© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

"Cine Rex", 95 χρόνια προβολών: Ο αιθουσάρχης του παλαιότερου σινεμά της Σάμου αφηγείται

Istorima Code
25907
Story URL
Speaker
Δημήτριος Βαμβακάς (Δ.Β.)
Interview Date
29/10/2023
Researcher
Ιωάννα Παμούκογλου (Ι.Π.)
Ι.Π.:

[00:00:00]Ωραία, λοιπόν. Εγώ είμαι η Ιωάννα Παμούκογλου από το Istorima και είμαστε στους Μυτιληνιούς της Σάμου, με τον κύριο Δημήτρη Βαμβακά. Συγκεκριμένα, βρισκόμαστε στο "Cine Rex". Κύριε Δημήτρη, θέλετε για αρχή να μας πείτε λίγα λόγια για τον εαυτό σας; Πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε;

Δ.Β.:

Εδώ μεγάλωσα στο χωριό, το 1931. Τώρα, σήμερα, βαδίζω στα 93 χρόνια. Εδώ σταδιοδρόμησα. Ο κινηματογράφος αυτός εδώ, τον είχε ξεκινήσει ο παππούς μου από το 1928, επί βωβού κινηματογράφου. Ο πατέρας μου παντρεύτηκε εδώ. Έφτιαξε αυτόν τον κινηματογράφο το 1930. Πέθανε μέχρι το 1940, οπότε ήρθε ο πόλεμος, σταμάτησε. Ήρθαν εδώ οι Ιταλοί, στο χωριό μας, επιτάξανε το κτίριο αυτό, το κάμανε αποθήκη, όπως όλα τα κτίρια εδώ τότε της πλατείας. Μετά το τέλος της Κατοχής, ξεκίνησε πάλι, να πούμε, και παίζανε εδώ. Δεν τα θυμάμαι αυτά τότε, τι φιλμ είχε, δεν ξέρω τι ήτανε. Πάντως, είχε αρχίσει τότες, παιζόταν η ταινία και δίπλα ήτανε κάποιος που έριχνε τα γράμματα: τιτλαδόρος.

Ι.Π.:

Ωραία. Να ρωτήσω, για αρχή, ο παππούς σας με τι ασχολούνταν πριν ανοίξει-

Δ.Β.:

Ο παππούς μου ήτανε, καφετζής ήτανε. Είχε το καφενείο εδώ, το καλύτερο, στην πλατεία εδώ του χωριού, μεγάλο μαγαζί, και πριν φτιαχτεί αυτό εδώ το κτίριο, τώρα που έχει ο γιος μου, μέσα στο καφενείο έπαιζε και κινηματογράφο. Είχε κάνει μια καμπίνα ξύλινη εκεί, σε ένα σημείο, είχε μια μηχανή και παίζανε. Υπόψιν ότι στο χωριό τότες είχε 7.500 χιλιάδες κάτοικοι, από τα μεγαλύτερα χώρια της Ελλάδος. Και είχε και άλλον έναν κινηματογράφο εδώ, το είχε κάποιος άλλος κύριος. Ανέβαζαν θέατρα, καλά θέατρα. Κάποτε, ήρθε ο μεγάλος Βεάκης εδώ και έπαιξε στον δικό μας κινηματογράφο, και μετά είχανε πάει απάνω στο καφενείο του παππού και του κάνανε τέτοια κριτική στο έργο που είπε ότι: «Έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα. Είμαι αυτός που είμαι, ξέρετε, τέτοια κριτική δεν αντιμετώπισα πουθενά». Τα είχε χαμένα ο άνθρωπος, γιατί ήτανε, τότες οι δάσκαλοι ήτανε ανακατωμένοι μέσα σε συλλόγους του χωριού και ανέβαζαν θέατρα, καλά, θέατρα, όχι αυτό... Βαριά έργα. Και σας λέω ότι ο Βεάκης ο μεγάλος αυτός τα ‘χασε. Αυτό προπολεμικώς. Ε, μετά, άμα φύγανε, άμα τελείωσε ο πόλεμος, πάλι ξεκινήσαμε και παίζαμε εδώ πέρα. Όχι εγώ, εγώ ήμουνα μικρός τότες, αλλά έρντανε κάποιος κινηματογραφιστής από το Βαθύ και παίζανε. Mετά, εγώ το ξεκίνησα -άμα απολύθηκα από τον στρατό-, το ξεκίνησα και κάναμε και συνέχεια μετατροπές, ανακαινίσεις. Σήμερα είναι ένα απ' τα πολύ ωραία σινεμαδάκια, μικρό, βέβαια, 120 θέσεις έχουμε, αλλά είναι μπιμπελό! Παίζαμε ταινίες πρώτης προβολής, συγχρονιστήκαμε με ψηφιακές τώρα μηχανές, τα πάντα, και παλεύουμε, τι να κάνουμε; Μετά, το 1969, έφτιαξα και θερινό κινηματογράφο. Αυτός είναι πολύ μεγάλος εν συγκρίσει με τον χειμερινό. Ήταν 430 θέσεων. Ε, καλό... Τώρα, το έκοψα, δηλαδή το έκοψα, έβαλα δεντράκια μέσα, τα έχουμε τραπεζάκια, με βασιλικοί. Παίρνουνε πιο λίγα άτομα, αλλά είναι πρώτης τάξης. Έρχεται η παρέα, η οικογένεια, μας παίρνουνε τηλέφωνο, της κλείνουμε το τραπεζάκι και δεν ενοχλούνται καθόλου. Δεν είναι όπως ήτανε οι κινηματογράφοι... Τα καθίσματα... Είναι με παρεΐτσες, παρεΐτσες, τραπεζάκια. Είναι τώρα πιο όμορφος, πιο ωραίος, ας πούμε. Τι να κάνουμε; Προσπαθούμε... Το απ' αυτό είναι που έρχονται από όλη την Σάμο. Δύο είναι οι κινηματογράφοι στην Σάμο: ένας [00:05:00]εδώ στο χωριό μας, εδώ στο χωριό, και άλλος ένας στο Βαθύ, στην Σάμο μέσα, στην πρωτεύουσα του νομού. Τέλος πάντων, το καλό είναι που εμείς δίνουμε προσφορά: όσοι θα ‘ρθουνε τρώνε και μια μερίδα λουκουμάδες. Και είναι… Το ξέρουνε και τα γραφεία όλοι, ας πούμε-

Ι.Π.:

Το προτιμάνε.

Δ.Β.:

Το προτιμούν αυτό το πράγμα, και ο κόσμος. Από όλα τα χωριά της Σάμου μας έρχονται!

Ι.Π.:

Κύριε Δημήτρη, άρα ο παππούς σας, μετά από το καφενείο, στον ίδιο χώρο που βρισκόμαστε τώρα τον άνοιξε τον κινηματογράφο; Στην αρχή;

Δ.Β.:

Όχι ο παππούς μου είχε δίπλα… Είναι ακόμα το μαγαζί. Είναι πολύ ωραίο μαγαζί, πάρα πολύ ωραίο, και πάνω είχε και δημιουργήσει… Ήτανε ξενοδοχείο, και έρχονταν εδώ οι πλασιέ, δεν ξέρω τι άνθρωποι και μένανε απάνω. Πάρα πολύ καλό το ξενοδοχείο, το ανακαίνισε το 1956 και ήταν πάρα πολύ καλό. Οχτώ δωμάτια είχε, ήταν μια χαρά.

Ι.Π.:

Άρα, σ’ αυτόν τον χώρο πότε πρωτοδημιουργήθηκε μετά-

Δ.Β.:

Ο χώρος αυτός έγινε κινηματογράφο το 1930.

Ι.Π.:

Από τον πατέρα σας;

Δ.Β.:

Απ’ τον πατέρα μου, απ΄ τον πατέρα μου, ναι.

Ι.Π.:

Άρα, ο πατέρας σας αποφάσισε να συνεχίσει, ουσιαστικά, αυτό που είχε ξεκινήσει ο παππούς;

Δ.Β.:

Καλά, ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, πολύ νέος, αλλά, τέλος πάντων, έμεινε το κτίριο και λειτουργούσε, ας πούμε.

Ι.Π.:

Εσείς θυμάστε καθόλου σαν παιδί τον κινηματογράφο εδώ πέρα;

Δ.Β.:

Ναι, κοίτα, ήτανε… Πώς, το θυμάμαι: ήταν όπως είναι τώρα, παίζανε τα θεατράκια εδώ, είχε απάνω εξώστη, όπως και τώρα, δεξιά και αριστερά είχε πλατύσκαλα κάνει, όπως είναι η κατηφόρα, να πούμε, έβαζε ένα πλατύσκαλο περιτοιχισμένο, με πορτίτσα, και είχε τέσσερα καθίσματα μέσα, και έμπαινε η παρεΐτσα σε αυτά. Είχε, δεν θυμάμαι πόσα, τέτοια πλατύσκαλα που ήτανε, πάντως ήταν ωραίο. Και καταμεσής ήταν οι καρέκλες, ψάθινες τότε, δεν είχε όπως είναι τώρα τα καθίσματα -και ιδίως απ' το εξωτερικό είναι σα να ‘σαι στο αεροπλάνο, άμα κάθεσαι.

Ι.Π.:

Όντως. Εσείς ερχόσασταν στο σινεμά σαν παιδί;

Δ.Β.:

Σα παιδί, βέβαια, τι… Αφού ήταν και δικός μας εδώ, καταλαβαίνεις, η χαρά μας ήτανε αυτή.

Ι.Π.:

Φέρνατε και τους φίλους σας;

Δ.Β.:

Έρχονταν τα παιδιά, βέβαια. Τότες, ο κόσμος… Μα σας είπα ότι το χωριό ήτανε γεμάτο κόσμο. Όλα τα σπίτια ήτανε πιασμένα, οικογένειες… Σινεμά έρχονταν ο κόσμος πολύς. Δύο κινηματογράφοι και γεμούσανε.

Ι.Π.:

Και όταν ο πατέρας σας τον άνοιξε τον κινηματογράφο, την καλοδέχτηκαν την πρωτοβουλία αυτή οι ντόπιοι εδώ του χωριού; Είχανε χαρεί που άνοιξε ο κινηματογράφος;

Δ.Β.:

Ναι, ναι, δεν είχε τότες τηλεόραση, δεν είχε τίποτα, εκτός από ορχήστρες που είχε πολύ οργανοπαίχτες τότε στο χωριό μας και γινότανε πανηγύρια, αυτά, αλλιώς πώς; Ο κόσμος έτσι διασκέδαζε.

Ι.Π.:

Και ο κινηματογράφος ήταν βουβός τότε;

Δ.Β.:

Βουβός ο κινηματογράφος.

Ι.Π.:

Τι ταινίες παίζατε; Μόνο ελληνικές, ή παίζατε και ξένες;

Δ.Β.:

Ωραίες ταινίες. Είχε ταινίες που μείνανε αξέχαστες,  Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν, παίζανε πολλά. Μέχρι και τύπου καουμπόικα είχε, κάτι παλικαράκια, τέτοια πράματα. Το Charlot, είχε πολλές ταινίες που παίζανε, καλές ταινίες.

Ι.Π.:

Είπατε ότι υπάρχουν κάποιες που σας είχαν μείνει αξέχαστες. Θέλετε να μου πείτε κάποια που είχατε δει ως παιδί και σας έμεινε; Κάποια ταινία;

Δ.Β.:

Που να θυμάμαι εγώ τότες; Μικρός ήμουνα, πριν τον πόλεμο. Ύστερα... Παίζανε καλές ταινίες πάντως.

Ι.Π.:

Άρα... Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τι συνέβη ακριβώς με τον χώρο;

Δ.Β.:

Εδώ ήταν αποθήκη, είχε τρόφιμα, τέτοια πράματα, όμως, οι Ιταλοί παίζανε κινηματογράφο σ’ έναν άλλο χώρο, εδώ στο χωριό μας, για τους στρατιώτες, δεν μπαίνανε οι πολίτες μέσα, και γινότανε χαμός. Ταινίες αυτοί που φέρνανε, δεν μπορούσαμε εμείς να πάμε μέσα.

Ι.Π.:

Και πότε πήρε τον χώρο πίσω ο πατέρα σας;

Δ.Β.:

Τον χώρο αυτόνε, παντρεύτηκε με τη μητέρα μου -ήταν της μητέρας μου ο χώρος αυτός- και χτίσανε το κινηματογράφο [00:10:00]αμέσως.

Ι.Π.:

Μετά τον πόλεμο, εννοώ, όταν τελείωσε, ξαναμπήκε ξανά σε λειτουργία;

Δ.Β.:

Ναι, σε λίγο διάστημα μπήκε, να πούμε, και το είχε κάποιος κινηματογραφιστής απ’ το Βαθύ.

Ι.Π.:

Εσείς από μικρός ξέρατε ότι θα θέλατε να ασχοληθείτε μ' αυτό εδώ το εγχείρημα;

Δ.Β.:

Κοίτα, όταν απολύθηκα εγώ από τον στρατό, όταν ξεκίνησα με τον κινηματογράφο, είχα το μαγαζί αυτό του παππού μου, πάνω εδώ στην πλατεία, και συγχρόνως τα έφτιαξα εδώ όπως-όπως, τότες δεν ήθελε και πολλά πράματα, ούτε γυρεύανε πολλά πράματα. Τώρα, οι κινηματογράφοι, καταλαβαίνεις τώρα πόσα ζητάνε, η επιτροπή του. Πρώτα, ούτε επιτροπή ούτε τίποτα. Αλλά το επάγγελμα αυτό του χειρίστου που έπρεπε να… Αυτός που χειρίζεται τη μηχανή, ήτανε τότες πολύ κατοχυρωμένο και για να πάρεις δίπλωμα, άδεια να παίζεις κινηματογράφο ήταν δύσκολο. Έπρεπε να είχες προϋπηρεσία ή να πήγαινες σε κάποια σχολή, να φοιτούσες για να πάρεις το δίπλωμα αυτό του χειριστού. Εγώ, όμως, δεν είχα τέτοια προσόντα, αλλά επειδή οι τότες κυβερνήσεις θέλανε να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος, δώσαν το δικαίωμα σε «αιθουσάρηδες» να μπορούνε να παίζουνε μόνο στον δικό τους κινηματογράφο και να παίζουνε 3 μέρες τη βδομάδα, για να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος. Εφόσον, όμως, ήτανε κάτω από 4.000 ο πληθυσμός, και όταν δεν υπήρχε χειριστής διπλωματούχου να ‘ναι στον τόπο αυτό και να ‘ναι άνεργος. Αυτά τα προσόντα τα συγκέντρωσα εγώ και έδωσα εξετάσεις και μου δώσανε -από το Υπουργείο στην Αθήνα, που δίναμε εξετάσεις-, και μου δώσανε την άδεια να παίζω μόνο στον δικό μου κινηματογράφο. Αφού ύστερα από ορισμένα χρόνια, 3, 4 χρόνια, είχα συμπληρώσει εγώ 18 μήνες λειτουργία -από πιστοποίηση αστυνομίας- σε δημόσιες προβολές, μου δώσανε την άδεια του βοηθού χειριστού, επαγγελματική. Γιατί έπρεπε τότες να ‘ναι και διπλωματούχος χειριστής και βοηθός. Μετά, πάλι από ένα διάστημα, ύστερα που συγκέντρωσα τα ένσημα, ας πούμε, 18 μήνες, έδωσα εξετάσεις πάλι στο Υπουργείο στην Αθήνα και πήρα το δίπλωμα του χειριστού. Οπότε, έπαιζα ύστερα κάθε μέρα, ενώ πρώτα δε μπόραγα να παίξω κάθε μέρα με το ερασιτεχνικό, ας πούμε, δίπλωμα. Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή δεν μπορούσα να παίξω. Μόνο Τετάρτη και Σαββατοκύριακα. Και εορτές, άμαν είχε τοπικές εορτές.

Ι.Π.:

Και εσείς είπατε ότι δίνατε εξετάσεις για να πάρετε αυτές τις άδειες, ποιος σας είχε μάθει, όμως, πώς να χειρίζεστε τα μηχανήματα;

Δ.Β.:

Έπρεπε να υπογράψει χειριστής ότι πράγματι εργάστηκα στην καμπίνα αυτό το διάστημα. Ένας τέτοιος ήταν ένας θείος μου, που τον είχε ο παππούς μου μηχανικό, απ’ τον βουβό κινηματογράφο ήτανε. Είχε πάρει την αδερφή του πατέρα μου αυτός ο θείος μου, ήταν από τον Πύργο της Ηλείας. Ήρθε και δούλευε εδώ, διπλωματούχος χειριστής. Και αυτός, λοιπόν, πιστοποίησε ότι όντως εγώ φοίτησα, ήμουν υπό παρακολούθηση. Μετά, εγώ έδωσα τώρα στον γιο μου υπογραφή, έδωσε και αυτός εξετάσεις, αλλά εδώ στο Βαθύ. Μέσα στον Δήμο, έχει υπηρεσία, αυτοί οι πολιτικοί μηχανικοί που… Οι μηχανικοί που έχει ο Δήμος, και πήρε και εκείνος το δίπλωμα. Αλλά τώρα με αυτές τις μηχανές που δουλεύουμε δεν χρειάζεται, δεν γυρεύουνε διπλώματα. Πρώτα, πώς να παίξεις; Έρχονταν ο αστυνόμος και δεν μπορείς να παίξεις χωρίς άδεια, έπρεπε να είσαι κατοχυρωμένος.

Ι.Π.:

Εσείς, δηλαδή, το πρώτο μηχάνημα που μάθατε να χειρίζεστε ποιο ήταν;

Δ.Β.:

Εγώ είχα πάρει μια μηχανή "Fedi", ιταλικής προέλευσης. Πάρα πολύ καλή αυτή, μηχανή! Καινούργια την πή[00:15:00]ραμε και...

Ι.Π.:

Θέλετε να μου περιγράψετε λίγο τη λειτουργία της; Αυτή ήταν με το βολταϊκό τόξο μέσα;

Δ.Β.:

Ήταν, ναι, με το βολταϊκό τόξο, το κάρβουνο, το λεγόμενο. Έπειτα-

Ι.Π.:

Πώς λειτουργεί αυτό ακριβώς;

Δ.Β.:

Αυτό είναι το θετικό και το αρνητικό κάρβουνο. Είναι συνδεδεμένα στο ρεύμα αυτά τα κάρβουνα. Ενώνοντας αυτά είναι σαν... Γίνεται το αυτί. Πάρα πολύ καλή η προβολή του βολταϊκού. Μετά, όμως, εξελίχθηκε, ήτανε με λυχνία και έγινανε μετατροπές στις μηχανές. Βλέπετε αυτή εδώ τη μηχανή; Είχα πάρει δύο μηχανές, μια αυτή και άλλη μια στο θερινό -έχω στην καμπίνα. Αντίκες, αλλά ήτανε καλές οι μηχανές αυτές.

Ι.Π.:

Αυτή με τι είναι; Με τι λειτουργεί;

Δ.Β.:

Αυτή είναι τώρα με λυχνία. Ήτανε με λυχνία η μηχανή αυτή. Και η άλλη με λυχνία ήταν. Λυχνία 3.000-4.000 watt.

Ι.Π.:

Υπάρχει κάποια επικινδυνότητα στη χρήση αυτών των μηχανημάτων;

Δ.Β.:

Μπα, όχι. Δεν μας βγήκε τίποτα ποτέ, ποτέ.

Ι.Π.:

Ήταν, όμως, εύφλεκτο το υλικό;

Δ.Β.:

Όχι. Τώρα, αυτές οι ταινίες… Δεν βγαίνανε πια τέτοιο φιλμ που κόβοντας μπορεί να αρπάξει φωτιά. Καήκαν και κινηματογράφοι των Αθηνών, σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Άρπαχνε φωτιά το φιλμ, ήταν σαν μπαρούτι.

Ι.Π.:

Πότε ήταν αυτό;

Δ.Β.:

Πριν τον πόλεμο, πριν τον πόλεμο. Εγώ δεν το 'φτασα. Εγώ είχα τώρα το φιλμ αυτό που δεν καίγονταν αυτό, δεν έπιανε φωτιά. Άμα κόπτανε η ταινία και το 'δειχνε η οθόνη εκεί που… Το ‘καιγε, βέβαια, αλλά δεν έπιανε φωτιά, δεν έπιανε φωτιά. Ήταν πάρα πολύ γερές οι ταινίες αυτές. Μπορεί να τραβήξεις κάρο ολόκληρο.

Ι.Π.:

Εσείς εδώ πόσες φορές έχετε αλλάξει μηχανήματα, ενόσω είστε εσείς στον κινηματογράφο;

Δ.Β.:

Κοίτα να δεις, μετά τη "Fedi", πήρα εγώ αυτήν τη μηχανή. Ήτανε πάρα πολύ καλή μηχανή και επειδή ο θερινός ήτανε μεγάλος και έπρεπε να αλλάζω φακοί, να αλλάζω τσι καθρέφτες μέσα, ας πούμε, γι’ αυτό ήταν μεγάλη υπόθεση και πήρα μιαν άλλη και δεν μετέφερνα τη μηχανή από τον έναν κινηματογράφο στον άλλονε. Τώρα, αυτήν που έχουμε, αυτήν τη μεταφέρουμε, γιατί εκεί πέρα είναι μεγάλη απόσταση, η οθόνη πιο μεγάλη, και τώρα αυτά δεν τα ξέρουμε εμείς τώρα. Αυτές είναι μυστήρια, αυτές οι μηχανές. Και μας αλλάζει άνθρωπος των Αθηνών, που την αγοράσαμε από αυτόνε.

Ι.Π.:

Βλέπω, όμως, τις έχετε κρατήσει τις παλιές σας μηχανές.

Δ.Β.:

Ορίστε;

Ι.Π.:

Βλέπω, όμως, τις έχετε κρατήσει τις παλιές σας μηχανές.

Δ.Β.:

Ναι, αυτές τώρα είναι ενθύμιο, αντίκες.

Ι.Π.:

Πώς νιώθατε όταν έπρεπε να αλλάξετε τη μηχανή, δηλαδή δένεστε καθόλου συναισθηματικά-

Δ.Β.:

Ε, βέβαια. Όταν έφευγα απ' τον έναν κινηματογράφο να πάω στον άλλον, το καλοκαίρι, είχαμε πιο πολύ εκείνες. Στεναχωριόμουν, ήτανε άλλο το περιβάλλον εκείνο. Τώρα, εδώ τον χειμώνα αλλάζει το πράμα. Στεναχωριόμουνα, ας πούμε. Ε, τι να κάνουμε; Και ο ένας δικός μας, και ο άλλος δικός μας, δεν πειράζει.

Ι.Π.:

Αλλά, ναι, αφού τις κρατάτε κάπως τις νιώθετε ακόμα κοντά σας...

Δ.Β.:

Ναι, αυτήν δεν τη δίνω εγώ... Η άλλη η μηχανή η "Fedi", πω, πω, πω ενθύμια! Πολλά. Γιατί δένεσαι, χρόνια. Κάθε μέρα, κάθε βράδυ, εκεί στη μηχανή. Και πρώτα παίζαμε συνέχεια, ήταν ένα σύστημα, ρουλεμάν το λέγαμε, δηλαδή ξεκίναγε, ας πούμε από τις 17:00 και έπαιζε συνέχεια. Έρντανε ο θεατής ό,τι ώρα, και έμπαινε και όποτε το συμπλήρωνε το έργο, έφευγε. Και να κάθονταν μέσα δεν του μίλαγε κανένας. Δηλαδή, παίζαμε συνέχεια, πολλή ώρα. Τώρα, είναι μια προβολή, είναι και πιο... Άλλες οι ταινίες τώρα. Αυτήν την ταινία που παίζουμε είναι 206 λεπτά. Είναι-

Ι.Π.:

Του Scorsese‎.

Δ.Β.:

Σχεδόν πολύ βαρετή, ας πούμε. Παρόλο ότι είναι πάρα πολύ καλή, αλλά σε κουράζει.

Ι.Π.:

Ναι.

Δ.Β.:

Πρώτα, κοιτάζαμε να [00:20:00]παίζουμε ταινίες όπως ήταν οι ελληνικές, ας πούμε, γιατί κάθε Κυριακή βάζαμε ελληνική ταινία, πάντα ελληνική. Δεν βάζαμε ξένες. Και ξένες ήταν τότες κάτι γαλλικές ωραίες, ξερω' γώ. Ύστερα, είχε καουμπόικα έργα, καλά καουμπόικα, παίζαμε μεγάλες ταινίες, ωραίες ταινίες.

Ι.Π.:

Εσείς τις διαλέγατε τις ταινίες που θα παίζετε;

Δ.Β.:

Ναι, πήγαινα στην Αθήνα και έκανα πρόγραμμα. Τότες, ήτανε αξέχαστοι: η «Φίνος Φιλμ», «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Αυτά ήτανε δύο γραφεία-κολοσσοί, πάρα πολλές καλές ταινίες. Βουγιουκλάκη μέσα, Κωνσταντάρας, δεν… Τ ταινίες ήταν εκείνες; Διαμάντια. Ε, τώρα δεν βγαίνουνε ελληνικές ταινίες, δεν… Ένα-δυο να βγουν βγούνε. Δεν ξέρω, πέσαμε στις ξένες ταινίες, αλλά τις ξένες ταινίες δεν τις προτιμάει ο πολύς κόσμος, ιδίως δεν προλαβαίνει να διαβάσει τα γράμματα. Είναι δύσκολο, η ξένη ταινία, πρέπει να ‘σαι πια…

Ι.Π.:

Οι πιο δημοφιλείς ταινίες τότε, μετά τον πόλεμο, όταν είχατε ξανανοίξει, ποιες ήταν; Ποιες άρεσαν στον κόσμο;

Δ.Β.:

Α, κάτι Βen-Hur που παίζαμε, κάτι... Πω, πω, πω, πω, πω, κάτι ταινίες! Κοίτα, ήτανε... Τώρα, δουλεύουνε με το κομπιούτερ, ενώ πρώτα ήτανε κομπάρσοι. Γυρίζανε μεγάλες ταινίες και έβλεπες πολύ κόσμος, πολύς κόσμος, κομπάρσοι, ζωντανά πράματα. Τώρα, είναι με το… Βέβαια, δεν το καταλαβαίνουν όλοι, αλλά, τέλος πάντων. Τώρα, βγαίνει αλλιώς, εμπορικές ταινίες, ενώ πρώτα ήτανε ποιότητας οι ταινίες.

Ι.Π.:

Θυμάστε ποια ταινία είχατε, που να έσπασε τα ρεκόρ πωλήσεων; Μια πάρα πολύ δημοφιλή ταινία που να ‘χατε παίξει;

Δ.Β.:

Ρεκόρ εισιτηρίων κόβανε ο Ξανθόπουλος. Ξανθόπουλος:  Ξεριζωμένη Γενιά». Πω, πω, πω, πω, πω, τι κακό ήταν εδώ! Στο χωριό μας είχαμε αστυνομία εφτά άτομα. Ήταν όλη η αστυνομία εδώ στον κόσμο, δεν τον έκανε καλά η αστυνομία. Τέτοιο κακό.

Ι.Π.:

Τι εννοείτε ακριβώς; Ερχόντουσαν να δούνε την ταινία ή ερχόντουσαν να προσέχουνε-

Δ.Β.:

Ερχόντανε για την ταινία και [Δ.Α.] ο κόσμος.

Ι.Π.:

Πριν ανοίξετε τον θερινό κινηματογράφο ήταν αυτό;

Δ.Β.:

Άμα παίζαμε την Βουγιουκλάκη τι γινότανε! Τι γινότανε! Τι γινότανε!

Ι.Π.:

Άρεσε στον κόσμο η Βουγιουκλάκη, δηλαδή;

Δ.Β.:

Ε, βέβαια. Πολύς κόσμος, πολύς. Πολλά εισιτήρια.

Ι.Π.:

Εσείς κάθε φορά που κάνατε προβολή την παρακολουθούσατε κιόλας την ταινία;

Δ.Β.:

Τι να κάνουμε; Αφού συνέχεια έπρεπε να κοιτάω συνέχεια την οθόνη το κάρβουνο να μη μου σβήσει. Καμιά φορά, με ‘πιανε και ο ύπνος, έσβηνε: «Ω:» και φωνάζανε από κάτω, «τακ!», ξυπνούσα και το άναβα πάλι.

Ι.Π.:

Τις είχατε μάθει απ’ έξω.

Δ.Β.:

Γιατί το κάρβουνο έπρεπε να είναι σε μια ορισμένη απόσταση, το θετικό με το αρνητικό. Όταν δεν το… Γιατί είχαμε και αυτόματο που το πάαινε, αλλά συνήθως και με το χέρι το ρυθμίζαμε το κάρβουνο, να το έχουμε σταθερό σε μια απόσταση. Όταν αραίωνε αυτό, έσβηνε. Όταν παραμερούσε και πήγαινε πίσω το ένα με τ’ άλλο μέταλλο έσβηνε, σβήνανε. και έπρεπε να το ξαναενώσουμε, τα καρβουνάκια αυτό, θετικό και αρνητικό, για να ανάψουμε για να βλέπει ο κόσμος όξω την προβολή.

Ι.Π.:

Σας είχε τύχει, δηλαδή, να κοιμηθείτε και να σας φωνάζουν από κάτω.

Δ.Β.:

Μια φορά και δυο; Τι να κάνουμε, άμα είσαι ώρες εκεί και είναι… Ήτανε ο ήχος της μηχανής, όπως δούλευε, σε νανούριζε εκεί, άμα ήσουν και κουρασμένος σε έπιανε ο ύπνος.

Ι.Π.:

Και στον θερινό κινηματογράφο, όταν τον ανοίξατε, πήρατε καινούργια μηχανή, για να έχετε και εκεί πέρα;

Δ.Β.:

Όχι, την ίδια είχα την "Fedi", το κάρβουνο. Την τελευταία πήρα και μείνανε… Βλέπεις, είναι σε άριστη κατάσταση η μηχανή αυτή, και αυτή και η άλλη που ‘χουμε. Σε άριστη κατάσταση.

Ι.Π.:

Δηλαδή, άμα θέλατε θα μπορούσατε να την επαναλειτουργήσετε;

Δ.Β.:

Δεν έχει φιλμ τώρα. Και να θέλεις τι… Γιατί δεν έχει τίποτα η μηχανή, είναι εντάξει, αλλά δεν έχει πια φιλμ.

Ι.Π.:

Εσάς [00:25:00]πώς σας φάνηκε η μεταστροφή στα ψηφιακά μηχανήματα;

Δ.Β.:

Τώρα εγώ τα εγκατέλειψα, δεν ενδιαφέρομαι καθόλου, δεν μπορώ, δεν έχω και καλή όραση και δεν μπορώ. Είναι τώρα ο γιος μου που, τέλος πάντων, γιατί έχει πάει και... Στα κομπιούτερ έχει, είχε πάει σε σχολή.

Ι.Π.:

Εδώ, πότε σταματήσατε τις προβολές με φιλμ;

Δ.Β.:

Άμα πήρα σύνταξη, ανάλαβε ο γιος μου και τώρα είναι… Τώρα, κάπου 28 χρόνια τώρα δουλεύει εκείνος.

Ι.Π.:

Άρα, ο γιος σας ξεκίνησε απευθείας να προβάλλει τις ταινίες ψηφιακά;

Δ.Β.:

Όχι. Ήτανε και με το κάρβουνο-

Ι.Π.:

Α, ήτανε.

Δ.Β.:

Και με το κάρβουνο, ύστερα στη λυχνία.

Ι.Π.:

Τη γνώση, δηλαδή, την περάσατε.

Δ.Β.:

Ναι, ναι, αλίμονο. Και πιο μπροστά που εργαζόμουν εγώ με βοηθούσε.

Ι.Π.:

Ποια θα λέγατε ότι ήταν η περίοδος αιχμής εδώ πέρα, του κινηματογράφου;

Δ.Β.:

Μέχρι να βγει η τηλεόραση, ήτανε πάρα πολύ καλή αυτή… Με την τηλεόραση, άλλαξε το πράγμα. Ύστερα, βγήκανε τα δισκάκια που πουλούσανε τα μαγαζιά αυτά, τις διάφορες ταινίες και μας κάμανε μεγάλη ζημιά.

Ι.Π.:

Δηλαδή, η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήταν η τηλεόραση και μετά τα-

Δ.Β.:

Τα βιντεοκλάμπ, αυτά που ήτανε. Έμπαινε μέσα, έπαιρνε ένα ποτό, έναν καφέ και έβλεπε μια ταινία, την ίδια ταινία έπαιζα και εγώ. Είχε…. Μας είχανε τρελάνει τότες αυτά τα βιντεοκλάμπ. Αλλά να ξέρεις όμως, ένα πράγμα: ότι ο κινηματογράφος αρρωσταίνει, αλλά δεν πεθαίνει. Ούλα αυτά… Πηγαίνεις πάντα. Άμαν έχεις καλή ταινία, θα ‘ρθουν στον κινηματογράφο να τη δούνε. Ο καλός κόσμος, δεν λέω, να πούμε, οι ηλικιωμένοι και οι αγράμματοι. Αυτοί που μπορούν να ειδούν μια ταινία και θέλουν να ειδούνε μία ταινία, θα ‘ρθουν στον κινηματογράφο να τη ειδούνε. Και παρακολουθούνε τώρα… Εν τω μεταξύ, και οι εταιρίες διαφημίζουν το έργο, με τα trailer, με αυτό… Και είναι ενήμερος ο κόσμος τις ταινίες, έχουνε τη δυνατότητα να κατεβάσουν το trailer, να το ειδούνε, της ταινίας, και κάνει επιλογή. Και βλέπουνε εκεί… Εμείς τώρα εδώ, ας πούμε, βγαίνουμε ένα feuille volante, διανέμουμε 5.000 κομμάτια και γυρίζουμε σ’ όλο το και δίνουμε τα περιβολάκια, το ξέρει ο κόσμος, και έρχονται στο σινεμά.

Ι.Π.:

Είναι πολύ ωραίο και ελπιδοφόρο αυτό που είπατε, γιατί δεν πρέπει να κλείσουνε αυτοί οι χώροι και να εκλείψουν-

Δ.Β.:

Ε, βέβαια.

Ι.Π.:

Εσείς γιατί πιστεύετε ότι ένας άνθρωπος προτιμά να έρθει στο σινεμά απ’ ό,τι να τη δει στο σπίτι.

Δ.Β.:

Ε, βέβαια, είναι κρίμα να κλείσουνε τώρα. Είναι πολιτισμός ο κινηματογράφος. Τι να πεις… Ε, γι’ αυτό προσπαθούμε, βάζουμε ταινίες, επιλογή. Τώρα, έχει και καλά έργα, εμπορικά έργα.

Ι.Π.:

Είναι μόνο οι ταινίες που προσελκύουνε τον κόσμο σε έναν κινηματογράφο;

Δ.Β.:

Είναι κοσμική συγκέντρωση. Η γυναίκα θα έρθει ντυμένη όπως πάει και στην εκκλησία, στο σινεμά. Ε, κάπως ξεφεύγει, αλλάζει, έρχεται… Δεν μπορεί όλη την ώρα να πααίνει σα ‘δω και σα ΄κει. Καλά είναι να έρχονται και στον κινηματογράφο.

Ι.Π.:

Είναι κοινωνική εμπειρία δηλαδή.

Δ.Β.:

Ε, ναι.

Ι.Π.:

Και εσείς είπατε ότι υπάρχει μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα στον κινηματογράφο σας. Είπατε ότι κλείνουνε παρέες τραπεζάκια στο θερινό;

Δ.Β.:

Το θερινό δε... Μπαίνουνε μέσα και τα χάνουνε. Ιδίως οι ξένοι. Μα οι ξένοι, κοίτα ‘δω να δεις, δεν έχουν θερινοί, γιατί στην πατρίδα τους είναι συνέχεια βροχές, το ένα τ’ άλλο, είναι το κλίμα τέτοιο που δεν μπορεί να σταθεί κινηματογράφος, και εδώ στην Ελλάδα. Και εδώ στην Ελλάδα, ας πούμε, Μακεδονίες ή Στερεά Ελλάδα, ξέρω ‘γώ. Εγώ ρωτάω που μου ‘ρχονται απ' όλα τα σημεία για παραθερισμό το καλοκαίρι... Είχε έρθει ένας από την Πάτρα, και ήρθε και τα ‘χασε στο χωριό μας. Του λέω: «Καλά, ρε, δεν έχει;». «Δεν έχει -μου λέει- θερινοί». Και η Αθήνα οι πιο πολλοί οι θερινοί, εκμετάλλευσή Δήμων είναι. Δεν συμφέρνει ένα τέτοιο [00:30:00]τεράστιο οικόπεδο να το έχει κινηματογράφο, να δουλεύει, δηλαδή, 3-4 μήνες το καλοκαίρι; Δεν συμφέρνει. Το δίνει αντιπαροχή, και παίρνει 2-3 διαμερίσματα και κάθεται και παίρνει τα ενοίκια, κατάλαβες;

Ι.Π.:

Στον δικό σας κινηματογράφο τι πιστεύετε ότι τους αρέσει τόσο πολύ;

Δ.Β.:

Το πράσινο, είναι καθαρά όλα. Αυτό το... Τους αρέσει τα τραπεζάκια. Ύστερα, εν τω μεταξύ, στον θερινό, όπως είναι με τα τραπεζάκια, παίρνουμε από διπλανό χωριό, απ’ τη Χώρα, ένα μαγαζί και φτιάχνει πίτες, σουβλάκια, κοτόπουλα, σαλάτες -ό,τι γυρέψεις. Και έρχονται εκεί, δηλαδή, ένας επαγγελματίας από ένα χωριό, κλείνει το μαγαζί, δεν πάει στο σπίτι του να φάει, έρχεται στο σινεμά, βλέπει το έργο, τρώει κιόλας και γίνεται, δηλαδή, σαν πανηγύρι κάθε βράδυ είναι. Αυτή είναι η πρωτοτυπία που έχουμε εμείς εκεί. Τρώει κι ύστερα τους λουκουμάδες απάνω, ε, τι άλλος θέλει;

Ι.Π.:

Είναι μια βραδιά ψυχαγωγίας από κάθε άποψη, ας πούμε.

Δ.Β.:

Ναι, ναι, ναι.

Ι.Π.:

Και ποιος το φροντίζει τον θερινό που είναι έτσι περιποιημένο;

Δ.Β.:

Α, εμείς! Εμείς. Καλά, φέτο είχαμε και μια κυρία που δούλευε, την πληρώναμε κανονικά με τα ένσημα, τα πάντα. Γιατί, ας πούμε, άμα είναι 100 άτομα -παράδειγμα, λέω εγώ-, αυτά τα πιάτα θέλουνε πλύσιμο, δεν τα έχουμε… Σε πιάτα ωραία, με τα τραπεζάκια, με τραπεζομάντηλα, τα πάντα, είναι, δηλαδή, πολύ σενιαρισμένο.

Ι.Π.:

Με μεράκι.

Δ.Β.:

Ναι.

Ι.Π.:

Εσείς τι κάνετε δηλαδή εκεί πέρα;

Δ.Β.:

Ε, εγώ είμαι εκεί πέρα, ό,τι βλέπω αυτό το διορθώνω. Ύστερα, ποτίζουμε οι βασιλικοί. Οι βασιλικοί θέλουνε φροντίδα, κάθε μέρα, θέλει πότισμα, δεν είναι… Ο βασιλικός θέλει νερό κάθε μέρα, κάθε μέρα -και ήλιο.

Ι.Π.:

Εσείς τους προσέχετε τους βασιλικούς;

Δ.Β.:

Όλα αυτά, ναι.

Ι.Π.:

Που είναι έτσι πλούσιοι και… Από πού, πού τους βρήκατε αυτούς τους βασιλικούς;

Δ.Β.:

Ε, πουλάνε φυτά, και τα περιποιούμαι αυτά εγώ.

Ι.Π.:

Κάτι που μου είχατε αναφέρει την προηγούμενη φορά, ότι είχατε φέρει έναν και απ’ το Άγιο Όρος;

Δ.Β.:

Ναι, πήγαινα στο Άγιο Όρος και έπαιρνα από ‘κει.

Ι.Π.:

Και είχατε μεταφυτεύσει εδώ.

Δ.Β.:

Ε, ναι, ναι, ναι.

Ι.Π.:

Εσείς έχετε κάποια πολύ αγαπημένη ταινία που έχετε παίξει εδώ;

Δ.Β.:

Τώρα, εγώ δεν έχω χρόνο να κοιτάξω αυτό, γιατί είμαι και στα εισιτήρια ύστερα και βοηθάω μέσα την παρασκευή για τους λουκουμάδες, δεν κοιτάζω... Ούτε και πια έχω το απ' αυτό... Μα, δεν βλέπω και καλά τώρα, δεν βλέπω και καλά, δεν μπορώ να ειδώ έργο. Δεν έχω πια αυτό να κοιτάξω.

Ι.Π.:

Πόσα χρόνια, δηλαδή, είστε εσείς σε αυτόν τον χώρο, σ' αυτήν τη δουλειά;

Δ.Β.:

Πολλά χρόνια. Έχω πάρει σύνταξη τώρα 28 χρόνια. Φαντάσου, πόσα δούλευα, εργάσιμα.

Ι.Π.:

Αλλά συνεχίζετε να δουλεύετε, ουσιαστικά. Κόβετε τα εισιτήρια...

Δ.Β.:

Ε, ναι, ε, ναι, τι... Η εργασία είναι, τον άνθρωπο, τον οργανισμό, τον κρατάει γερό. Δεν... Είναι κακό πράμα να πάρεις σύνταξη και να πιάσεις τον καναπέ, τελείωσες. Ή το καφενείο. Θα πάω και στο καφενείο, αλλά όχι… Κάθε μέρα, ασχολούμαι μες στον κινηματογράφο ή και με τον κήπο, και περνάω τη μέρα μου ευχάριστα, έτσι το βλέπω.

Ι.Π.:

Οι πελάτες σας τώρα κυρίως από πού είναι; Εδώ τον χειμώνα; Πέραν από αυτούς που αναφέρατε-

Δ.Β.:

Από όλα τα χωριά έρχονται.

Ι.Π.:

Έρχονται, ε;

Δ.Β.:

Έρχονται απ' όλα τα χωριά. Βέβαια, τον χειμώνα, έχει και κακές μέρες που βρέχει και με τα πολλά κρύα δεν βγαίνει ο κόσμος, αλλά, τέλος πάντων, τώρα θα αρχίσουμε να παίζουμε και για τα παιδάκια ειδικές προβολές, ειδικά. Παίζουμε Σαββατοκύριακο παιδικές προβολές, ταινίες παιδικές.

Ι.Π.:

Είναι πολύ ωραίο αυτό, γιατί με νέες ιδέες διατηρείται και ζωντανός ο χώρος.

Δ.Β.:

Ε, ναι.

Ι.Π.:

Εσάς γιατί σας αρέσει τόσο πολύ ο κινηματογράφος, μπορείτε να το προσδιορίσετε;

Δ.Β.:

Ε, αφού είναι η οικογενειακή παράδοση, είναι δυνατόν να το εγκαταλείψω εγώ; Είναι η τέταρτη γενιά τώρα που ο γιος μου [00:35:00]συνεχίζει.

Ι.Π.:

Έχετε, δηλαδή, ένα συναισθηματικό δέσιμο;

Δ.Β.:

Ε, έχουμε δεθεί τώρα με τη δουλειά αυτήν.

Ι.Π.:

Κύριε Δημήτρη, εμένα με καλύψατε πλήρως. Νομίζω ότι έχουμε πάρει μια καθαρή εικόνα της ιστορίας του χώρου και της δικής σας σχέσης με τον κινηματογράφο. Δεν ξέρω αν θέλετε εσείς να προσθέσετε κάτι που δεν καλύψαμε;

Δ.Β.:

Όχι, τι να πω;

Ι.Π.:

Άμα θέλετε να πείτε μια κατακλείδα, αλλιώς μπορούμε να τελειώσουμε εδώ την κουβέντα μας.

Δ.Β.:

Ναι, ναι.

Ι.Π.:

Ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας μιλήσατε-

Δ.Β.:

Να ‘στε καλά, να ‘στε καλά.