© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η Βεύη Φλώρινας μέσα από τα μάτια του Προέδρου της Κοινότητας

Istorima Code
26324
Story URL
Speaker
Δημήτριος Κυριακού (Δ.Κ.)
Interview Date
28/10/2023
Researcher
Νίκος Χολέρης (Ν.Χ.)
Ν.Χ.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας;

Δ.Κ.:

Κυριακού Δημήτριος του Βασιλείου.

Ν.Χ.:

Είναι Κυριακή, 29 Οκτωβρίου του έτους 2023. Βρίσκομαι με τον κύριο Δημήτρη Κυριακού στην Κοινότητα, στο χωριό Βεύη στην Φλώρινα. Εγώ ονομάζομαι Χολέρης Νικόλαος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Δημήτρη, θα μας πείτε μερικά πράγματα για τη ζωή σας;

Δ.Κ.:

Γεννήθηκα εδώ στην Βεύη, το 1960, σε μια περίοδο που δεν υπήρχε φωτισμός, δεν υπήρχε υπόνομος, νερό, δρόμοι ήταν όλοι με χώμα, λασπόνερα, δύσκολοι καιροί, οι γυναίκες γεννούσαν στα χωριά, δεν υπήρχαν... δεν μπορούσαν να πάνε στα νοσοκομεία. Ήταν πολύ δύσκολη περίοδο. Τα μαθητικά χρόνια ήταν δύσκολα. Υπήρχε το συσσίτιο, από την πρώτη δημοτικού μαζευόμασταν εδώ στην πλατεία -το σημερινό Ηρώο-, υπήρχε ο μάγειρας, πρωί μας δίναν γάλα σκόνη, μια φέτα με βούτυρο και η μαρμελάδα τρώγαμε και πηγαίναμε σχολείο.

Ν.Χ.:

Σας ταΐζαν στο σχολείο δηλαδή.

Δ.Κ.:

Ναι, μας ταΐζαν στο σχολείο. Το μεσημέρι ξανά είχαμε γεύμα, άλλο ένα γεύμα μεσημβρινό, το οποίο ήταν περισσότερο φασόλια, φακές, ήταν το πλιγούρι, που οι σημερινοί δεν ξέρουν τι είναι το πλιγούρι, είναι βρασμένο σιτάρι, το οποίο δεν μας άρεζε εμάς, αλλά τι να κάνουμε; Το τρώγαμε, ήτανε... Η θέρμανση στο σχολείο τους χειμερινούς μήνες ήταν πολύ δύσκολη. Πάντα παίρναμε ένα ξύλο απ’ το σπίτι για να ζεστάνουμε την τάξη εκεί που πηγαίναμε. Ήταν δύσκολοι οι καιροί. Υπήρχε μεγάλος συντονισμός, πάρα πολλά παιδιά. Η πρώτη τάξη δημοτικού ήμασταν 40 παιδιά, 20 πηγαίναμε πρωί, 20 απόγευμα και όταν ήταν να τελειώσει η έκτη δημοτικού, φύγαμε 11 παιδιά, από το δημοτικό τελειώσαμε. Τα άλλα 30 μεταναστεύσαν Καναδά και Αυστραλία. Λόγω ότι δεν υπήρχαν δουλειές, το χωριό μας δεν είχε τόσο ζωντάνια, δεν είχε πού να πάει ο κόσμος και έτσι μετανάστευσε ο κόσμος.

Ν.Χ.:

Εκείνη την εποχή πόσα άτομα είχε το χωριό; Ήτανε μεγάλο χωριό;

Δ.Κ.:

Ήταν 1.000... Παλιά ήταν 3.000, αλλά εγώ όταν γεννήθηκα ήταν γύρω στα 1.100-1.200 άτομα εκείνη την περίοδο.

Ν.Χ.:

Σήμερα πόσα άτομα έχει;

Δ.Κ.:

Σήμερα είναι 500 άτομα και πάλι καλά. Έχουμε γυμνάσιο, έχουμε δημοτικό σχολείο, αστυνομία με 25 άτομα προσωπικό, έχουμε καφενεία, καφετέριες, πάλι είμαστε σε καλή τέτοια, σε σχέση με άλλα χωριά. Έχουμε μεγάλη μετανάστευση στον Καναδά, στο Τορόντο. Αυτήν τη στιγμή αριθμούμε τρεις κοινότητες, 7.000 άτομα και 1.200 έχουμε στην Μελβούρνη, χώρια στα ανατολικά κράτη μετά τον Εμφύλιο έχουμε διάσπαρτα μέχρι Τσεχία, Σκόπια, έχουμε παντού κόσμο.

Ν.Χ.:

Μας λέγατε για τα παιδικά σας χρόνια. Τι άλλο θυμάστε έτσι να μας πείτε από τη γειτονιά εδώ, από όταν ήσασταν παιδί;

Δ.Κ.:

Δεν υπήρχε νερό, τότε το νερό περιμέναμε, είχαμε έξι βρύσες, με πήλινες στάμνες περιμέναμε όλη μέρα γιατί είχε πάντα στην κάθε βρύση 10-15 άτομα. Περιμέναμε πότε θα γεμίσει το νερό, να το πάει σπίτι με τις στάμνες. Ήταν... αυτό ήταν το νερό, το πόσιμο νερό. Τα δε ζώα τα ποτίζαμε απ’ τα πηγάδια. Κάθε σπίτι είχε το πηγάδι, το οποίο από κει γεμίζαμε, από κει πλέναμε τα ρούχα. Το καλοκαίρι λειτουργούσε και σαν ψυγείο. Με μια τριχιά στέλναμε έναν κουβά, βάζαμε μέσα το πεπόνι, το καρπούζι και μέσα σε μία ώρα ήταν κρύο, οπότε το βγάζαμε από κει. Κάθε σπίτι είχε το πηγάδι τους και το συντηρούσαμε, το διατηρούσαμε σε μια καλή κατάσταση. Υπήρχε ένας συντονισμός στο χωριό, αλληλοβοήθεια και πιο οργανωμένη κοινωνία. Να φανταστείτε μπαίναμε, μικρό παιδιά, έβλεπα τον πατέρα μου, μπαίναμε στο θέρος όλοι μαζί, στον τρύγο όλοι μαζί, υπήρχαν οι αγροφύλακες, οι οποίοι φυλούσαν τα χωράφια μας από τα ζώα, αλλά και από τις κλοπές μεταξύ των ανθρώπων. Υπήρχε πιο οργανωμένη κοινωνία απ’ ό,τι σήμερα.

Ν.Χ.:

Επομένως, η οικογένειά σας ασχολούνταν με-

Δ.Κ.:

Με αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα. Δύσκολα, ήμασταν σε μια περίοδο πολύτεκνη οικογένεια, τέσσερα παιδιά ήμασταν, περάσαμε δυσκολίες… Να φανταστείτε, μέχρι το ’66 που ήρθε το ρεύμα μετά, ήρθε το ηλεκτρικό, μέχρι τότε φωτιζόταν τα σπίτια μας με λάμπες πετρελαίου και τα ζώα πηγαίναμε με τα φανάρια να δούμε τι γινόταν, ήταν πολύ δύσκολα, μέχρι και το προς το ζην. Όταν ήρθε το πρώτο τραπέζι, το πρώτο κρεβάτι... δηλαδή τότε είχαμε ένα κρεβάτι και κοιμόμασταν όλα τα αδέρφια σ’ ένα κρεβάτι, τουαλέτα δεν υπήρχε. Όταν έγινα 6-7 χρονών τουαλέτα είναι κι αυτή έξω, τα βράδια ξυπνούσα και πηγαίναμε έξω, δεν υπήρχε στο σπίτι, όπως και το νερό δεν υπήρχε μέσα στο σπίτι. [00:05:00]Μετά το... 7-8 χρονών, τότε, ήρθε το νερό στο σπίτι, καταφέραμε και φέραμε το…

Ν.Χ.:

Εσάς σας βάζανε έτσι να κάνετε δουλειές, είπατε βοηθούσατε στον τρύγο, στο…

Δ.Κ.:

Βεβαίως, στον τρύγο, στο όργωμα, ο πατέρας μου είχε δυο μουλάρια, με αυτά όργωνε και πάντα πήγαινα από πίσω εγώ, κουβαλούσα τον σπόρο. Στα τριφύλλια, κόβαμε με κόσα τα τριφύλλια όλα, όπως το θέρος το πρόλαβα και με δρεπάνια, ήτανε τότε, είχαμε και στην αυλή μας αλώνι το οποίο είχε στη μέση έναν πάσσαλο και γύρω γύρω πατούσαν τα στάχυα, μαζεύαμε το σιτάρι, όλα αυτά ήταν μια… Αλλά υπήρχε οργανωμένη κοινωνία. Όταν έπιανε μια βροχή έτρεχε όλος ο κόσμος να βοηθήσει αυτόν που είχε το σιτάρι έξω. Σήμερα αν γίνει κάτι τέτοιο, δεν βοηθάει κανένας, χαίρεται ο άλλος να πάθεις ζημία, έτσι; Σήμερα. Ήταν... όταν γινόταν ένα σπίτι εκείνο τον καιρό, και από γέρους που ρώτησα, λέει γινόταν μέσα σ’ έναν μήνα το σπίτι. Βοηθούσε όλος ο μαχαλάς. Άλλος πήγαινε με το κάρο κουβαλούσε πέτρες, άλλος έκανε λάσπη, άλλος ξύλα πήγαινε απ’ το Καϊμάκτσαλαν, δυο-τρία κάρα πήγαινε απ’ το Καϊμάκτσαλαν να κόψουν ξύλα για τη σκεπή και υπήρχε αλληλοβοήθεια, μαγείρευε η νοικοκυρά και δεν πληρωνόταν κανείς. Όλοι, βοηθούσε ο ένας τον άλλον, μόνο για εκείνο το φαγητό γινότανε όλη η δουλειά.

Ν.Χ.:

Με το μαγείρεμα έτσι μαγείρευε η γυναίκα στο σπίτι, σωστά; Είχατε και δικό σας ψωμί, φτιάχνατε;

Δ.Κ.:

Όλα, ναι, γιατί εμείς είχαμε... ήμασταν κτηνοτρόφοι, είχε ο πατέρας μου 500 πρόβατα, είχαμε και τσομπάνο. Η μάνα μου ανά τέσσερις μέρες έκαμνε 16 ψωμιά και δεν φτάναν εκείνο τον καιρό. Αλεύρι πηγαίναμε οι ίδιοι, το σιτάρι το δικό μας, δεν αγοράζαμε αλεύρι, το σιτάρι το δικό μας το αλέθαμε και πάντα βαστούσαμε για όλο τον χειμώνα να 'χουμε αλεύρι, όπως και όλα τα σπίτια υπήρχε το κελάρι, που στο κελάρι είχε το τυρί, πιπεριές, το κρασί, όλα τα πράγματα τα είχαμε για τον χειμώνα. Εγώ πρόλαβα ότι ακόμα και όταν ερχόταν κάποιος να πουλήσει κάτι, αγοράζαμε με είδος. Δηλαδή ερχόταν ένας μανάβης, πουλούσε πιπεριές, καρπούζια ή ένας ψαράς, του δίναμε σιτάρι ή του δίναμε αυγά και έτσι γινόταν ανταλλαγή. Το χρήμα μέχρι το... μέχρι που ήμουν 6-7 χρονών ήταν δυσεύρετο, δεν υπήρχε... Και όλα γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων, έτσι λειτουργούσε η κοινωνία.

Ν.Χ.:

Φτιάχνατε και δικό σας τυρί στο σπίτι;

Δ.Κ.:

Ναι, ναι, κάναμε δικό μας τυρί και απ’ το αμπέλι ακόμα κάναμε πολλά πράγματα, τον πελτέ, κάναμε πράγματα τα οποία σήμερα έχουν χαθεί, έτσι;

Ν.Χ.:

Είπατε ότι είχατε 500 πρόβατα, σας είχατε στείλει και σας να πάτε μαζί με τα πρόβατα να τα βόσκετε;

Δ.Κ.:

Ήξερα να βόσκω, να αρμέγω, τα πάντα, μέχρι και στο κούρεμα συμμετείχα να μαζεύω το μαλλί. Το κούρεμα γινόταν μια γιορτή, μαζευόταν 15 άτομα, η μάνα μου μαγείρευε, εμείς πιο μικροί μαζεύαμε το μαλλί και το μαλλί είναι μια τέχνη πώς θα το μαζέψεις. 15 άτομα κούρευαν, οι πιο γέροι καθόταν στην άκρη και λέγανε ιστορίες. Την ώρα που κούρευαν κάποιος γέρος έλεγε ιστορίες διάφορες και γελούσαν μεν οι άλλοι. Αλλά μαζευόταν απ’ όλα τα χωριά, φίλοι του πατέρα μου απ’ το Ξινό, απ’ τον Άγιο Βαρθολομαίο, απ’ την Σιταριά. Και το ίδιο έκανε κι ο πατέρας μου, όταν γινόταν το κούρεμα προβάτου σε κάποιον, έπαιρνε το ψαλίδι μόνος του και ετοίμαζε να κουρέψει τα πρόβατα του αλλουνού. Υπήρχε αυτή η κατανόηση, η συνεργασία μεταξύ των κτηνοτρόφων.

Ν.Χ.:

Μάλιστα. Μας λέγατε εδώ για τα παιδικά σας χρόνια. Θυμάστε τα παιχνίδια που παίζατε όταν ήσασταν μικρός;

Δ.Κ.:

Τα παιχνίδια είχαμε... οι μπίλιες που παίζαμε, αλλά εμείς είχαμε απ’ τις βελανιδιές ένα πράμα πάλι στρόγγυλο, σαν μπίλια, γιατί δεν είχαμε τη δυνατότητα να αγοράσουμε. Απ’ τις βελανιδιές έβγαινε ένα στρόγγυλο, που το... με το μαχαιράκι το κάναμε σαν μπίλια και παίζαμε με εκείνα περισσότερο. Όπως και ένα σίδερο που το κάναμε τέτοιο, παίζαμε... Κοίτα, ποδόσφαιρο, το οποίο ποδόσφαιρο, το οποίο δεν είχαμε και μπάλα με... δηλαδή οι μπάλες ήταν να φανταστείτε εκείνο τον καιρό ακριβές, δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε και με πανιά κάναμε μπάλα για να έτσι…

Ν.Χ.:

Σαν παιδιά φεύγατε έτσι και έξω απ’ το χωριό, βγαίνατε και στα χωράφια, βγαίνατε στο βουνό;

Δ.Κ.:

Βγαίναμε στα χωράφια, από 14 χρονών πηγαίναμε να μαζέψουμε ξύλα απ’ το βουνό με γαϊδούρια γιατί δεν υπήρχαν τότε τρακτέρ, τέτοια πράγματα ή αγροτικά. Μικρά παιδιά, μαζευόμασταν πέντε-έξι τέτοιο, πηγαίναμε, όπως πηγαίναμε και για δουλειές, απ’ τα 14 πηγαίναμε στην Έδεσσα και μαζεύαμε ροδάκινα, δηλαδή μαζευόμασταν 10 άτομα, πηγαίναμε, μαζεύαμε το καλοκαίρι [00:10:00]ροδάκινα για να βγάλουμε το χαρτζιλίκι μας, έτσι.

Ν.Χ.:

Θυμάστε εδώ πέρα οι γιορτές που γίνονταν στο χωριό, έθιμα, παράδοση εδώ του χωριού;

Δ.Κ.:

Παράδοση του χωριού, τον Άγιο Γιώργη -που είχαμε προστάτη- γινόταν το πανηγύρι του χωριού, ορχήστρες στην πλατεία, γινόταν... Είχαμε και ένα έθιμο, το κουρμπάνι, το οποίο στην... μέχρι τώρα, πριν δυο χρόνια συνεχίστηκε αυτό. Παραμονή Άγιου Γιώργη όλοι οι κτηνοτρόφοι δίνανε από ένα αρνί, αυτό το μαγείρευαν έξω απ’ την εκκλησία και με ρυζάκι κι έτσι σαν σούπα, και το πρόσφεραν μετά την περιφορά της εικόνας γύρω απ’ το χωριό, πρόσφεραν ένα γεύμα σ’ όλο το χωριό και όποιοι... και όποιοι ξένοι ερχόταν στο χωριό, πρόσφεραν, αλλά σταμάτησε αυτό το έθιμο.

Ν.Χ.:

Κάποιο, για κάποιο άλλο που μου 'χατε πει, «παιάτσκα», το...

Δ.Κ.:

Ναι, κάθε σπίτι στο χωριό είχε τον Άγιο, που είχε πάντα την τιμητική του στο εικονοστάσι. Πάντα, κάθε βράδυ η νοικοκυρά άναβε το καντήλι. Αυτήν την ημέρα, ερχόταν ο παπάς στο σπίτι, έκανε τον αγιασμό και μαζευόταν αρκετός κόσμος, μέχρι και απ’ τα άλλα χωριά ερχόταν συγγενείς. Και πάντα υπήρχε πλούσιο γεύμα, κρασί, όποιος έμπαινε στην αυλή έπρεπε να φάει, έτσι. Σπίτια που είχαν αυτήν τη γιορτή και δεν είχαν κόσμο ήταν προσβολή. Έτσι ήταν.

Ν.Χ.:

Και για ένα άλλο έθιμο που είχατε πει, είχε να κάνει με τη βροχή;

Δ.Κ.:

Ναι, ναι. Το έθιμο αυτό εδώ στην περιοχή μας, το πρόλαβα εγώ. Ήμουν 3-4 χρονών. Λεγόταν «βαϊντουντούλε», έτσι το ονομάζαμε. Εκείνη την εποχή, γενικά οι αγρότες περίμεναν αν θα βρέξει να... για τα χωράφια όλα τα περίμεναν στην... αν υπήρχε ανομβρία υπήρχε, μεγάλο πρόβλημα. Δηλαδή, δεν ήταν ποτιστικά τα χωράφια, όπως σήμερα που έγιναν γεωτρήσεις και όλα τα περίμεναν απ’ τον Θεό, αν θα... πότε θα βρέξει. Εκείνη την περίοδο, ήμουν 3-4 χρονών, έτσι νομίζω. Ντύναν ένα αγόρι, το οποίο ήταν ορφανό από πατέρα και από μάνα. Το ντύνανε με φύλλα, με φύλλα σίκαλης και περιφερόταν αυτό, περιφέροταν γύρω από κορίτσια, τέσσερα-πέντε κορίτσια. Αυτά και ο κόσμος ακολουθούσε από πίσω, πηγαίναν στη διαδρομή από σπίτι σε σπίτι. Όπου σταματούσαν, η νοικοκυρά έριχνε νερό πάνω με μια επίκληση που έκανε το παιδί και βοήθεια στον Θεό για να φέρει βροχή. Αυτό παλιά γινόταν και απ’ ό,τι έχω ακούσει από γέρους πηγαίναν μέχρι την εκκλησία του Προφήτη Ηλία ψηλά και μέχρι το βράδυ έβρεχε. Εγώ εκείνη την περίοδο, όταν γυρίσαμε, δεν έβρεξε αλλά έριξε κάποιες σταγόνες. Το έθιμο αυτό σταμάτησε λόγω από την εκκλησία πολεμήθηκε σαν ειδωλολατρικό και σαν... από τότε δεν ξανάγινε αυτό το έθιμο αλλά ήταν... και σ’ άλλα χωριά που ρώτησα, το κάναν αυτό το έθιμο έτσι.

Ν.Χ.:

Μάλιστα. Επομένως, το παιδάκι γυρνούσε, είπατε, σε όλο το χωριό πήγαινε;

Δ.Κ.:

Είχε, εγώ εκείνη την περίοδο μια διαδρομή εδώ από την κοινότητα, πήγε μέχρι τον Προφήτη Ηλία. Έγινε αυτή η διαδρομή με κόσμο, πολύ κόσμος από πίσω. Πήγαινε με... και υπήρχαν γυναίκες και έλεγαν κάποια λόγια, που δεν θυμάμαι τι λόγια λέγανε έτσι από πίσω.

Ν.Χ.:

Πάντως, όντως, πίστευε ο κόσμος ότι με αυτόν τον τρόπο θα βρέξει.

Δ.Κ.:

Θα βρέξει, πίστευε. Οι παλιοί λέγανε ότι πράγματι έβρεξε μετά από καιρό.

Ν.Χ.:

Είχατε αναφέρει ότι είχατε συναντήσει, όταν ήσασταν μικρός, κάποιους μεγαλύτερους σε ηλικία-

Δ.Κ.:

Μεγαλύτερους-

Ν.Χ.:

Που είχανε πάει σε πολέμους, είχαν ζήσει μάχες…

Δ.Κ.:

Στην πλατεία του χωριού πρόλαβα μεγάλης ηλικίας ανθρώπους και πάντα ήμουν περίεργος, και ρωτούσα. Βρήκα ανθρώπους που είχαν χάσει άλλος το πόδι, άλλος το χέρι ξύλινο και πήγα τον πείραζα, και του έλεγα: «Παππού, γιατί έχεις ξύλινο πόδι;». Αυτός μου έλεγε: «Το έχασα στην Μικρά Ασία». Εγώ μη γνωρίζοντας τι είναι η Μικρά Ασία, μετά 10-15 χρόνια, όταν διάβασα ιστορικά κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος πήγε στην Σμύρνη και από κει συνέχισε, και μου έλεγε: «Φτάσαμε μέχρι την Άγκυρα». Όπως [00:15:00]γνώρισα άλλους ανθρώπους που πήγαν το ’40-41, πολέμησαν στο ιταλικό μέτωπο και αυτοί, συζήτησα μαζί τους το τι έγινε, πώς έγινε. Όπως και πολλοί Βευιώται με τον Εμφύλιο. Είτε από τη μια μεριά είτε αδελφοκτόνο πόλεμο, δηλαδή και ο ένας και ο άλλος μού έλεγε τα δικά του. Και προσπαθούσα να δω το τι έφταιξε και τι έκανε σ’ αυτήν την ιστορία.

Ν.Χ.:

Εσείς μεγαλώσατε σε μια εποχή ακριβώς μετά τον Εμφύλιο, δηλαδή συζητιόταν, συζητιόταν ακόμη, είχε επίδραση στο χωριό. Είχαν πεθάνει ας πούμε πολλά άτομα απ’ την Βεύη;

Δ.Κ.:

Πάρα, πάρα πολλά άτομα και εγώ είχα συγγενείς που σκοτώθηκε στον Γράμμο, στα τελευταία του Γράμμου, στην τελευταία μάχη του Γράμμου, συγγενείς δικοί μου είχαν φύγει στα ανατολικά κράτη, μετά βρέθηκαν στον Καναδά, ο Ερυθρός Σταυρός τους βρήκε στον Καναδά. Αλλά ήταν ένα... το χωριό μας ήτανε εκείνο τον καιρό... είχε 2.500 με 3.000 κόσμο, ήταν το επίκεντρο του Εμφυλίου. Δηλαδή νέοι άνθρωποι, οι μεν με τον στρατό, οι άλλοι... ήταν λάθος πολιτική και απ’ τις δυο πλευρές εγώ πιστεύω.

Ν.Χ.:

Είχατε και πολλή αστυνομία, είπατε ότι-

Δ.Κ.:

Είχαμε αστυνομία, είχαμε 300 άτομα στρατό, υπήρχε και πλούτος. Με τον στρατό εδώ πέρα υπήρχε ζωντάνια, γιατί είχε πάρα πολλά μαγαζιά, δούλευαν, οπότε ήταν πλούτος για την περιοχή εδώ πέρα.

Ν.Χ.:

Ήταν, όπως το είπατε, ζωντανό δηλαδή το χωριό.

Δ.Κ.:

Ζωντανό, ήταν ζωντανό χωριό. Άλλοι μου λένε ότι οι ορχήστρες της Κυριακής ήταν τρεις, δεν προλάβαινε σε μία και σε κάθε γειτονιά βάζαν ορχήστρα και χόρευε. Υπήρχε η βόλτα, ερχόταν ξένοι και κάναν βόλτα στο χωριό μας και εκεί γνωριζόντουσαν, δεν υπήρχαν οι καφετέριες ή κάπου, εκεί γνωριζόταν οι νέοι και από κει προερχότανε οι αρραβώνες, οι γάμοι και έτσι, γνωριμίες.

Ν.Χ.:

Η βόλτα είπατε;

Δ.Κ.:

Ναι.

Ν.Χ.:

Επομένως, η βόλτα πού γινόταν εδώ στο χωριό;

Δ.Κ.:

Σε δυο σημεία κάμναν, οι παντρεμένοι και οι πιο μεγάλοι κάναν από την πλατεία μπροστά απ’ την κοινότητα. Οι μεν νέοι φεύγαν πιο ψηλά, προς τον Προφήτη Ηλία, πιο ρομαντικά, έτσι. Ένα άλλο που θυμάμαι, ίσως μετά την... για την κηδεία, Όταν πέθαινε κάποιος, έπρεπε τον τάφο να τον σκάψει, να τον ανοίξει μη συγγενής. Οι τάφοι πάντα... ο τάφος πάντα φυλαγόταν, δηλαδή αν τον θάβαν τον νεκρό την επόμενη μέρα, ο τάφος φυλαγόταν μέχρι την επόμενη μέρα, δεν τον άφηναν μόνο. Έτσι ήταν, τον νεκρό... δεν υπήρχαν τα γραφεία κηδειών, πάντα, δηλαδή σπίτι πλέναν τον νεκρό, τον ετοίμαζαν δύο γυναίκες, ετοίμαζαν τα ψωμιά, το τι θα προσφέρουν εκεί, πήγαιναν μέχρι την  εκκλησία με νερό, με τα καλάθια. Το βράδυ μετά τη κηδεία έλεγαν ότι η ψυχή δεν φεύγει. Εν τω μεταξύ, αυτό το έζησα στην κηδεία της γιαγιάς μου, το 1964, Σοφία Κυριακού λεγόταν η γιαγιά μου. Έλεγαν η ψυχή εκείνο το βράδυ είναι ακόμα μες στο σπίτι. Βάζαν ένα ποτήρι με κρασί και λάδι στο κέντρο του τραπεζιού, όλες οι γυναίκες σκυμμένα, με τα μαντήλια κατεβασμένα κάτω, μοιρολογούσαν και κάπου τον πόνο του συγγενή. Πάντα περίμεναν να έρθει κάποιο ζωύφιο, μέλισσα ή κάποια πεταλούδα. Χειμώνα καιρό, μπροστά μου ήρθε μια πεταλούδα και είδα κάθισε μέσα στο λάδι με το κρασί. Αυτό το είδα και σ’ άλλο τέτοιο. Άρα, λένε ότι δεν είναι τέτοιο, αλλά εγώ τα είδα αυτά τα πράγματα. Δηλαδή, είδα την πεταλούδα να 'ρθεί να μπει μες στο τέτοιο 20:00 η ώρα βράδυ με... δεν υπήρχε φως, με μια λάμπα στην άκρη είδαμε την πεταλούδα να μπαίνει μέσα τέτοιο και έλεγαν ότι η ψυχή δεν φεύγει, την επόμενη μέρα πρέπει να… Πολλά είναι να τα πιστεύεις και να μην τα πιστεύεις, αλλά εγώ τα έζησα.

Ν.Χ.:

Είπατε ότι έπρεπε αυτός που θα σκάψει τον τάφο να μην είναι συγγενής;

Δ.Κ.:

Να μην είναι συγγενής, πάντα ήταν φίλοι, αυτοί που σκάβαν τον τάφο ήταν φίλοι.

Ν.Χ.:

Επομένως, εκείνη την εποχή δεν μπλεκόντουσαν γραφεία τελετών.

Δ.Κ.:

Δεν υπήρχαν γραφεία τελετών, τίποτε.

Ν.Χ.:

Γινόντουσαν όλα-

Δ.Κ.:

Όλα, όλα, έτσι, έτσι.

Ν.Χ.:

Θυμάστε κάτι για τον γάμο, για τον παραδοσιακό γάμο;

Δ.Κ.:

Βέβαια, θυμάμαι παραδοσιακό γάμο. Κατ’ αρχήν, υπεύθυνος για τα παιδιά, δηλαδή αυτός που όριζε το... η κόρη ή το παιδί ποια θα πάρει ήταν ο πατέρας πάντα. Έτσι γινόταν οι αρραβώνες στο χωριό, πάντα υπήρχε προξενήτρα. Υπήρχαν, εγώ πρόλαβα δύο-[00:20:00]τρεις γυναίκες, οι οποίες ο πατέρας έστελνε ότι: «Πάνε πες εκεινού ότι θέλουμε την κόρη». Έτσι γινόταν. Πήγαινε η προξενήτρα, έλεγε το τι έλεγε. Εάν δεν υπήρχε επιτυχία και δεν τη δίναν την κοπέλα, υπήρχε το κλέψιμο. Έτυχε εγώ, δηλαδή και δυο-τρεις γυναίκες κλέφτηκαν εκείνο τον καιρό και θυμάμαι μικροί λέγαν: «Αυτήν την κλέψανε». Τότε, γινόταν η αρπαγή, έπαιρνε ο γαμπρός την κοπέλα, το παιδί την τέτοια, πήγαινε σε κάποιο συγγενικό πρόσωπο και για μια εβδομάδα γινόταν διαπραγματεύσεις, το τι, αν θα γυρίσει πίσω ή όχι. Αν δεν γινόταν αυτό και δεν γινόταν ο αρραβώνας, την κοπέλα αυτή δύσκολα παντρευόταν, δηλαδή μόνο αν την έπαιρνε κάποιος χήρος, δηλαδή δύσκολα. Από κει και πέρα, αν πήγε με επιτυχία το προξενιό γινόταν αρραβώνας, μετά ο γάμος. Στους γάμους κάναμε, πρόλαβα, οι γάμοι γινόταν στα χωριά, δεν βγαίναμε έξω. Ξεκινούσε από Παρασκευή η ορχήστρα και τελειώναμε Δευτέρα το πρωί. Το ζόρι το τραβούσε πάντα ο πεθερός, ο οποίος έπρεπε να κανονίσει πού θα... τι θα φάει ο κόσμος, το πού θα 'ρθούνε οι συγγενείς απ’ τα διάφορα χωριά, αυτοί ερχόνταν με ζώα, τι θα φαν και τα ζώα, δηλαδή πρέπει να κανονίσει το τι θα φαν και τα ζώα εκείνη την περίοδο. Τραπέζια μαζεύαμε απ’ όλο το χωριό για να στρώσουμε στην αυλή. Το κρέας που τρώγαμε ήταν περισσότερο πρόβατα. Σφάζαν πρόβατα, τα οποία τα μαγείρευαν πέντε-έξι γυναίκες που μαζευόταν εκεί στον μαχαλά. Ο γάμος, την τιμητική περισσότερο στον γάμο την είχε ο κουμπάρος. Ο κουμπάρος την ημέρα της Κυριακής πήγαιναν με ορχήστρα να τον πάρουν μία και δυο φορές, το παίζε ζόρικος. Όταν ερχόταν στο σπίτι του γαμπρού, ζητούσε να του στρώσουν κουρελούδες για να μπει στο σπίτι, δηλαδή είχε την τιμητική του ο κουμπάρος. Αυτός ξύριζε τον γαμπρό. Στο τέλος, αφού τον ξύριζε, βάζαν μια λευκή πετσέτα και όλοι οι συγγενείς πετούσαν λεφτά στον γαμπρό και με κείνα τα τέτοια σκούπιζε το πρόσωπο με εκείνη την πετσέτα. Μετά, ξεκινούσανε όλη μαζί η ορχήστρα για το σπίτι της νύφης. Στο σπίτι της νύφης, έξω από την πόρτα γινόταν μια διαπραγμάτευση οι κουμπαροπαρέες, οι οποίες ήταν μια τέτοια της προίκας, υποτυπώδη, ζητούσαν μεν να πληρώσει κάτι και έτσι. Ο γαμπρός δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι της νύφης, καθόταν στην άκρη, μακριά, κατέβαινε η νύφη, χόρευαν οι συγγενείς του γαμπρού, όλες οι γυναίκες, οι οποίες η νύφη έδινε ποδιές, έδινε την ποδιά και χόρευε μία μία γυναίκα στην αυλή της νύφης. Και από κει και πέρα, συνέχιζαν, πήγαιναν μέχρι την εκκλησία, μπροστά η νύφη και πίσω ο γαμπρός. Το γλέντι δεν τελείωνε εκεί.  Μετά τη στέψη, κατέβαιναν και χόρευαν στην πλατεία. Από κει πήγαιναν στο σπίτι και το γλέντι μέχρι την Δευτέρα το πρωί, με κρασί -δεν υπήρχαν μπύρες, τέτοια πράγματα-, κρασί και τσίπουρο, αυτά ήταν τα, το ποτό.

Ν.Χ.:

Πότε σταμάτησε να γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο ο γάμος; Μέχρι ποια ημερομηνία ήταν, ποια δεκαετία, ας πούμε;

Δ.Κ.:

Μέχρι το 1980 άρχισε να πάνε σε κέντρα, '82-'83 άρχισε ο κόσμος να πηγαίνει σε κέντρα σε μεγάλα, ενώ πριν ήταν στο σπίτι, όλα γινόταν στο σπίτι.

Ν.Χ.:

Μάλιστα. Είπατε ότι γινόντουσαν και διαπραγματεύσεις. Την προίκα ποιος την έδινε για τον γάμο;

Δ.Κ.:

Για τον γάμο η προηγούμενη γενιά, ο παππούς μου πλήρωσε για να πάρει τη γιαγιά μου. Ακόμα μου λέει: «Πλήρωσα 10 χρυσές  λίρες στον Άγιο Παντελεήμονα για να πάρω τη γιαγιά σου», λέει. Όλοι, έτσι ήταν ο τρόπος, δηλαδή πλήρωναν στον πατέρα της νύφης για να πάρουν τη νύφη.

Ν.Χ.:

Αυτό κάποια στιγμή σταμάτησε;

Δ.Κ.:

Σταμάτησε αυτό, σταμάτησε, μετά άρχισε, γύρισε καιρός που η νύφη έδινε προίκα στον γαμπρό, άλλαξαν τα πράματα.

Ν.Χ.:

Μάλιστα.

Δ.Κ.:

Υπήρχε οργανωμένη κοινωνία, στο χωριό μας υπήρχε ο κλητήρας, που σήμερα δεν υπάρχει. Πήγαινε σε πέντε σημεία του χωριού με τηλεβόα και ανακοίνωνε ότι αύριο έχει βολή του [00:25:00]στρατού εκεί ή για το κάθε συμβάν, ό,τι είναι, αυτός το ανακοίνωνε: «Την άλλη μέρα έρχεται ο ταμίας του... της εφορίας, θα 'ρθει να εισπράξει τέτοιο». Και έπρεπε εκείνη την ώρα να είναι στο καφενείο ή στην κοινότητα. Υπήρχε ο κλητήρας, υπήρχε ο ταχυδρόμος -ο παππούς σου-, ο οποίος πήγαινε από χωριό σε χωριό τον χειμώνα με τα χιόνια. Και τότε είχαμε μεγάλη μετανάστευση, η τσάντα του ταχυδρόμου ήταν πάντα γεμάτη, γιατί δεν υπήρχε ίντερνετ και όλα τέτοιο, όλα ήταν γραφούμενα, τα γράμματα, τα λεφτά που ερχόταν απ’ το εξωτερικό, όλα έτσι γινόταν.

Ν.Χ.:

Τον προλάβατε εσείς;

Δ.Κ.:

Τον πρόλαβα, τον πρόλαβα.

Ν.Χ.:

Τον παππού Νικόλα.

Δ.Κ.:

Τον παππού Νικόλα τον πρόλαβα, μου έλεγε ιστορίες. Είχε συγγενείς στη γειτονιά μου, εκεί ακριβώς στο... και πάντα ερχόταν, τον παππού. Όπως και τον θείο σου, τον Αλέκο, και μου έλεγε... Ο Αλέκος ήταν πάντα δύσκολος, ήμουν πρώτη δημοτικού και μου έβαζε ένα δύσκολο τέτοιο, λέει: «Μιάμιση ρέγκα, μιάμιση δραχμή, οι πέντε ρέγγες πόσο κάνουν;». Και εμείς δέκα παιδιά, «θα σας δώσω τόσα λεφτά», ο άλλος έλεγε: «2, 3», μας μπέρδευε, έτσι.

Ν.Χ.:

Μετά το δημοτικό συνεχίσατε κάποια εκπαίδευση;

Δ.Κ.:

Μετά το δημοτικό πήγα Τεχνική Σχολή Μηχανολόγων στην Φλώρινα για τρία χρόνια. Και από κει έφυγα, έβγαλα τον Δημόκριτο Εργοδηγών Μηχανολόγων Θεσσαλονίκη. Μέχρι μετά την αποφοίτηση έφυγα φαντάρος και ξαναγύρισα στο χωριό.

Ν.Χ.:

Σε ποια... Πόσο χρονών ήσασταν όταν φύγατε στην Φλώρινα για-

Δ.Κ.:

Ήμουν 12 χρονών, νοίκιαζα μόνος σε μια περίοδο... Σήμερα να βάλεις παιδί να ανάψει σόμπα δεν μπορεί να την ανάψει, είχαμε τη σόμπα μας εκεί τα βράδια να ζεσταθούμε, σε σακούλα παίρναμε ξύλα, είτε κάρβουνα σε σακούλες από την Δευτέρα ή μέχρι την επόμενη Παρασκευή, νοικιάζαμε δυο-τρία άτομα μαζί, δύσκολα ήταν τα πράγματα, δεν ήταν τόσο εύκολα.

Ν.Χ.:

Στη σχολή δυσκολευτήκατε καθόλου; Ήτανε ενδιαφέροντα τα μαθήματα;

Δ.Κ.:

Ενδιαφέροντα μαθήματα. Όταν πήγα Θεσσαλονίκη δεν μπορούσα οικονομικά να τη βγάλω και πήγαινα νύχτα σχολείο, και μέρα δούλευα. Τέσσερα χρόνια δούλευα κανονικά για να συνεισφέρω έτσι νοίκια, το ένα, τ’ άλλο, ήταν δύσκολα. Από κει έφυγα στρατό και ξαναγύρισα στο χωριό για να ασχοληθώ με τον αγροτικό τομέα.

Ν.Χ.:

Στον στρατό πού υπηρετήσατε;

Δ.Κ.:

Στον στρατό υπηρέτησα Θήβα, Πάτρα και Έβρο, δίπλα στη γέφυρα των κήπων.

Ν.Χ.:

Πόσο καιρό-

Δ.Κ.:

Ήμουν βαρύ πυροβολικό, δύσκολα χρόνια εκείνα. Με το που ετοιμάστηκα, με το που πριν ακόμα απολυθώ σκεφτόμουν να φύγω εξωτερικό, Καναδά, γιατί είχαμε μεγάλη... τα αδέλφια του πατέρα μου ήταν εκεί και έλεγα: «Θα φύγω εκεί, θα κάνω τη ζωή μου». Αλλά γνώρισα τη γυναίκα μου εδώ στην Βεύη μόλις απολύθηκα και έμεινα εδώ. Αγάπησα τον τόπο και γι’ αυτό ασχολήθηκα με τα κοινά.

Ν.Χ.:

Πώς γνωριστήκατε με τη γυναίκα σας;

Δ.Κ.:

Στη βόλτα, που δεν υπάρχει σήμερα.

Ν.Χ.:

Στη βόλτα.

Δ.Κ.:

Στη βόλτα, ψηστήρι, ψηστήρι στη βόλτα έτσι.

Ν.Χ.:

Και ποια χρονιά παντρευτήκατε;

Δ.Κ.:

Αρραβωνιαστήκαμε στα 21 μου χρόνια, αρραβωνιάστηκα, η γυναίκα μου ήταν 16 και παντρευτήκαμε το 1985. Δηλαδή, ήμασταν σχεδόν πέντε χρόνια αρραβωνιασμένοι. Μετά ήρθαν τα παιδιά, το ’86 ήρθε η πρώτη μου κόρη, το ’88 η δεύτερη και το ’96 ο γιος μου.

Ν.Χ.:

Μάλιστα.

Δ.Κ.:

Που τους έχω εδώ κοντά στην Φλώρινα.

Ν.Χ.:

Επομένως, κύριε Δημήτρη, είπατε ότι γυρίσατε εδώ πέρα στο χωριό και τελικά ασχοληθήκατε-

Δ.Κ.:

Αρκετά αργά ασχολήθηκα με τα κοινά. Στα 46 μου χρόνια κατέβηκα σαν πρώτη φορά υποψήφιος, βγήκα Πρόεδρος στο χωριό και από τότε έχω συνεχόμενες πέντε θητείες, δηλαδή σχεδόν, αν τελειώσει αυτή η θητεία, θα είμαι 22 χρόνια Πρόεδρος Κοινότητας Βεύης, μακρά περίοδο και απ’ τους πιο παλιούς στον νομό, που πενταετία δεν έχει κάνει κανείς, πέντε θητείες. Δύσκολα μεν, πρέπει να έχεις μεγάλο στομάχι, είμαι χαμηλών τόνων, ξέρω το πού κουτσαίνει ο καθένας και προσπαθώ πάντα ήρεμα να βρω μια λύση έτσι για τον καθένα.

Ν.Χ.:

Μέσα σε τόσα χρόνια θα άλλαξε αρκετά το χωριό, φαντάζομαι, από τότε που το-

Δ.Κ.:

[00:30:00]Άλλαξε το χωριό. Εγώ επιδίωξα να καλυτερεύσω, να αναπαλαιώσω πάνω απ’ όλα το παλιό σχολείο. Αυτό που φοίτησα ήταν έτοιμο να γκρεμίσει. Πολλές προσπάθειες, Αθήνα κατέβηκα πολλές φορές, με βοήθησαν άτομα, ο κύριος Λιάνης, ο κύριος Δακής που ήταν Περιφερειάρχης, ο βουλευτής ο Γιάννης Αντωνιάδης με βοήθησε πάρα πολύ. Προσπαθούσα πάντα να βρω ποια ήταν η πηγή που μπορούσε να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα. Εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ, αναπαλαιώθηκε το κτίριο, εκεί θα μεταφερθεί το περιβαλλοντικό κέντρο και μια αίθουσα θέλω να κάνω μουσείο, έτσι ώστε να μάσω ό,τι παλιό υπάρχει στο χωριό και παλιές φωτογραφίες, έτσι να θυμούνται όλοι οι νέοι το χωριό μας, πώς ήταν παλιά και τι έγινε.

Ν.Χ.:

Μάλιστα. Εύχομαι να τα καταφέρετε.

Δ.Κ.:

Όπως επιδίωξα και αναπαλαίωσα τον Άγιο Νικόλαο. Ο Άγιος Νικόλαος είναι απ’ τους πιο παλιούς ναούς στα κοιμητήρια εδώ στον νομό μας, είναι απ’ το 1460. Αναπαλαιώθηκε πάλι μέσω ΕΣΠΑ και είναι ένα κόσμημα σήμερα στα Κοιμητήρια της Βεύης. Μετά το... θα επιδιώξω όσο γίνεται και όσο μπορώ, ήμασταν ενεργειακά το πιο δυνατό χωριό όσο λειτουργούσε το ορυχείο. Το 2001 έκλεισε το ορυχείο λόγω οικονομικών δυσκολιών του επιχειρηματία. Το ορυχείο το παράτησαν έτσι και έχει γίνει ένα χάος, 3.000 στρέμματα είναι παρατημένα όπως πέσαν τα χώματα, λίμνες τεράστιες, κάρβουνα παντού. Έχω επιδιώξει να βρούμε λύση, να γίνει αποκατάσταση. Νομίζω η τελευταία μου θητεία θα είναι να στρώσω το ορυχείο ή να το κάνουμε πάλι καλλιεργήσιμη γη, έναν σύγχρονο αναδασμό, να βγάλουμε τα νερά έξω, έτσι από τα νερά του ορυχείου να ποτιστεί όλος ο κάμπος, και να μη χρειαστεί να τραβάμε από 200 μέτρα νερά, που είναι έξοδα για τον αγρότη,  να βγει μ’ ένα πρόγραμμα το νερό του ορυχείου και να ποτιστεί όλος ο κάμπος. Kαι μπορεί πιο εύκολα να ζήσει ο κόσμος με τον αγροτικό τομέα, να μπουν νέοι στο παιχνίδι, έτσι ώστε να παράγουνε και να ζήσει ο κόσμος.

Ν.Χ.:

Δεν υπήρχε κάποιο... κάποια πρόβλεψη για να κλείσουν αυτά τα ορυχεία, οι τρύπες που μείνανε;

Δ.Κ.:

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα, άλλα σου λένε κι άλλα… Όσο υπάρχει πλούτος όλοι το βλέπουνε μια χαρά, αλλά όταν έρθει και πέσει έξω ο επιχειρηματίας, τα ρίχνουν όλα στο κράτος. Το κράτος τι να κάνει τώρα, είναι… αλλά λόγω της απολιγνιτοποίησης εγώ νομίζω πρέπει αυτήν τη στιγμή το χρήμα πρέπει να πέσει στην αποκατάσταση ορυχείων, εκεί πρέπει να πέσει.

Ν.Χ.:

Και εσείς κάποτε είχατε δουλέψει στη ΔΕΗ.

Δ.Κ.:

Εγώ δούλεψα και στο ορυχείο της Βεύης και 33 χρόνια δούλεψα στο ορυχείο της ΔΕΗ, σε όλα τα ορυχεία κάτω, σαν εργοδηγός- μηχανολόγος ήμουν χειριστής στα βαρέα μηχανήματα που σκάβαν κάρβουνο και για 18 χρόνια ήμουν εργοδηγός, παραλαβή λιγνίτη στη μονάδα της Μελίτης.

Ν.Χ.:

Πώς είναι το να δουλεύει κανείς σ’ ένα ορυχείο, είναι-

Δ.Κ.:

Δύσκολο είναι, σ’ ένα ορυχείο είναι πολύ δύσκολα. Είναι οι καιρικές συνθήκες, παίζεις με τους κινδύνους, με τις κατολισθήσεις, με ανθυγιεινό… Ο λιγνίτης πάντα έχει μια μυρωδιά που δεν την αντέχει ο καθένας, πόσο μάλλον καμένο. Πολλές φορές σκάβαμε και καμένο λιγνίτη, ο οποίος είχε... τότε ήταν μεγάλο πρόβλημα, δεν φορούσαμε μάσκες, ήτανε... ενώ είχαμε τα μέτρα προστασίας, αλλά και εμείς δεν ήμασταν τόσο... Αλλά μετά καιρό, αρρώσταινε κάποιος και λέγαμε: «Από τι την έπαθε;». Αλλά υπήρχε... όσοι δούλεψαν στον λιγνίτη, αμειφθήκαμε καλά, ήμασταν καλύτερα αμειβόμενοι απ’ τον κάθε, να πούμε. Ζήσαμε τις οικογένειες, ένας δούλευε και πέντε ήταν από πίσω, δηλαδή που σ’ άλλες δουλειές δεν υπήρχε αυτό το... Να λέμε τα καλά και τα κακά, δηλαδή πλέον, ήμασταν καλά αμειβόμενοι. Δούλεψα 33 χρόνια βάρδια, η βάρδια είναι ένα δύσκολο, δούλευα εφτά μέρες νύχτα και όταν έπρεπε να κάτσω τρεις μέρες, τρεις μέρες κοιμόμουνα, δεν μπορούσα να συνέλθω. Δηλαδή, όταν δουλεύεις νύχτα το στομάχι δεν είναι αυτό που... όταν δουλεύεις, έχεις διαφορετικά γεύματα και είναι πολύ δύσκολα.

Ν.Χ.:

Έχει και κάποιο βαθμό επικινδυνότητας. Είχαν γίνει ατυχήματα όσο καιρό δουλέψατε;

Δ.Κ.:

Ατυχήματα, και εμένα πολλές φορές με πήρε και με το μηχάνημα, έγινε κατολίσθηση, το μηχάνημα σηκώθηκε, πήρε κλίση. Όπως και στο ορυχείο Κλειδίου ήμουν... με είχε στείλει η ΔΕΗ υπεύθυνο, έγινε μια κατολίσθηση, 100 μέτρα χώματα με πήραν και με... μέχρι εδώ πέρα με είχαν σκεπάσει, μέχρι τη μέση. [00:35:00]Πώς γλίτωσα! Ήταν... δύο άτομα ήμασταν πάνω, μας σκέπασε μέχρι τη μέση μας…

Ν.Χ.:

Αυτό πώς έγινε; Ήσασταν πάνω στο μηχάνημα;

Δ.Κ.:

Αυτό όχι, πήγαμε επίβλεψη πάνω στο μέτωπο του ορυχείου. Και έσκασε ένα κομμάτι, γλίστρησε και μπροστά σε 50 φορτηγά -μας βλέπαν οι άλλοι- μέχρι και ο αδερφός μου ήταν απέναντι στο φορτηγό, τρόμαξε, σου λέει: «Πάει, σκοτώθηκε ο αδερφός μου!». Και μας σήκωσε το χώμα, μέχρι εδώ πέρα μας σκέπασε. Θέλει μεγάλη... Το ορυχείο θέλει... Μετά είχαμε... παίζαμε με 6.000 wolt ρεύμα, ανά πάσα στιγμή -τα καλώδια ήταν επικίνδυνα- ένα καλώδιο να σκάσει σ’ έχει καθαρίσει. Αλλά είχαμε προστατευτικά γάντια, προστατευτικά παπούτσια, κράνη, δηλαδή αν έπαιρνες τα μέτρα προστασίας ήσουνα…

Ν.Χ.:

Μετά από όλα αυτά τα περιστατικά, δεν είχατε σκεφτεί κάποια στιγμή να αφήσετε το επάγγελμα;

Δ.Κ.:

Όχι.

Ν.Χ.:

Όχι.

Δ.Κ.:

Όχι δεν. Μετά, πλέον το είδα σαν καριέρα. Όταν ήρθα εργοδηγός στην Μελίτη έφυγα από το τέτοιο, είχα καλύτερη συνθήκες δουλειάς εδώ πέρα, πλέον ήμουν εγώ αυτός που έκανε το κουμάντο και-

Ν.Χ.:

Συνηθίσατε-

Δ.Κ.:

Συνηθίσαμε, συνηθίσαμε.

Ν.Χ.:

Εσείς τι μηχανήματα οδηγούσατε;

Δ.Κ.:

Ήμουν χειριστής καδοφόρου εκσκαφέα, αυτά τα μεγάλα μηχανήματα με τις ρόδες που σκάβουν το κάρβουνο. Αυτά με... όταν λέμε με 6.000 wolt λειτουργούνε, δηλαδή θέλει φοβερή προσοχή. Αλλά αμειφθήκαμε αυτοί που δουλέψαμε σε αυτά τα μηχανήματα, αμειφθήκαμε μέχρι το τέλος καλά, πήραμε καλή σύνταξη, όλα αυτά.

Ν.Χ.:

Πώς και επιλέξατε... πώς μάθατε γι’ αυτήν τη δουλειά, πώς ξεκινήσατε να δουλεύετε την πρώτη φορά;

Δ.Κ.:

Έγινε ένας διαγωνισμός της ΔΕΗ το ’85. Όλοι που είχαμε βγάλει τεχνικές σχολές ή εργοδηγών, βάλαμε εκεί, και από κει μας επιλέξανε ότι ποιος θα πάει να γίνει μηχανικός, ποιος θα πάει να γίνει χειριστής, από κει μας επιλέξανε οι υπεύθυνοι.

Ν.Χ.:

Όταν σας επιλέξανε, χαρήκατε;

Δ.Κ.:

Φόβο είχα.

Ν.Χ.:

Α, είχατε φόβο;

Δ.Κ.:

Λέω φόβο, όταν λέμε είχε 200 σκαλοπάτια για να ανέβεις πάνω είναι όπως ένα πλοίο παλαντζάρει αριστερά δεξιά. Στην αρχή λέω τι πάω να κάνω. Κι όμως μετά, όταν έφυγα μετά από χρόνια, με κλειστά μάτια. Αν μου έκλεινες τα μάτια με τέτοια, ανέβαινα πάνω, το δούλευα κεντούσα. Πολλές φορές λέω: «Αυτοί οι πιλότοι, οι αεροπόροι πώς λειτουργούνε;». Μα έτσι και εγώ λειτουργούσα και το μηχάνημα, ένας από πίσω αν κάτσει να δει πώς λειτουργήσαμε, έτσι ακριβώς είναι η…

Ν.Χ.:

Πώς ήταν η πρώτη μέρα στη δουλειά όταν πήγατε, όταν πιάσατε δουλειά, όταν μπήκατε στο ορυχείο;

Δ.Κ.:

Όταν μπήκα στο ορυχείο είδα 2 χιλιόμετρα κάρβουνο μαύρο. Όταν λέμε πήγα στο ορυχείο Καργιάς και είδα ένα πράμα, αέρας να φυσάει εδώ εκεί, λέω εγώ 11:00 η ώρα δεν θα βγάλω. Ήμουν έτοιμος να φύγω, να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Σκεφτόμουνα τι να κάνω, να πάω να κάνω τα χαρτιά μου, να φύγω Καναδά με την γυναίκα μου, ήμουν και παντρεμένος να φανταστείτε τώρα. Αλλά η γυναίκα μου: «Κάτσε εδώ, κάτσε εδώ σιγά σιγά» και την άκουσα, και ευχαριστώ γι’ αυτό που-

Ν.Χ.:

Δεν το μετανιώσατε.

Δ.Κ.:

Δεν το μετάνιωσα, δεν το μετάνιωσα, έτσι. Δεν το μετάνιωσα γιατί πήγα είδα και τη ζωή στον Καναδά. Εμείς είμαστε σε καλύτερη μοίρα. Μπορεί να υπάρχει πλούτος, μπορεί να υπάρχει... είδες στον Καναδά, αλλά εδώ έχουμε πιο ανθρώπινη ζωή, πιο έτσι, πιο...

Ν.Χ.:

Πότε πήγατε στον Καναδά;

Δ.Κ.:

Πήγα το 1994.

Ν.Χ.:

Πήγατε για καιρό ή-

Δ.Κ.:

Πήγα για 30 μέρες-

Ν.Χ.:

30 μέρες-

Δ.Κ.:

Και είδα πάνω από 2.500 άτομα χωριανοί μας που ζουν εκεί, βρήκα και συγγενείς δικούς σου εκεί πέρα έτσι, του Κυριάκου, του Κυριάκου έτσι. Συγκινητικό. Δηλαδή, έμπαινα στο μετρό και με το που μιλούσα με τη γυναίκα μου, άλλος μου έλεγε: «Είστε απ’ την Βεύη;», κατευθείαν δηλαδή καταλάβαινε την προφορά έτσι κι όλα αυτά. Δηλαδή μπαίνεις σε ένα, σε μια πόλη πέντε εκατομμυρίων και μες στο μετρό υπήρχαν πενήντα ράτσες και βρέθηκα με Βευιώτη μέσα στο μετρό, έτσι. Βρήκα παλιούς Βευιώτες, οι οποίοι είχαν φύγει Αργεντινή, άτομα τα οποία δεν εντάχθηκαν στον τούρκικο στρατό και φύγαν Αργεντινή, δούλευαν στους σιδηρόδρομους. Μικρά παιδιά, νέοι, εικοσάχρονα παιδιά. Μετά, σε μεγάλη ηλικία, τους βρήκα στο Τορόντο στον Καναδά. Να φανταστείς, άνθρωπος που έφυγε το '8 τον βρήκα στον Καναδά.

Ν.Χ.:

Εκεί πώς και αποφασίσατε να κάνετε το ταξίδι;

Δ.Κ.:

[00:40:00]Γινόταν ένας γάμος πρώτου ξαδέλφου μου και με κάλεσε ο θείος μου, λέει: «Πρέπει να 'ρθείς». Όπως αυτό γίνεται συχνά στο χωριό μας, όταν γίνεται ένας γάμος, όλοι οι συγγενείς από Καναδά προσπαθούν να 'ρθούν στον γάμο. Όπως εμείς. Είτε και σε κηδείες γίνεται αυτό, και στις κηδείες περιμένουμε τον νεκρό μια και δυο μέρες να 'ρθεί ο αδελφός ή κάποιος συγγενής ή η αδελφή απ’ τον Καναδά.

Ν.Χ.:

Εκεί είχατε μείνει, σε ποιον είχατε... πού είχατε μείνει;

Δ.Κ.:

Εκεί είχα μείνει στον αδερφό του πατέρα μου. Μου φέρθηκε πολύ καλά, άψογα.

Ν.Χ.:

Επομένως, έχετε μεγάλο σόι.

Δ.Κ.:

Έχω μεγάλο σόι, έχω μεγάλο σόι και κει αν πάω μπορεί και να βγω και Πρόεδρος, έτσι; Έχω μεγάλο σόι, μ’ αγαπάει ο κόσμος, δεν υπάρχει μέρα να μη με πάρει κάποιος χωριανός μου από Αυστραλία και από Καναδά τηλέφωνο, που έχουν περιουσιακά στοιχεία εδώ, να τους βοηθήσω ό,τι μπορώ έτσι. Είτε για το κτηματολόγιο είτε κάτι.

Ν.Χ.:

Επομένως, υπάρχουν πολλοί που έχουν περιουσιακές εκκρεμότητες.

Δ.Κ.:

Εκκρεμότητες, ναι, με το κτηματολόγιο έχουν πάρα πολλοί. Το ατύχημα για το χωριό μας ήταν ότι αυτοί που φύγαν Καναδά και Αυστραλία ήταν πολύ μακριά να γυρίσουν. Χωριά τα οποία πήγαν στην Γερμανία μετανάστευση γύρισαν και φτιάξαν τα χωριά τους. Εδώ πέρα στα δέκα σπίτια ένα κατοικείται. Αυτοί που πέρασαν ωκεανό, δεν ξαναγύρισαν, μόνο σε κάνα πανηγύρι, σε κάνα γάμο ή τίποτε σε καμιά κηδεία χωριανού, τότε γύρισαν για  λίγο, για είκοσι μέρες και ξανάφυγαν. Οπότε, είναι ασυντήρητα τα σπίτια, προσπαθούμε με κάθε τρόπο τα ερείπια να τα καθαρίσουμε.

Ν.Χ.:

Οι επόμενες γενιές πώς βλέπουν την Βεύη; Μένουν εδώ πέρα ή φεύγουνε;

Δ.Κ.:

Δύσκολα είναι αλλά είμαι απαισιόδοξος και αισιόδοξος. Χθες μίλησα με τον διευθυντή του δημοτικού σχολείου και του γυμνασίου. Η διευθύντρια μού λέει: «Σαν γυμνάσιο είμαστε το πρώτο στον Δήμο Φλώρινας, έχουμε περισσότερα παιδιά απ’ την Μελίτη και απ’ το Αμμοχώρι», λόγω ότι εδώ φοιτούν παιδιά που έρχονται από Κέλλη, Σιταριά, Λόφοι και Βεύη, είμαστε περισσότερα, παρόλο που είναι μεγαλύτερα χωριά εκείνα. Το ίδιο συμβαίνει και με το δημοτικό σχολείο, δηλαδή έχουμε περισσότερα παιδιά και από Σιταριά και από Κέλλη και θα... Εγώ πιστεύω τα χωριά που έχουν περισσότερα παιδιά, αυτά τα χωριά θα μείνουν τα σχολεία τους, ενώ μέχρι πριν πέντε χρόνια φεύγαν όλοι στα μεγάλα κέντρα. Τώρα βλέπω άρχισαν να μένουν στο χωριό τα παιδιά, ασχολούνται, γίνανε νέοι αγρότες. Αυτό που πιστεύω ότι ο πρωτογενής τομέας θα δώσει την ανάπτυξη ξανά στην περιφέρεια, εκεί πρέπει να επικεντρωθεί το κράτος και μόνο έτσι θα 'χουμε μια συνέχεια το χωριό.

Ν.Χ.:

Ασχοληθήκατε και σεις με τα αγροτικά πέρα απ’ τη δουλειά σας;

Δ.Κ.:

Ασχολήθηκα, και ασχολούμαι ακόμα και τώρα, με τα αγροτικά. Βοηθάω τον γιο μου σε αρωματικά φυτά, σε καλλιέργειες τριφυλλιού, ηλιόσπορου, σκεφτόμαστε ακόμα και δέντρα να… Θέλουμε.. ο γιος μου έχει μια ζωντάνια, κάπου θέλει να ασχοληθεί με την αμπελουργία, γιατί αύριο μεθαύριο ακόμα και ένα οινοποιείο.

Ν.Χ.:

Επομένως, εσάς σας-

Δ.Κ.:

Εγώ τον λέω ακόμα να ασχοληθεί και με τα ζώα, δεν θέλει αυτός όμως. Γιατί τα ζώα έχουν μια, ιδίως το πρόβατο στην περιοχή μας έχει μια πολύ καλή δυναμική, μπορεί αύριο μεθαύριο ένα οργανωμένο τυροκομείο. Η Βεύη είναι πρώτη στον δήμο σε μικρό κεφάλαιο, σε μικρό ζωικό κεφάλαιο, μπορεί οργανωμένα, η δική μας γενιά δεν ήταν τόσο ενωμένη, μάλωναν για τα σκυλιά, για τα κοπάδια που λένε, τα κοπάδια μάλωναν για το ένα σκυλί και το άλλο. Σήμερα η νέα γενιά εγώ πιστεύω μπορεί οργανωμένα με την κτηνοτροφία να κάνει ένα τυροκομείο και να προωθεί τα προϊόντα ανά την Ελλάδα και -γιατί όχι;- και έξω. Έχει, υπάρχουν διάφορα προγράμματα.

Ν.Χ.:

Εσείς από ποια ηλικία και έπειτα ασχοληθήκατε με τη γη;

Δ.Κ.:

Δεν, δεν άφησα τη γη ποτέ. Τη γη δεν την άφησα, από μικρό παιδί πίσω απ’ τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας καλός αγρότης και εγώ από πίσω και αυτό προσπαθώ και στο γιο μου που πιστεύω ότι είναι σε καλό δρόμο.

Ν.Χ.:

Και μετά, και έχοντας μια τόσο βαριά δουλειά, κουραστική, μετά είχατε κουράγιο να πάτε και στα χωράφια;

Δ.Κ.:

Πολλή, κούραση είχα πάρα πολλή. Εκείνο τον καιρό πτώμα ήμουνα, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Ερχόμουν απ’ τη δουλειά, άλλαζα έξι καρούλια να βάλω να ποτίζουν, ζημίες, το ένα, τ’ άλλο αλλά δεν σταματούσα. Είχα και τον πατέρα μου, και αυτός και τα αδέλφια μου, όλοι μαζί, τρία αδέλφια κάναμε μια κοινή καλλιέργεια 2.000 στρέμματα, πολύ μεγάλη καλλιέργεια. Τώρα μεγαλώσαμε μεν, λέω πώς αντέξαμε εκείνο τον καιρό.

Ν.Χ.:

[00:45:00]Μάλιστα. Μάλιστα. Κύριε Δημήτρη, δεν ξέρω αν έχετε κάτι να συμπληρώσετε;

Δ.Κ.:

Όχι, δεν έχω. Ένα άλλο που... για τα βαφτίσια, αυτό δεν το είπαμε.

Ν.Χ.:

Ωραία, ας το πούμε κι αυτό.

Δ.Κ.:

Λοιπόν, όταν γινόταν βαφτίσια στο χωριό μέχρι και... μέχρι το 1980 σχεδόν, ο πατέρας δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία και η μάνα. Το παιδί το πήγαιναν συγγενείς, εκεί ο κουμπάρος έδινε το όνομα, πριν μπει στην εκκλησία έλεγε το όνομα και εμείς μικρά παιδιά τρέχαμε στο σπίτι του πατέρα να πούμε τα νέα. Πάντα περίμενε ο πατέρας με φιλοδώρημα. Αυτός που θα έτρεχε πρώτος έπαιρνε το καλύτερο φιλοδώρημα και από πίσω οι άλλοι τρεις-τέσσερις παίρναμε τα λιγότερα. Έτσι γινόταν πάντα, ποτέ δεν πήγαινε πατέρας και μάνα στην εκκλησία τη μέρα, στα βαφτίσια. Ήταν μέχρι το 1980, μετά άρχισαν οι γονείς να πηγαίνουν.

Ν.Χ.:

Θυμάστε κάτι απ’ τα χρόνια εδώ στο στρατιωτικό καθεστώς, έχετε να πείτε κάτι;

Δ.Κ.:

Θυμάμαι την επταετία, θυμάμαι το 1967 που γενικά με τη Χούντα μάς είχαν επιβάλει οι δάσκαλοι λαμπροφορία με... στα χέρια γύρω απ’ το χωριό λαμπροφορία, χωρίς να ξέρουμε εμείς, «ναι στο σύνταγμα, ναι στο...», αλλά…

Ν.Χ.:

Δηλαδή κουβαλούσατε κάτι, είχατε;

Δ.Κ.:

Είχαμε ξύλο με ένα κουτάκι φτιαγμένο, το οποίο είχε σαν πυρσός. Και εκείνη την ημέρα που έγινε το πραξικόπημα, οι δάσκαλοι μας υποχρέωσαν όλους να έχουμε τον πυρσό και τα… Θυμάμαι και εκείνη την ημέρα τους κομμουνιστές τους πήρανε απ’ τα σπίτια, δηλαδή ποιοι ήτανε οργανωμένοι με το ΚΚΕ ήρθαν και τους μάζεψαν στο τμήμα.

Ν.Χ.:

Τους άφησαν μετά;

Δ.Κ.:

Τους πολύ οργανωμένους τους στείλαν σε φυλακές. Τους άλλους τους είχαν εδώ, αλλά πάντα υπό επιτήρηση. Κοίτα, η χούντα χάρισε δάνεια σε αγρότες εδώ πέρα, χάρισε σε κτηνοτρόφους, έκανε καλά, έκανε και κακά. Αλλά ο αγρότης είδε καλές μέρες εκείνο τον καιρό, ρίξαν λιπάσματα σ’ όλα τα βοσκοτόπια, έτσι ώστε να μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν και να έχουνε τροφή. Η ελευθερία, αυτό που ήταν πιο περιορισμένη και…

Ν.Χ.:

Ήταν αυστηρά εδώ;

Δ.Κ.:

Ήταν αυστηρά, ήταν.

Ν.Χ.:

Λόγω αστυνομίας και-

Δ.Κ.:

Λόγω αστυνομίας ήταν πολύ αυστηρά, ήταν.

Ν.Χ.:

Μάλιστα.

Δ.Κ.:

Ένα άλλο περιστατικό με τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Έτυχε να 'χω συμμαθητή, από την πρώτη μέχρι την έκτη δημοτικού. Στην τρίτη δημοτικού λέει ο δάσκαλος: «Να σηκωθεί ο [...] να πει την προσευχή». Τότε -οι Ιεχωβάδες είναι σαν τους κομμουνιστές, είναι διαβασμένοι να ξέρεις, δεν- σηκώνεται, σταυρώνει τα χέρια του το παιδί και αρχίζει και λέει το Πάτερ Ημών, ενώ εμείς είχαμε άλλη προσευχή που έκαμνε. Ορμάει ο δάσκαλος, του λέει: «Όχι αυτή» και του τραβάει ένα χαστούκι, στο [Δ.Α.] παιδί. Εκείνη την ώρα το παιδί ειδοποιεί τον πατέρα του που δούλευε στο ορυχείο και καταφτάνουν δικηγόροι, φασαρίες, αστυνομία, γίνεται ένας χαμός! Αλλά, αν και κείνο τον καιρό που επικρατούσε η χούντα, ήρθαν δικηγόροι, πήραν το παιδί και το τράβηξαν. Όταν τελείωσε έκτη τάξη δημοτικού πήραμε όλοι ενδεικτικό και δεν πήρε ενδεικτικό ο μάρτυρας του Ιεχωβά. Το παιδί αυτό μπροστά μου λέει: «Κύριε, πού είναι το δικό μου ενδεικτικό;». Και λέει: «Για σένα δεν έχει». Αυτό, κοίταξε, η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν πρέπει να βλέπει αν είσαι μάρτυρας του Ιεχωβά, αν είσαι κομουνιστής ή αν είσαι δεξιός ή τέτοιο. Έπρεπε, εγώ νομίζω ότι τι θα πει μάρτυρας του Ιεχωβά, εντάξει πιστεύει εκεί πέρα, έπρεπε να πάρει το απολυτήριο.

Ν.Χ.:

Τελικά, δεν του δώσαν το απολυτήριο;

Δ.Κ.:

Δεν του δώσαν το απολυτήριο, έφυγε στον Καναδά το παιδί και πέρυσι με βρήκε, μετά από δέκα χρόνια, ήρθε με δικηγόρο και πήγε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση εδώ και πήρε το ενδεικτικό, με δικηγόρο, κατάλαβες; «Με θυμάσαι που μπροστά σου έγινε;». Εγώ το στήριξα το παιδί, ήταν φίλος μου, ξέρεις μαζί του πόνεσα και εγώ, έτσι όταν κάθεσαι σ’ ένα θρανίο μ’ έναν δεν... εγώ δεν ήξερα τι θα πει μάρτυρας του Ιεχωβά, αυτοί το συζητούσαν στο σπίτι, υπήρχε μια…

Ν.Χ.:

Επομένως, νιώθατε ότι έγινε μια αδικία.

Δ.Κ.:

Μια αδικία, έγινε μια αδικία. Μα και ήταν αδικία. Τι θα πει; Ήταν καλός μαθητής, ήξερε τα πάντα, ήταν διαβασμένος.

Ν.Χ.:

[00:50:00]Μάλιστα. Κύριε Δημήτρη, εγώ αυτά είχα να σας ρωτήσω. Πάντα στο τέλος κάνω μια ερώτηση, αν θέλετε να την απαντήσετε. Μπορεί να ακούσει αυτήν τη συνέντευξη κάποιος συγγενής σας σε 50, 30, 40, 50 χρόνια από σήμερα. Αυτή η συνέντευξη που κάνουμε είναι και μια χρονοκάψουλα υπό μια έννοια.

Δ.Κ.:

Ναι.

Ν.Χ.:

Οπότε, αν ακούσει κάποιος συγγενής σας αυτήν τη συνέντευξη σε μερικές δεκαετίες από τώρα τι θα θέλατε να του πείτε;

Δ.Κ.:

Τι να του πω;  Είναι... Να μπορέσει να έχει δεσμούς με το χωριό, όποιος και να είναι, να αγαπάει το χωριό του, στα παιδιά του να πει από πού κατάγονται, και πού... και τα ιστορικά όλα αυτά να τα πει στο παιδί του, να υπάρχει μια συνέχεια, μην σβήσουμε έτσι, όπως σβήσαν πολλά χωριά στην Ελλάδα.

Ν.Χ.:

Θέλετε να του δώσετε κάποια συμβουλή για τη ζωή του; Μπορεί να 'ναι κάποιος, κάποιο εγγόνι σας που δεν έχει γεννηθεί ακόμα.

Δ.Κ.:

Τι να πω, είναι συγκινητικό. Να είναι... Αγάπη να 'χουν, μην μαλώνει τον κόσμο, ήρεμα και ειρήνη, τίποτα δεν θέλουμε. Αυτά που έζησαν οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας να μην ξαναζήσουμε, μην... εμφύλιες διαμάχες να μην υπάρχουνε, έτσι.

Ν.Χ.:

Μάλιστα. Ωραία.