«Η Plan Toys είναι ο μπαμπάς μου και όλη η ζωή μου»
Segment 1
Η Plan Toys: Το στήσιμο του μαγαζιού στην Αθήνα
00:00:00 - 00:08:29
Partial Transcript
Και γράφουμε! Καλησπέρα! Καλησπέρα! Πώς ονομάζεσαι; Είμαι η Αθανασία Κουρκάκη. Γεια σου, Αθανασία. Εγώ είμαι η Ειρήνη Μακρή. Ε…ρέσει αυτό; Όχι». Ενώ αν δεν είχα το μαγαζί, σίγουρα μπορεί να έκανα κάποια άλλα πράγματα, που μπορεί να μη μου άρεσαν. Μ’ αυτή την έννοια.
Lead to transcriptSegment 2
Ο μπαμπάς και η Plan Toys
00:08:29 - 00:18:41
Partial Transcript
Και τώρα ας περάσουμε στον πατέρα, πώς κολλάει μέσα σε όλο αυτό, γιατί πιστεύω όλο αυτό που λέμε, ότι τα πάντα ξεκινάνε από την οικογένεια… …προπληρώσετε». Πλέον είναι τόσο… Και επειδή υπάρχουν και αρκετά e-shop πλέον, που δίνουμε και σε e-shop, κάπως έτσι, ας πούμε, κινούμαστε.
Lead to transcriptSegment 3
Η καραντίνα
00:18:41 - 00:20:47
Partial Transcript
Αλλά, και η αγορά —γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό και το συζητάμε. Γι’ αυτό πρέπει να βλέπεις μπροστά. Εμείς στην καραντίνα… Εγώ δούλευα κα…τη και τόση ελευθερία σε πολλά πράγματα, μας έχει κάνει όχι μόνο αυτό, λέμε: «Τι; Όχι, θα περάσει αυτή η περίοδος, θα πάμε λίγο καλύτερα».
Lead to transcriptSegment 4
Το ελεύθερο επάγγελμα: απόφαση για το μαγαζί στην Αθήνα, τα ταξίδια με την εταιρία και οι κόρες στην εταιρία
00:20:47 - 00:31:46
Partial Transcript
Δηλαδή, και άλλα σχέδια που έχω —γιατί εγώ είμαι πιο πολύ στο marketing και στην προώθηση— ήταν, ας πούμε, να κάνω ένα ωραίο βιντεάκι με ένα…ειδή είχαμε το e-shop, σημαντικό, πήγαμε καλά. Και μετά λες, τελειώνει όλο αυτό και λες… Οπότε, όλα στη ζωή είναι έτσι! Κύκλους συνέχεια!
Lead to transcriptSegment 5
Το ελεύθερο επάγγελμα: οι εκθέσεις, οι πελάτες και η διαφήμιση, η φιλοσοφία του sustainable
00:31:46 - 00:44:29
Partial Transcript
Ποια έκθεση θυμάσαι πιο πολύ που σε πήρε μαζί του; Α! Ήτανε στη Γερμανία, στη Νυρεμβέργη, που γίνεται κάθε χρόνο και τώρα με τον covid έ…. Γιατί όντως, είναι πολύ όμορφα παιχνίδια, αλλά δεν το… Επειδή είναι στη μόδα. Ακόμα κι αυτό το ξεχωρίζεις. Και όλα αυτά που λέγαμε πριν.
Lead to transcriptSegment 6
Τα αγαπημένα παιχνίδια Plan Toys
00:44:29 - 00:47:15
Partial Transcript
Ποιο είναι το πιο ωραίο παιχνίδι Plan Toys που έχει περάσει, έτσι, από τα χέρια σου; Μικρή ή γενικά; Ό,τι θες. Εγώ έχω πολλά αγαπη…ν πάρα πολύ ωραία αυτά τα σπιτάκια. Αυτά μάς άρεσαν περισσότερο από όλα. Αυτά. Τι άλλο; Τι άλλο να πούμε γι’ αυτή την εκπληκτική εταιρεία;
Lead to transcriptSegment 7
Οι στιγμές έντασης
00:47:15 - 00:53:47
Partial Transcript
Θυμάσαι κάποια στιγμή, έτσι, έντασης με τον μπαμπά σου σε σχέση με την εταιρεία; Ναι. Αυτό που θυμάμαι έντονα, αλλά δεν είναι ένα πράγμα…ει πολύ από το σπίτι. Και με όλα αυτά μαθαίνοντας, που μεγαλώνεις και τόσα ακούς, σκέψου πόσο τρομάρα είχε πάρει ο μπαμπάς μου. Πω, αυτό.
Lead to transcriptSegment 8
Ταϊλάνδη: Το ταξίδι και το εργοστάσιο εκεί
00:53:47 - 01:00:34
Partial Transcript
Τι θυμάσαι, έτσι, από το ταξίδι στην Ταϊλάνδη; Θέλω να ξαναπάω —και κάθε χρόνο λέμε και γίνεται κάτι—, γιατί ήμουνα μικρή και δεν το χάρ…τα ταξίδια του. Και μας είπε για το Θιβέτ πολύ ωραίες ιστορίες. Και κάτι τελευταίο που τους έκανε εντύπωση τρομερή και έβγαζαν φωτογραφία.
Lead to transcriptSegment 9
Ο Βιτούλ και το ταξίδι στην Ελλάδα
01:00:34 - 01:01:35
Partial Transcript
Τους είχαμε φιλοξενήσει στο χωριό, στο Γεωργικό, και τους έκανε εντύπωση οι φωλιές των πουλιών, επειδή εμείς έχουμε και δεν τις χαλούσαμε. Κ… έχεις μεγαλώσει καλά, θα σου ‘ρχονται καλά. Ακόμα κι ας έρθουνε κακά, θα τα διαχωρίσεις κάποια στιγμή. Τέλος πάντων, όλα εμπειρίες είναι.
Lead to transcriptSegment 10
Πρώτα χρόνια της Plan Toys στην Καρδίτσα
01:01:35 - 01:05:29
Partial Transcript
Θυμάσαι τα πρώτα χρόνια στην Plan Toys, στην Καρδίτσα; Επειδή μου είπες ότι… Α! Ναι. Θυμάμαι πάρα πολλά. Γενικά, πάσχω από αυτό, από τη …κα γιατί λέμε —το κοροϊδεύουμε κιόλας: «Καλά, οι λαμπάδες μας θα κάνουνε θραύση στη Μύκονο!». Αστείο. Εννοώ ότι έχει πλάκα κι αυτό. Ναι.
Lead to transcriptSegment 11
Ο Λουκάς-ο σκύλος μασκότ
01:05:29 - 01:07:24
Partial Transcript
Δεν ξέρω αν θέλεις κάτι άλλο να προσθέσεις από όλη τη διαδρομή για την Plan Toys. Αυτό που ξέχασα να πω το σημαντικό, που πιστεύω ότι είν…εις ότι εξαρτάσαι από αυτούς. Ή εμένα μου αρέσει όταν μου κάνουν παρατήρηση τα παιδιά για κάτι, ξέρω ‘γώ. Ακόμα μαθαίνεις. Δεν ξέρω, είναι…
Lead to transcriptSegment 12
Η Plan Toys είναι ο μπαμπάς μου
01:07:24 - 01:11:13
Partial Transcript
Τι είναι για σένα η Plan Toys; Νομίζω, είναι… Είναι… Περιέχει πολλά αυτό που θα πω, είναι μεγάλη φράση, αλλά είναι όλη μου η ζωή. Εννοώ…Toys και το βιβλιοπωλείο από παιδί— Ναι! oπότε ήταν πολύ ωραία βουτιά και για μένα. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Και εγώ. Το κλείνω εδώ.
Lead to transcript[00:00:00]Και γράφουμε! Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Πώς ονομάζεσαι;
Είμαι η Αθανασία Κουρκάκη.
Γεια σου, Αθανασία. Εγώ είμαι η Ειρήνη Μακρή. Είμαι Ερευνήτρια για το Istorima, είναι Δευτέρα 11 Απριλίου του 2022. Βρισκόμαστε στην Καρδίτσα και με χαρά θα ακούσω την ιστορία που έχεις να μου πεις για την Plan Toys, τον μπαμπά σου και πώς εσύ εμπλέκεσαι σε όλο αυτό. Θέλεις να ξεκινήσεις με λίγα λόγια για τη ζωή σου;
Βεβαίως. Λοιπόν, εγώ είμαι 32 σχεδόν, θα γίνω τον Ιούλιο. Έχω τελειώσει Οικονομικά και μετά έγινα ηθοποιός και δουλεύω αρκετά καλά, είμαι ικανοποιημένη με τη δουλειά μου, αλλά και ταυτόχρονα έχουμε και μαγαζί με παιχνίδια. Αλλά, ας το πάρουμε λίγο πιο πίσω. Μεγάλωσα στην Καρδίτσα, είναι ο τόπος μου, δηλαδή ήμουνα μέχρι τα 18 εδώ. Και ο μπαμπάς ήτανε δάσκαλος και κατάλαβε ότι δεν ανήκει εκεί. Οπότε, από μικρός ήταν έμπορας. Πουλούσε ντομάτες, παγωτά… Του άρεσε αυτό, είχε επιχειρηματικό πνεύμα. Και ανοίγει ένα βιβλιοπωλείο στην Καρδίτσα. Νομίζω ήταν 30; Δεν θυμάμαι ακριβώς. Και μετά γνωρίζει τη μαμά, κάνει εμάς και, όταν ήμουνα 1, πηγαίνει στη Γερμανία σε μια έκθεση, γιατί του άρεσαν τα εκπαιδευτικά παιχνίδια, γιατί πήγαινε σε σχολεία για το βιβλιοπωλείο, για να πουλήσει ή να προωθήσει άλλες εταιρίες, και ανακαλύπτει την Plan Toys. Η Plan Toys είναι μία ξύλινη οικολογική εταιρεία, που η βάση της είναι στην Ταϊλάνδη, και έχει δημιουργηθεί από Ταϊλανδούς αρχιτέκτονες πριν σαράντα χρόνια και η βάση της είναι το ξύλο. Αλλά, το συγκεκριμένο ξύλο είναι το καουτσούκ, το οποίο καουτσούκ, επειδή παράγει latex, έχει συγκεκριμένο χρόνο ζωής. Και τα έκαιγαν τα δέντρα. Οπότε, αυτή η εταιρεία τα έχει πάρει απ’ εδώ και σαράντα χρόνια και φυτεύει καινούργια και κάνει από αυτά παιχνίδια. Και προσπαθεί όλα αυτά τα χρόνια με χωρίς τοξικά, χωρίς φορμαλδεΰδη… Είναι από τις πρώτες εταιρείες στον κόσμο οι οποίες έχουνε βραβευτεί για το «Sustainable Company», για τα ασφαλή, για τα απολύτως ασφαλή υλικά που έχει στα παιδιά. Αλλά, στην αρχή αυτή η εταιρεία δεν είχε πολύ όμορφα παιχνίδια. Και ο μπαμπάς, όταν γνώρισε το ‘91 τον Βιτούλ και τα έφερε, λατρεύτηκαν με τη μία. Χωρίς να ξέρει Αγγλικά, αγαπηθήκαν με τη μία και λέει: «Θα τα φέρω». Πίστεψε, πίστεψε σε αυτήν την εταιρεία, γιατί αγάπησε τον άνθρωπο. Τα φέρνει εδώ και όλοι οι άλλοι επιχειρηματίες, άλλοι έμποροι, λέγαν: «Τι ξύλα είναι αυτά; Πού θα τα πουλήσεις;». Ο μπαμπάς το πίστευε, γιατί είχε καλή σχέση μαζί του και κάτι είδε σε αυτόν, στην εταιρεία. Και μ’ όλα αυτά τα χρόνια που έχουνε περάσει και εμείς, κάνοντας και ένα δεύτερο μαγαζί μετά με τα ξύλινα παιχνίδια στην Καρδίτσα, και εμείς δουλεύοντας εκεί όσο μπορούσαμε —γιατί γεννηθήκαμε μέσα σε αυτά τα παιχνίδια και λατρεύουμε πάντα το παιχνίδι. Κι έτσι εγώ μάλλον μετά αποφάσισα και να γίνω ηθοποιός, γιατί πάντοτε η ζωή είναι ένα παιχνίδι, οπότε και το να είσαι ηθοποιός, είσαι μονίμως σε ένα παιχνίδι. Εννοώ, όλα συνδέονται—, κατάφερε να μας μυήσει σε αυτό με πολύ όμορφο τρόπο και κατάφερε με αργά με βασανιστικά βήματα, και με την κρίση και με πελάτες που εξαφανίστηκαν και με όλη αυτή την κατάσταση και την τωρινή, να κρατηθούμε και να πιστέψουμε σε αυτήν την εταιρεία, με όποια βοήθεια έχουμε, είτε από την ίδια την εταιρεία ή από τράπεζες εδώ, που δίνουν πλέον σε ελάχιστους βοήθεια, προσπαθούμε να κρατηθούμε. Και έτσι από το… Εγώ τελειώνω Οικονομικά, τελειώνω και το Εθνικό Θέατρο. Η αδελφή μου είναι και δασκάλα γιόγκα εκπαιδευμένη και ταυτόχρονα το 2015 μάς ήρθε μία ευκαιρία στο κέντρο της Αθήνας, στην Ιπποκράτους, να ανοίξουμε αυτό το μαγαζί εμείς.
Πώς;
Έφευγε ένας εκδότης, ο Χρηστάκης, και μας το είπε «Ελάτε», γιατί έψαχνε χρόνια ο μπαμπάς, και επειδή ήξερε όλους τους εκδότες εδώ, τον βοηθούσαν ανά διαστήματα και είχαμε και καλό ενοίκιο. Και ξαφνικά εγώ στα 25 μου, μικρούλα, αναλαμβάνω αυτό το μαγαζί. Και ήμουνα τυχερή, γιατί έτυχε να μην έχω δουλειά εκείνο το διάστημα. Βασικά, ήμουνα… τέλος πάντων, ναι, έκανα μόνο κάτι με μία φίλη μου, τη Βαλέρια Δημητριάδου. Έχουμε ένα συγκρότημα, τις Valsia, που το πιστεύουμε πολύ, και αυτό πηγαίνει αργά και σταθερά, γιατί είμαστε πολύ αγαπημένες. Και εκείνη την περίοδο ήμουνα συνέχεια στο μαγαζί, γιατί η αδερφή μου είχε πολλά μαθήματα, και έκανα τις προβούλες που ήθελα με την κολλητή μου. Και ήταν από τις πιο αγχώδεις αλλά ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου, αλλά και ταυτόχρονα άρχιζα να ενηλικιώνομαι.
Μπορείς να μου πεις λεπτομέρειες για το πώς έγινε το στήσιμο του μαγαζιού εδώ;
Είχαμε βοήθεια —γιατί στηρίζουμε τον τόπο μας— από την Καρδίτσα, δηλαδή τα είχαμε όλα έτοιμα, δηλαδή τον ξυλουργό που ήρθε να μας φτιάξει το μαγαζί και τη ζωγράφο —γιατί είναι ζωγραφισμένο μέσα το μαγαζί με δέντρα και πάρα πολύ ωραίο. Και είχαμε και την διακοσμήτρια, βασικά, η οποία ανέλαβε το μαγαζί και έγινε μέσα σε… έναν μήνα, δύο μήνες; Δεν θυμάμαι, έγινε πάρα πολύ γρήγορα, γιατί θέλαμε —μπράβο, Οκτώβρη έγινε— να ανοίξουμε Χριστούγεννα και καταφέραμε και ανοίξαμε Χριστούγεννα. Και νομίζω, το ωραίο σε αυτή την ιστορία είναι ότι και οι δύο ήμασταν μικρές, και εγώ και η αδερφή μου. Δύο χρόνια με περνάει η Βικτωρία. Αλλά, θέλαμε, ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι, γιατί ξέραμε ότι και οι δύο κάνουμε άλλες δουλειές, να ‘χουμε δικούς μας ανθρώπους σαν υπαλλήλους, γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε όλη την ώρα —γιατί είναι και δύο όροφοι— στο μαγαζί, να έχουμε δικούς μας ανθρώπους. Και βρήκαμε τους καλύτερους, κολλητούς μας, η Ηρώ Σουλαντίκα και ο Χρήστος Κουρουμπακάλης, οι οποίοι ήτανε φίλοι μας από τα 18 και δεν είχανε δουλειά εκείνο το διάστημα. Και είναι ακόμα στο μαγαζί και είναι το δεξί μας χέρι. Η Ηρώ είναι διευθύντρια, ο Χρήστος έχει αναλάβει και το site μαζί με τον αδερφό του. Οπότε, είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη και είναι οι φίλοι μας. Αν και σε αυτό το σημείο έχω να πω ότι αρκετές φορές, επειδή δεν μας αρέσει η έννοια του αφεντικού εμένα με της αδερφής μου αλλά μερικές φορές πρέπει να μπαίνουν κάποια όρια, προσπαθούσαμε με τα χρόνια, μια το χτίζαμε μια το χάναμε. Τώρα είναι πιο safe, πιο ξεκάθαρη η σχέση, γιατί και όταν είσαι με ένα φίλο σου ή με την αδερφή σου πρέπει να μπαίνουνε πολύ… Είναι περίεργα τα… Θέλει προσοχή στα όρια και στην υπομονή και στην οικειότητα. Δηλαδή, όταν δουλεύεις, όταν πηγαίνεις σε μία δουλειά και δεν ξέρεις κανέναν, λες: «Τώρα έχουμε δουλειά». Όταν, όμως, εμπλέκονται πρόσωπα και οικογενειακά και φιλικά είναι ακόμα πιο δύσκολο. Και οι μικρής ηλικίας, κακά τα ψέματα, πρέπει να κρατήσεις ισορροπία σε πολλά πράγματα. Ακόμα κι αν αργήσεις να ανοίξεις το μαγαζί, πρέπει να κάνεις μία φορά παρατήρηση, δύο. Αλλά, πώς θα την κάνεις την παρατήρηση; Και αν καθυστερήσει; Πώς θα πεις ότι «Δεν πρέπει και εσύ με εκμεταλλεύεσαι επειδή είμαι φίλη σου και δεν θα στο πω»; Τέτοιου είδους, ας πούμε, καταστάσεις, τέτοιου είδους περιπτώσεις. Και μέσα σε αυτά τα χρόνια ήτανε πραγματικά —γιατί το θέατρο και εγώ όπως το βλέπω με ακόμα αγνό μάτι και το δικό μου, έτσι, επιλογή και γούστο με έχει στηρίξει. Γιατί και επειδή μου αρέσει να κάνω δικά μου πράγματα με νέους ανθρώπους και να δουλεύω με… όχι απλά να κάνω μία δουλειά. Είμαι τυχερή σε αυτό τον τομέα. Εννοώ ότι είναι η πολυτέλειά μου το να λέω: «Δεν πειράζει, ας μην έχω αυτό το εξάμηνο δουλειά στο θέατρο». Δεν έχω... Είναι… είναι ευλογία βασικά αυτό. Και έτσι, εγώ σαν επιλογή δεν έχω επιλέξει π.χ. να κάνω κακές δουλειές στην τηλεόραση. Όχι ότι το κρίνω, απλά επιλέγω. Αν κάποιος μου πει, «Μ’ αρέσει αυτό; Όχι». Ενώ αν δεν είχα το μαγαζί, σίγουρα μπορεί να έκανα κάποια άλλα πράγματα, που μπορεί να μη μου άρεσαν. Μ’ αυτή την έννοια.
Και τώρα ας περάσουμε στον πατέρα, πώς κολλάει μέσα σε όλο αυτό, γιατί πιστεύω όλο αυτό που λέμε, ότι τα πάντα ξεκινάνε από την οικογένεια… Και αυτός ήταν ο στόχος. Αυτό που ήθελα να πω περισσότερο είναι ότι και στους γονείς και στα παιδιά είναι πολύ λεπτή γραμμή στο να κρατήσουν ισορροπίες και να ονειρεύονται για τα παιδιά τους. Όλοι οι γονείς έχουν όνειρα για τα παιδιά τους, αλλά το θέμα είναι το πώς τα προωθούνε, ας το πω, το πώς… ναι, θέλουνε. Οπότε, εγώ από μικρή —γιατί πάντοτε ήμουνα… Μου άρεσε το τραγούδι, ο χορός, είχα δοκιμάσει τα πάντα. Και μου έλεγαν: «Τι θέλεις; Θέλεις αυτό; Θέλεις αυτό;». «Όχι», «Ναι», «Ναι». Μπορεί να μη διάβαζα πολύ, μπορεί να μην πήρα το Proficiency. Μου λέγανε «Δεν πειράζει, δεν πήρες το Proficiency, δεν πήρες το Sorbonne. Έμαθες λίγα γαλλικά, έμαθες λίγα αγγλικά. Σου αρέσει η ρυθμική, όμως!», που την έκανα μέχρι Λύκειο. Είναι μεγάλη ευλογία οι γονείς πραγματικά να λένε «Τι θέλεις παιδί μου;», με όλο το σεβασμό και την πίστη, ταυτόχρονα με ωραίο τρόπο και το παιδί προς τους γονείς. Γιατί και μικρή —έχω να πω και το εξής… Σημαντική… Γιατί και η μαμά είναι ένας βράχος, έχω να πω σε αυτή την περίπτωση. Έχουμε ένα βιβλιοπωλείο, οπότε όταν ερχόταν η σχολική περίοδος, πήγαινα και έπαιρνα όλα τα μολύβια, τετράδια, γομίτσες, στυλό. Και πάω μία μέρα —δεν θα το ξεχάσω— με μια τεράστια τσάντα. Ανοίγω την πόρτα, η μαμά: «Τι είναι αυτή η [00:10:00]σακούλα, Αθανασία;». Λέω: «Ψώνισα για το σχολείο!». «Δεν τα χρειάζεσαι όλα αυτά τα μολύβια». «Μα γιατί; Είναι δικά μου!». «Όχι, δεν είναι δικά σου, Αθανασία. Κράτησε δύο, τρία, πέντε. Εκεί είναι το βιβλιοπωλείο. Μόλις σου τελειώσουνε, θα πας να πάρεις. Δεν σημαίνει ότι είναι δικά σου. Κι εμείς τα έχουμε αγοράσει». Εννοώ, υπήρχε μία τέτοια ισορροπία, πάντοτε να ξέρεις τι έχεις, αν έχεις πολλά ή λίγα, άσχετα που μπορεί να ήμασταν ΟΚ οικονομικά, μία κανονική, ας πούμε, οικογένεια, ας το πω, μεσαία τάξη, πάντοτε υπήρχε ένα όριο. Όταν έχεις πολλά, δηλαδή μπαίνεις σε ένα βιβλιοπωλείο και μικρός λες «Ουάου!», κάποιος πρέπει να συγκρατείται. Γιατί ο μπαμπάς έλιωνε με μας και ποτέ δεν μας χαλούσε χατίρι. Αλλά, ήτανε καλός σε άλλα πράγματα, όπως για παράδειγμα —επειδή δούλευε πολύ, δεν μας διάβασε ποτέ—, πηγαίναμε το καλοκαίρι, ναι, διακοπές, αλλά κάπως με τον μπαμπά είχα μία ότι δεν τον χόρταινα. Οπότε, πάντοτε περίμενα το βράδυ να γυρίσει για να μου διαβάσει ένα παραμύθι ή να ασχοληθεί λίγο μαζί μου, οπότε ήταν πολύ ουσιαστική η ώρα. Δηλαδή, δεν έχει να κάνει η ποσότητα αλλά η ποιότητα σίγουρα σε πολλά πράγματα. Και αυτό που με συγκινεί είναι ότι ο μπαμπάς π.χ. δεν ερχόταν στο σχολείο αν έλεγα τραγούδι ή ποίημα σε γιορτές, αλλά ήταν ο «σκηνοθέτης» μου: Του το έλεγα την προηγούμενη μέρα και μου ‘λεγε: «Τι λέει αυτό; Με πάθος! Πρέπει να το εννοείς αυτό το ποίημα, το τραγούδι». Οπότε εγώ, όταν πήγαινα την επομένη έλεγα ότι ναι, αυτό μου είπε ο μπαμπάς και σκεφτόμουνα τον μπαμπά που δεν ήταν εκεί, για παράδειγμα. Και με αυτό τον τρόπο —γιατί ήξερε—, όταν του είπα ότι τελείωσα την άλλη σχολή —δεν ξέραμε ακόμα αν θα ανοίξουμε μαγαζί— και λέω… Ζήλεψα από ένα φίλο μου που έδινε εξετάσεις, τον Βασίλη τον Μαγουλιώτη, έχω να πω —ηθοποιός και περάσαμε και μαζί—, και λέω: «Θα δώσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι να κάνω, θα δώσω και θα γίνω ηθοποιός». Αλλά, και αυτό μετά το αγάπησα με έναν δικό μου τρόπο και οι γονείς μου ήτανε δίπλα μου. Πιο πολύ ο μπαμπάς είχε χαρεί. Η μαμά ήταν: «Πού θα μπεις σ’ αυτόν το χώρο; Είναι έτσι και είναι αλλιώς, κι εκείνο και το άλλο». Αλλά, ήτανε στήριγμα σε πολλά πράγματα, και σε επιλογές που έχω κάνει και στις δυσκολίες, στις απογοητεύσεις. Είναι πολύ εκεί οι δικοί μου. Ναι. Και ο μπαμπάς από μικρή αυτό που μας έλεγε —γιατί είναι και φιλόσοφος. Με την κρίση, ας πούμε, που είχε πέσει η δουλειά, καθόταν και διάβαζε συνέχεια, έψαχνε, έμαθε το ίντερνετ, κατέβαζε πράγματα. Ακόμα και τώρα μου λέει: «Τώρα διαβάζω Μπέκετ». Κι άρχισε να μου αναλύει τι είναι το Περιμένοντας τον Γκοντό και έχω τρελαθεί. Και να μιλάμε στο τηλέφωνο με τον μπαμπά ότι «Τι εννοούσε το Θεό; Γιατί περιμένουμε το Θεό; Εμείς τι κάνουμε για το Θεό;» και να αναλύουμε. Και λέω: «Μπαμπά, θα με τρελάνεις». Εννοώ ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι 70 κάτι, περπατάει μισή ώρα σίγουρα τη μέρα, τρία τέταρτα —γιατί φυσικά μεγαλώνοντας, όλοι φοβόμαστε το θάνατο πιο έντονα— και πάντοτε είναι υπόδειγμα για μένα να λέω ότι «Ναι, μεγαλώνω ωραία, συνειδητά αλλά και ταυτόχρονα δεν υπάρχει ηλικία». Οπότε, πάντοτε είναι ένας άνθρωπος που μου δίνει δύναμη. Και εγώ του δίνω, και εμείς του δίνουμε με την αδερφή μου, αλλά επειδή ξέρω και εγώ —είμαι περίεργος άνθρωπος, οπότε δεν με ενοχλεί—, άμα έχω δυο τρεις μέρες να του μιλήσω: «Άσ’ την, τώρα η Αθανασία είναι στα δικά της», ξέρω ‘γώ. Υπάρχει αυτό που λέμε σεβασμός. Και ο σεβασμός αυτός είναι ότι πρέπει να υπάρχει σε όλα τα πρόσωπα. Και επειδή έτσι με είχαν χτίσει οι δικοί μου και ο μπαμπάς, «Να ζήσεις πράγματα», έζησα πάρα πολλά πράγματα. Πάρα πολλοί έρωτες, πόνους, αυτό, περίεργες φιλίες, καλές φιλίες, αλλά κάπως συνειδητοποιούσα ότι με τον καιρό πρέπει να τα ζήσεις αυτά, να πονέσεις και μεγαλώνοντας να βγαίνει στην επιφάνεια το καλό. Αλλά, και ο ίδιος πάντα έλεγε ότι «Θα πέσεις στον γκρεμό και θα ξανασηκωθείς και είναι δύσκολος ο δρόμος, να έχεις τον ήλιο σύνορο». Καζαντζάκης, τον λατρεύει. Οπότε, αυτά προσπαθούσα. Αφού γεννήθηκα μέσα σε αυτό, έλεγα: «Ναι, πρέπει να ζήσω, πρέπει να ζήσω!». Και μεγαλώνοντας και με την εμπειρία που αποκτάς, έπρεπε να βλέπεις πότε είναι στιγμή να πεις: «ΟΚ, αυτό! Τώρα είναι αυτό. Τώρα δεν θέλω αυτό, τώρα θέλω εκείνο». Ή ας πούμε, ο Covid μάς έκανε όλους… Όλοι παλέψαμε με τους δαίμονές μας. Ο καθένας μας, είτε αν είχε συντροφιά είτε όχι, ακόμα κι εκεί ήταν πολύ δύσκολο το να… Όλοι μείναμε μόνοι μας. Οπότε, ήτανε μια πάλη η οποία σε κάνει να δεις πού βρίσκομαι και τι θέλω. Και κάπως επειδή μία καινούργια εποχή ξεκινά, με όλο το κακό που έχει φέρει όλη αυτή η κατάσταση και με όλα αυτά που γίνονται στον κόσμο, πιστεύω ότι πάντοτε πρέπει να μη σταματάμε. Όχι να ελπίζουμε μόνο, να λέμε ότι φως. Υπάρχει τόσο σκοτάδι γύρω μας και εμείς να λέμε: «Όχι, εγώ βλέπω φως». Όχι χαζοχαρούμενα, αλλά να λες: «Όχι!». Πρέπει να στέλνω —γιατί το πιστεύω αυτό— καλή ενέργεια στο σύμπαν. Πρέπει να βοηθήσω τη φύση, να μιλάω στα λουλουδάκια, στα δεντράκια, σε όλο αυτό, γιατί το έχουμε ανάγκη. Να κοιτάς τον ήλιο και να λες… Πώς πηγαίνουμε, ας πούμε, στην παραλία; Δεν πρέπει μόνο το καλοκαίρι να λέμε: «Αχ! Εδώ είναι τέλεια». Πρέπει να λέμε: «Αχ! Και να πάω μία βόλτα το σκύλο μου. Τι ωραία! Να κάτσω στο ένα παγκάκι. Τίποτα. Μόνη μου να κοιτάξω αυτό». Οπότε, όλη αυτή η κατάσταση και η καραντίνα μάς βοήθησε σε αυτό —γιατί δεν κάναμε τίποτα. Περπατούσαμε, εννοώ πηγαίναμε μόνο βόλτες. Δεν ξέρω πόσο ξεφεύγει η συζήτηση, απλά έχει να κάνει και με τον μπαμπά γιατί, εννοώ, είναι πάλι πώς μας έδειχνε το δρόμο, και σίγουρα μέσα από τη δουλειά, γιατί το πάθος του… Εμείς το λέμε: «Η ερωμένη του είναι η Plan Toys»-
Γιατί;
Ααα! Η μαμά πρέπει να στα πει αυτά! Γιατί δεν έχει off ο μπαμπάς. Δηλαδή, και Κυριακές πήγαινε στο μαγαζί. Ή να σκέφτεται ή με λύσεις να βρει ή… Είναι πολύ δύσκολη δουλειά, ειδικά το εμπόριο και οι εισαγωγές. Έχει πολύ πόνο και έχει πολύ… Μονίμως πρέπει να σκέφτεσαι το μέλλον. Δεν είναι μόνο να διαχειριστείς έναν μήνα, πρέπει να σκέφτεσαι έξι μήνες μετά, εφτά μήνες μετά, να περιμένεις τα λεφτά για το container, να λες: «Ποιοι πρέπει να με πληρώσουνε;». Έχει τόσο μέσα βάσανο και ταυτόχρονα να λες ανυπομονησία αλλά και ταυτόχρονα πρέπει να πειραματίζεσαι και να δοκιμάζεις, το οποίο αυτό είναι ένας άνθρωπος ο οποίος του άρεσε αυτή η διαδικασία, έμπαινε… Και επίσης, σταδιακά δεν μπορούσε να μας αφήσει πολλά πράγματα. Δηλαδή, ακόμα κάνει, ενώ μπορούμε, «Μπαμπά, άσ’ το αυτό. Θα πάμε εμείς στην τράπεζα», για πολύ καθημερινά πράγματα, το οποίο μεγαλώνοντας δεν μπορεί να καταλάβει ότι «Άσ’ το τώρα. Ξέρεις κάτι; Δεν πειράζει να το κάνεις, είναι απλό». Δηλαδή, φέτος ειδικά αρχίσαμε να κάνουμε περισσότερα πράγματα. Όχι ότι δεν μας εμπιστευόταν, γιατί του άρεσε. «Όχι, θα τρέξω εγώ να κάνω αυτό». «Μπαμπά όχι, το κάνουμε μέσω ίντερνετ. Είναι ΟΚ! Μην αγχώνεσαι». Δηλαδή, για τόσο μικρά πράγματα. Οπότε η ερωμένη του ήταν αυτό, γιατί η μαμά «Πάμε μια βόλτα»…
Λίγο να τελειώσουν. «Πάμε μία βόλτα», έλεγε η μαμά.
Μπράβο. Έλεγε, ναι, ότι και στις διακοπές για μας το έκανε. Και εμείς πηγαίναμε από δω και από κει και ο μπαμπάς πραγματικά κοιμόταν όλη μέρα σχεδόν, γιατί του ‘βγαινε η κούραση. Βέβαια, δεν τον πιέζαμε και εμείς φυσικά, αλλά ερχόταν πιο μετά στην παραλία. Του ‘βγαινε όλη αυτή η κούραση και το έκανε και για μας. Ή ας πούμε, πάντοτε είχε στόχο να περνάμε εμείς καλά και —πώς να σου πω;— να σπουδάσουμε, να κάνουμε τα φροντιστήριά μας, να ’χουμε για μας. Οπότε, αυτό ήτανε πολύ σημαντικό. Όχι μόνο να βγάλει το κέρδος, αλλά να αλλάξει το μυαλό, που τώρα αλλάζει πολύ, που το βλέπουμε στους νέους γονείς, ότι το ξύλινο παιχνίδι μένει για πάντα από το να πάρεις ένα πλαστικό. Και έτσι, και ο ίδιος πάλευε να μην μπει στη βιομηχανία. Δεν έχουμε δώσει ποτέ σε μεγάλες εταιρείες, ας μην πω τώρα συγκεκριμένα, μεγάλα, ας πούμε, εμπορικά κέντρα με παιχνίδια αλλά να ενισχύουμε τα μικρά μαγαζιά. Και αυτό ήθελε πολύ κόπο και είναι πολύ δύσκολο και πολλή υπομονή και… Γιατί δεν υπάρχει, δεν υπήρχε μεγάλο κεφάλαιο από τους ίδιους, οπότε δίναμε παιχνίδια χωρίς να έχουμε άμεση ανταπόκριση στα χρήματα. Και αυτό ήταν και καλό, γιατί κέρδιζε την εμπιστοσύνη και την αγάπη αλλά και ταυτόχρονα δεν ξέραμε πότε θα πάρουμε τα λεφτά, οπότε αυτό στην κρίση ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Και τώρα καλώς ή κακώς έχουμε μπει σε άλλη διαδικασία, μιας και εμείς είμαστε πιο σκληρές. Και εγώ πάντοτε παίρνω εγώ τηλέφωνο, είμαι πιο δυναμική, ας πούμε, ας το πω να ζητήσω ότι «Μας χρωστάτε τόσο, τελείωσε, δε γίνεται». Αν και πλέον λέμε: «Δεν στέλνουμε αν δεν προπληρώσετε». Πλέον είναι τόσο… Και επειδή υπάρχουν και αρκετά e-shop πλέον, που δίνουμε και σε e-shop, κάπως έτσι, ας πούμε, κινούμαστε.
Αλλά, και η αγορά —γιατί είναι πολύ σημαντικό αυτό και το συζητάμε. Γι’ αυτό πρέπει να βλέπεις μπροστά. Εμείς στην καραντίνα… Εγώ δούλευα κανονικότατα και είχαμε προσλάβει και εξτρά άτομα τα Χριστούγεννα για τις διανομές. Γινότανε χαμός, γιατί ο κόσμος ήταν μέσα στο σπίτι, έπαθε σοκ, τα παιδιά έπρεπε να παίζουνε. Πολλά παιχνίδια! Πολλά παιχνίδια, δόξα τω Θεώ πραγματικά, πολλές παραγγελίες. Χαρά κι αυτό, άγχος. Μας έπαιρνε, όμως, τηλέφωνο τρελαμένος, «Πού είναι το παιχνίδι;», και λέω: «Είστε σοβαροί; Θα αργήσει. Ναι, αυτό». Πολλή δουλειά. Μετά, όμως, που άνοιξαν τα πράγματα, ο κόσμος ήθελε να βγαίνει, να ξοδεύει αλλού τα λεφτά, οπότε έπεσε το e-shop και έπεσε και η αγορά έξω, που είναι λογικό. Ακόμα και τώρα θέλει να πάει ταξίδια. Δεν έχει ακόμα το να αγοράσει. Και είναι πολύ λογικό. Οπότε, ένας επιχειρηματίας πρέπει να σκέφτεσαι. Μπορεί να ‘χαμε παραγγείλει παραπάνω παιχνίδια, σαν container, ας πούμε, έπρεπε να είχαμε σκεφτεί μήπως δεν έπρεπε να παραγγείλουμε τόσα, κατάλαβες; Μ’ αυτή την έννοια, ότι πρέπει να βλέπεις μπροστά το πώς κινείται γενικά η κοινωνία και η οικονομία σε έναν τόπο. Και επίσης, έχουν αυξηθεί τα πάντα. Το έχουμε δει τον τελευταίο χρόνο, από το σούπερ μάρκετ μέχρι οτιδήποτε. Όλοι μάς λένε για [00:20:00]αυξήσεις και εμείς στο ίδιο. Οι φόροι που έρχονται, τα μισά λεφτά είναι για εκεί. Οπότε, αυτό το άγχος και αυτή η δημιουργικότητα που τον θρέφει, ταυτόχρονα λέω: «Να είναι καλά, όσο αντέξει, γιατί είναι η ζωή του και γι’ αυτό είναι η ερωμένη του. Γιατί δεν σκέφτεται τίποτα άλλο!». Εμάς μας έχει κάνει με ωραίο τρόπο να την αγαπήσουμε χωρίς να μας πιέσει και ταυτόχρονα να έχουμε μπει και εμείς στη διαδικασία, ότι «Όχι, θέλουμε να το εξελίξουμε, θέλουμε να πηγαίνει καλά». Γιατί μπορούσαμε να πούμε «Μπαμπά, τα πουλάμε» —εννοώ το μερίδιό μας— «Δεν θέλουμε να ασχοληθούμε». Αλλά, επειδή μας έχει δώσει τόση αγάπη και τόση πίστη και τόση ελευθερία σε πολλά πράγματα, μας έχει κάνει όχι μόνο αυτό, λέμε: «Τι; Όχι, θα περάσει αυτή η περίοδος, θα πάμε λίγο καλύτερα».
Segment 4
Το ελεύθερο επάγγελμα: απόφαση για το μαγαζί στην Αθήνα, τα ταξίδια με την εταιρία και οι κόρες στην εταιρία
00:20:47 - 00:31:46
Δηλαδή, και άλλα σχέδια που έχω —γιατί εγώ είμαι πιο πολύ στο marketing και στην προώθηση— ήταν, ας πούμε, να κάνω ένα ωραίο βιντεάκι με έναν φίλο σ’ ένα δάσος με τα παιχνίδια και με ένα παιδάκι, το οποίο αυτό έχει παγώσει, γιατί θέλω πραγματικά να πληρώσω σαν διαφημιστικό, ας πούμε, να πληρωθούν καλά οι άνθρωποι, αλλά λέω: «Τώρα κρατήσου, δεν είναι ακόμα η στιγμή». Οπότε, πρέπει να κάνεις πράγματα για να μαθευτεί ακόμα περισσότερο η εταιρεία, για να μάθει ο κόσμος τη διαφορά με τα άλλα παιχνίδια. Δεν σταματάει αυτό. Είναι μία εξέλιξη όπως, ας πούμε, αν αγαπάς αυτό που κάνεις ναι, δεν λες ποτέ: «Εντάξει, είμαι πολύ καλός ηθοποιός, τελείωσε». Εννοώ ότι είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Γιατί είναι ελεύθερο επάγγελμα και είναι παρόμοιο. Εντάξει, δίνεις πιο πολλή ψυχή στην υποκριτική, ΟΚ, αλλά κι εκεί εξέλιξη είναι το πώς πας και τι κάνεις, πώς θες να εξελιχθείς. Απλά, είναι πιο πρακτικό το συγκεκριμένο επάγγελμα. Λέει: «Πρέπει να πληρώσω αυτόν το μήνα αυτά. Πώς θα τα βρω αυτά; Αν δεν τα έχω ή δεν έχω κάνει σωστή διαχείριση, για παράδειγμα;». Γιατί πάνω από όλα εμείς είναι ο στόχος μας —και έτσι πρέπει να γίνεται, που δεν γίνεται πάντα— να είναι οι υπάλληλοι σωστά, γιατί έχουμε και στη Καρδίτσα και εδώ πέρα και στην Αθήνα. Οπότε, υπήρχαν περίοδοι, ας πούμε, μπορώ να σου πω, που δεν είχα πληρωθεί εγώ και η αδερφή μου έναν μήνα. Ή ας πούμε, βοηθήσαμε για να ‘ρθει το container, να προπληρώσουμε με δικά μας λεφτά που ‘χαμε μαζέψει και τα επιστρέψαμε η μία στην άλλη. Απλά, έχει πλάκα, γιατί ταυτόχρονα ο μπαμπάς λέει: «Τα λεφτά τι είναι; Κάνουνε κύκλο και πρέπει να επενδύεις». Οπότε, έχει πολλή πλάκα, το οποίο δεν είναι στόχος αποκλειστικά. Ναι, ζούμε καλά, αλλά να έχεις, να έχεις και να αγοράζεις και να λες και να… Θα μπορούσαμε να μπούμε σε άλλους χώρους, για παράδειγμα. Αλλά, είναι νοοτροπία να βγαίνεις και να τα διαχειρίζεσαι σωστά και να ζεις όσο μπορείς ταπεινά. Δηλαδή, αν έχεις λεφτά, μας έχει μάθει, ή στα ταξίδια ή σε ένα ωραίο φαγητό και όχι στα πολλά πράγματα, που εντάξει, κι αυτή τη φάση μπορείς να περάσεις, αλλά… Ναι.
Να σε ρωτήσω κάτι;
Ναι.
Ο μπαμπάς σου σας έκανε πρόταση να αναλάβετε το μαγαζί στην Αθήνα; Υπήρξε αυτή η στιγμή; Πώς έγινε;
Αυτό το λέγαμε από μικροί, δηλαδή από το Γυμνάσιο-Λύκειο, όταν πέρασε και η αδερφή μου. Η αδερφή μου έχει τελειώσει και Αγγλική Φιλολογία, που δεν ασχολήθηκε ποτέ, αλλά κάπως το ‘λεγε ο μπαμπάς, σαν όνειρο βασικά. Έλεγε στην αρχή να ανοίξει ένα μουσείο με Plan Toys και με όλα τα παιχνίδια που έχουμε μαζέψει και με τα χρόνια. Γιατί, επειδή είχε πολλούς φίλους και μιλούσε, πάντα έλεγε «Κάποια στιγμή πρέπει να ανοίξεις», επειδή είναι «μαμά» εταιρεία. Εμείς η βάση μας είναι στην Καρδίτσα, οπότε αυτό είναι λάθος. Έπρεπε να υπάρχει βάση στην Αθήνα, για να έρχονται, χονδρική επειδή δίνουμε. Οπότε, αυτό το ‘χε ο μπαμπάς στο μυαλό του, ότι όταν πάμε Αθήνα, κι εμείς οι ίδιες —δηλαδή και εγώ γι’ αυτό πήγα οικονομικά. Δεν πήγα οικονομικά για να δουλέψω μετά ως λογίστρια. Το είχα στο νου μου από μικρή, αλλά και ταυτόχρονα, επειδή έμπλεξα με το θέατρο από πολύ μικρή, γι’ αυτό ήταν κάτι παράλληλο. Υπήρχε ένας στόχος, αυτός δηλαδή, από τα 18-20, που ήμασταν εδώ. Ακούγαμε διάφορα μαγαζιά που μπορεί… ακόμα και πιο βόρεια ή πιο νότια. Και ψάχναμε. Και αυτό ήταν σαν μια ευκαιρία. Απλά, ήτανε σαν να… Όταν έχεις υπομονή και ηρεμία, δεν ξέρω, κάπως κούμπωσε σωστά εκείνη την περίοδο. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να έχεις ένα μαγαζί και να το αναλάβεις και χίλια δυο πράγματα και… και... Και είναι μεγάλη ευθύνη, ναι, αλλά κάπως δεν φοβηθήκαμε —κι αυτό χαίρομαι— γιατί το ‘χαμε από μικρές. Δηλαδή, εμείς τα καλοκαίρια δουλεύαμε και στο μαγαζί ή μεγαλώσαμε σε αυτό. Δεν είναι ξαφνικά ότι εγώ αποφασίζω να ανοίξω ένα μαγαζί. Με αυτή την έννοια. Οπότε, και αυτό υποσυνείδητα… Και η αδερφή μου, εντάξει, ήταν πιο… Κι εκείνη ελεύθερο επάγγελμα κάνει με τη γιόγκα. Όσο ρίσκο και αν έχει ένα μαγαζί, και εγώ μετά, που ήξερα πώς είναι τα πράγματα στο χώρο μας, φοβόμουνα. Οπότε, ήταν μια ανακούφιση όταν βγήκα από τη σχολή. Όσο δύσκολο κι αν είναι λέω: «Α! Θα έχω το μαγαζάκι μου. Και μπορεί να μη δουλέψω και σαν ηθοποιός, θα κάνω με τους φίλους μου». Δεν ξέρεις πώς πάνε τα πράγματα ποτέ, ποτέ! Και είναι και πολύ ωραίο και το θαυμάζω αυτό γενικότερα σε νέους ανθρώπους, να κάνουνε, ξέρω ‘γώ, κι άλλα πράγματα πέρα απ’ το θέατρο. Γιατί υπάρχουν πολλά προβλήματα καλώς ή κακώς, απλήρωτες οι πρόβες κτλ. κτλ. Δεν μπορείς να ζήσεις, νομίζω, αν δεν έχεις συνέχεια δουλειά, μόνο από αυτό.
Ήταν εδώ ο μπαμπάς σου όταν ανοίξατε το μαγαζί;
Όχι! Ήρθε Χριστούγεννα. Δεν το… Ο μπαμπάς δεν μπορεί, ο μπαμπάς μισεί την Αθήνα! Παθαίνει πανικό! Δεν έρχεται σχεδόν ποτέ! Έρχεται μόνο Χριστούγεννα και πηγαίνουμε εμείς ξέρω ‘γώ. Δεν μπορεί την Αθήνα. Τον πιάνει… Και εκθέσεις που έκανε παλιά —γιατί τότε ήταν στη μόδα και υπήρχαν λεφτά— για να προσελκύσουν τους πελάτες, αυτό Σεπτέμβρη που γίνεται ή Μάιο —που ‘χε πολλή πλάκα εκεί. Θα μιλήσω για τις εκθέσεις μετά. Είναι σημαντικό κομμάτι, γιατί σε μαθαίνουνε—, ο μπαμπάς δεν μπορεί την Αθήνα. Ήρθε όταν ανοίξαμε. Απλά, ήμασταν στα τηλέφωνα και είχε δικούς του ανθρώπους εδώ, τον ξυλουργό, την κυρία Μίνα. Οπότε, ναι. Κι αυτό που λες. Γιατί είναι πολύ σημαντικό κομμάτι το πώς διαμορφώθηκα, διαμορφώνομαι, δεν ξέρω, να πατάω στα πόδια μου, με τα σκαμπανεβάσματα φυσικά. Έχει να κάνει ότι από μικρές μάς πήγαινε… Καμάρωνε για μας, και όταν μας πήγαινε, πηγαίναμε στη Γερμανία σε εκθέσεις. Και Ταϊλάνδη έχουμε πάει! Ναι, ωραίο ταξίδι εκεί. Το είδαμε όντως. Δεν δουλεύουν παιδάκια και όντως είναι οι καλύτερες εταιρείες στον κόσμο. Το εργοστάσιο είναι στο Trang, μέσα στα δάση, στα τροπικά δάση. Τρως τα καλύτερα φρούτα της ζωής σου και γεύσεις που δεν έχεις φάει. Δύσκολο το κλίμα για εμάς. Το μεσογειακό δεν υπάρχει. Οπότε, τους γνωρίσαμε. Θαύμασα τον Βιτούλ που τον γνωρίζαμε συχνά, γιατί πηγαίναμε στη Γερμανία, αλλά τον είδαμε εκεί στο σπίτι του. Ένα τέλειο σπίτι, απλό, ξύλινο. Και το μόνο ακριβό μέσα ήταν μια plasma, μια τεράστια τηλεόραση. Δηλαδή, δεν ήταν τίποτα. Και από κει βλέπεις πολλά για το τι είναι ο άλλος και τι είναι η εταιρεία που έχει. Τέλος πάντων. Απλά, ο μπαμπάς μάς έπαιρνε. Ακόμα και έχουμε φωτογραφίες που είμαστε παιδάκια και είμαστε σε εκθέσεις που κάνει εδώ. Οπότε, ήμασταν μέσα στα πράγματα. Και το εμπόριο τι είναι; Πρέπει να είσαι κοινωνικός, ευγενικός, να ξέρεις να… Είναι τέχνη, ας το πω. Εννοώ, συνδέεται το ένα με το άλλο πολύ. Δηλαδή, είναι το πώς θέλεις να πουλήσεις το προϊόν σου. Και κυρίως, όταν έχεις να κάνεις με πελάτες χονδρικής, δηλαδή που θα ανοίξουνε μαγαζιά. Όχι μόνο στο μαγαζί που πουλάς και έρχεσαι. Οπότε αυτό, ήμασταν έτσι και ρουφούσαμε πραγματικά τη γνώση και αυτό που έλεγε ο μπαμπάς. Και το σημαντικό σε αυτό που παρατηρώ είναι ότι ενδιαφερόταν για τον άλλον. Μάθαινε τον άλλον σαν άνθρωπο πρώτα, για να τον κερδίσει. Έβγαιναν μαζί, τους καλούσε στη λίμνη Πλαστήρα να φάνε. Ακόμα και τον πελάτη που ‘μασταν μέσα στο μαγαζί, που ερχότανε «Ου! Να σας δείξω τα καινούργια μας παιχνίδια! Αυτό! Αυτό είναι φανταστικό!». Αλλά, δεν το πουλούσε ότι και καλά δεν υπάρχει αυτό. Ήταν ότι χαιρότανε κι έλεγε: «Τι παιδάκι; Πόσο χρονών είναι;». Είναι ο τρόπος που θα δείξεις αυτό που έχεις και για αυτό που έχεις κοπιάσει. Και δεν είναι κακό. Ναι, να λες. «Καμαρώνω για αυτό που είμαι. Καμαρώνω για αυτό που έχω». Με όσο μπορείς αθώα και ταπεινά, γιατί τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Γιατί έτσι πάει. Γι’ αυτό δεν κάνουμε οικογένεια; Για να δημιουργούμε και να μας στηρίζουνε. Δηλαδή, τα παιδιά, ειδικά τα μωρά, νομίζω —και από τους φίλους μου που έχουν κάνει—, παίρνουνε δύναμη οι γονείς. Οπότε, ναι, στις εκθέσεις μάς έκανε να… Δηλαδή, και αρκετοί λέγαν «Οι κόρες σου τώρα θα αναλάβουνε την εταιρεία;» και «Πόσο μικρές!» και «Τώρα μόνο την Plan Toys» και «Επειδή είναι γυναίκες». Και υπήρχε πάντα αυτό το κομμάτι, αλλά δεν δίναμε σημασία και τον μπαμπά δεν τον ενδιέφερε. Και έλεγε: «Η Αθανασία εδώ, η Βικτωρία!». Και με τα χρόνια το καμαρώνει αυτό, ότι λένε «Κοίταξε να δεις. Τι καλά παιδιά! Και πόσο δουλεύουνε!» και «Οι κόρες του Κουρκάκη», ας πούμε, και στην Καρδίτσα αλλά και στην Αθήνα άλλοι φίλοι του. Γιατί πραγματικά, αν ο άλλος δεν σε ξέρει και απλά λέει «Α, εντάξει, είναι τυχεροί», νομίζω είναι επιφανειακή κριτική. Εννοώ, έχει πολύ κόπο από πίσω και πο[00:30:00]λύ άγχος. Και κυρίως πέφτεις, είναι ένα επάγγελμα που πέφτεις όταν δεν έχει δουλειά. Μπορεί να λες: «Γιατί είχε σήμερα 100 ευρώ; Αύριο πώς θα πληρώσω αυτό;». Και λες: «Χριστέ μου!». Και μετά προσεύχεσαι και μετά γίνεται μια παραγγελία μεγάλη και μετά λες «Α!» και μετά κάτι άλλο στο μαγαζί. Είναι αυτό. Χαίρεσαι όταν έρχονται τα Χριστούγεννα γιατί πουλάς. Χαίρεσαι τώρα που είναι Πάσχα και κάνουμε λαμπαδούλες και τις φτιάχνουμε εμείς. Είμαστε… δημιουργούμε. Και λες «Με αγάπη το φτιάχνουμε», γιατί ακόμα πιστεύουνε, πάνε στην εκκλησία οι γονείς, η νονά, αυτή η παράδοση που είναι ωραία, για το καλό. Την παίρνουν τη λαμπάδα και μας λένε: «Τι ωραίες λαμπάδες έχετε!». Αυτή είναι η ικανοποίηση. Γιατί και εγώ έχω κοπιάσει για να κάνω τσούκου-τσούκου τη λαμπάδα. Με αυτή την έννοια. Οπότε, λες τώρα δηλαδή που μιλάμε, είμαστε σε μία χαρούμενη περίοδο. Το καλοκαίρι λίγο μόνο με βαφτίσια, αλλά γιατί έχουμε και εκπαιδευτικά παιχνίδια πολύ καλά. Θα τα βρείτε όλα στο site μας, plantoys.gr, να το πούμε κι αυτό! Τα Χριστούγεννα είναι καλή περίοδος. Φεβρουάριος-Μάρτιος πολύ δύσκολοι μήνες, οι χειρότεροι. Οπότε, είμαστε τώρα και καραντίνα —όχι καραντίνα, απλά ήταν ο Covid, ήτανε δύσκολα. Δηλαδή, αυτή η χρονιά πολύ δύσκολη. Αλήθεια. Ήτανε δύσκολη. Ενώ, όταν είχε έρθει ο Covid εμείς ήμαστε από τους τυχερούς, απ’ τα επαγγέλματα που δουλεύαμε, ενώ αντίστοιχα ξέρω ‘γώ, η εστίαση κλπ. δεν πήγαινε καλά. Εμείς, επειδή είχαμε το e-shop, σημαντικό, πήγαμε καλά. Και μετά λες, τελειώνει όλο αυτό και λες… Οπότε, όλα στη ζωή είναι έτσι! Κύκλους συνέχεια!
Segment 5
Το ελεύθερο επάγγελμα: οι εκθέσεις, οι πελάτες και η διαφήμιση, η φιλοσοφία του sustainable
00:31:46 - 00:44:29
Ποια έκθεση θυμάσαι πιο πολύ που σε πήρε μαζί του;
Α! Ήτανε στη Γερμανία, στη Νυρεμβέργη, που γίνεται κάθε χρόνο και τώρα με τον covid έχουμε και καιρό να πάμε, που μετά πηγαίναμε μόνο εγώ και η αδερφή μου ή ακόμα έχω πάει και μόνη μου ή μόνο η αδερφή μου, ανάλογα τι δουλειές έχουμε, που είναι ένα τριήμερο. Έχω τέλειες ιστορίες από μία έκθεση, γιατί ο μπαμπάς γενικά φοβάται τα αεροπλάνα, όπως κι εγώ. Και ήτανε μία φορά να πετάξουμε, εκείνη τη μέρα που είχαμε πάει μαζί με άλλους φίλους του, που είναι χρόνια πελάτες αλλά στον Πειραιά που έχουν ένα πολύ ωραίο κατάστημα, και είχαμε πάει παρέα. Και ήμουνα εγώ με τον μπαμπά. Πρώτη φορά θα πήγαινα χωρίς τη μαμά. Τέλος πάντων. Ήμουνα 16-17; Και είχαμε ψωνίσει, θυμάμαι, και από το αεροδρόμιο. Ό,τι να ‘ναι. Τέλος πάντων, ήταν ωραίο ταξίδι. Απλά, εκεί είδα τον μπαμπά —γιατί δεν το θυμόμουνα— ότι δεν μπορούσε να απογειωθεί το αεροπλάνο και αλλάξαμε αεροπλάνο! Τέλειο! Γιατί…
Πες μου, πες μου λεπτομέρειες.
Δεν είχε, δεν είχε… Ο μπαμπάς όταν… Είναι πολύ αστείο… Καλά, εκτός ότι τον έχουν σταματήσει, τον έχουν χτυπήσει, γιατί κουβαλούσε πίτες με αλουμινόχαρτο στην τσέπη και τον έχουν ελέγξει και λέει: «Δεν έχω τίποτα, μία πιτούλα έχω μαζί!». Τέτοιες ιστορίες τέλειες.
Πες τα καλέ, μη μου τα λες έτσι.
Αυτό. Έχουμε… ότι δεν μπορούσε, δεν μπορούσε. Δηλαδή, ο μπαμπάς με το που μπαίνει στο αεροπλάνο —είναι πολλά που μπορώ να θυμηθώ— κάθεται, κουμπώνει πριν απογειωθούμε καν και κάνει έτσι και θέλει να κοιμηθεί. Δεν θέλει να του μιλάει κανένας, κάπως «κλείνει». Και εκείνη τη φορά, που ήμουνα και μόνη μου με τον μπαμπά και στην ουσία είχανε πάει… Είχε πλάκα, γιατί πήραμε μαζί τους δύο φίλους, το ανδρόγυνο, για να μας συμπαρασταθούν, δηλαδή να έχουμε εμείς παρέα. Όλο λάθος. Τέλειο! Και θυμάμαι, ναι, δέθηκε και λέω: «Μπαμπά, πρέπει να κατέβουμε. Δεν πετάει αυτό το αεροπλάνο». «Τι; Πάμε». Και θυμάμαι μέχρι να αλλάξουμε αεροπλάνο, τον είχα δει σε μεγάλο πανικό. Εννοώ, φοβάται. Νομίζω ότι όσοι άνθρωποι φοβούνται το αεροπλάνο, είναι επειδή δεν μπορούνε να έχουνε τον έλεγχο, που έχουνε πολύ έλεγχο στη ζωή τους. Οπότε, εκεί λες: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Απλά πετάω». Και είχε πολλή πλάκα αυτή η ιστορία. Και μετά πήγαμε στην έκθεση και είχαμε γνωρίσει και άλλους πελάτες. Εγώ είχα τρελαθεί, γιατί ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σε αυτή την έκθεση, βασικά. Και είχε τα πάντα! Από κούκλες από άλλες εταιρείες... Ο μπαμπάς μου μου αγόρασε μία τελευταία κούκλα, σαν αληθινό μωρό, λίγο creepy αλλά είχε πολλή πλάκα. Είχα δει τα πάντα και από άλλες εταιρείες με ξύλινα παιχνίδια. Είναι ένα όνειρο, δηλαδή. Αυτή η έκθεση όταν γίνεται, σαν εμπειρία μπορεί κάποιος που αγαπάει τα παιχνίδια να πάει να τη δει, γιατί είναι και ανοιχτή στο κοινό, γιατί βλέπεις τα πάντα! Δηλαδή, είναι…
Τι θυμάσαι;
Αυτό. Πολύ, πολύ περίεργα παιχνίδια, γιατί φαντάσου σαν Ευρώπη γίνονται και Αμερική κτλ. Είναι εταιρείες από όλο τον κόσμο. Δηλαδή, στάνταρ και η Γερμανία είναι φουλ σε αυτό. Οπότε, θυμάμαι περίπτερα πέρα από τα δικά μας, που πάντα μας καλεί η «μαμά εταιρεία», η Plan Toys, κάθε χρόνο για να συζητήσουμε —τώρα τα κάνουμε online, δηλαδή μέσω Skype μέσω αυτό, μέσω Zoom—, να μιλήσουμε για τα καινούργια παιχνίδια κτλ., για την προώθηση, «Πώς πάτε», να μας δώσουν συμβουλές, να τους πούμε εμείς «Αυτό δεν πουλάει, μην το ξαναφτιάξετε». Και είναι πολύ σημαντικό ότι ακούνε και τους πελάτες τους, ειδικά εμάς που μας έχουν τόσα χρόνια. Οπότε, εγώ σε εκείνη την έκθεση και ο μπαμπάς μιλούσε, γιατί ήξεραν και οι άλλοι φίλοι αγγλικά, οπότε κι εγώ χάζευα, θυμάμαι. Και ήθελα απλά να τα πάρω όλα. Και ήθελα να συνεχίζω να παίζω, γιατί πάντοτε μου άρεσε το παιχνίδι. Και είχα στεναχωρηθεί όταν με την αδερφή μου, Δημοτικό-Γυμνάσιο, αυτή σταμάτησε να παίζει μαζί μου με τις κούκλες. Οπότε, το θυμάμαι. Θυμάμαι πολύ περίεργα τρένα, κούκλες να περπατάνε μεγάλες, έτσι, διάφορα καρότσια, μωρά σαν αληθινά, μετά και άλλα ξύλινα παιχνίδια, επιτραπέζια, διάφορα που να αιωρούνται, αυτά τα περίεργα. Και τότε, εντάξει, ήταν πιο πολλά χρόνια. Τώρα γίνεται χαμός. Απλά, τώρα δεν χαζεύουμε. Απλά πηγαίνουμε και μετά πάμε για φαγητό μαζί τους. Δηλαδή, δεν είσαι… Δηλαδή, ΟΚ! Δεν χαζεύεις τόσο πολύ, γιατί είναι τεράστια. Μπορεί να θέλεις μία μέρα, δύο μέρες να την γυρίσεις όλη. Αλλά, θυμάμαι ότι χαίρομαι γιατί ακόμα και σε αυτό ο μπαμπάς… Λέω… Θυμάμαι, τρέχω, βλέπω αυτήν την κούκλα —γιατί τα λατρεύω τα μωρά και έπαιζα— και λέω: «Μπαμπά, είδα μία κούκλα». Μου λέει: «Βρε Αθανασία, είσαι 16 χρονών!». «Ναι μπαμπά, θα μου πάρεις μία κούκλα; Την τελευταία. Είμαστε εδώ, κάτι να μου πάρεις». Και μου την πήρε και το θυμάμαι αυτό. Και γύρισα στη μαμά και μου λέει: «Καλά, πήγες πήρες κούκλα;». «Όχι, είναι η τελευταία μου κούκλα και μου την πήρε ο μπαμπάς μου, γιατί πήγαμε μαζί στην…». Εγώ, μπαμπάκιας εννοείται, για αυτό μιλάω και για τον μπαμπά. Δηλαδή, έρωτας, ναι, κλασσικό κόρης-πατέρας. Και θυμάμαι ότι «Ναι», ο μπαμπάς, «ναι, να το πάρεις. Άντε να την πάρεις». Και είχαμε πάρει και πάρα πολλά δωράκια, δηλαδή αυτά που κουρδίζουνε, είχαμε πάρει κάτι κρεμάστρες παιδικές που κάτι έκαναν, δεν θυμάμαι. Μετά… Και διάφορα δωράκια και στην αδερφή μου που δεν είχε έρθει. Και μετά η μαμά σ’ αυτό… Εγώ θυμάμαι ότι ο μπαμπάς πήγαινε σχεδόν κάθε χρόνο και με τη μαμά ή με άλλους από το μαγαζί, κάποιο παιδί που μιλούσε αγγλικά, γιατί πάντα δεν μπορούσε να πάει μόνος του, οπότε θυμάμαι ότι πάντοτε μας έφερνε. Και όταν περίμενα τον μπαμπά να έρθει από Γερμανία από έκθεση, περίμενα να δω τι θα μου φέρει καινούργιο. Οπότε, από μωρό δηλαδή, από μικρή μού είχε φέρει ένα τροχόσπιτο της Barbie. Έρωτας. Έπαιζα και με Barbie, δεν είναι ότι είχαμε μόνο τα ξύλινα, φυσικά. Τα έχω λατρέψει όλα. Αλλά, θυμάμαι ότι αυτή η έκθεση ήτανε σαν να μεγάλωσα ξαφνικά, ήταν σαν να έκλεισε ένας κύκλος σαν επειδή —γιατί μιλούσαμε και αγγλικά και εγώ μιλούσα και για την εταιρεία, αν και ήμουνα 16 χρονών. Βοηθούσα και τον μπαμπά και με αυτούς μιλούσαμε. Ταυτόχρονα, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν σαν να χαιρετούσα τα παιχνίδια! Δεν ξέρω τώρα τι μου ‘ρθε. Εννοώ ήταν πολύ έντονη αυτή η ανάμνηση, γιατί πήγα και μόνη μου με τον μπαμπά, που έλεγα: «Τώρα, εντάξει, ο μπαμπάς...». Ήξερα ότι εγώ θα είμαι η πιο δυνατή. Δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ μέχρι να πετάξουμε, ενώ εγώ τότε ήμουνα πολύ πιο κουλ με τα αεροπλάνα, όλο το ταξίδι, πού θα μείνουμε, πού θα πάμε κτλ. Και θυμάμαι ότι ήτανε… Ξέρεις, ακόμα και αν είχα τον μπαμπά μου, ήτανε σαν να μεγάλωσα ξαφνικά. Οπότε, και για αυτό που λέγαμε πριν για το μαγαζί, ήτανε σαν να… Ναι, ήτανε σαν δώρο. Σαν να κύλησε ομαλά. Αυτό, αυτό, τώρα που το σκέφτομαι. Ναι, και συνεχίζουμε στον αγώνα επιβίωσης, του ονείρου, της… Δεν ξέρω, τους στόχους, μικρούς και μεγάλους. Αλλά, με δουλειά και υπομονή και επιμονή και ψυχραιμία. Χωρίς ψυχραιμία δεν κάνεις τίποτα. Δεν κάνεις τίποτα. Και, ναι, και με ζεστή καρδιά με αυτούς που μπαίνουνε στο μαγαζί. Ακόμα και αν είναι περίεργοι και εσύ τους κατεβάζεις όλα τα παιχνίδια και στο τέλος δεν παίρνουν τίποτα, δεν πειράζει. Υπομονή και εκεί. Δηλαδή, πρέπει… Αυτό μου έχει μάθει βασικά το μαγαζί, πέρα από το θέατρο —γιατί το ένα συμπληρώνει το άλλο—, να μαθαίνεις τον άνθρωπο και να σέβεσαι τι είναι ο άλλος. Και έχουνε μπει, έχουμε δει πάρα πολύ περίεργους ανθρώπους, καλούς…
Θυμάσαι;
Τι; Τώρα θα… Σχεδόν κάθε μέρα έχουμε μία περίεργη ιστορία τύπου, όταν έχει και δουλειά! Από περίεργους πελάτες μέχρι να μην καταλαβαίνεις τι θέλουνε, να αναγνωρίζεις τώρα αυτός τι προβλήματα έχει στο σπίτι του. Ή διαβάζουμε τα παιδάκια που έρχονται μέσα, πώς μεγαλώνουνε σωστά, αν τα ‘χουνε καλομαθημένα ή κακομαθημένα. Είναι μία εμπειρία. Διαβάζεις όλο το πράγμα. Και χαίρεσ[00:40:00]αι. Εμείς χαιρόμαστε που έχουμε στάνταρ πελάτες, ας πούμε, που τους έχουμε «κερδίσει» και έχουμε γίνει το μαγαζάκι, ξέρεις, στην Ιπποκράτους, αλλά με πολύ κόπο και σιγά-σιγά. Εδώ και τις προάλλες, νομίζω —πότε ήταν; Οκτώβρης—, πέρασε και λέει: «Καλέ, πότε ανοίξατε;». Και είμαστε εμείς: «Είμαστε απ’ το ‘15 εδώ». Δηλαδή, όλο αυτό δεν είναι ότι κάνουμε και την τρελή διαφήμιση. Δεν έχουμε βγει. Και με όλα αυτά με τα social που γίνεται επιλέγω εγώ, επειδή τα διαχειρίζομαι, να μην μπω σε αυτό το παιχνίδι των συνεχόμενων giveaway και των… Εγώ σαν επιλογή μου, γιατί όσο δύσκολο και αν είναι, γιατί αν δεν προσαρμοστείς θα εξαφανιστείς, είμαι λίγο κατά. Γιατί θα ‘θελα να μιλήσω και για αυτό. Γιατί έχει γίνει μία σούπα και μία εκμετάλλευση, πιστεύω, και των ανθρώπων που είναι γνωστών και οι γνωστοί άνθρωποι θέλουν να εκμεταλλευθούν και να παίρνουν τζάμπα πράγματα. Και αυτό το λέω χωρίς τέτοιο και το ‘χω πει και ευθέως. Γιατί είμαι μέσα στο χώρο, έχω γνωρίσει και γνωστούς ανθρώπους, εννοώ όχι μόνο του θεάτρου, και καταλαβαίνω. Και εκεί διαβάζεις πώς ο άλλος θέλει να πάρει ένα τζάμπα πράγμα από το να αγοράσει και πώς θέλει να το προωθήσει. Οπότε, και αυτό είναι ένα μάθημα. Αλλά, επιλέγεις. Επειδή δεν κάνουμε τρελή διαφήμιση και δίνω, ας πούμε, συγκεκριμένα ή μόνη μου πληρώνω για να κάνω giveaway, έναν διαγωνισμό μία στο τόσο, ένα καλό παιχνίδι, δεν έχω μπει στο τριπάκι να πληρώσω έναν συγκεκριμένο άνθρωπο για να προωθήσει το προϊόν μου. Δεν το κάνω γιατί δεν είμαι αυτής της… Δεν ξέρω, δεν μου αρέσει. Θεωρώ λίγο ότι τα κάνουμε όλα για τα λεφτά. Ε, δεν ξέρω. Είναι λίγο αυτή η κατηγορία. Οπότε, με προωθούνε φίλοι μου άμα έρχονται στο μαγαζί. Αυτό είναι πιο ωραίο. Αυτό είναι πιο ευγενικό. Από κάποιους γνωστούς που μπορεί τώρα, που τους ήξερα καιρό αλλά να παίζουν τηλεόραση, έχουν γίνει πιο γνωστοί και... Αυτό είναι πολύ πιο ευγενικό και τους εκτιμώ και τους δίνω και δώρο από μόνη μου. Έτσι πάει. Από το να κάνω μία προώθηση, από το να μπω στη διαδικασία να λέω: «Ποιος έχει τους τους περισσότερους followers;». Αλλά, κι αυτό θέλει αντίσταση. Εννοώ, είναι εύκολο. Και όλη η εποχή μας βλέπεις ότι —πάντοτε ήταν έτσι— πάμε στο εύκολο. Είναι τώρα στη μόδα αυτό. Πάμε όλοι εκεί. Πάμε όλοι εκεί. Εντάξει.
Αυτό θα πρέπει να είναι και δύσκολο σε σχέση με τα ξύλινα παιχνίδια, παρότι είναι μία εποχή που κάπως στηρίζει τον πράσινο καπιταλισμό, ας πούμε;
Και αυτό έχει γίνει λίγο στη μόδα!
Ναι είναι της μόδας. Αλλά, μέχρι τώρα δεν ήτανε.
Όχι.
Εννοώ…
Όχι, δεν είναι. Και επίσης, έχω να πω σε αυτό το σημείο ότι η συγκεκριμένη εταιρεία κάνει αυτόν τον αγώνα χρόνια. Και υπάρχουν κάποιες εταιρείες που είναι στη μόδα και κάτι απλά λένε «ξύλινα παιχνίδια» και κάτι βάζουνε και… όχι. Εννοώ ότι… Και δεν είναι sustainable να αγοράζεις μόνο ένα ξύλινο παιχνίδι. Είναι όλη η φιλοσοφία που είναι δύσκολη, να μπεις σε αυτόν τον κόσμο. Και πώς βοηθάς πραγματικά τη φύση; Ή πώς ανακυκλώνεις; Η ανακύκλωση δεν είναι μόνο να βάλω τη σακουλίτσα. Είναι να χρησιμοποιήσω κάτι που το χρησιμοποίησε κάποιος άλλος. Εννοώ ότι… Ή να ψωνίζω από καταστήματα… όσο το δυνατόν από όχι μεγάλες αλυσίδες. Εγώ κάπως έτσι το βλέπω. Και από το μαγαζάκι της γειτονιάς ή από το μπακάλικο της γειτονιάς ή από τη λαϊκή. Μιλάμε, δηλαδή, να προσπαθούμε να κάνουμε πράξη αυτό. Δηλαδή, το sustainable έχει μέσα πολλά. Ας πούμε, να μπορείς να κάνεις τον δικό σου κήπο, που για μένα πλέον είναι ένα όνειρο, που μικρή δεν το είχα. Και λέω: «Κάποια στιγμή θα έχω σπιτάκι με κήπο». Και θα ‘χω, αλήθεια, γιατί βλέπω τη μαμά μου που χαίρεται στο χωριό που έχουμε κήπο και σκαλίζει, ενώ μικρή δεν το έλεγα αυτό. Και τρώω την ντομάτα της μαμάς το καλοκαίρι και λέω: «Α! Χριστέ μου, ναι!». Και λες: «Να σου πω κάτι; Αυτό δεν είναι;». Εννοώ ότι όσο μπορώ να χαρώ. Και εννοώ ότι είναι πολλά. Και ειδικά το πράσινο και όλο αυτό νομίζω ότι το ‘χουνε αρκετά στην επαρχία περισσότερο και στην Αθήνα έχει γίνει πιο πολύ μόδα. Τι είναι in, τι είναι… Ακόμα κι όλα τα μωρουδιακά που έχουνε βγει. Αλλά, είναι το πώς θα μεγαλώσεις το παιδί σου. Και αυτό είναι η παρατήρηση. Δηλαδή, βλέπουμε γονείς που παίρνουνε για την ομορφιά το παιχνίδι μας. Γιατί όντως, είναι πολύ όμορφα παιχνίδια, αλλά δεν το… Επειδή είναι στη μόδα. Ακόμα κι αυτό το ξεχωρίζεις. Και όλα αυτά που λέγαμε πριν.
Ποιο είναι το πιο ωραίο παιχνίδι Plan Toys που έχει περάσει, έτσι, από τα χέρια σου;
Μικρή ή γενικά;
Ό,τι θες.
Εγώ έχω πολλά αγαπημένα παιχνίδια, γιατί μεγάλωσα σ’ αυτά και τα βγάζουν ακόμα κάποιους κωδικούς, εξελιγμένους. Δηλαδή, για εμένα τα αγαπημένα μου ήταν τα φρουτάκια —το θυμάμαι αυτό— με το δίσκο, που είναι πολύ καλά, γιατί τα κόβεις. Έχει και μαχαιράκι. Και είναι για τη λεπτή κινητικότητα. Και αρχίζεις και κόβεις στη μέση το λάχανο και μαθαίνεις και τα φρούτα. Το θυμόμουνα! Έκοβα έτσι και μου άρεζε πολύ, γιατί έκανε «χρτς», γιατί είχε και ταινία, «χρτς», και μου άρεσε και ο ήχος, «χρτς». Τα λατρεύω! Και το ‘χω πουλήσει, έχω να πω, πάρα πολλές φορές αυτό το παιχνίδι, γιατί το ‘δειχνα με πολύ πάθος! Και πάντα λέω «Ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι» και όντως δεν λέω ψέματα! Και μετά τα κουκλόσπιτα, φυσικά, που έχει πάρα πολύ ωραία κουκλόσπιτα. Λίγο τσιμπημένα, αλλά έχουνε πολύ κόπο και αυτά να φτιαχτούνε, αλλά είναι ένα όνειρο. Και πάντοτε τα Χριστούγεννα πουλάμε περισσότερο, αλλά είναι ένα στολίδι για το σπίτι σου το κουκλόσπιτο. Και τα τσαγερό, το τσάι ήταν το αγαπημένο μου. Τότε ήταν κόκκινο. Τώρα έχουν βγάλει δυο τρία σχέδια, αλλά εκείνο το κόκκινο το κλασσικό το ξύλινο παίζει να το έχω ακόμα. Κάποια παιχνίδια θέλω να ρωτήσω τη μαμά αν τα έχουμε κρατήσει. Μ’ άρεσε πάρα πολύ το τσάι, γιατί έπινα τσάι —έπινα καφέ, βασικά, εγώ, γιατί εγώ ζήλευα. Μ’ άρεσε ο καφές από μικρή. Και είχα το δίσκο μου κι έλεγα: «Μαμά θα…». Και πήγαινα όταν έπινε η μαμά μου καφέ και έφερνα κι εγώ τον δικό μου δίσκο μαζί με τα φρουτάκια και μιλούσαμε κι εγώ έπινα το ψεύτικο το τσάι, γιατί ήτανε κουκλίστικο, ξύλινο, και ήταν τα αγαπημένα μου. Αυτά τα φρουτάκια και το τσάι. Και στην αδερφή μου, θυμάμαι, ήταν το μωσαϊκό, ένα που φτιάχνεις —γιατί πάντοτε ήταν πιο έξυπνη από μένα— σχήματα και παζλ και εικόνες από μικρά κομματάκια, διαφορετικά χρώματα. Το μωσαϊκό είναι κλασικό παιχνίδι σε πολλές εταιρείες. Είχε πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και είχε μία πλακέτα και μετά είχε και εικονίτσες δίπλα που μπορούσες να τις φτιάξεις ή και μόνη σου. Πολύ δημιουργικό και αυτό. Η αδερφή μου είχε το μωσαϊκό και εγώ νομίζω είχα αυτά. Τι άλλο είχα; Τα σπιτάκια, που κάναμε ολόκληρες οικογένειες, εννοείται. Α, ναι! Και τα σπιτάκια, που δεν βγαίνουν πια, που ήταν σαν δωματιάκια, σαν bungalows που είναι στις διακοπές, και ήταν ανοιχτά και τα διαμόρφωνες όπως ήθελες. Κι αυτό είχε πολλή πλάκα. Δεν υπάρχει πια αυτός ο κωδικός. Κρίμα. Μας άρεσαν τόσο πολύ σαν δωματιάκια αυτά! Ήτανε τσακ-τσακ-τσακ και τα ‘χτιζες σαν… Ήταν πάρα πολύ ωραία αυτά τα σπιτάκια. Αυτά μάς άρεσαν περισσότερο από όλα. Αυτά. Τι άλλο; Τι άλλο να πούμε γι’ αυτή την εκπληκτική εταιρεία;
Θυμάσαι κάποια στιγμή, έτσι, έντασης με τον μπαμπά σου σε σχέση με την εταιρεία;
Ναι. Αυτό που θυμάμαι έντονα, αλλά δεν είναι ένα πράγμα, δηλαδή δεν είναι ένα συγκεκριμένη περιστατικό, είναι ένα πράγμα το οποίο παλεύαμε να του αλλάξουμε τη νοοτροπία καιρό, γιατί ο μπαμπάς είναι πολύ αγαθός και καλός με όλους και εγώ με την αδερφή μου —εγώ περισσότερο— έλεγα: «Όχι, δεν θα δίνουμε αν δεν πληρώσουνε». Και ειδικά με την κρίση χάσαμε ένα τεράστιο ποσό από έναν άνθρωπο που τον στήριξε πάρα πολύ και ακόμα είμαστε στα δικαστήρια και δεν ξέρουμε καν τι έχει. Και είναι τύπου, μπορούμε να πάρουμε σπίτι αλλά ο μπαμπάς δεν το κάνει. Δηλαδή, όταν μιλάμε —δεν είναι μόνο αυτός— ότι ήτανε πολύ καλός. Και πάντοτε ερχόμασταν σε ρήξη, με την έννοια ότι και αυτός επέμενε ότι «Αν δεν το ‘χα κάνει αυτό, δεν θα ήξεραν την Plan Toys τόσο. Γιατί ήθελε μεγάλο αγώνα». Αλλά, πάντα νομίζω υπάρχει μία ισορροπία, γιατί και εγώ όταν ήμουνα πιο μικρή, ήμουνα πιο «Όχι, τέλος». Ήμουνα πιο… όχι σνομπαρία, εννοώ ότι ήμουνα πολύ πιο κάθετη, γιατί ξέρω ότι έχει ταλαιπωρηθεί πολύ ο μπαμπάς. Γιατί με τα χρήματα πάντοτε είχαμε ένα πράγμα, αυτό, ότι «Πρέπει να βρούμε τώρα τόσα. Έρχεται το κοντέινερ. Τι θα γίνει;». Γιατί πάντοτε όταν παραγγέλνουμε, δύο ή τρεις φορές το χρόνο, αναλόγως την εποχή, πρέπει να βρεις, γιατί το προπληρώνεις, οπότε πρέπει να μαζευτούνε συγκεκριμένα χρήματα. Και αυτό. Ανά περιόδους έβλεπα τον μπαμπά να βασανίζεται και να παίρνουμε τηλέφωνα, να μας λένε… Ακόμα και μικρό ποσό. «Δώσε μας, 500 ευρώ μάς χρωστάς», «1.000 ευρώ», «300 ευρώ». Και είναι πολύ περίεργη αυτή η διαδικασία. Και είναι πολύ περίεργο να ζητάς λεφτά. Αλλά, έτσι είναι η δουλειά. Και πάντοτε με τον μπαμπά για αυτό ερχόμαστε σε σύγκρουση, γιατί λίγο τον εκμεταλλεύονταν κάποιοι πελάτες μας ενώ έδινε την ψυχή του. Και κάποιος άλλος είχε εξαφανιστεί τελείως και τον ψάχναμε. Δηλαδή, μας έχουν τύχει τέτοια περιστατικά, επειδή αυτός —αυτό που έλεγα και πριν σαν επιλογή— δεν απαιτούσε με τη μία τα χρήματα. Και επίσης, πάντα τους έλεγε ότι είναι δύσκολο το μαγαζί. Και εγώ πονούσα, γιατί έδινε την ψυχή του σ’ αυτούς. Δεν ήταν ένας έμπορος που λέει: «Έλα να πάρεις το παιχνίδι, έλα να πουλήσεις, τέλος. Ένα και ένα». Ήθελε, ήθελε, γιατί ήξερε ότι για να πουλήσεις το παιχνίδι πρέπει να το μάθεις. Έκανε και κάνει ακόμα να αγαπήσουν την Plan Toys. Δηλαδή, πρώτα θα αγαπήσεις αυτό που θα πάρεις. «Και μετά πώς θα το πουλήσεις;» έλεγε. Και είναι λογικό. Αν[00:50:00]εβαίνουμε να παίξουμε εμείς στη σκηνή. Δεν πρέπει να μάθουμε το έργο; Δεν πρέπει να το γνωρίζουμε; Δεν πρέπει να δούμε το ρόλο; Εννοώ, είναι το ίδιο πράγμα. Και όλα στη ζωή. Κάπως το συγκρίνω πάντα αυτό μέσα μου. Και άλλες φορές νομίζω, ναι, είναι πράγματα που μαλώνουμε ακόμα και τώρα. Η αδερφή μου σε αυτό τον πιέζει πιο πολύ, ότι «Δεν θα κάνεις και αυτό, θα το κάνουμε εμείς. Δεν θα τρέξεις εκεί, θα το τρέξουμε εμείς. Άκουσε μας λίγο μπαμπά, μην είσαι ξέρω ‘γω…» Αυτό. Ή ας πούμε, τότε που έπρεπε να μας αναλάβει μια εταιρεία, όταν αρχίσαμε να έχουμε μία digital marketing —και τώρα έχουμε αλλάξει τρεις. Tώρα είμαστε σε μία, έτσι, πιο από φίλους, που είναι μικρή αλλά κάνει εξίσου καλή δουλειά. Οι άλλες δύο στην αρχή ήταν απόλυτος ο μπαμπάς ότι δεν κάνει, ενώ είναι απαραίτητο να το διαφημίζεις στην Google με banners, γιατί εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε. Και όντως υπάρχει αυτή η εταιρεία που το κάνει. Εννοώ, είναι δουλειά, αλλά είναι ένας υπάλληλος και από όσα τρέχουνε. Οπότε, αυτό αργήσαμε πολύ να τον πείσουμε ότι η αγορά πλέον είναι το e-shop. Αυτό που έγινε πριν από πέντε χρόνια με τα e-shop και τα χτίσαμε και τα φτιάξαμε, έπρεπε να μας ακούσει, και εκεί δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι δεν είναι μόνο το κατάστημα. Και φυσικά, μας έχει κάνει πάρα πολύ καλό όλα τα χρόνια και πώς το χτίσαμε το e-shop και το χτίζουμε και το αλλάζουμε κτλ. κούτσα-κούτσα, γιατί και αυτό είναι αρκετό, συνέχεια θέλει ανανέωση με όλα τα τεχνολογικά, την εξέλιξη την τεχνολογική, τέλος πάντων. Οπότε, δεν μας άκουγε σε αυτό, ενώ στην πράξη μάς έλεγε: «Τώρα φέρνει αυτό, τώρα φέρνει τόσα». Δηλαδή, ήταν στατιστικά: «Τι πρέπει να προωθήσεις». Εμείς λέγαμε, ξέραμε. «Τώρα θα προωθήσουμε αυτό. Μπαμπά, τι θέλουμε τώρα να προωθήσουμε;». «Εκείνο, εκείνο». Κι έβλεπες ότι μπορεί να πουλάει. «Ποιο θα βάλουμε σε προσφορά;». Ότι αυτό, επειδή πέφτει στο μάτι, το βλέπεις. Εννοώ η διαφήμιση. Αλλά και αυτή όσο μπορούμε, δηλαδή οικονομικά εμείς το ορίζουμε. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε ποτέ τεράστιο ποσό. Αλλά, πρέπει να υπάρχεις, ας πούμε. Όταν γκουγκλάρεις «ξύλινο αλογάκι», ε, δεν θα βγεις πρώτος, δεύτερος; Ε, θα βγεις, αφού έχουμε τα καλύτερα ξύλινα αλογάκια! Εννοώ έτσι, αυτές οι συγκρούσεις. Άλλες συγκρούσεις; Το έλεγα τις προάλλες τώρα και θυμήθηκα. Είναι άσχετο, αλλά μία φορά με έχει μαλώσει ο μπαμπάς μου. Ήμουνα τρίτη Δημοτικού ή τετάρτη και είχα αρχίσει πιάνο. Δεν μου άρεσε, όμως, το πιάνο. Το βαριόμουνα. Και μάλιστα, έκανα πιάνο στην ίδια πολυκατοικία. Στον πέμπτο όροφο ήταν η δασκάλα και εμείς στο δεύτερο. Και πάω η έξυπνη στο μάθημα, αλλά δεν ήθελα να πάω. Και βγαίνω στο δρόμο και κάνω κύκλους στο τετράγωνο. Τρίτη Δημοτικού. Χωρίς να σκεφτώ ότι η δασκάλα θα πάρει τηλέφωνο τη μαμά και τον μπαμπά να τους πει: «Πού είναι η Αθανασία; Δεν ήρθε στο μάθημα». Και εγώ έκανα γύρους, γιατί πάντοτε ήμουνα πιο…. Είχα μία διάσπαση προσοχής. Δεν μπορούσα με τα μουσικά όργανα. Και είναι ένα κόμπλεξ μου, ας το πω αυτό, να συγκεντρωθώ τόσο. Και φτάνω στο σπίτι μετά από λίγη ώρα, γιατί είχανε τρομάξει. Δεν υπήρχε κινητό. Ένα παιδί τρίτης Δημοτικού βγαίνει στο δρόμο. Βγαίνει στο δρόμο εννοώ ότι όσο κι αν είναι Καρδίτσα και ήξερα τη γειτονιά, γιατί παίζαμε με τα παιδιά, ήτανε μόνη μου. Και θυμάμαι με είχε μαλώσει τόσο πολύ ο μπαμπάς και είχε φωνάξει και είχε κοκκινίσει και είχε αγχωθεί. Δηλαδή, δεν τον έχω δει… Και μου έχει μείνει αυτή η εικόνα, ότι πώς νευρίασε τόσο πολύ ο μπαμπάς, γιατί όντως ανησύχησε τόσο πολύ για μένα, γιατί μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Δηλαδή, και σχολείο μαζί με την αδερφή μου πηγαίναμε, μαζί το πρωί, ακόμα κι αν ήτανε δίπλα. Εκείνη τη μέρα είχα κάνει μεγάλο περίπατο, στο σχολείο γύρω-γύρω, δηλαδή είχα λείψει πολύ από το σπίτι. Και με όλα αυτά μαθαίνοντας, που μεγαλώνεις και τόσα ακούς, σκέψου πόσο τρομάρα είχε πάρει ο μπαμπάς μου. Πω, αυτό.
Τι θυμάσαι, έτσι, από το ταξίδι στην Ταϊλάνδη;
Θέλω να ξαναπάω —και κάθε χρόνο λέμε και γίνεται κάτι—, γιατί ήμουνα μικρή και δεν το χάρηκα όσο θα το ήθελα.
Πότε ήτανε;
Πρέπει να ‘τανε δευτέρα Γυμνασίου, τρίτη Γυμνασίου; Δεν θυμάμαι, 14-15; Ναι, δεν ήμουνα Λύκειο σίγουρα. Έχω πάρα πολλές, πάρα πολλές ιστορίες από το ταξίδι. Καταρχάς, με το που κατεβαίνεις απ’ το αεροπλάνο δεν αναπνέεις. Στην αρχή παθαίνεις ένα σοκ, γιατί έχει μία περίεργη ξηρασία και ζέστη. Και είχαμε πάει Ιούνιο, αν θυμάμαι, που γενικά ήτανε καλά, λίγο πριν αρχίσουνε —γιατί πρέπει να πας σε συγκεκριμένη περίοδο, πριν αρχίσουν οι μουσώνες και το τροπικό αυτό. Και μας είχανε καλέσει. Στην αρχή είχαμε μείνει Ταϊλάνδη και μας πήγαιναν στα διάφορα παλάτια εκεί που έχουν με χρυσό και στις αγορές τις καλές. Και μετά στην Ταϊλάνδη… Αλλά, επειδή αυτοί μάς πήγανε, είδαμε και το άλλο άκρο. Γενικά, η Ταϊλάνδη, η Ταϊλάνδη είναι μία πόλη-χώρα. Η Μπανγκόκ, βασικά ήμασταν, συγγνώμη, στην Μπανγκόκ ήμασταν, στην Μπανγκόκ και μετά πήγαμε Trang. Η Μπανγκόκ έχει τα δύο άκρα. Βλέπεις ουρανοξύστες τεράστιοι, πολύ πλούτο και πολλοί να μένουνε πάνω σε ποτάμι σε καλύβες, ούτε καν καλύβες, δωματιάκια. Βλέπεις το άλλο άκρο. Να πουλάνε στους δρόμους, να βλέπεις την τεράστια αγορά, τα εμπορικά κέντρα και μετά οι αγορές να είναι, ξέρεις, στο δρόμο οι πωλητές με τα τυλίγματα στο χέρι, φαγητό και αυτό. Ήμουνα μικρή, δεν ζήσαμε τη νύχτα, για παράδειγμα, για να έχω μία εμπειρία που… Νομίζω σε μία χώρα πλέον, άμα πάω, πολύ βλέπω τη νύχτα. Στη νύχτα τη βλέπεις την πόλη. Μ’ αρέσει εμένα γενικά η νύχτα, οπότε εκεί τη γνωρίζω. Και όταν είχαμε πάει οικογενειακά, είχαμε μείνει σε τέλειο ξενοδοχείο. Μας είχαν εκεί στην Μπανγκόκ, που ‘βλεπες, και μετά πήγαμε στο Trang. Και εκεί ήταν ένα όνειρο. Πάλι σε ωραίο ξενοδοχείο. Και η θάλασσα περίεργη, που γινόταν και παλίρροια το βράδυ, αυτό που φεύγει το νερό, αυτό, μες στο δάσος. Πολύ φαγητό. Και ο μπαμπάς τον πείραζαν τα καυτερά και ο γλυκούλης ρευότανε στους… Αυτό δεν μπορώ να μην το πω! Είχε πολλή πλάκα, γιατί ήταν άλλη κουλτούρα και αυτοί… Έχω γελάσει πάρα πολύ σε αυτό το ταξίδι. Και πάλι με τον μπαμπά ιστορίες, γιατί τον πείραζαν τα πάντα. Του άρεσαν κιόλας τα καυτερά, γιατί τα τρώει. Τέλος πάντων, έχει πολλή πλάκα. Και ταυτόχρονα ήμασταν με την αδερφή μου μόνοι μας στο δωμάτιο. Πολύ λουξ πράγματα, γιατί ήταν όλα πληρωμένα από την εταιρεία, οπότε ποτέ δεν είχα πάει σε κάτι τέτοιο. Αλλά, και εκεί ταυτόχρονα ήταν ωραία βόλτα και στο εργοστάσιο, στο δάσος.
Πώς ήτανε το εργοστάσιο;
Μας πέρασαν όλη τη διαδικασία, το στάδιο. Πώς έρχονται τα ξύλα, πώς περνάνε, πώς το πριονίδι, μετά τα χρώματα, μετά πήγαμε πώς τα βάζουν στα κουτιά, πώς τα συνθέτουνε, πώς… Δεν είναι ακριβώς χειροποίητα, αλλά ένα μέρος είναι χειροποίητο, εννοώ κάποια διαδικασία. Και αυτό που παρατήρησα και πραγματικά το λέω ήταν όλοι… Είναι και καλός λαός οι Ταϊλανδοί, δηλαδή αυτό που γνώρισα και είδα. Φάγαμε και μαζί τους στο διάλειμμα όλοι μαζί, ξέρω ‘γώ, έξω που δουλεύουν οι εργάτες, και ήτανε όλοι χαρούμενοι. Και εγώ πήγαινα και τους ρωτούσα: «Is it OK here? Are they good people?». Όλο κάτι τέτοια τούς έλεγα, γιατί ήθελα να ξέρω, ήθελα να μάθω. «Yes». Δεν καταλάβαιναν, βασικά. Βέβαια, τα μετέφραζαν, νομίζω, γιατί είχαμε και μεταφραστή στα... Τέλος πάντων, είχε πολλή πλάκα. Και το είδα ότι τα κάναν με πολλή αγάπη κι εκείνοι, γιατί όντως ήταν από τις εταιρείες οι οποίες δουλεύανε και πληρώνονται καλά. Δηλαδή, έχει πάρει με τα χρόνια τέτοια βραβεία, γιατί στην Ταϊλάνδη συνήθως, αν δεν είναι η βάση άλλης εταιρείας, τα εργοστάσια δεν είναι ό,τι καλύτερο. Όπως είπε, δουλεύουν παιδιά κτλ. Οπότε, το είδαμε από μέσα όλα τα στάδια. Και μας είχαν χαρίσει, μας είχαν χαρίσει διάφορα πραγματάκια. Και θυμάμαι, είχανε σχεδιάσει για δώρο ένα πιανάκι μικρό —αχ, αυτό το ‘χω… Ναι, ναι, δεν το ‘χω—, που το κούρδιζες και έπαιζε μόνο του. Ένα πιανάκι ξύλινο. Αυτό είναι τέλειο! Ναι, και μας έδιναν δωράκια. Θυμάμαι ότι είχαμε κουβαλήσει φρούτα! Μας είχανε κάνει ένα κουτί —και αυτό πέρασε από έλεγχο—, φέραμε φρούτα. Ανανά, δεν έχω φάει τέτοιο ανανά σε όλη τη ζωή μου, που λατρεύω τον ανανά. Δεν υπάρχει αυτός ο ανανάς εκεί! Κλαις από χαρά. Εμένα είναι το αγαπημένο μου φρούτο. Μετά κάτι περίεργα… Δεν θυμάμαι τα ονόματα. Τέτοια χρώματα, τέτοια γεύση. Θυμάμαι τη γεύση. Και έλεγε ο μπαμπάς «Μόνο και μόνο για τα φρούτα θα ερχόμουνα ξανά», γιατί τρώει πάρα πολλά φρούτα ο μπαμπάς. Επίσης, έχω να πω για τον μπαμπά ότι είναι διατροφολόγος πια, γιατί τρελαίνεται με τη σωστή διατροφή. Και με το άγχος, όλο αυτό… Καλά, από πάντα έτρωγε φρούτα, αλλά είχε πλάκα, γιατί τον κοροϊδεύουμε, «Τώρα αυτό δεν πρέπει να το φας», το ψωμί κτλ. Είχε πλάκα γιατί είχε πει ότι «Στην Ταϊλάνδη θα έρθω για αυτό», αν και αυτός πήγαινε για δεύτερη φορά, γιατί είχε πάει το… ‘95, το ‘96; Μόνο με τη μαμά. Ήταν η δεύτερη φορά που πήγαινε και το έκανε για μας το ταξίδι, για να πάμε όλοι μαζί οικογενειακώς και να έχουμε να θυμόμαστε. Εννοώ, ήταν πολύ… Μετά μεγαλώνοντας, δεν πας διακοπές με τους γονείς σου. Οπότε, ήταν οι τελευταίες διακοπές. Αλλά, τι άλλο; Στην Ταϊλάνδη, ναι. Και μετά ήμασταν και στα γραφεία …Α! Και αυτό το κομμάτι της ενηλικίωσης ήτανε. Γιατί πήγαμε και στα γραφεία τα κεντρικά, που μας έδειχναν πάλι τα καινούργια παιχνίδια αλλά και συζητούσαμε και ένιωθα πολύ μεγάλη, γιατί έλεγα τη γνώμη μου. Και τότε είχα και πολύ φρέσκα τα αγγλικά. Και αισθανόμουνα, ξέρεις, ενώ ήμουνα 12-13 —δεν θυμάμαι—, ότι λέω την άποψή μου κι εγώ. Και ένιωθα πολύ… Μαζί με την αδερφή μου, βέβαια. Αυτή να με κοροϊδεύει για τα αγγλικά. Και πάντοτε το είχα αυτό. Ήμουνα, ξέρω ‘γώ, πολύ επικοινωνιακή και έλεγα: «Εγώ πιστεύω ότι αυτό το παιχνίδι θα ήταν καλύτερα να λειτουργούσε και έτσι». Δηλαδή, είχα πει… Και άκουγαν, μας έλεγαν «Ναι», γιατί τον [01:00:00]αγαπούσε πολύ τον μπαμπά, τον αγαπάει ο Βιτούλ πάρα πολύ! Και αυτός ο Βιτούλ… ο άνθρωπος απλά ταξιδεύει. Πλέον δεν έχει σχέση με την εταιρεία. Μόνο σχεδιάζει —δεν σχεδιάζει, δεν είναι ενεργός. Είναι ο γιος του και ανίψια, είναι άλλοι, δεν είναι ενεργός. Και έχει ταξιδέψει παντού! Και στο Θιβέτ. Και είχα πει ότι με αυτόν —μου είχε πει την εμπειρία— θέλω πολύ να πάω στο Θιβέτ κάποια στιγμή. Άσχετο, αλλά μου είχε εξηγήσει ένα ταξίδι μόλις τον είχαμε δει εδώ, γιατί ερχότανε πού και πού με τη γυναίκα του, την Πιμάιν, Ελλάδα και μας μιλούσε για τα ταξίδια του. Και μας είπε για το Θιβέτ πολύ ωραίες ιστορίες. Και κάτι τελευταίο που τους έκανε εντύπωση τρομερή και έβγαζαν φωτογραφία.
Τους είχαμε φιλοξενήσει στο χωριό, στο Γεωργικό, και τους έκανε εντύπωση οι φωλιές των πουλιών, επειδή εμείς έχουμε και δεν τις χαλούσαμε. Και αυτό δεν το βλέπω συχνά. Ας πούμε, στην Αθήνα δεν υπάρχει, που πηγαίνουν και φτιάχνουν φωλίτσες τα πουλάκια. Και είχαμε στα μπαλκόνια και τους έκανε τρομερή εντύπωση. Και τα χάζευαν τα πουλάκια. Και τότε ήταν και άνοιξη-καλοκαίρι —δεν θυμάμαι πότε είχαν έρθει— και στο χωριό έχουμε πολλά πουλάκια και χελιδονάκια. Και δεν είχαν δει και χελιδόνι, κάτι τέτοιο. Και θυμάμαι ότι φωτογραφούσαν επί ώρα τη φωλιά απ‘ τα χελιδονάκια. Ναι, δεν θα το ξεχάσω αυτό. Πολύ καλοί άνθρωποι. Είναι αυτό που λέγαμε, ότι πάντα στη ζωή σου τι θα σου ‘ρχεται; Άμα έχεις μεγαλώσει καλά, θα σου ‘ρχονται καλά. Ακόμα κι ας έρθουνε κακά, θα τα διαχωρίσεις κάποια στιγμή. Τέλος πάντων, όλα εμπειρίες είναι.
Θυμάσαι τα πρώτα χρόνια στην Plan Toys, στην Καρδίτσα; Επειδή μου είπες ότι…
Α! Ναι. Θυμάμαι πάρα πολλά. Γενικά, πάσχω από αυτό, από τη μνήμη και απ’ την αναμνήσεις. Και θυμάμαι ότι όταν το χτίζαμε… Ο μπαμπάς πρώτα είχε το βιβλιοπωλείο. Ήτανε στην Καραϊσκάκη αρχή-αρχή, τώρα που είναι ένα… σούπερ μάρκετ; Δεν θυμάμαι. Ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Μετά το άλλαξε και πήγε πιο κάτω, Καραϊσκάκη 27 είναι τώρα, που έκανε το βιβλιοπωλείο. Και επειδή στην αρχή φέρνει και για χαρτικά και για παιδικούς σταθμούς κτλ., το κάτω ήταν έτσι, μόνο για βιβλία και χαρτικά και πάνω είχε την Plan Toys, που κι εκεί παίζαμε και εμείς τα φτιάχναμε και όλοι μαζί. Και ήταν και το γραφείο του πάνω. Αλλά μετά, επειδή ήταν μικρό —κάπως ένιωθε ότι ήθελε να κάνει όλη την έκθεση και δεν μπορούσε να είναι ανοιχτά όλα τα παιχνίδια—, πήρε και το δίπλα. Δεν θυμάμαι πότε ήταν αυτό. Και θυμάμαι που είχαν έρθει και φίλοι μας, δύο παιδιά, και βοηθούσαμε να μετακινήσουμε τα βιβλία, να μετακινήσουμε τα παιχνίδια, δηλαδή ήτανε πολλή δουλειά. Μου είχαν πονέσει τα χέρια, θυμάμαι, εκείνο το καλοκαίρι, να κάνουμε την αλλαγή —εννοώ, όσα παιχνίδια ήτανε—, την αλλαγή στο ένα μαγαζί στο άλλο. Δηλαδή, το ένα παρέμεινε, το κάτω, αλλά το πάνω θα βάζαμε άλλα πράγματα. Και θα παίρναμε όλα τα παιχνίδια και θα τα πηγαίναμε εκεί. Και θέλαμε και εμείς να βοηθήσουμε πέρα από τα παιδιά στο μαγαζί και ήμασταν όλοι και χτίζαμε, φτιάχναμε όλοι το καινούργιο μαγαζί, όπου και εκείνο είναι βαμμένο πολύ ωραίο, στην Καρδίτσα. Είναι σαν έκθεση. Ήτανε μεγάλη ευτυχία και όνειρο του μπαμπά που το κατάφερε. Αλλά, όλα τα έκανε σιγά-σιγά. Και μου λέει: «Σιγά-σιγά, Αθανασία μου, απλά, όλα θα γίνουν. Και αυτό μην, μην… Να είναι μακρύς ο δρόμος». Οπότε, αυτό ήτανε μεγάλο. Και χαιρόμουνα που χαιρόταν ο μπαμπάς. Έτσι πάει. Και ο μπαμπάς χαίρεται όταν χαίρομαι εγώ ή όλοι μας. Και το θυμάμαι αυτό, ότι περνούσαμε, παίρναμε τα αυτά και φτιάχναμε το καινούργιο μας μαγαζί, δηλαδή ήτανε κάτι… Και μετά έγινε το καινούργιο μαγαζί εδώ. Και αυτό ήτανε κάτι με πολύ άγχος και στρες και, ξέρεις, «Τώρα τι κάναμε; Πού πάμε;», ξέρεις, με όλα τα προβλήματα που μπορεί να έχουμε με την αδερφή μου, γιατί είμαστε πολύ διαφορετικές σε πολλά πράγματα. Αλλά, με τον καιρό έχουμε ξεχωρίσει, «Τώρα κάνεις εσύ αυτό, τώρα εγώ», ή επικοινωνούμε καλύτερα. Λέω: «Αυτή την περίοδο έχω πολύ πιο πολύ πρόβα. Δεν μπορώ να είμαι στο μαγαζί». «Εντάξει, δεν πειράζει». «Τώρα εγώ θα φύγω, θα κάνω μία εκπαίδευση». «Ωραία θα είμαι εγώ στο μαγαζί». Δηλαδή, θέλει με έναν συνεχόμενο σεβασμό, αλληλοσεβασμό και ένα… για όποιες δυσκολίες και ας έρθουνε. Γιατί πάντα έρχονται. Αυτό που έλεγα και πριν. Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδο για το εμπόριο, για τις τιμές, για όλο τον κόσμο, για όλα αυτά που γίνονται. Και είναι τρομερό ότι μερικές φορές χαίρεσαι με τα πολύ έτσι, με τα απλά. Δηλαδή, εγώ χαίρομαι πιο πολύ τώρα όταν πουλάμε μία λαμπάδα τώρα 12 ευρώ από το να πουλήσουμε ένα, ξέρω ‘γώ, ακριβό παιχνίδι. Δεν ξέρω. Καταλαβαίνεις περίπου τι εννοώ; Γιατί την έχουμε φτιάξει εμείς τη λαμπάδα! Εννοώ με αυτή την έννοια. Ναι. Και χαίρομαι που τώρα δώσαμε και σε μία καινούργια πελάτισσα στη Μύκονο που άνοιξε, πολύ καλούλα —που αυτή ήταν χρόνια πελάτισσα μας. Ήταν ξένη και έμενε εκεί κι άνοιξε ένα μαγαζάκι. Τώρα το ανοίγει. Και πήρε πράγματα και της δώσαμε και είκοσι λαμπάδες! Και λέμε, εντάξει, πλάκα-πλάκα: «Θα ‘μαστε και στη Μύκονο». Συγνώμη, αλλά… Εννοώ, είμαστε σε νησιά. Καταλαβαίνεις πώς το λέω, γιατί δεν είμαστε… Ή… Έχουμε πολλά νησιά, έχουμε κάποιους πελάτες, αλλά έχει πλάκα γιατί λέμε —το κοροϊδεύουμε κιόλας: «Καλά, οι λαμπάδες μας θα κάνουνε θραύση στη Μύκονο!». Αστείο. Εννοώ ότι έχει πλάκα κι αυτό. Ναι.
Δεν ξέρω αν θέλεις κάτι άλλο να προσθέσεις από όλη τη διαδρομή για την Plan Toys.
Αυτό που ξέχασα να πω το σημαντικό, που πιστεύω ότι είναι μακρύς ο δρόμος ακόμα —να είμαστε καλά, γιατί πραγματικά, αλήθεια, είναι μια κλασική φράση που έλεγε η γιαγιά, αλλά όλα λύνονται όταν είσαι καλά—, είναι ότι έχουμε και τον Λουκά, τον Λουκά που είναι η μασκότ του μαγαζιού. Αυτόν ξέχασα να τον αναφέρω. Και μας έχει φέρει πολλούς πελάτες, γιατί είναι κουτσομπόλης και κάθεται μπροστά και όταν έχουμε ανοιχτή την πόρτα στο χαλάκι δεν φεύγει, γιατί είναι και μαμάκιας και μας αγαπάει. Οπότε, φέρνει πελάτες. Δηλαδή, έχει τύχει να πάρει τηλέφωνο κάποιος και να λέει: «Είναι ο Λουκάς εκεί να έρθουμε να ψωνίσουμε και να παίξουμε;»
Ο Λούκας είναι σκύλος.
Ο Λούκας είναι σκύλος. Δεν το είπα, συγνώμη. Είναι το σκυλάκι μου. Δύο χρόνια τον έχω. Είναι γλυκάκι και μοιάζει με το μαγαζί, γιατί είναι κι αυτός καφετής και είναι γλυκούλης. Και τον πηγαίνω συνέχεια μαζί, ειδικά τότε —μετά την καραντίνα τον πήρα την πρώτη— τον είχα συνέχεια μαζί μου, είχα χρόνο. Όποτε, τον έμαθα. Είναι το δεύτερο σπίτι του. Του λέω: «Πάμε στο σχολείο, Λουκά». Του λέω τέτοια. Ακόμα και ο Λουκάς είναι μία καλή ενέργεια μέσα στο μαγαζί. Και γενικότερα, όταν έχεις καλή ενέργεια δεν φοβάσαι τίποτα, εννοώ καλούς ανθρώπους. Και τα παιδιά, δεν υπάρχει ζήλια, δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Χαίρονται, στεναχωριούνται αν δεν έχουμε δουλειά. Όταν ας πούμε, μετά από έναν χρόνο προσπαθούμε να τους κάνουμε όσο μπορούμε μία συγκεκριμένη αύξηση, ξέρεις ότι το εκτιμάνε και βλέπεις ότι το προσπαθούνε κι αυτό. Γιατί πραγματικά είμαστε μία μικρή εταιρεία, μία επιχείρηση που δεν μπορείς… Ξέρεις, σιγά-σιγά γίνεται όλο και βλέπεις, χαίρεσαι… αυτό. Ξέρεις ότι εξαρτάσαι από αυτούς. Ή εμένα μου αρέσει όταν μου κάνουν παρατήρηση τα παιδιά για κάτι, ξέρω ‘γώ. Ακόμα μαθαίνεις. Δεν ξέρω, είναι…
Τι είναι για σένα η Plan Toys;
Νομίζω, είναι… Είναι… Περιέχει πολλά αυτό που θα πω, είναι μεγάλη φράση, αλλά είναι όλη μου η ζωή. Εννοώ, είναι σαν να έχω πραγματικά… σαν να είναι ένας άνθρωπος, σαν ένας αγαπημένος άνθρωπος, γιατί ακόμα και τα αντικείμενα έχουνε κάτι πάνω. Το πιστεύω αυτό. Και είναι ο μπαμπάς μου…
Το ξαναλές αυτό;
Ναι. Ότι η Plan Toys είναι όλη μου η ζωή, γιατί είναι ο μπαμπάς μου, είναι η αδερφή μου, είναι η μαμά μου, γιατί στηρίζει με άλλον τρόπο τον μπαμπά μου. Είναι άνθρωποι που έχουνε λατρέψει τα παιχνίδια. Είναι τα παιδιά που έρχονται και ψωνίζουν και παίζουν. Είναι το άγχος μου, είναι η χαρά μου, είναι το αποκούμπι μου. Δηλαδή, ακόμα κι αν δεν είμαι καλά και ξέρω ότι δεν έχει δουλειά για να πάω και εγώ στο μαγαζί, πηγαίνω και μπορεί να διαβάσω ή, δεν ξέρω, να κάνω κάτι άλλο στον υπολογιστή άκυρο ή… Δεν ξέρω, μου φτιάχνει τη διάθεση με κάποιο τρόπο. Ακόμα και όταν ήμαστε κλειστά και με κατεβασμένα τα ρολά τότε στην καραντίνα, ένιωθα πολύ τυχερή. Ναι, είναι πολύ τυχερό. Τα σκέφτομαι και εγώ τώρα για να λέω ότι, ξέρεις, δεν είναι τίποτα δεδομένο. Αλλά, ξέρεις, νομίζω είναι ο μπαμπάς μου, για αυτό κάπως τα συνδέω και… ναι. Και θέλω όπως αυτός… Χρέος μας έτσι. Αυτό σημαίνει για μένα η οικογένεια, όταν έχεις μεγαλώσει όμορφα, ότι υπάρχουν μεγαλώνοντας —γιατί μεγαλώνουν οι γονείς και γίνεται αυτός ο κύκλος, γίνονται παιδιά, έχεις εσύ καθήκον, αν έχεις μεγαλώσει σωστά και τους θέλεις δίπλα σου τους γονείς σου, έχεις το καθήκον να τους σέβεσαι και να τους φροντίσεις και να… Γιατί αύριο-μεθαύριο… Περνάνε τα χρόνια και τώρα το συνειδητοποιώ ότι θα χρειαστεί να κανονίσω κάποια πράγματα στην Καρδίτσα, εννοώ να πάρω κάποιες άλλες αποφάσεις. Αλλά, αυτά πάνε σιγά σιγά. Αλλά, και αυτό έχω χρέος να το κάνω αυτό με πολλή αγάπη. Και όσο πόνο μπορεί να έχει και όσο μπορεί να αφήσω άλλα πράγματα εδώ στην Αθήνα, θα πρέπει να κανονίσω κάποια πράγματα εκεί. Αλλά, για εκεί θα το κάνω με πολλή αγάπη. Γιατί αυτός ο άνθρωπος μού έδωσε, ξέρεις, μία πολυ[01:10:00]τέλεια ζωής, ας το πω, πολυτέλεια με την έννοια, ξέρεις, του να ζω, του να ζω με ομορφιά και πίστη και να παλεύω όσες δυσκολίες και να έρχονται, ειδικά και στο θέατρο, που κι εκεί είναι πολλές. Και τον ευχαριστώ πολύ και τον αγαπώ πολύ. Αυτά.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την ιστορία.
Εγώ, Ειρήνη μου. Ήταν ωραία. Όχι, ήταν και για μένα έτσι, κάτι, μια εσωτερική ανασκόπηση, πώς να το πω; Ήταν ωραίο.
Και γιατί ξέρω την Plan Toys και το βιβλιοπωλείο από παιδί—
Ναι!
oπότε ήταν πολύ ωραία βουτιά και για μένα.
Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Και εγώ. Το κλείνω εδώ.
Summary
Η Αθανασία, εκπρόσωπος της εταιρείας ξύλινων οικολογικών παιχνιδιών Plan Toys στην Ελλάδα, αφηγείται την ιστορία της μικρής εταιρείας και της πορείας του μπαμπά της, που ταυτίζονται. Πρόκειται για ένα ταξίδι ενηλικίωσης για την ίδια και μία πορεία ζωής για τον μπαμπά της, από τότε που ο ίδιος ανακάλυψε την εταιρία σε μια έκθεση στη Γερμανία. Η αφηγήτρια μιλά για τη γνωριμία του με τον ιδρυτή της, τον Ταϊλανδό αρχιτέκτονα Βιτούλ και της ίδρυση της θυγατρικής στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν από ένα μικρό μαγαζάκι στην Καρδίτσα και πλέον είναι οι επίσημοι αντιπρόσωποι της εταιρείας στην Ελλάδα. Οι μνήμες μέσα στο βιβλιοπωλείο του μπαμπά της και στα ξύλινα παιχνίδια τη συντροφεύουν μέχρι σήμερα, στην επαγγλεματική της συνέχεια, αλλά και στο θέατρο που είναι η άλλη μεγάλη της αγάπη, γιατί κι εκεί παίζει σαν παιδί! Από τον ρομαντικό κόσμο των παιχνιδιών μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στην Καρδίτσα φτάνουμε σε μια επιχειρηματία στην Αθήνα που διαχειρίζεται πια μια εταιρεία —σε συνεργασία με την αδελφή της—, πηγαίνει σε εκθέσεις παιχνιδιών και ωριμάζει μέσα από τις συνθήκες που επιβάλλει η ελέυθερη αγορά. Όλα αυτά, όμως, με αγάπη για τη φύση και τη φιλοσοφία της οικολογίας, τιμώντας τον μπαμπά της και την οικογενειακή πλέον σχέση με τους ιδρυτές της εταιρείας, κάποια χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η Plan Toys είναι ο μπαμπάς της, η φιλοσοφία του, η οικογένειά τους και πλέον όλη της η ζωή.
Narrators
Αθανασία Κουρκάκη
Field Reporters
Ειρήνη Μακρή
Tags
Interview Date
10/04/2022
Duration
71'
Summary
Η Αθανασία, εκπρόσωπος της εταιρείας ξύλινων οικολογικών παιχνιδιών Plan Toys στην Ελλάδα, αφηγείται την ιστορία της μικρής εταιρείας και της πορείας του μπαμπά της, που ταυτίζονται. Πρόκειται για ένα ταξίδι ενηλικίωσης για την ίδια και μία πορεία ζωής για τον μπαμπά της, από τότε που ο ίδιος ανακάλυψε την εταιρία σε μια έκθεση στη Γερμανία. Η αφηγήτρια μιλά για τη γνωριμία του με τον ιδρυτή της, τον Ταϊλανδό αρχιτέκτονα Βιτούλ και της ίδρυση της θυγατρικής στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν από ένα μικρό μαγαζάκι στην Καρδίτσα και πλέον είναι οι επίσημοι αντιπρόσωποι της εταιρείας στην Ελλάδα. Οι μνήμες μέσα στο βιβλιοπωλείο του μπαμπά της και στα ξύλινα παιχνίδια τη συντροφεύουν μέχρι σήμερα, στην επαγγλεματική της συνέχεια, αλλά και στο θέατρο που είναι η άλλη μεγάλη της αγάπη, γιατί κι εκεί παίζει σαν παιδί! Από τον ρομαντικό κόσμο των παιχνιδιών μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στην Καρδίτσα φτάνουμε σε μια επιχειρηματία στην Αθήνα που διαχειρίζεται πια μια εταιρεία —σε συνεργασία με την αδελφή της—, πηγαίνει σε εκθέσεις παιχνιδιών και ωριμάζει μέσα από τις συνθήκες που επιβάλλει η ελέυθερη αγορά. Όλα αυτά, όμως, με αγάπη για τη φύση και τη φιλοσοφία της οικολογίας, τιμώντας τον μπαμπά της και την οικογενειακή πλέον σχέση με τους ιδρυτές της εταιρείας, κάποια χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η Plan Toys είναι ο μπαμπάς της, η φιλοσοφία του, η οικογένειά τους και πλέον όλη της η ζωή.
Narrators
Αθανασία Κουρκάκη
Field Reporters
Ειρήνη Μακρή
Tags
Interview Date
10/04/2022
Duration
71'