Μεγαλώνοντας στην Αλβανία του Χότζα
Segment 1
Εισαγωγή και παιδική ηλικία
00:00:00 - 00:03:26
Partial Transcript
Ωραία. Και ξεκινάμε. Λοιπόν, καταρχάς μπορείς να μας πεις το όνομά σου; Μπορώ. Με λένε Ξένια. Ωραία. Βρισκόμαστε εδώ με την Ξένια, είνα…ίνω απ’ το μπάνιο αυτή τη μέρα… Έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα, και μετά με πήρε μαζί της. Με πήρε πάλι στο Αργυρόκαστρο. Έφυγα από ‘κει. Αυτά.
Lead to transcriptSegment 2
Γάμος και τα τελευταία χρόνια του Κομμουνιστικού καθεστώτος
00:03:26 - 00:09:07
Partial Transcript
Μετά μεγαλώνοντας… Ε, εντάξει, τώρα ας πούμε δεν… Πώς να σου εξηγήσω πώς ήτανε τα πράγματα; Τότε ήμουνα 19 χρονών. 19 ακόμα παντρεύτηκα. Αλλ…«Τι έγινε -του λέω- δεν το άνοιγε το ψυγείο. Αφού δεν ακούει. Και τι να έκανα; Να ανοίγω μόνη μου το ψυγείο; Δεν το άνοιγε». Τι να σου πω…
Lead to transcriptSegment 3
Η μετανάστευση των αντρών
00:09:07 - 00:14:24
Partial Transcript
Μέχρι εκεί. Φτάνουν τώρα στον χρόνο ‘90 που λες. Εκεί ήτανε, ας πούμε, το πιο δύσκολο θα έλεγα, το πιο δύσκολο θα έλεγα. Ήταν το ’90. Εκεί έ… «Τι κούκλα είναι αυτή και τι παιχνίδι είναι! Μου το ‘φερε ο μπαμπάς!». Και το δείχνε σε όλο το χωριό αυτή την κούκλα η κόρη μου. Εντάξει.
Lead to transcriptSegment 4
Αποχωρισμός και θάνατος μητέρας
00:14:24 - 00:17:14
Partial Transcript
Φύγαμε και εμείς, ήρθε μας πήρε το ’96. Γιατί εγώ ας πούμε μόλις δίνανε βίζα και αυτά, θα μου δίνανε βίζα γιατί είμαι ομογενής, δεν είμαστε …Είναι πολύ δύσκολο για έναν γονιό, πολύ. Οπότε είναι μια ιστορία που… Είναι άλλο να το ζήσεις ένα πράγμα και άλλο να το πεις. Εγώ αυτό λέω.
Lead to transcriptSegment 5
Τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα
00:17:14 - 00:19:37
Partial Transcript
Κι εμείς ας πούμε, περάσαμε πολύ δύσκολα με τον άντρα μου γιατί και αυτός ήτανε 21, εγώ 19, κάναμε τα δύο τα παιδιά. Στην Αλβανία περνάγαμε …όλας. Αλλά μπορούσε… Στο μικρό όχι, γιατί δεν έτρωγε πολύ. Και της έχει μείνει έτσι, «έκανες αυτό, μαμά». «Χωρίς -της λέω- να…». «Το ξέρω».
Lead to transcriptSegment 6
Σκέψεις για τη γενναιοδωρία
00:19:37 - 00:22:29
Partial Transcript
Αλλά τα σπουδάσαμε, και τα δύο τα σπουδάσαμε. Και φτάσαμε, ας πούμε, μια χαρά είμαστε τώρα. Με πολλή, πολλή δυσκολία στη ζωή. Και ακόμα, ας …γάπη. Να δώσεις αγάπη. Αν δεν δίνεις αγάπη, δεν παίρνεις αγάπη. Οπότε αυτά είναι για ‘μένα. Αν έχεις καμία ερώτηση, μπορείς να μου κάνεις.
Lead to transcriptSegment 7
Σχέσεις ανδρών - γυναικών και γνωριμία με σύζυγο
00:22:29 - 00:24:32
Partial Transcript
Έχω πολλές. Και θα σου πω. Λοιπόν… Τι εννοούσες όταν μου περιέγραψες το περιστατικό με τα αγόρια να σας λένε ότι έχετε ωραία μάτια; Μου λε…μετά από πολλά χρόνια με κέρδισε. Εντάξει, δεν είναι… Οπότε τώρα εντάξει, υπάρχει και αγάπη, υπάρχουν τα πάντα. Αλλά αυτή ήταν η γνωριμία.
Lead to transcriptSegment 8
Το διάστημα στο σπίτι των θείων
00:24:32 - 00:26:52
Partial Transcript
Kαι είπες ότι έμεινες με τον θείο σου- Ναι. Για μια περίοδο. Πόσα χρόνια ήταν αυτή η περίοδος και πότε ήταν αυτή η περίοδος; Αυτή η περίο…ε τίποτα. Με τίποτα δεν το δίνω. Ναι. Τότε ήτανε… Δεν ήξερες τι γινόταν αυτό το πράγμα. Και θα άκουγες τον άλλον, ό,τι λέει ο άλλος. Αυτό.
Lead to transcriptSegment 9
Η μέρα και η νύχτα του γάμου
00:26:52 - 00:31:34
Partial Transcript
Ήθελα να σε ρωτήσω αν μπορείς να μου περιγράψεις λίγο τη μέρα του γάμου σου. Τη μέρα του γάμου μου. Τη μέρα του γάμου μου, σου είπα. Ήτανε…… «τι με νοιάζει εμένα αν έχει πεθάνει Χότζας;». Δεν μπορούσες να το κάνεις αυτό. Δεν μπορείς να το πεις αυτό το πράγμα. Γι’ αυτόν τον λόγο.
Lead to transcriptTags
Segment 10
Ο θάνατος του Χότζα και απαγορεύσεις
00:31:34 - 00:39:32
Partial Transcript
Τι θυμάσαι από τη μέρα που πέθανε ο Χότζας; Τη θυμάσαι αυτή τη μέρα; Τη θυμάμαι, πώς δεν τη θυμάμαι. Τη θυμάμαι που όλοι στο χωριό είχαν αρ…υνε. Δεν μπορούσανε. Δεν είναι λίγο πράγμα ας πούμε αυτό, είναι πολύ… Πολύ τραυματισμός σου μένει, ας πούμε, στο τέτοιο, δεν είναι εύκολο…
Lead to transcriptSegment 11
Σχέσεις γονιών - παιδιών
00:39:32 - 00:42:32
Partial Transcript
Κι εσύ είχες κάποιους συγγενείς στην Ελλάδα; Εμείς είχαμε από τη μαμά μου, ναι. Είχαμε… Δεν είχαμε επαφή καθόλου. Καθόλου. Και όταν άνοιξε …ρα μου ερχόταν και μας ξεσκέπαζε και έβαζε και την κουβέρτα έτσι, στα πλάγια, να μη μας φύσαγε ο αέρας. Πολύ, πολύ ευαίσθητος, πολύ. Πολύ.
Lead to transcriptSegment 12
Σχέσεις ανδρών - γυναικών
00:42:32 - 00:43:45
Partial Transcript
Μου είπες πριν ότι δεν μπορούσες να αγαπήσεις όποιον ήθελες. Όχι, δεν μπορούσες. Σαν κοριτσάκι, ρε παιδί μου, δεν μπορούσες ας πούμε να έχε…λος να μπορούσες να κοιμηθείς, τίποτα. Αυτό δεν ξέρω… Ή αν είναι καλό ή αν είναι κακό, δεν μπορώ να το κρίνω, δεν μπορώ να πω τίποτα. Αυτά.
Lead to transcriptSegment 13
Κρυφές θρησκευτικές παραδόσεις
00:43:45 - 00:50:40
Partial Transcript
Και είπες ότι… Μου ανέφερες λίγο ότι η θεία σου; Ναι. Όταν έβαφε τα αυγά με τα έκρυβε τα τσόφλια- Η γιαγιά μου! Η γιαγιά σου; Η γιαγιά …ράγματα από την εκκλησία, όχι. Πιστεύω πάρα πολύ. Πιστεύω πάρα, μα πάρα πολύ, αλλά δεν ξέρω πολλά πολλά πράγματα. Δεν ξέρω πολλά πράγματα.
Lead to transcriptTags
Segment 14
Η νέα τεχνολογία
00:50:40 - 00:53:03
Partial Transcript
Είπες ότι κάποιος είχε τηλεόραση. Nαι. Ποιος; Κάποιος στο χωριό είχαν τηλεόραση. Δεν μπορούσαμε κάθε οικογένεια να είχαμε τηλεόραση. Ας π…το ψυγείο». «Δεν το άκουσα» έλεγε, γιατί δεν άκουγε. Και περίμενα μια-μιάμιση ώρα σου λέω αυτό το πράγμα. Είναι να γελάσεις. Όντως. Αυτά.
Lead to transcriptSegment 15
Η μετανάστευση του συζύγου και τα χρόνια μόνη στο Αργυρόκαστρο
00:53:03 - 00:58:28
Partial Transcript
Ωραία. Τώρα, ήθελα να σε ρωτήσω για όταν έπεσε ο κομμουνισμός, που σιγά-σιγά άρχισε- Ναι. Η οικογένειά σου να έρχεται στην Ελλάδα. Ανέφερ…ένεια. Γι’ αυτό φτιάχνουμε και οικογένεια πιστεύω εγώ. Και η οικογένεια παίζει και μεγάλο ρόλο και στα παιδιά. Και στα παιδιά. Είναι πολύ…
Lead to transcriptSegment 16
Η αποχώρηση από την Αλβανία και τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα
00:58:28 - 01:03:01
Partial Transcript
Και τώρα, θυμάσαι πώς πήρατε την απόφαση εσύ και τα παιδιά να έρθετε στην Ελλάδα; Ναι, πήραμε την απόφαση γιατί δεν γινότανε και για μας, ν…ε, δεν θέλω. Δεν θέλω. Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ από πού ήρθα και ποια είμαι. Ποτέ δεν μπορώ να το ξεχάσω αυτό. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Lead to transcriptSegment 17
Τρόφιμα
01:03:01 - 01:03:35
Partial Transcript
Μιας και μίλησες για τα σούπερ μάρκετ – Ναι. Στο Αργυρόκαστρο από πού παίρνατε τα τρόφιμα; Όχι. Παίρναμε τα τρόφιμα σε ένα μαγαζί που είχ…εις άλλο, και λεφτά να είχες, δεν μπορούσες. Ήτανε μοιρασμένα. Όσο άτομα ήσουνα στο σπίτι, τόσο γραμμάρια θα έπαιρνες. Δεν είχε. Δεν είχε.
Lead to transcriptTags
Segment 18
Τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα
01:03:35 - 01:06:05
Partial Transcript
Τι θυμάσαι από το ταξίδι από το Αργυρόκαστρο στην Αθήνα, το πρώτο ταξίδι; Θυμάμαι που ήρθα με λεωφορείο, γιατί αυτοκίνητο δεν είχαμε. Αλλά … παιδιά πιο πολύ. Ο άντρας σου πού δούλευε; Στην οικοδομή. Είχε έναν engineer - το λέμε - αυτός τον βοήθησε, εντάξει. Τον βοήθησε κάπως.
Lead to transcriptSegment 19
Η επιστροφή στο Αργυρόκαστρο
01:06:05 - 01:07:53
Partial Transcript
Κι εσύ θυμάσαι την πρώτη φορά που γύρισες πίσω στο χωριό; Θυμάμαι μόνο που έκλαιγα, τίποτα άλλο δεν έκανα. Τίποτα. Και τότε φεύγαμε με λεωφ… πούμε να είσαι σε μια πολυκατοικία και να είσαι μέσα όλη μέρα. Αυτά, αλλά μετά εντάξει, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά… Άλλαζε η ζωή, άλλαξε η ζωή.
Lead to transcriptSegment 20
Σκέψεις για το καθεστώς του Χότζα
01:07:53 - 01:09:23
Partial Transcript
Και τι αίσθηση σου έχουν αφήσει όλα αυτά; Που… Αίσθηση μου έχουν αφήσει, που τώρα μπορώ να καταλάβω πάρα πολύ καλά τα χρόνια που έζησα εκε…να καταλάβανε οι γονείς μας για ποιον δουλεύουνε; Εδώ αργήσαμε εμείς να καταλάβουμε, αργήσαμε εμείς να καταλάβουμε, όχι πια οι γονείς μας.
Lead to transcriptSegment 21
Τα χρόνια μόνη στο Αργυρόκαστρο και μια άλλη συναισθηματική πραγματικότητα
01:09:23 - 01:14:22
Partial Transcript
Αυτά τα χρόνια που ήσουνα μόνη σου στο Αργυρόκαστρο χωρίς τον άντρα σου, τι θυμάσαι πιο έντονα από αυτά; Τη μοναξιά με δύο παιδιά. Δεν είνα…ό και ήμουνα πιο έτσι… Πιο προχωρημένη. Τίποτα προχωρημένη, αλλά μπροστά σε αυτές. Αυτή η συζήτηση, δεν είχαμε κάποια συζητήση να κάνουμε.
Lead to transcriptSegment 22
Οικογένεια
01:14:22 - 01:18:39
Partial Transcript
Σε ποια πόλη ήταν ο θείος σου, με τον οποίον- Στην Αυλώνα. Μακριά από το Αργυρόκαστρο. Και τι θυμάσαι από το πώς σου είχε φανεί η πόλη σε … από μας, χίλιες φορές. Όλα εικοσάρια στο σχολείο. Δεν πηγαίνανε πανεπιστήμιο. Με τίποτα. Όχι. Πανεπιστήμιο θα πηγαίναμε εμείς, όχι αυτοί.
Lead to transcriptSegment 23
Εκπαίδευση
01:18:39 - 01:22:25
Partial Transcript
Εσύ θυμάσαι να σκέφτεσαι τι επάγγελμα θα ήθελες να κάνεις, όταν μεγάλωνες; Α, πάρα πολύ. Εγώ σκεφτόμουνα: «Εγώ θα γίνω δασκάλα». Δασκάλα. Γ…, δεν ήξερε τίποτα. Αλλά μέχρι οχτώ χρόνια ήτανε… Οπωσδήποτε πρέπει να το τελειώσεις αυτό. Το «δημοτικό» λεγότανε. Για πες άλλο, ρώτησέ με.
Lead to transcriptTags
Segment 24
Γνωριμία με σύζυγο
01:22:25 - 01:25:41
Partial Transcript
Ήθελα να σε ρωτήσω…. Αν δεν θες, δεν είναι ανάγκη να το συζητήσουμε, για όταν γνώρισες τον άντρα σου. Ναι. Ποιος σου τον σύστησε; Ποιος …δύσκολα. Γιατί λέγανε: «Αν έχει μείνει τόσο χρονών, ποιος ξέρει τι έχει και πώς είναι, και τι έχει κάνει και τι έχει ράνει». Για πες άλλο.
Lead to transcriptSegment 25
Οικογενειακή ζωή στο Αργυρόκαστρο
01:25:41 - 01:29:57
Partial Transcript
Αναρωτιόμουνα αν… Θυμάσαι τα παιδιά σου να σου λένε ότι θυμούνται το χωριό, απ’ όταν έμεναν όταν ήταν μικρά; Θυμούνται το χωριό; Ναι, θυμο…και την επόμενη μέρα για το πρωί, τι να κάνεις για το μεσημέρι, τι να κάνεις το βράδυ. Και λεφτά να είχες, δεν είχες πού να πας να πάρεις.
Lead to transcriptSegment 26
Μητρότητα και σχέσεις γονιών - παιδιών
01:29:57 - 01:33:43
Partial Transcript
Και θυμάσαι λίγο όταν έγινες μητέρα, όταν έκανες το πρώτο σου παιδί, αυτή την εποχή λίγο; Αφού όταν έκανα το πρώτο παιδί… Τότε εντάξει, …νέναν. Δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα, όχι. Ήτανε δύσκολα. Δεν ξέρω, λες και ήμασταν πολύ πίσω, ρε παιδί μου, όταν το σκέφτομαι αυτό ας πούμε.
Lead to transcriptSegment 27
Γάμοι
01:33:43 - 01:35:09
Partial Transcript
Τραγουδούσατε ποτέ; Στα παιδιά; Όλοι μαζί. Στους γάμους… Ναι. Αυτό, ναι. Στους γάμους, μόνο. Στους γάμους ναι. Και πώς ένιωθες εσύ, όταν…α βλέπαμε εκεί. Ήμασταν δεν ήμασταν καλεσμένοι στο γάμο, εμείς θα πηγαίναμε εκεί να βλέπαμε το γάμο μέχρι το πρωί. Σαν παιδιά που ήμασταν.
Lead to transcriptSegment 28
Τελευταίες σκέψεις
01:35:09 - 01:36:38
Partial Transcript
Τι δουλειά έκανες όταν ήρθες στην Ελλάδα; Εγώ δεν δούλεψα. Ήμουν με τα παιδιά. Στο σπίτι. Ήμουνα με τα παιδιά, τα πήγαινα στην παιδική χαρά…υτά. Αυτά; Αν ήσουν στη θέση μου - να σε ρωτήσω κάτι εσένα - σαν… Εντάξει. Θα το συζητήσουμε. Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ πολύ. Να ‘σαι καλά.
Lead to transcript[00:00:00]Ωραία. Και ξεκινάμε. Λοιπόν, καταρχάς μπορείς να μας πεις το όνομά σου;
Μπορώ. Με λένε Ξένια.
Ωραία. Βρισκόμαστε εδώ με την Ξένια, είναι 4 Ιουλίου του 2022, είμαστε στην Αθήνα - περιοχή Πανόρμου - και εγώ ονομάζομαι Φοινίκη Παπαδοπούλου, είμαι από το Istorima ερευνήτρια. Και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Λοιπόν, καταρχάς μπορείς να μου πεις λίγα πράγματα για τον εαυτό σου και τη ζωή σου;
Μπορώ να πω για τη ζωή μου από… Τι θυμάμαι όταν ήμουν, ας πούμε, στην ηλικία 15 χρονών που εκεί, ας πούμε, αρχίζεις και γνωρίζεις κάπως τον εαυτό σου. Μπορώ να σου πω, ας πούμε, πως ο κομμουνισμός είναι ένα πράγμα που σε κρατάει πάντα να είσαι κλειστά, να μην… Να κλείνεσαι στον εαυτό σου, να μη μπορείς να κάνεις πράγματα που θες εσύ. Έχει πολλή απαγόρευση, δηλαδή. Και… Δηλαδή, να σου πω: και να αγαπήσεις κάποιον, ας πούμε, ή να ήτανε… Γιατί είμαστε χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αν μπορούσες να αγαπήσεις κάποιον, ή ένα μουσουλμάνο ή κάποιον άλλον, θα ήταν απαγορευμένο. Δεν μπορούσες, ας πούμε, να το κάνεις αυτό, και από τους γονείς σου δεν σε αφήνανε και απ’ όλους, θα ήσουν πολύ χάλια. Το άσχημο ήταν που το σκέφτομαι τώρα, ας πούμε, που είμαι σε αυτή την ηλικία, που δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήμουνα εγώ. Θυμάμαι μία, έτσι, κάποιες φορές, ας πούμε, που μαζευόμασταν φίλοι και αυτά, ήταν και κάποια αγορά πιο μεγάλα. Αγόρια πιο μεγάλα. Και μου λέγανε: «Τι ωραία μάτια έχεις, πόσο όμορφα είναι αυτά τα μάτια!». Δεν μπορούσα να καταλάβω τον εαυτό μου, πόσο όμορφη ήμουνα. Δεν ήθελα ας πούμε, δεν ήθελα να το ξέρω αυτό το πράγμα. Σαν δεν υπήρχα. Μετά…
Θέλεις να μας πεις πού και πότε γεννήθηκες;
Εγώ γεννήθηκα στο Αργυρόκαστρο, 14 Μαρτίου το ’66. Οπότε εγώ, ας πούμε η μαμά μου, είχε κάνει έντεκα παιδιά, δώδεκα παιδιά. Και τα πέντε παιδιά της είχανε πεθάνει. Το θυμάμαι αυτό ας πούμε, και είχε πεθάνει μια αδερφή μου που ήτανε πιο μικρή από μένα, και η μαμά μου δεν μπορούσε να κλάψει γι’ αυτό το παιδί. Γιατί… Από την πεθερά της ας πούμε, έλεγε: «Όχι, δεν γίνεται αυτό, να κλάψει, δεν αυτό, πέθανε, δεν πειράζει, ήταν άρρωστο» και αυτά. Και αυτό μου έχει μείνει, δηλαδή πολύ άσχημα πράγματα. Παρόλα αυτά, έμενα με έναν θείο μου που δεν είχε παιδιά. Δεν είχε παιδιά. Αλλά η θεία μου, ας πούμε, ήτανε πολύ αυστηρή. Εκεί δεν είχε, ας πούμε, να έκανες πολλά πράγματα, δεν μπορούσες, και αν έκανες κάποια λάθη σαν παιδί που ήμασταν, θα σε έκλεινε στο μπάνιο και θα σ’ άφηνε εκεί. Οπότε μια φορά με είχε αφήσει η μαμά μου εκεί, γιατί δεν είχε ο θείος μου παιδιά. Κι έπρεπε να κάτσω εκεί με το θείο μου. Σαν παιδί τους, δηλαδή. Και μια φορά, θυμάμαι, είχε έρθει η μαμά μου και η θεία μου από το Αργυρόκαστρο στην Αυλώνα που έμενα με το θείο μου. Και εγώ μόλις είδα τη μαμά μου έκλαιγα, έκλαιγα. Και μετά, μόλις έφυγε η μαμά μου, μ’ έκλεισε στο μπάνιο η θεία μου, το θυμάμαι αυτό. Και κατά την τύχη μου, γυρνάει η μαμά μου πάλι πίσω γιατί δεν είχε λεωφορείο, δεν ξέρω τι έγινε, και βγαίνω απ’ το μπάνιο αυτή τη μέρα… Έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα, και μετά με πήρε μαζί της. Με πήρε πάλι στο Αργυρόκαστρο. Έφυγα από ‘κει. Αυτά.
Μετά μεγαλώνοντας… Ε, εντάξει, τώρα ας πούμε δεν… Πώς να σου εξηγήσω πώς ήτανε τα πράγματα; Τότε ήμουνα 19 χρονών. 19 ακόμα παντρεύτηκα. Αλλά αυτή τη χρονιά, το… 1985; Το ‘85 είχε πεθάνει ο Χότζας. Και οπότε είχε πεθάνει ο Χότζας και ήμασταν σε ένα χωριό. Και μου έλεγε μια φίλη μου, το θυμάμαι: «Πώς δεν κλαις;», «Γιατί να κλαίω;», «Αφού πέθανε ο Χότζας, δεν γίνεται να μην κλαις». Μα δεν μπορώ να κλάψω. «Όχι, πρέπει να κλαις». Πώς να το κάνω; Δεν μπορούσα να κλάψω. Τέλος πάντων, ήρθε η ώρα, θα παντρευόμουνα. Παντρεύτηκα. Δεν μπορούσα, ας πούμε, να βάλω άσπρα ρούχα, επειδή είχε πεθάνει ο Χότζας. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε μουσική, επειδή είχε πεθάνει ο Χότζας. Που ήμουνα κομμουνίστρια, δεν ήμουνα, ας πούμε… Ήμουνα με τον κομμουνισμό. Ήμασταν στην πόλη κάποιοι, ας πούμε, από αυτά. Αλλά παρόλα αυτά, ήταν πολλά πράγματα απαγορευμένα. Δεν ξέραμε ας πούμε τι γινόταν απ’ έξω, τι γινόταν Ελλάδα, τι γινόταν σε άλλα κράτη, ούτε καν ξέραμε. Δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε την τηλεόραση στην Ελλάδα… Δεν μπορούσα. Ήταν μετά το άσχημο που… Όταν ήτανε το Πάσχα, η γιαγιά μου έβαφε αυγά. Αλλά αν σε βλέπανε ας πούμε να έβαφες αυγά, θα ‘τανε πολύ άσχημο, αυτό θα σε βάζανε φυλακή. Και τα έπαιρνε η γιαγιά μου τα αυγά, τα ‘βάφε και μας τα έδινε να τα τρώγαμε τα αυγά. Και έπαιρνε τις φλούδες όλες - το θυμάμαι - και τα ‘βαζε μέσα στο χώμα. Για να μην τα βλέπουν οι άλλοι. Πολύ αυτό, και μου εχεί δηλαδή… Δεν ξέρω αυτό το πράγμα, τώρα ας πούμε που ήρθαμε στην Ελλάδα, τότε καταλαβαίναμε τι γινόταν και τι λέγανε οι γονείς μας. Τι είχαν ας πούμε και τι λέγανε γι’ αυτό το πράγμα. Πάει αυτό. Παντρεύτηκα έτσι, με ένα κόκκινο έτσι φόρεμα, για να μην είχα άσπρα ρούχα… Εντάξει, περνάω εγώ, ήμουνα 19 χρονών. 19 χρονών, μπαίνω στην οικογένεια, στον άντρα μου. Και αυτοί ήτανε δέκα παιδιά. Αλλά είχαν παντρευτεί όλοι. Ερχόταν το καλοκαίρι, εγώ είμαι με τον πεθερό μου και με τον άντρα μου, αλλά θα ερχόταν οι αδερφές του, ρε παιδί μου, να βλέπανε τον πατέρα τους. Αλλά τότε δεν είχα πολλά πράγματα, να έπαιρνες, να είχες τρόφιμα στο σπίτι. Θα έπαιρνες από ένα κιλό ρύζι, ένα κιλό μακαρόνια, ένα κιλό λάδι – αυτά να τα είχες τον μήνα. Πού να έβγαινε αυτό το πράγμα; Να τα έτρωγες εσύ; Ή να περίμενες τον κόσμο, να μαγείρευες πράγματα ας πούμε να τρώγανε — όποιος θα ερχότανε, ας πούμε — το καλοκαίρι στο σπίτι σαν διακοπές; Δεν είχαμε. Και θυμάμαι, παίρνω μια κούπα έτσι… Στο σπίτι, γιατί δεν είχα ζάχαρη, ας πούμε. Με τι να τους φτιάξω καφέ; Και πήγαινα στη μαμά μου και έπαιρνα μια κούπα ζάχαρη. Μετά τελείωνε το λάδι, δεν είχα λάδι. Ξαναπάω πάλι στη μαμά με μια κούπα έτσι, για να πάρω λάδι για να τους μαγειρεύω. Πού να ήξερα τώρα, 19 χρονών, να κρατάς ας πούμε πολύ κόσμο στο σπίτι, να τους μαγειρέψεις για να τους περιμένεις και αυτά; Οπότε ήταν πολύ δύσκολο και αυτό, πολύ δύσκολο. Εντάξει, τέλος πάντων, πάμε, φτιάχνουμε το σπίτι μας κάπως. Όχι και τόσο καλά, το φτιάχνουμε το σπίτι, πάμε στο σπίτι μας. Ήρθε μετά το… Πότε ήτανε, το… ’90. Φτάνουμε στο χρόνο ’90. Εκεί χάλασε ο κομμουνισμός. Εκεί άρχισε να χαλάσει. Α, θυμάμαι πριν το ’90, θυμάμαι που κάποιοι είχανε ανθρώπους στην Ελλάδα, και ερχόταν εδώ στην Ελλάδα, ας πούμε να δούνε τους ανθρώπους. Πριν ανοίξει, ας πούμε, το ’90, το ’89 και αυτά. Γιατί δεν είχαμε ούτε τηλέφωνο, ούτε τίποτα. Δεν είχαμε τηλέφωνα, να πάρεις τηλέφωνα κάποιον. Μόνο με γράμματα, ας πούμε, θα μπορούσες να στείλεις ένα γράμμα στο θείο που είχες εκεί ή… Όπου ήτανε μακριά ας πούμε, δεν μπορούσες να τηλεφωνήσεις. Με γράμματα. Και πηγαίναμε εμείς, ρωτάγαμε το γείτονα, όταν ήρθε στην Ελλάδα πώς πέρασε. Δεν μπορούσε να μας πει πώς πέρασε στην Ελλάδα, γιατί γύρω στο σπίτι θα ήταν η αστυνομία. Να μην πει τι γινόταν στην Ελλάδα και πώς ήταν η Ελλάδα. Γιατί από ‘κει, από την Αλβανία ας πούμε να ερχόσουν στην Ελλάδα πριν το ’90, το ’89, ήταν λίγο πιο… Μπορούσες να έρθεις, αλλά όταν γυρνάς πίσω - που ερχόσουνα πίσω στην Αλβανία - δεν μπορούσες να πεις πως πέρασες, τι είδες, τι είχε, αν είχε τηλέφωνο, αν είχε να φάνε, αν είχε να πιούνε. Δεν μπορούσε να το πει αυτό. Τον ρωτάγαμε και δεν μίλαγε. Δεν μίλαγε. Δεν μπορούσε να το πει αυτό το πράγμα. Και δεν μπορούσαμε ας πούμε να ξέραμε τι γινόταν απ’ έξω. Θυμάμαι την θεία μου που άνοιγε την τηλεόραση στην Ελλάδα. Αν το έβλεπε κανένας να ανοίγεις τηλεόραση στην Ελλάδα, θα πήγαινε φυλακή. Κρυφά, μεσάνυχτα, βλέπαμε ας πούμε, λίγο έτσι τηλεόραση. Κρυφά. Όποιος είχε. Δεν είχαμε τηλεόραση στα… Ούτε ψυγεία και αυτά. Δεν είχε. Δεν είχαμε. Αυτό είναι για να γελάσεις. Σε έναν γείτονα, ας πούμε, είχε πάρει ψυγείο αυτός. Στο χωριό θα ήτανε πέντε-έξι ψυγεία. Και είχε πάρει ένα ψυγείο αυτός, και πηγαίναμε να πάρουμε 1 κιλό κρέας το μήνα, αλλά αυτό να το κρατήσω, όταν ερχόταν κάποιος στο σπίτι, να το κρατήσω στο ψυγείο για να το φτιάξω όταν ερχόταν ο κόσμος, όχι να το φάω εγώ. Και πηγαίναμε, το βάλαμε σε ένα γείτονα. Να γελάσεις είναι αυτό. Εντάξει, πάω εγώ στο γείτονα να το πάρω αυτό το κρέας και να το μαγειρέψω γιατί είχα κόσμο στο σπίτι. Εντάξει. Αλλά ο γείτονας δεν άκουγε. Δεν άκουγε απ’ τα αυτιά. Και αυτός, αν δεν σταμάταγε το ψυγείο να δουλέψει, δεν το άνοιγε το ψυγείο. Δεν το άνοιγε γιατί δεν ήξερε, τόσο ήξερε, τόσο έλεγε. Και εγώ πάω εκεί, περιμένω. Περιμένω μία ώρα. Εγώ το άκουγα το ψυγείο που σταμάταγε, ξανάνοιγε. Του έλεγα: «Κύριε Μίτε, σταμάτησε το ψυγείο, άνοιξέ το». «Όχι -λέει- δεν το έχω ακούσει εγώ για να σταματήσει το ψυγείο να το ανοίξω». Μία ώρα περίμενε να ακούσει, αυτός δεν άκουγε. Και είναι να γελάσεις αυτό το πράγμα. Μου λέει ο άντρας μου: «Τι έγινε;», «Τι έγινε -του λέω- δεν το άνοιγε το ψυγείο. Αφού δεν ακούει. Και τι να έκανα; Να ανοίγω μόνη μου το ψυγείο; Δεν το άνοιγε». Τι να σου πω…
Μέχρι εκεί. Φτάνουν τώρα στον χρόνο ‘90 που λες. Εκεί ήτανε, ας πούμε, το πιο δύσκολο θα έλεγα, το πιο δύσκολο θα έλεγα. Ήταν το ’90. Εκεί έφυγε ο κουνιάδος μου, ας πούμε, τον Ιανουάριο του ’90, μόλις πήραν χαμπάρι που μπορούσες να φύγεις και δεν θα σε σκοτώσει κανένας και δεν θα σε κάνει κανένας… Γιατί τότε ήταν απαγορευμένο, δεν μπορούσες να… Αν θα ερχόσουν από ‘δω, θα σε σκότωναν, δεν… Δεν γινότανε. Να μπορούσες να… Δεν ήταν ελεύθερα κατ’ αρχήν, δεν ήταν. Και έφυγε ο κουνιάδος μου έφυγε τον Ιανουάριο - και έβρεξε αυτή τη μέρα που έφυγε - και άφησε τη γυναίκα του με ένα παιδί στο σπίτι και έφυγε. Και εμείς ένα μήνα δεν ξέραμε αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει. Εάν είχε περάσει στην Ελλάδα, ήταν μες στα βουνά, είχε περάσει από τα βουνά[00:10:00], από τη θάλασσα, δεν ξέρω πώς είχε περάσει αυτός άνθρωπος. Δεν είχαμε ούτε τηλέφωνα, ούτε τίποτα από αυτόν τον άνθρωπο. Και η κουνιάδα μου ήταν μόνη της με το παιδί, εγώ ήμουνα στο σπίτι μου. Και αυτή έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε. Κλαίγαμε, δεν ξέραμε πού ήτανε. Ήρθανε οι γονείς της της κουνιάδας μου… Γιατί ήταν από άλλη πόλη και παντρεύτηκε στην άλλη πόλη, έτσι; Ήταν από την Περμετή αυτή η κουνιάδα μου και παντρεύτηκε στο Αργυρόκαστρο, εκεί που ήμουνα εγώ. Και ήρθαν οι γονείς της να την πάρουνε. Το παιδί τους, την κόρη τους, να την πάρουνε. Τώρα τι να την κάνουμε; Αφού ο άντρας της έφυγε, δεν ξέρει πού πήγαμε, εάν ζει ή αν έχει πεθάνει, αν έχει κάνει… Και τους λέω: «Όχι, δεν θα την πάρετε, θα την αφήσετε εδώ, θα είμαι εγώ μαζί της. Όταν θα πάρουμε χαμπάρι ο άντρας της δεν ζει, τότε θα κάνετε ό,τι θέλετε εσείς. Αλλά τώρα, χωρίς να πάρουμε χαμπάρι πως γίνεται…». Και αυτή έκλαιγε, ούρλιαζε, δεν μπορείς να φανταστείς, δεν μπορείς να το… Δεν μπορώ να το περιγράψω ας πούμε πώς ήταν αυτό, τόσο δύσκολο… Μετά από δύο μήνες, μας στέλνει αυτός ένα χαρτί. Ένα χαρτί σε άλλη πόλη. Σε άλλη πόλη. Πάω μαζί με τη γυναίκα του για να πάρουμε αυτό το χαρτί, για να πάρει χαμπάρι πώς είναι. Και τρέξαμε δύο γυναίκες, σε δρόμο χωρίς να ξέρουμε για να πάρουμε να πάρουμε αυτό το γράμμα. Και τι τραβήξαμε… Ας πούμε, μας έπιασε η νύχτα μες στο δρόμο, περπατώντας με τα πόδια, για να πάρουμε το γράμμα. Πήγαμε τελικά, καταφέραμε, πήραμε το γράμμα που έλεγε: «Είμαι ζωντανός. Είμαι στην Ελλάδα. Είμαι καλά. Μην ανησυχείτε. Η γυναίκα μου να μη φύγει με το παιδί. Να μείνει σπίτι της, γιατί κάποια στιγμή θα γυρίσω και θα τη δω». Αυτός. Εντάξει, αυτή και έκλαιγε και γέλαγε, και έκλαιγε και γέλαγε. Και μετά εντάξει, έφυγε αυτός, πήραμε χαμπάρι είναι καλά και αυτά. Μετά από λίγο έφυγε άντρας μου. Έφυγε ο άντρας μου, πήγε στην Ελλάδα και αυτός… Είχα τα δύο τα παιδιά. Τώρα να πάει στην Ελλάδα, χωρίς ας πούμε να ξέρει πού πάει, να ξέρει τι κάνει…Πολύ δύσκολο αυτό το πράγμα. Έφυγε, ας πούμε, λέει: «Θα φύγω». «Φύγε». Τα παιδιά να κλαίγανε, και τα δύο. «Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά!». Έφυγε ο μπαμπάς. Τίποτα. Ήρθε εδώ, στην Ελλάδα. Εδώ έμενε στα Πατήσια, σε ένα δωμάτιο - να φανταστείς – είκοσι άτομα. Είκοσι άτομα, δηλαδή δεν μπορούσες να… Ούτε να έπινες, ούτε… Μαγειρεύανε οι άντρες, να πεις. Μαγείρευαν εκεί. Εντάξει, πέρασε ο καιρός, χωρίς να πάρουμε χαμπάρι ας πούμε, χωρίς… Δεν μπορούσες να μιλήσεις, δεν μπορούσε να ήξερες πού ήταν και πώς είναι. Δεν είχε, δεν είχαμε τηλέφωνα για να παίρναμε τηλέφωνα, για να μιλάγαμε. Εντάξει, ένα γείτονα εκεί. Παίρναμε τηλέφωνο σ’ ένα γείτονα, που θα πηγαίναμε μακριά να πάρουμε τηλέφωνο, όχι εκεί. Μία μας τον ‘δινε το Γιάννη, γιατί μία τον έβρισκε, μία δεν τον έβρισκε, μία ήταν στη δουλειά, μία ήταν από ‘δω, μία ήταν από ‘κει. Εντάξει. Μια μέρα μετά, εκεί που ήτανε, είχανε μπει δυο κλέφτες μες στο δωμάτιο. Στους άνδρες, εκεί που μένανε ο άντρας μου. Και να τους πιάσουν αυτούς οι κλέφτες, να λένε: «Τώρα -λέει- θα σας σκοτώσουμε. Δώσε μας τα λεφτά». Πού είχαν λεφτά; Δεν είχανε μαζέψει λεφτά. «Θα σας σκοτώσουμε». Και σηκώνουν τον Γιάννη επάνω – τον άντρα μου επάνω - και του λέει: «Τώρα δώσε μου τα λεφτά, τι έχεις, γιατί δεν θα το δεις, αυτό το φως που είναι ανοιχτό, δεν θα το ξαναδείς. Δεν θα το ξαναδείς αυτό». Και τι τρομάρα πήρανε… Τους τα πήρανε όλα, αυτά που είχανε τα λίγα, και φύγανε. Πέρασαν μεγάλη τρομάρα. Μεγάλη τρομάρα. Εντάξει. Ήρθε ο καιρός που θα γύρναγε πίσω για να δει τα παιδιά του, ο άντρας μου. Εντάξει, ήρθε πίσω, τον είδαμε, εντάξει ήτανε καλά, έλεγε, ήταν ευχαριστημένος, ας πούμε, καλά ήτανε στην Ελλάδα. Και μετά, όταν ήρθε η ώρα… Ερχόταν η ώρα για να έφευγε πάλι, θυμάμαι, τον πιάνανε τα παιδιά από το παντελόνι, έτσι από τα πόδια. «Μπαμπά, μη φύγεις, μπαμπά!» και να κλαίει ο Γιάννης, να κλαίνε και τα παιδιά. Τι δύσκολα ήταν αυτά, δεν μπορείς να φανταστείς. Εντάξει. Πέρασε… Ο άντρας μου, ας πούμε, ήρθε το ’91, εμείς κάτσαμε 5 χρόνια χωρίς τον άντρα μου. Γιατί ήρθαμε εδώ το ’96. Αλλά ήταν πολύ δύσκολα. Πολύ δύσκολο, ας πούμε, για να είσαι… Δεν είχαμε ας πούμε ούτε να φάνε τα παιδιά, ούτε να… Ούτε παιχνίδια, θυμάμαι ένα παιχνίδι που έφερε άνδρας μου στη μεγάλη κόρη μου, μια κούκλα και τρελαινόταν. «Τι κούκλα είναι αυτή και τι παιχνίδι είναι! Μου το ‘φερε ο μπαμπάς!». Και το δείχνε σε όλο το χωριό αυτή την κούκλα η κόρη μου. Εντάξει.
Φύγαμε και εμείς, ήρθε μας πήρε το ’96. Γιατί εγώ ας πούμε μόλις δίνανε βίζα και αυτά, θα μου δίνανε βίζα γιατί είμαι ομογενής, δεν είμαστε ας πούμε από τους Αλβανούς, είχαμε μια διαφορά. Εντάξει, δεν μπορώ να πω. Πήρα τη βίζα, πήρα τα παιδιά, ήρθα εδώ. Να δεις μετά, η μαμά μου έκλαιγε γιατί φύγαν τα εγγόνια από ‘κει. Να έκλαιγε η μαμά μου, να έκλαιγε, να έκλαιγε… «Μη φεύγετε, μη φεύγετε, δεν θα σας ξαναδώ, δεν θα σας ξαναδώ!». «Όχι, μαμά, θα ερχόμαστε». Πηγαίναμε στο καλοκαίρι εκεί κι ήτανε λες… Κάθεται στην πόρτα και σε περιμένει, ας πούμε, από… Τόσο αγάπη, τόσο… Πράγμα, δεν ξέρω πώς ήταν αυτό. Και το σκέφτομαι, ας πούμε, και με τρελαίνει αυτό. Και όταν ήρθα μετά εδώ… Εντάξει, πέρασαν τα χρόνια, φεύγαμε, ερχόμασταν… Δύσκολα. Θυμάμαι αρρώστησε η μαμά μου, ας πούμε, ή από την… Τι έννοια που είχε για μας, για όλα τα παιδιά, φύγανε. Γιατί μεγάλωσε όλα τα παιδιά και μετά τα παιδιά φύγανε, και μείνανε μόνα τους, οι γονείς. Αρρώστησε. Ήρθε εδώ, τη θεραπεύαμε, μετά γύρισε πίσω γιατί ήταν άρρωστη. Ήταν άρρωστη. Και… Εδώ ας πούμε φύγαμε με τη μαμά, με τη μαμά μου να το πάμε στο χωριό, ήρθε και η αδερφή μου, και κάτσαμε στο σπίτι μια εβδομάδα να τη δούμε που ήταν άρρωστη. Θα φεύγαμε. Μας έλεγε: «Φύγετε». Τη φιλήσαμε, φύγαμε το πρωί, την αφήσαμε άρρωστη. Μόλις ερχόμαστε στην Αθήνα με την αδερφή μου, μας παίρνουν τηλέφωνο: «Πέθανε η μαμά». Δεν κάτσαμε καθόλου, ξαναγυρνάμε πάλι για να φύγουμε. Αυτή η νύχτα ήτανε βροχή, αέρας… Στην Πάτρα τότε δεν είχε γίνει η γέφυρα ακόμα, ήτανε τα πλοία που περνάγανε απέναντι. Δεν μπορούσαμε να περάσουμε. Δεν μπορούσαμε. Κλαίγαμε, κλαίγαμε, κλαίγαμε. Τελικά δεν μπορούσαμε να περάσουμε. Γιατί μέχρι να πάμε, ας πούμε, από τον άλλο δρόμο - ήταν ένας δρόμος πολύ κακό δρόμο εκεί - τρέχαμε για να προλάβουμε, παραλίγο να πέσουν και αυτό, απ’ το δρόμο στο γκρεμό, έτσι με τα αυτοκίνητα. Περνάμε, περνάμε. Μέχρι να πάμε εμείς, δεν την είδαμε τη μαμά μας μετά. Πέθανε και την κηδέψαν, ας πούμε, οι άλλοι εκεί και μόνο μια αδερφή. Και θυμάμαι έκλαιγε αδερφή μου, έλεγε: «Βρε μαμά -της έλεγε- πού πας; Τα παιδιά σου δεν είναι εδώ να σε δούμε. Κάτσε λίγο ακόμα να τους περιμένεις. Να περιμένεις…». Και αυτό μου έχει μείνει πολύ έτσι. Πολύ. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για τους γονείς, να μεγαλώσουν τα παιδιά – εντάξει, να πάρουνε… Τα παιδιά να πετάνε, να πάρουν το δρόμο τους και αυτά, αλλά όχι να μην τους ξαναδείς και να μην έχεις πάλι ας πούμε αυτό και… Είναι πολύ δύσκολο για έναν γονιό, πολύ. Οπότε είναι μια ιστορία που… Είναι άλλο να το ζήσεις ένα πράγμα και άλλο να το πεις. Εγώ αυτό λέω.
Κι εμείς ας πούμε, περάσαμε πολύ δύσκολα με τον άντρα μου γιατί και αυτός ήτανε 21, εγώ 19, κάναμε τα δύο τα παιδιά. Στην Αλβανία περνάγαμε δύσκολα γιατί δεν είχαμε ας πούμε πολλά πράγματα, ήρθαμε εδώ… Δεν είχαμε πιρούνι, δεν είχαμε μαχαίρι να φάμε. Δεν είχαμε πού να κοιμηθούμε. Είχαμε ένα κρεβάτι ας πούμε που κοιμόμασταν μαζί με τα παιδιά. Πολύ δύσκολο. Ήρθαμε εδώ στην Ελλάδα, εντάξει. Στην Ελλάδα ας πούμε μας αγαπήσανε και μας αγκαλιάσανε. Η Ελλάδα για μένα είναι… Είναι, πώς να σου πω, πολύ… Πώς το λένε αυτό. Την αγαπάω την Ελλάδα, γιατί η μαμά μου είχε πολύ μεράκι. Ήτανε μοιρασμένοι οι γονείς ας πούμε, οι γονείς από ‘δω, τα παιδιά εκεί, ήταν πολύ δύσκολα. Δεύτερη πατρίδα είναι η Ελλάδα για μένα. Στην Ελλάδα έκανα πολλά πράγματα. Πολλά πράγματα που δεν προλάβανε και οι γονείς μου με τόση δουλειά να τα κάνουν στην Αλβανία. Πολλά πράγματα. Μεγάλωσα τα παιδιά. Σπούδασα τα παιδιά. Και τα σπούδασα και… Με πολύ αρχές μεγάλωσαν τα παιδιά. Με πολύ αρχές μεγάλωσαν τα παιδιά, αλλά με πολλή δυσκολία όμως. Και όταν ήρθαμε εδώ, δεν είχαμε βέβαια στην αρχή και εδώ να φάμε και να πιούμε. Μέναμε σε μια γκαρσονιέρα. Μέναμε σε μια γκαρσονιέρα και η μεγάλη ήτανε εφτά χρονών και ο μικρός ήταν τεσσάρων χρονών. Οπότε εμείς δεν είχαμε λεφτά, γιατί δούλευε μόνο ο Γιάννης και λίγα μεροκάματα. Και περνάμε… Ο μικρός δεν έτρωγε πολύ φαΐ. Δεν έτρωγε καθόλου. Και παίρναμε ένα σουβλάκι και το δίναμε μόνο στο μικρό. Και αυτό μου έχει μείνει, ας πούμε, χωρίς να το καταλάβω… Και στη μεγάλη δεν έπαιρνα. Στη μεγάλη δεν έπαιρνα, γιατί δεν… Γιατί να το κάνω αυτό; Αλλά όταν… Ούτε το σκεφτόμουν αυτό πώς το έκανα. Δεν το έκανα ας πούμε επειδή δεν ήθελα τη μεγάλη, αλλά ο μικρός δεν έτρωγε και λέω: «Ας πάρω στον μικρό». Και η μεγάλη, αυτά μου τα λέει σήμερα ας πούμε. Τότε δεν μπορούσε να μου τα πει. Λέει: «Μαμά -λέει- θυμάμαι, όταν έπαιρνες σουβλάκι ας πούμε στον αδερφό μου και εμένα δεν μου έπαιρνες, κι εγώ το κοίταγα, να φάει, να φάει λίγο και να μου αφήνει», γιατί αυτός δεν έτρωγε πολύ. Αυτός έφαγε λίγο και το άφηνε το άλλο, και το έτρωγε η μεγάλη. Και λέει: «Όπως μεγάλωνε -λέει- όπως μεγάλωνε, έτρωγε πιο πολύ σήμερα, πιο πολύ αύριο, πιο πολύ αύριο, στο τέλος δεν μου άφηνε τίποτα», λέει. Και αυτό μου έχει μείνει ας πούμε, έτσι. Δεν το έχουμε κάνει από κακία και αυτά, απλά… Χωρίς σκέψη, ξέρω ‘γω; Χωρίς σκέψη, και δεν είχαμε κιόλας. Αλλά μπορούσε… Στο μικρό όχι, γιατί δεν έτρωγε πολύ. Και της έχει μείνει έτσι, «έκανες αυτό, μαμά». «Χωρίς -της λέω- να…». «Το ξέρω».
Αλλά τα σπουδάσαμε, και τα δύο τα σπουδάσαμε. Και φτάσαμε, ας πούμε, μια χαρά είμαστε τώρα. Με πολλή, πολλή δυσκολία στη ζωή. Και ακόμα, ας πούμε, εντάξει γιατί… Για τη ζωή μας δεν έχουμε κάνει κάτι για να πω: «Τη ζωή μου την έχω ζήσει», ας πούμε, κάτι σε… Τίποτα, ας πούμε, δεν έχω ζήσει στην ζωή μου. Επειδή παντρευτήκαμε μικρά και οι δύο - και ο Γιάννης ήταν μικρός και εγώ ήμουν 19[00:20:00] χρονών, δεν είσαι ας πούμε σε ηλικία να παντρευτείς - κάναμε τα παιδιά. Μετά άντε να μεγαλώσεις τα παιδιά, να τα σπουδάσεις τα παιδιά. Χωρίς βοήθεια, από κανέναν δεν έχω πάρει, από κανέναν καμία -μα καμία- βοήθεια. Καμία βοήθεια. Και στους γονείς μου ας πούμε, δεν είχαν και αυτοί. Άντε, να αγοράσω κάτι γιατί μ’ αρέσει να δώσω στους ανθρώπους. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να… Χαίρομαι και με ευχαριστεί πολύ να δώσω στον άλλον. Με ευχαριστεί πάρα πολύ αυτό. Να καταλάβει ο άλλος, ας πούμε, που: «Αχ, μου έδωσε αυτό», και να χαίρεται και αυτός. Αλλά πιο πολύ χαίρομαι εγώ. Πιο πολύ. Αλλά εντάξει. Γιατί δεν ζήσαμε, δεν ζήσαμε γιατί παντρευτήκαμε μικρά, κάναμε τα παιδιά μας, μετά ήρθαμε εδώ, άντε να τα σπουδάσουμε, άντε η μεγάλη παντρεύτηκε, έκανε τα παιδιά της. Τώρα και ο μικρός ας πούμε, κάνει παιδί. Αυτά θέλουν βοήθεια ακόμη. Και αυτό, είναι όλα από ‘μας. Οπότε μέχρι, άντε να μεγάλωσαν αυτά - εντάξει, είναι χαρά βέβαια - αλλά εκεί δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου. Σκέφτεσαι πάλι τους άλλους. Κι εγώ είμαι και σαν χαρακτήρας, ας πούμε, πάντα τον εαυτό μου τον βάζω στην άκρη. Θέλω να σκεφτώ για τους άλλους. Πάντα, πάντα. Και μικρό κοριτσάκι που είχα… Θυμάμαι και αυτό, όταν ήμουνα μικρό κοριτσάκι, δεν είχαμε πολλά ρούχα και αυτά. Αλλά ήμασταν ωραία κορίτσια. Δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας που ήμασταν κάτι. Δεν το καταλαβαίναμε. Κι εγώ ήμουν ας πούμε πάντα για τους άλλους. Η αδερφή μου ήταν δύο χρόνια πιο μεγάλη από ‘μένα, και μας αγόρασε ο πατέρας μου… Ήταν πολύ σεβνταλής. Ξέρεις τι θα πει σεβνταλής; Όχι;
Όχι.
Πολύ γουστώδης, είχε πολύ γούστο. Είχε πολύ γούστο. Και πήγαινε, ας πούμε, σε μια πόλη και έπαιρνε ρούχα για τα κορίτσια του. Για μένα, για την αδερφή μου… Εγώ όπως μου τα ‘παιρνε - τα αγόραζε - μου τα ‘παιρνε η αδερφή μου η μεγάλη. Τα φόραγε αυτή. Και λέει: «Γιατί τα πήρες;» λέει. Λέω: «Μπαμπά θέλω να το φορέσω εγώ». «Εντάξει». Θυμάμαι πήγε, μου πήρε ένα φόρεμα πάρα πολύ ωραίο. Μου λέει: «Αυτό το φόρεμα θα το φορέσεις εσύ, δεν θα το δώσεις στην αδερφή σου, θα το κρατήσεις εσύ». Και το θυμάμαι σαν σήμερα. Και το λέω στον μπαμπά μου: «Μπαμπά, έκανες αυτό». «Ναι -μου λέει- το έχω κάνει αυτό». Οπότε… Είναι, να σου πω, δεν ξέρω πώς να… Αυτά είναι βγαλμένα απ’ τη ζωή όλα όμως. Και είναι… Τα έχω ζήσει όλα αυτά. Τα έχω ζήσει όλα αυτά. Οπότε λέω: «Δόξα τω θεώ, τώρα είμαι καλά». Λέω: «Να έχουμε την υγεία και αγάπη». Πάντα να προσφέρεις αγάπη. Για να πάρεις αγάπη, πρέπει να προσφέρεις αγάπη. Να δώσεις αγάπη. Αν δεν δίνεις αγάπη, δεν παίρνεις αγάπη. Οπότε αυτά είναι για ‘μένα. Αν έχεις καμία ερώτηση, μπορείς να μου κάνεις.
Έχω πολλές.
Και θα σου πω.
Λοιπόν… Τι εννοούσες όταν μου περιέγραψες το περιστατικό με τα αγόρια να σας λένε ότι έχετε ωραία μάτια; Μου λες λίγο περισσότερα γι’ αυτό;
Θα σου πω περισσότερα. Στο είπα. Γιατί δεν μπορούσε κάποιος να σου μιλήσει. Δεν μπορούσε κάποιος. Να ήταν ένα αγόρι, να σου πει: «Τι ωραία είσαι!». Ή να μπορούσες να είχες μια αγκαλιά με ένα παιδί ή ένα φλερτ ή αυτά, δεν υπήρχανε. Δεν υπήρχαν αυτό το πράγμα. Όποτε και όταν μου έλεγε έτσι, δεν μπορούσα να σκεφτώ τον εαυτό μου… «Α, για να δω» ή να σκεφτώ κάτι στον εαυτό μου… Να εκδηλωθώ. Να εκδηλωθώ, πώς το λένε αυτό; Δεν μπορούσες να εκδηλωθείς. Να πεις: «Α, αλήθεια είναι αυτό, είναι ωραία». Δεν μπορούσες. Οπότε αυτός το είχε, όπως λένε… Το είχε αληθινό, ας πούμε, αυτό. Αλλά ποτέ ας πούμε δεν πήγαινα να πάω κοντά, να πω: «Περίμενε, τι είπε αυτός;». Χωρίς να το… Χωρίς να βάλεις τον εαυτό σου σε πολλά πράγματα.
Τον άντρα σου θυμάσαι πώς τον γνώρισες;
Άλλη αυτή, είναι άλλη ιστορία και δεν ξέρω άμα… Αυτή είναι άλλη ιστορία. Τον άντρα μου; Να σου πω; Να σου πω. Εγώ, όχι που θα πω για τον εαυτό μου «ήμουνα ωραία», αλλά πραγματικά ήμουνα πολύ ωραία κορίτσι. Πολύ ωραία. Ο άντρας μου ήτανε - όχι που είναι κακός, γιατί τον αγαπάω και γι’ αυτό είμαι και τόσα χρόνια με αυτόν - αλλά ήταν λίγο πιο κοντούλης, λίγο πιο μαζεμένος. Εγώ ήμουνα πολύ σταθερή, δεν ήτανε σταθερός, ήτανε λίγο… Μίλαγε πολύ, που εμένα δεν μου αρέσει όταν οι άνθρωποι μιλάνε πολύ. Εντάξει. Τον άντρα μου πιο πολύ τον αγάπησε η μαμά μου. Οπότε πιο πολύ τον έχω… Όχι που δεν τον αγαπάω τώρα, εντάξει; Καμιά σχέση, αλλά από την αδερφή μου και τη μαμά μου τον έχω παντρευτεί τον άντρα μου. Ο μπαμπάς μου δεν τον ήθελε με τίποτα, ο αδερφός μου επίσης με τίποτα, οπότε εντάξει. Τέλος πάντων, παντρευτήκαμε. Παντρευτήκαμε και εντάξει, ο άντρας μου, ας πούμε, μετά από πολλά χρόνια με κέρδισε. Εντάξει, δεν είναι… Οπότε τώρα εντάξει, υπάρχει και αγάπη, υπάρχουν τα πάντα. Αλλά αυτή ήταν η γνωριμία.
Kαι είπες ότι έμεινες με τον θείο σου-
Ναι.
Για μια περίοδο. Πόσα χρόνια ήταν αυτή η περίοδος και πότε ήταν αυτή η περίοδος;
Αυτή η περίοδος θα… Εγώ ήμουνα 15-16 χρόνων. 15-16 χρονών… Έναν χρόνο; Έναν χρόνο. Αλλά θα σου πω. Η μαμά μου έστελνε όλα τα παιδιά σε αυτόν τον θείο. Για να έχει αυτός ο θείος παιδί. Έστειλε την μεγάλη, δεν καθότανε η μεγάλη, γιατί δεν πέρναγε καλά. Έστελνε την άλλη. Ούτε η άλλη καθότανε. Έστειλε τον αδερφό μου. Ούτε εκείνος. Περνάγανε δυο-τρεις μήνες, δεν περνάγανε καλά με τη θεία. Γιατί να ξέρεις και κάτι: όταν ο άνθρωπος δεν κάνει παιδί, δεν έχει αγάπη για τα παιδιά. Δεν νιώθει κάτι για το παιδί. Ειδικά η μάνα. Πιστεύω εγώ, με όλα αυτά που έχω συνειδητοποιήσει με τα αδέρφια μου ας πούμε, αυτό. Δεν υπήρχαν. Φύγανε. Στο τέλος πήγα εγώ. Έκατσα ένα χρόνο, μετά έφυγα. Και εκεί, εντάξει δεν ήτανε τόσο εύκολο ας πούμε για να περάσεις καλά. Ήτανε πόλη, εντάξει, είχα από όλα, αλλά δεν τα νιώθεις αυτά τα όλα όταν δεν έχεις αγάπη, όταν δεν έχεις να κάτσεις κάπου να νιώθεις κάτι για αυτήν. Δεν μπορείς να νιώθεις κάτι για τη θεία μου, δεν ένιωθα κάτι. Απλά ίσα-ίσα τη φοβόμουνα. Τη φοβόμουνα, αυτό μόνο. Και η μαμά μου που λες, γιατί τότε ήτανε δύσκολα τα χρόνια, ο θείος μου αφού δεν έκανε παιδιά, λέει ο πατέρας μου πως θα κάνουμε ένα παιδί για το θείο. «Για τον αδερφό μου θα κάνουμε ένα παιδί». Εντάξει, κάνανε ένα άλλο παιδί, το δώσανε αυτό το παιδί μόλις βγαίνει από το νοσοκομείο το παιδί, το δίνουνε στο θείο. Στο θείο έκατσε το παιδί, 40 ημερών πέθανε το παιδί. Στον θείο μου. Να δεις τη μαμά μου, τι στεναχώρια, τι στεναχώρια, μεγάλη στεναχώρια. Και έφυγε έτσι το παιδί. Πολύ δύσκολο αυτό όμως, για μια μάνα ας πούμε, για αυτό, για να ευχαριστήσεις τον άλλον. Εις βάρος σου είναι αυτό για να ευχαριστήσεις τον άλλο. Οπότε γι’ αυτό το έκανε η μαμά μου.
Και θυμάσαι -
Που σήμερα δεν το κάνει κανένας αυτό. Εγώ, ας πούμε, που έχω δύο παιδιά, δεν θα κάνω ποτέ, να κάνω ένα παιδί να το δώσω αλλού. Με τίποτα. Αυτά τα χρόνια από έζησε η μαμά μου και όπως ήμασταν πριν το ’90, μπορούσα… Δεν ξέρω αν θα το έκανα. Αλλά τώρα με αυτά τα χρόνια, που ξέρω ας πούμε τι γίνεται στον κόσμο, να κάνω ένα παιδί να το δώσω στον άλλον, με τίποτα! Ας μου δώσει ό,τι θέλει, δεν το δίνω με τίποτα. Με τίποτα δεν το δίνω. Ναι. Τότε ήτανε… Δεν ήξερες τι γινόταν αυτό το πράγμα. Και θα άκουγες τον άλλον, ό,τι λέει ο άλλος. Αυτό.
Ήθελα να σε ρωτήσω αν μπορείς να μου περιγράψεις λίγο τη μέρα του γάμου σου.
Τη μέρα του γάμου μου. Τη μέρα του γάμου μου, σου είπα. Ήτανε… Εντάξει, αφού ήταν έτσι από τον Χότζα με το κόκκινο κοστούμι που είχα κάνει και αυτά και κάναμε ένα απλό τραπέζι, δεν είχε πολύ κόσμο, γιατί δεν μπορούσες ούτε να χορέψεις, ούτε να τραγουδήσεις, τίποτα. Τίποτα. Θα σου πω. Εντάξει, παντρεύτηκα, όλα αυτά, είναι… Πολύ έτσι ας πούμε, αν θες τα λες, αν δε θες δεν τα λες. Εντάξει, με τον άντρα μου δεν είχαμε κάνει τίποτα πριν τον γάμο. Δεν γινότανε να το κάνεις. Και παντρευτήκαμε, εντάξει ήτανε Κυριακή. Εντάξει, τελείωσε ο γάμος, ήρθε η Δευτέρα. Τώρα πρέπει να πάω μέσα να κοιμηθώ, με τον άντρα μου. Πώς θα γίνει αυτή η δουλειά; Παναγία μου! Πού να ξέρεις τώρα! Δεν είναι όπως είναι τώρα που πας με ένα αγόρι, σου αρέσει, κάνεις σχέση, κάνεις αυτό, δεν υπήρχε τότε. Εντάξει, ήρθε η Δευτέρα, είχε μείνει αδερφή του εκεί. Η αδερφή του, πώς θα μπούμε στο δωμάτιο να κοιμηθούμε; Εγώ δεν έμπαινα στο δωμάτιο με τίποτα. Με τίποτα. Στο δωμάτιο, ο Γιάννης περίμενε. Ο άντρας μου περίμενε. Και παίρνει αδερφή του και μου λέει εμένα: «Ξένια, έλα λίγο μέσα -λέει- να σου δώσω κάτι», στο δωμάτιο. Εντάξει, πάω και εγώ μέσα, φεύγει αυτή και μου κλείνει την πόρτα. Κλείνει την πόρτα, μπαίνω μέσα εγώ. Ο άντρας μου περίμενε. Λέει: «Έλα, έλα να κοιμηθείς, έλα να κοιμηθείς». Λες και ήμασταν πόσα χρόνια πίσω, δεν μπορώ να καταλάβω! Εγώ δεν πήγαινα στο κρεβάτι με τίποτα. Πήγε αυτός, με παίρνει στα χέρια και μπουμ στο κρεβάτι! Και μετά, αυτό ήταν η μέρα του γάμου. Και το πρωί περιμένουν τα σεντόνια, να δουν τα σεντόνια. Εμένα θα μου δουν τα σεντόνια; Δεν δείχνω σεντόνια, με τίποτα. Και τους έμεινε έτσι, γιατί δεν έδειξα τα σεντόνια μου. Δεν θέλω να τα δείξω τα σεντόνια. Δεν τα ‘δειξα. Αυτά.
Και δεν υπήρξε πρόβλημα, όταν δεν τα έδειξες;
Ό,τι μιλάγαν από πίσω μου, ας μιλάνε ό,τι θέλουν. Μπροστά μου δεν μου είπανε τίποτα. Οπότε περιμένουν τα σεντόνια, να πλύνω τα σεντόνια, να πιάσω τα σεντόνια και.. Ε, με τίποτα δεν το έκανα αυτό! Λέω: «Μέχρι εδώ. Φτάνει». Δεν θέλω να το κάνω αυτό. Υπήρχανε, άλλα… Δεν θα… Δεν το έκανα. Όχι. Δεν το έκανα. Γιατί βλέπαμε ας πούμε, κάθε Δευτέρα ας πούμε, αν παντρευόταν κάποιος, θα άπλωνε τα σεντόνια εκεί. Ε, δεν θέλω να το κάνω αυτό. Ευτυχώς εμένα δεν μου είπαν τίποτα, τι θα μου κάνανε; Θα με χωρίζανε; Αν δεν έβλεπαν τα σεντόνια; ‘Όχι. Το έκανα αυτό. Αυτό ήτανε η μέρα του γάμου.
Ο ίδιος ο γάμος πού έγινε;
Στο Αργυρόκαστρο.
Πού;
Στο σπίτι. Στο σπίτι, στο σπίτι. Εντάξει. Τότε όπως λες… Και έπρεπε μετά να πας σε ένα κέντρο. Για να κάνεις το… Πώς πας εδώ στο δημαρχείο και κάνεις τον γάμο; Έπρεπε και εκεί. Αλλά εντάξει, έπρεπε εκεί να κάνεις το γάμο - όχι τον γάμο - να πας να γράφεις τα χαρτιά που «μ’ αγαπάς, σ’ αγαπάω» ή δεν… Αυτό. Εντάξει, πήγαμε εκεί, να ‘τανε κάποιος, να ρωτάνε τον άντρα μου: «Την αγαπάς την Ξένια;[00:30:00]» «Ναι, την αγαπάω», λέει αυτός. Με ρωτάγανε εμένα: «Τον αγαπάς τον άντρα σου; Τον αγαπάς τον άντρα σου;». Εγώ δεν μίλαγα. Δεν μίλαγα. Λέει ο άνδρας μου: «Πες! Πες τον αγαπάς, γιατί πρέπει να υπογράψεις εδώ αν τον αγαπάς ή όχι». Μια ώρα εκεί, γιατί δεν έλεγα: «Τον αγαπάω». Τώρα τα σκέφτομαι αυτά. Γιατί δεν… Αν δεν τον αγαπούσα, να μην πήγαινα καθόλου. Αλλά δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα, ούτε τον αγαπάω-δεν τον αγαπάω. Μία ώρα εκεί μέχρι να πω: «Ναι, τον αγαπάω, τον αγαπάω». Τότε να υπογράφεις αυτό το πράγμα. Αυτός ήταν ο γάμος.
Και ανέφερες ότι δεν μπορούσες να φορέσεις άσπρο –
Άσπρο, όχι, με τίποτα.
Ποιος σας έδωσε όλες αυτές τις οδηγίες για το πώς πρέπει να γίνει σωστά ο γάμος, εφόσον έχει πεθάνει ο Χότζας;
Μα μόνοι μας, ήμασταν στον κομμουνισμό. Απ’ το σπίτι ήμασταν όλοι στο κομμουνισμό. Δεν θέλαμε να αυτό, λυπόμασταν τον Χότζα, όλοι.
Και ξέρετε ότι αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να φορέσεις λευκό;
Βεβαίως! Το ξέραμε που αυτό δεν μπορούσες να αυτό. Σε μία, στο χωριό ήτανε μία άλλη ας πούμε, που ήτανε νύφη και είχε παντρευτεί πριν ένα μήνα, ας πούμε, αυτή. Πριν πεθάνει ο Χότζας. Και πάει αυτή η καημένη σαν νύφη, να βάζει κραγιόν, να ντυθεί για να πάει στην πόλη. Να πάει μία βόλτα στην πόλη. Την είδανε που είχε βάλει κραγιόν… Παραλίγο να τη βάλουν στη φυλακή! Την πήρανε στο κέντρο εκεί και την… Σαν τη δικάζανε γιατί έβαλε κραγιόν. Πραγματικά σου λέω, σου μιλάω. Γιατί έβαλε κραγιόν. Επειδή έχει πεθάνει Χότζας. Αλλά πού να μίλαγες τότε, «τι με νοιάζει εμένα αν έχει πεθάνει Χότζας;». Δεν μπορούσες να το κάνεις αυτό. Δεν μπορείς να το πεις αυτό το πράγμα. Γι’ αυτόν τον λόγο.
Τι θυμάσαι από τη μέρα που πέθανε ο Χότζας; Τη θυμάσαι αυτή τη μέρα;
Τη θυμάμαι, πώς δεν τη θυμάμαι. Τη θυμάμαι που όλοι στο χωριό είχαν αρχίσει και κλαίγανε, «Ω, πέθανε, πέθανε Χότζας! Τώρα θα αρχίσει ο πόλεμος, τώρα θα αρχίσει αυτό, τώρα θα κάνει αυτό!». Τι θ’ αρχίσει; Πέθανε ο Χότζας και σωθήκαμε νομίζω εγώ. Σωθήκαμε. Μετά άρχισε και άνοιξε ας πούμε το… Όσο ήταν ο Χότζας ήμασταν όλοι μαζεμένοι. Ό,τι έλεγε ο Χότζας θα κάναμε. Δεν υπήρχε παιδί μου, ειδικά στα… Δεν υπήρχε καφέ να πίνεις. Δεν υπήρχε καφέ. Τον καφέ το ήπια στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε σ’ εμάς καφέ να πίνεις. Θυμάμαι την γιαγιά μου, έψηνε σιτάρι και κάνανε καφέ. Δεν είχε καφέ. Ή ένα πακέτο καφέ που ήταν 100 γραμμάρια, που το δίνανε κάθε μήνα - 100 γραμμάρια καφέ - αυτό να έπινε ή ο πεθερός σου ή άλλος που θα ερχόταν, ένας μεγάλος άνθρωπος ας πούμε να έρθει στο σπίτι σου να του έφτιαχνες ένα καφέ. Για μας, να πίναμε εμείς καφέ; Δεν είχε τέτοιο καφέ να πιεις. Δεν υπήρχε. Δεν είχε. Πού να τον βρω τον καφέ; Δεν είχε. Δεν είχε.
Θυμάσαι… Τι θυμάσαι από τα πράγματα που τρώγατε όσο μεγάλωνες επί Χότζα; Τι φαγητά θυμάσαι;
Τι φαγητά; Απλά φαγητά. Είχαμε μακαρόνια, ρύζι… Κρέας δεν υπήρχε. Δεν είχε κρέας. Ελαιόλαδο δεν είχε. Πορτοκάλια δεν είχε. Μήλα δεν είχε. Δεν είχε, αυτά τα παίρναμε μόνο για Πρωτοχρονιά. Θα παίρναμε 1 κιλό μήλο, 1 κιλό πορτοκάλι και 1 κιλό λεμόνι. Δεν είχαμε κάτι άλλο. Δεν είχαμε κάτι άλλο, αυτά θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κάτι το φοβερό για να… Δεν είχε. Δεν είχαμε. Δεν είχαμε, δεν είχαμε, όχι. Δεν είχαμε. Έτσι μεγαλώσαμε. Δύσκολα, πολύ.
Θυμάσαι πώς ένιωθες εσύ την ημέρα που πέθανε ο Χότζας;
Να σου μιλάω ειλικρινά; Δεν ένιωθα τίποτα. Τίποτα, μου έλεγε μια φίλη μου: «Γιατί δεν κλαις;». Δεν ένιωθα να κλάψω, γιατί να κλάψω; Δεν ένιωθα να κλάψω, ρε παιδί μου, πώς να κλάψω; Δεν μου ερχότανε να κλάψω! Όχι, ήσουνα υποχρεωμένη να κλάψεις. Και δεν μπορούσα να κλάψω. Δεν έκλαιγα, μου έλεγε: «Γιατί δεν κλαις;» Και τι ήτανε; Πέθανε ο Χότζας, ντάξει, έγινε χαμός τότε όταν πέθανε ο Χότζας, γιατί όλοι ας πούμε, ό,τι έλεγε ο Χότζας. Ήταν μεγάλος δικτάτορας, δεν ήτανε ας πούμε… Κράτησε πολλά χρόνια, πολλά χρόνια. Πολλά χρονιά έτσι μαζεμένα, πολλά. Το καλό που θυμάμαι, ας πούμε, από τον κομμουνισμό που μπορώ να κρίνω, ήτανε - το μόνο - που δεν είχαμε φόβο από τίποτα, δεν κλειδώναμε πόρτες. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές, όταν κοιμόμασταν. Δεν είχαμε, ας πούμε, ούτε φόβο από το γείτονα ούτε από κανέναν. Ήμασταν ας πούμε αυλή με αυλή με τον άλλον, δεν φοβόμασταν. Ε ναι, τότε μετά από το Χότζα ας πούμε, εντάξει, άρχισαν ας πούμε να φοβόσουν και να κλείνεις τις πόρτες. Το μόνο καλό που είχε. Λέω εγώ, αυτό πιστεύω. Έτσι.
Και το ότι δεν ένιωθες τίποτα, φοβόσουν να το πεις;
Ναι, βέβαια. Δεν μπορούσες να… Όχι. Και σ’ αυτή τη φίλη την έλεγα έτσι ας πούμε, «βέβαια». Να έλεγα στον άλλον: «Δεν μπορώ να κλάψω»; Με τίποτα! Όχι βέβαια, θα έκανα σαν έκλαψα. Αλλά απλά μου κάνει εντύπωση που μου έλεγε η φίλη μου: «Γιατί δεν κλαις;». «Δεν μπορώ να κλάψω. Δεν μπορώ». Να πω στον άλλον που δεν μπορώ να κλάψω; Σε κανένα δεν μπορούσα να το πω αυτό. Δεν μπορούσα να το πω αυτό. Σε κανέναν. Λες επόναγα για τον Χότζα; Γιατί να πόναγα ας πούμε; Για ποιο λόγο; Επειδή ήτανε… Γιατί το… Να σου πω κάτι; Τόσα ξέραμε και τόσο λέγαμε για τον Χότζα. Αν ξέραμε ας πούμε τι γινόταν απ’ έξω… Θυμάμαι που κάνανε το… Πώς το λένε όταν… Το άγαλμα, άγαλμα λέγεται; Του Χότζα. Που το βάλανε στα Τίρανα και σε λίγα χρόνια το ρίξανε. Το ρίξανε. Λέει, θυμάμαι μια φορά είχε έρθει ο Χότζας στο Αργυρόκαστρο - γιατί απ’ το Αργυρόκαστρο ήταν ο Χότζας - και είχε μαζευτεί πολύ κόσμος, γιατί θα ερχόταν ο Χότζας για να μίλαγε ο Χότζας. Έχουν μαζευτεί πολύ κόσμος - μαζί με την γυναίκα του που είχε δίπλα του - και λέει… Και έχει μείνει έτσι, χαρακτηριστικό αυτό. Έβρεξε, έβρεξε και όλος ο κόσμος ήταν με τις ομπρέλες. Και μιλάει ο Χότζας από πάνω, λέει: «Κλείσετε» λέει, «τις ομπρέλες», λέει. «Εμείς» λέει, «δεν φοβόμασταν τίποτα» λέει, «τι να φοβόμαστε;» λέει, «τη βροχή; Δεν φοβόμαστε! Δεν είμαστε φοβιτσιάρες». Και τσσσκ! Όλοι κλείσαν τις ομπρέλες. Και λέει η γυναίκα του δίπλα τού, λέει: «Τώρα, κοίτα, κοίτα τους χαζούς, κλείσαν τις ομπρέλες και βρέχονται εκεί, μες στη βροχή. Κοίτα», λέει. Μας πέρναγε για χαζούς, όλους. Τι να πεις; Αυτά.
Τι άλλες απαγορεύσεις θυμάσαι από την περίοδο που μεγάλωνες;
Τι άλλες απαγορεύσεις… Όλα απαγορευμένα είναι. Τι ήταν; Ελεύθερα, δεν είχε τίποτα ελεύθερα. Όλα απαγορευμένα ήτανε. Πού να πηγαίναμε; Να έκανες τι, δεν μπορούσες να κάνεις κάτι. Δεν μπορεί να βγεις με ένα… Έβγαινες με μια παρέα με φίλους, με φίλες, δεν μπορούσες. Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι. Δεν μπορούσες.
Θυμάσαι κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που… Σε παραξένεψε το ότι δεν μπορούσες να κάνεις κάτι;
Δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Δεν μπορώ να πω ας πούμε, που ήτανε κάτι για να με… Γιατί δεν μου έκανε εντύπωση, γιατί ήταν όλα απαγορευμένα. Γι’ αυτό δεν είχα κάτι να μου κάνει εντύπωση, τι να μου κάνει εντύπωση; Δεν έκανα κάτι ας πούμε, που ήτανε… Μπορούσες να το κάνεις, ήταν όλα. Και δεν υπήρχε κάτι να σου κάνει εντύπωση, ας πούμε, τι.. Ή να σου μείνει έτσι. Όλα ήτανε.
Όταν ο γείτονάς σας γύρισε από την Ελλάδα –
Ναι.
Και τον ρωτούσατε-
Ναι.
Και δεν μπορούσε να σας απαντήσει.
Ναι.
Αυτό πώς σου είχε φανεί; Εσύ περίμενες ότι θα σου απαντούσε;
Κοίτα να δεις… Ναι. Περίμενα ας πούμε, γιατί ήταν η χρονιά που είχε αρχίσει λίγο-πολύ για να καταλάβουμε τι γίνεται έξω. Όταν πέθανε ο Χότζας, άρχισες λίγο και τα χρόνια ας πούμε ήταν λίγο διαφορετικά. Δεν ήταν το ίδιο όπως ήταν ο Χότζας. Τότε άρχισε ο κόσμος, σου λέω. Όποιος ήτανε… Είχαμε κόσμο στην Ελλάδα και όποιος ερχότανε στην Ελλάδα, κάπως ήταν διαφορετικά, έφερνε πράγματα ωραία. Αλλά δεν τα δείχνανε. Δεν τα δείχνανε. Ξέραμε ας πούμε λίγο-πολύ όταν αυτός… Εμείς ας πούμε δεν είχαμε ένα γυαλί να το βάλουμε στα μάτια. Όταν βλέπαμε αυτός, με τα γυαλιά ας πούμε, τα λέγαμε: «Τα ‘φερε από την Ελλάδα». Και πάμε να ρωτήσουμε, να… Από την περιέργεια που είχαμε. Γιατί είχαμε μεγάλη περιέργεια, τι γινότανε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Με τίποτα. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε, δεν… Όταν ήρθε αυτός, τρελάθηκε. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, να δει ας πούμε τηλεοράσεις, ψυγεία, κινητά, τηλέφωνα, πολλά πράγματα. Πολλά πράγματα! Θυμάμαι ας πούμε είχε έρθει μια νύφη από τη Σαράντη, και αυτοί είχανε μείνει ας πούμε, οι μισοί ήταν από την Ελλάδα και οι μισοί από την Αλβανία. Και έβγαινε ο αδερφός του, ας πούμε, έβλεπε την αδερφή του από αυτή τη μεριά, δεν μπορούσαν να μιλήσουνε. Να λέγανε: «Τι κάνεις, πώς είσαι;», δεν μπορούσαν να μιλήσουνε. Μόνο θυμάμαι που αυτή τραγούδαγε κλαίγοντας για τον αδερφό της, και τον άκουγε ο αδερφός της από την άλλη μεριά. Δεν είχαν ας πούμε… Δεν μπορούσε να βλέπει ο ένας τον άλλον. Που τον βλέπανε, ας πούμε, τότε απέναντι, αυτή ήταν από ‘δω. Δεν μπορούσαν να μιλήσουνε. Δεν μπορούσανε. Δεν είναι λίγο πράγμα ας πούμε αυτό, είναι πολύ… Πολύ τραυματισμός σου μένει, ας πούμε, στο τέτοιο, δεν είναι εύκολο…
Κι εσύ είχες κάποιους συγγενείς στην Ελλάδα;
Εμείς είχαμε από τη μαμά μου, ναι. Είχαμε… Δεν είχαμε επαφή καθόλου. Καθόλου. Και όταν άνοιξε ο δρόμος και αυτά, όλοι οι μεγάλοι είχανε πεθάνει, είχανε μείνει τα παιδιά τους, που τα παιδιά τους ας πούμε δεν είχαν καμία σχέση μετά. Όταν δεν γνωρίζεστε με τους ανθρώπους, δεν μπορείς να πας και να τέτοιο. Οι μεγάλοι είχανε, τα ξαδέρφια ας πούμε της μαμάς μου είχαν πεθάνει όλοι. Δεν μπορούσες[00:40:00]… Και αυτό το είχε πολύ παράπονο ας πούμε η μαμά μου, το είχε… Όταν άνοιξε ας πούμε το ‘90 αυτό, λες και πέταγε, δεν ήτανε… Λες και ήταν άλλος άνθρωπος, όταν άρχισε και άνοιξε ο δρόμος.
Η μαμά σου τι ιστορίες σου έλεγε, όταν μεγάλωνες;
Κοίτα να δεις, με τη μαμά μου δεν μιλάγαμε πολλές ιστορίες, γιατί εγώ ήμουν στο θείο μου και… Πήγαινα, ερχόμουνα και αυτά. Μετά, κοίτα να δεις, τι να σου έλεγε η μαμά τότε; Νομίζεις οι μαμάδες τότε μιλάγανε όπως μιλάμε τώρα εμείς με τα παιδιά και όπως μιλάνε τα παιδιά μου με τα παιδιά τους; Δεν είχανε αυτή την επικοινωνία με τα παιδιά. Τίποτα δεν μιλάγανε νομίζω. Να σου πω κάτι, θυμάμαι ας πούμε και… Όταν μεγάλωσα, δεν μου είπε τίποτα η μαμά μου ας πούμε ή όταν ερχόταν η περίοδος, να σου έλεγε κάτι. Τίποτα. Όπως μιλάμε τώρα με τα κορίτσια και αυτά. Δεν υπήρχε αυτή η επικοινωνία. Δεν ήσουνα τόσο ανοικτή ας πούμε με τους γονείς, να πεις πολλά πράγματα. Δεν μπορούσες να… Ούτε… Μάλλον δεν είχανε χρόνο, δεν είχαν αυτή την… Πώς να συμπεριφέρεσαι με τα παιδιά; Δεν μπορούσα ας πούμε να… Δεν είχες αυτή την άνεση, να μιλήσεις. Αγάπη υπήρχε, δεν μπορούσα να πω δεν υπήρχε αγάπη στα παιδιά. Σίγουρα. Αλλά δεν είχες αυτή την άνεση. Δεν μπορούσες να μιλήσεις πολλά πράγματα. Τι να έλεγες, ας πούμε;
Και με τον πατέρα σου;
Απαπα! Δεν μπορούσες να πεις στον πατέρα μου, ας πούμε - όχι μόνο στον πατέρα μου, σε όλους τους πατεράδες - που εμένα ας πούμε «μ’ αρέσει αυτός» ή αυτό. Απαπαπαπα, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Δεν, όχι, δεν είχε. Παρόλο που, σου λέω, ήτανε πολύ αγαπημένοι, οι γονείς μου ας πούμε… Πολλή αγάπη. Γιατί, επειδή είχαν πεθάνει και τα παιδιά τους πιο πριν και ήτανε πιο ευαίσθητοι. Ο πατέρας μου, θυμάμαι εμείς… Θυμάμαι ας πούμε, μια ιστορία που ήμασταν 5-6 παιδιά. Και θα τρώγαμε όλοι μαζί, τα 5, τα 6 τα παιδιά. Και εμείς τρώγαμε, τρώγαμε, αλλά ο μεγάλος του αδερφός μου δεν έτρωγε, το ζεστό πράγμα δεν το έτρωγε γρήγορα. Και εμείς το τρώγαμε όλο και αυτός έμενε χωρίς να έτρωγε. Λέει: «Το φάγατε όλο -λέει- εγώ δεν μπορούσα να φάω». Τι να έτρωγε άλλο; Του έβαζα μετά η μαμά μου κάτι άλλο. Και θυμάμαι όταν κοιμόμασταν, κοιμόμασταν ας πούμε 3-4 παιδιά μαζί, τα αδέρφια. Και τη νύχτα όπως ξεσκεπάζεσαι, θυμάμαι τον πατέρα μου ερχόταν και μας ξεσκέπαζε και έβαζε και την κουβέρτα έτσι, στα πλάγια, να μη μας φύσαγε ο αέρας. Πολύ, πολύ ευαίσθητος, πολύ. Πολύ.
Μου είπες πριν ότι δεν μπορούσες να αγαπήσεις όποιον ήθελες.
Όχι, δεν μπορούσες. Σαν κοριτσάκι, ρε παιδί μου, δεν μπορούσες ας πούμε να έχεις κάτι για κάποιον; Δεν μπορούσες, όμως, να το εκφράζεις. Δεν μπορούσες. Είτε να είχες κάτι και… Δεν μπορούσες, με τίποτα, όχι. Δεν υπήρχε αυτό. Γιατί μπορούσες να σ’ αρέσει κάποιος - βέβαια αυτό είναι φυσιολογικό νομίζω - αλλά δεν μπορούσες να το εκφράσεις. Σε πού να το εκφράσεις αυτό; Αν ας πούμε ένας να σ’ έβλεπε να μίλαγες με κάποιον θα πει: «Α, αυτή είναι έτσι, είναι αλλιώς». Και αν ξέραν, ας πούμε, που εσύ αγάπησες κάποιον, δεν θα παντρευόσουνα. Θα λέγανε: «Αυτή έχει πάει με αυτόν και πάει με αυτόν, δεν θα παντρευτεί, όχι. Δεν θα την παντρευτώ». Οπότε αυτό ήταν το πιο πολύ, έτσι. Για τους γονείς ήταν πολύ δύσκολο τότε, να γνωρίζεις κάποιον και μετά να μην τον παντρευτείς αυτόν; Δεν, όχι. Εγώ ας πούμε έχω γνωρίσει μόνο τον Γιάννη. «Γνωρίζει»… Έχω κοιμηθεί, να το πω ανοιχτό. Δεν… Είχε κάποιος άλλος να μπορούσες να κοιμηθείς, τίποτα. Αυτό δεν ξέρω… Ή αν είναι καλό ή αν είναι κακό, δεν μπορώ να το κρίνω, δεν μπορώ να πω τίποτα. Αυτά.
Και είπες ότι… Μου ανέφερες λίγο ότι η θεία σου;
Ναι.
Όταν έβαφε τα αυγά με τα έκρυβε τα τσόφλια-
Η γιαγιά μου!
Η γιαγιά σου;
Η γιαγιά μου, ναι. Η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου τα έκανε αυτά γιατί είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι. Και οπότε αυτά, γιατί; Γιατί το έκανε αυτό, θα μπορείς να με ρωτήσεις. Το έκανε αυτό γιατί ο Χότζας απαγόρεψε τις εκκλησίες και αυτά. Εμείς είμαστε… Εφτά παιδιά ζούμε και ήμασταν όλα βαφτισμένα κρυφά. Δεν μπορούσα να βαφτιστείς. Γιατί τις εκκλησίες τις έχει απαγορεύσει όλα. Και αυτά ας πούμε… Όταν έχεις εκκλησία για να κάνεις το Πάσχα, σφάγαμε το αρνί, επίτηδες η γιαγιά μου έλεγε: «Αρρώστησε αυτό το αρνί και το έχω…». Πάντα το έσφαζε το Πάσχα. Έβαφε τα αυγά. Θυμάμαι κάτι, που έκανε κάτι ψωμάκια τόσο ωραία και είχε μια σφραγίδα με σταυρούς επάνω, και βλέπαμε εμείς αυτό και πόσο μας άρεσε! «Τι σας άρεσε, ρε;», έλεγε. «Αυτό ήταν ένα σημάδι, εγώ το έκανα σαν λουλούδια». Αυτά ήταν όλα σταυρά. Σταυρούς επάνω έτσι, όπως έχει μια στάμπα από πάνω… Αυτό ήταν όλο ελληνικό. Αλλά πού να μας εξηγήσει η γιαγιά μας, που αυτό είναι το Πάσχα τώρα και πρέπει να κάνουμε τα αυγά και να κάνουμε τα ψωμάκια τα μικρά, αυτά σαν πρόσφορα που κάνουν εδώ, έτσι δεν λέγεται αυτό; Και κάναμε με τη σφραγίδα έτσι απάνω. Γιατί ήταν απαγορευμένα. Δεν μπορούσες, αν έπαιρνε χαμπάρι κανένας που έκανες αυτό το πράγμα και φυλακή μπορούσες να πας. Θυμάμαι, γιατί τότε που ήτανε… Δεν μπορούσες να βαφτιστείς, δεν υπήρχε, παίρνει η γιαγιά μου τη μεγάλη αδερφή μου και το πάει σε ένα δρόμο. Σε ένα δρόμο για να την βαφτίσει κάποιος. Και όπως… Και καθόταν κρυφά η γιαγιά μου και είχε αφήσει το παιδί στο δρόμο. «Και όποιος περνάει», έλεγε, «και θα τη δει, το παιδί και θα το πάρει, αυτή θα είναι η νονά της». Και πέρασε μία γυναίκα και λέει: «Τι είναι αυτό το παιδί, γιατί είναι το παιδί στο δρόμο;». Το παίρνει αυτή το παιδί και σηκώνεται η γιαγιά μου και της λέει: «Να σου ζήσει, να σου ζήσει, να σου ζήσει νονά, να σου ζήσει!». Και από τότε, τη βάφτισε τη μεγάλη αυτή και μας βάφτισε όλους τους άλλους τα παιδιά, όλα τα αδέρφια. Μία νονά είχαμε. Δεν είχαμε κάθε παιδί τον… Και τι μας έφερνε αυτή η νονά; Πόσο να έχει, τι να είχε; Δεν θυμάμαι κάτι ας πούμε για να… Μου είχε φέρει για να πω, «Αυτή είναι… Το ‘φερε η νονά μου». Απλά ήμασταν βαφτισμένα – και είμαστε βαφτισμένοι - με αυτή την νονά. Κρυφά, βέβαια. Όχι έτσι, δεν μπορούσε η γιαγιά μας να μας αφήσει αβάφτιστα. Δεν ήθελε με τίποτα.
Εσύ πότε… Θυμάσαι να καταλαβαίνεις κάποια στιγμή ότι τα τσουρέκια, τα αυγά, όλα αυτά τα πράγματα έχουν να κάνουν με τη θρησκεία; Πώς το αντιλαμβανόσουνα τότε;
Πώς, πώς… Ναι, θα σου πω πώς. Γιατί όλοι… Στο χωριό μας υπήρχε και μουσουλμάνους και χριστιανούς. Και ξέραμε πάρα πολύ καλά που εμείς είμαστε χριστιανοί και ο άλλος είναι μουσουλμάνος. Αφού ήτανε… Δεν μπορούσες να παντρευτείς ένα μουσουλμάνο - μπορεί να ήταν ένας κούκλος! Δεν μπορούσες να τον παντρευτείς. Δεν θα το δεχότανε οι γονείς σας αυτό. Με τίποτα. Δεν γινότανε. Ξέραμε, ας πούμε, ποιος ήτανε μουσουλμάνος και ποιος ήτανε χριστιανός. Και ξέραμε πολύ καλά, δεν ήταν που δεν ξέραμε. Όταν μεγάλωνες, ήξερες ας πούμε, άλλοι ήμασταν εμείς και άλλοι ήταν αυτοί. Που οι μουσουλμάνοι ήτανε πολύ αυστηροί. Πολύ αυστηροί, εμείς οι χριστιανοί ας πούμε δεν ήμασταν πολύ έτσι. Εμείς, σαν κορίτσια, τους φοβόμασταν. Είχαμε αυτόν τον φόβο, ας πούμε. Πολύ. Δεν κάναμε και… Ας πούμε, να ήμασταν, κάναμε παρέα με αυτούς, όχι. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε παρέα. Δεν θέλαμε και από μόνοι μας να κάνουμε παρέα. Γιατί ήτανε πιο αυστηροί και θα σε βρίζανε, και θα κάνανε, δεν ήτανε τόσο… Μόνο που δεν δίναμε εμείς δικαίωμα, ας πούμε. Γιατί αν θα δίναμε εμείς σαν κορίτσια δικαίωμα στα αγόρια ας πούμε, που ήταν αυτά, μπορούσαν οι γονείς μας να σφαχτούνε μεταξύ τους. Οπότε δεν θέλαμε και αυτό, και μόνοι μας ας πούμε απομακρυνόμασταν από αυτά τα πράγματα. Για να μη βάλουμε σε δύσκολη θέση και τους γονείς μας. Γι’ αυτόν τον λόγο. Το καταλαβαίναμε αυτό. Το καταλαβαίναμε.
Οπότε δημόσια η θρησκεία ήταν απαγορευμένη, αλλά εσείς ιδιωτικά ξέρετε ποιες οικογένειες είναι τι.
Ακριβώς, βεβαίως! Πώς δεν ξέραμε! Ναι, ξέραμε. Και εκείνοι ξέρανε, και εμείς ξέραμε σίγουρα, ναι. Ξέραμε, πώς. Ξέραμε. Ξέραμε, σου λέω απλά πως ήτανε πιο αυστηροί από μας. Δεν έχουνε, ας πούμε… Σ’ εμάς, ας πούμε, και να παντρευόσουνα θα πέρναγες καλά. Σε αυτούς δεν ξέρω πώς ήταν με τις γυναίκες. Δεν ήταν τόσο άνετα όπως ήμασταν εμείς.
Εκτός από τα έθιμα αυτά τα κρυφά-
Ναι.
Στην οικογένειά σου θυμάσαι να μαθαίνετε, ας πούμε, για τον χριστιανισμό;
Όχι, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Όχι. Όχι, ό,τι μας έλεγε η γιαγιά μας, ας πούμε… Θυμάμαι την ημέρα του Ευαγγελισμού που είναι εδώ. Ευαγγελισμός δεν λέγεται, ε;
Μπορεί.
25 Μαρτίου δεν είναι αυτό; Και η γιαγιά μας μάς έβαζε στο σπίτι, παίρναμε δύο πέτρες εμείς, «Ήρθε Ευαγγελισμός», τραγουδάγαμε σαν μικρά παιδιά εμείς. Αλλά ρωτάγαμε τη γιαγιά: «Τι είναι αυτό;», «Τίποτα δεν είναι αυτό, τι είναι αυτό;» λέει η γιαγιά μου. «Δεν είναι τίποτα, αυτά παίρνεις αυτές τις πέτρες να μην ακούτε τα φίδια στο σπίτι, γι’ αυτό φέραμε τις πέτρες». Αυτή ήξερε τι ήταν αυτό, αλλά που να μας εξηγήσει εμάς! «Παίρνετε πέτρες και να τραγουδάτε ‘ήρθε ο Ευαγγελισμός!’ Και γύρω-γύρω από το σπίτι να μην μαζεύουν τα φίδια». Δεν μας το έλεγε. Δεν μπορούσε να μας πει τι ήταν. Αλλά ξέραμε ας πούμε που υπήρχε αυτό το πράγμα. Και στη θεία μου που έμενα, ο πατέρας της ήτανε prift. Πώς το λένε εδώ, ήτανε… Tο prift πώς το λένε εδώ; Που είναι στην εκκλησία, βρε! Παπά. Κι αυτή ήξερε πάρα πολύ πιο καλά, και πιο πολλά πράγματα. Πάρα πολύ πιο πολλά. Πολύ, πολύ, πολύ. Και αυτή έκανε πολλά πράγματα για την εκκλησία και αυτά. Κομμουνίστρια, έτσι; Δεν ήτανε ας πούμε να μην… Αλλά έκανε πολλά πράγματα. Τον σταυρό έτσι, θυμάμαι, τα ψωμιά, τα αυγά, το κρέας, νήστευε… Όταν ερχόταν το Πάσχα - παρόλο που δεν είχαμε [00:50:00]- αλλά δεν έφτιαχνε πράγματα που να είχε λάδι, να είχε γάλα, να είχε γιαούρτι, να είχε τυρί. Τα κράταγε όλα αυτά. Και λέγαμε: «Γιατί, βρε θεία, να μη φάμε αυτό το μήνα;». «Όχι, δεν τρώμε αυτό το μήνα γιατί αυτά έχουν πολλά τέτοια, αυτό το μήνα δεν…». Μας έλεγε ψέματα. Κρατάγανε, και η γιαγιά μου, το θυμάμαι. Αλλά δεν μπορούσαν να μας εξηγήσουνε γιατί το κάνουν αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό εγώ ό,τι έχω ακούσει από την εκκλησία και αυτά, μόνο ό,τι έχω μάθει κρυφά από τη γιαγιά μου και την έχω ακούσει έτσι. Για να μου εξηγήσει, ας πούμε, πώς και τι, όχι. Όχι. Δεν έμαθα πολλά πράγματα από την εκκλησία, όχι. Πιστεύω πάρα πολύ. Πιστεύω πάρα, μα πάρα πολύ, αλλά δεν ξέρω πολλά πολλά πράγματα. Δεν ξέρω πολλά πράγματα.
Είπες ότι κάποιος είχε τηλεόραση.
Nαι.
Ποιος;
Κάποιος στο χωριό είχαν τηλεόραση. Δεν μπορούσαμε κάθε οικογένεια να είχαμε τηλεόραση. Ας πούμε, να πεις τώρα, όταν παντρεύτηκα εγώ δεν είχα τηλεόραση στο σπίτι. Και ο αδερφός μου στο χωριό ήτανε κομμουνιστής και είχε κάτι, ας πούμε, στα χέρια. Μπορούσε να… Για τηλεοράσεις, η χώρα μπορεί να μην είχε πολλά άλλα θα έπαιρνε αυτός που είχε μέσο. Και όταν παντρεύτηκα εγώ δεν είχαμε τηλεόραση -ήτανε το ’85, δεν ήτανε - και παίρνει ο αδελφός μου ας πούμε - ήτανε μεγάλος στο χωριό - παίρνει μια κάρτα από τους άλλους, και μου το δίνει εμένα και μου λέει: «Θα πας να πάρεις τηλεόραση». Επειδή ήταν ο αδερφός μου, μεγάλωσε στο χωριό. Ο άλλος όχι. Και όλοι αυτοί που παίρναν τηλεοράσεις και ψυγεία και αυτά ήτανε όλοι κομμουνιστές. Κι εγώ κομμουνίστρια ήμουν. Δεν ήμουνα δημοκράτισσα. Δεν υπήρχε τότε. Υπήρχε, ας πούμε, από τον κομμουνισμό που θυμάμαι στο χωριό - εγώ ήμουνα κομμουνίστρια και δεν τράβηξα και τόσο πολλά - αλλά αν έβλεπες τους άλλους, τους γείτονες, τι τραβάγανε, δεν μπορείς να φανταστείς. Αυτοί ας πούμε… Θυμάμαι έναν μεγάλο άνθρωπο, αυτός τι είπε; Κάτι είπε που… «Α, στην Ελλάδα -λέει- είναι πάρα πολύ ωραία» λέει. Σε είπε αυτό… Τον βάλανε φυλακή και όλοι μετά ήτανε… Τους είχανε για πίσω, τους είχαμε για… Δεν ήτανε κομμουνιστ. Κόντρα από μας, αλλά τους πολεμάγανε με πολλά πράγματα. Αυτοί σε… Που ήταν πανέξυπνοι, έτσι; Αυτοί ήτανε πανέξυπνοι, αυτοί οι άνθρωποι. Δεν τους βάζουν σε πανεπιστήμια. Δεν μπορούσαν να μπουν στο πανεπιστήμιο. Και ήτανε… Όλοι, πήγανε στη φυλακή από αυτούς.
Να σε ρωτήσω κάτι για την ιστορία που έλεγες για το ψυγείο;
Ναι.
Έλεγες ότι ο γείτονας-
Ναι.
Περίμενε να σταματήσει το ψυγείο;
Ναι.
Τι εννοείς;
Εννοώ: γιατί είχε την ιδέα που του είχανε πει, που σου είπα δεν ξέρανε και δεν ξέραμε τι γινόταν, και αυτουνού του είχανε πει: «Το ψυγείο θα το ανοίξεις μόνο όταν δεν δουλεύει». Αλλά αυτός δεν άκουγε, παιδί μου, και περίμενε να σταματήσει να το ψυγείο. Το ψυγείο σταμάταγε και άνοιγε, σταμάταγε και άνοιγε. Του έλεγα: «Σταμάτησε το ψυγείο». «Δεν το άκουσα» έλεγε, γιατί δεν άκουγε. Και περίμενα μια-μιάμιση ώρα σου λέω αυτό το πράγμα. Είναι να γελάσεις.
Όντως.
Αυτά.
Ωραία. Τώρα, ήθελα να σε ρωτήσω για όταν έπεσε ο κομμουνισμός, που σιγά-σιγά άρχισε-
Ναι.
Η οικογένειά σου να έρχεται στην Ελλάδα. Ανέφερες ότι… Η κουνιάδα σου;
Ναι.
Ότι είχε φύγει ο άντρας της-
Ναι.
Και μετά από τον πρώτο μήνα που δεν ήξερε πού είναι-
Ναι, ναι.
Σας ήρθε ειδοποίηση για ένα γράμμα.
Ναι.
Πώς σας ήρθε η ειδοποίηση για-
Γιατί στο χωριό ξέρανε που ήταν ο πρώτος που έφυγε ο Βαγγέλης. Και ο Βαγγέλης, από ένα άλλο χωριό… Όπως είμαστε εδώ στην Πανόρμου, να είναι αυτός στην Κηφισιά. Αλλά ξέρανε ας πούμε… Αυτός ήρθε - ο φίλος του - ήρθε, πήγε στην οικογένειά του. Αλλά ήξερε πού ήταν η γυναίκα του στο χωριό μας. Και έστειλε έναν άντρα, είπε: «Πήγαινε να πεις στην τάδε που έχω ένα γράμμα, αλλά δεν μπορώ να το δώσω σ’ εσένα, θέλω να το δώσω στην ίδια». Έτσι. Δεν υπήρχε τηλέφωνο να πάρει εμένα, «Σου έχει στείλει κάποιος, ας πούμε, αυτό το γράμμα». Με τους ανθρώπους. Θα ερχόταν ένας ο άνθρωπος από ‘κει, θα έρθει στο χωριό να συναντήσει, αυτό. Και μια ώρα, και δύο ώρες. Αυτά. Δεν είχαμε τηλέφωνα. Δεν είχαμε.
Και τι θυμάσαι από την απόφαση… Πώς πήρατε την απόφαση να έρθει ο άντρας σου στην Ελλάδα;
Α, πώς… Ο άντρας μου ή να έρθουμε κι εμείς όλοι;
Πρώτα ο άντρας σου.
Πρώτα ο άντρας μου. Γιατί ο άντρας μου έφυγε μετά από ένα χρόνο που είχε φύγει ο αδερφός του. Και ο αδερφός του, όταν ήρθε… Εντάξει πέρασε πολλή δυσκολία όταν ήρθε, πέρασε με τα πόδια ας πούμε Αλβανία και Ελλάδα, δεν είχε και λεωφορεία και αυτά να έμπαινε. Από βουνά, από γκρεμό, από το ένα, από το άλλο… Και όταν πέρασε ένας χρόνος, είπε: «Εδώ, παιδιά, είναι πάρα πολύ ωραία». Οπότε τότε αποφάσισε και ο άντρας μου για να έφευγε. Γιατί μετά δεν είχε και τίποτα στην Αλβανία, δεν είχε ούτε δουλειές ούτε τίποτα. Δεν μπορείς να ζεις. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να φύγει ο άντρας μου και να μένω εγώ με τα παιδιά πίσω.
Και πώς το αντιμετώπισες εσύ, αυτή την απόφαση;
Πολύ δύσκολα, δεν είναι ευχάριστο. Πολύ δύσκολα. Πολύ δύσκολα γιατί ήμουνα, πόσο χρονών; Ήμουνα, το ’85-’90, 25 χρονών. Ήμουνα με τα δύο τα παιδιά. Δεν ήταν εύκολο. Δεν είχαμε ας πούμε… Δεν είχαμε και πολύ να φάμε και να πιούμε και αυτά, δεν είχαμε τέτοια πράγματα. Και η νύχτα ήτανε δύσκολα, δεν ήτανε εύκολα. Γιατί μετά δεν ήτανε όπως… Να μπορούσες να αφήσεις την πόρτα ανοιχτή και αυτά. Και στο χωριό ας πούμε είναι και άλλη κοινωνία, κάποιον να δει να σου μιλήσει ή να σου αυτό. Είναι πολλά πράγματα, ας πούμε να… Θα σου βγάλει: «Α, αυτή μίλησε με αυτόν» ή… Πολλά, πολλά. Να είσαι μόνη σου, να μη έχεις παρέα με κανέναν, να είσαι με τα παιδιά εκεί, να μην πούνε στον άνδρα σου που: «Α, η γυναίκα σου μιλάει με αυτόν, κάνει με αυτόν». Ήταν και αυτά. Οπότε πέρασε, πέρασε όμως ήταν αυτό το ’90, πέντε χρόνια όμως. Πέντε χρόνια μόνη μου, χωρίς τον άντρα. Απλά τον πρώτο χρόνο, το δεύτερο χρόνο, μετά τον τρίτο χρόνο ερχότανε μια φορά στα δυο μήνες, μία φορά σε τρεις μήνες… Ερχότανε, έβλεπε τα παιδιά και γύρναγε πάλι πίσω. Εκεί έκλαιγαν τα παιδιά και αυτά. Γιατί νιώθανε μόνα τους. Είναι όταν έρχεται κάποιος ας πούμε από μακριά, και είσαι και μικρός… Σου λείπει, σαν πατέρας, δεν είναι πως δεν σου λείπει. Αυτά.
Θυμάσαι αφού έφυγε για πρώτη φορά ο άντρας σου, πόσο καιρό σου πήρε να ακούσεις νέα του;
Ε, πολύ καιρό. Έξι μήνες, ναι. Ναι. Έξι μήνες, ας πούμε, δεν… Ξέραμε πού πήγε στην Ελλάδα, πήγε εκεί, αλλά πώς ήταν και πώς περνάει και πώς αυτό, δεν είχαμε να μάθουμε κάτι, ας πούμε. Γιατί εκεί ήταν το κακό που δεν φεύγανε όλοι μαζί, θα έφυγε ας πούμε ο αδερφός του ο πρώτος, έφυγε λίγο καιρό, μετά φύγει ο άντρας μου. Δεν είχαμε ας πούμε επικοινωνία, εάν είναι καλά, τι κάνει, πώς περνάει. Είχαμε και αυτά. Δύσκολα ήτανε. Μέχρι να μάθεις ας πούμε. Όταν μετά περάσανε δυο-τρία χρόνια και μάθαμε που ερχόταν κιόλας και έλεγε: «Καλά είμαστε, είναι διαφορετικό, και δουλεύω…». Βέβαια, περνάγανε και αυτοί δύσκολα, δεν ήτανε ευχάριστο και γι’ αυτούς. Και όπως μου έλεγε άντρας μου, ας πούμε: «Μου είναι πιο πολύ δύσκολα, πιστεύω, από σένα, που είμαι μόνος μου εκεί, και δεν ξέρω και εγώ ας πούμε τι κάνουν τα παιδιά και πώς είναι τα παιδιά». Και για τους άνδρες, και χωρίς τη γυναίκα, είναι και πιο πολύ δύσκολο πιστεύω. Και γι’ αυτούς ήταν δύσκολο, δεν ήταν ευχάριστα.
Θυμάσαι τη μέρα, τη στιγμή που έλαβες για πρώτη φορά νέα του από τότε που είχε φύγει;
Θυμάμαι, θυμάμαι που ούτε νέα, ούτε τηλέφωνα, ούτε τίποτα… Θυμάμαι ένα πρωί που ήτανε ώρα 5:00-6:00 η ώρα και χτυπάει η πόρτα. Κι ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον άντρα μου μπροστά. Αυτό ήταν ας πούμε το πιο πολύ, γιατί δεν είχε πάει ούτε τηλέφωνο να πει «θα έρθω», γιατί δεν είχε και αυτά, και όταν το βλέπω μπροστά, τότε ήταν το πιο… Πιο πολύ έκλαιγες παρά χαιρόσουνα. Γιατί σκεφτόσουνα πάλι που θα έφευγε πάλι. Δεν θα ήταν σταθερός, «Α, ήρθε τώρα και θα μείνει». Όταν οι οικογένειες είναι χωρισμένες, ας πούμε να είναι μισή από τη μία μεριά και από την άλλη μεριά, ποτέ δεν είναι ευχάριστο. Ποτέ. Όσο και καλά να είσαι, και όσα πράγματα να έχεις, δεν είναι ευχάριστο. Η οικογένεια, λέω, είναι καλά και για τα παιδιά και για τους γονιούς βέβαια, να είναι μαζί η οικογένεια. Γι’ αυτό φτιάχνουμε και οικογένεια πιστεύω εγώ. Και η οικογένεια παίζει και μεγάλο ρόλο και στα παιδιά. Και στα παιδιά. Είναι πολύ…
Και τώρα, θυμάσαι πώς πήρατε την απόφαση εσύ και τα παιδιά να έρθετε στην Ελλάδα;
Ναι, πήραμε την απόφαση γιατί δεν γινότανε και για μας, να ήμασταν μακριά, και για τον άντρα μου. Δεν μπορούσε να ζήσει πια σε ένα δωμάτιο, ας πούμε, τόσα άτομα. Ήτανε πολύ δύσκολα γι’ αυτός, αλλά και για εμάς. Σίγουρα, και τα παιδιά ζητάγαν τον πατέρα. Ειδικά η μεγάλη τον ζήταγε πάντα: «Που είναι ο μπαμπάς μου; Γιατί είναι εκεί, πότε θα έρθει, πότε θα αυτό;» Οπότε γι’ αυτό το λόγο σηκωθήκαμε και φύγαμε. Κι ήτανε, όταν ήρθαμε ας πούμε στην Ελλάδα… Εντάξει, ήταν και λίγο δύσκολο στην αρχή, δεν ήταν… Γιατί τα παιδιά ήταν μαθημένα και στο χωριό, και θυμάμαι ήμασταν σε μια πολυκατοικία και έξω είχε… Ο θυρωρός λεγότανε τότε, που ήταν στην πολυκατοικία, και τα παιδιά κάνανε φασαρία. Εντάξει, παιδιά ήτανε, μιλάγανε, κάναν, γελάγανε και αυτά. Και πάντα τους έπαιρνα ας πούμε 3 η ώρα το μεσημέρι μέχρι 5 που ήτανε η κίνηση της ώρας, τους πήγαινα στην παιδική χαρά. Μες στη ζέστη, για να μείνουν εκεί για να μην κάνουν φασαρία στην πολυκατοικία. Και μόλις ο άντρας μου, μόλις θα ερχόταν από τη δουλειά, κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, θα έλεγε τα παράπονα ο θυρωρός. «Ο γιος σου έκανε έτσι, φώναζε, έκλαιγε, έκανε, έρανε». Και έλεγε στα παιδιά: «Τι κάνατε σήμερα;», «Δεν κάναμε μπαμπά, τίποτα δεν κάναμε». «Φωνάζατε, κάνατε, μη φωνάζετε[01:00:00]!». Δεν άκουγαν τα παιδιά, εντάξει παιδιά ήταν. Ήταν δύσκολο για μένα ας πούμε να τους έπαιρνα πάντα, κάθε μεσημέρι, για να πηγαίναμε… Να μην ήταν στο σπίτι. Πολύ.
Θυμάσαι την μέρα που φύγατε από την Αλβανία, την τελευταία αυτή ημέρα;
Τη θυμάμαι αυτή τη μέρα. Πιο πολύ θυμάμαι τα παιδιά, που δεν μπορούσαν να χωρίσουν από τη μαμά μου. Πάρα πολύ δύσκολο. Και έκλαιγε η μαμά μου, και έκλαιγαν και τα παιδιά. Κι εγώ βέβαια. Και την πρώτη χρονιά περίμενα πώς και πώς για να ερχόταν το καλοκαίρι να πήγαινα στη μαμά μου. Πώς το περίμενα αυτό, με τόσο… Με τόσο αγάπη, με τόση νοσταλγία ας πούμε, για να πάω πίσω να δω τη μαμά μου. Πολύ, πολύ, πολύ. Και αυτή καθότανε στην πόρτα και περίμενε. Περίμενε. Πολύ, μου ήταν πολύ δύσκολο αυτό. Πολύ. Και για τα παιδιά ήταν δύσκολο, γιατί είχαν μεγαλώσει με τη μαμά μου. Πολύ δύσκολα, πολύ. Πολύ.
Και θυμάσαι την πρώτη μέρα που έφτασες στην Αθήνα, τις πρώτες σου εντυπώσεις;
Ναι, θυμάμαι την πρώτη, τη θυμάμαι την πρώτη μέρα. Την πρώτη μέρα πήγα να μείνω με τον αδερφό του Γιάννη, με τη γυναίκα του που είχε φύγει ο πρώτος. Πήγαμε εκεί και μείναμε μια εβδομάδα, 10 μέρες μέχρι να πάρουμε ένα σπίτι. Αλλά ευτυχώς εύκολο για μένα ήτανε γιατί από τη μαμά μου ήξερα λίγο ελληνικά. Που μίλαγε ελληνικά βέβαια, και αυτή έτσι, γιατί την βρίζανε πάντα: «Καλά, καλά, καλά, καλά» της λέγανε και ήξερα λίγα, και μου ήταν πιο εύκολα, πιο εύκολα. Αλλά να ζήσεις τώρα εντάξει, και ο αδερφός του άνδρα μου είχε μια γκαρσονιέρα. Να μείνεις εκεί, τρία ήταν αυτοί, τέσσερις εμείς, εφτά άτομα. Δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Μετά πήγαμε στο σπίτι μας, το μικρό και αυτό.
Και πώς σου φάνηκε η Αθήνα, όταν πρωτοήρθες;
Άλλο πράγμα. Άλλο πράγμα. Δεν μπορούσα να συγκρίνω τώρα την Αλβανία με την Αθήνα. Με τίποτα. Με τίποτα, ήτανε… Κατ’ αρχήν, έκανε εντύπωση τα παιδιά που πήγαν την πρώτη μέρα στο σούπερ μάρκετ και είδαν τα πράγμα έτσι. Λέει: «Μαμά, να πάρουμε αυτό, να πάρουμε αυτό; Να το πάρουμε μόνοι μας;», «Πάρ’ το», τους λέω. Και θυμάμαι μια μέρα που πήγα σε μια κυρία που δούλευε ο άντρας μου, και πήγα με τα παιδιά. Και αυτή έλεγε στη μεγάλη: «Πάρε, αυτό είναι για σένα, αυτό είναι, αυτό είναι για σένα, αυτό για εσένα», της έκανε εντύπωση: «Και αυτό για μένα; Και αυτό μένα; Και αυτό για μένα; Και αυτό και αυτό;», «Και αυτό για σένα». Τρελάθηκε, ας πούμε. Τρελάθηκε. Και αυτηνής της έχει μείνει και μου λέει και σήμερα: «Θυμάσαι -λέει- όταν πρωτοήρθες;», «Αν δεν θυμάμαι», λέω! Δεν τα ξεχνάω αυτά ποτέ. Δεν μπορείς να τα ξεχάσεις αυτά. Όταν τα έχεις ζήσει, δεν μπορείς να τα ξεχάσεις ποτέ. Όσο και να ‘ναι. Αλλά τα παιδιά δεν ξέρουν τόσα πολλά ας πούμε, αυτά τα πράγματα που έχουμε τραβήξει εμείς. Δεν ξέρουν απ’ αυτά. Και εύχομαι να μην ξέρουνε. Και να μην μάθουνε, δεν θέλω. Δεν θέλω. Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ από πού ήρθα και ποια είμαι. Ποτέ δεν μπορώ να το ξεχάσω αυτό. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Μιας και μίλησες για τα σούπερ μάρκετ –
Ναι.
Στο Αργυρόκαστρο από πού παίρνατε τα τρόφιμα;
Όχι. Παίρναμε τα τρόφιμα σε ένα μαγαζί που είχαμε στο χωριό. Που αυτά δεν τα παίρναμε εμείς, αυτά ήταν μοιρασμένα. Αυτό, είσαι τέσσερα άτομα στο σπίτι, σε αυτό το μήνα θα πάρεις αυτό. Θα πάρεις μισό κιλό αλεύρι, μισό κιλό ρύζι, μισό κιλό μακαρόνια, σου φτάνει δεν σου φτάνει, κάνε ό,τι θες, αυτά είναι. Δεν είχε κάτι άλλο. Δεν μπορούσες να πάρεις άλλο, και λεφτά να είχες, δεν μπορούσες. Ήτανε μοιρασμένα. Όσο άτομα ήσουνα στο σπίτι, τόσο γραμμάρια θα έπαιρνες. Δεν είχε. Δεν είχε.
Τι θυμάσαι από το ταξίδι από το Αργυρόκαστρο στην Αθήνα, το πρώτο ταξίδι;
Θυμάμαι που ήρθα με λεωφορείο, γιατί αυτοκίνητο δεν είχαμε. Αλλά χαιρόμασταν πάρα πολύ, πάρα πολύ, όταν ήρθαμε στην Αθήνα και αυτά. Ήταν μεγάλη χαρά. Ήτανε και λύπη τι αφήσαμε πίσω, αλλά και χαρά που πηγαίναμε.
Θες να μου μιλήσεις λίγο ακόμα για τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα;
Για τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα. Εντάξει, ήταν λίγο δύσκολα στην αρχή. Αλλά εγώ, προσωπικά ας πούμε, δεν είχα κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα. Δεν είχα… Κανένα πρόβλημα δεν συνάντησα. Γιατί… Εντάξει, ο άντρας μου εκεί που δούλευε ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, τον αγαπούσαν, και όπως αγάπησαν τον Γιάννη αγάπησαν και εμάς. Ήταν ένας, ο αφεντικός που δούλευε ο άντρας μου, πάρα πολύ καλός, πάρα πολύ. Και τον βοήθησε τον άντρα μου, κι εμάς μας βοήθησαν πολύ. Μας αγκαλιάσανε. Αλλά όταν έρχεσαι από μία άλλη χώρα, εντάξει υπήρχανε και κακούς και καλούς, που παντού υπάρχουν. Και αγκαλιάζανε πολύ οι Έλληνες τους Αλβανούς, αλλά κάναν και πάρα πολύ οι Αλβανοί. Επειδή εντάξει, βγήκαν και από φυλακές, ήτανε και κακοί άνθρωποι, ήτανε και καλοί άνθρωποι. Αλλά στους κακούς και στους καλούς, καίγεσαι όλοι μαζί. Αυτό μπορώ να πω. Αλλά κάνανε και πολλά. Δεν μπορώ να πω, ας πούμε, που ήτανε όλοι καλοί. Μπορώ να πω για την Ελλάδα που μας αγκαλιάζανε πάρα πολύ. Όλοι όταν ήρθαν - πρωτοήρθανε - όλοι αυτό λέγανε. Μετά άρχισαν και κάνανε πράγματα, ας πούμε. Δεν είναι ευχάριστο, δεν μπορώ ας πούμε να… Δεν είμαι σε αυτά τα πράγματα.
Επειδή περιέγραψες ότι τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να έχετε φαγητό για την οικογένεια…
Ναι.
Πόσο καιρό θα έλεγες ότι κράτησε, ας πούμε, αυτού του είδους η κατάσταση;
Εντάξει είχε, είχε, είχε, είχε. Είχαμε καιρό, εντάξει. Δεν μπορούσες… Ήταν καλύτερα από το να ήμασταν στην Αλβανία, έτσι; Αλλά, μέρα-με τη μέρα, καλυτερεύαμε. Μέρα-με τη μέρα καλυτερεύαμε. Αλλά πήρε, ένα χρόνο πήρε σίγουρα. Για να συνέλθεις ας πούμε, για να έχεις αυτά που… Θέλανε τα παιδιά πιο πολύ, εμείς δεν μας έκανε τέτοιο. Και να μην τρώγαμε, και να μην είχαμε, αν τα παιδιά είχαν να φάνε εμείς δεν λογαριάζαμε τον εαυτό μας. Μόνο τα παιδιά πιο πολύ.
Ο άντρας σου πού δούλευε;
Στην οικοδομή. Είχε έναν engineer - το λέμε - αυτός τον βοήθησε, εντάξει. Τον βοήθησε κάπως.
Κι εσύ θυμάσαι την πρώτη φορά που γύρισες πίσω στο χωριό;
Θυμάμαι μόνο που έκλαιγα, τίποτα άλλο δεν έκανα. Τίποτα. Και τότε φεύγαμε με λεωφορεία γιατί δεν είχαμε αυτοκίνητα, και περίμενα πώς και πώς να μπω στο λεωφορείο για να φτάσω στο χωριό, στη μαμά μου πιο πολύ. Είχα πολλή αδυναμία στη μαμά μου, πολλή. Και μετά όσο… Όσο χαιρόμασταν όταν πηγαίναμε, τόσο στεναχωριόμασταν όταν γυρνάγαμε πάλι πίσω και αφήναμε τη μαμά πίσω. Είχαμε… Γιατί τότε τα χρόνια ήταν και πιο ανθρώπινα, δεν ξέρω. Τώρα έχουνε απομακρυνθεί λίγο οι άνθρωποι, δεν ξέρω, δεν έχουνε αυτή την αγάπη και αυτό το δέσιμο που είχαμε εμείς. Κι έχουμε και ακόμα με τα αδέρφια μας. Εμείς είμαστε και 7 αδέρφια, είμαστε πολύ δεμένοι ο ένας με τον άλλον, πολύ. Αλλά τώρα εδώ βλέπω ας πούμε λίγο, έχουν απομακρυνθεί οι άνθρωποι. Δεν έχουνε πια αυτή την… Η αγάπη, να έχει… Σεβασμό; Όχι σεβασμό. Να νιώθεις κάτι για τον άλλον, δεν σε νοιάζει πια. Κάπως, κάπως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν ξέρω, έχουνε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον οι άνθρωποι, δεν έχουνε… Όπως ήμασταν. Έτσι καταλαβαίνω, δεν ξέρω.
Σου φαινόταν κάπως διαφορετικό το χωριό, όταν γυρνούσες;
Όταν γύρναγα; Όταν γυρνάγαμε, πιο πολύ τα παιδιά, αρχίζανε: «Μαμά, να μιλάω δυνατά τώρα;», «Μίλα όσο θες!». Μίλαγε. «Αααα!», του έλειπε αυτό, να ήτανε ελεύθερος σαν παιδί. Στο χωριό είναι αλλιώς τα παιδιά, και άλλο ας πούμε να είσαι σε μια πολυκατοικία και να είσαι μέσα όλη μέρα. Αυτά, αλλά μετά εντάξει, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά… Άλλαζε η ζωή, άλλαξε η ζωή.
Και τι αίσθηση σου έχουν αφήσει όλα αυτά;
Που… Αίσθηση μου έχουν αφήσει, που τώρα μπορώ να καταλάβω πάρα πολύ καλά τα χρόνια που έζησα εκεί και τα χρόνια που ζω εδώ. Πάρα πολύ καλά.
Δηλαδή;
Δηλαδή, θα σου πω. Τα χρόνια που ζούσα με τον Χότζα ήτανε χρόνια ας πούμε, δεν είναι τίποτα απολύτως, μόνο ένα βάσανο της ζωής. Ένα βάσανο της ζωής για να περάσουνε τόσα χρόνια και να είσαι έτσι. Και λυπάμαι τους γονείς μας που περάσανε, όλη τη ζωή το περάσανε έτσι. Εμείς τουλάχιστον περάσαμε τη μισή ζωή έτσι, και τη μισή ζωή θα την περάσουμε αλλιώς. Τους γονείς μας σκεφτόμαστε, ας πούμε, που πέρασαν έτσι. Βάσανο, όλη τη ζωή. Δουλέψανε μια ζωή και δεν κατάφεραν τίποτα να κάνουν. Τίποτα δεν κάνανε. Γιατί έτσι ήταν ο Χότζας. Δούλευες για τον Χότζα, όχι για τον εαυτό σου. Όχι για τον εαυτό σου. Δούλευαν μια ζωή και δεν μπορούσαν να αγοράσουν ένα τηλεόραση ή ένα ψυγείο. Δεν μπορούσανε. Δεν είχανε. Δούλευαν για αυτόν. Δούλευε για να έζησε ο Χότζας βασιλιάς. Γιατί μετά που δείχνανε στην τηλεόραση τι σπίτι είχε και τι βιλάρες και τι αυτά που είχε; Τότε τα δείχνανε όλα τι είχε. Αυτός… Το σπίτι τους ήταν όλο χρυσό. Όλο χρυσό της Αλβανίας αυτός το είχε. Και όλος ο κόσμος που δούλευε, δούλευε γι’ αυτόν. Αλλά πού να καταλάβαμε; Και πού να καταλάβανε οι γονείς μας για ποιον δουλεύουνε; Εδώ αργήσαμε εμείς να καταλάβουμε, αργήσαμε εμείς να καταλάβουμε, όχι πια οι γονείς μας.
Segment 21
Τα χρόνια μόνη στο Αργυρόκαστρο και μια άλλη συναισθηματική πραγματικότητα
01:09:23 - 01:14:22
Αυτά τα χρόνια που ήσουνα μόνη σου στο Αργυρόκαστρο χωρίς τον άντρα σου, τι θυμάσαι πιο έντονα από αυτά;
Τη μοναξιά με δύο παιδιά. Δεν είναι εύκολο. Είναι εύκολο να το λες. Όχι να το ζήσεις όμως. Όχι να το ζήσεις, δεν είναι εύκολο. Δεν είναι εύκολο. Σκέψου και εδώ να είσαι, χωρίς τον άντρα σου πάλι δεν είναι εύκολο. Όχι πια εκεί τόσο μακριά, και να ζήσεις και σε δύσκολο μέρος ας πούμε, όχι στην άνεση και σε αυτά. Δεν είχες άνεση για τίποτα. Για τίποτα δεν είχες. Ούτε να μιλήσεις με κάποιον, όχι πια να κάνεις κάτι. Δεν ήτανε… [01:10:00]Δεν είσαι… Να πας κάπου να πιεις ένα καφέ ή να περάσεις να πεις τον πόνο σου, να πεις το ένα, να πεις το άλλο. Δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Μόνη σου τα κρατάς αυτά, και όσο κράταγες από μέσα και όσο κρατάς από μέσα, είσαι πιο πολύ μαζεμένη. Δεν ξανοίγεσαι εύκολα. Και αυτό σε απομονώνει. Δεν είχες να έχεις κάποια ή κάποιον έτσι. Αυτό ήταν για όλους, δεν ήτανε μόνο για μένα. Για όλες, οποίος ήταν με τα παιδιά, όλες έτσι ήτανε. Είχες… Δηλαδή το δύσκολο που ήτανε, είχες το ίδιο πράγμα με τη φίλη σου και με αυτά, και δεν μπορούσες να το εκφράσεις. Αυτό καταλαβαίνω, ας πούμε. Τώρα. Τότε δεν καταλάβαινα τι ήταν, που δεν μπορούσες να μιλήσεις ας πούμε, να πεις κάτι. Ήσουνα τόσο… Όταν μεγαλώνεις με αυτό το πράγμα - με αυτό, να είσαι μαζεμένη, να κρύβεσαι, να μη μιλήσεις, να κάνεις - όσο και να ‘ναι, αυτό μένει σαν τραυματισμό στο σώμα. Δεν μπορείς να εκφράζεσαι τόσο άνετα και τόσο ελεύθερα. Αν περάσει πολύ καιρό - πολύ καιρό- και κάθεσαι και τα σκέφτεσαι, λες: «Πώς ήταν αυτό και δεν το έκανα αυτό, και πώς είμαι τώρα», ας πούμε. Αλλά σου μένει. Σου μένει, πολύ. Δεν ξέρω πότε μπορεί να φύγει και να ξεκαθαρίζεις τον εαυτό σου από πολλά πράγματα.
Θυμάσαι… Ίσως όχι κάποια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά θυμάσαι στιγμές που έκανες αυτή τη συνειδητοποίηση που μόλις περιέγραψες;
Να σου πω. Όσο ήμουν στην Αλβανία, δεν μπορούσε να μου περάσει στο μυαλό. Όσο ήρθα εδώ ας πούμε, και πέρασαν τα χρόνια και μετά πέθανε και η μαμά μου και δεν μπορούσα ας πούμε ούτε να την κηδέψω, ούτε τίποτα, μετά άρχισε όλο αυτό, που έλεγα: «Τι πράγματα πέρασα;». Καθόμουνα με τα παιδιά και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Πολλά χρόνια μετά. Πολλά χρόνια μετά. Και πραγματικά, είναι η ώρα που μιλάω μαζί σου, και τώρα το σκέφτομαι ακριβώς ας πούμε αυτό το πράγμα. Δεν έχω μπει ποτέ σε σκέψη να το σκεφτώ. Ποτέ. Δεν μπορείς να εκφράζεσαι τόσο ελεύθερα και τόσο άνετα σε κάθε άνθρωπο, δεν μπορείς. Αυτό σου έχει μείνει ας πούμε, έτσι: «Θα το πω τώρα αυτό; Να μην το πω, όχι. Δεν πρέπει», ας πούμε.
Οπότε αυτά τα χρόνια που ήσουν μόνη σου με τα παιδιά, με ποιον συναναστρεφόσουν;
Με τη μαμά μου. Με τη μαμά, είχα τη μαμά κοντά. Με τη μαμά μου.
Είχες φίλες - όπως είπες - που οι άντρες τους επίσης είχαν φύγει;
Ναι, είχα, πώς. Είχαμε, δεν… Καμία δεν μίλαγε. Καμία δεν μίλαγε. Αυτό μου κάνει εντύπωση και σήμερα, ας πούμε. Πώς και δεν μίλαγε καμία; Ή να πεις μια ιστορία, «πώς έφυγε ο άντρας μου», ή «μας χρειάζονται», ή το ένα… Καμία, μα καμία! Πώς γινόταν αυτό το πράγμα; Γιατί σε όλες και σε όλους είχε μπει αυτό από μέσα, «Δεν, όχι, θα είσαι κλειστός και δεν θα ανοίγεις τα μάτια ούτε αριστερά ούτε δεξιά, ούτε πουθενά». Είχε μπει σε όλους, δεν ήτανε μόνο σε μένα. Και πώς να το έχω εγώ αυτό τώρα και να μην μπορέσω να μιλήσω. Όλοι έτσι ήμασταν. Όλοι το ζούσαμε αυτό το πράγμα. Και να μην το πεις πουθενά, ας πούμε.
Και τι συζητούσατε με τις φίλους σου;
Με τις φίλες μου; Τίποτα, «τι κάνει το παιδί, πώς είναι;», αν είναι άρρωστος, αν είναι άρρωστος, «τώρα θα πάω να δουλέψω εκεί στο χωράφι, να κάνω αυτό, και αυτό». Τίποτα άλλο. Τίποτα άλλο. Όταν τα συζητάω τώρα με τις φίλες μου αυτό, είναι… Είναι τρομερό αυτό το πράγμα! Λέω: «Πού ήμασταν; Και τι πράγμα είναι αυτό;», ας πούμε. Τι ήταν αυτό; Δεν ξέρω, εγώ έκανα δήθεν, εγώ είμαι που είχα ζήσει στην πόλη με το θείο μου και δήθεν ήξερα καλύτερα, που τώρα λέω ότι και αυτές ήταν όλες… Τι ήξερα, τίποτα δεν ήξερα, και έπαιρνα αυτές τις φίλες μου - δεν μπορούσαν να μιλήσουν - και τους έλεγα… Τους έβαφα. Τους έλεγα: «Θα σε κάνω εγώ πολύ όμορφη» και έτσι, και «να σε κάνω με κραγιόν» και τους έκανα, και μου λέει μια φίλη: «Πώς μας έκανες τότε με αυτό το κραγιόν, πώς μπορούσες να μας κάνεις;». Και αυτό μεταξύ μας. Εδώ τους έβαφα και εδώ σκουπιζόμασταν. Είναι και να γελάσεις. Λες και εγώ ήξερα παραπάνω από αυτές. Αλλά νομίζω εγώ είχα ζήσει στην πόλη με το αυτό και ήμουνα πιο έτσι… Πιο προχωρημένη. Τίποτα προχωρημένη, αλλά μπροστά σε αυτές. Αυτή η συζήτηση, δεν είχαμε κάποια συζητήση να κάνουμε.
Σε ποια πόλη ήταν ο θείος σου, με τον οποίον-
Στην Αυλώνα. Μακριά από το Αργυρόκαστρο.
Και τι θυμάσαι από το πώς σου είχε φανεί η πόλη σε σχέση με το χωριό τότε;
Όχι, εντάξει, κοίτα να δεις η πόλη ήτανε λίγο διαφορετικό από το χωριό, δεν συγκρίνεται. Ήτανε… Εντάξει, γιατί σου λέω, η οικογένειά μας ήτανε κομμουνιστική όλη, και ο θείος μου ας πούμε ήτανε… Επειδή ήταν κομμουνιστής… Κομμουνιστής με χαρτιά, όχι έτσι. Είχες χαρτί αν ήσουν κομμουνιστής, μπορείς να συμπληρώσεις πολλά πράγματα. Και είχε καλή δουλειά και ήταν διαφορετικά απ’ το χωριό. Είχε διαφορά. Είχε, πιο καλά ήτανε ας πούμε. Και σου λέω αυτός, όποιος ήτανε κομμουνιστής ήταν διαφορετικός από τον άλλον, που δεν μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Δεν μπορούσε να γίνει κομμουνιστής. Δεν μπορούσε ο καθένας να γίνει κομμουνιστής με χαρτί. Δεν μπορείς να καταλάβεις αυτό ας πούμε, τι ήτανε να είσαι κομμουνιστής. Κομμουνιστής ήτανε που εγώ είμαι, ας πούμε, είμαι ακριβώς, ξεκάθαρα, που είμαι με τον Χότζα. Ενώ ο άλλος που δεν ήταν κομμουνιστής, το είχαμε στην άλλη πλευρά. Ό,τι κακό να γινότανε θα το έκανε αυτός, όχι εγώ. Εγώ δεν έκανα κακά πράγματα στο κράτος - γιατί είναι κράτος - και ήταν το κακό, που γινότανε ψήφοι. Να ψήφιζες, ας πούμε, για το κράτος εκεί. Δεν υπήρχε εκεί να ήτανε δημοκρατία όπως είναι εδώ, ήτανε άλλο και άλλο και άλλο. Ήταν το μοναδικό. Μόνο αυτό θα ψήφιζες. Γι’ αυτό έβγαινε πάντα 99%. Ποιος θα ψήφιζε αλλιώς; Και τι να ψηφίσεις αλλιώς; Ήθελες δεν ήθελες, θα ψηφίσεις αυτόν. Δεν ήτανε κρυφό που θα έριχνε τη ψήφο, θα το έριχνες εκεί, μπροστά σε αυτούς. Έτσι ήτανε. Αυτό.
Αυτό το χαρτί που ανέφερες, πώς το έπαιρνες;
Θα το έπαιρνες, θα πήγαινες σε μια άλλη πόλη που αυτοί ήταν όλοι του Χότζα. Και θα έγραφες: «Εγώ είμαι η τάδε, είμαι από τάδε οικογένεια, είμαι αυτό, είμαι αυτό». Και θα σου έδινε αυτό το χαρτί. Και αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Ας πούμε, στην μαμά μου που είχε ξαδέρφια εδώ, είχανε… Ο αδερφός μου θα γινόταν κομμουνιστής. Αλλά για να γινόσουνα κομμουνιστής, έπρεπε από την οικογένεια - από τη μαμά σου και από τον μπαμπά σου - τι οικογένεια είχανε. Επειδή τον αδελφό της μαμάς μου, ήταν δημοκράτης και το είχανε πιάσει, το είχανε βάλει φυλακή, ήρθε χαρτί από την πόλη που «όχι, δεν μπορεί να γίνει κομμουνιστής», επειδή ο αδερφός της ήταν δημοκράτης και είχε μπει φυλακή. Δεν μπήκε. Και δεν πήρε χαρτί. Με το ζόρι μετά, θα μπορούσες να είχες κάποιους φίλους, να πεις: «Μα δεν είναι έτσι, είναι αυτό, είναι αυτό», για να έπαιρνες αυτό το χαρτί.
Εσύ κατάφερες να πάρεις χαρτί;
Εγώ δεν ήθελα να πάρω το χαρτί. Ήμουνα έξω από αυτό. Αλλά ήμουν από οικογένεια με χαρτιά. Εγώ προσωπικά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να πάρω χαρτί.
Θυμάσαι να σου προτείνει κάποιος να πάρεις αυτό το χαρτί;
Ναι.
Να-
Ναι. Θυμάμαι, ναι. Βέβαια, πώς! Θα πάει, θα συμπληρώσουμε το χαρτί, για να πάρεις το χαρτί αυτό για να μπεις στην τάδε δουλειά, ας πούμε. Όχι, δεν ήθελα. Όχι, δεν θα το πάρω το χαρτί, δεν θα το κάνω αυτό το χαρτί. Και δεν το έκανα. Αλλά ήτανε πολύ κακό όμως. Γιατί και από τον άντρα μου ήτανε κομμουνιστής, δεν ήτανε από άλλο πράγμα ας πούμε. Γιατί είχε στο χωριό Κομμουνισμός, και άνθρωποι, ας πούμε, που ήτανε… Κάπως τα λένε αυτά, που δεν είναι με τους κομμουνιστούς, που είναι… Όλη η οικογένεια είναι στη φυλακή. Πώς το λένε αυτό, όταν είσαι από… Κάπως το λένε, βρε. Πώς να το εξηγήσω τώρα αυτό; Που ήταν η οικογένεια, δεν είναι με τον κομμουνισμό, ήτανε σε φυλακές και τέτοια. Και τους είχαμε ας πούμε, ό,τι κακό θα γινόταν, θα γινόταν από αυτούς. Και ό,τι θα προσέχαμε, θα προσέχαμε μη αυτοί κάνουνε κάτι, όχι εμείς, εμείς δεν θα κάναμε τίποτα κακό. Αυτοί μήπως κάνουνε κακό. Αυτοί ήτανε πανέξυπνοι άνθρωποι. Πανέξυπνοι! Ξυραφάκια στο σχολείο, καλύτερα από μας, χίλιες φορές. Όλα εικοσάρια στο σχολείο. Δεν πηγαίνανε πανεπιστήμιο. Με τίποτα. Όχι. Πανεπιστήμιο θα πηγαίναμε εμείς, όχι αυτοί.
Εσύ θυμάσαι να σκέφτεσαι τι επάγγελμα θα ήθελες να κάνεις, όταν μεγάλωνες;
Α, πάρα πολύ. Εγώ σκεφτόμουνα: «Εγώ θα γίνω δασκάλα». Δασκάλα. Γιατί μ’ άρεσε, είχα όνειρα για ξένη γλώσσα. Τρελαινόμουνα! Πέθαινα γι’ αυτό το πράγμα. Δεν είχαμε όμως λεφτά για να πήγαινα. Εμείς στην Αλβανία, ας πούμε, δεν είχαμε Αγγλικά. Πηγαίναμε, κάναμε Ρώσικα. Εγώ στα Ρώσικα ήμουνα η πρώτη. Η πρώτη, μ ‘άρεσε πάρα πολύ η ξένη γλώσσα. Πάρα πολύ. Δεν είχα λεφτά, δεν πήγα, τελείωσα το λύκειο. Το λύκειο είναι… Γιατί κάναμε 8 χρόνια δημοτικό και 4 χρόνια λύκειο, και μετά θα πήγαινες πανεπιστήμιο. 12 χρόνια. Μετά δεν μπήκα πανεπιστήμιο, δεν είχα λεφτά για να πήγαινα. Μ’ άρεσε πολύ, πολύ. Πέθαινα γι’ αυτό, ας πούμε. Αλλά μόνο αυτή την ξένη γλώσσα κάναμε όμως. Δεν κάναμε άλλη. Γιατί ήτανε οι κομμουνιστές, πώς θα το κάναμε αυτό; Δεν είχε Αγγλικά.
Τι θυμάσαι από το σχολείο, όταν ήσουν μικρή;
Όταν ήμουνα μικρή; Στο σχολείο ήμουνα η πρώτη. Θυμάμαι, θυμάμαι που ήταν ένας - ο ξάδερφός μου, βέβαια - και αυτός δεν ήξερε καθόλου να μάθει. Καθόλου, μα καθόλου. Πήγαινα εγώ, τον βοήθαγα. Και όταν πηγαίναμε σχολείο, όλοι ας πούμε θα είχαμε τα χέρια πλυμένα, πρόσωπο πλυμένο, οποίος δεν είχε… Γιατί θα πήγαινες και θα έδειχνες τα χέρια, είναι πλυμένα; Θα σε βλέπανε, είσαι καθαρός[01:20:00]; Εγώ πάντα ήμουνα πεντακάθαρη, δεν μπορούσα ας πούμε να… Ο αυτός ο καημένος θα είχε τα χέρια έτσι, έτσι, έτσι, έτσι, από το κρύο είχαν σκάσει τα χέρια του, και δεν διάβαζε. Και πήγαινα εγώ σπίτι και πάω του έκανα τα μαθήματα. Μου λέει την επόμενη μέρα: «Πάλι θα κάνουμε αυτά τα μαθήματα;», «Μα δεν τα θυμάσαι αυτά», δεν θυμόταν τίποτα. Από ‘δω του μπαίνανε και από την άλλη του βγαίνανε. Δεν είχε τέτοιο για να διαβάζει. Εμένα μου άρεσαν πολύ. Πολύ. Πολύ, πολύ, πολύ. Και δεν διάβαζα, έτσι, απ’ ό,τι άκουγα από το σχολείο. Δεν διάβαζα. Άλλα μ’ άρεσε πολύ. Και το έχω μεράκι αυτό, πολύ. Γι’ αυτό έκανα ό,τι ήτανε δυνατόν, τα παιδιά ας πούμε να μάθουνε πράγματα. Το είχα έτσι. Λέω και εγώ: «Εγώ δεν θα φάω, και τα παιδιά θα μάθουνε». Αλλά δόξα τω θεώ εντάξει, κάτι κατάφερα.
Και τι ήταν αυτό που σου άρεσε από το σχολείο, τι… Τι θυμάσαι περισσότερο ότι σου άρεσε;
Τι μου άρεσε εμένα στο σχολείο; Τι μ’ άρεσε να διαβάζω; Η ξένη γλώσσα σου είπα, αυτό μ’ άρεσε πολύ. Πέθαινα γι’ αυτό. Αυτό το άρπαζα έτσι αμέσως, αμέσως, δεν υπήρχε περίπτωση να μην…. Να μην μιλάγε ο καθηγητής και να μην τα παίρνω εγώ η πρώτη, η πρώτη θα ήμουνα. Πολύ. Πολύ μ’ άρεσαν.
Θυμάσαι να κάνετε μαθήματα όπως ιστορία ή λογοτεχνία;
Θυμάμαι ιστορία της Αλβανίας. Όλα αυτά, ιστορία της Αλβανίας, ποιος πολέμησε και ποιος ήτανε και όλη η ιστορία της Αλβανίας, πως πολεμήσαμε τον Τούρκο… Αυτά ήταν η ιστορία της. Δεν μπορούσες να μιλήσεις, να μάθεις κάτι άλλο. Άμα δεις την ιστορία της Αλβανίας…. Εμένα μου άρεσε πολύ και η γεωμετρία, πολύ. Πολύ. Δύσκολο μάθημα, αλλά μ’ άρεσε πολύ. Μ’ αρέσει. Αλλά τότε όμως, νομίζω, μαθαίναμε πάρα πολλά πράγματα στο σχολείο. Είχε αυτό το σχολείο, πώς είχε, αν το έμαθες αυτό. Αν δεν έμαθες, θα σου χτύπαγε τα χέρια ο δάσκαλος. Δεν είναι να είναι όπως εδώ ας πούμε, αν θες θα μάθεις, αν δεν θες… Δεν υπήρχανε ιδιωτικά τότε, μόνο στο σχολείο. Δεν είχανε τέτοια. Ποιος είχε λεφτά να στείλει το παιδί; Δεν είχε, δεν υπήρχε ιδιωτικό σχολείο. Μόνο αυτά που θα μάθαινε στο σχολείο. Ήθελες-δεν ήθελες, έπρεπε να μάθεις αυτά τα γράμματα. Όποιος δεν μάθανε, εντάξει, καθότανε και ήτανε ας πούμε, δεν ήξερε τίποτα. Αλλά μέχρι οχτώ χρόνια ήτανε… Οπωσδήποτε πρέπει να το τελειώσεις αυτό. Το «δημοτικό» λεγότανε. Για πες άλλο, ρώτησέ με.
Ήθελα να σε ρωτήσω…. Αν δεν θες, δεν είναι ανάγκη να το συζητήσουμε, για όταν γνώρισες τον άντρα σου.
Ναι.
Ποιος σου τον σύστησε;
Ποιος μου τον σύστησε τον άντρα μου; Τον άντρα μου ας πούμε, θα σου πω. Ο πατέρας του έλεγε στον άντρα μου - έλεγε στο γιο του – που: «Αν θες για να ζήσω ένα χρόνο ακόμα, θα παντρευτείς την Ξένια», «Πώς να παντρευτώ την Ξένια;», «Όχι, γιατί αυτό το κοριτσάκι μου αρέσει εμένα, θα παντρευτείς αυτό», «Μπαμπά, πώς θα τη παντρευτώ;», «Δεν ξέρω τι θα κάνεις -λέει- θα παντρευτείς αυτήν». Ερχότανε ο άνδρας μου, έτσι γύρω, για να με κοιτάξει και αυτά. Εγώ ήμουνα άγρια, δεν ήμουνα κοπέλα έτσι και αυτά. Τι λες τώρα, καθόμουνα εγώ να με κοίταγε ο Γιάννης; Ο άνδρας μου; Με τίποτα, ερχότανε αυτός γύρω-γύρω-γύρω, αλλά εμείς τότε είχαμε… Είχαμε ένα κέντρο που καθόσουνα εκεί, ένα τηλεόραση το χωριό, για να πας να δεις. Και εγώ ήμουν, ας πούμε υπεύθυνη για αυτό, και καθόμουνα, ήταν… Υπεύθυνη σε αυτό το πράγμα, και ερχότανε ο άντρας μου για να με κοιτάξει κι αυτά. Αλλά εκεί ήταν ένας ξάδερφός μου. Και είδε που αυτός με κοιτάει και αυτά, και βγαίνει έξω και πέφτει ξύλο μαζί του. Πέφτει ξύλο μαζί με τον άντρα μου, «γιατί κοιτάς ξαδέρφη μου; Για ποιο λόγο; Δεν θέλω να την κοιτάξεις. Τι κοιτάς; Δεν θέλω να την κοιτάξεις». Εγώ δεν τον κοίταγα καν, τον άντρα μου. Μετά κάπως μάθανε ας πούμε, που ο Γιάννης κοιτάει την τάδε. Ο λόγος πάει στη μαμά μου. Λέει η μαμά μου: «Ο Γιάννης -λέει- είναι καλός». «Είναι καλός ο Γιάννης; Με τίποτα δεν είναι, όχι δεν τον θέλω, δεν!», «Όχι, είναι καλός». Οπότε κόλλησε η μαμά μου, «είναι καλός», και έτσι πάντρεψα τον άντρα μου. Έτσι ήταν η γνωριμία.
Και η μαμά σου ξέρεις πώς πείστηκε ότι ήταν καλός;
Δεν μπορούσα να καταλάβω ποτέ. Δεν μπορούσα να καταλάβω πότε, και αυτό ήταν το πράγμα που ήτανε, που μάθανε ας πούμε οι φιλίες μου, που εγώ θα παντρευτώ τον Γιάννη, τρελαθήκανε. «Εσύ να παντρευτείς τον Γιάννη; Όχι, με τίποτα, με τίποτα!». Πού να ήξερα εγώ τι γινότανε! Θα πεις τώρα, αν γυρνάγε το χρόνο πίσω, τι θα έκανες; Θα έκανα πράγματα πολλά, αν γύρναγα τον χρόνο πίσω. Θα κοίταγα πολύ τη ζωή μου. Πολύ. Θα προσπαθούσα να έζησα αλλιώς. Καταρχήν, δεν θα παντρευόμουν μικρή. Με τίποτα στον κόσμο. Δεν… Θα παντρευόμουνα κάποιον που να τον γνώριζα εγώ. Όχι που δεν… Όχι που είμαι άσχημα, εντάξει τον άνδρα μου πάλι… Και με αγαπάει και τον αγαπάω, με έχει κερδίσει, αλλά θα άλλαζα πράγματα στην ζωή μου. Αν γύρναγε ο χρόνος πίσω. Αλλά δυστυχώς ο χρόνος δεν γυρνάει ποτέ πίσω. Δυστυχώς.
Θυμάσαι στο χωριό να είναι ανύπαντρες γυναίκες καθόλου;
Ανύπαντρες; Σου είπα. Όποιον ξέραμε στο χωριό που είχε μιλήσει με κάποιον ή αγάπησε κάποιον και αυτά, αυτή θα έμενε ανύπαντρη. Ή αν πέρναγες, ας πούμε, από 20-22 χρονών που δεν έχεις παντρευτεί, μετά ήταν πολύ δύσκολο να παντρευτείς. Πολύ δύσκολα. Γιατί λέγανε: «Αν έχει μείνει τόσο χρονών, ποιος ξέρει τι έχει και πώς είναι, και τι έχει κάνει και τι έχει ράνει». Για πες άλλο.
Αναρωτιόμουνα αν… Θυμάσαι τα παιδιά σου να σου λένε ότι θυμούνται το χωριό, απ’ όταν έμεναν όταν ήταν μικρά;
Θυμούνται το χωριό; Ναι, θυμούνται το χωριό. Το θυμούνται, ειδικά η μεγάλη το θυμάται πολύ. Το θυμάται. Το θυμάται. Το θυμάται, ας πούμε, γιατί θυμάται τον αδερφό της, που δεν είχε παιχνίδια και είχε ένα παλιό ποδήλατο και αυτό είχε σκάσει η ρόδα. Και δεν είχε να το φουσκώσει, εκεί να το φτιάξει και το γέμιζε με πανιά. Και έπαιζε με αυτό, και της έχει μείνει έτσι ας πούμε. Δεν είχανε πράγματα παιδικά ή να παίζουν, να κάνουν, να ράνουν με πράγματα, παιχνίδια και αυτά. Ό,τι παιχνίδια φτιάχναν από μόνα τους. Όχι όπως έχουν εδώ ας πούμε όλα τα γεμάτα σπίτια με παιχνίδια και αυτά. Και δωμάτια. Όπως έχει η κόρη μου τώρα, για τα κορίτσια είναι γεμάτα τα δωμάτια με παιχνίδια. Γεμάτα. Πού να είχαμε εμείς τότε τόσα παιχνίδια και αυτά; Ωστόσο, ας πούμε, είναι μικρή η εγγονή μου και ξέρει αγγλικά λες και είναι μεγάλη κοπέλα. Κι αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ. Είναι το μεράκι μου, να μάθουνε θέλω. Και παρόλα αυτά, που η μαμά μου ας πούμε ήταν σε αυτό το χρόνια, τη θυμάμαι σαν τώρα, της άρεσε πάρα πολύ να ήσουνα ντυμένη ωραία, να ήσουνα βαμμένη. Τρελαινόταν όταν έβλεπε η γυναίκα έτσι. Της άρεσε πάρα πολύ και το έλεγε πάντα. «Να χτενιστείς, να είσαι ωραία. Δεν μπορείς να βαφτείς, αλλά να είναι τα μαλλιά πλυμένα, να είναι καθαρά, να κρατιέσαι ωραία». Με αυτά που είχες. Με αυτά που είχες.
Και μιας και έλεγες ότι έβαφε τις φίλες σου μεταξύ σας…
Ναι.
Που έβρισκες βαφτικά-
Κάτι παλιά που είχαμε. Παλιατζούδικα, τι, νομίζεις είχε κάτι σπουδαίο; Γι’ αυτό τους έκανα, μια έτσι, μια αλλιώς, κάτι που είχαμε εκεί.
Κι αυτό πώς είχε βρεθεί στο σπίτι σας;
Ε, όταν παντρεύτηκα, κάτι έπρεπε να έχεις. Δεν ήσουνα κορίτσι, κορίτσι δεν είχες. Αλλά όταν παντρεύτηκες, θα σου έφερνε ο άντρας σου ένα πακέτο. Θα είχε το κραγιόν, θα είχε την πένσα για τα φρύδια, μια κρέμα, αυτά και ένα μολύβι. Μη σκεφτείς είχε τίποτα σπουδαίο. Το κάθε απλό, αυτό που είχαν.
Για διασκέδαση όταν… Στο Αργυρόκαστρο;
Δεν είχαμε διασκέδαση, όχι. Δεν θυμάμαι εγώ ας πούμε αυτά τα χρόνια. Διασκέδαση θα ήτανε μόνο όταν γινότανε κάποιος γάμος. Όχι τίποτα άλλο. Δεν θυμάμαι ας πούμε να έχω πάει με τον άντρα μου για να διασκεδάζουμε και αυτά. Όσα χρόνια ήμασταν παντρεμένοι. Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι να έχω πάει εκεί. Μόνο όταν γινόταν κάποιος γάμος. Και θα μου έπεφτε η σειρά να πήγαινα εγώ. Εάν ζούσες μαζί με την πεθερά και με τον πεθερό, θα πήγαιναν αυτοί, δεν θα πήγαινες εσύ. Βέβαια. Γιατί εγώ ήμουνα… Να μην πω τυχερή τώρα, γιατί είναι κρίμα. Η πεθερά μου δεν ζούσε, όταν παντρεύτηκα εγώ, γιατί είχε πεθάνει. Μόνο ο πεθερός μου ήτανε. Και δεν μπορούσε ας πούμε αυτός να πάει σε γάμο, σε αυτά, θα πηγαίναμε εμείς. Αλλά ζούσαμε μαζί με τον πεθερό. Και πραγματικά γι’ αυτό που σου είπα, όταν είπε στο γιο του ας πούμε: «Να πάρεις την Ξένια για να ζήσω και ένα χρόνο», πραγματικά έζησε μόνο ένα χρόνο, όταν παντρεύτηκα εγώ. Και πέθανε. Και πέθανε. Χάρηκε τόσο πολύ που πάντρεψε ο γιος του εμένα, και σ’ ένα χρόνο πέθανε. Πώς το κρίνεις αυτό δεν μπορώ να καταλάβω. Οπότε, γιατί τότε ζούσες μαζί με τους πεθερούς, δεν ήτανε θα παντρευόσουν και θα πήγαινες σπίτι σου. Έπρεπε να είσαι μαζί, με τους γονιούς του άντρα σου. Και νομίζεις αυτό ήταν εύκολο; Πώς να ήταν εύκολο; Δεν ήταν εύκολο, εντάξει γιατί και τα σπίτια δεν ήτανε τόσο μεγάλα. Θα είχες - εντάξει, το δωμάτιό σου θα το είχες - το μπάνιο μαζί, κουζίνα μαζί. Έπρεπε να σηκωθείς το πρωί, να φτιάξεις το καφέ, να φτιάξεις κάτι για πρωινό, ό,τι είχες. Ήμουνα εγώ υποχρεωμένη να τα κάνω αυτά. Κι όταν ερχότανε πάλι τα αδέρφια του και αυτά, εγώ θα τα έκανα αυτό όλα. Λες και εγώ ήμουνα καμιά μεγάλη και ήξερα πολλά πράγματα. Αλλά ήξερα-δεν ήξερα, έπρεπε να τα κάνω. Και κουρασμένη να ήσουνα, έπρεπε να ήσουνα και γελαστή. Εγώ κάποιες φορές θυμάμαι που ήμουνα πολύ στεναχωρημένη. Και δεν ήμουνα χαρούμενη, να πω την αλήθεια. Δεν τους άρεσε, «γιατί [δεν] είναι χαρούμενη, κάθεται έτσι;». Ε, πως να ήμουνα χαρούμενη; Τώρα τα σκέφτομαι. Ρε παιδιά, πώς να ήμουνα χαρούμενη τώρα; Εγώ, κάθε καλοκαίρι ας πούμε, να μην πάω πουθενά και να σας έχω εσάς κάθε καλοκαίρι και αυτά; Και να κουράζεσαι, και να σκέφτεσαι τι να κάνεις και την επόμενη μέρα για το πρωί, τι να κάνεις για το μεσημέρι, τι να κάνεις το βράδυ. Και λεφτά να είχες, δεν είχες πού να πας να πάρεις.
Και θυμάσαι λίγο όταν [01:30:00]έγινες μητέρα, όταν έκανες το πρώτο σου παιδί, αυτή την εποχή λίγο;
Αφού όταν έκανα το πρώτο παιδί… Τότε εντάξει, δεν είναι όπως τώρα, να δεις το παιδί και αυτά. Γέννησα το παιδί, αλλά ήταν κοριτσάκι, εντάξει. «Α, όχι, έπρεπε να ήταν αγόρι, γιατί είναι κοριτσάκι;». Και το παιδί δεν τον έβλεπε ποτέ. Τέσσερις-πέντε μέρες που έκατσα εκεί στο νοσοκομείο, δεν μπορούσε ο άντρας μου να έρθει μέσα να δει το παιδί. Αποκλείεται να έρθει μέσα. Και ας πούμε θυμάμαι σαν τώρα, είχε ένα σκοινί και το σκοινί το είχα εγώ από μέσα στο νοσοκομείο, και το ‘ριχνα απ’ έξω από το μπαλκόνι, έβαζε τα πράγματα - ένα χυμό, ένα κομπόστα - και τσσς! Το σήκωνα επάνω και το ‘φερνα έτσι. Κατάλαβες πώς έπαιρνα τα πράγματα; Είχαμε ένα σκοινί. Το κράταγα εγώ από πάνω - στο δωμάτιο - το έριχνα κάτω, έδενε τα πράγματα και τραβάγαμε – οοουπ! - από πάνω και ερχότανε επάνω, στον όροφο. Όχι να ερχότανε κάποιος μέσα. Δεν είχε. Ή τότε θυμάμαι ας πούμε… Εμείς εντάξει, μόνο πεθερός μου ήτανε, δεν… Για να… Ο άντρας να χαιρόταν το παιδί και να του μίλαγε και να του έκανε; Με τίποτα, μπροστά στους γονείς του; Με τίποτα! Να τον αγκάλιαζε; Να το φίλαγε; Με τίποτα! Να φίλαγε η γυναίκα του μπροστά στους γονείς του; Με τίποτα! Δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα. Με τίποτα σου λέω! Δεν είχε αυτά. Να καθάριζε ο άντρας μου το παιδί, να το σκούπιζε; Τι λες τώρα! Ή να έκανε καμία δουλειά στο σπίτι; Όχι. Δεν θα έκανε. Όλες οι γυναίκες θα το κάνανε.
Πώς έπρεπε να φέρεται ο άντρας στο παιδί μπροστά στους γονείς του;
Όχι, τίποτα, ούτε δεν θα μίλαγε, ούτε τίποτα. Όχι. Όχι. Σαν δεν τον έβλεπε, σαν δεν ήταν δικό του… Αυτό το πράγμα.
Και θυμάσαι ναι είναι το ίδιο ή να είναι διαφορετικά όταν ήτανε χωρίς τους γονείς του ο άντρας σου με το παιδί;
Διαφορετικά. Βέβαια. Μπροστά στους γονείς θα ήταν λες και δεν ήτανε τίποτα. Όταν ήταν μόνος του και θα τον αγκάλιαζε και θα τον φίλαγε, αλλά μπροστά τους όχι. Όχι. Δεν ξέρω γιατί ήταν αυτό το πράγμα. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να καταλάβω. Όχι, δεν είχε τέτοια. Ούτε τη γυναίκα του, σου λέω, θα φίλαγε μπροστά στους γονείς του. Δεν θα… Να γέλαγες ή να έκανες με τον άντρα στο μπροστά στους γονείς; Όχι. Λες και ήσουνα δυο ξένοι. Ναι. Λες και ήσουνα δύο ξένοι.
Εσύ θυμάσαι τις πρώτες σου εντυπώσεις όταν, αφού παντρεύτηκες, μετακόμισες σπίτι του πεθερού σου; Τις πρώτες αυτές μέρες;
Αυτό να μην το πω. Αυτό να μην το πω, όχι.
Εντάξει.
Όχι.
Αλλά αφού έκανες το πρώτο σου παιδί… Πώς ένιωσες όταν έκανες το πρώτο σου παιδί;
Δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν μπορώ να καταλάβω, πραγματικά. Δεν… Χαρούμενη; Χαρούμενη; Ή πώς θα ζήσω, ας πούμε; Δεν μπορώ να καταλάβω αυτό το αίσθημα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Πώς; Γιατί δεν μπορούσες να εκφράσεις ό,τι ένιωθες. Δεν μπορούσες. Θυμάμαι όταν ήμουνα έγκυος το παιδί - το θυμάμαι σαν σήμερα - ντρεπόμουνα πάρα πολύ. Μπροστά στους γονείς μου, έβαζα ένα φόρεμα που ήταν φαρδύ για να μην φαινόταν η κοιλιά. Δεν ξέρω γιατί. Ντρεπόμουν πάρα πολύ. Πάρα πολύ! Να έδειχνα εγώ την κοιλιά, όπως έδειχνε η κόρη μου ας πούμε, «κοίτα μπαμπά, κοίτα το πώς είναι, πώς αυτά!». Ντρεπόμουνα! Δεν το έδειχνα την κοιλιά, ποτέ. Πότε. Όχι.
Θυμάσαι τι ντρεπόσουνα;
Δεν μπορώ να το καταλάβω, να μη με δούνε με κοιλιά. Να μη με δούνε που είμαι έγκυος. Στους γονείς μου… Δεν, δεν, δεν, όχι. Δεν μπορούσα ας πούμε, να κρατήσω ένα στενό έτσι, να μου φαίνεται η κοιλιά, όχι. Ντρεπόμουνα. Ή να θηλάζω, ας πούμε, το παιδί μπροστά; Όχι. Μπροστά σε κανέναν. Δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα, όχι. Ήτανε δύσκολα. Δεν ξέρω, λες και ήμασταν πολύ πίσω, ρε παιδί μου, όταν το σκέφτομαι αυτό ας πούμε.
Τραγουδούσατε ποτέ;
Στα παιδιά;
Όλοι μαζί. Στους γάμους…
Ναι. Αυτό, ναι. Στους γάμους, μόνο. Στους γάμους ναι.
Και πώς ένιωθες εσύ, όταν τραγουδούσατε;
Εγώ να τραγουδούσα; Τραγουδούσαν οι άλλοι, όχι εγώ. Όχι εγώ. Όχι, δεν ξέρω. Ή ντρεπόμουνα, ή δεν ήταν η σειρά μου, δεν ξέρω. Όχι, δεν είχα αυτό το περιθώριο, ας πούμε. Όχι, δεν είχα αυτό το περιθώριο, όχι. Μετά από χρόνια, μετά από πολλά-πολλά χρόνια.
Οι γάμοι ήτανε μια ευκαιρία να εκφραστούν οι άνθρωποι;
Ναι. Ναι. Εντάξει, οι γάμοι ήτανε μια ευκαιρία να εκφραστούν οι άνθρωποι και να γνωριστούνε και μεταξύ τους. Γιατί πάντα… Πάντα, στην ηλικία και των κοριτσιών και των αγοριών, κάτι υπάρχει από μέσα. Αλλά αυτό όσο και να το να το κρατήσεις, κάπως θα το δείξεις. Στους γάμους ας πούμε, γινόταν και πολλή γνωριμία. Στους γάμους. Ας πούμε, έλεγε, αυτή η οικογένεια έβλεπε εμένα ας πούμε, και θα λέγανε μεταξύ τους: «Αυτό το κορίτσι θα πάμε να το ζητήσουμε, να το πάρουμε για τον γιο μας, για τον γιο μας» ή για το ένα ή για το άλλο. Χωρίς, ας πούμε, να τους ξέρεις. Έτσι γινόταν οι πιο πολλοί οι γάμοι. Έτσι ήτανε.
Θυμάσαι κάποιον γάμο από το χωριό που σου είχε κάνει εντύπωση;
Εμείς όταν γινόταν γάμος στο χωριό, καταρχήν θα πηγαίναμε να βλέπαμε εκεί. Ήμασταν δεν ήμασταν καλεσμένοι στο γάμο, εμείς θα πηγαίναμε εκεί να βλέπαμε το γάμο μέχρι το πρωί. Σαν παιδιά που ήμασταν.
Τι δουλειά έκανες όταν ήρθες στην Ελλάδα;
Εγώ δεν δούλεψα. Ήμουν με τα παιδιά. Στο σπίτι. Ήμουνα με τα παιδιά, τα πήγαινα στην παιδική χαρά, με τα εντάξει, άρχισαν τα σχολεία, τα πήγαινα σχολείο, τα έπαιρνα το μεσημέρι. Μετά άρχισα δουλειά, όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά.
Και όσο τα παιδιά ήταν στο σχολείο –
Ναι.
Εσύ… Πώς ένιωθες;
Όσο τα παιδιά ήταν στο σχολείο, μέχρι να μαζέψω, μέχρι να μαγειρέψω, μέχρι να ψωνίσω, ερχόταν τα παιδιά, μετά είμαστε με τα παιδιά. Τίποτα άλλο. Ερχόταν και ο άντρας μου από τη δουλειά, θα έτρωγε, θα κοιμότανε, αυτό ήταν το πράγμα.
Θέλεις κάτι άλλο να προσθέσεις;
Αυτά, εσύ αν θέλεις κάτι άλλο.
Εσύ αν θέλεις να μου πεις μια τελευταία σκέψη.
Μια τελευταία σκέψη… Σου είπα, όχι, τώρα τα πέρασα όλα αυτά και νιώθω καλά. Όταν τα σκέφτομαι, στεναχωριέμαι. Αλλά προσπαθώ να μην τα σκέφτομαι. Θέλω να ζήσω το σήμερα. Το εχθές τελείωσε. Ας μείνει εκεί. Θέλω να ζήσω το σήμερα. Και θέλω να ζήσω - όπως και να είναι η ζωή είναι ωραία - να ζήσω κάθε στιγμή, αν μπορώ να το κάνω αυτό. Και να νιώθω καλά με τον εαυτό μου. Να σκέφτομαι τον εαυτό μου που είμαι καλά. Αυτό θέλω να κάνω.
Ωραία.
Σίγουρα και τα παιδιά καλά να έχω, και τα εγγόνια να έχω καλά. Και πάντα προσφέρω αγάπη σε κάθε άνθρωπο, μ’ αρέσει πολύ. Μ’ αρέσει να νιώθει ο άλλος καλά. Για πες εσύ κάτι άλλο.
Αυτά.
Αυτά; Αν ήσουν στη θέση μου - να σε ρωτήσω κάτι εσένα - σαν… Εντάξει.
Θα το συζητήσουμε.
Εντάξει.
Σ’ ευχαριστώ πολύ.
Να ‘σαι καλά.
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Η Ξένια εξιστορεί την ζωή της από την ηλικία των 15 χρονών εώς σήμερα, με κεντρικό άξονα τις απαγορεύσεις υπό το καθεστώς του Χότζα και την μετανάστευση, πρώτα του συζύγου της και έπειτα της ίδιας και των παιδιών της, στην Ελλάδα την δεκαετία του '90. Μιλάει για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στο Αργυρόκαστρο, για τις χριστιανικές παραδόσεις που διατηρούσε κρυφά η οικογένειά της, για τον γάμο της και τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στην κοινωνία που μεγάλωσε. Ακολουθούν η μετανάστευση του συζύγου της στην Ελλάδα, τα χρόνια που έζησε μόνη της με τα παιδιά της στην Αλβανία και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ερχόμενη στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης, η αφηγήτρια προσπαθεί να επεξεργαστεί τη συναισθηματική πραγματικότητα, μέσα στην οποία μεγάλωσε και την οποία δυσκολεύεται ακόμα να εξηγήσει.
Narrators
Ξένια "Pseudonym"
Field Reporters
Φοινίκη Παπαδοπούλου
Topics
Tags
Interview Date
03/07/2022
Duration
97'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Η Ξένια εξιστορεί την ζωή της από την ηλικία των 15 χρονών εώς σήμερα, με κεντρικό άξονα τις απαγορεύσεις υπό το καθεστώς του Χότζα και την μετανάστευση, πρώτα του συζύγου της και έπειτα της ίδιας και των παιδιών της, στην Ελλάδα την δεκαετία του '90. Μιλάει για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στο Αργυρόκαστρο, για τις χριστιανικές παραδόσεις που διατηρούσε κρυφά η οικογένειά της, για τον γάμο της και τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στην κοινωνία που μεγάλωσε. Ακολουθούν η μετανάστευση του συζύγου της στην Ελλάδα, τα χρόνια που έζησε μόνη της με τα παιδιά της στην Αλβανία και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ερχόμενη στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης, η αφηγήτρια προσπαθεί να επεξεργαστεί τη συναισθηματική πραγματικότητα, μέσα στην οποία μεγάλωσε και την οποία δυσκολεύεται ακόμα να εξηγήσει.
Narrators
Ξένια "Pseudonym"
Field Reporters
Φοινίκη Παπαδοπούλου
Topics
Tags
Interview Date
03/07/2022
Duration
97'