© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Μια μοδίστρα από τη Νέα Κερασιά Θεσσαλονίκης μιλάει για τη ζωή της και τα ρούχα των Θεσσαλονικιών τις δεκαετίες του '70 και του '80
Istorima Code
26214
Story URL
Speaker
Αργυρώ Καραγιάννη (Α.Κ.)
Interview Date
06/12/2023
Researcher
Βασιλική Παρασκευά (Β.Π.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Το όνομά μου είναι Καραγιάννη Αργυρώ.
Είμαι η Βασιλική Παρασκευά, είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Σήμερα έχουμε 07 Δεκέμβριου 2023 και είμαστε στη Νέα Κερασιά με την κυρία Αργυρώ, και πάμε να ξεκινήσουμε. Θέλετε να μας πείτε λίγα πράγματα για σας;
Λοιπόν, έμενα στην Θεσσαλονίκη 32 χρόνια και μετά από 32 χρόνια αποφάσισα να έρθω στο χωριό που γεννήθηκα και βαφτίστηκα, στην Κερασιά, στη Νέα Κερασιά, του Δήμου Θερμαϊκού, Θεσσαλονίκης. Λοιπόν, ήρθα με τον σύζυγο εδώ, κάναμε ένα σπιτάκι, κάναμε ένα σπιτάκι και μένουμε από το, από το 2006 μέχρι τώρα στην Κερασιά. Είμαστε ευχαριστημένοι. Έχει ησυχία στο χωριό, είναι το μικρό «Παρίσι», το λένε το χωριό μας. Ναι, και είναι όλα γύρω μας. Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι και δεν έχουμε κανένα σκοπό να γυρίσουμε πίσω στην Θεσσαλονίκη. Αυτά τα λίγα.
Πού μένατε στη Θεσσαλονίκη;
Στην Θεσσαλονίκη έμενα στη Νεάπολη, στη Νεάπολη. Είχαμε δικό μας σπίτι, βλέπαμε όλη την Θεσσαλονίκη, ήταν ψηλά γιατί η Νεάπολη είναι χτισμένη σε λόφο, οπότε ήμασταν πάρα πολύ καλά. Αλλά λόγω ότι, πολυκοσμία, δεν βρίσκαμε χώρο να παρκάρουμε, γυρίζαμε γύρω γύρω, και αναγκαστήκαμε να έρθουμε στο χωριό. Στο χωριό για καλύτερη ζωή, καλύτερο περιβάλλον, καθαρός αέρας, θάλασσα και όλα τα καλά. Και ησυχία. Και αφού μεγαλώσαμε και λιγάκι είναι πιο καλά για μας το χωριό. Τα γεράματα μας εδώ, στο χωριό.
Εσείς μεγαλώσατε στη Νέα Κερασιά;
Όχι, εγώ μεγάλωσα στο Ασβεστοχώρι. Τελείωσα το Δημοτικό στο Ασβεστοχώρι, και από κει και μετά δεν πήγα Γυμνάσιο, σταμάτησα, πήγα σε μοδίστρες και για να μάθω την τέχνη. Γιατί λέγαν τότε οι παππούδες και οι γιαγιάδες ότι «Η τέχνη είναι ένα χρυσό βραχιόλι. Όσα γράμματα να μάθεις, δεν θα έχεις τέχνη. Θα ξέρεις γράμματα, αλλά δεν θα ξέρεις να δουλέψεις». Γι’ αυτό λοιπόν από μικρό κοριτσάκι, μόλις έγινα 12 χρόνων, την πρώτη μέρα που κλείσανε τα σχολεία, αμέσως με πήρε μία κυρία, μοδίστρα, κοντά της για να δουλέψω και να μάθω πράγματα από την ίδια τη μοδίστρα, ας πούμε, να μάθω πράγματα. Τα χρόνια πέρασαν, το καλοκαίρι ερχόμασταν στην Κερασιά για να κάνουμε τα μπάνια μας. Είχαμε τη γιαγιά εδώ. Ναι, και θέλαμε τη δούμε και μετά, όταν άνοιγαν τα σχολεία το Σεπτέμβρη, γυρίζαμε πίσω στο Ασβεστοχώρι. Ε, λοιπόν, εκεί στο Ασβεστοχώρι πήγαινα στην κυρία αυτή, ράβαμε παλτά για κυρίες που ψωνίζανε από το «Φωκά». Ναι, απ’ το «Φωκά». Ήτανε… Ήτανε δύσκολα και εύκολα μαζί, γιατί ήταν ένα είδος φασόν, αλλά αυτό το φασόν ήτανε περιποιημένο, όχι αυτά που ράβουν τώρα τα, να μην πω τώρα, κινέζικα, «China Town». Ναι, που είναι, τα ράβουνε και μικρά παιδάκια και δεν επιτρέπεται, μικρά παιδιά! Λοιπόν, και εγώ μικρό παιδί ήμουν τότε, βέβαια, 13 χρονών ήμουνα, αλλά εγώ μάθαινα τουλάχιστον, δεν δούλευα με χρήμα, μάθαινα. Τότε δεν μας δείχνανε και πολλά πράγματα. Λοιπόν, τελείωσε αυτό, μεγάλωσα, έγινα 13, 14, 15 χρονών. Ακούω στο ραδιόφωνο μια διαφήμιση και λέει, έλεγε ότι «η κυρία -τάδε-, η Άννα Δρογούδη, που έχει το σχεδιαστήριο και εργαστήριο της πάνω από την Εργατική Εστία στην Αντιγονιδών, διδάσκει τη γαλλική, γαλλική σχεδίαση ρούχων, γαλλική μέθοδο». Και γαλλική μέθοδο σχεδιασμού ρούχων λοιπόν. Δεν άργησα λοιπόν, πήγα. Πήγα, γράφτηκα εκεί, με δίδακτρα ήταν, ναι, δώσαμε τα, πληρώσαμε, αγόρασα μια μηχανή Singer, την είχα στο σπίτι, έβγαζα τα σχέδια μόνη μου σε χαρτί, μετά τα έκοβα στο ύφασμα, τα έραβα και έτσι ξεκίνησα. Στη σχολή κάθισα 6 μήνες, ενώ είχαμε προγραμματισμένο για τρεις, αλλά εμένα επειδή είδε το ενδιαφέρον μου με κράτησε λίγο παραπάνω. Να μην τα πολυλογούμε, ξεκίνησα να ράβω. Να ράβω παραγγελίες πια, 16 χρονών, το ’69, ήμουν γεννημένη το 1953. Λοιπόν, άρχισα να ράβω με παραγγελίες. Έραβα με παραγγελίες, αλλά η μαμά μου, μικρό το σπίτι, διαμαρτυρόταν: «Γεμίσαμε καρφίτσες και κλωστές το σπίτι, Αργυρούλα. Αργυρούλα, τι θα γίνει; Τι θα γίνει;» «Τι να κάνω ρε μάνα; Καλά θα σταματήσω. Θα πάω σε βιοτεχνία».[00:05:00] Πάω σε βιοτεχνία. Φεύγω, πάω στην βιοτεχνία, «Σουρβάνος». Ναι, λοιπόν, πάω εκεί, με βάζουν στο κοπτήριο. Έκοβα, έκοβα εκεί, έβλεπα όμως τις άλλες, κρυφοέβλεπα «Τι κάνουν αυτές;». Ναι, έχει προηγηθεί κι άλλο, θα το πούμε μετά. Λοιπόν, και πήγα και σε άλλη μοδίστρα, εδώ στην Θεσσαλονίκη, στην Θεσσαλονίκη στο Ντεπώ, η οποία αυτή μου έραβε τα ρούχα μου όσο ήμουν παιδί. Πήγα στην ίδια μοδίστρα. Και εμένα. Έφευγα από δω από την Κερασιά και πήγαινα στο Ντεπώ και καθόμουν μια βδομάδα εκεί για να μάθω τη ραπτική. Λοιπόν, πάει και αυτό. Αφού έραβα τα βελούδινα τα φουστάνια μου, τα δικά μου, με τα κεντούσαν με πούλιες, με χάντρες και τέτοια, ήμουνα ένα μοντέλο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ήμουνα τιτίζα και ωραία στα ρούχα. Φεύγω από τη βιοτεχνία 19 χρονών, πηγαίνω σε ένα κατάστημα για να διορθώνω τα ρούχα του καταστήματος που αγόραζαν οι πελάτισσες. Πήγα εκεί, αυτός όμως, ο απατεώνας δεν με κολλούσε ένσημα. Ενώ στη βιοτεχνία κολλούσα ένσημα, αυτός δεν μου κολλούσε ένσημα. Έφυγα. Παντρεύτηκα. Γνώρισα τον άνδρα μου, παντρεύτηκα. Η δουλειά σταματάει. «Δεν θα δουλέψεις» «Μα, μου…» «Όχι, δεν θα δουλέψεις». Έγκυος. Έμεινα έγκυος, κάνω το παιδί μου, σταματάει η δουλειά. Κάνω το δεύτερο παιδί μου, σταματάει η δουλειά. «Τώρα; Τώρα, εγώ δεν μπορώ», τρωγόμουν. «Δεν γίνεται, πώς θα κάτσω εγώ μέσα στο σπίτι; Δεν γίνεται, τα χέρια μου πρέπει να δουλεύουνε, δεν είναι». Ήθελα το βελόνι να το πιάσω, να το αισθανθώ. Πάω στην «Ιουλιέτα», ένα κατάστημα, υπήρχε και έδινε αυτή φασόν στα σπίτια. Ε, πήρα να ράψω φασόν. Έραβα φασόν, λοιπόν, πολλή κούραση όμως, Και μικρό παιδί και για σπίτι και οικογένεια κλπ. Τότε… Ξέχασα να πω αυτό. Τότε είχαν τρομερή δουλειά οι μοδίστρες, τρομερή δουλειά, δηλαδή οι οίκοι ραπτικής στην Θεσσαλονίκη ήταν πάρα πολλοί. Φέρνανε αχνάρια, έτσι τα λέγανε, ενώ είναι χνάρι, δεν είναι αχνάρι, αχνάρια από τη Γαλλία, φέρνανε και κάνανε οι κυρίες πάρα πολύ ωραίες τουαλέτες, οι οποίες τουαλέτες τις ακριβοπληρώνανε. Λέγανε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν φτωχομάνα. Λάθος! Δεν ήταν φτωχομάνα η Θεσσαλονίκη, γιατί οι κυρίες που ραβότανε τα πληρώνανε όταν τα παραλάμβαναν. Δε ρωτούσαν πόσο κάνει στην αρχή, μετά πληρώνανε. Ήρθε ο καιρός που βγάζαν πάρα πολλά λεφτά οι μοδίστρες. Βέβαια, οι μοδίστρες, οι καθαυτού μοδίστρες, δεν ράβανε, ράβανε τα κοριτσάκια, που δήθεν μαθαίνανε, αλλά έβγαζαν δουλειά τα κοριτσάκια. Δεν υπήρχε ο κοπτοράπτης, η γαζωτική, η κλάπα κι άλλες τόσες μηχανές, δίγαζες, τρίγαζες κλπ. Αυτά γινόταν όλα στο χέρι, τα οποία τα ράβανε τα κοριτσάκια. Τον κοπτοράπτη που κάνουμε τώρα, το ράβανε στο χέρι και το λέγαν «σουρφιλέ». Το άλλο, κρυφό «ρεμπάτεμα», τον ποδόγυρο. Ήταν η βελονίτσα που ράβαμε τις καναβατσότριχες, τα κάμποτα. Δεν υπήρχαν κολλητικά, όπως τώρα, βάζουμε ένα κολλητικό, μια καρίνα κολλητική και τελείωσε. Αυτά είναι λέξεις της μοδιστρικής. Λοιπόν, τότε ήτανε αυτά τα… Καναβατσότριχες, κάμποτα, δύσκολα ρούχα. Δηλαδή αυτή τη στιγμή αυτό το ρούχο να το ράψεις σε μοδίστρα θέλεις ένα μηνιάτικο, ένα παλτό, ας πούμε, ένα παλτό με τέτοια τέχνη. Μπήκα μέσα στο site του Dior και της Channel και είδα πώς ράβαμε εμείς πριν από 50 χρόνια τα ρούχα, που τα ράβαμε, ας πούμε, όλα στο χέρι. Ακριβώς την ίδια τεχνική έχουν τώρα οι μεγάλοι οίκοι μόδας στην Γαλλία, γιατί η Γαλλία είναι η μητέρα της μόδας. Δηλαδή όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εμείς οι μοδίστρες είναι γαλλικές. Ας πούμε, να πούμε ταγέρ, να πούμε πατρόν, να πούμε ανφόρμ, πάρα πολλές λέξεις τις οποίες τις χρησιμοποιούμε εμείς, γιατί η μόδα είναι «Γαλλίδα». Είναι και τα ιταλικά, είναι και οι Ιταλοί, πολλοί σπουδαίοι μόδιστροι και οι Ιταλοί, αλλά είναι και άλλοι. Δεν είναι μόνο… Τώρα βγήκαν Κινέζοι, βγήκαν Ιάπωνες, βγήκαν, τέλος πάντων, πολλοί, πάρα πολλοί. Χθες, να εχθές μου φέρανε ένα ρούχο, ένα φόρεμα Galliano… Τους ξέρω, Τους ξέρω τους μόδιστρους. Άλλοι είναι… Paco Rabanne, Paco Rabanne ήταν… Τώρα τα φοράνε του Paco Rabanne τα ρούχα. Του Paco Rabanne τα ρούχα ήταν μεταλλικά, μεταλλικά κρίκοι, που ήταν ένα φόρεμα όλο μέταλλο. Σαν να είσαι στο διάστημα, ένα τέτοιο πράγμα. Λοιπόν, παρακολουθούσαμε τη μόδα πάρα πολύ τότε. Τα περιοδικά ήτανε το Burda, η Μοντελίνα, [00:10:00]ήτανε κι άλλα, τα οποία δεν τα θυμάμαι τώρα, τα ξέχασα, έχουν σταματήσει να εκδίδονται, βέβαια. E, ναι, πέθαναν μάλλον, φαίνεται, οι εκδότες, δεν ξέρω τι έγινε. Τι άλλο να πούμε; Λοιπόν, τώρα, για να γίνεις μοδίστρα θα πρέπει… Θα κουραστείς πολύ. Πρώτον, η σωστή μοδίστρα πρέπει να ράβει επαγγελματικά, όχι ερασιτεχνικά, που σημαίνει ότι όταν έρχεται κάποια να ράψει ένα ρούχο να μη φαίνεται ότι είναι ραμμένο σε μοδίστρα, πρέπει να φαίνεται ότι είναι ραμμένο σε οίκο, μεγάλο οίκο. Και τι έκανα εγώ; Πήγαινα, λοιπόν, σε μια βιοτεχνία, μάθαινα πώς ράβουν το σακάκι. Έφευγα, πήγαινα σε άλλη βιοτεχνία, μάθαινα πώς ράβουν το φόρεμα, έφευγα, πήγαινα σε άλλη βιοτεχνία, μάθαινα πώς ράβεται το, το πουκάμισο. Το κάθε ένα από αυτά ράβεται διαφορετικά, δεν έχει την ίδια, το ίδιο, την ίδια ραφή. Ναι. Λοιπόν, το παλτό επίσης, και στα παλτά. Πολύ κούραση. Μου άρεσε όμως η δουλειά αυτή, μ’ άρεσε, μου άρεσε. Κάποια στιγμή, βιοτεχνίες γέμισαν εδώ, δεν σύμφερε πλέον η μοδίστρα να ράβει το σπίτι. Είχε πάρα πολλές βιοτεχνίες, που μπορούσαν οι γυναίκες να πάνε να προμηθευτούν από κει ρούχα, τα οποία τα παίρνανε και πιο φτηνά και όταν τα βαριότανε τα χαρίζανε ή τα πετούσαν. Όταν εγώ πήγα στη βιοτεχνία, υπήρχε η Μακεδονία, η εφημερίδα η Μακεδονία, η οποία το σαλόνι της ήταν τεραστίων διαστάσεων, όπως είναι τώρα οι εφημερίδες στο διπλάσιο μήκος και πλάτος. Το πλάτος ίδιο, το πλάτος ίδιο, το μήκος όμως ήτανε διπλάσιο. Και είχε, λοιπόν, εκεί ζητούσανε γαζώτριες και κοπτοράπτριες. Ήτανε βιοτεχνομάνα η Θεσσαλονίκη. Δεν υπήρχε στην Ελλάδα τόσες πολλές, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα τόσες πολλές βιοτεχνίες, που να δουλεύει τόσος κόσμος. Δηλαδή φτάσαμε στο σημείο να έρχονται ξένοι και να φέρνουν τα υφάσματα τους στην Ελλάδα, τα κόβαμε, τα ράβαμε, τα συσκευάζαμε, τα κάναμε κοντρόλ, το οποίο έπρεπε να είναι άψογα, για να φύγουν στην Αμερική τα ρούχα. Δούλεψα σε ένα τέτοιο, σε ένα τέτοιο, μια τέτοια βιοτεχνία. Δούλεψα σε βιοτεχνία που έφτιαχνε το παιδικό. Τρέλα με το παιδικό, τρέλα. Έφτασα στο σημείο μετά από λίγα χρόνια… Είμαστε στο 1986. Το 1986… Το 1979 ανοίγει ο άντρας μου ένα κατάστημα με παιδικά, με παιδικά ρούχα. Εγώ παράλληλα δουλεύω στη βιοτεχνία που κάνει τα παιδικά. Εκεί ήτανε που βοηθηθήκαμε από τη βιοτεχνία, γιατί εκείνον τον καιρό… Τα λέγανε μπουτίκ, τα λέγανε μπουτίκ αυτά τα καταστήματα, τα οποία ήτανε, είχανε το καθένα το ξεχωριστό. Δηλαδή, δεν ήταν όπως τώρα στη σειρά, όχι τώρα, και παλαιότερα, στη σειρά τα καταστήματα και μπορεί να έχουν όλα το ίδιο πράγμα. Κάθε ένα… Εδώ η Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη μπουτίκ. Η μπουτίκ της Αγίας Σοφίας, της Μητροπόλεως, της Κορομηλά.
Ναι, λοιπόν, 1986 πηγαίνω σε μια βιοτεχνία, η οποία έραβε παιδικά, παιδικά φορέματα, παιδικά παντελόνια και τα λοιπά, μαθαίνω και το παιδικό. Βέβαια, επειδή υπήρχε μια στέρηση, στέρηση φαντασίας στη βιοτεχνία, ναι, εγώ τους έδινα ιδέες και δεν με άφηναν να φύγω. Κάποια στιγμή, όμως, ήθελα να φύγω γιατί βαρέθηκα, «Το έμαθα» λέω «δεν χρειάζεται να καθίσω παραπάνω». «Κάθισε, κάθισε, Ρούλα, θα σε δώσουμε τόσα». «Όχι, δεν θέλω, δεν κάθομαι, φεύγω». Έτσι έφευγα, έτσι έφευγα. Λοιπόν, το 1989, το κλείνουμε το μαγαζί. Το κλείνουμε το μαγαζί, παθαίνει έμφραγμα ο άντρας μου, δυστυχώς, δεν μπορούσαμε. Εκείνο τον καιρό, θα πω και αυτό, εκείνο τον καιρό οι μοδίστρες, το ξέρω, το είπα; Ήταν πάρα πολύ απασχολημένες με τη δουλειά τους, που δεν τους έμενε χρόνος για προσωπική ζωή. Γι’ αυτό ένα χρονικό διάστημα αρκετά μεγάλο οι μοδίστρες μένανε ανύπαντρες. Δηλαδή μεγαλοκοπέλες. Γινόταν μεγαλοκοπέλες, γινότανε που τις λέμε τώρα γεροντοκόρες, μεγαλοκοπέλες κανονικά λέγονται, χωρίς να έχουν παντρευτεί. Και λέγανε ότι από την πολλή δουλειά οι μοδίστρες δεν βρίσκουν χρόνο για δική τους, δεν έχουν ζωή, δεν μπορούν να βρουν άνθρωπο να αγαπήσουνε, δεν υπήρχε. Είχαν πάρα πολύ δουλειά. Νύχτα-μέρα, νυχτέρια. Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει τώρα τι γινότανε. Δηλαδή σκέψου ότι μια οικογένεια, ας πούμε, αν είχε 3 κορίτσια και η μάνα, έπρεπε να ραφτεί κάπου, κάπου να πάει να ραφτεί. Τα καταστήματα δε, στην Ερμού, [00:15:00]στην Ερμού που υπήρχαν τα υφασματάδικα, Ερμού, Βενιζέλου, Δραγούμη, πιο πολύ στη Βενιζέλου, ήταν τόσα πολλά. Ήταν η «Ευρωπαία». Ήτανε… Δεν θυμάμαι άλλο. Δεν θυμάμαι άλλο, να σας πω δεν θυμάμαι άλλο. Είχε πάρα πολλά καταστήματα με υφάσματα, τα οποία πήγαινες, τα αγόραζες και πήγαινες και τα έραβες. Όπως βλέπουμε και στις ελληνικές ταινίες, ας πούμε, με τον Βουτσά μία ταινία, ναι, έτσι το ίδιο γινόταν και τότε. Επίσης, η στοά Καράσσο ήταν ένα, στοά, μια στοά, η οποία είχε κουμπιά, σιρίτια, τρέσες, κλωστές, φερμουάρ, τα πάντα για να ράψεις, για να ράψεις ένα ρούχο. Δηλαδή κάθε μία κυρία που έραβε ένα ρούχο ήταν μοναδικό, έτσι, μοναδικό. Δεν υπήρχε δεύτερο. Δεν υπήρχε δεύτερο, γιατί το έραβε με δικό της γούστο, έβαζε τα δικά της χρήματα για τα κουμπιά, τα οποία τα κουμπιά ήτανε τα καλύτερα… Πώς λεγότανε τώρα το κατάστημα το γωνιακό που δεν μπορώ να θυμηθώ; Τα κουμπιά που πηγαίναμε και παίρναμε, εξαιρετικά κουμπιά, έβαζε την τρέσα της, έβαζε… Και υπήρχε και το εξής, είχαμε μια θεία, η οποία ήταν στην Αθήνα, άλλη ιστορία και αυτή, θα την πούμε άλλη φορά όμως. Λοιπόν, αυτή ζούσε στο Κολωνάκι και μια φορά τον χρόνο πήγαινε με την αφεντικίνα της, αυτή ήταν η οικονόμος στο σπίτι, στο Παρίσι, παίρνανε τα υφάσματα, υφάσματα, τρέσες, κουμπιά, φόδρες, τα πάντα, τα πήγαιναν στη μοδίστρα στην Αθήνα, τους τα έραβε η μοδίστρα. Λοιπόν, όλα τα ρούχα, το λέω, ήταν μοναδικά, δεν υπήρχε δεύτερο ίδιο. Τώρα, έτσι και βγεις έξω, από το κινέζικο που κυκλοφορεί, βλέπεις ίδιες μπλούζες, ίδια μπουφάν, ίδια παντελόνια. Όχι, δεν υπήρχε. Ήτανε, ήτανε πολύ μοδάτες οι γυναίκες και πολύ περιποιημένες, πάρα πολύ, τα κολιέ τους, οι πέρλες τους, ήτανε κυρίες. Όχι όλες. Υπήρχαν και εξαιρέσεις. Οι φτωχές, όσο μπορούσαν οι καημένες. Έλεγε η μάνα μου: «Καθαρό να είναι το ρούχο μου και ας είναι αταίριαστο, καθαρό να είναι το ρούχο κορίτσι μου». Εγώ «Όχι» έλεγα, «Δεν θέλω να είναι αυτή η γνώμη. Θέλω να είναι ταιριαστό. Θέλω το καφέ να πάει με το μπεζ, θέλω το μπλε να πάει με το γαλάζιο, με το άσπρο. Δεν θέλω πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, και όχι πολλά χρώματα -έλεγα-, μάνα, 2 χρώματα φτάνουν. Δεν χρειάζεται να έχουμε πολυκολόρε, τρικολόρε. Πρέπει τα χρώματα που φοράς να είναι δύο και ταιριασμένα, και τα παπούτσια και η τσάντα» «Βρε, κορίτσι μου», μου έλεγε. «Όχι, κόκκινα παπούτσια, κόκκινη τσάντα. Δεν θέλω εγώ άλλη τσάντα, άλλο χρώμα» «Βρε παιδάκι μου» «Όχι». Αυτό. Δεν σήκωνα δεύτερη κουβέντα. Λοιπόν, οι Θεσσαλονικιές είχανε αυτό το καλό, ότι ήτανε σ’ όλη την Ελλάδα οι πιο καλοντυμένες γυναίκες. Είχανε γούστο, είχαν γούστο και οι μάνες τους, αλλά και τα κορίτσια είχαν. Και ακόμη και τώρα, τώρα που κοροϊδεύουν και λένε «Θεσσαλονικιά είναι αυτή», άμα την δουν στολισμένη παρά πολύ, «Είναι Θεσσαλονικιά αυτή». Ναι, είναι Θεσσαλονικιά, αλλά δεν είναι λατέρνα, όπως είναι Αθηναία, «Ό,τι έχουμε τα φοράμε να τα δείξουμε». Όχι, φορούσανε αυτά που πρέπει. Λοιπόν, άρχισε να φθίνει το επάγγελμα, να χάνεται σιγά σιγά. Να χάνεται γιατί πέθαναν οι μοδίστρες, τα μοδιστράκια δεν γίνανε μοδίστρες, όχι, δεν γίνανε μοδίστρες, κράτησαν όμως την τέχνη για τον εαυτό τους, γιατί χρειαζόταν και στο σπίτι να ξέρει μια γυναίκα. Εκατομμύρια τον χρόνο πουλιόντουσαν οι μηχανές οι Singer, εκατομμύρια μηχανές. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην έχει μηχανή. Έλεγαν ότι «Νοικοκυρά χωρίς μηχανή δεν λέγεται νοικοκυρά». Όταν εμένα με πήραν τη μηχανή, μία Singer άσπρη, όχι μαύρη, μαύρη είναι πιο παλιές, η μάνα λέει: «Θα πάρω και την αδερφή σου μια». Λέω: «Μαμά, η αδελφή μου δεν ξέρει να ράβει» «Όχι, νοικοκυρά χωρίς μηχανή δεν λέγεται» «Βρε μάνα, πάρ’ την ένα πλυντήριο που δεν έχει» «Όχι, μηχανή». Λοιπόν, η μηχανή τώρα της αδερφής μου είναι στο υπόγειο, έχουν κάνει φωλιά τα ποντίκια και δεν την ανοίγει καθόλου. Μια μέρα λέει: «Θα γαζώσω» «Άντε να σε δω». Πάει να γαζώσει, σπάει ένα εξάρτημα, 100 ευρώ. «Δεν τη θέλω τη μηχανή» «Κάν’ την τη μηχανή, αδελφή, θα την πάρω εγώ κάποια στιγμή» «Όχι, δεν την κάνω» «Κάν’ την» «Δεν την κάνω»,[00:20:00] την έκανε τη μηχανή. Πάλι τα ποντίκια φωλιά κάνανε κάτω. Δεν τη θέλει τη μηχανή, δε τη θέλει. Ούτε τη βελόνα θέλει, ούτε. «Αδελφή, έλα να με κάνεις αυτό» «Άντε, να στο κάνω» και έτσι είναι. Άμα έχετε αδελφές μοδίστρες, να τις καλοπιάνετε, να μην τις στεναχωράτε ποτέ. Η μοδίστρα είναι πάνω από όλα. Τι άλλο να πούμε τώρα; Νομίζω πως έχουμε τελειώσει.
Θα σας πάω έτσι στα παιδικά τα χρόνια πάλι, να ξαναγυρίσουμε-
Στα παιδικά.
Από την αρχή.
Να γυρίσουμε απ’ την αρχή. Λοιπόν, τα παιδικά μου χρόνια ήταν καταπληκτικά. Γιατί; Ζούσαμε στο Ασβεστοχώρι. Στο Ασβεστοχώρι, το Ασβεστοχώρι, καθότι ντόπιοι… Οι ντόπιοι έχουν έθιμα, δηλαδή έχουν έθιμα τα Θεοφάνια, κοντά τώρα. Τα Χριστούγεννα, έχουνε την Πρωτοχρονιά, έχουνε το Πάσχα, έχουν άλλα έθιμα. Οι ντόπιοι, οι Μακεδόνες. Εμείς είμαστε ντόπιοι, δεν είμαστε… Ντόπια Επανομίτισσα είμαι.
Α!
Το γένος Μπουντοβίνου, απ’ την Επανομή, ναι. Λοιπόν, από κει ήρθαν οι γονείς μου, τους δώσαν εδώ κλήρο, Επανομή μένανε, γεννήθηκαν στην Επανομή, τους δώσαν κλήρο και ήρθαν από την Επανομή στην Κερασιά. Οι Επανομίτες χτίσανε την εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών στην Κερασιά και την, τον Ταξιάρχη τον αγαπάνε οι Επανομίτες πάρα πολύ, γιατί όταν ήταν το πανηγύρι του στις 8 του Νοεμβρίου, γέμιζε ο τόπος Επανομή. Πάρα πολλοί πιστοί, άνθρωποι της Επανομής, ερχόταν εδώ στην Κερασιά. Λοιπόν, ήρθαμε εδώ. Εγώ παιδικά χρόνια τα έζησα στο Ασβεστοχώρι, καταπληκτικά, με παιχνίδια, με πολύ καλό σχολείο, καινούργιο σχολείο. Είχαμε παλιά σχολεία, τα οποία τα είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, πηγαίναμε στα παλιά τα σχολεία, αλλά ήταν επικίνδυνα πολύ, γιατί τα πατώματα ήταν ξύλινα και υπήρχε φόβος να πέσουμε. Είχε κενά μεγάλα, γι’ αυτό μας φτιάξανε, μας έφτιαξε το κράτος δηλαδή, ένα πάρα πολύ ωραίο σχολείο, το Δημοτικό σχολείο Ασβεστοχωρίου, το οποίο τελείωσα εκεί το σχολείο μου. Είχε μέσα χημείο, είχε… Και τρελαινόμουν για το χημείο, τα μπουκαλάκια, τα σωληνάκια, τις δοκιμαστικές σωλήνες κλπ. Με εξαιρετικούς δασκάλους, εξαιρετικούς δασκάλους. Λοιπόν, τα παιδικά μου χρόνια ήτανε πάρα πολύ καλά. Ζούσαν οι γιαγιάδες, ο παππούς, η γιαγιά, οι θείες ερχόταν στο σπίτι, κάναμε τραπέζια, όταν γιόρταζε ο μπαμπάς μου, Αντώνης, του Αγίου Αντωνίου γέμιζε το σπίτι μας γλυκά. Γέμιζε γλύκα, και ξέρετε, χιόνιζε και έξω. Ήτανε απίθανα, βγαίναμε το βράδυ βόλτα. Στο Ασβεστοχώρι γινότανε τα Θεοφάνια, μια γιορτή. Δηλαδή είχαν ένα χώρο, μια αλάνα, που είχανε μια κολυμβήθρα. Συγγνώμη. Αυτή την κολυμβήθρα έπρεπε να τη γεμίσουν νερό, για να είναι έτοιμη το πρωί να πάει ο παπάς να αγιάσει τα ύδατα. Δεν υπήρχε λίμνη, δεν υπήρχε ποταμός, δεν υπήρχε θάλασσα και έπρεπε μέσα στην κολυμβήθρα να γίνει αυτό το έθιμο. Λοιπόν, νέοι και νέες πηγαίνανε… Εγώ δεν έτυχε να πάω, δεν ξέρω γιατί. Ναι, δεν με άφηνε η μάνα μου μάλλον να πάω, ναι, να πάω να γεμίσουμε την κολυμβήθρα. Άναβαν φωτιές, γιατί έκανε κρύο, το Ασβεστοχώρι είναι ορεινό. Λοιπόν, άναβαν φωτιές για να ζεσταθούνε, η Ελένη γέμιζε την κολυμπήθρα, η Ρούλα την άνοιγε τη βρύση και έτρεχε η κολυμβήθρα. Αυτό το νερό έφευγε. Αυτό κρατούσε όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί που θα ερχόταν ο παπάς να αγιάσει, με γλέντια, με χορούς, με τραγούδια, με ρετσίνα, κρασί, κρασί κόκκινο, κρασί. Τελείωνε αυτό το έθιμο, μετά γινότανε τα Χριστούγεννα, τα οποία τα Χριστούγεννα η μαμά μου με φορούσε πάντα τα καλά μου. Δεν έχω να δείξω και καμιά φωτογραφία παιδικά. Παλτό βελούδινο, παντελόνι βελούδινο, τσάντα, καπέλο. Το έχει η γειτόνισσά μου, το έχω δώσει στη γειτόνισσά μου και το έχει βάλει φωτογραφία ασπρόμαυρη στον τοίχο της. Παιδικά χρόνια, παιχνίδια, κρυφτό κυνηγητό, μήλα. Ένα άλλο, πώς το λέγανε, δεν θυμάμαι, που βάζαμε πέτρες, τη μια πέτρα πάνω στην άλλη και την πετούσαμε την μπάλα για να πέσει κάτω, «πινακωτή-πινακωτή», κι άλλα πολλά παιχνίδια, τα οποία δεν τα θυμάμαι κιόλας, τα ξέχασα. Το καλοκαίρι ερχόμασταν εδώ στην Κερασιά, για να κάνουμε τα μπάνια μας. Ερχόμενη εδώ στην Κερασιά είχα τα ξαδέλφια μου, λοιπόν, τα ξαδέρφια μου, τα οποία είχανε κάρο, κάρο και άλογα, άλογα. Μετά το πανηγύρι της Μηχανιώνας, κρύωναν τα νερά και φεύγαμε και πηγαίναμε για ψάρεμα.[00:25:00] Εγώ τεσσεράμισι χρονών παιδάκι, πρώτη ξυπνούσα, 04:00 το πρωί, να φύγουμε από δω νύχτα, να πάμε στο Αγγελοχώρι να ψαρέψουμε. Δεν, δεν ησύχαζα, έπρεπε να πάω μαζί τους. Εκεί λοιπόν πήγαινα, όλη την ημέρα στον ήλιο, όλη την ημέρα στον ήλιο. Μη φανταστείς ότι έπιαναν ψάρια, πιο πολύ για πλάκα πηγαίναμε, ναι. Αλλά ήτανε, για μένα ήταν ευχάριστα, γιατί ήμουν όλη την ημέρα με το μαγιό στη θάλασσα. Έμπαινα, έβγαινα, η χαρά του παιδιού, βέβαια. Είχαμε μποστάνια. Πηγαίναμε στα μποστάνια, μαζεύαμε πεπόνια, μαζεύαμε καρπούζια, είχαμε τα σταφύλια, μαζεύαμε τα σταφύλια, τα βάζαμε στο πατητήρι, βγάζαμε κρασί κόκκινο, εξαιρετικό. Είχανε τα, μετά τα καζάνια, που τα κάναν τσίπουρο, εδώ στο χωριό. Είχε τσίπουρα. Δηλαδή ήταν ένα χωριό πλούσιο, δεν ήτανε άγονα, τα χωράφια τους ήταν καλλιεργήσιμα, καλά χωράφια. Είχαν επίσης και ορισμένα νερό, ήταν ποτιστικά και αυτά βγάζανε μέχρι 30 κιλά καρπούζι, ένα καρπούζι 30-40 κιλά, μιλάμε υπερμεγέθη, δεν υπήρχε. Γιατί το καρπούζι αποτελείται από νερό και ήθελε νερό. Για να γίνει, ήθελε να τραφεί, ήθελε νεράκι, αλλιώς δεν… Ενώ το πεπόνι σε αντίθεση δεν θέλει καθόλου νερό, είναι άνυδρο, θέλει μόνο λίγο λίγο σκάλισμα γύρω γύρω. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η δουλειά, ήθελα εγώ να ράβω, ναι. Και ερχόμουν και εδώ στο χωριό, όποιος με ρωτούσε «Ρούλα ράβεις;» «Τι θες να ράψεις;», έλεγα. «Αυτό» «Θα στο κάνω εγώ, μην ανησυχείς». Λοιπόν, το θυμούνται ακόμη. Ψάρεμα στη θάλασσα, πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια, δουλεύαμε, υπήρχε ένα συνεργείο στην Αγία Τριάδα, το οποίο ερχόταν τα σταφύλια, ερχόταν οι αμπελοπαραγωγοί με τα σταφύλια τους, τα καθαρίζαμε, τα συσκευάζουμε και τα στέλναμε στη Γερμανία. Ήτανε… Λοιπόν, τα στέλναμε στη Γερμανία, γιατί δεν έπρεπε το σταφύλι, όπως το φέρνανε, ας μιλήσουμε λίγο και για φρούτα, όπως το φέρναν οι παραγωγοί αυτοί, αμπελοκαλλιεργητές, να μην το… Έπρεπε να το πιάσουμε από το κοτσανάκι του, δεν το πιάναμε, να αγκαλιάσουμε τα σταφύλια, γιατί έφευγε το χνούδι και φαινόταν που ήταν άγουρα και οι Γερμανοί δεν τα έτρωγαν τα άγουρα, ενώ με το χνούδι τους γελούσαν, τους κοροϊδεύαμε δηλαδή, με λίγα λόγια. Να τα λέμε και αυτά. Ναι, να μην πούμε και πώς τους λέγαν τους Γερμανούς, άσ’ το για άλλη φορά.
Τι άλλο έχω να πω; Να πω ότι το πανηγύρι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός της Μηχανιώνα, γιατί η Παναγία της Μηχανιώνας ήταν θαυματουργή και ερχόταν από όλα τα μέρη της Ελλάδος και καθότανε 2 μέρες μέχρι να παρακολουθήσουν τη λιτανεία, να περάσουν από κάτω και να πάνε μετά στο… Και τώρα κρατάει μια εβδομάδα το πανηγύρι, σε αντίθεση που παλιά κρατούσε 15 μέρες. Τώρα το μικραίναν λίγο, και λόγω κορονοϊού το συρρίκνωσαν ακόμη λίγο. Τελείωνε και αυτό, τελείωνε και το πανηγύρι, τελείωνε και ο Σεπτέμβρης, που μαζεύαμε τα σταφύλια και γινόταν ο τρύγος. Πάμε τώρα στην «Έκθεση». Λοιπόν, η «Έκθεση» ήταν για μας το κάτι άλλο, το μεγάλο γεγονός. Το μεγάλο γεγονός ήταν η «Έκθεση», να πάμε να δούμε τα περίπτερα, να βάλουμε ό,τι πιο καλό ρούχο έχουμε, ό,τι πιο καλό ρούχο έχουμε για να πάμε. Λοιπόν, ήταν ένα μεγάλο γεγονός η Έκθεση της Θεσσαλονίκης, γιατί ανοίγανε τα περίπτερα, ερχόταν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου και εκθέτανε τα προϊόντα τους, έπρεπε να τα δούμε, γι’ αυτό τα φέραν κιόλας. Βέβαια δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε, γιατί στην Έκθεση δεν πουλούσανε προϊόντα, άσχετα που τώρα πουλάνε ορισμένα προϊόντα, και αυτά τα πουλάνε στο τέλος, στο κλείσιμο της Έκθεσης. Υπήρχαν τα πυροτεχνήματα, υπήρχαν οι ακροβάτες. Βεβαίως, υπήρχαν ακροβάτες, υπήρχαν πυροτεχνήματα, η πόλη όλη ήταν μια γιορτή, ήταν μια γιορτή. Δεν ήταν ο πληθυσμός τόσος, όσος είναι τώρα, και προπαντός δεν είχαμε και ξένο κόσμο, δηλαδή ξένο κόσμο από άλλα κράτη, ήταν πολύ περιορισμένες. Δηλαδή ήταν τα γύρω χωριά της Θεσσαλονίκης και οι Θεσσαλονικείς, οι ντόπιοι πια, που ζούσαν εδώ, και οι πρόσφυγες, μην τους ξεχνάμε αυτούς, ήταν και οι πρόσφυγες, η οποία ήταν μια μερίδα του κόσμου πολύ ενεργητική, πολύ εργατική, φτιάχνανε τα σπίτια τους μόνοι τους. Υποστηριζόταν πάρα πολύ[00:30:00] οι πρόσφυγες, φέραν νέες τεχνικές στην Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα μετά από τόσους πολέμους είχε πάει πίσω και δεν προχωρούσε και μετά, και αυτό ήταν μια αιτία ο κόσμος να αλλάξει προς το καλύτερο, προς το καλύτερο. Και να που φτάνουμε τώρα στην εποχή της ανοικοδόμησης. Η Θεσσαλονίκη είχε πάρα πολλά σπίτια, μονοκατοικίες, οι οποίες ήταν Τούρκοι, τούρκικα. Λοιπόν, από την στιγμή που ήρθε ο Καραμανλής στην Ελλάδα άρχισε η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης. Όποιος είχε ένα μικρό σπιτάκι και πήγαινε ο εργολάβος να του το ζητήσει, το έδινε με όλη του την καρδιά, γιατί δεν υπήρχαν οι τουαλέτες μέσα, δεν υπήρχε η θέρμανση η ατομική, η κεντρική θέρμανση, που έγινε μετά, τα κεραμίδια τρέχανε, στάζανε, υπήρχαν πολλά προβλήματα τέλος πάντων. Λοιπόν, γινόταν μια συνένωση με 2-3 σπίτια και γινότανε μια οικοδομή. Τώρα, γινόταν οικοδομές τεράστιες, γινόταν και μικρότερες οικοδομές. Άλλοι συμφωνούσαν από δύο, άλλοι συμφωνούσαν μόνοι τους, άλλοι δεν συμφωνούσαν και ήταν μόνοι τους, όπως έγινε και η δική μας η οικοδομή στην Θεσσαλονίκη. Έγινε τετραώροφη, πήραμε εμείς μερίδιο από το σπίτι, ένα ρετιρέ και ένα ισόγειο. Και ο πεθερός μου ήτανε, εργαζόταν στο λιμάνι, στο λιμάνι στα σιτάρια, στη συγκομιδή, και ήταν ένας από τους πάρα πολύ καλούς επιστάτες, κουμανταδόρους τους λέγανε, ο οποίος τότε, όταν ο εργάτης έπαιρνε 1000 δραχμές τον μήνα, αυτός έπαιρνε 7000 τον μήνα. Και με αυτά τα λεφτά η πεθερά μου τα μάζευε και αγόρασε οικόπεδο, αγόρασε οικόπεδο στην Επτάλοφο. Και όταν άρχισε η ανοικοδόμηση να γίνεται εδώ, μας το ζήτησαν το οικόπεδο και το δώσαμε και πήραμε εκεί 3 διαμερίσματα, 3 διαμερίσματα τα οποία αυτά τα 3 διαμερίσματα φύγαν, τελειώσανε όλα, πουλήθηκαν για διάφορους λόγους, και δεν έμεινε τίποτα, και στην Νεάπολη που είχαμε πουλήθηκαν και έγιναν εδώ το σπίτι μας, για να ζήσουμε μια πιο ποιοτική ζωή απ’ ό,τι στην πόλη. Ένας, γινόταν ένας κακός χαμός με την ανοικοδόμηση στην Θεσσαλονίκη. Ήταν η πόλη όλη ένα γιαπί, όλη η πόλη ένα γιαπί, μηχανήματα από δω, φορτηγά, φωνές, κακό. Δεν μπορείτε να φανταστείτε, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Η παλιά η πόλη, η παλιά Θεσσαλονίκη είναι η Τσιμισκή, η Μητροπόλεως, η Εγνατία. Οι άλλες, τα άλλα, τα προάστια, της Θεσσαλονίκης, Τριανδρία, Επτάλοφος, Νεάπολη ήτανε μικρά σπιτάκια, μικρά σπιτάκια, μονοκατοικίες, δεν ήτανε, δεν υπήρχαν πολυκατοικίες, ούτε μεζονέτες, τέτοια πράγματα. Λοιπόν, τώρα…
Εγώ ήθελα να ρωτήσω, οι γονείς σας γιατί φύγαν από Κερασιά και πήγανε-
Ναι-
Ασβεστοχώρι;
Λοιπόν, οι γονείς μου. Ο πατέρας μου πολέμησε στο Αλβανικό Έπος. Εκεί λοιπόν, στο Αλβανικό Έπος, ο πατέρας μου ήταν ταχυδρόμος, έφερνε τα γράμματα από την Αλβανία στην Ελλάδα. Περπατώντας όμως μες στο κρύο και στο χειμώνα έπαθε πνευμονία, αρρώστησε πολύ βαριά. Του έμεινε το ένα τέταρτο των 2 πνευμόνων να λειτουργεί και έπρεπε να είναι σε ξηρό μέρος, σε ξηρό χωριό, που το Ασβεστοχώρι και η Εξοχή έχει το σανατόριο. Το σανατόριο έχει μηδέν υγρασία, ήταν το καλύτερο μέρος. Νοσηλεύτηκε στο σανατόριο, κόντεψε να χάσει τη ζωή του βέβαια ο άνθρωπος, με πνευμονία βαριάς μορφής. Γιατί έπαθε πνευμονία; Ας γυρίσουμε λίγο γιατί έπαθε πνευμονία. Γιατί ήρθε εδώ να δει τη μαμά του και τον πατέρα του, και τα αδέρφια του βέβαια, και επειδή είχε κρυώσει και ήταν άρρωστος, τον πήρε η γιαγιά βεντούζες. Και οι βεντούζες, επειδή ανοίγουν οι πόροι, άνοιξαν οι πόροι και η κατάσταση χειροτέρεψε. Κι ανέβασε 40 πυρετό και τον φέρανε με το ασθενοφόρο πλέον εδώ στην Ελλάδα, να νοσηλευτεί στην Ελλάδα. Και έπρεπε εμείς να μένουμε το χειμώνα στο Ασβεστοχώρι που έχει μηδέν υγρασία και το καλοκαίρι θέλαμε να έρθουμε εδώ, να βλέπουμε τη γιαγιά και είχαμε και ένα περίπτερο εδώ στην Κερασιά. Το περίπτερο αυτό που υπάρχει και είναι κλειστό είναι δικό μας. Λοιπόν, και καθόμασταν [00:35:00]στο περίπτερο εκεί και ο μπαμπάς και η μαμά μου, και εγώ βέβαια, και όλοι οι γαμπροί εδώ της Κερασιάς μαζευότανε, τα κορίτσια μαζευόταν και μετά οι γαμπροί μαζευόταν και γελούσαμε και μιλούσαμε και περνούσε ο καιρός μας. Αυτή είναι ζωή μου.
Ο μπαμπάς μετά τι δουλειά έκανε;
Ο μπαμπάς ήταν ανάπηρος, ήταν ανάπηρος πολέμου και ήταν συνταξιούχος, πάντα ήταν συνταξιούχος. Πάντα ήταν συνταξιούχος. Δηλαδή είχαμε χωράφια εδώ, αλλά δεν μπορούσε με 1/4 των πνευμόνων, δεν μπορούσε να εργαστεί, κουραζόταν πάρα πολύ, πάρα πολύ γρήγορα. Λαχάνιαζε, δεν μπορούσε να… Όχι, δεν μπορούσε να εργαστεί καθόλου. Μόνο καθόταν στην καρέκλα στο περίπτερο, και στην καρέκλα, τίποτα άλλο δεν έκανε. Ενώ ο αδερφός του ήταν κτηνοτρόφος, αγρότης, είχε και ζώα, είχαν ζώα, εμείς δεν είχαμε δικά μας, είχαν ζώα, είχανε και τα χωράφια, τα οποία τα καλλιεργούσαν πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια κλπ., και σιτάρια, και ζούσε. Ο άνθρωπος ήταν κτηνοτρόφος, είχε το γάλα, περνούσε το «ΑΓΝΟ», το έπαιρνε, το γάλα το έπαιρνε και το έφτιαχνε. Το γάλα το «ΑΓΝΟ» που… Το κακάο που λέμε; Ναι, το «ΑΓΝΟ». Ε, κι αυτό χάθηκε. Τώρα βέβαια ξανά, κάτι γίνεται, να βγει πάλι. Η μαμά μου ήτανε Ασβεστοχωρίτισσα, γέννημα θρέμμα, Ασβεστοχωρίτισσα γέννημα θρέμμα, με μια καταγωγή η οποία λέγεται Παϊζάνες. Παϊζάνες λοιπόν. Οι Παϊζάνες ήταν οι ντόπιες οι γυναίκες, οι οποίες μιλούσαν μια γλώσσα τη μακεδονίτικη, που τη μιλάν και στην Φλώρινα και σε άλλα χωριά γύρω γύρω. Είναι ένα, μια μίξη, σλαβική γλώσσα νομίζω λέγεται, και το Ασβεστοχώρι λεγόταν Παϊζάνοβο, γιατί υπήρχαν οι ντόπιοι που… Οι ντόπιοι-ντόπιοι, αυτοί που ήταν οι Παϊζάνοι, δεν ήταν δηλαδή μετακινούμενοι, οι οποίοι οι μετακινούμενοι είχαν έρθει από τα Άγραφα ορισμένες οικογένειες και μένανε στο Ασβεστοχώρι. Το Ασβεστοχώρι είναι ένα άγονο μέρος, δεν έχει χωράφια και εκτάσεις, δεν έχει πεδιάδα, δεν είναι. Είναι ένα λεκανοπέδιο, από τη μια πλευρά χτισμένο το χωριό και από την άλλη, και στη μέση είναι λεκάνη. Αλλά είχε τα λατομεία. Τα λατομεία, στα λατομεία εργαζόταν πάρα πολύς κόσμος. Έσπαζαν την πέτρα, γινόταν εξόρυξη πέτρας με φουρνέλα, με δυναμίτες. Με δυναμίτη σκάγανε, τρανταζόταν όλο το χωριό στις 12:00 το μεσημέρι και 17:00 η ώρα το απόγευμα τρανταζόταν όλο το χωριό από τα φουρνέλα, τα λέγαμε. Δυναμίτη βάζανε για να… Πάρα πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ερχόταν ο θείος μου με τα μάτια του γεμάτα από ψιλή σκόνη πέτρας, η οποία τον ενοχλούσε και τον βάζαμε, θυμάμαι, ωμές πατάτες για να του το δροσίσουμε. Έκανε φλεγμονές στα μάτια. Είχε αυτό, είχε την πέτρα, την εξόρυξη, είχε και τον ασβέστη, εξού και Ασβεστοχώρι, ε; Το χωριό του ασβέστη. Ήταν, λοιπόν, μεγάλα καμίνια, δούλευε ο παππούς μου. Σε αυτά τα καμίνια, ήταν κωνικά, που βάζανε, στοιβάζανε την πέτρα που σπάζανε από τα λατομεία, την στοιβάζαν την μια απάνω στην άλλη σε μορφή κώνου, βάζαν λοιπόν φωτιά από κάτω, κλείνανε όλα τα σημεία, ένα σημείο αφήναν για να έχει οξυγόνο, να υπάρχει φωτιά, και αυτή η πέτρα γινόταν ασβέστης, ψηνόταν δηλαδή. Λοιπόν, αυτήν την πέτρα την παίρνανε, την πουλούσαν στο χωριό και όλες οι γυναίκες αγόραζαν τον ασβέστη. Αυτόν τον ασβέστη για να τον χρησιμοποιήσεις έπρεπε να κάνεις το εξής: Να έχεις έναν τενεκέ από τυρί μεγάλο, ή από λάδι, μεγάλο, να βάλεις μέσα τον ασβέστη, να ρίξεις νερό, αυτό να αρχίσει να φουσκώνει, να βράζει, βράζει αυτό, βράζει, και όταν πια σταματήσει ο βρασμός, έχει λιώσει, έχει γίνει ο πολτός του ασβέστη και πρέπει να περάσουν 3-4 μέρες, να καταλαγιάσει, να «κάτσει», γιατί έτσι και ασπρίσεις χωρίς γάντια σου καίει τα χέρια. Αυτό ήταν το Ασβεστοχώρι που είχε αυτές, τα 2 επαγγέλματα. Δηλαδή ο ένας ήταν λατόμος, όχι λατόμος, όχι, δεν λέγεται λατόμος. Ο ένας ήταν στα ασβεστοκάμινα εργάτης, εργάτης στα ασβεστοκάμινα, και ο άλλος ήταν εργάτης στην πέτρα. Ο λατόμος είναι άλλο πράγμα, είναι στο δάσος, δεν είναι… Δεν σημαίνει ότι επειδή είναι λατομείο είναι λατόμος. Λατομείο άλλο είναι, άλλο είναι ο λατόμος, έτσι; Τι άλλο να πούμε, κορίτσι μου;
Το νοσοκομεί[00:40:00]ο το Παπανικολάου-
Το Παπανικολάου.
Ήτανε εκεί όσο εσείς μένατε;
Το Παπανικολάου. Το Παπανικολάου ήταν ένα σπουδαίο νοσοκομείο. Ο Παπανικολάου ήταν αυτός που εφεύρε το τεστ ΠΑΠ για τις γυναίκες. Το Παπανικολάου έγινε σε πολύ μικρά σπιτάκια. Ήταν μια εποχή, κορίτσι μου, το 1960 περίπου, μετά τον Πόλεμο, μετά τις κακουχίες, μετά την πείνα, που πέρασε ο ελληνικός λαός, αρρώστησε πολύς κόσμος από φυματίωση. Τη λέγαν και χτικιό. Δεν υπήρχε θεραπεία, ώσπου βρέθηκε η πενικιλίνη. Ποιος την εφεύρε την πενικιλίνη μου διαφεύγει τώρα, το ήξερα. Λοιπόν, είχαν χτιστεί μικρά σπιτάκια, δεν πήγαινε ο κόσμος να τους δει, πεθαίναν μόνοι τους μέσα στα δωμάτια αυτά. Εμείς μικρά παιδιά παίζαμε και από τον δρόμο περνούσαν τα ταξί φορτωμένα -μακριά από δω!- με τα φέρετρα, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά, παλικάρια πεθαίνανε. Εμείς παιδιά ήμασταν, δεν καταλαβαίναμε τότε τι είναι η φυματίωση, τι είναι η πνευμονία, τι είναι η φθίση αλλιώς. Είχε αυτές τις ονομασίες. Και έλεγε η μαμά μου: «Πάει και αυτός, πάει και αυτός, πάει και αυτός». Στενάχωρο να το βλέπεις, πολύ στενάχωρο. Ώσπου ανακαλύφθηκε η πενικιλίνη και σώθηκε ο κόσμος. Μου διαφεύγει συγγνώμη, μου διαφεύγει-
Δεν πειράζει.
Ποιος εφηύρε την πενικιλίνη. Αλλά ξέρω ότι η πενικιλίνη βρίσκεται στα σάπια φύλλα, αυτό ξέρω. Από κει και πέρα δεν ξέρω τι… Μετά το Παπανικολάου γιγαντώθηκε, έγιναν πέτρινες, πέτρινες πτέρυγες, έγιναν άλλες πτέρυγες, η πύλη η παλιά που ήτανε, η πύλη την κλείσανε και κάνανε πολύ μεγάλη πύλη λίγο πιο πάνω από εκείνο το σημείο. Όποιος περάσει, ανεβαίνοντας στο αριστερό του χέρι θα δει την παλιά την πύλη, σιδερένια πύλη, δεν είχε… Είχε σκαλιά, δεν υπήρχε χώρος να παρκάρεις ούτε αυτοκίνητο, ούτε τίποτα. Όσο ήταν ο πατέρας μου εκεί και νοσηλευόταν, ο παππούς ξεκινούσε από την Κερασιά φορτωμένος -με συγχωρείτε- στον γάιδαρο τρόφιμα, για να τα πάει, για να φάει λίγο καλύτερο φαγητό ο μπαμπάς μου, γάλα, γιαούρτι, τυρί, ναι. Δεν υπήρχανε, φτώχεια, δεν ήτανε, τι… Ήτανε… Ήτανε δύσκολα τα πράγματα. Λίγο πριν φτάσουμε, λίγο πριν φτάσουμε στην Εξοχή, στο δεξί μας το χέρι είναι το μνημείο των πεσόντων του ’40, που κάψανε οι Γερμανοί τους Έλληνες, στο δεξί μας… Κάτω στη… Δεν θυμάμαι πώς το λένε το μέρος εκείνο. Και υπάρχει μια ημερομηνία που πηγαίνουν και τους τιμούν με στεφάνια και τέτοια. Και στον Χορτιάτη τα ίδια, που τους ρίξανε στους φούρνους και τους κάψανε τους ανθρώπους. Και η μαμά μου έκλαιγε κιόλας, γιατί ήταν πολλοί γνωστοί άνθρωποι. Αυτό έγινε, όπως έλεγε η μαμά μου, εγώ δεν ξέρω, ήμουνα πολύ… Αγέννητη ήμουνα. Έλεγε ότι σκοτώσανε έναν Γερμανό οι αντάρτες και οι Γερμανοί για να εκδικηθούν, κάψανε 40, 40; Δεν ξέρω αριθμό, 40 ανθρώπους στον Χορτιάτη, τον Χορτιάτη που ήτανε, Χορτιατινούς τους λέγαμε εμείς.
Το σανατόριο με το Παπανικολάου ήταν το ίδιο-
Ίδιο-
Κτίριο;
Ίδιο. Όχι κτίριο. Σανατόριο είναι όλος ο χώρος, Παπανικολάου είναι ο πρώτος μάλλον, που έδωσε χρήματα; Δεν το έχω ψάξει αυτό, δεν το ξέρω, ναι, που έδωσε χρήματα μάλλον, για να φτιαχτεί κάτι, όπως το Παπαγεωργίου. Να σας πω, δεν το έχω ψάξει αυτό, αλλά Παπανικολάου, δεν ονομαζόταν Παπανικολάου, μετά ονομάστηκε Παπανικολάου. Ήταν σανατόριο, σανατόριο της Εξοχής, έτσι λεγόταν, έτσι το ξέραν όλοι, δεν ήτανε…
Εσείς πώς κατεβαίνατε Θεσσαλονίκη από το-
Ασβεστοχώρι. Από το Ασβεστοχώρι κατεβαίναμε με λεωφορεία της γραμμής, υπήρχαν λεωφορεία της γραμμής, κατεβαίναμε, πηγαίναμε στις δουλειές μας, στα ψώνια μας, να ψωνίσουμε, το Πάσχα η μαμά μας έπαιρνε ρούχα. Ρούχα, τελειώναμε τα ρούχα, και μετά τη Μεγάλη Παρασκευή κατεβαίναμε, πηγαίναμε στο Αλκαζάρ, βλέπαμε τα Πάθη του Χριστού, ναι, κάθε Παρασκευή. Όταν τύχαινε, πηγαίναμε στην Φράγκων, που είναι η εκκλησία η καθολική, μπαίναμε μέσα, μας έδειχνε και εκεί μέσα πώς γίνεται, ναι, πώς είναι η καθολική εκκλησία. Είχαμε φίλους που ερχόταν στο Ασβεστοχώρι και παραθερίζανε το καλοκαίρι, οι οποίοι ήταν Εβραίοι και είχαν τη χάβρα[00:45:00] στη Συγγρού. Ήταν φίλοι μας, πήγαινα και εκεί μέσα και είδα. Ήμουν πολύ περίεργη, ήμουν πάρα πολύ περίεργη, ήμουν ένα παιδί ζόρικο, μέχρι τώρα. Λοιπόν, ήθελα να δω πώς είναι μέσα, έπρεπε να δω πώς είναι μέσα, και έμπαινα, όταν ήταν η λειτουργία τους, ας πούμε. Χάβρα, ξέρεις, είναι η φασαρία που κάνουν όλοι μαζί οι Εβραίοι, όλοι μαζί μιλάνε, δεν τα καταλαβαίνει κανένας τίποτα, είναι όλοι μαζί, η χάβρα. Η μάνα μου έλεγε: «Η χάβρα των Εβραίων». Τέλος πάντων, ναι, ναι, γινόταν ένας κακός χαμός. Ήταν φίλοι μας Εβραίοι, Εβραίοι. Η μάνα μου έλεγε: «Δεν θα πας στην Μπεδενίδα και στον κύριο Μάνο» «Γιατί;» «Γιατί έχουν έναν γιο και θα σε πάρουν για νύφη και εγώ θα σε χάσω, θα σε πάρουν στο Ισραήλ» «Όχι -έλεγα- καλέ, δεν θα πάω στο Ισραήλ εγώ, τι δουλειά έχω να πάω στο Ισραήλ; Εγώ είμαι χριστιανή, δεν είμαι Εβραία» «Όχι, δεν θα πας». Εγώ ήθελα να πηγαίνω γιατί με κερνούσαν σαν-φιστίκ! Ναι, με κερνούσαν πολύ ωραία. Α, νοστιμότατα ήτανε! Και πήγαινα εκεί μετά τη δουλειά, δούλεψα και στη βιοτεχνία, δούλεψα σε κατάστημα ρούχων στην Αγίας Σοφίας, στην Εγνατία, σε βιοτεχνίες, δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.
Οι φίλοι σας οι Εβραίοι είχαν κατάστημα στην Συγγρού;
Οι φίλοι μας οι Εβραίοι ήταν οι καντηλανάφτες της εκκλησίας. Και το πιο εντυπωσιακό για μένα ήταν το εξής, ότι πατούσα το κουδούνι για να μ’ ανοίξουμε και έβγαινε από πάνω, πάνω τέρμα, πολύ ψηλά, γύρω στα 6 μέτρα από το παράθυρο μια κυρία, η οποία έβλεπε από τον καθρέφτη μέσα ποιος χτυπάει και μετά άνοιγε το παράθυρο. «Ποιος είσαι;» «Η Αργυρούλα είμαι» «Άντε να…». Αχ, δε θυμάμαι πώς τα έλεγε. «Να σ’ ανοίξω, έλα, έλα πάνω». Ε, πήγαινα, καθόμουν μισή ώρα, με έβγαζαν τα φιστίκια εκεί πέρα, γέμιζα τις τσέπες μου, έφευγα. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα φιστίκια, ναι. Καθόταν στο… Πάνω από την εκκλησία… Δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα, θα υπάρχει.
Η συναγωγή είναι-
Η συναγωγή-
Είναι εκεί, είναι εκεί, ναι.
Εκεί δεν είναι; Ναι. Εκεί πήγαινα. Γιατί δούλευα στον Θεοδωρίδη, που είχε κατάστημα εκεί απέναντι και το μεσημέρι, τα καταστήματα το μεσημέρι κλείνανε, δεν είναι όπως είναι τώρα, ε; Κλείνανε, ας πούμε, 13:30 και ανοίγανε 17:00. Εκείνο το κενό ή πήγαινα βόλτα στην αγορά ή ανέβαινα στο σπίτι στη μαμά μου ή κάπου πήγαινα, έτσι να περάσει λίγο η ώρα, να μην ανεβοκατεβαίνω με τα λεωφορεία. Και πήγαινα και τους έβλεπα, γιατί ερχόταν το καλοκαίρι στο Ασβεστοχώρι, όχι πολλές φορές, λίγες φορές, και ήθελαν για δροσιά να έρθουν, είχε πιο δροσιά στο Ασβεστοχώρι το καλοκαίρι. Παρ’ όλα αυτά… Αυτά. Τι άλλο έχουμε να πούμε; Δεν έχουμε να πούμε τίποτα.
Εκεί στην Βαλαωρίτου, ήταν εκεί όλες οι βιοτεχνίες και τα υφασματάδικα;
Όχι. Τα υφασματάδικα ήταν στην Βενιζέλου, στην Ερμού, όπως είναι και τώρα, είναι ο Ξανθόπουλος, είναι ο Βλαχογιάννης, είναι ο Ιχτιάρογλου, είναι ο… Ξανθόπουλος, το είπα; Ξανθόπουλος, Βλαχογιάννης, Παπαδόπουλος, Ιχτιάρογλου, ναι, ήτανε…
Χυτήρογλου;
Χυτήρογλου. Χυτήρογλου, ναι. Αυτοί. Αυτά είναι τώρα. Ήτανε «Τεξτίλια». Ήτανε «Τεξτίλια», και ναι…
Στην Βαλαωρίτου δηλαδή δεν είχατε-
Η Βαλαωρίτου είχε βιοτεχνίες-
Βιοτεχνίες.
Η Βαλαωρίτου, που τώρα έγινε σνακ, αυτά, μπαράκια, ναι, τότε ήταν βιοτεχνίες, εμείς δουλεύαμε στις βιοτεχνίες, τότε εκείνη… Βιοτεχνίες, βέβαια. Είχαμε το κατάστημα, έμπαινα μέσα στις βιτρίνες, έφτιαχνα τη βιτρίνα, ντεκορατέρ.
Πού το είχατε το-
Στην Νεάπολη-
Κατάστημα;
Στην Βενιζέλου στην Νεάπολη το είχαμε, «Παιδικά Βένια», της κόρης μας το όνομα. «Βένια Παιδικά». Πολλά χρόνια το είχαμε το μαγαζί, ώσπου έπαθε έμφραγμα ο άντρας μου και το κλείσαμε το μαγαζί, δεν μπορούσαμε. Και βγήκα εγώ στη βιοτεχνία, στη δουλειά, και άλλες…
Στο σπίτι ράβατε παράλληλα με τη βιοτεχνία;
Όχι, δεν έραβα. Στο σπίτι έραβα σε μια βιοτεχνία που δούλευα στο τέλος, που παίρναμε από Γερμανία, μας έδινε το αφεντικό υφάσματα, ρετάλια, μην φανταστείς τίποτα, ρετάλια, και καμιά φίλη αν τυχόν ερχόταν στο σπίτι και ήθελε να ράψει μια φούστα, την έραβα. Αλλά η κόρη μου ήταν εκείνη που ήτανε… Τις φούστες. Πέντε-πέντε τα πουκάμισα, τα κόβαμε και τα ράβαμε με 5, φασόν 1, πέντε. Παλτά, ταγέρ, καμπαρντίνες, κάπες -συγνώμη- σακάκια, μοντγκόμερι, παντελόνια, φούστες, φορέματα. Ένα σωρό, ένα σωρό, πάρα πολλά την έραβα, πάρα πολλά. Και εγώ, βέβαια, ραβόμουνα αλλά και εκείνη. Την μαμά μου έραβα, την πεθερά μου έραβα. Έραβα, εντάξει, όσο, όσο μπορούσα,[00:50:00] γιατί είχα και το μαγαζί. Εγώ, κορίτσι μου, κοίταξα την πεθερά μου. Πέθανε η πεθερά μου, μετά κοίταξα τον πεθερό μου, πέθανε ο πεθερός μου, κοίταξα λίγο τον πατέρα μου και μετά κοίταξα και την μαμά μου, και τώρα η συνέχεια είναι κοιτάζω και τον άντρα μου, που είναι πολύ άρρωστος. Δηλαδή λέει μια παροιμία «Να μη σε δώσει ο Θεός όσα μπορείς να αντέξεις», κι εγώ τα αντέχω φαίνεται. Αλλά είμαι έξω καρδιά, όπως βλέπεις, όπως βλέπεις δε βάζω κάτω, και εδώ που κάθομαι άμα ακούσω κανένα ζεϊμπέκικο, σηκώνομαι, ρίχνω και ένα χορό και… Τι να κάνεις; Τι να κάνεις; Πρέπει να εκτονώνεσαι. «Πέτρα που κυλάει δε χορταριάζει και άνθρωπος που μιλάει και είναι κοινωνικός, δεν παθαίνει ποτέ κατάθλιψη», νόμος, Ρούλα που λένε, Αργυρώ. Αυτό είναι, πρέπει να είμαστε κοινωνικοί, να μιλάμε να γελάμε, να βγαίνουμε. Ταξίδια, έκανα ταξίδια με τον άντρα μου. Τώρα τελευταία, το ’19, πήγαμε στην Πράγα. Τρελάθηκα απ’ την ομορφιά της Πράγας. Πράγα. Πήγαμε Ιταλία, πήγαμε Γαλλία, πήγαμε Γερμανία, πήγαμε Αυστρία, πήγαμε Ουγγαρία, πήγαμε Τουρκία, δηλαδή… Στην Ελλάδα έχουμε γυρίσει πολλά μέρη. Ο άντρας μου ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν καθόταν την Κυριακή στο σπίτι, μας έπαιρνε, πηγαίναμε στις παραλίες της Χαλκιδικής, φορτωμένοι καρέκλες, σωσίβια, κουβαδάκια, τραπεζάκια, ψησταριές, μπιφτέκια, μπύρες, ψυγεία, ένα κόσμο, ένα πορτ-μπαγκάζ πίσω γεμάτο, τίγκα μέχρι απάνω. Ρούχα δεύτερα, τρίτα. Πηγαίναμε στην Σάρτη, είναι μια περιοχή στο Λιναράκι, που κάναμε κάμπινγκ εκεί, μας άρεσε πάρα πολύ, στον Μαρμαρά. Πάρα πολύ πηγαίναμε στην Κατερίνη, στον Μακρύγιαλο. Στον Μακρύγιαλο Και πού δεν μας έχει πάει! Στο Πήλιο, στον Άη- Γιάννη, σε πάρα πολλά. «Θα σε πάω εγώ». Καλά νερά μου φαίνεται το λένε; Καλά νερά, στα Καλά νερά. Στην Καβάλα, παντού, παντού, παντού.
Στο Παρίσι πήγατε να δείτε κανέναν οίκο μόδας;
Στο Παρίσι, λοιπόν, μπήκα μέσα στο site της σχολής, που πήγα, και τη βρήκα. Υπάρχει η σχολή, Guerlain λέγεται, Guerlain, στο Παρίσι. Είχαμε αποφασίσει, ο άντρας μου είχε μαζέψει τα λεφτά, να πάμε το ’20 στο Παρίσι. Το ’20 όμως ήταν ο κορονοϊός. Δεν μπορέσαμε να πάμε. «Θα πάμε το ’21». Το ’21 δεν μπορέσαμε να πάμε, το ’22 δεν μπορέσαμε να πάμε, το ’23 δεν πήγαμε γιατί έπεσε και έσπασε το σπόνδυλο και είναι τώρα με το μπαστούνι. Προχθές κάναμε μια επέμβαση κήλης, έκανε κήλη, βουβωνοκήλη, και ο καημένος τώρα δεν μπορεί. Έχει φάει τόσες πολλές επεμβάσεις, έχει κάνει τόσα πολλά χειρουργεία, τώρα πια έχει παραδοθεί και…
Ένα τελευταίο να σας ρωτήσω, πώς το βλέπετε τώρα το ρούχο, έτσι, που το έχετε ζήσει και αλλιώς;
Λοιπόν, όχι δεν είναι ρούχα αυτά, όχι δεν είναι ρούχα. Το ρούχο δεν έχει καμία σχέση, αυτό το ρούχο που υπάρχει στα μαγαζιά σε κρεμάστρες που «κλαίνε», εμείς τα λέμε «Κλαίει το ρούχο», όταν είναι στην κρεμάστρα και είναι κακοραμμένο, «κλαίει» το ρούχο. Δεν είναι ρούχο αυτό, κορίτσι μου, δεν είναι υφάσματα αυτά. Όχι, δεν είναι υφάσματα. Το καλοκαίρι μού τηλεφώνησαν και μου λένε «Κυρία Ρούλα, μάθαμε για σένα». «Τι θέλετε, ρε παιδιά;» «Θέλουμε να μας κάνεις τις στολές της Eurovision» για τα παιδάκια του, όχι νηπιαγωγείου, πιο κάτω, παιδικό σταθμό. «Καλά» λέω «φέρτε μου τι θέλετε να σας κάνω». «Θέλουμε να μας κάνεις την Παπαρίζου, θέλουμε να μας κάνεις την Γαρμπή». Άγαρμπη θα την έλεγα, την Γαρμπή. «Θέλουμε να μας κάνεις το, τα πουκάμισα και τις φούστες της Μαριάννας Τόλη, του Πασχάλη – Μάθημα Σολφέζ». Λέω: «Παιδιά, θα σας τα κάνω, αλλά εγώ δεν θα σας τα κάνω με φόδρες, να ξέρετε. Θα σας τα κάνω με αυθεντικά υφάσματα». Δηλαδή την, πώς την λένε; Την Τουρκάλα… Τα έχω γραμμένα. «Θα σας τα κάνω με αυθεντικά υφάσματα, να ξέρετε, θα σας τα κάνω με υφάσματα τέτοια, ούτως ώστε όχι απλά να θυμίζουν, να είναι ίδια». Ε, δεν θέλω να παινευτώ τώρα, τους τα έκανα ίδια. Τρελαθήκανε, τρελαθήκανε. Με χρυσά… Έκανα την Φουρέιρα με ολόσωμο κορμάκι και την κέντησα όλη τη φόρμα με πούλια, όλη τη φόρμα με πούλια. Πήγα και τους είδα, και τους καταχειροκρότησα βέβαια, γιατί [00:55:00]είναι τόσο ωραία τα παιδάκια, τόσο ωραία να τραγουδάνε. Ναι, και έγιναν πάρα πολύ ωραία τα παιδάκια. Την τέτοιαν, την Ruslana, «Θέλουμε την Ruslana», με τη φούστα τη λοξή, και εδώ επωμίδες και πράματα. Όχι επωμίδες… Περίμενε θα το πω, θα το βρω. Περικνημίδες;
Ναι. Περικνημίδες.
Περικνημίδες.
Ναι, ναι, ναι.
Περικνημίδες, και εδώ στα χέρια αυτά, και έγιναν πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Μ’ αρέσουν, μ’ αρέσουν πάρα πολύ. Τον έλεγα τον άντρα μου: «Άφησε με να πάω στη Γαλλία, να πάρω μαθήματα. Θέλω να συνεχίσω, δεν θέλω να κάνω το φτηνιάρικο το ρούχο, θέλω να κάνω το καλό το ρούχο». Δηλαδή αν δεν παντρευόμουν 19 χρονών, δεν θα ησύχαζα, κάτι άλλο θα έκανα, δεν… Θα πήγαινα σε έναν οίκο μέσα, να μπω μέσα. Πολύ μεγάλη περιέργεια, πολύ μεγάλη περιέργεια, γιατί αυτά τα ρούχα που ράβονται σε οίκους έχουν δουλειά, δηλαδή βάζουν δουλειά. Και προπαντός οι σχεδιαστές οι καινούργιοι έχουν ιδέες. Και εγώ σχεδίαζα, σχεδίαζα και εγώ, όχι σκίτσο, ρούχο σχεδίαζα, κατάλαβες; Αυτά. Καθόταν ο μπαμπάς μου και με έβλεπε ο καημένος: «Πώς τα κάνεις έτσι, κορίτσι μου; Πώς τα κάνεις έτσι;». Ναι, αλλά η μαμά δεν ήθελε ούτε καρφίτσες, ούτε κλωστές, ούτε χνούδια, «Με κάνεις άνω κάτω το σπίτι, δεν μπορείς να ράβεις εδώ, να πας να βρεις ένα δωμάτιο» «Πού να πάω να βρω δωμάτιο στο χωριό; Πες την κυρία που νοικιάζουμε το σπίτι να μας δώσει το από κάτω δωμάτιο». «Κυρία Ελένη, θα μας δώσεις το κάτω δωμάτιο;» «Όχι, δεν θα σας το δώσω, έχω πράγματα μέσα». Ε, πού να πάω εγώ; Δεν μπορούσα να βρω μέρος. Ήθελα εγώ, ήθελα ένα, ένα σπίτι νεοκλασικό, τέτοιο σπίτι ήθελα να βρω, για να μπω μέσα να έχω σχεδιαστήριο και τέτοια. Αλλά παντρεύτηκα, γέννησα τα παιδιά μου, πού να μ’ αφήσει ο άντρας μου; Με ζήλευε και λίγο, πού να μ’ αφήσει να βγω εγώ να κάνουν τέτοια πράγματα; Μπα, τίποτα. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια, έγινα σ’ αυτήν την ηλικία, δεν θα σας πω πόσων χρονών είμαι, ναι, σ’ αυτήν την ηλικία που είμαι τώρα, δόξα τω Θεώ, έχω την υγειά μου, είμαι καλά, έχω τα εγγόνια μου, τα παιδιά μου, είμαι ευχαριστημένη από τη ζωή, γεμάτη, δεν έχω θέματα. Μακάρι όλος ο κόσμος να είναι υγιής και καλά, και καλές γιορτές και καλή χρονιά!
Ωραία. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ‘σαι καλά.
Σας ευχαριστώ.