Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
Ένα «πορτρέτο» για τον Λουδοβίκο των Ανωγείων
Segment 1
Η αγάπη του αφηγητή για τη ζωγραφική, η γνωριμία του με τον Μ. Χατζιδάκι και η ανάδειξή του
00:00:00 - 00:14:34
Partial Transcript
Είναι Πέμπτη, 30 Ιουλίου του 2020, είμαι με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων στα Ανώγεια. Εγώ ονομάζομαι Καλλέργης Νικόλαος, είμαι ερευνητής στο… πολιτισμό στο χωριό. Και μην σου πω ότι τα Υακίνθεια είναι ένα σπόρος του Χατζιδάκι που πετάχτηκε και άνοιξε τότε, μετά από μερικά χρόνια.
Lead to transcriptSegment 2
Αντλώντας έμπνευση από τον πόνο, τον έρωτα και τη φύση: Τραγούδια και διήγηση παραμυθιών
00:14:34 - 00:31:25
Partial Transcript
Θα πούμε αργότερα και για τα Υακίνθεια. Η πρώτη σας συνεργασία ήταν με τα μοιρολόγια. Η αναζήτηση αυτή με τα μοιρολόγια, ένα παράδειγμα το ο…η, λοιπόν, εμπνεόμαστε και μπορούμε να δημιουργήσουμε εικόνες και παραμύθια. Ναι, Νίκο, η φύση είναι. Άμα διαβάσεις τη φύση, τα έχεις όλα.
Lead to transcriptSegment 3
Υακίνθεια: Η έμπνευση, η διοργάνωση των πολιτιστικών δρωμένων και οι κραδασμοί
00:31:25 - 00:51:38
Partial Transcript
Στη συνέχεια, όπως είπες και εσύ, ο τόπος που σου έδωσε τα φτερά σου για να φύγεις, επιστρέφεις για να ανταποδώσεις δημιουργώντας τα Υακίνθε…α ακόμα». «Ίσα ίσα», μου λέει, «με ξεκουράζετε». Παίζουμε το « Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή », λέγοντας την ιστορία της καταστροφής του χωριού.
Lead to transcriptSegment 4
«Η γιορτή του πένθους» και η λυτρωτική δύναμη του μοιρολογιού
00:51:38 - 01:01:11
Partial Transcript
Αυτό ήταν, φύγαμε κάτω λοιπόν μετά. Την άλλη μέρα εφημερίδες, τα Μέσα, τα έδειξαν οι τηλεοράσεις. Τελείωσε, εκεί σωπάσαν όλες οι αντιδράσεις… κλάματα της παίζω μοιρολόγια και κλαίει, κλαίει, κλαίει. Σταματώ και μου λέει: «Ω! Πώς ευχαριστήθηκα!». Είναι το ίδιο πράγμα; Για πες μου!
Lead to transcriptSegment 5
Παράγοντας πολιτισμό από την παράδοση: «Οι βοσκοί της Μεσογείου», ο «Τυμπανιστής» και οι «Χοροί του κόσμου»
01:01:11 - 01:12:17
Partial Transcript
Είπαμε για τα Υακίνθεια και για το θέμα «Τη γιορτή του πένθους», αλλά και αυτό το σμίξιμο των πολιτισμών, που τα Υακίνθεια το έχουν καταφέρε…υτό δεν ήτανε στιγμή, Νίκο, να τη ζήσεις. Δηλαδή ανατρίχιασε το παν. Και εκεί πιάνει μια γυναίκα υστερικό κλάμα και την έβγαλαν σηκωτή έξω.
Lead to transcriptSegment 6
Ανώγεια, η πατρίδα της Μητέρας και του γέλιου
01:12:17 - 01:26:14
Partial Transcript
Μετά από χρόνια επιστρέφεις και πλέον έχεις εγκατασταθεί εδώ. Ναι, μετά από χρόνια. Ναι, την εντολή που είχα λάβει την πήρα πίσω. Είναι η π…ριστώ πραγματικά. Εγώ σε ευχαριστώ! Να είσαι καλά! Μου έδωσες την ευκαιρία να τα πω όλα. Θα μπορούσαμε να λέμε μέχρι αύριο, αλλά εντάξει!
Lead to transcriptSegment 1
Η αγάπη του αφηγητή για τη ζωγραφική, η γνωριμία του με τον Μ. Χατζιδάκι και η ανάδειξή του
00:00:00 - 00:14:34
[00:00:00]Είναι Πέμπτη, 30 Ιουλίου του 2020, είμαι με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων στα Ανώγεια. Εγώ ονομάζομαι Καλλέργης Νικόλαος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Λουδοβίκο, αρχικά θα ήθελα να μου πεις λίγα λόγια για εσένα από εσένα, όπως για παράδειγμα πού γεννήθηκες, πού μεγάλωσες και ποιος είναι ο Λουδοβίκος;
Έλα ντε! Φυσικά γεννήθηκα στα Ανώγεια. Έχω την τιμή να φέρω σαν επίθετο τα Ανώγεια, Λουδοβίκος των Ανωγείων, και αυτό με χρέωσε μία προσοχή και μία αναζήτηση να τιμήσω αυτή την ιδιότητα της καταγωγής μου. Γεννήθηκα στα Ανώγεια, λοιπόν, τελείωσα το Δημοτικό και το Γυμνάσιο εδώ. Έδωσα εξετάσεις στην Ανώτατη Εμπορική στην Αθήνα, πέτυχα. Δεν τελείωσα ποτέ, έφτασα στο πτυχίο όμως. Με ενδιέφερε η ζωγραφική και έκανα δύο χρόνια στην Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Δημοσθένη του Κοκκινίδη. Το 1979 γνωρίζομαι με τον Μάνο Χατζιδάκι στα Ανώγεια και από εκείνη την εποχή αλλάζει η κατεύθυνσή μου. Εγώ, όπως όλοι, έπαιζα ένα μαντολίνο, και όχι πάρα πολύ καλά. Απλώς, είχα πάντοτε, και αυτό είναι το χαρακτηριστικό μου στοιχείο, είχα πάντα μία τάση να διαφοροποιούμαι από τους άλλους. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό που είχε συμβεί πριν από εμένα. Ήθελα πάντα και εξακολουθώ οτιδήποτε θέλω να δηλώσω ή να ερευνήσω ή να παρουσιάσω να αφορά μία άγνωστη εικόνα, μία άγνωστη ιδέα. Έτσι, έπαιζα με έναν τρόπο δικό μου μαντολίνο. Έπαιζα με χαρτί για παράδειγμα, διότι θεωρούσα ότι η πλαστική πένα έχει έναν δικό της ήχο και αυτός ο ήχος είναι ενοχλητικός μέσα στο παίξιμο. Αν βάλεις ένα χαρτί διπλωμένο, η πένα σέβεται το μαντολίνο, σέβεται τον ήχο του. Τέτοια πράγματα έκανα δηλαδή. Και όταν με γνώρισε ο Χατζιδάκις και με είδε με αυτόν τον τρόπο να λειτουργώ, μου είπε με έναν τρόπο –να μην το λέω με πολλές κουβέντες–, ότι: «Από δω πάει κατεύθυνσή σου». Εγώ, εντάξει, το δέχτηκα έτσι σαν κομπλιμέντο. Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε, όταν με καλεί στην Αθήνα να παίξω σε έναν χώρο όπου είχε οργανώσει να παίξουν γνωστοί και άγνωστοι καλλιτέχνες. Νόμιζα ότι με καλούσε για να παίξω ένα έργο που είχαμε κάνει ήδη μαζί, τα «Μοιρολόγια». Ένα συγκλονιστικό έργο που ηχογραφήθηκε το 1985 και το οποίο ήταν, ας πούμε, το τραγούδι του θρήνου. Ας πούμε, το τελευταίο τραγούδι που λέγεται για αυτόν που φεύγει. Είναι τραγούδι διότι έχει στίχους, γιατί έχει μουσική με τον τρόπο που παίζεται και τραγουδιέται, αλλά είναι μία προσωπική σύνθεση της κάθε γυναίκας που το υπαγορεύει ο πόνος της. Η ποιότητα του πόνου καθορίζει το αποτέλεσμα. Φυσικά, μετράει και πάρα πολύ και η ποιητική που έχει ο άνθρωπος, η γυναίκα αυτή. Αν έχει μία καλλιτεχνική έτσι διάσταση, το κάνει πιο ποιητικό το έργο. Αλλά αυτό που παρουσιάζεται σαν μοιρολόι έχει τέτοια δύναμη σε συναίσθημα που σπάει καρδιές, λυγίζει σίδερα που λέμε. Εγώ έψαχνα, λοιπόν, από παλιά που σας είπα πράγματα διαφορετικά. Είχα βρει τα μοιρολόγια αυτά, με συγκλόνιζαν σαν παιδί ακόμα. Με το μαντολίνο έκανα μελωδίες απλές και τα τραγουδούσα και ξαφνικά ένιωσα τη δύναμη αυτή που είχα στα χέρια μου, μέσα από το μοιρολόι, από τον θρήνο και το ότι κανένας ποτέ δεν είχε ασχοληθεί. Κανένας στην ιστορία της Κρήτης ποτέ δεν ασχολήθηκε να πει: «Αυτό είναι ένα τραγούδι να το αξιοποιήσω, να το δείξω». Τίποτα. Απλώς υπήρχαν καταγραφές. Εγώ βρήκα μόνος μου τα μοιρολόγια από τις γυναίκες που τα είπαν, ειδικά στα Ανώγεια περισσότερο, και έκανα μικρές μελωδίες. Έτσι, έγινε ένας δίσκος με τον Μάνο Χατζιδάκι, που εντυπωσιάστηκε. Αυτός ονόμασε τα μοιρολόγια «ερωτικές ελεγείες»! Αιφνιδιάστηκε που η γυναίκα που μοιρολογεί εδώ πέρα έχει ερωτικό λόγο. Δεν ουρλιάζει, δεν εκβιάζει, δεν εκδικείται. Αποδέχεται τον θάνατο με έναν τρόπο και την ίδια στιγμή του αποδίδει του νεκρού που φεύγει την ομορφιά του. Τον στολίζει με έναν τρόπο, δηλαδή όπως τον στολίζει για να πάει γαμπρός, τον στολίζει για τον θάνατο. Με όμορφες κουβέντες για τα μάτια του, για την ομορφιά του, για τη σεμνότητα. Όλα αυτά είναι στοιχεία που τα επιλέγει η μάνα κυρίως, η αδερφή και τα προσθέτει στο αγαπημένο πρόσωπο που φεύγει. Επανέρχομαι λοιπόν. Στην Αθήνα με παρουσιάζει ο Χατζιδάκις στον «Σείριο» και τότε μου λέει: «Θα τραγουδήσεις τις μαντινάδες που σε άκουσα να παίζεις στην Κρήτη». Τα ερωτικά τραγούδια. Μου είχε πει τότε: «Μου οφείλεις έναν δίσκο με ερωτικά τραγούδια της Κρήτης». Εντάξει, το άκουσα έτσι σαν κομπλιμέντο. Ωραία, με κάλεσε και στα δύο χρόνια που έκανε το κέντρο αυτό, που λεγόταν «Σείριος», στην Πλάκα, με είχε σχεδόν σε όλα τα προγράμματα. Δεκαέξι, είκοσι προγράμματα και ήμουν στα δεκαοχτώ, κάτι τέτοιο. Κάθε είκοσι μέρες άλλαζε το πρόγραμμα. Και κάποια στιγμή, λοιπόν, εγώ έπαιζα έτσι τις μαντινάδες, τα γνωστά πράγματα, τα δικά μας, προσπαθώντας να διαφοροποιηθώ, αλλά δεν μπορούσα να έχω εγώ, να ελπίζω ότι θα κάνω ένα δικό μου τραγούδι, θα κάνω ένα δικό μου θέμα. Ξαφνικά μου λέει μία μέρα –του είχα πει, μάλιστα, ότι τελείωσαν αυτά που είχα να πω, δεν έχω άλλα–, μου λέει: «Τώρα είναι ακριβώς η ώρα να γράψεις τα δικά σου τραγούδια» και με άφησε κόκκαλο! Δεν πίστευα ότι θα μου κάνει αυτή την πρόταση. Πού να το κάνω εγώ, πού να ξέρω εγώ να γράψω μουσική που δεν ξέρω μουσική; Ωστόσο, πήρα αυτή την εντολή σχεδόν σαν διαταγή και άρχισα να ψάχνω τον εαυτό μου, πώς μπορώ να πω μουσικά μία κουβέντα πάνω σε έναν στίχο. Δεδομένου, βέβαια, ότι στίχους δεν έγραφα τότε. Γράφω το πρώτο τραγούδι που λεγόταν «Στου Μπαρμπαρίγο την αυλή». Τόσο πολύ ενθουσιάστηκε ο Χατζιδάκις που νόμιζα ότι το έκανε, ας πούμε, να με ενθαρρύνει, και έτσι να το έκανε όμως ήταν σημαντικό. Αλλά δεν ήταν έτσι, γιατί μετά από τις επόμενες μέρες, μου έλεγαν και μου ξαναέλεγαν οι άλλοι μουσικοί της ομάδας εκεί του Χατζιδάκι ότι: «Ο Χατζιδάκις είναι ενθουσιασμένος με ένα τραγούδι που έγραψες και λέει και ξαναλέει». Έτσι, λοιπόν, πήρα το θάρρος περισσότερο, καμιά φορά και το θράσος που χρειάζεται για να προχωρήσεις όταν δεν έχεις τις γνώσεις. Είχα όμως και την επιβεβαίωση του Γκάτσου, του Νίκου του Γκάτσου, του μεγάλου μας ποιητή, ο οποίος με ρώτησε μία μέρα αν γράφω. Του λέω: «Κύριε Γκάτσο, όχι». «Και όμως», μου λέει, «εσύ πρέπει να γράφεις». Το άκουσα αυτό γιατί ο Γκάτσος ήταν μέγιστος, ας πούμε, του τραγουδιού. Ούτε ξεπεράστηκε ποτέ ο στίχος του από κανέναν τραγουδοποιό. Και δεν κατάλαβα γιατί μου το είπε. Όταν το είπα έξω στους άλλους, μου λένε: «Δεν είναι δυνατόν, ο Γκάτσος δεν λέει ποτέ σε κανέναν να γράψει». «Ρε παιδιά, μου το είπε». Εν πάση περιπτώσει, κατάλαβα μετά από χρόνια ότι του άρεσε ο τρόπος που σκέφτομαι και ο τρόπος που εκφέρω τον λόγο της σκέψης, και με παρότρυνε. Φυσικά, με τις δύο εντολές αυτές έκανα τα αδύνατα δυνατά να ανταποκριθώ σε αυτήν την εντύπωσή τους και έφτασα ως εδώ με δεκαεπτά δίσκους. Με επιτυχία, με προσωπική γραφή, με ιδιαίτερη διαδρομή, χωρίς καμία έμφαση στα ρεφρέν των τραγουδιών. Διότι θεωρώ το τραγούδι πρέπει να είναι μία ιστορία που τη διηγείσαι και αδικείται όλο το τραγούδι όταν ένα ρεφρέν επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται. Με ρώτησαν μία φορά: «Τι γνώμη έχετε για το ρεφρέν;» και λέω: «Ρωτήστε τους άλλους στίχους τι γνώμη έχουν για το ρεφρέν». Είναι αυτός που είναι σε ένα καφενείο και κάνει τον καμπόσο και δεν αφήνει τους άλλους να εκφραστούν. Αυτό είναι όλο το θέμα. Έφτασα ως εδώ, λοιπόν. Παράλληλα έκανα τη ζωγραφική μου και τώρα μένω στα Ανώγεια. Έφτιαξα τον χώρο που μου αρέσει, που βλέπεις εδώ. Ήθελα πάντα να έχω ένα μεγάλο δέντρο να συνδιαλέγομαι και το βρήκα, τον δρυ, του 1200 φυτεμένος εδώ. Γύρισα στο χωριό, λοιπόν, πιστεύοντας ότι η φύση και ο τόπος που σε γέννα και σου δανείζει τη ζωή, το αίμα, την ανάσα, τη σκέψη, το σώμα και την προοπτική και την προσδοκία και σου λέει: «Φύγε τώρα, αλλά τα θέλω πίσω αυτά». Έφυγα, λοιπόν, σαν μία μέλισσα που κάνει το ταξίδι της να δει και να ακούσει, να πάρει γύρη, να πάρει μέλι και αυτά. Και αφού φορτώθηκα, πιστεύω, ξαναγύρισα στον τόπο μου και καταθέτω αυτά που κουβεντιάζουμε τώρα.
Η πρώτη σου ενασχόληση ήταν με τη ζωγραφική.
Ναι.
Πώς ξεκίνησε το ερέθισμά σου για να ξεκινήσεις τη ζωγραφική;
Θυμάμαι την πρώτη σκηνή, όταν ήμουν μικρός, 7 χρόνων, κάτι τέτοιο, 8. Είμαι στο σπίτι, με έχει μαλώσει ο πατέρας μου για κάποιον λόγο και τρώγαμε στο τραπέζι. Εγώ δεν έτρωγα, ακουμπούσα τον μπουφέ με την πλάτη στο τραπέζι. Ήταν μπροστά μου το τζάμι του μπουφέ και βλέπω τον εαυτό μου. Και είχα μπροστά μου ένα χάρτινο πιάτο, σαν να το βλέπω τώρα, ένα χάρτινο πιάτο με γύρω-γύρω κόκκινο κύκλο, και πήρα ένα μολύβι και άρχισα να ζωγραφίζω τον εαυτό μου μέσα από το τζάμι. Όταν το άφησα μετά και το είδαν, με αναγνώρισαν ότι ήμουνα εγώ. Αυτό ήταν ένα πολύ ωραίο έναυσμα να πεις ότι: «Κοίτα τον Γιωργιό τι έκανε! Ζωγράφισε τον εαυτό του και μοιάζει!». Ήταν ήδη ένα θέμα δηλαδή που... Αλλά αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τη γενικότερη στάση μου στη ζωή. Από μικρός ήμουν παρατηρητής. Ήθελα να κάνω κάποιον να γελάσει, να βρω κάτι να το αλλάξω λίγο, να γίνει διαφορετικό. Δηλαδή η ζωγραφική ήταν φυσική συνέπεια θα έλεγα, γιατί έβλεπα αυτά που εντυπωσιάζουν. Εκ των υστέρων, [00:10:00]ξέρω ότι η ομορφιά μάς χρεώνει την ανακάλυψή της. Αυτό είναι η κατάληξή μου δηλαδή. Η ομορφιά σε χρεώνει την ανακάλυψή της και σε ξεχρεώνει αν τη διηγηθείς, αν την εξομολογηθείς, αν την αποδώσεις. Έκανα, λοιπόν, όλη αυτήν την ιστορία, την πορεία αυτή, μέσα από τη ζωγραφική και τη μουσική. Που στη ζωγραφική μού έλεγε, ο καθηγητής μού έλεγε: «Να ζωγραφίζεις όπως τραγουδάς. Με χαμηλούς τόνους, με απλό ήχο δηλαδή και απλή απόδοση της εικόνας, χωρίς στρυφνές ιδέες, χωρίς στρυφνές σκέψεις». Εγώ μιλώ πεντακάθαρα, ας πούμε. Αν θέλω να μιλήσω για κάτι, θα σ’ το πω έτσι ώστε να μην έχεις αμφιβολία για την περιγραφή του. Η ζωγραφική, λοιπόν, συνέχισε να βγαίνει, να μου παρουσιάζεται. Με εντυπωσίαζαν οι μεγάλοι ζωγράφοι ιμπρεσιονιστές και η κλασική ζωγραφική της Αναγέννησης. Δεν άφησα χώρα στην Ευρώπη να μην πάω. Αν πας στο σπίτι μου θα δεις, έχω άπειρα βιβλία ζωγραφικής. Αυτό μου ασκούσε μια επιρροή, με οδηγούσε, με οδηγούσε. Και ενώ ο Χατζιδάκις με πήρε από την ζωγραφική και με πήγε στη μουσική, τώρα που είμαι φίλος με τον Βαγγέλη τον Παπαθανασίου στο Παρίσι, με πιάνει από τα μαλλιά και μου λέει: «Πήγαινε στη ζωγραφική τώρα!». Μου στέλνει τα χρώματα από το Παρίσι και ζωγραφίζω. Με ενθαρρύνει τόσο πολύ που δεν μπορείς να φανταστείς, πόσο θεωρεί ότι κάνω καλή ζωγραφική. Αυτό, βέβαια, το αναγνώρισε και ο Τσόκλης, ο οποίος έκανε και ένα κείμενο με βάση αυτό που κάνω. Μια πολύ μεγάλη γυναίκα από το Παρίσι, Ελληνίδα που ζει στο Παρίσι, τεχνοκριτικός, Ρογκάν λέγεται, πολύ δύσκολη γυναίκα, μου έγραψε ένα κείμενο καταπληκτικό. Έτσι, λοιπόν, άρχισα να πιστεύω ξανά στη ζωγραφική και ότι θα μπορούσα να κάνω την πρόταση που σκεφτόμουν από μικρός, Δηλαδή να αποδώσω αυτό που βλέπω με καθαρότητα. Και αυτό κάνω, συνεχίζω να το κάνω.
Σε ποιο πλαίσιο έγινε η γνωριμία με τον Χατζιδάκι ώστε να αρχίσει αυτή η συνεργασία;
Ο Χατζιδάκις ήρθε στα Ανώγεια από τον περίφημο, τον αείμνηστο Γιώργη Κλάδο, τον Δήμαρχο. Έναν άνθρωπο που δεν του άξιζε η θέση του πολιτισμού σε ένα χωριό. Θα έπρεπε να ήταν Υπουργός Πολιτισμού, δεν το συζητάμε τώρα. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος έβλεπε πολύ βαθιά, πολύ μπροστά. Όταν ανακάλυψε τα Μεσογειακά Προγράμματα Ανάπτυξης, δεν είχε πάρει κανείς δήμος στην Ελλάδα ιδέα. Τον θεωρούσαν πρύτανη των δημάρχων πάντα, και είχε λοιπόν την ιδέα ο Κλάδος. Κάπου συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι και του είπε: «Κύριε Μάνο», με πολύ σεβασμό, μιλούσε πάντα με πολλή ευγένεια ο Κλάδος, του λέει «έχω έναν χώρο στα Ανώγεια, θα θέλατε να κάνουμε κάτι εκεί;». Μιλώ τώρα εκ μέρους του Χατζιδάκι, που τον ρώτησα και εγώ, και λέει ο Χατζιδάκις: «Ήταν τόσο καταλυτική η συμπεριφορά του και ο πολιτισμός του όπως μιλήσαμε, που είπα αμέσως ναι! Χωρίς να ξέρω τίποτα. Είπα μέσα μου: “Αν ένα χωριό έχει Δήμαρχο αυτόν τον άνθρωπο, το επίπεδο του χωριού θα είναι αντίστοιχο. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά”». Έτσι, λοιπόν, αποφάσισε και ήρθε. Ερχόμενοι, λοιπόν, στα Ανώγεια για να δουν τους χώρους, κάθονται στο Μεϊντάνι, στο ζαχαροπλαστείο απέναντι. Εγώ ήμουν εδώ πέρα και πέρασα την πλατεία. Φυσικά ήξερα τον Χατζιδάκι, αλλά δεν είχα συνείδηση του μεγέθους, ευτυχώς θα λέγαμε! Και μου λέει ο Κλάδος –έτρωγαν γαλακτομπούρεκο: «Έλα να σου γνωρίσω τον Μάνο Χατζιδάκι». Κάθομαι, λοιπόν, χαιρετιόμαστε, με συστήνει τέλος πάντων και στην κουβέντα πάνω τώρα –εγώ έγραφα τότε στην Ανωγειανή εφημερίδα της Αθήνας–, να κάνουμε μία συνέντευξη είπαμε για το τι σκέφτεται να κάνει στα Ανώγεια. Μου δίνει το τηλέφωνό του γραμμένο σε ένα χαρτί, της Αθήνας, για να βρεθούμε στην Αθήνα δηλαδή. Εκεί έχει χιούμορ, κάνει το όνομά του Χατζιδάκις με δύο γιώτα. Έτσι υπέγραφε. Του λέω: «Γιατί το γράφετε με γιώτα;», μου λέει: «Γιατί με παχαίνει το ήτα». Με παχαίνει το ήτα! Είχε πολύ χιούμορ και υψηλό. Έτσι, λοιπόν γνωριστήκαμε με τον Χατζιδάκι και πήγα στην Αθήνα, βρεθήκαμε, κάναμε τη συνέντευξη, μιλήσαμε αρκετές φορές, γίναμε φίλοι δηλαδή. Ήμουν στο περιβάλλον του για πέντε χρόνια, ούτε πήγα ποτέ να του πω να κάνουμε κάτι, παρότι μου είχε πει να κάνουμε τον δίσκο, όχι. Μόνο όταν του έδειξα την κασέτα με το μοιρολόι, εντυπωσιάστηκε πολύ και είπε το κάνουμε. Έτσι, για πέντε χρόνια έκανε στα Ανώγεια τις εκδηλώσεις ο Χατζιδάκις. Ήταν μεγάλο πράγμα, έφερε πολιτισμό στο χωριό. Και μην σου πω ότι τα Υακίνθεια είναι ένα σπόρος του Χατζιδάκι που πετάχτηκε και άνοιξε τότε, μετά από μερικά χρόνια.
Segment 2
Αντλώντας έμπνευση από τον πόνο, τον έρωτα και τη φύση: Τραγούδια και διήγηση παραμυθιών
00:14:34 - 00:31:25
Θα πούμε αργότερα και για τα Υακίνθεια. Η πρώτη σας συνεργασία ήταν με τα μοιρολόγια. Η αναζήτηση αυτή με τα μοιρολόγια, ένα παράδειγμα το οποίο σας παρακίνησε και σαν ερέθισμα και για να δουλέψεις πάνω σε αυτό;
Τι με κίνησε; Εμένα με κίνησε η συγκίνηση που ένιωθα εγώ. Δηλαδή, παιδί πήγαινα σε μια κηδεία, άκουγα ένα μοιρολόι και εγώ έκλαιγα. Ένιωθα κάτι συγκλονιστικό. Αυτό με τράβηξε. Δηλαδή με ώθησε το αίσθημα, το συναίσθημα. Αργότερα, όταν είδα ότι, όπως σου είπα, είναι πολύ σημαντικό αυτό που θα μεταφέρεις να το μεταφέρεις με έναν τρόπο που να φέρει το φορτίο που έχει, δηλαδή πήρα ένα μοιρολόι, του έβαλα μια μελωδία, το τραγούδησα στην πλατεία πρώτη φορά και είναι δύο ακραία πρόσωπα. Ο ένας είναι ο Χτυπαρθούνης, ένας είρωνας χιουμορίστας με αυστηρότητα, και ο τυφλός λυράρης, ο Στραβός λυράρης, ο Μανώλης, ο οποίος καθόταν στην πλατεία, στον πλάτανο. Όταν το έπαιξα το μοιρολόι, μείνανε άφωνοι βέβαια, και λέει ο Χτυπαρθούνης: «Λουδοβίκο, κανόνισε να τρελαθείς γρήγορα, γιατί θα μας τρελάνεις όλους». Αυτό ήταν ένα μεγάλο κομπλιμέντο. Την ίδια στιγμή μου λέει ο Στραβός, ο λυράρης: «Λουδοβίκο, έλα να σου πω» και μου λέει: «Τι τρομερό πράγμα ήταν αυτό που έπαιξες!». Είχα καταλάβει ότι αυτός ο χώρος ήταν παρθένος και έφερε μια δύναμη που αποδείχθηκε στο τέλος. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το ’85, 14 Αυγούστου, σαν σήμερα, τώρα που έρχεται, τριάντα πέντε χρόνια. Παρουσιάσαμε τα μοιρολόγια στο θέατρο. Κατάμεστο το θέατρο. Μου έστειλε ένας φίλος μια κάρτα τώρα, ένα μήνυμα και μου λέει: «Λουδοβίκο, ήμουν στη συναυλία αυτή. Κατέβηκα με τη μηχανή μου από την Αθήνα, ανέβηκα τις στροφές των Ανωγείων και για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα το θέατρο των «λυγμών». Ένα γεμάτο θέατρο και να κλαίνε, όλοι όμως! Γιατί και να μην ήθελες, σε παρέσυρε ο διπλανός σου. Διότι παρουσίασα τα μοιρολόγια των ανθρώπων που είχαν φύγει και των οποίων ξέραν τις ιστορίες τους ο καθένας και των οποίων οι μανάδες ήταν μέσα, τρεις γυναίκες μέσα στο θέατρο. Ήρθε ο Χατζιδάκις τότε μαζί με τον Λέκκα, το Λιούγκο, την Πασπαλά και την ορχήστρα και έκανε το πρώτο μέρος της συναυλίας και μετά κάνει μια εισαγωγή και λέει: «Ήρθα να παρουσιάσω τα δικά σας τραγούδια μέσα από τον Λουδοβίκο με το μαντολίνο». Είπε μάλιστα: «Έκανα ένα κάδρο, μια κορνίζα, για να τον βάλω μέσα ώστε να σας τα παρουσιάσει». Φυσικά ήταν συγκλονιστική η παρουσίαση, εγώ διηγούμουν την ιστορία του κάθε ανθρώπου που είχε φύγει και μετά το μοιρολόι. Κλαίγαν όλοι. Στο τέλος λέει ο Χατζιδάκις –και εγώ ήμουν πίσω του, γιατί μπροστά δεν έλεγε κάτι σε εμένα–, λέει: «Αυτή είναι η μουσική, να μεταφέρεις αυτή την ιστορία του μέσα στην ψυχή του άλλου, να τραγουδάς και οι άλλοι να ακούν». Αυτό. Αυτό ήταν, δεν άκουγες από κάτω άχνα, μόνο τα αναφιλητά.
Έχεις μια τέτοια ιστορία η οποία στην αφήγηση του κάθε προσώπου, που έγινε μοιρολόι, η οποία εσένα να σε αγγίζει ακόμα;
Από τις ιστορίες; Φυσικά, όλες οι ιστορίες έχουν κάτι σημαντικό. Αλλά μια γυναίκα η οποία δεν ήταν δικό της παιδί, δεν είχε παιδί αυτή κάνει και ήταν της κουνιάδας της το παιδί και το έβλεπε σαν γιο της. Στην ουσία δηλαδή το είχε σαν δικό της παιδί μαζί με την άλλη μάνα. Όταν σκοτώθηκε σε δυστύχημα ο Γιάννης ο Μπαντούρης, ήταν στην αυλή του σπιτιού, τη μικρή αυλή. Κρατούσε ένα λαούτο, το λαούτο του και το χτυπούσε έτσι σαν να ήταν ένα αυτό. Συγκλονιστική αρχαία εικόνα δηλαδή, και έλεγε: «Δυο μάνες σε γεννήσανε, γιε μου, και δυο σε βλαστοσύραν, καντιφέ μου». Αυτό είναι μια προσέγγιση που δεν μπορεί να τη σκεφτεί άλλος πέρα από μια μάνα, μια γυναίκα που το νιώθει. Αυτή η εικόνα δεν θα φύγει ποτέ από τα μάτια μου. Επίσης, μια άλλη εικόνα με τον Λευτέρη, που και αυτός σκοτώθηκε σε δυστύχημα, τον Χαιρέτη. Η Μελπομένη, η μάνα του, που ήταν στην πλατεία του Λαγκού, με τα άσπρα σγουρά μαλλιά της τεντωμένα, ανοιγμένα έτσι, χωρίς πλέον φωνή από τα κλάματα, το σώμα της είχε πάρει μια κλίση και μετά από μια εβδομάδα πέθανε γιατί έσπασε μέσα της από τον θρήνο. Και δεν το ’πε σε κανέναν και πέθανε μια εβδομάδα μετά με τσακισμένο το σώμα αριστερά και το πρόσωπό της γδαρμένο με τα νύχια... Δηλαδή ήταν μια εικόνα απίστευτη, τραγωδία κανονική. Αυτές οι δύο εικόνες είναι οι πιο ισχυρές που έχω νιώσει. Αλλά και μια ιστορία εκ των υστέρων. Το πιο διάσημο μοιρολόι του δίσκου, το πιο εύκολο δηλαδή στην πρόσβασή του, γιατί είναι δεκαπεντασύλλαβο, ήταν του Μανώλη. Μιας γυναίκας από ένα χωριό που λέγεται Εθιά, από τα Αστερούσια. Μετά από πολλά χρόνια η γυναίκα που το είπε –σκοτώθηκε ο άντρας της, έναν μήνα είχαν παντρευτεί. Πήγε στον πόλεμο αυτός και σκοτώθηκε. Έφυγε αυτή για την Αυστραλία μετά τον πόλεμο. Δεν [00:20:00]παντρεύτηκε ποτέ, είχε κάνει ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, και έζησε με την κόρη της που παντρεύτηκε εκεί και ζούσαν μαζί στην Αυστραλία. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος το ’85 με τα μοιρολόγια, τον άκουσε εκεί στην Αυστραλία, ήρθε επίσκεψη στην Αθήνα και ζήτησε να με γνωρίσει. Αυτό είναι συγκλονιστικό. Όταν πήγα, λοιπόν, να τη δω, ήταν μια γυναίκα 80 χρονών, με μεταξωτό μαντήλι, μαύρα ρούχα, σοβαρή στην πόρτα και με αγκάλιασε παραπάνω απ’ όσο πρέπει, ένιωσα. Επειδή το κατάλαβε που το σκέφτηκα, μου λέει: «Σαν το παιδί μου σε αγκαλιάζω», αλλά εμένα με έβλεπε Μανώλη εκείνη την ώρα. Μπήκαμε μέσα, καθίσαμε λοιπόν και μου είπε το εξής μετά από πολλή ώρα: «Ήρθε ο αδερφός μου από το μέτωπο, δεν τον ρώτησα, τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα ότι ο Μανώλης είχε πεθάνει. Πήγα στο σπίτι, κλειδώθηκα μέσα, έβαλα το κοστούμι του στην καρέκλα και άρχισα τα μοιρολόγια. Ήταν χειμώνας, έχυνα νερό κάτω και ξάπλωνα. Ήρθε το θέρος και έραψα πάνω μου τον γαμπά», το βαρύ ρούχο του βοσκού, «και θέριζα. Τι μπορούσα να κάνω; Μόνο να υποφέρω για τον Μανώλη». Αυτό το συναντάμε στα παλιά συγγράμματα. Γινόταν αυτό, να βασανίζεις το σώμα σου για το πένθος του αγαπημένου. Μετά από καιρό, όταν πέθανε η γυναίκα αυτή, με κάλεσαν και πήγα στο χωριό, στα Αστερούσια, που της έκαναν διπλή κηδεία επειδή ήταν στην Αυστραλία. Με κάλεσαν να παίξω το μοιρολόι στην εκκλησία, σε χίλια άτομα, το μοιρολόι της την ώρα που γινόταν η κηδεία στην Αυστραλία. Αυτή ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Να σου πω και ότι επειδή ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα από τον κόσμο και από εμένα, δεν μπορούσα να πω τις λέξεις και έκανα ανάποδες σκέψεις ότι πατούσα ξυράφια και σπασμένα γυαλιά. Σκεφτόμουν τέτοια πράγματα για να μπορέσει να φύγει μπροστά, ας πούμε. Αυτή ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, και μια άλλη εμπειρία που θα σου πω πάλι με τα μοιρολόγια. Όπου με κάλεσε και πήγα στο Άγιον Όρος ο Βασίλειος ο Δικάκης. Εγώ ήμουν στη Μονή των Ιβήρων. Πήρα τον φίλο μου τον Μανώλη Γραμματικάκη, τον φίλο μου, και πήγαμε και έπαιξα μοιρολόγια στους καλόγερους. Καμιά εικοσιπενταριά καλόγεροι, ένα μαύρο πέταλο, το λέω εγώ, ήταν έτσι, και καθόμουν εγώ από εδώ και τα λέω ένα ένα, κάθεται δίπλα ο ηγούμενος με μια λάμπα πετρελαίου, με τα γένια του και τον φωτισμό. Δεν έχω δει περισσότερα δάκρυα. Γιατί ο καλόγερος προσπαθεί να αποκοπεί από τη μάνα του και τοποθετεί στη θέση της την Παναγία, στο Άγιον Όρος. Αλλά όταν πάω εγώ και μοιρολογούμαι τον γιο, που υποδύομαι μια μάνα, δεν άντεξαν αυτοί, διέλυσαν τελείως, έκλαιγαν συνέχεια όλοι. Στο τελευταίο μοιρολόι που λέω για τη μάνα, ο ηγούμενος, αρχίζει να κλαίει ο ηγούμενος, γιατί πρώτα σχολίαζε το κάθε μοιρολόι πριν, αλλά πιο πριν, μετά λέει: «Εδώ δεν μπορούμε να πούμε τίποτα» και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Άφησε τα δάκρυά του να πέφτουν και να εκτίθεται δηλαδή η αδυναμία του στους αυτούς τους. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία αυτή.
Μετά τα μοιρολόγια, όπως σου ζήτησε και ο Χατζιδάκις, σε παρακίνησε να τραγουδήσεις τον έρωτα και την αγάπη μέσα από τα τραγούδια.
Έτσι, ακριβώς όπως το λες. Kαι βρίσκομαι στην Αθήνα όταν προετοιμαζόμαστε να πάμε για τον «Σείριο». Μου είχε πει να βρω τους στίχους, τις μαντινάδες. Τις βρίσκω τις μαντινάδες, λοιπόν, και πάω στο σπίτι μετά από μερικές μέρες στην Αθήνα και του λέω: «Βρήκα τα λόγια». Αυτός έκανε έναν καφέ θυμάμαι και ήταν εκεί ο ζωγράφος ο Σταθόπουλος, φίλος του. Άρχισα να λέω μαντινάδες. Οι μαντινάδες, ξέρεις, το 80% το-90% είναι μελαγχολικές, είναι του θανάτου, είναι… Και μου λέει ο Σταθόπουλος –αυτός ακούει και δεν μιλάει, ο Χατζιδάκις–, μου λέει ο Σταθόπουλος: «Λουδοβίκο, ωραίες είναι, μα δεν είναι μελαγχολικές αυτές όλες;». Εγώ τώρα από άμυνα να υπερασπιστώ, έτσι, τη μαντινάδα είπα: «Μα ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός». Το ακούει ο Χατζιδάκις και λέει: «Για ξαναπές το αυτό!». «Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός». «Αυτό», μου λέει, «θα είναι το θέμα σου και αυτός θα είναι και ο τίτλος του δίσκου που θα κάνουμε». Έτσι γράφτηκε η εικόνα αυτή. Και πραγματικά ο κάθε έρωτας στο τέλος του είναι ένας μικρός θάνατος και έχει έναν μικρό θρήνο και μια επωδό, ας πούμε, κάποιους στίχους. Ο καθένας έχει πει κάτι στη ζωή του που είναι σε ύψος αισθηματικό αναλόγως και της δικής του ποιότητας για τον έρωτα. Ο καθένας έχει να πει κάτι για αυτό. Έτσι, λοιπόν, μπήκα στον δεύτερο δίσκο που λεγόταν «Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός», το 1988.
Με στίχο όμως τοπικό, όχι δικό σου.
Όχι, όχι, τοπικό στίχο.
Από μαντινάδες.
Πάμε, λοιπόν, τώρα παρακάτω. Κάνουμε τη χρονιά αυτή και έρχεται η στιγμή και μου λέει: «Να γράψεις τα δικά σου τραγούδια». Κάνω το πρώτο τραγούδι, αυτό που είπα… Όχι, αυτό το είχα κάνει, το οποίο το βάλαμε στον δίσκο αυτόν. Λέει τώρα: «Μην σταματάτε, συνεχίστε να γράφετε», και του Λιούγκο που έγραφε και αυτός δική του μουσική. Και το 1990 εγώ είμαι έτοιμος για τρίτο δίσκο. Τον ονόμασα «Ο Χαΐνης», από ένα τραγούδι που θα σου πω τα λόγια του, τον Χαΐνη. Και του έκανε εντύπωση του Χατζιδάκι γενικά ο δίσκος αυτός και η άποψη ότι Χαΐνης είναι αυτός που συνεχώς φεύγει, και από τον εαυτό του. Το κυρίαρχο, ας πούμε. Είναι ο ανυπότακτος, αυτός που γυρίζει. Για τους Τούρκους είναι ο φυγάς, ο καταζητούμενος, αλλά για τον Έλληνα ήταν αυτός που έφερε όλη την ελπίδα της ελευθερίας. Και κάνω τον «Χαΐνη», λοιπόν, και ο Χατζιδάκις πλέον έχει χαρεί ότι ανακάλυψε σε εμένα κάτι και το οποίο ήδη βλαστάνει. Εκεί έβαλα δικούς μου στίχους. Εκεί είπε ο Γκάτσος στον Νίκο τον Κηπουργό ότι: «Εδώ κάτι γίνεται με τους στίχους αυτούς». Από δω και μετά χρησιμοποίησα μόνο δική μου στιχουργική κι άρχισα να γράφω τα τραγούδια ένα ένα, πάντα με ευκρίνεια και καθαρότητα. Δεν ήθελα δηλαδή ποτέ να πω έννοιες αφηρημένες. Και φτάνω στο σημείο να γράψω ένα τραγούδι, «Το χρώμα της αγάπης», που είναι το πιο γνωστό μου τραγούδι. Δεν είναι το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, αλλά είναι το πιο γνωστό, διότι είναι αναγνωρίσιμο πολύ για τα ερωτηματικά που βάζει μέσα και που δεν έχει απάντηση. Και αν απαντάει, απαντάει πάλι με ερώτηση. Αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους, δηλαδή δεν υπάρχει νηπιαγωγείο που να μην το έχουν σκηνοθετήσει, να μην το έχουν μάθει τα παιδιά και τα λοιπά. Άρχισα, λοιπόν, να διηγούμαι ιστορίες, οι οποίες στην ουσία ήταν μικρά παραμύθια. Και πολύ αργότερα έχω κάνει εκδόσεις παραμυθιών, όπως ξέρεις, και τώρα συνεχίζω και γράφω, έχω μια παραγγελιά για έξι παραμύθια. Εδώ που κάθεσαι, εδώ που καθόμαστε τα δουλεύω.
Είναι ιστορίες οι οποίες εμπνέεσαι και γίνονται τραγούδι σε μορφή παραμυθιού.
Ναι. Κοίταξε, Νίκο, κάτι που το λέω από παλιά αυτό, όταν κοιτάξεις σε ένα περιβάλλον, όπου είσαι, ένα πρόσωπο ή οτιδήποτε, και σταματήσεις το βλέμμα σου παραπάνω απ’ όσο συνηθίζεται, να ξέρεις ότι αυτό θέλει να σου πει κάτι. Είτε τοπίο είναι, είτε όμορφο, είτε άσχημο, δεν έχει σημασία. Θέλει να σου διηγηθεί κάτι. Εάν του δώσεις χώρο, θα σου πει τα μυστικά του. Σ’ το λέω τώρα συμβολικά, έτσι; Αλλά έτσι δουλεύω εγώ.
Έχεις ένα παράδειγμα σε αυτό;
Καθόμουν εδώ και ήταν ένας κόρακας πάνω ο οποίος δεν φεύγει. Ξαναβλέπω τη φωλιά. Χελιδόνια μπαίνουν μέσα, βγαίνουν και κάθομαι να σκέφτομαι τώρα εγώ τη σχέση τους αυτή. Θα σου πω τώρα το μικρό παραμυθάκι που έγραψα τώρα τελευταία. Πάνε να πιουν νερό μαζί τα χελιδόνια με τον κόρακα και του λέει ο κόρακας: «Ρε συ, ξέρεις κάτι; Πρέπει να σου πω κάτι που στεναχωριέμαι. Μόλις εμφανίζεσαι, λένε ότι έφερες την άνοιξη. Εγώ τραβάω το κουπί του χειμώνα εδώ πέρα, με χιόνια και πράμα και ζόρι εδώ πέρα. Και πώς φέρνεις την άνοιξη εσύ; Μέσα στη χαρά περνάς, μέσα στον ήλιο πετάς και έρχεσαι. Μα δεν είναι έτσι, ξέρεις τι ζόρι είναι εδώ;». Και αφού τελειώνει ο κόρακας του λέει: «Άκουσε να δεις, εγώ ήθελα να είμαι εδώ, αλλά δεν αντέχω το κρύο, πεθαίνω από το κρύο και πρέπει να φύγω. Αλλά το ταξίδι μου δεν είναι καθόλου εύκολο. Φεύγω από δω για να πάω στην Αφρική. Άντε να βρεις καράβι να ξεκουραστείς, άντε να βρεις νερό να πιεις και άντε να κουβαλήσεις τα παιδιά σου, τα οποία δεν ξέρουν ακόμα την πτήση αυτή. Πέρυσι σε μια πτήση τέτοια έχασα δύο δικά μου παιδιά». Ο κόρακας ντράπηκε και του λέει: «Τι λες τώρα;», λέει, «Δεν τα ήξερα αυτά τα πράγματα». «Ε, για να τα ξέρεις» λέει. «Ήθελα κι εγώ σαν εσένα… Εγώ εσένα θαυμάζω», του λέει, «εσένα θαυμάζω που μένεις εδώ τον χειμώνα». «Πω πω, συγγνώμη». Η γυναίκα που έχει το σπίτι τώρα εδώ είχε σπάσει το τζαμάκι από πάνω για να μπαίνει το χελιδόνι, να κάνει τη δουλειά του. Τα φρόντιζε, τα τάιζε, τους έδινε πράγματα. Του κόρακα του έλεγε: «Φύγε! Δεν σε θέλω». «Μα κυρία Ελένη, δεν σου έχω κάνει [00:30:00]τίποτα, και προσέχω να μην σε λερώνω, τη φωλιά μου κάνω κι εγώ». «Δεν σε θέλω, είσαι νύχτα, το σώμα σου είναι σαν ένα κομμάτι νύχτα που ταξιδεύει. Δεν σε θέλω, φύγε». Είχε τη σχέση με τα πουλιά. Και μια μέρα που το πουλί, το χελιδόνι, πήγε να μπει μέσα, αλλά κάτι δεν πρόσεξε και χτύπησε στο παράθυρο, στο τζάμι πάνω, αντί να μπει μέσα, έπεσε κάτω ζαλισμένο, κατέβηκε ο κόρακας, πήρε νερό και το ξελίγωσε. Βλέπει η γυναίκα τι έγινε, δαγκώνει τα χείλια. Η επόμενη μέρα ήταν και για τους τρεις διαφορετική. Έτσι απλά. Ακούς τον τζίτζικα τώρα που παίζει πάνω. Πλησιάζει μια χελώνα και του λέει από τη ρίζα: «Τι κάνεις, ρε τζίτζικα, δεν βαρέθηκες αυτό το πράγμα; Τραγούδι είναι αυτό που κάνεις; Μας έχεις τρελάνει τώρα όλους εδώ πέρα. Και δεν φτάνει η μέρα, το κάνεις και τη νύχτα». «Χελώνα, και ποιος σου λέει πως είναι τραγούδι αυτό; Μοιρολόι είναι! Το ξέρεις ότι κάνω μέσα στο χώμα τέσσερα χρόνια για να βγω να ζήσω τρεις μήνες; Τι να πρωτοπώ; Τα σκοτάδια της νύχτας ή τη μικρή ζωή που θα ζήσω; Δεν έχω την πολυτέλεια τη δική σου να ζω εκατό χρόνια».
Από την φύση, λοιπόν, εμπνεόμαστε και μπορούμε να δημιουργήσουμε εικόνες και παραμύθια.
Ναι, Νίκο, η φύση είναι. Άμα διαβάσεις τη φύση, τα έχεις όλα.
Segment 3
Υακίνθεια: Η έμπνευση, η διοργάνωση των πολιτιστικών δρωμένων και οι κραδασμοί
00:31:25 - 00:51:38
Στη συνέχεια, όπως είπες και εσύ, ο τόπος που σου έδωσε τα φτερά σου για να φύγεις, επιστρέφεις για να ανταποδώσεις δημιουργώντας τα Υακίνθεια. Τα Υακίνθεια τα οποία έχουν πάρει το όνομά τους από τον Άγιο Υάκινθο, από μια εκκλησία η οποία έχει χτιστεί στο βουνό, πετρόχτιστη. Πώς δημιουργήθηκε η ιδέα των Υακινθείων, η σύλληψη, και από την αρχή το όραμα που συνεχίζει μέχρι σήμερα;
Ωραία, εκεί γύρω στο 19... Στο 2000... Όχι, 1994-’95-’96 κάναμε στη Θεσσαλονίκη στον Μύλο, ένα περίφημο πολιτιστικό κέντρο, συναυλίες και μια χρονιά είχε ο ιδιοκτήτης την ιδέα να κάνουμε –ο Στεφανίδης ο Νίκος, μεγάλος, εμπνευσμένος άνθρωπος–, να κάνουμε αντιβαλεντινιακές συναυλίες 28 του Φλεβάρη. Και αυτό εγώ το γούσταρα πολύ. Ήταν ο Πανούσης, ήταν διάφοροι και εγώ, και καθόμαστε, τώρα όπως καθόμαστε καλή ώρα, και κουβεντιάζουμε και λέω: «Ρε παιδιά, σκεφτήκατε κάτι; Η Ορθοδοξία τι αγκύλωση έχει; Έχει Άγιο του πυροβολικού την Αγία Βαρβάρα, και δεν ξέρω αν τη ρώτησαν τη γυναίκα, και δεν έχει Άγιο του Έρωτος». Γελάσανε! «Είναι φοβερό πράγμα» λέει. Μετά αρχίσαμε να λέμε, οι Αρχαίοι Έλληνες που είχαν δώσει σε όλα ερωτική διάσταση, είχαν εκτονώσει το ερωτικό αίσθημα, το αφήσαν να λειτουργήσει και έτσι παρήγαγαν και τον πολιτισμό που είχαν. Ενώ στο σκοτάδι, όταν περιορίσεις τον έρωτα, και τραυματίσεις τον εαυτό σου, στην πιο σπουδαία θεϊκή επίσκεψη που πιστεύω ότι είναι ο έρωτας, αν αυτό το αποκλείσεις, το αποκόψεις, δεν μπορείς να λειτουργήσεις. Δεν υπάρχεις, ούτε παράγεις, ούτε τίποτα. Λοιπόν, μου μπήκε η ιδέα από τότε. Σκέφτηκα, λοιπόν, να κάνουμε πρωτοπορία, που σου ’λεγα, τα διαφορετικά. Λέω να κάνουμε έναν ναό, να βρούμε έναν ναό. Δεν ξέραμε ποιος ήταν ο Άγιος του Έρωτος, δεν του είχαν δώσει δηλαδή ρόλο. Να βρούμε έναν άγιο, λοιπόν, να τον κάνουμε Άγιο του Έρωτος. Έψαχνα, το είπα σε δυο-τρεις φίλους, άρεσε σε όλους. Στον ψυχίατρο στα Χανιά, τον φίλο μου τον Γιώργη τον Κοκκινάκο, έρχομαι σε επαφή με τον τότε εκπρόσωπο της εκκλησίας της Ελλάδος, δεν θυμάμαι το όνομά του, ένας τύπος χοντρός ήταν, έτσι με πνεύμα. Μου είπε: «Ο Άγιος του Έρωτος, ο δικός μας, είναι ο Άγιος Υάκινθος». Αυτό. μου άρεσε το όνομα. Ψάχνω, λοιπόν, βρίσκω ότι ήταν ένα νεαρό παιδί 18 χρονών, ο οποίος ήταν στην αυλή του Τραϊανού, ήταν θαλαμηπόλος. Ο Τραϊανός έκανε διωγμούς στους Χριστιανούς, αυτός όμως ήταν Χριστιανός. Τον κάρφωσαν οι άλλοι στον Αυτοκράτορα, τον κάλεσε, του λέει: «Τι ακούω εδώ πέρα;». Λέει: «Ναι, είμαι Χριστιανός, εγώ ασπάστηκα τον Χριστό». Του λέει να αλλάξει, δεν αλλάζει. Τον βάζει σε μια φυλακή, σε ένα δωμάτιο μέσα, και του λέει: «Θα είσαι εκεί και θα σου βάζω τα δικά μας φαγητά», δεν έτρωγε τα φαγητά των Αρχαίων Ελλήνων. Του έδινε φαγητό από αυτό και δεν έφαγε μέχρι και πέθανε. Πιστός στην πίστη του. Ακλόνητος. Λέω τώρα εγώ, για να κάνουμε τη μετακίνηση, αν αυτό το παιδί έδωσε τη ζωή του για την πίστη, αυτό που πιστεύει, μια πίστη δεν είναι η αγαπημένη του; Μια πίστη δεν είναι η μάνα του, η πατρίδα του; Είναι ένας άντρας, λοιπόν, ένας νέος, ο οποίος είναι γενικώς του Έρωτος. Υπερασπίζεται αυτό που αγαπάει. Γιατί όχι την κοπέλα του λοιπόν; Αυτό πέρασα. Για να κάνουμε τώρα την εκκλησία έπρεπε να πάρουμε την άδεια της εκκλησίας. Άντε τώρα να ξεπεράσεις τις αγκυλώσεις. Κατέβηκα στο Ρέθυμνο, ήταν ο Άνθιμος, δεν ζει πια, του λέω αυτό και αυτό. Με θαύμαζε να πω με έναν τρόπο για την πορεία μου την καλλιτεχνική και μου έδειξε ενδιαφέρον, δεν με προσπέρασε. Του είχα πει αυτό που είπα προηγουμένως. Του λέω: «Πώς γίνεται να έχουμε Άγιο του πυροβολικού και να μην έχουμε Άγιο του Έρωτος; Που στο κάτω κάτω, ο έρωτας τι είναι; Δεν είναι μια θεϊκή επίσκεψη;». «Δηλαδή;» μου λέει. Λέω: «Ο Θεός με εγκρίνει εμένα να του παράγω τη συνέχεια της ζωής. Το τρίτο πρόσωπο. Μου στέλνει τον έρωτα, μου δείχνει πιο πρόσωπο είναι αυτό που θέλω να σμίξω και με ελκύει να συνδεθώ. Πού είναι το παράδοξο;». Αυτή είναι η θεϊκή εντολή. Δεν είναι κάτι άλλο. Αυτός τόσο πολύ πείστηκε με το επιχείρημα που μου λέει με πολύ γρήγορα λόγια: «Όχι μόνο θα τον θρονιάσω, αλλά θα τον θεμελιώσω κιόλας!». Έτσι έγινε κιόλας. Αλλά αυτό μετά είχε κραδασμούς. Δεν ήταν τόσο εύκολο. Μέσα σε τρεις μήνες είχαμε χτίσει τον Υάκινθο. Εγώ είχα χρήματα τότε γιατί έκανα πολλές συναυλίες. Κατεβάζω από την Αθήνα τον Σταύρο τον Βιδάλη, έναν φοβερό άνθρωπο, αρχιτέκτονα, φίλο του αδερφού μου του Γιάννη. Του λέω την ιδέα μου, λέει: «Έρχομαι». Φορτώνει το αμάξι με κομπιούτερ και τα λοιπά, κατεβαίνει. Αυτό τώρα γίνεται το ’98. Κατεβαίνει κάτω, νοικιάζουμε ένα δωμάτιο, κάθεται λοιπόν, δουλεύει. Βλέπει τα μιτάτα. Είχα την εντολή, βέβαια, την ιδέα να το κάνουμε οπωσδήποτε μιτάτο. Για να κάνεις κάτι το διαφορετικό, πάλι σ’ το ξαναλέω, στην πορεία μου, Νίκο, θα βρίσκεις τη διαφορετικότητα, σε όλα, σε ό,τι και να κάνω. Λοιπόν, για να κάνεις τώρα μια εκκλησία σαν όλες τις άλλες εκκλησίες και τι έγινε; Να κάνεις διαφορετικό. Και κάναμε λοιπόν τον ναό, αλλά πρέπει να κάνουμε και το ιερό. Και εκεί μου ήρθε του Ελύτη ο στίχος που λέει «Η γυναίκα οφείλει να είναι ένα ωραίο οκτώ». Κάναμε δύο κύκλους, μικρότερος ο ένας, που μπαίνει ο ένας μέσα στον άλλον, τέμνονται. Και έτσι φτιάξαμε Υάκινθο με χτίστες Βορειοηπειρώτες που ζουν στα Χανιά. Ακόμα ζουν εκεί. Πέρυσι ήρθαν για να δουν το έργο. Πέρυσι, μετά από είκοσι χρόνια. Λοιπόν, βάλαμε μπροστά, είχαμε χρήματα, σου λέω, ο Γιάννης ο Νταγιαντάς, χωρίς αυτόν δεν θα γινόταν. Με τα μηχανήματά του είχε ανακαλύψει ένα νταμάρι πιο κάτω. Βρήκαμε τον χώρο. Και μάλιστα, ο χώρος τον ήξερα εγώ, γιατί μαντρατζής περνούσα από εκεί και με γοήτευε αυτό το σημείο. Ο πατέρας μου είχε προτείνει έναν άλλο χώρο από την πίσω μεριά, είχαμε πάει να τον εδούμε και μου έκανε εντύπωση το όνομα. «Η γωνιά του αέρα» λέει. «Η γωνιά του αέρα». Και λες, ρε παιδί μου, πώς αυτός ο συνθέτης είπε τη λέξη «γωνιά του αέρα»; Δηλαδή, έχει ο αέρας μια γωνιά που ξεκουράζεται; Δεν μπορώ να... Αλλά είναι τόσο γοητευτικό. Αποφασίζουμε τον χώρο, λοιπόν, αυτόν. Αρχίζουμε, ο αρχιτέκτονας να σχεδιάζει και χτίζεται. Σε τρεις μήνες είχε τελειώσει το έργο. Την ίδια χρονιά κάναμε τα πρώτα Υακίνθεια. Εγώ ήθελα να κάνουμε τον Υάκινθο για να μπορούμε να κάνουμε μετά τα Υακίνθεια, γιορτές που εκπορεύονται από την αγάπη, τα αισθήματα τα ερωτικά. Αυτό ήταν το μέλημά μου. Δεν ήθελα να προσθέσω μια εκκλησία στον κόσμο. Εντάξει. Λοιπόν. Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία της ιδέας, διότι με τον Θοδωρή τον Ρουσόπουλο, τότε που ήταν στο MEGA και είχε το «7+7», μια εκπομπή, βγήκα στον αέρα μαζί του και είχαμε κανονίσει να πάρουμε συνεντεύξεις από τον Γραμματικάκη, από την Πλάκα, από τον Τσόκλη, από διάφορους έτσι, τον Φυντανίδη της «Ελευθεροτυπίας», τον Διευθυντή, να πούνε για τον Υάκινθο, την ιδέα δηλαδή πάνω στον Άγιο του Έρωτος. Κι ο καθένας έκανε ένα μικρό βίντεο. Και βγαίνουμε στην εκπομπή και παρουσιάζονται πρόσωπα που μιλάνε για τον Υάκινθο. Δηλαδή εν αιθρία σεισμός! «Τα Νέα», η μεγαλύτερη εφημερίδα τότε, έβγαλε σε πρωτοσέλιδο τον Υάκινθο φωτογραφία και δίπλα τον Βαλεντίνο. Και λέει: «Ποιος, ποιος;». Έτσι πήρε αμέσως μια μεγάλη έκταση. Πέθανε πέρυσι ο αγιογράφος του Υακίνθου, ο Βασιλάκης ο Μιχάλης, ένας μεγάλος αγιογράφος. Προβληματισμένος ζωγράφος, πολύ σπουδαίος. Θα μπορούσα να μιλάω για αυτόν πολλή ώρα. Έκανε αυτός τον Άγιο Υάκινθο. Τον έκανε λευκοντυμένο μακρύ, αθώο δηλαδή, με τα χέρια έτσι ανοιχτά. Με ρώτησε να του πω τη γνώμη μου. Του λέω: «Δεν θέλω να κοιτάζω τον Άγιο Υάκινθο και να νιώθω ότι είμαι λάθος. Θέλω να μου δίνει την άνεση να έχω το δικαίωμα της πτήσης σε ένα λάθος», κάπως έτσι. Και αν δεις τον Υάκινθο, σου χαμογελάει, σου λέει: «Εντάξει, μην ανησυχείς», κάπως έτσι. Πέτυχε πολύ αυτή η [00:40:00]εικόνα. Ο Τσόκλης, όταν την είδε την εικόνα αυτή, έβγαλε το καπέλο, το άφησε κάτω και λέει: «Είμαι μπροστά σε ένα αριστούργημα». Βγάζει το ρολόι του, ένα πλατινένιο ρολόι, και το αφήνει πάνω. Το γυρίσαμε φυσικά πίσω. Εμείς πήραμε αυτό που θέλαμε από έναν μεγάλο καλλιτέχνη για τον Υάκινθο. Πάνε, λοιπόν, τα πρώτα Υακίνθεια. Καλεί η Ντόρα η Ρίζου, φοβερή φίλη, τότε στη Λύρα, υπεύθυνη της Λύρας της εταιρείας, και καλεί καλλιτέχνες να έρθουν να παίξουν. Ήρθαν πάρα πολλοί καλλιτέχνες. Ο Αλκίνοος ο Ιωαννίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Γκαϊφύλλιας, η Μαριώ, δεν θυμάται τα ονόματα, πάρα πολλά ονόματα και πολύ εντυπωσιακά ονόματα. Ο Γερμανός, πολλοί… Δεν είχαμε καν το θέατρο, αλλά κάναμε τη βάση του θεάτρου που είχαμε χτίσει και το χώμα. Ούτε ρεύμα, τίποτα φυσικά. Με κεριά και φαναράκια. Είχαμε γεμίσει φαναράκια από τον λάκκο μέχρι τον Υάκινθο, τη διαδρομή. Όταν φύγαμε, μας τα είχαν πάρει όλα βέβαια. Γίνεται μια συγκλονιστική πολιτιστική έτσι έκρηξη. Όπως κάνετε εσείς με την, αυτό που κάνετε με την αυτήν την... Πώς τη λέτε μωρέ;
Χαϊμαλίνα.
Τη Χαϊμαλίνα, αυτή την περίφημη έμπνευση του Μιχάλη. Τα αυτοκίνητα κρατούσαν, λέει, από τον δρόμο μέχρι τον δρόμο από την άσφαλτο. Δηλαδή δεν χωρούσε η γης και κόσμος. Βγήκε τόσο σημαντικό αυτό, τόσο σπουδαίο. Γράφτηκαν πράγματα την άλλη μέρα. Ήδη φάνηκε ότι αυτό ήταν ένα ζητούμενο. Όταν κάνεις ένα τέτοιο ξεκίνημα, ο κόσμος περιέχει την ανάγκη του να συμβεί και να έχει τη συνέχεια. Γράφτηκαν και δεν γράφτηκαν… Και από εκεί και πέρα αρχίζει σιγά σιγά ο Υάκινθος να χτίζεται κάθε χρόνο, να παρουσιάζει κάθε χρόνο και ένα καινούριο θέμα. Οργανωθήκαμε σαν ομάδα, κάναμε ένα συμβούλιο. Ο αδερφός μου ο Νίκος είναι ο πρόεδρος, ο οποίος ήταν και ο πιο νοικοκύρης στα πράγματά του, ήτανε πολύ... Δηλαδή ήξερε να το διαχειριστεί όλο. Εγώ έκανα το πρόγραμμα, το πρότεινα, το εγκρίνανε, τις ιδέες, και την άλλη στιγμή έβρισκα και τα χρήματα. λόγω των σχέσεων της Αθήνας. Με τον Καραμανλή τότε και με το ΠΑΣΟΚ τότε παλιά, με το Υπουργείο Πολιτισμού δηλαδή γενικά, οι οποίοι χρηματοδοτούσαν κάτι το οποίο ήξερες να το διεκδικήσεις. Κάνω κάτι, αυτό κάνω, δώσε λεφτά. Έτσι και με κατηγόρησαν μετά και λέει ότι «φάγαμε». Εγώ ξέρω και ο Νίκος, ο αδερφός μου, ξέρει και όλοι που ήταν μέσα. Εγώ χρήματα δεν διαχειρίστηκα ποτέ, ούτε ένα ευρώ. Γιατί είμαι ανίκανος για αυτό. Μια χρονιά, μάλιστα, για να έρθει ο ισολογισμός –άμα ρωτήσεις τον Νίκο καμιά φορά, τον αδερφό μου, θα σου το πει–, έδωσα 20 χιλιάδες από εμένα για να καλύψουμε την αυτή. Αλλά εγώ για εμένα το έκανα αυτό που γούσταρα. Πέτυχε, το χρεώθηκα εγώ και συνεχίζει και πάει. Δηλαδή είναι ένα έργο το οποίο θα καμαρώνω μέχρι να πεθάνω, το οποίο άφησε μια σφραγίδα κάπου. Γιατί μετά μας πολέμησαν πολύ οι παπάδες, τα γνωστά. Κάναμε ένα αφιέρωμα στον Δία, όχι σαν Θεό, σαν μια οντότητα, ρε παιδί μου, του Ψηλορείτη. Νιώθαμε υπερηφάνεια για αυτό, το Ιδαίο και τα λοιπά. και μας το είχε πει ο αυτός, Ο Ορέστης ο Μανούσος, μου λέει μια φορά: «Κάνετε ένα τραπέζι του Δία». Εμείς καθόμασταν στη Νίδα, «Κάντε του ένα τραπέζι». Κι όπως το είπε, είδα στον κάμπο της Νίδας ένα τραπέζι μεγάλο με τραπεζομάντηλο να το φυσάει ο αέρας. «Κάντε ένα τραπέζι», αυτό ήταν. Ωραία ιδέα. Λοιπόν, το βάζουμε μπροστά, το οργανώνουμε αυτό και πάμε στην Κουραδόβρυση, δεν μας χωρούσε... Στην Κουραδόβρυση, λοιπόν, κατεβάζουμε και τι δεν κατεβάζουμε! Είναι το 2003 και έχουμε βάλει τέσσερις τυμπανιστές στις γύρω κορφές. Ήσουνα εκεί μήπως, θυμάσαι; Την επόμενη χρονιά ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και το αξιοποίησαν το τύμπανο. Αλλά εμείς το κάναμε ούτως ή άλλως. Χτυπούσε ο ένας από εδώ δυνατά, το κορύφωνε, το έσβηνε σιγά σιγά και εκεί που έσβηνε το έπαιρνε η άλλη κορυφή. Φαινόταν να στεφανώνεται γύρω γύρω, να στεφανώνεται αυτός ο ήχος του τυμπάνου. Γεμάτο κόσμο. Και τελικά, κατέληγε ο ήχος πίσω στον τελευταίο τυμπανιστή, που ήταν πίσω από το θέατρο, πίσω από τη σκηνή, στον βράχο πάνω, και ο οποίος οδήγησε τους χορευτές. Πετιούνται οκτώ-δέκα χορευτές μπροστά και χορεύουν τον Ανωγειανό πυρρίχιο χορό χωρίς μουσική, μόνο με το τύμπανο. Συγκλονιστική στιγμή, την ίδια στιγμή που Φέρτης, ο Γιάννης Φέρτης, ο ηθοποιός, διάβαζε Ορφικούς ύμνους. Αυτό ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, ας πούμε. Η συνέχεια με συγκροτήματα διάφορα. Και την άλλη μέρα μας κάνουν μια καταγγελία ένας παπάς από δω, ένα ούφο, τέλος πάντων, μην ψάχνεις. Με τον Μητροπολίτη είμαστε φίλοι και μου δείχνει ο ίδιος την καταγγελία, ότι εγώ δεν είμαι χριστιανός, αλλά είμαι, ξέρω ’γω, και ότι... Και είχαμε κάνει στο Μεϊντάνι την έκθεση με τα γλυπτά, τα αρχαία ελληνικά γλυπτά, αντίγραφα από το Ρέθυμνο. Επίσημα, σπουδαία έργα. Τα είχε κάνει χορηγία ένας φίλος μου από τις Σέρρες, 600 χιλιάδες δραχμές δώσαμε στο μουσείο για να μας τα δώσει, τα αγοράσαμε δηλαδή. Στήσαμε την έκθεση αυτή και έγραφε, γεμίσαμε την πλατεία του Αγίου Γεωργίου με είδωλα! Ήταν να γελάς! Εν πάση περιπτώσει, τι γίνεται στη συνέχεια; Καταφέρνουμε –να δεις τι κάνουν τα μοιρολόγια σε όλη τη ζωή μου, ας πούμε. Ο Μητροπολίτης Ρεθύμνου, αυτός ο Άνθιμος, σε ένα συνέδριο, σε μια συνάντηση που έκανε με τον Πατριάρχη του έφερε δώρο την κασέτα με τα μοιρολόγια. Αυτός ακούει τα μοιρολόγια, ο Πατριάρχης, και απ’ ό,τι φαίνεται έπαθε πλάκα, ας πούμε, και θέλει να με γνωρίσει. Παίρνω τον αδερφό μου τον Νίκο και πάμε Κωνσταντινούπολη. Με βάζει στο αυτοκίνητο μέσα με τον Τούρκο οδηγό και μου κάνει μια βόλτα στον Βόσπορο. Ήθελε να με ρωτήσει για τα μοιρολόγια, να με ρωτήσει πώς, τι, πού; Μετά με κάλεσε και έπαιξα στην Τένεδο, στο... Καταγωγή του, ξέρω ’γω. Εν πάση περιπτώσει, ενθουσιάστηκε και μου λέει: «Τα ακούω και κλαίω». Του λέω: «Εσείς;». Μου λέει: «Είμαι και άνθρωπος και πονεμένος». Kαι του λέω, λοιπόν, εκεί στον ενθουσιασμό τώρα μέσα, του είπα ότι μας πολέμησαν εδώ κάτω. Μου λέει: «Λουδοβίκε, όταν θα κατέβω στην Κρήτη, θα πάμε μαζί στον Άγιο Υάκινθο». Αυτό για εμένα έλυνε το πρόβλημα οριστικά, μια για πάντα. Του λέω: «Παναγιότατε, το ξέρω ότι το λέτε και το εννοείτε, αλλά τώρα που θα πάω θα το αναφέρω κάτω». «Να το αναφέρεις». Λέω του Σαχίνη αυτό και αυτό. Μου λέει: «Άντε ρε». «Θα κατέβει», του λέω, «στον Υάκινθο». Όταν μας είχαν στο... Ξέρεις. Κατεβαίνει στα Χανιά πάω και τον εβρίσκω. Εν τω μεταξύ, επειδή το είχε πει και είχε ανακοινωθεί, είχε πάει μια ομάδα παπάδες και καλόγεροι να τον αποτρέψουν να έρθει. Σκάει έτσι, με δέχεται εμένα και μου λέει: «Λουδοβίκε, αύριο θα είμαστε εκεί εκείνη την ώρα ακριβώς». Εμείς είχαμε προετοιμάσει στο χωριό τώρα μια υποδοχή, Νίκο, που δεν ξανάγινε. Αν ήσουν εκεί πέρα, φαντάζομαι… Δεν ξέρω αν ήσουν εκεί.
Δεν θυμάμαι ακριβώς.
Λοιπόν, μια φίλη μου στο Ηράκλειο, που έχει ανθοπωλεία, έβαλε και μάδησαν είκοσι τρεις χιλιάδες τριαντάφυλλα! Φαντάσου από τον Άγνωστο Στρατιώτη 2,5 μέτρα, και 3 ίσως, φαντάσου ένα τριαντάφυλλο μέχρι τέρμα που είναι η πινακίδα του Γερμανού, που ήταν η εξέδρα. Από τους θάμνους εδώ, τα δικά μας δέντρα, κάναμε ένα μπουκέτο και το δώσαμε και το κρατούσε του Στεφανή του Λυράρη η κόρη, η κοντούλα, πώς τη λένε, μια με ωραία μάτια. Η Βάσω, κοριτσάκι ήταν. Τον υποδεχόμαστε, λοιπόν, κάτω και του τη δίνει το κοριτσάκι αυτό και του λέει: «Ευχαριστούμε που ήρθατε» και «Να ξανάρθετε!». Αυτός τον εντυπωσίασε με τα αυτά και λέει: «Μην το πετάξετε αυτό» λέει, να το πάρει αυτό, του άρεσε. Βγαίνει, Νίκο, και μιλεί περίπου μία ώρα, τρία τέταρτα μιλούσε για τον Δία των Χριστιανών! Και δένει τον πολιτισμό της αρχαιότητας με τον χριστιανισμό. Και λέει ότι: «Η ελληνικότητα, ο ελληνισμός είναι μία μεγάλη έννοια που περπατάει στον χρόνο. Πέρασε από το Δωδεκάθεο, μπήκε στον Χριστιανισμό. Το ένα αγγίζει το άλλο και ερμηνεύεται η θρησκεία». Κάτι πράγματα, κάτι φανταστικά πράγματα μίλησε εκεί πέρα! Τελειώνει η ομιλία, έχουμε αδειάσει τον κεντρικό δρόμο από αυτοκίνητα, έχουν βγάλει στα μπαλκόνια οι γυναίκες κάποιες κουβέρτες, που έχουμε πει, και κάποιες κατέβασαν τις κουβέρτες κάτω για να πατήσει πάνω. Αυτό έκαναν. Και αν το έχεις δει σε εικόνα, τον Χριστό, όταν πήγε με το γαϊδουράκι του. Το Μεϊντάνι το είχαμε κάνει ένα σπίτι, μία αυλή. Είχαμε αγοράσει άσπρες τέντες, ήταν καλοκαίρι. Έχουν μαγειρέψει οι γυναίκες, έχουν ετοιμάσει ένα μενού καταπληκτικό. Γύρω γύρω τα τραπέζια, τραπέζια για διακόσια άτομα. Εκεί στου Καρρά, που είναι στον τοίχο, ήταν η θέση του Πατριάρχη. Βάλαμε τον Γιώργη του Κόρκολου και χτίζει ένα μικρό τυροκομείο για ένα απόγευμα, με το καζάνι, τα πάντα όλα που είχαμε φτιάξει. Τυροκομούν οι βοσκοί μπροστά του, βγάζουν τη μαλάκα, βγάζουν τη μυζήθρα, χορεύουν, τραγουδούν και τρελαίνεται αυτός, ο Πατριάρχης. Κάνει μια ομιλία, επίσης σπουδαία, εκεί πέρα και, αφού γίνεται αυτό όλο το πράγμα, μου λέει: «Πάμε στον Υάκινθο». Είχαμε φέρει και μια ροδιά –αυτή που λέμε του [00:50:00]Πατριάρχη η ροδιά, που είναι στο ιερό. Την οποία ροδιά, την ιδέα μου την είχε δώσει ο Γιάγκος του Σκανδάλη. Γιατί πρέπει να τα λέμε αυτά τα πράγματα, από πού λαμβάνεις μια ιδέα. Είναι μεγάλο πράγμα. Μου λέει: «Γιατί δεν φέρνεις ένα δέντρο να το φυτέψει ο Πατριάρχης τώρα που ήρθε εδώ;». Το παραγγέλνουμε και το φέρνουν από τη Λακωνία, ένα μεγάλο δέντρο, το φυτεύουμε και να ’το τώρα. Πάμε στον Υάκινθο, λοιπόν, μπαίνει μέσα αυτός, τον υποδέχεται ο Αριστείδης Χαιρέτης, ο Γιαλάφτης, με μια μαντινάδα συγκλονιστική. Που του λέει: «“Ποιος είναι αυτός που με πατεί;” με ρώτηξε το χώμα, γιατί μια τέτοια πατουχιά δεν ένιωσα ακόμα». Μπαίνει μέσα στον ναό, κοιτάζει το χτίσιμο, το περιεργαζόταν. Φέρνει ο υπασπιστής του ένα καντήλι που είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη, το κρεμάει από πάνω από τη εικόνα, λέει δυο κουβέντες, αυτό που είχε να πει, βγαίνει έξω που έχουμε σε έναν βράχο σκαλισμένη την επιστολή που μας έστειλε όταν του ζητήσαμε να κάνουμε τον Άγιο Υάκινθο, διαβάζει και μετά μου λέει: «Δεν θα μας τραγουδήσεις;». Είχα φέρει μια φίλη μου από το Παρίσι, αρπίστρια. Είμαστε οι δυο μας, λοιπόν, πάμε στο θέατρο, κάθονται διακόσιοι άνθρωποι και τους παίζω «Το χρώμα της αγάπης». Λέω: «Αν δεν σας ενοχλώ, αν δεν σας κουράζω, να παίξουμε ένα ακόμα». «Ίσα ίσα», μου λέει, «με ξεκουράζετε». Παίζουμε το «Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή», λέγοντας την ιστορία της καταστροφής του χωριού.
Αυτό ήταν, φύγαμε κάτω λοιπόν μετά. Την άλλη μέρα εφημερίδες, τα Μέσα, τα έδειξαν οι τηλεοράσεις. Τελείωσε, εκεί σωπάσαν όλες οι αντιδράσεις περί Υακινθείων. Από τότε και μετά συνεχίζουμε και μέχρι σήμερα, με κάποιες στάσεις ενδιάμεσες, λόγω ανέχειας οικονομικής, λόγω του ότι ήταν να κάνουμε κάτι έργα μέσα, γιατί το θέατρο από μέσα, οι πέτρες είχαν ξεκολλήσει και φοβηθήκαμε, αλλά πάλι από πέρυσι ξαναμπήκαμε στον ρυθμό μας και έχουμε πάλι θεματικές. Φέτος θα κάναμε Υακίνθεια, αλλά λόγω του κορονοϊού δεν γίνανε και των γεγονότων του χωριού δηλαδή. Είχαμε δύο πρότζεκτ. Το πρώτο ήταν η μαντινάδα, που επιτέλους πρέπει να πάρει τη θέση της η μαντινάδα στο ποιητικό στερέωμα, που είναι υψηλή ποίηση η σωστή μαντινάδα σε σχέση με τα χαϊκού τα ιαπωνικά και τα φλαμένκο τα ισπανικά, που αυτή η γραμμή γεωγραφικά ενώνει όλα αυτά. Είχαμε ετοιμαστεί να έρθουμε αυτό σε συνεργασία με το ΙΤΕ, με τη Διεύθυνση Μεσογειακού Πολιτισμού, που διευθύνει η Χαρλαύτη Τζελίνα. Χθες, μάλιστα, ήταν εδώ με τον άντρα της, γιατί έχουμε συνεργασία με τα Υακίνθεια πλέον. Το είχαμε ετοιμάσει το πρότζεκτ αυτό, είχε δώσει αυτή εντολές σε ειδικούς και είχαν βρει τους καθηγητές να μιλήσουν αυτοί για το χαϊκού, τη σχέση μεταξύ της ποίησης της μιας και της άλλης. Θα φέρναμε συγκροτήματα από Ιαπωνία με τις στολές να χορέψουν, ξέρεις, αυτό το πράγμα, όπως και Ισπανούς χορευτές. Είχαμε ένα πρόγραμμα καταπληκτικό, το ακυρώσαμε όμως λόγω κορονοϊού, γιατί πού να φέρεις τώρα Ισπανούς και να φέρεις και Άπω Ανατολίτες; Δεν υπήρχε. Και μετά που γίνεται το φονικό εδώ και παγώσαμε όλοι... Είχα μια ιδέα λοιπόν. Μου είπε, μάλιστα, η κοπέλα μου η Εμμανουέλα, που είδες προηγουμένως, μου λέει: «Γιατί δεν κάνετε κάτι με το πένθος;». Εγώ άλλο που δεν θέλω! Της λέω: «Τι ωραία ιδέα έχεις!». Το κουβεντιάζουμε λίγο και πραγματικά λέμε «Η γιορτή του πένθους». Δεν μπορεί ένας πολιτιστικός οργανισμός, μία ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται με τον πολιτισμό να μην αντανακλούν αυτό που συμβαίνει, να αντιδράσουν σε αυτό που συμβαίνει. Τι είναι αυτό λοιπόν; Σκοτώθηκαν δύο ανθρώποι, και τι κάνουμε τώρα; Σωπαίνουμε και λέμε εντάξει; Όχι. Λέμε, λοιπόν, ότι αυτό είναι ένα στοιχείο της καθημερινότητάς μας, που είναι ένα καράβι το χωριό, ας πούμε, το οποίο ταξιδεύει αιώνες τώρα και κάποια στιγμή βρήκε έναν βράχο πάλι και του έσκισε τα πλευρά λίγο. Πρέπει να το μπαλώσουμε αυτό, να το θρηνήσουμε αυτό. Τέλος πάντων, λέμε ότι εντάξει, θα πάρουμε λοιπόν τον θρήνο, τη «Γιορτή του θρήνου», του πένθους. Τι είναι ο θρήνος; Αυτό που λέγαμε, τα μοιρολόγια, το τραγούδι. Το τραγούδι αυτού που χάνεται. Από πότε υπάρχει αυτό; Πάμε στον Όμηρο. Η Εκάβη, λέει ο Όμηρος: «Ελάτε να ευχαριστηθούμε τα δάκρυα», στις γυναίκες. Αμέσως βάζεις στο θέμα ότι ο θρήνος, το μοιρολόι, είναι ένα λυτρωτικό τραγούδι, το οποίο το έχει εφεύρει η φύση γιατί όποιος κλαίει ελευθερώνεται. Λοιπόν, περπατώντας από εκεί μπαίνουμε στις τραγωδίες μέσα, συναντάμε μοιρολόγια, προχωράμε, προχωράμε. Στον «Ερωτόκριτο» μέσα βρίσκουμε τον Άριστο που τον θρηνεί ο Βασιλιάς της Βλαχιάς, που σκότωσε ο Ερωτόκριτος στην μονομαχία. Ένα καταπληκτικό μοιρολόι που ο Μπούργος, τον είχα βάλει τότε και το είχε μάθει απ’ έξω, ο Νίκος, να διηγηθεί το μοιρολόι εδώ πάνω. Και φτάνουμε στα δικά μου μοιρολόγια. Θα είχαμε, λοιπόν, ένα τριήμερο με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου, τον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα και τα μοιρολόγια τα δικά μας. Τέλειο. Αυτά τα τρία, λοιπόν, θα κάναμε σαν παρουσία. Και ομιλίες, φυσικά, από καθηγητές, ειδικούς σε σχέση με το μοιρολόι και τα λοιπά. Αλλά πάλι ματαιώθηκε αυτό λόγω του κορονοϊού και λόγω του ότι και εδώ, δεν ήξερα, είχα μία σκέψη και λέω, ρε παιδί μου: «Οι οικογένειες που χάσανε τώρα τι θα σκεφτούν εκεί πέρα, πώς θα το πάρουν;». Παρότι εγώ ήμουν πολύ αυστηρός απέναντί τους, και το είπαμε και την άλλη φορά που βρεθήκαμε, ότι έπρεπε οι οικογένειες να βγουν και να πουν συγγνώμη στο χωριό. «Ζητούμε συγγνώμη για το πολιτισμένο χωριό μας που έτυχε να έχουμε εμείς αυτό το πρόβλημα και [Δ.Α.], ζητούμε συγγνώμη». Να απαλλαγεί το χωριό από αυτό το μαύρο που… Δεν το κάναν, τέλος πάντων. Λοιπόν, τώρα κουβέντιαζα με την αυτή, με την Χαρά, αυτή την Τζελίνα –προχθές τους έκανα ένα τραπέζι εδώ–, και μου λέει: «Να μην το χάσουμε το θέμα αυτό με τον θρήνο, να το κάνουμε του χρόνου. Γιατί άσε που το ετοιμάσαμε ωραία δηλαδή αλλά και είναι πραγματικά ένα δυνατό πράγμα για τον πολιτισμό». Μετέχουμε σε αυτό που συμβαίνει και το «τραγουδούμε». Σε εισαγωγικά το τραγουδούμε.
Εσύ πώς το βίωσες, και σαν παρατηρητής και σαν κάτοικος των Ανωγείων, το φονικό;
Καταρχήν, το θεωρώ αστείο. Μια πράξη πρέπει να έχει μια αιτία με ύψος, με κύρος για να στηριχθεί η πράξη αυτή. Σκοτώθηκαν δύο ανθρώποι για τον γελοίο εγωισμό. Ξέροντας ότι ο καθένας έχει μέσα του έναν «μαλάκα» –σε εισαγωγικά το λέω αυτό, αλλά έτσι είναι όμως, δεν τον λες αλλιώς–, που όταν βγει έξω, αν δεν προλάβεις να τον πιάσεις από τη ζώνη, από πίσω, και σου φύγει μπροστά, τα κάνει μπάχαλο. «Το ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;», είναι η πιο χυδαία σκέψη που έκανε ποτέ άνθρωπος. Λοιπόν, με σόκαρε φυσικά, λυπήθηκα γιατί ήξερα τον Λευτέρη, τον κακομοίρη. Ήταν, δεν ήταν κάτι πολύ… Αλλά ήταν καλός. Θετικό πρόσημο είχε, ας πούμε. Έγραφε καλά στιχάκια, ήταν του πολιτισμού, καλός. Είχε ε... Εντάξει, όπως ο καθένας μας. Αλλά τον λυπήθηκα πολύ, ας πούμε. Τον λυπήθηκα, ξέρω τα παιδιά του. Η Αριστέα την θεωρώ σημαντική. Εν πάση περιπτώσει, με σόκαρε που λες, αλλά παράλληλα με θύμωσε κιόλας. Τι είναι αυτό τώρα; Τα παρακολουθώ και βλέπω αυτά που λέγαμε, κοπέλι 17 χρονών να μπαίνει στο καφενείο με το πιστόλι στη μέση και να λέει: «Κάνε μου έναν καφέ ρε. Κάνε μου έναν καφέ!». Ή να θωρείς στο Μεϊντάνι εχθές, στην πλατεία, έκανα μια παρατήρηση σε ένα κοπέλι πολύ άσχημα. Καθόταν δύο νεαροί πίσω, δίπλα, και είχε βάλει ο ένας τα πόδια πάνω στην καρέκλα. «Πού είσαι ρε;» του λέω, «Τα πόδια σου γρήγορα». Χέστηκε! «Στο Μεϊντάνι κάθεσαι, κατάλαβες;». Δηλαδή θα μας φύγει το θέμα, οι γενιές που έρχονται είναι τελείως αλλιώς, και το έχω εξηγήσει, δεν ξέρω αν χρειάζεται να σου το πω αυτό, ότι η δύναμη που πήραν στα χέρια τους οι νέοι, οι δεκαοχτάρηδες, από τα λεφτά της επιδότησης, που τα παίρνουν προσωπικά και τα κρατάνε στην τσέπη τους, τους απόκρουσε τη σχέση με τους γονείς. Η επιρροή του πατέρα και της μάνας στα παιδιά που υπήρχε χάθηκε, κόπηκε στη μέση και αυτό είναι το δράμα το μεγάλο. Άρα ο μεγάλος δεν μπορεί να κάνει κάτι. Μπορεί να κάνει κάτι ως έναν βαθμό, αλλά δεν μπορεί το όλο. Για αυτό και δεν με πειράζει καθόλου, και μάλιστα το επιθυμώ το κράτος να πάρει την ευθύνη του. Έχουμε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα εδώ, δεν μπορούμε να το λύσουμε όπως το λύναμε πάντα, τόσα χρόνια, χιλιάδες χρόνια. Τώρα δεν μπορούμε, λύσε και εσύ, μπες στη μέση. Είναι δέκα άτομα, είκοσι, τριάντα, βάλε τους μέσα. Δεν μπορεί να υποφέρει ένας τόπος ολόκληρος για δυο και τρία και πέντε άτομα τα οποία έχουν έναν άρρωστο εγωισμό. Αυτό το θεωρώ αυτονόητο, ας πούμε.
Και για τον θρήνο, τη λύτρωση του θρήνου, που είναι λυτρωτική όταν τραγουδάς καθώς το βιώνεις μετά, μου είχες πει ότι είχες ακούσει από μία γυναίκα ότι είχε πει ότι το μοιρολόι, όταν μοιρολογούσε αισθάνθηκε ηδονή.
Ναι, θα σου το πω αυτό. Αυτή είναι η Καραμπίναινα. Η Μαρίκα η Καραμπίνη. Ήταν αδελφή του παπα-Νικόλα, η οποία είχε τελειώσει το Λύκειο και ήταν καλλιεργημένη γυναίκα για την εποχή, που θα πει ότι εννοούσε τη λέξη. Μου λέει: «Έχασα τον γιο μου στη θάλασσα, στη Φαλκονέρα. Τον βρήκαν, τον φέραν μπροστά μου. Έλεγα μοιρολόγια, όλοι κλαίγανε και εγώ ένιωθα [01:00:00]μια ηδονή». Ηδονή; Ναι, ηδονή! «Εγώ», λέει, «δεν πονούσα το παιδί μου; Εγώ πιστεύω ότι πέρασα μέσα από τον πόνο και με έβγαλε απ’ έξω, κάπου αλλού! Πώς αλλιώς;» λέει. Και τότε κάνει το επίγραμμα και λέει τη φράση ότι: «Πιστεύω ότι ο βαθύς πόνος δεν έχει πόνο». Αυτό, Νίκο, είναι μια κουβέντα που δεν την σκέφτεται κανένας, μόνο άμα τη ζήσει. Ένιωσε, ενώ ήταν στο απόλυτο του πόνου, το παιδί της νεκρό μπροστά και αυτή να νιώθει ηδονή. Δηλαδή ο βαθύς πόνος δεν έχει πόνο. Σε πάει αλλού τελείως. Και αυτό κάνει ανταπόκριση την ίδια στιγμή με την Εκάβη που λέει: «Ελάτε να ευχαριστηθούμε τα δάκρυα». Ή μια φορά με τη μάνα μου, θα σου πω κάτι που είναι εντυπωσιακό. Είχε τσακωθεί με την αδερφή μου, που ως συνήθως το κάνουν μανάδες και κόρες, στην Αθήνα και ήρθε στο σπίτι μου η μάνα μου, που έμενα πιο κάτω εγώ, κλαμένη, έκλαιγε. Πιάνω το μαντολίνο, της παίζω μοιρολόγια. Πάνω στα κλάματα της παίζω μοιρολόγια και κλαίει, κλαίει, κλαίει. Σταματώ και μου λέει: «Ω! Πώς ευχαριστήθηκα!». Είναι το ίδιο πράγμα; Για πες μου!
Segment 5
Παράγοντας πολιτισμό από την παράδοση: «Οι βοσκοί της Μεσογείου», ο «Τυμπανιστής» και οι «Χοροί του κόσμου»
01:01:11 - 01:12:17
Είπαμε για τα Υακίνθεια και για το θέμα «Τη γιορτή του πένθους», αλλά και αυτό το σμίξιμο των πολιτισμών, που τα Υακίνθεια το έχουν καταφέρει πάρα πολλές φορές. Και θυμάμαι χαρακτηριστικά, που για εμένα είναι σταθμός, και για τους ίδιους ανθρώπους των Ανωγείων, από τις εκδηλώσεις εκείνες με θεματολογία «Οι βοσκοί της Μεσογείου».
Αυτό ήταν, Νίκο, μεγάλη ιδέα.
Θα ήθελα να μου πεις δυο λόγια για αυτό–
Θα σου πω, την ιδέα μού την έδωκε ο Νικολιός του Αβυσσινού. Σπουδαία προσωπικότητα, να το ξέρεις για αυτό το παιδί. Καθόμαστε στο Μεϊντάνι και κουβεντιάζουμε και μου λέει: «Κάνε κάτι και για εμάς, ρε γαμώτο». Έτσι, το είπε σαν παράπονο. Αλλά το είπε τόσο ωραία, μου λέει: «Κάνε κάτι για τους βοσκούς». Ξέρεις, τώρα τη φαντασία, άμα την έχεις και την έχεις δουλεμένη, φεύγει αμέσως και λέω να καλέσουμε βοσκούς από άλλες χώρες. Ωπ, ανοίγεται το θέμα και έγινε. Είχα έναν φίλο και εξακολουθώ να τον έχω, τον Χουάνχο, ο οποίος είναι Ισπανός και ζει στην Ελλάδα πολλά χρόνια και ο οποίος είναι μάνατζερ, ας το πούμε έτσι, που μπορεί να σου βρει λύσεις. Τώρα φέτος που θα κάναμε για τα χαϊκού και τα λοιπά, με αυτόν είχαμε συνεννοηθεί πάλι. Αυτός βρήκε, λοιπόν, στην κουβέντα που κάναμε ποιους θα φέρουμε από διάφορες χώρες. Το ζητούμενό μας ποιο ήταν τώρα; Να συναντηθούν άνθρωποι με τα βλέμματα, γιατί γλώσσα δεν ξέρανε, που ζουν κάτω από την ίδια επιρροή. Ο βοσκός είναι ερωτευμένος με τα ζα του. Να δούμε τι θα πει από το Μάλι ο μαύρος στον βοσκό του Ψηλορείτη, τι θα πει ο άλλος από την Ισπανία, ο άλλος ο Τούρκος; Ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη αυτό. Με το που κάναμε αυτό το θέμα –αυτό να το ξέρεις για το δικό σας φεστιβάλ–, που αφορά το χωριό άμεσα, είχαμε πάνδημη συμμετοχή. Στα άλλα δεν καταλαβαίνουν, δεν τους ενδιαφέρουν. Ενώ κάνουμε πολιτισμό και παράγουμε και ακούγεται, αυτοί που παρακολουθούσαν ήταν μια ομάδα ανθρώπων και κάποιοι νέοι, όχι όλοι, σου λέω δεν το ’χανε. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις συνέχεια πράγματα για να τους κολακεύεις, λύρα και ντίρι ντίρι, όχι. Αυτό, λοιπόν, τους αφορούσε. Είχαμε συμμετοχή με νέους βοσκούς. Σφάξανε, αρμέξανε, γάλατα, τυροκομία, πράγματα... Ήταν μια γιορτή πραγματικά της Μεσογείου η ιστορία.
Εσύ, από τη δική σου οπτική, δηλαδή και μεγαλώνοντας εδώ και με τους βοσκούς, όπως ήταν και ο πατέρας σου, το να έρθουν όλοι αυτοί και να γίνει αυτό το σμίξιμο των πολιτισμών σε κάτι κοινό, οι οποίοι παρουσίασαν και τις μουσικές τους, και μέσα από τη μουσική, πώς το βίωσες το συγκεκριμένο;
Αυτό ήταν κάτι συγκλονιστικό, γιατί ένα φεστιβάλ, από την αρχή το είχα στον νου μου αυτό και το εύχομαι σε όσους κάνουν φεστιβάλ, ή θα παράγεις πολιτισμό, να βρεις τρόπο να παράγεις πολιτισμό, να λες έκανα αυτό το καινούριο, πρωτότυπο, ή θα κάνεις συναντήσεις πολιτισμών. Οι συναντήσεις πάλι παράγουν κάτι ενδιάμεσο. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, που ήρθαμε να σμίξουμε, πώς σφάζουν αυτοί, πώς τυροκομούν, πώς μαγειρεύουν, πώς τραγουδούν, τον χορό, όλα αυτά, όλα αυτά είχαν τον ρόλο τους. Το καθένα έβγαλε μια μεγάλη ομορφιά. Εδώ είχαμε τη μουσική ιστορία τώρα, όπου έχουμε τον Ψαραντώνη και παίζουν μπροστά οι Τουαρέγκ. Φοβερή μουσική, με τις χορεύτριες, τους χορευτές καθιστούς κάτω –γιατί χορεύουν καθιστοί, δεν χορεύουνε ορθοί λόγω της άμμου. Και του λέμε του Ψαραντώνη, [Δ.Α.], του λέω: «Μπορείς να μπεις από πίσω εκεί που κάθονται, να μπεις τώρα με τη λύρα εκεί που παίζουν αυτοί;», να μπεις, σωστά τονικά δηλαδή. Και αρχίζει να παίζει από πίσω ο Ψαραντώνης τη λύρα, ακούν αυτοί, μπαίνουν αυτό, αρχίζουν τα κρουστά να αλλάζουν αυτό, τους πάει στο σμίξιμο της μουσικής, και εκεί που χτυπά ο Ψαραντώνης και βάζει τον Δία, [Δ.Α.] σηκώνονται οι καθιστοί χορευτές και χορεύαν στον αέρα. Αυτό, Νίκο, ήταν η κορύφωση του πολιτισμού, που λέμε τώρα. Μετά ήτανε τόσο γοητευτικό αυτό, τόσο σπουδαίο... Και είχαμε μιλήσει με τον Κουράκη τότε και μου λέει: «Κατέβασέ με στο Ηράκλειο να κάνουμε το κλείσιμο». Μας δίνει τον χώρο, μας έδινε κάποια λεφτά και πάμε, παίρνουμε τους Τουαρέγκ από δω πέρα και κάποιους άλλους, δεν θυμάμαι, και πήγαμε και έγινε η συγκλονιστικότερη εμφάνιση εκεί κάτω. Γράψανε οι εφημερίδες την άλλη μέρα ότι: «Με εκτίμηση της Αστυνομίας, δώδεκα χιλιάδες άτομα στην παραλία». Εκεί κάναμε ξινόχοντρο, εκεί κάνανε οφτά, εκεί παίξαμε. Τουαρέγκ, Ψαραντώνης, Σταυρακάκης Βασίλης. Συγκλονιστικό. Συγκλονιστικό! Αλλά, επίσης, μια άλλη, Νίκο, χρονιά με εντυπωσίασε εμένα, ήταν η ιδέα του Τυμπανάτορα, o Τυμπανιστής. Υπάρχει η κορυφή του βουνού ο Τυμπανάτορας όπου ποτέ, στα πέντε χιλιάδες χρόνια από τότε, είχαν ακούσει ένα τύμπανο εκεί πάνω. Φαντάσου, για να έχει το όνομα «Τυμπανάτορας» πώς δηλώνει την ιδιότητά του. Ήτανε ο τυμπανιστής που έστεκε για να δώσει τα σήματα, τα μηνύματα με άλλους τυμπανιστές, ποιοι έρχονται, ποιοι πάνε. Και πιθανότατα, να χτυπούσε αυτός εκεί όταν έβγαινε ο Μίνωας να μεταφέρει στα άτομα, να πει «έρχονται». Γιατί είναι η κορυφή που έχει άμεση σχέση με τη σπηλιά. Οι ιερείς της σπηλιάς βλέπαν τον τυμπανιστή αυτόν, τον ακούγανε κατευθείαν. Πάμε, λοιπόν, και λέμε να στήσουμε αυτό το πράγμα. Παίρνουμε το Πανεπιστήμιο, μας λένε ναι, παίρνουμε link από το Αστεροσκοπείο πάνω στον Υάκινθο και έχουμε την επαφή αυτή με έναν ειδικό, τον Βασίλη, έναν τύπο πολύ έτσι σπουδαίο στα πράγματα αυτά, και φέρνουμε τον καλύτερο τυμπανιστή που είχαμε ποτέ, και εξακολουθεί να είναι, ο Τουλιάτος. Έτσι, μια επιβλητική φυσιογνωμία με μακριά μαλλιά, άσπρα μαλλιά, έτσι ψηλός. Και πάμε στον Τυμπανάτορα πάνω, όπου έχουμε κάμερα στημένη και η οθόνη στον Υάκινθο. Γεμάτο το θέατρο, κάνουμε την κουβέντα αυτή, ανοίγει η κάμερα και τον βλέπουν να χτυπάει το τύμπανο πάνω. Του παίρνει τα μαλλιά ο αέρας, μια ωραία εικόνα, ασπρόμαυρη εικόνα, ξέρεις... Το τύμπανο παίζει αυτός, παίζει. Είχαμε συνεννοηθεί, βέβαια, ότι ο ρυθμός θα γυρίσει μετά στον πυρρίχιο, τον Ανωγειανό χορό. Αλλά με το που παίζει, όταν γυρίζει, κατεβαίνουν από την εξέδρα τέσσερις μαθητές του με τύμπανα και γίνεται ένας κραδασμός από τα τύμπανα και πετιούνται οι χορευτές μπροστά πάλι και χορεύουν από τον τυμπανάτορα –ανατριχιάζω, σ’ το λέω και ανατριχιάζω, [Δ.Α.] Και τώρα σ’ το λέω... Τι ήταν αυτό, ρε παιδί μου, τι ήταν αυτή η στιγμή; Τι συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή! Σαν να μιλούσε το παρελθόν, σαν να μιλούσε ο αρχαίος κόσμος, σαν να βρήκε έξοδο η σπηλιά και μίλησε. Όλα βγήκαν μπροστά. Και αυτός να τρελαίνεται, να χτυπά, να χτυπά με τα μαλλιά του, χορευτές από κάτω... Τι χάος ήτανε αυτό, τι θέαμα ήταν αυτό; Συγκλονιστικό! Αυτά είναι σπουδαία. Αυτό σου λέω, να παράγεις πολιτισμό από την παράδοσή σου. Να δεις τι άφησε, πού χρωματίζει κάτι και να το πιάσεις, να το δεις τι είναι αυτό. Τώρα, ένα θέμα που έχουμε μεγάλο είναι ότι χάσαμε τόσα πράγματα και παραμένουν μόνο οι τοποθεσίες να διηγούνται μέσα από το όνομά τους τι ήταν εδώ. Αυτό θέλει μια έρευνα, αυτό το πράγμα τώρα. Εκεί απέναντι είναι μια κορυφή, έχει ένα χαράκι μεγάλο, και λέγεται η Βιτσιλιά. Η Βιτσιλιά είναι η βιτσίλα, ο αετός που κάθεται εκεί πέρα. Στην κορυφή απάνω λέγεται οι Αποκεφαλισμένοι. Τι είναι οι Αποκεφαλισμένοι; Εκεί σκότωσαν οι Τούρκοι, δεν ξέρω πόσες κόψαν κεφαλές. Σε άλλο σημείο λέγεται οι Παραλυμένοι. Βρήκανε κάποιους νεκρούς πάλι, σκοτωμένοι. Ψάχνοντας τις λέξεις, λοιπόν, και με τους πιο μεγάλους που υπάρχουν ακόμα, μπορείς να βρεις γιατί ειπώθηκαν έτσι και να φέρεις στο φως πάλι, να λάμψει κάτι καινούριο. Σ’ το λέω τώρα σαν ιδέα, τώρα το σκέφτομαι στην ουσία. Και αυτά κάναν, αυτά. Η άλλη χρονιά, επίσης, στη Συνάντηση των Πολιτισμών, αυτό ήταν λίγο πάλι μια... Να μου πεις τρεις εικόνες είναι. Είναι οι βοσκοί, αυτό που σου είπα πριν και αυτό που θα σου πω τώρα. Το λέγαμε «Οι χοροί του κόσμου», το 2010. Τη φέραμε από την Αίγυπτο, χορευτές δερβίσηδες, με τις χρωματιστές φούστες. [01:10:00]Παράλληλα, φέραμε από τον Θραψανό τρεις αγγειοπλάστες. Άκου τι ιδέα έπιασα, τρελός! Ο Χτυπαρθούνης μου το είπε σωστά τότε, μου λέει: «Κανόνισε να τρελαθείς γρήγορα!». Λέω να έχουμε τρεις αγγειοπλάστες δεξιά, οι οποίοι θα έχουν τα πιθάρια να τα περιστρέφουν, να τα φτιάχνουν, και οι χορευτές να γυρίζουν από δω, δηλαδή να τους ενώσουμε στην έννοια του κύκλου, της περιστροφικής κίνησης. Και γίνεται έξω, ο Βασίλης είχε την ιδέα τότε, ο ανιψιός μου, να το κάνουμε έξω από τον Υάκινθο γιατί δεν χωρούσε και το κάναμε απ’ έξω, στην αυλή του Υακίνθου. Κάναμε μια εξέδρα έξω και έγινε. Αρχίζουν τον χορό, με τη φούστα ενώ γυρίζουν οι άλλοι. Και πάει ένας από πάνω από τα πιθάρια και γύριζε με τη φούστα ενώ γύριζαν τα πιθάρια. Αυτό το σμίξιμο τώρα, γιατί σε αυτό υπακούμε όλοι, το ξέρεις τώρα εσύ σαν μηχανικός που είσαι, ότι παντού υπάρχει μια κυκλική κίνηση και εμείς τη ζωγραφίσαμε για μια στιγμή. Τα αστέρια, η γη, ο ήλιος, όλα. Έπιασε μια γυναίκα υστερικό κλάμα και δεν ξέρω πώς έγινε, τη σηκώσανε, την πήραν. Διότι δεν άντεχε να δει αυτό το θέαμα, ρε παιδί μου. Ένα θέαμα σε υπερβαίνει σε θαυμασμό. Όπως η άλλη πήγε στην ηδονή, σε βγάζει στην τρέλα αυτό. Το ’χα ξαναζήσει στον «Σείριο» μια φορά, όταν βγήκε ο Χατζιδάκις και είχε πεθάνει ο Κάρολος Κουν εκείνο το βράδυ. Δεν το ήξερε κανείς από κάτω. Και βγαίνει πάνω στο πιάνο και λέει: «Θα σας παίξω σήμερα κάτι». Το «Ο ματωμένος γάμος» γράφτηκε πριν από σαράντα οκτώ χρόνια είπε τότε, ήμουνα 23 ετών εγώ. Μια παράσταση που άφησε εποχή και από τους συντελεστές του –δεν ζει κανείς πια, πάρεξ εμού. Το τσέλο ο Ταχιάδης, Βενετσάνου και αυτός στο πιάνο και χτυπά τη μελωδία, «Τώρα νυφούλα μου χρυσή». Αυτό δεν ήτανε στιγμή, Νίκο, να τη ζήσεις. Δηλαδή ανατρίχιασε το παν. Και εκεί πιάνει μια γυναίκα υστερικό κλάμα και την έβγαλαν σηκωτή έξω.
Μετά από χρόνια επιστρέφεις και πλέον έχεις εγκατασταθεί εδώ.
Ναι, μετά από χρόνια. Ναι, την εντολή που είχα λάβει την πήρα πίσω. Είναι η ποιότητα της ζωής στο χωριό, να ξανασυναντηθώ με τους φίλους μου, να ξανασυναντηθώ με τις αναμνήσεις μου κυρίως, και έχοντας την τέχνη της ζωγραφικής και της μουσικής, της τραγουδοποιίας δηλαδή είναι ότι το καλύτερο για να θες να κάνεις κάτι εδώ. Γύρισα λοιπόν εδώ, έφτιαξα τους χώρους που με ενδιαφέρουνε, όπως το σπίτι που βλέπεις εδώ, το σπίτι του πατέρα μου. Και πλέον, όταν έχω να κάνω μια συναυλία, φεύγω και πάω και ξαναγυρίζω, αντί να κάθομαι στην Αθήνα, που καθόμουν τριάντα χρόνια. Ξαναπαίρνω πληροφορίες καινούριες και ξαναδιηγούμαι πράγματα. Τώρα, ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα, είναι ο μέγιστος ποιητής που μπορούσε να γεννήσει ο τόπος και ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο, διδάσκει αυτό, και σαν μια χελώνα κάτω από τα χόρτα ταξιδεύει πέντε αιώνες τώρα ασταμάτητα. Ακούς έναν συγγραφέα που λέει έχει γράψει εκατό βιβλία… Η έγνοιά μου, λοιπόν, είναι η εξής, και το ’χω βάλει μπροστά και θα το κάνω, το ’λεγα στην Τζελίνα, στα Υακίνθεια δηλαδή να είναι η πρώτη φορά που θα συμβεί αυτό, γιατί πάντα μετράει αυτό. Ο Νίκος Μπρούγος είναι ένας πρώην βοσκός, έχει το χάρισμα μιας φωνής κατράκειας, με σωστό τέμπο, και η πιο ιδανική φωνή είναι η δική του. Να καταγράψουμε ηχητικά όλο τον «Ερωτόκριτο», δεκάμισι χιλιάδες στίχους. Θα πάρει ίσως ένα εξάμηνο, κάθε μέρα. Αυτό θα στοιχίσει κιόλας, βέβαια, σε στούντιο εννοώ, να τυπώνουμε κομμάτια με μεγάλα γράμματα, να τα διαβάζει στο σπίτι αυτός, να τα ετοιμάζει και να τα γράφουμε. Όχι μουσική, απλή αφήγηση. Ώστε να υπάρχει ένα έργο, το έγραψε ο Κορνάρος με το μελάνι, να ειπωθεί με τη φωνή τώρα. Είναι η πρώτη φορά που θα συμβεί. Το μέλλον, λοιπόν, της τεχνολογίας. Λες τώρα εσύ [Δ.Α.] και πατάω ένα κουμπί να ακούσω την πρώτη ραψωδία του «Ερωτόκριτου». Κρατάει μια ώρα, ας πούμε, και ακούς την αφήγηση και σε πάει. Ο Νίκος γιατί; Πρώτον, η φωνή. Δεύτερον, επειδή είναι παλιός, κατανοεί τις λέξεις που είναι άγνωστες, που δεν κατανοούν οι σημερινοί, και όταν κατανοήσεις μια λέξη, τη διηγείσαι και σωστά. Της βγάζεις τον χρωματισμό που πρέπει. Αυτό το θεωρώ τώρα κορυφαίο έργο και το βάζω μπροστά, σύντομα δηλαδή.
Στον χρωματισμό, έχεις πιστέψει στα χρώματα, όπως είπες στην αρχή, και με τη ζωγραφική, η οποία εκεί εκφράζεις πλέον την ανησυχία σου την καλλιτεχνική, μέσα σε όλο αυτό. Και μου έδειξες πριν έναν πίνακα μέσα με τη μητέρα σου σε ένα τοπίο. Πώς βγαίνει μέσα από εσένα αυτό, τι θες να δείξεις με τη ζωγραφική σου;
Και η ζωγραφική είναι θέμα παρατήρησης, φυσικά. Ειδικά για τη μάνα μου που λες, που είχα μια σχέση, όπως όλοι με τη μάνα τους. Εμείς είμαστε και συγκάτοικοι όλα τα χρόνια και έτσι είχαμε μια σχέση πιο βαθιά, ας το πω έτσι. Έφυγε 98 χρονών με το μυαλό της καθαρό και ωραία. Μια γυναίκα κουρασμένη, όπως όλες οι μανάδες σαν αυτές, με την Κατοχή, με τόσα παιδιά, φτώχεια και τα λοιπά, δεν μπορεί παρά να ’χει γίνει αγία εν ζωή, να το πω έτσι. Είναι πάναγνες αυτές οι γυναίκες. Τι άλλο να κάνει, τι άλλο να προσφέρει στον γενικό Δημιουργό, ας πούμε, για να της πει: «Καλώς όρισες στο φως»; Έτσι, λοιπόν, τη ζωγράφισα να περπατάει κουρασμένα –και ο πίνακας λέγεται «Κάπως έτσι φεύγουν οι μητέρες για τον παράδεισο»–, και να μπαίνει σε ένα φως μέσα. Αυτό θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη στιγμή που είχα για την έκθεση αυτή και το οφείλω στη μάνα μου και στην κάθε μάνα. Μάλιστα, κάναμε και τη Γιορτή της Μάνας πρόπερσι, θα την κάναμε και φέτος, την κάναμε του χρόνου φυσικά, που δεν το κάναμε λόγω ότι συνέπεσε με το φονικό. Όπου εκεί ήταν κάτι συγκλονιστικό, όταν γέμισε το δέντρο των αναμνήσεων με φωτογραφίες των μανάδων, όταν βάλαμε ψηφιδωτά τα ονόματα στις πόρτες, στους τοίχους των σπιτιών. Δηλαδή αυτή η γυναίκα εδώ πέρα που βλέπεις με το όνομά της γέννησε επτά, οκτώ, έξι, πέντε παιδιά και τιμούμε με το όνομα το σπίτι της και με όλα αυτά που γίναν, τα υφαντά, τα έργα τους που βγήκαν στα μπαλκόνια και που φωτίστηκε ο κόσμος με ένα παρελθόν που το χρειαζόμασταν στο σκοτάδι και την καθημερινότητα που ζούμε τώρα, με την εξάρτηση από ένα σωρό βλακείες. Και, μάλιστα, φέτος το είχαμε σχεδιάσει έτσι ώστε –θα μπορούσατε και εσείς να βοηθήσετε σε αυτό, Νίκο, σαν ομάδα που είστε–, να κάνουμε, να γίνει δηλαδή πανελλήνια προσέγγιση. Δηλαδή την ημέρα εκείνη, τη συγκεκριμένη ώρα, να βγαίνουν στο μπαλκόνι της γιαγιάς και της μάνας τα ρούχα. Και να γεμίσει το χωριό, τα ορεινά χωριά τουλάχιστον που έχουν [Δ.Α.]. Κάποιοι το κάναν. Στην Ηλιούπολη έβγαλε ένας, στην Κάρπαθο... Δηλαδή το βλέπεις, είναι κάτι, δεν είναι δύσκολο να πεις: «Θα βγάλω τώρα από το μπαούλο της μάνας μου αυτό το στο μπαλκόνι και να το ξαναβάλω πάλι μέσα». Είχαμε σκοπό να το κάνουμε αυτό φέτος, είχαμε συνεννοηθεί με συλλόγους πολλούς να το κάνουμε. Τελικά ακυρώθηκε λόγω του εδώ. Αλλά θα το κάνουμε του χρόνου πιο δυναμικό και με πιο πολλά πράγματα, ας πούμε. Και με τέτοια παράσταση ίσως και με... Αυτή η Γιορτή της Μάνας, η οποία είναι η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου, είναι η γιορτή της μάνας παγκόσμια. Συμβαίνει τώρα πουθενά να μην κάνουν κάτι σημαντικό, απλώς το αναφέρουν. Εμείς τώρα έχουμε την ευκαιρία, αφού το κάναμε και πέτυχε, να κάνουμε πατρίδα της Γιορτής της Μάνας τα Ανώγεια, όπως κάναμε τον Υάκινθο. Τρεις φορές να το κάνουμε, το τελείωσες. Δεν παν να το κάνουν άλλοι, ας το κάνετε, μακάρι, το παίρνουμε αυτό! Φέτος είχαμε σκοπό να είναι αφιερωμένο στη μαμή την Αικατερίνη, που δεν έκανε παιδιά, ενώ έπιασε δυόμισι χιλιάδες παιδιά στα χέρια της, γέννησε. Ήταν ισάξια των γιατρών, είχαμε αρχίσει την διαδικασία να της κάνουμε μια προτομή, να τη βάλουμε στο νοσοκομείο μαζί με τους άλλους δύο γιατρούς. Ήταν μια γυναίκα μεγάλης προσφοράς και όλοι το εκτιμούν αυτό το πράγμα. Ήταν πολύ σπουδαία γυναίκα, στο πρόσωπό της. Έτυχε πέρυσι, φέτος δηλαδή, ήταν η χρονιά της Μαίας παγκόσμια και συνέπιπτε πολύ ωραία. Είχαμε κανονίσει να κατέβει από την Αθήνα η πρόεδρος, μια νέα κοπέλα, των μαιών, να μιλήσει. Θα ήταν πολύ ωραίο πάλι φέτος, θα το κάνουμε του χρόνου.
Από αυτή την εκδήλωση που έγινε πρώτη φορά μέσα στην Γιορτή της Μητέρας, τώρα εσένα προσωπικά τι σε άγγιξε σε όλο αυτό και θες να το συνεχίσεις; Έχεις κάποια παραδείγματα;
[01:20:00]Νίκο, να σου πω. Καταρχήν, ήταν πάλι σαν αυτό με τους βοσκούς. Οι γυναίκες ανταποκρίθηκαν διότι τους αφορούσε. Κάτι που αφορά το χωριό μετέχει με την ψυχή του. Σε αυτή τη γιορτή, την επιτυχία της την οφείλουμε κυρίως, πιστεύω εγώ, στην Ελένη την Σμπώκου. Η οποία είναι μια γυναίκα με επικοινωνιακό χαρακτήρα, αποδεκτή, όμορφη, τα έχει όλα αυτά, από χιούμορ μέχρι αυτό. Το πήρε μέσα της και περιδιάβηκε το χωριό και τις έβαλε τις γυναίκες να βάλουν τις φωτογραφίες απ’ έξω. Εγώ αρχικά είχα την ιδέα να κάνουμε φωτογραφίες της εποχής εκείνης, να της τυπώσουμε και αυτή λέει κάτι πολύ ωραίο: «Γιατί να μην βγάλουμε τις ίδιες φωτογραφίες έξω και μετά να της βάλουν πάλι μέσα; Ακόμα πιο ωραίο». Φωτογραφιάκια μικρά, κορνιζάκια, και έγιναν κάτι συστήματα φοβερά. Έτσι επικοινώνησε η Ελένη και με τις άλλες κοπέλες. Με την Τζούλια, βέβαια, τη φωτογράφο, που έκανε σπουδαία πράγματα. Η Ύβα, που δούλεψε στο διαδίκτυο εκπληκτικά. Η Βρέντζου η Κατερίνα, που είχε τα άλλα τα θέματα να κάνει. Ασχέτως που σταματάμε τώρα με την Κατερίνα με τα Υακίνθεια, δεν μπορέσαμε να συνεννοηθούμε. Ποιος άλλος ήτανε; Η αδερφή μου η Μαίρη, που δούλεψε και αυτή πάρα πολύ ωραία. Όλη η ομάδα δηλαδή έκανε σπουδαία δουλειά. Και οι γυναίκες που μπήκαν στην ιστορία των Υακινθείων έδωσαν άλλη διάσταση. Είναι πιο δοτικές, πιο υπεύθυνες σε θέματα, γιατί σκόρπισε το θέμα, παίρνει ευθύνες ο καθένας και τώρα τα Υακίνθεια πολύ πιο σπουδαία θα πάνε στη συνέχεια. Πιστεύω δηλαδή ως προς τη διαμόρφωση. Κάναμε ένα φωτισμό πέρυσι εκεί πάνω, που είναι του Σμπώκου του Κώστα η κόρη, που είναι ένα μεγάλο όνομα, να ξέρεις, στο Λονδίνο, ναι, στον θεατρικό φωτισμό. Μας έκανε αυτόν τον φωτισμό τον υπέροχο. Δηλαδή το μέλλον είναι μπροστά, ρε παιδί μου! Μπορούμε να κάνουμε πράγματα, Νίκο, και θα σε χρειαστούμε σε μερικά πράγματα σαν ομάδα, ειδικά όταν θα κάνουμε το θέμα της μάνας εκεί. Πρέπει να το κάνουμε εκρηκτικό. Αν το πετύχουμε και το πιάσουμε, να πιάσουμε τα χωριά όλα, τα ορεινά, να γεμίσουν κουβέρτες, τελείωσε!
Και από τις ιστορίες σου και από μοιρολόγια, έχεις εστιάσει και πολύ ιδιαίτερα στο γέλιο, στο χιούμορ.
Α! Μεγάλη μορφή!
Διηγώντας ιστορίες που σε έχουν εμπνεύσει ανά την Ελλάδα, κρατάς κάποιες από αυτές οι οποίες εσένα σε συγκλονίζουν ακόμα και σε κάνουν να γελάς ακόμα;
Βέβαια, βέβαια! Νίκο, να σου πω ένα πράμα. Ένα δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο είναι αυτό, το χιούμορ, το οποίο είναι μία ιστορία ανθρώπινης ανάγκης δηλαδή, κάποιον ρόλο παίζει, και δεν υπάρχει πιο σπουδαίο πράγμα να κάνεις κάποιον να γελάσει. Δηλαδή κάνεις μια άλωση του άλλου, χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ας πούμε. Τον κάνεις και ξεραίνεται στα γέλια και αυτό είναι ένα μασάζ του σώματος. Επιστημονικά το γέλιο ξέρεις τι κάνει; Εκκρίνει κάτι αυτές, πώς τις λένε, που είναι πολύ σπάνιες στο σώμα και δημιουργεί μια εφορία. Αυτό βγαίνει μόνο με το γέλιο. Λοιπόν, το χωριό έχει αυτή την πολυτέλεια. Είχε πολύ χρόνο ελεύθερο. Πρόσεξε τώρα, οι βοσκοί είχαν δύσκολα χρόνια, δύσκολο καιρό για δυο-τρεις μήνες, αλλά μετά ήταν ελεύθεροι. Αυτή η ελευθερία τούς έκανε να χρησιμοποιήσουν τον χρόνο για το χιούμορ, για τον χορό, για τα καλαμπούρια, πειράγματα... Αυτό, λοιπόν, είναι ένας πολιτισμός που είναι ένα πακέτο στρογγυλό. Η ανάπτυξη του χιούμορ στα Ανώγεια, καταρχάς, είναι η τέχνη του γέλιου με αγνά υλικά. Στα Ανώγεια δεν θα ακούσεις ποτέ μια ιστορία, μπορεί να την ακούσεις αλλά δεν έχει πέραση, που να έχει χυδαιότητες μέσα και να μιλεί για σεξουαλικά τέτοια πράγματα. Όχι, δεν είχε πέραση ποτέ, ενώ στη Σητεία είναι μόνο αυτά. Βρήκαν εδώ τον τρόπο, μεγάλοι καλαμπουρτζήδες, με τον υπαινιγμό να λένε πράγματα. Να τρελαθείς, ας πούμε! Δηλαδή είναι ιστορίες που γελάω ακόμα, όπως λες και εσύ. Ας πούμε, ο Λοντρόκωστας, τον θεωρώ ότι είναι κορυφαίος χιουμορίστας. Ο οποίος τι έκανε; Μπαίνει ένας στο καφενείο που τον πιάνει το μπουρίνι, η βροχή από του Κακοπάντιδου εκεί έξω, μια μπόρα. Έχει ντυθεί, έχει βάλει τα καλά του να πάει στο καφενείο και είναι «παπί». Μπαίνει μέσα και στέκεται. Δεν είναι άλλος στο καφενείο παρά μόνο ο καφετζής, ο Λοντρόκωστας, [Δ.Α.]. Δεν κατέχει τώρα, να κάτσει ή να φύγει, δηλαδή τον έχει απελπίσει και δεν λέει τίποτα. Στέκει και ξανοίγει χάμω. Του λέει ο Λοντρόκωστας: «Βρέχει;» και του λέει ο άλλος: «Δεν εξάνοιξα!». Ε πώς θα ζήσεις, δεν μπορείς αλλιώς! Δύο λέξεις είπαν, δύο διαφορετικοί άνθρωποι το ίδιο θέμα και το ανέβασαν στα ύψη. Χιούμορ, το κορυφαίο! Και η μαντινάδα που λέει: «Μάτια που εύκολα γελούν και εύκολα πάλι κλαίνε, αυτά μου αρέσει να αγαπώ γιατί κακό δεν θένε». Είναι μια πολύ σπουδαία άποψη και έτσι είναι. Μια γυναίκα παλιά έλεγε: «Άμα δεις τον άνθρωπο και γελά, μην τον φοβάσαι». Είναι ελεύθερος! Ο άνθρωπος που γελά και κλαίει δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Έχει τα όπλα για να είναι χαλαρός, άνετος.
Λουδοβίκο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ που μοιράστηκες τις ιστορίες σου. Πολύ όμορφα!
Και εγώ, Νίκο. Τα είπαμε καλά;
Πάρα πολύ!
Νίκο, σε εκτιμώ πάντα και σε ευχαριστώ πραγματικά. Εγώ σε ευχαριστώ!
Να είσαι καλά!
Μου έδωσες την ευκαιρία να τα πω όλα. Θα μπορούσαμε να λέμε μέχρι αύριο, αλλά εντάξει!
Photos

«Κάπως έτσι φεύγουν οι μ ...
Σύννεφα και κατσιφάρες
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Στην παρούσα συνέντευξη ο Γεώργιος Δραμουντάνης ή, αλλιώς, Λουδοβίκος των Ανωγείων, μιλάει για την καλλιτεχνική του πορεία και την ενεργή συμμετοχή του στη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Από μικρή ηλικία τον ενδιέφερε η τέχνη, και συγκεκριμένα η ζωγραφική. Η συνάντησή του, όμως, με τον Μάνο Χατζιδάκι άλλαξε την κατεύθυνσή του προς το τραγούδι. Στην Αθήνα πλέον εμφανίζεται στον «Σείριο», όπου και ξεκινά η ανάδειξή του και η καλλιτεχνική του πορεία. Αντλώντας έμπνευση από τα μοιρολόγια του τόπου του, τον έρωτα και τη φύση, διηγείται και τραγουδάει τα βαθύτερα συναισθήματα των ανθρώπων. Έχοντας, ωστόσο, να εκτελέσει το χρέος του απέναντι στον τόπο που του έδωσε «φτερά», ο Λουδοβίκος επιστρέφει στα Ανώγεια και αναδεικνύει την ομορφιά και την παράδοσή τους μέσα από τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπως τα Υακίνθεια και «Οι Βοσκοί της Μεσογείου». Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Η ομορφιά σε χρεώνει την ανακάλυψή της και σε ξεχρεώνει αν τη διηγηθείς, αν την εξομολογηθείς, αν την αποδώσεις».
Narrators
Γεώργιος Δραμουντάνης
Field Reporters
Νικόλαος Καλλέργης
Tags
Interview Date
29/07/2020
Duration
86'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Content available only for adults (+18)
Summary
Στην παρούσα συνέντευξη ο Γεώργιος Δραμουντάνης ή, αλλιώς, Λουδοβίκος των Ανωγείων, μιλάει για την καλλιτεχνική του πορεία και την ενεργή συμμετοχή του στη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Από μικρή ηλικία τον ενδιέφερε η τέχνη, και συγκεκριμένα η ζωγραφική. Η συνάντησή του, όμως, με τον Μάνο Χατζιδάκι άλλαξε την κατεύθυνσή του προς το τραγούδι. Στην Αθήνα πλέον εμφανίζεται στον «Σείριο», όπου και ξεκινά η ανάδειξή του και η καλλιτεχνική του πορεία. Αντλώντας έμπνευση από τα μοιρολόγια του τόπου του, τον έρωτα και τη φύση, διηγείται και τραγουδάει τα βαθύτερα συναισθήματα των ανθρώπων. Έχοντας, ωστόσο, να εκτελέσει το χρέος του απέναντι στον τόπο που του έδωσε «φτερά», ο Λουδοβίκος επιστρέφει στα Ανώγεια και αναδεικνύει την ομορφιά και την παράδοσή τους μέσα από τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπως τα Υακίνθεια και «Οι Βοσκοί της Μεσογείου». Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο ίδιος: «Η ομορφιά σε χρεώνει την ανακάλυψή της και σε ξεχρεώνει αν τη διηγηθείς, αν την εξομολογηθείς, αν την αποδώσεις».
Narrators
Γεώργιος Δραμουντάνης
Field Reporters
Νικόλαος Καλλέργης
Tags
Interview Date
29/07/2020
Duration
86'