Από χοιροβοσκός στη Χαλκιδική, χειριστής μηχανημάτων έργου στη Λιβύη και στη Σαουδική Αραβία
Segment 1
Βιογραφικά στοιχεία και παιδικά χρόνια στο χωριό
00:00:00 - 00:18:46
Partial Transcript
Θα μας πείτε το όνομά σας; Γεράκης Σπυρίδων. Τέλεια. Είναι Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2023, εγώ ονομάζομαι Καράμπελα Άννα, είμαι ερευνήτρ… γίνουμε τεχνίτες και για αυτό, διέκοψε αυτό το, τη δουλειά που έκανα και με έστειλε στη σχολή και όπως πραγματικά έγινα εκεί πέρα κτίστης.
Lead to transcriptSegment 2
Αγροτεχνική Σχολή και στρατός
00:18:46 - 00:25:49
Partial Transcript
Εσείς γιατί επιλέξατε αυτή τη σχολή; Γιατί επιλέξατε να γίνετε οικοδόμος; Εγώ, με άρεζε η σχολή. Η σχολή μέσα είχε αρκετά επαγγέλματα. Είχε…στο Ηράκλειο, έχω γυρίσει όλους τους νομούς. Το Ρέθυμνο, στο Σητεία, στα Χανιά. Έχω δουλέψει σε όλους τους νομούς του Ηρακλείου της Κρήτης.
Lead to transcriptSegment 3
Επαγγελματικές εμπειρίες
00:25:49 - 00:40:41
Partial Transcript
Και μόλις τελειώσατε ξαναπήγατε στην Κρήτη κατευθείαν; Ήμουνα στην Κρήτη, κατευθείαν απηλυθηκα και με πρόσλαβε η εταιρία και πήγα στη βάση …ολύνεις για να πω και ό,τι είναι, γιατί είναι ατελείωτα. Να πούμε για την παρέα για το κυνήγι; Δεν χρειάζεται, τι να πούμε; Δεν χρειάζεται.
Lead to transcriptSegment 4
Η περίοδος της Δικτατορίας
00:40:41 - 00:44:28
Partial Transcript
Να σας ρωτήσω για τη Χούντα θέλω. Ναι. Η Χούντα, δεν με παίδεψε. Επειδής ήμουνα, ήξερα τί θα πει στρατιώτης, επειδής είχα κάνει φαντάρος κα…αι γεράσαν με μισό ταξί. Εγώ τα ‘κανα τρία. Εγώ ήμουνα παραγωγικό άτομο, δεν μπορούσα να καθίσω. Δεν ήμαν έμπορος, δεν μπορούσα το εμπόριο.
Lead to transcriptSegment 5
Αλλαγή επαγγέλματος και φωτογραφίες από τη σχολή και το σχολείο
00:44:28 - 01:04:13
Partial Transcript
Πώς σας φάνηκε η μετάβαση απ’ το γκρέιντερ στο ταξί; Τον πρώτο καιρό, είχα την ευβουλία αν θα το κάνω, αυτό. Μετά που μπήκα στο νόημα να πο…α άλλο. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ και για τον χρόνο σας και για όλα όσα είπατε. Να μην ευχαριστάς τίποτα. Ε, πώς, ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Lead to transcript[00:00:00]Θα μας πείτε το όνομά σας;
Γεράκης Σπυρίδων.
Τέλεια. Είναι Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2023, εγώ ονομάζομαι Καράμπελα Άννα, είμαι ερευνήτρια για το Ιστόρημα και βρίσκομαι μαζί με τον κύριο Σπύρο Γεράκη στο σπίτι του. Θα μας πείτε λίγα πράγματα για σας;
Να ξεκινήσουμε από το Δημοτικό. Νήπια δεν είχε τότε. Κατευθείαν στην πρώτη Δημοτικού. Λοιπόν, τα πράγματα ήτανε, σχεδόν στο τέλος του εμφυλίου που πήγα στην πρώτη δημοτικού. Και η ζωή ήταν δύσκολη γενικά, γενικά στο χωριό ήταν δύσκολη η ζωή. Δεν είχε αυτά που έχουμε σήμερα, τις πολυτέλειες. Οικονομικά, ήταν τα χρόνια πολύ δύσκολα. Με δυσκολίες μεγαλώσαμε, τα φαγητά ήταν περιορισμένα. Αφού πήγαμε σχολείο όμως, εκεί –αφού πήγα στο σχολείο– τον καιρό εκείνο μας κάναν και συσσίτιο στο σχολείο. Πηγαίναμε πρωί, μας κάναν γάλα, γάλα σκόνη, με κακάο, ή χωρίς κακάο και κασεράκι και ψωμί παίρναμε από το σπίτι. Ήταν… δύο φορές την ημέρα πηγαίναμε σχολείο. Το πρωί μέχρι το μεσημέρι και το απόγευμα ξαναπηγαίναμε, εκτός το Σάββατο. Τις άλλες τις μέρες, πηγαίναμε. Ήταν πολύ διαφορετικά ετότε. Κάναμε χειροτεχνίες, κάναμε οδική, αυτά τα πράγματα τώρα δεν ξέρω, νομίζω δεν γίνονται, ενώ ετότε είχαμε. Εγώ έχω εργάκια από τότε, με ξυλογλυπτική, έχω με χειροτεχνία, καλαθάκια, αυτά, με χόρτο, που κάναμε χειροτεχνία. Σήμερα τα παιδιά δεν βλέπω να κάνουν τέτοια πράγματα. Όλο με το κινητό στα χέρια και τίποτε άλλο. Τέλος πάντων, τελείωσα το δημοτικό… Α, και όταν έκλεινε το δημοτικό σχολείο, μετά την τετάρτη, οι γονείς μας δεν μας πήγαιναν διακοπές, γιατί δεν υπήρχε αυτός ο τρόπος ζωής τότε. Ήταν γενικός αυτός ο τρόπος. Πηγαίναμε στα κτήματα, βοηθοί εκεί με τη μαμά, να βγάλουμε χορταράκια, να τσαπίζαμε εκεί ό,τι έκανε η μάνα μας και στη διάρκεια είχαμε και 2-3 κατσίκες, να βόσκουμε και τις κατσίκες. Πριν βγούμε από το δημοτικό σχολείο αυτά γινόντανε. Τέλος πάντων, περάσαν τα χρόνια, βγήκαμε απ’ το, τελείωσε το δημοτικό σχολείο και μετά, 13 χρονών που τελείωσα από το δημοτικό σχολείο –γιατί πήγα 7 χρόνια σχολείο– στην πέμπτη τάξη, με άφησε στην ίδια τάξη ο δάσκαλός μας, γιατί ήταν, δεν ήταν… πώς να το πω; Ήταν σκληρός. Δεν είχε παιδεία καλή στα παιδιά και μ’ άφησε στην ίδια τάξη. Τέλος πάντων, στα 7 χρόνια τελείωσα το δημοτικό σχολείο. Μετά, κατευθείαν από το δημοτικό σχολείο, ο μπαμπάς μου, έπρεπε να με απασχολήσει κάπου, γιατί ετότε 13 χρονών το παιδί δεν ήταν να πάει πουθενά να κάνει δουλείες βαριές. Και πήρε δύο… ένα γουρουνάκι από την Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή και άλλο ένα από άλλη, καλή, καλή ράτσα, δύο θηλυκά και κατευθείαν ξεκίνησα να γίνομαι με κείνα τα μικρά, τα γουρουνάκια, χοιροβοσκός. Τα οποία, τα γουρουνάκια αυτά, εσυνέχισα, έγινε αναπαραγωγή, γίναν αρκετά, πολλά και μέχρι την ηλικία μου, 16 χρονώ, έκλεισα τα 16 χρονώ. Και αφού, τα έκλεισα τα 16 χρονώ, μπήκα στα 17, λέει ο μπαμπάς μου, ότι: «Σπύρο, εδώ δεν είναι για να είσαι σ’ αυτήν την ζωή, γιατί τώρα πλέον πρέπει να πα’ να μάθεις μία τέχνη». Και κανόνισε και πήγα σε μία σχολή, αγροτεχνική σχολή, εσώκλειστος, ο οποίος λεγόντανε «Αγροτική Σχολή Άγιος Κωνσταντίνος» και κάθισα εκεί εσώκλειστος δύο χρόνια. Εκεί έτρωγα, εκεί ήπινα, εκεί εκπαιδευόμουνα και στα 2 χρόνια πήρα το πτυχίο από αυτή τη σχολή. Έμαθα την τέχνη στην οικοδομή, κτίστης λεγόμενος. Και μπήκα πλέον, 2 χρόνια ολόκληρα, μπήκα στα 19. Τελείωσα από ‘κει, με δώσαν και πτυχίο και πήγα στο χωριό μου και άρχισα να ασκούμαι στη δουλεία του κτίστη, οπότε δούλεψα, μέχρι που ήρθε ο καιρός για να πάω φαντάρος. Φαντάρος, στρατιώτης δηλαδή, πήγα στην ηλικία των 21 ετών. Δηλαδή, 19, 20… 19 η ηλικία όλη, είπαμε ότι μπήκαμε στα 19, 20 και 21, δούλευα κτίστης, οικοδόμος. Μετά που πήγα φαντάρος, με ρίξανε στρατιώτη στο Μηχανικό, με την ειδικότητα του χειριστού γκρέιντερ. Οπότε εκπαιδεύτηκα στη σχολή του στρατού, τη βασική εκπαίδευση και τη σχολή του στρατού και με δώσαν στρατιωτικό δίπλωμα και δούλευα στη θητεία μου όλη, που πήγα στρατιώτης, 12 Οκτωβρίου το ‘62 και απηλήθηκα, 14 του Γενάρη το ‘65. Όλη τη διάρκεια αυτή όμως, στο στρατό δούλεψα πάρα πολύ. Στην Κρήτη, πέρα για πέρα την Κρήτη όλη, την έχω γυρίσει. Και το αεροδρόμιο που έγινε στο Καστέλι Πεδιάδος, σαν χειριστής, ήμουν παρών, δούλευα και στο αεροδρόμιο. Απελύθηκα και κατευθείαν με προσέλαβε μία εταιρία, λεγόμενη «Οδών και Οδοστρωμάτων», γιατί ήμαν παραγωγικός στο γκρέιντερ. Και πήγα στη βάση πυραύλων. Έφτιαχνε τη βάση πυραύλων στο Ακρωτήρι, στα Χανιά, η εταιρία. Αυτά γίνονται το ’65. Εκεί με σταματήσαν, η ασφάλεια λόγω φρονημάτων, εσύ όπως θέλεις γράψ’ το και η εταιρία όμως, δεν με σταμάτησε. Με έστειλε από ‘κει στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Είχε το έργο που γινόνταν από Κόρινθο-Πάτρα, αυτός που είναι και τώρα ο δρόμος και συνεχίζει. Εδούλεψα εκεί 2 χρόνια, εκεί βρήκα και την γυναίκα μου, τον έρωτα της ζωής μου, παντρεύτηκα, τον Ιανουάριο, 29 το ‘67. Και αποφάσισα να κάνω μία άλλη δουλειά, τέλος πάντων από χειριστής και πήγαμε στην Αθήνα με τη γυναίκα μου, μάθαμε τη δουλειά καθαριστής ενδυμάτων και έφυγα από το Ξυλόκαστρο και ήρθα στη Θεσσαλονίκη. Τον Σεπτέμβριο του 1967. Άνοιξα καθαριστήριο ενδυμάτων, το είχα 4 χρόνια, καθαριστήριο και πλυντήριο και στη διάρκεια ξαναεπανήρθα να δουλεύω και το καθαριστήριο και χειριστής στο γκρέιντερ πάλι, δύο δουλειές, επί 2 χρόνια, καθαριστήριο και στο έργο που γινόταν, πάλι «Οδών και Οδοστρωμάτων», Αικατερίνη - Θεσσαλονίκη ο δρόμος. Στις δύο δουλειές. Συνέχισα το γκρέιντερ, σαν χειριστής, το πούλησα το καθαριστήριο, για να μην κάνω δύο δουλείες πλέον και συνέχισα το γκρέιντερ. Το οποίο, το οποίο πήγα και στη Ρόδο, το αεροδρόμιο της Ρόδου, στο Παραδείσι, δύο χρόνια, σαν χειριστής γκρεϊντερίστας, το ολοκλήρωσα. Και αφού τελείωσα από ‘κει, άλλη εταιρία με προσέλαβε και πήγα στη Λιβύη 2 χρόνια. Στην πόλη Βεγγάζη, επί 2 χρόνια. Τελείωσε το έργο εκεί που ήμουνα και γύρισα πάλι στην Ελλάδα, επανήλθα πάλι στην Ελλάδα και ξαναπήγα στην οικοδομή, οικοδόμος, επί 4 χρόνια. Μετά, ξανά με ζητήσαν για το γκρέιντερ, σαν χειριστής και πήγα άλλα 3 χρόνια στη Σαουδική Αραβία. Και αφού έκανα 3 χρόνια και στη Σαουδική Αραβία, ολοκλήρωσα την αποστολή μου και γύρισα στην Ελλάδα, 22 Δεκεμβρίου του ‘84 και 16 του Γενάρη το ‘85 άλλαξα επάγγελμα. Αγόρασα ολόκληρο ταξί και έγινα ταξιτζής στη Θεσσαλονίκη. Και συνέχισα μέχρι που βγήκα συνταξιούχος, στη Θεσσαλονίκη, με το επάγγελμα του ταξί, μέχρι που βγήκα στη σύνταξη. Τι να πω άλλο, να πω, τι να πω; Η ζωή μου όλη ήταν μία εργασία. Μία όχι, πολλές εργασίες, αλλά κάθε μέρα δουλειά. Εργασία, [00:10:00]σκληρή εργασία, δεν σταμάτησα ποτέ, όλη μου την καριέρα, της καριέρας που ήταν για να εργαστώ, μέχρι τα 65 μου. Χρειάζεται να πω τίποτε άλλο;
Όχι, εγώ θέλω να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις.
Να κάνεις, να κάνεις τώρα τις ερωτήσεις.
Να τα πάρουμε λίγο απ’ την αρχή;
Απ’ την αρχή.
Τέλεια. Αρχικά, πού και πότε γεννηθήκατε να μας πείτε.
10 Φεβρουαρίου το 1942. Το έγραψες;
Εντάξει, και πού γεννηθήκατε;
Στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής.
Θυμάστε να μας πείτε, να μας περιγράψετε έτσι, μία καθημερινή μέρα που πηγαίνατε στο σχολείο, που μου είπατε που πήγατε στο σχολείο;
Να περιγράψω, να το περιγράψω. Το επαναλαμβάνω, δεν έπρεπε να το πω αυτό, τέλος πάντων.
Δεν πειράζει.
Λοιπόν, η διαφορά της ζωής ετότε με σήμερα, δεν έχει καμία σχέση. Ήταν σκληρή, στο σχολείο παίζαμε σκληρά παιχνίδια όλα τα παιδιά, όχι προσωπικά εγώ, γενικά όλα τα παιδιά. Παίζαμε με ξύλα, με όπλα, γιατί ετότε ήταν μετά τον Εμφύλιο, γιατί το ‘49 τελείωσε, το ‘48-‘49 τελείωσε ο Εμφύλιος και ήμασταν μαθημένοι, φτιάχναμε με καλάμια όπλα, με πέτρες, πετροβολιόμασταν ο ένας με τον άλλονε. Τα παιχνίδια ήταν παιχνίδια σκληρά. Δεν ήταν παιχνίδια όπως σήμερα. Με πέτρες, με ξύλα, με τέτοια παιχνίδια. Τα παιχνίδια, άγαρμπα παιχνίδια, σκληρά παιχνίδια. Όλα μας τα χέρια τα πόδια μας ήταν κομματιασμένα κάθε μέρα, από χτυπήματα και από τέτοια. Όλη την ημέρα τρέχαμε μετά από το σχολείο, εδώ… Σκληρή ζωή, σκληρή ζωή, όχι όπως σήμερα. Τα παιδιά σήμερα είναι διαφορετικά, ετότε ήταν σκληρή η ζωή. Όλη η διάρκεια του σχολείου ήταν. Ύστερα στο σχολείο είχε και καλούς εκπαιδευτές. Μέχρι και οι δάσκαλοι μας βάζανε και φυτεύαμε δέντρα, οι δασκάλοι… Και δέντρα φυτεύαμε και κάθε Τετάρτη είχαμε το απόγευμα, είχαμε ανά 2-3 άτομα το λεγόμενο «καρίκι» και βάζαμε τα λουλούδια και αυτά και ήταν υπεύθυνος καθένας στο καρίκι του. Αυτά όλα ήταν για εκπαίδευση. Ήταν για να μπούμε στο νόημα, δηλαδή στην παραγωγή, να είμαστε στην παραγωγή. Για αυτό και η δικιά μας η σειρά γενικά, ήταν παραγωγική, γιατί έμαθε να δουλεύει. Χειρωνακτική δουλειά μεν, αλλά έτσι ήτανε τότε η ζωή. Δεν ήταν η τεχνολογία που είναι σήμερα με τα ηλεκτρονικά και με το άλφα και με το βήτα. Έχει αλλάξει ο τρόπος ζωής. Ετότε ήταν σκληρή η ζωή. Γενικά τα παιδιά και όχι καλοζωισμένα. Σχεδόν πεινασμένα. Δεν κυκλοφορούσαν χρήματα. Στο μπακάλη μας έστελνε η μάνα μας να ψωνίσουμε με το τεφτέρι, όπως γράφεις εκεί, με το τεφτέρι. Και όταν έπεφταν λεφτά στο σπίτι, πηγαίναμε και πληρώναμε. Ήθελες τίποτα;
Όχι, μην αγχώνεστε. Μου είπατε ότι ήταν στο τέλος του Εμφυλίου όταν πήγατε στο σχολείο.
Ναι, ναι.
Εσείς, θυμάστε πώς ήταν η περίοδος τότε; Αν εσείς έχετε στη μνήμη σας κάποιο γεγονός με το τέλος του Εμφυλίου, ή και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και πώς εσείς το νιώσατε αυτό;
Επειδής εγώ ήμουνα ο μικρότερος της οικογενείας, εγώ ήμαν, ήμασταν τέσσερα αδέρφια και ο μπαμπάς μου ήταν λίγο αντίθετος με το καθεστώς και ήμασταν πάντα φοβισμένοι. Πάντα μας είχε ο μπαμπάς μου κι η μάνα μου σε περιορισμένο, γιατί είχε και κακόψυχους ανθρώπους που μας εχθρεύονταν –πώς να το πω;– να πούμε, τ’ αυτά; Και πολλές φορές και το βράδυ ακόμα, επειδής το σπίτι μας ήτανε στις πρόποδες απ’ το βουνό, μας κατέβαζε με τον παππού μου –εμένα τον μικρό και ακόμα τον άλλον που ήταν λίγο μεγαλύτερος– μας κατέβαζε στο υπόγειο και κοιμόμασταν με τον παππού μου. Γιατί υπήρχαν και μπαμ-μπουμ πολλές φορές στο χωριό. Ήταν μεγάλο το χωριό και είχε και τέτοια κρούσματα. Γενικά ήταν δύσκολη η ζωή, ήταν δύσκολη. Αλλά ο άνθρωπος από τη φύση του είναι σκληρό μέταλλο και αντέχει πολλά πράγματα. Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι σκληρό μέταλλο και πρέπει να είναι πάντα αποφασισμένος ότι θα το περάσει και θα το παλέψει. Αυτό είναι ρητό της ζωής και ο κάθε νέος, κάθε μικρός πρέπει να το χωνέψει στη ζωή του, ότι η ζωή έχει δυσκολίες και δεν είναι όλα ρόδινα. Και αυτό μας το ‘χε διδάξει τόσο καλά ο μπαμπάς μου σε όλους και του ‘χαμε πιστέψει και όλοι ήμασταν εργατικοί και δυνατοί. Όλοι! Μας του ‘χε φυτέψει μέσα μας αυτό το πράμα. Και λόγω των καιρικών συνθηκών και τις συνθήκες της ζωής, το παλέψαμε και όλοι ορθοποδήσαμε.
Θυμάστε εσείς, τι τρώγατε σαν παιδιά; Ποια ήταν η διατροφή σας;
Η διατροφή, αν μπορούσε η μαμά την ημέρα να φτιάξει μια φορά φαγητό, αν είχε την ευχέρεια το έκανε. Γιατί τότε δούλευε και η μαμά και στα χωράφια, να έχει και τα πολλά τα παιδιά, να φτιάξει και φαγητό. Και το φαγητό δεν ήταν όπως σήμερα. Είχε, μία κουταλίτσα λαδάκι, σε μια κατσαρόλα που έφτανε για 7 άτομα. Με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο και κόκκινο πιπεράκι και το έριχνε μέσα, σαν λεγόμενο «σύβρασμα», για να πάρει γεύση του φαγητό. Και ήταν και νοστιμότατο. Και τρώγαμε και δεν είχε: «Δεν μ’ αρέσει αυτό». Πεινάγαμε και το τρώγαμε, ό,τι φαΐ και αν έφτιαχνε, το τρώγαμε. Μα πίτα θα ήταν; Σπανακόπιτα; Μα θα ήταν μακαρόνια; Μα θα ήταν; Δεν διαμαρτύρονταν κανένας, «Τι φαΐ είναι αυτό;», να πούμε. Καθόμασταν κάτω, με το σοφρά γύρω γύρω και τρώγαμε χωρίς καμία διαμαρτυρία. Αλλά, όχι περισσεύματα και πλεονάσματα. Ήταν συγκεκριμένα τα φαγητά και τα αυτά.
Και μετά, όταν μου είπατε ότι σας πήρε ο πατέρας σας δύο γουρούνια…
Ναι…
Πώς νιώσατε εσείς τότε που ήσασταν ένα παιδί 16 χρονών;
Τ; Ήμαν 13 τότε, μόλις βγήκα από το δημοτικό σχολείο έγινε αυτό. Τα 16, ολοκλήρωσα, έφυγα, πήγα στη σχολή, δύο χρόνια. Έγινα πλέον παλικαράκι. Έχω και τη φωτογραφία. Ήμουνα πλέον παλικαράκι. Στην ουσία δεν ήθελα να φύγω, γιατί δεν ήξερα παραπέρα τί γινόντανε. Αφού πήγα όμως, συνέχισα και τα, έγινε αναπαραγωγή στα γουρούνια και τα εμπορευόνταν ο πατέρας μου τα μικρά κάθε φορά, γιατί ετότε, το κάθε σπίτι, έπαιρνε ένα γουρουνάκι το έθρεφε, τη διάρκεια την άνοιξη, το καλοκαίρι, μέχρι τα Χριστούγεννα και τα Χριστούγεννα το σφάζαμε. Και επειδής δεν υπήρχε αυτή η πληθώρα, βούτυρα και τέτοια, τα γουρούνια τότε θρεύονταν και είχαν λίπος και αυτά. Και οι μάνες όλες, οι νοικοκυρές ετότε, το λίπος όλο το βάζαν στη φωτιά μες’ στην κατσαρόλα, το λιώνανε και το βάζαν σε ντενεκέ και το είχαν για να συμπληρώνουν στο φαγητό, για λάδι το χρησιμοποιούσαμε. Οπότε, εμπορευόμασταν εμείς τα γουρούνια κρατάγαμε πάντα τις μάνες και το αρσενικό και τ’ αυτά και κάναμε αυτή τη δουλειά. Ο πατέρας μου δηλαδή, ο μπαμπάς μου, έκανε αυτήν τη δουλειά: τα πούλαγε στα σπίτια αυτά, στους χωριανούς μας και έτσι αυτά τα χρόνια ζούσαμε και καλά, που ήμανε εγώ στα γουρούνια. Αλλά, επειδής ο πατέρας μου έβλεπε λίγο πιο μακριά, ήθελε να γίνουμε τεχνίτες και για αυτό, διέκοψε αυτό το, τη δουλειά που έκανα και με έστειλε στη σχολή και όπως πραγματικά έγινα εκεί πέρα κτίστης.
Εσείς γιατί επιλέξατε αυτή τη σχολή; Γιατί επιλέξατε να γίνετε οικοδόμος;
Εγώ, με άρεζε η σχολή. Η σχολή μέσα είχε αρκετά επαγγέλματα. Είχε ξυλουργό, είχε σιδερά, είχε μηχανικό για αυτοκίνητα μηχανών. Ο σιδεράς έκανε τη δουλειά του σιδερουργείου πολλά πράγματα, σιδεροκατασκευές και τέτοια. Εμένα μου άρεσε το συνεργείο. Και είχε και δεντροκομεία. Να μάθεις να εμβολιάζεις, να κάνεις. Δηλαδή αγροτική δουλειά, για αυτό και λέγεται «Αγροτεχνική Σχολή». Τον πρώτο χρόνο, τα πέρασα όλα τα συνεργεία. Όλοι, έτσι γινόταν στη σχολή. Και εμένα μου άρεσε η δουλειά του κτίστη, να κτίζω, να σοβαντίζω, να κάνω σκεπές. Και τον δεύτερο χρόνο που ήταν επιλογή μου, πού θα πάω, όπως και τα άλλα παιδιά, άλλος πήγε στο μηχανουργείο, άλλος πήγε… Εγώ [00:20:00]πήγα στο συνεργείο του κτίστη και συνέχισα μετά 1 χρόνο, στου κτίστη. Και όταν έφυγα από κει, αφού είχα εκπαιδευτεί του κτίστη, συνέχισα το επάγγελμα του κτίστη.
Θυμάστε τα μαθήματα που είχατε;
Μαθήματα κάναμε αμπελουργία, για τα αμπέλια κάναμε. Γενικά, για φιστίκια φυτεύαμε, καρπούζια φυτεύαμε, αγροτική, ό,τι κάνει ένας αγρότης, όλα τα κάναμε. Γιατί είχε και τρακτέρ η σχολή, είχε εκτάσεις μεγάλες κάνανε πειράματα εκεί πέρα μέσα για την αγροτιά. Οπότε, πέρασα ένα χρόνο από το σκαλοπάτι αυτό στη σχολή μέσα. Τα πέρασα αυτά όλα. Αλλά εμένα με άρεσε το συνεργείο του κτίστη και την δεύτερη χρονιά που ήταν να δηλώσει ο καθένας που ήθελε να πάει, εγώ πήγα στου κτίστη.
Θυμάστε πώς ήταν όταν φύγατε από το χωριό και ήρθατε στη Θεσσαλονίκη;
Στη Θεσσαλονίκη, κατοίκησα μεγάλος, γιατί…
Στη σχολή που πήγατε.
Α, στη σχολή. Στη σχολή που πήγα ήμαν εσώκλειστος, μες’ στη σχολή, στη Σίνδο. Οπότε δύο χρόνια εκεί ήμουνα, εκεί έτρωγα, εκεί έπινα. Μόνο τις γιορτές άμα θέλαμε να πάρουμε άδεια πηγαίναμε στο χωριό μας για τις μέρες των εορτών και ξαναεπιστρέφαμε. Αλλά, άδεια από τη σχολή παίρναμε, τις 10 μέρες, τις 15. Και πάλι επιστρέφαμε μέσα στη σχολή. Εκεί κοιμόμασταν, εκεί όλα τα πάντα εκεί γινόνταν. Αλλά ήταν καλά, περνάγαμε καλά, και φαΐ καλό και πρόγραμμα καλό, ήταν σούπερ καλά, στη σχολή. Εγώ να σου πω την αλήθεια, εκεί δυνάμωσα κιόλα. Δυνάμωσε το σώμα μου, ο οργανισμός μου, η δύναμη. Δυνάμωσα εκεί πέρα μέσα. Έτσι, 2 χρόνια. Γιατί ήμανε πάνω στην ανάπτυξη. ;Hμανε 16, 17 χρονώ, 18.
Μετά γυρίσατε στο χωριό, δουλέψατε σαν…
Μετά γύρισα στο χωριό, μόλις τελείωσα τη σχολή και μέχρι που πήγα φαντάρος, ήμουνα στο χωριό. Ετότε ήταν τα ΤΕΑ ακόμα. Mετά τον Εμφύλιο, συνέχιζαν τα ΤΕΑ. Έτσι λεγόταν: τα ΤΕΑ. Και πολίτες τους δίνανε αναγκαστικά όπλο. Λοιπόν, γιατί είχαμε Υποδιοίκηση Χωροφυλακής εμείς, στο χωριό. Ναι αλλά, έπρεπε να το δώσουν σε ανθρώπους, οι οποίοι είχαν πάει φαντάροι και γυρίσαν. Εμένα επί τούτου μου το δώσαν πριν πάω φαντάρος το όπλο. Για να πηγαίνω κάθε Κυριακή, να μου κάνουν μάθημα κατά του κομμουνισμού. Και ‘γω την Κυριακή δούλευα και γιατί δεν πήγαινα, έστειλε ο διοικητής –ήταν διοικητής μοίραρχος στη Γαλάτιστα– και επειδή δεν πήγαινα και δούλευα την Κυριακή, με έβαλε και στο Τμήμα, μες’ στη φυλακή. Ναι, το πέρασα και αυτό δηλαδή.
Και μείνατε στο κρατητήριο;
Βεβαίως.
Πόσες ώρες, μέρες;
Μέρες. 48 ώρες με είχε μέσα.
Αυτό ήταν πριν πάτε φαντάρος.
Πριν πάω φαντάρος.
Όταν πήγατε φαντάρος έπρεπε να εκδώσετε το πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων;
Υπηρεσιακώς πήγαινε το φρονημάτων και με καλέσαν στο Α2 –Α2 ήταν, είναι το Τμήμα που ελέγχει του στρατού, Α2 λέγεται– και με κάλεσαν και ‘κει λοχαγός ήταν, αξιωματικός που ήταν για τη δουλειά, δύο φορές, εάν ήμαν σε καμιά οργάνωση, ή ξέρω ‘γω, αυτά. Εγώ δεν ήμαν σε καμία οργάνωση, απλώς έβλεπα τη δουλειά μου. Ε δύο φορές με κάλεσε, αυτό ήταν δεν με ξαναενοχλήσαν.
Και στο στρατό μάθατε να χειρίζεστε γκρέιντερ…
Ακριβώς, στο στρατό.
Είχατε ξαναδεί; Είχατε επιχειρήσει ξανά;
Όχι, όχι. Αλλά, όταν πέρασα περιοδεύων, λοχαγός ήταν και ‘κει, τις ερωτήσεις που με έκανε, «Τι δουλειά έκανα;» και αυτά, είπα ότι ήμουνα και στη σχολή. Και τρακτέρ ήξερα να οδηγήσω, γιατί την πρώτη χρονιά τα γύρισα όλα. Και ό,τι με ρώτησε, απάντησε και με ρώτησε, πού θέλω να πάω και είπα: «Όπου έχει ανάγκη ο στρατός. Διότι, στρατιώτης -λέω- όπου έχει ανάγκη η πατρίδα, εκεί να μου στείλετε». Και μου έστειλε στην καλύτερη ειδικότητα ο λοχαγός που με… όταν πέρναγα περιοδεύων, γιατί αυτός επιλέγει πού θα πάει. Περνάς περιοδεύων πριν πας φαντάρος. Και κατά τη γνώμη μου, ο λοχαγός πραγματικά είχε μυαλό και μ’ έστειλε για χειριστή. Και ήμαν και παραγωγικός μετά και πολύ παραγωγικός.
Και η πρώτη σας δουλειά, είτε στο στρατό, είτε… στο στρατό ως χειριστής;
Στο στρατό;
Ναι.
Στο στρατό έκανα τη βασική εκπαίδευση, που γίνεται, όλοι που παν φαντάροι 60 μέρες στο Ναύπλιο και από ‘κει μετά 3 μήνες στο Λουτράκι, στο γκρέιντερ εκπαιδευόμουν 3 μήνες, με εκπαιδεύανε. Και από ‘κει, πάλι έκανα μετάθεση, με στείλαν στην Κρήτη, στην εβδόμη ΜΟΜΑ και απ’ εκεί απηλύθηκα κιόλα. 2 χρόνια, έκανα 27-μισι μήνες φαντάρος, 5 μήνες ήταν η βασική εκπαίδευση και το αυτό και τους υπόλοιπους 22 μισή μήνες ήμουνα στην Κρήτη. Η βάση ήταν στο Ηράκλειο, έχω γυρίσει όλους τους νομούς. Το Ρέθυμνο, στο Σητεία, στα Χανιά. Έχω δουλέψει σε όλους τους νομούς του Ηρακλείου της Κρήτης.
Και μόλις τελειώσατε ξαναπήγατε στην Κρήτη κατευθείαν;
Ήμουνα στην Κρήτη, κατευθείαν απηλυθηκα και με πρόσλαβε η εταιρία και πήγα στη βάση πυραύλων, σαν πολίτης στο Ακρωτήρι, που είναι η βάση πυραύλων, στην Κρήτη. Αλλά λόγω του ότι τα φρονήματα τα κουβαλάν, τα στέλνουν από ‘κει που είσαι από το χωριό σου, η Ασφάλεια με σταμάτησε τη δουλειά, γιατί ήταν του ΝΑΤΟ το έργο και με σταματήσανε. Αλλά η εταιρία δεν με σταμάτησε, η εταιρία, από ‘κει από την Κρήτη –αφού ήμουνα πολίτης– με έστειλε κατευθείαν στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας και συνέχισα πάλι το γκρέιντερ. 2 χρόνια και κει.
Μου είπατε μετά πως, πώς αποφασίσατε να αλλάξετε και να γίνετε καθαριστής ενδυμάτων;
Νέος ήμουνα και ήθελα να δοκιμάσω, γιατί άκουγα ότι ήταν καλή δουλειά, ότι είχε οικονομισιά. Όπου άκουγα ότι είχε ‘κονομισιά, έτρεχα. Και το ‘κανα, 4 χρόνια, δεν έχασα. Αλλά μετά, αφού δούλεψα… Το είχα 4 χρόνια, στα 4 χρόνια δούλευα τα δύο και γκρέιντερ και το καθαριστήριο. Ε, είπα: «Πρέπει να καταλήξω κάπου». Και είδα, κατά την άποψή μου, αφού στα 2 χρόνια είσπραξα αυτά που ήθελα και αγόρασα σπίτι για να μένει η οικογένειά μου, κατέληξα πάλι σε μία δουλειά. Στα 2 χρόνια, αγόρασα σπίτι. Και αφού αγόρασα το σπίτι και ήμουνα εξασφαλισμένος, ξανά συνέχισα το γκρέιντερ, μία δουλειά.
Και πήγατε και στη Λιβύη;
2 χρόνια.
Πώς πήρατε την απόφαση να πάτε;
Εκεί στο… Ρόδο που ήμουνα, στο αεροδρόμιο, ήταν κάποιος που είχε συνδέσεις, διασυνδέσεις με άλλη εταιρία και τον είπε: «Όσοι είναι καλοί χειρισταί από ‘κει, αφού τελειώσει το έργο…», είχε διάθεση αυτός, να μας καλοπλερώσει, να πάμε στη Λιβύη. Και ένας απ’ αυτούς ήμαν και ‘γω. Με κάναν την πρόταση, θα έπαιρνα καλά λεφτά και αποφάσισα και ‘γω, αφού τελείωσε το έργο και πήγα στην άλλη εταιρία και πήγα στη Λιβύη.
Ποια χρονολογία έγινε αυτό, θυμάστε;
Ε, η δουλειά αυτή έγινε, στη Λιβύη ήμαν το, ήταν να πάω μετά τις γιορτές. Το ’74 τελείωσα από το… το ‘74, 22 Δεκεμβρίου τελείωσα από τη Ρόδο. Και μετά τις γιορτές, αφού θα έκανα τις γιορτές, να πήγαινα στη Λιβύη. Αλλά υπήρχε κάποιο κόλλημα με την εταιρία και καθυστέρησα λίγο και πήγα μετά από 4 μήνες στη Λιβύη. Μέσα όμως, στο ‘75. Γιατί το ‘74 τερμάτισα απ’ τη Ρόδο. Μέσα στο ’75 και ήμαν 2 χρόνια ακριβώς στη Λιβύη και τελείωσα από ‘κει και ξαναεπανήλθα στην Ελλάδα.
Στη Λιβύη όταν πήγατε…
Ναι.
Τι ήταν αυτό που αντικρίσατε, το πρώτο πράγμα που είδατε, που σας έκανε εντύπωση;
Ε μπήκα σε μία αραβική χώρα, να πούμε. Αλλά, επειδής είχε πολλοί Έλληνες, δουλειές, είχαμε επικοινωνία με Έλληνες, είχα και την οικογένεια μαζί μου, την γυναίκα μου, τον γιό μου, γιατί τον γιό μου είχα τότε. Δεν με κακοφάνηκε καθόλου, δεν με... Όλη μέρα είχα να κάνει με, εκεί που ήμαν στη δουλειά, με Έλληνες, με επικεφαλής με Έλληνες κι αυτά, οπότε δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Το μόνο που όταν βγαίναμε έξω στην αγορά, να μάθουμε τα βασικά, τί θέλαμε να ψωνίσουμε να φάμε, απ’ τα σουπερμάρκετ τ’ αυτά. Τα βασικά πράγματα. Δεν ήταν κάτι το. Η Βεγγάζη ήταν λίγο… εξελιγμένη τότε, δεν ήτανε, είχε και Έλληνες κι άλλους και αυτά. Δεν δυσκολευτήκαμε. Και πέρασε ο καιρός καλά. Είχε πολλούς Έλληνες και οι οικογένειές μας ήταν σε μία οικοδομή, όλο Ελληνίδες και με τα πα[00:30:00]ιδιά και μ’ αυτά, δεν είχαμε πρόβλημα. Μας φερόνταν και καλά ο κόσμος και μείς τους φερόμασταν καλά. Δεν ήταν, κανίβαλοι να πούμε οι ανθρώποι. Καλά περάσαμε. Αυτά. Λίγο σκληρή δουλειά ήτανε, αλλά εντάξει.
Θα μας πείτε τί ακριβώς κάντε; Ξυπνούσατε το πρωί…
Το πρωί πάντα πρωί, δεν είχε, πάντα 5 η ώρα, 5:30 σηκωμένοι. 6-6:30 η ώρα πιάναμε δουλειά εμείς. Δεν ήταν δουλειά, ούτε σε μαγαζί, ούτε τίποτα. Σε δημόσια έργα ήμασταν, δρόμους, πράγματα. Οδοποιία, κατασκευή. Οπότε, 6 η ώρα πιάναμε δουλειά, έπρεπε να σηκωθούμε πρωί. Και πάντα δεκάωρο, όχι οχτάωρο, δεκάωρο. Οι εταιρίες αυτές όλες, οι κατασκευαστικές, τουλάχιστον για την οδοποιία και για τ’ αεροδρόμια και τέτοια, είναι στα δεκάωρα. Όλα αυτά που είπα, στο δεκάωρο ήταν οι εταιρίες. Οχτάωρο δεν είχε. Κατάλαβες; Πληρωνόμασταν βέβαια, δεν είναι ότι… Μετά το οχτάωρο οι υπερωρίες ήταν υπερωρίες. Πληρωνόμασταν εξτρά. Να λέμε του στραβού το δίκιο. Γι’ αυτό και δουλεύαμε κιόλα δεκάωρο. Κατάλαβες; Και Κυριακή ήταν με 75 τα εκατό. Βέβαια. Γι’ αυτό και δουλεύαμε. Νέοι φυσικά, ακούραστοι. Το ίδιο και στη Σαουδική Αραβία. Και ‘κει πολλή δουλειά. 6 η ώρα δουλειά και δεκάωρο, εντεκάωρο, σερί.
Ήταν μαζί σας και η οικογένειά σας;
Εκεί, κατά διαστήματα ερχόνταν. Άμα, εγώ τρελαινόμουν και ήθελα να πάρω άδεια, με έφερναν την κυρά Ζωή. Γιατί έκανα ακριβώς 34 μήνες και ήρθα δύο φορές μόνο στην Ελλάδα. Ειδικά την τελευταία φορά, μετά την δεύτερη άδεια που ήρθα, κάθισα 16 συνεχόμενους μήνες, δεν σταμάτησα καθόλου. Στις 16 μήνες, είχε έρθει 5 μήνες η κυρά Ζωή, με την μικρή, τη Μαρία, ήταν μικρή και κάθισε 5 μήνες. Κάθισα 4 μέρες, στις 16 μήνες. Αυτή ήταν η ξεκούρασή μου. Στις 16 μήνες, 4 μέρες κάθισα, αργίες. Τις άλλες τις μέρες όλες τις δούλεψα. Και κείνες τις 4 μέρες ήταν εθνικές εορτές. Μία πέθανε ο βασιλιάς και άλλες εθνικές εορτές του κράτους, όπου δεν κινούνταν μηχάνημα κανένα. Γι’ αυτό κάθισα.
Θυμάστε διαφορά πολιτισμικών στοιχείων;
Αυστηρό πολιτισμικό στοιχείο. Ήταν πολύ αυστηρά. Υποστηρίζονταν μεταξύ τους πολύ οι Άραβες, μεταξύ τους. Ό,τι ζημιά γινόντανε, τη φορτώνανε στον Ευρωπαίο, γιατί δεν ήταν μόνο Έλληνες, ήταν και Γερμανοί και Γάλλοι. Η Σαουδική Αραβία –όχι για τη Λιβύη– για τη Σαουδική Αραβία λέω, ήταν απέραντο εργοτάξιο. Ένα απέραντο εργοτάξιο ήτανε. Η εταιρία η δικιά μας, είχε κι άλλα έργα. Αυτό το έργο που ήμαν εγώ, ήταν στο Τάϊφ, του οποίου ήτανε 83 χιλιόμετρα δρόμος. Σαν να λέμε από δω, Φώκιες Χαλκιδικής. Τα 80, περάσαν από τα χέρια μου σαν γκρεϊντερίστας. Τελική, την καλλιτεχνική δουλειά, τα 80 περάσαν από τα χέρια μου. Στη διάρκεια με στείλανε στον Περσικό Κόλπο, η ίδια εταιρία, για να πάω για 20 μέρες, γιατί κάναν μία σιδηροδρομική γραμμή, εκεί. Η ίδια εταιρία, αλλά άλλο εργοτάξιο, απέραντο χάος, μακριά και πήγα για 20 μέρες και με κρατήσαν ενάμιση μήνα εκεί. Δεν μ’ άφηνε εκείνος ύστερα, ο διευθυντής, να φύγω και να ‘ρθω στον προηγούμενο και λέει ο άλλος: «Εγώ -λέει- τον πήρα στην Σαουδική Αραβία και σε μένα θα ξαναεπιστρέψει». Και ξαναεπέστρεψα στο Τάϊφ, εκεί που ήταν οδοποιία. Πληρώθηκα πολύ καλά. Γι’ αυτό και μόλις έφυγα από κει, ήθελα και πάλι ν’ αλλάξω επάγγελμα, να σταματήσω, για να κάνω έδρα, να έχω έδρα, να μην γυρνάω στα εργοτάξια εδώ και εκεί. Και γι’ αυτό αποφάσισα να πάρω το ταξί. Λέω: «Εγώ είμαι μαθημένος στη δουλειά, στο εργοτάξιο, δεν είμαι στο εμπόριο μαθημένος». Κονόμισα καλά λεφτά από κει. 11 εκατομμύρια κονόμισα εγώ σε 34 μήνες και ήρθα εδώ, καθαρά λεφτά. Λέω: «Αν μπω στο εμπόριο, θα με τα φαν αυτοί, είναι όλοι αετοί εδώ πέρα, γκάνγκστερ. Με το χαμόγελο, με το έτσι, με το αλλιώς, θα με τα φαν τα λεφτά. Να κάνω μία δουλειά να την ελέγχω». Για αυτό αποφάσισα σε… από τις 22 που ήρθα, έκανα τα Χριστούγεννα, 16 του Γενάρη αγόρασα το ταξί, να δω αν μπορώ να το κάνω. Γιατί η εταιρία, μ’ έταξε πολλά λεφτά να ξαναπάω πίσω σε άλλο έργο, στην Σαουδική Αραβία. Λέω: «Να κάνω μία δοκιμή, αν μπορώ να το κάνω το επάγγελμα αυτό». Δεν είχα καμία σχέση με το ταξί, όταν λέω καμία, καμία. Την πόλη δεν την ήξερα εγώ. Δεν έζησα μέσα στη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό ας πούμε και όταν άνοιξα το καθαριστήριο και ήμαν σε μια γειτονιά στην Ανδριανοπούλου, δεν είχα, την πόλη δεν την είχα ζήσει. Λοιπόν, λέω: «Να δω, μπορώ να την κάνω τη δουλειά αυτή;». Και πάω και παίρνω το αυτοκίνητο αυτό και το πληρώνω 6 εκατομμύρια, νταν. Ήταν το καλύτερο αυτοκίνητο μέσα τότε, μερσεντές. Και έμπαινε ο κόσμος μέσα και έλεγα: «Θα με πάτε εσείς στο σπίτι σας, εγώ δεν το ξέρω». Και ο κόσμος πολύ πρόθυμος, με εξυπηρετήσανε και είδα ότι μπήκα στο νόημα, μπορώ να την κάνω αυτήν την δουλειά. Δουλειά είχε τότε το ταξί πολλή. Με παίρναν απ’ την εταιρία να πάω ξανά και τους λέω: «Με συγχωρείτε δεν θα ξαναεπιστρέψω, γιατί έκανα δουλειά». Και μου είπαν: «Καλή επιτυχία και όταν θα δεις ότι δεν μπορείς να την κάνεις την δουλειά, εμείς εδώ είμαστε». Να ξαναπάω. Εγώ την έκανα, όχι την έκανα καλά το ταξί, την οργάνωσα και δεν έμεινα στο ένα ταξί. Πήρα και δεύτερο, πήρα και τρίτο. Την οργάνωσα τόσο καλά, που είχα τέσσερις οδηγούς και έναν πέντε μόνιμο. Μέχρι που, μέχρι που ήμανε σε λειτουργία. Τον θείο σ’ τον Δημήτρη, τον είχα τεσσεράμισι χρόνια, οδηγό. Από ‘κει γνωριζόμαστε κι αυτά. Καλό παλικάρι ο Δημήτρης, 'ντάξει έχει χούγια κι αυτός, αλλά είναι πολύ εργατικός και πολύ καλός. Συνεργάσιμος, για μένα, έτσι; Και στη διάρκεια έγινε και ο μπαμπάς σου, γιατί παλικαράκι ήταν ακόμα τότε. Και συνεχίσαμε και με τον μπαμπά σου. Καλά παιδιά και οι δύο. Και ο θείος, ο Νίκος. Λοιπόν και την οργάνωσα τη δουλειά πολύ καλά και μετά το αφαίρεσα το ένα και έμεινα με τα δύο. Και τώρα συνεχίζω, ένα έδωσα το γιό μου, το Γιάννη και ένα κρατάω εγώ, το έχω ακόμα το ένα. Για να μπορώ να ζήσω και ‘γω, σαν συνταξιούχοι, γιατί η σύνταξή μου, είναι μικρή. Λοιπόν, ρώτησέ με κάτι άλλο ρε παιδί μου, τι να σε πω;
Βεβαίως.
Αυτά τώρα που λέω χρειάζονται ή...;
Βεβαίως, εννοείται, όλα. Εσείς ξαναγυρίσατε ποτέ πίσω στη Λιβύη, στη Σαουδική Αραβία;
Όχι, δεν πήγα ούτε στη Λιβύη, ούτε στη. Αλλά μετά τα ταξί θέλω να πω, ότι εδώ, αυτήν την οικοδομή, την έκανα εγώ. Να το πούμε κι αυτό; Γιατί το είχα πάρει αυτό εδώ σαν χώρο. Ήταν χωράφι όταν το πήρα εγώ το ’78 με το σεισμό, αλλά είχα τα λεφτά από τη Λιβύη και το πήρα αυτό εδώ και μετά το 2003, που μπήκε μέσα και είχα τη δουλειά μου τα ταξί και ήμαν οργανωμένος, ενώ τα λεφτά τα χάλασα όλα, να αγοράζω τα ταξί, εκατομμύρια, ξαναεπανήλθαν τα εκατομμύρια με τα ταξί και οικοδόμησα την οικοδομή εδώ και έβαλα την οικογένειά μου, τον γιό μου και την κόρη μου και εγώ και μένουμε εδώ. Και την οικοδομή να σκεφτείς, υπεύθυνος και υπόλογος τεχνίτης, ήμουν εγώ. Το όνομά μου και τελείωσε όλη. Και τη σκεπή πάνω, την έκανα εγώ, μόνο μ’ έναν που ήμασταν μαζί στη σχολή. Τον πήρα απ’ το χωριό, γιατί είχα τεχνίτες πάνω απ’ το χωριό μου, που τους γνώριζα. Και τον πήρα και του λέω: «Αυτήν τη σκεπή θα την κάνουμε οι δύο μας, αποκλειστικά». Και αυτός είχε πάθει ένα ατύχημα –γιατί όλη τ’ τη ζωή εκείνος, την έκανε οικοδόμος, δεν έφυγε από το επάγγελμα, απ’ τη σχολή, μέχρι που βγήκε συνταξιούχος– και μου λέει: «Έχω, φοβάμαι, δεν μπορώ», και του λέω: «Θα σ’ ανεβάζω από ‘δω έξω», τον ανέβαζαμ’ απ’ τη σκάλα, «θα είσαι στο κέντρο», στον «παπά» που λέμε, παπάς λέγεται, «και συ θα είσαι στο κέντρο και ‘γω θα ‘μαι περιφερειακά όλα. Οι Δυο μας -λέω- θα την τελειώσουμε». Και όπως είπα, δυο μας την τελειώσαμε. Επειδής τον γνώριζα, ήταν καλός τεχνίτης, τον έλειπε η πρωτοβουλία. Μην βλέπεις εγώ που... Εγώ ήμαν, δεν λογάριαζα τίποτα. Άμα έλεγα θα κάνω μία δουλειά, μετά από 2, από 3 χρόνια, την άλλη μέρα στοπ και άλλαζα επάγγελμα. Με το έτσι θέλω. Και όποιο επάγγελμα έκανα, από κανένα δεν έχασα. Ειλικρινά το λέω, ειλικρινά το λέω. Από κανένα! Ούτε από τα καθαριστήρια έχασα, ούτε από την οικοδομή, ούτε απ’ τα… Τα γουρούνια με εκπαιδεύσαν, με κάναν άνθρωπο, να μπορώ να συνεννοούμαι με τα ζώα. Με έκαναν άνθρωπο εκείνα, με εκπαιδεύσαν το μυαλό μου. Γιατί και τα ζώα, έχουν πολύ μυαλό, έκανες με τ’ άλογα και ξέρεις. Το μιλάς και σε βλέπει στα μάτια το ζώο, εάν το αγαπάς. Έτσι είναι όλα τα ζώα. Και το σκυλί και το γουρούνι και το πρόβατο, όλα ίδια νομή έχουν. Εγώ, Αννούλα μου από τα γουρούνια πήρα πολλά μαθήματα. Πάρα πολλά.
Όπως;
Όπως και αυτά, έχει: διαστρεμμένο ζώο, έχει καλό ζώο. Όπως είναι η ανθρωπότητα κι είναι οι απατεώνες, είναι οι έτσι, το ίδιο είναι κι αυτά. Και το [00:40:00]έβλεπες και έβοσκε εδώ και σε βλέπε στα μάτια, γιατί ήταν διεστραμμένο για να κάνει ζημιά. Εάν δεν το πρόσεχες, θα σ’ έκανε τη ζημιά. Και μ’ έκανε και ν’ ασχολούμαι και να διδάσκομαι και στην ανθρωπότητα και τα βρήκα όλα και στον άνθρωπο. Αυτός που είναι αχάριστος, είναι όλη του τη ζωή αχάριστος. Το ίδιο, για αυτό λέω, με εκπαιδεύσανε τα ζώα. Αυτό που ήταν αχάριστο, ό,τι και να το έκανα αχάριστο θα ήταν. Δεν συμμορφωνόταν. Κατάλαβες; Α μπράβο, αυτό είναι. Τι να πω άλλο; Να πω;
Να σας ρωτήσω εγώ για την περίοδο της Χούντας;
Να με ρωτήσεις πολλά, ό,τι θέλεις. Για να με διευκολύνεις για να πω και ό,τι είναι, γιατί είναι ατελείωτα. Να πούμε για την παρέα για το κυνήγι; Δεν χρειάζεται, τι να πούμε; Δεν χρειάζεται.
Να σας ρωτήσω για τη Χούντα θέλω.
Ναι. Η Χούντα, δεν με παίδεψε. Επειδής ήμουνα, ήξερα τί θα πει στρατιώτης, επειδής είχα κάνει φαντάρος και ήξερα το νόημα και λίγο κυνηγημένος πριν πάω φαντάρος, ήμουν προσεκτικός. Έβλεπα τη δουλειά μου, δεν έλεγα επιπλέον λόγια. Το μόνο που με κάνανε, όταν ο πατέρας μου ερχόταν απ’ το χωριό, γιατί έμενα το διάστημα εκείνο, είχα το καθαριστήριο και έμενα εδώ, έπρεπε να τους λέω, ότι έχω τον πατέρα μου 4 μέρες, 5 μέρες. Επειδής ήταν και ο πατέρας μου τον είχαν σταμπαρισμένο να πούμε, ήθελαν να ελέγχουν που είναι. Αυτό τίποτ’ άλλο. Πέραν εκεί, επειδής ήμουν στη δουλειά πολύ παραγωγικός, και δουλεύεις σε ιδιώτη, ο ιδιώτης δεν σ’ αφήνει να φύγεις με τίποτα. Γιατί, η Χούντα ήταν ’67-‘74 έτσι; Εγώ, δυο δουλειές έκανα. Το ’67… Μετά ’70, ’71, ’72, που γινόταν ο δρόμος Κατερίνη, δούλευα και καθαριστήριο και το δρόμο Κατερίνη-Θεσσαλονίκη. Χειριστής. Τα ετοίμαζε η κυρά Ζωή τα ρούχα στο καθαριστήριο, εγώ ερχόμουν από κει, 5 ώρες πρέσα, στο καθαριστήριο. Μετά το γκρέιντερ, 10 ώρες, 11 ώρες, στο καθαριστήριο πρέσα κάθε βράδυ. Οι ώρες μου ήταν 5 ώρες το 24ωρο ελεύθερες, 2 χρόνια, 2 χρόνια. Δεν μ’ ενόχλησε κανένας. Μετά, πάλι συνέχισα στο γκρέιντερ, πήγα στη Ρόδο, το αφεντικό που πήγα εκεί πέρα, ήταν ο αδερφός του Συνταγματάρχη στον Παπαδόπουλο, στους 12 αξιωματικούς που ήταν οι κολλητοί του Παπαδόπουλου. Ναι, αλλά εγώ έβλεπα τη δουλειά μου. Δεν μ’ ενόχλησε κανένας. Εάν ήσαν –δεν το κατηγορώ– αγωνιστής κατά αυτούς, οπωσδήποτε θα σε τυραννούσαν, γιατί ήταν αδίστακτοι, έτσι; Εάν το είχες… αυτοί δεν ήθελαν να μιλάς, να λες επιπλέον για κατά αυτούς. Εάν δεν έλεγες τίποτα, δεν σε ενοχλούσε κανένας. Εμένα δεν μ’ ενοχλήσαν. Και με σταματήσαν, με σταμάτησαν απ’ τη βάση πυραύλων απ’ τα Χανιά, κυβερνούσε ο γέρος ο Παπανδρέου με 65; Πόσο είχε πάρει; 54 τα εκατό πήρε. Με 180-190 βουλευτάς και με σταματήσαν με το φρόνημα. Νομίζεις καλύτερος ήταν ο γέρος ο Παπανδρέου, που λένε και για τη δημοκρατία και ποια; Τότε με σταματήσαν για το φρόνημα, που κυβερνούσε ο Παπανδρέου. Γιατί, και τον ψήφισα δύο φορές. Γιατί εγώ το ’63 τον ψήφισα και ξαναγίνονται εκλογές και τον ξαναψήφισα. Και μετά μόλις απελύθηκα με σταματήσαν απ’ τη δουλειά. Και κυβερνούσε αυτός. Για αυτό, είναι, είναι ένα μπέρδεμα στην Ελλάδα, το φρόνημα της Ελλάδος είναι… είναι δύσκολο. Ήταν. Και τώρα πάλι είναι, αλλά τώρα γίνονται, δεν γίνονται κατάμουτρα, γίνονται υπογείως. Αυτά, λέγε. Για την δικτατορία αυτά είναι, δεν έχω. Δεν μπορώ να πω ψέματα, δεν μπορώ να πω εγώ. Άλλα παιδιά τους βασανίσανε, εμένα δεν με βασάνισαν. Δεν δούλευα στο δημόσιο να πω ότι με κάνανε και έπρεπε, να γλύφω και να… παλικαρίσια. Ανέβαινα στο γκρέιντερ πάνω και –τώρα θα σε δείξω και φωτογραφία έξω– έπρεπε να ξερνάει μελάνι το γκρέιντερ όλη την ημέρα. Κατάλαβες; Α, μπράβο. Όπως και στα ταξί, είχαν μισό ταξί τις έδωσε το κράτος και γεράσαν με μισό ταξί. Εγώ τα ‘κανα τρία. Εγώ ήμουνα παραγωγικό άτομο, δεν μπορούσα να καθίσω. Δεν ήμαν έμπορος, δεν μπορούσα το εμπόριο.
Πώς σας φάνηκε η μετάβαση απ’ το γκρέιντερ στο ταξί;
Τον πρώτο καιρό, είχα την ευβουλία αν θα το κάνω, αυτό. Μετά που μπήκα στο νόημα να πούμε και αυτά, έγινα και κορυφή. Το βρίζανε άλλοι κάθε μέρα το ταξί, εγώ είχα κάνει πολύ σκληρές δουλειές, για μένα το ταξί ήταν παιχνίδι. Άλλοι που δεν είχαν ξαναδουλέψει πουθενά αλλού, βρίζανε το ταξί, ήταν σκληρή δουλειά. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Εγώ ξεκουράστηκα με το ταξί. 3 χρόνια το δούλευα μόνος μου, το πρώτο που είχα. Απ’ τις 6 μέχρι τις 1, 1:30, πήγαινα στο σπίτι έτρωγα, έριχνα έναν ύπνο, 1-2 ωρίτσες, ανάλογα, σηκωνόμουν, τ’ απόγευμα ξανά πάλι μέχρι τις 9. 3 χρόνια μόνος. Δεν είχα βάλει ούτε, ούτε τίποτα. Και αφού είδα ότι είχε ψωμί, πήρα και το δεύτερο, πήρα και τρίτο. Το τρίτο ήταν στο γιό μου γραμμένο, γιατί δεν είχα το δικαίωμα να πάρω πάνω από δύο. Μέχρι δύο ήταν τότε, τώρα έχεις το δικαίωμα, τότε δεν είχες. Τα δύο σε μένα, και στο γιό μου το ένα, αλλά μετά από χρόνια, αφού οργάνωσα, μάζεψα καλά λεφτά, έδωσα και εκείνο εκεί και μπήκε στο σχέδιο εδώ, λέω: «Θα κάνω την οικοδομή». Και μπορούσαμε να το δώσουμε αντιπαροχή, γιατί ήταν συνεταιρικό με την αδερφή μου το οικόπεδο. «Όχι -λέω- δεν πάει συνεταιρικό, εγώ θα το κάνω. Εγώ θα το κάνω, υπεύθυνος και υπόλογος εγώ». Εγώ το ξεκίνησα, εγώ το τελείωσα. Πήρα εγώ τα τέσσερα, τα τέσσερα η αδερφή μου και αυτό είναι. Και μ’ έμειναν και τα ταξί, ένα έχει ο γιός και ένα έχω εγώ. Για αυτό σου λέω, στη δουλειά πάνω, ήμουνα, στρατιώτης όμως ε; Με τρία ταξί στις 6 η ώρα, πες το θείο σ’ τον Δημήτρη, αν ήρθε μια φορά στη δουλειά και δεν ήμαν παρών, είτε στις 3 που αλλάζαν βάρδιες. Ήταν εδώ, παρακάτω, ένας συνομήλικος μου και ήρθε δυόμιση χρόνια. Επαγγελματίας, κύριος, Σαριδάκης Σπύρος, από την Κρήτη. Μου λέει… γιατί από μένα βγήκε και τελείωσε την καριέρα του και μου λέει, συναντηθήκαμε μετά, γιατί στην Κληματαριά μένει, έχει σπίτι δικό του, μου λέει: «Σε ορκίζομαι και έχω να το λέω, δυόμιση χρόνια, ας ήταν μια φορά να ‘ρθω στη δουλειά και να μην είσαι παρών. Αυτό δεν έγινε -λέει- ποτέ σε όλη μου την καριέρα, που δούλευα οδηγός για αυτά να πούμε. Δεν έγινε ποτέ!». Λέω: «Για να κοιτάξεις τη δουλειά σου, πρέπει να είσαι μπροστά στρατιώτης εσύ και μετά οι υπόλοιποι». Όποια δουλειά κι αν κάνεις. Όπως κάνει και ο πατέρας σου μια δουλειά. Τώρα να δεν είναι στρατιώτης αυτός εκεί πέρα, χαΐρι δεν θα κάνει. Πρέπει να είναι στρατιώτης, ο κάθε ένας στη δουλειά του. Εγώ ήμαν στρατιώτης. 6 η ώρα, που ερχόταν τ’ αυτοκίνητα για ν’ αλλάξουν, γιατί αλλάζαμε βάρδια, γιατί δούλευαν δυο βάρδιες, ήμουνα 6 παρά τέταρτο, παρά είκοσι, ήμουνα παρών. Ερχόνταν τ’ αυτοκίνητα παράδιναν οι βραδινοί, παραλάμβαναν οι ημερήσιοι. Έφευγαν αυτοί και μετά έφευγα εγώ, γιατί δούλευα κιόλα. Μετά έπαιρνα το δικό μου εγώ και έφευγα. Στις τρεις η ώρα αλλάζαμε βάρδια. Εγώ τις 3 παρά είκοσι ήμαν στο καφενείο, εκεί που αλλάζαμε βάρδια το μεσημέρι. Θα ρχόνταν, να τις κεράσω καφέ όλους, να πάρουν τ’ αυτοκίνητα να φύγουν και ‘γω ν’ ανέβω στο σπίτι. Στρατιώτης όταν λέμε, όχι… Κάθε μέρα! Τώρα, έχω απ’ το ‘06 συνταξιούχος και τις 5 η ώρα κάθε μέρα σηκώνομαι, 5:30. Εδώ κοιμάμαι, ξεχωριστά με την κυρά Ζωή τώρα κοιμόμαστε, ε, ηλικιωμένοι είμαστε τώρα, να κοιμάται ο καθένας όπως μπορεί. 5:30 η ώρα είμαι σηκωμένος. Απ’ το ‘06 συνταξιούχος είμαι, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ το πρωί, δεν. Πρέπει να σηκωθώ, με τρυπάει το κρεβάτι από κάτω. Αλλά αυτά είναι εκπαίδευση από την μάνα και από τον πατέρα. Η μάνα μου, η συγχωρεμένη, μέναμε σε… δύο δωμάτια ήταν το σπίτι, στο ένα μέναμε εμείς, μέχρι που ζούσε ο παππούς κι ο παππούς, πέθανε μετά ο παππούς και στο άλλο έμενε η μάνα μου και ο πατέρας μου. Μόλις ακόμα δεν είχε φέξει, ερχόνταν απ’ την πόρτα και έλεγε: «Σηκωθείτε». Ακόμα ήταν 6, 6:30 η ώρα, «Τί να κάνουμε;», «σηκωθείτε!», κι άμα δεν σηκωνόμασταν –χιόνια είχε έξω– ερχόνταν κι έπαιρνε το σκέπασμα από πάνω μας. Έπρεπε να σηκωθούμε, τελείωσε. Όχι τώρα, «άσ' το παιδί, γιατί ήρθε αργά τις 1 η ώρα, άσ’ το να κοιμηθεί». Δεν υπήρχαν τέτοια πράματα. Άμα ήθελε να κοιμηθεί, να ξαπλώσει νωρίς και ναι κοιμηθεί. Το πρωί πρέπει να σηκωθεί να πάει στη δουλειά. Και ήμασταν όλοι έτσι, όλοι. Μάθαμε αυτό το πρόγραμμα.
Θέλετε να μου περιγράψετε τώρα τί βλέπουμε και στις φωτογραφίες;
Α, αυτή η φωτογραφία, είναι μόλις πήγα στη σχολή, ε, ήρθε ένας φωτογράφος εκεί μέσα και βγαίναμε φωτογραφίες μέσα και βγήκα αυτή την φωτογραφία. Βλέπεις μαλλί που έχω και αυτά; Αφού ήμαν, δεκαεξάρης είμαι ‘δω, αν δεν έκλεισα τα 16, στα 17 μπορεί να ήμουν, γιατί βλέπω ήμανε και ξυρισμένος, φαίνεται ότι ξυρίστηκα. Αλλά, είχα γένια από μικρός. Γιατί φαίνεται το ξύρισμα, φαίνεται το πρόσωπο, [00:50:00]όποιος το βλέπει, εγώ το βλέπω, ότι ήμουν ξυρισμένος.
Και φορούσατε συγκεκριμένη στολή;
Ναι, αυτήν ήταν της σχολής. Η σχολή, αυτά φοράγαμε για την έξοδο, μέσα είχαμε φόρμα, άλλα. Αυτά ήταν για την έξοδο. Βλέπεις κάθομαι στην καρέκλα, έχει καρέκλα εδώ πίσω, κάθομαι, για να βγω φωτογραφία.
Εδώ;
Εδώ, τώρα δεν έχει τέτοια πράγματα.
Μαζί;
Ναι, αυτήν είναι την ίδια μέρα, είναι την ίδια μέρα. Βλέπω το, δεν θυμάμαι, αλλά μόνο που βλέπω το... Όταν παντρεύονταν ένα υποψήφιο ζευγάρι, την ημέρα του γάμου, πηγαίναμε και παίρναμε, ο γαμπρός έπαιρνε την προίκα από την γυναίκα, γιατί τότε η γυναίκες φτιάναν προίκα, τα σεντόνια τις, τα κεντήματα τις, τα ρούχα τις, τις βελέντζες, τι είχαν, τι δεν είχαν. Και ντυνόνταν από τον γαμπρό με τα άλογα, έχει σέλα αυτός ο αλογάς, και απάνω είναι η κουβέρτα, αυτό με σέλα είναι αυτό, εγώ με σέλα είμαι εδώ. Βλέπεις τα πόδια μου ήταν στο… στο αυτό.
Στους αναβολείς.
Σπιρούνι, ναι. Λοιπόν, αυτός ο αλογάς, ο Γρίβος, ήταν κάτσε καλά άλογο. Άμα τον έκανες έτσι και τον τράβαγες σηκωνόνταν στα πισινά τα ποδάρια. Ήταν τρομερό άλογο, νέο ήταν, 6 χρονών ήταν; Λοιπόν, ντύθηκα για τον γείτονά μου τον Άγγελο, που ήμασταν μια πόρτα, ήταν να πάμε να πάρουμε την προίκα και αφού ντύθηκα εγώ, με το ζώο μου, βλέπει και γραβατωμένος και ωραίος, το ίδιο και οι άλλοι που ήταν φίλοι του γαμπρού και κολλητοί, βλέπεις είναι κι άλλα άλογα εδώ πέρα, τα βλέπεις; Αυτοί είναι όλοι καβαλάρηδες. Και πίσω από αυτά πρέπει να είναι δύο με τα σαμάρια, γιατί την φορτώναν την προίκα στα σαμάρια. Εδώ είναι σαμαρι; Δεν μπορώ να το καταλάβω, εδώ;
Ναι.
Λοιπόν και πηγαίναμε, καβαλαρία μπροστά τα άλογα, κατά πόδι τ’ αυτά. Πολλές φορές τα όργανα μπροστά παίζανε και πίσω εμείς, όπως είναι αυτοί εδώ, μπροστά είναι τα όργανα και παίζανε και κατά πόδα εμείς με τα άλογα, με αυτά, με ξέρεις τώρα, νούμερα και τέτοια. Το μπουκάλι πάντα. Σε άλλη φωτογραφία έχω το μπουκάλι, εδώ το ‘χω; Α, εδώ το ‘χω το μπουκάλι, το μπουκάλι, το μπουκάλι το τσίπουρο για.
Ναι.
Λοιπόν, πηγαίναμε, εμείς έξω κορδώματα με τα όργανα κι αυτά και αυτοί μπαίνανε μέσα, αυτοί που είχανε τα άλογα για να φορτώσουν, να πάρουν την προίκα, να την βγάλουνε να την φορτώσουν και την πηγαίναμε καβαλαρία στο σπίτι που θα έμενε το αντρόγυνο. Τα πηγαίνουνε και τα πηγαίναμε τα ρούχα, τα ξεφορτώνανε, τελείωνε η αποστολή μας και μετά πηγαίναμε στο γάμο, στη στέψη. Αυτό ήταν, η αποστολή αυτή ήτανε.
Ήταν την ίδια μέρα του γάμου;
Αυτά ναι. Ε τώρα, δεν το θυμούμαι αν ήταν την προηγούμενη μέρα. Ναι άσ’ το. Δεν θυμάμαι τώρα αυτό Άννα μου.
Δεν πειράζει, δεν υπάρχει λόγος.
Να αυτό δεν το θυμάμαι.
Δεν πειράζει, θυμόσασταν όλα τ’ άλλα, είναι πάρα πολλά.
Ναι, ναι, ναι, ναι. Και να, αυτή είναι, αυτό είναι γι’ αυτό το... το μοτίβο.
Πολύ ωραία, εδώ πέρα;
Αυτό είναι του δημοτικού σχολείου. Αυτός που μ’ είχε στην πέμπτη τάξη, ήταν χωριανός μας. Αλλά ήταν φασιστόμουτρο. Και στην Αλβανία ήταν μαζί με τον πατέρα μου. Στην Αλβανία που πήγαν, ήταν κι αυτός, μαζί με τον πατέρα μου. Ήταν μια ηλικία. Αυτός παιδιά δεν είχε κι είχε μέσα του μίσος, γιατί ήταν και στα κόμματα, αντίθετοι ο πατέρας μου μ’ αυτόν και η ικανότητά του ήταν, να εκδικείται εμένα. Μ’ άφησε στην πέμπτη τάξη. Ο δάσκαλος που ήρθε στην πέμπτη και θα είχε την πέμπτη, γιατί αυτός ήταν Διευθυντής και ως επί το πλείστον πάντα είχε την έκτη, αλλά κείνη την χρονιά είχε την, για ν’ αφήσει εμένα, είχε την πέμπτη. Και πιο πολλές ώρες, όταν ήταν Διευθυντής, οδική, χειροτεχνία, καλλιγραφία, μας τα έκανε, επειδής η τάξη ήταν μεγάλη, η πέμπτη κι η έκτη, η δασκάλα, που ήταν διορισμένη. Γιατί ήταν μεγάλο το σχολείο, 480 παιδιά ήμασταν μέσα, ε βέβαια. Λοιπόν και αυτά τα όλα, χειροτεχνίες και τέτοια, μας τα έκανε η δασκάλα που είχε τη δευτέρα, γιατί πρώτη-δευτέρα μπορεί να ήτανε 4 ώρες και εμείς κάναμε 5, έτσι; Το πρωί και τ’ απόγεμα και την τελευταία ώρα πάντα ήταν η χειροτεχνία, η οδική, αυτά ήταν την τελευταία ώρα. Αφού ήρθε, τέλος πάντων μ’ άφησε στην πέμπτη, άσε που με χτυπούσε κιόλα, όχι εμένα και τ’ άλλα τα παιδιά. Έλα λίγο πιο δω, έπιανε το σαγόνι έτσι και χτύπαγε μ’ όλη τη δύναμη για να μην φύγει το σαγόνι. Και βούιζε το αυτί μου μια βδομάδα. Ετότε, δεν τις παρεξηγούσαν οι γονείς, ήταν έτσι το σύστημα. Μια βδομάδα βούιζε τ’ αυτί μου! Όπως και άλλα παιδιά που έδερνε, έτσι, ήταν τέτοιο τέρας. Και ήρθε ο Κομπωτής, ο οποίος ήταν, η καταγωγή του ήταν από 'δω απ’ τη Θέρμη, ο δάσκαλος, Κομπωτής. Αλλά ήταν γαμπρός στο χωριό, είχε του παππά την κόρη. Και μόλις, ο μόνος απ’ που έμεινε στην πέμπτη εγώ, από τόσα παιδιά, εμένα μόνο άφησε. Και είπε, ότι ντεμέκ: «Ήμουν ζωηρός», γι’ αυτό με άφησε. Και μου λέει –Κώστα τον λέγανε– μου λέει: «Σπύρο, κοίταξε θα περάσουμε καλά τη χρονιά εδώ και μην στεναχωριέσαι» και έτσι και αλλιώτικα και μ’ έδωσε παρηγοριά και με προβίβασε και με καλό βαθμό και πήγα στην έκτη, για να μ’ έχει ξανά αυτός ο πούστης και να με δώσει «κοσμία διαγωγή». Κοσμία είναι πριν την κακή. Είναι «κακή», «κοσμία», «κοσμιωτάτη» και «αρίστη». Δηλαδή, για να μην με βάλει κακή μόνο, μ’ έδωσε κακιά. Γράφει εδώ, «κοσμία». Τέτοιο τομάρι ήτανε. Και 6. Είχε κάτι τούβλα, δεν ήξεραν τι θα πει «Α», και τα ‘δωσε, 8, 9 και μένα 6. Και το ‘χει και ‘δω διορθωμένο νομίζω. Βλέπεις εδώ πέρα, είναι διπλογραμμένο. Γιατί αυτό δεν είν’ πειραγμένο. Ό,τι το ‘κανε αυτός, τα δικά τ’ τα ξερά είναι. Αυτά είναι.
Μου είπατε ότι είχε, γιατί είχε τόσα πολλά παιδιά στο σχολείο; Είχε, είναι τόσο μεγάλο χωριό;
Ε, βέβαια. Μεγάλο χωριό. Να σκεφτείς, όταν πήγα εγώ πρώτη, η αδερφή μου ήταν έκτη και στο ενδιάμεσο ήταν κι ο άλλος μου ο αδερφός. Τρία μόνο απ’ το δικό μου το σπίτι. Τρία απ’ του πατέρα μου τον αδερφό, γιατί ήμασταν μια ηλικία όλοι. Την ίδια χρονιά ήταν όλοι και μαζί παντρευτήκαν. Όταν παντρευτήκαν στο ίδιο δωμάτιο μένανε. Ο πατέρας μου και η μάνα μου, με τον αδερφό του και την γυναίκα του στο ίδιο δωμάτιο μένανε. Αυτό το πατρικό μου, αυτό είχε και ο πατέρας μου, γιατί ο παππούς μου το ‘χε φτιάξει. Όταν ήταν παιδιά εκείνα, έκαναν τα παιδιά τους και όταν παντρεύτηκε ο πατέρα μου και η μάνα μου, δεν είχαν άλλο σπίτι και έμεναν ο ένας στο ένα το κρεβάτι και ο ένας στο άλλο. Την ίδια ηλικία είχε ο μεγάλος ο αδερφός μου με την κόρη του, αφού πολλές φορές βύζαινε η μία μάνα και τα δυο, άμα δεν ήταν η μία, τα βύζαινε τα παιδιά η άλλη. Ο άλλος ο Θανάσης, με την αδερφή μ’ μαζί, ο Κώτσος, ο αδερφός μ’ μαζί με την Ασημίνα και ‘γω με τον Χρήστο, που τον έχω και φωτογραφία σε άλλη, που ‘μαι σε μία καβαλαρία που ήμαστε, τον έχω φωτογραφία, εδώ, είμασταν αγαπημένοι. Όπως είναι τα αδέρφια τώρα, και ‘μεις, έτσι ήταν οι πατεράδες μας και τα παιδιά. Και ήμασταν την ίδια χρονολογία. Τρεις εμείς και τρεις έξι μόνον πηγαίναμε από δυο σπίτια. Τα ίδια και παραπέρα και παραπέρα. Μα το λιγότερο ήταν τα παιδιά. Σπάνια να δεις με τρία. Τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οχτώ παιδιά το κάθε σπίτι.
Έρχονταν κι από άλλα χωριά;
Όχι, μόνο απ’ τη Γαλάτιστα που, δεν χωρούσε από άλλα χωριά να ‘ρθουν. Η Γαλάτιστα ήταν μεγάλο χωριό, είχε πολύ πληθυσμό. Τώρα, τώρα είναι μόνο Αλβανοί. Από 480, που ήταν όταν πήγαινα εγώ, τώρα αμφιβάλλω αν είναι καμιά 100 απ’ το χωριό. Δεν είναι.
Και στο τελευταίο; Εδώ τί βλέπουμε;
Ε, ναι, αυτό είπαμε είναι απ’ τη σχολή, απ’ την αγροτεχνική σχολή που έκανα 2 χρόνια, αυτό είναι. Εδώ λέει: «Καλώς το, διαγωγή κοσμιωτάτη και βαθμό εφτά, επτά». Καλά στα γράμματα δεν ήμουν πολύ, μετά από ‘δω καλλιεργήθηκα πολύ. Στον κυβισμό και σ’ αυτά για την δουλειά, την οικοδομική. Το καλλιέργησα πολύ μετά. Τώρα είμαι ξουράφι. Για κυβισμούς και για τέτοια, είμαι αχτύπητος. Έτσι είναι αυτά είναι Αννούλα μου. Πες μου άμα θες κάτι άλλο. Πολλά είπαμε πάντως έτσι;
Πάρα πολλά. Θέλετε εσείς να προσθέσετε κάτι;
Όχι δεν θέλω τίποτα. Εγώ, είμαι, εσύ άμα είσαι, θέλω να. Εσύ είσαι τώρα το μέλλον. Να αγαπήσεις αυτό που κάνεις και να κυνηγάς την λεπτομέρεια. Τώρα εγώ είπα τόσα έτσι; Να κάνεις την δική σου έκθεση, να βγάλεις την λεπτομέρεια αυτήν που θέλεις. Δεν λέω τώρα για αποκλειστικά γι’ αυτό, για το κάθε τι. Ακούς στο [01:00:00]καφενείο, να λεν’ χίλια δυο ή εκεί που πας στην παρέα, να πιάνεις την λεπτομέρεια. Άλλος θα πει την βλακεία του, την μαλακία του, θα πει τα χίλια δυο. Από ‘κει μπορεί να βγάλεις όμως ένα καλό, να παρακολουθάς τη λεπτομέρεια. Άμα μπορείς και παρακολουθάς τη λεπτομέρεια δεν θα χάσεις ποτέ, θα είσαι πάντα κερδισμένη. Δεν ‘πα να ‘ναι ο άλλος δυνατός, δεν πα να ‘ναι διεστραμμένος, δεν ‘πα να ‘ναι, εσύ την ώρα που θα πας να κοιμηθείς, κάνε μια ανακεφαλαίωση και τις πρωινές ώρες θα βγει η έκθεση που έβγαλες. Που ‘ναι ξεκούραστο το σώμα και το μυαλό, τις πρωινές ώρες. Και θα ‘ναι και καλή, οριστική αυτή η απόφαση που θα βγάλεις.
Πώς σας φάνηκε, η διαδικασία;
Και ό,τι κάνεις, να μην το αρνείσαι. Το έκανα. Έκανες μια ζημιά; Πες την παλικαρίσια: «Το έκανα! Θα υποστώ τις συνέπειες». Τόσα χρόνια ταξιτζής και δυο φορές με γράψανε. Περνούσα κόκκινο, ναι. Δεν πήγα ποτέ να πω, ότι δεν το πέρασα. Έπαιρνα το δίπλωμά μου, την άδεια από τ’ αυτοκίνητο και κατέβαινα στον τροχονόμο και «ορίστε». «Τι ‘ναι αυτά;», «Πέρασα -λέω- με το κόκκινο». Οι πιο πολλοί μου λέγανε: «Άντε ρε τράβα στη δουλειά σου και πρόσεχε άλλη φορά». Δεν πήγαινα να πω: «Α! Ήταν πορτοκαλί κι έτσι». Σου λέω ένα παράδειγμα. Μια φορά είπα ψέμα. Πήγαινα στο Καρρά, μια φορά απ’ το αεροδρόμιο έναν και ήθελε στου Καρρά το ξενοδοχείο, δεν ξέρω απ’ τον παλιό τον δρόμο, που πήγαινες στην Τρίγλια, για να μπεις, είναι κατηφόρα, μπροστά μου, απ’ τα Λεχώρια, ήταν ένα φορτηγό και δεν μπορούσα να προσπεράσω. Και εκεί που είναι η στροφή, για να κατέβεις για την Τρίγλια, που είναι η κατηφόρα και είναι ισιάδι, κάνω για να βγω και βλέπω κάτω ήταν το 100. Λοιπόν και δεν προσπέρασα, χώθηκα πάλι πίσω. Γιατί είναι διπλή γραμμή εκεί, απαγορεύεται. Αφού πήγα κάτω όμως, μου βγάζει ο τροχονόμος το στρόγγυλο εκείνο τη Τροχαία και μου λέει: «Στάσου». Γιατί αυτοί ήταν από ‘κει και ‘γω ήμουν δεξιά. Ε, πάω σταματάω δίπλα, είχα και τον πελάτη μέσα, όταν ήρθε αυτός εδώ, εγώ τα ’χω τα χέρια μέσα, εκεί δίπλα στο ντουλαπάκι, τα βγάζω, τα ‘χω στο χέρι μ’ έτσι. Μου λέει: «Πήγες να περάσεις διπλή γραμμή», η μόνη φορά που είπα ψέματα και λέω: «Όχι, δεν πήγα να περάσω. Φρενάρισε -λέω- το φορτηγό και για να μην χωθώ από κάτω, ανοίχτηκα». Δεν βγήκα όμως στο δρόμο εγώ. Μόλις ανοίχτηκα για να περάσω, είδα τ’ αυτοκίνητο και ξαναχώθηκα πίσω. Αν έβγαινα εντελώς έξω, ναι. Και λέω: «Φρενάρισε το φορτηγό και για να μην χωθώ από κάτω, ανοίχτηκα -λέω- για να μην χωθώ από κάτω». Και άρχισε μ’ έκανε τρεις φορές κύκλο το αυτοκίνητο, εγώ τα χαρτιά δεν, να κι αυτά, και μου λέει: «Άντε πήγαινε στο καλό σου -μου λέει-, για να μην πάει το μεροκάματο». Εκεί μόνο είπα ψέματα. Και κάθομαι και το σκέφτομαι, κακώς. Αλλά, τέλος πάντων, εκεί είπα ψέμα. Αλλά το κράτησα ότι είπα ψέμα. Έτσι Αννούλα μου και συ τη δουλειά σου σωστά και εις γνώσιν σου, αν κάτι δεν πήγε καλά, να το παραδέχεσαι και να λες: «Ναι». Κερδίζεις, δεν χάνεις. Μπορεί προσωρινά εκεί να χάσεις, αλλά θα κερδίζεις στο σύνολο. Αυτά στα λέω, γιατί πρέπει να στα πω. Και μένα με τα λέγαν άλλοι. Έτσι Αννούλα μου;
Σωστά.
Τώρα άμα θέλεις να ρωτήσεις κάτι, ρώτησε τι θέλεις.
Εγώ θέλω να σας ρωτήσω πώς σας φάνηκε, η διαδικασία.
Πολλή καλή. Ειδικά για έναν νέο άνθρωπο, είναι πολύ πιο καλή. Εσύ θα το καλλιεργήσεις τώρα, θα το διαβάζεις, θα το φέρεις από ‘δω, θα το κάνεις από ‘κει. Εγώ νομίζω, ότι καλό ήταν, εγώ είμαι ευχαριστημένος.
Αυτό θέλουμε, τίποτα άλλο. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ και για τον χρόνο σας και για όλα όσα είπατε.
Να μην ευχαριστάς τίποτα.
Ε, πώς, ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Photos

Απολυτήριο Δημοτικού Σχο ...
Το απολυτήριο του αφηγητή, με βαθμό 6 και ...

Ο Σπύρος Γεράκης στο έθι ...
Ο αφηγητής με επίσημη ενδυμασία, πάνω στο ...

Η προίκα στη Γαλάτιστα
Οι καλεσμένοι σε δρόμο του χωριού, έχοντας ...

Πιστοποιητικό Αγροτικής ...
Το πιστοποιητικό φοίτησης στην Αγροτική Σχ ...
Summary
Ο Σπυρίδων Γεράκης γεννήθηκε το 1942, στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής, όπου και πέρασε την παιδική του ηλικία. Αποφόιτησε από την Αγροτική Σχολή στη Σίνδο, με το δίπλωμα του οικοδόμου και αφού εργάστηκε 2 χρόνια, αποφάσισε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Κατά τη θητεία του εκπαιδεύτηκε ως χειριστής οικοδομικών οχημάτων, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατασκευής δρόμων. Αργότερα αποφάσισε με την σύζυγό του να ασχοληθούν με καθαριστήριο ενδυμάτων στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια ο ίδιος μεταβαίνει στη Ρόδο, ώστε να εργαστεί στο αεροδρόμιο του νησιού, το οποίο βρισκόταν υπό κατασκευή, και από εκεί στη Λιβύη και στη Σαουδική Αραβία. Τελικά γυρίζει στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει ως οδηγός ταξί μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
Narrators
Σπυρίδων Γεράκης
Field Reporters
Άννα Καράμπελα
Tags
Interview Date
14/09/2023
Duration
64'
Summary
Ο Σπυρίδων Γεράκης γεννήθηκε το 1942, στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής, όπου και πέρασε την παιδική του ηλικία. Αποφόιτησε από την Αγροτική Σχολή στη Σίνδο, με το δίπλωμα του οικοδόμου και αφού εργάστηκε 2 χρόνια, αποφάσισε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Κατά τη θητεία του εκπαιδεύτηκε ως χειριστής οικοδομικών οχημάτων, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατασκευής δρόμων. Αργότερα αποφάσισε με την σύζυγό του να ασχοληθούν με καθαριστήριο ενδυμάτων στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια ο ίδιος μεταβαίνει στη Ρόδο, ώστε να εργαστεί στο αεροδρόμιο του νησιού, το οποίο βρισκόταν υπό κατασκευή, και από εκεί στη Λιβύη και στη Σαουδική Αραβία. Τελικά γυρίζει στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει ως οδηγός ταξί μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
Narrators
Σπυρίδων Γεράκης
Field Reporters
Άννα Καράμπελα
Tags
Interview Date
14/09/2023
Duration
64'