Μεγαλώνοντας το '60: ταξίδια, σχολείο, γάμος και μετακομίσεις
Segment 1
Παιδικές αναμνήσεις από τα καλοκαίρια στο χωριό
00:00:00 - 00:13:48
Partial Transcript
Είμαι η Χριστίνα Χιωτάκη, είναι 28 Σεπτεμβρίου του 2021 και βρίσκομαι με την Ανατολή Τσιροβασίλη στην Καβάλα. Πες μου πού μεγάλωσες. Καλη…μεσαίος και ξέφυγε. Ο μπαμπάς μου αγαπούσε πολύ το αυτοκίνητο και είχε γίνει «σοφέρ», τότε λέγαν. Σοφέρ. Από μικρό παιδί. Αυτά εν ολίγοις.
Lead to transcriptSegment 2
Σχολικά χρόνια στη Καβάλα και ταξίδια με τον πατέρα
00:13:48 - 00:21:55
Partial Transcript
Θέλω να μου πεις τώρα για τα σχολικά σου χρόνια. Τα σχολικά μου χρόνια, πω πω! Θυμάμαι, αγαπούσα το σχολείο –όχι και πολύ τα γράμματα– αγα…είχε καλό παγωτό, τυρόπιτα καλή, όταν πηγαίναμε Ασπροβάλτα έπρεπε να με πάρει μπουγάτσα… Ωραία, ωραίες αναμνήσεις, πολύ ωραίες αναμνήσεις.
Lead to transcriptSegment 3
Εφηβικά χρόνια και γάμος
00:21:55 - 00:30:16
Partial Transcript
Και μετά, όταν πήγαινες σχολείο, πού εγκατασταθήκατε τελικά; Μείνατε κάπου σταθερά; Ναι, μετά Καβάλα, τελείωσε. Χτίσανε το σπίτι εδώ, χτίσα…εν πάμε;» λέει. Και πήγαμε Σαντορίνη. Εκείνο το θεωρώ σαν γαμήλιο ταξίδι μετά από τριάντα χρόνια. Αλλά περάσαμε ωραία και εκεί. Ωραία ήταν.
Lead to transcriptSegment 4
Ο σεισμός του '81 στην Αθήνα
00:30:16 - 00:35:44
Partial Transcript
Θέλω να μου πεις λίγα ακόμα για τον σεισμό στην Αθήνα που είπες ότι βιώσατε. Ναι. Πώς ήταν; Τι έγινε ακριβώς; Τι έγινε ακριβώς; Εσύ … εκδρομές ευχαριστιέσαι, ούτε τίποτα. Δηλαδή σε μπαίνει αυτός ο φόβος μέσα και μετά το μυαλό σου είναι μόνο στο κακό. Δεν είναι καλό αυτό.
Lead to transcriptLocations
Segment 5
Χούντα και Μεταπολίτευση
00:35:44 - 00:48:46
Partial Transcript
Θυμάσαι καθόλου την πολιτική κατάσταση τότε; Καλά, παιδικά χρόνια βίωσες και Χούντα, την έπιασες για τα καλά. Τη θυμάσαι καθόλου; Θυμάμαι,…, τα πακέτα. Και καμιά φορά τα κρύβαμε και έξω, στα ντουβαράκια, και όταν έπιανε η βροχή, τα έπαιρνε η βροχή, πάει, τα χάναμε. Κάπως έτσι.
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 6
Το Γυμνάσιο και η πρώτη δουλειά
00:48:46 - 01:00:30
Partial Transcript
Και στο Γυμνάσιο –επειδή το Γυμνάσιο δεν το πιάσαμε, τώρα που το είπες– απ’ το Γυμνάσιο τι αναμνήσεις έχεις; Πήγα και λίγο μεγαλούτσικια, …ς φύγει αυτό το κακό που μας βρήκε. Και με τα λίγα μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι και να έχουμε ωραίες αναμνήσεις. Αυτά. Ευχαριστώ πολύ.
Lead to transcript[00:00:00]Είμαι η Χριστίνα Χιωτάκη, είναι 28 Σεπτεμβρίου του 2021 και βρίσκομαι με την Ανατολή Τσιροβασίλη στην Καβάλα. Πες μου πού μεγάλωσες.
Καλημέρα Χριστίνα. Μεγάλωσα στην Καβάλα, γεννήθηκα στον Ζυγό Καβάλας. Να πω και ηλικία;
Ναι, ό,τι θέλεις.
23/03 του ’58.
Του ’58.
Λοιπόν… δεν καθίσαμε πολύ καιρό στο χωριό. Με πήραν οι γονείς και φύγαμε. Γυρίσαμε σχεδόν όλη την Ελλάδα γιατί ο πατέρας ήτανε οδηγός σε μία μεγάλη εταιρεία που φτιάχνανε δρόμους. Και όταν πια έφτασα σε ηλικία να πάω στο Δημοτικό, ήρθαμε Καβάλα. Ε, τα παιδικά μου χρόνια όλα ήταν εδώ, στην Καβάλα. Τα καλοκαίρια στο χωριό, με τη γιαγιά, τα ξαδέρφια και όλους τους συγγενείς. Πηγαίναμε, τους βοηθούσαμε στα καπνά... Πολύ ωραία χρόνια, πάρα πολύ ωραία χρόνια. Αναμνήσεις πολύ ωραίες. Μεγαλώσαμε, παντρευτήκαμε και φύγαμε από την Καβάλα. Πήγαμε Αθήνα, καθίσαμε δέκα χρόνια. Ο σύζυγος ήταν αστυνομικός, είχαμε πολλές μεταθέσεις. Ξαναρχίσαμε πάλι να γυρίζουμε όλη την Ελλάδα με τις μεταθέσεις, μέχρι που πήραμε σύνταξη και ξαναγυρίσαμε στην Καβάλα.
Ωραία.
Ωραία.
Να σε πιάσω απ’ την αρχή. Θυμάσαι καθόλου τα χρόνια στο χωριό πριν φύγεις;
Ναι, ναι, τα χρόνια… Πηγαίναμε τα καλοκαίρια, περνούσαμε καπνά. Εγώ ήμουνα η πιο μικρή, ήθελα να με ξυπνήσουν για να πάω μαζί τους στο χωράφι, δεν με παίρνανε, γιατί ήμουνα και λίγο ζωηρή φαίνεται… Ναι, το θυμάμαι αυτό. Και κάθε πρωί είχαμε τις γκρίνιες. Ωραία ήτανε, πολύ ωραία. Όλο το καλοκαίρι στο χωριό. Παιχνίδι… η γιαγιά –και οι δύο οι γιαγιάδες μου ήτανε από το χωριό, και οι δύο. Δεν είπαμε το χωριό όμως.
Ποιο χωριό είναι;
Τον Ζυγό Καβάλας.
Ζυγός Καβάλας.
Μπράβο. Ο παππούς είχε αμπέλι, θυμάμαι. Με το γαϊδουράκι και τον ξάδερφό μου τον Γιώργο, μ’ ανέβαζε πάνω και πηγαίναμε να κόψουμε τα σταφύλια, μαζεύαμε καλαμπόκια… Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τα μηχανήματα, και τα καλαμπόκια που τα σπέρνουνε, τα φέρνουνε στις αυλές του σπιτιού και τα ανοίγαμε μόνοι μας, πολλά άτομα, ήθελε πολλά άτομα για να καθαριστούν. Τα χέρια μου ήταν μέσα στις φουσκάλες. Όταν κουραζόμουν και τσαντιζόμουνα, ξαναγυρνούσα στην Καβάλα να ξεκουραστώ. Αυτά ήταν, τα παιδικά μας χρόνια ήτανε τόσο ωραία, τόσο αγνά. Μέχρι το βράδυ παίζαμε στο χωριό, πολύ ωραία ήτανε.
Θυμάσαι κανένα παιχνίδι;
Στο χωριό; Το κρυφτό, το κουτσό, το λαστιχάκι, το λαστιχάκι…
Τι ήταν το λαστιχάκι;
Το λαστιχάκι ήτανε… δυο άτομα είχαμε ένα λάστιχο και το τρίτο παιδί πηδούσε και έμπλεκε το λάστιχο και... Δεν το ξέρεις το λαστιχάκι;
Όχι.
Ναι, πολύ, ήταν… περισσότερο κοριτσίστικο παιχνίδι ήτανε, το λαστιχάκι. Ήταν πάρα πολύ ωραίο. Εξαφανίστηκε αυτό το παιχνίδι, θα εξαφανίστηκε, δεν… Τώρα εσείς, εντάξει… Εσείς με τα διαβάσματα και με αυτά, πού να έχετε τέτοια παιχνίδια, και με τα κομπιούτερ και με αυτά….
Εδώ έχουμε άλλα παιχνίδια.
Ναι, ναι, άλλη εποχή.
Θέλω να μου πεις αν έχεις καθόλου αναμνήσεις με τις γιαγιάδες σου που ήταν στο χωριό.
Ναι, έχω αναμνήσεις με τις γιαγιάδες. Η γιαγιά η μία ήταν από τον Πόντο και η άλλη ήταν από την Προύσα της Μικράς Ασίας. Η μία η γιαγιά μου μιλούσε Ποντιακά και η άλλη μιλούσε τουρκικά. Και τα καταλάβαινε τα ελληνικά, αλλά από την ντροπή της δεν μιλούσε τα ελληνικά. Εγώ όμως, σαν παιδί, δεν την καταλάβαινα και την έλεγα εγώ: «Τι λες γιαγιά; Τι λες;» «Αμάν, παιδί μου! “Τί λες, τι λες;” Δεν καταλαβαίνεις –μου έλεγε– δεν καταλαβαίνεις!» Ποτέ δεν την κατάλαβα τη γιαγιά, αλλά ήτανε τόσο δοτική σε όλα τα παιδιά, σε όλα. Μας έβαζε ψωμί με λάδι και από πάνω ελιές, όλους. Έπρεπε να μετράει τις ελιές για να μην έχει κανένας παράπονο με τις ελιές, και έχει βάλει σε κανέναν περισσότερο. Ωραίες, πολύ ωραίες αναμνήσεις, ζεστά χρόνια, ζεστά χρόνια. Η άλλη η γιαγιά ποντιακά και ελληνικά, η άλλη γιαγιά ήξερε ελληνικά, δεν [00:05:00]ήτανε… Αν δεν καταλαβαίναμε –γιατί δεν καταλαβαίναμε και τα ποντιακά, εγώ προσωπικά– μιλούσε ελληνικά, πολύ καλά ελληνικά η γιαγιά. Ωραίες αναμνήσεις. Και τη γιαγιά θυμάμαι, όταν φούρνιζε τα ψωμιά: «Γιαγιά, τι θα μας φτιάξεις;» Έλεγε: «Θα σας κάνω πισία». Είχε ένα μεγάλο από… βαρέλι, και μας έβαζε πάνω τα πισία, και επειδή είχανε και ζώα έκανε και βούτυρο, και εκείνο το βούτυρο το καλό το άλειφες όπως έβγαινε το ψωμί, και τρελαινόμασταν τα παιδιά να τρώμε. Αυτά θυμάμαι, έτσι, από τους παππούδες.
Σου είχανε πει ιστορίες από την πατρίδα πριν;
Αυτό ποτέ δεν το ρώτησα. Αυτό, ναι. Και λέω: «Φύγανε χωρίς να ρωτήσω». Ίσως ο ξάδερφός μου ο μεγάλος να τα ξέρει. Εγώ όμως ποτέ δεν ρώτησα ούτε από ποιο χωριό ήτανε του Πόντου. Η άλλη η γιαγιά μου, τα ’μαθα από τη μαμά μου, η οποία έλεγε ήτανε από της Προύσας ένα χωριό, που λεγότανε... Πώς λεγότανε; Το ξέχασα τώρα πώς λεγότανε.
Ναι, δεν πειράζει.
Ναι, ναι, το ξέχασα. Από τη μαμά εκείνο το ’μαθα. Δηλαδή δεν ρωτούσαμε τότε, ήμασταν παιδιά και δεν μας ενδιέφερε. Τώρα που μεστώσαμε, λέμε: «Φύγαν οι άνθρωποι χωρίς να μάθουμε την ιστορία τους». Που έπρεπε να την είχαμε μάθει. Λάθος μας μεγάλο. Αυτό ρωτάω και τη μαμά –που ζει η μαμά– και λέω τη μαμά: «Ρώτησες ποτέ τη γιαγιά;» Μου λέει: «Δεν θέλανε ίσως να αναφερθούνε στα παλιά, επειδή περάσανε πολλά. Και εμείς, σαν παιδιά –λέει–, δεν μας συζητούσανε μες στο σπίτι. Να πούνε πώς περάσανε, πού ήρθανε...» Γιατί οι γιαγιάδες ήρθαν απ’ τη Μικρά Ασία. Η μία η γιαγιά μου, αυτή που ήρθε από τη Μικρά Ασία, ήρθε παντρεμένη με παιδί. Άρα, αν ρωτούσε η μαμά μου, θα ήξερε πολλή ιστορία. Κι όμως, και εκείνοι δεν ρωτούσανε. Κακώς, κακώς. Ναι, και η μαμά μου δηλαδή, λίγα πράγματα ξέρει. Αυτά τώρα, αν θα τα ξέρει, θα τα ξέρει κάποιος ξάδερφος που είναι μεγαλύτερος και ήταν λίγο ζιζάνιο, ήθελε να μάθει τις λεπτομέρειες του Πόντου και τις ιστορίες, ναι. Εκείνος επισκέφτηκε και τον Πόντο κάπου. Ε, ιστορίες παλιές, από το χωριό, θυμάμαι που κλεβότανε ο κόσμος εκείνα τα χρόνια!
Ναι;
Ναι, όπως η μαμά μου με τον μπαμπά μου. Κλεφτήκανε, δεν ήθελε η πεθερά, παντρευτήκανε στο σπίτι –αυτές τις ιστορίες τις ξέρω. Γιατί τις άκουγα συνέχεια μέσα στο σπίτι. Και τραβήξανε πολλά. Παντρεύτηκαν χωρίς να έχουνε τίποτα, από το μηδέν ξεκινήσανε και –δόξα τω Θεώ– ήταν εργατικοί, φτιάχτηκαν οι άνθρωποι και περάσανε πολύ ωραία ζωή. Και ο μπαμπάς μου καλός οικογενειάρχης, αλλά και η μαμά μου δίπλα –μπορεί να μην εργάστηκε ποτέ, αλλά ήταν μία γυναίκα του σπιτιού, νοικοκυρά, νοικοκυρεμένη– και έτσι φτιάχτηκαν και φτιάξαν κι εμάς. Γιατί κι εμείς, πού να φτιαχτείς; Αλλά εκείνα τα χρόνια –και στα δικά μας τα χρόνια ακόμη– κλεβόταν ακόμη ο κόσμος στο χωριό.
Αλήθεια;
Ναι, η ξαδέρφη μου, της Βασούλας που λέω καμιά φορά αν ακούς, που λέω, η Βασούλα. Είχε μία συμμαθήτρια –αυτό ήτανε… δηλαδή το ’70 να ’τανε– και κλέφτηκε. Δηλαδή ήταν πρόσφατο, για μας ήτανε πρόσφατο να κλεφτεί. Ακούγαμε από τους γονείς ότι κλεβόταν και κάνανε γιατί δεν θέλαν οι γονείς. Κι όμως, και στα ’70 είχαμε, που κλεβόταν ακόμη. Και μετά, εντάξει, οι οικογένειες τα βρίσκανε, άσχετα αν δεν ήθελε ο ένας τον άλλον –μέσα στο ίδιο χωριό φαίνεται, ποιος ξέρει; Θα υπήρχανε και διχόνοιες, κάτι θα υπήρχαν. Ή θα θέλαν προίκες, κάτι θα θέλανε για να φτάνουν στα παιδιά να κλεφτούνε. Αυτά, που λες, είναι εν ολίγοις του χωριού οι ιστορίες. Τώρα τι να θυμηθώ άλλο;
Το χωράφι το θυμάσαι καθόλου πώς ήτανε; Εν τέλει σε είχανε πάρει καμιά φορά;
Ναι, ναι, πώς δεν με παίρνανε; Γι’ αυτό με θέλανε, γιατί όλο νερό τους κουβαλούσα. Φεύγανε… Δεν με παίρνανε, γιατί; Ξυπνούσανε μία η ώρα τα μεσάνυχτα, να φτιάξουν τα άλογα, να κάνουν το κάρο, να τα ετοιμάσουνε, μιάμιση-δύο η ώρα φεύγανε για το χωράφι. Πολλές φορές έχω πάει μαζί τους. Και μου λέγανε –εγώ δεν ήξερα να σπάω τον καπνό και τους το χαλούσα– και μου λέγανε: «Λίτσα, εσύ θα κάθεσαι, θα μας [00:10:00]φέρνεις νερό» Τι νερό τώρα, δύο ή και τρεις η ώρα, οι άνθρωποι να πιούνε; Για να με απασχολήσουν περισσότερο. Θυμάμαι μαζεύανε τα καπνά στα –πώς λέγονται αυτά, χαντάκια;– όπως μαζεύανε, κι εγώ μου λέγανε: «Θα παίρνεις και θα γεμίζεις τις κούφες, παστάλι-παστάλι», έτσι που τα κάναμε παστάλια-παστάλια. Και, ας πούμε, βοηθούσα και χαιρόμουνα. Και γυρνούσανε πίσω, εφτά η ώρα, πίσω. Η γιαγιά που ήταν στο σπίτι, πάντα είχε ντοματόρυζο –το καλοκαίρι γινόταν αυτές οι δουλειές, Ιούλιο μήνα– ντοματόρυζο, τους είχε σουπίτσες τραχανά. Γιατί από το ξενύχτι τρώγαμε το πρωί, κοιμόμασταν καμιά ώρα να ξεκουραστούμε και σηκωνόταν να περάσουν το καπνό. Το καπνό περνιότανε μέχρι το απόγευμα. Μετά… Η ζωή ήταν μαύρη –τώρα, εδώ που τα λέμε– του αγρότη η ζωή ήτανε… Εμείς ήμασταν αριστοκράτες στην Καβάλα. Στο χωριό παιδευόταν πάρα πολύ. Και αν έπεφτε κανένα χαλάζι και κανένα αυτό και κατάστρεφε τα καπνά, ήτανε δράμα για τους αγρότες. Και όπως είναι και σήμερα. Ο αγρότης δεν έχει προκοπή, κακά τα ψέματα. Τώρα απλώς δεν κουράζεται τόσο πολύ γιατί υπάρχουν τα μηχανήματα, γι’ αυτό. Επειδή στο χωριό βάζανε, όλοι σχεδόν, καπνά βάζανε, δεν βάζανε τίποτα άλλο, και καλαμπόκι. Αυτά ήτανε που βάζαν. Και σιτηρά, σιτάρι. Βάζαν σιτάρι, για το σπίτι τους σιτάρι, δεν το πουλούσανε. Αλλά ήτανε ωραία χρόνια. Με κούραση, με αγωνίες, αλλά αγνά. Τελειώναν τα καπνά και ερχότανε όλοι έξω από την αυλή, αυτή τη μία ώρα, η γειτονιά, να πιούνε τον καφέ τους, να πούνε της ημέρας οι γυναίκες, και μετά ξανά ύπνο και μία η ώρα να σηκωθείς για να πας στη δουλειά. Μ’ άρεζε, πολύ μ’ άρεζε το χωριό γιατί, παρόλο εμείς που είχαμε τη θάλασσα και κάναμε τα μπάνια μας και τα αυτά… Αλλά εγώ ήθελα εκεί, με τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τα ξαδέρφια, τα χωράφια, με αυτά.
Παρόλα αυτά δηλαδή εσύ περνούσες καλά, παρόλο που ξυπνούσες μία η ώρα;
Ναι, ναι, ναι. Γιατί εγώ το διασκέδαζα, δεν ήτανε υποχρεωτικό για μένα, ήμουνα μουσαφίρισσα, γι’ αυτό. Αλλά τα ξαδέρφια μου, σίγουρα, ήτανε τα καημένα… Θα είχαν αγανακτήσει. Αλλά τότε δεν ήτανε σπουδές, δεν ήτανε όπως σήμερα, όλα τα παιδιά σπουδάζετε, και όχι μεταπτυχιακά, όχι... Τότε ήτανε τα κορίτσια να παντρευτούνε, να φτάσουν σε μία ηλικία να παντρευτούνε και τα αγόρια τέχνες. Σπάνιζε δηλαδή, ήταν πολύ σπάνιο να δεις απ’ το χωριό επιστήμονες. Λίγα παιδιά. Ή θα ασχολιόταν και αυτοί με τα χωράφια –ειδικά τα αγόρια. Συνήθως, το μικρό το αγόρι έμενε εκεί, με τους γονείς. Ο μικρός κρατούσε το σπίτι –έτσι πήγαινε– τους γονείς, τα χωράφια και ασχολιόταν με την αγροτική. Οι πιο μεγάλοι, λίγο ξεφεύγανε. Όπως και ο μπαμπάς μου, ήταν μεσαίος και ξέφυγε. Ο μπαμπάς μου αγαπούσε πολύ το αυτοκίνητο και είχε γίνει «σοφέρ», τότε λέγαν. Σοφέρ. Από μικρό παιδί. Αυτά εν ολίγοις.
Θέλω να μου πεις τώρα για τα σχολικά σου χρόνια.
Τα σχολικά μου χρόνια, πω πω! Θυμάμαι, αγαπούσα το σχολείο –όχι και πολύ τα γράμματα– αγαπούσα όμως το σχολείο, δεν ήθελα να λείπω ποτέ από το σχολείο. Θυμάμαι μια χρονιά έριξε ένα χιόνι –το ’67 ήταν;– ένα χιόνι, πιο μεγάλο από το μπόι μου. Όχι ότι είμαι ψηλή, αλλά για φαντάσου! Ένα χιόνι! Μου λέει η μαμά μου: «Βρε παιδάκι μου, πού θα πας με αυτό το χιόνι; Αποκλείεται να είναι…» «Εγώ θα πάω στο σχολείο». «Τόσο πολύ να τα αγαπούσες, να διάβαζες και λίγο», μου λέει. Πάω και πέφτω σε ένα... είχαμε ένα λάκκο που βάζαν ασβέστη –ευτυχώς δεν είχε ασβέστη, άδειος ήταν– και μπαίνω μέσα. Αλλά ποιος να με ακούσει; Να φωνάζω: «Μαμά! Μαμά!» Τίποτα. Η μαμά έβγαλε για μια στιγμή τα ρούχα έξω να τα ξεσκονίσει και με βλέπει, εγώ πάγωσα εκεί μες στο λάκκο. «Βρε –μου λέει– δεν σε είπα δεν θα πας στο σχολείο;» «Όχι!» Ήρθα, άλλαξα και πήγα από άλλο δρόμο. Μιλάμε για τόσο χιόνι, το ’67! Πάμε, που λες, στο σχολείο, δύο-τρία παιδιά. Όλα όχι καλοί μαθητές, όλοι ήμασταν οι χειρότεροι. Λέει η κυρία που καθάριζε το σχολείο: «Τι ήρθατε [00:15:00]βρε παιδιά; Το σχολείο τέτοια μέρα –λέει– θα είναι ανοιχτό;» Άντε ξαναγυρίσαμε πίσω! Τ’ αγαπούσα το σχολείο, δεν ήθελα όμως να καθίσω να διαβάσω. Ό,τι έπαιρνα από τον δάσκαλο. Αλλά ήμουν πρωταθλήτρια. Ήμουν αθλήτρια από τις καλές αθλήτριες, με κύπελλα. Μια χρονιά είχα πάρει δύο κύπελλα. Ένα που τερμάτισα στη σκυταλοδρομία, με τα άλλα, και ένα δικό μου στα εξήντα –εξηντάρα ήμουνα στο τρέξιμο. Αλλά τότε, αν είχα μυαλό, θα μπορούσα να μπω και Γυμναστική Ακαδημία, αν είχα τελειώσει. Αλλά εγώ, δεν με άφηνε η μαμά μου να πάω στα γήπεδα. Ήμασταν, μας είχαν αυστηρά, δεν μας αφήνανε. Αν νυχτώσει, έπρεπε να είσαι στο σπίτι. Και ήμουνα γραμμένη στον ΟΚΑΚ της Καβάλας. Εκεί που ήταν η Βερούλη και όλοι αυτοί. Η Βερούλη ήταν λίγο πιο μεγάλη από μένα, αλλά αυτοί αθλιόταν, τους αφήναν οι γονείς. Εμείς: «Όχι, αυτά δεν είναι για κορίτσια». Αν και η μαμά μου ήταν πρωταθλήτρια. Και η μαμά μου με κύπελλα ήτανε. Αλλά δεν είχαμε γονείς, έτσι, να σε προωθήσουνε, να... «Όχι, θα ’ρθεις στο σπίτι, δεν είναι γυμναστικές τέτοια ώρα, νύχτωσε, χειμώνας» και τα λοιπά. Ενώ, αν ασχολιόμουν με τον αθλητισμό και τελείωνα και το Λύκειο –που δεν το τελείωσα, Γυμνάσιο μόνο τελείωσα– θα μπορούσα να προχωρήσω και να μπω και Ακαδημία, Γυμναστική Ακαδημία. Αλλά δεν πειράζει, μια χαρά πέρασα στη ζωή μου. Πολύ ωραία, έκανα δύο παιδιά εξαιρετικά, δόξα τω Θεώ. Που δεν σπούδασα όμως, έλεγα: «Τα δικά μου τα παιδιά θα σπουδάσουν, θέλουν δεν θέλουν. Τελείωσε, θέλουν δεν θέλουν». Και πράγματι, η κόρη ήταν από φύση της του διαβάσματος, πέρασε πρώτη πανεπιστήμιο, υποτροφία. Ο γιος δεν τα αγαπούσε, λίγο σαν κι μένα –η κόρη μάλλον έμοιαζε τον μπαμπά– αλλά εκεί, τον πίεσα, τον πίεζα, τον πίεζα. Και εκείνος σπούδασε, και έχουν τις οικογένειές τους, έχουμε τα εγγονάκια μας τώρα. Η ζωή μας, δόξα τω Θεώ, καλή, ήσυχη, όμορφη. Με παιδικά χρόνια όμορφα, με αναμνήσεις πάρα πολύ ωραίες. Και τώρα ευχόμαστε να είναι γερά τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και όσο έχουμε ζωή, μας έχει ο Θεός ζωή, να περνάμε όμορφα και ωραία.
Ωραία. Είπες ότι ο πατέρας σου ήταν οδηγός.
Ναι, ναι.
Αυτό εσύ πώς το έβλεπες όταν ήσουνα μικρή, δηλαδή πώς σε επηρέαζε;
Το που ήταν οδηγός;
Ναι.
Το χαιρόμουνα. Γιατί ήμασταν –σου είπα πιο μπροστά ότι ο μπαμπάς ήταν σε μία μεγάλη εταιρεία, όπως ήταν η ΜΟΜΑ που έφτιαχνε τους δρόμους στην [Δ.Α.]. Ο μπαμπάς, ήταν ιδιωτική. Ήμασταν ένα χρόνο στο Καρπενήσι, ένα χρόνο στην Καλαμάτα, ένα χρόνο και έξι μήνες Αθήνα –φτιάχνανε δρόμους. Κομοτηνή, Βόλο. Γι’ αυτό σου λέω. Και ήμασταν μες στη χαρά εμείς, σαν παιδιά. Γυρνούσαμε από τόπο σε τόπο, καινούριοι φίλοι, καινούρια πράγματα, πολύ ωραία. Όταν πια ήρθα στο σχολείο, τότε δεν ήταν πολλοί οδηγοί, δεν υπήρχαν. Δηλαδή το να είσαι σοφέρ ήταν ένα καλό επάγγελμα. Και σίγουρα λεφτά. Δηλαδή η ζωή μας ήτανε πολύ καλή, δεν ήμασταν ούτε φτωχοί ούτε και πλούσιοι. Γιατί βλέπαμε μπαμπάδες στο σχολείο, που ήτανε… οι άνθρωποι δεν είχαν και δουλειές. Συμμαθήτριες που είχα και συμμαθητές, που δεν είχαν οι άνθρωποι την άνεση. Εμείς ζούσαμε καλά, φορτηγατζής μετά ο παππούς –ο μπαμπάς μου–, μετά ταξιτζής. Δηλαδή είχε δικό του αυτοκίνητο, οπότε ήταν μια χαρά. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Χαιρόμουνα κιόλας, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν –μόνο με ταξί κυκλοφορούσες– δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Στη γειτονιά δύο ήταν οι οδηγοί, ο μπαμπάς μου και ο κυρ Γιώργος δίπλα. Ναι. Οπότε εμείς, και με το φορτηγό κάναμε τις βόλτες μας, όπου θέλαμε πηγαίναμε, δεν ήμασταν... Υπήρχανε άτομα, εκείνα τα χρόνια, που τη Θεσσαλονίκη δεν την ξέρανε. Ενώ εμείς, ο μπαμπάς μου, έλεγα: «Πού θα πας μπαμπά;» «Αύριο φεύγω, πάω στο Πέπλο του Έβρου». «Να ’ρθω;» «Άντε, έλα», μου έλεγε. Επειδή μιλούσα και πολύ, με ήθελε για παρέα. Μου ’λεγε: «Λίτσα, θα πάω Λάρισα, θα [00:20:00]’ρθεις;» «Θα ’ρθω μπαμπά». Άντε! Λάρισα μαζί του. Έτσι μάθαμε και ήταν ευχάριστη η δουλειά του μπαμπά, τη βλέπαμε ευχάριστη.
Ποια ήταν η αγαπημένη σου ανάμνηση από βόλτα με τον μπαμπά τότε;
Με τον μπαμπά; Να σου πω. Πήγαμε στο Πέπλο –καπνά είχαμε πάει; Καρπούζια; Δεν θυμάμαι. Και στον γυρισμό με πήρε γυαλιά, εκείνα τα πλαστικά τα γυαλάκια. Εν τω μεταξύ, από κει φόρτωσε κάτι σακιά, μάλλον τα καπνά θα ήταν –δεν θυμάμαι κιόλας, παιδί ήμουν εγώ– να τα πάμε τώρα στο χωριό, θα πήγαινε ο μπαμπάς να τα αφήσει. Είχανε ονόματα αυτά επάνω και σε κάθε σπίτι άφηνε, ας πούμε, τα σακιά. Έβαλα εγώ τα γυαλιά πριν μπω μες στο χωριό, αλλά –εκείνο το θυμάμαι– μου λέει: «Λίτσα, τώρα γιατί έβαλες τα γυαλιά; Για να σε δουν ότι έχεις γυαλιά;» Και εγώ προσβάλθηκα. Ντράπηκα. Δηλαδή, παρόλο που ήμουνα πολύ μικρή, σχολείο δεν πήγαινα, ντράπηκα. Και ήρθα και το είπα στη μαμά και μετά η μαμά λέει: «Καλά, τι το είπες το παιδί;» λέει. Αχ, ντράπηκα. Ήθελα να βάλω τα γυαλιά και δεν τα ’βαζα για να μην με πει τίποτα. Εκείνος τώρα με πέρασε για μωρό, αλλά και τα μωρά ακόμη προσβάλλονται τελικά. Ναι, αυτό το θυμάμαι. Αλλά θυμάμαι, ό,τι ζητούσα, το ήθελα: «Μπαμπά, θα με πάρεις παγωτό από δω;» «Περίμενε, θα φτάσουμε στην Αλεξανδρούπολη, θα σε πάρω παγωτό». «Μπαμπά, θέλω αυτό». «Περίμενε, στο Σουφλί θα πάρουμε λουκάνικα», μου ’λεγε. Και είχα μάθει τα πάντα, πού είχε καλό λουκάνικο, πού είχε καλό παγωτό, τυρόπιτα καλή, όταν πηγαίναμε Ασπροβάλτα έπρεπε να με πάρει μπουγάτσα… Ωραία, ωραίες αναμνήσεις, πολύ ωραίες αναμνήσεις.
Και μετά, όταν πήγαινες σχολείο, πού εγκατασταθήκατε τελικά; Μείνατε κάπου σταθερά;
Ναι, μετά Καβάλα, τελείωσε. Χτίσανε το σπίτι εδώ, χτίσαν το σπίτι ο μπαμπάς και μείναμε Καβάλα. Εδώ έβγαλα το σχολείο, στην Καβάλα.
Και είπες ότι έβγαλες μέχρι Γυμνάσιο μόνο.
Ναι, ναι.
Αυτό γιατί;
Γιατί δεν αγαπούσα τα γράμματα. Και να σου πω και κάτι; Να στο πω και αυτό. Γυμνάσιο. Έβγαλα το Δημοτικό, ωραία. Δίναν στο Γυμνάσιο, τότε δίναμε –κατατακτήριες λεγότανε; Ναι. Και γράφω Ιστορία –όχι, Γεωγραφία– τρία. Εγώ τώρα, που ήξερα όλη την Ελλάδα, μπέρδεψα την Μεσσηνία με την –η Μεσσηνία είναι η Καλαμάτα– με την Μαγνησία. Μπέρδεψα την Πιερία, πώς… Μπέρδευα... Δεν είχα το μυαλό, να τα βάλω καλά στο μυαλό. Τέτοια λάθη. Και η Γυμνασιάρχης, που γνώριζε τον μπαμπά: «Βρε Κώστα –του λέει– μα να μπερδεύει τις πόλεις, τους νομούς;», λέει. «Δεν πειράζει –λέει– θα ξαναδώσει». Και θύμωσα και δεν έδωσα. Δεν έδωσα. Και πήγα μοδιστρική μετά. Αλλά εγώ, επειδή ήμουνα ζιζάνιο, δεν μπορούσα και πολύ να κάθομαι, και έπιασα δουλειά. Τότε δουλεύαμε από μικρά παιδιά, δεν ήταν αυτό… Δώδεκα χρονών δουλεύαμε και βάζαμε ένσημα. Και μετά, πώς μου ήρθε και πήγα νυχτερινό. Έτσι τελείωσα, το νυχτερινό. Αλλά δεν πρόλαβα. Αρραβωνιάστηκα μετά και δεν πρόλαβα να τελειώσω το Λύκειο. Ειδάλλως θα το τελείωνα και το Λύκειο.
Δηλαδή σε τι ηλικία αρραβωνιάστηκες;
Δεκαοχτώ.
Πες μου για τον αρραβώνα σου.
Ε, κοίτα, στα δικά μας τα χρόνια ήτανε άλλα. Ίσως ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, επειδή περάσανε και όλα αυτά, που κλεφτήκανε και αυτά, όταν τους είπα για τον άντρα μου –παρόλο που ο άντρας μου είναι Πελοποννήσιος και ήτανε φαντάρος εδώ, Έφεδρος Αξιωματικός ήτανε– ναι, και τους είπα ότι γνώρισα ένα παιδί και τα λοιπά, δεν φέραν καμία αντίρρηση οι άνθρωποι. Τον γνωρίσανε κιόλα, ήταν πολύ καλό παιδί –και είναι καλό παιδί– και καμιά... Και αρραβωνιαστήκαμε, καθίσαμε δύο χρόνια αρραβωνιασμένοι, τρία, και μετά παντρευτήκαμε.
Και είπες ότι ήταν αστυνομικός ο σύζυγός σου;
Ε όχι, αστυνομικός έγινε μετά. Ήταν Έφεδρος Αξιωματικός στον Στρατό. Μετά παντρευτήκαμε και μετά, σαν παντρεμένοι, έδωσε Αστυνομία και πέρασε. Ήταν άλλα τα χρόνια τότε. Έδωσε Αστυνομία, πέρασε και εγκατασταθήκαμε Αθήνα μετά.
[00:25:00]Και εσύ τότε τι έκανες, αφότου δεν τελείωσες το Λύκειο;
Εγώ γυρνούσα ήδη, ήμουνα… Επειδή ήτανε, σου είπα, από την Πελοπόννησο, εκείνος πήγε κάτω. Ε, πήγαινα εγώ στην πεθερά, δύο-τρία χρόνια έτσι την έβγαλα. Μετά έκανα παιδιά, τίποτα, ούτε δουλειά… Άλλα χρόνια εκείνα, δεν ήμασταν να δουλέψεις. Μα δεν μπορούσα εγώ και να δουλέψω, γιατί εγώ μόλις πήγαινα κάτω ήθελα τη μαμά μου, ανέβαινα επάνω. Μόλις ερχόμουνα εδώ: «Αχ θέλω τον Αντώνη», κατέβαινα κάτω. Και γυρνάει κι έλεγε η μαμά μου: «Θα κάνουμε πλούσια την Ολυμπιακή –λέει–, ή πας κάτω και κάθεσαι, ή έρχεσαι εδώ και κάθεσαι. Δεν γίνεται!» Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια.
Αλλά οι γονείς σου ήτανε δεκτικοί γενικά, δεν ήτανε…
Ναι, ναι. Και οι δικοί μου και οι δικοί του, ήτανε το κάτι άλλο. Δεν ήταν αυτά τα παλιά τα χρόνια, τα… Και με βοήθεια. Βοηθούσανε και οι από δω και οι από κει, σαν… Το ξεκίνημά μας, πολλή βοήθεια, πολλή βοήθεια.
Θυμάσαι τον γάμο σου να μου τον περιγράψεις;
Τον γάμο μου... Να σου πω. Σου είπα, αρραβωνιασμένοι, πήραμε τα έπιπλα από την Αθήνα –στον Πειραιά μέναμε τότε– πήραμε τα έπιπλα. Μόλις τα πήραμε τα έπιπλα, θυμάμαι η θεία μου από την Γερμανία με είχε στείλει και έγχρωμη τηλεόραση –τότε δεν υπήρχαν ακόμη έγχρωμες τηλεοράσεις. Την ημέρα που έρχεται, την εκτελωνίσαμε την τηλεόραση, γίνεται ο μεγάλος σεισμός στην Αθήνα. Και το μόνο που ήθελα να πάρω από το σπίτι εκείνη την ημέρα –ενώ όλα καινούρια ήτανε– ήθελα να πάρω την τηλεόραση. Ναι, την τηλεόραση. Τόσα πράγματα… Σηκωθήκαμε και φύγαμε. Εγώ όμως δεν την ήθελα την Αθήνα με τίποτα. Τη φοβόμουνα, είχα φοβηθεί. Μιλάμε, ζούσαμε στον τέταρτο όροφο και τέτοιο κούνημα –δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου εγώ σεισμό, εδώ η Καβάλα δεν είχε σεισμούς– και είχα φοβηθεί πάρα πολύ. Κοιμόμασταν έξω όλοι. Κάναμε οι γειτονιές φωτιές και αυτά, και κανένας δεν κοιμόταν στο σπίτι. Και η μαμά μου ετοιμάζαν τον γάμο, γιατί εγώ ήθελα Πάσχα να παντρευτώ και έλεγα: «Πάσχα θα παντρευτώ». Ετοιμάζουν τον γάμο. Με παίρνει η μαμά μου τηλέφωνο, μου λέει: «Λίτσα, δεν θα ’ρθεις;» «Όχι –λέω–, θα ’ρθω για τον γάμο». Και ήρθαμε, Μεγάλη Εβδομάδα ήρθα στην Καβάλα, και από πίσω ήρθαν και όλοι οι συγγενείς του συζύγου, και κάναμε, πράγματι, το ’81, το Πάσχα, κάναμε τον γάμο. Αλλά γλεντούσαμε μία εβδομάδα. Εδώ ήταν εξοχικό το σπίτι, με αυλές και με τέτοια. Και η νηστεία ήταν μέχρι και το Σάββατο. Από το Σάββατο –γιατί παντρεύτηκα, δεύτερη μέρα γίνονται οι γάμοι του Πάσχα– και μία εβδομάδα μετά, είχαμε όλο κατσίκια και αρνιά. Και περάσαμε πολύ ωραία, πολύ ωραία. Όλοι δηλαδή, και οι ξένοι που ήρθαν. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν ούτε ξενοδοχεία ούτε τίποτα, τους φιλοξενούμενους τους είχαμε στη γειτονιά. Ας πούμε εγώ πήγα στη γειτόνισσα, ο Αντώνης πήγε στην άλλη γειτόνισσα, δηλαδή βολευόμασταν… η γειτονιά ήμασταν, σαν μία οικογένεια ήμασταν. Και είχαν καθίσει μία εβδομάδα για τον γάμο και περάσαμε… Και οι κουμπάροι από τη Σπάρτη –Σπαρτιάτες ήταν και αυτοί– και εκείνοι μαζί μας, είχαμε περάσει πάρα πολύ ωραία. Ο γάμος μου ήταν αξέχαστος. Και μετά… τότε γινόταν τα γλέντια την παραμονή του γάμου. Δεν γινότανε –πώς γίνεται η στέψη και τώρα πας στο κέντρο και τα λοιπά. Εμείς πήγαμε στο κέντρο την παραμονή, γλεντήσαμε, την άλλη μέρα έγινε ο γάμος και βγήκε η νεολαία μετά για ποτό, έτσι γινότανε. Γιατί, συνήθως, το ζευγάρι έφευγε για γαμήλιο ταξίδι, για αυτό κάνανε από την παραμονή το γλέντι. Αλλά εμείς το γλέντι το κάναμε, αλλά δεν φύγαμε γαμήλιο ταξίδι, γιατί… αφού είχαμε κόσμο. Οπότε φύγαμε όλοι μαζί αεροπορικώς μετά για Αθήνα. Αυτό ήτανε.
Το γαμήλιο ταξίδι ήτανε η Αθήνα.
Η Αθήνα, ναι. Και μετά από… Πόσα χρόνια ήτανε; Τριάντα χρόνια –τριάντα θα ’ταν. Ή είκοσι πέντε χρόνια; Θα σε γελάσω εδώ… Πήγαμε μόνοι μας, κάναμε γαμήλιο ταξίδι και έλεγε ο σύζυγος: «Τώρα ήρθαμε γαμήλιο ταξίδι». Γιατί αμέσως κάναμε παιδιά, να μεγαλώσουν, τρέχαμε από δω, από εκεί. Εν τω μεταξύ, επειδή είμαστε και από μακρινές αποστάσεις, η άδεια ήτανε ή θα πάμε στους… Γιατί δεν ήμασταν σε ένα μέρος, όταν ήμασταν Κομοτηνή πηγαίναμε έναν μήνα Πελοπόννησο, μια βδομάδα Καβάλα, κοντά, ερχόμασταν πιο τακτικά. Αυτά ήτανε τα ταξίδια μας. Αλλά όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και μπήκαν πανεπιστήμια [00:30:00]και δεν μας χρειαζόταν άλλο και τα λοιπά, λέει: «Δεν πάμε;» λέει. Και πήγαμε Σαντορίνη. Εκείνο το θεωρώ σαν γαμήλιο ταξίδι μετά από τριάντα χρόνια. Αλλά περάσαμε ωραία και εκεί. Ωραία ήταν.
Θέλω να μου πεις λίγα ακόμα για τον σεισμό στην Αθήνα που είπες ότι βιώσατε.
Ναι.
Πώς ήταν; Τι έγινε ακριβώς;
Τι έγινε ακριβώς;
Εσύ πώς το βίωσες.
Θυμάμαι ότι είχε έρθει η κουνιάδα μου από κάτω και τρεις μέρες γλεντούσαμε. Και φύγανε εκείνη την ημέρα που έγινε ο σεισμός. Αλλά εμείς ήμασταν τόσο κουρασμένοι, και ήταν έξι η ώρα; Εφτά; Ξαπλώσαμε για να κοιμηθούμε, ήμασταν ξενύχτηδες. Και ακούω ένα «μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ», να πέφτουν τα κρύσταλλα, να πέφτουν, δηλαδή… Αφού το κρεβάτι σήκωνε το χαλί. Γιατί Γενάρης ήτανε, τον Γενάρη είχε γίνει ο σεισμός. Σήκωνε το χαλί και ακουμπούσε το κρεβάτι με την τουαλέτα της κρεβατοκάμαρας. Κολόνιες, ό,τι είχα πέφτανε... Και οι γωνίες πήγαιναν έτσι. Και ο άντρας μου δεν το πήρε είδηση. Τι βαθύ ύπνο είχε! Να πάω να τον πιάνω έτσι, και να του λέω: «Αντώνη, σεισμός». Ξυπνάει για μια δόση –τρόμαξε κιόλας. Να ακούμε ουρλιαχτά στην πολυκατοικία, μικρά παιδιά και αυτά. Και εγκλωβίστηκαν και μέσα στο ασανσέρ. Ήταν κάτι το τρομερό. Από τότε έχω πάθει φοβία. Ενώ εγώ έχω κάνει του κόσμου τα ταξίδια με αεροπλάνα, με πλοία, δεν έμπαινα, και δεν μπαίνω από τότε, ούτε σε αεροπλάνο, ούτε σε πλοίο, ούτε και σε αυτοκίνητο ήθελα να μπω. Όπου ήθελα να πάω, ήθελα να πάω περπατώντας, τέτοια φοβία είχα πάθει. Τώρα σιγά σιγά, με τα χρόνια, λίγο με φεύγει. Σ’ αεροπλάνο ακόμη δεν μπήκα. Σε καράβι πήγα. Στην Θάσο. Δηλαδή ο γιος μου, τώρα, που είναι στην Κω, μου λέει: «Είσαι μοναδική μάνα που δεν ήρθες». Αλλά εγώ φοβάμαι να πάω, με τι να πάω; Με αεροπλάνο ή με καράβι; Είναι μεγάλο το ταξίδι και δεν αποφασίζω. Καθίσαμε ένα μήνα έξω, μες στο κρύο με φωτιές και με αυτά. Ένα μήνα. Και στο τέλος, μου λέει ο σύζυγος, λέει: «Πάμε να πάρουμε δυο πράγματα;» Και πάμε να πάρουμε αυτά τα δύο πράγματα μετά από μία βδομάδα, δέκα μέρες –πόσες ήτανε– και μας πιάνει ο δεύτερος σεισμός μέσα. Ε, ξαναμπαίνω εγώ σε αυτό το σπίτι; Για αυτό σου λέω, ήταν άσχημη εμπειρία, πολύ άσχημη.
Τι κάνατε αυτό τον ένα μήνα δηλαδή… τη μία εβδομάδα που ήσασταν έξω;
Κοίτα, το πρωί, που ήτανε μέρα, μπαίναμε, κάναμε, παίρναμε ό,τι θέλαμε και φεύγαμε. Μετά πήγαμε σε μια θεία του συζύγου, που είχε μία μονοκατοικία και με αυλές και με τέτοια, και την έβγαζα εγώ εκεί. Αλλά πόσο θα μείνεις σε ξένο σπίτι; Έλεγε η γυναίκα: «Καθίστε», αλλά πώς να καθίσεις; Και πόσο να καθίσεις; Δηλαδή ήταν πολύ δύσκολα. Εγώ μετά σηκώθηκα και ήρθα, ήρθα Καβάλα. Πόσο να καθίσω Καβάλα; Κάθισα μια βδομάδα. Ξαναπάω… Να, εκεί, έτσι τη βγάζαμε. Στη θεία, με τις αυλές και με τη γειτονιά. Κανένας δεν έμπαινε στο σπίτι, ήτανε πολύ άσχημα τότε ο σεισμός. Θυμάμαι στο Περιστέρι είχαν πέσει σπίτια, είχανε… Όπως και έγινε μετά, που είχε -μετά από πολλά χρόνια βέβαια– το εργοστάσιο τότε της… στην Αθήνα; Πώς λεγόταν αυτό το εργοστάσιο που είχε πέσει και είχανε σκοτωθεί πολλοί άνθρωποι;
Δεν το ξέρω.
Δεν το ξέρεις. Δεν το θυμάμαι ακριβώς, μην το πω και το πω λάθος. Της Γρεκομέξ; Κάπως έτσι λεγόταν το εργοστάσιο. Και τότε δηλαδή, μετά από κείνο, το ’81, το ’97 ήταν; Το ’98 ήταν; Το ’96 ήταν; Που έγινε πάλι ένας μεγάλος σεισμός στην Αθήνα, κι εκείνος ήτανε φρικιαστικός. Γιατί-
Ήσουνα εκεί και σ’ αυτόν;
Όχι, ήμουνα εδώ, αλλά έτυχε να πάμε Αθήνα –μετά τον σεισμό– να πάμε Αθήνα και να βλέπεις τα σπίτια να είναι κομμένα. Περάσαμε από Νέα Ιωνία και ήταν κομμένα τα σπίτια και έβλεπες τις τουαλέτες και τα αυτά. Ήταν φοβερό. Ο σεισμός είναι φοβερό πράγμα.
Υπήρχε καμία πρόνοια από το Κράτος τότε που εσείς ήσασταν στην Αθήνα και έγινε ο σεισμός; Δηλαδή είχατε καθόλου βοήθεια;
Από το… Όχι, καλέ. Τι βοήθεια, κι εσύ; Τι βοήθεια να έχουμε; Τι, και το Κράτος τι ήτανε νομίζεις τότε; Δεν υπήρχαν αυτά, δεν υπήρχε και η ενημέρωση πολύ, και…
Δεν είχατε μάθει ότι έρχεται ο σεισμός;
Όχι, γιατί τώρα, σήμερα, έγινε σεισμός στην Κρήτη –όχι σήμερα, χθες που έγινε ο σεισμός. Δεν τα λένε αυτά, απλώς όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός λέγανε: «Μην μπείτε στα σπίτια, θα περάσουν [00:35:00]να τα δουν μηχανικοί», και τα λοιπά. Περάσαν; Δεν περάσανε; Ούτε ξέρω, να σου πω την αλήθεια. Εγώ σε εκείνο το σπίτι δεν κάθισα πολύ. Δεν κάθισα. Μετά έψαχνα ή ισόγειο ή πρώτο όροφο. Ναι, φοβόμουν τα ψηλά. Και μου λέγανε: «Αν είσαι στον τελευταίο πιο καλά θα σε βρούνε, παρά στον πρώτο». Αλλά εγώ έλεγα: «Να είμαι στο ισόγειο να πεταχτώ». Είναι άσχημο πράγμα η φοβία. Δηλαδή το να φοβάσαι. Δεν ευχαριστιέσαι τίποτα. Ούτε εκδρομές ευχαριστιέσαι, ούτε τίποτα. Δηλαδή σε μπαίνει αυτός ο φόβος μέσα και μετά το μυαλό σου είναι μόνο στο κακό. Δεν είναι καλό αυτό.
Θυμάσαι καθόλου την πολιτική κατάσταση τότε; Καλά, παιδικά χρόνια βίωσες και Χούντα, την έπιασες για τα καλά. Τη θυμάσαι καθόλου;
Θυμάμαι, ναι. Παιδιά ήμασταν, δεν καταλαβαίναμε. Δεν καταλαβαίναμε και τι θα πει Χούντα. Θυμάμαι όμως, ένας ξάδερφός μου, τότε με τα επεισόδια… Τότε με τα επεισόδια, ένας ξάδερφός μου είχε έρθει από Αθήνα, μας χτύπησε την πόρτα και έλεγε: «Είμαι ο Κώστας, είμαι ο Κώστας». Άνοιξε η μαμά μου –γιατί ο μπαμπάς μου, με τα φορτηγά κι αυτά, δεν ήταν στο σπίτι. Αλλά δεν είχε και φόβο, αυτά που γίνονται –δεν υπήρχαν αλλοδαποί και αυτά, να φοβάσαι– τα κλειδιά τα είχαμε κάτω από το πατάκι, δεν φοβόμασταν. Λέει: «Παιδί μου, τέτοια ώρα, εσύ από πού;» Λέει: «Ήρθαμε, άσε, γίνονται επεισόδια –λέει– στην Αθήνα, στο Πολυτεχνείο», αυτός σπούδαζε σκηνοθέτης, στο Πολυτεχνείο ήταν. Τα ακούγαμε εμείς σαν παραμύθι, παιδιά ήμασταν. Δεν πολυθυμάμαι, δηλαδή, πράγματα. Θυμάμαι, όμως, ότι έξω από το σπίτι –τώρα, το ’67 να ’τανε; Πολύ παιδιά ήμασταν. Στη θεία μου, δίπλα, δεν μπορούσαμε να πάμε, γιατί φυλούσαν φαντάροι. Όλη την πόλη. Σκοπιές. Και δίπλα, στη θεία την Διονυσία, δεν μπορούσαμε να πάμε το βράδυ, μόλις νύχτωνε. Δεν μας άφηνε ο φαντάρος. Αυτά θυμάμαι, έτσι, σαν…
Άμα έβγαινες, δηλαδή, τι γινόταν;
Ποιος ξέρει; Ήμασταν πολύ παιδιά, δεν θυμάμαι.
Μετά από αυτό θυμάσαι κάποια διαφορά; Όταν έπεσε;
Η Χούντα; Τίποτα δεν θυμάμαι. Ζούσα, ίσως, και στον κόσμο μου. Τίποτα. Θυμάμαι, όταν παντρεύτηκα και με ρωτάει η πεθερά μου: «Εσείς» –γινόταν εκλογές τότε… Καταρχήν, εγώ ψήφισα πολύ μεγάλη, γιατί παντρεύτηκα μικρή και έφυγα, όπως σου είπα. Δεν είχα πάρει τα πολιτικά μου, τα είχα αφήσει εδώ στην Καβάλα, δεν είχα ψηφίσει, δεν ήξερα. Μες στο σπίτι ποτέ δεν μιλούσαν για πολιτικά και τέτοια. Και με ρωτάει η πεθερά μου: «Λίτσα εσείς τι είσαστε;» Και τη λέω: «Πόντιοι». Και η γυναίκα, πού να ξέρει τους Πόντιους τώρα, απ’ τη Πελοπόννησο, μου λέει: «Είναι κόμμα αυτό;» Λέω: «Τι κόμμα;» Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Ποντιακή… Λέω: «Πόντιοι». Λέει: «Καλέ όχι, ρωτάω τι κόμμα είστε, τι ψηφίζετε». «Α, δεν ξέρω». Παίρνω τη μαμά μου τηλέφωνο: «Μαμά, τι ψηφίζουμε;» Η μαμά μου –ποτέ δεν μιλούσαν για πολιτικά– και μου λέει η μαμά: «Τι χαζά είναι αυτά τώρα που με ρωτάς; Τι βλακείες είναι αυτές; Τι “τι είμαστε”; Τι σε νοιάζει εσένα τι είμαστε;» Λέω: «Να, με ρωτούσε η πεθερά μου». Λέει: «Μα τι ερωτήσεις είναι αυτές;» Για φαντάσου, ήμασταν είκοσι χρονών παιδιά και δεν ξέραμε τι ήμασταν, τι ψηφίζαν οι γονείς μας, τίποτα. Μεγαλώνοντας… Δηλαδή μεγαλώνοντας καταλάβαμε πράγματα. Το ’81 που βγήκε το ΠΑΣΟΚ… Δεν ξέραμε, ούτε ΠΑΣΟΚ ξέραμε ούτε… δεν είχαμε τέτοια. Πάντως η μαμά μου λέει: «Η ζωή μας είναι η ίδια. Είμαι ογδόντα πέντε χρόνων, τίποτα καλό δεν έχει γίνει στην Ελλάδα. Τίποτα καλό. Μια ζωή, και τους φόρους μας πληρώνουμε, και είμαστε νομότυποι, και είμαστε αυτοί, να μην χρωστάμε, να μην… δεν είδα καμία καλυτέρευση από κανέναν. Κανένας δεν βγήκε να με πει: “Σε γυρίζουμε τόσο Εφορία πίσω”. Πάντα πληρώναμε, πάντα πληρώναμε. Είτε δεξιοί ήταν, είτε αριστεροί, είτε ΠΑΣΟΚ, το ίδιο πράγμα ήταν». Αυτό.
Και –σε πάω πίσω στη ζωή σου– τώρα, είπες ότι για ένα διάστημα παντρευτήκατε, εσύ πηγαινοερχόσουνα, και μετά έκανες παιδιά.
Ναι.
Πώς άλλαξε τη ζωή σου αυτό;
Έγκυος ήμουνα που πηγαινοερχόμουνα. Κόντευα να γεννήσω στα αεροπλάνα. Τίποτα, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί, [00:40:00]νόμιζα ότι μόνο εγώ έγινα μάνα. Κανένας άλλος. Ένιωθα τόσο όμορφα, τόσο υπερήφανη, που δεν ξέρω τι έκανα. Στο δεύτερο παιδί όχι, αισθανόμουν νορμάλ. Αλλά στο πρώτο αισθανόμουνα, τι να σου πω… Νόμιζα μόνο εγώ έγινα μάνα. Ξυπνούσα το πρωί και δεν πίστευα ότι έχω παιδί. Γιατί τρελαίνομαι για παιδιά, όταν σου λέω τρελαίνομαι, τρελαίνομαι. Και για τα παιδιά μου, και για τα εγγόνια, και για όλα τα παιδιά του κόσμου. Αγαπώ πάρα πολύ τα παιδιά –σε αυτό μοιάζω τον μπαμπά μου, έχω υπομονή. Η μαμά μου δεν έχει καθόλου με τα παιδιά. Τα παιδιά τα φοβάται η μαμά μου. Εγώ δεν τα φοβάμαι, τα αγαπάω πάρα πολύ και πιστεύω ότι μπορώ και τα κάνω και καλά. Με ακούνε. Ωραία. Μόνη μου τα μεγάλωσα τα παιδιά. Βοήθεια δεν είχα από κανέναν, μόνη μου και ήμασταν μία δεμένη οικογένεια, γιατί οι τέσσερίς μας. Ο άντρας μου δούλευε, μια πρωί, μια βράδυ, μια αυτά… Παρόλο που ήμουνα και μικρή, δόξα τω Θεώ, μια χαρά.
Στις μετακινήσεις του άντρα σου;
Όλοι μαζί.
Όλοι μαζί.
Όλοι μαζί. Σε ένα βράδυ, ένα τριάρι σπίτι το φτιάχναμε. Μιλάμε, να δέσεις τα… –δεν είναι κι εύκολο. Αλλά είχαμε τα νιάτα. Τα κρύσταλλα, ένα ένα, ένα ένα, κούτες, αυτά, να ’ρθει το φορτηγό, μετά να καθαρίσω το σπίτι. Μου λέγαν οι σπιτονοικοκυρές: «Λίτσα άστο, θα το καθαρίσουμε εμείς». «Όχι, δεν θα αφήσω τη βρώμα μου», τους έλεγα. Να καθαρίσω το σπίτι, και το φορτηγό το προλαβαίναμε στη Λάρισα, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Γιατί καθυστερούσαμε, εγώ έπρεπε να καθαρίσω, να τακτοποιήσω τα παιδιά στο αυτοκίνητο, τι θα φάνε –ολόκληρο ταξίδι ήταν αυτά. Οι μετακομίσεις μας ήταν υπερατλαντικές. Αλλά είχαμε τα νιάτα, δεν μας πείραζε. Δεν μας πείραζε που πηγαίναμε στο άγνωστο. Να φανταστείς, ξεκινήσαμε από Αθήνα, μας ήρθε η μετάθεση σε… Γυρίσαμε από διακοπές και μας ήρθε μετάθεση και σε δύο μέρες έπρεπε να βρούμε σπίτι, πού τώρα; Στη Νέα Σάντα Ροδόπης. Από Αθήνα. Ούτε ξέραμε πού θα… Κοιτάγαμε στον χάρτη, λέμε: «Α, εκεί!» Εκείνη τη χρονιά, πεντακόσια άτομα πήγαμε Ροδόπη. Βρήκαμε το φορτηγό, το κάναμε, σε μια μέρα σου λέω, φορτώσαμε, φύγαμε και πήγαμε επάνω. Και μας άρεσε. Και τα παιδιά μου, όμως, μάθανε σαν κι εμάς. Γιατί κι εμείς έτσι μεγαλώσαμε με τον αδερφό μου, από δω και από κει, και τα παιδιά μου το ίδιο. Και όταν χτίσαμε το σπίτι εδώ, στην Καβάλα πια, και ήρθαμε για μόνιμα, λένε τα παιδιά: «Ε, τώρα συνέχεια εδώ;» Δεν τους άρεσε. «Τι καλά που ήμασταν! Δύο χρόνια εκεί, ένα χρόνο εκεί, ένα χρόνο εκεί». Αλλάζεις εικόνες, μαθαίνεις ανθρώπους. Παντού έχουμε φίλους –αυτό είναι το κυριότερο– σε κάθε νομό έχουμε και φίλους, το κυριότερο. Είναι ωραίο πράγμα.
Ποιο ήταν το αγαπημένο σου μέρος από όσα μετατέθηκε ο άντρας σου και μετακομίσατε οικογενειακά;
Το πιο ωραίο μέρος; Όλα τα μέρη, εκτός από την Αθήνα. Εκτός από Αθήνα, γιατί την Αθήνα –που περάσαμε θαυμάσια– αλλά είχα τον φόβο του σεισμού, ήταν πολύ νωπός ο σεισμός. Αλλά, γυρνούσαμε… Και στη Νέα Σάντα πέρασα ωραία, και στα Άβδηρα πέρασα ωραία, και στην Πελοπόννησο που πήγαμε πέρασα ωραία. Ωραία, πολύ ωραία. Ίσως πιο ωραία από όλα –γιατί και τα παιδιά ήταν σε μία ηλικία πολύ καλή, ήταν στο Δημοτικό– περάσαμε στα Άβδηρα. Εκεί ήταν φανταστικά. Κάθε βράδυ έξω, τα καλοκαίρια, θάλασσα κοντά μας –γιατί είμαστε και οι δυο θαλασσινοί και αγαπάμε τη θάλασσα. Ίσως εκεί γιατί είχαν μεγαλώσει τα παιδιά και δεν είχα, ξέρεις, αυτό το… το μωρό, να πάρεις το γάλα, και το ένα, και το άλλο. Ήταν παιδιά του Δημοτικού, οπότε εκεί, πιστεύω, ήταν τα καλύτερά μας χρόνια. Και ότι οι Ξανθιώτες είναι πάρα πολύ γλεντζέδες. Μα πάρα πολύ γλεντζέδες. Απόκριες, εκεί έχουμε πολύ ωραίες αναμνήσεις. Δηλαδή όλο τον χρόνο. Τις Απόκριες, ο χορός της Γυναίκας –που γινόταν η γιορτή της Γυναίκας–, χοροί και αυτά, κάθε χωριό είχε και τον χορό του και αυτά… πηγαίναμε. Περάσαμε –πέντε χρόνια στα Άβδηρα– περάσαμε πάρα πολύ ωραία.
Η αγαπημένη σου ανάμνηση, συγκεκριμένη, ποια είναι από αυτά τα χρόνια;
Κοίτα, κάθε τόπος, έχεις και τις δικές σου αναμνήσεις. Θυμάμαι, στην Νέα Σάντα, όταν ήμασταν το Πάσχα, με τα κατσίκια που κάναμε, και μαζευόμασταν όλοι οι συνάδελφοι και περνούσαμε υπέροχα. Σε κάθε τόπο… Μετά στην Ξάνθη, στα Άβδηρα, κι εκεί [00:45:00]ήμασταν πολύ αγαπημένοι, σαν συνάδελφοι, ήμασταν σαν μία οικογένεια, παντού. Εκεί, Πρωτομαγιές με τα παιδιά μας. Και τα παιδιά μας των συναδέλφων είναι ακόμη φίλοι, κουμπαρέψανε, φτιάξαν δηλαδή… Γνωρίσαμε ανθρώπους που δεθήκαμε –δεν ήταν, απλώς, γυρνούσαμε– δεθήκαμε, γίναμε οικογένεια. Κουμπαρέψαμε, οι φιλίες υπάρχουν ακόμη. Δηλαδή έρχονται, θα πάμε. Και στην Αθήνα ακόμη το ίδιο. Δηλαδή όπου περάσαμε, περάσαμε πάρα πολύ ωραία και έχουμε ωραίες αναμνήσεις και παραμένουμε ακόμη να είμαστε –όσο πάνε τα πόδια μας, και είμαστε ακόμη σε ηλικία– να βρισκόμαστε. Στους γάμους των παιδιών μας, δηλαδή συναντιόμαστε. Ήταν ωραία τα χρόνια, πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία τα χρόνια.
Και γενικά, είχατε αντιμετωπίσει ποτέ θέματα κάπου, με τη δουλειά ή εσύ με την προσαρμογή σου-
Όχι.
Σε αυτά τα ταξίδια;
Όχι. Εγώ είμαι και άτομο που αμέσως θα κάνω φίλους. Στην Αθήνα, εύκολα τα σπίτια δεν ανοίγουνε.
Ναι.
Αυτό το ξέρουμε. Ίσως… Αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν διαφορετικά, τώρα. Ίσως και εγώ να ήμουνα διαφορετική; Δεν ξέρω αν ήμουνα. Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει. Αλλά θυμάμαι, περνούσα: «Καλημέρα», την καλημέρα με το ζόρι θα την έλεγαν. «Καλά, μένετε εδώ, στην πολυκατοικία;» «Ναι». «Καλέ, ελάτε να πιούμε έναν καφέ». «Ε, να...» «Καλέ, ελάτε τώρα!» έλεγα. Έτσι, επειδή ήμουν... Ίσως η επαρχία, οι επαρχιώτες, εμείς, να μην είμαστε τόσο πονηροί και τόσο… Να είμαστε πιο απλοί άνθρωποι, να μη σκεφτόμαστε τόσο πονηρά, να μας έκανε… Και έτσι, έτσι, έτσι, όλοι της ηλικίας μου, τότε, τους μάζευα για καφέ. Και εγώ δεν μου αρέσει να πηγαίνω. Μου αρέσει στον χώρο μου, γιατί καπνίζω κιόλας, και θέλω… να μην πάω και στον άλλον και δυσανασχετήσει με τον καπνό. Τους έλεγα: «Ελάτε, ελάτε», και έτσι είχα... Δηλαδή, μπορεί να είχα τους γονείς και τα πεθερικά μακριά, αλλά είχα φίλους, είχα αποκτήσει φίλους. Μέσα από την πολυκατοικία, στην ηλικία μου, τις κοπέλες. Και τώρα που πάω Αθήνα. Δηλαδή, έτσι γίνονται οι φιλίες και παραμένουν. Και πέρασα πάρα πολύ ωραία.
Τώρα που είπες για το τσιγάρο…
Ναι.
Για μια γυναίκα της εποχής σου ήτανε ταμπού να καπνίζει;
Ε, βέβαια. Εγώ τα τσιγάρα τα έκρυβα, τα έκρυβα, πού να… Τσιγάρο, πού; Μπροστά στους γονείς; Ή σε θείους και σε… Με τίποτα.
Πώς το ξεκίνησες;
Το τσιγάρο; Και εκείνη την εποχή δεν καπνίζανε και πολλοί –κοπέλες, δηλαδή, πολλές. Κάνα-δυο ζωηρούλες, έτσι, σαν εμένα κι εμένα. Μαγκιά τώρα. Ενώ τα παιδιά μου, ευτυχώς, είναι κατά του τσιγάρου. Αφού, όταν φεύγαμε από το σπίτι –γιατί συνέχεια είχαμε καυγάδες. «Ω, το τσιγάρο». Χειμώνα η πόρτα δεν κλείνει ποτέ, πάντα είναι ανοιχτή, χειμώνα-καλοκαίρι, και μόλις φεύγανε λέγαμε: «Ωχ, επιτέλους φύγανε, να καπνίσουμε με την ησυχία μας». Γιατί συνέχεια είχαμε καυγάδες με τα παιδιά, με το τσιγάρο. Και έτσι ξεκινήσαμε το τσιγάρο από το Γυμνάσιο, να σου πω. Πού να μάθει η μαμά; Το κρύβαμε στις αποθήκες, τα πακέτα. Και καμιά φορά τα κρύβαμε και έξω, στα ντουβαράκια, και όταν έπιανε η βροχή, τα έπαιρνε η βροχή, πάει, τα χάναμε. Κάπως έτσι.
Και στο Γυμνάσιο –επειδή το Γυμνάσιο δεν το πιάσαμε, τώρα που το είπες– απ’ το Γυμνάσιο τι αναμνήσεις έχεις;
Πήγα και λίγο μεγαλούτσικια, είπαμε, στο Γυμνάσιο. Καλές, καλές αναμνήσεις. Το πρωί δουλειά και το βράδυ Γυμνάσιο.
Τι δουλειά;
Το πρωί δούλευα σε ένα πλυντήριο ρούχων. Χρόνια δούλευα εκεί. Σαν το σπίτι μου ήταν όμως. Παιδί ήμουνα, μυαλό δεν είχα, ανάγκη δεν είχα, γιατί ήθελα να φύγω από το σπίτι. Για να πω τον μπαμπά, να τον πείσω να με αφήσει να πάω στη δουλειά, είχα πιάσει όλες τις γνωστές που δουλεύανε, τις φίλες από τη γειτονιά: «Η τάδε δουλεύει, η τάδε γιατί να μην δουλέψει;» Έλεγε: «Είναι μικρή, δεν χρειάζεται». Μέχρι να τον πείσω, τελικά τον έπεισα και πήγα στη δουλειά. Αλλά στη δουλειά ό,τι ήθελα έκανα. Καλά, ήμουνα το πρώτο χέρι, γιατί είναι και ο χαρακτήρας μου, δεν μπορώ να καθίσω σ’ ένα μέρος, είμαι νευρικιά και πρέπει να τελειώσω. Αλλά ό,τι ήθελα έκανα στη δουλειά. Το εργοστάσιο αυτό –βιοτεχνία ήτανε [00:50:00]μάλλον, δεν ήταν εργοστάσιο, μεγάλο πλυντήριο ρούχων ήτανε, από ξενοδοχεία κι από τέτοια– και ήταν μες στα χωράφια. Σε ένα χωριό κοντά, μες στα χωράφια. Εγώ έκαμνα αυτά που ήταν να φύγουνε, εξαφανιζόμουν στα χωράφια. Μάζευα ραδίκια, μάζευα… Με φωνάζαν: «Πού είσαι;» «Εδώ». «Βρε έλα». «Καλά, θα ’ρθω». Αν με διώξουν, με διώξανε. Αλλά ήμουν τόσο καλό χέρι, πού να με διώξουν; Με τίποτα! Και μετά σχολείο. Και μετά σχολείο. Αλλά το ήθελα το σχολείο. Τάκα-τάκα, και δούλευα και ήμουν και καλή μαθήτρια. Αλλά… Γιατί είχα βάλει μυαλό –αργά εγώ το ’βαλα το μυαλό. Μετά γνώρισα τον άντρα μου, λόγο, αυτά, να ’ρθει. Μετά ήθελα να φεύγω συνέχεια, γιατί είχε πάρει μετάθεση ο σύζυγος, έχει πάει Τρίπολη, και έπρεπε να είμαι εκεί, Πελοπόννησο, κατάλαβες; Γι’ αυτό μετά δεν το τελείωσα. Δεν είχα μυαλό να πω: «Αφού ξεκίνησα, ας το τελειώσω και δεν βαριέσαι». Ήμουν ανήσυχο πνεύμα.
Έχεις μετανιώσει καθόλου που δεν το τελείωσες;
Ναι, πάρα πολύ. Για αυτό σου είπα ότι έλεγα: «Τα παιδιά μου οπωσδήποτε πρέπει να σπουδάσουν». Μπορεί να μην τα προσφέρω ένα σπίτι, κάτι, να τα κάνω, αλλά για μένα η προίκα τους είναι οι σπουδές τους. Είμαι υπέρ των σπουδών, τελείωσε.
Σε τι σε περιόρισε εσένα το ότι δεν τελείωσες-
Τα μυαλά μου. Τίποτα άλλο. Και οικονομική άνεση είχαν οι παππούδες, οι γονείς να με κάνουν. Εγώ, ήμουνα… δεν ήμουνα να καθίσω να διαβάσω. Ό,τι άρπαζα, αυτό ήτανε. Ενώ ο αδερφός μου είναι τελείως διαφορετικός χαρακτήρας. Ήταν ένα ήσυχο παιδί. Δηλαδή γεννηθήκαμε λάθος, έπρεπε εκείνος να γίνει κορίτσι και εγώ αγόρι. Εκείνος ήτανε καλός μαθητής, ήτανε πάντα ήσυχο παιδί. Προσέχει το πώς θα σου μιλήσει, να μην σε προσβάλλει. Πρώτα σκέφτεται και μετά μιλάει. Εγώ πρώτα μιλάω και μετά σκέφτομαι. Το αντίθετο είμαστε.
Είχες μπει σε μπελάδες καθόλου για τον χαρακτήρα σου;
Όχι, γιατί ήμουν αγαπητή. Δεν μου άρεσαν τα μπλεξίματα ποτέ, από παιδί. Πάντα μας έλεγε η μαμά μου: «Θα ακούτε, θα βλέπετε και δεν θα μιλάτε. Δεν θα ανακατευτείτε ποτέ στη ζωή σας». Και αυτό το είχα τηρήσει, που ήμουνα και παιδί. Και πάντα ήμουνα αγαπητή. Και στην παρέα δηλαδή, ήμουνα η… πώς το λένε, αν δεν ήμουν εγώ, η παρέα δεν μαζευόταν. Το ίδιο με μοιάζει και ο γιος μου. Και ο γιος μου είναι το ίδιο. Έρχεται τώρα στην Καβάλα, θα συναντήσει, θα τους στείλει μήνυμα και θα τους πει: «Έρχομαι με άδεια, θα είμαι τάδε εκεί». Κάθε βράδυ είναι όλοι οι φίλοι μαζί, του λένε: «Γιάννη, εμείς –λέει– αναμεταξύ μας δεν βρισκόμαστε οι φίλοι. Ο ένας παιδιά, ο άλλος…» Ο γιος μου όταν θα ’ρθει, για ένα μήνα είναι κάθε βράδυ όλοι μαζί οι φίλοι του. Το ίδιο είμαι και εγώ, με μοιάζει ο Γιάννης σε αυτό.
Και όταν ήσουν μικρή τι όνειρα είχες; Είναι η ζωή που έκανες κοντά στα όνειρα που είχες ως μικρή;
Τίποτα, δεν είχα όνειρα. Ούτε κάνω, και τώρα δεν κάνω όνειρα. Ό,τι μου ’ρθει. Θέλω να περνάω ήρεμα και καλά κάθε μέρα. Δεν έχω αυτά που λέμε: «Α, θα φτιάξω αυτό» ή «Θα αγοράσω αυτό» ή… Όχι. Ό,τι μου ’ρθει. Και είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη έτσι. Γιατί αν κάνεις πολλά όνειρα και δεν τα πραγματοποιήσεις, ίσως να στεναχωριέσαι. Εγώ ούτε όνειρα κάνω ούτε έκανα, όπως μου ήρθαν τα πράγματα. Λέω: «Χριστέ μου υγεία μόνο να έχουμε», η προσευχή μου αυτή είναι, υγεία όλος ο κόσμος. Αφού να φανταστείς ένα έργο, που όλοι λένε: «Αχ, αυτό το έργο να δούμε», εγώ δεν βλέπω. Εγώ θέλω κωμωδίες, να ανοίγει η καρδιά μου, τέτοια πράγματα. Κοινωνικά και αυτά και να προβληματίζομαι –για ποιο λόγο να προβληματίζομαι; Δεν θέλω.
Άμα ήτανε να-
Είμαι και λίγο λιγόψυχη, γι’ αυτό.
Άμα ήτανε να κάνεις μια διαφορετική επιλογή στη ζωή σου, να πήγαινες τον χρόνο πίσω και να έκανες μια άλλη επιλογή σε ένα συγκεκριμένο σημείο, ποια θα ήτανε;
Σε συγκεκριμένο;
Ναι.
Τίποτα. Τίποτα. Όχι. Δεν μετανιώνω για τίποτα που έχω κάνει, αλλά δεν θα ήθελα να αλλάξω τίποτα. Ούτε πλούτη θέλω, αμάν, που λένε όνειρα: «Θα έχω...» Όχι, μια χαρά είμαι, δόξα τω Θεώ. Μια χαρά είμαι.
Οι πιο ευτυχισμένες σου στιγμές-
Χωρίς να κουραστώ. Χωρίς να κουραστώ, έχω ένα σπίτι πολύ ωραίο, πιστεύω, ναι, που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα ο [00:55:00]καθένας θα το είχε. Ξέρεις, έλεγε η μαμά μου: «Αχ ένα σπίτι, ένα κεραμίδι να σας αξιώσω, να δω να έχετε πάνω σας». Κι εγώ πάντα ήθελα τα σπιτάκια αυτά τα μικρούλια, αυτά μου αρέσουν, με δυο-τρία σκαλάκια, με τον κηπάκο και με αυτά. Ε, ο Θεός έδωσε να κάνουμε αυτά τα σπίτια. Και πολύ παραπάνω από… Ούτε που είχα στο μυαλό μου εγώ –μία από δω και μία από κει– να έχω ένα δικό μου σπίτι. Με τα ’δωσε ο Θεός όλα. Και τι να πω παραπάνω, για πες μου; Τι να έχεις παραπάνω; Δηλαδή ο άνθρωπος τι θέλει; Όλα εδώ δεν θα τα αφήσουμε; Το μόνο, που σου είπα, θα ήταν να έχω σπουδές. Το μόνο στη ζωή μου που έχω μετανιώσει είναι για τις σπουδές. Θα ήθελα να σπουδάσω. Δηλαδή νομίζω ότι ο μορφωμένος ο άνθρωπος είναι το άλφα και το ωμέγα. Και ας μην έχει τίποτα, φτάνει που έχει τη μόρφωση. Αυτό πιστεύω.
Οι πιο ευτυχισμένες σου στιγμές πού ήτανε;
Μιλάς για τόπους τώρα;
Ναι. Για τόπους, ή-
Ή στη ζωή μου;
Στιγμές συγκεκριμένες…
Πάντα, όταν ο άνθρωπος είναι ολιγαρκής, πιστεύω ότι είναι ευτυχισμένος κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Κοίτα, ειδικά όταν περνάς και αρρώστιες… Όταν αρρώστησε ο μπαμπάς μου και έκανε την εγχείρηση καρδιάς, ο αδερφός μου εγχείρηση καρδιάς, ο άντρας μου εγχείρηση καρδιά, και έβγαινα στο μπαλκόνι το πρωί και έλεγα: «Χριστέ μου, δόξα τω Θεώ, το περάσαμε και αυτό». Γιατί δεν ήταν μόνο ένα, ήτανε, ας πούμε, τρία. Και λέω: «Σαν την υγεία υπάρχει;» Βρε, έχουμε την υγεία μας, όλα τα έχουμε! Όλα τα έχουμε. Έχουμε ψωμί να φάμε, τι άλλο δηλαδή να θέλουμε; Και εγώ δεν είμαι ποτέ, που λέμε: «Να έχεις λεφτά». Γιατί να έχεις λεφτά; Εγώ καμιά φορά λέω… «Ε, τότε παίρναμε τα δώρα, παίρναμε… τώρα μας τα κόψανε». Δηλαδή, και με τα δώρα που παίρναμε και με αυτά, ήσουν λίγο πιο άνετος, έλεγες: «Με τα δώρα μου θα βάλω τα πετρέλαια μου και θα...» Γιατί, τώρα δεν τα βάζεις; Πάλι τα βάζεις, δεν θυμάμαι τη ζωή μου να ήταν διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα. Ίσως, μεγαλώνοντας τώρα, να θέλουμε πιο λίγα πράγματα, να μην έχουμε τόσες απαιτήσεις; Δεν ξέρω τι φταίει, αν φταίει η ηλικία, αλλά ο άνθρωπος είναι καλά αν είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Να δοξάζει τον Θεό που έχει την υγεία του, το κυριότερο. Να ’χεις υγεία και δουλειά. Αν έχεις υγεία και δουλειά, να λες: «Δόξα τω Θεώ». Γιατί η δουλειά σε φέρνει όλα, τα πάντα, γιατί αν δεν έχεις και δουλειά… Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δουλειές, και πώς θα βγει το καθημερινό; Και έχεις παιδιά από πίσω, που θες να τα… Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να πάρουν ούτε γάλα στα παιδιά τους. Γι’ αυτό λέω, αν υπάρχει υγεία και δουλειά, είναι για τον άνθρωπο το κυριότερο. Και όλα τα άλλα… Λέει καμιά φορά η μαμά μου: «Αχ, τα σκαλάκια, με κούρασαν και...» «Να λες δόξα τω Θεώ –τη λέω–, τα σκαλάκια και το ένα και το άλλο. Μην μιζεριάζουμε, “α, θα ήθελα κάτι άλλο”. Μια χαρά είμαστε». «Ε, εσύ –λέει– πάντα ευχαριστημένη είσαι». Ε, πάντα ευχαριστημένη. Ποτέ, δεν είμαι μίζερος άνθρωπος.
Και για να κλείσουμε, θέλω να μου πεις, αν έβλεπες τον εαυτό σου τώρα μικρό-
Ναι.
Να παίζει στο χωριό σου-
Ναι, ναι.
Τι συμβουλή θα του έδινες; Τι συμβουλή θα έδινες στη μικρή Ανατολή;
Τι συμβουλή θα την έδινα; Ήμουνα ριψοκίνδυνη, δεν φοβόμουνα. Δηλαδή τώρα φοβάμαι, για τα παιδιά μου, για τα εγγόνια. Η ηλικία ήταν; Να ήμουν λίγο πιο ήσυχη. Ενώ ήμουν τόσο ζωηρή. Δεν καταλάβαινα. Τη μια με μπήκε η βελόνα που περνούσαμε τα καπνά. Αν δεις εδώ, να. Μπήκε από δω η βελόνα, βγήκε… Όλα αυτά ήτανε γιατί ήμουν ανήσυχη. Την άλλη μπήκε το τσιμπιδάκι που έπλεκε η γιαγιά μου στην κοιλιά. Δηλαδή ήμουνα τέτοιο ζωηρό παιδί, ανήσυχο. Να, την άλλη πήγα και κάθισα πάνω στα κάρβουνα. Πηδούσα από το ένα ντιβάνι στο άλλο και στη μέση είχε η γιαγιά το μαγκάλι με τα κάρβουνα, πήγα κάθισα πάνω, δηλαδή… Να, αυτά, λέω: «Να ήμουν λίγο πιο ήρεμο παιδί». Ήμουν το πιο ζωηρό παιδί, το ανήσυχο, από όλα τα ξαδέρφια. Αυτό θα έλεγα. Τώρα σκέφτομαι και λέω: «Τι πράγματα έκανα;» Ανέβαινα πάνω στα δέντρα σαν τη μαϊμού. Και λέω: «Δεν τα ’βλεπε η μαμά μου αυτά;» Δεν τα ’βλεπε η γυναίκα, πού να τα δει. Δηλαδή αν το κάναν τα παιδιά μου αυτά, θα τρελαινόμουνα. Αυτό, έτσι, μες [01:00:00]στο μυαλό μου, τίποτα άλλο.
Θέλεις να προσθέσεις κάτι σε όσους ακούν τη συνέντευξη, κάτι συγκεκριμένο; Μια ευχή ας πούμε.
Μια ευχή, να είναι ευτυχισμένοι. Όλος ο κόσμος να είναι ευτυχισμένος, υγιής πάνω από όλα, να μας φύγει αυτό το κακό που μας βρήκε. Και με τα λίγα μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι και να έχουμε ωραίες αναμνήσεις. Αυτά.
Ευχαριστώ πολύ.
Summary
Η αφηγήτρια αναπολεί τα παιδικά της χρόνια στην Καβάλα της δεκαετίας του ’60, τα καλοκαίρια στο χωριό της και τα ταξίδια με το φορτηγό του πατέρα της. Ακόμη, μοιράζεται στιγμιότυπα από τη ζωή της σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας στις οποίες έζησε λόγω των μεταθέσεων του συζύγου της.
Narrators
Ανατολή Τσιροβασίλη
Field Reporters
Χριστίνα Χιωτάκη
Historical Events
Tags
Interview Date
27/09/2021
Duration
60'
Summary
Η αφηγήτρια αναπολεί τα παιδικά της χρόνια στην Καβάλα της δεκαετίας του ’60, τα καλοκαίρια στο χωριό της και τα ταξίδια με το φορτηγό του πατέρα της. Ακόμη, μοιράζεται στιγμιότυπα από τη ζωή της σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας στις οποίες έζησε λόγω των μεταθέσεων του συζύγου της.
Narrators
Ανατολή Τσιροβασίλη
Field Reporters
Χριστίνα Χιωτάκη
Historical Events
Tags
Interview Date
27/09/2021
Duration
60'