστερό χέρι ακόμα δεν μπορούσα να τα κουνήσω καθόλου και μια μέρα, τα Σαββατοκύριακα δεν υπήρχε φυσικοθεραπεία, οπότε εμένα με πιάνει, επειδή είμαι ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος και δεν μου αρέσει να μένω στάσιμος, αποφάσισα και είπα στον πατέρα μου: «Μπαμπά, σε παρακαλώ φέρε μου έναν φυσικοθεραπευτή να κάνω πρωί βράδυ, γιατί θέλω όσο το δυνατόν να δουλέψω όσο γίνεται για να γίνω καλά». Του λέω, ήταν Σαββάτο και του λέω: «Σε παρακαλώ, θέλω να έρθει σήμερα κιόλας, γιατί δεν αντέχω να κάθομαι σε ένα κρεβάτι και να βλέπω το ταβάνι». Φυσικά επειδή δεν μπορούσα να κουνηθώ, δεν μπορούσα να βγω απ' το κρεβάτι και δεν μπορούσα να πάω τουαλέτα. Οπότε τον παρακάλεσα τον πατέρα μου και ήρθε ένας φυσικοθεραπευτής το βράδυ. Μας απέρριψαν τρεις φυσικοθεραπευτές και ο τέταρτος έδειξε θετική σκέψη και ήρθε και μ' επισκέφτηκε. Και του γυρνάω και το πρώτο πράγμα που του γυρίζω και του είπα και δεν θυμάμαι πώς μου ήρθε και του 'πα. Του λέω: «Το μόνο που θέλω είναι να μπορώ να μην κοιτάω το ταβάνι και να μπορώ να κοιτάξω τον άνθρωπο στα μάτια. Βλέμμα με βλέμμα. Δηλαδή και σ' ένα αμαξίδιο να κάθομαι δεν έχω θέμα, απλά θέλω να φύγω απ' το κρεβάτι», δεν μπορούσα να βλέπω άλλο το ταβάνι. Ήταν το πρώτο πράγμα που το 'πα. Και του είπα, μου έκανε κάποιες εξετάσεις να δει σε τι κατάσταση είμαι, και μετά απ' τις εξετάσεις πιάνει την Ανθή, τη βγάζει έξω απ' το δωμάτιο και της λέει: «Εσύ τι περιμένεις απ' αυτήν την κατάσταση;». Και λέει ότι... μου το 'πε μετά από καιρό, μου λέει: «Εγώ απλά θέλω να είναι καλά ο Νίκος και όπως είναι θα τα καταφέρουμε. Γιατί είμαστε…». Συνεχίσαμε τις φυσικοθεραπείες. Οι αισθήσεις μου ερχόντουσαν και φεύγανε, δεν είχα πλήρως την επίγνωση του τι είχε γίνει και υπήρχαν κάποιες στιγμές τα μεσημέρια που έβλεπα παραισθήσεις και νόμιζα ότι έπεφτα απ' το κρεβάτι και [00:30:00]περπατούσα και φώναζα π.χ.: «Πιάστε με γιατί πέφτω». Το πιο δυνατό συναίσθημα ήταν ένα βράδυ, κατά τις 2 η ώρα το πρωί, δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ήθελα συνεχώς νερό, επειδή μετά από ένα σοκ του νωτιαίου μυελού, όλες οι νευρολογικές σου αισθήσεις χάνονται, δηλαδή δεν μπορούσα να παράξω σάλιο, δεν μπορούσα να πάρω καλή αναπνοή, δεν μπορούσα να γευτώ, δεν μπορούσα να δώσω εντολή να πάω τουαλέτα. Το νωτιαίο σοκ ήτανε αρκετά μεγάλο, οπότε δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Εκείνη τη συγκεκριμένη βραδιά, επειδή δεν μπορούσα να παράξω σάλιο, είχα τη μάνα μου κάθε δύο δευτερόλεπτα: «Δώσ' μου νερό» και «Δώσ' μου νερό». Εκτός που δεν μπορούσα να παράξω σάλιο και επειδή δεν είχα δύναμη να πάρω αναπνοή, μου καθόταν στο αναπνευστικό μου και δεν είχα δύναμη να βγάλω τα φλέματα, οπότε χρειαζόμουν κάποιος να μου τα βγάλει, να μου πιέσει το διάφραγμα για να βγούνε. Οπότε εκείνο το βράδυ φωνάξαμε τον φυσικοθεραπευτή και μου 'κανε κάποιες ασκήσεις στην κοιλιά, για να με βοηθήσει να μπορώ να αναπνεύσω ξανά, και ήταν ένα πολύ δύσκολο βράδυ. Μετά, συνεχώς για ακόμα μια εβδομάδα ήμουν σε αυτήν την κατάσταση και το δεύτερο πιο σκληρό βράδυ στο νοσοκομείο ήταν όταν ξυπνάω 2 η ώρα το πρωί και είχα παραισθήσεις, φώναζα, ήταν ένα πολύ περίεργο όνειρο, που δηλαδή έβλεπα ότι ήμουν σ' ένα ασθενοφόρο και φώναζα: «Βοήθεια» και ξαφνικά η μάνα μου δεν ήξερε τι να κάνει και βγαίνει έξω και έκλαιγε και λέει: «Βοηθήστε με σας παρακαλώ». Εγώ ξαφνικά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ, ήταν η πρώτη φορά που απλά είχα συνειδητοποιήσει το τι γινόταν γύρω μου, όχι την κατάσταση, απλά ότι φώναζα και ότι η μάνα μου ήταν έξω και έκλαιγε. Και από κείνη τη στιγμή ξεκίνησα και καταλάβαινα ότι ήρθα στα λογικά μου. Γιατί μου μιλούσαν και δεν έδινα βάση. Καταλάβαινα, αλλά δεν έδινα βάση. Από κείνη την ημέρα είχα καταλάβει αρκετά πράγματα, όχι για την κατάστασή μου βέβαια, όπως κανένας. Και μετά από πολλές φυσικοθεραπείες, μικρή πρόοδος πολλή, δηλαδή πολλή μικρή πρόοδος κάθε μέρα. Φυσικά δεν μπορούσα να φάω μόνος μου, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μόνος μου. Ξεκίνησα σιγά σιγά και έπαιρνα τα πάνω μου. Ξεκίνησαν οι φυσικοθεραπευτές να μου βάζουνε έναν κηδεμόνα στον άνω κορμό του σώματός μου και προσπαθήσαν να με φέρουν σε καθιστή θέση. Την πρώτη φορά που με φέραν σε καθιστή θέση, με το που σηκώθηκα, ξαφνικά έπεσα πάλι στο κρεβάτι, γιατί όλο αυτό το σοκ το νευρικό δεν μπορούσε πια να δώσει εντολή στους μυς της κοιλιάς μου να το υποστηρίξουν, γι' αυτό μου είχαν τον κηδεμόνα και επειδή ήμουν πάρα πολύ αδύναμος έχανα τις αισθήσεις μου. Εκεί ξεκίνησε σιγά σιγά και ερχόμουν σε καθιστή θέση, αλλά ακόμα δεν μπορούσα δηλαδή ούτε να περπατήσω ούτε τίποτα. Στο νοσοκομείο της Ρόδου κάτσαμε για έναν μήνα, μετά από πολλά ξενύχτια και από την Ανθή και από την οικογένειά της και από την οικογένειά μου. Ένα μεγάλο ερωτηματικό για την κατάσταση. Ήταν μια φάση που μπορεί όλοι να ξέρανε, αλλά δεν θέλανε να το συνειδητοποιήσουνε. Ο γιατρός επειδή ήταν και γνωστός μας, είχε πει στον πατέρα μου και στην οικογένειά μου ότι το πρώτο πρωταρχικό πράγμα είναι να δυναμώσει τα χέρια και μετά βλέπουμε για τα πόδια. Οπότε μ' αυτή τη βάση πήγαμε κι εμείς. Επειδή όπως είχα πει είχαμε παντρευτεί, δεν θέλαμε να πάμε άμεσα σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Θέλαμε να πάμε στο σπίτι μας, να νιώσουμε, γιατί όσο και να 'ναι, όταν γυρνάς μια μέρα και ξαφνικά για να σε αλλάξουνε πρέπει να έρθουν τρία άτομα ή για να πας τουαλέτα δεν υπάρχει άλλη μέθοδος και υπάρχει ένας μόνιμος καθετήρας, όλη σου η ζωή αλλάζει, δεν νιώθεις άνετα να σ' αγγίζουν άτομα, δηλαδή να σε καθαρίζουνε η μάνα σου, η πεθερά σου, η γυναίκα σου, η αδερφή σου. Δεν νιώθεις άνετα, είσαι πάρα πολύ άβολα. Και δεν ήθελα να πάω σ' ένα κέντρο αποκατάστασης που να 'ναι ξένοι γύρω μου, δεν ένιωθα άβολα, ένιωθα πάρα πολύ άβολα. Και αποφασίσαμε να πάμε στο σπίτι και δημιουργήσαμε το σπίτι σαν ένα μικρό κέντρο αποκατάστασης. Πήραμε έναν ουρολόγο, έναν νευρολόγο και ξεκινήσαμε τις θεραπείες στο κρεβάτι στο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, μετά από τη μεταφορά από το νοσοκομείο της Ρόδου στο σπίτι μέσω ασθενοφόρου, γιατί προφανώς δεν μπορούσα να κουνηθώ, και θυμάμαι χαρακτηριστικά εκείνη την ημέρα που ήταν να φύγω απ' το νοσοκομείο, ανέβασα πυρετό και το ακύρωσαν για άλλη μέρα, και επειδή δεν υπήρχε ασθενοφόρο και λέω στην οικογένειά μου: «Δεν αντέχω άλλο, πάρτε με, δεν ξέρω, φέρτε ένα άλλο ασθενοφόρο να με πάρει από δω». Με το που έρχομαι σπίτι ήταν το πρώτο σοκ, γιατί ήταν έναν μήνα πριν ήταν το σπίτι που είχα ζήσει τα παιδικά μου χρόνια και ήταν το σπίτι που είχα ντυθεί σαν γαμπρός, οπότε ήτανε από τη μια σ' ένα safe περιβάλλον, αλλά από την άλλη μια πολύ μεγάλη στεναχώρια το πώς έχεις έρθει πίσω. Βέβαια δεν είχαμε παρατήσει τις δυνάμεις μας, γιατί ήταν ακόμα αρχή. Είχα φυσικοθεραπεία δύο ώρες το πρωί, δύο ώρες το μεσημέρι, στο κρεβάτι πάντα. Περάσαμε τα Χριστούγεννα στο σπίτι, φυσικοθεραπείες…Μεγάλη υποστήριξη από όλους, απ' τους φίλους μου, απ' την οικογένειά μου και δημιουργήσαμε ένα μικρό νοσοκομείο στην ουσία. Εγώ το κρεβάτι μου… οι γονείς μου μπορέσαν και πήραν ένα ηλεκτρικό κρεβάτι με ένα αερόστρωμα και το τοποθετήσανε έξω στο σαλόνι, γιατί στο σαλόνι είχε θέα θάλασσα, οπότε δεν ήθελα να 'μαι κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο, γιατί στο νοσοκομείο θυμόμουνα ότι επειδή δεν είχα προσανατολισμό, έβλεπα παντού το παράθυρο με τις ράγες και νόμιζα ότι ήμουνα σε φυλακή. Και δεν ήθελα αυτό το συναίσθημα πια. Για έναν μήνα ήμουν ξαπλωμένος και μετά ήθελα απλά να έχω μια θέα και να βλέπω δηλαδή τη θάλασσα, με ηρεμούσε. Δίπλα απ' το κρεβάτι μου ήταν η Ανθή, κοιμόταν σ' έναν καναπέ, και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι την πρώτη μέρα που πήγα στο σπίτι, δεν είχε έρθει ακόμα το κρεβάτι μου και πραγματικά φωνάξαμε τέσσερα άτομα για να με σηκώσουν, να με βάλουν στον καναπέ απ' το φορείο, και ήρθε μετά από μία ώρα το κρεβάτι μου, οπότε εκεί ένιωσα πραγματικά σαν έναν άνθρωπο αβοήθητο, που κανονικά το κρεβάτι του έπρεπε να ήταν εκεί και δεν ήταν και με είχε πιάσει μια πολύ μεγάλη στεναχώρια, γιατί ξαφνικά σε είχαν πιάσει τέσσερα άτομα σαν ένα τσουβάλι και σε μεταφέρανε απ' τον καναπέ στο κρεβάτι, οπότε ήταν πολύ… δεν μπορούσες να κάνεις κάτι. Πολύ στενάχωρο εκείνη την περίοδο. Μετά το πρόγραμμα ήταν είχαμε έναν νοσηλευτή που ερχόταν κάθε μέρα το πρωί για δύο ώρες, με έκανε μπάνιο. Μπάνιο με κάναν στο νοσοκομείο, δυστυχώς, δεν μπορούσα να σηκωθώ στην καθιστή θέση για να μπω σε ένα αμαξίδιο να κάνω ντους, οπότε με κάναν με κάτι σπρέι αφρού μπάνιο, και θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη φορά που έκανα μπάνιο στο κρεβάτι πάλι, αλλά σ' ένα λεκανάκι, όπως πας σ' ένα κομμωτήριο, θυμάμαι το κεφάλι μου πάρα πολύ ελαφρύ, γιατί τόσο καιρό έκανα με τον αφρό και τώρα έκανα με το σαμπουάν και ένιωσα πάρα πολύ ωραία. Ένιωσα ότι υπάρχει μια πρόοδος και ξεκινάμε. Πάλι σ' αυτήν την περίοδο δεν μπορούσα να φάω, οπότε είχε βγει πάλι το πρόγραμμα, δύο ώρες ήταν η νοσηλεύτρια το πρωί, η Ανθή, επειδή ήμασταν σπίτι, ήταν το βράδυ, και οι γονείς μου ερχόντουσαν για λίγες ώρες το πρωί, και η πεθερά μου, αρκετές ώρες βασικά όλη η οικογένειά μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά που η Ανθή επειδή είναι ένας πολύ θετικός άνθρωπος, που είχε ένα ημερολόγιο το τι αισθάνομαι κάθε μέρα και την πρόοδό μου και αυτό το ημερολόγιο το 'χουμε ακόμα και σήμερα και κάθε μέρα έγραφε την πρόοδό μου. Μου 'βγαλε ένα πρόγραμμα, με ρωτούσε κάθε μέρα τι θέλω να φάω, μαγείρευε, επειδή μ' αρέσει πάρα πολύ να μαγειρεύω, δεν μπορούσα να δω, οπότε έβγαζε πρόγραμμα φαγητού, και περνούσαμε έτσι τον χρόνο μας, με φυσικοθεραπείες και αρκετή τηλεόραση. Η Ανθούλα, στεναχωριόμουν εγώ, γιατί δεν μπορούσα να γυρίσω στο πλάι, οπότε κάποιος έπρεπε να με γυρίσει το βράδυ. Βέβαια είχα το αερόστρωμα, οπότε δεν μπορούσα να κάνω κατάκλιση, επειδή ήταν το αερόστρωμα. Κατάκλιση στην ουσία είναι όταν το δέρμα σου κάθεται πάρα πολλές ώρες και πιέζεται σ' ένα συγκεκριμένο σημείο, κοκκινίζει και μετά μπορεί να ανοίξει, να είναι σε μια πολύ κακή κατάσταση, οπότε το πρώτο πράγμα είναι να μπορείς να αλλάζεις θέση, αλλά επειδή δεν μπορούσα να αλλάξω θέση, αναγκαστικά έπρεπε να ξυπνάει Ανθή 4 η ώρα το πρωί να μου αλλάξει θέση και να μου αδειάζει τη σακούλα του καθετήρα με τα ούρα. Αρχικά το συναίσθημα όταν ερχόταν ο νοσηλευτής ήταν πάρα πολύ δύσκολα, γιατί ξαφνικά ήμουν γυμνός και δεν ένιωθα καθόλου άνετα. Επειδή δεν μπορούσα να πάω τουαλέτα, μου φορούσαν και μια προστασία για να μην έχω ατυχήματα. Οπότε ξεκινήσαμε έτσι για έναν μήνα και την πρώτη φορά που έκατσα σε καθιστή θέση ήταν μετά από δυο τρεις βδομάδες που ήμασταν στο σπίτι, ήταν δύο μέρες απ' τα Χριστούγεννα, γιατί ο στόχος μας ήταν να κατέβω σ' ένα αμαξίδιο κάτω στα Χριστούγεννα στο μεγάλο το τραπέζι να φάμε. Οπότε ο φυσικοθεραπευτής μου σαν στόχο ήταν να κάτσω στην καθιστή θέση. Ξεκινήσαμε και την πρώτη φορά που έκατσα σε μια πολυθρόνα, που με μετέφερε μόνος του, κάθομαι στην πολυθρόνα και στέλνω φωτογραφία στην Ανθή. Ήταν η πρώτη φορά που είχε πάει για καφέ και ήθελα κάτι να της δείξω όταν θα 'ρχότανε, οπότε ήταν η πρώτη φορά που έκατσα στον καναπέ, σε μια θέση του καναπέ, και στη συνέχεια ο πατέρας μου έφερε ένα αμαξίδιο, που με αυτό το αμαξίδιο τις επόμενες μέρες πάλι με τη βοήθεια του κηδεμόνα, γιατί δεν μπορούσα πάρω αναπνοή, με βάζει στο αμαξίδιο και με βγάζει έξω στη βεράντα και ήταν η πρώτη φορά που με είχε χτυπήσει αέρας μετά από ενάμιση μήνα έξω στο μπαλκόνι. Και είδα τον ήλιο και ένιωσα ότι μ' έκαψε και μετά από δυο τρία λεπτά λιποθύμησα. Συγκινήθηκα πάρα πολύ εκείνη τη στιγμή, αλλά επειδή ήμουν πάρα πολύ αδύναμος λιποθύμησα. Μετά στη συνέχεια ψάχναμε για κέντρο αποκατάστασης, όπως ο κάθε γονιός προσπαθεί με ό,τι μπορεί να μπορεί να δώσει στο παιδί του ό,τι καλύτερο μπορεί, οπότε ο στόχος ήταν να πάμε σ' ένα απ' τα καλύτερα κέντρα αποκατάστασης, που ήταν στην Ελβετία, που μας είχαν πει ότι εκεί είναι πάρα πολύ καλά κέντρα αποκατάστασης. Βέβαια το θέμα ήταν ότι μ' αυτόν που μιλούσα στο κέντρο αποκατάστασης, τον απεσταλμένο απ' την Ελλάδα, μας είχε ενημερώσει ότι ο Νίκος όταν πάει εκεί θα γίνει καλά. Οπότε το καλά το δικό του με τη μετάφραση απ' την οικογένειά μου το καλά έχει μεγάλη διαφορά, δεν έφταιγε αυτός, έφταιγε όλη η κατάσταση, οπότε οι γονείς μου λένε απ' τη στιγμή που θα γίνει καλά το παιδί μου, εγώ θα το πάρω εκεί, όπως ο κάθε γονιός θα το 'κανε.
[00:40:00]Οπότε εκείνη τη στιγμή ξεκινάμε την προετοιμασία για την αναχώρησή μου για Ελβετία μετά από δύο εβδομάδες, στο σύνολο δηλαδή στον δεύτερο μήνα έφυγα από τη Ρόδο. Η διαδικασία ήταν ως εξής: ή θα πήγαινα μέσω αεροπλάνου, δηλαδή όπως ταξιδεύεις, απλά θα έπαιρνα οκτώ θέσεις, θα έπρεπε να κλείσουμε οκτώ θέσεις και έναν παθολόγο και έναν νοσηλευτή. Δηλαδή σύνολο δώδεκα θέσεις ή θα μπορούσαν να με μεταφέρουν απ' την κλινική με ένα μικρό αεροπλανάκι. Εμείς προτιμήσαμε να πάμε με το μικρό αεροπλανάκι και εκεί πέρα ήταν η διαδικασία που έπρεπε να «προπονηθώ» εγώ για να μπορώ να μεταφερθώ από το σπίτι μου στο νοσοκομείο της Ελβετίας. Οπότε ο φυσικοθεραπευτής μου έπρεπε να με φέρει στην καθιστή θέση, για να μπορώ να αντέξω το ταξίδι και την αναπνοή μου και τα σχετικά. Επίσης φορούσα ένα κολάρο όλο αυτό το διάστημα, για να μην μπορώ να μετακινώ τον λαιμό μου. Όταν έβαζα τον κηδεμόνα δεν χρειαζόταν να φορέσω το κολάρο, οπότε επί μία βδομάδα έκανα προπόνηση στην καθιστή θέση στο κρεβάτι, να είμαι με τον κηδεμόνα και να μπορώ να αντέξω όσο πιο πολλές ώρες καθιστός. Αφού το επιτύχαμε αυτό, μετά μπόρεσα και μετά από μία βδομάδα μπόρεσα να πάω στο γιορτινό τραπέζι κάτω στο σπίτι μου και το γιορτάσαμε, και εκεί πέρα ήταν μου έβαζε κάποιες θεραπείες, που μπορούσα να ξεκινήσω να πιάνω πράγματα, να ξεκινήσω να μπορέσω να φάω μόνος μου, γιατί ακόμα δεν μπορούσα. Οπότε έρχεται η στιγμή για να φύγουμε Ελβετία, ταξιδεύαμε 6 η ώρα το πρωί. Ακόμα δεν είχε φτιαχτεί ασανσέρ στο διαμέρισμα, οπότε οι μεταφορές μου ήταν πενήντα σκαλιά, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να μπω σε ένα αμαξίδιο για να με σηκώσουν μέχρι πάνω, έπρεπε να αντέξω αυτά τα δύο λεπτά για να με κατεβάσουν κάτω, οπότε δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ βέβαια εκείνη τη στιγμή. Οπότε ήρθε η στιγμή, εκείνη η μέρα, 6 η ώρα το πρωί, να ξεκινήσω να φεύγω για αεροδρόμιο. Θυμάμαι που έρχονται οι δυο τραυματιοφορείς, με βάζουν σ' αυτή την καρέκλα. Δεν λιποθύμησα μέχρι που να κατέβω τα πενήντα σκαλιά κάτω, γιατί να προσθέσω ότι πριν πάω στην Ελβετία είχα ξαναπάει στο νοσοκομείο της Ρόδου με τον ίδιο τρόπο, είχα κατέβει πενήντα σκαλιά κάτω και με είχαν πάρει στο νοσοκομείο για ακόμα μια μαγνητική. Και στη συνέχεια όταν ήταν η συγκεκριμένη μέρα, 6 η ώρα το πρωί, που φεύγαμε για Ελβετία, θυμάμαι ότι είχε έρθει ο φυσικοθεραπευτής μου στο ασθενοφόρο, που ήμουν ξαπλωμένος με τον κηδεμόνα. Ο κηδεμόνας πίεζε στον χώρο της κοιλιάς και μέχρι τον λαιμό, οπότε δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου. Κατεβαίνω, γιατί είναι οικογενειακή πολυκατοικία, κατεβαίνω κάτω στης γιαγιάς μου στο ασθενοφόρο και ξαφνικά βλέπω όλους τους γνωστούς μου, όλη την οικογένειά μου να κλαίει, φυσικά να κλαίω κι εγώ και να πηγαίνουμε σ' ένα καινούριο μέρος, που δεν ξέρουμε κανέναν, δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε και ελπίζουμε να 'ρθουμε πίσω νικητές. Με βάζουν μες στο ασθενοφόρο, ο φυσικοθεραπευτής μου είχα δεθεί πάρα πολύ μαζί του και μου λέει: «Θα τα πας περίφημα». Φυσικά επειδή ήταν πολλή αρχή δεν μπορούσε κανείς να πει στην οικογένειά μου ή στους γύρω μου ποια είναι η κατάσταση, οπότε ο ένας πετούσε το μπαλάκι στον άλλον. Με επιβιβάζουν μέσα στο αεροδρόμιο και μ' αφήνουν έξω ξαπλωμένο δίπλα απ' το αεροπλάνο και εκεί έριξα ένα δάκρυ, γιατί έβλεπα δηλαδή τον ήλιο, δεν ήξερα άμα ξαναδώ τον ήλιο ή τον ουρανό της Ρόδου. Δηλαδή ήμουν σε μια τέτοια κατάσταση. Και επιβιβάζομαι μέσα στο αεροπλάνο που αυτό ήταν πέντε θέσεις. Ήμουν σε όλη τη διάρκεια ξαπλωμένος, δηλαδή και για να πιω νερό, πάλι έπρεπε να μου δώσουν ξαπλωμένος, και η Ανθή εκεί πέρα μου κρατούσε το χέρι σ' όλη τη διάρκεια της πτήσης και μου 'βαζε μουσική, γιατί με τον κηδεμόνα ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα, δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου, δεν μπορούσα να πάρω καν αναπνοή, ήταν όλο πάρα πολύ δύσκολα. Αλλά το θετικό ήταν ότι ήταν η οικογένεια δίπλα μου και έπαιρνα θάρρος απ' αυτό. Μετά από τέσσερις ώρες πτήσης στην Ελβετία φτάνω στο αεροδρόμιο. Έρχονται οι τραυματιοφορείς και πάλι με αφήνουν κάτω στο έδαφος. Κανονικά εγώ να είμαι ξαπλωμένος και να βλέπω έξι άτομα γύρω μου και να συζητάνε σε άλλη γλώσσα, γερμανικά, που δεν είχα ιδέα και είχα πανικοβληθεί, δεν ήξερα τι γινόταν, δεν μπορούσα να δω ούτε τη γυναίκα μου ούτε τον πατέρα μου, που είδαν έρθει μαζί μου, είχα πανικοβληθεί. Επιβιβάζομαι στο ασθενοφόρο και μεταφέρομαι στην κλινική. Και με το που φτάνεις στην κλινική και σε ένα safe περιβάλλον και νομίζεις ότι όλα θα πάνε καλύτερα, ότι έχεις έρθει σε ένα μέρος που ξέρουν τι κάνουν και ξέρουν πώς θα το αντιμετωπίσουνε. Επειδή στις κλινικές Σαββατοκύριακο δεν υπάρχουν οι βασικοί γιατροί μετά τις 5 η ώρα, είναι αναπληρωματικοί, ξαφνικά μπαίνω μέσα σ' αυτό το νοσοκομείο και 5 η ώρα ίσα ίσα ξέραν σε ποιο δωμάτιο θα μπω. Οπότε πάμε εκεί και ξαφνικά με παραλαμβάνουν και δεν μπορούσαν να βγάλουν τον κηδεμόνα, γιατί δεν ήξεραν σε τι κατάσταση ήμουν, οπότε αναγκάστηκε η γυναίκα μου να βγάλει τον κηδεμόνα. Υπήρχε ένας πανικός, γιατί όταν περιμένεις να πας σε κάτι καλύτερο και πας σε κάτι χειρότερο και σε μια άγνωστη χώρα, είναι πολύ δύσκολο. Επίσης το μεγάλο θέμα ήταν ότι στο εξωτερικό ο ασθενής δεν μπορεί να μείνει με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο, πρέπει να μείνει μόνος του στο δωμάτιο. Οπότε εγώ έμενα μόνος μου στο δωμάτιο και έμενε η Ανθή μαζί με τον πατέρα μου σε ένα άλλο διαμέρισμα, σε ένα studio. Οπότε μετά από δύο μήνες, που ήμασταν μαζί με την Ανθή, ξαφνικά για πρώτη φορά μετά από οκτώμισι χρόνια θα κοιμόμασταν σε ξεχωριστό κρεβάτι. Οπότε κάθε φορά που πήγαινε 10 η ώρα και έπρεπε να φύγει απ' το δωμάτιο και κλείνανε τα φώτα, εγώ απλά είχα ένα κουμπί δίπλα μου, που αυτό το κουμπί δεν μπορούσα καν να το πατήσω, γιατί δεν είχα δύναμη στα δάχτυλα να το πατήσω, οπότε το πατούσα με το κεφάλι, το 'χα κοντά μου αυτό το κουμπί και το πατούσα με το κεφάλι. Ξεκίνησαν την επόμενη μέρα και ήρθανε αρκετοί γιατροί, εξετάσεις μετά τις εξετάσεις. Με πήραν πάλι για μαγνητική, πάλι για αξονική. Λόγω κορονοϊου βέβαια όλοι ερχόντουσαν μέσα σαν τα χελωνονιντζάκια, με μάσκες, και δεν μπορούσαμε να δούμε τα πρόσωπά τους, στα γερμανικά συζητούσαν. Ερχόντουσαν φυσικοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, πάρα πολλά άτομα, για να δουν την κατάστασή μου και μας είχαν βγάλει ένα πρόγραμμα, που ο πρώτος στόχος είναι να κάτσω σε αμαξίδιο και να μπορώ να μετακινούμαι. Οπότε μετά από μια βδομάδα μου δώσαν ένα ηλεκτρικό αμαξίδιο και μπορούσα να ξεκινάω σιγά σιγά να κινούμαι με το ηλεκτρικό αμαξίδιο. Τα συναισθήματά μου ήταν πάρα πολύ χάλια εκείνη την περίοδο, γιατί δεν μπορούσα να πάω για βόλτα μαζί με τη γυναίκα μου, δεν μπορούσα να της κρατήσω το χέρι. Επειδή είμαστε δύο άνθρωποι πολύ αγαπημένοι, μας αρέσει να αγκαλιαζόμασταν, δεν μπορούσα να την αγκαλιάσω, γενικά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα έτσι όπως το 'κανα παλιά. Κι εκεί ξεκίνησε ο αγώνας μας. Επειδή είχα ένα μικρόβιο στη μύτη εκείνη την περίοδο, δεν μπορούσα να βγω έξω απ' το δωμάτιο, οπότε τις τρεις πρώτες βδομάδες που 'μουν το νοσοκομείο δεν μου επιτρέπαν να βγω έξω, οπότε ήμουν για ακόμα τρεις βδομάδες στο κρεβάτι, σε μια ξένη χώρα, να μην ξέρω τι μου λένε, να μην ξέρουμε ποια είναι η κατάσταση, αλλά επειδή είμαστε ένα τόσο δυναμικό ζευγάρι εγώ και η Ανθή, δεν είχαμε φέρει τον πανικό, λέμε: «Όλα θα πάνε καλά και συνεχίζουμε». Μετά από τρεις βδομάδες αφού ξεκινήσαμε, τους πιέσαμε να κάνω θεραπείες μέσα στο δωμάτιο. Εκεί ήταν το πρώτο μεγάλο χτύπημα ψυχολογικό για μένα, γιατί π.χ. την πρώτη μέρα όταν πήγα στο νοσοκομείο με ρώτησαν: «Ποιοι είναι οι στόχοι μου για την αποκατάστασή μου» και τους λέω: «Ο στόχος μου είναι να μπορώ να πηγαίνω τουαλέτα», γιατί και εκεί που ήμουν στο κέντρο αποκατάστασης πάλι είχα νοσηλευτές που έπρεπε να με βοηθήσουν να πάω στην τουαλέτα, οπότε για μένα επί τρεις βδομάδες δεν ανέφερα κάτι στη γυναίκα μου και στον πατέρα μου πώς ήταν η διαδικασία. Ήταν αρκετά άβολη διαδικασία, ειδικά όταν σε έναν ξένο άνθρωπο, και το κρατούσα μέσα μου για τρεις εβδομάδες. Και έρχεται μια μέρα η γυναίκα μου και της αναφέρω τον τρόπο που γίνεται, δεν μπορώ να πάω τουαλέτα μόνος μου και χρειάζεται ένας εξωτερικός τρόπος για να με βοηθήσει για να πάω και μας πιάνουν όλοι τα κλάματα και ήμουν πολύ χάλια ψυχολογικά. Από κει δηλαδή ξεκίνησε. Και στη συνέχεια έρχεται ένας εργοθεραπευτής και μου αναφέρει ότι: «Για το Σαββατοκύριακο» λέει «θα σου φέρω ένα ειδικό εξάρτημα για να μπορείς να γράφεις, να ζωγραφίζεις, να πλένεις τα δόντια σου, να τρως». Οπότε εκεί ξεκινήσαμε σιγά σιγά όλοι να… δηλαδή λέγαμε: «Ντάξει, τα πόδια δεν μπορεί να τα κουνήσει, αλλά τουλάχιστον τα χέρια είναι σίγουρα ότι θα γίνουν καλά όπως παλιά». Οπότε έρχεται ο εργοθεραπευτής και μου δίνει αυτό το εργαλείο και λέω: «Τι να το κάνω αυτό το εργαλείο, αφού... γιατί να ξεκινήσω να μαθαίνω μ' αυτό το εργαλείο, αφού τα χέρια μου θα δουλέψουνε». Και δεν ξέραν τι να πούνε και λένε: «Ναι. Μην τον ακούς αυτόν, απλά ξεκίνησε τώρα, χρησιμοποίησε αυτό το εργαλείο για να κάνεις και κάτι και βλέπουμε». Δεν ήμουν αρνητικός, αλλά μου είχε έρθει η απορία. Οπότε αυτό το Σαββατοκύριακο ξεκίνησα και ζωγράφιζα, ξεκίνησα για πρώτη φορά μετά από δυόμισι μήνες να ξεκινάω να μπορέσω σιγά σιγά να φάω μόνος μου. Βέβαια κάποιος έπρεπε να μου κόψει τα κομμάτια, κάποιος έπρεπε να με βοηθήσει, αλλά την τροφή την έβαζα μόνος μου. Στη συνέχεια, ο ίδιος ο εργοθεραπευτής μόλις φεύγει το Σαββατοκύριακο μου φέρνει ένα ειδικό βοήθημα για να μπορώ να υπογράψω και του λέω: «Γιατί μου το 'φερες αυτό;», «Γιατί» μου λέει «αυτό το βοήθημα που σου φέρνω είναι αυτό το βοήθημα που θα 'χεις για να μπορείς να γράφεις και να υπογράφεις, γιατί δεν θα μπορείς να υπογράφεις ξανά όπως παλιά». Οπότε αυτό ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο χτύπημα για μένα, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορώ π.χ. να περπατήσω, αλλά δεν μπορούσε να χωρέσει το κεφάλι μου ότι δεν θα μπορώ να χρησιμοποιήσω τα χέρια μου όπως τα χρησιμοποιούσα [00:50:00]παλιά. Τα δάχτυλά μου, τη δύναμη των χεριών μου. Μετά από αυτό είχε έρθει και μου είχε πάρει πάλι μέτρα για αμαξίδιο. Γιατί το κάθε αμαξίδιο φτιάχνεται συγκεκριμένα για τον κάθε τύπο του ανθρώπου, και θυμάμαι χαρακτηριστικά που μου λέει ο πατέρας μου, λέει: «Μην τον ακούς αυτόν, προσπαθούν να πουλήσουν». Και ξεκινάει δηλαδή όλη αυτή απ' τους εργοθεραπευτές να με «βομβαρδίζουν» και να μου λένε ότι: «Πρέπει να πάρεις αυτό το αμαξίδιο, γιατί αυτό θα σου κάνει, θα σε βοηθήσει». Προσπαθούν δηλαδή να βγάλουν το φίδι απ' την τρύπα και να μου πουν ότι πρέπει να πάρω αμαξίδιο. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή είπα στον πατέρα μου: «Πρέπει να αγοράσουμε αμαξίδιο, για να μπορώ έστω να κουνηθώ έξω απ' το κρεβάτι». Το είδα έτσι στην αρχή και ένας τρόπος παραπάνω γυμναστικής. Να ξεκινήσω να βγαίνω έξω απ' το κρεβάτι και να 'μαι πιο ενεργητικός. Και ξεκινήσαμε, η διαδικασία της αποκατάστασης ήτανε φυσικοθεραπεία σε ένα κέντρο αποκατάστασης, που έβλεπα κι άλλα άτομα σε αναπηρικά αμαξίδια, οπότε έβλεπα κι άλλους ανθρώπους σε αμαξίδια, αλλά ο ένας με τον άλλον διέφερε πάρα πολύ. Και οι απόψεις του ένα με του άλλου. Δηλαδή ήμασταν σε έναν μεγάλο χώρο και κάναμε όλοι φυσικοθεραπεία και ο ένας π.χ. μπορούσε να σταθεί, ο άλλος μπορούσε να κάνει βηματάκια, οπότε αυτό ήταν ένα βήμα ότι ήταν λίγο… δηλαδή εγώ έβλεπα την εξέλιξή μου και λέω: «Εντάξει, και αυτός είναι σε αμαξίδιο, μπορεί να περπατήσει, οπότε κι εγώ άμα κάνω φυσική αποκατάσταση θα μπορώ να περπατήσω». Στη συνέχεια θα ερχόταν η μεγάλη μέρα που θα μπαίναν όλοι οι γιατροί, νευρολόγοι, παθολόγοι, ουρολόγοι, ό,τι γιατρός, πέντε έξι γιατροί για να μου πούνε για την κατάστασή μου, οπότε φυσικό εκείνη την ημέρα ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα, γιατί θα μας έλεγαν το τι πρόκειται. Μπαίνουν έξι γιατροί μέσα και στα αριστερά μου ήταν η Ανθή, στα δεξιά μου ο πατέρας μου και γυρνάνε και μου λένε ότι: «Θα μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου έτσι όπως ήταν, απλά με διαφορετικό τρόπο. Έχεις έρθει εδώ πέρα για να μάθεις πώς, θα ξεκινήσεις να μαθαίνεις όλα απ' την αρχή, από τα πιο βασικά, πώς θα βουρτσίζεις τα δόντια, πώς θα φας, πώς θα σηκωθείς απ' το κρεβάτι, πώς θα μετακινηθείς». Όλα τα βασικά πράγματα που νομίζεις ότι είναι βασικά, αλλά μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο μπορείς να τα χάσεις τα πάντα. Και ξεκίνησα αυτή τη διαδικασία. Ήταν αρκετά… επειδή έκανα αρκετές ώρες γυμναστική στην ημέρα και όταν ένας άνθρωπος η μόνη δύναμη που έχει να κουνηθεί είναι στα χέρια του, πιέζεται πάρα πολύ σ' εκείνα τα σημεία και υπήρχαν πάρα πολλοί πόνοι, έπαιρνα παυσίπονα. Γενικά η αποκατάσταση ήταν αρκετά χρονοβόρα και δύσκολη και σου μαθαίνουν στην ουσία τον καινούριο τρόπο ζωής σου και συν είχες το ψυχολογικό να αντιμετωπίσεις.
Εκείνη η στιγμή που σου είπαν ότι θα αλλάξει ο τρόπος ζωής σου, εκεί είναι που κατάλαβες κι εσύ και συνειδητοποίησες ότι τελικά μπορεί και να μην ξαναγίνουν όπως ήταν πριν όλα;
Όχι. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή, η στιγμή… στην ουσία το να αποδεχθείς ότι δεν πρόκειται να ξαναπερπατήσεις, δεν πρόκειται να είναι η ζωή σου, δεν πρόκειται να το παραδεχτείς ποτέ, απλά συμβιβάζεσαι με αυτό και προσπαθείς να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Το συναίσθημα που μου είχε δοθεί τόσο έντονα ήταν όταν ήμουν στο… επειδή είχε γήπεδο μπάσκετ και παίζαν εκεί πέρα ανθρώποι σε αμαξίδιο μπάσκετ. Εκεί πέρα που καθόμουν με τη γυναίκα μου, με την Ανθή, της λέω: «Ρε αγάπη μου, δηλαδή πόσες πιθανότητες έχω να ξαναπερπατήσω;». Και μου λέει: «1%». Και της λέω: «Αλήθεια;», μου λέει: «Ναι». Αλλά μου λέει: «Αυτό το 1% θα είσαι εσύ». Οπότε εκεί συνειδητοποίησα το τι είχε γίνει, δηλαδή μετά από περίπου τρεις μήνες. Η κατάσταση όταν συνειδητοποίησα ήταν… δεν μου βγήκε σε θυμό ή σε… μου βγήκε ότι δεν θέλω να… ένιωθα ότι ήμουνα βάρος. Αυτό δηλαδή με έπιασε πιο πολύ. Δηλαδή ότι είμαι βάρος, ότι πώς θα μπω στο κρεβάτι, κάποιος θα πονέσει την πλάτη του για να με βάλει, πώς θα μετακινηθώ να πάω εκεί που θέλω, κάποιος πρέπει να με πάρει. Ένιωθα δηλαδή ότι η ζωή μου πάντα θα είμαι ένα βάρος στον άλλον. Και επίσης, επειδή ήμουν σε ένα ξένο μέρος, ακόμα η ψυχολογία μου ήταν ακόμα πιο χάλια, γιατί ήμουν, δηλαδή μιλούσαν όλοι γερμανικά, εγώ δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Είχα και τους νοσηλευτές που ήταν ανθρώποι που δεν τους γνώριζα, ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή, δηλαδή εκεί στους τρεισήμισι μήνες. Και κάναμε μικρά μικρά βηματάκια προς την ανεξαρτησία μου. Θυμάμαι ότι ήταν Καθαρή Δευτέρα, ήταν νομίζω μετά αφού ήμουν δυο μήνες εκεί στην Ελβετία, ήταν η πρώτη φορά που είχα αποφασίσει να πάω στην Ανθή, στο studio. Μαζί μου σ' αυτό το διάστημα που ήμουν στην Ελβετία πηγαινοερχόταν ο πατέρας μου και μετά από λίγο ήρθε η μάνα μου, που ήταν μαζί με την Ανθή. Θυμάμαι χαρακτηριστικά που η Ανθή είχε φύγει για μια περίοδο και εγώ είχα αποφασίσει, επειδή είχε φύγει, ήθελα όταν έρθει πίσω να της αποδείξω ότι κάτι έκανα, δηλαδή έκανα ένα παραπάνω βήμα στην πρόοδό μου. Είχα ξεκινήσει τότε να κάνω ένα κλειδί που θα ξεκλείδωνε την ανεξαρτησία μου ήταν ο καθετηριασμός. Ο καθετηριασμός είναι… σε βοηθάει π.χ. για το ουροποιητικό, είναι ένας ξένος παράγοντας που βάζεις στην περιοχή και μπορείς να ουρήσεις όχι όπως παλιά, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Οπότε επειδή δεν είχα ούτε την ευκολία, λόγω δαχτύλων, να μπορώ να το κάνω μόνος μου, μου το κάνανε οι νοσηλευτές, οπότε μ' αυτόν τον τρόπο δεν είχα την ανεξαρτησία μου, δηλαδή δεν μπορούσα να φύγω εκτός νοσοκομείου για δυο τρεις ώρες να πάω κάπου, γιατί θα είχα στη σκέψη μου ότι πρέπει να γυρίσω πίσω για να κάνω τον καθετηριασμό μου. Οπότε ο στόχος μου ήταν να μάθω να κάνω καθετηριασμό, για να μπορώ έστω να ξεκινήσω να φεύγω για τρεις τέσσερις ώρες εκτός νοσοκομείου, να πηγαίνω για μια βόλτα εκτός. Για μια κατάσταση που δεν μπορούσες να κουνήσεις τα δάχτυλά σου και μπορείς να κουνήσεις μόνο τις παλάμες σου χωρίς να μπορείς να πιέσεις κάτι, ήταν ένα πολύ δύσκολο κομμάτι για να μπορείς να το κάνεις ανεξάρτητα μόνος σου, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, γιατί ήταν και πάρα πολύ το ψυχολογικό, γιατί το έκανες μόνος σου και δεν ένιωθες και άνετα, επειδή ήταν διαφορετικός ο τρόπος σε σχέση με παλιά. Και όταν ήρθε η Ανθή την Καθαρή Δευτέρα ήταν η πρώτη φορά που είχα πάει στο studio της και μπορούσα να κάνω καθετήρα μόνος μου μετά από τέσσερις μήνες, και εκεί πέρα ένιωσα ότι σιγά σιγά γίνονται τα βήματα της ανεξαρτησίας. Μάλιστα θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η μάνα μου με έσπρωχνε π.χ. να πάω στης Ανθής, γιατί είχε ανηφόρα, και με το που βγαίνω έξω απ' το νοσοκομείο ξεκινάει και βρέχει. Επειδή ήμουν αρκετά ευαίσθητος ψυχολογικά λέω: «Ούτε στη γυναίκα μου δεν μπορώ να πάω; Δηλαδή τώρα βρήκε να βρέξει;». Ακόμα και αυτό το βρήκα σαν εμπόδιο. Αλλά τελικά τα κατάφερα και κάναμε το επόμενο βήμα. Μετά από μια βδομάδα θυμάμαι χαρακτηριστικά πήγαμε σε άλλη περιοχή απ' το νοσοκομείο. Είχαμε αποφασίσει να βγούμε έξω και ήταν η πρώτη επαφή μου «με κόσμο». Ξαφνικά βγαίνουμε έξω και μου φαινόταν τόσο περίεργο που υπήρχαν άνθρωποι που περπατούσαν, ένιωθα τόσο διαφορετικός. Πάλι με είχε πιάσει το συναίσθημα ότι ξαφνικά φεύγω από το συννεφάκι του νοσοκομείου και έρχομαι στο πραγματικό συννεφάκι της ζωής, που όλα τρέχουν πιο γρήγορα, υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και ξαφνικά και εκεί δεν ήμουν καλά ψυχολογικά. Μετά από δυο μήνες στο κέντρο αποκατάστασης στην Ελβετία, λόγω κορονοϊού, έρχεται και μας αναφέρει ο γιατρός ότι πρέπει να φύγουμε από το κέντρο αποκατάστασης, γιατί θα γινόταν covid νοσοκομείο, οπότε θα ήταν πολύ επικίνδυνο για την υγεία μου. Οπότε εκεί σιγά σιγά ξεκινήσαμε και αποφασίσαμε ότι ό,τι πήραμε από αυτό το κέντρο αποκατάστασης, πήραμε. Βέβαια είχε προκύψει μια εγχείριση, που θα μπορούσε να μου δώσει μια κίνηση στα δάχτυλα, και ήταν προγραμματισμένη να γίνει. Επίσης θυμάμαι εκείνη την ημέρα που πήγαν οι γιατροί να μου αναφέρουν γι' αυτήν την εγχείριση, που μπορούσαν να μου δώσουν μια κινητικότητα πίσω στα δάχτυλα, με ρώτησαν πάλι ποιος ήταν ο στόχος γι' αυτό το χειρουργείο, δηλαδή τι περιμένω απ' αυτό, και το χειρουργείο θα γινόταν με βάση το τι θα τους έλεγα. Δηλαδή άμα περίμενα τραγικές αλλαγές, δηλαδή να περίμενα να έκανα τα πράγματα με τα δάχτυλά μου όπως παλιά, δεν θα μου κάναν το χειρουργείο, αλλά επειδή είχα καταλάβει ότι τα πράγματα δεν θα 'ναι όπως παλιά, τους έδειξα ότι έχω μικρούς στόχους και μου είπαν ότι το χειρουργείο μπορείς να το κάνεις για τα δάχτυλα, θα μου μεταφέραν ένα νεύρο από τον δικέφαλο και θα μου τον βάζουνε στην περιοχή των δακτύλων, οπότε θα μπορούσε να δώσει μια παραπάνω κίνηση και μια πιο μεγάλη ευκολία στη ζωή μου.
Και είχα στεναχωρεθεί πάρα πολύ, γιατί θα έφευγα απ' το νοσοκομείο λόγω covid και δεν θα προλάβαινα να την κάνω. Οπότε μες στον πανικό μας εκείνες τις μέρες είχαμε αποφασίσει να φύγουμε απ' την Ελβετία και να επιστρέψουμε στην Αθήνα σ' ένα κέντρο αποκατάστασης, να συνεχίσουμε το έργο μας εκεί. Και δεν ξέραμε πού πήγαινε αυτό το ταξίδι, απλά προχωρούσαμε και βλέπαμε μέρα με την ημέρα. Ξαφνικά μέσα σε δυο μέρες αποφασίσαμε και φύγαμε, εγώ είχα θέσει σαν στόχο όταν έφυγα απ' τη Ρόδο ότι θέλω να 'ρθω απ' την Ελβετία σε κανονικό αεροπλάνο, όπως ταξιδεύουν όλοι και να 'ρθω καθιστός πίσω. Δηλαδή άμα δεν ερχόμουν καθιστός πίσω, δεν θα ερχόμουν καθόλου, οπότε ο πρώτος στόχος μου είχε εκπληρωθεί, να μπορώ να ταξιδέψω όπως μπορεί να ταξιδέψει ο οποιοσδήποτε, σε ένα συμβατικό αεροπλάνο, σε μια θέση του αεροπλάνου, όπως όλοι θα μπορούσαν να ταξιδέψουν. Η ευθύνη και το άγχος της Ανθής, γιατί ήταν μαζί μου, ήταν μεγάλη, γιατί ήταν πρώτη φορά που ταξιδεύαμε με αυτόν τον διαφορετικό τρόπο. Επίσης δεν είχα αμαξίδιο, οπότε έπρεπε να με μεταφέρουν από το αμαξίδιο του κέντρο αποκατάστασης σε αμαξίδιο του αεροδρομίου, και μετά το άγχος ήταν όταν έφτανα [01:00:00]στην Αθήνα δεν είχα αμαξίδιο, οπότε έπρεπε να με μεταφέρουν με ασθενοφόρο, γιατί γίναν όλα τόσο γρήγορα, δεν είχα προλάβει να παραγγείλω αμαξίδιο, οπότε το αμαξίδιο θα το παρέγγελνα από την Ελλάδα. Οπότε ξεκινάμε το ταξίδι μας πίσω στην Ελλάδα, όπως όλος ο κόσμος περιμένει, γυρίζει πίσω στην Ελλάδα γιατί έχει γίνει καλά. Αυτό ήταν το μεγάλο σημαντικό. Σ' αυτό όλο το διάστημα που έλειπα εγώ, φυσικό είναι όλοι οι γνωστοί μας, όλοι οι φίλοι μας, όλοι οι ανθρώποι που είναι γύρω μας να ρωτάνε τους γονείς μου, τους γονείς της Aνθούλας, όλους: «Ο Νίκος πώς πάει;». Όταν δεν έχεις βρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση, όταν σου πει ο άλλος ότι καλά πάει, νομίζεις ότι ναι, έχει ξεκινήσει να περπατάει, έχει ξεκινήσει να 'ναι όπως παλιά, αλλά αυτή δεν ήταν η κατάστασή προφανώς, οπότε πάντα τους έφερναν σε μια δύσκολη θέση, το ότι να απαντήσουν σ' αυτό. Αφού είχα καταλάβει εγώ την κατάσταση, ήμουν αρκετά αδύναμος, γιατί όταν έχεις φτάσει σε ένα σημείο ότι αυτά που μπορείς να χρησιμοποιήσεις είναι μόνο τα χέρια σου και όλα σου τα χρόνια ζεις και κινείς όλο σου το σώμα, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μάθεις τον καινούριο τρόπο. Οπότε από κείνη τη στιγμή και πέρα ξεκίνησα να αντλώ πληροφορίες απ' το διαδίκτυο, με άλλου είδους χτυπήματα σαν τα δικά μου, τι πρόοδο έχουν κάνει, σε τι κατάσταση βρίσκονται, τι μπορούν να κάνουνε και βλέπαμε π.χ. αναζητήσεις στο ίντερνετ, βλέπαμε ότι τετραπληγικός με σπονδυλοδεσία στον Α5 και Α6, ξαφνικά τους έβλεπα ότι μπορούσαν να μεταφερθούν απ' το κρεβάτι στο αμαξίδιο, μπορούσαν να φάνε μόνοι τους, μπορούσαν να τα κάνουν όλα αυτόνομα με διαφορετικό τρόπο. Βέβαια υπήρχαν περιπτώσεις που μπορούσαν να περπατήσουνε, απλά επειδή στο διαδίκτυο δεν σου αντλούν όλες τις πληροφορίες έτσι όπως είναι, αυτό έχει να κάνει σε σχέση αναλόγως με την κάκωση που έχεις του νωτιαίου μυελού, τι μπορείς να κάνεις και τι όχι, δεν έχει σχέση άμα δεν έχεις πείσμα να συνεχίσεις, δηλαδή όσοι είναι σε αναπηρικά αμαξίδια δεν είναι άνθρωποι που τα έχουν παρατήσει και λένε ότι απλά βαριούνται να περπατήσουν, δεν μπορούν. Στη συνέχεια, όταν ερχόμαστε στην Ελλάδα, το πρώτο σοκ που παθαίνουμε ήταν ότι ξαφνικά μιλούσαμε με ανθρώπους ελληνικά, δηλαδή ξεκίνησε η πραγματικότητα να συνειδητοποιούμε ότι ναι, έχουμε έρθει πίσω στην Ελλάδα και εμείς είμαστε ακόμα σε αυτήν την κατάσταση και ότι δεν ξέρουμε τι γίνεται. Όταν εννοώ ήμουν βαριά ψυχολογικά, δεν μου έβγαινε σε θυμό, απλά μου έβγαινε ότι όλες αυτές οι σκέψεις, το πώς θα πάω πίσω στη ζωή μου, πώς θα οδηγήσω, πώς θα φάω, πώς θα βγω απ' το κρεβάτι, είμαι κουρασμένος. Πώς θα βγω απ' το κρεβάτι, πώς θα μπω απ' το κρεβάτι; Θα μπορώ να κάνω παιδιά, δεν θα μπορώ να κάνω παιδιά. Δεν θα μπορώ να αγκαλιάσω και να κρατήσω με τον ίδιο τρόπο όπως αγκάλιαζα τη γυναίκα μου. Και δεν θα μπορώ να παίξω μπάλα με τον γιο μου ή με την κόρη μου. Δεν θα μπορώ να κάνω πράγματα. Αυτά ήταν τα συναισθήματα που μου ερχόντουσαν και μου φέρναν λύπη και στεναχώρια και εκείνη τη στιγμή με την Ανθή αποφασίσαμε να κάνουμε ένα κανάλι στο YouTube, το «Rollingeverafter», που ξεκινήσαμε να το δουλεύουμε σαν μια θεραπεία για τους εαυτούς μας και να βλέπουμε την εξέλιξη της αποκατάστασής μου. Και περισσότερο ένα ψυχολογικό κομμάτι για τους γονείς μου και την οικογένεια της Ανθής, γιατί μόλις ρωτούσαν οι γνωστοί μας: «Πώς πάει ο Νίκος;», τους έλεγαν: «Μπείτε στο κανάλι και απλά δείτε το». Δεν μπαίνανε στη διαδικασία τι κάνει, άμα κουνιέται ή άμα δεν κουνιέται, οπότε αυτός ήταν ένας τρόπος ψυχοθεραπείας και για μας, να δούμε πού ήμασταν, γιατί ο άνθρωπος ξεχνάει γρήγορα και δεν σκέφτεται πού ήταν πριν, τι έχει περάσει, και αυτό ήταν ένα καλό βήμα για μας για να βλέπουμε από πού ξεκινήσαμε και να συνεχίζουμε μ' αυτή τη δυναμικότητα. Και αυτό έδινε και δύναμη σε μένα, γιατί και η Ανθή ήταν στην ουσία εσώκλειστη σ' ένα κέντρο αποκατάστασης, χωρίς να κάνει τίποτα όλη μέρα και να βλέπει τον άνθρωπο δίπλα να παλεύει για τα βασικά. Οπότε η ψυχολογία μας ξεκίνησε και ανέβαινε, γιατί κάναμε αυτά τα βιντεάκια. Είχαμε κάτι καινούριο που ερχόταν, μια καινούρια ασχολία, για να φύγουμε από αυτό το πράγμα το νοσοκομειακό. Όταν φτάσαμε στην Ελλάδα, το καλό της υπόθεσης ήταν ότι η Ανθούλα έμενε στο διπλανό κρεβάτι, στο δικό μου, οπότε ήμασταν μαζί, και αυτό ήταν και θετικό και αρνητικό, γιατί στην ουσία η Ανθή εκείνη τη στιγμή είχε καταλάβει το πώς, τι νοσηλεία χρειάζομαι, τι βοήθεια χρειάζομαι. Γιατί μέχρι στιγμής δεν είχε άμεση επαφή μαζί μου, οπότε ήταν ένα δεύτερο βήμα στη σχέση μας και δεύτερη πορεία στην αποκατάστασή μου, που θα έμπαινε και αυτήν μέσα στη ζωή μου. Στην αρχή η αντιμετώπιση από τα ελληνικά δεδομένα ήταν ότι: «Μην ανησυχείς, θα περπατήσεις, είσαι δυναμικός, είσαι νέος, έχεις χρόνια μπροστά σου και θα το παλέψεις». Εγώ όμως επειδή είχα καταλάβει το τι γινόταν, ο μεγαλύτερός μου στόχος ήταν να ξεκινήσω να πάω στην παλιά μου ζωή, απλά με διαφορετικό τρόπο και όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί έτσι είμαι σαν άνθρωπος, ανυπόμονος. Μερικές φορές πίστευα ότι μπορεί να γίνω όπως παλιά, αλλά δεν ήθελα, ήταν σαν μια αυτοάμυνα του οργανισμού μου να μην το σκέφτομαι, να λέω ότι: «Μέρα με μέρα και όπου φτάσουμε». Οπότε κάθομαι άλλους τρεις μήνες στο κέντρο αποκατάστασης στην Αθήνα. Όπως είπα, επειδή κάναμε το κανάλι στο YouTube είχαμε μια πολύ μεγάλη ασχολία, βλέπανε οι δικοί μου την πρόοδο. Η οικογένειά σου θα καταλάβει την πρόοδό σου, αλλά ο έξω κόσμος δεν θα καταλάβει ποτέ, γιατί δεν ξέρει από πού ξεκίνησες και πού συνεχίζεις. Δηλαδή πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν είναι αυτονόητα και πώς μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Γιατί εγώ δεν ήμουν σε μια κατάσταση που γεννήθηκα έτσι, οπότε να ξεκινήσεις να ζεις με διαφορετικό τρόπο απ' τους άλλους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι τα 28 μου είχα μια υγιέστατη ζωή, μια δυναμική ζωή. Και ξαφνικά στα 28 μου ξεκίνησα και μαθαίνω τη ζωή όπως τη μαθαίνει π.χ. ο ανιψιός μου που έχει γεννηθεί τώρα. Στο κέντρο αποκατάστασης στην Αθήνα είχα την ψυχολογική υποστήριξη επειδή ήταν στα ελληνικά, μιλούσα στα ελληνικά, οπότε ήταν, επειδή μπορούσα να καταλάβω τη γλώσσα, επειδή είμαστε στην Ελλάδα, η ψυχολόγος με βοήθησε αρκετά, με έκανε να βγάλω πράγματα, επειδή η ζωή μου πριν το ατύχημα ήταν μια πολύ δυναμική ζωή και αμέτρητες ώρες εργασίας, με έπιανε το παράπονο που δεν μπορούσα, σαν να μην πρόλαβα να κάνω πράγματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά που η γυναίκα μου μου είχε πει μια Καθαρή Δευτέρα, έναν χρόνο πριν το ατύχημα, μου είχε πει: «Να πετάξουμε χαρταετό» και γυρνάω και της λέω: «Δεν έχω χρόνο σήμερα, έχω δουλειά, θα τον πετάξουμε του χρόνου». Εκεί συνειδητοποίησα ότι σκεφτόμουν αυτό το πράγμα και λέω ότι κοίταξε να δεις, λες του χρόνου και δεν μπορείς να πετάξεις τον χαρταετό, όπως ήταν να τον πετάξεις παλιά, και κάποιο τόσο δεδομένο πράγμα ξαφνικά σου είναι τόσο δύσκολο. Και η ψυχολόγος ξεκίνησε και είχαμε συζητήσεις, μπορεί να έβγαζα και απωθημένα και πριν απ' το ατύχημα. Πράγματα όχι σε σχέση με το πρόβλημά μου, μπορεί να μην ήμουν, είχα βρει μερικά πράγματα στον εαυτό μου που δεν μ' άρεσαν και με τη βοήθεια του ψυχολόγου με βοήθησε πάρα πολύ σ' αυτά. Αφού κάτσαμε στο κέντρο αποκατάστασης για άλλους τρεις μήνες, οπότε αν υπολογίσουμε ήμουν έναν μήνα στο νοσοκομείο της Ρόδου, έναν μήνα στο σπίτι, τρεις μήνες στην Ελβετία και τρεις μήνες στο κέντρο αποκατάστασης στην Αθήνα, ήμουν συνολικά οκτώ μήνες εκτός σπιτιού. Είχαμε κάποιες απορίες στο κέντρο αποκατάστασης, γιατί επειδή μιλούσα στα ελληνικά ήμασταν πιο άνετοι να ρωτήσουμε πράγματα, οπότε είχαμε διάφορες απορίες. Πώς μπορείς να κάνεις παιδιά, αν η κατάσταση γίνει καλύτερη, πώς μπορεί να γίνει καλύτερη η κατάσταση, θα ξαναπερπατήσω, δεν θα ξαναπερπατήσω… Οπότε είχαμε φτάσει σε ένα σημείο που είχαμε καταλάβει ότι το κέντρο αποκατάστασης και αυτό δεν μας δίνει κάτι παραπάνω. Δεν μας δίνει κάτι παραπάνω όχι ότι επειδή δεν παίρνω άλλη κινητικότητα ή δεν μπορώ να γίνω καλύτερα. Απλά σε έναν τρόπο διαβίωσης έξω από το νοσοκομείο, δεν θα μπορεί να μου προφέρει κάτι παραπάνω, γιατί εκεί ήταν ένα ασφαλές μέρος, που είχες τις νοσηλεύτριές σου 24 ώρες το 24ωρο, δεν είχες φόβο αν πάθεις κάτι, ήσουν σ' ένα νοσοκομείο που όλα ήταν ιδανικά. Ο δρόμος δεν είχε εμπόδια, αν γινόταν κάτι θα τρέχανε απευθείας οι γιατροί. Ήσουν σ' ένα «ιδανικό περιβάλλον», οπότε εμένα με είχε πιάσει αυτόν τον καιρό και έλεγα ότι δεν μπορώ να επιστρέψω στη Ρόδο. Πρέπει να ξεκινήσουμε να πάμε σιγά σιγά στη Ρόδο, να ξεκινήσουμε να… γιατί άμα πάμε πίσω στο σπίτι μου, πίσω στη δουλειά μου και είμαι σ' αυτή την κατάσταση, θα επιβαρυνθώ αρχικά πολύ ψυχολογικά, γιατί θα 'ναι η πρώτη φορά μετά από καιρό που θα φτάσω στο μέρος που μεγάλωσα, στη δουλειά που ήμουν. Στην ουσία ό,τι έκανα παλιά όταν περπατούσα. Οπότε συζητούσα με μια νοσηλεύτρια στο κέντρο αποκατάστασης πώς μπορεί να μας βοηθήσει κάποιος ή άμα υπάρχουν άτομα στην ίδια κατάσταση τη δικιά μου στην Ελλάδα και άμα μπορεί να μας φέρει σε επαφή με κάποιον. Οπότε ήρθε σ' επαφή ένα παιδί που είναι στην ίδια κατάσταση με μένα, τετραπληγικός, και είχε χτυπήσει στα 20 του, και από κείνη τη μέρα κάναμε συζητήσεις, γιατί αλλιώς είναι να μιλάς μ' έναν άνθρωπο που έχει περάσει ακριβώς τα ίδια μαζί σου. Νιώθεις πιο μεγάλη ασφάλεια. Βέβαια από την πλευρά τη δικιά τους είναι πιο δύσκολο ακόμα, γιατί δεν ξέρουν σε τι ψυχολογική κατάσταση είσαι, για να σου πουν όλες τις λεπτομέρειες. Και μου ανέφερε ότι υπάρχει ο σύλλογος «Περπατώ» στην Κομοτηνή, που αυτός ο σύλλογος είναι ένας «χώρος» που σε μαθαίνει πώς να ζεις αυτόνομα. Οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία να φύγουμε απ' το νοσοκομειακό περιβάλλον και να πάμε εκεί πέρα, για να μείνουμε χωρίς νοσηλεύτριες. Βέβαια σε ένα safe περιβάλλον, [01:10:00]αλλά όχι τόσο safe όσο το νοσοκομείο, οπότε ήταν ένα ενδιάμεσο βήμα για μένα απ' τα νοσοκομεία στην πραγματική μου ζωή. Αυτό το παιδί ήρθε από την Κομοτηνή, τετραπληγικός σε αμαξίδιο, μπήκε στο αμάξι του, το οδήγησε κανονικά, σαν ένας άνθρωπος που περπατάει, βγήκε έξω και με το που τον είδαμε λέμε: «Ήρθες μόνος σου;», λέει: «Nαι», λέω: «Πώς μπήκες στο αμάξι;», μου λέει: «Μόνος μου», και ξαφνικά ξεκινάω εγώ και βλέπω έναν καινούριο κόσμο, μια ελπίδα, ένα φως, που λέω «Αφού μπορεί να το κάνει αυτός, θα το κάνω κι εγώ». Οπότε εκεί λέω στη γυναίκα μου, λέω «Σε μια βδομάδα φεύγουμε για Κομοτηνή». Επίσης εκεί στην Κομοτηνή ο υπεύθυνος γιατρός είναι πάλι τετραπληγικός, οπότε εκεί θα μου λυνόντουσαν όλες οι απορίες, γιατί και άνθρωπος στην κατάστασή μου και γιατρός, οπότε θα ήταν ένα μεγάλο βοήθημα για μας. Και πιο πολύ και για να δοκιμάσουμε τη σχέση μας εκτός νοσοκομείου.
Segment 6
Στον σύλλογο «Περπατώ» στην Κομοτηνή, η επιστροφή στη Ρόδο και τα όνειρα για το μέλλον
01:10:58 - 01:21:31
Οπότε φτάνουμε, παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση να φύγουμε από το κέντρο αποκατάστασης, που στο κέντρο αποκατάστασης μου λέγαν ότι: «Δεν είναι ώρα να φύγεις και έχεις ακόμα πράγματα να δώσεις», απλά εγώ τους είχα αναφέρει ότι: «Δεν είναι ότι φεύγω και τα παρατάω, εμένα τώρα ξεκινάει ο αγώνας μου, έχω πάρει τα... όπως ένα παιδί μικρό πάει στο σχολείο και μαθαίνει από μικρός, κι εγώ αυτή τη στιγμή αυτό κάνω, μαθαίνω όλα τα πράγματα απ' την αρχή διαφορετικά». Οπότε ένα μεγάλο βήμα που κάναμε ήταν να πάμε στην Κομοτηνή, πάλι με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μεταφερθήκαμε κανονικά σε αεροπλάνο, φτάσαμε στην Κομοτηνή, σε ένα καινούριο περιβάλλον, που δεν ξέραμε πάλι κανέναν, δεν ξέραμε τι θα μας συνέβαινε, απλά με ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Και για τον λόγο που είχαμε και το κανάλι στο YouTube, χρειαζόμασταν υλικό να δείξουμε και εκεί και τους εαυτούς μας και στον κόσμο, να δείξουμε δηλαδή υλικό από διάφορες δραστηριότητες, γιατί μου είπαν ότι θα με παίρνανε στη θάλασσα, θα πήγαινα, θα κάναμε καγιάκ, θα παίζαμε ράγκμπι, διάφορες δραστηριότητες. Θα μου μάθαιναν να μαγειρεύω και τα βασικά βέβαια, να μάθω να μεταφέρομαι στο κρεβάτι, όλα τα βασικά για τη ζωή μου. Οπότε φτάνουμε εκεί πέρα, σε ένα πολύ φιλικό περιβάλλον, και ξεκινάμε να βρίσκουμε τους εαυτούς μας, γιατί κάναμε τη θεραπεία μας, αλλά μετά πηγαίναμε όπως κάναμε παλιά, για φαγητό μαζί, δηλαδή ξεκινήσαμε και κινιόμασταν εκτός νοσοκομείου, σε μια πόλη που δεν ξέραμε, αλλά επειδή ήταν αρκετά προσβάσιμη, μας βοηθούσε πάρα πολύ σ' αυτό. Γιατί ο υπεύθυνος που είναι του συλλόγου είναι ο Αλέξανδρος Ταξιδιάρης, που είναι παραολυμπιονίκης και για κάποια περίοδο ήταν αντιδήμαρχος στην Κομοτηνή, οπότε έφερε την Κομοτηνή στα μέτρα του και την έκανε αρκετά προσβάσιμη. Αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα για μας, γιατί μπορούσαμε να δούμε ότι μπορούμε να βγούμε έξω, μπορούσαμε να κάνουμε τα ίδια πράγματα που κάναμε παλιά, απλά με διαφορετικό τρόπο. Με μια παραπάνω δυσκολία, αλλά την κάναμε. Στο διάστημα που κάτσαμε στην Κομοτηνή ήταν ένας μήνας που πραγματικά εκεί μάθαμε πάρα πολλά πράγματα για την καθημερινότητα της ζωής μας, μαζέψαμε πάρα πολύ υλικό και για μας και για το κανάλι, κάναμε πάρα πολλές δραστηριότητες, και από κει ήρθε το ερέθισμα και για την κολύμβηση. Η κολύμβηση ήρθε απ' το ερέθισμα απ' τον Αλέξανδρο, που δηλαδή κολυμπούσε κάθε μέρα στα ΤΕΦΑΑ της Κομοτηνής και ήταν και ένας τρόπος να γυμνάζομαι, γιατί δεν μπορούσα να πω ρε συ… Όλοι νομίζουν ότι κάποιος όταν είναι σ' ένα αναπηρικό αμαξίδιο πρέπει να κάνει φυσικοθεραπείες και φυσικοθεραπείες. Εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου ότι θα έρθω πίσω στη Ρόδο και θα ξεκινήσω να 'μαι σ' ένα «μίνι κέντρο αποκατάστασης» και θα κάνω θεραπείες, οπότε ήθελα να δω τον εαυτό μου σαν ένας άνθρωπος πηγαίνει κολύμβηση, κάνει το άθλημά του και ήθελα κι εγώ να κάνω ακριβώς το ίδιο. Ψυχολογικά να μην το σκέφτομαι ότι πάω για θεραπεία, πάω για κολύμβηση. Και ένας άλλος λόγος που ξεκίνησα κολύμβηση ήταν επειδή ο πατέρας μου του αρέσει πάρα πολύ η κολύμβηση και ήξερα ότι άμα έρθω στη Ρόδο και του πω ότι δεν θα μπορέσω στην κολύμβηση, δεν υπήρχε περίπτωση να μ’ αφήσει, οπότε ήταν αδιέξοδο. Οπότε ξεκινήσαμε να παίρνω ερεθίσματα για την κολύμβηση, βέβαια όλο αυτό το ταξίδι, υποστήριξη οικογένειας και ειδικά της Ανθής, που ήταν το στήριγμά μου, ό,τι περάσαμε το περάσαμε μαζί με διαφορετικό τρόπο και αυτό μας κρατούσε δυνατούς, γιατί επειδή γνωριζόμασταν τόσα χρόνια ξέραμε ότι ο ένας είναι δίπλα στον άλλον και ότι ό,τι και να γίνει, αν είμαστε ενωμένοι όλα θα πάνε καλά. Στη συνέχεια αποφασίσαμε να κάνουμε το τελικό αφού πήραμε αυτά τα εφόδια, δηλαδή πώς να μεταφέρομαι απ' το κρεβάτι στο αμαξίδιο, πώς να μπαίνω μέσα στο αμάξι, η ρουτίνα της τουαλέτας, τι βοήθεια χρειάζομαι, τι εργαλεία χρειάζομαι για το σπίτι, όλα αυτά τα σχετικά, αποφασίσαμε να έρθουμε πίσω στη Ρόδο. Στη Ρόδο ήρθαμε μετά από δέκα μήνες, δηλαδή αρχές Αυγούστου περίπου, και εγώ ήρθα με την ασπίδα ότι έχω καταφέρει πράγματα, μπορεί να ονειρευόμουν να 'ρθω πίσω στο μέρος μου όπως ήμουνα παλιά, αλλά είχα έρθει αποφασισμένος ότι είμαι έτοιμος ψυχολογικά να πάω στη δουλειά που δούλευα, να δω τους ανθρώπους που μιλούσα πριν απ' το ατύχημα και έτοιμος ψυχολογικά να αντιμετωπίσω αυτή τη ματιά. Η ματιά η αποκαλούμενη είναι όταν ο κόσμος επειδή το αμαξίδιο το 'χουν συνηθίσει να είναι κάτι κακό, κάτι που δεν είναι καλό, σε βλέπουν με μια ματιά περίεργη. Επειδή η δουλειά μου έχει άμεση επαφή με τα παιδιά, ήταν λίγο ακόμα πιο δύσκολα, γιατί υπήρχαν παιδάκια που με ξέρανε από παλιά και τα παιδιά δεν έχουν φίλτρα και με βοήθησε ακόμα πιο πολύ αυτό, γιατί όταν το παιδί έρχεται και σου λέει: «Γιατί δεν περπατάς, γιατί είσαι εδώ» πρέπει να του θέσεις έναν όχι κακό τρόπο, όχι έναν φοβιστικό τρόπο, να μην τολμήσει να κάνει πράγματα στη ζωή, αλλά να του δείξεις ότι και αυτά συμβαίνουνε και έγινε ό,τι έγινε και απλά συνεχίζεις και ελπίζεις για το καλύτερο. Οπότε ήρθαμε πίσω στη Ρόδο, επιτέλους γιατί ήρθαμε πίσω στις οικογένειές μας. Το όλο αυτό ταξίδι μας υπήρχαν στιγμές που περάσαμε δύσκολα, μαλώσαμε, όπως ένα νορμάλ ζευγάρι, είχαμε χαρές, λύπες, νεύρα αλλά στο κάτω κάτω αυτό είναι το φυσιολογικό, οπότε κάτι πήγαινε καλά. Με το που ήρθαμε στη Ρόδο, μπήκαμε σε μια ρουτίνα καθημερινότητας, γιατί έπρεπε να οργανώσουμε αρκετά πράγματα για την καθημερινότητά μας, τι άσκηση θα έκανα καθημερινά, πώς θα κάνουμε την καθημερινότητά μας. Τρέξανε αρκετά οι οικογένειές μας για να οργανώσουν το σπίτι, να είναι προσβάσιμο, ένα πολύ σημαντικό εφόδιο για να ξεκινήσεις να έχεις ένα προσβάσιμο σπίτι και μια προσβάσιμη τουαλέτα. Επειδή είμαστε Έλληνες υπάρχει μεγάλη στήριξη μεταξύ της οικογένειας, γιατί απ' το εξωτερικό στην Ελβετία που 'χα πάει υπήρχαν άτομα που ήταν στην ίδια κατάσταση μαζί μου και ήταν μόνα τους, γιατί έτσι είναι η νοοτροπία. Απλά μπαίνεις σε ένα κέντρο αποκατάστασης, αυτοί ξέρουν καλύτερα. Μας υποδεχτήκαν όλοι πολύ θερμά, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Υπήρχαν ανθρώποι που με βλέπανε και παθαίναν σοκ, υπήρχαν ανθρώποι που δεν ξέραν για το ατύχημά μου και έπρεπε να μπω στη διαδικασία να τους εξηγήσω όλη την κατάσταση. Αλλά γινόνταν όλα πιο εύκολα γιατί είχαμε κάνει αυτό το κανάλι και σε εισαγωγικά το 'χα σκεφτεί έτσι που να μπορώ να προετοιμάσω τον κόσμο και το γύρω περιβάλλον μου σύμφωνα μ' αυτό, να με αντικρίσουν προετοιμασμένοι. Γιατί εγώ σαν Νίκος το ζω κάθε μέρα, αλλά ο έξω κόσμος δεν το ζει και όταν σε βλέπει έτσι λέει: «Τι έγινε;». Οπότε ήταν μια καλή αρχή να προετοιμάσω τον κόσμο, οπότε αυτό μου βγήκε σε καλό η κίνηση, γιατί δεν υπήρχε… υπήρχαν βέβαια οι ματιές, αλλά δεν με επηρεάζαν, γιατί ήμουν προετοιμασμένος ψυχολογικά. Το μεγαλύτερο θέμα σ' αυτή την κατάσταση είναι το θέμα το ψυχολογικό, άμα μπορείς να τα βρεις στο θέμα ψυχολογίας είναι ό,τι καλύτερο. Να το ξεπεράσεις δεν πρόκειται ποτέ, αλλά απλά συνεχίζεις και κάθε μέρα είσαι ευγνώμων που είσαι σ' αυτή την κατάσταση και δεν είσαι σε χειρότερη. Ήρθαμε πίσω στη Ρόδο και σιγά σιγά βρήκαμε τα πατήματά μας, όσο γίνεται γίνομαι και πιο ανεξάρτητος. Και προσπαθούμε πλέον να ονειρευόμαστε πράγματα για το μέλλον μας, αλλά όχι… δεν υπάρχει προγραμματισμός, γιατί σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι.
Ανυπομονείς να ξαναταξιδέψεις με την Ανθή;
Ναι, ανυπομονώ να ταξιδέψω με την Ανθή. Επειδή ταξιδεύαμε αρκετά, είναι ο πρώτος μας στόχος. Μου έκανε καλό που σε εισαγωγικά ήμουν στο εξωτερικό και ταξίδεψα, γιατί πήρα το ερέθισμα για τα ταξίδια, που αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, γιατί όταν πήγα στην Κομοτηνή νόμιζα ότι η μετακίνησή μου σαν άτομο με χρήση αμαξιδίου, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολη, αλλά στην Κομοτηνή μου έδειξαν ότι όταν υπάρχει καλή θέληση και βοήθεια απ' τους γύρω, όλα γίνονται, δηλαδή θες να πας στη θάλασσα; Είναι πολύ εύκολο, η χειρότερη λύση είναι απλά να σε σηκώσουν δύο άτομα, η καλύτερη λύση είναι να υπάρχει ένα αμαξίδιο θάλασσας ή [Δ.Α] Θες να πας σε ένα μαγαζί κα έχει δύο σκαλοπάτια; Άμα δεν υπάρχει ασανσέρ, το χειρότερο σενάριο είναι απλά να βρεις κάποιους περαστικούς ή ακόμα και φίλους σου, να σε σηκώσουν στο μαγαζί. Άμα θες να ταξιδέψεις πλέον είναι πάρα πολύ εύκολο, πας στο αεροδρόμιο. Η μόνη διαφορά που έχει να κάνει σε σχέση με έναν άνθρωπο χωρίς κινητικά προβλήματα είναι ότι πρέπει να κλείσεις το εισιτήριό σου με ειδική βοήθεια και πρέπει να είσαι απλά μια ώρα πιο νωρίς, γατί πρέπει να μπεις πρώτος και να βγεις τελευταίος. Κατά τ' άλλα ταξιδεύεις κανονικά, δεν υπάρχει… σε μεταφέρουν στην κανονική θέση του αεροπλάνου [01:20:00]και όπως θα ταξίδευες παλιά, ταξιδεύεις και τώρα. Και η διαφορά σε σχέση με το πριν απ' το ατύχημα είναι ότι ο κόσμος τώρα, γιατί η οικογένεια και ο κόσμος σου δίνει κουράγιο, σε βλέπει σε εισαγωγικά σ' αυτήν… όχι κατάσταση, με τον κακό τρόπο, απλά σου δίνει τη δύναμη και συνεχίζεις.
Έχεις ελπίδα για το μέλλον;
Πάντα, και πριν απ' το ατύχημα και μετά το ατύχημα, πάντα έχω όνειρα, απλά μετά το ατύχημα βάζω και τον παράγοντα ότι μπορεί κάτι να πάει στραβά και να μη γίνει, οπότε όσα πλάνα και να 'χεις, και plan A και plan B και plan C, πάντα είναι τόσο απρόβλεπτη η ζωή που δεν μπορείς να τα προβλέψεις όλα, και πριν απ' το ατύχημα ποτέ δεν το σκεφτόμουν αυτό. Έλεγα ότι: «Άμα δεν πιάσει το πλάνο Α, υπάρχει το πλάνο Β». Αλλά μετά το ατύχημα κατάλαβα ότι υπάρχει κι ένα πλάνο που λέει ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, απλά.
Μετά από όλα αυτά που έζησες με την Ανθή νιώθεις να έχεις δεθεί ακόμα περισσότερο;
Με την Ανθή ήμασταν ήδη αρκετά δεμένοι ο ένας με τον άλλον, απλά δεν είχαμε περάσει την κατάσταση που λέμε ότι εσύ είσαι το πάτημά μου. Ακόμα π.χ. και όταν παντρεύτηκα, ο παπάς γύρισε και είπε «Στις δύσκολες στιγμές ακόμα να 'στε μαζί». Υπάρχουν κάποια ζευγάρια που δεν μπορούν να το νιώσουν αυτό, γιατί δεν το έχουν περάσει. Εμείς το νιώσαμε, ότι ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, αν ο ένας αγαπάει τόσο πολύ τον άλλον μπορεί να τον βοηθήσει.
Θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο;
Δεν νομίζω. Σε κάλυψα;
Απολύτως. Σ' ευχαριστώ πολύ.
Summary
Ο Νίκος και η Ανθή, ήδη σε σχέση επτά ετών, αποφασίζουν να παντρευτούν και να κάνουν το γλέντι στο μέρος που ονειρευόταν από μικρή η Ανθή, το οποίο μοιάζει παραμυθένιο. Στη διάρκεια του ενός χρόνου που σχεδίαζαν τον γάμο τους, ο Νίκος έλεγε στην Ανθή πως όταν τελειώσει το γλέντι θα πέσει στην πισίνα. Την ημέρα του γάμου τους και αφού έχει τελειώσει το γλέντι στις 4 το πρωί, ο Νίκος πέφτει στην πισίνα και δεν ξαναβγαίνει ποτέ ο ίδιος. Έχει μείνει τετραπληγικός χτυπώντας τον αυχένα του. Κανείς δεν έχει καταλάβει τίποτα για αρκετή ώρα, ακόμα και αργότερα στο νοσοκομείο. Ο αγώνας για προσαρμογή και αποκατάσταση ξεκινάει.
Narrators
Νίκος Κοντού
Field Reporters
Τατιάνα Σωφρονά
Tags
Interview Date
27/04/2021
Duration
81'
Summary
Ο Νίκος και η Ανθή, ήδη σε σχέση επτά ετών, αποφασίζουν να παντρευτούν και να κάνουν το γλέντι στο μέρος που ονειρευόταν από μικρή η Ανθή, το οποίο μοιάζει παραμυθένιο. Στη διάρκεια του ενός χρόνου που σχεδίαζαν τον γάμο τους, ο Νίκος έλεγε στην Ανθή πως όταν τελειώσει το γλέντι θα πέσει στην πισίνα. Την ημέρα του γάμου τους και αφού έχει τελειώσει το γλέντι στις 4 το πρωί, ο Νίκος πέφτει στην πισίνα και δεν ξαναβγαίνει ποτέ ο ίδιος. Έχει μείνει τετραπληγικός χτυπώντας τον αυχένα του. Κανείς δεν έχει καταλάβει τίποτα για αρκετή ώρα, ακόμα και αργότερα στο νοσοκομείο. Ο αγώνας για προσαρμογή και αποκατάσταση ξεκινάει.
Narrators
Νίκος Κοντού
Field Reporters
Τατιάνα Σωφρονά
Tags
Interview Date
27/04/2021
Duration
81'