© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Η μουσική και τα ρεμπέτικα που δημιούργησαν «Το Όνειρο» (ΜΕΡΟΣ Α')
Istorima Code
26186
Story URL
Speaker
Θοδωρής Παππάς (Θ.Π.)
Interview Date
11/12/2023
Researcher
Θάνος Βράτζιας (Θ.Β.)
[00:00:00]Είναι 12 Δεκεμβρίου 2023. Είμαι ο Αθανάσιος Βράτζιας, ερευνητής για το Istorima. Είμαι με τον Θοδωρή Παππά στο Σουφλί. Καλησπέρα Θοδωρή.
Καλησπέρα Θανάση. Στο μεζεδοπωλείον «Το Όνειρο». Λειτουργεί εδώ και δύο χρόνια. Θα το έλεγα ένα απάγκιο μετά από τριάντα πέντε χρόνια μουσικής πορείας στο ρεμπέτικο. Είμαστε σε ένα όμορφο σημείο της πόλης του Σουφλίου, δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Να το κάνουμε και λίγο εικόνα. «Όνειρο», γιατί «Όνειρο»; Ήταν όνειρό μου από όταν έπαιζα στην Αθήνα και στα νησιά στα ρεμπετάδικα, να κάνω έναν χώρο δικό μου για να παίζω μπουζούκι εγώ και φίλοι και γνωστοί και όσοι θέλουν. Και αυτό έγινε στην πορεία και γίνεται και συνεχίζει να γίνεται. Αυτά, λοιπόν, όσον αφορά τον χώρο. Τώρα, εγώ είμαι από την Άρτα. Γεννήθηκα σε ένα χωριό ορεινό, Μηλιανά Άρτας λέγεται, δίπλα στον ποταμό Αχελώο, στην πεδιάδα του Αχελώου. Μέχρι δεκατεσσάρων χρονών μεγάλωσα εκεί και μετά πήγα στην Αθήνα. Μπουζούκι έπαιζε ο αδερφός μου, ο μεγάλος αδερφός, που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Αυτά είναι τα πρώτα ακούσματά μου. Δεν είχα μπουζούκι. Οχτώ χρονών περίπου μου έδωσε ο αδερφός μου ένα μπουζούκι και ξεκίνησα να παίζω μπουζούκι. Σιγά σιγά, πήγα στην Αθήνα, έκανα κάποια μαθήματα, όχι πολλά, και σιγά σιγά έμαθα μόνος μου. Δεκατεσσάρων χρονών πήγα στην Αθήνα. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες τότε, το ‘84 περίπου που πήγα. Λόγω της προφοράς, της επαρχιακής προφοράς που μιλούσαμε στην Άρτα, και ακόμα την έχω, δεν μου φεύγει ποτέ. Εντάξει, ήταν δύσκολη η προσαρμογή εκεί. Πήγα σχολείο και μετά δεκαεφτά χρονών πήγα πενταετία στον στρατό, ως εθελοντής. Έκατσα πέντε χρόνια και από εκεί και πέρα μετά απολύθηκα απ’ τον στρατό και ξεκίνησε η πορεία με τον μπουζούκι. Ξεκίνησα στην Αθήνα, σε ένα ταβερνάκι στα Ιλίσια, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς λεγόταν, ήταν πίσω από την Μιχαλακοπούλου. Ήταν ένα κουτουκάκι, καλή ώρα όπως είμαστε εδώ. Γι' αυτό λέω ότι αυτό έγινε έτσι… έγινε με πολλές εικόνες και πολλές εμπειρίες από τη ζωή μου. Η πρώτη εικόνα λοιπόν ήταν ένα κουτούκι στα Ιλίσια. Από εκεί και πέρα μετά, έπαιζα πενήντα τραγούδια, τα πενήντα γίνανε εκατό, τα εκατό γίνανε διακόσια και τώρα φτάσαμε στις τρεις χιλιάδες και πάνω. Λοιπόν, παράλληλα με το μπουζούκι, δούλευα και πρωινές δουλειές πάρα πολλές. Σούπερ μάρκετ, οδηγός, χαμός. Αλλά το μπουζούκι μπουζούκι, η νύχτα νύχτα. Ήταν νιάτα, κατευθείαν απ’ τη μια δουλειά στην άλλη. Όλο αυτό λοιπόν, σαν εικόνες στη ζωή μου, και οι στιγμές από όλη την πορεία μου που ξεκίνησα με το μπουζούκι μέχρι τώρα, είναι αρκετές. Θα θυμηθούμε και θα τις διηγηθούμε κιόλας. Ταξίδια πολλά, και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Έτσι χαρακτηριστικές... Μια έτσι στιγμή στη ζωή μου ήταν όταν έφυγα απ’ τον στρατό. Έπιασα δουλειά σε ένα σουπερμάρκετ, αλλά ήθελα παράλληλα να παίζω και μπουζούκι και κάποιος μου πρότεινε να πάω στην Αμοργό. Εν έτει 1998 λοιπόν, πήγαμε στην Αμοργό το Πάσχα, παίξαμε σε ένα μαγαζί. Ωραία. Και μας είπαν να κατεβούμε το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι που κατέβηκα, για να μην τα πολυλογώ, πήρα δύο άτομα ακόμα και κατέβηκα στην Αμοργό να δουλέψουμε. Το μεροκάματο ήταν πέντε χιλιάδες, θα παίρναμε 5.000, και κατεβήκαμε στην Αμοργό λοιπόν, και όχι πέντε χιλιάδες δεν πήραμε, μόνο ξύλο που δεν φάγαμε. Δεν μας πλήρωνε τίποτα. Είχαμε νοικιάσει και ένα σπίτι. Και είχα γίνει και ρεζίλι στους άλλους. Οι άλλοι φύγανε και έμεινα μόνος μου. Και απ’ τον εγωισμό μου, απ’ το… απ’ ό,τι… Δεν μπορούσα, δεν ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα. Και έκατσα και δούλευα οικοδομή λοιπόν. Καθάριζα σανίδες επί δύο μήνες. Με τις γνωριμίες και όλο αυτό και με άλλους μουσικούς εκεί, εδραιώθηκα, γνωρίστηκα, έπαιξα σε κάποια μαγαζιά, τους άρεσε. Και έτσι ξεκινάει η πορεία στα νησιά και στην Αθήνα. Εμπειρίες. Έπαιξα στην Αμοργό το ’98, ‘99, και το 2000 νομίζω. Έπαιζα στη Χώρα και στα Κατάπολα[00:05:00], και στην Αιγιάλη. Και στις τρεις περιοχές της Αμοργού. Το 2000 λοιπόν μπήκα και στου Ψυρρή. Τότε που ήταν το Ψυρρή, ήτανε στα πάνω του πολύ. Μπήκα και στα μεζεδοπωλεία στου Ψυρρή και ξεκίνησα στην πλατεία Ηρώων ένα μαγαζί γωνιακό, που είχε πάρα πολύ κόσμο. Εκεί γνώρισα μεγάλους μουσικούς, πολύ μεγάλους μουσικούς. Ποιους να πρωτοθυμηθώ τώρα; Τον Σπύρο τον Λιόση, τον συγχωρεμένο, που ήταν ο μπουζουξής του Άκη Πάνου. Τον Χρήστο τον Νικολόπουλο. Τον Νίκο τον Τατασόπουλο που ήρθε απ’ την Αμερική, που είναι αυτήν τη στιγμή απ’ τα καλύτερα μπουζούκια στην Ελλάδα -για μένα το καλύτερο- σίγουρα. Και άλλους πολλούς μουσικούς. Εκεί είχα την τύχη να παίξω με έναν κιθαρίστα που είναι και πατριώτης μου απ’ την Άρτα. Ο Χρήστος Μανιφάβας, καλή του ώρα είναι στην Αθήνα. Τεράστιος κιθαρίστας! Εντάξει, δεν το συζητάμε. Και στο παραδοσιακό και στο ρεμπέτικο. Αυτός μου ‘δωσε πάρα πολλά, πάρα πολλά πράγματα στο ρεμπέτικο. Και γνώση και πειθαρχία και πολλά πράγματα. Του οφείλω πάρα πολλά δηλαδή για την πορεία μου και την εξέλιξή μου στο μπουζούκι και στο ρεμπέτικο. Έπαιξα εκεί, στην πλατεία Ηρώων, δύο-τρία χρόνια. Μετά ήταν κάτι φίλοι δίπλα, στην ταβέρνα «Πρωτογένους», την οποία την είχε η Ελένη, η συγχωρεμένη, και ο Στάθης. Λοιπόν, εκεί ήταν αναβίωση του ρεμπέτικου. Είχαμε πάλκο με σκάλες. Ήταν δύο πίσω, δύο μπροστά. Και ήταν σαν το παλιό ρεμπέτικο. Με λάμπες χρωματιστές, στημένοι σε παλκάκι, και ήμασταν φίλοι. Εγώ, ο Γιάννης ο Λογοθέτης, ο Γιάννης ο Νιάρχος, ο οποίος τώρα είναι μεγάλο όνομα στο ρεμπέτικο, η Ειρήνη Λιοκουκουδάκη, ο Γιώργος Γουμενάκης, ο Αντρέας ο Καλογερόπουλος, διάφοροι, εναλλασσόμασταν. Αλλά σταθεροί ήμασταν εγώ, ο Γιάννης ο Λογοθέτης, ο Γιάννης ο Νιάρχος και η Ειρήνη Λιοκουκουδάκη. Εκεί λοιπόν, ήταν άλλος ένας σταθμός στη ζωή. Επί τρία χρόνια ήτανε… όλη η Αθήνα πέρασε από εκεί για να δει αυτό το πράγμα. Μετά, πήγαμε στην Αμοργό πάλι. Στην Αμοργό τώρα κάτι έγινε, τεχνικά θέματα, τέλος. Εγώ έφυγα. Μετά έσπασε και το μαγαζί, δεν ήθελε να το συνεχίσει άλλο. Έφυγε το πάλκο και έγινε τραπεζάκι κάτω. Χάλασε, πάει τελείωσε αυτό. Μετά άρχισα την πορεία μόνος μου, με διάφορους μουσικούς. Έπαιζα με κιθαρίστες, παίζαμε αλλού. Σε συνοικιακά μαγαζιά περισσότερο παρά σε κάτι συγκεκριμένο, στου Ψυρρή και τέτοια, γιατί του Ψυρρή άρχισε και έπεφτε μετά το 2004-‘05. Μετά την Ολυμπιάδα δηλαδή, του Ψυρρή έπεφτε. Εγώ συνέχιζα τώρα, στα μαγαζιά έπαιζα, στην Αθήνα. Ένα χαρακτηριστικό, έτσι που θυμάμαι, πριν από μια άλλη ωραία στιγμή ήταν στην Ηλιούπολη, πήγα να παίξω σε ένα μαγαζί. Τότε είχα γνωρίσει και την Δήμητρα, τη γυναίκα μου, με την οποία -να σταθούμε εδώ- πώς τη γνώρισα, είναι και αυτό σημαντικό. Το 2008 Γενάρη, λοιπόν, μετά από μια… Ήμουνα σε μια φάση λίγο απογοήτευσης. Και είχα δύο φίλους -έχω δύο φίλους-, τον Γιώργο τον Αγγελόπουλο και τον Αλέξη τον Κουφαδάκη, ο οποίος μας πάντρεψε κιόλας ο Αλέξης Κουφαδάκης. Και τους έπαιρνα τηλέφωνο: «Πάμε να βγούμε με τα όργανα, να πάμε να παίξουμε κάπου, να πιούμε κρασί», ξέρω ‘γω και αυτά. Και πηγαίναμε σε ένα μαγαζί στο Γκάζι, «Ο Διευθυντής» λέγεται, εμείς το ξέραμε «Οινομαγειρείο», διάφορα ονόματα. Αλλά ξέραμε το συγκεκριμένο σημείο που έχει δεκαπέντε-είκοσι σκαλιά κάτω και είναι ακόμα, υπάρχει ακόμα εκεί. Η Αλεξάνδρα το έχει, τον άντρα της δεν τον θυμάμαι. Λοιπόν, ένα βράδυ λοιπόν πήγαμε εκεί, εγώ, ο Αλέξανδρος και ο Γιώργος. Και παίζαμε, και παίζαμε, και τσίπουρο, και παίζαμε και τσίπουρο. Ξαφνικά έρχονται στο τραπέζι το διπλανό τρία κορίτσια. Okay, κουβέντα την κουβέντα. Αυτό, εκείνο, τ' άλλο. Ε, πίνε, πίνε. Το κεφάλι γέμισε και θόλωσε κιόλας. Σηκώνονται τα κορίτσια να φύγουνε. Ε, εγώ μ' άρεσε μια κοπέλα ρε παιδί μου τέλος πάντων, εντάξει okay. Πήρα το τηλέφωνό της, κάπου το έχασα κιόλας, όνομα δεν θυμόμουν, okay. Μου λέει: «Θα πάω για δουλειά στην Κρήτη και θα γυρίσω σε δύο-τρεις μέρες». Okay, εντάξει. Όνομα τίποτα. Ούτε εγώ ούτε οι άλλοι δύο τώρα. Τέλος, κλείσαν τα ρολά. Το μυαλό… «Ρε ‘σείς, τι γίνεται;» Τίποτα, κανένας, δεν θυμόταν κανένας τίποτα. Εντάξει. Πριν φύγει στην Κρήτη, εγώ πήγαινα σε ένα μαγαζί, στην «Μπακάλα» στον Πειραιά, ένα μαγαζί ιστορικό, του 1900, που είναι μπακάλικο, μπακαλοταβέρνα. Λοιπόν, την παίρνω τηλέφωνο, έρχεται εκεί, πίνουμε ένα κρασί, όνομα τίποτα, τίποτα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ όνομα. Κάτσαμε δυο ώρες, ξέρω ‘γω, έφυγε, πήγε Κρήτη. «Ρε εσείς, ρε διάολε τώρα, τι γίνεται εδώ;» το συζητούσαμε[00:10:00] με τους άλλους. Λέω: «Ρε παιδιά, δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα». Γυρίζει απ’ την Κρήτη. Έπαιζαν τα παιδιά σε ένα μαγαζί. «Ε -λέω- θα ‘ρθω. Θα πάω να πάρω και την κοπέλα». Ρε πώς τη λένε, πώς τη λένε. Δεν μπορούσα να θυμηθώ. Λοιπόν, σκαρφίζομαι, λέω: «Κοίτα να δεις -λέω στον Γιώργο- όταν μπούμε μέσα, εγώ θα κάνω τον ψόφιο κοριό. Τι να κάνω τώρα ας πούμε; Για να ακούσω που θα συστηθείτε». Και έτσι έμαθα το όνομα της Δήμητρας. Η Δήμητρα, η οποία είναι η γυναίκα μου τώρα, έτσι; Αυτή η στιγμή στο Γκάζι. Λοιπόν, έφυγε η Δήμητρα Λονδίνο και ξαναεπανέρχομαι τώρα στην Ηλιούπολη, που είναι.... Έφυγε η Δήμητρα στο Λονδίνο και έπαιζα στην Ηλιούπολη. Έπαιζα με μια κιθαρίστρια, η οποία λέγεται Έλενα Φαληρέα. Αυτή τώρα είναι στο «Δεύτερο Πρόγραμμα» και έχει εκπομπή για το ρεμπέτικο. Αν κάποιος μπει, θα την ακούσει. Λοιπόν, παίζαμε με την Έλενα και έναν πολύ καλό φίλο, τον Νίκο τον Μπούρα, ο οποίος παίζει μπαγλαμά και έχει μια φωνή… Τώρα είναι στην Αθήνα, είναι γύρω στα ογδόντα-ογδόντα πέντε χρονών. Εκπληκτικός στο ρεμπέτικο, μακάρι να τύχει να τον ακούσετε και live. Παίζαμε με αυτόν, οι τρεις μας. Παίζαμε, λοιπόν, εκεί. Παίξαμε έναν-δύο μήνες. Αυτός που το είχε το μαγαζί ήταν απ’ τη Σουηδία, είχε έρθει -Έλληνας της Σουηδίας- και είχε γυρίσει στην Ελλάδα. Λοιπόν, είχε έναν μπάρμπα, που ερχόταν κάθε βράδυ εκεί. Αυτός ήταν αστυνομικός και ερχόταν με το περίστροφο πάνω στο τραπέζι. Ναι. Εντάξει, όχι τσαμπουκάδες και τέτοια, αλλά το περίστροφο ήταν πάνω στο τραπέζι, με το τσαντάκι του και τα λοιπά. Κάποια μέρα, λοιπόν, ένα βράδυ, ήταν ο Γιώργος το αφεντικό, καθόταν και ζητούσαν τραγούδια. Εγώ δεν… Εγώ τους έπαιζα τραγούδια, ό,τι ήθελαν. Κάποια στιγμή, όμως, λίγο νευρίασα, γιατί ζήταγε ο ένας, ζήταγε άλλος, ζήταγε ο άλλος. Ξαφνικά λέω, ρε παιδί μου να παίξουμε και εμείς κάτι που γουστάρουμε. Ο άλλος δεν ξέρω τι κόλλημα έφαγε. Και ήταν και θηρίο έτσι; Μιλάμε, ένα θηρίο δυο μέτρα. Σηκώθηκε, έσπασε την πόρτα, την έσπασε και έφυγε έξω. Και προσπαθούσαμε πώς θα φύγω εγώ τώρα. Ο μπάρμπας δίπλα με το περίστροφο, εντάξει. Να του λέω: «Ησύχασέ τον, γιατί δεν… θα έχουμε φασαρίες». Ε, δεν κρατιότανε με τίποτα, τα έσπασε όλα. Δεν ξέρω τι κόλλημα έφαγε. Έτσι έφυγα από εκείνο το μαγαζί. Φεύγοντας από εκεί, λοιπόν, έπαιζαν ο Γιάννης ο Λογοθέτης που είχαμε πει πριν και με τον Γιάννη τον Νιάρχο σε ένα μαγαζί στην Ηλιούπολη, πιο πάνω λίγο. Εκεί ήταν και μια ωραία τραγουδίστρια, η Λία Παπαπούλιου, νομίζω, μια φωνάρα. Και λέω: «Ρε παιδιά, άμα θέλετε, ξέρω ‘γω, δεύτερο μπουζούκι» γιατί ήταν μπουζούκι-κιθάρα ο Νιάρχος και ο Κωστής, αν θυμάμαι καλά… Ναι, ήταν ο Κωστής ήταν. Λοιπόν: «Άμα χρειαστείτε δεύτερο μπουζούκι» και πήγαμε εκεί. Άλλη μια ωραία στιγμή, πάλι ωραίο μαγαζί, πάλκο, με πολύ κόσμο, ωραία ατμόσφαιρα. Εκεί ήταν η τελευταία, η τελευταία, έτσι, δυνατή στιγμή της Αθήνας. Πάει αυτό. Διαλύθηκε και αυτό. Φύγαμε. Έπιασα δουλειά εγώ σε μια εταιρεία με… παρακλάδι του Σκλαβενίτη ήταν αυτή, οδηγός τώρα. Φεύγουμε απ’ τα μπουζούκια, οδηγός. Η Δήμητρα έχει φύγει στο Λονδίνο, εγώ δουλεύω. Το 2008 τώρα, το καλοκαίρι, ήρθα πρώτη φορά στο Σουφλί. Από Θεσσαλονίκη και πάνω δεν είχα ξανάρθει ποτέ. Ήρθα το ‘08 εδώ, έκατσα πέντε μέρες, και από δω πήγαμε δύο μέρες στη Σαμοθράκη, με την Δήμητρα. Δεν είχε φύγει ακόμα Λονδίνο -συγγνώμη-, το ‘08 τον Ιούλιο έφυγε. Λοιπόν, και πήγαμε στη Σαμοθράκη με την Δήμητρα, μείναμε στο κάμπινγκ στη Σαμοθράκη. Λοιπόν, γράψαμε κι ένα τραγούδι, λοιπόν, στη Σαμοθράκη. Ένα βαλς, το οποίο ήταν τα λόγια, γράψαμε τα λόγια. Φεύγουμε απ’ τη Σαμοθράκη, ερχόμαστε εδώ. Η Δήμητρα πετάει για το Λονδίνο και εγώ πάω στο χωριό μου. Ζούσε ο πατέρας μου ακόμα, ήταν στο χωριό. Πήγα λοιπόν στο χωριό, ο πατέρας μου ζούσε, είχε άνοια. Είχε χρόνια πρόβλημα με την άνοια. Και πήγα στο χωριό, λοιπόν. Ήμουνα και που είχε φύγει η Δήμητρα έτσι, πεσμένος και πήγα στο χωριό κι άραξα. Στο χωριό το σπίτι είναι… έχει μια αυλή μικρή, καλοκαίρι και καθόμουν με τον πατέρα μου και πίναμε μπύρα, στην αυλή, και προσπαθούσα να βάλουμε μουσική στο τραγούδι. Ντάγκα ντούγκα ντάγκα ντούγκα ντάγκα ντούγκα. Αυτά είχα βίντεο, τα οποία βίντεο τόσο γκαντεμιά, δεν πάει πιο γκαντεμιά. Τα είχε στον υπολογιστή η Δήμητρα, πήγε στο Λονδίνο και κάηκε όλο το αρχείο και δεν έχουμε βίντεο με το πώς γράφτηκε το τραγούδι. Τέλος πάντων, όλα καλά. Και προσπαθούσα, προσπαθούσα, προσπαθούσα, από δω από εκεί, να το βάλω να διορθώσω τους στίχους, να κάνω, να ράνω, και αυτό είναι όταν το παίζω αυτό το τραγούδι συγκινούμαι, γιατί το έγραψα με τον πατέρα μου βασικά. Γιατί τον ρωτούσα: «Ωραίο; Καλό;». Άνοια είχε, ό,τι άκουγε. Γι' αυτό είναι…[00:15:00] έχει και σημασία ιστορική για μένα, συναισθηματική, τα πάντα όλα. Μετά από δύο μήνες ο πατέρας μου πέθανε. Μετά από αυτό. Λοιπόν, είμαστε στο ‘08. Δουλεύω σε μια εταιρεία, στον Σκλαβενίτη, και τα λοιπά, κάτι δεν πήγαινε καλά στην Αθήνα όμως. Δεν γούσταρα και πολύ να κάτσω. Μετά είτε βαρέθηκα; Άλλαζε ο κόσμος; Άλλαζαν οι συμπεριφορές. Άλλαζε το σκηνικό με τις ταβέρνες και τα λοιπά. Αλλάζαν όλα. Γιατί ήταν δυνατές οι στιγμές που είπαμε πριν… Η ταβέρνα «Πρωτογένους», η πλατεία Ηρώων και η Ηλιούπολη, ήταν τρεις σταθμοί κομβικοί. Όσον αφορά την ποιότητα, παίζαμε παρέα, φίλοι. Απ’ όταν έσπασε αυτή η παρέα, κάτι δεν πήγαινε καλά. Και ήθελα να φύγω. Ψαχνόμουν να φύγω. Τελικά, το ‘08 τον χειμώνα, το ‘08 με ‘09, πηγαίνουμε βόλτα στην Ύδρα με την Δήμητρα, που έχει μια φίλη. Και εκεί στην Ύδρα, λοιπόν, με το μπουζούκι, πάμε σε μια ταβέρνα και παίζουμε.
Ξαφνικά ο ταβερνιάρης -Θεός συγχώρεσ’ τον, για πολλούς συγχωρεμένους μιλάω αλλά τι να κάνω-, ξαφνικά μου λέει: «Εσύ τι κάνεις;» ξέρω ‘γω. Λέω: «Δεν κάνω τίποτα. Δεν παίζω πουθενά» στην Αθήνα δεν έπαιζα πουθενά. «Να μιλήσουμε» «Να μιλήσουμε». Μου λέει: «Έχω ένα μαγαζί εδώ στην Ύδρα και στο ποτάμι, ξέρω ‘γω. Το έχω φτιάξει -λέει- και δεν… είναι κλειστό. Θες να το πάρεις να δουλέψεις;». Λέω: «Κάτσε. Όπα. Περίμενε, δεν είναι… Λες κάτι και… Να το συζητήσουμε, πώς». Λέει: «Αύριο το πρωί πάμε να το δούμε το μαγαζί» «Εντάξει, πάμε να το δούμε». Πάμε λοιπόν, βλέπουμε το μαγαζί. Ωραίο, εντάξει, okay. Ψηνόμουν πάρα πολύ. Ερχόμαστε στην Αθήνα με την Δήμητρα, καθόμαστε, εντάξει. Η Δήμητρα κάτι δεν της πήγαινε καλά. Εγώ ενθουσιασμένος, με τα μπούνια μπροστά. Μέχρι και πινακίδα έβγαλα και ποιον κιθαρίστα θα πάρω και χίλια δυο. Περνάνε κάνα δυο μήνες. Να τον παίρνω τηλέφωνο: «Να, να το δούμε» και τα λοιπά. Okay. Λέω στην Δήμητρα: «Θα πάρουμε μια βαλίτσα, πάμε Ύδρα». Πάμε Ύδρα λοιπόν. Φτάνουμε στην Ύδρα: «Έλα να κάτσουμε να μιλήσουμε», «Ξέρεις, θα μιλήσεις με τον Νίκο» ένας άσχετος τώρα και περίεργος. Λέω: «Τι γίνεται εδώ ρε παιδιά;» λέει: «Μίλα με αυτόν». «Μεγάλε εσύ ποιος είσαι;» «Εγώ -λέει- θα είμαι υπεύθυνος του μαγαζιού. Θα έχω την κόρη μου -λέει- στο ταμείο, θα τσεκάρει» λέω: «Εντάξει, εγώ άλλα είπα. Κάτσε λίγο». Τραβάω κάτι ούζα, μα κάτι ούζα, δεν… δηλαδή αεροπλάνο. Με ένα ούζο έγινα… Γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται. Δηλαδή, άλλα λέμε, άλλα γίνονται. Okay, Μου λέει: «Αυτό και αυτό». Πιάνω τη γυναίκα του: «Ρε συ, τι γίνεται εδώ;» μου λέει: «Τι να σου πω;» λέει. Τέλος πάντων, καθόμαστε συζητάμε. Τσακωνόμαστε, γινόμαστε σκατά, sorry. Λοιπόν, κλάμα, κακό, στενοχώριες. Άσ’ τα να πάνε. Καθόμαστε με την Δήμητρα, λοιπόν, και παίρνει τηλέφωνο ο μπαμπάς της Δήμητρας. Λέει: «Τι έγινε με το μαγαζί;» λέω: «Τίποτα. Αυτό που είπα πριν». Λέει: «Μαζέψτε τα και σηκωθείτε, ελάτε πάνω». Αυτό ήταν μετά το Λονδίνο, έτσι, το ‘09. Έναν χρόνο ήταν το μεταπτυχιακό της Δήμητρας. Και έτσι ήρθα στο Σουφλί, το ‘09. Οπότε, και ήθελα να φύγω απ’ την Αθήνα, και γνώρισα την Δήμητρα, και ήρθα και στο Σουφλί. Έγιναν όλα με περιπετειώδη τρόπο. Και τέλος πάντων, βρέθηκα εδώ. Λοιπόν, φύγαμε από κει λοιπόν. Ανεβαίνουμε στο Σουφλί. Εδώ, ωραία. Εμένα μου αρέσει εδώ. Μ' άρεσε και μου αρέσει. Ήρθαμε εδώ με τον πεθερό μου. Ασχολήθηκα με τα μεταξωτά. Κάναμε εκθέσεις με την Δήμητρα. Πάρα πολλά ταξίδια στην Αθήνα, τέσσερις φορές τον χρόνο. Με τη φύση εδώ, με το σπίτι, με φίλους, άρχισα γνώριζα κόσμο, μπουζουκάκια, παρέες. Ωραία, ωραία, ωραία χρόνια. Το ‘11 μένει έγκυος η Δήμητρα, ο Θωμάς έρχεται. Λοιπόν, κάνουμε πολιτικό γάμο, okay. Έρχονται οι συγγενείς, φίλοι κτλ. Και το 2012 ο πεθερός μου ήθελε να πάρει το ξενοδοχείο της Δαδιάς. Δεν του το δώσανε και όλο αυτό γύρισε στο μυαλό του πεθερού μου. Πήγε στα Χανιά, στην Κρήτη λοιπόν, και βρήκε ένα μαγαζί, το ‘12. Και έρχεται μια μέρα στο σαλόνι και λέει: «Σηκωθείτε, μετακομίζουμε», «Πού πάμε;», «Κρήτη. Βρήκα ένα μαγαζί, Χανιά». Okay, Απρίλιος του 2012. Okay. Μετακόμιση, Χανιά. Αλλαγή τρελή, τρομερή, με ένα παιδί ενός χρονού ο Θωμάς. Πάμε Χανιά, λοιπόν, στήνουμε το μαγαζί, ζωάρα, Χανιά, πανέμορφη πόλη. Σοκ! Okay. Βρίσκουμε κι ένα σπίτι και μένουμε όλοι μαζί. Κάποια στιγμή, ο πεθερός μου φεύγει τον Ιούνιο, με την [00:20:00]πεθερά μου και ανεβαίνουν εδώ και μένω εγώ με την Δήμητρα. Κάτι δεν πήγε καλά, κάτι δεν του άρεσε του πεθερού μου κτλ. Του γυρνάν τα μυαλά ξανά και λέει: «Εσείς έρχεστε Σουφλί κι εμείς πάμε Χανιά». Σοκ πάλι! Τι γίνεται τώρα; Πόσες αλλαγές θα ζήσουμε μέσα στο -τρίμηνο έτσι;- τετράμηνο. Okay. Στεναχώριες με το παιδί, κτλ. Αποφασίζουμε με την Δήμητρα, λέμε να κάνουμε και τον θρησκευτικό γάμο, αφού θα πάμε που θα πάμε στο Σουφλί, να τον κάνουμε τον θρησκευτικό γάμο και τελειώνουμε. Ερχόμαστε στο Σουφλί, λοιπόν, και αποφασίζουμε εδώ, 15 Σεπτεμβρίου να βαφτίσουμε και τον Θωμά και να κάνουμε και τον γάμο. Τον Αύγουστο προκύπτει και ο Νίκος στην κοιλιά και γίνεται ο γάμος με τον Νίκο στην κοιλιά και τον Θωμά ενός χρονού. Βαφτίσια, γάμοι, γεννητούρια, τα πάντα όλα. Μετά τον γάμο, επειδή κι εμείς θέλαμε κάπως να σταθεροποιηθούμε κάπου, κάνουμε μια κουβέντα με τον πεθερό και λέμε: «Ή εδώ ή κάτω». Δεν γίνεται πήγαινε-έλα. Αποφασίζουμε και πράττουμε. Και αποφασίσαμε, ρε παιδί μου, να πάμε Χανιά, όλοι. Να βοηθήσουμε το μαγαζί στα Χανιά και να μείνει ο Γιώργος εδώ, ο αδερφός της Δήμητρας. Πάμε στα Χανιά, νοικιάζουμε ένα σπίτι άλλο, όλοι μαζί, και μένουμε. Τώρα όλο αυτό το… η συγκατοίκηση λόγω της δουλειάς και της έπαρσης της ζωής στα Χανιά, ξέρω ‘γω κι αυτά, δεν είναι και ό,τι πιο σωστό και στην ψυχολογία, να μένεις με τα πεθερικά. Ποτέ, για κανέναν, όχι μόνο για μένα, για κανέναν. Εκεί πέρασα μια φάση της ζωής δύσκολη. Έτσι με τα στοιχήματα, με τα Κίνο, με τα… με τον τζόγο γενικά, έτσι; Αυτό διήρκεσε μια πενταετία που ήταν πολύ έντονο. Τελικά, ζήτησα βοήθεια απ’ την οικογένεια, το πέρασα μέσα από προγράμματα επίσημα του ΚΕΘΕΑ, ομάδες κτλ. Το ξεπέρασα, βγήκα πολύ καλύτερος από όλο αυτό και προχωράω τη ζωή. Ήταν ένας σταθμός και αυτός, όχι καλός, αλλά okay το περάσαμε και αυτό. Εκεί μετά την απεξάρτηση, λοιπόν, του τζόγου κτλ., το ‘16 ο πεθερός μου και η πεθερά μου αποφασίσανε να γυρίσουν στο Σουφλί. Ο πεθερός μου είχε κάποια προβλήματα υγείας, γυρίσαν στο Σουφλί. Όσο περνάγαν τα χρόνια, επιδεινωνόταν ο πεθερός μου. Με αποκορύφωμα, φτάνουμε στο ‘19-’20, έρχεται και ο κορονοϊός, δεν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε στα Χανιά μόνοι μας, και εδώ δεν υπήρχε άνθρωπος να τον βοηθήσει. Ο πεθερός μου όσο πήγαινε και έπεφτε και έφυγε το ‘21, όταν ήρθαμε πια. Κάναμε τη μετακόμιση απ’ τα Χανιά, αυτό σίγουρα θέλω ψυχολόγο να το διηγηθώ, γιατί είχα μείνει μόνος μου. Ήταν… Ο κορονοϊός ήταν το ‘20, η Δήμητρα έφυγε λόγω προβλημάτων υγείας του μπαμπά της, με τα παιδιά έφυγε το καλοκαίρι. Και έμεινα εγώ πίσω και έπρεπε να μετακομίσω ένα σπίτι διακοσίων τετραγωνικών και ένα μαγαζί εκατόν πενήντα τετραγωνικών με εμπόρευμα μέσα τρελό. Γι' αυτό λέω θέλω ψυχολόγο, αυτό το πράγμα δεν… Δηλαδή, αν μου το φέρναν τώρα και μου λέγαν: «Κάν’ το» δεν θα μπορούσα να το διαχειριστώ. Κι όμως έκατσα μόνος μου δύο μήνες και μάζεψα όλα αυτά. Να φανταστείς, η νταλίκα ήταν διπλή που ήρθε απ’ τα Χανιά εδώ. Κι όλα αυτά τα μάζεψα μόνος μου. Ένας φίλος μου βοήθαγε, ο Σωτήρης, ο οποίος δούλευε και σερβιτόρος, έτσι σαν στιγμές. Και ήρθαμε στο Σουφλί πάλι λοιπόν. Φτάνουμε στο Σουφλί. Να τελειώσουμε την ιστορία με το Σουφλί, για να μπούμε σε… να πάμε ξανά πίσω μετά. Στο Σουφλί…
Η μουσική σου πορεία στην Κρήτη συνεχίστηκε;
Άργησε, άργησε να πάρει μπροστά. Στην Κρήτη πήγα το ‘12 και μπήκα στο κλίμα το ‘15-’16. Άρχισα να παίζω σε μαγαζιά. Μετά το ‘18 έπαιζα κάθε μέρα. Συνεχίστηκε ναι, αλλά ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα στην Κρήτη, στα Χανιά. Ήταν πάρα πολλοί μουσικοί και ήταν κλειστό το κύκλωμα, δεν.... Εντάξει, είναι… τυχαίνει και στην Αθήνα είχα ζήσει έτσι κλειστές παρέες. Ναι, έπαιξα στην Κρήτη έπαιξα, το ‘17-’18 έπαιζα κάθε μέρα, αλλά δεν ήταν... Ήταν καθαρά για ενίσχυση του εισοδήματος, γιατί η μουσική θέλει και λίγο να γουστάρεις, έτσι. Γυρίσαμε εδώ, λοιπόν, το ‘20, κορονοϊός κτλ. Το ‘21 φεύγει ο πεθερός μου και καθόμαστε στην πλατεία στα μεταξωτά κτλ., με την Δήμητρα και έτσι. Λέω στην Δήμητρα: «Νοικιαζόταν ένα μαγαζί στην πλατεία, παλιά πιτσαρία, λέω να πάρω τηλέφωνο». Λέει: «Τι ξύνεσαι τώρα;» λέω: «Θέλω να ανοίξω κάτι ρε παιδί μου, θέλω κάτι να κάνω» «Κάνε. Ρώτα, άντε». Ρωτάω τέλος πάντων, παίρνω [00:25:00]τηλέφωνο, μου λέει: «Πεντακόσια ευρώ -μου είπε- ενοίκιο»; «Κάτσε ρε μεγάλε -λέω- κορονοϊοί, ο χαμός του χαμού -λέω, του λέω- τριακόσια για έναν χρόνο». Τέλος πάντων κάναμε ένα παζάρι, μου λέει: «Εντάξει» και τώρα μπαίνουμε σε λεπτομέρειες. Μου λέει: «Εντάξει». Ετοιμάζω τα συμβόλαια κτλ., Αύγουστος του ‘21 ήταν αυτό. Ετοιμάζει τα συμβόλαια κτλ., τα δίνει εδώ στον ανιψιό του, δίνουμε ένα ραντεβού να συναντηθούμε. Και βγαίνει ο Κούλης και βγάζει νέα μέτρα αρχές Σεπτέμβρη τώρα και λέει: «Ανεμβολίαστοι έξω, εμβολιασμένοι μόνο μέσα». Παίρνω τηλέφωνο τον κύριο που έχει το μαγαζί, λέω: «Κοίτα να δεις -λεπτομέρεια πριν υπογράψω τα συμβόλαια, τα συμβόλαια ήταν στο τραπέζι, του λέω-, κοίτα, τα νέα μέτρα είναι αυτά, τα έχεις ακούσει. Πιο κάτω το ενοίκιο, για να μπορέσω και εγώ να δουλέψω και να το προχωρήσω και μετά από έναν χρόνο βλέπουμε». Ωρύεται ο τύπος: «Τι είναι αυτά;» και «Με κοροϊδεύεις;» κτλ. Λέω: «Εντάξει, καλή καρδιά, τέλος». Okay, δεν υπογράφω, φεύγω.
Μία Παρασκευή λοιπόν, βράδυ, κάθομαι στην πλατεία, βλέπουμε μπάλα. Δίπλα μου ακριβώς κάθεται ένας τύπος, ο οποίος είχε ένα καφενείο στο Σουφλί, το ’08, ‘10, που το ‘βλεπα το καφενείο, είχα έρθει και δύο φορές, είχα πάει στο καφενείο. Τον βλέπω τον τύπο, λοιπόν, και του λέω: «Ρε συ, εκείνο το καφενείο που είχες, έχεις το τηλέφωνο αυτουνού που το έχει ρε παιδί μου, να τον πάρω τηλέφωνο, μήπως το νοικιάζει;». Μου λέει «Δεν το νοικιάζει» μου λέει, του λέω: «Καλά, δώσ’ μου το τηλέφωνο ρε παιδί μου, δεν μπορείς να μου δώσεις το τηλέφωνο;». Μου λέει: «Τι το θες;» λέω: «Θέλω να κάνω ένα καφενεδάκι, ξέρω ‘γω, κάτι» και μου απαντάει: «Πάρ' το» και τώρα συγκινούμαι κιόλας, εντάξει, okay. Και μου λέει: «Πάρ' το» «Τι πάρ’ το;», μου λέει: «Δικό μου είναι. Πάρ’ το -μου λέει-, έλα αύριο το πρωί να πάρεις τα κλειδιά». Λέω: «Κάτσε, πώς θα το χειριστώ τώρα αυτό;». Λέω: «Τι… Να συζητήσουμε». Μου λέει: «Τη Δευτέρα θα κάνουμε συμβόλαιο» μου λέει. Λέω: «Τι ζω τώρα; Όνειρο ζω!» Και φτάνουμε στο «Όνειρο» τώρα, έτσι; Okay, βρισκόμαστε τη Δευτέρα με τον Αποστόλη λοιπόν. Και το καφενείο είναι αυτό που είμαστε τώρα αυτήν τη στιγμή, το μεζεδοπωλείο «Το Όνειρο». Βρισκόμαστε τη Δευτέρα, κάνουμε τα συμβόλαια, σπάμε κλειδαριές, μπαίνουμε μέσα και σε τέσσερις μήνες, πέντε, έγινε αυτό το μεζεδοπωλείο «Το Όνειρο». Έτσι είναι η ιστορία. Οπότε, ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της δημιουργίας έχει ο Αποστόλης. Γιατί σπανίζουν τέτοιοι άνθρωποι στη ζωή, τόσο δοτικοί και τόσο απλοί, κτλ. Οπότε και ο Αποστόλης βοήθησε πάρα πολύ για να γίνει αυτό. Εντάξει, μετά εγώ μπήκα μέσα, όλο το μαγαζί είναι φτιαγμένο με τα χέρια μου και με χέρια φίλων, οι οποίοι πληρώθηκαν ένα τυπικό μεροκάματο μετά το πέρας. Δηλαδή να βάψω δεν μπορούσα, είναι μεγάλος χώρος. Να χτίσω δεν μπορούσα. Αυτά υπήρχαν άνθρωποι στο Σουφλί, φίλοι -και να είναι καλά οι άνθρωποι- οι οποίοι βοήθησαν να γίνει όλο αυτό το πράγμα, να ξεκινήσει και να φτάσει εδώ που έφτασε σήμερα. Γι' αυτό λοιπόν «Όνειρο». Όλο είναι ονειρικό. Και το πώς έγινε αλλά και το πόσο ονειρευόμουν εγώ όλα αυτά τα χρόνια, όταν έβλεπα μαγαζιά στην Αθήνα. Έπαιζα ξέρω ‘γω και έλεγα: «Ε γαμώτο, να μην έχω λεφτά, να μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι;», γιατί στην Αθήνα εντάξει, ήταν δύσκολο να γίνει. Αλλά έρχονται όμως τα χρόνια και οι καιροί και έφτασα στα πενήντα, απ’ τα είκοσι πέντε που παίζω μέχρι τα πενήντα, και το έκανα στα πενήντα. Έχει και μια… έχει και ένα καλό αυτό, γιατί είναι πιο δεμένο. Σαν το κρασί, άμα το πιείς το κρασί όταν βγαίνει, λίγο είναι στυφό, λίγο δεν έχει βράσει. Μόλις σκάσει βοριάς, δένει. Έτσι και αυτό, έτσι και το «Όνειρο». Όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να το ‘κανα το 2000 και να ήταν πλήρης αποτυχία, μπορεί να ήταν και επιτυχία. Αλλά όλο αυτό, η ωρίμανση μες στα χρόνια, με έκαναν να φτιάξω κάτι πιο σοβαρό, πιο μερακλίδικο. Γιατί μερακλίδικο είναι, σοβαρό δεν είναι. Είναι λαϊκό εντελώς. Έτσι φτάσαμε στο «Όνειρο» λοιπόν.
Όλα αυτά τα χρόνια τώρα που ήμουν στην Αθήνα, που είπαμε και πρωτίστως, με τα ρεμπετάδικα και αυτά, υπήρξαν κάποια ταξίδια που είναι κομβικά στη ζωή μου, κάποια με τη μουσική. Το πιο χαρακτηριστικό ήταν το 2007 που πήγαμε στην Αυστρία, στη Βιέννη, για να παίξουμε σε ένα φόρουμ της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Λατινική Αμερική. Παίξαμε Μίκη Θεοδωράκη, αλλά η εμπειρία ήταν [00:30:00]τρομερή γιατί ήτανε οι αρχηγοί της Βραζιλίας, της Βολιβίας, της Βενεζουέλας και αντιπροσωπεία απ’ την Κούβα. Δηλαδή, εκεί ήταν σοκαριστικό. Ο Ούγκο Τσάβες, ο οποίος έχει πεθάνει, ο Ούγκο Τσάβες δηλαδή, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, έκανα χειραψία με τον Ούγκο Τσάβες και τον Μοράλες, τον Έβο Μοράλες της Βολιβίας. Και εκεί παίζανε μουσική από όλες τις χώρες αυτές. Ήτανε φεστιβάλ. Okay, ανατριχιαστικό. Το πιο έτσι… απ’ τα πιο δυνατά ταξίδια που έχω κάνει. Ένα τώρα με «αποτυχημένο» ταξίδι -εντός εισαγωγικών- αλλά μου έμεινε και θέλω να ξαναπάω, Μαρόκο. Χώρα μαγική, έτσι; Ξεκινήσαμε να πάμε στο Μαρόκο λοιπόν, 2003 πρωτοχρονιά. Πάμε στο Μαρόκο, εφτά άτομα μουσικοί, εφτά άτομα αποστολή. Εγώ είχα μια κοπελιά, με αυτήν που ήμουν τότε. Λοιπόν, πάμε στο Μαρόκο. Φτάνουμε ξημερώματα. Στο πουθενά, το χάος. Μας πάνε σε ένα παλάτι. Μας πάνε σε ένα παλάτι το οποίο… παλάτι! Ήταν περίεργο, δεν το ‘χα ξαναδεί. Είχε γύρω γύρω καναπέδες. Και ήτανε φίλντισια, τέτοια. Λέω: «Παιδιά τι γίνεται εδώ;» λέει: «Εδώ είμαστε -λέει-, είναι ο Λεμπάρ -έτσι τον λέγανε αυτόν- είναι οικογένεια Λεμπάρ» ξέρω ‘γω και αυτά. Okay. Λέει: «Καταρχήν, δεν πίνουμε». Εντάξει, δεν θα πιούμε. Okay. Ξαφνικά, βγαίνουν κάτι οι υπηρέτριες να μας πλύνουν τα πόδια, να μας… «Τι γίνεται εδώ ρε;» λέω, χαμός! Στο μεταξύ, δεν πίνουμε, δεν πίνουμε, το χασίς πήγαινε βολίδα και σοκολάτες. Λέω: «Ρε παιδιά, αυτό επιτρέπεται;» «Αυτό -λέει- εντάξει, okay». Αρχίζουν οι εμπειρίες τώρα, έτσι; Καθόμαστε μια μέρα εκεί. Μας πάνε βόλτες μέσα στην Καζαμπλάνκα, στο κέντρο. Είχαμε ασφάλειες γύρω γύρω. «Τι θα μας κάνουν ρε παιδιά;», «Εδώ δεν κυκλοφορείς -λέει- μόνος σου στις αγορές κτλ.». Okay, εμπειρία κι αυτό. Με Land Rover, με… σαν ντοκιμαντέρ ήτανε. Μας πάνε σε κάτι αγορές εκεί. Και έρχεται η μέρα της συναυλίας, λοιπόν. Η συναυλία ήταν στην έρημο, ενενήντα χιλιόμετρα απ’ το Μαρακές, μες στην έρημο, και τη διοργάνωνε η «Coca Cola». Ξεκινάμε απ’ την Καζαμπλάνκα να πάμε -με τα Land Rover και τα τζιπ και αυτά- να πάμε στο Μαρακές να μείνουμε, για να πάμε να κάνουμε τη συναυλία. Ανάμεσα Καζαμπλάνκα και Μαρακές, μόλις φτάσαμε στο Μαρακές, ξεσπάει μια καταιγίδα της ερήμου. Στην έρημο βρέχει δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Έβρεξε τότε. Ξεσπάει η καταιγίδα, να μην μπορούμε να… δηλαδή δεν βλέπαμε πουθενά για πουθενά. Ακυρώνεται όλη η συναυλία. Την κοπανάει η «Coca Cola». Εμείς έχουμε πληρώσει τα εισιτήριά μας, ένα χιλιάρικο ο καθένας. Κανείς εγγύηση για τα λεφτά. Δεν έχω λεφτά μαζί, γιατί υποτίθεται ότι θα τα παίρναμε, όταν πήγα εκεί. Δεν είχα λεφτά, πλήρωσα το χιλιάρικο, αφού θα το πάρω… Δανείζομαι λεφτά απ’ τους άλλους. Και αρχίζει η περιπέτεια τώρα. Αρχίζει και η περιπέτεια και ο φόβος. Να προσπαθώ να επικοινωνήσω με τα προξενεία, με τις πρεσβείες. Να μην σηκώνει κανείς τηλέφωνο. Και πάμε στο Μαρακές. Αφού ακυρώνονται όλα, οι συναυλίες και τα λοιπά, μας πάνε σε ένα δωμάτιο με κάτι στρώματα. «Ρε παιδιά τι γίνεται εδώ; Έχουμε που έχουμε την αποτυχία. Έγινε εδώ η καταιγίδα, χαμός γίνεται. Ακυρώθηκαν τα πάντα. Ένα βράδυ θα κοιμηθούμε στο Μαρακές και πού θα κοιμηθούμε; Κάτω στο πάτωμα;» «Αυτό είναι -λέει- και άμα θέλετε». Αμάν! Τα χέρια και η καρδιά άρχισαν έτρεμαν όλα. Λέω: «Τώρα εδώ, να μην μας βρούνε». Πήρα και τη μάνα μου τηλέφωνο, λέω «Μάνα…». Okay. Λοιπόν, λέω στην Άσπα που ήμασταν μαζί τότε, της λέω: «Κοίτα να δεις, αφού μιλάς και γαλλικά, πες σε κάποιον να μας πάει σε κάνα ξενοδοχείο. Πάει στο διάολο, θα πληρώσουμε». Λέει ένας: «Εγώ -λέει- θα σας πάω σε ξενοδοχείο» «Okay. Πόσο κάνει το ξενοδοχείο», «Εβδομήντα ευρώ», «Εντάξει, εβδομήντα ευρώ. Πάρε τα εβδομήντα ευρώ». Πάμε, να μην τα πολυλογώ, πάμε στο ξενοδοχείο. Κοιμόμαστε, ξυπνάμε την άλλη μέρα. Βλέπουμε πίσω πως έχουν τα ξενοδοχεία τις πινακίδες, με τιμές ανά εποχή κτλ. Το ξενοδοχείο έκανε είκοσι. «Ρε, πού είναι αυτός ο μάγκας, να του πούμε δυο λόγια;». Κανένας, εξαφανισμένοι όλοι. Την πατήσαμε και από εκεί. Φεύγουμε. Λέμε: «Πού θα πάμε; Πού θα πάμε;». Μάθαμε ότι υπάρχει μια πόλη που πήγαινε και ο Τζίμι Χέντριξ και γινόταν μουσικά φεστιβάλ μεγάλα, η Εσαουίρα, στον Ατλαντικό, παραλία. Πάμε εκεί. Okay. Πάμε εκεί. Όχι όλοι, κάποιοι πήγαν από εδώ, κάποιοι πήγαν από εκεί. Το ταξίδι ήταν μια εβδομάδα. Αυτό έγινε τρίτη, τέταρτη μέρα; Είχαμε άλλες τρεις μέρες. Στην Καζαμπλάνκα δεν καθόμασταν για κανέναν λόγο. Δηλαδή, εγώ ήμουν πολύ τρομοκρατημένος, ρε παιδί μου, με όλα αυτά που γίναν. Ξεκινάμε λοιπόν, πάμε στην Εσαουίρα. Πάμε στην Εσαουίρα, στο ξενοδοχείο -το θυμήθηκα τώρα- στο ξενοδοχείο ήταν o ρεσεψιονίστ εκεί. Είχε τα τσιγάρα του πάνω, Asso International. «Όπα ρε μεγάλε, τι γίνεται εδώ;». Στην άλλη άκρη τώρα της Αφρικής. «Αυτά είναι [00:35:00]ελληνικά τσιγάρα» «Ναι -λέει-, απ’ την Ελλάδα -λέει- τα παραγγέλνω. Από εκεί είστε;», «Ναι» και παρήγγελνε τσιγάρα, εντυπωσιακό, έτσι το λέω, σαν εικόνα. Λοιπόν, μένουμε στο ξενοδοχείο εκεί, μένουμε δυο μέρες και έχουμε μια μέρα να γυρίσουμε πίσω για να φύγουμε. Όσο πέρναγαν οι μέρες, εγώ ήμουν… γινόμουν χειρότερα. Και με έπιασε αμόκ, δεν ξέρω πώς να το πω, όχι αμόκ, φοβία πάρα πολύ μεγάλη. Και της λέω της Άσπας: «Εγώ σε αυτό το σπίτι δεν πάω», λέει: «Και τι θα κάνουμε;», λέω: «Θα πάμε στην αστυνομία. Δεν ξέρω πώς είναι εδώ, πάμε στην αστυνομία». Εκεί έχει βασιλική και πολιτική αστυνομία. Πάμε στη βασιλική, λοιπόν. «Το και το». Και είμαστε μέσα σε ένα δωμάτιο, εκεί να δεις στιγμές! Έφεραν τον άλλον δέρνοντας, λέω: «Γιατί τον δέρνουν;», γιατί τον βρήκαν αλκοόλ. Έφεραν τον άλλον με πλαστά χαρτονομίσματα. Λέω παιδιά: «Τι γίνεται εδώ; Δηλαδή πόσο ακόμα; Δηλαδή, τσιμπήστε με ξύπνιος είμαι; Τι ζούμε εδώ; Εμείς ήρθαμε στην αστυνομία για να μας βρει μια λύση, ότι μας έφαγε τα λεφτά ο άλλος και κάπως πρέπει να φύγουμε από εδώ». Δηλαδή εγώ έφαγα ένα χιλιάρικο. Λοιπόν, η πολιτική αστυνομία -η βασιλική αστυνομία- λέει: «Δεν είναι -λέει-, πού μένετε;» «Στον κύριο Λεμπάρ, ξέρω ‘γω. Σε αυτό το προάστιο της Καζαμπλάνκα». Okay. «Θα σας πάρουμε -λέει- θα σας πάμε στην πολιτική αστυνομία». Άιντε μες στην κλούβα, μαζί με τους παραχαράκτες, μαζί με τα πρεζόνια, μαζί με τους χασικλήδες, μες στην κλούβα. Άλλοι δεμένοι με χειροπέδες, εμείς κυριλέ τώρα τουρίστες. Μας πάνε στη βασιλική αστυνομία -στην πολιτική-, πάμε στην πολιτική αστυνομία: «Καθίστε» κτλ. Ο διοικητής αστεράτος. Όσο περνάγαν, και χειρότερα φοβόμουν. Λοιπόν, και λέει: «Τι πρόβλημα υπάρχει;» λέμε: «Ο κύριος Λεμπάρ, ξέρω ‘γω». Ο γιος του δηλαδή, του μεγάλου. Εκεί να δεις στιγμή τώρα! Και σηκώνεται ο διοικητής της αστυνομίας και λέει: «Μα ο κύριος Λεμπάρ -λέει- σας έκανε τέτοιο πράγμα;» «Ποιος είναι ρε ο Λεμπάρ;» λέω. «Μα -λέει- σας παρακαλώ -λέει- θα τον πάρουμε τηλέφωνο τώρα -λέει- να ‘ρθει εδώ να το λύσουμε το θέμα» «Ποιος είναι -λέω στην άλλη-, τι σου λέει;». Δεν καταλάβαινα κιόλας στα γαλλικά. Λέει: «Αυτός είναι μεγάλο όνομα -λέει- στην Καζαμπλάνκα». «Πω μπλέξαμε ακόμα χειρότερα -λέω- τώρα». «Περιμένετε- λέει- θα ‘ρθει ο κύριος Λεμπάρ εδώ -λέει- να σας πάρει». Καθόμαστε, περιμένουμε σε ένα παγκάκι απέξω και σκάει μια Audi. Ένα αμάξι το οποίο δεν το είχα ξαναδεί και ούτε πρόκειται να το δούμε στην Ελλάδα. Έρχεται ο Λεμπάρ λοιπόν, κατεβαίνει με κάτι κελεμπίες και τέτοια. «Αμάν -λέω- τι γίνεται εδώ;» «Τι πρόβλημα υπάρχει» λέει, του λέει ο διοικητής. «Θα το λύσω εγώ -λέει- πόσα λεφτά είναι; Θα σ’ τα δώσω εγώ». Πού να μπεις μες στο αμάξι τώρα; Εκεί να δεις, εκεί να δεις τρομάρα. Μες στα μάξι πού να… λέω: «Θα μας βρουν στο αυλάκι». Απ' τα χίλια ευρώ, λοιπόν, πάμε στο σπίτι -αυτό απόγευμα, έτσι;- πάμε στο σπίτι και λέει: «Πάρτε τώρα -λέει- τα διακόσια ευρώ. Και τ' άλλα -λέει- το πρωί που θα σας πάω στο αεροδρόμιο, θα σας τα δώσω». Τέλος. Έφυγε ψυχή, σώμα, καρδιά, έχουν φύγει όλα. Πετάω, έχω πεθάνει, δηλαδή, δεν, δεν επικοινωνούσα με τον κόσμο καθόλου. Λέω στην άλλη: «Πάμε να φύγουμε τώρα». 22:00-23:00 η ώρα το βράδυ ήταν, 05:00 η ώρα πετούσαμε. Θα πηγαίναμε στο αεροδρόμιο, θα μας πάει αυτός. «Τι θα κάνουμε;» λέω: «Στα χωράφια, έξω. Έξω, τίποτα. Πάμε να περπατάμε, να εξαφανιστούμε, να… κάπου να βρούμε μια… να κάτσουμε, να περάσουν οι ώρες, να φύγουμε στο αεροδρόμιο. «Ρε πώς κάνεις έτσι;» «Δεν, σου λέω δεν νιώθω καλά». Δηλαδή είχα… σαν πεθαμένος ήμουν. Όντως, όλο το βράδυ έξω, περπάτημα, από δω από κει χιλιόμετρα… Ουρανός, δεν θα το ξεχάσω, που είχε χιλιάδες αστέρια, γιατί είναι πιο Νότος, νομίζω, τι είναι. Ναι. Περνάνε οι ώρες, πάμε στο σπίτι, έχει ξυπνήσει ο άλλος και μας πάει στο αεροδρόμιο. Λεφτά, φυσικά, μηδέν, τέλος, πάνε αυτά. Πάμε στο αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο, λοιπόν, με το που μπαίνουμε μες στο αεροδρόμιο, έβλεπα τον κάθε άνθρωπο που με κοιτούσε ότι με παρακολουθεί. Έχω πάει πίσω από κάτι φίκους, κάτι τέτοια. Ναι. Έχω κρυφτεί πίσω από… και έλεγα στην άλλη: «Κοίτα αυτόν με τα μούσια. Δες τον, δες τον, δες τον, αυτός είναι του Λεμπάρ». «Βρε, έλα… ησύχασε, ησύχασε». Τίποτα. Πρωί-πρωί, λοιπόν, αφού περνάει το σοκ λίγο έτσι να με συνεφέρουν, πλακώνομαι στις μπύρες. Λέω τώρα θα πιώ για να μην… δεν ξέρω, κάτι. Και πλακώνομαι στις μπύρες πρωί-πρωί τώρα. Και ξεκινάμε να φύγουμε. Λοιπόν, okay, αυτό. Αυτή η στιγμή στη ζωή μου δεν θα την ξεχάσω ποτέ, ποτέ. Τόσο φόβο δεν έχω ξανανιώσει με τίποτα. Δηλαδή, okay. Μαρόκο, λοιπόν, ήταν αυτό. 2000, άλλο ταξίδι τώρα, 2000 στις Βρυξέλλες. Φόρουμ πάλι της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκμετάλλευση του νερού σε μια όαση της [00:40:00]Αλγερίας. Πιάσε το αυγό και κούρευ’ το τώρα. Πάμε εγώ, ο Βασίλης και η Αντιγόνη. Η Αντιγόνη κιθάρα, ο Βασίλης ακορντεόν, εγώ μπουζούκι. Μία μέρα πριν το ταξίδι, πέφτει η Αντιγόνη και σπάει το δάχτυλο το αριστερό που θα έπαιζε κιθάρα και δεν έχουμε κιθάρα. Και πάμε στις Βρυξέλλες, λοιπόν. Μόλις άνοιξε το Ελευθέριος Βενιζέλος, το αεροδρόμιο, είχε κανέναν μήνα, δύο. Φτάνουμε Βρυξέλλες, πάμε στο αεροδρόμιο. Η βαλίτσα της Αντιγόνης είχε πάει στη Νέα Ζηλανδία και το ακορντεόν του Βασίλη είχε πάει στον Καναδά. Με τα αεροπλάνα που γινόταν τα μπερδέματα. Πάμε λοιπόν στο ξενοδοχείο, μας τα φέρνουν τα πράγματα. Μετά από δύο μέρες ήρθαν τα πράγματα, τέλος πάντων. Και πάμε να παίξουμε μια συναυλία. Μέναμε σε ένα hostel. Κολλάω τώρα εκεί γιατί έχει γέλιο και ηλιθιότητα έχει. Λοιπόν, μένουμε στα hostel. Αφού έχουμε γλεντήσει με τους Αλγερινούς το βράδυ, οι οποίοι οι Αλγερινοί είναι ίδιοι και χειρότεροι από εμάς σαν κουλτούρα, τρελοκομεία τέλος πάντων. Αφού έχουμε ξενυχτήσει, έπρεπε να πάμε το πρωί εκεί που γίνεται το φόρουμ. Λέω: «Εγώ παιδιά, πηγαίνετε εσείς, θα σας βρω εγώ», «Πού θα μας βρεις ρε φίλε; Δηλαδή, πού ξέρεις τις Βρυξέλλες τώρα; Πού είναι το συγκεκριμένο, δεν είναι Σουφλί», «Θα σας βρω εγώ ρε, μην σας νοιάζει». Λοιπόν, φεύγουν όλοι. Είμαι μες στο hostel, το οποίο ήταν με κάρτες. Εγώ δεν είχα ξαναδεί κάρτες. Κλειδάκι, ανοίγεις, κλειδώνεις. Ξυπνάω μόνος μου λοιπόν, χωρίς κανέναν μαζί. Οι τουαλέτες έξω. Είμαι με το μποξεράκι, με το φανελάκι μόνος μου είμαι, okay. Κρακ η πόρτα κλείνει, πάω στην τουαλέτα, πάω να μπω μέσα, η κάρτα μέσα. Πω! Τώρα; Σε ποιον να μιλήσω; Ήταν στον δεύτερο όροφο. Αυτό κάτω έβλεπα τη ρεσεψιόν, γυναίκα ήταν. Με το μποξεράκι τώρα και το φανελάκι. Βλέπω έναν έγχρωμο εκεί κύριο. Τον φωνάζω, τι γαλλικά, τι, τι, τι, τα πάντα όλα, γλώσσες. «Έλα». Λοιπόν, έρχεται ο άνθρωπος, μ' ανοίγει με την κάρτα, μπαίνω μέσα, μου λέει: «Προσοχή. Όταν βγαίνεις έξω, να πάρεις την κάρτα» εντάξει, okay. Μπαίνω μέσα, ντύνομαι, θέλω να πλύνω τα δόντια. Βγαίνω έξω, ξανά την κάρτα μέσα. Όχι ρε, δηλαδή λέω δεν γίνεται αυτό το πράγμα! Πάω κάτω, αφού ήμουν ντυμένος, πάω κάτω, μ' ανοίγει ο άνθρωπος. Άιντε, φεύγω. Πού πας τώρα; Πού πας ρε Καραμήτρο. Προς τα δω, προς τα κει, δεξιά, αριστερά; Ε, απ' την προηγούμενη φορά, λέω θα κάνω δεξιά. Κάνω δεξιά, βγαίνω σε μια λεωφόρο μεγάλη. Άλλοι τρέχανε, άλλοι με σκυλιά, να βρέχει. Και τώρα πού θα πάω, Χριστέ μου; Κινητό δεν είχα. Να μιλάω… γαλλικά μιλάνε, αγγλικά κανένας τίποτα. Θυμόμουν το όνομα της αίθουσας, πώς τη λέγανε, δεν θυμάμαι τώρα. Και περπατώντας, περπατώντας, περπατώντας, δεν ξέρω πού πάω. Πήγαινα, πήγαινα, πήγαινα, περπάταγα καμιά ώρα. Βρίσκω ένα DHL Courier. Κάτι ξεφόρτωνε αυτός. Του μίλησα κάτι αγγλικά, εκεί του είπα το όνομα. «Περίμενε» μου λέει. Ήμουνα στα πενήντα μέτρα, με παίρνει ο άνθρωπος και με πήγε εκεί. Λέω: «Όπα. Εδώ σταμάτα, εδώ είναι». «Ναι -μου λέει- εδώ είναι. Εδώ είναι». Αυτό Βρυξέλλες. Πάει κι αυτό. Περιπέτεια και εκεί.
Τώρα, στα παιδικά χρόνια στο χωριό. Εκεί ήτανε… το χωριό είναι πάρα πολύ όμορφο, ο τόπος που γεννήθηκα δηλαδή, το χωριό είναι… Είναι ένα χωριό, να σκεφτείς, μες στο δάσος. Μες στα δέντρα είναι. Δίπλα είναι το ποτάμι, στα δυο-τρία χιλιόμετρα. Είναι περίπου στα εννιακόσια μέτρα υψόμετρο. Ελατόδασος. Εκεί γεννήθηκα, λοιπόν, δίπλα στο τζάκι, έτσι; Να το γυρίσουμε πίσω εντελώς τώρα. Δίπλα στο τζάκι, χωρίς μαμές, χωρίς τίποτα. Δίπλα στο τζάκι, όπως το λέω. Με ψαλίδι κόπηκε ο ομφάλιος λώρος. Και εμένα και στα δυο αδέρφια μου. Από εκεί… εκεί ξεκίνησα, λοιπόν. Πήγα σχολείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο εκεί. Τα γράμματα δεν τα έπαιρνα με τίποτα, με τίποτα. Ο αδερφός μου, μεγάλος δάσκαλος. Ο άλλος είχε 19 στο Λύκειο, σκέψου. Και εγώ έβγαλα το γυμνάσιο με 12. Με τίποτα. Μόλις γύριζα απ’ το σχολείο, πέταγα την τσάντα, σφεντόνα και στα χωράφια. Με σφεντόνα. Ήταν… το είχα το ρεμπέτικο λίγο έτσι. Από τότε κάτι με έξυνε. Ο αδερφός μου ερχόταν τα καλοκαίρια, λοιπόν, όσον αφορά τη μουσική. Σπούδαζε στα Γιάννενα αυτός, δάσκαλος. Και ερχόταν τα καλοκαίρια με φίλους, με κιθάρες, με ακορντεόν, με τέτοια, και καθόταν και παίζανε και στο σπίτι και στο καφενείο. Αυτά μου άρεσαν εμένα. Καθόμουν δίπλα και υπάρχει ένα ντοκουμέντο, το οποίο το έχω στην Αθήνα. Υπάρχει σε κασέτα, η κασέτα η παλιά, που είμαι… πρέπει να είμαι έξι-εφτά χρονών, που παίζει ο αδερφός μου με την παρέα του και τα λοιπά. Και παίζουν το τραγούδι [00:45:00]«Μη μου λες γιατί ξεχνάω». Και είμαι εγώ πιτσιρικάς: «Μη μου λες γιατί ξεχνάω…» τραγουδάω δηλαδή. Εκεί ξεκινάει το… η ψώρα με το μπουζούκι. Τον αδερφό μου τον κοίταγα, όπως και ο Θωμάς τώρα, αν δει κάποιος τον Θωμά όταν παίζω, κάνει το ίδιο πράγμα. Δηλαδή, οι εικόνες πενήντα χρόνια πίσω, σαράντα χρόνια πίσω που γυρνούν, το ίδιο πράγμα έκανα και εγώ. Κοιτούσα τον αδερφό μου στα χέρια πώς έπαιζε. Και η μουσική γενικά αυτό είναι. Άμα δεν ακούς, αν δεν μάθεις να ακούς και να δέχεσαι τι σου λέει ο άλλος, δεν μπορείς να παίξεις μουσική, τέλος. Και έτσι, όπως είμαστε τώρα, στο 2023, βλέπουμε πάρα πολλούς μουσικούς οι οποίοι δεν έχουν ψυχή. Ψυχή εννοώ στην εκτέλεση, στην... Δεν έχει σημασία στη μουσική το λάθος. Αν κάνεις λάθος και το διακρίνεις, θα μπορέσεις να το κάνεις σωστό.
Ωραία. Σε ευχαριστώ πολύ, Θοδωρή, για όσα μου μοιράστηκες και θα επιστρέψουμε.
Να είσαι καλά, Θανάση μου, εγώ ευχαριστώ.