© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Μιλώντας για το stand up comedy και το παιδικό θέατρο

Istorima Code
25957
Story URL
Speaker
Θεοδώρα Σιαλβέρα (Θ.Σ.)
Interview Date
02/11/2023
Researcher
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΗΛΙΟΣ (Σ.Μ.)
Σ.Μ.:

Σήμερα [00:00:00]είναι Παρασκευή 3 Νοεμβρίου. Είμαι ο Στέλιος Μήλιος, ερευνητής στο Istorima από την Κοζάνη. Βρίσκομαι με τη Δώρα Σιαλβέρα και ξεκινάμε τη συνέντευξή μας. Γεια σας, θα μας πείτε το όνομά σας;

Θ.Σ.:

Είμαι η Δώρα Σιαλβέρα. Κατοικώ στην Κοζάνη. Είμαι δημοσιογράφος και παράλληλα ασχολούμαι με το θέατρο. Κάνω stand up comedy, γράφω κείμενα θεατρικά και για το stand up comedy, γράφω θεατρικά κείμενα για παιδικές παραστάσεις και παίζω ενίοτε ως ηθοποιός.

Σ.Μ.:

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να κάνετε αυτό το stand up comedy;

Θ.Σ.:

Ας ξεκινήσουμε μάλλον από την αρχή. Πάντα στη ζωή μου ήθελα να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία και το θέατρο παράλληλα. Ήτανε δύο μεγάλες αγάπες, που πραγματικά δεν ήξερα ποιο να ξεχωρίσω από τα δύο αντικείμενα. Οπότε από πολύ μικρή αποφάσισα ότι και με τα δύο θα ασχοληθώ το ίδιο σοβαρά. Το επάγγελμά μου είναι δημοσιογράφος –και νομίζω ότι καλώς κάνει και είναι αυτό το επάγγελμά μου– και το χόμπι μου είναι το θέατρο. Έτσι το χαρακτηρίζω, γιατί το θέατρο έχει μια μαγεία που δεν τη βρίσκεις, δεν την απολαμβάνεις μάλλον όσο χρειάζεται, όσο μπορείς όταν είσαι επαγγελματίας ηθοποιός. Επομένως, για να μην χάσω τη μαγεία του θεάτρου, αποφάσισα ότι δεν θα είναι αυτή η κύρια δουλειά μου, αλλά θα είναι πάντα παράλληλα με τη δουλειά μου. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με το θέατρο, από όταν ήμουν φοιτήτρια, παράλληλα πάντα πάνε αυτοί οι δρόμοι. Κάποια στιγμή στη ζωή μου εμφανίστηκε μία πρόταση από τον Γιάννη Καραχισαρίδη το 2007, που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, να γίνει μια παράσταση stand up comedy από ερασιτέχνες ηθοποιούς της περιοχής. Τότε σχηματίσαμε μία ομάδα τέσσερεις άνθρωποι, ο Γιώργος ο Κοντορίκος, ο Δημήτρης Συνδουκάς, η Αναστασία η Δαδαμόγια κι εγώ και ξεκινήσαμε να κάνουμε stand up comedy στα μαγαζιά της πόλης της Κοζάνης και μετά στα μαγαζιά άλλων πόλεων της Δυτικής Μακεδονίας. Και έπρεπε να βρούμε κείμενα για να το κάνουμε αυτό. Οπότε άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει και το κείμενο το θεατρικό στο προσκήνιο. Γιατί κάποιος έπρεπε να γράφει και τα κείμενα. Όλο αυτό ήταν μια πολύ πρωτόγνωρη και πολύ εντυπωσιακή εμπειρία. Γιατί ασχολούμαι με το θέατρο από το 2000. Όχι, λάθος. Από το 1996. Πολλά τα χρόνια και τα μπερδεύω. Λοιπόν, από το 1996, λοιπόν, το 2007 ήρθε αυτή η πρόταση. Ήταν τόσο διαφορετικό πράγμα σε σχέση με όλα αυτά που είχα κάνει τα προηγούμενα χρόνια που νομίζω ότι ήρθε για να μείνει. Ήταν μια πραγματικά συναρπαστική εμπειρία και είναι όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί από το 2007 συνεχίζω μέχρι τώρα να κάνω stand up comedy. Είναι η πιο συναρπαστική εμπειρία στο θέατρο που έχω ζήσει, είναι το πιο άμεσο πράγμα με το κοινό, η πιο άμεση επικοινωνία και ταυτόχρονα το πιο δύσκολο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος. Γιατί το κοινό είναι στο μισό μέτρο από εσένα, μπορεί να σου πει οτιδήποτε, μπορεί να σου πετάξει μία ατάκα που πρέπει εσύ να τη διαχειριστείς, μπορεί να γελάει ασταμάτητα και να μην μπορείς να σταματήσεις και να συνεχίσεις ή μπορεί να κλάψει. Ποτέ κανείς δεν ξέρει τι θα αντιμετωπίσει σε κάθε παράσταση. Η ενέργεια, όμως, που παίρνεις από το κοινό, είναι τόσο πολύ έντονη που πραγματικά δεν περιγράφεται. Νομίζω ότι για αυτόν τον λόγο δεν σταμάτησα ποτέ να κάνω stand up comedy και μπορεί να μην σταματήσω και ποτέ αν είναι στο χέρι μου. Έτσι ξεκίνησε.

Σ.Μ.:

Θυμάσαι κάποιο χαρακτηριστικό stand up comedy, κάποιο σκηνικό το οποίο έγινε σε κάποιο μαγαζί και να σε στιγμάτισε;

Θ.Σ.:

Κάποιο πολύ συγκεκριμένο, έτσι πολύ έντονο δεν θυμάμαι. Όμως θυμάμαι πολύ έντονα… Αυτό, νομίζω, το λέμε όλοι όσοι συμμετείχαμε σε αυτές τις παραστάσεις. Το 2010 αποφασίστηκε να γίνει μια περιοδεία stand up comedy σε όλα τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Πήγαμε, λοιπόν, και κάναμε εξήντα πέντε παραστάσεις σε όλα τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Αυτή ήταν τόσο έντονη εμπειρία, που νομίζω ότι ξεπερνάει όλες τις άλλες. Συναντήσαμε ανθρώπους που πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν θέατρο, ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Συναντήσαμε ανθρώπους που είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη αυτό το πράγμα να το επικοινωνήσουν. Δηλαδή βλέπαν μπροστά τους θέατρο και συμμετείχαν αβίαστα περισσότερο από ό,τι συμμετέχουν οι άνθρωποι που βλέπουν θέατρο και stand up comedy γενικότερα στη ζωή τους. Συμμετείχαν τόσο πολύ μέσα στις παραστάσεις που πολλ[00:05:00]ές φορές παίρναμε τα αστεία τους και τα χρησιμοποιούσαμε στην επόμενη και στην επόμενη παράσταση. Νομίζω ότι αυτή είναι η πιο ξεχωριστή εμπειρία που έχω ζήσει. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την Κορυφή Βοΐου, ένα χωριό με είκοσι κατοίκους, που όταν είπαμε «Παιδιά, περιμένουμε άλλους; Θα έρθουνε;», μας είπανε «Όχι, είμαστε όλο το χωριό εκτός από μία γιαγιά που είναι κατάκοιτη». Και ένας ένας ανά μία ώρα έφευγε να πάει να δει τι κάνει η γιαγιά και ερχότανε. Όλο το χωριό ήταν εκεί. Μας συγκίνησε φοβερά αυτό γιατί ήρθανε όλοι. Ήταν απίστευτο αυτό. Και συμμετείχαν τόσο πολύ, όπως και στα άλλα χωριά. Αλλά αυτό το χωριό μάς έχει μείνει ιδιαίτερα, ας πούμε.

Σ.Μ.:

Ξεκινάς να γράφεις. Τι σκέφτεσαι;

Θ.Σ.:

Εκεί έρχεται η δημοσιογραφία να καλύψει, ας πούμε, το γράψιμο. Γιατί ως δημοσιογράφος το γράψιμο είναι η δεύτερή μου φύση. Μου είναι τόσο εύκολο να γράψω και είναι τόσα πολλά τα ερεθίσματα που παίρνεις από τη δημοσιογραφία που, νομίζω, δεν σκέφτεσαι, μόνο του βγαίνει το κείμενο. Επομένως, ένα κείμενο μπορεί να βγει και σε δέκα λεπτά ή μπορεί να βγει σε μία ώρα. Αλλά όχι παραπάνω. Δηλαδή κάθεσαι και βγαίνει μόνο του, δεν σκέφτομαι κάτι. Αυτό έρχεται και με βρίσκει μάλλον.

Σ.Μ.:

Μέσα από αυτά που έχεις βιώσει μέχρι στιγμής, θεωρείς ότι από το 2007 μέχρι τώρα το stand up comedy έχει αλλάξει;

Θ.Σ.:

Ναι, έχει αλλάξει. Καταρχάς, έχει αλλάξει η επικαιρότητα. Γιατί πάντα το stand up comedy έχει να κάνει με την επικαιρότητα. Έχει αλλάξει ο τρόπος που οι άνθρωποι γελάνε. Γελάνε πιο δύσκολα. Ειδικά μετά τον covid γελάνε πιο συγκρατημένα. Και όχι γιατί τα αστεία τούς φαίνονται κάπως. Γιατί έχουν παγώσει μέσα τους από όλο αυτό που ζήσαμε. Αυτό είναι τόσο εμφανές στις παραστάσεις. Και νομίζω ότι το είδαμε πάρα πολύ όταν κάναμε παραστάσεις και οι άνθρωποι φορούσαν μάσκα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει τον τρόπο που γελάνε.

Σ.Μ.:

H περίοδος του covid;

Θ.Σ.:

Η περίοδος του covid ήταν πολύ δημιουργική για μένα. Γιατί, οκ, είπαμε ότι θα κλειστούμε σπίτι μας, θα ξεκουραστούμε ή θα δούμε την οικογένειά μας και όλα αυτά. Μία μέρα μιλούσα με μια φίλη στο τηλέφωνο και μου είπε: «Σε παρακαλώ, κάνε κανένα βιντεάκι από αυτά που κάνεις στο stand up comedy να περνάει λίγο η ώρα μας». Και της λέω: «Ναι, έχεις δίκιο. Γιατί όχι;». Και έτσι ξεκίνησε η σύζυγος Θανάση, που είναι ένας ρόλος που πάντα υπήρχε στο stand up comedy και είχε το δικό της κοινό. Και άρχισα να κάνω βιντεάκια με τη σύζυγο Θανάση. Είχε τεράστια απήχηση στο κοινό. Δεν το φανταζόμουνα ότι θα ήταν τόσο πολύ η απήχηση. Ήταν και για μένα πολύ απολαυστικό. Και κάθε εβδομάδα όλοι περιμέναν αυτό κι εγώ μαζί, και ετοιμαζόμουνα, και ετοιμαζόταν, και με παίρναν τηλέφωνο. Αυτό είναι το πιο ωραίο, που με παίρνουν και ακόμη. Αλλά εκείνες τις μέρες του covid, δηλαδή της καραντίνας, που παίρναν φίλοι τηλέφωνο και μου λέγανε: «Άκου λίγο τι έγινε για να το γράψεις». Ή και τώρα μου στέλνουν μηνύματα: «Σου στέλνω αυτό για να το γράψεις. Μου έτυχε εκείνο για να το γράψεις». Νομίζω ότι τόσο άμεση επικοινωνία με το κοινό δεν μπορείς να έχεις σε κάποιο άλλο είδος θεάτρου. Για μένα ήταν, λοιπόν, η περίοδος του covid τόσο δημιουργική που δεν με δυσκόλεψε καθόλου από αυτή την έννοια. Εκτός από τον φόβο για την υγεία δικών μου ανθρώπων, νομίζω ότι πέρασα πολύ ωραία γιατί δημιουργούσα όλα αυτά.

Σ.Μ.:

Θυμάσαι κάποια χαρακτηριστική ιστορία από αυτό το concept;

Θ.Σ.:

Της Θανάσαινας;

Σ.Μ.:

Ναι.

Θ.Σ.:

Ναι, βέβαια. Θυμάμαι, καταρχάς, τα ταξίδια που πήγαινε, έτσι ξεκίνησε άλλωστε. Αλλά θυμάμαι πάρα πολύ την κηδεία του Βασιλιά της Αγγλίας. Που πήγε με τον Θανάση και ο Θανάσης  έπεσε μέσα εκεί που είχανε τοποθετήσει τον Βασιλιά και έγινε χαμός. Περιέγραφε όλο αυτό που μας είχαν δείξει στην τηλεόραση, που μας δείχνανε μέρες στην τηλεόραση, πώς το βίωσε αυτή και ο Θανάσης. Όπως, επίσης, και το click away που ήταν κάτι πολύ περίεργο να ψωνίζουμε έξω από το μαγαζί. Που και αυτό ήτανε, νομίζω, μοναδική στιγμή στο stand up comedy.

Σ.Μ.:

Να σε γυρίσω λίγο πίσω και να μας εξηγήσεις πώς δημιουργήθηκε η σύζυγος Θανάση. Γιατί, είπες ότι προϋπήρχε από πριν.

Θ.Σ.:

Υπήρχε από το 2008. Κάποια στιγμή ψάχναμε διάφορα κείμενα και είδαμε μαζί με τον Γιώργο Κοντορίκο μία παράγραφο σε ένα κείμενο που μας άρεσε. Είπαμε, λοιπόν, «Πώς να αξιοποιήσουμε αυτή την παράγραφο;» και είπαμε: «Οκ, να είναι μία που να είναι πλούσια, αλλά να είναι [00:10:00]Κοζανίτισσα και να κάνει διάφορα;». «Ναι, ας το κάνουμε». Και καθόμασταν και λέγαμε: «Γράψε αυτό. Γράψε εκείνο. Πες αυτό. Πες εκείνο». Και σιγά σιγά σιγά σιγά, ωραία, το κείμενο έγινε. Και όταν έπρεπε να παίξω αυτή την περσόνα, κάπως δημιουργήθηκε μόνη της. Και πραγματικά γελάσαμε εμείς οι ίδιοι πάρα πολύ. Οπότε είπαμε ότι: «Αφού εμείς γελάμε τόσο πολύ, θα έχει και μεγάλη επιτυχία. Και όντως έτσι έγινε.

Σ.Μ.:

Γιατί όμως πλούσια;

Θ.Σ.:

Γιατί, καταρχάς, τόσο πολλά ταξίδια που έχει πάει αυτή, δεν μπορείς να τα πας αν δεν είσαι πλούσιος. Και, επίσης, όλα αυτά που κάνει, είναι μια πλούσια, αλλά δεν έχει μόρφωση. Είναι, νομίζω, η πραγματικότητα πολλών ανθρώπων αυτό. Ότι με τα λεφτά, χωρίς να έχουν μόρφωση, θεωρούν ότι είναι οι καλύτεροι όλων. Και ήταν ένας ρόλος που, νομίζω, αντικατοπτρίζει, πολύ κόσμο γύρω μας, πολλές περσόνες που βλέπουμε γύρω μας.

Σ.Μ.:

Το τελευταίο stand up comedy;

Θ.Σ.:

Το τελευταίο stand up comedy είχε να κάνει με την πολιτική κατάσταση της περιοχής. Φυσικά, ποτέ δεν λείπει το πολιτικό σχόλιο από τις παραστάσεις μας, πάντα υπάρχει. Και είναι το stand up comedy ευκαιρία να πεις αυτά που σκέφτεσαι και αυτά που θες να πεις στην καθημερινότητά σου και αυτά που ζεις μέσα από το χιούμορ, ώστε κανείς να μην παρεξηγηθεί. Εκεί, λοιπόν, σατιρίσαμε στο τελευταίο stand up comedy την πολιτική κατάσταση της περιοχής. Δηλαδή ο δήμος, τα ευτράπελα που συμβαίνουν καθημερινά, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κόσμος και όλα αυτά μέσα από έναν υποψήφιο δήμαρχο. Είχε τεράστια επιτυχία. Νομίζω ότι δεν το περιμέναμε ότι θα κάνουμε άλλες, δεν ξέρω κι εγώ, πόσες παραστάσεις έξτρα από αυτές που υπολογίζαμε, γιατί είχε πάρα πολλή απήχηση στο κοινό. Νομίζω ότι είπαμε αυτά που όλοι θέλαν να πουν και βιώνουν όλα αυτά τα χρόνια στην πόλη. Είχε τοπικό χαρακτήρα γιατί ήταν Απόκριες και ως γνωστόν οι Απόκριες στην Κοζάνη έχουν έναν πιο τοπικό χαρακτήρα. Ήταν και στο ιδίωμα κάποια πράγματα. Νομίζω ότι έβαλε ένα λιθαράκι στο να ακουστούν τα κακά κείμενα της περιοχής αβίαστα.

Σ.Μ.:

Εκτός από το stand up comedy μάς είπες ότι κάνεις και παραστάσεις για παιδιά, για το παιδικό θέατρο. Αυτό πώς το βιώνεις;

Θ.Σ.:

Αυτό προέκυψε από τότε που έγινα μαμά. Όταν, λοιπόν, απέκτησα τις κόρες μου, κάποια στιγμή τα είπαμε όλα τα παραμύθια, δεν είχαμε και να πούμε και τίποτα άλλο. Όμως επειδή τα παιδιά θέλουν συνέχεια παραμύθια, και ειδικά το βράδυ πριν κοιμηθούν, άρχισα να κατασκευάζω ιστορίες από το μυαλό μου. Κάποιες ιστορίες άρεσαν πολύ στα παιδιά μου και τις ζητούσαν ξανά και ξανά. Οπότε σκέφτηκα: «Ωραία, μήπως πρέπει να τα κάνω παραμύθια;». Ποτέ δεν είχα τον χρόνο να κάτσω να τα κάνω παραμύθια, εννοείται. Όμως όταν προέκυψε το «Θέατρο ΠΑΡΕΑ», η θεατρική ομάδα που δημιουργήσαμε πριν από ενάμισι με δύο περίπου χρόνια με τον Δημήτρη τον Συνδουκά, είπαμε: «Δεν ανεβάζουμε ένα θεατρικό έργο παιδικό;». Και σκέφτηκα κατευθείαν ότι: «Ας κάνω αυτά τα θεατρικά που είχα κάνει με τα παιδιά μου». Τελικ,ά συζητώντας, συζητώντας, στην αρχή έκανα κάτι πιο safe, μια διασκευή στο «Αηδόνι του Αυτοκράτορα», το κλασικό παραμύθι. Μετά, αφού έγινε αυτή η παράσταση και ήταν μετά τον covid και είχε πραγματικά πολύ μεγάλη επιτυχία, γιατί την είδαν και τα σχολεία και ήταν κάτι που μας άρεσε πάρα πολύ και άρεσε και στα παιδιά, αποφάσισα ότι πρέπει να γράψω μία επόμενη παράσταση. Έτσι, λοιπόν, έγραψα το: «Τι γεύση έχει ο Βασίλης;», που ανέβηκε πέρσι τα Χριστούγεννα, που ήταν μια παράσταση, είχε πολλά στοιχεία από τα παραμύθια που έλεγα στα παιδιά μου, τα χριστουγεννιάτικα. Και μετά, τον «Ξεχωριστό Βασιλιά», που πάλι είναι μια διασκευή ενός παραμυθιού. Έχω διάφορα μικρά παραμυθάκια που τα έχω γράψει για backup. Επομένως, νομίζω ότι θα δημιουργηθούν κι άλλες παραστάσεις θεατρικές για παιδιά. Το παιδικό θέατρο είναι κάτι που αν δεν ήμουνα μαμά, δεν θα είχα ασχοληθεί. Και μέσα από αυτό αντιλαμβάνομαι πώς καταλαβαίνουν τα παιδιά το τι συμβαίνει γύρω τους και πόσες αλήθειες πρέπει να παραδεχτείς κι εσύ ο ίδιος ως ενήλικας και πόση αλήθεια βγάζουν τα παιδιά μέσα από αυτό. Δηλαδή βλέπεις τις αντιδράσεις των παιδιών στις παραστάσεις κ[00:15:00]αι μερικές φορές σοκάρεσαι. Επομένως, είναι κάτι σχετικά καινούριο για μένα, αλλά νομίζω ότι θα συνεχιστεί. Το παιδικό θέατρο νομίζω ότι κάθε γονιός, όταν γίνεται γονιός, έχει έναν μικρό παραμυθά μέσα του, θέλοντας και μη. Και απλώς εγώ είχα την ευκαιρία να το κάνω πράξη. Και μέσα από αυτές τις παραστάσεις νομίζω ότι θέλω να καλύψω και μια ανάγκη όλων ημών των ενηλίκων πια, του να ξαναείμαστε παιδιά. Δηλαδή στις παραστάσεις μας πάντα βάζουμε πολύ εντυπωσιακά σκηνικά, πολύ εντυπωσιακά φώτα και μουσική και χορό. Γιατί θεωρώ ότι αυτό πρέπει να είναι το παιδικό θέατρο και να ονειρευτούμε ξανά όλα αυτά τα παραμύθια που είχαμε ζήσει και να δούμε πώς είναι η ζωή κι αλλιώς, όχι ως ενήλικες μόνο αλλά και ως παιδιά. Πάντα, νομίζω, το παιδί που έχουμε μέσα μας πρέπει να το βγάζουμε.

Σ.Μ.:

Πώς είναι οι πρόβες; Να κάνεις πρόβες για ένα παιδικό θέατρο;

Θ.Σ.:

Έχει πολύ γέλιο. Εκεί καταλαβαίνεις ότι γελάς με τα ίδια πράγματα που γελάνε τα παιδιά. Είναι πολύ δύσκολο γιατί πρέπει να είσαι ειλικρινής. Τα παιδιά πάντα αντιλαμβάνονται αν είσαι ειλικρινής απέναντί τους. Είναι πολύ διασκεδαστικές και ταυτόχρονα πολύ αγχωτικές. Έχουν πολύ χρώμα, πολύ χορό, αλλά είναι φουλ αγχωτικές.

Σ.Μ.:

Για να ξεκινήσει μία παράσταση τι χρειάζεται;

Θ.Σ.:

Καταρχάς, χρειάζεται να έχεις διάθεση. Δεύτερον, χρειάζεται να βρεις ανθρώπους που να έχουν και αυτοί την ίδια διάθεση να αφήσουν τις δουλειές τους. Γιατί εμείς είμαστε ερασιτέχνες ηθοποιοί, δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Είμαστε άνθρωποι που αγαπάμε πάρα πολύ το θέατρο και το υπηρετούμε με κάθε κόστος. Δεν πληρωνόμαστε από αυτό. Επομένως, πρέπει να αφήσουμε τις δουλειές μας, τις οικογένειές μας και να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Άρα πρέπει να βρεις ανθρώπους που να θέλουν, να έχουν στο μυαλό τους κι αυτοί την ίδια τρέλα που έχεις κι εσύ. Αφού βρεις αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να βρεις και αυτούς που έχουν κείμενο να σου δώσουν ή να βρεις ένα κείμενο που να σε αντιπροσωπεύει. Αφού βρεις και το κείμενο, εκεί έρχονται τα δύσκολα ύστερα. Γιατί πρέπει να κάνεις σχεδόν κάθε μέρα πρόβα για να μπορέσεις να φτάσεις στο επίπεδο που θες. Να κάνεις τα σκηνικά μόνος. Δηλαδή οι άνθρωποι της ομάδας θα κάνουν τα σκηνικά μόνοι τους, οι άνθρωποι της ομάδας θα γράψουν τα τραγούδια, θα γράψουν τις μουσικές. Δόξα τω Θεώ, έχουμε φίλους που ασχολούνται με όλα αυτά. Αλλά είναι μια συλλογική δουλειά που είναι πάρα πολύ δύσκολη. Δηλαδή ένα έργο που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στους επαγγελματίες είκοσι άνθρωποι, εδώ πρέπει να το κάνουν πέντε. Άρα το μεράκι μας κάνουμε και την αγάπη μας για αυτό που ασχολούμαστε, δίνουμε.

Σ.Μ.:

Είναι το θέατρο μια ψυχοθεραπεία;

Θ.Σ.:

Είναι μόνο, μάλλον όχι μόνο, η πιο μεγάλη ψυχοθεραπεία. Καταρχάς, γελάς, που σε άλλες φάσεις της ζωής σου δεν θα γελούσες τόσο πολύ. Εγώ επιλέγω να κάνω και κωμωδίες και στο παιδικό θέατρο. Δεν επιλέγω ποτέ να κάνω έργα που είναι θλιβερά, τέλος πάντων, ή τραγωδίες, ή οτιδήποτε. Εντάξει, τραγωδίες είναι και άλλο είδος. Αλλά είναι μεγάλη ψυχοθεραπεία γιατί αυτό το γελοίο δεν το βρίσκεις εύκολα στην καθημερινότητά σου.

Σ.Μ.:

Τώρα τι έρχεται;

Θ.Σ.:

Τώρα ξεκινάμε 9 και 10 Δεκέμβρη μια παιδική παράσταση, «Τα έλατα το έσκασαν». Αμέσως μετά ξεκινάμε ένα άλλο παιδικό έργο που θα το πάμε στα σχολεία. Και παράλληλα το stand up comedy που ποτέ δεν το αφήνουμε. Επομένως, δεν σταματάμε ποτέ. Πάντα υπάρχει μια παράσταση για να κάνουμε παράλληλα με τις ζωές μας. Νομίζω ότι αυτό μας κρατάει και σε εγρήγορση και σε διάθεση καλή.

Σ.Μ.:

Τι θα επέλεγες; Το παιδικό θέατρο ή το stand up comedy;

Θ.Σ.:

Νομίζω, θα επέλεγα το stand up comedy χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί είναι άλλο, πολύ διαφορετικό πράγμα. Είναι ένα είδος παράστασης που περνάω πραγματικά εγώ καλά χωρίς να αγχωθώ για τίποτα άλλο, για κανέναν άλλον. Εγώ είμαι υπεύθυνη του τι θα ανέβει στη σκηνή, εγώ παίρνω την ενέργεια του κοινού και τη διαχειρίζομαι μαζί τους. Περνάω τέλεια στο stand up comedy. Επομένως, δεν θα το άλλαζα με κανένα άλλο είδος, γιατί στο παιδικό θέατρο έχεις την ευθύνη άλλων ανθρώπων και έχει περισσότερη δουλειά, αλλά σε αυτό που περνάω πραγματικά καλά, είναι το stand up comedy.

Σ.Μ.:

Δώρα, ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Θ.Σ.:

Εγώ σας ευχαρ[00:20:00]ιστώ πολύ.