Αναμνήσεις, έθιμα και παραδόσεις από την Πτερούντα Λέσβου
Segment 1
H μετάβαση από την Αθήνα στην Πτερούντα Λέσβου και η προσαρμογή στο χωριό
00:00:00 - 00:10:50
Partial Transcript
Γεια σας. Γεια σας. Θα μας πείτε το όνομά σας; Μάλιστα. Ονομάζομαι Κωνσταντιδέλλη Άρτεμις. Σήμερα είναι Σάββατο 09/01/2021, είμαι μαζ…ιού ή, τέλος πάντων, απ’ την κατάσταση, που υπήρχε μια συγκεκριμένη ισορροπία και ερχόταν να τη διαταράξει. Εμείς περάσαμε καλά σαν παιδιά.
Lead to transcriptSegment 2
Η εικόνα του χωριού, οι αλλαγές μέσα στον χρόνο και η καθημερινή ζωή των κατοίκων
00:10:50 - 00:19:35
Partial Transcript
Μάλιστα. Λοιπόν, τώρα θέλω, εγώ που δεν έχω έρθει στο χωριό σου, αν μπορείς να μου το περιγράψεις. Δηλαδή είναι παραθαλάσσιο; Πώς είναι η ρ…ι –να κάναν την προετοιμασία, δηλαδή–, ή να φτιάχνανε ζυμαρικά, φιδέ, να φτιάχναν κάποιο τοπικό γλυκό, όπως η πλατσέντα... Τέτοια πράγματα.
Lead to transcriptSegment 3
Τοπικά φαγητά, έθιμα, θρύλοι και παιδικά παιχνίδια
00:19:35 - 00:30:26
Partial Transcript
Τι είναι η πλατσέντα; Η πλατσέντα είναι ένα τοπικό γλυκό με πολύ φτωχικά υλικά. Δηλαδή, επί της ουσίας, αλεύρι, νερό, λίγο ζάχαρη για το σ… πολύ ποδόσφαιρο παίζαμε. Εντάξει, οκ. Ή μπάσκετ σε μία υποτυπώδη μπασκέτα που φτιάχναμε εμείς. Δεν είχαμε κάποια πολύ ιδιαίτερα παιχνίδια.
Lead to transcriptSegment 4
Σκηνές από τη σχολική ζωή, αντιπαλότητες μεταξύ των χωριών και εντυπώσεις από τα τοπικά πανηγύρια και άλλα έθιμα
00:30:26 - 00:45:37
Partial Transcript
Μάλιστα. Ενδιαφέρουσες οι παραλλαγές. Δεν τις έχω ξανακούσει, ειδικά με το κεραμίδι. Τώρα θέλω, για να κλείσουμε αυτό το κομμάτι –το εφηβικ… ατυχήματα και να βασανίζουμε έτσι ένα ζώο, δεν νομίζω πως έχει λόγο να υπάρχει. Δεν συμβολίζει κάτι, δεν δίνει κάτι στη λαϊκή σκέψη. Αυτό.
Lead to transcriptSegment 5
Η σταδιακή ερήμωση του χωριού, το περιστατικό της 28ης Οκτωβρίου και ο σημαντικός ρόλος του σχολείου στη ζωή της αφηγήτριας
00:45:37 - 00:52:24
Partial Transcript
Μάλιστα, μάλιστα. Μια άλλη ερώτηση, τώρα, που μου ’χει γεννηθεί. Απ’ ό,τι ζεις στο χωριό σου εσύ, μου λες ότι δεκαετία με τη δεκαετία ή χρό…όσφεραν πάρα πολλά σ’ εμάς –στη γνώση μας και στη διαπαιδαγώγησή μας συνολικά– κι ήταν αυτό που με διαμόρφωσε εκείνα τα χρόνια, εν πολλοίς.
Lead to transcriptSegment 6
Η Λέσβος και οι μετανάστες
00:52:24 - 01:01:29
Partial Transcript
Πολύ ωραία. Κάτι άλλο τώρα που θέλω να ρωτήσω. Παρατηρούμε όλοι τα τελευταία πέντε, έξι, εφτά χρόνια το προσφυγικό δράμα που εκτυλίσσεται σ…νάει πικρία κτλ. και θλίψη αλλά σου γεννάει και τη λύσσα, σε εισαγωγικά, για αλληλεγγύη και για δράση. Για ανθρώπινη δράση, ας πούμε. Αυτό.
Lead to transcriptSegment 7
Κλείσιμο
01:01:29 - 01:07:05
Partial Transcript
Μάλιστα. Τώρα θέλω να μου πεις, κοιτώντας τον χρόνο προς τα πίσω, πώς πιστεύεις ότι σε επηρέασε, εσένα προσωπικά, αυτή η αλλαγή, δηλαδή που…Εμείς ευχόμαστε καλή συνέχεια, ό,τι καλύτερο... Να είσαι καλά. Και σ’ εσένα το ίδιο. Χάρηκα πολύ. Χαιρετώ. Να ’σαι καλά, Άρη μου. Γεια.
Lead to transcriptSegment 1
H μετάβαση από την Αθήνα στην Πτερούντα Λέσβου και η προσαρμογή στο χωριό
00:00:00 - 00:10:50
[00:00:00]Γεια σας.
Γεια σας.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Μάλιστα. Ονομάζομαι Κωνσταντιδέλλη Άρτεμις.
Σήμερα είναι Σάββατο 09/01/2021, είμαι μαζί με την Άρτεμη Κωντασταντιδέλλη, η οποία βρίσκεται στην Πάτρα, εγώ ονομάζομαι Άρης Νικάκης, είμαι ερευνητής στο Istorima, βρίσκομαι στη Νέα Σμύρνη και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Λοιπόν, αν δεν έχετε αντίρρηση, θα πρότεινα να μιλάμε στον ενικό.
Ναι, βέβαια. Κανένα πρόβλημα.
Ωραία. Λοιπόν, Άρτεμι, θα ήθελα, για να ξεκινήσουμε, να μας πεις κάποια πράγματα για εσένα, να σε γνωρίσουμε: πού γεννήθηκες, πού μεγάλωσες...
Ονομάζομαι Άρτεμις, όπως σας είπα. Είμαι 32 ετών. Γεννήθηκα στη Μυτιλήνη της Λέσβου. Κατάγομαι από τη Λέσβο. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα εκεί. Έπειτα, οι γονείς μου ήρθανε για λίγο στην Αθήνα και μετά ξαναφύγανε προς το νησί, όπου εκεί τελείωσα το γυμνάσιο και το λύκειο και γύρισα ως φοιτήτρια ξανά στην Αθήνα. Και τώρα πια βρίσκομαι στην Πάτρα, ως έγγαμη.
Πολύ ωραία. Λοιπόν... Οπότε, ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Θέλω να μου μιλήσεις για το χωριό σου στη Λέσβο: ποιο είναι, πώς είναι το χωριό, πώς είναι το φυσικό περιβάλλον εκεί...
Τέλεια, τέλεια. Το χωριό καταγωγής μου είναι ο Μεσότοπος Λέσβου. Αλλά, για οικογενειακούς λόγους και κάποια άλλα –διάφορα, τέλος πάντων, προσωπικά των γονέων μου–, αποφάσισαν να ζήσουνε σ’ ένα άλλο χωριό, που ονομάζεται Πτερούντα. Είναι ένα χωριό που βρίσκεται στη δυτική Λέσβο. Είναι ένα πολύ μικρό χωριό πολύ λίγων κατοίκων. Πια, είναι γύρω στους 60 με 70 κατοίκους, και οι περισσότεροι άνω των 65 ετών. Βρίσκεται, όπως σας είπα, στη δυτική Λέσβο. Είναι ανάμεσα σε πλαγιές βουνών. Γύρω γύρω έχει δάσος, στη μέση έχει ένα πολύ ωραίο ποτάμι. Αυτό. Κι είναι ένα αρκετά μικρό χωριό, σε απομονωμένο μέρος εκεί, της δυτικής Λέσβου, όπου εκεί πια ζούνε οι γονείς μου και απλά τους επισκέπτομαι Χριστούγεννα, Πάσχα κι όλα αυτά. Εκεί έζησα τα χρόνια της εφηβείας, επί της ουσίας, που ήτανε πολύ ωραία. Γιατί το φυσικό περιβάλλον εκεί, όπως σας είπα, ήταν εξαιρετικό. 300.000 στρέμματα δάσους γύρω γύρω, πάρα πολύ πράσινο, δεν είχες τον φόβο για... ούτε ναρκωτικά, τέλος πάντων, ούτε ληστείες ούτε οτιδήποτε άλλο και γι’ αυτό οι γονείς μου επέλεξαν να ξαναπάμε εκεί, από την Αθήνα. Να ξαναφύγουνε, να κάνουν αποκέντρωση και να πάνε εκεί, ώστε να ’χουμε μια πιο υγιή εφηβεία. Και εγκαταστάθηκαν σε αυτό το χωριουδάκι ξανά. Και εκεί πέρα πήγα γυμνάσιο και λύκειο. Αυτό. Ώσπου αποφοίτησα.
Μάλιστα. Οπότε, αν καταλαβαίνω καλά, τα παιδικά σου χρόνια τα πέρασες στην Αθήνα.
Ναι, ναι. Τα παιδικά χρόνια, του νηπιαγωγείου και του δημοτικού σχολείου, επί της ουσίας, τα πέρασα στην Αθήνα, συγκεκριμένα στον Νέο Κόσμο, όπου εκεί ζούσαμε με τη μητέρα μου και την αδελφή μου.
Μάλιστα. Τι θυμάσαι απ’ αυτά τα παιδικά χρόνια στη μεγάλη πόλη, στην πρωτεύουσα; Τι σου έχει μείνει;
Τα πράγματα ήτανε πάρα πολύ διαφορετικά, γιατί δεν υπήρχε... Πάντα σε σύγκριση με το χωριό, τώρα... Ούτως ή άλλως αντικειμενικά, έτσι... Πας αμέσως συγκριτικά, όταν έχεις αυτές τις εμπειρίες μες στο κεφάλι σου, όπως έχω ’γω, κι αυτή τη διπλή ζωή –σε εισαγωγικά–, σε ζωή και πόλη. Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Γιατί, ας πούμε, για να παίξεις ένα παιχνίδι, έπρεπε να σε συνοδέψει η μητέρα σου σε κάποιο προαύλιο ανοιχτό ή σε κάποιο πάρκο ή σε κάτι τέτοιο. Που πάντα αυτό δεν ήτανε εφικτό, και σε σχέση με το γεγονός ότι δούλευε και όλα αυτά. Εν αντιθέσει με το χωριό, το οποίο ήτανε πολύ εύκολη η πρόσβαση του να πας να παίξεις με όσα άλλα παιδιά υπήρχανε εκεί. Και γενικότερα, αυτό. Η Αθήνα ήτανε πιο... Οι ρυθμοί της ήτανε άλλοι, όπως είναι φυσικό, και βρέθηκαν εδώ οι δικοί μου για βιοποριστικούς λόγους, κατά κύριο λόγο, οπότε δεν υπήρχε... Ο αγώνας ήτανε ένας. Για ένα σκοπό, αυτό. Αυτό. Οπότε, αυτό έχω να θυμάμαι από τα πρώτα χρόνια του σχολείου. Η μάνα μου ήτανε καθαρίστρια στο σχολείο μας, στο 103ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, και είχε και το κυλικείο. Οπότε, ας πούμε, απ’ τα παιδικά χρόνια θυμάμαι να τη βοηθάω εγώ, ήδη, στις δουλειές του σχολείου, στο να καθαρίσουμε την αυλή και όλα αυτά. Και μετά να πηγαίνω στο σχολείο, την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι. Αλλά ήταν ωραία χρόνια. Υπήρξε γενικότερα στήριξη από όλους. Παρότι ήτανε μία γυναίκα μόνη, χωρισμένη κι όλα αυτά, υπήρχε στήριξη από κοινωνικούς λειτουργούς, από το σχολείο γενικότερα. Και, κάπως έτσι, μεγαλώσαμε κάπως καλά, αυτό. Αυτό.
Ωραία. Και τώρα εσύ τι θυμάσαι; Δηλαδή, όταν κάνεις την αλλαγή από την Αθήνα και ξαναπάτε οικογενειακώς στη Λέσβο–
Ναι.
Πώς σε αποδέχτηκαν τα άλλα τα παιδιά, που είστε σε μια εφηβική κατάσταση τώρα, σε γυμνάσιο και λύκειο; Πώς ήταν αυτή η αλλαγή; Τι θυμάσαι;
Καλά, η αλλαγή ήτανε τεράστια και αρκετά σοκαριστική. Γιατί έγινε μόλις εγώ τελείωσα τη ΣΤ΄ Δημοτικού, με σκοπό, ας πούμε, «Α, το παιδί να ξεκινήσει σ’ ένα νέο περιβάλλον», αφού ούτως ή άλλως θα πήγαινα σε άλλο σχολείο γυμνάσιο κτλ. Οπότε, από τον Νέο Κόσμο και το 103ο Δημοτικό Σχολείο με τόσα παιδιά, βρέθηκα σε ένα δυσπρόσιτο Γυμνάσιο της δυτικής Λέσβου, την Άντισσα, με 50 παιδιά όλο το σχολείο, για παράδειγμα. Και η διαμονή μας ήτανε σ’ ένα χωριό, το οποίο ήτανε ένα χωριό 60-70 κατοίκων, όπως σου είπα, που για να πάμε σχολείο έπρεπε να πάμε, εννοείται, με το λεωφορείο που περνούσε από όλα τα χωριά και μάζευε τα παιδιά και φτάναμε, στα 10 χιλιόμετρα μετά, στο σχολείο μας. Ήτανε πολύ διαφορετικά. Ήτανε πιο απλά τα πράγματα –γίνανε σε κάποιες περιπτώσεις, τέλος πάντων– και πιο εύκολα. Υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία. Υπήρχε επικοινωνία με τη φύση. Ήρθαμε σε επαφή με πάρα πολλά ζώα, για παράδειγμα, είτε οικόσιτα είτε όχι, τέλος πάντων. Από γάτες, σκυλάκια κτλ. μέχρι οτιδήποτε άλλο, τέλος πάντων, μπορεί να συναντήσει κάποιος στο χωριό, που στην πόλη δεν τα είχαμε ξαναδεί, δεν είχαμε τέτοιες εμπειρίες. Επίσης, ήμασταν όλα κι όλα στο χωριό εφτά παιδιά όλα. Τότε, το 2000... Το 2000! Ακριβώς ήταν! Το 2000. Ήμασταν εφτά παιδιά στο χωριό, σε μια ηλικία που πηγαίναμε σχολείο. Οπότε, επί της ουσίας παίζαμε όλοι μαζί κάθε απόγευμα, στην αυλή του σχολείου, που ήταν ένα παλιό Σχολείο Αρρένων, που έπειτα έγινε μεικτό και τη δεκαετία του ’80 έκλεισε. Οπότε εμείς, σ’ αυτή την αυλή, παίζαμε κάθε απόγευμα. Κάναμε τις δικές μας ομάδες κτλ. και παίζαμε. Και γενικότερα, εντάξει, υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία σίγουρα. Κι υπήρχανε κι άλλες δυσκολίες, πιο κοινωνικές, οικονομικές κτλ. Αυτό.
Μάλιστα. Να σταθούμε λίγο σ’ αυτές τις δυσκολίες τις κοινωνικές. Ένιωσες εσύ, όταν πήγες πρώτη φορά, ας πούμε, στο χωριό ή στο σχολείο, μια διαφορετική αντιμετώπιση, ας πούμε ότι είσαι το παιδί της πόλης, της πρωτεύουσας, ότι υπάρχει κάποια διαφορά με τα παιδιά του χωριού;
Α, ναι! Όντως, υπήρχε αυτό γενικότερα. Ας πούμε, λέγανε: «Α, τα παιδιά είναι απ’ την Αθήνα». Αλλά και καλά... Όχι υποτιμητικά όμως. Σαν κάτι καλύτερο ίσα ίσα. Δηλαδή σε μια τέτοια κατάσταση. Που αυτό είχε και αποτέλεσμα, για παράδειγμα, να... Στις πρώτες εκλογές, στην Α΄ Γυμνασίου, που είχε γίνει, όλα τα παιδιά, ενώ δεν με γνωρίζανε, γιατί δεν είχαμε πάει μαζί δημοτικό, παρ’ όλα αυτά με είχανε ψηφίσει για πρόεδρο της τάξης μέσα στον πρώτο μήνα, που δεν είχαμε καν γνωριστεί κι όλα αυτά. Νομίζω ότι βάρυνε πολύ αυτό. Σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα μου και με την εμπειρία της πόλης, σε εισαγωγικά. Αλλά υπήρχε διαφορά νοοτροπίας, γενικότερα, συνολικότερα. Δηλαδή, άλλη η νοοτροπία των παιδιών του χωριού, άλλη η δική μου. Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρξαν, έτσι... Κατάφερα να προσαρμοστώ, αυτό. Αυτό. Δεν υπήρχανε άσχημα περιστατικά και όλα αυτά. Αλλά υπήρχε πάντα αυτή η διαφοροποίηση, ότι ναι, το σημείο αναφοράς, η Αθήνα ας πούμε, ότι «Α, αυτά τα παιδιά έχουνε έρθει από την Αθήνα, οπότε έχουν και άλλες παραστάσεις». Οπότε οι άλλοι μας βλέπανε λίγο... Κάτι σαν πιο... Σαν ανώτερο, σε εισαγωγικά. Που δεν ίσχυε βέβαια, απλά είχαμε πάνω μας τη μαγεία, σε εισαγωγικά, της πόλης, για τα παιδιά του χωριού. Που, σου λέω, ήτανε σ’ ένα χωριό δυσπρόσιτο και μπορεί να μην είχανε πάει ούτε μέχρι την πρωτεύουσα του νησιού, που είναι στα 90 χιλιόμετρα.
Κατάλαβα. Απ’ τους υπόλοιπους κατοίκους εκεί, του χωριού ή της ευρύτερης περιοχής που πήγαινες σχολείο;
Υπήρχε αποδοχή, γιατί νομίζω ότι βάρυνε και το γεγονός ότι ήμουνα και καλή μαθήτρια γενικότερα, ρε παιδί μου. Οπότε, ήρθε όλο και έδεσε. Ότι υπήρχε και μια προκοπή, σε εισαγωγικά, ε ήμουνα και μια καλή μαθήτρια και ένας καλός χαρακτήρας, όπως λένε, οπότε υπήρχε αποδοχή. Και έβαζα και σε διαδικασία τα παιδιά του χωριού –αυτά τα εφτά παιδιά που ήμασταν– να ξαναζωντανέψουμε το χωριό, σε εισαγωγικά. Είτε κάνοντας κάποιο πάρτι στην αυλή του, εγκαταλελειμμένου πλέον, σχολείου, είτε κάνοντας κάποιο παζάρι με υλικά και προϊόντα που φτιάχναμε εμείς, είτε γράφοντας κάποιο θεατρικό μαζί με άλλα παιδιά για να το παίξουμε σε όλο το χωριό, να το δει όλο το χωριό. Δηλαδή υπήρχε αυτή η διάθεση πάρα πολύ έντονα, της προσφοράς και της κοινότητας, το να ξαναζωντανέψουμε την κοινότητα. Και είχαμε κάνει διάφορα τέτοια. Βγάλαμε και εφημερίδα στο χωριό, την οποία επιμελήθηκα εγώ και έβαλα τα παιδιά να γράψουνε. Αυτό. Κάναμε θεατρικό, κάναμε παζάρι, κάναμε πολλά [00:10:00]πραγματάκια. Οπότε, γενικότερα, υπήρχε μια μεγάλη αποδοχή. Αυτό. Αυτό. Εμείς δεν είχαμε πρόβλημα σαν παιδιά. Δηλαδή περισσότερα προβλήματα αντιμετώπισε ο πατέρας μου, ο οποίος ήτανε οικοδόμος και το δίκτυο των σχέσεων των εργατών, των οικοδόμων, των εργολάβων κτλ. ήτανε πολύ πολύ συγκεκριμένο σε εκείνη την περιοχή. Ξέρεις, τέλος πάντων. Σ’ ένα χωριό, ρε παιδί μου, ή σε μια ευρύτερη περιοχή, τις δουλειές τις έχει ένας. Αυτός αντιμετώπισε μεγαλύτερο ανταγωνισμό και μεγαλύτερη δυσκολία και, όντως, είχε και περισσότερα προβλήματα στη δουλειά του απ’ αυτό το πράγμα. Από τις κλίκες του χωριού ή, τέλος πάντων, απ’ την κατάσταση, που υπήρχε μια συγκεκριμένη ισορροπία και ερχόταν να τη διαταράξει. Εμείς περάσαμε καλά σαν παιδιά.
Segment 2
Η εικόνα του χωριού, οι αλλαγές μέσα στον χρόνο και η καθημερινή ζωή των κατοίκων
00:10:50 - 00:19:35
Μάλιστα. Λοιπόν, τώρα θέλω, εγώ που δεν έχω έρθει στο χωριό σου, αν μπορείς να μου το περιγράψεις. Δηλαδή είναι παραθαλάσσιο; Πώς είναι η ρυμοτομία; Πώς είναι τα σπίτια; Ένας δηλαδή που το βλέπει για πρώτη φορά, τι εικόνα βλέπει;
Πολύ ωραία. Βρίσκεται στα 90 χιλιόμετρα από την πόλη της Λέσβου... Της Μυτιλήνης, να το πω σωστά... Βρίσκεται στο άκρο της δυτικής Λέσβου, στον δήμο Ερεσού-Άντισσας. Το τοπίο, γενικότερα εκεί, είναι ηφαιστειογενές, γιατί υπήρχε το μεγάλο ηφαίστειο στο δίπλα χωριό, το οποίο εξερράγη και δημιουργήθηκε το απολιθωμένο δάσος του Σιγρίου. Είναι ένα χωριό που βρίσκεται χωμένο μέσα σε δύο πλευρές βουνών και στη μέση του περνάει ένα ποτάμι. Είναι ένα χωριό που μπαίνεις στην είσοδο, ας πούμε, και βέβαια σε καλωσορίζει η εκκλησία και το καμπαναριό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, όπως και το εγκαταλελειμμένο σχολείο. Και προχωράς προς τα μέσα. Το χωριό είναι πλακόστρωτο. Τα σπίτια του, τα περισσότερα, είναι φτιαγμένα με κοκκινόπετρα, που είναι η τοπική πέτρα εκεί που αξιοποιούσανε, τέλος πάντων, οι χτίστες της εποχής εκείνης για τα πιο πλούσια σπίτια. Κοκκινόπετρα από το ηφαίστειο και όλα αυτά. Αυτό, αυτό. Τα σπίτια του είναι μέχρι και διώροφα –κάποια πιο πλούσια σπίτια, ξέρεις, με πιο πολλά δωμάτια– και έχει και πιο μικρά και πιο φτωχικά σπίτια. Τα παλιότερα χρόνια αυτό το χωριό χωριζότανε σε δύο κομμάτια. Το ένα κομμάτι ήτανε το κομμάτι των Τούρκων και το άλλο ήτανε των χριστιανικών οικογενειών. Δηλαδή οι Τούρκοι ζούσανε στο χωριό από την Άλωση της Πόλης, χοντρικά –υπάρχουν αναφορές–, μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάνης. Όπου, από τα μισά και πάνω του χωριού, είναι το τούρκικο χωριό, που λέμε –το οποίο είχε χαμάμ, είχε μιναρέ, είχε τούρκικες ιδιοκτησίες, σπίτια και όλα αυτά, που με το πέρασμα των χρόνων έχουνε μείνει κάποια ερείπια– κι από τη μέση και κάτω ήτανε το χριστιανικό χωριό, το χωριό των χριστιανών, που ζούσανε έξι-εφτά ελληνικές, χριστιανικές οικογένειες. Ζούσανε καλά, διαβιούσανε μαζί, δεν είχανε διαφορές. Απλά, είχανε κάτι μικροδιαφορές σε σχέση με το νερό, που ήτανε ένα σημείο αναφοράς για εκείνα τα χρόνια. Γιατί υπήρχε, ας πούμε, μία στέρνα, μία βρύση, που ήτανε πιο κοντά στο τουρκικό χωριό, στο τούρκικο κομμάτι του χωριού. Οπότε είχανε μικροεντάσεις. Μπορεί να σπάγανε κάποια στάμνα οι Τούρκοι των Ελλήνων ή τα Τουρκάκια –τα παιδιά, μικρά σε ηλικία– των Ελλήνων κτλ. Αυτό το θέμα μετά διευθετήθηκε, όταν ένας πλούσιος Έλληνας, με καταγωγή από το χωριό, φρόντισε να φτιάξει... να φέρει νερό, τέλος πάντων, και για το χριστιανικό κομμάτι. Οπότε, κάπως έτσι λύθηκε και έγινε και η βάση για το πρώτο υδραγωγείο του χωριού. Αυτό. Μετά, με το πέρασμα των χρόνων, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, οι Τούρκοι έφυγαν. Έμειναν οι περιουσίες τους, οι οποίες δεν αξιοποιήθηκαν γενικά, απλά μείναν έτσι και ερήμωσαν. Υπάρχουνε τα ερείπια και από το χαμάμ και από τον μιναρέ. Αυτό. Και γύρω στο 1950 έγινε μία νέα προσπάθεια για να έρθει καλύτερης ποιότητας νερό στο χωριό και οι σωληνώσεις να είναι καλύτερες... Έγινε αυτή η προσπάθεια από τον Ευριπίδη Κουτλίδη. Ο Ευριπίδης Κουτλίδης... Μπορεί να τον έχεις ακουστά, γιατί ήταν ένας πολύ μεγάλος συλλέκτης που συνέλεγε έργα τέχνης, πίνακες ζωγραφικής και όλα αυτά και τα έχει χαρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας. Και, τέλος πάντων, αυτός καταγόταν από το χωριό, έκανε μια δωρεά στο χωριό ώστε να φτιάξει σωλήνες με αμίαντο. Τότε τον χρησιμοποιούσαν, εκείνη την εποχή, για να έρχεται πιο καλά το νερό στο χωριό και όλα αυτά. Στο τέλος κατηγορήθηκε από το ίδιο το χωριό ότι έφαγε και λεφτά, σε εισαγωγικά, απ’ αυτό το έργο. Οπότε παρεξηγήθηκε, πικράθηκε, και δεν άφησε τίποτα από τη συλλογή αυτή στο χωριό. Τα άφησε όλα στο κράτος, τη συλλογή των πινάκων του. Πίνακες του Ιακωβίδη και άλλων ξένων ζωγράφων. Και, τελικά, αυτό το κομμάτι μεταφέρθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη. Ένα του μέρος, της συλλογής, εξετέθη στην Κέρκυρα και τα άλλα φυλάσσονται, τέλος πάντων, στην Εθνική Πινακοθήκη και όλα αυτά. Και αυτός ο άνθρωπος καταγόταν απ’ αυτό το μικρό χωριό και, παρ’ όλα αυτά, πικράθηκε τόσο πολύ ώστε δεν άφησε τίποτα από την τεράστια περιουσία του, εκείνη την εποχή, στο χωριό. Υπάρχει αυτό το θέμα, ας πούμε, της φαγωμάρας, σε εισαγωγικά, μεταξύ τους. Όπως, φαντάζομαι, σε κάθε χωριό. Αυτό.
Μάλιστα. Τώρα θέλω να μου πεις, από τα εφηβικά σου χρόνια, που μιλάμε περίπου για ποια δεκαετία;
2000 με 2006, που τελείωσα το λύκειο. Εκεί.
Ωραία. Η εικόνα που έχεις από αυτή την περίοδο, σε σχέση με σήμερα που, υποθέτω, το επισκέπτεσαι το χωριό σου–
Ναι.
Παρατηρείς αλλαγές;
Υπάρχουν αλλαγές. Οι αλλαγές είναι σαφείς. Πρώτα απ’ όλα, ας πούμε, έκλεισε το μοναδικό καφενείο, το οποίο υπήρχε εκεί ως σημείο αναφοράς. Υπήρχε ένα καφενείο, το είχε ο Πρόεδρος της Κοινότητας... Τώρα πια δεν υπάρχει και Κοινότητα με τους νέους τρόπους διαχωρισμού, τέλος πάντων, και Καποδίστρια κτλ., όλα αυτά τα σχέδια... Υπήρχε αυτό το καφενείο, το οποίο, για παράδειγμα, έχει κλείσει. Υπήρχανε πολλοί άντρες –τέλος πάντων, πολλοί άνθρωποι, και παππούδες κτλ.–, που είχαν κάποιο σημαίνοντα ρόλο στο χωριό, ρε παιδί μου. Είτε ήτανε κάποιος που ήτανε αγροφύλακας είτε ήτανε ο Πρόεδρος της Κοινότητας... Δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι έχουν φύγει πια –πρόσφατα έχουνε πεθάνει–, οπότε δεν υπάρχει πια ούτε καφενείο στο χωριό ούτε κάποιο άλλο σημείο αναφοράς, που ήτανε εκείνοι οι άνθρωποι. Σίγουρα, κάποιοι άλλοι έχουνε μπει στις θέσεις τους –πιο νέοι–, αλλά όντως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στο χωριό έρχεται... Το ψωμί και όλα αυτά, ό,τι χρειάζεσαι, έρχεται κάθε δεύτερη μέρα από τα γειτονικά χωριά. Αυτό. Και έχει όλο και λιγότερους μόνιμους κατοίκους. Το καλοκαίρι αλλάζουνε τα πράγματα και πολλοί το επιλέγουνε. Θες η κρίση, θες όλο αυτό που γίνεται κτλ., πολλοί το επιλέγουνε να πάνε το καλοκαίρι. Δηλαδή υπάρχουνε πάρα πολλά καλοκαίρια που έχει πάρα, πάρα πολύ κόσμο. Κάτι που δεν γινότανε, για παράδειγμα, παλιά. Πολλοί νέοι άνθρωποι, δηλαδή, το επισκέπτονται. Με τα δεδομένα πια της εποχής. Με το διαδίκτυο, με πιο μοντέρνα πάρτι στα γύρω χωριά... Δηλαδή τα παλιά πανηγύρια έχουν γίνει πια πάρτι. Οι παλιοί χοροί της Παναγιάς έχουνε γίνει τα αντίστοιχα πάρτι και οι συναντήσεις των νέων. Υπάρχουνε διαφορές, σίγουρα.
Μάλιστα. Θέλω τώρα να φέρεις στο μυαλό σου το χωριό αυτό του 2000, του 2005, ας πούμε, και να μας περιγράψεις λίγο τις κοινωνικές σχέσεις στο χωριό. Δηλαδή υπήρχε αυτή η αίσθηση της γειτονιάς; Πώς περνάγαν τον χρόνο τους οι γυναίκες και οι άντρες του χωριού;
Α, ναι, βέβαια. Ήτανε πάρα πολύ... Τα πράγματα ήτανε συγκεκριμένα και ήσυχα, ρε παιδί μου. Με μια ωραία ησυχία και ισορροπία. Τι εννοώ; Ότι ο καθένας είχε τον δικό του ρόλο και τα δικά του δεδομένα. Δηλαδή οι γυναίκες φρόντιζαν... Οκ, ναι, φρόντιζαν για την οικογένειά τους, για το σπίτι τους και όλα αυτά... Μπορεί να είχαν κάποια οικόσιτα ζώα... Οικόσιτα... Τέλος πάντων... Κοντά στο σπίτι ζώα, όπως ήτανε οι κότες... Οκ, πάνε τις φροντίζουνε κι όλα αυτά... Μπορεί να βοηθούσανε τους άντρες... Αλλά, κυριότερα, οι βοσκοί και όλοι αυτοί... Οι βοσκοί ήτανε αντρική δουλειά, και αυτοί φρόντιζαν να έχουνε τα ζώα τους ή τα χωράφια τους κι αυτά... Και πολύ λίγες φορές βοηθούσανε κι οι γυναίκες σε αυτά... Κυρίως ήτανε αντρική δουλειά, ρε παιδί μου. Αυτό. Οι άντρες θα πηγαίνανε στη δουλειά τους τα πρωινά και μετά θα πηγαίνανε στο καφενείο. Θα κάθονταν εκεί, θα τρώγανε τον μεζέ τους, θα πίνανε το ούζο τους κτλ. –τι θα κάνανε– και το βράδυ θα ξαναπηγαίνανε στα ζώα τους. Οι γυναίκες ήτανε πιο πολύ στη δουλειά τους, στο σπίτι τους, άντε να πάνε σε κάνα άλλο σπίτι ή να κάνουνε γειτονιό μεταξύ τους. Βγαίναν έξω απ’ τις πόρτες –το ωραίο το γειτονιό, το κλασικό–, καθόντουσαν τρεις-τρεις, τέσσερις-τέσσερις, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε πόρτα, και μπορεί να φτιάχνανε, να καταπιάνονταν δηλαδή με έργα. Δηλαδή να φτιάχνανε κάποιο γλυκό, όπως γλυκό κεράσι –να κάναν την προετοιμασία, δηλαδή–, ή να φτιάχνανε ζυμαρικά, φιδέ, να φτιάχναν κάποιο τοπικό γλυκό, όπως η πλατσέντα... Τέτοια πράγματα.
Τι είναι η πλατσέντα;
Η πλατσέντα είναι ένα τοπικό γλυκό με πολύ φτωχικά υλικά. Δηλαδή, επί της ουσίας, αλεύρι, νερό, λίγο ζάχαρη για το σιρόπι κτλ. Δηλαδή φτιάχνεις πάρα πολλά φύλλα από αλεύρι και νερό, τα σουρώνεις όλα μαζί, τα βάζεις κυκλικά σε ένα ταψί, τα παραγεμίζεις, επί της ουσίας, με αμύγδαλο και καρύδι, και είναι [00:20:00]κάτι σαν ένας φτωχικός μπακλαβάς. Ονομάζεται πλατσέντα. Είναι το καλό γλυκό του χωριού. Είναι ένα φτωχικό γλυκό, γιατί γενικότερα το χωριό ήταν ένα φτωχό χωριό. Δηλαδή, ακόμα και στην ακμή του, ήταν ένα χωριό με 900 άτομα. Αλλά πάντα ήταν ένα φτωχικό χωριό, που ζούσε κυρίως από τα πρόβατα, κατσίκες και τέτοια πράγματα, από την ξυλεία, γιατί έχει πάρα πολύ πεύκο γύρω... Αυτά. Δηλαδή οι άνθρωποι ήτανε... Και από τα κάστανα. Γιατί είναι σε υψόμετρο, οπότε έχει και πολλά κάστανα. Οπότε, η πλατσέντα ήτανε το παραδοσιακό γλυκό. Και είναι το γλυκό των γάμων κιόλας. Φαντάσου, δηλαδή. Ένα τόσο φτωχικό γλυκό, με δυο-τρία υλικά, σηματοδοτούσε μία τέτοια πολύ σημαντική στιγμή, κοινωνική στιγμή. Τη στιγμή του γάμου, για παράδειγμα. Ή, τώρα που το ’φερε η συζήτηση, όταν ήθελες να πας να κάνεις τον αρραβώνα, εσύ, που ήσουνα άντρας, θα έπρεπε να φέρεις μία κότα. Ούτε καν κάποιο άλλο, πιο ακριβό ζώο. Μία κότα σφαγμένη, στολισμένη σ’ ένα καλάθι κτλ., για να ζητήσεις την κοπέλα. Δηλαδή καταλαβαίνεις ότι τα μέσα που είχανε οι άνθρωποι ήτανε πολύ περιορισμένα, αλλά είχανε δέσει κάθε μία σημαντική στιγμή, όπως γίνεται πάντα στον λαϊκό πολιτισμό, με κάποιο σύμβολο. Την πλατσέντα σαν γλυκό ή τα ντολμαδάκια ή οτιδήποτε άλλο.
Πολύ ωραία. Υπάρχει κάποιο άλλο τοπικό φαγητό που κάνουνε στο χωριό ή στην ευρύτερη περιοχή, που δεν είναι τόσο διαδεδομένο στην υπόλοιπη Ελλάδα;
Εντάξει, ο τραχανάς –ή τραχανός, τέλος πάντων– και οι χάχλες που φτιάχνουνε. Οι χάχλες είναι, όταν παίρνεις τον τραχανά, αφού έχεις ρίξει μέσα και το σιτάρι και όλα αυτά, και γίνεται ένα συμπαγές σώμα και αρχίζεις να το πλάθεις μέσα στο χέρι σου. Σαν μικρά τασάκια φαντάσου το, πλασμένα από τραχανά, κι αυτά τα βάζουνε και τα αφήνουνε να ξεραθούνε και τα χρησιμοποιούνε για όλες τις εποχές του χρόνου. Είτε για μια απλή σούπα είτε για να το φάνε στα γρήγορα, έτσι σαν προσφάι. Τώρα, οι πιο σύγχρονοι μάγειρες κτλ., θέλοντας να αξιοποιήσουν την τοπική παράδοση, παίρνουνε τις χάχλες –που είναι ένα πολύ απλό υλικό, όπως σου είπα– και τις παραγεμίζουνε ή τις φτιάχνουνε με γλυκό του κουταλιού, τις συνοδεύουνε και όλα αυτά. Δηλαδή βάζουνε και ένα μοντέρνο στοιχείο σ’ αυτό το, κατά τα άλλα, πάρα πολύ απλοϊκό υλικό, όπως είναι ο τραχανάς και οι χάχλες. Επίσης, αξιοποιούνε πάρα πολύ την κόκκινη κολοκύθα –του Halloween–, που δεν ήτανε μόδα στο χωριό για λόγους Halloween, αλλά ήτανε επειδή είχανε πάρα πολλές τέτοιες κολοκύθες. Οι οποίες γίνονται από τηγανητές –τηγανητή κολοκύθα, με ζάχαρη πάνω– μέχρι γλυκιά πίτα, μέχρι πιτάρια με κολοκύθα μέσα, μέχρι και αλμυρή πίτα. Γενικότερα, αξιοποιούσανε ό,τι είχανε. Επίσης, υπάρχουνε πάρα πολλά κάστανα και πολλά σύκα. Που απ’ τα σύκα φτιάχνανε και το βράσμα ή φτιάχνανε λικέρ... Τέτοια πράγματα.
Το βράσμα τι είναι;
Το βράσμα είναι αυτό που λέμε «το πετιμέζι». Δηλαδή παράβραζαν τα σύκα και παίρνανε το ζουμί και τη γλύκα του ζουμιού και φτιάχνανε το δικό τους πετιμέζι. Το δικό τους μέλι, σε εισαγωγικά. Αλλά ήταν από φυτικό προϊόν, δεν ήταν από μέλισσες. Και το χρησιμοποιούσανε σε όλα τους τα γλυκά μετά. Επειδή δεν υπήρχε το μέλι, επειδή ήταν κάτι πολύ ακριβό. Υπήρχαν όμως τα σύκα. Οπότε αξιοποιούσαν τα σύκα για να φτιάξουν το δικό τους μέλι –το πετιμέζι, δηλαδή–, το οποίο χρησιμοποιούσαν σε πάρα πολλά γλυκά τους. Όπως και τώρα το χρησιμοποιούν, ακόμα και σήμερα.
Πολύ ωραία. Το έθιμο αυτό, πριν που μας είπες –με την κότα, ας πούμε, για τον αρραβώνα κτλ.–, επιβιώνει μέχρι και σήμερα; Το ’χεις δηλαδή δει με τα μάτια σου;
Όχι, αυτό το έθιμο δεν επιβιώνει πια. Απ’ αυτό, ας πούμε, επιβιώνει το γεγονός να φτιάξεις πλατσέντα. Το να πας μια κότα σ’ ένα καλάθι πια, όχι, δεν το κάνουνε. Όμως, όταν γίνεται ένας αρραβώνας, όταν τύχει να γίνει, ακόμα και στην Αθήνα να ζούνε αυτοί που θα παντρευτούνε, αν κάποιος είναι απ’ αυτό το χωριό, θα πάει στους συμπέθερους, στη νύφη του ή στον γαμπρό του –τέλος πάντων, ό,τι είναι–, θα πάει αυτό το γλυκό και θα τους εξηγήσει την ιστορία. Την κότα την έχουμε αφήσει πίσω, ρε παιδί μου. Αλλάξανε τα πράγματα. Αλλά αυτό το γλυκό μένει σαν θύμηση. Όπως πάνε τον μπακλαβά και τέτοια πράγματα, πάνε αυτό το γλυκό. Ή και οι γυναίκες το φτιάχνουνε σε μεγάλες γιορτές, όπως είναι τα Χριστούγεννα ή όπως είναι της Παναγιάς, ο Δεκαπενταύγουστος.
Μάλιστα. Υπάρχει... Υπάρχουν, μάλλον, κάποια άλλα ήθη, έθιμα του χωριού ή της ευρύτερης περιοχής που να τα ’χεις ζήσει, που να σου ’χουν κάνει εντύπωση;
Ναι, υπάρχει το έθιμο της τελευτής. Όπου, όταν πεθάνει κάποιος, τέλος πάντων, εντάξει, οκ, θα τον πάρει το γραφείο τελετών τώρα πια, θα τον καλλωπίσει και θα τον φέρει πίσω, ώστε να γίνει η ταφή. Υπάρχει η περιφορά του νεκρού, υπάρχει το ξενύχτισμα στο σπίτι του, τη βραδιά πριν την κηδεία, το κάλυμμα... Θα καλύψουμε όλους τους καθρέφτες και όλα αυτά, για να μην παγιδεύεται η ψυχή του νεκρού. Και όταν θα έρθει η στιγμή για να βγάλουνε τον νεκρό και να τον πάνε να τον θάψουνε σιγά σιγά προς το νεκροταφείο, από πίσω του θα σπάσουνε ένα πήλινο σκεύος –είτε με νερό, αν είναι ένα κανάτι, είτε μπορεί να ’ναι ένα πήλινο πιάτο–, για να φοβηθεί ο Θάνατος και να φύγει. Είναι κάτι που συμβαίνει από τα αρχαία χρόνια αυτό και το έχω δει να συμβαίνει και μπροστά στα μάτια μου και ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό. Επίσης, αφού τέλος πάντων τελειώσει η περιφορά του φερέτρου στα σταυροδρόμια του χωριού –κάπως σαν να εξαγνίζει και το χωριό και τον δρόμο αυτόν–, όταν φτάσει η στιγμή της ταφής, θα γίνει κανονικά με όλο το τελετουργικό και όλα αυτά, και παλιότερα, πάνω σ’ αυτό, χρησιμοποιούσανε κομμάτια κεραμίδι, που ζωγράφιζαν πάνω ένα σταυρό και τον έβαζαν στις τρύπες που έχει το πρόσωπο του ανθρώπου, όπως είναι το στόμα, η μύτη και τα μάτια. Αυτό το κάνανε... Όπως παλιότερα οι Αρχαίοι βάζανε το νόμισμα για να περάσει ο βαρκάρης απέναντι τον νεκρό στην Αχερουσία κτλ., το κάνανε και εδώ. Και βάζανε κομμάτια κεραμιδιού στο στόμα, στη μύτη και στα μάτια για αυτό τον λόγο, τέλος πάντων. Αυτό. Και επίσης, κάτι άλλο που κάνουνε είναι, μόλις γίνει η ταφή, για τις επόμενες σαράντα μέρες να πηγαίνουνε φαγητό στον νεκρό. Στον τάφο δηλαδή του νεκρού, να πηγαίνουνε φαγητό. Αυτό το κάνανε και οι Αρχαίοι, απ’ όσο ξέρω. Το ’χω δει να γίνεται. Σε παιδί μικρής ηλικίας, τέλος πάντων, κιόλας. Που η θεία του μετά το κράτησε αυτό το έθιμο και για σαράντα μέρες πήγαινε κάθε μέρα φαγητό στο μνήμα, στον τάφο. Αυτό.
Πολύ ενδιαφέροντα–
Επίσης μοιράζουνε... Πάνω σ’ αυτό, συγγνώμη... Μοιράζουνε και φαγητό... Για σαράντα μέρες μπορεί να μαγειρεύει αυτός που έχασε τον δικό του άνθρωπο και να μοιράζει στο χωριό. Επί της ουσίας, για να γίνει η συγχώρεση, ρε παιδί μου, αυτό που λέμε.
Πάρα πολύ ωραία.
Και υπάρχουν κι άλλες σκέψεις. Ότι αν δεις αγριεμένο τον νεκρό ή αν ήτανε γαλήνιος και διάφορες τέτοιες δεισιδαιμονίες... Δηλαδή, αν ήτανε αγριεμένος στην όψη, είτε λένε ότι δεν είχε καλή ψυχή είτε λένε ότι θα πάρει και κάποιον άλλον μαζί του. Δηλαδή είναι κάτι αυτό που ακόμα το κρατάνε. Αν ήτανε γαλήνιος, ήτανε ήρεμο και το χωριό, ρε παιδί μου, ότι τελείωσε αυτός ο κύκλος. Κλείνει και τελείωσε.
Πολύ ενδιαφέροντα έθιμα. Αρκετά δεν τα ’χα ξανακούσει, πρέπει να πω. Αυτό που ήθελα να ρωτήσω τώρα είναι... Απ’ τις περιγραφές σου, καταλαβαίνω ότι είναι ένα χωριό σ’ ένα επιβλητικό μέρος.
Ναι.
Υπήρχε κάποιος θρύλος ή παραμύθι που ’χεις ακούσει απ’ τη μαμά σου, απ’ τη γιαγιά σου, από κάποιον στο χωριό, που να αναφέρεται σε κάποια τοπική δοξασία;
Ναι. Υπάρχουνε διάφορα τοπωνύμια που έλκουν την καταγωγή τους από θρύλους, όπως Της Γριάς τα Ράχτα. Τα ράχτα είναι τα βράχια. Και, σύμφωνα με την παράδοση, ρε παιδί μου... Είναι πάνω στο βουνό και μακριά απ’ το χωριό... Ότι ζούσε παλιά εκεί μια γριά, που είχε πάει εκεί για να μην τη σκοτώσουνε οι Τούρκοι –κάτι τέτοιο, τέλος πάντων– και τη σκότωσαν εκεί και έχει μείνει το τοπωνύμιο Της Γριάς τα Ράχτα. Επίσης, υπάρχουνε πάρα πολλές αναφορές σε νεράιδες. Όπου υπάρχει νερό, λένε ότι υπάρχουνε και νεράιδες. Δηλαδή και το πιστεύουνε αυτό οι άνθρωποι που μπορεί να έχουνε κάποιες εργασίες κοντά στο νερό. Είτε να ’χουνε χωράφια είτε τα ζώα τους και όλα αυτά. Εντάξει, είναι ένα τοπίο, ένα δάσος τεράστιο, ένα πευκόδασος με πάρα πολλά είδη πεύκων, ένα αχανές δάσος, μεγάλο, με πολλές πηγές. Έχει και πηγή φυσικού νερού, από την οποία παίρνει το νερό το χωριό. Οπότε, έχει δεθεί η ύπαρξη του νερού με τις νεράιδες. Ότι βγαίνουνε, ότι χορεύουνε, ότι σε μαγεύουνε κι όλα αυτά... Με τη γοητεία τους, γενικότερα.
Μάλιστα. Κάτι που ήθελα να ρωτήσω και πιο πριν: υπήρχαν κάποια παιδικά παιχνίδια που παίζατε, ας πούμε, με τα παιδιά του χωριού, που θα μπορούσες να μας περιγράψεις;
Τα παιχνίδια ήτανε περισσότερο... Εντάξει, ήτανε τα κλασικά, οκ. Κυνηγητό, κρυφτό, τέτοια πράγματα... Κάτι έτσι που ήτανε... Ήταν λίγο το κεραμίδι που παίζαμε. Το οποίο, ξέρεις, κάνεις κάτω τα κουτάκια –τα ζωγραφίζεις κάτω με μία κιμωλία τα κουτάκια– και προσπαθείς να κλωτσήσεις το κεραμίδι από κουτάκι σε κουτάκι ενώ εσύ κάνεις κουτσό. Οπότε, πρέπει να περάσεις από όλα τα κουτάκια σε κουτσό μαζί με το κεραμίδι, το οποίο κλωτσάς, για να ολοκληρώσεις την πίστα επιτυχημένα. Επίσης, ήτανε τα [00:30:00]πεντόβολα. Τα οποία δεν παίζαμε με βόλους γυάλινους –γιατί δεν είχαμε– και παίζαμε με πετραδάκια ή με κάστανα. Με τον κλασικό τρόπο που παίζουνε τα πεντόβολα. Αυτό, δεν κάναμε κάποιο άλλο. Μετά, πολύ ποδόσφαιρο παίζαμε. Εντάξει, οκ. Ή μπάσκετ σε μία υποτυπώδη μπασκέτα που φτιάχναμε εμείς. Δεν είχαμε κάποια πολύ ιδιαίτερα παιχνίδια.
Segment 4
Σκηνές από τη σχολική ζωή, αντιπαλότητες μεταξύ των χωριών και εντυπώσεις από τα τοπικά πανηγύρια και άλλα έθιμα
00:30:26 - 00:45:37
Μάλιστα. Ενδιαφέρουσες οι παραλλαγές. Δεν τις έχω ξανακούσει, ειδικά με το κεραμίδι. Τώρα θέλω, για να κλείσουμε αυτό το κομμάτι –το εφηβικό-παιδικό–, να θυμηθείς, να ανακαλέσεις στη μνήμη σου, πώς είχες νιώσει σ’ αυτό το θεατρικό που είχατε ανεβάσει στο χωριό. Ποιες ήταν οι εντυπώσεις σου;
Ήτανε πάρα πολύ ωραία εμπειρία, γιατί είχαμε μαζευτεί όλα τα παιδιά του χωριού, κάτσαμε, το γράψαμε εμείς το θεατρικό, και τι πιο απλό υλικό από το να παραστήσεις εικόνες από τη ζωή του χωριού! Οπότε... Γιατί ήτανε βιώματα κοινά σε όλους μας. Οπότε, είχαμε ρόλους. Τύπου: η γυναίκα του χωριού που περιμένει τον άντρα και φτιάχνει το φαγητό, ο άντρας-μπάρμπας που έρχεται από τα χωράφια κτλ. ή ο δάσκαλος στο σχολείο και όλα αυτά... Ήτανε πάρα πολύ ωραία. Μπήκαμε στη διαδικασία, αυτά τα εφτά παιδιά του χωριού, να γράψουμε μια θεατρική παράσταση, να τη σκηνοθετήσουμε και να την παίξουμε. Και είχε τόση επιτυχία! Δηλαδή βάλαμε καθίσματα σε μία πεζούλα και από κάτω μαζεύτηκαν όλες οι γιαγιάδες και άντρες από το χωριό, για να τη δούνε. Κι ήτανε τόσο ωραίο αυτό όλο! Χαρήκαμε πάρα πολύ που το κάναμε και για την αποδοχή που είχε, οπότε την ξανακάναμε αυτή την παράσταση. Ξαναπαίξαμε το ίδιο έργο και μετά γράψαμε ένα άλλο έργο, το οποίο παίξαμε μέσα στο κλειστό σχολείο αξιοποιώντας ό,τι έχει μείνει από το σχολείο αυτό –από τα θρανία μέχρι τους χάρτες μέχρι την κεφαλή του Μέγα Αλέξανδρου, το κλασικό κομμάτι που υπάρχει, η προτομή, σε κάθε παλιό σχολείο– και κάναμε τη ζωή του σχολείου, ας πούμε, παλιά. Και το παίξαμε μέσα στο σχολείο αυτό το θεατρικό, το δεύτερο θεατρικό. Ήτανε πάρα πολύ ωραία. Γιατί είχανε μεγάλη αποδοχή. Και γι’ αυτό τον λόγο κάναμε, όπως σου είπα, και την εφημερίδα που γράψαμε, με νέα του χωριού, με ενδιαφέροντα άρθρα –ενδιαφέροντα στη σκέψη μας, ξέρεις– και πληροφορίες από τα άλλα χωριά ή διάφορα τέτοια πράγματα. Κι ήτανε πάρα πολύ ωραία, γιατί πάντα υπήρχε στήριξη. Επί της ουσίας, ήταν ένα χωριό, μωρέ, το οποίο ήθελε τη ζωή και εμείς του τη δώσαμε, σαν παιδιά... Εφτά παιδιά που ήμασταν όλα κάπως στην ίδια ηλικία. Από 7 χρόνων μέχρι 17. Αυτό ήτανε το πλαίσιο ηλικιών που έπαιζαν. Αλλά όλοι, επειδή ήμασταν απομονωμένοι κι όλα αυτά, είχαμε γίνει μία ομάδα και φροντίζαμε γι’ αυτό. Κι ήταν ωραία, γιατί υπήρχε η αντίστοιχη στήριξη. Και από τον Πρόεδρο, δηλαδή να μας στηρίξει σε ό,τι θέλουμε... Δηλαδή δεν μας αρνήθηκαν τίποτα και σε βοήθεια. Και υπήρχε και μεγάλη στήριξη γενικότερα και μεγάλη επιτυχία σε όλο αυτό. Γι’ αυτό τον λόγο, κάναμε ακόμα και παζάρι με πράγματα που φτιάξαμε εμείς. Αξιοποιώντας αυτές τις κολοκύθες που σου έλεγα, που έχουν ως παραδοσιακές, και κάνοντας διάφορα τέτοια. Ήτανε πολύ ωραία. Ήτανε πάρα πολύ ωραία. Γιατί είχες την αίσθηση... Αυτό. Δηλαδή, της συνοχής, της ταυτότητας και της δημιουργίας ταυτόχρονα. Κι ήτανε πολύ καλό.
Μάλιστα. Εσύ τι ρόλο είχες σ’ αυτό το θεατρικό; Θυμάσαι;
Ναι. Εγώ έπαιζα τον μπάρμπα που ήρθε από το βουνό, από τα πρόβατα. Οπότε είχα φορέσει το ανάλογο outfit –όπως λέμε και σε καταπληκτικά ελληνικά–, το οποίο ήτανε μία σχετική κάπα, είχα πάρει ένα τροβά, που λέμε –το παραδοσιακό σακί που έχει μέσα ό,τι χρειάζεται να έχει κάποιος μαζί του στο βουνό–, την αντίστοιχη γκλίτσα, τέλος πάντων, για να στηρίζεται. Και τέτοια πράγματα. Αρβύλες, γαλότσες... Τέτοια πράγματα. Είχε πάρα πολλή πλάκα, γενικότερα. Είχε... Ολόκληρη ιστορία γινότανε.
Κατάλαβα, κατάλαβα. Τώρα θα ’θελα να σε ρωτήσω, επειδή απ’ ό,τι ξέρουμε είναι μεγάλο νησί η Λέσβος, αν υπάρχουν, ας πούμε, προκαταλήψεις απέναντι σε κατοίκους άλλων χωριών ή αντιπαλότητες ή αν έχετε ιδιαίτερες ιδιότητες για τους κατοίκους ενός χωριού ή ενός άλλου;
Ναι, υπάρχουνε! Αυτό πάντα γίνεται! Γίνεται ανάμεσα στα χωριά πάντα. Και σε περιοχές γενικότερα ή ευρύτερα, μεγαλύτερες. Για παράδειγμα, υπάρχουνε και τα τοπωνύμια που δίνουνε. Τα παρατσούκλια, μάλλον, να το πω σωστά. Για παράδειγμα, το χωριό Φτερούντα, αυτό που έμενα, επειδή γενικότερα ήτανε πάρα πολύ φτωχοί κι αυτό μπορεί να τους έβγαινε και σε θέμα συμπεριφοράς κι όλα αυτά, τους λέγανε «μοίρες». Τύπου από το κακόμοιρος, μοίρος, μοίρα, ότι «Κλαίω συνέχεια τη μοίρα μου» κτλ. Ένα άλλο χωριό, το κεφαλοχώρι, την Άντισσα, το λέγανε ή «Τελώνια», γιατί εκεί υπήρχε παλιά τελωνείο, ή «Κάπαλα», επειδή εκεί παλιά υπήρχε ένας λόφος στον οποίο απομόνωναν τους λεπρούς. «Κάπαλα» από τις πληγές των λεπρών. Καπαλιάρηδες. Το δίπλα χωριό, τη Βατούσα... Πάλι έχουμε μεγάλη αντιπαλότητα, γιατί είναι στα 3 χιλιόμετρα... Γιατί αυτό ήτανε και πιο πλούσιο χωριό πάντα κτλ., οπότε υπάρχει έτσι μία αντιπαλότητα... Και τα Χίδηρα, βέβαια, που είναι ένα άλλο χωριό το οποίο είναι στα 7 χιλιόμετρα πιο μακριά από το χωριό, ακόμα πιο απομονωμένο, που ή τους λέγανε παλιά «Κεράνια» –αλλά δεν ξέρω αυτό τι σημαίνει, αλλά, απ’ ό,τι μου ’χουν εξηγήσει, είναι και καλά αυτός που δεν έχει μυαλό, ρε παιδί μου– ή τις λέγανε σύγχρονα «Ταλιμπάν», γιατί δεν επιτρεπόταν, μέχρι και τώρα κοντά, να ’σαι γυναίκα μόνη σου ή κορίτσι –τύπου 15 χρόνων, 14,15,16– και να περάσεις μόνη σου απ’ το καφενείο. Οπότε υπήρχανε πάντα οι διαμάχες. Πάντα σε χορούς και σε πάρτι –τώρα, και τα πιο σύγχρονα ακόμα,– υπάρχει ακόμα αυτό. Ότι «Θα πάμε στον χορό των Χιδήρων και δεν θα πάμε στης Βατούσας, επειδή τους συμπαθούμε πιο πολύ αυτούς απ’ τα Χίδηρα». Ή «Κάνουμε κόμμα Φτερούντα-Χίδηρα ενάντια στη Βατούσα». Κι υπήρχανε και αντίστοιχα στιχάκια, τα οποία ήτανε από παλιά και τα λένε ακόμα και σήμερα οι νέοι και οι μικροί, χάριν αστεϊσμού πια. Όπως είναι ας πούμε: «Χίδηρα, Ρέμα να καεί, Βατούσα να βουλιάξει και της Φτερούντας τα παιδιά Θεός να τα φυλάξει!». Δηλαδή, σου λέω, έχει γίνει ολόκληρη ιστορία! Πάντα υπάρχουνε οι διαμάχες ανάμεσα στα μέρη. Αυτό. Και αυτές φαίνονται, ας πούμε, και μέσα σ’ αυτό το δίστιχο, τετράστιχο –τι ήτανε– το οποίο κρατάει από παλιά, αλλά και σε νοοτροπίες ακόμα και σήμερα. Δηλαδή η Βατούσα δεν συμπαθεί καθόλου τους... Με τη Φτερούντα, οκ. Την έχει σαν μικρή παραγκωνισμένη αδερφή –γιατί είναι πιο φτωχό χωριό–, έρχεται από κει ο φούρναρης κι όλα αυτά. Οπότε, εντάξει. Τα Χίδηρα, όμως, μπορεί να είναι πιο απομονωμένο, αλλά είναι ένα δυνατό χωριό και δεν έχουνε συμπάθεια μεταξύ τους. Και είναι και στη μέση ένα άλλο χωριουδάκι, Ρέμα, που είναι ένα πολύ μικρό χωριουδάκι, το οποίο έχει κι αυτό τη δική του ιστορία και είναι απομονωμένο, αλλά δεν ασχολείται κανείς μ’ αυτό επειδή είναι πολύ μικρό. Παρ’ όλα αυτά, το έχουνε εντάξει μέσα στο τετράστιχο «Χίδηρα, Ρέμα να καεί» κτλ.
Μάλιστα. Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Αυτό που τώρα θέλω να ρωτήσω είναι αν υπάρχει κάποιο πανηγύρι –ή του χωριού ή τοπικό– που μαζεύει, ας πούμε, τους κατοίκους της περιοχής.
Ναι, ναι! Παλιότερα, γινότανε πάρα πολύ μεγάλο... Το χωριό παλιότερα... Τη δεκαετία του ’50 λέμε, έτσι; Μέχρι το 1950, είχε τέσσερις-πέντε καφενέδες. Όπου γινόταν πάρα πολύ μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ο οποίος γιορτάζει κάπου τον... ή τέλος Αυγούστου ή τον Σεπτέμβριο. Τον Σεπτέμβριο, αν θυμάμαι καλά. Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. 27 Σεπτεμβρίου πρέπει να ’ναι, αν δεν κάνω λάθος. Οπότε γινότανε μεγάλο πανηγύρι –με ορχήστρα, όπως λέμε– όπου ερχόντουσαν πάρα πολλοί άνθρωποι από τα γύρω χωριά για να γιορτάσουνε, τέλος πάντων, αυτή τη γιορτή και να παρακολουθήσουνε τη λειτουργία και όλα αυτά. Και γινότανε πανηγύρι με ορχήστρα και με τοπικό φαγητό, το κλασικό φαγητό που συνοδεύει όλες αυτές τις θρησκευτικές τελετουργίες, που είναι το κεσκές. Αυτό κρατάει τούρκικο στην καταγωγή, κεσκέσι. Και είναι μία σούπα από τραχανά, από ρεβίθια και από προβατίνα. Είναι ένα πολύ βαρύ αλλά δυναμωτικό φαγητό, που έχει συνδυαστεί με κάθε θρησκευτική τελετή. Αυτό το έθιμο γινότανε –και το πανηγύρι, βέβαια, στο χωριό–, γινότανε μέχρι το 2000... Εκεί. 1995... Βαριά. Μετά κάπως ατόνησε το πράγμα. Τώρα το μόνο που γίνεται είναι τον Δεκαπενταύγουστο, όπου φροντίζει ο Σύλλογος Φτεριανών της Αθήνας, επειδή είναι πάρα πολλοί άνθρωποι στο χωριό τον Δεκαπενταύγουστο, να κάνουνε κάποιο πανηγύρι, κάποια μικρή χοροεσπερίδα –σε εισαγωγικά– σε ανοιχτό χώρο –έναν χορό, αυτό που λέμε–, να φέρουνε μία ανάλογη κομπανία, όπως τη λένε, και να γίνει πανηγύρι. Έτσι, χορός κτλ. Αλλά το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου δεν γίνεται πια.
Μάλιστα. Εσύ έχει τύχει ποτέ να πας σε κάποιο πανηγύρι; Και, αν ναι, τι εντύπωση σου άφησε;
Ναι, έχω πάει σε μεγαλύτερα πανηγύρια και σε άλλα, που έχουνε δεθεί με μεγαλύτερες θρησκευτικές δοξασίες. Όπως είναι στην Αγιάσο. Ή στο Μανταμάδο, όπου έχει και ολόκληρο [00:40:00]τελετουργικό. Γίνεται προς τιμήν των Ταξιαρχών. Έχει ένα τελετουργικό που έλκει την καταγωγή του από παγανιστικά έθιμα και λατρείες κτλ., όπου έχει γίνει και ολόκληρο θέμα τώρα πια από φιλοζωικές οργανώσεις. Γιατί τι γίνεται: περιφέρουνε ένα βόδι, ένα αρσενικό –ναι, ένα βόδι, αρσενικού γένους, ρε παιδί μου, ζώο, μεγάλο ζώο–, το περιφέρουνε στην Καλλονή, που είναι η κωμόπολη της Λέσβου, από μαγαζί σε μαγαζί, το οποίο είναι στολισμένο με λουλούδια στον λαιμό του και όλα αυτά και, πάνω σε αυτό, καρφιτσώνουνε οι έμποροι λεφτά για το καλό. Αυτό το περιφέρουνε το ζώο, ξέρω ’γω, από δω κι από κει, μέχρι να πάει σε όλα τα μαγαζιά, να περάσει, να ασημώσουνε όλοι, μαζεύουνε έπειτα τα χρήματα η εκκλησία εκεί, και μετά αυτό το ζώο το σφάζουνε δημόσια και, με το αίμα του, παίρνουνε και κάνουνε σταυρό είτε στις πόρτες των χωριών είτε κάνουνε σταυρό στα μέτωπά τους. Αυτό καταλαβαίνεις τώρα κι εσύ από μόνος σου ότι θυμίζει πολύ παλιά... παγανιστικές διαδικασίες και προκαταλήψεις κι όλα αυτά. Και βέβαια, αυτό το ζώο, μετά, το μαγειρεύουνε με τον ανάλογο τρόπο. Το κάνουνε κεσκές. Δηλαδή είτε με ρεβίθια και βράζουνε μέσα κι αυτό το ζώο. Και το μοιράζουνε και τρώνε όλοι κι αυτά. Ήτανε πολύ περίεργο. Ήτανε αρχέγονο. Έτσι, αυτή η αίσθηση που μου έδωσε, ότι ήτανε κάτι πολύ εξωτικό, με την έννοια ότι ήτανε κάτι πολύ μακριά από εμάς, στα αυτά που γνωρίζουμε και σε όλα αυτά. Καταλάβαινες ότι κάποια ρίζα είναι εδώ από πολύ βαθιά. Αυτό. Και ήτανε φερμένο πια στο σήμερα. Και έβλεπες πώς οι άνθρωποι έχουνε πίστη σε αυτό το πράγμα και πώς θέλανε να χρησιμοποιήσουνε, για παράδειγμα, το αίμα του ζώου, για να κάνουνε το σημείο του σταυρού είτε στα μέτωπα τους είτε στα χέρια τους είτε στις πόρτες τους ακόμα, για να πάει καλά... Για να έχουν την ευλογία, τέλος πάντων, του σφαγίου, της θυσίας... Και, γενικότερα, αυτό είναι ένα έθιμο που γίνεται για να πηγαίνει καλά... επειδή γίνεται και πρώτη... κοντά στον Μάιο, τέλος πάντων, εκεί που γιορτάζει ο Ταξιάρχης... για να υπάρχει ανθοφορία της γης και όλα αυτά. Και επιλέγουν αρσενικό ζώο, το οποίο συμβολίζει τη γονιμότητα, με τα σπερματοζωάρια κι όλα αυτά. Και γι’ αυτό τον λόγο είναι και βαλμένο στον λαιμό του, γύρω γύρω... έχει... του φοράνε λουλούδια. Και το ασημώνουνε, βέβαια, για το καλό κι όλα αυτά. Ήτανε πάρα πολύ παράξενο όλο. Καταλάβαινες, όπως σου είπα, ότι κάτι έρχεται από πολύ πίσω και πολύ μακριά. Αυτό. Ήτανε ωραίο. Ήτανε πολύ ιδιαίτερο σαν αίσθηση. Αυτό. Και μου γεννήθηκαν διάφορες σκέψεις για το αν θα πρέπει να συνεχίζει να γίνεται με αυτόν τον τρόπο. Σου λέω ότι, όσο περνάει ο καιρός και τα χρόνια, υπάρχουνε πάρα πολύ έντονες αντιδράσεις πια για τη θυσία του ταύρου. Για τη διαδικασία που περνάει το ζώο και για τη θυσία του. Από την άλλη, έχει συνδεθεί τόσο στενά με τη θρησκευτική παράδοση της Λέσβου που δεν νομίζω πως θα εκλείψει αυτό το έθιμο και θα συνεχίσει να γίνεται με αυτόν τον τρόπο. Παράξενο και σκληρό. Αλλά συνάμα πολύ γοητευτικό, γιατί αυτό, σου φέρνει κάτι από πολύ πίσω. Αυτό ένιωσα.
Μάλιστα. Επειδή το έζησες εσύ, αν έπρεπε να αποφασίσεις, δηλαδή ποια είναι τα συναισθήματά σου; Να συνεχιστεί ή όχι;
Πω, πω, τώρα αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο! Σαν σύγχρονος άνθρωπος, ρε παιδί μου, καταλαβαίνω ότι... Μάλλον σκέφτομαι, σαν σύγχρονος άνθρωπος που ζει σε μία πόλη, τέλος πάντων, καταλαβαίνω ότι είναι κάπως σκληρό αυτό. Σκέφτομαι μάλλον, με τις παραστάσεις που έχω, ότι είναι λίγο σκληρό αυτό. Από την άλλη, σαν λαογράφος, καταλαβαίνω την ουσία που έχει, τον συμβολισμό που έχει στον λαϊκό πολιτισμό. Οπότε δεν είμαι ενάντια σε αυτό, νομίζω. Αυτό. Δεν θα έλεγα: «Ναι, να καταργηθεί. Είναι απάνθρωπο». Ένα άλλο έθιμο, ας πούμε, το οποίο δεν έχει πια λόγο... Γιατί αυτό το καταλαβαίνω ότι, στη λαϊκή σκέψη, ακόμα έχει μία συγκεκριμένη λειτουργία. Η θυσία του σφαγίου, η ανθοφορία της άνοιξης, το καλό κτλ. Ένα άλλο έθιμο, το οποίο δεν έχει λόγο να υπάρχει, είναι τα έθιμα του Αγίου Γεωργίου, στα οποία παλικάρια των χωριών πηγαίνουνε σε μακρινά ξωκλήσια του Αγίου Γεωργίου και φέρνουνε την εικόνα να προσκυνήσουν όλοι –και καλώς μέχρι εδώ–, αλλά μετά γίνεται χορός, όπως λέμε –μεγάλο πανηγύρι–, όπου μεθάνε τα ζώα... Δηλαδή τα άλογα τα ποτίζουνε ούζο, τα οποία άλογα... Και μετά αρχίζουνε να τα χορεύουνε. Οπότε, θεωρείται μεγάλη μαγκιά και πολύ σημαντικό για έναν νέο από κάποιο απ’ τα χωριά, όπως για παράδειγμα την Αγία Παρασκευή, να χορέψει με το άλογο. Αυτό μου φαίνεται ότι δεν έχει λόγο να υπάρχει, ρε παιδί μου. Δηλαδή, το να βλέπεις ένα ζώο το οποίο παραπατάει και να λένε «Α, τι ωραία που το χορεύει ο άλλος», δηλαδή που προσπαθεί να το βάλει σε μια σειρά το ζώο και να γίνονται και ατυχήματα και να βασανίζουμε έτσι ένα ζώο, δεν νομίζω πως έχει λόγο να υπάρχει. Δεν συμβολίζει κάτι, δεν δίνει κάτι στη λαϊκή σκέψη. Αυτό.
Segment 5
Η σταδιακή ερήμωση του χωριού, το περιστατικό της 28ης Οκτωβρίου και ο σημαντικός ρόλος του σχολείου στη ζωή της αφηγήτριας
00:45:37 - 00:52:24
Μάλιστα, μάλιστα. Μια άλλη ερώτηση, τώρα, που μου ’χει γεννηθεί. Απ’ ό,τι ζεις στο χωριό σου εσύ, μου λες ότι δεκαετία με τη δεκαετία ή χρόνο με τον χρόνο λιγοστεύουν οι κάτοικοι. Πού πιστεύεις ότι οφείλεται αυτή η... Να την πούμε παρακμή; Αυτή η έλλειψη ανθρώπων;
Αυτή η κατάσταση άρχισε να αλλάζει πάρα πολύ, όπως μου έχουν πει και παλιότεροι, απ’ το 1950 και μετά όπου, καταλαβαίνεις, είχαν αρχίσει τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Πάρα πολλοί πήγανε προς την Αθήνα, όπου, επειδή ήταν πάρα πολύ φτωχό το χωριό, όπως σου είπα, γινόντουσαν πάρα πολλές γυναίκες, ήδη από πολύ μικρή ηλικία –από τα 9, από τα 10–, τις στέλναν ως υπηρέτριες στην Αθήνα, σε πλούσια σπίτια. Οπότε, ξεκίνησε από τότε. Άλλοι πηγαίνανε στην Αυστραλία. Με τα χρόνια, φύγανε πολλοί γι’ αυτό τον λόγο, πιστεύω. Για οικονομικοκοινωνικούς λόγους περισσότερο. Δηλαδή οικονομικούς, κατά κύριο λόγο. Με την έννοια ότι είναι ένα μικρό χωριό, όπως σου είπα, δεν έχει δουλειά για όλους, μπορείς να βιοποριστείς μόνο αν ζεις από τη γη ή αν έχεις κάποια πρόβατα κτλ. Κατά τα άλλα, είναι πολύ απλοϊκά τα πράγματα εκεί. Δηλαδή ως προς την οικονομία. Οπότε αναγκάστηκαν πάρα πολλοί, πιστεύω, να φύγουνε. Είναι και το κύμα της αστυφιλίας, είναι και η γοητεία που ασκούνε οι πόλεις στον άνθρωπο... Είναι πάρα πολύ λογικό... Δηλαδή ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν μετέπειτα θέλανε κάτι καλύτερο, είτε για τους εαυτούς τους, και φύγανε, είτε για τα παιδιά τους, και φύγανε. Και επέλεξαν... Αν όχι την Αθήνα, επέλεξαν την Καλλονή, που είναι η συμπρωτεύουσα, ή και την ίδια τη Μυτιλήνη, που είναι η πρωτεύουσα. Ή και κάποιοι φύγανε Αθήνα. Δηλαδή, κατά κύριο λόγο, πιστεύω, για οικονομικούς λόγους φύγανε πάρα πολλοί. Και μετά είναι το θέμα της αστυφιλίας και, τέλος πάντων, της γοητείας από το άστυ, γενικότερα. Αλλά οι οικονομικοί λόγοι ήτανε πολύ σημαντικοί. Γιατί πάντα το χωριό ήτανε πολύ φτωχό, όπως σου είπα. Οπότε, με τα χρόνια, όταν κι η κατάσταση γινόταν ακόμα και πιο δύσκολη, και όταν είσαι σ’ ένα χωριό το οποίο είναι 90 χιλιόμετρα από την πόλη, περιμένεις να σου φέρουνε ένα ψωμί κάθε δύο μέρες –το περιμένεις να ’ρθει–, είναι χειμώνας τώρα και –εντάξει, 6 η ώρα νυχτώνει– δεν βλέπεις άνθρωπο, οπότε δεν έχει λόγο να μείνει εκεί ένας νέος άνθρωπος, μία νέα οικογένεια κτλ. Οπότε πάρα πολλοί επέλεξαν να φύγουνε και να αναζητήσουνε μια καλύτερη τύχη στις κοντινές μεγαλουπόλεις –Καλλονή και Μυτιλήνη–, ή ακόμα και στην Αθήνα, ή ακόμα και στην Αυστραλία πολλοί πήγανε. Κάποιες οικογένειες –δυο-τρεις οικογένειες– επέστρεψαν στο χωριό και εγκαταστάθηκαν. Οι οποίες ήταν οικογένειες από την Αθήνα. Όπως ήμασταν εμείς. Σαν εμάς, που θέλαν να κάνουν οι δικοί μου την αποκέντρωση ή κάποια άλλη οικογένεια Ελλήνων. Ή μια οικογένεια Αλβανών, η οποία ήρθανε για δουλειά οι άνθρωποι και εγκαταστάθηκαν εκεί με τα παιδιά τους και βρήκανε να βιοποριστούν και όλα αυτά. Αυτό. Αλλά γενικότερα πιστεύω ότι είναι οικονομικοί οι λόγοι για τους οποίους έχει ερημώσει το χωριό.
Κατάλαβα, κατάλαβα. Τι ήθελα να ρωτήσω τώρα. Απ’ αυτές τις εποχές –τώρα που μιλάμε– της εφηβείας και από το χωριό σου, έχεις κάποιο περιστατικό, κάποια παιδική περιπέτεια, κάτι που να ’χει γίνει, εν πάση περιπτώσει, και να το θυμάσαι και σήμερα, να σου ’χει μείνει, να σου ’χει χαραχτεί στη μνήμη;
Πέραν απ’ αυτά που σου είπα, που ’τανε τα χαρούμενα, τα πολιτιστικά που κάναμε όλοι μαζί... Α, ωραία! Ήτανε άλλη μία στιγμή πάλι που ήμασταν... Τα παιδιά ήμασταν στο κεφαλοχώρι που πηγαίναμε σχολείο, ήτανε 28η Οκτωβρίου –γιορτάζαμε την 28η–, οπότε κάναμε τη γιορτή στο χωριό –κάναμε τη γιορτή, συγγνώμη, στο σχολείο– και μετά φύγαμε πάρα πολύ γρήγορα όλα τα παιδιά, επιστρέψαμε στο χωριό, πήγαμε πήραμε τη σημαία από την εκκλησία –που φυλασσότανε μία σημαία απ’ το χίλια-εννιακόσια-δεν-ξέρω-πότε– και πήγαμε όλοι μαζί, σαν σε παρέλαση –κάναμε παρέλαση, τέλος πάντων, τα παιδιά, που τη στήσαμε εμείς, μετά από τόσα χρόνια, δεν είχε γίνει νομίζω ποτέ–, κάναμε παρέλαση, αυτά τα εφτά παιδιά του χωριού, ανέβηκαν στο Ηρώον που βρίσκεται έξω απ’ το γραφείο της Κοινότητας, που είναι τόσα χρόνια κλειστό, και είπανε τα ποιήματα. Ήταν αρκετά ευχάριστο, γιατί ήρθε πάρα πολύς [00:50:00]κόσμος, ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Αυτό ήτανε κάτι ευχάριστο που κάναμε. Εντάξει, γενικότερα υπήρχαν κι άλλες μνήμες, που δεν ήτανε και πολύ καλές, γιατί είχανε σχέση με θανάτους κτλ., οπότε δεν είχανε συνδεθεί καλά. Υπήρχανε δύσκολα περιστατικά για μια τόσο μικρή κοινότητα. Ή, τέλος πάντων, περιστατικά που συμβαίνουνε παντού αλλά σε μια τόσο μικρή κοινότητα φαίνονται ακόμη μεγαλύτερα. Όπως ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου ή ενός παιδιού κτλ.
Υπάρχει κάτι το οποίο να σ’ επηρέασε εσένα; Να σ’ έκανε, ας πούμε, να αλλάξεις τον τρόπο της σκέψης σου ή να σε κάνει να προβληματιστείς για κάτι;
Σε σχέση με τους θανάτους κτλ.;
Γενικότερα. Μπορεί να ’ταν κι ένα άλλο γεγονός, ας πούμε. Δεν ξέρω αν είναι μόνο ο θάνατος. Κάτι που να ’γινε, που να το θεώρησες, ρε παιδί μου, ότι σου αλλάζει κάτι στη ζωή σου.
Α, εμένα προσωπικά, αυτό που μπορούσε να μου αλλάξει τη ζωή και την όλη κατάσταση ήτανε το σχολείο. Δηλαδή η προσπάθεια για το σχολείο, το να σηκωθείς 6 η ώρα για να σε πάρει 7 η ώρα το λεωφορείο, να κάνετε γύρω γύρω τα χωριά, να φτάσετε στο σχολείο... Στο οποίο, σου είπα, ήταν ένα μικρό σχολείο στο κεφαλοχώρι, πενήντα άτομα όλο το γυμνάσιο και το λύκειο... Και γενικότερα κατάλαβα... Χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα και η βοήθεια της ενισχυτικής, των φροντιστηρίων και όλα αυτά. Η κοντινότερη απόσταση για να έχεις χρήματα και να πας σε φροντιστήριο ήτανε στα 40 χιλιόμετρα να πας και 40 να γυρίσεις. Οπότε, όλα αυτά με κάνανε να καταλάβω, σε συνδυασμό με τα περιστατικά της ζωής και της οικογένειας τα πιο προσωπικά κτλ., με κάναν να καταλάβω πως το σχολείο είναι ένας δρόμος καλός για να αλλάξω τη ζωή μου. Και όντως, γύριζα κάθε μέρα από το σχολείο, διάβαζα συστηματικά και κατάφερα και πέρασα –με υποτροφία, τέλος πάντων–, πέρασα στη Φιλοσοφική της Αθήνας και όλα αυτά. Δηλαδή αυτό έχω να το θυμάμαι. Δηλαδή πάντα θυμάμαι με αγάπη το σχολείο μου, τους καθηγητές μου, οι οποίοι ήτανε νέοι και πρόσφεραν πάρα πολλά σ’ εμάς –στη γνώση μας και στη διαπαιδαγώγησή μας συνολικά– κι ήταν αυτό που με διαμόρφωσε εκείνα τα χρόνια, εν πολλοίς.
Πολύ ωραία. Κάτι άλλο τώρα που θέλω να ρωτήσω. Παρατηρούμε όλοι τα τελευταία πέντε, έξι, εφτά χρόνια το προσφυγικό δράμα που εκτυλίσσεται σ’ αυτά τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας, στα μεγάλα και μικρότερα νησιά του Αιγαίου κτλ. Εσύ το έζησες καθόλου αυτό; Βλέπεις να έχει επηρεάσει τους κατοίκους του χωριού ή τους κατοίκους του νησιού ευρύτερα;
Ναι. Είναι μεγάλη αλήθεια αυτό. Είναι μία δραματική κατάσταση που τη βλέπαμε σιγά σιγά να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, όλων των κατοίκων του νησιού. Όταν βλέπεις... Επειδή η Τουρκία, όπως ξέρεις πάρα πολύ καλά, Άρη μου, είναι πάρα πολύ κοντά σ’ εμάς και... Δηλαδή υπάρχουνε κομμάτια της Λέσβου που η Τουρκία είναι στα 4 μίλια. Ένας καλός κολυμβητής, που λέει ο λόγος, μπορεί να το κάνει αυτό κολυμπώντας. Πόσο μάλλον να μπεις μέσα σε μία βάρκα και να έρθεις απέναντι όταν έχει καλό καιρό. Οπότε αρχίσαμε να βλέπουμε ανθρώπους, πριν πέντε-έξι χρόνια –που ήτανε τα μεγάλα ρεύματα και τα κύματα κτλ.–, να βγαίνουνε στις ακτές και να αναζητούνε... να βγαίνουνε πάνω στους κεντρικούς δρόμους, στο οδικό δίκτυο όλης της Λέσβου, και να αναζητούνε τον δρόμο προς την πόλη, τέλος πάντων. Προς κάποιο σημείο αναφοράς. Είχε τύχει κι εμείς να δούμε πολλούς τέτοιους ανθρώπους. Σίγουρα, βλέπεις απομεινάρια στις παραλίες, όπως είναι σωσίβια, όπως είναι βάρκες σκισμένες, παπούτσια κι οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και πτώματα ανθρώπων έχει ξεβράσει στις κοντινές μας παραλίες, εκεί που πάμε κάθε μέρα για μπάνιο το καλοκαίρι. Οπότε, τέλος πάντων, βλέπαμε ανθρώπους να περπατάνε, για παράδειγμα, στον δρόμο... Τώρα να έχει... Το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά αυτό. Είχε έρθει να με πάρει ο πατέρας μου από το καράβι... Ήτανε καλοκαίρι, είχα επιστρέψει στη Λέσβο και είχε έρθει να με πάρει και βλέπαμε ανθρώπους να περπατάνε πάνω στον δρόμο. Ήτανε ένας που κουβαλούσε τη μάνα του, γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει, γιατί είχε κουραστεί, δεν ξέρω... Τέλος πάντων, και οι άνθρωποι περπατούσανε μέσα στο λιοπύρι, με 40 βαθμούς, και ο πατέρας μου είχε ένα μπουκάλι νερό στο αυτοκίνητο –επειδή ήταν καλοκαίρι κτλ.– και κατέβηκε και τους το πρόσφερε. Και θυμάμαι την υπόκλιση αυτών των δύο ανθρώπων –απ’ τη μία του πατέρα μου κι αφενός του άλλου του ανθρώπου, που έπαιρνε το μπουκάλι νερό–, πώς και οι δύο, στη στιγμή που ο ένας έδινε κι ο άλλος έπαιρνε, έκλιναν προς τα μπροστά το σώμα σαν σε υπόκλιση, ρε παιδί μου, κι ήτανε πάρα πολύ ωραία και ανθρώπινη στιγμή και συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Ας πούμε, και το «Ευχαριστώ»... Το «Ορίστε» του πατέρα μου και το «Ευχαριστώ» των ανθρώπων. Κι ήτανε πάρα πολύ συγκλονιστική στιγμή. Τέτοιες υπάρχουν πάρα πολλές. Και πάρα πολλοί κάτοικοι της Λέσβου έχουνε βοηθήσει έμπρακτα. Δηλαδή τέτοιες κινήσεις κάνουνε πάρα πολλοί και κάθε μέρα σε όλη τη Λέσβο, επειδή είναι τέτοιο το νησί, ρε παιδί μου. Έχει μεγάλη ιστορία με πρόσφυγες κτλ. Οι πρόσφυγες απ’ τη Σμύρνη πέρασαν στη Λέσβο, πάρα πολλοί, και πάρα πολλοί έμειναν. Όπως σου είπα, είχαμε Τούρκους εμείς, που ζούσανε στο νησί, οπότε, οκ, το θέμα... Δεν τους κρίναμε αν είναι από άλλο έθνος ή από άλλη θρησκεία. Απλά, αν είναι καλοί άνθρωποι. Οπότε ο τοπικός πληθυσμός βοήθησε και βοηθάει πάρα πολύ. Είχαμε και έναν παπά, που λεγότανε παπα-Στρατής, που είχε κάνει κάποιες κινήσεις πιο συντονισμένες και έδινε αυτός τον παλμό. Δηλαδή ήτανε σημείο αναφοράς. Επειδή ήτανε παπάς, καταλαβαίνεις ότι είχε έναν άλλον συμβολισμό το να βοηθάει αυτός. Οπότε ήτανε συγκλονιστική η φωτογραφία του να είναι με τα σωληνάκια στη μύτη, σε καρότσα αγροτικού, και το οξυγόνο του, και να πηγαίνουνε να βοηθήσουνε ανθρώπους, ρε παιδί μου. Δηλαδή δεν καταλάβαινε! Οπότε έδωσε αυτός το στίγμα. Υπήρξαν άνθρωποι που συνεχίζουν ακόμα και σήμερα το έργο του –γιατί αυτός ο άνθρωπος πέθανε– και, εντάξει, oκ, έχουν έρθει και οι ΜΚΟ και όλοι αυτοί που βοηθάνε κι αυτοί ή όντως μπορεί να παίζουνε δικά τους παιχνίδια ή όλα αυτά. Πάντως, σε γενικές γραμμές και η πλειοψηφία του νησιού στηρίζει αυτόν τον κόσμο, όπως... Και είναι αυτή η εικόνα που αποτυπώθηκε από τις πρώτες: οι τρεις γιαγιάδες της Λέσβου, που κρατούσανε το προσφυγόπουλο που είχε βγει μόλις από τη θάλασσα με τη μάνα του; Αυτές οι γιαγιάδες, που έτσι έγινε γνωστό στο πανελλήνιο αυτό το πράγμα που γινότανε στη Λέσβο; Αποτυπώνει... Ήτανε η καλύτερη στιγμή! Ήτανε τρεις γιαγιάδες οι οποίες κάθονταν στο γειτονιό τους, αυτό που λέμε –που σου περιέγραψα πριν–, κι είδαν ανθρώπους να βγαίνουν απ’ τη θάλασσα. Και το πήρανε το μωρό και το τάισαν και το πότισαν σαν να είναι δικό τους μωρό. Δηλαδή ήτανε υπέροχο! Ήτανε σαν τρεις καλές Μοίρες, ρε παιδί μου, πάνω απ’ το κεφάλι του. Αυτή η φωτογραφία ήταν συγκλονιστική και περιγράφει όλο αυτό που συμβαίνει στη Λέσβο! Υπάρχουνε σαφώς... Υπάρχουνε και οι κακές στιγμές και οι κακοί άνθρωποι και, και, και... Δηλαδή, που... Δυστυχώς, γίναμε και μάρτυρες άσχημων περιστατικών. Να σπρώχνουνε τη βάρκα πίσω και να λένε στις γυναίκες: «Να μην γα... -μπιμπ- σαν σκύλα, για να μη γεννούσες» και να σπρώχνει τη βάρκα προς τα μέσα, στη θάλασσα. Κι αυτά τα κάνανε γυναίκες που κι αυτές μπορεί να ’ναι μάνες, ρε παιδί μου. Υπήρχανε κι αυτά τα περιστατικά. Αλλά ήτανε ελάχιστα σε σχέση με το βάρος που σηκώνει η Λέσβος και σήκωσε σε σχέση με το προσφυγικό. Όταν η προκυμαία της Λέσβου, της Μυτιλήνης μάλλον, έξω απ’ το καράβι, είναι γεμάτη με 5.000 άτομα... 5.000 κάθε μέρα, Άρη. Σκάγανε βάρκες, 400, 400 άνθρωποι κάθε μέρα. Σε σχέση με το βάρος που σήκωσε, αυτές οι συμπεριφορές και αντιδράσεις είναι ελάχιστες και κακώς τα κανάλια τούς δίνουνε τόσο βάρος. Ο περισσότερος κόσμος της Λέσβου στηρίζει την... Έχει αντιφασιστικό πνεύμα, τέλος πάντων και –μάλλον, να μην το πάμε έτσι– έχει ακόμα φιλάνθρωπο και, να το πω πιο σωστά, ανθρώπινο πνεύμα. Θα δώσει! Είναι ένα φιλόξενο νησί! Και το ’χουμε δει και σε σχέση με άλλα νησιά –πάλι της Ελλάδας νησιά–, τα οποία δεν ήτανε καθόλου φιλικά και απ’ την αρχή είχανε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Όπως όλοι ξέρουμε και βλέπουμε κτλ. Η Λέσβος σήκωσε μεγάλο σταυρό, αλλά είναι και ήτανε πολύ ανθρώπινη σε σχέση με τους ανθρώπους. Δηλαδή, να τους δώσει και να τους φιλοξενήσει και όλα αυτά. Και αυτά είναι κάποιες μικρές σελίδες, ας πούμε, και κάποια μικρά κακώς κείμενα που δεν πρέπει καν να τους δίνουμε σημασία. Αυτό ήθελα να σου πω σε σχέση με αυτό.
Είχε τύχει να έρθουνε πρόσφυγες στο χωριό σας ή να ’χεις συναντήσει εσύ, ξέρω ’γω, στο νησί;
Ναι, ναι! Ναι, είχανε έρθει... Όχι στο χωριό. Είχαμε συναντήσει, όμως, πηγαίνοντας προς την Καλλονή –στο κοντινό χωριό, τέλος πάντων–, είχαμε συναντήσει ανθρώπους που μόλις είχανε βγει κι είχανε βγει, όπως σου είπα, στον κεντρικό δρόμο και προσπαθούσανε να βρούνε νερό ή, τέλος πάντων, να κατευθυνθούνε προς την πόλη. Και τους δώσαμε από το νερό μέχρι ό,τι είχαμε εκείνη τη στιγμή πάνω μας. Ναι, ήτανε πολύ... Αυτά είναι πολύ συχνά περιστατικά ακόμα και σήμερα. Δηλαδή, όταν σου λέω είναι στα 3-4 μίλια, μπορεί να βλέπεις τη βάρκα να έρχεται. Είναι πολύ συχνό αυτό, πάρα πολύ συχνό.
Τι αισθήματα σου γεννά αυτή η κατάσταση; Δηλαδή άνθρωποι που προσπαθούν να βρουν μια καλύτερη μοίρα και, απ’ την άλλη, μια ευρύτερη πολιτική, ας πούμε, που είναι το «Βλέποντας και κάνοντας».
[01:00:00]Αυτό μου γεννάει μεγάλη και απεριόριστη πικρία και μεγάλη ντροπή, όπως νομίζω γεννάει σε κάθε δημοκρατικό πολίτη με μία ελάχιστη ενσυναίσθηση, ρε παιδί μου. Το να έχεις μία Μόρια στη Λέσβο, για παράδειγμα, να έχεις μία Μόρια των 10.000 κατοίκων και των 20.000 κατοίκων σε συνθήκες άθλιες... Γιατί, όποιος έχει πάει στη Μόρια και έχει δει, θα ντράπηκαν τα μάτια του απ’ αυτό που είδε. Άνθρωποι μέσα στις λάσπες, μέσα στα νερά, όπως και τώρα. Και όταν, για παράδειγμα, ξεσηκώθηκαν οι άνθρωποι και δεν θέλανε πια άλλο τη Μόρια, οι κάτοικοι της Λέσβου, το κράτος αντί να ακούσει και αυτούς και τους πρόσφυγες, ότι όλοι κουράστηκαν απ’ όλο αυτό, τι έκανε; Έστειλε τα ΜΑΤ για να δείρει τους κατοίκους του νησιού. Και τα ΜΑΤ, βέβαια... Οι κάτοικοι αντέδρασαν και έφυγαν τα ΜΑΤ. Δηλαδή μόνο πικρία, πόνο και θλίψη σου γεννάει αυτό. Αλλά και πίστη στον άνθρωπο σου γεννάει. Ότι εμείς συνεχίζουμε. Μπορεί το κράτος να μας αγνοεί, μπορεί το κράτος να μην ασχολείται με τους πρόσφυγες... Πολλές φορές δεν ασχολείται ούτε μ’ εμάς, τους πολίτες του. Έστειλε, σου λέω, τα ΜΑΤ στους πολίτες της Λέσβου, που σήκωσαν τόσο βάρος τόσα πολλά χρόνια, όταν είπαν ότι: «Φτάνει πια, κάντε κάτι!». Και αυτό που μπόρεσε να κάνει το κράτος ήτανε αυτό. Οπότε, ναι, σου γεννάει πικρία κτλ. και θλίψη αλλά σου γεννάει και τη λύσσα, σε εισαγωγικά, για αλληλεγγύη και για δράση. Για ανθρώπινη δράση, ας πούμε. Αυτό.
Μάλιστα. Τώρα θέλω να μου πεις, κοιτώντας τον χρόνο προς τα πίσω, πώς πιστεύεις ότι σε επηρέασε, εσένα προσωπικά, αυτή η αλλαγή, δηλαδή που φεύγεις απ’ την Αθήνα τελειώνοντας το δημοτικό, περνάς την εφηβεία σου σ’ ένα ακριτικό νησί, έστω και μεγάλο–
Ναι. Ναι, ναι.
Τι πιστεύεις ότι έδωσε σ’ εσένα αυτό το πράγμα; Πώς σε διαμόρφωσε σαν άνθρωπο;
Ωραία ερώτηση. Πώς με διαμόρφωσε; Νομίζω ότι με έκανε πιο ανθρώπινη. Δηλαδή, επειδή βρέθηκα από την αχανή Αθήνα και τον Νέο Κόσμο κτλ. μέσα σε μία κοινότητα –πολύ μικρή, όπως σου περιέγραψα, πολύ συγκεκριμένη και αυτά–, με έκανε πιο ανθρώπινη. Με έκανε να έρθω σε επαφή με τη φύση –οκ, ναι–, αλλά και με τον άνθρωπο, με τις αγωνίες του, με τις χαρές του... Όλα απέκτησαν άλλο νόημα, ρε παιδί μου. Δηλαδή, όταν περιμένεις να γίνει ο χορός τον Δεκαπενταύγουστο, αμέσως αυτό αποκτάει άλλο νόημα. Δηλαδή αξιολογείς αλλιώς τα πράγματα και τα πράγματα παίρνουνε μεγαλύτερη ουσία. Οπότε, με έκανε πιο ανθρώπινη και με έκανε και πιο προσιτή, νομίζω, σαν άνθρωπο. Σε συνδυασμό ότι ήμουνα, όπως σου είπα, σ’ ένα σχολείο στο οποίο γινότανε πολλή δουλειά, από πολύ φιλότιμους ανθρώπους και καθηγητές, με βοήθησε και στη μετέπειτα πορεία μου. Το ότι βρέθηκα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το οποίο δεν ήτανε τόσο ανταγωνιστικό, ίσως, σε θέματα μαθημάτων κτλ., ότι ήτανε λίγο πιο φιλικό το κλίμα –πιο προσωπικό, ας το πούμε έτσι, γιατί ήμασταν και πιο λίγα παιδιά στην τάξη, ήμασταν δεκαοχτώ παιδιά–, οπότε με βοήθησε συνολικά.
Πολύ ωραία. Λοιπόν... Φτάνοντας σιγά σιγά προς το τέλος, ας επιστρέψουμε στο σήμερα. Θα ήθελα να μου πεις πώς περνάς τον χρόνο σου. Με τι ασχολείσαι αυτές τις μέρες; Τις δύσκολες, της καραντίνας;
Ναι. Κοίτα, Άρη μου, τώρα εμείς βρισκόμαστε στην Πάτρα, όπως ξέρεις. Συνεχίζω να ασχολούμαι με το διδακτορικό μου. Να γράφω, να μελετάω ό,τι μπορώ –έστω από το διαδίκτυο κτλ.– και ό,τι μπορώ να συνθέτω μόνη μου, να γράφω και να μελετώ, όπως σου ’πα. Φροντίζουμε να... Έχουμε φτιάξει μια δική μας ρουτίνα για να περνάει και η μέρα, γιατί οι μέρες της καραντίνας είναι πολλές και δύσκολες, όπως όλοι ξέρουμε και βιώνουμε. Ευτυχώς, έχουμε την τύχη να έχουμε ένα όμορφο σπίτι, τέλος πάντων, να μένω με έναν άνθρωπο ο οποίος δεν μου δημιουργεί άλλα προβλήματα και όλα αυτά, και να ’ναι μια καλή παρέα, σε σχέση με άλλους ανθρώπους και το πώς βιώνουνε την καραντίνα. Και έχουμε τη δική μας ρουτίνα... Θα κάνω και λίγο γυμναστική, θα κάνω και λίγο διάβασμα, ε, θα χαζέψεις και λίγο, θα στείλεις και ένα 6, θα πας και μία βόλτα, θα περπατήσεις... Ε, άντε να πας και ένα σούπερ μάρκετ... Εντάξει. Και νομίζω ότι μάθαμε λίγο μέσα σ’ αυτό πια –τώρα, μιλώντας την εξηκοστή μέρα, δεν ξέρω πόσες μέρες έχουν περάσει, συν άλλες τόσες απ’ την πρώτη καραντίνα–, οπότε αυτό. Κάπως μάθαμε και κάπως περνάει ο καιρός. Και ελπίζω να περάσει πολύ γρήγορα, για να μπορέσουμε να βγούμε ξανά προς τη δράση, ρε παιδί μου. Γιατί είναι σαν η ζωή να έχει μπει στον πάγο. Σαν να έχει παγώσει η ζωή. Σαν έχει παγώσει η κίνηση. Αλλά η δημιουργία δεν παγώνει ποτέ. Δηλαδή και το μυαλό σου να συνεχίσει να σκέφτεται ή να ονειρεύεται ή, τέλος πάντων, να αξιοποιεί τον χρόνο, που πρέπει αναγκαστικά να περάσει με αυτόν τον τρόπο.
Πολύ ωραία. Οπότε, πριν κλείσουμε, δεν ξέρω αν θες να συμπληρώσεις κάτι άλλο, αν θέλεις κάτι άλλο να πεις, να μοιραστείς, κάτι που ενδεχομένως δεν ρώτησα.
Όχι. Απλά με χαροποιεί πάρα πολύ που κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Με χαροποιεί πάρα πολύ που υπάρχει αυτό το πρόγραμμα, στο οποίο μετέχεις και κάνεις αυτό το έργο. Είναι πάρα πολύ ωραίο. Οι ιστορίες των ανθρώπων δεν έχουνε μόνο προσωπικό χαρακτήρα. Έχουνε ένα φάσμα κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό και όλα αυτά... Και αυτό: κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος. Και είναι πάρα πολύ ωραίο και γοητευτικό το γεγονός να ανακαλύπτεις τον κόσμο του καθενός. Και είσαι πολύ τυχερός που το κάνεις αυτό και το κάνεις τόσο καλά.
Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια. Ας κλείσουμε με μία ελπίδα για το μέλλον. Τι πιστεύεις ότι μπορεί να έρθει θετικό;
Πιστεύω πως όλο αυτό, τώρα, διαμορφώνει μία νέα κατάσταση με πάρα πολλές αλλαγές –οκ, όλα αυτά ναι–, αλλά πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι σήμερα θα γίνουνε περισσότερο αλληλέγγυοι και περισσότερο ανθρώπινοι, κι ας ζούνε σε απόσταση. Γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή όντως τους έχει λείψει η επαφή. Οπότε πιστεύω πως, μετά απ’ αυτό, θα βγούμε όλοι καλύτεροι. Θέλω να ελπίζω, ρε παιδί μου, ότι είναι αρκετός χρόνος για να κάτσουμε να σκεφτούμε και να το δούμε αλλιώς το πράγμα. Οπότε πιστεύω σε μία πιο ανθρώπινη, μία ανθρωπινότερη, σε εισαγωγικά, κοινωνία.
Πολύ ωραία. Οπότε, αν δεν θες να συμπληρώσεις κάτι άλλο, να σε ευχαριστήσουμε γι’ αυτή την πολύ όμορφη συνέντευξη.
Σ’ ευχαριστώ εγώ, Άρη μου, πάρα πολύ, που μου ’δωσες την ευκαιρία να μιλήσω για πράγματα που ήτανε... Κάτι κουτάκια... Πού τα ’κλεισες εκεί; Πού τα βρήκες και τα ανοίξαμε; Πάρα πολύ ωραία. Σ’ ευχαριστώ.
Να είσαι καλά. Εμείς ευχόμαστε καλή συνέχεια, ό,τι καλύτερο...
Να είσαι καλά. Και σ’ εσένα το ίδιο.
Χάρηκα πολύ. Χαιρετώ.
Να ’σαι καλά, Άρη μου. Γεια.
Summary
Η αφηγήτρια ξεκινά την ιστορία της με τη μετακόμισή της από την Αθήνα στη Λέσβο, κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, περιγράφοντάς μας το χωριό Πτερούντα όπου εγκαταστάθηκε, την τοπική κοινωνία, το σχολικό περιβάλλον, καθώς και παραδοσιακά φαγητά και ήθη και έθιμα της περιοχής. Στη συνέχεια, μοιράζεται τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις της από τα πανηγύρια του νησιού και καταγράφει ορισμένα έθιμα που τα συνοδεύουν. Τέλος, αναφέρεται στην προσφυγική κρίση, όπως τη βίωσε η ίδια, εκθέτοντας παράλληλα και την οπτική των κατοίκων της Λέσβου απέναντι στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο νησί.
Narrators
Άρτεμις Κωνσταντιδέλλη
Field Reporters
Αριστείδης-Δημήτριος Νικάκης
Tags
Interview Date
08/01/2021
Duration
67'
Summary
Η αφηγήτρια ξεκινά την ιστορία της με τη μετακόμισή της από την Αθήνα στη Λέσβο, κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, περιγράφοντάς μας το χωριό Πτερούντα όπου εγκαταστάθηκε, την τοπική κοινωνία, το σχολικό περιβάλλον, καθώς και παραδοσιακά φαγητά και ήθη και έθιμα της περιοχής. Στη συνέχεια, μοιράζεται τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις της από τα πανηγύρια του νησιού και καταγράφει ορισμένα έθιμα που τα συνοδεύουν. Τέλος, αναφέρεται στην προσφυγική κρίση, όπως τη βίωσε η ίδια, εκθέτοντας παράλληλα και την οπτική των κατοίκων της Λέσβου απέναντι στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο νησί.
Narrators
Άρτεμις Κωνσταντιδέλλη
Field Reporters
Αριστείδης-Δημήτριος Νικάκης
Tags
Interview Date
08/01/2021
Duration
67'