© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Η μουσική και τα ρεμπέτικα που δημιούργησαν «Το Όνειρο» (ΜΕΡΟΣ Β')
Istorima Code
26876
Story URL
Speaker
Θοδωρής Παππάς (Θ.Π.)
Interview Date
07/02/2024
Researcher
Θάνος Βράτζιας (Θ.Β.)
[00:00:00]Είναι 8 Φεβρουαρίου του 2024, είμαι ο Θάνος Βράτζιας ερευνητής για το Istorima, είμαι με τον Θοδωρή Παππά, στο Μεζεδοπωλείο «Το όνειρο», στο Σουφλί και ξεκινάμε ξανά.[μουσική με μπουζούκι]
Καλή σας ημέρα, λοιπόν, απ' το Μεζεδοπωλείον «Το όνειρο» στο Σουφλί, όπως προανέφερε και ο φίλος ο Θανάσης.
Θοδωρή μίλησέ μου, περιέγραψέ μου τις πρώτες εικόνες από τη δραστηριότητα του «Ονείρου».
Ωραία. Δεκέμβριος 2021, λίγο μετά την καραντίνα και μες στην καραντίνα. 10 Δεκεμβρίου, συγκεκριμένα, του 2021, 11:00 η ώρα το πρωί άνοιξαν οι πόρτες. Πάρα πολύς κόσμος ερχόταν την πρώτη εβδομάδα, αλλά ήταν πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Ήτανε τα barcode, που χτυπούσαμε στους πελάτες, όταν έμπαιναν μέσα. Γενικά ήταν δύσκολη εποχή. Δεν με επηρέασε και πολύ, λόγω της άγνοιας μάλλον, γιατί δεν είχα ξαναεπιχειρήσει και ποτέ και δεν ήξερα πώς είναι, οπότε έπλεα σε νερά βαθιά πολύ. Όλα καλά πήγαν, λοιπόν, πολύς κόσμος ερχότανε. Ήτανε, για μένα ήταν και υπέρβαση μεγάλη. Είχα μέσα στο μαγαζί, θυμάμαι, εφτά τραπέζια κι ήμουνα μόνος μου, εξωτερικός χώρος δεν υπήρχε, και άνοιξα μόνος μου. Υπήρχε ένας φίλος, που με βοηθούσε, ο Δημοσθένης ο Αρχοντούλης, αλλά επειδή δεν μπορούσε να είναι όλες τις ώρες εδώ, εγώ ήμουνα μόνος μου τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Πώς το 'κανα ούτε εγώ ξέρω. Ναι, ήτανε κάτι… υπερβολή για τον εαυτό μου. Τέλος πάντων, όλα καλά. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, το '21, τον Δεκέμβριο, γιορτές, πάρα πολύς κόσμος. Ωραίες εμπειρίες, ωραίες στιγμές. Να έχεις ανοίξει ένα κουτουκάκι, έτσι που το γουστάρεις κιόλας, σ’ αρέσει και να βλέπεις πολύ κόσμο να ‘ρχεται είναι τρομερή εμπειρία. Εντάξει, συγκινητικό, έχει τα πάντα. Περάσαν οι γιορτές, λοιπόν, ήρθαν οι δύσκολοι μήνες, Γενάρης- Φλεβάρης. Ok, περάσανε κι αυτοί, ήρθε η άνοιξη με τα λουλούδια και με τον ήλιο. Σιγά σιγά, άρχισα και δημιουργούσα και τον εξωτερικό χώρο, αλλά κομμάτι κομμάτι, γιατί, εντάξει, δεν μπορεί να τα κάνουμε όλα μαζί. Και ήθελα να τα φτιάξω όλα χειροποίητα, σιγά σιγά. Να μην τα φτιάξω όλα με τη μία και είναι κάτι πρόχειρο. Οπότε, αρχίσαμε σιγά σιγά εξωτερικό χώρο, να φτιάξω το μπαλκονάκι, να βάψουμε, που πάει με την άνοιξη, έτσι η διάθεση ανεβαίνει. Ήρθε το Πάσχα, πολύς κόσμος πάλι και το Πάσχα. Ερχόταν παρέες, μουσικές και όχι μουσικές παρέες. Ερχόταν, παίρναν τα όργανα. Έχουμε εδώ μπουζούκια, έχουμε κιθάρες, έχουμε μαντολίνα, που είναι διαθέσιμα για τον κόσμο. Ερχόταν διάφοροι. Έτσι θυμάμαι στιγμές, Παναγιώτης ο Γιώργας, ας πούμε, ένας από τους Σουφλί, που μένει Θεσσαλονίκη, με την παρέα του, με κάτι άλλα παιδιά, που είναι στο εξωτερικό, και κάτσαμε στο μπαλκόνι, που ήταν άφτιαχτο ακόμη, στο τσιμέντο και κάναμε ένα ωραίο γλέντι μέχρι το απόγευμα. Αυτό ήταν παραμονές Πάσχα. Μετά ήρθε το καλοκαιράκι. Το καλοκαιράκι πλέον είχα φτιάξει και το κιόσκι για σκιά έξω, οπότε ήταν καλύτερα τα πράγματα. Πέρασε το καλοκαίρι, έρχεται ο Σεπτέμβριος, είμαστε στο 2022. Έρχεται ο Σεπτέμβριος. Σιγά σιγά, ξεκινάμε να κάνουμε κάποιες συναυλίες στον εξωτερικό χώρο με τον Δημοσθένη, ο Δημοσθένης παίζει κιθάρα. Ξεκινήσαμε να κάνουμε συναυλίες, λίγο λίγο το 'μαθε κι ο κόσμος και ερχότανε και περνούσαμε ωραία. Όσο πέρναγε ο καιρός, ερχόταν και διάφοροι απ' την [00:05:00]Αθήνα και απ' τη Θεσσαλονίκη και έχουν περάσει πάρα πολλοί από δω στα δύο χρόνια. Όσους θυμάμαι, θα τους αναφέρω σιγά σιγά. Κυριάκος Γκουβέντας, το βιολί, αυτός ο μεγάλος μουσικός. Ένας μουσικός από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έχει παίξει πολλές φορές, ο Δημήτρης ο Τριχάκης, ο οποίος παίζει λαούτο και τραγουδάει. Ένα πάρα πολύ ωραίο συγκρότημα του Δόβρη του Παναγιώτη, το οποίο έμεινε, άφησε στίγμα, έκανε δύο συναυλίες. Έτσι αυτά σε γενικότητα. Είμαστε στον Σεπτέμβρη, φθινόπωρο του ‘22. Σιγά σιγά, με τα εύκολα και με τα δύσκολα προχωράμε. Μες στο πρώτο διάστημα, λοιπόν, αυτό το μέχρι εδώ, από τον Δεκέμβριο μέχρι τώρα, που ήταν μιας και ήταν ο πρώτος χρόνος, έτσι είπα καλές στιγμές μέχρι τώρα. Καλές; Δεν υπάρχουν καλές και κακές, έτσι; Κάποια περίεργα. Υπομονή χρειάζεται πάρα πολλή για την ταβέρνα, για το μεζεδοπωλείο, γιατί έχεις επαφή με τον κόσμο. Τώρα τα λέω εγώ, για να τα ακούω εγώ, γιατί υπομονή δεν έχω σαν άνθρωπος. Δεν είχα, αλλά αποκτώ σιγά σιγά. Ήταν ένα τραπέζι, λοιπόν, το οποίο έχει γίνει λάθος σε μια ποσότητα φαγητού. Ok, εντάξει, έγινε λάθος, άνθρωποι είμαστε, καινούργιος ήμουνα. Ήρθε και με προσέβαλε με τον πιο αισχρό τρόπο. Εκεί πάει η υπομονή, πάνε όλα. Μίλησα πάρα πολύ άσχημα, το μετάνιωσα μετά, δεν ένιωσα καλά κι εγώ. Πάει αυτό. Ο άλλος ήρθε και μου ζήτησε ούζο —ήταν την πρώτη εβδομάδα του μαγαζιού, πάω πίσω-μπροστά τώρα, όπως τα θυμάμαι—, μου ζήτησε ούζο. Δεν είχα ούζο. «Εντάξει —λέω— κύριε, δεν έχουμε ούζο» και άρχισε με έβριζε και έβριζε και το Σουφλί κιόλας. Ok, εντάξει, πάει, πέρασε κι αυτό, το κατάπιαμε. Τώρα, αυτό, αυτή η στιγμή, για το ούζο που σου λέω, πάρ' το ενάμιση χρόνο μετά, δηλαδή πέρυσι το καλοκαίρι, ο ίδιος κύριος, ο οποίος δεν με θυμότανε, νομίζοντας ότι άλλαξε διεύθυνση το μαγαζί, ήρθε ξανά και ήπιε ούζο και λέει: «Τι ωραία» και τα λοιπά. Δεν με θυμήθηκε ποτέ, γιατί είναι και μεγάλος ο κύριος. Δεν με θυμήθηκε ποτέ. Αυτό είναι έτσι αστείο, έτσι; Καθόμασταν έξω και πίναμε ούζα μαζί και λέει: «Τι ωραία που το πήρες εσύ και δεν το έχει ο άλλος, γιατί ο άλλος δεν είχε ούζο». Λοιπόν, ωραία. Στιγμές έτσι, στιγμές του μαγαζιού. Ένας άλλος, τον χειμώνα, δεν του άρεσε το βαλσάμικο στη σαλάτα και σχεδόν μας πέταξε τη σαλάτα στο κεφάλι, λέγοντας: «Καλά, γλυκό μού φέρατε να φάω;». Εντάξει, ακούμε εδώ μέσα φοβερά πράγματα. Λοιπόν, ωραία. Στο πέρασμα, λοιπόν, του καιρού και αποκτώντας εμπειρία κι εγώ, συνεργάστηκα, συνεργάζομαι με μουσικούς. Ψάχνω, δίνω ευκαιρίες ευκαιρίες... Ευκαιρίες; Ο χώρος δίνει τις ευκαιρίες, εγώ δεν είμαι ο Θεός. Δίνονται ευκαιρίες και σε νέα παιδιά και σε διαφορετικά σχήματα, εναλλακτικά σχήματα, γιατί δεν έχω κόλλημα μόνο με το ρεμπέτικο. Εγώ παίζω μόνο ρεμπέτικο, από το σμυρναίικο, μέχρι το ‘40-’50 ας πούμε. Αλλά η μουσική είναι μία, δεν υπάρχει διαχωρισμός μουσικής. Γι' αυτό και έρχονται παιδιά και παίζουν. Έχουν παίξει και swing, έχουν παίξει και κρητικά, έχουν παίξει και Μάλαμα και Παπακωνσταντίνου και τα πάντα όλα. Και δημοτικά θα βάλω, μιας και είμαι και Ηπειρώτης. Έχουν έρθει διάφορα σχήματα, λοιπόν. Ένα ωραίο σχήμα έτσι, που εμένα προσωπικά με εκφράζει και εκφράζει και τον χώρο, είναι τα παιδιά απ' την Ορεστιάδα που είναι πιτσιρίκια. Και χαίρομαι πάρα πολύ, δηλαδή, που υπάρχουν είκοσι τρία και είκοσι πέντε χρονών παιδιά να συνεχίζουν το ρεμπέτικο και να υπάρχει χώρος να συνεχιστεί το ρεμπέτικο. Χώρος; Ένα κουτουκάκι με εφτά τραπέζια, να 'ρθεις να φας τον μεζέ σου, να πιείς το κρασί σου, να τραγουδήσεις και να φύγεις. Ως συνήθως σήμερα τα μαγαζιά είναι αχανείς. Εντάξει, ο κόσμος εκεί έχει πάει. Εγώ δεν το άνοιξα... δεν άνοιξα ένα μεγάλο μαγαζί, δεν ήθελα να ανοίξω ένα μεγάλο μαγαζί, δεν μπορούσα [00:10:00]κιόλας. Αλλά αυτό ήθελα και αυτό μου 'ρθε και όπως μου 'ρθε, θα το πάω. Είναι ωραίο, λοιπόν, να ακούς τρία παιδιά, δύο-τρία παιδιά, να παίζουν σε μια γωνιά και να συμμετέχουν έξι τραπέζια, γιατί εδώ μέσα μια παρέα γινόμαστε. Αυτό είναι το ωραίο. Έλεγα, λοιπόν, για τα παιδιά απ' την Ορεστιάδα και μπράβο τους και να συνεχίσουν να —ο Σταύρος, ο Δημήτρης και ο Κώστας και ο Γιώργος, που λείπει— να συνεχίσουν να το κάνουν και εδώ είναι το σπίτι τους και όποτε θέλουν έρχονται και παίζουν. Και πορτογαλικά έχουμε παίξει, ο Βαλάντης, πορτογαλέζικα. Ναι, παρακαλώ! Ναι, έχει γίνει κι αυτό. Αυτά, έτσι τα μουσικά. Ό,τι θυμάμαι, θα το λέω. Ήμασταν στον Οκτώβριο του 2022, κοντεύουμε στα Χριστούγεννα πάλι. '21-'22 δεν έγινε το «Σαν παραμύθι», στην αρχή του μαγαζιού. Μετά, την επόμενη χρονιά, έγινε το «Σαν παραμύθι». Το μαγαζί πλέον είχε πάρει μια ροή, «Το όνειρο», και περιμέναμε το «Σαν παραμύθι» που γινόταν εδώ, στο Σουφλί. Το «Σαν παραμύθι» στο Σουφλί είναι γιορτή, πολλές χιλιάδες κόσμος έρχεται, είναι μια δουλειά εθελοντών —ας μην μείνουμε σε αυτό, πάμε παρακάτω— και έρχεται πάρα πολύς κόσμος. Πολιτισμικό σοκ, εντάξει, ok. Ήτανε το πρώτο μετά το άνοιγμα, που, όπως σου είπα, είχα άγνοια εκεί, δεν κατάλαβα. Σαν να τρως μια σφαλιάρα και να μην ξέρεις από πού σου 'ρθε. Τώρα την περίμενα τη σφαλιάρα και ήταν πιο δυνατή. Ήρθε πάρα πολύς κόσμος. Και όσο ερχόταν ο κόσμος και το μάθαινε —ξένοι, από Αλεξανδρούπολη, από Ξάνθη, από Θεσσαλονίκη, γιατί πέρασε πολύς κόσμος—, όσο το γνωρίζανε, τόσο πιο πολύ το αγαπούσανε. Και στόμα το στόμα, λόγο τον λόγο έφυγε και άνοιξε φτερά παντού δηλαδή. Και κάποια στιγμή έρχονταν πολύς κόσμος και από Ξάνθη, από Κομοτηνή, από Θεσσαλονίκη και με πήρε τηλέφωνο ένας απ' τη Θεσσαλονίκη και μου λέει: «Ερχόμαστε σε τρεις-τέσσερις ώρες, ένα οχτάρι τραπέζι και θέλουμε να μας παίξεις μπουζουκάκι». Άλλη ωραία στιγμή! «Θέλουμε να μας παίξεις μπουζουκάκι. Πέντε-δέκα τραγούδια, ξέρω 'γω». Όντως ήρθαν οι άνθρωποι, γιατροί ήτανε, ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη, κάτσαν, φάγανε, κοιμηθήκαν εδώ και φύγανε. Άρχισε, λοιπόν, και το μάθαινε ο κόσμος. Χειμώνας του ’23. Περάσαμε τα Χριστούγεννα, πάμε στον χειμώνα του ‘23. Οι χειμώνες εδώ είναι δύσκολοι. Οι χειμώνες; Μετά τα Χριστούγεννα, Γενάρη-Φλεβάρη, μένουμε μοναχοί μας. Δύσκολοι εργασιακά, ρομαντικοί δε για εμάς, που μένουμε εδώ, και όπως λέει και το τραγούδι: «Γι’ αυτούς που μένουνε και περιμένουνε». Καφενές είναι του... Λοΐζος-Παπαδόπουλος. Λοιπόν, ωραία περνάει και ο χειμώνας, είμαστε στην άνοιξη πάλι. Όλο και κάτι φτιάχνω έξω ξανά, μαστορεύω. Ομορφαίνει πιο πολύ ακόμα, κατά τη δική μου άποψη. Τώρα ο κόσμος τι θα πει... αυτός κρίνει. Λοιπόν, έρχεται το καλοκαίρι του 2023, το δύσκολο καλοκαίρι. Όλοι θυμόμαστε τις φωτιές, γενικά… γιατί είχαμε και την προηγούμενη χρονιά φωτιά, αλλά δεν είχε πάρει τόσο πολύ μεγάλη έκταση. Το καλοκαίρι του ‘23 ήταν πολύ δύσκολο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο και για τη δουλειά και για τον τόπο γενικά. Περάσαμε δύσκολα. Και «Το όνειρο» τραντάχτηκε λίγο, ήταν ένα γερό crash test για τις αντοχές του, αλλά και για τον τόπο, όπως είπα, λόγω των πυρκαγιών, που τις ξέρουν όλοι. Για μένα υπήρξε κι ένα άλλο δύσκολο, όμως, το καλοκαίρι του ‘23, γύρω στον Ιούλιο εκεί, αρρώστησε η μάνα μου και έπρεπε να κατέβω Αθήνα οπωσδήποτε και τα λοιπά. Τελικά η μάνα μου, τώρα που μιλάμε, έχει φύγει. Οπότε, η χρονιά είναι πολύ… από εδώ και πέρα σαν διήγηση ήταν δύσκολη λίγο, αλλά ανθρώπινη. Γιατί η μητέρα μου [00:15:00]ήταν ενενήντα χρονών και μας έδωσε —στην οικογένεια, στα παιδιά και ο πατέρας όταν ζούσε τέλος πάντων— μας έδωσε μάθημα να αγαπάμε, να αντέχουμε, να κάνουμε υπομονή, να μην το βάζουμε κάτω στα δύσκολα, ό,τι και αν είναι αυτό και θέμα υγείας να είναι. Οπότε, ήτανε δύσκολοι μήνες για μένα αυτοί. Τον Σεπτέμβριο, αφού έτσι έστρωσαν τα πράγματα με τη μητέρα μου, γύρισα στο Σουφλί πάλι και προσπάθησα λίγο να το προχωρήσω πάλι, γιατί είχε μείνει κάπου στάσιμο, είπαμε, λόγω φωτιών, λόγω το ότι έλειπα εγώ και τα λοιπά. Είμαι τυχερός πάντως εδώ, που έχω δύο συνεργάτες, δύο-τρεις συνεργάτες, οι οποίοι είναι —και να λείπω— είναι σαν να είμαι εδώ. Αυτή είναι η Νίκη —Ελπινίκη το πλήρες όνομα, Ελπινίκη είναι το...— και ο Χαράλαμπος. Και ο Γιώργος, ο κουνιάδος μου, έρχεται κάποιες φορές, βοηθάει, για να παίζω εγώ μπουζούκι. Γιατί, είπαμε, το μπουζούκι είναι η κολώνα του μαγαζιού. Δηλαδή, έρχονται άνθρωποι, που μου λένε: «Θα μας παίξεις δυο τραγούδια». Δεν χαλάω χατίρι σε κανέναν, μπορεί κάποιες φορές να μην μπορώ να παίξω, αλλά στις εκατό, τις ενενήντα παίζω. Λοιπόν, έτσι που λέτε, οι συνεργάτες είναι εξαίρετοι άνθρωποι, τους ευχαριστώ κιόλας μέσα απ' την καρδιά μου. Να είμαστε γεροί, υγεία να υπάρχει και τίποτα άλλο στον κόσμο. Και φτάσαμε τώρα στο 2024, λοιπόν, να 'μαστε στο «Όνειρο», να 'χουμε ανάψει σόμπα, η οποία ενδεχομένως να ακούγεται κιόλας το «τσακ τσακ τσακ τσακ», το ξύλο. Αυτό είναι, δεν είναι άλλος θόρυβος. Μόνοι μας είμαστε, κουβεντιάζουμε. Ξυλόσομπα, άλλη ιστορία. Μέχρι να βρω πού θα τη βάλω, την άλλαξα τρεις θέσεις. Αν υπήρχε εικόνα να δείτε πώς είναι στη μέση, είναι σαν κόσμημα. Είναι πλέον… μερικοί άνθρωποι μου λένε: «Μα γιατί δεν τη βάζεις κάπου αλλού, γιατί χάνεις ένα τραπέζι». Δεν με νοιάζει να χάσω τραπέζι, εμένα με νοιάζει αυτό, η εικόνα, που είναι μες στη μέση στο δωμάτιο, με τα μπουριά και αυτό το ξύλο, το «τσακ τσακ τσακ». Και όλοι να κάτσουμε γύρω απ' τη σόμπα, να βάλουμε και κάστανα, να βάλουμε και ψωμί και να παίξουμε και να γουστάρουμε και να... Έτσι, στιγμές του «Ονείρου». Κοιτάζοντας τώρα γύρω γύρω —όποιος θέλει, βέβαια, μπορεί να το δει και στο ίντερνετ—, υπάρχουν έργα τέχνης, ζωγραφικής και φωτογραφίες. Η ζωγραφική είναι της γυναίκας μου. Βλέπω ακριβώς απέναντί μου τώρα —έτσι να σ' το περιγράψω—, βλέπω ένα πορτρέτο, το οποίο είμαι εγώ το 2008 με το μπουζούκι. Είναι πάρα πολύ ωραία εικόνα έτσι. Παραδίπλα υπάρχει ένα έργο από την Σχολή Καλών Τεχνών της Στοκχόλμης, το οποίο μου το δώρισαν τώρα που πήγαμε στη Σουηδία. Και παντού φωτογραφίες με θέμα το ρεμπέτικο, με ανθρώπους του τόπου, με τους δικούς μας ανθρώπους. Γενικά ό,τι μπορώ να συλλέξω ή ό,τι μου χαρίζουνε οι άνθρωποι, γιατί έρχονται πάρα πολλοί βλέπουνε και μου λένε: «Έχω αυτό το παλιό, μπορείς να το βάλεις; Θέλεις να το βάλεις;». Παλιό-καινούργιο, να έχει έκφραση, να ταιριάζει στον χώρο, αυτό.
Πώς εναλλάσσονται, δηλαδή, οι ρόλοι σου μέσα στο μαγαζί; Δώσε μας μια εικόνα.
Από την αρχή, από την πρώτη μέρα, επειδή είναι μικρή και η κουζίνα, είναι μικρό το μαγαζί, ο ρόλος μου, ο πρώτος ρόλος μου, είναι να συντονίσω. Όταν ήμουνα μόνος μου, συντόνιζα τον εαυτό μου, τώρα συντονίζω και τους άλλους και όλοι συντονιζόμαστε μαζί. Από την αρχή ο ρόλος μου εμένα ήτανε, αυτό που ο κόσμος με ήξερε στο Σουφλί, ότι παίζω μπουζούκι. Και έπαιζα με τον Δημοσθένη τον Αρχοντούλη επί χρόνια εδώ [00:20:00]στο Σουφλί και πάρα πολλοί ερχόταν γι' αυτό, να ακούσουν λίγο μπουζούκι. Πώς γίνεται αυτό, όμως, τώρα; Και μπουζούκι και ψησταριά και σέρβις και άνοιγμα, κλείσιμο, καθάρισμα του μαγαζιού, όλα πάνω μου. Αποφάσισα, λοιπόν, και λέω ότι... Καλά, δεν είχα και την οικονομική δυνατότητα να προσλάβω ψήστη ή σερβιτόρο και τα λοιπά, ήμουν στα χαμένα. Οπότε, ένα παλιακό σύστημα, που το έχω δει πάρα πολλές φορές, παράδειγμα ένα μαγαζί στον Βόλο, η περίφημη «Σκάλα του Μιλάνου», που ήτανε δύο αδέρφια, ο Κάρολος και ο μπαρμπα-Νίκος —Θεός συγχωρέσ' τους—, οι οποίοι πήγαινες εκεί, έκλεινες ένα τραπεζάκι, 21:00 η ώρα έπρεπε να είσαι εκεί, να κάτσεις. Σερβίρανε μόνοι τους, είχανε και έναν γάτο άσπρο και έναν μαυροπίνακα. Ιστορία... μαυροπίνακας, που έγραφε όποιον έκανε αταξία και δεν ξαναπήγαινε. Όποιος γράφονταν στον μαυροπίνακα, δεν ξαναπήγαινε. Λοιπόν, ένα παράδειγμα έφερα, έχω δει κι άλλα πολλά μαγαζιά τέτοια, στην Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα. Έτσι λοιπόν, λέω: «Παιδιά, δεν γίνεται διαφορετικά. Ήρθατε στο μαγαζί, θα γίνουν όλα με τη σειρά». Ξεκινούσα λοιπόν, στον μπουφέ, να φτιάξω τις σαλάτες, να γυρίσω πίσω, να ψήσω, να σερβίρω και αφού έχουν σερβιριστεί όλοι, να βγαίνω απ' την ψησταριά και να παίζω τραγούδια. Μετέπειτα ήρθε ο Δήμος, μετά από μια βδομάδα, ήρθε ο Δήμος και εκεί πάλι οι ρόλοι... Ήμασταν δύο άνθρωποι, εγώ και ο Δημοσθένης. Ο Δημοσθένης πήγε στην ψησταριά πίσω στην αρχή. Πήγε στην ψησταριά πίσω, εγώ καθόμουνα στον μπουφέ και στο σέρβις. Ενίοτε πήγαινα κι εγώ πίσω, έρχονταν ο Δημοσθένης μπροστά, έτσι σαν εικόνα κάν' το, να δεις πώς είναι. Και αυτό που τρελαινόταν ο κόσμος ήταν αυτό: έβλεπε δύο ανθρώπους μες στην κουζίνα —ο ένας να ψήνει, ο άλλος να σερβίρει και να κάνει μπουφέ— και ξαφνικά, αφού τρώγαν όλοι, κουβεντιάζανε, πίναν το κρασάκι τους, οι δύο αυτοί άνθρωποι βγάζαν τις ποδιές —εγώ και ο Δημοσθένης— έβγαζαν τις ποδιές, έπιαναν τα όργανα και γινόταν γλέντι! Νομίζω ότι είναι από τις πιο ωραίες εικόνες, όμορφες στιγμές της ζωής, που σπάνια τις βρίσκεις σήμερα. Και δεν είναι ότι το στήσαμε αυτό το πράγμα, το 'στησα, έτσι μας βγήκε. Τώρα ο Δημοσθένης, βέβαια, δεν είναι εδώ, καλή του ώρα είναι Africa. «Θα πάω εκεί στην Αραπιά», που λέει κι ο Τσιτσάνης. Αυτή η εναλλαγή είναι πολύ ζεστό για τον κόσμο, σε νιώθει πολύ κοντά του. Δεν είναι απρόσωπο. Απρόσωπο, δηλαδή ήρθανε σε μια ταβέρνα. Εντάξει, θα συμβεί και αυτό. Συμβαίνει και αυτό. Έρχονται τα παιδιά από την Ορεστιάδα, όπως είπα, άλλα σχήματα, κάθονται στη γωνιά, τα παιδιά από τη Δαδιά που παίζουν, διάφορα σχήματα. Αυτό είναι, πάλι καλό είναι, πάλι όμορφο είναι, αλλά σκέψου την εικόνα αυτή: δύο άνθρωποι να είναι μέσα, ο ένας να ψήνει και ο άλλος να σερβίρει και να βγαίνουν ξαφνικά έξω και να πιάνουνε μπουζούκι-κιθάρα. Εντάξει και για μένα, που το έκανα, δεν σου κρύβω πολλές φορές συγκινούμουνα κιόλας, λέω... δεν... Είναι «ιστορικό γεγονός», εντός εισαγωγικών και εκτός εισαγωγικών. Τώρα έχουμε την Ελπινίκη, η οποία είναι κι αυτή της συνομοταξίας αυτής, του ρεμπέτικου. Το έχει το ρεμπέτικο κι αυτή μέσα της, το έχει. Γουστάρει τον κόσμο να τον βλέπει να περνάει καλά. Όσοι την ξέρουν, καταλαβαίνουν για τι άνθρωπο μιλάμε. Αυτά. Η μουσική χαρακτηρίζει το μαγαζί και το μαγαζί χαρακτηρίζει τη μουσική. Πάνε μαζί αυτά. Υγεία να υπάρχει, γεροσύνη, που λένε, κι όλα θα πάνε καλά. Λοιπόν και να [00:25:00]κλείσουμε την κουβέντα μας με ένα ταξίδι με ταξίμι σε δρόμο Πειραιώτικο. [μουσική με μπουζούκι]
Σε ευχαριστώ πολύ, Θοδωρή!
Παρακαλώ, να είσαι γερός. Υγεία να υπάρχει για όλο τον κόσμο!
Ευχαριστούμε!