© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η τέχνη της αγιογραφίας ως αντίδοτο στις προκλήσεις της νεφροπάθειας

Istorima Code
25549
Story URL
Speaker
Κωνσταντίνος Σαμαράς (Κ.Σ.)
Interview Date
19/09/2023
Researcher
Ιωάννα Βελλίδου (Ι.Β.)
Ι.Β.:

Καλημ[00:00:00]έρα.

Κ.Σ.:

Καλημέρα.

Ι.Β.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Κ.Σ.:

Ναι, Σαμαράς Κωνσταντίνος.

Ι.Β.:

Είναι Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου του 2023. Είμαι η Ιωάννα Βελλίδου, ερευνήτρια για το Istorima. Είμαι μαζί με τον Κώστα Σαμαρά στο σπίτι μου στην Κορησό και ξεκινάμε. Κύριε Κώστα, θα μας πείτε δυο λόγια για εσάς;

Κ.Σ.:

Τι να πω; Ημερομηνία, πότε γεννήθηκα και...

Ι.Β.:

Ας ξεκινήσουμε λίγο από πού κατάγεστε και πού mεγαλώσατε.

Κ.Σ.:

Κατάγομαι από τη Λιθιά, ένα χωριό της Καστοριάς. Γεννήθηκα τον Νοέμβριο, στις 6 του μηνός, το 1962. Αυτά, μετά πήγα δημοτικό σχολείο εδώ στη Λιθιά, γυμνάσιο και λύκειο στην Καστοριά. Μετά άρχισα να δουλεύω, γούνα δούλευα, όπως όλος ο κόσμος εδώ στην Καστοριά, ώσπου παρουσιάστηκε αυτό το πρόβλημα με την υγεία μου, διέγνωσαν οι γιατροί χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η οποία ήταν χρόνια αρρώστια, δεν θα θεραπεύονταν ποτέ και με στείλανε σε μεγαλύτερο νοσοκομείο στην Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί υπήρχαν οι κατάλληλοι γιατροί. Αυτοί αποφάσισαν να με βάλουν να κάνω αιμοκάθαρση με τα μηχανήματα και έτσι, από το 2000 –όχι, από το 1987– ξεκίνησα να κάνω αιμοκάθαρση. Και πέρασαν 37 χρόνια από τότε και είμαι εδώ ακόμα, ζωντανός.

Ι.Β.:

Θα θέλατε να μου πείτε λίγο με τι ασχολούνταν οι γονείς σας;

Κ.Σ.:

Ο πατέρας μου ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος, όπως και όλη η οικογένεια. Μετά ο πατέρας μου δεν έζησε πολλά χρόνια, όταν ήμουνα 6 χρονών πέθανε, ο πατέρας μου ήταν 37 ετών. Και έτσι ζούσαμε μόνοι. Η μάνα μου πήγε 5 χρόνια στη Γερμανία, η γιαγιά εδώ μας μεγάλωσε. Μετά γύρισε η μητέρα μου και αυτή ήταν η οικογένειά μου.

Ι.Β.:

Το οικογενειακό σας περιβάλλον πώς θα το χαρακτηρίζατε;

Κ.Σ.:

Καλό ήτανε, υπήρχε η αγάπη μαζί μας, η συνεννόηση. Μετά και δεν μαλώναμε τη μητέρα μου, γιατί πέρασε πολλά πράγματα άσχημα με τον πατέρα μου, με αυτά και ήμασταν μια ήσυχη οικογένεια, αγροτική και ζούσαμε στο χωριό μια χαρά. Εκτός την έλλειψη του πατέρα μου, που ήταν σημαντική και ειδικά η μητέρα μου κάθε μέρα το σκεφτόταν, την καταλαβαίναμε ότι ήταν στεναχωρημένη. Και εκείνα τα χρόνια υπήρχαν διάφορες προλήψεις, ότι έπρεπε να φοράει μαύρα ρούχα, δυο-τρία χρόνια δεν βγήκε έξω από το σπίτι καθόλου. Μετά σιγά-σιγά άρχισε να χαλαρώνει αυτό, πήγε στη Γερμανία μερικά χρόνια δούλεψε, ξαναγύρισε, γιατί μας είχε αφήσει εδώ με τον παππού και τη γιαγιά και αυτή δεν άντεχε χωρίς εμάς, πήγε και γύρισε πάλι. Και έτσι πορεύτηκε η οικογένεια. Αλλά από τότε που αρρώστησα εγώ, ήτανε μεγάλο χτύπημα και αναγκαστήκαμε να φύγουμε από εδώ γιατί δεν είχε τότε μονάδα αιμοκάθαρσης η Καστοριά ούτε η Κοζάνη. Νοικιάσαμε σπίτι στη Θεσσαλονίκη όπου εκεί έκανα τη θεραπεία της αιμοκάθαρσης.  Μετά από έξι χρόνια έκανα μεταμόσχευση νεφρού, ήταν συμβατή η μητέρα μου, δότρια, αλλά είχε οριακή συμβατότητα, με αποτέλεσμα να μην πάει καλά η μεταμόσχευση. Κράτησε δυο χρόνια και μετά συνέχισα να κάνω αιμοκάθαρση, αλλά άνοιξε η μονάδα αιμοκάθαρσης στην Κοζάνη και με δέχτηκαν εκεί και ήμουν πιο κοντά με το σπίτι μου και πήγαινα με το δικό μου το αμάξι. Με το δικό μου! Δεν είχα, βέβαια, εγώ λεφτά να πάρω, ο αδελφός μου μού δάνεισε λίγα χρήματα, πήρα ένα αμάξι για να πηγαίνω στην Κοζάνη για την αιμοκάθαρση. Μετά από δέκα χρόνια ήρθα, έγινε η μονάδα αιμοκάθαρσης στην Καστοριά. Βέβαια, το πρόβλημα είχε λυθεί κατά 70% και εκείνο το διάστημα άρχισα να ασχολούμαι με την αγιογραφία, αφού μου είχε δείξει κάποιος αγιογράφος, γείτονας όταν μέναμε στη Θεσσαλονίκη και μου κόλλησε αυτό με τη ζωγραφική. Άρχισα να παίρνω βιβλία, να παρακολουθώ εικόνες, τοιχογραφίες, πήγα και σε έναν ζωγράφο εδώ στην Καστοριά, μου έδειξε μερικά πράγματα –τον Ρήμο τον Κώστα– και από τότε συνέχισα με στόχο αυτό, να μπορέσω να ζωγραφίσω. Τελικά ήρθα σε καλό επίπεδο γύρω από τα θέματα της ζωγραφικής. Άνοιξα ένα εργαστήρι στη Λιθιά, στο χωριό, εντάχθηκα σε ένα πρόγραμμα, το Leader, δυο φορές πήρα επιδότηση και αγόρασα διάφορα εργαλεία που χρειάζονταν, ένα φωτιστικό με μεγεθυντικό φακό και διάφορα άλλα που σκαλίζουν τα ξύλα, για να μπορώ να κάνω τα σχέδια στα ξύλα των εικόνων και η χαρά μου και η αγάπη μου ήταν οι εικόνες. Έτσι προχώρησε η ζωή μου για μερικά χρόνια, ώσπου είδα μια προκήρυξη που ζητούσαν άτομα για θέση στο Δημόσιο, στην Αγροτική Τράπεζα, στη ΔΕΗ και στον ΟΤΕ. Εγώ είχα πολλά μόρια, γιατί είχαν περάσει δεκαεφτά χρόνια τότε, δώδεκα Θεσσαλονίκη, Κοζάνη και μερικά που έκατσα εδώ και ήμουν σίγουρος ότι κάπου θα περάσω. Πέρασα βέβαια, ήμουν πρώτος στα μόρια και επέλεξα να πάω στην τράπεζα να δουλέψω. Συγχρόνως, σταμάτησα την έναρξη εργασιών του εργαστηρίου και δούλευα τις ελεύθερες ώρες πάλι, παράνομα βέβαια, αλλά όποιος μου ζητούσε καμία εικόνα, του την έφτιαχνα. Μετά γνώρισα κάποια κυρία, η οποία ήταν και αυτή πολύ καλή ζωγράφος και δουλεύαμε εδώ στην Καστοριά μαζί. Εγώ ετοίμαζα τα ξύλα, αυτή ζωγράφιζε, τη βοηθούσα και εγώ όπου είχε δυσκολίες. Και διορίστηκα μετά –όχι διορίστηκα, με σύμβαση ήταν–, δούλεψα 3 χρόνια στον ΟΑΕΔ Καστοριάς, δίδασκα αγιογραφία. Εκείνο το διάστημα, με την κυρία αυτή που σας είπα ότι ήταν καλή αγιογράφος ανοίξαμε μαγαζί στη Σαντορίνη, με τουριστικά. Εγώ, βέβαια, δεν μπορούσα να είμαι μόνιμα εκεί, ήταν η Μαρία –έτσι λεγόταν– εκεί. Εγώ πήγαινα, Παρασκευή πήγαινα, Δευτέρα γύριζα κάθε εβδομάδα και μου άρεσε πολύ αυτό. Τα είχα ξεχάσει όλα και την αιμοκάθαρση, απλά περίμενα πότε θα έρθει η Παρασκευή να πάω στη Σαντορίνη. Ήταν εφτά χρόνια, ήταν πάρα πολύ καλά. Μετά διορίστηκα και στην τράπεζα που σας είπα, ήμουν και πρώτος στα μόρια, συνέχισα τη δουλειά και στην τράπεζα. Με τις εικόνες άρχισα να σταματάω τη ζωγραφική, γιατί δεν προλάβαινα. Μου ζητούσε η Μαρία: «Θέλω δέκα εικόνες την εβδομάδα». Δεν μπορούσα να κάνω αιμοκάθαρση, να δουλεύω στην τράπεζα, να κάνω και αυτό. Της είπα: «Αποχωρώ εγώ. Κράτησέ τα όλα, βρες άλλο συνεργάτη». Και έτσι σταματήσαμε τότε, βέβαια το τηλέφωνο πάντα μιλούσαμε και έφτασα στο σημείο να πάρω σύνταξη από την τράπεζα, δεκαπέντε χρόνια έπρεπε να δουλέψω εκεί και δικαιούμουν μετά πλήρη σύνταξη. Πήρα τη σύνταξη γεμάτος χαρά τότε: «Θα έχω χρόνο -λέω- να ζωγραφίζω, να κάνω ξυλόγλυπτα, να ψαρεύω». Το ψάρεμα ήταν και αυτό μια δραστηριότητα που μου άρεσε πολύ. Τελικά τα έχασα και αυτά και το ψάρεμα και τη ζωγραφική, γιατί με έπιασε μια τενοντίτιδα στον ώμο, όπου είχα και έχω φοβερούς πόνους και το χέρι μου πρέπει να είναι ξεκούραστο. Απαγορεύεται να κάνω και αυτή την κίνηση με το πινέλο, να ζωγραφίζω, απαγορεύεται να πετάω το καλάμι με το ψάρεμα και έτσι τώρα ασχολούμαι μόνο με τα πολιτικά, εδώ στον δήμο μας όμως, όχι παραπάνω. Μου αρέσει και αυτό, έξι φορές έχω εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος, τώρα είναι η έβδομη, γιατί μιλάμε παραμονές εκλογών και μακάρι να πάνε όλα καλά τώρα. Τώρα αυτά, μπορεί να ξέχασα και μερικά πράγματα, αυτή ήταν όλη η ιστορία της ζωής μου. Βέβαια, με πλήγωνε και με στεναχωρούσε που αρρώσταινα, αλλά και μέσα από την αρρώστια, από το κακό, πάντα υπάρχει καλό. Αν δεν αρρώσταινα, δεν θα με παίρνανε στην τράπεζα. Βέβαια, όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο να δουλεύεις σε τράπεζα, αλλά εμένα μου έλυσε το οικονομικό πρόβλημα και δεν θα ασχολούμουν και με τη ζωγραφική. Αυτή είναι, εν ολίγοις, η ζωή, η ζωή η δική μου. Τώρα, πιθανόν λεπτομέρειες να έχω ξεχάσει.

Ι.Β.:

Είχατε κάποια ερεθίσματα καλλιτεχνικά από τα παιδικά σας χρόνια, που σας οδήγησαν;...

Κ.Σ.:

Είχα, πάντα μου άρεσε να βλέπω πίνακες ζωγραφικής. Δεν χωρούσε, ούτε καν περνούσε η σκέψη μου ότι μια μέρα θα ζωγραφίζω και θα έχω εργ[00:10:00]αστήρι, γιατί οι δραστηριότητες τότε ήταν οι αγροτικές και η γούνα, αυτές ήταν οι δουλειές στο χωριό. Αλλά η ζωή τα έφερε έτσι ότι να ασχοληθώ και με αυτό.

Ι.Β.:

Στο σχολείο ή εκτός του σχολείου, κάνατε κάποια δραστηριότητα που να σας ώθησε τελικά στη ζωγραφική;

Κ.Σ.:

Όχι, αλλά αυτό ήταν μόνο που μου άρεσε, να βλέπω πίνακες, μου άρεσε να έχω ένα στυλό στο χέρι και να κάνω διάφορα τετράγωνα, διάφορα σχήματα, στρογγυλά, αλλά δεν τολμούσα να πω, ούτε καν περνούσε από το μυαλό μου ότι θα γίνω ζωγράφος. Αλλά αυτό, σας είπα, όταν ήμουν Θεσσαλονίκη ήταν ένας γείτονας κάτω από το σπίτι μας έμενε και από αυτόν πήρα το πρώτο ερέθισμα. Και εκεί μόλις πήγα, με μάγεψε αυτό το πράγμα, δηλαδή άρχισα να κάνω τις μεγάλες επιφάνειες, σιγά-σιγά τις λεπτομέρειες και μου άρεσε. Είχα το νου μου συνέχεια εκεί, έπαιρνα βιβλία, διάβαζα, διάβαζα βιογραφίες ζωγράφων, αγιογράφους και με μάγεψε μπορώ να πω. Και από τότε και πέρα ήθελα να ασχολούμαι μόνο με πινέλα και χρώματα. Και οι εμπνεύσεις για ένα έργο ερχόταν ξαφνικά και έτσι έκανα. Στην αρχή ζωγράφιζα αυτή, τη ρεαλιστική ζωγραφική, μετά άρχισαν οι εικόνες, μετά μου άρεσε πάρα πολύ η ξυλογλυπτική, να κρατάω ξύλο στο χέρι ήθελα. Και ήταν πολύ σημαντικό για μένα, ένα κομμάτι ξύλο να το κάνεις έργο τέχνης. Και συγκεκριμένα, ο ανιψιός μου –του αδερφού μου το παιδί–, μικρό ήταν τότε, σκάλιζα εγώ το ξύλο και άρχισε να φαίνεται η μορφή του προσώπου και μού λέει: «Θείο, τι κάνεις; Το ζωντανεύεις το ξύλο;». Και μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η έκφραση. Και αυτά συνέβαιναν, βέβαια, από τότε που άρχισα να ζωγραφίζω ήμουν πάντα χαρούμενος, χωρίς να σκέφτομαι την αιμοκάθαρση. Με ταλαιπωρούσε βέβαια αυτό, αλλά και την ώρα της αιμοκάθαρσης σκεφτόμουν: «Θα κάνω αυτό, έτσι θα το σχεδιάσω, αυτά τα χρώματα θα χρησιμοποιήσω» και περνούσε πολύ ευχάριστα. Μετά μου άρεσε να διαβάζω–. Μου άρεσε πολύ, όπως είπαμε, αυτό και ο χρόνος μου στην αιμοκάθαρση μου φαινόταν, δεν καταλάβαινα πώς περνούσαν οι 4 ώρες. Μετά, επίσης, παρακολουθούσα μία εκπομπή στην ΕΡΤ3 τότε, ζωγράφιζε κάποιος Άγγλος ζωγράφος, ο Μπομπ Ρος αν τον έχεις ακουστά, ο οποίος ζωγράφιζε με πολύ εύκολο τρόπο, με μεγάλα πινέλα έκανε τις επιφάνειες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν καταπληκτικό. Αγόρασα όλα τα πινέλα που χρησιμοποιούσε και τα χρώματα. Έκανα και εγώ μερικά, έκανα, αλλά η δική του ευχέρεια ήταν πολύ καλύτερη από τη δική μου, δηλαδή σε 10 λεπτά έκανε έναν πίνακα ζωγραφικής. Αυτόν παρακολουθούσα και είχαμε και τηλεόραση και όλες οι ασχολίες μου ήταν γύρω από τη ζωγραφική, την αγιογραφία και την ξυλογλυπτική. Μετά μάζευα περίεργα ξύλα στο εργαστήρι μου, τα κρατούσα και κάποια στιγμή τα έφτιαχνα, ή έκανα κανένα ξυλόγλυπτο σχήμα. Μετά μου άρεζαν πολύ οι αιγυπτιακές παραστάσεις, η γραφή τους, κάτι περίεργα ζωάκια και αυτά, τα οποία τα έκανα σε ένα σανιδάκι παλιό μικρό και φαίνονταν λες και ήταν 1000 χρόνων. Μου άρεσε δηλαδή στην αγιογραφία και στο ξύλο να απεικονίζω εικόνες που να δείχνουν ότι είναι πολύ παλιές. Αυτό το έκανα με διάφορα υλικά που υπάρχουν, πατίνες λέγονται. Αλλού πιο σκούρα, αλλού πιο ανοιχτό, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πολύ όμορφο, πολύ όμορφο. Και οι εικόνες που έκανα, οι αγιογραφίες δεν ήταν λατρευτικές όπως αυτές που βάζουν στις εκκλησίες. Εγώ ήθελα να τις έχουν στα σπίτια τους, να μπορεί στο σαλόνι του να βάλει ο άλλος μια εικόνα, να μην είναι θρησκευτική, ή λατρευτική. Απεικόνιζε το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους, αλλά ήταν κάτι άλλο, ήταν κάτι πιο στην τέχνη πήγαινε, παρά στη λατρεία. Έκανα και άλλες, λατρευτικές, αλλά αυτές μου άρεσαν περισσότερο, να είναι σκασμένο το ξύλο, να είναι σπασμένο. Και το αποτέλεσμα μου άρεσε γιατί ικανοποιούσε εμένα το αποτέλεσμα. Τα χρήματα δεν με ενδιέφεραν και πολύ, αλλά έβγαζα αρκετά χρήματα. Και συγκεκριμένα, όταν πήγαινα στην Κοζάνη για αιμοκάθαρση, παράδειγμα μού παράγγελναν πέντε Παναγίες, οι οποίες αυτές τις έκανα με τρόπο–. Μεταξοτυπία λεγόταν, δεν ήταν ζωγραφική, στοίχιζε λίγα λεφτά, 5000 δραχμές η μία. Όταν πουλούσα παράδειγμα πέντε εικόνες, περνούσα από το μοναστήρι της Παναγίας στην Κλεισούρα και έριχνα –είχε ένα που βάζανε λεφτά για την Παναγία– και έριχνα εκεί ένα πεντοχίλιαρο κάθε φορά. Οι μοναχές εκεί με γνώρισαν: «Καλά -λέει-, έχεις τόσα λεφτά;». Με έλεγε η γερόντισσα: «Έχεις και τα ρίχνεις τα πεντοχίλιαρα;». Και της εξήγησα την ιστορία, ότι με βοηθάει, χάρη στην Παναγία τα βγάζω αυτά τα λεφτά. Και μου είπε: «Εντάξει τότε, αφού νιώθεις έτσι, καλά κάνεις». Και όποτε γύριζα σπίτι, αφού έριχνα εκεί χρήματα, έπαιρνα παραγγελία και πιστεύω ότι τα έκανε η Παναγία αυτά τώρα. Πάντως, εγώ αυτή τη σκέψη είχα και με βοηθούσε πάρα πολύ αυτό.

Ι.Β.:

Στη Θεσσαλονίκη, πώς είχατε βρεθεί και γνωρίσατε εκείνον τον γείτονα που σας ενέπνευσε;

Κ.Σ.:

Αυτό λόγω της αιμοκάθαρσης, μέναμε εκεί μόνιμα, στη Θεσσαλονίκη. Το εργαστήρι του ήταν κάτω στο υπόγειο και εμείς ήμασταν έναν όροφο πιο πάνω. Εκεί εγώ μπαινόβγαινα όποτε έφευγε και αυτός με ρώτησε, λέει: «Πώς, ποιοι είστε;». Και τον εξήγησα όλη την ιστορία και μου είπε: «Έλα να πίνουμε κανέναν καφέ». Πήγαινα εγώ και μου λέει: «Θα σου δίνω 5000 δραχμές την ημέρα. Θα με βοηθάς, θα κάνεις τα γεμίσματα». Τα γεμίσματα είναι οι μεγάλες επιφάνειες που δεν χρειάζεται λεπτές γραμμές. Και έτσι ξεκίνησα από εκεί, και εγώ έβγαζα λίγα χρήματα και περνούσε η ώρα, πίναμε εκεί καφέδες, αλλά πηγαίναμε και σε εκκλησίες. Αφού κάτι, ένα κομμάτι τοιχογραφιών που έκανα έχω ζωγραφίσει και στον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης και χαιρόμουν πολύ γι’ αυτό, ήταν μεγάλη χαρά για μένα. Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, αλλά μόνο που του ανακάτωνα τα χρώματα, θεωρούσα ότι έχω και εγώ –όχι έχω, είχα όντως– συμμετοχή και χαιρόμουν πολύ γι’ αυτό.

Ι.Β.:

Πόσο καιρό σας πήρε να συνηθίσετε αυτή την τεχνοτροπία; Να μπορείτε να φτιάξετε–;

Κ.Σ.:

Ναι.

Ι.Β.:

Μια τοιχογραφία;

Κ.Σ.:

Είχε αρκετό χρόνο ώστε να φτάσω σε ένα καλό σημείο. Όχι πολύ υψηλό, ένα καλό σημείο. Γιατί υπάρχουνε… Εμάς τους αγιογράφους που ζωγραφίζουμε έξω δεν μας λένε οι μοναχοί του Αγίου Όρους, δεν μας λένε αγιογράφους, εικονογράφους μας λένε. Και αυτό γιατί στο Άγιο Όρος, όταν ξεκινάει κάποιος αγιογράφος να κάνει μια εικόνα, κάνει 40 μέρες νηστεία, προσεύχεται και μετά παίρνει το Χάρισμα να κάνει την εικόνα. Και γι’ αυτό είναι ευλογημένες οι εικόνες. Ενώ εμάς μας θεωρούν κατώτερη κατηγορία: «Είστε εικονογράφοι». Και όντως, έτσι είναι, αυτοί κάνουν εκεί μόνο λατρευτικές εικόνες, εμένα δεν μου άρεσε αυτό το πράγμα, να κάνω μια εικόνα και να τη βάλουν στην εκκλησία, ήθελα να έχουνε τις εικόνες μου στα σπίτια τους. Και όντως έτσι έγινε, σε πολλά σπίτια υπάρχουν συλλογές από έργα δικά μου. Επίσης, έκανα πολλές επιγραφές ξύλινες, εδώ στην Καστοριά σε πολλά αρχοντικά έχω κάνει. Στου Βέργου, εκεί που ήταν η Σχολή Μουσικών Οργάνων, στο σπίτι του Παπατέρπου που είναι στην παραλία, στη νότια παραλία και εκεί έκανα. Αλλά αυτές θέλουν συνεχώς συντήρηση και το ξύλο αν δεν το συντηρείς, είναι ένα υλικό που χαλάει όταν είναι εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες. Τώρα άλλες χάλασαν, άλλες υπάρχουν. Αυτά.

Ι.Β.:

Η σχέση σας με τη θρησκεία ποια είναι ακριβώς;

Κ.Σ.:

Η σχέση μου, να σας πω. Όταν πρωτοαρρώστησα πήγαινα συνέχεια στην εκκλησία, αλλά τώρα, τα επόμενα χρόνια–. Άσε και με κουράζει και η ασθένειά μου, δεν μπορώ να–. Δεν πάω καθόλου στην εκκλησία, αλλά προσεύχομαι είκοσι φορές την ημέρα. Έχω ανάγκη να προσεύχομαι και να παίρνω βοήθεια από–. Με βοηθάει πάρα πολύ. Δηλαδή σε κάθε στιγμή μπορώ να πω: «Χριστέ μου, ελέησόν με. Παναγία, βόηθα με». Πάντα ζητάω τη βοήθεια.

Ι.Β.:

Επηρέασε με κάποιο τρόπο η αγιογραφία τη σχέση σας με τον Χριστιανισμό;

Κ.Σ.:

Σίγουρα, σίγουρα την επηρέασε, γιατί τα περισσότερα–. Κοίταξε, ένας ζωγράφος δεν τα βγάζει όλα μόνος του. Δηλαδή δεν είναι δημιουργός, ο καλλιτέχνης κλέβει από τους άλλους. Δεν είναι κακό, λίγο παίρνεις από τον έναν, λίγο παίρνεις από τον άλλο. Και εγώ για να μπορέσω να βλέπω εικόνες… Άσε και με τους μαθητές στον ΟΑΕΔ πηγαίναμε στις εκκλησίες της Καστοριάς, αλλά πήγαινα σε μοναστήρια, έβλεπα τοιχογραφίες, εικόνες, τις φωτογράφιζα, τις είχα στο αρχείο μου. Και από όλη αυτή τη δράση με τις εικόνες, έβγαινε σαν απόσταγμα, έβγαινε κάτι καλό. Έκανα την εικόνα που ήθελα εγώ, με φωτοστέφανα, με τέτοια. Αλλά ήτανε θολή έτσι, ξέρεις, ήθελα να φαίνεται ότι ο χρόνος την έχει χαλά[00:20:00]σει. Αυτές οι εικόνες μου άρεσαν πολύ. Και ειδικά πολύ καλοί σε τέτοιες αντιγραφές είναι οι Ιταλοί, είναι φοβεροί στις αντιγραφές. Βέβαια εγώ ούτε καν μπορώ να τους πλησιάσω αυτούς τους μεγάλους, αλλά έμαθα πράγματα από αυτούς, από τις βιογραφίες που διάβαζα όλο και κάτι έμαθα. Υπάρχουν πολλές τεχνικές στην τέχνη που μπορείς να απεικονίσεις κάτι. Βέβαια, το θεωρείς δικό σου και μετά στην αγιογραφία είναι ιεροσυλία να κάνεις κάτι δικό σου. Βέβαια, αυτό εγώ που έφτιαχνα δεν ήταν λατρευτικό, αλλά οι Άγιοι είχαν το όνομά τους, είχαν το φωτοστέφανο, δεν ξέφευγα από αυτή την πορεία. Αλλά μου άρεσε το παλιό, έψαχνα στα σπίτια παλιά ξύλα, τα κρατούσα στην αποθήκη που είχα και όποτε μού ερχόταν έμπνευση, έκανα κάτι. Ή και εγώ ο ίδιος το πάλιωνα το ξύλο. Είχα διάφορα σκαρπέλα και εργαλεία, μετά το έβαφα με πατίνες, είναι ένα χρώμα που το χρησιμοποιούσα πολύ, κάσκα λέγεται αυτό, το κάνει καφέ το ξύλο και φαίνεται όμορφο. Αυτά ήταν τα γύρω από τη ζωγραφική.

Ι.Β.:

Πότε αποφασίσατε να διδαχθείτε από τον Ρήμο στην Καστοριά;

Κ.Σ.:

Αυτό ήταν αφού πήρα το πρώτο ερέθισμα εκεί, που σας είπα, από τον αγιογράφο, Παπαδόπουλος λεγόταν. Μετά ζωγράφιζα και συναντούσα δυσκολίες. Και αυτά για να τα ανακαλύψεις, παράδειγμα για να κάνεις κάτι, μπορεί να χρειαστείς δυο χρόνια και να μη βρεις αυτό που θες. Ενώ ζωγράφος αυτός, έμπειρος, σαν να σου τα έδινε έτοιμα. Παράδειγμα και εγώ είχα μυστικά γύρω από την αγιογραφία, τη ζωγραφική, την ξυλογλυπτική, τα οποία δεν τα έδειχνα στους άλλους, να μην μου κλέψουν αυτά που κάνω. Και μια μηχανή είχα –καμπυλώτομο πριόνι, έτσι λέγεται– όπου τα έκανα τα ξύλα να έχουν λακκούβες και τέτοια. Αυτή, όταν ερχόταν κάποιος στο εργαστήρι μου την σκέπαζα. Αυτήν είχαμε μόνο εγώ και ο Ρήμος, εμένα μου το είπε αυτό ο Ρήμος ότι «Μπορείς να πάρεις αυτή τη μηχανή, να κόβεις τα γράμματα για τις επιγραφές». Αλλά ένα μυστικό που είναι πολύτιμο για σένα, αν το μάθουν όλοι, παύει να είναι πολύτιμο μετά. Και έτσι προσπαθούσα να τα κρύβω, αλλά δεν μπορείς να τα κρύψεις, γιατί βλέπανε την επιγραφή πώς ήταν φτιαγμένη και κάποιος που ήταν σχετικός με αυτά, μάθαινε τα μυστικά. Εντάξει, κι εγώ έκλεβα από άλλους τα χρώματα, πώς στήνανε ένα έργο, πώς το κάνανε, έκλεβα κι εγώ. Δεν είναι κακό, στη ζωγραφική τα πιο πολλά τα κλέβεις παρά τα ανακαλύπτεις μόνος. Γιατί για να ανακαλύψεις κάτι που έχει κάνει ένας άλλος, μπορεί να περάσουν και δυο χρόνια και να μην το μάθεις, ενώ έτσι το βρίσκεις έτοιμο, που λέμε. Δεν είναι κακό όμως αυτό, όλοι το κάνουν, όλοι κλέβουμε ο ένας από τον άλλο.

Ι.Β.:

Τι σας ώθησε να ανοίξετε το εργαστήρι σας;

Κ.Σ.:

Μετά ήτανε και ο βιοπορισμός, πώς να το πω; Έπρεπε να κάνω μια δουλειά για να μπορώ να ζω. Και αυτό ύστερα ήταν. Μετά, αφού όταν δούλευα στην τράπεζα δεν ήταν το κίνητρο τα χρήματα, αφού είχα εξασφαλίσει τα προς το ζην, ο μισθός ήταν πολύ καλός, μου έφτανε και έκανα πράγματα που μου άρεσαν εμένα. Αλλά και εκείνα τα αγοράζανε πολύ πιο ακριβά από ό,τι τα πουλούσα όταν είχα ανάγκη να βγάλω λεφτά. Δηλαδή, παράδειγμα, μια εικόνα που είναι στη συλλογή μιας οδοντιάτρου εδώ στην Καστοριά –αυτή λέγεται Τζίμα, η οδοντίατρος, το όνομά της δεν το θυμάμαι– έχει μια Παναγία που την έκανα σε ξύλο φλαμουριού, το οποίο το βρήκα εδώ στο βουνό το δικό μας, της Λιθιάς. Σκαλισμένη, ήταν και σκαλισμένη και ζωγραφισμένη και της άρεσε τόσο πολύ και την πήρε, την έχει στο ιατρείο της, στο οδοντιατρείο. Και όταν πια βλέπω μου αρέσει να βλέπω έργα μου σε τοίχους, σε–. Άλλες φορές τα δημοσιεύουν και στα ηλεκτρονικά μέσα. Χαίρομαι, μου αρέσει πάρα πολύ. Ειδικά πινακίδες πολλές τις βάζουνε. Είχα κάνει δύο πινακίδες στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στην Καστοριά, εξωτερικές και στις εσωτερικές είχα κάνει, είχα γράψει τον πρώτο σύλλογο που δημιούργησε το μουσείο και τον τελευταίο. Εκεί τα είχα κεντήσει τα ξύλινα γράμματα, ήτανε μικρά, αλλά ήταν πολύ ωραία εικόνα, πάρα πολύ ωραία. Η εικόνα ήταν μαγική, έλεγες: «Πώς τα έκοψε αυτός ο άνθρωπος αυτά τα γράμματα;». Και ήταν καφέ το ξύλο, χρυσά τα γράμματα και έδειχνε πολύ ωραία. Είχα βάλει και πρόκες γύρω-γύρω. Ακόμα υπάρχει αυτή εκεί στο μουσείο και ήταν πανέμορφη και εκείνη.

Ι.Β.:

Πού αλλού μπορεί κάποιος να δει έργα σας;

Κ.Σ.:

Έργα στην Καστοριά, σε αρχοντικά και σε ιδιωτικές συλλογές. Επίσης και στο εργαστήρι έχω μερικά, αλλά αυτά είναι αυτά που περίσσεψαν, τα καλά όλα τα έχουν αγοράσει. Και αυτά ξέρω τα λάθη τους, κάποια στιγμή θα τα διορθώσω και θα τα κάνω όπως πρέπει. Ήταν τα πρώτα που είχα κάνει και δεν πουλήθηκαν. Αλλά έχω πολλά έργα, και πολλές επιγραφές υπάρχουν σε καταστήματα στην Σαντορίνη. Παλιά ξύλα από τη θάλασσα, τα κάναμε επιγραφές. Και εκεί με ψάχνουν και τώρα με ψάχνουν, αλλά λέω: «Ο καλλιτέχνης είναι στην άλλη άκρη της Ελλάδας». Και έτσι σταμάτησε η δραστηριότητα αυτή από τη Σαντορίνη. Βέβαια, η συνέταιρος η τότε το έχει ακόμη το μαγαζί και δουλεύει μια χαρά.

Ι.Β.:

Εκεί πώς καταφέρνατε να ισορροπείτε τις υποχρεώσεις σας και να πηγαίνετε και τόσο μακριά μια φορά την εβδομάδα;

Κ.Σ.:

Είχε τότε αεροπορική σύνδεση η Καστοριά. Έκανα μια μέρα πιο νωρίς αιμοκάθαρση, έκανα την Παρασκευή το πρωί, 17:00 η ώρα το απόγευμα έφευγα από το αεροδρόμιο της Καστοριάς, έφτανα Αθήνα κατά τις 18:30. Μετά, 22:00 η ώρα είχε για Σαντορίνη και 22:30, 22:45 ήμουν Σαντορίνη και γύριζα Δευτέρα βράδυ, για να είμαι εδώ, για να πάω Τρίτη πρωί στην αιμοκάθαρση. Βέβαια ήταν λίγο κουραστικό, αλλά μου άρεσε όλη αυτή η διαδικασία. Επίσης μου άρεσε στα αεροδρόμια, έτσι έβρισκα ξένους ανθρώπους και συγκεκριμένα, είχα κάνει κάτι έργα εκεί για το εργαστήρι, τα οποία λέγονται «Πορτρέτα του Φαγιούμ». Τα είχα κάνει σε κάτι ξύλα από ντουλάπια που τα είχα βρει σε ένα παλιό σπίτι και τα είχα τυλιγμένα με αυτό το σελοφάν –πώς λέγεται– φούσκες που έχει, αλλά φαινόταν. Και ήταν κάτι Άραβες με αραβικά ρούχα, τα κοιτούσαν και κάτι μου λέγαν, εγώ δεν κατάλαβα και φοβήθηκα κιόλας, λέω: «Μη μου κάνουν τίποτε». Απλά μού είπαν να το ανοίξω για να το δουν και μου δίνανε αρκετά χρήματα. Είχαν βγάλει ένα μάτσο δολάρια: «Πόσα θες;». Τους λέω: «Δεν γίνεται». Ελληνικά, δεν μπορούσαμε και να συνεννοηθούμε. Μου δίνανε λεφτά: «Όχι -τους λέω-, δικά μου είναι αυτά» και τα πήγα στη Σαντορίνη. Αυτά βέβαια πουλήθηκαν αμέσως εκεί και αυτά τα «Πορτρέτα του Φαγιούμ» δεν τα ήξερε πολύ ο κόσμος και εδώ στην Ελλάδα δεν τα αγαπάνε, δεν τα παίρνουν, περισσότερο Γάλλοι τα παίρνανε. Αυτά τα βρήκανε, όταν πέθαινε κάποιος επιφανής αιγύπτιος πρίγκηπας, βασιλιάς, εκτός από την ταρίχευση που κάνανε στη μούμια, προσάρμοζαν στο πρόσωπο ένα πορτρέτο τέτοιο και τα βρήκανε σε μια Όαση του Φαγιούμ και έτσι ονομάστηκαν «Τα Πορτρέτα του Φαγιούμ». Αυτά είναι συγγενή λίγο με την αγιογραφία τη δικιά μας, αλλά τα κάνουν με μια μέθοδο εγκαυστική, λιώνεις το κερί και αποτυπώνεται μετά πάνω. Και αυτά ήταν από τα καλά έργα που έκανα και ένιωθα και χαρά γιατί τα αγοράζανε, όχι για τα χρήματα, επειδή άρεσαν και τα αγόραζαν. Η συνέταιρος μού έλεγε: «Κάνε Φαγιούμ!». «Δύο χέρια έχω -την λέω- δεν προλαβαίνω». Και έτσι άρχισα να εγκαταλείπω αυτή τη δουλειά, το άφησα το μαγαζί εκεί στη συνέταιρο, η οποία πάει πολύ καλά και εγώ χαίρομαι γι’ αυτό. Γιατί λέω: «Αν ήμουν συνέταιρος και μαζί θα ήμουν και εγώ, θα πήγαινα καλά». Και έτσι εντάξει, και εγώ είμαι ευχαριστημένος. Αλλά πήρα τη σύνταξή μου από την τράπεζα, ήθελα πολύ να ασχοληθώ τώρα με αυτά αλλά δεν μπορώ, αυτή η τενοντίτιδα με έχει πεθάνει. Και έτσι αναμένουμε, άμα γίνει καλά θα κάνουμε πάλι, θα ζωγραφίσω. Αν δεν γίνει…

Ι.Β.:

Ας πάμε λίγο στην πάθησή σας.

Κ.Σ.:

Ναι.

Ι.Β.:

Τι οδήγησε στον εντοπισμό της και σε ποια ηλικία; Μου είπατε στα 26;

Κ.Σ.:

Στα 26 έφτασα στο τελικό στάδιο της νεφροπάθειας. Οι γιατροί μου είχαν πει, όταν προσπαθούσαν να διαγνώσουν από τι έγινε και γιατί δημιουργήθηκε η σπειραματονεφρίτιδα, έτσι λέγεται η ασθένεια και [00:30:00]είχαν πει ότι όταν ήμουν 16-17 χρονών είχα πιει νεφροτοξικά αντιβιοτικά και θεωρούν ότι από αυτό έγινε. Αφού, να φανταστείς, κάθε νεφρός αποτελείται από 300.000 μικρά αγγεία, τα οποία λέγονται «νεφρώνες». Τα αντιβιοτικά, όταν τα πήρα τότε, ένα αγγείο να σπάσει από αυτά, το ένα πληγώνει το άλλο σιγά-σιγά και στα 26 έφτασε στο τελικό στάδιο, δεν δούλευαν καθόλου τα νεφρά και η μόνη αποκατάσταση ήταν η αιμοκάθαρση. Έκανα και μεταμόσχευση μετά, δεν πέτυχε και στη συνέχεια πάλι έκανα αιμοκάθαρση, μέχρι και τώρα.

Ι.Β.:

Πώς αντιμετωπίσατε αυτά τα νέα, όταν τα ακούσατε από τον γιατρό;

Κ.Σ.:

Τότε για μένα ήταν καταστροφικά, δηλαδή έκλαιγα, στεναχωριόμουν, δυο χρόνια δεν είχα βγει έξω από το σπίτι, γιατί άλλαξε όλη η ζωή. Είχα και μια κοπέλα, μάλλον θα αρραβωνιαζόμασταν, δεν την άφηναν οι γονείς της. Εν πάση περιπτώσει και εγώ αν ήμουν, αν είχα ένα κορίτσι δεν θα το άφηνα να παντρευτεί έναν τέτοιο άνθρωπο. Και εκείνα τα χρόνια ο κόσμος δεν ήταν ενημερωμένος για αυτές τις αρρώστιες, αλλά δεν είναι και τόσο τραγικό να είσαι νεφροπαθής. Να, εγώ έχω περάσει 37 χρόνια, άλλοι συνασθενείς έχουν παντρευτεί, έχουν κάνει και παιδιά και είναι κανονικά. Αρκεί να είσαι λίγο προσεκτικός, να κάνεις αυτά που σου λένε. Και εγώ, η ζωή μου ήταν καλή, δεν ήταν φυσιολογική 100%, αλλά ήταν όπως οι άλλοι άνθρωποι και περισσότερο, γιατί εγώ έκανα δυο δουλειές συγχρόνως, και τρεις μπορώ να σου πω. Και αυτό ίσως μου έδινε, αυτή η χαρά που έπαιρνα με κρατούσε και σε καλή κατάσταση. Τώρα είμαι λίγο στεναχωρημένος που δεν μπορώ να ζωγραφίζω και να κάνω. Βέβαια, καλύπτω αυτή την αδυναμία, έχω ένα μπλοκ και σχεδιάζω με μολύβι, με ξύλινα χρώματα. Αυτό είναι πιο ξεκούραστο, δεν με πονάει ο ώμος. Όπως είμαι στο κρεβάτι μου, το έχω δίπλα, άμα μου έρθει να κάνω, κάνω κανένα λουλούδι, κανένα πρόσωπο, οτιδήποτε και έτσι καλύπτω αυτή την ανάγκη μου. Βέβαια άλλο να κάνεις με χρώματα, να έχεις τώρα το τελάρο μπροστά σου, να κάνεις πίσω, να βλέπεις, είναι άλλη η αίσθηση. Αλλά και αυτό με ικανοποιεί λιγάκι, απαλύνει λίγο το πάθος που έχω για τη ζωγραφική.

Ι.Β.:

Πέρα από τη συναισθηματική σας ζωή, τι άλλο στερηθήκατε όταν ξεκίνησε η πάθησή σας;

Κ.Σ.:

Τα πρώτα χρόνια στερήθηκα, αυτά τα χρόνια ήταν χαμένα. Μετά νομίζω δεν στερήθηκα τίποτα, εκτός από τον χρόνο που αφιέρωνα για να κάνω την αιμοκάθαρση, η οποία γινόταν τρεις φορές την εβδομάδα. Και τώρα έτσι γίνεται, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο από τέσσερις ώρες, αυτό. Αυτό τον χρόνο που έχανα όταν πήγαινα εκεί. Κατά τα άλλα δεν στερήθηκα τίποτα και έξω έβγαινα και έτρωγα και έπινα κανένα ποτό και κοπέλες είχα σε όλο το διάστημα αυτό. Αλλά πάλι, ο κόσμος σε βλέπει με το στίγμα του αρρώστου. Παράδειγμα, αυτά είναι τα σημάδια που κάνω αιμοκάθαρση. Όταν πήγαινα στη θάλασσα με ρωτούσαν όλοι: «Τι είναι αυτό; Γιατί είναι έτσι;». Με ενοχλούσε πολύ αυτό το πράγμα. Τώρα να κάθεσαι να εξηγείς, άντε να τα πεις μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα, συνέχεια μπορείς να τα λες; Εντάξει, ο κόσμος δεν το έλεγαν από κακία, ούτε από ρατσισμό πιστεύω, αλλά όταν το βλέπαν, ρωτούσαν έτσι από περιέργεια. Με στεναχωρούσε πολύ αυτό όταν ρωτούσαν, αλλά εντάξει. Και υπήρχαν φορές, όταν βγαίναμε παρέες και έλεγα αυτό το πρόβλημά μου, στις αρχές με αποφεύγανε μετά και φίλοι μου και φίλες, αλλά εντάξει δεν ξέρω πώς νιώθανε. Στην αρχή με στεναχωρούσε, αλλά μετά το πήρα απόφαση, λέω: «Εντάξει, όποιος θέλει να είναι μαζί μου, ας είναι. Όποιος δεν θέλει, έχω τη ζωγραφική παρέα».

Ι.Β.:

Υπήρχε κάποιος άνθρωπος που να στάθηκε δίπλα σας σε όλη αυτή τη διαδικασία μέχρι;...

Κ.Σ.:

Ναι, υπήρχε και μετά την αιμοκάθαρση. Υπήρχε μια κυρία η οποία την αγαπούσα και την αγαπώ ακόμα. Ήταν τα καλύτερα χρόνια μαζί της, δέκα χρόνια. Μετά όμως χάλασε, δεν… Όπως λένε, δέκα χρόνια είναι πολύ μεγάλος χρόνος και αλλοιώθηκε, δεν ξέρω. Και αυτή μου είπε να χωρίσουμε, εγώ δεν θα της το έλεγα ποτέ. Όχι ότι με στεναχώρησε όταν έφυγε, απλά δεν ξέρω, ήταν να τελειώσει, μέχρι εκεί ήταν. Αλλά ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου αυτά. Πηγαίναμε και θάλασσα μαζί, πηγαίναμε και ταξίδια, είχαμε πάει και στην Ιταλία. Πάλι Σάββατο απόγευμα φεύγαμε, Δευτέρα βράδυ γυρίζαμε. Ήταν καλά χρόνια και ήταν πολύς κόσμος, φίλοι μου, λένε: «Πρόσεχε, μη σε τρώει λεφτά». Και εγώ τον λέω: «Ρε φίλε -του λέω-, χαλάλι της κι άλλα τόσα να μου φάει. Εγώ πέρασα καλά μαζί της». Α ρε, τι λεφτά μου έτρωγε δηλαδή; Όταν βγαίναμε έξω, εγώ πλήρωνα, ποιος θα πληρώσει; Θα την αφήσω αυτή να πληρώσει; Δεν το δέχομαι. Της έπαιρνα δώρα, η φίλη μου ήταν, η παρέα μου, δεν θα της πάρω ένα δώρο; Αλλά μερικοί, δεν ξέρω, άλλοι μπορεί και από ζήλια να το κάνανε. Αλλά ήταν γυναικάρα, ήταν πολύ όμορφη, πανέμορφη – εντάξει, στα μάτια τα δικά μου, εγώ έτσι την έβλεπα. Και έτσι, ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και ακόμα τη σκέφτομαι και την αγαπάω ακόμα. Δηλαδή, όχι ότι αν έρθει θα κάνουμε πάλι σχέση, αλλά αυτά που έζησα μαζί της είναι μέσα μου, τα έχω μέσα μου, δεν έχουν φύγει. Και ήταν πολύ καλά χρόνια.

Ι.Β.:

Η οικογένειά σας πώς αντιμετώπισε αυτές τις δυσκολίες με την υγεία σας;

Κ.Σ.:

Στεναχωριόταν, ειδικά η μάνα μου, ο αδερφός μου στεναχωριόταν πολύ. Αλλά μετά, όταν ήρθαμε εδώ στην Καστοριά, όταν έγινε η μονάδα, με έβλεπαν να είμαι χαρούμενος, να βγαίνω έξω και δεν στεναχωριόταν. Με έβλεπαν σαν κανονικό άνθρωπο, σαν φυσιολογικό άνθρωπο. Ειδικά η μάνα μου χαιρόταν πάρα πολύ. Όταν την έλεγα: «Θα πάω σε ένα πανηγύρι», μόνο όταν γύριζα αργά με μάλωνε λες και ήμουν παιδάκι. Αλλά πάντα η μάνα ανησυχεί και σκέφτεται τα παιδιά της και έτσι δεν στεναχωριόταν. Και ο αδερφός μου, και τώρα ο αδερφός μου με βλέπει να συμμετέχω στις εκλογές, να βγαίνω έξω, νιώθουν ότι είμαι καλά. Αλλά δυστυχώς, αυτή η ασθένεια, η αιμοκάθαρση, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια βασικά αλλοιώνει όλα τα συστήματα σιγά-σιγά, το κυκλοφοριακό, το νευρικό, όλα αυτά και κάποια στιγμή, το μυοσκελετικό θα φτάνουν, θα χειροτερεύουν. Αλλά τώρα άμα γίνω 75-80 χρονών, ας χειροτερέψουν, πιάνουμε τα χρόνια που ζει ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Ι.Β.:

Μου είχατε πει ότι όταν μάθατε ότι θα μπορούσατε να χάσετε τα νεφρά σας, παρόλα αυτά διατηρήσατε την ελπίδα σας.

Κ.Σ.:

Ναι.

Ι.Β.:

Τι προκαλούσε αυτή τη θετικότητα;

Κ.Σ.:

Δεν ξέρω, πάντα πίστευα ότι θα γίνω καλά. Και τώρα ακόμα λέω: «Κάτι θα γίνει, κάτι θα συμβεί και θα θεραπευτούν όλα». Βέβαια τώρα υπάρχουν, διαβάζουμε πολλά σε έντυπα, στα ηλεκτρονικά μέσα ότι έχουν βρει ένα ψεύτικο νεφρό το οποίο θα το βάλουν και ο αιμοκαθαρόμενος θα είναι εντάξει. Εγώ από την πρώτη μέρα που εντάχθηκα στην αιμοκάθαρση ακούμε για αυτό το μαγικό, ψεύτικο νεφρό. Τώρα πιστεύω και εγώ ότι έχουν ανακαλύψει οι επιστήμονες πολλά πράγματα, αλλά μπορεί να και να μην το βάλουν ποτέ, γιατί πίσω από τη νεφροπάθεια και την αιμοκάθαρση υπάρχει μια φάμπρικα χρημάτων. Δουλεύουν εργοστάσια, γιατροί, φαρμακοποιοί, όλοι και δεν ξέρω αν το δώσουν ποτέ να το χρησιμοποιήσει ο κόσμος. Αλλά και εκεί που είπες πριν, Ιωάννα, όταν μου είπανε ότι είναι χαλασμένα τα νεφρά, είχα πάει για εξετάσεις, η γιαγιά μου με είχε πάει. Εγώ δεν είχα χρήματα τότε, η γιαγιά έπαιρνε σύνταξη από τη Γερμανία και λέει: «Πάμε, Κώστα. Θα πάμε –Κωστάκη με φώναζε–, θα πάμε στη Γερμανία, να δούμε μήπως βρουν κάτι καλύτερο». Οι γιατροί, βέβαια, δεν, με λέγανε: «Μην πας, τζάμπα ξοδεύεις χρήματα». Εν πάση περιπτώσει, εγώ λόγω της αισιοδοξίας μου πήγα και εκεί, λέω: «Κάτι θα γίνει καλό, κάτι θα υπάρχει». Κι εκεί όταν πήγα, αντί για καλό με λέει ένας Έλληνας γιατρός εκεί, λέει: «Κωνσταντίνε, κάποια στιγμή μπορεί να σου τα αφαιρέσουμε τα νεφρά». Εγώ αυτό δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, γιατί είχα στη σκέψη μου ότι θα γίνω καλά. Και όταν φύγαμε, τα δάκρυα τρέχαν μόνα τους χωρίς να κλαίω. Αλλά πιεζόμουν, κρατιόμουν να μη με δει γιαγιά. Η γιαγιά και αυτή η καημένη κατάλαβε και έκλαιγε και αυτή και οι δυο κλαίγαμε στο δρόμο. Μετά μιλήσαμε στο σπίτι και σιγά-σιγά, Ιωάννα, τα συνηθίζεις όλα, όσο δύσκολα φαίνονται. Εγώ τότε νέο παιδί, 24[00:40:00]-25 χρονών δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου συμβεί αυτό το πράγμα. Και δούλευα, μάζευα και λίγα χρήματα, ετοίμαζα τη ζωή μου. Φτωχιά οικογένεια ήμασταν, αλλά τα πράγματα, πώς λένε: «Ο άνθρωπος σχεδιάζει, αλλά ο θεός κάνει άλλα σχέδια για τον κάθε άνθρωπο»; Και έτσι αυτό που συνέβη ήταν το πιο συνταρακτικό πράγμα στη ζωή, αλλά ήταν και ένα μάθημα για μένα. Ίσως και ανακάλυψα καινούργια πράγματα, που αν δεν αρρώσταινα, ή γούνα θα δούλευα, ή στα χωράφια. Δεν είναι κακό, δεν το υποτιμώ αυτά τα επαγγέλματα. Αλλά εμένα με βοήθησαν αυτά στη ζωή μου και ο μισθός της τράπεζας και η ασχολία μου με τη ζωγραφική, ένιωθα ότι κάτι γέμιζε μέσα. Όχι τα λεφτά, αυτό με τη ζωγραφική ειδικά, με κράτησε ζωντανό και πιστεύω ακόμα όσο με κρατήσει, αυτό θα είναι η αιτία. Είναι αυτό που αγαπάω περισσότερο, δεν υπάρχει τίποτα. Εγώ άμα δω ένα ξύλο στο βουνό, θα το πάρω, θα το πιάσω, θα το χαϊδέψω. Μου αρέσει αυτή η αίσθηση με το ξύλο, πολύ μου αρέσει. Νιώθω ότι κρατάω κάτι θερμό, κάτι ζεστό και γι’ αυτό μετά η ασχολία μου με την ξυλογλυπτική, έβλεπα ξύλα καλά όταν τα κόβανε για καυσόξυλα, πήγαινα, διάλεγα τα καλύτερα, έλεγα: «Να το πάρω αυτό;». Μου τα δίναν οι χωριανοί: «Πάρ’ το». Και εγώ τους έφτιαχνα καμία εικόνα, δωρεάν όμως. Αυτοί που μου δίνανε τα ξύλα χαίρονταν κι αυτοί, σου λέει: «Εντάξει, δώσαμε τα ξύλα, έχουμε μία εικόνα. Θα την έχουμε ενθύμιο». Και έτσι, αυτή ήταν η πορεία. Βέβαια ξεχνώ και πολλά άλλα πράγματα και που με έχουν στεναχωρήσει και που με έχουν κάνει χαρούμενο. Η ενασχόλησή μου με τα κοινά, αυτό ήταν και αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά, γι’ αυτό και τώρα που θα είμαι υποψήφιος είναι η έβδομη φορά που βάζω. Τα νιώθω και αυτά σαν να είναι μέσα μου, όπως τη ζωγραφική, μου αρέσουν πάρα πολύ. Και φυσικά, ποτέ δεν έχω πει ψέματα ως τώρα όσες φορές ήμουν δημοτικός σύμβουλος, ήμουν και μια φορά Πρόεδρος στο Δημοτικό Συμβούλιο, όταν λέω ψέματα και σε ανθρώπινες σχέσεις είναι πάντα για να γίνει καλό. Δεν ξέρω αν έχω βλάψει κανέναν άνθρωπο, δεν πιστεύω, χωρίς να το θέλω, αλλά τα ψέματά μου είναι μόνο για καλό. Άμα πω, παράδειγμα κάποιο ψέμα που θα σε βοηθήσει εσένα, το κάνω χωρίς δισταγμό, αλλά όχι να σε βλάψει, με κανέναν τρόπο. Δεν μου αρέσει, ίσως φοβάμαι από αυτά που έπαθα, από την αρρώστια μου και δεν θέλω να κάνω κακό σε κάποιον. Μπορεί άθελά μου να έχω κάνει, αλλά ζητάω 1000 φορές συγγνώμη αν μου πει κάποιος: «Μου έκανες κακό». Στοχευμένα ποτέ δεν έχω κάνει κακό σε κανέναν και ούτε θα κάνω. Ίσως έχω αυτό τον φόβο από την ασθένειά μου, λέω: «Να μην κάνω κακό, μήπως πάθω κι εγώ μετά κάτι χειρότερο και δεν θέλω».

Ι.Β.:

Άρα είναι και λίγο υπερβατική αυτή η σκέψη.

Κ.Σ.:

Ναι, είναι όντως. Αλλά, εντάξει, έτσι νιώθω, έτσι κάνω. Πάντα εγώ αυτό που βγαίνει μέσα μου, βγαίνει και έξω. Δηλαδή ανθρώπους που αγαπάω είμαι σε θέση να βγάλω την ψυχή μου, να τη βάλω στο τραπέζι και να τους πω: «Πάρτε την». Δεν ξέρω, αγαπώ τους ανθρώπους και αυτούς που μου έχουν κάνει κακό τους συγχωρώ πάλι, δεν κρατάω ούτε κακία ούτε τίποτα. Αλλά αυτούς που τους νιώθω έτσι κοντά μου, που τους συμπαθώ, που τους αγαπώ, μόνο καλό θα έχουν από μένα. Και η καλή κουβέντα παίζει, δεν είναι ανάγκη να κάνεις κάποιον να κερδίζει κάτι υλικό. Εγώ πιστεύω ο λόγος, η καλή μας η αγάπη, όλα αυτά βοηθάνε τους ανθρώπους και εμένα μου αρέσει πολύ να έχω ανθρώπους δίπλα μου, ευαίσθητους, όμορφους, καλούς, γιατί μου αρέσει να βλέπω όμορφα πράγματα και στους ανθρώπους. Και εδώ, όπως είπα, στο χώρο «τι ωραίος», με συγκινεί πολύ αυτή η ομορφιά και έξω, όταν βλέπω κάτι καλό. Εγώ πάντα όταν ζωγράφιζα, πριν ζωγραφίσω έβγαζα πολλά σημεία και τοπία, τα έβγαζα φωτογραφία, τα είχα στο αρχείο μου και τα έβλεπα και όποτε μου ερχόταν, έλεγα: «Αυτό θα ζωγραφίσω» και το έκανα. Δηλαδή, δεν είμαι δημιουργός ζωγράφος να–. Όχι, όλοι είναι δημιουργοί, αλλά να βγάλω κάτι από το μυαλό, αυτό δεν μπορώ να το κάνω, δεν ξέρω γιατί, πολύ σπάνια να τύχει και να κάνω κάτι. Μου αρέσει να βλέπω αυτό που ζωγραφίζω περισσότερο. Αλλά εντάξει τώρα, υπάρχουν φάσεις στη ζωή που παράδειγμα, άλλες φορές όταν ήμουν στεναχωρημένος προσπαθούσα να ζωγραφίσω κάτι. Άλλες φορές έβγαινε, άλλες δεν έβγαινε. Δεν είναι εύκολο να κάνεις ένα δικό σου έργο όταν το βλέπεις. Εντάξει, είναι σαν έτοιμο να είναι αλλά εντάξει, εμένα με ικανοποιεί και αυτό πολύ, να κάνω κάτι το οποίο στέκει αισθητικά και να ταιριάζει. Μετά ζωγράφιζα πολλά παιδικά δωμάτια, με φωνάζανε διάφορες κυρίες και ζωγράφιζα δωμάτια, ελεφαντάκια και διάφορα παιχνιδάκια που ήθελαν τα παιδάκια. Τα ρωτούσα: «Τι θες;». «Έναν ελέφαντα». Άλλο: «Ένα ποταμάκι». Αυτά το περιέγραφαν και εγώ τα έκανα και ήταν χαρούμενα πολύ. Και με πλήρωναν πολύ καλά, ζητούσα, ξέρω ‘γω, 100€, μου δίναν 200 όταν τους άρεσε. Έτσι είναι αυτά τώρα.

Ι.Β.:

Αναφερθήκατε λίγο στα κοινά. Τι σας ώθησε για πρώτη φορά σε αυτά;

Κ.Σ.:

Κοίτα, σε αυτά ο πολιτικός μου δάσκαλος, να το πω έτσι, ήτανε ο Κιοσσές ο Αποστόλης, καθηγητής στην περιοχή μας, δούλευε στο λύκειο στην Καστοριά. Αυτός ξεκίνησε, έκανε μια ομάδα να κερδίσουμε την κοινότητα στο χωριό μας, από εκεί ξεκίνησα. Την πρώτη φορά δεν μου άρεσε και τόσο, απλά το έκανα γιατί είχα φίλο τον Κιοσσέ, αυτόν τον καθηγητή. Και βγήκαμε την πρώτη φορά, εμένα μου έδωσε τη θέση του αντιπροέδρου. Τον βοηθούσα πολύ, γιατί αυτός έμενε Καστοριά, τις δουλειές τις έκανα εγώ στο χωριό. Και μετά μπήκε το φυτίλι, δηλαδή τα ερωτεύτηκα μπορώ να πω. Και την άλλη φορά βγήκα στο Δημοτικό Συμβούλιο και την άλλη φορά βγήκα πάλι, ήμασταν το πλειοψηφόν ψηφοδέλτιο, μετά ήμουν στη μειοψηφία. Τα ξέρω, δηλαδή, από όλες τις φάσεις και όταν διοικείς και όταν δεν διοικείς και τα έχω μάθει πολύ. Μετά, το μεγάλο μου όνειρο ήταν να βγω δημοτικός σύμβουλος στην Καστοριά. Την πρώτη φορά δεν τα κατάφερα, μετά τα κατάφερα και ήμουν πολύ χαρούμενος και τώρα, αυτή την πενταετία που θα είμαι πάλι υποψήφιος, είναι η τελευταία φορά, δεν θα ξανασχοληθώ πάλι. Γι’ αυτό και θέλω να βγει ο δήμαρχος που είμαι, να βγω και εγώ, να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι. Γιατί όταν είσαι στη μειοψηφία λες, λες, δεν σε ακούνε, κάνουν αυτά που θέλουν αυτοί. Και θα ζητήσω –αν με το καλό εκλέγουμε, άμα θέλει η Παναγία– να μου δώσει μια θέση, να είμαι υπεύθυνος για την αισθητική της Καστοριάς. Θα μαζέψω και τους άλλους ζωγράφους, θα μιλήσουμε, θα κάνουν όλοι προτάσεις, θα πάρουμε τις καλύτερες. Η Καστοριά τώρα και τα χωριά θέλουν λεπτομέρεια για να αναδειχθούν. Να μην έχεις, παράδειγμα, όπως έκαναν εκείνον τον κόμβο, έναν όμορφο κόμβο και δίπλα σου να είναι οι θάλαμοι των τηλεφώνων λερωμένοι και να μην βλέπονται. Όλα αυτά πρέπει να τα διορθώσουμε, αυτή είναι η άποψή μου εμένα και πρέπει να κάνουμε μια επταμελή επιτροπή, όπου και οι άλλοι ζωγράφοι και όσοι θέλουν να ασχοληθούν, θα λένε προτάσεις και σιγά-σιγά θα διορθώνουμε όπου υπάρχουν άσχημες περιοχές. Παράδειγμα εκεί που είναι το στρατόπεδο του Μαθιουδάκη –τώρα είναι εγκαταλειμμένο αυτό, δεν έχει στρατό– από κάτω το ξύσανε και είναι όλο βράχια. Εκεί εγώ φαντάζομαι μια εικόνα, να γίνει ένα έργο τέχνης με ψηφιδωτά, όπου να απεικονίζει τα ψάρια και βαρκάρηδες να ψαρεύουν και ένα ζωάκι, έναν σκίουρο, να μας θυμίζει τη γούνα και όλη τη δραστηριότητα. Κάπως έτσι αυτά και θα θυμίζουν τις συνήθειες εδώ της πόλης, αλλά και θα είναι ένα όμορφο μέρος, δεν θα φαίνονται βράχια. Και έτσι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι, γειτονιά-γειτονιά, να γίνει η Καστοριά η πιο όμορφη πόλη στην Ελλάδα, γιατί έχει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων δήμων, αλλά πρέπει να ενεργοποιηθούμε και να τα κάνουμε. Και ένα δέντρο που φυτεύεις είναι πολύ σημαντικό. Όλα αυτά πρέπει να τους τρυπήσουμε τους δημότες, να συμμετέχουν και αυτοί, να φυτεύουν λουλούδια, να φυτεύουν δέντρα, για να γίνει η Καστοριά η πιο όμορφη πόλη στην Ελλάδα. Και τα χωριά μας, εδώ στην Κορησό έχουμε δύο αγίους, τον Άγιο Διονύσιο, τον Άγιο Θεοδόσιο. Ο Άγιος Διονύσιος είναι μεγάλος άγιος, θα μπορούσαμε εδώ να είναι ένα προσκυνητάρι καλό, κ[00:50:00]άτι προς τιμήν του. Υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και το εκκλησάκι που θέλουν να παντρέψουν τα παιδιά τους, να τα βαφτίσουν σε μια βυζαντινή εκκλησία, όπως να κάνουμε εδώ, αυτό που λέω για τον Άγιο Διονύσιο, αλλά και στην Καστοριά. Η Καστοριά πρέπει να γίνει όπως είναι η Μέκκα για τους Μουσουλμάνους, να γίνει η Μέκκα των Ορθοδόξων η Καστοριά, γιατί το δικαιούται λόγω των πολλών εκκλησιών, των πολλών μοναστηριών. Υπάρχουν και άλλες πόλεις και η Βέροια και η Θεσσαλονίκη, ας γίνουν και αυτές. Εμείς λέμε για τον τόπο τον δικό μας, άμα καταφέρουμε να κάνουμε αυτά, να αξιοποιήσουμε όλες τις γύρω από τη λίμνη δραστηριότητες, θα είναι πολύ όμορφα. Να τα κάνουμε όλα να είναι όμορφα στην Καστοριά, κάθε πλατεία, κάθε μικρή πλατεία, κάθε μεγάλη να έχει κάτι να δείξει σε αυτόν που θα έρθει. Τώρα εδώ όποιοι έρχονται στην Καστοριά, η σπηλιά είναι κλεισμένη, οι εκκλησίες είναι κλεισμένες, τα μοναστήρια δεν τα ξέρουν εκεί που είναι. Και λένε: «Φεύγουν στο Νυμφαίο». Δεν θα φύγουν άμα δεν έχεις να τους δείξεις κάτι εσύ; Οι εκκλησίες, πάντα βέβαια με την ευλογία του δεσπότη μας, πρέπει να τις φτιάξουμε, να τις διαμορφώσουμε. Γι’ αυτό που είπα πριν, ότι κάποιος θέλει να βαφτίσει το παιδί του, τον αρέσει ο βυζαντινός πολιτισμός, ή να παντρέψει τα παιδιά του. Όλα αυτά πρέπει να τα αξιοποιήσουμε άμα θέλουμε να πάει καλά η Καστοριά. Εγώ πιστεύω, από τη φύση μου είμαι αισιόδοξος ότι θα πάει καλά, εκατό τοις εκατό θα πάει καλά, αλλά πρέπει να επιλέγονται πάντα άνθρωποι, όχι γιατί πρέπει κάποιοι, για να μπορούν να προσφέρουν. Τι να τον κάνω εγώ τον ξάδερφο άμα τον ψηφίσω και είναι σκεπάρι; Ή τον συμπέθερο ή τον κουμπάρο; Πρέπει ο κόσμος να ξυπνήσει και σε αυτόν που ψηφίζει, δεν πας να ψηφίσεις για πλάκα, πρέπει να επιλέξεις τους καλύτερους. Και το ευαγγέλιο το γράφει, ότι πάντα σε τέτοιες διαδικασίες, οι χειρότεροι να είναι, πρέπει να επιλέξεις τον καλύτερο. Γιατί οργανωμένη κοινωνία είμαστε, πρέπει κάποιος να διοικεί, αλλά πρέπει να πετυχαίνουμε πάντα τους καλύτερους. Δύσκολο να γίνει αυτό, αλλά ας προσπαθούμε τουλάχιστον.

Ι.Β.:

Για ποιους λόγους θεωρείτε ότι ο κύριος Κιοσσές υπήρξε ο πολιτικός σας μέντορας;

Κ.Σ.:

Γιατί εγώ δεν είχα σχέση με την πολιτική καθόλου και από τη στιγμή που άρχισα να παρακολουθώ τα Κοινοτικά Συμβούλια, άκουγα: «Θα κάνουμε αυτό, θα κάνουμε εκείνο». Την ερωτεύτηκα αυτή τη διαδικασία. Δεν ξέρω, ίσως το είχα μέσα μου και μου άρεσε πολύ. Αφού, να φανταστείς, δεν έχανα ποτέ συμβούλιο, ούτε στην Κοινότητα, ούτε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Σε όλα τα συμβούλια ήμουν παρών, μου άρεσε όλη αυτή η διαδικασία. Και ούτε τα χρήματα με ενδιαφέρουν. Και τώρα πολλοί συνάδελφοι που είναι υποψήφιοι –τώρα δεν το λέω για να τους κατηγορήσω– οι περισσότεροι νοιάζονται για τα χρήματα. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν καθόλου, η σύνταξη που παίρνω και κάτι επιδόματα που μου δίνουνε για τη νεφροπάθεια υπερκαλύπτει τον μισθό του αντιδημάρχου και δεν μπορώ, θα πάρω ένα από τα δύο και με συμφέρει να έχω τη σύνταξή μου. Απλά μου αρέσει γι’ αυτό όπου θα μπορέσουμε να κάνουμε, γι’ αυτό που θα μπορούμε να δείξουμε και όχι για άλλους λόγους. Εντάξει, υπάρχουν και άλλοι συνάδελφοι που τους αρέσει, αλλά είναι μερικοί, λόγω των δύσκολων καιρών τώρα, δεν είναι οικονομικά άνετοι. Όλοι προσπαθούν να επωφεληθούν, κάτι να βγάλουν, κάτι από δω, κάτι από κει. Εντάξει, ας τα παίρνουν τα λεφτά, αλλά να παλεύουν για να κάνουν κάτι, όχι να πίνουν καφέδες όλη την ημέρα.

Ι.Β.:

Όταν εκλεχθήκατε για πρώτη φορά, τι στόχους είχατε;

Κ.Σ.:

Κοίτα, οι στόχοι τότε στο χωριό ήταν μικροί και τα ξέραμε τα προβλήματα και όντως καταφέραμε, λύσαμε όλα τα προβλήματα που είχε το χωριό, τις υποδομές. Μετά ασχοληθήκαμε πολύ με τον πολιτισμό, κάναμε θεατρικές παραστάσεις, φέραμε τραγουδιστές. Αφού, να φανταστείς, τον «Λουδοβίκο των Ανωγείων» –δεν ξέρω αν τον ξέρεις αυτόν τον καλλιτέχνη– τον είχαμε φέρει εμείς στη Λιθιά και μετά από είκοσι χρόνια ήρθε στην Καστοριά. Και τον είχαμε βάλει στην πάνω γειτονιά, στον πάνω μαχαλά σε ένα μέρος που είχε χαλάσματα, παλιά σπίτια εγκαταλειμμένα και τα φωτίσαμε από κάτω και νόμιζες ότι είσαι στη Μάνη. Φαινόταν αυτά τα κτίρια τα πετρόκτιστα, τα πεσμένα, ήταν η εικόνα φοβερή. Αυτός τρελάθηκε, λέει: «Τι μαγεία είναι! Σα να είμαι στο Ηρώδειο!».

Ι.Β.:

Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη προσφορά σας μέχρι σήμερα, από τη θέση σας στα κοινά; Είτε από το χωριό, είτε από την Καστοριά.

Κ.Σ.:

Η προσφορά η δικιά μου, ξέρεις τι, Ιωάννα; Μπορεί πολλά πράγματα που έχω προτείνει να μην έγιναν έργα, αλλά –χωρίς να θέλω να μιλήσω για τον εαυτό μου, να περιαυτολογήσω– ήμουν ο μόνος δημοτικός σύμβουλος από τους 41 που έκανε προτάσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο, κανένας άλλος δεν υπήρχε. Βέβαια, από αυτά άλλα υλοποιήθηκαν, άλλα δεν έγιναν. Τώρα για μεγάλη προσφορά δεν ξέρω τι να πω, εγώ πιστεύω ότι αυτά που έκανα, οι πίνακες ζωγραφικής, οι αγιογραφίες και οι ξυλόγλυπτες πινακίδες, πιστεύω αυτό έχω συμβάλει και εγώ στην ομορφιά της Καστοριάς μαζί με αυτά τα έργα που έκανα. Γιατί όταν έβγαζα, παράδειγμα, φωτογραφία το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, η επιγραφή μου ήταν η ταυτότητα, τη φωτογράφιζα και την επιγραφή και μου άρεσε αυτό, που είχα συμβολή και εγώ στα παραδοσιακά σπίτια, στους χώρους της Καστοριάς, στις πλατείες με τις επιγραφές. Φυσικά και με τα άλλα τα έργα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι κάτι είχα μεγαλύτερη συμβολή σε αυτό, γιατί αυτές οι προτάσεις και οι αποφάσεις παίρνονται ομαδικά. Αλλά εγώ έχω κάνει πολλές προτάσεις, υπερβολικά πολλές. Και άλλα γίναν, άλλα δεν γίναν. Τα περισσότερα δεν γίναν, παράδειγμα όταν ήμασταν εδώ στον Δήμο Αγίων Αναργύρων είχα προτείνει, πού είναι η εκκλησία ο Άγιος Γιώργης, όλος αυτός ο λάκκος να γίνει ένα μεγάλο –πώς να το πω– φυτολόγιο, όπου να υπάρχουν φυτεμένα όλα τα δέντρα που ευδοκιμούν εδώ στην περιοχή μας, με ταμπελάκι: «Αυτό το δέντρο είναι ο δρυς. Ζει τόσα χρόνια». Θα γινόταν ένα καλό τουριστικό προϊόν, πιστεύω. Θα ήταν φραγμένο, θα δούλευε κάποιος, θα τα περιποιούνταν, θα έβγαζε και ένα μεροκάματο και θα είχαμε κάτι καινούργιο, να δούνε τα δέντρα τα παιδιά, οι μαθητές και εμείς οι μεγαλύτεροι. Νομίζω ότι ήταν καλή ιδέα, έτσι; Απορρίφθηκε με το πρώτο. Στον Μελισσότοπο –είναι από τα λίγα χωριά που περνάει το ποτάμι μέσα από το χωριό– είχα προτείνει να γίνει ένα πλωτό καφενείο, να μπαίνουν εκεί. Μόνο με τις πέτρες που δεν με πήραν: «Τρελός είσαι, ρε Σαμαρά;», μου λέει. Εμένα σαν εικόνα μου άρεσε, να ανεβοκατεβαίνει απάνω στο ποτάμι, μια κάτω και να πίνεις και τον καφέ, ή να κάτσεις με τους φίλους. Και αυτό απορρίφθηκε, δεν τους άρεσε δηλαδή. Έλεγα λίγο πιο εξτρίμ πράγματα, αυτά μου άρεσαν. Φυσικά και στα άλλα έχω συμβολή κι εγώ. Είχαμε κάνει μετά ένα συνέδριο «Ορθοδοξία και Βαλκάνια», αυτό που λέει για τον τουρισμό, αναπτύξαμε. Και στην Καστοριά αυτό είναι τουρισμός, ήρθαν άνθρωποι της Εκκλησίας από την Αλβανία, από τα Σκόπια, από τη Βουλγαρία, από τη Ρουμανία, από την Τουρκία, γέμισαν όλα τα ξενοδοχεία, γέμισαν όλες τις ταβέρνες, γέμισαν όλες οι καφετέριες, αυτό θέλουν οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον τουρισμό. Και ήταν ενταγμένο σε ένα πρόγραμμα, το INTERREG, το οποίο δεν έβαλε μια δραχμή ο Δήμος, όλα ήταν δωρεάν. Το INTERREG είναι ένα πρόγραμμα διαβαλκανικό, που όταν συμμετέχουν άλλες χώρες εδώ στα Βαλκάνια, είναι δωρεάν όλα από το πρόγραμμα. Και έτσι και εμείς ωφεληθήκαμε που το παρακολουθούσαμε το συνέδριο, μάθαμε καινούργια πράγματα και τα ξενοδοχεία δούλεψαν και οι ταβέρνες δούλεψαν. Εγώ, τον τουρισμό που θέλουμε να αναπτύξουμε, κάπως έτσι τον φαντάζομαι. Η φύση ήταν γενναιόδωρη εδώ στην περιοχής μας, ο Θεός μας έδωσε πολλά τουριστικά προϊόντα, άλλα είναι, άλλα μπορούμε να τα φτιάξουμε. Άλλοι λένε ψέματα, θα βρουν κόκαλα από γάιδαρο και λένε ότι είναι από ελέφαντα. Άντε να αποδείξεις εσύ ότι δεν είναι από ελέφαντα. Πάει ο κόσμος, τα βλέπει, βγάζει φωτογραφίες. Όλα πρέπει να τα ενεργοποιήσουμε αυτά για να πάει καλά η Καστοριά και η περιοχή μας. Εγώ στην περιοχή μας θα το κάνω πρόταση και αυτό, άμα γίνει ένα καλό γυμναστήριο, έχει τις προϋποθέσεις που χρειάζονται. Έχουμε έξι γήπεδα σε όλα τα χωριά, να τα φτιάξουμε τα γήπεδα, το γυμναστήριο να υπάρχει, έχουμε και τόσα ξενοδοχεία, να έρχονται ομάδες να κάνουν προετοιμασία. Ομάδες μπάσκετ, ποδοσφαίρου, δεν χρειάζεται να είναι η Barcelona, ας είναι μια ομάδα Γ’ Εθνικής, να δώσει μια κίν[01:00:00]ηση στην περιοχή και μετά θα γίνει θεσμός: «Θα πάμε να κάνουμε προετοιμασία στην Κορησό. Γιατί να μην πάμε;». Ξενοδοχεία υπάρχουν, το γυμναστήριο άμα γίνει, έξι γήπεδα, θα κάνουμε και κανένα γηπεδάκι στο βουνό, να αρχίσει μια κίνηση να γίνεται. Νομίζω ότι μελλοντικά θα είναι μια καλή δράση για την περιοχή, όχι μόνο για την Κορησό, και για τα άλλα τα χωριά. Στην Κλεισούρα έχει ένα υψόμετρο που το καλοκαίρι έχει δροσιά, μπορείς να τρέξεις, να κάνεις γυμναστική. Νομίζω πως πρέπει να κινηθούμε προς αυτόν τον τομέα, τα μοναστήρια πρέπει να αναδείξουμε γιατί υπάρχουν, έρχονται στην Καστοριά και δεν ξέρουν ότι υπάρχουν αυτά τα μοναστήρια, δεν έχουν γραφτεί ποτέ σε τουριστικό οδηγό και πρέπει να τα γράψουμε, να τα μάθει ο κόσμος. Είναι και η Αγία Όλγα, τη λένε, στην Κλεισούρα και αυτή είναι τουριστικό προϊόν, με την καλή έννοια.  Πρέπει όλα να τα εκμεταλλευτούμε –με την καλή έννοια–, πρέπει όλα να γίνουν. Αν καθόμαστε στο καφενείο και λέμε: «Αυτό θα κάνουμε». Θέλει δράση για να γίνουν αυτά, θέλει να είσαι τολμηρός. Τον Άγιο Διονύσιο επιτρέπεται να μην έχουν κάνει τίποτα; Μόνο αυτό το εκκλησάκι, που είναι ένα απαίσιο για μένα, αισθητικά δεν μου αρέσει καθόλου. Είναι εκκλησία αυτή; Κάπως πρέπει να την κάνουμε, να την κάνουμε με πέτρα λίγο να παλιώσει, να θυμίζει τον Άγιο Διονύσιο. Αν πας μέσα στην εκκλησία, έχει τρεις διαφορετικούς Αγίους Διονυσίους. Ποιον να προσκυνήσει ο κόσμος; Τον παπά τον είπα: «Πάτερ -του λέω-, απαράδεκτο. Τρεις αγίους Διονυσίους –της Κορησού και οι τρεις– και είναι διαφορετικοί. Είναι δυνατόν;». Εγώ, βέβαια, επέλεξα μια που πιστεύω ότι ήτανε ο κανονικός Άγιος Διονύσιος της Κορησού και έκανα αναπαραγωγή και γράφει επάνω: «Ο Άγιος Διονύσιος, κτήτορας της ομώνυμης μονής, εκ Κορησού». Και την έχουν πολλοί, την έχω κάνει αναπαραγωγή. Δεν ήταν ζωγραφική, ήταν αυτή η μεταξοτυπία, αλλά η εικόνα πανέμορφη, με ξύλα έτσι, να φαίνεται παλιά. Και έχω δώσει πολλούς εδώ και στον Σύλλογο έχω δώσει, να τις δίνει στα λαχεία που κάνουν, αλλά και άλλοι μου ζητούσανε: «Σαμαρά, θέλουμε -λέει- αυτή την εικόνα» και τις έφτιαχνα. Είδες, με μια μικρή αναπαραγωγή που έκανα της εικόνας, άρχισε να τη ζητάει ο κόσμος. Φαντάσου τώρα εδώ να γίνει ένα καλό μνημείο: «Εδώ έζησε ο Άγιος Διονύσιος, εδώ μεγάλωσε», να γράψουμε την ιστορία του. Θα έρχονται και ας είναι ένα παιδί και ας αγοράζει αυτές του εμπορίου τις εικόνες, θα τους πουλάει κανένα φυτιλάκι, κανένα θυμίαμα, θα βγάζει μεροκάματο. Έτσι πρέπει, πρέπει να τα ενεργοποιήσουμε όλα, αλλιώς δεν τη βλέπω την περιοχή μας να πάει καλά. Ήδη τα χωριά έχουν φθίνουσα πορεία, όλα. Ό,τι υπάρχει που μπορούμε να το εκμεταλλευτούμε με την καλή έννοια, να το κάνουμε, όλα. Δεν μπορεί τον Άγιο Διονύσιο να τον αγνοήσεις, να έχεις κάνει μια εκκλησία που δεν βλέπεται και τίποτε άλλο. Δεν συμφωνείς, Ιωάννα; Όλα πρέπει να τα κάνουμε. Και είναι και ο αδερφός του, ο Άγιος Θεοδόσιος και αυτός ήταν μεγάλος άγιος.

Ι.Β.:

Θα ήθελα να πάμε λίγο πίσω στη νεφροπάθεια.

Κ.Σ.:

Ναι.

Ι.Β.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η εμπειρία σας από το σύστημα υγείας στην Ελλάδα;

Κ.Σ.:

Μάλιστα, θα σε πω. Όταν έκανα εγώ την επέμβαση και έτσι με μεταμόσχευση και μετά όταν αφαιρέθηκε το μόσχευμα, ήταν το ΕΣΥ, τότε είχε γίνει αυτό το σύστημα, ήταν πολύ καλό. Δηλαδή έκανα τόσες επεμβάσεις, τόσες θεραπείες και δεν πλήρωσα τίποτα. Για τους φτωχούς ανθρώπους ήταν σωτήριο αυτό. Και τώρα, βέβαια, που τα δημόσια νοσοκομεία υπολειτουργούν. Εγώ ίσως επειδή με εξασφαλίζει μια άνεση η σύνταξη που παίρνω, τις θεραπείες τις κάνω τις δύσκολες όταν χρειάζεται στο Διαβαλκανικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης, είναι καλύτεροι οι γιατροί εκεί. Και αν έχεις –εγώ έχω– αυτή τη μικρή δυνατότητα και πάω και στους καλούς γιατρούς. Δηλαδή τα χρόνια που έκανα εγώ τις επεμβάσεις ήταν καλά τα κρατικά νοσοκομεία, τώρα δεν είναι, υπολειτουργούν μπορώ να πω. Και αν δεν πληρώσεις και εκεί δεν σε κοιτάει κανένας. Θέλεις να κάνεις μια μεγάλη επέμβαση, πρέπει να πληρώσεις. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, υπάρχουν καλοί γιατροί. Αυτός που με έβλεπε εμένα, ο γιατρός μου στο Ιπποκράτειο της Θεσσαλονίκης, επιχείρησε η μάνα μου να τον δώσει 50.000 δραχμές τότε, συναντήθηκαν στο ασανσέρ και την λέει: «Σε παρακαλώ -την λέει-, τι με πέρασες εμένα;». Δεν τα δέχτηκε ο άνθρωπος με τίποτα. Αυτόν τον είχα γιατρό και πολλά χρόνια, αλλά πέθανε και αυτός, ο Θεός να τον συγχωρέσει, με βοήθησε πάρα πολύ και με έλεγε: «Μην στεναχωριέσαι. Εμείς θα πεθάνουμε, εσείς θα ζείτε». Δηλαδή, μας το έλεγε αυτό, μας έδινε κουράγιο ότι θα είμαστε καλά: «Εμείς θα φύγουμε, εσείς δεν θα φύγετε». Και αυτόν τον άνθρωπο δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, όπως και τους άλλους γιατρούς που έχω τώρα στο Διαβαλκανικό. Συγκεκριμένα Νινιός λέγεται ο γιατρός αυτός, ο ένας, ο οποίος ό,τι έλεγε για μελλοντικά, έπεφτε μέσα σε όλα και τα προλαβαίναμε πριν συμβούν. Και για αυτό και αυτόν τον αγαπάω πολύ. Βέβαια, αυτός παίρνει την αμοιβή του και δικαίως την παίρνει ο άνθρωπος. Πρέπει και αυτοί να ζήσουν, πώς θα ζήσουν; Και με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Τώρα οι ιδιώτες γιατροί είναι καλοί, δεν υπάρχει στα νοσοκομεία και αν είσαι κανένας άνθρωπος ήσυχος από κανένα χωριό που ντρέπεται, πεθαίνεις στην κυριολεξία. Και εκεί, στα δημόσια νοσοκομεία αν δεν πας να πληρώσεις, δεν σε κοιτάει κανένας. Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι είναι. Αλλά και οι μισθοί αυτών των γιατρών είναι πολύ χαμηλοί. Δεν μπορεί τώρα ένας γιατρός που για να αρχίσει να παίρνει λεφτά έφτασε στα 45-50 να αμείβεται με 900€ το μήνα. Δεν είναι όπως οι εργάτες, αυτός κάτι παραπάνω πρέπει να παίρνει, όχι κάτι, πολύ παραπάνω. Αλλά το κράτος μας δεν έχει δυνατότητες, τι να πω, δεν ξέρω. Έτσι εγκαταλείφθηκαν τα δημόσια νοσοκομεία και όλοι τρέχουν στα ιδιωτικά, όσοι μπορούν. Άσχημο είναι αυτό. Αυτό τότε το ΕΣΥ όταν είχε πρωτογίνει, ο πιο φτωχός παππούς πήγαινε εκεί και θεραπευόταν με όλες τις ιατρικές φροντίδες που μπορούσε να δώσει η Ελλάδα. Αλλά τώρα, δυστυχώς, οδηγούνται τα πράγματα στους ιδιωτικούς γιατρούς. Μακάρι να έχουμε λεφτά, να πηγαίνουμε, αλλά είναι άλλοι που δεν μπορούν. Και εγώ ευγνωμονώ την Τράπεζα Πειραιώς που πήρα την σύνταξη και είχα φύγει με εθελουσία έξοδο και από εκεί μου έχουν δώσει ένα καλό ποσό, που έχω την άνεση να μπορώ να πηγαίνω στους γιατρούς, γι’ αυτό την ευγνωμονώ την τράπεζα. Και γι’ αυτό ήμουν τυχερός που με πήραν, γιατί αν ήταν αλλιώς δεν θα είχα ούτε ασφάλεια καλή ούτε χρήματα για να μπορώ να πηγαίνω εκεί. Η Παναγία έβαλε το χέρι της και βοήθησε και εκεί. Εντάξει, πρέπει πάντα να περιμένεις το καλό, Ιωάννα. Άμα είσαι απογοητευμένος και λες «άσχημα όλα», δεν γίνεται τίποτα. Πρέπει κι εσύ να ωθείς τα πράγματα, να έχεις μια αισιοδοξία ώστε να έρθουν και τα καλά. Άμα όλη την ημέρα κάθεσαι κακομοίρικα και δεν περιμένεις τίποτα, δεν έρχεται και τίποτα. Η ζωή είναι ένας αγώνας, πάντα πρέπει να παλεύουμε, μέχρι να κλείσουμε τα μάτια μας, συνέχεια πρέπει να προσπαθούμε. Έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, για να δουλεύει και να προσπαθεί. Εμείς έτσι θα κάνουμε, βέβαια, για να ζήσουμε πολλά χρόνια. Και εσύ το ίδιο να κάνεις και όλοι οι άνθρωποι. Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να μην έχουν προβλήματα με την υγεία. Όταν αρρωσταίνεις, τότε καταλάβαινες τι σημαίνει να έχεις υγεία και να μην έχεις. Εγώ δηλαδή το έχω καταλάβει απόλυτα. Ειδικά τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ στεναχωρημένος, έκλαιγα. Μετά δεν ήθελα να κλαίω, να μην με βλέπει η μάνα μου και στεναχωριέται, προσπαθούσα να το κρύβω. Έφευγα έξω στα πάρκα, έπαιρνα έναν καφέ και εκεί καθόμουν, μόνος τα περνούσα αυτά. Αλλά μετά γνώρισα ανθρώπους εκεί και στην οικοδομή που μέναμε ερχότανε οι γειτόνισσες εκεί: «Κώστα, έλα να πάμε σινεμά, θέατρο». Δεν ήθελα όμως. Αλλά μετά το ξεπέρασα σιγά-σιγά και ένιωθα τη ζωή μου, όπως όλων των ανθρώπων. Εκτός τον χρόνο που χάνω εκεί, εντάξει, εκείνο δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Αλλά και εκεί είναι η δεύτερη οικογένειά μας, γιατί περνάμε πολύ χρόνο εκεί με τις νοσοκόμες, με όλο το περιβάλλον. Και τις νοσοκόμες τις αγαπάω εγώ όντως σαν αδερφές, γιατί τόσα χρόνια, ειδικά εδώ στην Καστοριά, μας έχουν προσφέρει τα πάντα. Και αυτές είναι επαγγελματίες, δηλαδή όσο καλή θέληση να έχουνε –που την έχουνε–, καμιά φορά νευριάζουν και αυτές, κουράζονται, κάνουν. Εμένα η σχέσεις μου είναι πολύ καλές. Αλλά τα νοσοκομεία, και ειδικά στην επαρχία εδώ, δεν λειτουργούν καλά. Εμάς το τμήμα της αιμοκάθαρσης είναι πολύ καλό και έχουμε μια γιατρό η οποία ο άντρας είναι από δω, από την Κορησό, ο Τρύφος ο Παραδιάς και αυτή λέγεται Ρώμα Βασιλική. Είναι πολύ καλή γιατρός, το[01:10:00]υς προσέχει όλους. Αυτά, τι άλλο; Δεν θέλουμε και τίποτα άλλο εμείς. Τα μηχανήματα είναι πολύ καλύτερα, εγώ θυμάμαι τότε Θεσσαλονίκη όταν ήμουν είχαν φέρει τελευταίου τύπου μηχανήματα. Οι παλιότεροι κάναν δώδεκα ώρες αιμοκάθαρση και τα διαλύματα αυτά τα έφερναν μόνοι τους τα ανακάτωναν. Τώρα όλα είναι τυποποιημένα. Έρχεται το διάλειμμα στο μπετονάκι, το βάζεις και αρχίζει και λειτουργεί το μηχάνημα. Τα οποία είναι βελτιωμένα κατά πολύ, εγώ όταν μπήκα στην αιμοκάθαρση, στην καλή περίπτωση, στην καλύτερη να ζούσε δώδεκα χρόνια ένας αιμοκαθαρόμενος. Εγώ έχω φτάσει 37 τώρα, άλλοι είναι 30, άλλοι 20, 25, ξέρω ‘γω. Έχει ανέβει ο μέσος όρος ζωής και αυτό οφείλεται στην ανάπτυξη της ιατρικής, η οποία έχει αντίκτυπο και σε εμάς.  Είναι μια χρόνια αρρώστια η νεφροπάθεια, που πρέπει να είσαι πιστός, να κάνεις… Παράδειγμα, φρούτα δεν κάνει να τρώμε πολλά, ένα φρούτο την ημέρα, γιατί έχει κάλιο και αν ανέβει το κάλιο, πεθαίνεις. Όλα αυτά πρέπει να τα προσέχει κάποιος. Και έτσι έχουμε μάθει να ζούμε με στερήσεις, παράδειγμα αν δεις ότι το κάλιο είναι ανεβασμένο, δεν τρως φρούτα. Ή οποιοδήποτε άλλο, παράδειγμα αν τρως γαλακτερά ανεβαίνει το ασβέστιο, το πρώτο το οποίο δεν πρέπει να ανέβει, αν το δεις ανεβασμένο για λίγο καιρό δεν τρως. Όλα είναι θέμα ρύθμισης και έτσι προχωράει. Αλλά δεν είναι τόσο τραγικό, είναι μια χαρά, αν προσέχεις λίγο η ζωή σου είναι μια χαρά. Βέβαια, πρέπει και η πολιτεία να τους βοηθάει, να τους δίνει δουλειά, όπως έδωσε σε μένα και άλλους, να μπορούν να νιώθουν χρήσιμοι και να έχουν ένα εισόδημα, για να μπορούν να θεραπεύουν αυτά που συμβαίνουν. Τώρα ο άλλος αν δεν έχει, πώς να τα θεραπεύσει; Η Πολιτεία, δεν ξέρω, πρέπει να βρει τρόπους. Δίνουν επιδόματα, αλλά είναι λίγα, δεν φτάνουν για να πας σε ιδιωτικούς γιατρούς, να μπορούν αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά οι νέοι –όπως ήμουν εγώ 24-25– να τους βρίσκει μια δουλειά, για να είναι χρήσιμοι. Μια εύκολη δουλειά μπορούν να την κάνουν όλοι οι νεφροπαθείς, όπως εγώ στην τράπεζα, ή να μάθει ο άλλος τεχνίτης, να φτιάχνει ρολόγια, καθιστική δουλειά. Και παντού, στο Δημόσιο μπορούν να πάνε, κλητήρες, διάφορες θέσεις να τους βάλουν και έτσι να είναι και αυτοί οι άνθρωποι χαρούμενοι, να μην έχουν–. Γιατί όλοι λέμε: «Πρώτα η υγεία», αλλά αν δεν έχεις και λεφτά και όταν τη χάνεις την υγεία, ακόμη χειρότερα, τότε τα χρειάζεσαι περισσότερο.  Αυτά είναι, η δυσκολία εγώ πιστεύω είναι το οικονομικό. Το να κάνεις αιμοκάθαρση είναι δύσκολο και αυτό, αλλά κάποια στιγμή το συνηθίζεις. Εγώ είχε γίνει βίωμα, δεν θυμάμαι τη ζωή μου χωρίς αιμοκάθαρση, σαν να γεννήθηκα έτσι. Γιατί έχει γίνει καθημερινότητα πλέον για μένα, θα ζω έτσι. Τρίτη θα πάω για αιμοκάθαρση, την Πέμπτη πάλι, το Σάββατο πάλι. Έχει και μέρες για να ζήσεις και καλά, έτσι δεν είναι; Το θέμα είναι και να θες, Ιωάννα. Άμα κάτσεις στο κρεβάτι και πεις: «Είμαι άρρωστος», θα πεθάνεις πριν την ώρα σου. Και υγιής να είσαι, αν το κάνεις αυτό. Πρέπει να συμμετέχεις στη ζωή όσο μπορείς. Ένας φιλόσοφος Κορεάτης έλεγε: «Αν δεν μπορείς να τρέξεις, περπάτα. Αν δεν μπορείς να περπατάς, πήγαινε σημειωτόν. Αν δεν μπορείς σημειωτόν, έρποντας. Αλλά θα κοιτάς πάντα μπροστά». Αυτό κάνω κι εγώ, πάντα μπροστά. Πρέπει να βρεις τρόπους να επιβιώνεις, να ξεπερνάς τα προβλήματα, τα δύσκολα. Εγώ πιστεύω ότι είμαι τέτοιος άνθρωπος, δεν αφήνω να πέσει κάτω τίποτα. Και τα προβλήματα με την υγεία τα παλεύω, λέω: «Και να το έχω, θα περάσει κάποια στιγμή». Γιατί όταν είσαι νεφροπαθής, συμβαίνουν και άλλα πράγματα που μπορούν να σου δυσκολέψουν τη ζωή, αλλά πρέπει να τα ξεπερνάς. Να μην τρως όπως είπαμε το ασβέστιο, αν είναι ψηλά το ασβέστιο, να μην τρως κάλιο. Όλα αυτά πρέπει να τα έχεις στο μυαλό σου κάθε μέρα. Εγώ νομίζω έχω βρει και ένα καλό μοντέλο διατροφής, όπου δεν με επιβαρύνει πολύ και όλοι έτσι πρέπει να κάνουμε. Και νερό δεν κάνει να πίνουμε εμείς πολύ, δηλαδή από αιμοκάθαρση σε αιμοκάθαρση πρέπει να πιεις ενάμισο λίτρο. Αν πιεις δυο-τρία λίτρα, αυτά κάνουν κακό, άρα πρέπει να τα μετριάζεις όλα πάντα. Είναι και δύσκολη και εύκολη, όπως την πάρει κανείς την ασθένεια. Εγώ την πήρα από τον εύκολο τρόπο, δηλαδή με βασάνιζε περισσότερο το αν σε έναν πίνακά μου ταιριάζει το μπλε το σκούρο ή το μπλε το ανοιχτό, παρά η αιμοκάθαρση και έτσι την είχα αφήσει στην άκρη. Βέβαια και ο γιατρός μου, αυτός που έφυγε, ήταν ένας γιατρός από την Κύπρο, πολύ καλός άνθρωπος, μου έλεγε πράγματα τα οποία με συγκινούσαν και με βοηθούσαν. Ήθελε, λέει: «Θα σε φέρω τα κανάλια, το MEGA και το ΑΝΤ1. Θα σε κάνω φίρμα. Αλλά θα πάρω καβαλέτα να ζωγραφίζω». Δεν ήθελα εγώ εκεί και ντρεπόμουν, να σου πω την αλήθεια. «Τώρα -λέω- θα με κάνει φίρμα και τι θα κάνω εγώ, για και να με μάθουν στην Αθήνα;». Μια χαρά ήμουν έτσι. «Άστο, Μάριε –Μάριο τον λέγαν–, δεν θέλω». Επωνυμία μεγάλη, καλά είμαστε εδώ, με ξέρουν οι άνθρωποι εδώ της Καστοριάς, αρκεί αυτό το πράγμα.

Κ.Σ.:

Πήραν οι άνθρωποι, με τίμησαν εδώ οι Καστοριανοί και έργα μου αγόρασαν και επιγραφές και σε εκθέσεις που έκανα ερχότανε, μου μιλούσαν με θέρμη, μου λέγαν: «Συγχαρητήρια!» ξέρω ‘γω, «μπράβο, πολύ καλά». Και αυτή η ηθική χαρά είναι μεγαλύτερη από την χρηματική χαρά. Δηλαδή και χωρίς χρήματα δεν γίνεται, αλλά αυτή η χαρά δεν αγοράζεται με τίποτα, Ιωάννα. Και την θυμάσαι πάντα, λες: «Έκανα την έκθεση εκεί. Αυτός μου είπε έτσι, εκείνος μου είπε έτσι». Πάντα εγώ με χαρά έφευγα όποτε έφτιαχνα τέτοιες δραστηριότητες και μόνος δεν έπαιρνα πρωτοβουλίες, με καλούσαν σύλλογοι. Και στο Άργος είχα κάνει μια έκθεση και εκεί τους άρεσε πάρα πολύ. Η υπεύθυνη τότε που ήταν εκεί, μια καθηγήτρια –η κυρία Σανταλίδου, άμα την ξέρεις– αυτή μόνο τα πόδια που δεν μου τα φίλησε: «Σε ευχαριστούμε πολύ! Σε ευχαριστούμε πολύ!». Γιατί ήταν και αυτή άνθρωπος, της άρεσαν έτσι τα πολιτιστικά, να κάνει εκθέσεις, ποιητικές βραδιές και τέτοια. Αλλά και αυτή πήρε σύνταξη, νομίζω έφυγε στην Κύπρο, από την Κύπρο ήταν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιες ομάδες που και εδώ στην Καστοριά, στα χωριά μας να γίνεται. Παράδειγμα, εκεί στο θεατράκι που έχουμε στην Κορησό, ο Μίμης κάτι κάνει, να υπάρχει κάτι, κάθε εβδομάδα να υπάρχουν θεατρικά δρώμενα, μικρά, δεν χρειάζεται με πολλούς ηθοποιούς, με έναν-δυο. Και η ανιψιά μου η Νικολέτα λέει: «Αν ήμουν στην Καστοριά -λέει- θα έκανα εγώ». Η Νικολέτα έχει τελειώσει θεατρολόγος και της αρέσει. Αλλά τώρα δουλεύει στο Attica, την πήραν εκεί που πουλάει αρώματα κάτι τέτοια και η επιβίωση, όπως είπαμε είναι δύσκολη και δουλεύει εκεί το κορίτσι, δεν μπορεί να έρθει. «Αν ερχόμουν -λέει-, θείο, κάθε εβδομάδα θα τους έφτιαχνα χωρίς χρήματα -λέει-, έτσι για να περνάμε καλά». Και φαντάζεσαι τώρα πως θα είναι εκεί να έχουμε διάφορα φωτιστικά και σκηνικά για έξω χώρο και να παίζουν, τα παιδιά εδώ από την Κορησό να παίζουν, κάθε εβδομάδα να έχουμε και ένα καινούργιο θέατρο και να βλέπουμε. Θα ήταν πολύ όμορφα, έτσι νομίζω. Και η καθηγήτριά της εκεί είχε κάνει μια παράσταση, είχα πάει εγώ την είδα, έπαιζε και η Νικολέτα. Είχε κάνει τέτοιες μικρές, παράδειγμα σε μια βραδιά έβλεπες τρία μικρά θεατρικά έργα τα οποία ήταν πανέμορφα και το κουβεντιάζαμε με τη Νικολέτα: «Νικολέτα –την έλεγα–, σαν εκείνο που είχες παίξει και εσύ». «Αυτά σαν παιχνιδάκια είναι -λέει-, θείο». Θα έπαιρνε δυο-τρία παιδάκια και ποια θέλουν, με δυο άτομα θα έβλεπες μια θεατρική παράσταση, ή θα γελούσες, ή θα στεναχωριόσουν. Θα ήταν όμορφα να γίνουν αυτά τα πράγματα στην περιοχή μας. Και το θεατράκι είναι εκεί πολύ ωραίο, σαν να είσαι στην Αρχαία Ελλάδα. Τέλος πάντων, αυτά εμείς κάναμε πολλά πράγματα. Ήμουν εγώ Πρόεδρος στην Επιτροπή Πολιτισμού και με τον Γιάννη τον Ηλιάδη –αυτόν που έχει το μαγαζί επάνω και έγινε μοναχός– κάναμε πάρα πολλά πράγματα και αυτός ήταν πολύ καλός ηθοποιός. Εγώ δεν έπαιζα, βέβαια, αλλά συντόνιζα τα πράγματα, πώς θα γίνουν τα σκηνικά, ζωγραφίζαμε, κάναμε πολλά. Αλλά κάποτε σταματάνε και αν δεν έχει και συμπαράσταση, να σου πει κάποιος: «Προχώρα, θα βοηθήσουμε με λίγα λεφτά, με λίγο έτσι» και το αφήσαμε, ενώ μπορούσαν αυτά να συνεχίσουν να υπάρχουν. Ο Μίμης, τώρα, ο Ιωαννίδης κάνει τώρα ένα θεατρικό, το ετοίμαζε τώρα. Τι άλλο; Δεν έχουμε τίποτα άλλο στα χωριά μας, έτσι δεν είναι;

Ι.Β.:

Η ευχή σας για το μέλλον ποια είναι;

Κ.Σ.:

Για την περιοχή μας λες ή για όλους τους ανθρώπους;

Ι.Β.:

Για εσάς τον ίδιο.

Κ.Σ.:

Τι ευχή να δώσω στ[01:20:00]ον εαυτό μου; Φυσικά να είμαι υγιής, να μην πάθω κάτι κακό και να μπορώ να κινούμαι, να είμαι μέσα στους ανθρώπους, αυτή θα ήταν η καλύτερη ευχή. Αν είναι να πέσω στο κρεβάτι και να μην μπορώ, καλύτερα να πεθάνω. Αν δεν έχω αυτή τη δυνατότητα, να πάρω το αμάξι, να δω μια ομιλία, να δω μια συγκέντρωση, να πάω στο Δημοτικό Συμβούλιο, δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα αν είμαι στο κρεβάτι. Βέβαια υπάρχουν τα βιβλία, και τα βιβλία είναι πολύ καλή συντροφιά. Αυτό, περισσότερο θα ήθελα να μπορώ να περπατάω, να είμαι υγιής, γιατί τώρα και οι φθορές από την αιμοκάθαρση άρχισαν να φαίνονται και σε μένα, ειδικά στα μυοσκελετικά. Παράδειγμα τόση ώρα που κάθομαι, για να ισιάξω πρέπει να περπατήσω είκοσιβήματα. Εντάξει, αυτά τα περιμένω, γι’ αυτό και δεν τρομάζω. Όσα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε, θα τα αντιμετωπίσω. Απλά αυτό θέλω μονάχα, να μπορώ να κινούμαι, με το αμάξι να μπορώ να πηγαίνω Καστοριά, να έρχομαι εδώ να πίνω καφέ και τα άλλα λίγο πολύ ας είναι καλά και τα άλλα στην υγεία. Να περάσουμε όμορφα χρόνια, αυτό θέλω. Αν είσαι στο κρεβάτι, να περιμένεις από τον άλλον να σε φροντίσει, να μην μπορείς να πιεις ένα ποτήρι νερό, τι να την κάνεις τη ζωή; Έτσι δεν είναι, Ιωάννα; Έτσι το σκέφτομαι. Βέβαια, μπορεί αν φτάσω σε τέτοιο σημείο, να θέλω να ζήσω και άλλο, δεν ξέρω. Αλλά τώρα έτσι σκέφτομαι. Αυτό είναι μεγάλη χαρά για εμένα και ο γιατρός λέει: «Κώστα, είναι πολύ σημαντικό που κινείσαι, που πας στο Δημοτικό Συμβούλιο, που πας για καφέ στο καφενείο, που πας στο εστιατόριο και τρως φαγητό με τους φίλους σου, ενώ άλλοι δεν μπορούν να τα κάνουν αυτά». Εγώ, δόξα τω Θεώ, μπορώ και τα κάνω ακόμα. Αυτό θα ήθελα, έτσι να συνεχίσω να είμαι καλά και όλοι οι άνθρωποι του κόσμου να είναι καλά. Αλλά, δυστυχώς, υπάρχουν και οι στιγμές που είσαι λυπημένος, κάποιος δικός σου άμα φύγει. Εγώ, παράδειγμα, θέλω να πεθάνω πριν τη μάνα μου, δεν θα αντέξω αυτή τη στεναχώρια να τη δω. Αν και θα γίνει κάποια στιγμή και για μένα και για αυτή θα γίνει. Τώρα αν πεθάνω εγώ πρώτος, θα στεναχωριέται αυτή. Αν πεθάνει η μάνα μου, θα στεναχωριέμαι εγώ και ας κάνει ό,τι θέλει ο Θεός. Να μην τα σκεφτόμαστε και μας απασχολούν, γιατί εγώ στεναχωριέμαι, σκέφτομαι καμιά φορά, λέω: «Αν πάθει η μαμά μου κάτι, πώς θα είμαι μετά;». Ο άνθρωπος συνηθίζει, αλλά τα σκέφτομαι τώρα και με δυσκολεύουν, με στεναχωρούν λίγο. Τα ξεχνάω, μετά πάλι τα ξανασκέφτομαι. Και για μένα, ας λέω εγώ, τι να πεθάνω, δεν θέλω και εγώ, φοβάμαι. Αλλά αν είσαι στο κρεβάτι, τι να το κάνεις, ρε Ιωάννα, έτσι; Να μην μπορείς να σηκωθείς, να φας ένα φαγητό, να μην μπορείς να βγεις μια βόλτα έξω. Τέλος πάντων, τη ζωή θα τη ζήσουμε όπως μας τη δίνει ο Θεός. Και εγώ έλεγα, που έκανα αιμοκάθαρση: «Αυτή τη ζωή μού χάρισε ο Θεός. Θέλεις Κωνσταντίνε να ζεις, ή δεν θες;». Είπα: «Θέλω και συνεχίζουμε». Έτσι, είναι ωραία η ζωή, είναι το μεγαλύτερο δώρο που έχει ένας άνθρωπος. Και μόνο που ξυπνάς το πρωί, βλέπεις αυτά τα δέντρα έξω, σου δίνουν χαρά. Εμένα μου αρέσει πολύ να ακούω τον θόρυβο από τον άνεμο, δεν ξέρεις πόσο μου αρέσει! Ειδικά όταν φυσάει, παλιά ανέβαινα στην Αγία Παρασκευή όταν ήταν ζεστός ο αέρας, τα άνοιγα τα χέρια μου και καθόμουν έτσι. Μου άρεσε αυτό έτσι να με φυσάει. Ειδικά όταν πηγαίναμε, νοικιάζαμε ιστιοφόρο και πηγαίναμε για ψάρεμα μια παρέα πέντε-έξι άτομα, το παίρναμε από το Πόρτο Κουφό και πηγαίναμε ως την Αλόννησο. Αυτό το βράδυ ταξιδεύαμε, δηλαδή φτάναμε εκεί Παρασκευή απόγευμα φεύγαμε 18:00 η ώρα και φτάναμε 00:00 το βράδυ στην Αλόννησο. Αυτός ο βραδινός ο αέρας, έβγαζα τα ρούχα μου από τη μέση και πάνω και καθόμουνα έτσι γυμνός να με φυσάει, ήταν ζεστός. Δεν ξέρεις την αίσθηση, τι χαρά έπαιρνα από αυτό το πράγμα! Μου άρεσε πολύ. Γι’ αυτό όταν πάνε διακοπές στη θάλασσα, δεν είναι μόνο το μπάνιο και ο αέρας που αναπνέεις σου κάνει καλό. Εμένα μου άρεσε, ειδικά στη Σαντορίνη και όταν αρχίζουν τα μελτέμια πάντα φυσάει, ξυπνούσα 05:00 η ώρα το πρωί με το σορτσάκι και καθόμουν έξω να με φυσάει ο αέρας. Μου αρέσει πολύ αυτή η αίσθηση του αέρα, δεν ξέρω, το βλέπω σαν κάτι καινούργιο να συμβαίνει, μου αρέσει πάρα πολύ. Και εδώ όταν φυσάει μου αρέσει, επίσης το καλοκαίρι μου αρέσει και οι βροχές. Στο σπίτι μου είχε ένα γηπεδάκι, εκεί από κάτω γινόταν ένα τουρνουά και όταν έβρεχε έβγαζα το σορτσάκι και πήγαινα να βρέχομαι. Αλλά και όταν ζεσταινόμουν πολύ, έχει κάτι μπεκ που το πότιζαν, τα άνοιγα και καθόμουν από κάτω. 40 βαθμούς μπορεί να είχε έξω, εκεί είχα εγώ 20 με τη δροσιά που είχε το νερό. Μου αρέσει και αυτό πάρα πολύ. Και, εντάξει, από τις μικρές χαρές παίρνεις ουσιαστική χαρά. Τώρα τις μεγάλες, τι να πάμε στο Μαϊάμι, να πάμε στη Χαβάη, δεν πάμε. Και έτσι από αυτές τις μικρές παίρνεις χαρά και σου δίνουν δύναμη να συνεχίσεις. Εγώ και τα ρούχα μού άρεσαν πολύ, αν και τώρα δεν παίρνω. Να πάρω ένα ωραίο πουκάμισο, ξέρω εγώ, ένα ωραίο παντελόνι. Έχω τόσα πολλά σπίτι, που τα έχω ξεχάσει και ότι τα έχω, Ιωάννα. Γιατί εγώ ό,τι παίρνω το προσέχω, δεν το χαλάω. Παράδειγμα, αυτά τα πουκάμισα είναι πολύ καλά. Είναι –τι είναι– polo είναι αυτό. Και τα προσέχω, αλλά και μου άρεσε να παίρνω ωραία ρούχα, ειδικά στην τράπεζα έπαιρνα κάτι κοστούμια Armani, κάτι ωραία, πολύ όμορφα. Αλλά τώρα μου έφυγε και αυτό το μεράκι. Μα και δεν παίρνω, γιατί έχω. Η μάνα μου όταν μπαίνει εκεί μέσα, αρρωσταίνει: «Πόσα λεφτά -λέει- κάνουν όλα αυτά που έδωσες;». «Δεν πειράζει, βρε μάνα. Μικρές είναι οι χαρές αυτές». Αλλά και δεν δίσταζα να ξοδεύω. Και τώρα για τα ανίψια μου, ό,τι μου ζητάνε, δεν τα λέω όχι. Τους τα δίνω, λέω: «Ας χαίρονται». Τι να κάνω;

Ι.Β.:

Σήμερα που κάνατε αυτή την αναδρομή, πώς νιώθετε;

Κ.Σ.:

Νιώθω καλά, δεν ξέρω, ίσως έφυγαν και βάρη από μέσα μου, γιατί τα είπα σε σένα και νομίζω φεύγει λίγο το βάρος, όταν το μοιράζεσαι με κάποιον άλλο, ή άλλη. Ένιωσα καλά πάντως, μου άρεσε. Άμα θέλεις σε καμία εβδομάδα να το ξανακάνουμε πάλι. Αλήθεια μου άρεσε!

Ι.Β.:

Γιατί όχι;

Κ.Σ.:

Μου άρεσε πολύ, ωραία.

Ι.Β.:

Ευχαριστώ πολύ που μου ανοιχτήκατε έτσι!

Κ.Σ.:

Να είσαι καλά! Δεν ξέρω αν ξέχασα μερικά πράγματα, αλλά τα είπα όλα όπως ήταν και μέσα από την ψυχή μου. Εύχομαι να πάει η εργασία σου αυτή, να φτάσει στο ανώτερο σημείο, να πάει πολύ καλά και ό,τι χρειαστείς, εγώ θα σε βοηθήσω πάλι.

Ι.Β.:

Ευχαριστώ πολύ κύριε...

Κ.Σ.:

Να ξέρεις ότι σε εκτιμώ και σε συμπαθώ πολύ. Είσαι άξιο κορίτσι, από τον τρόπο που μιλάς, από τον τρόπο που ντύνεσαι, γενικά όλη σου η παρουσία, σε συμπαθώ πάρα πολύ.

Ι.Β.:

Να είστε καλά!

Κ.Σ.:

Ναι, είσαι δικό μου κορίτσι, αλήθεια. Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα και που κάναμε και τη συνέντευξη.

Ι.Β.:

Και εγώ, να είστε καλά.

Κ.Σ.:

Εγώ νιώθω υποχρεωμένος τώρα που μου την έκανες. Μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, επειδής τα έβγαλα μέσα; Ίσως επειδή τα λέω σε μια άξια κοπέλα, μπορεί και αυτό. Εύχομαι πάντα υγεία και χαρές να έχεις και εσύ και η οικογένειά σου, ό,τι καλύτερο υπάρχει στον κόσμο για σένα, να γίνει πραγματικότητα, μέσα από την ψυχή μου σ' το εύχομαι.

Ι.Β.:

Ευχαριστώ πολύ! Και σε εσάς.

Κ.Σ.:

Και εγώ σ’ ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ!