© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Εγώ πάντα, όταν θέλω κάτι στη ζωή μου, το επιδιώκω»: Η Άννα Βαγενά αφηγείται τη ζωή της

Istorima Code
25932
Story URL
Speaker
Άννα Βαγενά (Ά.Β.)
Interview Date
19/08/2023
Researcher
Ευγενία Τζήκα (Ε.Τ.)
Ε.Τ.:

[00:00:00]Καλησπέρα, πώς λέγεστε;

Ά.Β.:

Άννα Βαγενά.

Ε.Τ.:

Καλησπέρα, λέγομαι Τζήκα Ευγενία, είμαι Ερευνήτρια στο Istorima, βρισκόμαστε στο Μεταξοχώρι Λάρισας και είναι 20 Αυγούστου του 2023. Κυρία Βαγενά, πείτε μας λίγα λόγια για τη ζωή σας.

Ά.Β.:

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λάρισα. Γεννήθηκα στις 15 –η ταυτότητά μου γράφει 16, αλλά νομίζω 15 ότι γεννήθηκα– Ιουνίου του 1947. Γεννήθηκα στο σπίτι μου, τότε η οικογένειά μου έμενε στην οδό Βόλου, σε έναν κάθετο δρόμο της οδού Βόλου στην οδό Ισχομάχου, αριθμός 4. Συχνά τότε οι γυναίκες γεννάγαν στα σπίτια. Ο πατέρας μου που ήτανε μηχανικός, ήτανε... είχε καταγωγή από τη Ραψάνη Ολύμπου. Εργολάβος, έκανε δημόσια έργα, εργολαβίες, έλειπε εκείνη την ημέρα από το σπίτι. Η μητέρα μου ήταν απ’ την Άνδρο. Την γνώρισε όταν πήγε εκεί πριν από τον πόλεμο για να κάνει κάποιους δρόμους. Έκανε έναν βασικό δρόμο στην Άνδρο, από το Γαύριο που έβγαινε με το βαπόρι μέχρι τη χώρα μέσα στο λιμάνι. Έτσι γνώρισε τη μητέρα μου. Και ήρθανε στη Λάρισα, παντρευτήκανε και ήρθαν στη Λάρισα λίγο αφού κηρύχθηκε ο πόλεμος το ‘40. Έτσι γεννήθηκα εγώ το ‘47. Είχε προηγηθεί η γέννηση της αδερφής μου της Λίλιαν το ‘37, δέκα χρόνια μικρότερη μου – μεγαλύτερη μου. Τον πατέρα μου τον λέγανε Γιώργο και τη μητέρα μου Μαρία. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, ο μπαμπάς μου έλειπε και η μαμά μου έστειλε την αδερφή μου, που ήταν 10 χρονών, να φωνάξει τη μαμή, κι εκείνη, για να μην το ξεχάσει, σε όλο τον δρόμο πήγαινε κουτσώντας –τα παιδιά τότε τρέχαμε και πιο πολύ, πηγαίναμε τρεχαλητά και κουτσώντας, παρά περπατώντας, ήταν το παιχνίδι μας τα παλιά χρόνια τα παιδιά– και έλεγε: «Η μαμά μου θέλει μαμή, η μαμά μου θέλει μαμή». Ώσπου να γεννηθώ, ώσπου να ‘ρθει η μαμή, εγώ σχεδόν είχα γεννηθεί, ήμουνα βιαστική, άρα είχε εύκολη γέννα η μαμά μου. Η μαμά μου λέει ότι μόλις με είδε τρόμαξε, ότι ήμουνα πολύ άσχημο μωρό και η αδερφή μου ήταν πάρα πολύ όμορφο παιδάκι, και μόλις με είδε είπε: «Πω πω! Τι παιδί είναι αυτό που έκανα; Πώς να το παντρέψω;», γιατί οι καημένες οι γυναίκες τότε είχαν την αγωνία πώς θα παντρέψουν τα παιδιά, τα κορίτσια ιδίως, και όταν ήταν άσχημα... Μάλλον, όμως, δεν ξέρω, μάλλον έπεσε έξω, γιατί δεν εξελίχθηκα... δεν δυσκολεύτηκα να παντρευτώ! Λοιπόν, παιδί πέρασα τα παιδικά μου – όλα μου τα χρόνια, και τα παιδικά και τα εφηβικά, στη Λάρισα. Στο σπίτι αυτό μείναμε μέχρι το ’54, όπου έγινε ο σεισμός ο μεγάλος στη Λάρισα και γκρεμίστηκε το σπίτι. Φύγαμε, πήγαμε σε ένα άλλο, και το ‘56 πήγαμε σε ένα δικό μας σπίτι που είχε ξεκινήσει να χτίζει ο μπαμπάς μου στην οδό, τότε ήταν Σβαρτς, τώρα είναι οδός Ερυθρού Σταυρού, απέναντι από το Πολιτικό Νοσοκομείο. Και σ’ αυτό το σπίτι, μετά από δύο χρόνια που πήγαμε, ’56, το ’50, σχεδόν αφού πήγαμε – λίγους μήνες, όχι δύο χρόνια, λίγους μήνες, πέθανε ο πατέρας μου το 1956. Έτσι, έμεινα ορφανή πάρα πολύ μικρή, ήμουνα 9 χρονών και τα χρόνια εκείνα ήταν αρκετά δύσκολα, και οικονομικά, γιατί η μητέρα μου ήταν πολύ νέα, πολύ νεότερη από τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου πέθανε 62 χρονών, η μητέρα μου ήταν 42 χρονών, τότε είχανε είκοσι χρόνια διαφορά. Δεν είχε... δεν ήταν μορφωμένη. Ήταν η γυναίκα που έχει τελειώσει μόνο το –«μορφωμένη», τώρα, αυτό είναι σχετικό πράγμα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, με την κοινή έννοια της λέξης δεν ήτανε–, είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό, όμως ήτανε μια γυναίκα... Το αντίθετο ο μπαμπάς μου, ήτανε πιο μορφωμένος, πιο καλλιεργημένος, διάβαζε ποίηση, οι εικόνες, οι μνήμες που έχω από τον πατέρα μου είναι πολύ μικρή να με παίρνει στα γόνατά του και να μου διαβάζει ποιήματα, Σικελιανό, Παλαμά, να διαβάζω εφημερίδα, είχα μάθει να διαβάζω πριν πάω στο σχολείο διαβάζοντας εφημερίδα. Ο πατέρας μου ήταν Δεξιός και η εφημερίδα που διάβαζε ήταν η Καθημερινή, και η μαμά μου [00:05:00]δυσανασχετούσε, γιατί η Καθημερινή δεν είχε φωτογραφίες, δεν είχε τίποτα, ήταν μια πολύ αυστηρή και σοβαρή εφημερίδα, όπως είναι και σήμερα σοβαρή εφημερίδα η Καθημερινή. Λοιπόν, όταν πέθανε, λοιπόν, ο πατέρας μου, η μάνα μου αγωνίστηκε πολύ για να μας μεγαλώσει, να μεγαλώσει εμένα που ήμουνα πολύ μικρή. Η αδερφή μου, βέβαια, κι εκείνη 18 χρονών-19 χρονών ήτανε. Τότε μέναμε σε ένα... Το σπίτι δεν πρόλαβε ο μπαμπάς μου να το προχωρήσει, να το τελειώσει, και ήταν ένα... το κάτω μέρος ενός σπιτιού, ένα ημιυπόγειο σπίτι στην οδό Ερυθρού Σταυρού, στο οποίο αναγκάστηκε να νοικιάζει κάποια δωμάτια. Τότε, οι άνθρωποι δεν είχαν... Οι φοιτητές – οι φοιτητές όχι, δεν υπήρχαν τότε στη Λάρισα σπουδαστές, οι υπάλληλοι, δημόσιοι υπάλληλοι που ερχόταν κτλ. νοικιάζανε σε σπίτια δωμάτια για να μείνουνε. Έτσι, λοιπόν, νοίκιαζε δωμάτια για να μπορεί να έχει κάποια χρήματα για να με μεγαλώσει εμένα και να στηρίξει την αδερφή μου. Τα παιδικά μου χρόνια, λοιπόν, από άποψη οικονομική ήτανε δύσκολα και ήταν, όμως, από την άλλη άποψη, παιδικά χρόνια σε μια Λάρισα που ήτανε τότε... έξω απ’ το σπίτι μας ήταν χωματόδρομος. Περνάγανε, πέρναγε η καταβρεχτήρα του Δήμου και κάθε απόγευμα το καλοκαίρι και κατάβρεχε για να μη σηκώνεται σκόνη. Οι γυναίκες βγαίνανε επίσης με τα λάστιχα και καταβρέχανε και καθόταν, βγάζαν –τη γνωστή εικόνα– τα σκαμνάκια τους έξω από τις πόρτες και καθόταν τα βράδια. Κυριαρχούσε η μυρωδιά απ’ την τηγανητή μελιτζάνα, τον τηγανητό κεφτέ. Τα καλοκαίρια παιχνίδι ατελείωτο, παιχνίδι... Δηλαδή, να χορταίνει η ψυχή σου παιχνίδι. Πήγα στο 6ο, στην πρώτη τάξη την πήγα στο 5ο Δημοτικό Σχολείο, γιατί εκεί ήταν το σπίτι μου, ας πούμε, μετά γκρεμίστηκε απ’ τον σεισμό και μετά πήγα στο 6ο Δημοτικό Σχολείο. Ήμουνα πολύ ζωηρό παιδί, ήμουνα αυτό που λέμε «αρχηγός» στη γειτονιά στο παιχνίδι. Στη συνέχεια, βέβαια, πήγα στο Γυμνάσιο στη Λάρισα, 16 χρονών – 14, 16 χρονών ερωτεύτηκα – μάλλον 14 θα ήμουνα, λίγο πριν, ένα παιδί. Ήταν τότε στη Λάρισα, κάθε Σεπτέμβρη γινόταν το παζάρι –και τώρα γίνεται– ήταν στο Αλκαζάρ τότε, και είχα... Πηγαίναμε τότε, η χαρά μας να πάμε στο παζάρι! Τρελοκομείο, με τα πόδια τρέχοντας από τη γειτονιά εκεί τη δικιά μας, εκεί στην Ερυθρού Σταυρού, στο Πολιτικό Νοσοκομείο, που λέμε. Και ήμουνα σε ένα σημείο εκεί στο παζάρι, σε ένα, τι ακριβώς ήταν, ένα από αυτά που πετάνε, λοταρία; Δεν θυμάμαι. Και κοίταξα απέναντι και είδα ένα παιδί, ένα παλικάρι. Τον κοίταξα, με κοίταξε, και τον ερωτεύτηκα. Έτσι είναι ο έρωτας. Αυτός ο έρωτας ήτανε σε ηλικία 14 χρονών τον ερωτεύτηκα. Αυτός ήταν ο Βασίλης ο Ζουνελής, ένα παιδί από τη Λάρισα. Αυτός ήταν μεγαλύτερός μου κάποια χρόνια και είχε ήδη μπει τότε στο Πολυτεχνείο στην Αθήνα. Μετά, άρχισε όλη αυτή η ιστορία που έμαθα ποιος είναι, πότε θα ‘ρθει στη Λάρισα τις γιορτές, το καλοκαίρι, τα γνωστά αυτά, όπου επί δύο χρόνια υπήρχε αυτή η κατάσταση, αυτό το φλερτ. Και όταν έγινα 16 χρονών, τότε μας γνωρίσαν, μας συστήσανε και ξεκίνησε αυτή η πλατωνική σχέση, αλλά ξεκίνησε τότε. Παράλληλα–

Ε.Τ.:

Ήταν αμοιβαίο, δηλαδή, ε;

Ά.Β.:

Ε; Ναι. Παράλληλα, όμως... Αλλά επί δύο χρόνια υπήρχε αυτή η αμηχανία – σκέψου πώς ήταν τότε σχέσεις και το φλερτ. Παράλληλα, όμως, μπήκα, στην ίδια εποχή αυτή, συνέβαινε στη Λάρισα – συνέβαινε στην Ελλάδα, το ’62, δηλαδή, ’61-’62, το κίνημα, το μαθητικό κίνημα «Προίκα στην παιδεία και όχι στη Σοφία». Ήταν τα πρώτα, τα πρώτα κινήματα που γίναν, μαθητικά κινήματα πολιτικά, στα σχολεία. Εγώ ήμουνα στο Γυμνάσιο, πρώτες τάξεις Γυμνασίου. Τότε είχαμε πριγκίπισσα τη Σοφία, την κόρη της Φρειδερίκης και την είχαν παντρέψει με τον Δον Χουάν στην Ισπανία, αυτή που έγινε βασίλισσα της Ισπανίας, και της δώσαν μια τεράστια προίκα με τα λεφτά του ελληνικού λαού, γιατί δεν τα φέραν αυτά τα λεφτά οι βασιλιάδες ποτέ στην Ελλάδα μαζί τους. Λοιπόν, δηλαδή εμείς, λοιπόν, πηγαίναμε σε κάθε σχολείο, που ήμασταν εκατό παιδιά μέσα στην τάξη στο δημόσιο σχολείο, με έναν λαμπτήρα, ένα φως γιατί πηγαίναμε, συστεγαζόμασταν τα τρία γυμνάσια της Λάρισας σε ένα κτίριο, στα «παλιά γυμνάσια» που λέμε, στα «παλιά σχολεία», εκεί στην Ηπείρου, και ήταν κάτ[00:10:00]ι τεράστιες αίθουσες. Εμείς κάναμε απόγευμα μάθημα, γιατί πού να χωρέσουν τρία σχολεία σε ένα κτίριο; Και τύχαινε πολλές φορές να είναι βράδυ, ιδίως τον χειμώνα, και είχε τέσσερις λαμπτήρες. Τη θυμάμαι πάρα πολύ καλά την τάξη μας. Είχε τέσσερις λαμπτήρες κρεμασμένους γυμνούς απ’ το ταβάνι, εκ των οποίων λειτουργούσε... μόνο ένας άναβε. Ήμασταν σαν το κρυφό σχολειό! Με τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, πήγαμε σχολείο, την ίδια εποχή που προικίσαν την πριγκίπισσα Σοφία με μια τεράστια προίκα. Και τότε, ξεκίνησε το μαθητικό κίνημα «Προίκα στην παιδεία και όχι στη Σοφία». Εγώ εντάχθηκα σε αυτό το κίνημα, στη συνέχεια στη «Νεολαία Λαμπράκη», παρόλο που, όπως σου είπα, προερχόμουν από Δεξιά οικογένεια. Πάντα, όμως, από τόσο μικρή πήγα, θεώρησα, θέλησα να πάω από την πλευρά της Ιστορίας, που εγώ θεωρούσα ότι είναι η δίκαιη, εκεί που υπάρχει το δίκαιο για τους πολλούς και όχι για τους λίγους. Κι έτσι, εκεί ήταν η πρώτη μου συνειδητοποίηση πολιτική μέσα από τα πρώτα σκιρτήματα του μαθητικού κινήματος. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια εποχή, το ’62, που ακόμα ο Εμφύλιος ήταν πάρα πολύ νωπός. Υπήρχαν ακόμα πολιτικοί κρατούμενοι το ‘62, το ‘63 είχαν βγει οι τελευταίοι πολιτικοί κρατούμενοι. Μιλάμε, λοιπόν, γιατί αυτά τα πράγματα σήμερα μπορεί να φαίνονται εύκολα, αλλά τότε δεν ήτανε, γιατί η τρομοκρατία ήταν τεράστια. Όταν, λοιπόν, οργανώθηκα στη «Νεολαία Λαμπράκη», γιατί κι ο Βασίλης ήτανε εκεί, αυτός με έβαλε στα πρώτα βήματα αυτής της ιστορίας, είχα και μια φίλη μαζί, την Ελισάβετ τη Μπρουζιώτου, που και αυτή ήτανε... αυτή ήταν, όμως, από Αριστερή οικογένεια, η μητέρα της ήταν αντάρτισσα και την [Δ.Α.] Ραψάνη. Έγινε μια ιστορία που θέλανε να διώξουνε τους Λαμπράκηδες απ’ τα σχολεία, ψηφίστηκε ένας νόμος να διωχθούν οι Λαμπράκηδες απ’ τα σχολεία. Και αυτό ξεκίνησε εξαιτίας, θα έλεγα, έτσι, εμένα και της Ελισάβετ, και μάλλον ξεκίνησε η Ελισάβετ, γιατί η Ελισάβετ είχε φλερτ, όπως είχα εγώ με τον Βασιλάκη, αυτή είχε ένα άλλο παιδί, τον Γιάννη, που έγινε και μετά άντρας της και ακόμα είναι μαζί παντρεμένοι, ο οποίος ήταν τότε, υπηρετούσε στη Λάρισα. Υπήρχε πάρα πολύς στρατός και υπηρετούσε και ήτανε αξιωματικός στην αεροπορία; Δεν θυμάμαι, στην αεροπορία. Και είπαν: «Λαμπράκισσες εισχωρούν στο στράτευμα»! Για να κάνουν δολιοφθορά, διότι αυτή τα είχε φτιάξει με έναν... Και εξαιτίας από μας, έγινε αυτός ο νόμος, ο 1010, νομίζω, ήτανε, ο οποίος είπε να αποβληθούν όλοι οι Λαμπράκηδες από τα σχολεία. Εμείς είχαμε έναν καθηγητή, έναν Γυμνασιάρχη, τον Μιζάρη, ο οποίος ήταν μαθηματικός, εξαιρετικός μαθηματικός και εξαιρετικός άνθρωπος, ο οποίος φαίνεται ότι ο άνθρωπος δημοκρατικός, δεν ξέρω πόσο ήταν αριστερός, αλλά δημοκρατικός ήταν σίγουρα. Ενώ, λοιπόν, αποβάλαν τα παιδιά από όλα τα γυμνάσια της Λάρισας, εμάς αυτός δεν μας απέβαλε και μας φώναξε στο γραφείο μια μέρα και μας είπε ότι: «Δεν θα σας αποβάλω, θέλω, όμως, να μην είστε προκλητικές, να μην...». Τι προκλητικές να ήμασταν, εμείς, τώρα, πηγαίναμε σε καμιά συγκέντρωση, τώρα, παιδικά πράγματα, έφηβοι ήμασταν. «Δεν θα σας αποβάλω, αλλά θα πείτε ότι σας απείλησα, όταν βγείτε έξω» κτλ. «σε όλους τους αυτούς και θα είστε πάντα προσεκτικές». Κι έτσι γλιτώσαμε την αποβολή! Όμως, η μάνα μου η καημένη κόντεψε να πεθάνει – κόντευε να πεθάνει, γιατί, καταλαβαίνετε τώρα, ήτανε όλα αυτά που περιέγραψα, με τις δυσκολίες που ζούσαμε και ξαφνικά βρέθηκε να αντιμετωπίζει αυτό το θέμα. Λοιπόν, τα εφηβικά μου χρόνια. Σε ηλικία, λοιπόν, 16 χρονών-17, όταν έγινε η πρώτη πορεία ειρήνης, ο Λαμπράκης σκοτώθηκε – τον σκότωσαν, τον δολοφόνησαν, το ’63, νομίζω; Το ’64, λοιπόν, έφυγα από τη Λάρισα κρυφά απ’ το σπίτι τρεις μέρες και πήγα στην Αθήνα να λάβω μέρος στην πορεία της ειρήνης. Καταλάβατε τι ήσυχο παιδί ήμουνα και τι τράβηξε η μάνα μου! Πήδησα απ’ το παράθυρο, ευτυχώς το σπίτι –το σπίτι που σας είπα– ήταν ένα ημιυπόγειο και ήταν εύκολο, δεν ήταν δύσκολο να πηδήξω, πήδηξα απ’ το παράθυρο, έφυγα, ήρθα με το πούλμαν της Νεολαίας στην Αθήνα και γύρισα μετά από τρεις μέρες. Και η μάνα μου, με το που μπήκα μέσα και με είδε, λιποθύμησε, έπεσε ξερή! Τι να κάνει η γυναίκα;! Λοιπόν, αυτό το παιδί ήμουνα.

Ά.Β.:

Είχα αποφασίσει ότι θέλω να γίνω ηθοποιός από πολύ μικρή, όταν απάγγειλα ένα ποίημα στη σχολική γιορτή στο Δημοτικό και κατάλαβα ότι αυτό το πράγμα θέλω πάρα πολύ να το κάνω. Κι έτσι, λοιπόν, τελείωσα το Λύκειο[00:15:00] στη Λάρισα. Τότε, χωρίστηκαν, έγιναν στη δικιά μας χρονιά, εγώ που αποφοίτησα από το Λύκειο το ’65, ήτανε η πρώτη χρονιά που έγινε ακαδημαϊκό απολυτήριο. Δώσαμε... δεν δώσαμε εξετάσεις, δώσαμε, μέχρι τότε δίναν στα πανεπιστήμια τα παιδιά, σε κάθε πανεπιστήμιο που ήθελαν να πάνε. Εμείς δώσαμε συνολικά αυτό το ακαδημαϊκό απολυτήριο. Δώσαμε στον Βόλο εξετάσεις. Όρος της μάνας μου ήτανε να μην –πώς το λένε;–, δεν την πείραζε να γίνω ηθοποιός, αλλά η αγωνία της ήταν για το βιοποριστικό, πώς θα ζήσω με μια δουλειά που είναι... Και αυτό, επειδή ήμουνα και πολύ καλή μαθήτρια και μπήκα στη Νομική εύκολα και παράλληλα πήγα στον πρώτο χρόνο στο Θέατρο Τέχνης και μετά στο Εθνικό Θέατρο. Μας βρήκε, όμως, η Δικτατορία το ‘67. Ήμουν 20 χρονών όταν έγινε η Δικτατορία. Ήρθαν να με συλλάβουνε, κρύφτηκα ένα διάστημα. Κι έτσι αναγκάστηκα να παρατήσω τη Νομική και να συνεχίσω μόνο το θέατρο, γιατί στη Νομική ήταν δύσκολα τα πράγματα για ένα παιδί το οποίο ήτανε ανακατεμένο, ήτανε στην Αριστερά και με μια δράση – «δράση», τέλος πάντων, με αυτό που είχα πίσω μου. Τέλειωσα τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το ‘69. Αμέσως έπαιξα με τον θίασο της Αντιγόνης Βαλάκου στην Τάνια του Αρμπούζωφ και έκανα και ταινία αμέσως, το ίδιο καλοκαίρι, με τον Κούρκουλο στη Φίνος Φιλμ, το Ορατότις μηδέν. Δηλαδή, είχα ένα ξεκίνημα αμέσως. Επόμενος σταθμός, θα έλεγε κανείς, είναι η γνωριμία μου με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, το ‘72, τότε που έκανα και το Προξενιό της Άννας του Παντελή Βούλγαρη. Στα τελευταία γυρίσματα του «Προξενιού, γνωρίστηκα με τον Λουκιανό, προκάλεσα τη γνωριμία. Εκείνη την εποχή... Προκάλεσα εγώ τη γνωριμία. Εγώ πάντα στη ζωή μου, όταν θέλω κάτι, το επιδιώκω, το επιδιώκω με πάθος και με όλες μου τις δυνάμεις και πάντα έντιμα, καθαρά, όμως, ανοιχτά, ποτέ δεν έχω κάνει στη ζωή μου δεύτερα πράγματα και πισώπλατα, πάντα έκανα καθαρά και ανοιχτά πράγματα. Είμαι περήφανη γι’ αυτό. Λοιπόν, τότε είχα φιλοξενήσει σπίτι μου τον Γιώργο τον Λιάνη, είχα τύχη να έχω ένα λίγο πιο μεγάλο σπίτι στην Αθήνα, και ο Λιάνης έφερε μαζί του, ο Γιώργος, τους δίσκους του, κοίταζα εγώ τους δίσκους –τότε ήταν τα LP, έτσι, μεγάλοι δίσκοι– και βλέπω σε ένα δίσκο το: Η πόλη μας, στο οπισθόφυλλο τη φωτογραφία του συνθέτη: «Λουκιανός Κηλαηδόνης», ένα πάρα πολύ όμορφο αγόρι! Ακούω και τον δίσκο, λέω: «Αμάν! Αυτός εδώ», λέω, «είναι και έξυπνος και τρυφερός και ευαίσθητος και πολύ όμορφος. Εγώ αυτόν πρέπει να τον γνωρίσω!». Λοιπόν, ήμουνα 27 χρονών; Πόσο ήμουνα το ‘72;

Ε.Τ.:

Το ‘72 τον γνωρίσατε; Άρα, ήσασταν 25.

Ά.Β.:

Ναι, 25 χρονών. Ήμουνα 25 χρονών, που λες, λέει ο Λιάνης: «Τον ξέρω». «Τον ξέρεις;», λέω. «Ναι», λέει, «έχω και το τηλέφωνό του». «Έχεις το τηλέφωνό του; Δώσ’ το μου!». Το τηλέφωνο ήταν σταθερό, 210-6713513, το θυμάμαι ακόμα, Ψυχικό, 6713513.

Ε.Τ.:

Πόσες κλήσεις πρέπει να γίναν σ’ αυτό το τηλέφωνο!

Ά.Β.:

Παίρνω το τηλέφωνο, λέω: «Ο κύριος Κηλαηδόνης;». «Μάλιστα». Λέω εγώ: «Λέγομαι Άννα Βαγενά, είμαι ηθοποιός», λέω, «θέλω να σας συναντήσω». Ε, ο Λουκιανός νόμιζε για καμιά δουλειά, και αυτός τότε είχε κάνει τη μουσική απ’ την Πόλη μας, τη θεατρική, που ήταν και ο πρώτος του δίσκος, φαντάστηκε ότι για καμιά δουλειά θα είναι. «Πού μένετε;». «Πλατεία Προσκόπων», εκεί που είναι ο «Μαγεμένος Αυλός» στο Παγκράτι, στις αρχές του Παγκρατίου, Κτησίου 3 ήταν το σπίτι. Λέει: «Την τάδε μέρα», 22 του Ιουλίου ήταν αυτά, συνέβαιναν – 22 Ιουλίου; Όχι, την επομένη μάλλον θα ήταν 22 Ιουλίου, «Α, θα ‘ρθω το μεσημέρι, 16:00-17:00», ξέρω γω, «στο σπίτι για έναν καφέ». Χτυπάει το κουδούνι, ανοίγω την πόρτα, τον κοιτάω, με κοιτάει και αυτός, και αυτός! Αυτός κι αν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας! Ο Λουκιανός είπε: «Ωχ, εδώ δεν γλιτώνουμε εύκολα!», κι εγώ είπα: «Αμάν!», δεν ξέρω τι είπα, πάντως ήταν κεραυνοβόλος έρωτας. Μπήκε μέσα, κάθισε εκεί στο σαλονάκι. Εντωμεταξύ, είχα μια φίλη, πολύ φίλη μου, από το Πανεπιστήμιο που ήμασταν μαζί, την Τζόρτζια την Αργυροπούλου, η οποία έγινε και η γυναίκα του Μανώλη Γλέζου στη συνέχεια, η γυναίκα του,[00:20:00] ας πούμε, μέχρι που πέθανε ο Μανώλης. Η Τζόρτζια ήταν φίλη μου, κολλητή μου κτλ., λέω: «Τζόρτζια, θα κάνεις έναν καφέ; Ευχαρίστως». «Μπα», λέει, ο Λουκιανός, «έχει και υπηρετικό προσωπικό; Ποια είναι αυτή;!», σου λέει, «Τι είναι αυτή εδώ; Μεγάλη πρωταγωνίστρια θα είναι!». Λοιπόν, φέρνει η Τζόρτζια τον καφέ, ήπιε ο Λουκιανός τον καφέ. Εντωμεταξύ, ήταν τέτοια η αμηχανία, δεν του είπα τίποτα, δεν, κάθισε κάνα τέταρτο, δεν είχα κάτι να του πω. Καθίσαμε σιωπηλοί, λέει: «Τώρα εγώ να φύγω», λέω: «Μάλιστα», λέω κι εγώ, «Γεια σας». «Γεια σας».

Ε.Τ.:

Τον καφέ τον ήπιε τουλάχιστον;

Ά.Β.:

Τον ήπιε τον καφέ. «Να φύγω», λέει, φεύγει, «Γεια σας», «Γεια σας». Τι συνάντηση ήταν αυτή;! Το μοιραίο είχε συμβεί. Εντωμεταξύ, βέβαια, δεν έφυγε, πήγε κάτω στην πλατειούλα, μια πλατειούλα κάτω από το σπίτι, πήγε εκεί και κάθισε στο παγκάκι, περίμενε να δει τι κίνηση θα γίνει, ας πούμε. Ε, μετά από λίγο, κατέβηκα με την Τζόρτζια –δεν με χωρούσε ο τόπος– να πάμε μια βόλτα. Και θυμάμαι, μάλιστα, που πήγαμε, πήγαμε στο Θησείο από κει, από την πλατεία Προσκόπων, αυτό ήταν πάνω στο άγαλμα του Τρούμαν, εκεί κοντά, δηλαδή με τα πόδια πήγαινες. Τότε ήμασταν παιδιά, πηγαίναμε, πήγαμε στο Θησείο και αυτός περίμενε μέχρι να δει αν θα γυρίσω μόνη μου ή με κάποιο αγόρι. Εγώ γύρισα μετά απ’ τη βόλτα μόνη μου, ανέβηκα «Α!», σιγουρεύτηκε, σου λέει: «Εδώ δεν υπάρχει αγόρι». Περνάνε κάνα δύο μέρες, εμένα με έτρωγε, «Τι να κάνουμε, Γιώργο;», ο Γιώργος ο Λιάνης. Λέει: «Θα κάνουμε», λέει, «ένα πάρτι, έτσι, μια συγκέντρωση και θα τον καλέσω εγώ να ‘ρθει στη συγκέντρωση». Κάνουμε, λοιπόν, μετά από κάνα δυο μέρες, κάνουμε αυτό το πάρτι, καλέσαμε και κάτι άλλους, οι άλλοι σε μορφή κομπάρσου ήρθαν οι άνθρωποι, δεν. Θυμάμαι και τι είχα μαγειρέψει, είχα βάλει κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες – όχι στον φούρνο, είχα μια –τι θυμάται ο άνθρωπος! Κάτι λεπτομέρειες–, ένα, μια γάστρα, έτσι, τα φουρνάκια που είναι γάστρες. Θυμάμαι που είχα μαγειρέψει το κοτόπουλο! Ήρθανε εκεί και κάτι άλλοι άνθρωποι, ούτε που θυμάμαι, ήρθε και ο Λουκιανός. Και δεν έφυγε, φύγαν, φύγαν, φύγαν όλοι και δεν έφυγε. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα, δεν είπαμε τίποτα!

Ε.Τ.:

Όλο το βράδυ;

Ά.Β.:

Όχι, δεν είπαμε τίποτα, και έφυγαν οι άλλοι και έμεινε. Δεν είπαμε τίποτα, είχε γίνει το πράγμα, το ξέραμε και οι δύο. Οπότε: «Πάμε», λέει, «μια βόλτα;» – δεν θυμάμαι πώς το είπε. «Πάμε». Πήραμε ταξί, βέβαια, αυτοκίνητο δεν είχαμε, και με πήγε στου Τσιτσάνη και Παπαϊωάννου στις Τζιτζιφιές. Ήταν η πρώτη μας έξοδος. Μετά από κει, με πήρε πάλι, πήγαμε πάλι με ταξί στο Ψυχικό όπου έμενε ο Λουκιανός, στο σπίτι απέναντι από κει που έμενε ήταν το σπίτι του θείου του που είχε και πιάνο. Μου λέει: «Έλα να σου παίξω ένα τραγούδι, γράφω κάτι τραγούδια τώρα, και να σ’ το χαρίσω». Και μου έπαιξε το «Σπίτι μου με τα άσπρα σου γιασεμιά», λέει: «Αυτό σ’ το χαρίζω». Και πήγε, ύστερα, απέναντι, στο δικό του σπίτι και μου έφερε μια καρδούλα από τιρκουάζ – από ακουαμαρίνα, όχι τιρκουάζ, ακουαμαρίνα, είναι μια μπλε πετρούλα. Και μου είπε: «Την περασμένη Κυριακή, είχα πάει με τον Μάνο τον Ελευθερίου» – τώρα σας μιλάω όλο για πρόσωπα...

Ε.Τ.:

Είναι γνωστά.

Ά.Β.:

...αυτοί ήταν ο περίγυρός μας, τι να κάνουμε; Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Ελευθερίου. Λέει: «Πήγα με τον Μάνο», λέει, «στο Μοναστηράκι και είδα αυτήν την καρδούλα στο γιουσουρούμ και είπα: “Αυτή θα την πάρω και θα τη χαρίσω, θα τη δώσω στο κορίτσι μου, αυτό που θα είναι το κορίτσι μου”, και στη δίνω», λέει, «πάρ’ τη»! Μου την πέρασε στον λαιμό. Τώρα δεν τη φοράω, έχω χρόνια που την έχω βγάλει, γιατί φοβάμαι να μην τη χάσω. Την έχω στα πολύτιμα. Τη φορούσα όλα τα χρόνια, αλλά μετά με πήρε μια αγωνία μήπως τη χάσω και δεν την... την έβγαλα και την έχω στα πολύτιμα. Γυρίσαμε, λοιπόν, στο σπίτι μετά το αυτό, κοιμηθήκαμε μαζί αλλά δεν κάναμε έρωτα. Αυτό έγινε, κράτησε καμιά δεκαριά μέρες. Ήταν τόσο μεγάλη η συγκίνηση που είχαμε. Και έτσι ξεκίνησε αυτός ο μεγάλος έρωτας που κράτησε σαράντα τέσσερα χρόνια με όλα τα σκαμπανεβάσματά του.

Ά.Β.:

Ενώ, λοιπόν, ήμουνα σ’ αυτό το φουλ το ερωτικό, το ’75, το καλοκαίρι, είχαμε πάει μια περιοδεία με την Ασπασία Παπαθανασίου, η οποία έπαιζε την Ηλέκτρα και είχε έναν θίασο, «Οι δεσμοί» λεγόταν, και παίξαμε τραγωδία σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και σε μικρά μέρη. Εγώ από μικρή, απ’ το σχολείο στη Λάρισα, επειδή ήξερα ότι θα γίνω ηθοποιός – «ήξερα», ονειρευόμουν ότι θα γίνω ηθοποιός, είχα γράψει μια κάρτα, γράφαμε όλα τα κορίτσια, όλα τα παιδιά, επαγγελματική κάρτα, τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε. Είχα γράψει [00:25:00]εγώ: «Άννα Βαγενά» –την έχω ακόμα– «ηθοποιός Λαϊκού Θεσσαλικού Θεάτρου», 17 χρονών αυτό. Λοιπόν, αυτό το είχα στο μυαλό μου από τότε. Το είδα, λοιπόν, να γίνεται και στην πράξη με την Ασπασία και είπα: «Τελείωσε, θα γυρίσω στη Λάρισα και θα κάνουμε... θα ξεκινήσω, θα φτιάξω ένα θέατρο για τον τόπο μου», πώς, τι κτλ., «Θα το κάνω». Όπως είπα: «Θα γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο», «Θα κάνω αυτό το θέατρο»! Έρχομαι... Α, εντωμεταξύ, είχα πολύ φίλο τον Κώστα τον Τσιάνο, ο οποίος με είχε βοηθήσει και να μπω στη Σχολή, δηλαδή μου έκανε ένα είδος φροντιστηρίου, διάλεξε το κείμενο που θα ‘λεγα, του λέω: «Κώστα, το και το. Πάμε», λέω, «στη Λάρισα να ξεκινήσουμε την ιστορία;». Και ο Ζιάκας, επίσης, που είναι Λαρισαίος. Εμείς οι τρεις ήμασταν, ξεκινήσαμε. Λέει: «Πώς θα ζούμε;». «Πώς θα ζούμε; Με τα εισιτήρια, ρε παιδί μου, που θα βγάζουμε». Εντωμεταξύ, δεν είχε χρήματα, ούτε ο Κώστας είχε χρήματα στην οικογένειά του ούτε εγώ είχα χρήματα. Όλο αυτό ήταν ένα πράγμα τελείως... Ήρθα εγώ πρώτα στη Λάρισα, ξεκίνησα, πήγα πρώτα στον Δήμαρχο, ήταν ο Μπλάνας τότε Δήμαρχος, να εξασφαλίσουμε την αίθουσα του Ωδείου. Μετά, μίλησα στον Σπύρο τον Κολοκοτρώνη, στον Δημήτρη τον Σαμσαρέλο –αυτοί είναι αδελφικοί μου φίλοι– και σ’ άλλα παιδιά, αλλά οι πρώτοι ήταν αυτοί, ας πούμε: ο Δημήτρης, ο Σπύρος, η Ειρήνη η Κατσίγρα και η αδερφή μου η Λίλιαν Γκουρμπαλή, ο γαμπρός μου, Θάνος Γκουρμπαλής, αυτοί φτιάξαμε έναν πυρήνα και μοιράζαμε, πουλούσαμε, κάναμε εγγραφές στον Σύλλογο, ιδρύσαμε έναν Σύλλογο, «Θεσσαλική Πνευματική Πορεία», και ένα χιλιάρικο ήταν η εγγραφή. Σε αυτόν τον Σύλλογο, λόγω Λουκιανού και γνωριμιών στην Αθήνα, γράψαμε τον Νίκο τον Γκάτσο, που ήταν κι αυτός στην παρέα του Λουκιανού και κατ’ επέκταση στη δική μου, τον Μάνο τον Χατζιδάκι –τι να λέει κανείς!–, τον Νεγρεπόντη και πάρα πολλούς. Αυτά είναι ιδρυτικά μέλη του Θεσσαλικού, της «Θεσσαλικής Πνευματικής Πορείας». Τέλος πάντων, με τα αυτά πρώτα χιλιάρικα ξεκινήσαμε, ανεβάσαμε πρώτο έργο την Αυλή των θαυμάτων, ο Διαγόρας Χρονόπουλος σκηνοθέτης, κι έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία, η ηρωική ιστορία. Πραγματικά, κι εγώ δεν το πιστεύω τώρα αυτό το πράγμα πώς έγινε! Είναι τα νιάτα, είναι η ορμή, είναι το πάθος, είναι δουλειά, απίστευτα σκληρή, από τις 07:00-08:00 το πρωί να φεύγουμε, να στήνουμε μόνοι μας τα σκηνικά, να κάνουμε διαφήμιση, να κάνουμε τις παραστάσεις, να γυρίζουμε. Και έγινε αυτό το πράγμα, το οποίο έγινε κίνημα πολιτιστικό, δεν ήταν απλά ένα θέατρο.

Ε.Τ.:

Να κάνω μια ερώτηση: Πού παίζατε τότε, στις αρχές;

Ά.Β.:

Στο Ωδείο, στο Δημοτικό Ωδείο, στο παλιό Δημοτικό Ωδείο, στην αίθουσα μέσα εκεί. Σ’ το λέω, γιατί δεν ξέρω αν μπορείς να πάρεις στοιχεία από το βιβλίο μου, Το Θεσσαλικό μου θέατρο, αν μπορείς διάβασέ το, γιατί όλα αυτά υπάρχουν κι εκεί μέσα. Σε αυτό το διάστημα, λοιπόν, από το ‘75 μέχρι το ‘83 κράτησε αυτό, με τη μορφή του Συλλόγου, παντρεύτηκα τον Λουκιανό το ‘77, γέννησα και τα δυο μου παιδιά, και τη Γιασεμή το ‘77 και τη Μαρία το ‘82, στη Λάρισα – συνειδητά τις γέννησα στη Λάρισα, ήθελα να γραφτούν στον Δήμο Λαρισαίων. Και το ‘83 πια, όταν είχε βγει το ΠΑΣΟΚ το ’81, είχαν αλλάξει τα πράγματα, ήταν η Μελίνα Μερκούρη Υπουργός Πολιτισμού και ο Γεώργιος ο Γεννηματάς –σπουδαίοι και οι δύο οι άνθρωποι αυτοί– Υπουργός Εσωτερικών τότε λεγότανε. Η Γιασεμή είχε γίνει 6 χρονών-6,5, έπρεπε να πάει σχολείο πια και δεν ήθελα πια να κρατάω τα παιδιά μακριά, γιατί ο Λουκιανός ήταν στην Αθήνα και εκείνος, έκανε την καριέρα του παράλληλα, προχωρούσε η καριέρα του, είχε κάνει πράγματα πολλά, ανέβαινε κι αυτός πάρα πολύ. Δεν μπορούσα να στερώ, δεν ήθελα να στερώ. Δεν μπορούσε, η οικογένεια πια, έπρεπε να μαζευτεί, κι έτσι, επειδή τότε υπήρχε η πρόθεση από την Υπουργό Πολιτισμού και από τον Γεννηματά να ιδρυθούν τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, δώσαμε εμείς, με κάλεσε ο Γεννηματάς και δώσαμε εμείς το υλικό μας, και βάσει αυτού, με μοντέλο το Θεσσαλικό Θέατρο, πάτησαν και φτιάξανε τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα. Κι εγώ έφυγα από τη Λάρισα και παρέδωσα την περιουσία όλη, ό,τι είχε περιουσία, είχαμε πράγματα, σκηνικά, κοστούμια, πράγματα, όλα αυτά καταγράφηκαν, παραδόθηκαν στον Δήμο [00:30:00]Λαρισαίων, κι εγώ γύρισα στην Αθήνα, στην οικογένεια και ξεκίνησα άλλο ξεκίνημα – «Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες», εδώ είναι! Το ‘83 να φανταστείς που έφυγα εγώ – έφυγα, δηλαδή το ’82, γεννήθηκε η Μαρία, το ‘83 κάναμε τη Βουλιαγμένη, μόλις γύρισα στην Αθήνα. Και όταν λέω κάναμε, τη διοργάνωσα εγώ με τον Λουκιανό!

Ε.Τ.:

Το τεράστιο αυτό πάρτι;

Ά.Β.:

Το τεράστιο αυτό πάρτι. Λοιπόν, και ξεκίνησα μετά, πάρα πολλά χρόνια ασχολήθηκα με την οργάνωση των συναυλιών του Λουκιανού και λιγότερο με δικά μου πράγματα. Ήμουνα κανονικά μάνατζερ του Λουκιανού. Δηλαδή, κάναμε άπειρες συναυλίες, άπειρες, από το ‘83 και μετά, καταλαβαίνεις. Μόνο το καλοκαίρι εκείνο της Βουλιαγμένης, το ’83, οργάνωσα σαράντα συναυλίες του Λουκιανού σε όλη την Ελλάδα! Είχα και την εμπειρία την οργανωτική από το Θεσσαλικό. Ε, μετά, ντάξει, έμενα πια στην Αθήνα, γίναν πολλά πράγματα, έκανα δικούς μου θιάσους. Το ‘83 ξεκίνησα με τον τύπο της «Βαγγελίτσας» από το ραδιόφωνο. Ήταν μια πρόταση του Ιάκωβου του Καμπανέλλη, ήταν διευθυντής ραδιοφωνίας τότε του Δεύτερου, και μου ’δωσε, μου λέει: «Βρε Άννα», επειδή με είχε δει σε μια επιθεώρηση του Θεσσαλικού, στο Χαιρέτα μου τον Πλάτανο, από κει που βγήκε κι ο Λαζόπουλος κτλ. κτλ., που έπαιζα μια Βλάχα, μια κοπέλα που μιλούσε χωριάτικα. Και μου λέει: «Έκανες πολύ ωραία αυτόν τον τύπο, θες να σου δώσω πάνω σ’ αυτό να κάνεις μια ραδιοφωνική εκπομπή;». Και ήταν το «Πεντάλεπτο της Βαγγελίτσας», κάθε Σάββατο 13:00-13:05 στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Τα κείμενα τα πρώτα τα έγραψε ο Πάνος ο Σκουρολιάκος, που ήταν κι αυτός ηθοποιός στο Θεσσαλικό εκείνα τα χρόνια. Κι έγινε πάταγος από τις πρώτες εκπομπές, απ’ την πρώτη-πρώτη εκπομπή, μπαίνω σε ένα ταξί στην Αθήνα και, με το που λέω στον ταξιτζή πού θα πάω, μου γυρνάει και μου λέει: «Εσύ είσαι η “Βαγγελίτσα”;». Δηλαδή, για να γίνει, πώς γίνεται ένα πράγμα απίστευτη επιτυχία! Σου λέω, είχε παιχτεί μία εκπομπή, ένα πεντάλεπτο στο ραδιόφωνο και γνώρισε τη φωνή μου, το ηχόχρωμα και αυτό, ναι. Έγινε, λοιπόν, η «Βαγγελίτσα» μεγάλη ιστορία. Άρχισα να παίζω δέκα χρόνια επιθεώρηση. Μέχρι το... Απ’ το ‘83 με τη «Βαγγελίτσα» μέχρι το ‘93 έπαιξα επιθεώρηση. Τη θεωρώ πάρα πολύ μεγάλο σχολείο για τον ηθοποιό, με έμαθε να είμαι άμεση, αποτελεσματική, να επικοινωνώ με τον κόσμο, μεγάλο σχολείο. Με δικούς μου θιάσους, περιοδείες, πράγματα, παράλληλα όλες αυτές οι συναυλίες του Λουκιανού, μέχρι... Άλλος μεγάλος σταθμός ήταν το ’99, που πήραμε, αγοράσαμε τον χώρο τον δικό μας εδώ που έχουμε, το Θέατρο Μεταξουργείο. Φτιάξαμε με τον Λουκιανό αυτόν τον χώρο στην Αθήνα, αλλά πια είχαν αρχίσει οι δυσκολίες υγείας του Λουκιανού. Το ’94, ο Λουκιανός είχε κάνει bypass τριπλό και ήδη η υγεία του ήταν κλονισμένη. Κάναμε πάρα πολύ ωραία πράγματα και τότε, στην Αμερική πήγαμε και κάναμε με το Αχ πατρίδα μου γλυκιά!, με τους ομογενείς εκεί. Αυτό ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία με σχολεία από την ομογένεια, με αυτά, στην Αμερική κάναμε αυτό το υπέροχο θέαμα, στην Αστόρια – στο Μανχάταν μέσα το κάναμε αυτό.

Ά.Β.:

Ε, μετά, αρχίζουν άλλα πράγματα. Το ‘90 έπαιξα μετά ρεπερτόριο φοβερό και στο δικό μας θέατρο και εκτός. Σταθμός στην καριέρα μου είναι το ‘94 ο Γάμος της Βάσως Σολωμού-Ξανθάκη. Στη συνέχεια, το ‘99 η Αγγέλα Παπάζογλου, την οποία θεωρώ τον δεύτερο μεγάλο σταθμό στην καριέρα μου, γιατί είναι μια παράσταση που παίζεται ακόμα, είκοσι τέσσερα χρόνια, η μακροβιότερη παράσταση στην Ελλάδα, του Γιώργη Παπάζογλου, η ζωή αυτής της Μικρασιάτισσας από την ιστορία της Ελλάδας, της Μικρασίας, της Σμύρνης, αλλά και όλης της Ελλάδας μέχρι και τον Εμφύλιο. Μετά, έκανα την άλλη τεράστια επιτυχία μου, το Γάλα του Κατσικονούρη, το 2008. Κι αυτό παίχτηκε έξι χρόνια. Παράλληλα, μεγαλώσαν τα παιδιά μου, η Γιασεμή έγινε ηθοποιός και, απ’ ό,τι λένε όλοι, καλή ηθοποιός. Είναι πράγματι πολύ καλή ηθοποιός. Η Μαρία μου σπούδασε κοινωνική λειτουργός και τώρα ασχολείται με τη μουσική. Ο Λουκιανός αρρώστησε ξανά [00:35:00]το ‘12, υποτροπίασε η υγεία του. Από κει και πέρα, ήταν αρκετά δύσκολα χρόνια μέχρι τα τελευταία δύο χρόνια, απ’ το ’15, εγώ το ‘15 μέχρι το ‘17 που πέθανε ήταν δύσκολα χρόνια. Ευτυχώς, το ‘15 εκλέχτηκα βουλευτής, και το λέω το ευτυχώς με τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ήταν ένα μεγάλο ψυχολογικό στήριγμα αυτό για μένα, στα δύσκολα χρόνια εκείνα του Λουκιανού στηρίχτηκα πάρα πολύ, επειδή έκανα αυτά που ήθελα από μικρό παιδί. Είμαι περήφανη που συμμετείχα στην πρώτη αριστερή κυβέρνηση με τον Αλέξη Τσίπρα, το λέω, το εννοώ και το πιστεύω βαθιά. Έγινε μια τεράστια προσπάθεια μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο Αλέξης είναι ένας άνθρωπος πραγματικά ηγέτης, αγνός και καθαρός, παρά πολύ έντιμος, και αυτό είναι σπάνιο πράγμα. Κι εμείς κάναμε σε πολύ δύσκολες συνθήκες πολλά σημαντικά πράγματα. Εγώ, προσωπικά, είμαι περήφανη που στήριξα το σύμφωνο συμβίωσης, ψηφίσαμε το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά όχι μόνο, γιατί θεωρώ ότι αυτό είναι ένα πράγμα πάρα πολύ σημαντικό. Θα μπορούν δύο άνθρωποι μοναχικοί, ακόμα και δυο φίλες/δυο φίλοι, δεν είναι ανάγκη να είναι ζευγάρι σεξουαλικά, να είναι φίλες και να έχουν μείνει μόνες τους, να είναι χήρες, να μην έχουν παντρευτεί και να θέλουν στα γεράματά τους να ενώσουν τις ζωές τους και τα οικονομικά τους –γιατί όχι;–, η μία να βοηθάει την άλλη, θα μπορούν να το κάνουνε το σύμφωνο συμβίωσης. Υπάρχει κι αυτή η πλευρά που πρέπει να τη μάθει ο κόσμος. Δεν είναι μόνο για ανθρώπους που έχουν την προτίμηση αυτή. Λοιπόν, είμαι πολύ περήφανη που τους στήριξα και δώσαμε μάχη στη Βουλή γι’ αυτό, και είμαι περήφανη, γιατί ο τότε Δεσπότης –ποιος ήταν αυτός εκεί στο Αίγιο;–, κατά κάποιον τρόπο, με αφόρισε, είπε ότι στη δικιά του εκκλησία, ότι είμαι ανεπιθύμητη, να μην πάω να εκκλησιαστώ στην περιοχή του Αίγιου. Λοιπόν, κάναμε... Και, επίσης, προσωπικά το λέω αυτό, γιατί εξαιτίας μου έγινε το πρώτο αποτεφρωτήριο, ιδιωτικό βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία, δόθηκε η δυνατότητα, η άδεια να γίνει αποτεφρωτήριο, επειδή εμείς πήγαμε τον Λουκιανό και τον αποτεφρώσαμε στη Σόφια στη Βουλγαρία. Μέχρι τότε δεν υπήρχε κάτι στην Ελλάδα και ήταν μια οδυνηρή εμπειρία αυτή. Ορκίστηκα ότι και στο όνομα του Λουκιανού αλλά και στον... Όχι, το σύμφωνο συμβίωσης ήταν και για τον Μηνά τον Χατζησάββα, που ήταν αγαπημένος μου φίλος, ηθοποιός, συμμαθητής μου στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, και όταν πέθανε, ο σύντροφός του δεν μπορούσε να διαχειριστεί το σώμα του, γιατί δεν ήταν ζευγάρι, δεν μπορούσαν να είναι, ενώ είχαν ζήσει μαζί πάρα πολλά χρόνια. Όλα αυτά τα πράγματα, λοιπόν, μικρά μπορεί να ακούγονται, αλλά δεν είναι, βοήθησα κι εγώ, αλλά κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης και ο ΣΥΡΙΖΑ. Καταρχήν, κάναμε το φοβερό, ρυθμίσαμε το χρέος. Αυτά πρέπει να καταγραφούν στην Ιστορία. Αφήσαμε δέκα χρόνια ρυθμισμένο χρέος εμείς, το ‘19, όταν πάψαμε να ‘μαστε κυβέρνηση και αφήσαμε επίσης σαράντα δισεκατομμύρια στα ταμεία. Εμείς παραλάβαμε άδεια ταμεία. Λέγαν τότε, αν θυμάστε: «Βγάλτε τις καταθέσεις σας στο εξωτερικό να μην τις βρουν οι Αριστεροί, όταν θα γίνουν κυβέρνηση». Βρήκαμε άδεια ταμεία και παραδώσαμε γεμάτα ταμεία και ρυθμισμένο χρέος και μια χώρα, μια οικονομία σε ανάκαμψη. Το ’19, αν θυμόσαστε, είχαμε το μεγαλύτερο τουριστικό... τη μεγαλύτερη τουριστική επισκεψιμότητα στην Ελλάδα και τα μεγαλύτερα έσοδα από τον τουρισμό. Αυτά γίνανε επί ΣΥΡΙΖΑ. Είμαι περήφανη που συμμετείχα σε αυτήν την κυβέρνηση, πραγματικά. Για τρία πράγματα είμαι περήφανη, δυο-τρία: για τη δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου, για τη μάνα μου –τον πατέρα μου το γνώρισα λίγο–, για τη δημιουργία του Θεσσαλικού Θεάτρου, για τον Λουκιανό, για την οικογένειά μου και για το ότι υπήρξα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ τα χρόνια που ήταν κυβέρνηση και αυτά τα χρόνια μέχρι τα ‘19. Σας ευχαριστώ πολύ!